text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1826/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα -κατηγορουμένου Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σωτηριάδη, περί αναιρέσεως της 49/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1.Δ. Α. του Κ. και 2.Α. Σ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 590/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσης του. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων (όπως τα ονόματα μαρτύρων κλπ) δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία η παράθεση του τι προέκυψε από καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα απ' αυτά. Επομένως, η αναφορά στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις άλλες αποδείξεις "από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερομένων εγγράφων" δε βεβαιώνει αναμφίβολα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το μεταξύ των άλλων αναγνωσθέν συγκεκριμένο έγγραφο, εκτός εάν κατά τρόπο αναμφισβήτητο προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της απόφασης ότι λήφθηκε υπόψη και το έγγραφο αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση το Α' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 49/2011 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της κοινώς επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια δια παραλείψεως τελούμενη και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά συρροή, τελούμενη δια παραλείψεως και υπέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης δεκαέξι μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς δέκα ευρώ ημερησίως, με την αιτιολογία ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία παραθέτει για τη θεμελίωση της ενοχής του κατηγορουμένου, προέκυψαν "από τη χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης του κατηγορουμένου που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα κατωτέρω αναφερόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερομένων εγγράφων, που λεπτομερώς αναφέρονται στα ταυτάριθμα, με την παρούσα απόφαση, πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και που βρίσκονται στην παρούσα δικογραφία, καθώς και από την όλη, εν γένει, αποδεικτική διαδικασία ....". Όμως, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο μεταξύ των άλλων εγγράφων και το, από 13.5.2004, έγγραφο της Διεύθυνσης Κατασκευών Αρχιτεκτονικών Έργων του Δήμου Θεσσαλονίκης, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει είτε ευθέως, είτε διηγηματικώς ότι το έγγραφο τούτο λήφθηκε πράγματι υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο τούτο γιατί από το έγγραφο αυτό, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται γίνεται λόγος, ότι παραβιάζεται, από γειτονικές καφετέριες, ο περιφραγμένος χώρος, προκειμένου να αναπτυχθούν περισσότερα τραπεζοκαθίσματα, κατά τρόπον ώστε να μη διευκρινίζεται με πληρότητα και σαφήνεια, εάν υφίσταται ή όχι αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, πολύ δε περισσότερο προκειμένου να διευκρινισθεί εάν η πτώση των επιχρισμάτων, έλαβε ή όχι χώρα εντός του αρχικώς περιφραχθέντως χώρου. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, την απαιτούμενη κατά τα παραπάνω από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πλημμέλεια η οποία προβάλλεται με το μοναδικό (α' σκέλος) λόγο αναίρεσης της ένδικης αίτησης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του ίδιου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενα από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 49/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση, για κοινώς επικίνδυνη βλάβη από αμέλεια δια παραλείψεως τελούμενη και σωματική βλάβη από κατά συρροή, δια παραλείψεως τελούμενη. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα είναι βάσιμος. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1825/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" (ΔΕΗ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Α. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ι. Α. του Ν., κατοίκου ..., 3) Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ... και 4) Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1420/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7161/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) με την από 29-7-2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1116/2007 απόφαση του Αρείου πάγου, η οποία αναίρεσε την 7161/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 3618/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 14-1-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθ. 296§ 1 ΑΚ "για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από τον δανειστή, σε αμφότερες, όμως, τις περιπτώσεις με τον πρόσθετο περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίσθηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσης για το Δημόσιο), δηλ. αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια και μεγαλύτερη χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή µιας χρήσης, αίτηµα δε της αγωγής, µε την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισµός δεν ανατρέχει στο παρελθόν. Περαιτέρω, από τα άρθ. 283 και 525§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επιτρέπεται στην δευτεροβάθμια δίκη να υποβληθούν µε τις προτάσεις αιτήσεις για παρεπόμενες απαιτήσεις που γεννήθηκαν µετά την συζήτηση, κατά την οποία γεννήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ως "παρεπόμενη απαίτηση" νοείται εκείνη που αποτελεί αναγκαίο παρακολούθηµα της απαίτησης που ασκήθηκε µε την αγωγή, η οποία αποτελεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋπόθεση για την γέννεση της πρώτης. Με την έννοια αυτήν παρεπόμενη είναι, µεταξύ άλλων, και η απαίτηση για τους τόκους του κεφαλαίου που ζητείται µε την αγωγή, όχι όµως και η απαίτηση καταβολής τόκου επί του ποσού καθυστερουμένων τόκων, αφού τούτο δεν αποτελεί αναγκαίο παρακολούθηµα της απαίτησης από το κεφάλαιο και των τόκων της. Ο τόκος τόκων αποτελεί παρεπόμενο µιας νέας απαίτησης, την οποία απαρτίζουν οι τόκοι ενός τουλάχιστον έτους που µπορούν να ζητηθούν, εφόσον δεν έχουν συμφωνηθεί τέτοιοι τόκοι, µόνο µε αγωγή, η οποία αποτελεί στην περίπτωση αυτή αναγκαία προϋπόθεση για την γένεση τους. Εποµένως, εφόσον για την γέννεση της αξίωσης για τόκους τόκων δεν αρκεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η άσκηση της κύριας αγωγής για την καταβολή του οφειλομένου κεφαλαίου µε το νόµιµο τόκο (ενώ αρκεί κατ' άρθ. 346 ΑΚ η άσκηση της αγωγής αυτής για την γέννεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού), αλλ' απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συµφωνία περί ανατοκισµού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων (µε την συνδροµή των προϋποθέσεων που προαναφέρθηκαν), το αίτηµα για την καταβολή των ως άνω τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κύριας απαίτησης, ώστε να δύναται να υποβληθεί για πρώτη φορά µε τις προτάσεις, είτε στην πρωτοβάθμια είτε στην κατ' έφεση δίκη, είναι δε αδιάφορο, αν στην τελευταία περίπτωση το πιο πάνω αίτηµα ασκείται µε τις προτάσεις ως πρόσθετος λόγος έφεσης, αφού και στην περίπτωση αυτή δεν έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από το άρθ. 111 §2 ΚΠολΔ προδικασία (Ολ. ΑΠ 10/2007). Τέλος, ό,τι κατά τα προαναφερθέντα ισχύει για τον ανατοκισµό ισχύει και για κάθε περαιτέρω ανατοκισµό του τόκου των τόκων, που και αυτός επιτρέπεται υπό τους ανωτέρω περιορισµούς.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι : Με την ένδικη ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ να τους καταβάλει νοµιµότοκα τ' αναφερόμενα εκεί ποσά λόγω της παροχής της εργασίας τους σ' αυτήν, στο τακτικό προσωπικό της οποίας ανήκουν, κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές του χρονικού διαστήματος 1997-2001 και της µη χορήγησης αναπληρωματικής ηµέρας ανάπαυσης και επιπλέον αµοιβής, καθώς και ως χρηµατική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Με τις έγγραφες προτάσεις τους, που κατέθεσαν κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης, οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), διευρύνοντας το σχετικό αγωγικό αίτηµά τους, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσείουσα) να τους καταβάλει νόµιµους τόκους επί των µέχρι την συζήτηση της αγωγής τους οφειλομένων τόκων επί των κυρίων ενδίκων απαιτήσεών τους. Η αγωγή αυτή έγινε εν µέρει δεκτή µε την 1420/2003 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, µε την οποία το αίτηµα ανατοκισµού απορρίφθηκε σιωπηρά. Κατά της πρωτόδικης απόφασης αµφότερα τα διάδικα µέρη άσκησαν εφέσεις και πρόσθετους λόγους, ειδικότερα δε οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες µε τους πρόσθετους λόγους και την αντέφεση που άσκησαν µε τις προτάσεις που υπέβαλαν κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υπόθεσης ζήτησαν (πέραν των νοµίµων τόκων επί των µέχρι της συζήτησης της αγωγής τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οφειλομένων τόκων για τις κύριες απαιτήσεις τους, για την σιωπηρή απόρριψη του οποίου διέλαβαν ειδικό λόγο έφεσης) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα εναγομένη να τους καταβάλει και τους τόκους επί του ποσού οφειλομένων, κατ' αυτούς, τόκων των τόκων για τις ένδικες αξιώσεις τους από 9-1-2004, χρονολογία συμπλήρωσης ενός έτους από την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και µέχρι την συζήτηση της έφεσης, µε το νόµιµο τόκο µέχρι την εξόφληση. Το Εφετείο Αθηνών µε την προσβαλλομένη 3618/2008 απόφασή του (κρίνοντας ύστερα από αναίρεση της 7161/2005 απόφασής του, µε την 1116/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) και όπως απ' αυτήν προκύπτει έκρινε τα αιτήµατα αυτά παραδεκτά και νόµιµα, εκτιµώντας, όµως, ότι το δεύτερο αυτών είχε διαφορετικό περιεχόµενο από αυτό που πραγµατικά κατά τα προαναφερθέντα είχε, και ακολούθως απέρριψε, κατ' ουσίαν, την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης, δέχθηκε κατά ένα µέρος την έφεση, τους πρόσθετους λόγους έφεσης και την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων εναγόντων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν µέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, πλέον των άλλων, να καταβάλει σ' αυτούς α) τους τόκους επί των τόκων για τις κύριες αξιώσεις τους από την επίδοση της αγωγής µέχρι την συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 9-1-2003, µε τους νόµιµους έκτοτε (9-1-2003) τόκους και β) τους τόκους επί των τόκων για τις ίδιες κύριες αξιώσεις τους από την συζήτηση της αγωγής (9-1-2003) µέχρι την συζήτηση της έφεσης (15-3-2005), µε τον νόµιµο τόκο από 15-3-2005. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, διότι, σύµφωνα µε τα προαναφερθέντα α) παραβίασεν ευθέως την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ.296 ΑΚ και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε (σύμφωνα με τα άρθρα 223 και 525 & & 2 και 3 ΚΠολΔ) απαράδεκτα τα αιτήματα για ανατοκισµό, που είχαν υποβληθεί µε τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης, και για περαιτέρω ανατοκισµό που υποβλήθηκε µε τις προτάσεις τους κατά την συζήτηση στο Εφετείο. Εποµένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιµος ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης κατ' αµφότερα τα σκέλη του. Μετά από αυτά, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το μέρος και τη διάταξη της, με την οποία υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους α) τους τόκους επί των τόκων για τις κύριες αξιώσεις τους από την επίδοση της αγωγής µέχρι την συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 9-1-2003, µε τους νόµιµους, έκτοτε (9-1-2003), τόκους και β) τους τόκους επί των τόκων για τις ίδιες κύριες αξιώσεις τους από την συζήτηση της αγωγής (9-1-2003) µέχρι την συζήτηση της έφεσης (15-3-2005), µε τον νόµιµο τόκο από 15-3-2005, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει, να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας των (άρθρ. 183, και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, τη με αριθμό 3618/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για την γένεση της αξίωσης για τόκους τόκων απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων και το αίτημα για την καταβολή των ως άνω τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κύριας απαίτησης, ώστε να δύναται να υποβληθεί για πρώτη φορά με τις προτάσεις, είτε στην πρωτοβάθμια είτε στην κατ' έφεση δίκη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1831/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Τ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαρσέλλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK Α.Ε", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Χαρμπαλή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5975/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5239/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείων με την από 21.07.2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Παράνομη συμπεριφορά, που κατά το άρθρο 914 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά προεχόντως κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 13/2004). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του Κ.Πολ.Δικ. η νομιμοποίηση της αγωγής, που αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, συντελείται όταν κατά τον εφαρμοστέο, με τα προβαλλόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι φορέας του ασκούμενου δικαιώματος ο ενάγων, η δε εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις νομιμοποιήσεως της αγωγής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (Α.Π. 536/82) και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Α.Π. 182/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 25-2-2002 αγωγής του αναιρεσείοντος, την οποία άσκησε ως μέλος (με τη θυγατέρα του Π. Τ.) της επίσης συνενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας "Μ. Τ. και Συνεργάτες Ο.Ε." (ήδη μη διαδίκων) εκτίθενται στην αγωγή αυτή, σύμφωνα και με τις παραδοχές του Εφετείου, τα ακόλουθα: Κατά τις αρχές του έτους 2000 η πρώτη ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία, στα πλαίσια του εταιρικού σκοπού της για επένδυση στην αγορά νέας τεχνολογίας ηλεκτρονικών υπολογιστών προς χρήση των συνεργατών της, απευθύνθηκε για χρηματοδότησή της από την αναιρεσίβλητη-εναγόμενη τράπεζα με ποσό 30.000.000 δραχμών, με προσφερόμενη εμπράγματη ασφάλεια το 1/2 εξ αδιαιρέτου των αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών του αναιρεσείοντος, τις οποίες ο τελευταίος είχε επίσης δώσει τη συγκατάθεσή του να εγγραφεί επ' αυτών προσημείωση υποθήκης υπέρ της αναιρεσίβλητης με τις 17439/1990, 19241/1991 και 8.155/1995 αποφάσεις του Μον. Πρωτ. Αθηνών για δάνεια, ποσών 30.000.000, 15.000.000 και 85.000.000 δραχμών αντιστοίχως, που είχε αυτή χορηγήσει στην ανώνυμη εταιρία ΞΗΡΟΦΡΟΥΤ ΑΕ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΡΠΩΝ, και τα οποία είχαν εξοφληθεί κατά τις αρχές του έτους 2000, ο δε αναιρεσείων (με τη συγκύρια των ακινήτων του σύζυγό του) ζητούσαν από την αναιρεσίβλητη να εξαλείψει τις προσημειώσεις υποθηκών προκειμένου να προσφέρουν τα ακίνητα προς ασφάλεια του νέου προς την ομόρρυθμη εταιρία δανείου των 30.000.000 δραχμών. Η αναιρεσίβλητη, στις 25-1-2000 συνήψε με την ομόρρυθμη εταιρία την 2586/25-1-2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, για αρχικό κεφάλαιο 5.000.000 δραχμών, υποσχόμενη ταχεία εξάλειψη των προσημειώσεων, ώστε να αυξηθεί το ποσό του δανείου στο απαιτούμενο για την πραγματοποίηση της επένδυσης ύψος (30.000.000 δρχ.), αλλά στη συνέχεια εξάρτησε την εξάλειψη των προσημειώσεων από την προηγούμενη εξόφληση και του νέου δανείου των 5.000.000 δραχμών, το οποίο δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει αμέσως η οφειλέτιδα εταιρία (με τα ομόρρυθμα μέλη της), η δε αναιρεσίβλητη δεν συνήνεσε στην πρότασή τους να το εξοφλήσουν εντός τριμήνου με χρηματοδότησή τους από άλλη τράπεζα, αλλά ζήτησε την εντός 10ημέρου εξόφληση του νέου δανείου και παρά την προσωρινή υπαναχώρησή της, ενόψει συζητούμενης τότε αιτήσεως του αναιρεσείοντος για ανάκληση των αποφάσεων εγγραφής προσημειώσεων υποθήκης στα ακίνητά του, για την οποία αίτηση με αίτημα της αναιρεσίβλητης δόθηκε αναβολή, πριν από τη νέα δικάσιμο με δόλο προέβη σε καταγγελία της δανειακής σύμβασης και με αίτησή της εκδόθηκε για το ποσό του δανείου (5.198.176 δρχ.) η 1379/8-3-2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με σύγχρονη διατήρηση των προσημειώσεων στα ακίνητα του αναιρεσείοντος και συνακόλουθη αδυναμία εκμετάλλευσης τούτων για την άντληση κεφαλαίων προς ικανοποίηση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης, ενόψει και της καταγραφής του αναιρεσείοντος στο σύστημα αναξιόχρεων οφειλετών ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Με βάση τη διαταγή πληρωμής και με επιμέλεια πάντοτε του τότε Δ/ντή του 347 κατ/τος της αναιρεσίβλητης (Γ.) επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση και ακολούθως διενεργήθηκε πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας του αναιρεσείοντος, κατακυρώθηκαν δε αυτά υπέρ του πλειοδότη Γ. Γ. αντί του ποσού των 11.017.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να υποστεί ο αναιρεσείων, με την ιδιότητά του ως ομόρρυθμο μέλος της οφειλέτιδας (του δανείου) εταιρίας, λόγω της παράνομης και υπαίτιας (αδικοπρακτικής) συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, για ζημίες οφειλόμενες στην καθυστέρηση υλοποίησης της προγραμματισμένης επένδυσης, ποσού 265.566 ευρώ και για μείωση της επαγγελματικής τους πίστης ποσού 733.676 ευρώ, το ίδιο δε ποσό και για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης (φερόμενα ως εις ολόκληρον οφειλόμενα τα ποσά αυτά και στις δύο λοιπές συνενάγουσες), λόγω δε απώλειας της συγκυριότητάς του στα πλειστηριασθέντα ακίνητα ισόποση με την αγοραία αξία τους ζημία (102.715 ευρώ). Υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά της αγωγής και ως προς τα προσβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα κεφάλαια της (αιτήματα), που συνδέονται με τη ματαίωση της δανειοδότησης από την αναιρεσίβλητη της ομόρρυθμης εταιρίας, της οποίας ήταν μέλος ο αναιρεσείων, φορέας του δικαιώματος αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης μπορούσε να είναι μόνον η φερόμενη ως αμέσως ζημιωθείσα ομόρρυθμη εταιρία, ενώ ο αναιρεσείων, ως ομόρρυθμο μέλος αυτής, εφέρετο μόνον ως εμμέσως ζημιωθείς, μη νομιμοποιούμενος ενεργητικά, (άρθρο 68 ΚΠολΔ), όπως ορθώς έκρινε το Εφετείο. Όσον αφορά δε το αγωγικό αίτημα αποζημίωσης του αναιρεσείοντος ατομικώς, λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος διενέργειας πλειστηριασμού στα ακίνητά του, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν παρίσταται ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, ποσού 5.000.000 δραχμών, από την αναιρεσίβλητη πιστοδότρια τράπεζα προς την πιστούχο ομόρρυθμη εταιρία του αναιρεσείοντος, διότι δεν αναφέρεται, αν για το ανωτέρω ποσό προσφέρθηκε ο αναιρεσείων να χορηγήσει εμπράγματη ασφάλεια στα ακίνητά του για να αποτρέψει την καταγγελία της νέας δανειακής σύμβασης από την αναιρεσίβλητη και ποιο ήταν το έννομο συμφέρον του, που εξαρτούσε από τη διατήρηση της συγκεκριμένης αυτής σύμβασης μέχρι την απόσβεση της από αυτή οφειλής με καταβολή του ποσού κατόπιν σύναψης νέου δανείου από άλλη τράπεζα, εφόσον η αναιρεσίβλητη φέρεται ότι δεν συναινούσε στο προσδιοριζόμενο από τον αναιρεσείοντα ύψος του αλληλόχρεου λογαριασμού (μέχρι 30.000.000 δραχμών). Επομένως το Εφετείο, το οποίο απέρριψε και αυτό το αγωγικό αίτημα με παρεμφερή αιτιολογία, η οποία, όπως συμπληρώνεται ανωτέρω, δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της αποφάσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ), ορθώς έκρινε και δεν παραβίασε με την ανωτέρω κρίση του τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 22 του ΕΝ 281, 914, 297-298, 346 ΑΚ, ο δε αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, όπως επίσης αβάσιμος είναι, υπό τα ανωτέρω περιστατικά, και ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους έκρινε απορριπτέους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2010 αίτηση του Μ. Α. Τ. για αναίρεση της 5239/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 68 Κ.Πολ.Δικ. Η νομιμοποίηση της αγωγής προϋποθέτει ότι είναι φορέας του ασκούμενου ουσιαστικού δικαιώματος με βάση τον προσήκοντα κανόνα δικαίου ο ενάγων. Δεν νομιμοποιείται ομόρρυθμος εταίρος για ζημίες της ομόρρυθμης εταιρίας.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1832/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 1635/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαρτίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 481/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 § 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή αθροιστικώς ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχειρήσεως, εκμεταλλεύσεως ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, εξ αιτίας της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του Α.Ν. 690/1945, στερείται της ως άνω αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ1 αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από τον νόμο ή από το έθιμο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 321 παρ.1 και 4 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το κλητήριο θέσπισμα που επιδίδεται στον κατηγορούμενο πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων και τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία αυτός κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, η μη τήρηση δε της ανωτέρω διατάξεως επάγεται ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία, αν δεν καλυφθεί κατά τα άρθρα ...3 και ...4 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος για παράβαση της προαναφερόμενης διατάξεως του Α.Ν. 690/1945, αρκεί να αναφέρεται το οφειλόμενο στον εργαζόμενο ποσό και δεν απαιτείται η αναφορά και των λοιπών στοιχείων που απαιτούνται για την αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στην αποδεικτική διαδικασία.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και με την προσβαλλόμενη 1635/ 2010 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για παράβαση του ΑΝ. 90/1945, δεχόμενο ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, στα ..., κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 2008 με πρόθεση παρέβηκε τις διατάξεις του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, με τις οποίες κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή εκπρόσωπος επιχείρησης που δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στον απασχολούμενο σ' αυτόν αντί μισθού ή ημερομισθίου, τις οφειλόμενες αποδοχές ή χορηγίες, οι οποίες καθορίζονται από τη σύμβαση εργασίας ή την υπαλληλική σύμβαση ή την συλλογική σύμβαση εργασίας ή τις διοικητικές πράξεις ή το νόμο ή έθιμο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 μήνες και χρηματική ποινή" και συγκεκριμένα με την ιδιότητα του εργοδότη ως υπευθύνου της εδρεύουσας στο ...° χιλιόμετρο Τρικάλων Καρδίτσας επιχείρησης με την επωνυμία "Α. Π. Π." Εκκοκκιστήρια Βάμβακος - Σπορελαιουργεία, αν και απασχόλησε τους παρακάτω αναφερόμενους εργαζομένους, ως προσωπικό της επιχείρησης, με συμβάσεις εργασίας κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, ήτοι συνολικά το χρηματικό ποσό των 53.522,90 ευρώ καθαρά και Μάρτιο και Απρίλιο, δεν κατέβαλε τους μισθούς και την οφειλή για το δώρο Πάσχα έτους 2008, ήτοι συνολικά το χρηματικό ποσό των 88.082,53 ευρώ μικτά, όπως αναλυτικά αναφέρονται παρακάτω: (ακολουθεί πίνακας, στον οποίο αναφέρονται αναλυτικά οι εργαζόμενοι οι ειδικότητες τους και οι αποδοχές καθενός και τα συνολικά οφειλόμενα ποσά). Επίσης, ο κατηγορούμενος τέλεσε την παραπάνω πράξη για τις απαιτήσεις του 25ου μηνυτού του, ότι κατ' εξακολούθηση, στα ..., κατά τον μήνα Ιανουάριο, του έτους 2008, με πρόθεση παρέβηκε τις διατάξεις του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, με τις οποίες "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή εκπρόσωπος επιχείρησης που δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στον απασχολούμενο σ' αυτόν αντί μισθού ή ημερομισθίου τις οφειλόμενες αποδοχές ή χορηγίες, οι οποίες καθορίζονται από τη σύμβαση εργασίας ή την υπαλληλική σύμβαση ή τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή τις διοικητικές πράξεις ή το νόμο ή έθιμο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 μήνες και χρηματική ποινή" και συγκεκριμένα με την ιδιότητα του εργοδότη ως υπευθύνου της εδρεύουσας στο ...° χιλιόμετρο Τρικάλων Καρδίτσας επιχείρησης με την επωνυμία "Α. Π. Π." Εκκοκκιστήρια Βάμβακος-Σπορελαιουργεία, αν και απασχόλησε τον παρακάτω αναφερόμενο εργαζόμενο, ως προσωπικό της επιχείρησης, κατά τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2008, δεν κατέβαλε συνολικά το χρηματικό ποσό των 878,46 ευρώ καθαρά, όπως αναλυτικά αναφέρεται παρακάτω" (ακολουθεί πίνακας). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη του 25ου μηνυτή και να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β του Π.Κ., ενόψει του ότι στην πράξη του αυτή ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια". Ακολούθως στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση τέλεσε εγκλήματα στα ..., κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 2008, με πρόθεση παρέβηκε τις διατάξεις του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, με τις οποίες κάθε εργοδότης ή Διευθυντής ή Εκπρόσωπος Επιχείρησης που δεν καταβάλει εμπρόθεσμα στον απασχολούμενο, σ' αυτόν αντί μισθού ή ημερομισθίου, τις οφειλόμενες αποδοχές ή χορηγίες, οι οποίες καθορίζονται από την σύμβαση εργασίας ή την υπαλληλική σύμβαση ή την συλλογική σύμβαση εργασίας ή τις διοικητικές πράξεις ή τον νόμο ή έθιμο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 μήνες και χρηματική ποινή και συγκεκριμένα με την ιδιότητα του εργοδότη ως υπευθύνου της εδρεύουσας στο ...° χλμ. Τρικάλων Καρδίτσας επιχείρησης με την επωνυμία "Α. Π. Π." Εκκοκκιστήρια Βάμβακος-Σπορελαιουργεία, αν και απασχόλησε τους παρακάτω αναφερομένους εργαζομένους, ως προσωπικό της επιχείρησης, με συμβάσεις εργασίας, κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, ήτοι συνολικά το χρηματικό ποσό των 53.522,90 ευρώ καθαρά και Μάρτιο και Απρίλιο, δεν κατέβαλε τους μισθούς και την οφειλή για το δώρο Πάσχα έτους 2008, ήτοι συνολικά το χρηματικό ποσό των 88.082,53 ευρώ μικτά, όπως αναλυτικά αναφέρεται παρακάτω: (έπεται πίνακας με τα ονοματεπώνυμα των εργαζομένων, τις ειδικότητες τους και τις προς αυτούς οφειλές).
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο για τις απαιτήσεις του 25ου μηνυτού του ότι, κατ' εξακολούθηση, στα ..., κατά τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2008, με πρόθεση παρέβηκε τις διατάξεις του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945 με τις οποίες "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή εκπρόσωπος επιχείρησης που δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στον απασχολούμενο σ' αυτόν αντί μισθού ή ημερομισθίου, τις οφειλόμενες αποδοχές ή χορηγίες, οι οποίες καθορίζονται από τη σύμβαση εργασίας ή την υπαλληλική σύμβαση ή τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή τις διοικητικές πράξεις ή έθιμο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 μήνες και χρηματική ποινή" και συγκεκριμένα με την ιδιότητα του εργοδότη ως υπευθύνου της εδρεύουσας στο ...° χλμ. Τρικάλων Καρδίτσας επιχείρησης με την επωνυμία "Α. Π. Π." Εκκοκκιστήρια Βάμβακος-Σπορελαιουργεία, αν και απασχόλησε τον παρακάτω αναφερόμενο εργαζόμενο, ως προσωπικό της επιχείρησης, κατά τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2008, δεν κατέβαλε συνολικά το χρηματικό ποσό των 878,46 ευρώ καθαρά, όπως αναλυτικά αναφέρεται παρακάτω: (ακολουθεί σχετικός πίνακας). Με αυτές τις παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι η από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επιβαλλομένη. Συγκεκριμένα γίνεται δεκτό με την απόφαση ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο ποινικά υπεύθυνος της παραπάνω αναφερόμενης εργοδότριας εταιρείας, η οποία όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 6 Μαΐου 2008 δηλώσεως της επιχειρήσεως που συνόδευε τη μήνυση της Επιθεωρήσεως Εργασίας, είναι ανώνυμη εταιρεία, της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο αναιρεσείων. Όμως, η παραπάνω ανώνυμη εταιρεία κατά τον νόμο (άρθρο 18 του Ν. 2190/1920) εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικώς, χωρίς στην απόφαση να διευκρινίζεται αν αυτός (κατηγορούμενος - αναιρεσείων), σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας ή με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου είχε εξουσία εκπροσωπήσεώς της και συνεπώς την ποινική ευθύνη για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων στους εργαζομένους στην εταιρεία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το κλητήριο θέσπισμα, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και περιεχόμενο του προαναφερθέντος διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι κατά τα άνω αναγκαία για την εγκυρότητα του και ειδικότερα περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, καθώς και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που αφορά σε σχετική ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 του ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 1635/10 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση ΑΝ 690/1945. Στοιχεία του εγκλήματος. Στοιχεία που απαιτούνται για την αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως. Αναιρείται η απόφαση και παραπέμπεται η υπόθεση για νέα συζήτηση.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1832/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Φίλιο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πολιτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.1.2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 212/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23.6.2010 αίτησή της και των από 27.9.2011 προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητα του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή. Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περίθαλψης και οικονομικής ενίσχυσης, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η καταφρόνησή του με λόγο και έργο. Η αδιαφορία προς τον έχοντα ανάγκη περίθαλψης δωρητή από το δωρεοδόχο είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα και παρέχεται γι'αυτό δικαίωμα στο δωρητή να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση. Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς και η αξία του αντικειμένου της, όπως και ο τρόπος ενέργειας και ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενού συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της έλλειψης ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή (Α.Π. 109/2010, 1361/2007, 497/1977). Κατά δε το άρθρο 509 του Α.Κ. η μονομερής και απευθυντέα δήλωση του δωρητή για ανάκληση της δωρεάς, η οποία είναι άτυπη και όταν αφορά ακίνητο, πρέπει να αναφέρει το παράπτωμα του δωρεοδόχου και επί αμφισβητήσεως από αυτόν τηw αλήθειας του λόγου ανακλήσεως της δωρεάς αποφασίζει το δικαστήριο (Α.Π. 457/1988). Περαιτέρω κατά το άρθρο 512 ΑΚ "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση. Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ' αυτή από τους συμβαλλομένους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από τα περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα (Α.Π. 1060/1981, 530/1991). Έτσι μόνες οι δηλώσεις στο συμβόλαιο της δωρεάς για παραίτηση του δωρητή από το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς και αναγνώρισή του ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον δεν είναι ικανές να αποτυπώσουν το νομικό χαρακτήρα της δωρεάς ή να παράσχουν πλήρη ως προς αυτόν το χαρακτήρα απόδειξη, ώστε να αποκλείεται να διαταχθεί εμμάρτυρη απόδειξη, ως τάχα αντίθετη με το περιεχόμενο δημόσιου εγγράφου (Α.Π. 128/1979, 968/2001). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν αυτές οι προϋποθέσεις ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή με εσφαλμένη ερμηνεία του, η παραβίαση δε κρίνεται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στη αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της αλήθειας του λόγου ανακλήσεως δωρεάς της προς την αναιρεσείουσα λόγω αχαριστίας της, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα με το .../30.8.1996 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Χανίων Μαρίας Κλωνιζάκη-Κατσούλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, δώρισε στην εναγομένη ανεψιά της, την ψιλή κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού Γαλατάς του Δήμου Ν. Κυδωνιάς Χανίων, στη θέση "Πηγάδια", έκτασης 21.810 τ.μ., που περιέχει ενενήντα έξι (96) ελαιόδεντρα, χίλιες (1000) πορτοκαλιές και μία ισόγεια παλαιά αγροικία, εμβαδού 100 τ.μ. με τη στήλη αέρος αυτής απεριόριστα σε ύψος, όπως αυτό κατά τα λοιπά περιγράφεται κατά σύνορα στο παραπάνω συμβόλαιο. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην ενάγουσα με βάση την 1826/79 απόφαση της Διεύθυνσης Γεωργίας του Ν. Χανίων, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Κατά τα αναφερόμενα δε στο πιο πάνω δωρητήριο, η ενάγουσα προέβη στην εν λόγω δωρεά εν ζωή ψιλής κυριότητας σε ένδειξη στοργής και αγάπης παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία. Κατά την κατάρτιση της δωρεάς, η ενάγουσα ήταν άγαμη και άτεκνη, ηλικίας 68 ετών περίπου, διέμενε μόνιμα με τον αδερφό της και πατέρα της εναγομένης, Π. Π., στην κατοικία που υπήρχε μέσα στο παραπάνω κτήμα, το οποίο και καλλιεργούσε. Η εναγομένη είναι κόρη του πιο πάνω αδελφού της και κατά το χρόνο εκείνο ήταν 17 χρόνων, μαθήτρια λυκείου και διέμενε μόνιμα στην Αθήνα με τη μητέρα της Ε. Π.. Κατά το διάστημα εκείνο είχαν αναπτύξει στενή σχέση και έτρεφαν ιδιαίτερα αισθήματα αγάπης μεταξύ τους αποκαλώντας μεταξύ τους "μάνα" και "κόρη". Η εναγομένη επισκεπτόταν την ενάγουσα στην Κρήτη από νεαρή ηλικία συχνά κατά τους θερινούς μήνες διαμένοντας μαζί της στην πιο πάνω οικία. Με το .../21.10.2004 συμβόλαιο της πιο πάνω συμβολαιογράφου η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας επί του πιο πάνω ακινήτου υπέρ της εναγομένης ανεψιάς της, με αποτέλεσμα η τελευταία να καταστεί αποκλειστική κυρία αυτού. Η ενάγουσα προέβη στη σύνταξη του πιο πάνω συμβολαίου αφενός μεν λόγω της ιδιαίτερης σχέσης της με την εναγομένη αφετέρου δε λόγω της επιθυμίας της για αγορά διαμερίσματος στην Αθήνα από την εναγόμενη. Η τελευταία μάλιστα παρείχε και διαβεβαιώσεις στην ενάγουσα ότι αυτή θα εξακολουθήσει να διαμένει με τον πατέρα της στην πιο πάνω οικία, να εκμεταλλεύεται την παραγωγή των καλλιεργειών (πορτοκαλιών και ελαιοδένδρων) και να εισπράττει το τίμημα από την πώληση των προϊόντων για την κάλυψη των αναγκών τους, παρέχοντας σ'αυτούς τη φροντίδα της στο μέλλον, δοθέντος μάλιστα, ότι η ενάγουσα δεν κατείχε άλλο προσοδοφόρο περιουσιακό στοιχείο. Η ενάγουσα συνέχισε πράγματι να κατοικεί με τον αδελφό της στην πιο πάνω οικία και να εκμεταλλεύεται το κτήμα, το οποίο καλλιεργούσε με την βοήθεια τρίτων συλλέγοντας τους καρπούς από ενενήντα έξι (96) ελαιόδεντρα και χίλιες (1000) πορτοκαλιές και διαπραγματευόμενη με τρίτους την πώληση της επί πλέον της παρακρατηθείσας για τις οικιακές ανάγκες της ποσότητας ελαιολάδου, καθώς και την ετήσια σοδειά των πορτοκαλιών εισπράττοντας το τίμημα για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών της ιδίας και του αδελφού της. Η ενάγουσα συνέχισε να στηρίζει ηθικά και οικονομικά την εναγομένη, που σπούδαζε την εποχή εκείνη σε πανεπιστήμιο στην Ιταλία καταθέτοντας σε τραπεζικό λογαριασμό το μεγαλύτερο τμήμα των εσόδων της. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του έτους 2006, οπότε αρχίζει περίοδος διαπραγμάτευσης της πώλησης της σοδειάς των πορτοκαλιών του πιο πάνω κτήματος. Ωστόσο, η εναγομένη φάνηκε αχάριστη απέναντι στην ενάγουσα θεία της, επιδεικνύοντας συμπεριφορά που κάθε άλλο παρά ευγνωμοσύνη έδειχνε. Συγκεκριμένα η εναγομένη επισκέφτηκε στις 7-1-2006 την ενάγουσα στο Γαλατά Χανίων με τη συνοδεία της αδελφής της μητέρας της και θείας της, Α. Τ., προκειμένου να της ανακοινώσει τον επικείμενο εντός σαράντα ημερών γάμο της με το Γ. Α.. Στη συνάντηση εκείνη η εναγομένη ανέφερε στην ενάγουσα ότι, λόγω του επικείμενου γάμου της, αντιμετώπιζε αυξημένες οικονομικές ανάγκες, θα εισέπραττε η ίδια το τίμημα από τη σοδειά των πορτοκαλιών εκείνης της χρονιάς και ότι για το λόγο αυτό σκόπευε να προβεί σε διαπραγματεύσεις με έμπορο. Η ενάγουσα αιφνιδιάστηκε στην πιο πάνω είδηση του γάμου και εκδήλωσε τη στεναχώρια της στην εναγομένη, γιατί αυτή, παρότι η ενάγουσα την αντιμετώπιζε σαν πραγματική κόρη της δεν της είχε ανακοινώσει ένα τόσο σημαντικό γεγονός σε προγενέστερο χρόνο αλλά μόλις σαράντα ημέρες πριν το γάμο, που ήδη είχε προγραμματιστεί, δοθέντος μάλιστα ότι η εναγομένη είχε τελέσει εν αγνοία της προ διετίας πολιτικό γάμο. Επίσης η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη ότι αυτοπροσώπως η ίδια ως προς τη σοδειά των πορτοκαλιών εκείνης τη χρονιάς (2006), όπως και τα προηγούμενα χρόνια, την είχε ήδη διαπραγματευθεί και πωλήσει στον έμπορο Κ., εισπράττοντας μάλιστα το ποσό των 3.500 ευρώ ως προκαταβολή και μέρος του συνολικού τιμήματος το έδωσε στον ανεψιό της, Α. Π., προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει για την ανέγερση της οικίας του στο Γαλατά Χανίων. Η εναγομένη αντέδρασε στα πιο πάνω λεχθέντα από την ενάγουσα απαιτώντας από αυτή να ακυρώσει την πιο πάνω συμφωνία πώλησης επιστρέφοντας την προκαταβολή. Η ενάγουσα αρνήθηκε να ακυρώσει τη συμφωνία πώλησης, γιατί θα θιγόταν η αξιοπρέπεια της με την αθέτηση της υπόσχεσης στον παραπάνω έμπορο. Κατά το πιο πάνω επεισόδιο ήταν παρών ο αδελφός της ενάγουσας και πατέρας της εναγομένης, η οποία χάνοντας τη ψυχραιμία της άρχισε να βρίζει την ενάγουσα με τις φράσεις "πουτάνα", "άντε γαμήσου" και "να φύγεις από το σπίτι και να μη σε ξαναδώ μπροστά μου", προσβάλλοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή της και επιδεικνύοντας αχάριστη συμπεριφορά προς το πρόσωπο της δωρήτριας της. Η ενάγουσα προσβεβλημένη και εξαιτίας της πιο πάνω συμπεριφοράς της εναγομένης αναγκάστηκε το ίδιο βράδυ να αποχωρήσει από το σπίτι και να διαμένει για το χρονικό διάστημα της μίας βδομάδας περίπου παραμονής της εναγομένης στην οικία σε αποθηκευτικό χώρο παρακείμενο της οικίας της κάτω από άθλιες συνθήκες. Η εναγομένη αδιαφορώντας καθόλο το διάστημα παραμονής της για την κατάσταση της ενάγουσας και αψηφώντας την επιθυμία της ακύρωσε τη συμφωνία πώλησης της σοδειάς των πορτοκαλιών επικαλούμενη στον πιο πάνω έμπορο με την επίδειξη του συμβολαίου ότι είναι αποκλειστική κυρία του ακινήτου. Στη συνέχεια στις 14-1-2006 σε επαφή που είχε με τον έμπορο Λ. διαπραγματεύτηκε την πώληση των πορτοκαλιών, εισπράττοντας ως προκαταβολή το ποσό των 1.500 ευρώ και λαμβάνοντας για το υπόλοιπο ποσό επιταγή ύψους 9.000 ευρώ. Μετά την κατάρτιση της παραπάνω συμφωνίας η εναγομένη αναχώρησε με τη θεία της Α. Τ. για την Αθήνα, ενώ άρχισε η συλλογή των καρπών από τον πιο πάνω έμπορο. Καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα η εναγομένη δεν προέβη σε κάποια ενέργεια αποκατάστασης των σχέσεων της με την ενάγουσα θεία της, ούτε επέδειξε μεταμέλεια απέναντί της ζητώντας της συγνώμη. Αντίθετα αυτή επανήλθε στην Κρήτη με το σύζυγο της για την επιβεβαίωση και μόνο της υλοποίησης της συλλογής της σοδειάς πορτοκαλιών από τον πιο πάνω έμπορο. Τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας και δεν αναιρούνται από τις περιέχουσας αοριστίες καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης. Εξαιτίας της πιο πάνω αχάριστης συμπεριφοράς της εναγομένης η ενάγουσα με την .../18.1.2006 συμβολαιογραφική πράξη ανάκλησης δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Χανίων Μαρίας Κλωνιζάκη-Κατσούλη, της οποίας αντίγραφο επιδόθηκε στην εναγομένη στις 23.1Κ2006 και έλαβε γνώση αυθημερόν (βλ. την 8017Ε/23.1.2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων ...) ανακάλεσε τη συσταθείσα με τα πιο πάνω συμβόλαια της ιδίας συμβολαιογράφου δωρεά. Η ανάκληση αυτή έγινε μέσα στην προβλεπόμενη ετήσια αποσβεστική προθεσμία, που ορίζεται στο άρθρο 510 ΑΚ, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας. Στην πιο πάνω συμβολαιογραφική πράξη ανάκλησης η ενάγουσα επικαλείται ως λόγο ανάκλησης την αχαριστία και αντικοινωνική συμπεριφορά που επέδειξε η εναγομένη στο πρόσωπο της εξυβρίζοντας χυδαιότατα και ζητώντας να εγκαταλείψει την οικία της. Από τα πιο πάνω αποδειχθέντα η εναγομένη επέδειξε προσβλητική συμπεριφορά προς το πρόσωπο της ενάγουσας, η οποία την εμπιστεύτηκε και μάλιστα στις διαβεβαιώσεις της για επίδειξη στο μέλλον φροντίδας τόσο στην ίδια όσο και στον πατέρα της, στηρίζοντας αυτήν για πολλά χρόνια ηθικά και οικονομικά ακόμα και όταν σπούδαζε την Ιταλία χωρίς να επιδείξει οποιαδήποτε άσχημη συμπεριφορά στο παρελθόν προς αυτήν. Η πιο πάνω συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά βαρύ παράπτωμα, που είναι αποδοκιμαστέα και αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς την ενάγουσα - δωρήτρια, διότι αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και στοιχειοθετεί αντικειμενικά την αχαριστία, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς εν ζωή, χωρίς να συντρέχει στο πρόσωπο της ενάγουσας οποιοδήποτε συντρέχον πταίσμα στην πρόκληση της άδικης εκ μέρους της εναγομένης συμπεριφοράς που να συνεπάγεται αποκλεισμό της αχαριστίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε τα ίδια απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της εκκαλούσας περί συντρέχοντος πταίσματος ορθώς έκρινε αν και με διαφορετική αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού και επομένως οι σχετικοί συναφείς λόγοι της έφεσης και πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι η ένδικη σύμβαση δωρεάς έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας της ενάγουσας δωρήτριας προς την εναγομένη ανιψιά της. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύονται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι η εναγομένη παρείχε κάποια ιδιαίτερη φροντίδα στη δωρήτρια πριν από τη σύναψη της δωρεάς. Εξάλλου η ενάγουσα κατά το χρόνο της δωρεάς διήγαγε ήδη το 68° έτος της ηλικίας της ενώ κατά το χρόνο της παραίτησης της από την επικαρπία το 76° έτος της ηλικίας της και το πιο πάνω ακίνητο, στο οποίο διέμενε μόνιμα με τον αδερφό της Π. Π., είναι και το μοναδικό προσοδοφόρο περιουσιακό της ακίνητο, από την εκμετάλλευση του οποίου κάλυπτε τις ανάγκες διαβίωσης τόσο της ίδιας όσο και του αδελφού της και πατέρα της εναγομένης. Ενώ η εναγομένη κατά το χρόνο της κατάρτισης της πιο πάνω δωρεάς της ψιλής κυριότητας του ακινήτου ήταν μόλις 17 χρόνων και κατά το χρόνο της παραίτησης από την επικαρπία υπέρ αυτής ήταν 25 χρόνων και σπούδαζε σε πανεπιστήμιο στην Ιταλία. Έτσι δεν ήταν εφικτό να έχει μεσολαβήσει η παροχή φροντίδας, περιποιήσεων ή περίθαλψης της εναγομένης προς την ενάγουσα ή κάποια άλλη συμπεριφορά της πρώτης που θα καθιστούσε επιβεβλημένο κατά τις επιταγές της ηθικής την υπό κρίση δωρεά εν ζωή προς την εναγομένη του μόνου περιουσιακού στοιχείου της, από το οποίο και μόνο θα μπορούσε να συντηρείται σε μεγάλη ηλικία και αυτή δεν είχε κανένα άλλο λόγο να προβεί στην επίδικη δωρεά παρά μόνο στηριζόμενη στη ρητή διαβεβαίωση της εναγομένης περί παροχής σ' αυτήν φροντίδας στα γεράματα της. Μόνη δε η αναγραφή στο δωρητήριο συμβόλαιο ότι η ενάγουσα παραιτείται από κάθε δικαίωμα της για ανάκληση της δωρεάς για κάθε λόγο και αιτία, γιατί αναγνωρίζει πως γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ευπρέπεια, δεν ασκεί νομική επιρροή, κατά τα προαναφερθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσας και δεν είναι ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση ότι η εν λόγω δωρεά εν ζωή έγινε πράγματι από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ευπρέπεια, καθόσον τούτο θα σήμαινε υπέρμετρη δέσμευση της ενάγουσας, καθόσον θα απέκλειε τη δυνατότητα ανάκλησης της δωρεάς από μέρους της. Σημειώνεται δε ότι, προκαταβολική παραίτηση από το δικαίωμα της ανάκλησης δεν ισχύει κατ' άρθρο 511 ΑΚ. Ενόψει αυτών το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων με τα πιο πάνω δωρητήρια συμβόλαια εν ζωή και τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα πριν τη σύναψη της σύμβασης, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση της δωρήτριας, την κοινωνική της θέση και τις προσωπικές της σχέσεις με τη δωρεοδόχο, κρίνει ότι η εν λόγω δωρεά έγινε από την ενάγουσα χωρίς να υπάρχει εκ μέρους της ιδιαίτερο ηθικό καθήκον καθώς η εν λόγω δωρεά, αντικειμενικά, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις και άσχετα από τα ελατήρια που ώθησαν τη δωρήτρια, δεν αποδεικνύεται ως επιβεβλημένη από τις επιταγές της ηθικής, ούτε ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της κοινής γνώμης". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τους προβληθέντες με την έφεση της αναιρεσείουσας ισχυρισμούς της, αφενός μεν για έλλειψη υπαιτιότητάς της, άλλως ύπαρξη συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας ως προς το συγκροτούν το λόγο αχαριστίας παράπτωμα, αφετέρου δε για το μη ανακλητό της δωρεάς, ως γενόμενης από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας της δωρήτριας προς τη δωρεοδόχο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 505 και 512 του ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα αναφέρεται: 1) Η σύναψη της επίμαχης δωρεάς ακινήτου μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εξ αίματος (3ου βαθμού) συγγένειας αυτών και της συνοίκησης της δωρήτριας με τον αδελφό της και πατέρα της δωρεοδόχου, διαζευγμένο προ πολλού από τη μητέρα της και με προβλήματα υγείας, όχι δε από ιδιαίτερο προς αυτή ηθικό καθήκον, αφού η ίδια η αναιρεσείουσα μόνον ωφελήματα οικονομικά άντλησε από τη συγγενική σχέση της με τη δωρήτρια πριν και μετά την κατάρτιση της δωρεάς και μέχρι την ανάκλησή της, ούτε επίσης από λόγους ευπρέπειας, αφού σύμφωνα με τις κοινωνικές συνήθειες και απαιτήσεις της κοινής γνώμης, δεν υπαγορευόταν ως επιβεβλημένη η προς την αναιρεσείουσα δωρεά του μοναδικού προσοδοφόρου για τη δωρήτρια και αναγκαίου για τη συντήρησή της περιουσιακού της στοιχείου. 2) Η αδικαιολόγητα προσβλητική και σκληρή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δωρεοδόχου προς την αναιρεσίβλητη δωρήτρια, την οποία αφενός μεν εξύβρισε βάναυσα, με ανοίκειους για την ηλικία, τη συγγενική σχέση και τη γενναιοδωρία της χαρακτηρισμούς, αφετέρου δε την εξεδίωξε από την μέχρι τότε χρησιμοποιούμενη για τη διαμονή της οικία του δωρηθέντος ακινήτου, υποχρεώνοντας αυτή να διαμένει για χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας, στο μέσον του χειμώνα (από 7-1-2006 έως 14-1-2006), σε αποθηκευτικό χώρο παρακείμενο της οικίας, υπό άθλιες συνθήκες, επειδή, αγνοώντας τον τελεσθέντα από την αναιρεσείουσα ανεψιά της προ διετίας πολιτικό γάμο της και τον επικείμενο θρησκευτικό γάμο της, είχε πωλήσει τους ασυγκόμιστους καρπούς του δωρηθέντος ακινήτου και εισπράξει μέρος του τιμήματος και ένα άλλο μέρος του το διέθεσε για τις στεγαστικές ανάγκες άλλου ανεψιού της, ενώ η συναλλακτική της ευθύτητα και εντιμότητα δεν της επέτρεπε να αθετήσει τη συμβατική υποχρέωσή της, όπως επίμονα απαιτούσε η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας τις αυξημένες οικονομικές ανάγκες για το γάμο της και αθετώντας τις προφορικές υποσχέσεις της κατά την υπέρ αυτής παραίτηση της αναιρεσίβλητης από την παρακρατηθείσα με τη δωρεά επικαρπία, ότι θα εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το δωρηθέν ακίνητο η δωρήτρια, όπως και πριν από την παραίτηση. 3) Η υπαγωγή της υπαίτιας και καταλογιστής στην αναιρεσείουσα ως άνω συμπεριφοράς της προς τη μη συνυπαίτια αναιρεσίβλητη δωρήτρια στην έννοια του βαρέως παραπτώματος, που συνιστά αχαριστία και αποτελεί νόμιμο λόγο ανάκλησης της δωρεάς τόσο ως προς την ψιλή κυριότητα, όσο και ως προς την επικαρπία του δωρηθέντος ακινήτου. Επομένως, οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος, έκτος και ένατος από το αναιρετήριο και ο πρώτος από το δικόγραφο προσθέτων λόγων εκ του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ όπως και πέμπτος και έβδομος από το αναιρετήριο και δεύτερος από το πρόσθετο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 561παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δικ. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ' είδος αναφερόμενα κατά νόμο επιτρεπτά (ΑΠ 544/2005, 190/1995) και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Α.Π. 1137/2001, 416/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα: 1) .../1962 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Ε. Κονταδάκη 2) επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αρ. .../46368 μερίδας της αναιρεσίβλητης στο Υποθηκοφυλακείο Χανίων και .../2005 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χανίων Β. Ορφανουδάκη, 3) 153/2006 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και 4) από 22-2-2006 εξώδικη διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας με αποδεικτικό επίδοσής της στην αναιρεσίβλητη. Ειδικότερα: 1) Ως προς το υπό στοιχείο 1 έγγραφο γίνεται και αλυσιτελής επίκλησή του, αφού συνδέεται με την απόδειξη ισχυρισμού (ενστάσεως) της αναιρεσείουσας από δικαίωμα τρίτου (του πατέρα της) σε μέρος του δωρηθέντος ακινήτου. 2) Ως προς τα υπό στοιχείο 2 έγγραφα, αναφορικά με ακίνητη περιουσία της αναιρεσίβλητης πέραν του δωρηθέντος, καθίσταται προφανές από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχεται την ύπαρξη τέτοιας περιουσίας, λιγότερο σημαντικής όμως από το δωρηθέν ακίνητο και απρόσοδης, 3) Τέλος τα αναφερόμενα ως κατατεθέντα από την αναιρεσίβλητη σε αντιδικία της με την αναιρεσείουσα κα στην εξώδικη διαμαρτυρία της τελευταίας ενισχύουν τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου για την εξακολουθητική και χωρίς ενδείξεις μεταμέλειας αχάριστη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως οι αντίθετοι τρίτος, τέταρτος και όγδοος, από το άρθρο 559 αρ.11γ του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2010 αίτηση με τους από 27-9-2011 πρόσθετους λόγους της Ε. Π. για αναίρεση της 212/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 505, 512 ΑΚ. Ανάκληση δωρεάς λόγω αχαριστίας. Έννοια αχαριστίας. Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας που δεν ανακαλούνται και έννοια αυτών. Δωρεά ακινήτου προσοδοφόρου με προφορική συμφωνία να έχει τις προσόδους του η δωρήτρια η οποία πώλησε τις ετήσιες προσόδους του και δεν υπέκυψε από λόγους ευπρέπειας στην αξίωση της δωρήτριας να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, διότι ήθελε να πωλήσει η τελευταία για δικό της λογαριασμό τους καρπούς του ακινήτου. Εκδίωξη της δωρεοδόχου από το σπίτι που διέμενε και εξαναγκασμός της να διαμείνει για μία εβδομάδα στο μέσο του χειμώνα σε αποθήκη υπό άθλιες συνθήκες. Ανάκληση δωρεάς λόγω αχαριστίας συντελέσθηκε εγκύρως από τη δωρήτρια. Δεν είχε χαρακτήρα δωρεάς από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Επαρκής αιτιολογία Εφετείου. Απορρίπτει λόγους αρ. 559 αρ.1, 19 και 11γ Κ.Πολ.Δικ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1833/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσαρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 187/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2005 μη οριστική, 290/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 277/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13.10.2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, όπως εκτιμάται, δεύτερου κατά το οικείο μέρος του και τρίτου από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση, και του δευτέρου, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 806 του Α.Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 455, 460, 466 και 470 του Α.Κ. συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται να διαπλάσουν το δάνειο οι συμβαλλόμενοι ως σύμβαση με μόνη τη συναίνεση καταρτιζόμενη, μεταθέτοντας σε μεταγενέστερο χρόνο τη λήψη του δανείσματος και προσδιορίζοντας ως λήπτη τούτου τρίτο πρόσωπο, στο οποίο μπορεί και χωρίς συγκατάθεση του δανειστή να εκχωρήσει το δάνεισμα ο δανειζόμενος, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των μερών για το ανεκχώρητο, σε αμφότερες τις περιπτώσεις όμως ο λήπτης δεν καθίσταται οφειλέτης του δανείσματος αλλά εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα ο αντισυμβαλλόμενος του δανειοδότη. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Κατά δε το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου από σύμβαση δανείου για απόδοση δανείσματος ποσού 6.650.000 δραχμών από τον αντισυμβαλλόμενο αναιρεσείοντα, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 2 Αυγούστου 1999, με συμφωνία που καταρτίστηκε στη Λάρισα προφορικά μεταξύ των διαδίκων, των τέκνων του εφεσίβλητου Ι. και Α. και του Α. Δ. Δ., οι ανωτέρω ανέλαβαν την υποχρέωση όπως συστήσουν ομόρρυθμη εταιρία με σκοπό την εκμετάλλευση τουριστικού γραφείου. Στην εταιρία δε αυτή θα συμμετείχαν τα ως άνω τέκνα του εφεσίβλητου, καθώς και το τέκνο του εκκαλούντος Θ. Τ., ενώ συμφωνήθηκε πως με τον καιρό θα εισερχόταν και ο Α. Δ. Δ., Σ' εκτέλεση της συμφωνίας αυτής καταρτίστηκε το από 24-8-1999 συστατικό εταιρικό έγγραφο, το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Λάρισας με αριθμό 326/27-8-1999. Με αυτό συστήθηκε ομόρρυθμη εταιρία αόριστης διάρκειας από τους Ι. Δ. του Α., Α. Δ. του Α. και Θ. Τ. του Δ., τέκνα των διαδίκων, με την επωνυμία "Α. Δ.-Ι. Δ.-Θ. Τ. Ο.Ε". Έδρα αυτής ορίστηκε η πόλη της Λάρισας και σκοπός η λειτουργία και εκμετάλλευση γραφείου γενικού τουρισμού. Οι δε ανωτέρω ομόρρυθμοι εταίροι συμμετείχαν στα κέρδη και στις ζημίες σε ποσοστό 40%, 40% και 20% αντίστοιχα. Κατά τη συμφωνία ο εκκαλών, προκειμένου ο γιος του να γίνει μέλος της εταιρίας, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην εταιρία αρχικά το ποσό των 7.700.000 δραχμών και μετά από νεότερη συμφωνία το ποσό των 6.700.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στο ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία. Για το σκοπό δε αυτό εξέδωσε σε διαταγή του εφεσίβλητου τις ακόλουθες τέσσερες επιταγές ..., ..., ... και ... με ημερομηνία έκδοσης 17-8-1999, 20-3-2000, 30-3-2000 και 30-5-2000, αξίας 1.000.000, 1.5000.000, 2.700.000 και 1.500.000 δρχ. αντίστοιχα με χρέωση του ... λογαριασμού του στη Συνεταιριστική Τράπεζα Καρδίτσας. Ο εκκαλών, επικαλούμενος οικονομική αδυναμία, κατέβαλε μόνο το ποσό της πρώτης από τις ως άνω επιταγές, ήτοι το ποσό του 1.000.000 δρχ., ενώ τα ποσά των λοιπών επιταγών κάλυψε ο εφεσίβλητος με δικά του χρήματα, κατόπιν συμφωνίας με τον εκκαλούντα. Ο εφεσίβλητος σ' εκτέλεση αυτής της συμφωνίας κατέθεσε στις 22-3-2000 ποσό 1.500.000 δρχ. στον ανωτέρω λογαριασμό του εκκαλούντος προς κάλυψη της ... επιταγής. Στις 3-4-2000 κατέθεσε στον ίδιο λογαριασμό το ποσό των 2.700.000 δρχ. προς κάλυψη της ... επιταγής. Στις 5-6-2000 κατέθεσε σε λογαριασμό του εκκαλούντος στο 397 υποκατάστημα της ΕΤΕ το ποσό των 500.000 δρχ. προς κάλυψη της ... επιταγής. Το υπόλοιπο ποσό του 1.000.000 δρχ. της τελευταίας επιταγής το κατέβαλε σε μετρητά στον εκκαλούντα στις αρχές Ιουνίου 2000. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος πέραν του ανωτέρω συνολικού ποσού των 5.700.000 δρχ., που κατέβαλε στον εκκαλούντα, κατέβαλε σ' αυτόν επί πλέον και το ποσό των 950.000 δρχ. ως δάνειο άτοκο περί τα μέσα Απριλίου 2000 στη Λάρισα, με συνέπεια το συνολικό οφειλόμενο από αυτόν ποσό να ανέλθει στο ποσό των 6.650.000 δρχ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, κατόπιν συμφωνίας με τον εφεσίβλητο, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό τμηματικά, ήτοι 1.000.000 δρχ. στις 7-7-2000, 1.000.000 δρχ, στις 10-9-2000, 1.500.000 δρχ. στις 30-9-2000, 1.500.000 δρχ. στις 30-10-2000 και 1.650.000 δρχ. στις 15-11-2000. Προς εξασφάλιση δε του εφεσίβλητου εξέδωσε σε διαταγή του τελευταίου πέντε επιταγές πληρωτέες στη Συνεταιριστική Τράπεζα Καρδίτσας, ήτοι τις ..., ..., ..., ... και ... με ημερομηνία εκδόσεως 7-7-2000, 10-9-2000, 30-9-2000, 30-10-2000 και 15-11-2000 και αξίας 1.000.000, 1.000.000, 1.500.000, 1.500.000 και 1.650.000 δρχ. αντίστοιχα. Οι επιταγές αυτές, καίτοι εμφανίστηκαν νόμιμα κι εμπρόθεσμα προς πληρωμή, δεν πληρώθηκαν, καθόσον ο εκκαλών είχε προβεί σε ανάκλησή τους με συνέπεια να οφείλει μέχρι σήμερα στον εφεσίβλητο το ποσό των 6.650.000 δραχμών". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου από δανειακή σύμβαση, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 866, 361, 455, 460, 466 και 470 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρονται: 1) Η λόγω αδυναμίας του αναιρεσείοντος να καταβάλει την εισφορά του γυιού του στην ομόρρυθμη εταιρία που συνέστησαν με τα δύο τέκνα του αναιρεσιβλήτου, καταβολή από τον τελευταίο προς τον αναιρεσείοντα του ποσού της εισφοράς αυτής, δυνάμει συμβάσεως δανείου μεταξύ αυτών και 2) η μη επιστροφή από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο του ποσού του δανείου των 6.650.000 δραχμών, διότι οι επιταγές που εξέδωσε για το σκοπό αυτό ανακλήθηκαν από τον ίδιο. Επομένως οι αντίθετοι πρώτος, όπως εκτιμάται, δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του και τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή τους πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη του προβληθέντος με λόγο έφεσης ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι κατέβαλε το ποσό της επίμαχης εταιρικής εισφοράς του γυιού του, δια μέσου του τραπεζικού λογαριασμού του, καθ' όσον το Εφετείο δέχθηκε αντίθετα περιστατικά από εκείνα που συγκροτούν τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 γ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη από το Δικαστήριο αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (Α.Π. 544/2005, 1137/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων την χωρίς όρκο εξέταση του αναιρεσιβλήτου και όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από αυτούς έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (Κ.Πολ.Δικ. 340) με τις λοιπές αποδείξεις και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα από 2-8-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων και .../2-9-1999 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Λάρισας Β. Κατσαρού. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ.11γ του ΚΠολΔ αντίθετος, πέμπτος κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου ο από την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου ότι η εισφορά του γυιού του αναιρεσείοντος στην ομόρρυθμη εταιρία που συνέστησαν με τα τέκνα του αναιρεσιβλήτου, ήταν 7.700.000 δραχμές, αποβαίνει αλυσιτελής, εφόσον το αναφερόμενο ως άνω περιστατικό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έχει περιληφθεί στις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο 1) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, 2) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ αυτό (αποδεικτικό μέσο) από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία (αποδεικτική δύναμη) είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος και 3) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως (Α.Π. 354/1999, 31/1999, 1376/1996, 441/1993).
Στην υπόψη περίπτωση με τον πέμπτο κατά το δεύτερο μέρος του λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι τα σε σχέση με τον αμέσως προηγουμένως αναφερόμενο (πέμπτο κατά το πρώτο μέρος του) λόγο αναίρεσης, αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη και η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην κατά το άρθρο 559 αρ.12 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως, εφόσον αναφέρονται μεν τα άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αναφέρονται όμως τα λοιπά ως άνω αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως, είναι αυτός αόριστος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενου με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμου ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Με τους δύο τελευταίους από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης ψέγεται η απόφαση του Εφετείου, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αφενός μεν ότι το ποσό των 950.000 δραχμών κατεβλήθη σ' αυτόν από τον αναιρεσίβλητο ως τίμημα αγοράς επίπλων από το κατάστημα εκείνου και όχι ως δάνειο, αφετέρου δε ότι οι επιταγές του είχαν πλαστογραφηθεί. Ο πρώτος από τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και δεν είναι αυτοτελής. Ο δεύτερος ισχυρισμός αποβαίνει αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη αγωγική αξίωση δεν θεμελιώνεται στην εγκυρότητα των επιταγών, αλλά στην επικαλούμενη δανειακή σύμβαση μεταξύ των διαδίκων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-2010 αίτηση του Δ. Τ. για αναίρεση της 277/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμβαση Δανείου: Αν με τη σύμβαση του δανείου συμφωνήθηκε ότι θα λάβει τρίτος το δάνεισμα, ο τρίτος δεν καθίσταται οφειλέτης από δάνειο, αλλά τέτοιος είναι ο αντισυμβαλλόμενος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1824/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο ---------
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1.Χ. Λ. του Ζ., 2. Ε. Α. του Π., 3.Μ. Λ., 4.Κ. Λ., Πρωτοδίκες Θεσσαλονίκης, 5.Γ. Ν., Εισαγγελικό Πάρεδρο Θεσσαλονίκης, 6.Π. Ι., Πρόεδρο Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, 7.Θ. Γ., Πρωτοδίκη Θεσσαλονίκης, 8.Χ. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και 9.Η. Κ., Συνταξιούχο Εισαγγελικό Λειτουργό, και εγκαλούντα τον Ν. Κ. του Γ..
Η αίτηση αυτή με αριθμό 9672/13.9.2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1273/2011.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 225/10.11.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω με τη σχετική δικογραφία την 9672/24-10-2011 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υπόθεσης σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 του Κ.Π.Δ. και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού, και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και σ' αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως (ΑΠ 1642/1988 Π. Χ ΛΘ'500, ΑΠ 724/2000 Υπέρ. 2000, 1994). Τέλος την παραπομπή αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να κρίνει προσφυγή κατά διατάξεως (α.48 του ΚΠΔ) στην οποία εμπλέκεται ως εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί στην ίδια Εισαγγελία Εφετών. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο , σύμφωνα με τα α. 137 περ.α! και β!, 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την προσφυγή αυτή για κρίση σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 83/2011, ΑΠ 2082/2009, ΑΠ 314/2003 ΠΔ! 2003.922, ΑΠ 1649/2000 ΠΔ! 2001.424, ΑΠ 611/1996 ΠΧ! 1997.961).
ΙΙΙ. Με την από 28-11-2008 έγκλησή του ο Ν.. Γ. Κ. κάτοικος ... (...) ζήτησε την ποινική δίωξη των αναφερομένων σ' αυτή δικαστικών λειτουργών, μεταξύ των οποίων είναι ο Χ. Π. που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης με τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών, για παράβαση των άρθρων 234, 239, 251, 254 και 259 του Π.Κ. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Κιλκίς, που ορίστηκε ως αρμόδιος με το 402/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, απέρριψε την έγκληση αυτή ως αβάσιμη στην ουσία της με την 65/2011 διάταξή του. Κατά της διατάξεως αυτής προσέφυγε στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης ο παραπάνω εγκαλών με την 83/5-9-2011 προσφυγή του. Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, επειδή ο παραπάνω εγκαλούμενος Χ. Π. υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης με τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών, ζητά με το παραπάνω (Ι) έγγραφό του να ορισθεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προσφυγή αυτή. Επειδή το αίτημα αυτό είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω (
ΙΙ) εκτέθηκαν, νόμιμο και βάσιμο πρέπει να γίνει δεκτό και να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί για την παραπάνω προσφυγή ο Εισαγγελέας Εφετών Δ. Μακεδονίας και κατ' επέκταση οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Κοζάνης αν τυχόν ανακύψει περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι: α) ο Εισαγγελέας Εφετών Δ. Μακεδονίας για να αποφανθεί για την 83/2011 προσφυγή του Ν.. Γ. Κ. κατοίκου ... (...) κατά της 65/2011 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κιλκίς και β) οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Κοζάνης και των αντίστοιχων Εισαγγελιών αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ` εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28-11-2008 έγκληση του, ο Ν. Κ. του Γ., κάτοικος ... ζήτησε την ποινική δίωξη των αναφερομένων σε αυτήν δικαστικών λειτουργών, μεταξύ των οποίων είναι και ο Χ. Π., Αντεισαγγελέας Εφετών που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, για παράβαση των άρθρων 234, 239, 251, 254 και 259 του Π.Κ. Την ως άνω έγκληση, μετά την εξέταση της, απέρριψε ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Κιλκίς, που ορίστηκε ως αρμόδιος με το υπ` αριθμό 402/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την υπ` αριθμό 65/2011 διάταξή του ως αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά της ως άνω Εισαγγελικής διάταξης ο εγκαλών άσκησε κατ` άρθρο 48 ΚΠΔ ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, την υπ` αριθμ. 83/5-9-2011 προσφυγή του, για την οποία είναι αρμόδιος να αποφανθεί ο προαναφερόμενος Εισαγγελέας Εφετών. Ο τελευταίος με το υπ` αριθμό 9672 /24-10-2011 έγγραφο του αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προμνημονευομένη προσφυγή του εγκαλούντος, λόγω του ότι ο παραπάνω εγκαλούμενος είναι αντεισαγγελέας Εφετών που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, στον Εισαγγελέα Εφετών Δ. Μακεδονίας, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προαναφερομένης προσφυγής και όταν συντρέχει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Κοζάνης, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ` αριθμό πρωτ. 9672/24-10-2011 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και αφορά τον εγκαλούμενο Χ. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών, ο οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, ήτοι την υπ` αριθμό 83/2011 Προσφυγή του εγκαλούντα Ν. Κ., κατοίκου ..., κατά της υπ` αριθμό 65/2011 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κιλκίς, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης στον Εισαγγελέα Εφετών Δ. Μακεδονίας και στις δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Κοζάνης και των αντίστοιχων Εισαγγελιών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας (136 Κ.Π.Δ.). Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών κατόπιν της υποβολής εγκλήσεως σε βάρος Εισαγγελικού λειτουργού της Εισαγγελίας Θεσσαλονίκης, ακόμα και στο στάδιο της προδικασίας.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1823/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ανδρεουλάκο, περί αναιρέσεως της 734/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Η. Σ. του Ε., κάτοικο ..., ο οποίος παρέστη ο ίδιος ως δικηγόρος και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τριανταφύλλου. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 585/2011.
Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων και τον πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 368 παρ. 1 του ΠΚ, στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως (άρθρ. 363 του ΠΚ), η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, ή για έναν από τους συμμέτοχούς της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι η απόφαση επί εγκλήματος διωκόμενου κατ' έγκληση, εφόσον η τελευταία αυτή υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, ή για έναν από τους συμμέτοχους αυτής. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (πλην άλλων και) για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τελέσθηκε την 13.6.2003 σε βάρος του εγκαλούντος Η. Σ.. Όμως, ενώ η υποβληθείσα από τον παθόντα έγκληση, κατά την παραδεκτή στο σημείο αυτό επισκόπηση από το παρόν Δικαστήριο του περιεχομένου της, υποβλήθηκε στις 12.8.2004, δηλαδή μετά την πάροδο τριμήνου από την τέλεση της πράξεως, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιέχεται αιτιολογία που να αναφέρεται στο χρόνο κατά τον ο εγκαλών οποίο έλαβε γνώση για την εν λόγω πράξη και για το πρόσωπο που την τέλεσε.. Έτσι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης στο ζήτημα αυτό ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το σημείο αυτό, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως νόμιμης βάσεως, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την καταδικαστική της διάταξη για συκοφαντική δυσφήμηση. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, από την τέλεσή της δε (13.6.2003) μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (6.12.2011) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και, επομένως, εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Κατά συνέπειαν, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει, ως προς το εν λόγω έγκλημα, παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι κρίθηκαν και βάσιμοι, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 229 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, και σκοπός να προκληθεί δίωξη του παθόντος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου, καθώς και του σκοπού, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσεως και του σκοπού, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση και συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του Η. Σ., πράξεις που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, όσον αφορά την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Τον Αύγουστο του 2002 ο μηνυτής (...) κατήγγειλε στην Πολεοδομία Λαμίας την, από τον κατηγορούμενο (Αστυνόμο Α), κατασκευή αυθαίρετου στεγάστρου επί ομόρου οικοπέδου στην οδό .... Στις 3.3.2003 ο μηνυτής προσήλθε στο Α.Τ. Λαμίας και εξέφρασε παράπονα ότι από τον Αύγουστο του 2002 μέχρι την καταγγελία του δεχόταν στο σταθερό και κινητό του τηλέφωνο από τον κατηγορούμενο απειλές και ύβρεις με απόκρυψη αριθμού τηλεφώνου λόγω της προηγηθείσης καταγγελίας του στην Πολεοδομία Λαμίας. Επακολούθησε Ε.Δ.Ε., ..., στα πλαίσια της οποίας στις 12.5.2003 ο ίδιος παρέδωσε μία κασέτα ήχου η οποία περιείχε τα παρακάτω τέσσερα ηχογραφημένα μηνύματα στον τηλεφωνητή του κινητού τηλεφώνου του που περιείχαν τις απειλές και εξυβρίσεις και ένα ηχητικό μήνυμα του σταθερού τηλεφώνου του στην πατρική οικία της Λαμίας της 30.7.2002, που δεν περιείχε εξυβρίσεις και απειλές από τον κατηγορούμενο, προκειμένου να αποτελέσει μέτρο φωνητικής σύγκρισης με τα υπόλοιπα εξυβριστικά. Τα ηχογραφημένα μηνύματα με εξυβριστικό περιεχόμενο είναι: α) Στις 27.8.2002 "...". β) Στις 8.8.2002 "...". γ) Στις 9.2.2003 "...". Και δ) στις 9.2.2003 "...". Το μη εξυβριστικού περιεχομένου μήνυμα της 30.7.2002 έχει ως εξής: "..."....Το πόρισμα της Ε.Δ.Ε. δεν έκρινε πειθαρχικά ελεγκτέο τον κατηγορούμενο και ειδικότερα ως προς τα εξυβριστικά τηλεφωνήματα στηρίχθηκε στην από 8.3.2004 Έκθεση Εργαστηριακής Εξέτασης και Απομαγνητοφώνησης του Τμήματος Εργαστηρίων της Δνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, κατά την οποία... Στις 19.4.2003 στο Α/Τ Κερατέας και στις 12.6.2003 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ο κατηγορούμενος μήνυσε τον εγκαλούντα ότι όσα ισχυρίστηκε στις 3.3.2003 στη δήλωσή του ενώπιον του Α/Τ Λαμίας είναι ψευδή και συκοφαντικά και δη των εξυβριστικών και απειλητικών τηλεφωνημάτων. Επί πλέον στη μήνυση της 13.6.2003 επανέλαβε ότι στις 3.4.2003 και 3η πρωινή ο μηνυτής σε υπηρεσιακό τηλέφωνο είπε τις ανωτέρω εξυβριστικές και απειλητικές φράσεις. Κατά του μηνυτή ασκήθηκαν ποινικές διώξεις για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση (μήνυση 19.4.03) και εξύβριση, απειλή, συκοφαντική δυσφήμηση (μήνυση 13.6.2003). Με το υπ' αριθμ. 2153/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για τις πράξεις της εξύβρισης και απειλής έπαυσε υφ' όρον η ποινική δίωξη .................... και διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη από ειδικό επιστήμονα επί θεμάτων ήχου και τηλεπικοινωνιών προκειμένου ν' αποφανθεί περί της γνησιότητας του περιεχομένου των τηλεφωνημάτων και αν προέρχονταν από τον κατηγορούμενο. Ο νόμιμα διορισθείς πραγματογνώμονας Α. Κ. απεφάνθη περί της γνησιότητας των μαγνητικών ηχογραφήσεων και ότι προέρχονταν από το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή τον κατηγορούμενο. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο κατόπιν εντολής του μηνυτή ειδικός πραγματογνώμονας Θ. Σ.. Με το υπ` αριθμ. 461/2006 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ο μηνυτής απηλλάγη της κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά του κατηγορουμένου ότι δηλαδή ψευδώς κατήγγειλε στις 3.3.2003 στο Α.Τ. Λαμίας ότι δέχεται από τα τέλη Αυγούστου 2002 και κατά περιόδους τηλεφωνικές απειλές και χυδαιότατες ύβρεις από τον κατηγορούμενο. Η αλήθεια δηλαδή είναι ότι ο κατηγορούμενος πράγματι έκανε τηλεφωνικές κλήσεις προς τον μηνυτή με το ως άνω εξυβριστικό περιεχόμενο. Επίσης με το υπ` αριθμ. 1659/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ο μηνυτής απηλλάγη για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης για το ίδιο περιστατικό της 3.3.2003, δηλαδή ότι η καταγγελία του με βάση την οποία έγινε η Ε.Δ.Ε. ήταν αληθής. Τέλος ως προς το περιστατικό της 3.4.2003 ότι δηλαδή ο μηνυτής εξύβρισε και απείλησε τηλεφωνικά τον κατηγορούμενο με τις φράσεις "κωλόμπατσε, έχω κάνει καταγγελία για σένα στη Διεύθυνσή σου και θα δώσω όσα χρήματα χρειαστεί σε προϊσταμένους σου προκειμένου να σε ξηλώσω..." ουδέποτε έλαβε χώρα. Ο κατηγορούμενος προς υποστήριξη του αναληθούς αυτού περιστατικού επικαλείται τη μαρτυρία του Ι. Σ. αστυνομικού ο οποίος δήθεν άκουσε από το ακουστικό του υπηρεσιακού τηλεφώνου των κρατητηρίων του Ελληνικού στις 03.00 της 3.4.2003 τον μηνυτή, τον οποίο δεν γνώριζε, να βρίζει τον κατηγορούμενο. Αλλά ο μάρτυρας αυτός αυτοδιαψεύδεται, αφού στην από 23.4.2003 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του διενεργήσαντος την Ε.Δ.Ε. αστυνομικού Α/Β Τ. Π., κατέθεσε ότι η συνομιλία αυτή έλαβε χώρα στις 2.4.2003 περί ώρα 09.30 κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του από 06.00 μέχρι 14.00 της 2.4.2003. Επομένως όταν ο κατηγορούμενος στη μήνυσή του αναφέρει ότι το περιστατικό έλαβε χώρα στις 3.4.2003 περί ώρα 3η πρωινή, ουδέποτε έλαβε χώρα τέτοια συνομιλία, και δεν μπορεί να υποστηριχθεί λανθασμένη εκτίμηση του μάρτυρα ως προς το χρόνο της δήθεν συνομιλίας, λόγω της μεγάλης χρονικής απόστασης μεταξύ της 3ης πρωινής της 3.4.2003 και 9.30 π.μ. της 2.4.2003. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως κατ` εξακολούθηση, (και) για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229§1 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η ψευδής καταμήνυση, η υποβολή, δηλαδή, των από 19.4.2003 και 13.6.2003 μηνύσεων του αναιρεσείοντος κατά του εγκαλούντος Η. Σ. ενώπιον του Α. Τ. Κερατέας και του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, αντιστοίχως, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτές και ήταν ψευδή, ήτοι ότι ο εγκαλών είχε δηλώσει στο Α.Τ. Λαμίας ψευδώς ότι δεχόταν από αυτόν (αναιρεσείοντα) τηλεφωνήματα με απειλητικό και εξυβριστικό περιεχόμενο, επί πλέον δε στις 3.4.2003 τον εξύβρισε και τον απείλησε με τις φράσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, αιτιολογείται δε ο σκοπός του αναιρεσείοντος να προκληθεί η καταδίωξη του εγκαλούντος για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση, εξύβριση και απειλή σε βάρος του. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, αφού αναφέρεται στην απόφαση σαφώς τι κατέθεσε ο μάρτυρας Ι. Σ. ενώπιον του ακροατηρίου και τι είχε καταθέσει ενώπιον του διενεργήσαντος την Ε.Δ.Ε. Π. Τ.. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την καταδικαστική της κρίση για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση για εσφαλμένη αξιολόγηση της καταθέσεως του ως άνω μάρτυρα, όσον αφορά την αντίφαση μεταξύ των καταθέσεών του και την αυτοδιάψευσή του, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠοινΔ, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την κατά το άρθρο 171 εδ. δ' του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, και την παραβίαση της αρχής της δημοσιότητας και ειδικότερα της προφορικότητας του άρθρου 331 του ΚΠοινΔ, που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενος ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του στην τεχνική πραγματογνωμοσύνη του νομίμως ορισθέντος πραγματογνώμονα Α. Κ., η οποία δεν αναγνώσθηκε. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, παραδεκτά επισκοπούμενα για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι στην δευτεροβάθμια δίκη αναγνώσθηκαν η πρωτόδικη υπ` αριθ. 8695/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και τα πρακτικά της, από τα οποία αποδεικνύεται ότι στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνεται με τον αύξ. αριθ. 6 και η από 27.12.2005 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α. Κ.. Επομένως, το έγγραφο αυτό, ως αναφερόμενο στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, θεωρείται ότι αναγνώσθηκε και παραδεκτά λήφθηκε υπόψη και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η άνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της που αφορά την ποινή για την πράξη αυτή και τον καθορισμό συνολικής ποινής, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την ως άνω πράξη, να απαλειφθεί η διάταξη που αφορά την ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο για το έγκλημα αυτό και την από αυτήν προελθούσα συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών με την επαύξηση της ......... ποινής φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών που επιβλήθηκε για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως κατ` εξακολούθηση κατά δύο (2) μήνες, ώστε να διατηρηθεί μόνο η ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων (4) μηνών για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατ` εξακολούθηση, για την οποία δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, κατά τα λοιπά, ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 734/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και δη αναφορικά με α. την καταδίκη του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Μ. του Σ. για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, β. την επιβολή ποινής για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και γ. τον καθορισμό συνολικής ποινής.
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ, λόγω παραγραφής, για το ότι: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα την 13.6.2003, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, το γεγονός δε αυτό ήταν ψευδές και ο ίδιος γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές και ειδικότερα, στην από 13.6.2003 έγκλησή του διέλαβε για τον εγκαλούντα ότι σε τηλεφωνική τους επικοινωνία τον εξύβρισε και τον απείλησε με τις φράσεις "Κωλόμπατσε έχω κάνει καταγγελία για σένα στη Διεύθυνσή σου και θα δώσω όσα χρήματα χρειαστεί σε προϊσταμένους σου προκειμένου να σε ξηλώσω...", περιστατικό που ήταν αναληθές, ο ίδιος (κατηγορούμενος) είχε επίγνωση της αναλήθειάς του και βέβαια, με την περιέλευσή του σε γνώση του Εισαγγελέα, του αρμόδιου Γραμματέα και των προανακριτικών υπαλλήλων, μπορούσε να βλάψει την ηθική και κοινωνική αξία και την απορρέουσα εξ αυτών αναγνωρισμένη στον κοινωνικό περίγυρο εκτίμηση του προσώπου του εγκαλούντος (Η. Σ.).
ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ τη διάταξη για την επιβολή ποινής φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών για την ανωτέρω πράξη, καθώς και για την επαύξηση της συντρέχουσας ......... ποινής για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατ` εξακολούθηση κατά δύο (2) μήνες, διατηρουμένης της ποινής φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών που επιβλήθηκε για την τελευταία πράξη, η οποία έχει ανασταλεί.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 11 Απριλίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 3124/2011) αίτηση του Κ. Μ. του Σ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 734/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς το χρόνο, κατά τον οποίο ο εγκαλών έλαβε γνώση για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και για το δράστη, ενόψει του ότι η υποβολή της εγκλήσεως απείχε πέραν των τριών μηνών από την τέλεση αυτής. Αναίρεση κατά την καταδικαστική διάταξη για την ως άνω πράξη και παύση οριστικά της ποινικής διώξεως γι αυτήν λόγω παραγραφής. Στοιχεία εγκλήματος ψευδούς καταμηνύσεως. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη γι' αυτήν. Έγγραφο, το οποίο αναφέρεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, θεωρείται ότι αναγνώσθηκε και παραδεκτά λήφθηκε υπόψη στη δευτεροβάθμια δίκη. Απόρριψη αιτήσεως ως προς την καταδικαστική διάταξη για την ψευδή καταμήνυση. Απάλειψη διατάξεως περί ποινής για τη συκοφαντική δυσφήμηση και περί συνολικής, ώστε να διατηρηθεί μόνο η ποινή που επιβλήθηκε για την ψευδή καταμήνυση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1822/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο περί αναιρέσεως της 601/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Α. Ρ. του Δ., 2. Σ. Κ. του Κ.,3. Χ. Β. του Ι. και πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Μ. – Σ. Χ. Ο.Ε." που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 505/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ'Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 20 Μαΐου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κατερίνης Α. Κ. ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2011 αίτηση του Λ. Γ. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμό 601/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡOΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1821/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τριαντάφυλλο περί αναιρέσεως της ΒΤ1769/2011 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 498/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 "συνέπειες για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8§1 του ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή αθροιστικώς ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχειρήσεως, εκμεταλλεύσεως ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, εξ αιτίας της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Ως προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως αυτής δεν τίθεται το είδος της παρεχόμενης εργασίας, ήτοι αν αυτή είναι χερσαία ή ναυτική, δεδομένου ότι ο νόμος δεν κάνει καμιά τέτοιου είδους διάκριση.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών στον εγκαλούντα Γ. Α. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα, και σε χρηματική επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Ο μηνυτής Γ. Α. προσελήφθηκε το έτος 1987 από την εταιρία "LAGOA SHIPPING CORPORATION", που είναι αλλοδαπή εταιρία με νόμιμα εγκαταστημένα γραφεία στον Πειραιά. Έως το έτος 1995 εργάστηκε ως ναυτικός, οπότε αναβαθμίστηκε σε αρχιηλεκτρολόγο και απασχολήθηκε πλέον με σύμβαση χερσαίας εργασίας μέχρι την 30-6-2006 σε πλοία διαχείρισης της ανωτέρω εταιρίας. Από την 8-11-2002 ο κατηγορούμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας αυτής. Ο μηνιαίος μισθός του μηνυτή ανερχόταν σε 4.500 δολάρια ΗΠΑ, που από την 1-9-2004 ανήλθε σε 5.000 δολάρια ΗΠΑ. Ο μηνυτής δεν αποτελούσε μέλος του συγκροτημένου πληρώματος των πλοίων, αλλά ταξίδευε και μετέβαινε σ' αυτά, όπου και αν βρισκόντουσαν, για επιθεωρήσεις. Εργοδότρια του μηνυτή ήταν η παραπάνω εταιρία "LAGOA SHIPPING CORPORATION" και όχι η εταιρία "LOMAR SHIPPING LTD", όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος και τούτο διότι ο μηνυτής ελάμβανε τις εντολές ως προς τον τρόπο και το χρόνο εκτέλεσης της εργασίας του από το νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εταιρίας. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή εργοδότρια ήταν η εταιρία "LAGOA SHIPPING CORPORATION", δεν αναιρείται από το ότι ο μισθός του μηνυτή καταβαλλόταν από την εταιρία "LOMAR SHIPPING LTD", που είναι κοινών συμφερόντων με την εταιρία "LAGOA SHIPPING CORPORATION" και του νομίμου εκπροσώπου της - κατηγορούμενου, αφού τούτο γινόταν μόνο για φορολογικούς λόγους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος υπό την ανωτέρω ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "LAGOA SHIPPING CORPORATION, αν και απασχόλησε τον μηνυτή, ως αρχιηλεκτρολόγο, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 30-6-2006 οφειλόμενες αποδοχές και συγκεκριμένα: α) κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των 9.500 δολαρίων ΗΠΑ, που αντιστοιχεί στο επίδομα αδείας των χρονικών περιόδων α) από 1-3-2003 έως 31-8-2004 (2250 δολάρια ΗΠΑ επί 2 έτη) 4.500 δολάρια ΗΠΑ και β) από 1-9-2004 έως 30-6-2006 (2500 δολάρια ΗΠΑ επί 2 έτη) 5.000 δολάρια ΗΠΑ, το οποίο όφειλε συνεπεία της ως άνω σύμβασης εργασίας, Β) κατά παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 690/1945 σε συνδυασμό με την 19040/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας δεν κατέβαλε το δώρο εορτών των κάτωθι αναφερομένων χρονικών περιόδων και ειδικότερα: α) από 1-3-2003 έως 31-8-2004: ι) δώρο Χριστουγέννων 4.687,47 δολαρίων ΗΠΑ και ιι) δώρο Πάσχα 2.343,73 δολάρια ΗΠΑ επί δυο = 4.687,46 δολάρια ΗΠΑ, β) από 1-9-2004 έως 30-6-2006: ι) δώρο Χριστουγέννων 10.416,60 δολαρίων ΗΠΑ και ιι) δώρο Πάσχα 5.208,30 δολάρια ΗΠΑ, δηλαδή σύνολο 24.999,83 δολάρια ΗΠΑ, το οποίο όφειλε συνεπεία της ως άνω σύμβασης εργασίας. Επομένως, πρέπει, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για τις παραπάνω αναφερόμενες μερικότερες πράξεις της παράβασης του α.ν. 690/1945, απορριπτομένων των ισχυρισμών του εκκαλούντος".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής στο μηνυτή δεδουλευμένων αποδοχών, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "LAGOA SHIPPING CORPORATION", δεν κατέβαλε στο μηνυτή, ο οποίος εργαζόταν στην εταιρία αυτή, δεδουλευμένες αποδοχές, τι εργασία προσέφερε αυτός, καθώς και, αναλυτικά, τα ποσά των αποδοχών που δεν καταβλήθηκαν. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται ακόμη και αν οι αποδοχές, που δεν καταβλήθηκαν, οφείλονταν από ναυτική και όχι μόνο από χερσαία εργασία, οπωσδήποτε, όμως, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, έκρινε ότι η εργασία, την οποία προσέφερε ο μηνυτής, ήταν χερσαία και συνίστατο στο ότι αυτός απασχολείτο ως αρχιηλεκτρολόγος, δεν αποτελούσε μέλος του πληρώματος των πλοίων, αλλά ταξίδευε και μετέβαινε σ` αυτά, όπου και αν βρίσκονταν, για επιθεωρήσεις. β) Όπως αναφέρθηκε, η ύπαρξη του δόλου δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες της τελέσεώς του, η αιτιολογία δε για την ύπαρξη αυτού περιλαμβάνεται στην αιτιολογία για την ενοχή. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η, περιεχόμενη στον πρώτο λόγο, αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (υπ` αριθ. 3950/2008 και 3953/2008 αποφάσεων Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς - διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, ένορκη κατάθεση μηνυτή) είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης που προβλέπεται από το άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ. Απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού, για να είναι ορισμένος, είναι, εκτός εκείνων που συνιστούν την ίδια την πλάνη, και η προσωπική κατάσταση του δράστη, που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε, με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων, να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων πρόβαλε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι "η τυχόν αναγνώριση ύπαρξης απαιτήσεων εκ μέρους του μηνυτή προϋποθέτει πλήθος νομικών κατασκευών, που ο μέσος και πολύ περισσότερο μη νομικός δεν μπορεί να γνωρίζει και επομένως συγχωρείται πλάνη του ως προς την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων". Όπως, όμως, προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, ήταν αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν ανέφερε τις ειδικές περιστάσεις και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία του δημιούργησαν την πεπλανημένη εντύπωση ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη, με ειδική αναφορά ότι, υπό τις συνθήκες που ενήργησε, η πλάνη του ήταν συγγνωστή γιατί δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεώς του. Συγκεκριμένα, δεν ανέφερε την προσπάθεια που κατέβαλε για να ενημερωθεί για το ισχύον δίκαιο και τα προσωπικά του στοιχεία (πνευματικές ικανότητες, κ.λπ., όπως αυτά εκτίθενται ανωτέρω), ώστε να δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο της ουσίας να τα σταθμίσει, δεν αρκεί δε μόνο το γεγονός ότι δεν ήταν "νομικός". Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού κρίση του και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εντελώς αναιτιολόγητη απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Μαρτίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 2874/2011) αίτηση του Μ. Λ. του Γ., για αναίρεση της υπ` αριθ. ΒΤ 1769/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όρθή και αιτιολογημένη καταδίκη για παράβαση του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945. Στοιχεία του εγκλήματος. Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν ασκεί επιρροή αν πρόκειται για αποδοχές που οφείλονται από χερσαία ή από ναυτική εργασία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Αυτοτελής ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης. Αν αυτός έχει προβληθεί αορίστως, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1817/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της υπ'αριθμ. 1080/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με αιτούντα την επανάληψη διαδικασίας τον Γ. Λ. του Ζ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η αίτηση αυτή, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1039/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή με αριθμό 228/15-11-11 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου -σε συμβούλιο- με την υπ'αριθμ. 1080/2011 απόφασή του, προ της εκδόσεως της οποίας παρέστη δια πληρεξουσίου ο αιτών, απέρριψε την από 21-7-2010 αίτηση του Γ. Λ. για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας η οποία είχε περατωθεί με την υπ'αριθμ. 1198/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Συγχρόνως με την αυτήν απόφαση ο 'Αρειος Πάγος απέρριψε το συνεισαγόμενο αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την άνω απόφαση. Συγκεκριμένα στο διατακτικό της άνω απόφασης του Αρείου Πάγου ρητά αναγράφεται: "
Απορρίπτει την από 21-7-2010 αίτηση του Γ. Λ. του Ζ., για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 2139/2005 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου.
Απορρίπτει το συνεισαγόμενο αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση", όπως όμως προκύπτει τόσο από το σκεπτικό της άνω απόφασης του Αρείου Πάγου [βλ. σελίδα 13 -όπου ρητά γίνεται δεκτόν ότι ο αιτών καταδικάστηκε με την 1198/2004 απόφαση του Τριμελούς [-από παραδρομή αναφέρεται Αθηνών ενώ πρόκειται Θεσσαλονίκης ], όσο και από το περιεχόμενο της αιτήσεως ρητά αναφέρεται ότι η καθής η αίτηση είναι η 1198/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης -δεδομένου ότι αυτή καθίσταται αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ'αυτής αίτησης αναίρεσης με την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου και όχι η απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία είναι αμετάκλητη με την έκδοσή της- και ότι δεν υπάρχει αίτημα αναστολής εκτελέσεως αυτής και συνεπώς δεν κρίθηκε ούτε αποφασίστηκε το σχετικό ζήτημα. Καθίσταται συνεπώς φανερόν ότι από πρόδηλη παραδρομή περιελήφθησαν στο διατακτικό την απόφασης τα ανωτέρω, τα οποία δεν δημιουργούν ακυρότητα τινά, ούτε μεταβάλλουν την αληθή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν, και τα οποία πρέπει να διορθωθούν και αποκατασταθεί η αληθής εικόνα των πραγμάτων -ως κατωτέρω- τα οποία μπορεί να δημιουργήσουν ζητήματα. Ειδικότερα: Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 145 ΚΠΔ όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικαστής που την εξέδωσε διατάσσει με αίτηση του Εισαγγελέα τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή της, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν. Η διόρθωση ή συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις, τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Η άνω διάταξη αναφέρεται και στα βουλεύματα, αφού και αυτά είναι αποφάσεις -άρθρο 138 ΚΠΔ βλ. και ΑΠ 2114/2004, ΑΠ 553/85, ΑΠ 1439/97 κ.α. Μπουρόπουλο υπό 145 σελ. 212, Ζησιάδη ποινική εκδ. γ τομ. Α σελ. 199. Περιλαμβάνονται και τα βουλεύματα αυτού τούτου του Αρείου Πάγου [βλ. ΑΠ 1275/91, ΑΠ 2114/2004 κ.α.]. Τη διόρθωση πράττει το συμβούλιο που εξέδωσε το βούλευμα του οποίου ζητείται η διόρθωση [βλ. ΑΠ 513/2005]. Να τονισθεί ότι κριτήριο και σημείο αναφοράς του λάθους -παραδρομής είναι αυτά που όντως συνέβησαν και πράγματι αποφασίστηκαν -πρβλ. ΑΠ 1499/2005 Μπουρόπουλο ό.π. σελ. 211, ΑΠ 444/81 -Ολ. ΑΠ 1137/2002 κ.α.- 'Ετσι και κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ βλ. ΑΠ 1703/2006 τμ Β2 Νοβ 2007 σελ. 672.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως το διατακτικό της υπ'αριθμ. 1080/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου -σε συμβούλιο- διορθωθεί στο άνω σημείο ως εξής: "
Απορρίπτει την από 21-7-2010 αίτηση του Γ. Λ. του Ζ. για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την 1198/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης." και διαγραφεί η φράση "
Απορρίπτει το συνεισαγόμενο αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση.".
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των παραγρ. 1 και 2 του αρ. 145 ΚΠΔ προκύπτουν τα επόμενα: Όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο το δικαστήριο που αποφαίνεται γι' αυτό, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωση της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή συμπλήρωση της αποφάσεως μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις και από τα όσα αναφέρονται στην ταυτότητα του κατηγορούμενου, τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Ως διόρθωση της αποφάσεως εννοείται η αποκατάσταση της πραγματικής βουλήσεως του δικαστηρίου, με την αποβολή στοιχείων ξένων προς αυτήν που παρεισέφρησαν στο κείμενο της ή με την παράθεση σ' αυτό στοιχείων αναγκαίων, που παραλείφθηκαν από αυτό, από παραδρομή ή αβλεψία ή από άλλη παρόμοια αιτία και όχι η άρση των σφαλμάτων που δημιουργούν ακυρότητα, ή των ουσιαστικών σφαλμάτων, τα οποία είναι αντικείμενο της κρίσης του ανωτέρου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υποθέσεως μετά από άσκηση ένδικου μέσου. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται και στα βουλεύματα αφού και αυτά είναι αποφάσεις (άρθρο 138 ΚΠΔ) τη διόρθωση δε πράττει το Συμβούλιο που εξέδωσε το βούλευμα του οποίου ζητείται η διόρθωση.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας με την υπ'αριθμ. 1080/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η από 21-7-2010 αίτηση του Γ. Λ. για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας η οποία έχει περατωθεί με την υπ'αριθμ. 1198/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Όπως όμως προκύπτει από προφανή παραδρομή στην μεν σελ. 13 σειρά 20 του σκεπτικού αντί του ορθού "Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης", αναγράφεται το εσφαλμένο "Τριμελούς Εφετείου Αθηνών", στο δε διατακτικό αυτής αντί του ορθού "με την 1198/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου" αναγράφεται το εσφαλμένο "με την υπ'αριθμ.2139/2005". Επίσης στο διατακτικό αυτής ετέθει από προφανή παραδρομή η άσχετη με την υπόθεση φράση: "
Απορρίπτει το συνεισαγόμενο αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση". Συντρέχει επομένως περίπτωση να διαταχθεί η διόρθωση της παραπάνω αποφάσεως κατά τα εσφαλμένα σημεία της και να διαταχθεί η διαγραφή της ως αν ασχέτου φράσεως .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την διόρθωση της υπ'αριθμ.1080/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου - συμβούλιο-με την οποία απερρίφθει η από 21-7-2010 αίτηση του Γ. Λ. για επανάληψη της διαδικασίας: α)ως προς το σκεπτικό αυτής (σελ. 13 σειρά 20) από το εσφαλμένο "Τριμελούς Εφετείου Αθηνών" στο ορθό "Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης" και β)ως προς το διατακτικό αντί του εσφαλμένου "με την υπ'αριθμ.2139/2005" στο ορθό "με την 1198/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου" Και Διαγράφει την φράση: "
Απορρίπτει το συνεισαγόμενο αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2011.
Eκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ?? ?? ?? ?? 1817/2011 - σελ.2 8
|
Διατάσσει την διόρθωση της υπ' αριθμ. 1080/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου - συμβούλιο-.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1815/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Δ. Π. του Ν. , κατοίκου ... και 2)Χ. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πολιτικό, για αναίρεση της υπ'αριθ.15800/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Μαΐου 2011 δύο (2) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 619/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι από 9-5-2011 (υπ` αριθμό πρωτ. 42 και 43/2011) αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Δ. Π. και 2) Χ. Μ. , αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ` αριθμό 15800/2011 αποφάσεως του Η' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, οι οποίες ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (474 παρ.1 και 2 ΚΠΔ).
Συνεπώς, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας, πρέπει να συνεκδικασθούν. Κατά το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2081/1992 "όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται... με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 100.000 μέχρι 1.000.000 δραχμών". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ίδιου νόμου (998/1979), "η κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι' αποφάσεως του οικείου Νομάρχη, καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Επομένως, στην απόφαση που καταδικάζει για παράβαση του άρθρου 70 παρ. 1 του ν. 998/1979, πρέπει να αναφέρονται η απόφαση του Νομάρχη (ήδη Γ.Γ. της Περιφέρειας), το σχετικό σχεδιάγραμμα και η δημοσίευση αυτών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και αν πρόκειται για δημόσια ή ιδιωτική έκταση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ' ΚΠΔ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ` έφεση, με την προσβαλλόμενη 15800/2011 απόφασή του, δέχθηκε στο σκεπτικό της, ότι από τα κατ` είδος μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες πράξεις της από κοινού παράνομης εκχέρσωσης αναδασωτέας δασικής εκτάσεως, ήτοι ότι: "Οι εκκαλούντες στη δασική θέση Προφάρτα της δασικής περιφέρειας του δήμου Κορωπίου Αττικής κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου 2009 καθώς και σε ανεξακρίβωτες ημερομηνίες με πρόθεση προέβησαν από κοινού στην εκχέρσωση ρίψη μπαζών, χωμάτων και παλαιών ελαστικών σε έκταση 9.040 στρεμμάτων που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ'αρ.146995 ΠΕ/23-1-1936 Απόφαση Υπ.Γεωργία με αποτέλεσμα να καταστραφεί η δασική βλάστηση από πουρνάρια και σχίνα. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Μ. ότι η ρίψη έγινε σε δικό του αγροτεμάχιο, το οποίο εξαιρείται της παραπάνω απόφασης καθότι είναι καλλιεργήσιμη γεωργική έκταση, απορρίπτεται ουσιαστικά αβάσιμος ως αναπόδεικτος.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι εκκαλούντες για την πράξη που κατηγορούνται και περιγράφεται λεπτομερώς στο διατακτικό της παρούσας, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντος Μ. ότι η επίδικη έκταση είναι γεωργική και όχι δασική" Στο διατακτικό της, η απόφαση δέχθηκε επί λέξει, τα παρακάτω: "
Κηρύσσει ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: Ενεργούντες από κοινού στη δασική θέση Προφάρτα της δασικής περιφέρειας του δήμου Κορωπίου Αθηνών κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου 2004 και σε μη εξακριβωθείσα ακριβή ημερομηνία, με πρόθεση προέβη στην εκχέρσωση έκτασης που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα, ενώ αυτό απαγορεύεται. Η χρηματική ποινή δε, που επιβάλλεται για κάθε 100 τ.μ.που καταστρέφονται ανέρχεται στο ποσόν των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δρχ., για καταστροφή δε πέραν το ενός στρέμματος αναδασωτέα εκτάσεως αυξάνεται σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) δρχ. για κάθε επιπλέον 100 τ.μ. αναδασωτέας εκτάσεως που καταστρέφονται. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι σε έκταση εμβαδού 9,040 στρεμμάτων που βρίσκεται στην ανωτέρω δασική θέση και η οποία έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ'αριθ.14695 ΠΕ/23-1-1936 απόφαση Υπ.Γεωργίας προέβησαν στην εκχέρσωση και ρίψη χωμάτων, παλαιών ελαστικών και επίστρωση αυτών, με αποτέλεσμα να καταστραφεί η φυόμενη δασική βλάστηση από πουρνάρια και σχίνα". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της ανωτέρω πράξεως, που τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 70 παρ.1 εδ. α' του Ν. 998/1979, όπως κατά τα άνω αντικαταστάθηκε και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους εις έκαστο, την οποία ανέστειλε επί 3ετία και χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) €. Έτσι, όμως κρίνοντας το ως άνω Δικαστήριο, στέρησε την απόφασή του της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του ότι η αναφερόμενη απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (Νομάρχη και ήδη Γ.Γ. Περιφερείας), με την οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα η δασική έκταση, την οποία εκχέρσωσαν παράνομα οι αναιρεσείοντες, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αν αυτή συνοδευόταν από σχεδιάγραμμα της αναδασωτέας έκτασης, στο οποίο καθορίζονται λεπτομερώς τα όρια, προς αποφυγή σύγχυσης με τα όμορα ιδιωτικά ακίνητα και του οποίου σχεδιαγράμματος η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σε κάθε περίπτωση είναι υποχρεωτική. Επομένως ο, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, πρώτος λόγος και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς τους δύο αναιρεσείοντες, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων των αναιρέσεων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 15800/2011 απόφαση του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δασικές εκτάσεις. Παράνομη εκχέρσωση δασικής έκτασης. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναιρεί την προσβαλλομένη απόφαση για τον ως άνω λόγο, αφού δεν αναφέρει αν η επικληθείσα απόφαση Υπ. Γεωργίας (μετέπειτα Νομάρχη), με την οποία χαρακτηρίσθηκε ως αναδασωτέα έκταση τμήμα δασικής έκτασης, δημοσιεύτηκε στην ΕτΚ, καθώς και αν η απόφαση αυτή συνοδευόταν από σχεδιάγραμμα της εν λόγω εκτάσεως, στο οποίο καθορίζονται λεπτομερώς τα όρια αυτής προς αποφυγή συγχύσεως με όμορα ακίνητα.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1813/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων Β. Λ. του Τ., κατοίκου ..., Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάνο Πρόκο περί αναιρέσεως της 219/2011 αποφάσεως Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Γ' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Μαρτίου 2011 και 24 Μαρτίου 2011 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 465/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, 1)η από 30-3-2011 ( υπ` αριθμό πρωτ. 747/2011) και 2) η από 24-3-2011 ( υπ` αριθμό πρωτ. 40/2011), αιτήσεις αναιρέσεως των, α) Β. Λ. και β) Ι. Κ. αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ` αριθμό 219/2011 αποφάσεως του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Συνεπώς, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας, πρέπει να συνεκδικασθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 περ. θ' του Ν.3459/2006 (Κ.Ν.Ν.), "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ τιμωρείται όποιος: α)..... θ) Διαθέτει σε άλλους οποιονδήποτε χώρο για χρήση ναρκωτικών ή διευθύνει κατάστημα στο οποίο γίνεται κατά σύστημα χρήση ναρκωτικών ή αποτελεί μέλος του προσωπικού τέτοιου καταστήματος και γνωρίζει τη χρήση αυτή".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ` αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Το δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την παραδοχή ή την απόρριψη ενός ισχυρισμού, μόνον όταν αυτός συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, όχι δε και όταν ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, διότι η αιτιολογία ως προς τους τελευταίους εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ` αριθμό 219/2011 απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ` είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 ε' Π.Κ, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή είκοσι (20.000) ευρώ έκαστος, για παράβαση του ν. για τα ναρκωτικά και ειδικότερα, για την αξιόποινη πράξη της από κοινού διεύθυνσης καταστήματος, στο οποίο γίνεται χρήση ναρκωτικών, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στην περιοχή του ..., επί της λεωφόρου ..., λειτουργεί, από το έτος 1989, κέντρο διασκεδάσεως με τις διαδοχικές ονομασίες "...", "..." και "..., με νόμιμη άδεια λειτουργίας της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, που έχει εκδοθεί στο όνομα της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "ΕΠΕ Τ. Μ. και Σια", εκπροσωπούμενη τυπικά από το 2ο και 3ο των εκκαλούντων κατηγορουμένων (Μ. και Δ. αντιστοίχως).... "Η άδεια λειτουργίας κέντρο διασκεδάσεως στο προαναφερθέν ακίνητο της εν λόγω ΕΠΕ ανανεώθηκε αρμοδίως από το έτος 2002, υπό τον αριθμό 4389/8-11-2002, κατόπιν της από 26-2-2002 αιτήσεως της ΕΠΕ, ως νόμιμος δε εκπρόσωπος της τελευταίας αναφέρεται ο 1ος των εκκαλούντων κατ/νων (Β. Λ.), ο οποίος αποδείχθηκε ότι ήταν, από κοινού με τον 4ο των κατ/νων (Ι. Κ.) αφανείς συμμισθωτές και συνεκμεταλλευτές της επιχείρησης του κέντρου διασκεδάσεως με την ονομασία ..., που, από το έτος 2002 και εφεξής, λειτουργούσε στο επί της Λεωφόρου ... ακίνητο ιδιοκτησίας, όπως προελέχθη, του 2ου κατ/νου, στη λειτουργία της οποίας (επιχείρησης) ουδεμία ανάμιξη είχαν τόσο αυτός ο τελευταίος (2ος κατ/νος)... "όσο και 3ος κατ/νος.... "Στο εν λόγω κέντρο διασκεδάσεως, με τη λειτουργία του οποίου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ασχολούντο αποκλειστικά οι 1ος και 4ος των κατ/νων (Λ. και Κ. αντιστοίχως), διοργανώνονταν, ιδίως τις Παρασκευές, τα Σάββατα και τις Κυριακές, οπότε λειτουργούσε μέχρι πρωίας, πάρτυ, στη διάρκεια των οποίων παιζόταν κυρίως μουσική TECHNO, με 500-800 θαμώνες κάθε βράδυ, ιδίως νεαρά άτομα, που κατανάλωναν αλκοόλ και χόρευαν υπό τους ήχους της μουσικής, πολλά δε από αυτά έκαναν χρήση, μέσα και έξω από το κατάστημα διαφόρων ναρκωτικών ουσιών, κυρίως των χαπιών ecstasy, που, ή τα έφερναν μαζί τους ή τα προμηθεύονταν από διακινητές ναρκωτικών ουσιών μέσα στο κατάστημα, αλλά και έξω από αυτό, είχαν γίνει δε, κατά καιρούς, πολλές καταγγελίες στο Αστυν. Τμήμα Αγίου Δημητρίου για την επικρατούσα στο κέντρο αυτό κατάσταση, καθώς και αρκετές συλλήψεις, με παραπομπή στον αρμόδιο Εισαγγελέα διαφόρων ατόμων για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών ουσιών, ενώ είχε ζητηθεί, δια της αστυνομίας, από το Δήμο Αγίου Δημητρίου η ανάκληση της λειτουργίας του καταστήματος, πράγμα που ποτέ δεν έγινε, Στις 12-12-2004, μετέβησαν στο κατάστημα για έλεγχο 12 αστυνομικοί του Αστυν. Τμήματος του Αγίου Δημητρίου, από τους οποίους οι 4 εισήλθαν στο κατάστημα και οι υπόλοιποι 8 έμειναν έξω, συνέλαβαν δε εκείνο το βράδυ, για κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών 9 άτομα, και συγκεκριμένα τους Γ. Λ., Ι. Π., Α. Ν., Δ. Α., Ι. Κ., Α. Π., Ν. Π., F. M. και Κ. Κ., από τους οποίους ορισμένοι παραδέχθηκαν ότι τις ναρκωτικές ουσίες, που καταλήφθηκαν να κατέχουν, τις είχαν αγοράσει εντός του καταστήματος ... (πρώην ...). Όλοι οι ανωτέρω διώχθηκαν ποινικά για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών για δική τους χρήση, αλλά έπαυσε η κατ' αυτών ασκηθείσα ποινική δίωξη υφ' όρον, σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 3346/2005.Οι 4 αστυνομικοί που εισήλθαν για έλεγχο στο εσωτερικό του καταστήματος, διαπίστωσαν ότι από τα άτομα (Θαμώνες) που βρισκόταν εκεί, μερικά έδειχναν ζαλισμένοι, άλλα ήταν πεσμένοι στο έδαφος, αρκετά συνωστίζονταν στις τουαλέτες και ορισμένα έκαναν χρήση ναρκωτικών ουσιών, χωρίς όμως να καταστεί δυνατόν συλληφθούν λόγω του συνωστισμού και του σκότους, πράγμα που επιβεβαίωνε την ανώνυμη καταγγελία του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων κάποιου από τα σχολεία της περιοχής, σχετικά με τα διαδραματιζόμενα στο επίμαχο κατάστημα και για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους. Από τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι, στη διάρκεια του έτους 2004 και μέχρι την 12-12-2004, στο κέντρο διασκεδάσεως ... το οποίο συνεκμετελλεύονταν, ως συμμισθωτές οι 1ος και 4ος των εκκαλούντων κατ/νων (Λ. και Κ. αντιστοίχως) γινόταν εν γνώσει των τελευταίων συστηματική χρήση απαγορευμένων ουσιών, όπως ecstasy, special key, (κετανίνης) και άλλων από νεαρούς θαμώνες, που πήγαιναν εκεί να διασκεδάσουν και να χορέψουν, γνωρίζοντας ότι μπορούσαν από το κατάστημα αυτό να προμηθευτούν ναρκωτικές ουσίες και να κάνουν χρήση αυτών. Η γνώση του 1ου και 4ου των κατ/νων προκύπτει, ανεξαρτήτως παντός άλλου, και από τις επανειλημμένες καταγγελίες κατ' αυτών, από το ότι, ευρισκόμενοι και οι ίδιοι και εργαζόμενοι εντός του καταστήματος, έβλεπαν τα τεκτενόμενα εκεί, ήτοι τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και τη χρήση τους από νεαρούς θαμώνες, οι οποίοι συχνά ζαλίζονταν και έπεφταν καταγής. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι οι εν λόγω δύο κατ/νοι τελούσαν την πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, όπως έχουν καταδικασθεί πρωτοδίκως. Με βάση τα προεκτεθέντα, αφού απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του 1ου των εκκαλούντων κατ/νων (Β. Λ.) για εξ αμελείας τέλεση του αδικήματος (επικουρική προβολή του ισχυρισμού), γίνουν δε δεκτοί οι αυτοτελείς ισχυρισμοί αυτού και του 4ου των κατ/νων α) ότι δεν τέλεσαν την πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και β) για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, ήτοι ότι συμπεριφέρθηκαν για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους καλά, απορριφθεί δε ο αυτοτελής ισχυρισμός και των δύο για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ (πρότερος έντιμος βίος), δεδομένου ότι το γεγονός ότι έχουν λευκό ποινικό μητρώο δεν είναι αρκετό, από μόνο του, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να θεμελιώσει το αίτημα για αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού, χωρίς την παράθεση και απόδειξη και άλλων στοιχείων, πρέπει οι 1ος και 4ος των εκκαλούντων κατ/νων, να κηρυχθούν ένοχοι της παραβάσεως του άρθρου 5 περ. θ' του ν. 1729/1987, όπως ήδη ισχύει, κωδικοποιηθείς με τον ν. 3459/2006 (αντίστοιχη διάταξη εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 περ. θ'), χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 του ν. 1729/1987 ενώ πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι 2ος και 3ος των εκκαλούντων κατηγορουμένων (Μ. και Δ. αντιστοίχως)".
Με τις παραδοχές αυτές, η παραπάνω προσβαλλομένη απόφαση, περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω, αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1, α, 27παρ.1, 98 του Π.Κ και άρθρο 20 παρ.1 περ.θ' ν. 3459/2006, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, σε σχέση με την προβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες, με τον 1ο λόγο αναιρέσεως αιτίαση, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εν σχέσει προς τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δη ως προς την ύπαρξη άμεσου δόλου στο πρόσωπό τους , αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον το δικαστήριο αιτιολογεί πλήρως την ύπαρξη του στοιχείου αυτού με την παραδοχή όσων στο σκεπτικό κατά τα άνω προαναφέρθηκαν και ειδικότερα με την παραδοχή του ότι: "στο κέντρο ... το οποίο συνεκμεταλλεύονταν ως συμμισθωτές, οι 1ος και 4ος των εκκαλούντων ( Λ. και Κ. αντιστοίχως) γινόταν εν γνώσει των τελευταίων συστηματική χρήση απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών.......Η γνώση των 1ου και 4ου των κατ/νων προκύπτει, ανεξαρτήτως παντός άλλου και από τις επανειλημμένες καταγγελίες κατ` αυτών, από το ότι ευρισκόμενοι και οι ίδιοι και εργαζόμενοι εντός του καταστήματος, έβλεπαν τα τεκταινόμενα εκεί, ήτοι τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και τη χρήση τους από νεαρούς θαμώνες, οι οποίοι συχνά ζαλίζονταν και έπεφταν καταγής". Περαιτέρω, ο 1ος αναιρεσείων αιτιάται με τον αυτό ως άνω, 1ο λόγο αναιρέσεώς του, ότι δεν απαντήθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του και ειδικότερα: α) ο ισχυρισμός του, ο σχετικός με την ανυπαρξία παροχής, από την πλευρά του, προς τους φερομένους ως χρήστες ναρκωτικών ουσιών, οποιασδήποτε υπηρεσίας προστασίας τους β)ο ισχυρισμός του, με τον οποίο κατηγορηματικά αρνήθηκε το αναγκαίο προς κατάφαση της ενοχής του στοιχείο, ότι δηλαδή η χρήση ναρκωτικών στο ένδικο κατάστημα είχε την έννοια μιας οιονεί δεύτερης επιχειρηματικής του δραστηριότητας γ)ο ισχυρισμός του, με τον οποίο κατηγορηματικά αρνήθηκε ότι συνέτρεξε οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο, από το οποίο να προέκυψε ότι εάν δεν λειτουργούσε το ένδικο κατάστημα δεν θα συντελείτο η χρήση ναρκωτικών ουσιών δ)ο ισχυρισμός με τον οποίο κατηγορηματικά αρνήθηκε ότι το ως άνω κατάστημα ήταν πρόσφορος χώρος για χρήση ναρκωτικών ουσιών αφού τα μέτρα προστασίας που είχαν ληφθεί απέτρεπαν ακόμη και οποιαδήποτε σχετική σκέψη. ε) ο ισχυρισμός του ο σχετικός με τη διατήρηση προσωπικού ασφαλείας προς έλεγχο των πελατών κατά την είσοδο τους και προς αποτροπή οποιασδήποτε έκνομης ενέργειας κατά την παραμονή τους στο εσωτερικό τον καταστήματος, στ) ο ισχυρισμός του ο σχετικός με τη διατήρηση στενότατης από την πλευρά του επαφής και συνεργασίας με τις αρμόδιες διωκτικές αρχές προς τις οποίες προσέφερα πάντοτε ακώλυτα και απροφάσιστα οποιαδήποτε συνδρομή εζητείτο, ζ)ο ισχυρισμός του ο ότι ουδεμία χρήση ναρκωτικών ουσιών αποδείχθηκε ή πολύ περισσότερο διαπιστώθηκε από τις αρμόδιες διωκτικές αρχές εντός των χώρων του καταστήματος, η) ο ισχυρισμός του ο σχετικός με την ανυπαρξία οποιασδήποτε άλλης ενέργειας και οποιουδήποτε άλλου μέτρου που είτε θα ήταν δυνατόν είτε θα έπρεπε να έχει ληφθεί προκειμένου να αποτραπεί η εντός του καταστήματος χρήση ναρκωτικών ουσιών θ) ο ισχυρισμός του ότι η επιτυχία των μέτρων που είχαν ληφθεί προς αποτροπή χρήσης ναρκωτικών ουσιών, εντός του καταστήματος αποδείχθηκε από δύο (2) αναμφισβήτητα στοιχεία, δηλαδή από το γεγονός ότι ουδείς πελάτης, ουδείς υπάλληλος συνελήφθη να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών εντός του καταστήματος και από το γεγονός ότι τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, παρά την εμπειρία τους, παρά τις αυξημένες -λόγω της ιδιότητας τους- δυνατότητες και παρά το γεγονός ότι είχε ανατεθεί σε αυτά το ειδικό έργο της αναζήτησης χρηστών και εμπόρων ναρκωτικών ουσιών εντός του καταστήματος, όχι μόνο δεν διαπίστωσαν χρήση ναρκωτικών εντός του καταστήματος, όχι μόνο δεν διαπίστωσαν διακίνηση ναρκωτικών ουσιών εντός του καταστήματος, αλλά δεν διαπίστωσαν και οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη της διεύθυνσης η του προσωπικού του καταστήματος που να διευκολύνει τη χρήση.
Επίσης ,ο 2ος αναιρεσείων αιτιάται με τον αυτό ως άνω 1ο λόγο αναιρέσεώς του, ότι δεν απαντήθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του και ειδικότερα: α)ο ισχυρισμός του, ο σχετικός με την ανυπαρξία παροχής από την πλευρά του προς τους φερομένους ως χρήστες ναρκωτικών ουσιών οποιασδήποτε υπηρεσίας προστασίας του β ο ισχυρισμός του, ο σχετικός με την κατηγορηματική άρνηση του αναγκαίου προς κατάφαση της ενοχής του στοιχείου, ότι δηλαδή η χρήση ναρκωτικών στο ένδικο κατάστημα είχε την έννοια μιας οιονεί δεύτερης επιχειρηματικής του δραστηριότητας γ) ο ισχυρισμός του, ο σχετικός με την κατηγορηματική άρνησή του ότι συνέτρεξε οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο από το οποίο προέκυψε ότι εάν δεν λειτουργούσε το ένδικο κατάστημα δεν θα συντελείτο η χρήση ναρκωτικών ουσιών δ) ο ισχυρισμός του, ότι ουδεμία χρήση ναρκωτικών ουσιών αποδείχθηκε ή πολύ περισσότερο διαπιστώθηκε από τις αρμόδιες διωκτικές αρχές εντός των χώρων του καταστήματος ε) ο ισχυρισμός του, ότι ουδέποτε υπήρξε ουσιαστικός διαχειριστής της επιχείρησης, τύποις μόνο, ( όπως εμφαίνεται και από το καταστατικό της ΕΠΕ, της οποίας αληθινός Διαχειριστής υπήρξε ο Α. Μ. στ)ο ισχυρισμός του, ότι κατά τη χρονική περίοδο κατά την οποία έλαβε χώρα η πράξη που του αποδίδεται είχε ήδη αποχωρήσει από την ούτως ή άλλως τύποις διαχείριση του καταστήματος, αφού ήδη από το έτος 1999 είχε άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Οι παραπάνω αιτιάσεις, αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, θα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Και τούτο γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί, είναι αρνητικοί της κατηγορίας και όχι αυτοτελείς και δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει ειδικώς επί αυτών, η αιτιολογία δε, ως προς αυτούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή, σύμφωνα και με όσα, στην εν αρχή, νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Εξάλλου με τις ανωτέρω αιτιάσεις, υπό την επίκληση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω ο 1ος λόγος αμφοτέρων των αναιρέσεων, περί έλλειψης ειδικής αιτιολογίας τόσο ως προς την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος όσο και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς (άρθρο 510 παρ. 1 Δ ' Κ.Ποιν.Δ.) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος ο 2ος λόγος αμφοτέρων των αναιρέσεων περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και δη του άρθρου 20 παρ.1 περ.θ' του Ν. 3459/2006, λόγω υπάρχουσας ασάφειας σε σχέση με την ιδιότητα του διευθυντή του καταστήματος υπό την οποία καταδικάσθηκαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογεί, κατά τα εκτεθέντα στην ανάλυση του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης, την ιδιότητα των κατηγορουμένων ως " Διευθυνόντων" το εν λόγω κατάστημα με τις παραδοχές του , ότι ο 1ος εξ αυτών αναφερόταν στην άδεια λειτουργίας του, ως εκπρόσωπος της ΕΠΕ, η οποία ( άδεια λειτουργίας) ανανεώθηκε το έτος 2002 υπό τον αριθμό 4389/8-11-2002 και ήταν από κοινού με τον 2ο από το έτος 2002 και εφεξής, αφανείς συμμισθωτές και συνεκμεταλλευτές της επιχείρησης και ότι με τη λειτουργία του καταστήματος ασχολούνταν μόνο αυτοί οι δύο. Άλλωστε και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται, ρητά αναφέρεται, ότι "οι κατηγορούμενοι από κοινού λειτουργούσαν και διεύθυναν το ανωτέρω κατάστημα". Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, ο 2ος λόγος αμφοτέρων των αναιρέσεων, περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 Ε ' Κ.Π.Δ.), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επομένως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 30-3-2011 ( υπ` αριθμό πρωτ. 747/2011) και από 24-3-2011 (υπ` αριθμό πρωτ. 40/2011) αιτήσεις αναιρέσεως των α) Β. Λ. και β) Ι. Κ. αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ` αριθμό 219/2011 αποφάσεως του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Διεύθυνση καταστήματος στο οποίο γίνεται χρήση ναρκωτικών. Πραγματικά περιστατικά.. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δόλος. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί. Αιτιολογημένη απόρριψη τους. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1811/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σταμούλας Ψύχα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Θ. Χ. του Ν., ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μπλαβέρη περί αναιρέσεως της με αριθμό 663/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Απριλίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 651/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 ΚΠΔ συνάγεται ότι στον εκκαλούντα κατηγορούμενο παρέχεται δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν έχει τη δυνατότητα να εμφανισθεί στο δικαστήριο για να υποστηρίξει την έφεσή του από λόγους ανώτερης βίας κ.λ.π. Η παραδοχή του εν λόγω αιτήματος υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Όμως, εφόσον τούτο απορρίπτει το αίτημα περί αναβολής της δίκης, πρέπει να διαβάλει στη σχετική απορριπτική απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία υπάρχει όταν εκτίθενται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την αναβολή της δίκης. Σε διαφορετική περίπτωση ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ο οποίος μπορεί να αντιταχθεί από τον εκκαλούντα κατά της απόφασης, που απέρριψε το αίτημα περί αναβολής της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση 663/2011 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, απέρριψε το αίτημα περί αναβολής της δίκης στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης της εκκαλούσας- κατηγορουμένης, που υποβλήθηκε από την ίδια, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Για την απορριπτική κρίση του επί του εν λόγω αιτήματος αναβολής της δίκης το πιο πάνω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ακόλουθη κατά λέξη αιτιολογία: "Η εκκαλούσα υπέβαλε αίτημα αναβολής στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης λόγω ασθενείας του ωστόσο δεν πιθανολογήθηκε κατά την κρίση μας ο λόγος της αναβολής, καθόσον στην από 26-1-2011 δήλωση του το εν λόγω συνηγόρου, δεν αναφέρεται η ασθένεια από την οποία πάσχει ο δηλών, ούτε επίσης γίνεται λόγος για τα συμπτώματα αυτής που δεν του επιτρέπουν την εκπροσώπηση της εντολέως του". Ως εκ τούτου θα πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα της αναβολής ως αβάσιμος". Η παραπάνω αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο, που την εξέδωσε, δέχθηκε ανέλεγκτα με πλήρη και σαφή αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή στο πρόσωπο του πιο πάνω συνηγόρου σημαντικού αιτίου, ήτοι ασθένειας, που να καθιστά αδύνατη την εμφάνισή του στο Δικαστήριο και την εκπροσώπηση σ' αυτό της εκκαλούσας, δεδομένου μάλιστα ότι στην από 26.1.2011 δήλωση του εν λόγω συνηγόρου δεν αναφέρεται καν η ασθένεια του τελευταίου. Άρα ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ίδιου Κώδικα περί της κατ' άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απάντησε επί του πιο πάνω αιτήματος αναβολής και έτσι η εκκαλούσα δεν στερήθηκε του δικαιώματος που είχε να ζητήσει αναβολή της δίκης.
Επειδή, κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του Νόμου 1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ. 11 του Νόμου 1512/85, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 13 του Νόμου 2242/1994σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1,3 Ν. 1577/85, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του Νόμου 2831/2000, "οι ιδιοκτήτες, οι εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 6 μηνών και με χρηματική ποινή 5.000 ευρώ μέχρι 50.000 ευρώ, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου κτίσματος και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Με την ίδια ποινή τιμωρούνται και οι μηχανικοί που εκπόνησαν τη μελέτη. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο και με χρηματική ποινή από 2.000 μέχρι 10.000 ευρώ. Για απλές υπερβάσεις αδείας κατασκευής μπορεί να επιβληθεί ποινή μειωμένη". Η καταδικαστική, εξάλλου, απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελεί, όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι " η κατηγορουμένη ενεργώντας με πρόθεση, στον χρόνο και στον τόπο που αναφέρονται στο διατακτικό, τέλεσε την πράξη που της αποδίδεται στο διατακτικό, όπως αυτή συγκροτείται από τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αυτή και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, κατά το ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό". Στη συνέχεια το προδιαληφθέν Δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη του ότι " Στο ... στις 7-7-06 με πρόθεση προέβη σαν ιδιοκτήτρια στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος ή στην εκτέλεση αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών, ειδικότερα με την ιδιότητα της αυτή προέβη: 1) στην κατασκευή ισογείου κτίσματος από φέροντα οργανισμό οπλισμένο σκυρόδεμα διαστάσεων (4,10x9,00)=36,90 και ύψος 3,40 με χρήση γραφείο και έκθεση ξυλουργικού εργοστασίου. 2) Κατ' επέκταση αυτού κτίσμα με επικάλυψη ελλενίτ διαστάσεων (20.00+18,10)x 0,50x9,00= 171,45 τ.μ και μέσου ύψους 4,50μ με χρήση εργοστασίου ξυλουργική" 3) κατασκευή β' ορόφου από ALFA BLOK και επικάλυψη πάνελ διαστάσεων (3,50x7,20)+(1,80x4,70)=33,66 τ.μ και ύψους 3.00μ με χρήση κατοικία. 4) στεγασμένες βεράντες στην όψη και στην πίσω όψη διαστάσεων (1,20x1,80)+(7,20x1,80)x2=30,24 και ύψους 2,80 μ., σε ακίνητο της οδό Λ. Δημοκρατίας, καθ' υπέρβαση της .../73 οικοδομικής άδειας χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμοδίου Πολεοδομικής Υπηρεσίας". Επέβαλε δε σ' αυτή ποινή φυλάκισης έξι μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27 παρ. 1 ΠΚ, 17 παρ. 1, 8 Ν. 1337/1983, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη, όπως προαναφέρθηκε, να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Συγκεκριμένα δε από το όλο περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και συνεκτίμησε μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με βεβαιότητα, και την κατάθεση του αναφερόμενου στο προοίμιο αυτής μάρτυρα υπεράσπισης Σ. Φ., για την οποία αβασίμως, περί του αντιθέτου, αιτιάται την προσβαλλόμενη ο αναιρεσείων. Αναφέρονται, επίσης, αναλυτικά, και τα θεμελιούντα, όπως προαναφέρθηκε, την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του προδιαληφθέντος εγκλήματος, περιστατικά.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ενώ, ως προς τη διαλαμβανόμενη σ' αυτόν αιτίαση, ότι το Δικαστήριο δεν έκανε συσχέτιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των απ' αυτά προκυψάντων περιστατικών, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και, δεδομένου ότι δεν υφίσταται άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 12 Απριλίου 2011, αίτηση της Θ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της ΑΤ 663/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση, για αυθαίρετη κατασκευή. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με το αίτημα αναβολής, τα αποδεικτικά μέσα και την ενοχή, καθώς και εκείνος για ακυρότητα του άρθρου 170 παρ. 8 ΚΠΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1807/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Α. Π. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ - ΔΕΗ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2047/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6478/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 9527β'/ 7-10-2010 έκθεση επιδόσεως του Ι. Χ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση αναιρέσεως ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 143 παρ.3). Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσείοντος, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.2 του ν. 435/1976, "Εις πάσαν περίπτωσιν μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως ο μισθωτός δικαιούται από της πρώτης ώρας, πέραν των εκ των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεών του και ίσης, προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου του, προσθέτου αποζημιώσεως". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.1 του π.δ. της 27-6/4-7-1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 515/1970 "Υπερωριακή απασχόλησις του προσωπικού συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος επιτρέπεται: α) μετά προηγούμενην επίδοσιν εις την αρμοδίαν Επιθεώρησιν Εργασίας (...) εγγράφου αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως, (...) και β) υπό τον όρον ότι τηρείται υπό του οικείου εργοδότου ειδικόν βιβλίον υπερωριών υπό τύπον ημερολογίου, θεωρούμενον υπό της αρμοδίας Επιθεωρήσεως Εργασίας, προ πάσης χρησιμοποιήσεώς του". Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 264/1973 και ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 παρ.11 του ν. 3863/2010, "Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδονται κάθε φορά μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, καθώς και του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ επί πλέον των για κάθε κατηγορία επιτρεπόμενων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης, στις περιπτώσεις: α) επείγουσας φύσης εργασίας, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη ως μη επιδεχόμενη αναβολή και β) εξαιρετικά επείγουσας εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Για την κατά τα ανωτέρω υπερωριακή απασχόληση το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται αυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν ο αρμόδιος Υπουργός χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών καθίσταται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη επίδοση εγγράφου αναγγελίας στην αρμοδία επιθεώρηση εργασίας (ΟλΑΠ 1772/1981). Οι εν λόγω αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης είναι ατομικές, αφορούν σε συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ και στην εξυπηρέτηση περιοριστικώς αναφερομένων αναγκών, εκδίδονται σε κάθε περίπτωση ύστερα από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή τη συγκεκριμένη υπηρεσία, τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η εργασία πέραν του νομίμου, μεγίστου ωραρίου ημερήσιας απασχόλησης, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού. Και δεν απαιτείται να προσδιορίζονται στην απόφαση, ονομαστικώς, οι εργαζόμενοι που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθ' όσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, ποιοι από τους μισθωτούς του θα εργασθούν, νομίμως, υπερωριακά. Εξ άλλου, η διαπίστωση του γεγονότος ότι πρόκειται για εργασία επειγούσης φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβεβλημένη και δεν επιδέχεται αναβολή ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια διοικητική αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, του οποίου η κρίση περί της συνδρομής της εν λόγω ουσιαστικής προϋπόθεσης δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1393/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο αναιρεσείων, από την 11-7-1976, συνδεόταν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με την αναιρεσίβλητη και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-5-2003 απασχολήθηκε ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, στον ατμοηλεκτρικό σταθμό Λαυρίου. Ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα και για την αντιμετώπιση υπηρεσιακών αναγκών που ήσαν απαραίτητες και δεν επιδέχονταν αναβολή, ο αναιρεσείων απασχολήθηκε υπερωριακώς επί 2.213 ώρες συνολικά, όπως προέκυπτε από τις μισθολογικές καταστάσεις της αναιρεσίβλητης και ουδόλως αμφισβητείτο από αυτήν. Ότι για τις υπερωρίες αυτές είχε χορηγηθεί άδεια με τις ειδικά μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, που είχαν εκδοθεί ύστερα από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και κάλυπταν ολόκληρο το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Ότι μετά την έκδοση των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων η υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος ήταν νόμιμη, ανεξάρτητα προς το αν η αναιρεσίβλητη είχε τηρήσει τη διατύπωση της αναγγελίας προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει τις προσαυξήσεις που προβλέπονταν νομίμως για την απασχόληση αυτή. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη 2047/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την ένδικη, από 27-12-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε, πέραν των αμοιβών που είχε εισπράξει, την επιδίκαση αποζημίωσης για την εκτέλεση παρανόμων υπερωριών, επικαλούμενος το ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε επιδώσει έγγραφη αναγγελία προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και δεν τηρούσε ειδικό βιβλίο υπερωριών. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ως άνω διατάξεις, αφού εν προκειμένω, η έκδοση των κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 υπουργικών αποφάσεων είχε αναπληρώσει τις ως άνω διατυπώσεις και είχε καταστήσει νόμιμη την γενομένη υπερωριακή απασχόληση ανεξάρτητα προς τις διατυπώσεις αυτές. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-5-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 6478/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπερωριακή απασχόληση. Η κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 χορήγηση άδειας για υπερωριακή απασχόληση με απόφαση του αρμόδιου υπουργού καθιστά νόμιμες τις εκτελούμενες υπερωρίες, ανεξάρτητα προς την τήρηση των γενικών διατυπώσεων της έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας και της αναγραφής αυτών σε ειδικό βιβλίο υπερωριών. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1808/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4362/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης, με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΙΑ ΖΗΤΑ ΑΒΕΤΕ", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 930/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκειμένη αίτηση,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ιδίου Κώδικος, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Υπαρχιφύλακος Α' Α.Τ. Λάρισας ..., ο αναιρεσείων εκλητεύθη από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως, δι' επιδόσεως εις την σύνοικον ενήλικο υπάλληλό του, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην όμως δεν ενεφανίσθη κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2011 αίτηση του Β. Κ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4362/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1808/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΩΝ: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και δεν παραστάθηκε, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΚΙΛΚΙΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Κιλκίς και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μωϋσίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΣΕΡΡΩΝ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στις Σέρρες και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσερκέζη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΚΑΒΑΛΑΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καβάλα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μωϋσίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ε. Ν. του Χ. - Χ., κατοίκου ..., 3) Μ. Ν. του Χ. - Χ., κατοίκου ... και 4) Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Πετρόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 15738/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2419/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-4-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 7895γ'/ 5-7-2011 έκθεση επιδόσεως του Α. Τ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση των αναιρεσιβλήτων προς την πρώτη από τις αναιρεσείουσες για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς αυτήν. Η εν λόγω αναιρεσείουσα, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της ως άνω δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία της πρώτης από τις αναιρεσείουσες, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν και αυτή να ήταν παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
2.
Στο άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από την 14298/12-9-2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που λήφθηκε ύστερα από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αξιολογώντας τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η πρώτη εναγομένη κοινοπραξία (ήδη πρώτη από τις αναιρεσείουσες), της οποίας μέλη είναι οι λοιπές εναγόμενες (ήδη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από τις αναιρεσείουσες) συστήθηκε με σκοπό την εκμετάλλευση της λεωφορειακής γραμμής Αθηνών - Θεσσαλονίκης, για την μεταφορά επιβατών και δεμάτων από Θεσσαλονίκη προς Αθήνα και αντίστροφα. Ότι με τα από 20-11-2002 τέσσερα, πανομοιότυπα, ιδιωτικά συμφωνητικά υπό τον τίτλο "ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ", η πρώτη εναγομένη ανέθεσε δια των εκπροσώπων της σε κάθε μία από τις ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) τη διεκπεραίωση όλης της διαδικασίας έκδοσης εισιτηρίων για επιβάτες που ταξιδεύουν από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη και διακίνησης αποσκευών από το πρακτορείο (εκδοτήριο εισιτηρίων), που βρίσκεται στην Αθήνα, στον κεντρικό σταθμό υπεραστικών λεωφορείων του Κηφισού και λειτουργεί επ' ονόματί της. Ότι ειδικά στη δεύτερη από τις ενάγουσες ανέθεσε και τα καθήκοντα της προϊσταμένης κινήσεως στο εν λόγω πρακτορείο. Ότι η διάρκεια των συμβάσεων ήταν 12μηνη, αρχομένη την 1-12-2002 και λήγουσα την 30-11-2003. Ότι σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων, οι ενάγουσες ήσαν υπεύθυνες, μεταξύ άλλων, για την έκδοση εισιτηρίων, την είσπραξη του αντιτίμου, την άμεση εξυπηρέτηση των επιβατών, την ευταξία και καθαριότητα του εκδοτηρίου και την παροχή των αναγκαίων πληροφοριών προς τους ενδιαφερόμενους. Ότι οι ενάγουσες είχαν την υποχρέωση να εξυπηρετούν πάντοτε τους επιβάτες με περισσή ευγένεια και να συνδράμουν στην επίλυση οποιουδήποτε προβλήματος ανακύπτει στο εκδοτήριο. Ότι το ωράριο λειτουργίας του εκδοτηρίου είχε καθοριστεί από την πρώτη εναγομένη από ώρα 06.00 έως ώρα 24.00 και ήταν κατανεμημένο σε δύο βάρδιες, η πρώτη από ώρα 06.00 έως ώρα 15.00 και η δεύτερη από ώρα 15.00 έως ώρα 24.00, τις οποίες μοιράζονταν ανά δύο οι ενάγουσες. Ότι το ωράριο αυτό ήταν υποχρεωτικό για τις ενάγουσες, οι οποίες δεν είχαν την ευχέρεια να το αλλάζουν χωρίς τη συγκατάθεση της πρώτης εναγομένης, από την οποία ελέγχονταν ως προς την τήρησή του. Ότι ως αμοιβή, οι ενάγουσες δικαιούνταν ποσοστό 1% επί των εισπράξεων από τα εισιτήρια και από τα δέματα ή τις αποσκευές, το οποίο αυξομειωνόταν ανάλογα με τις εισπράξεις, ώστε το ποσό που λάμβανε μηνιαίως κάθε μία από αυτές να μην ξεπερνά ούτε να είναι κατώτερο των 850 ευρώ, ενώ, σε περίπτωση τζίρου μεγαλύτερου των 70.000 ευρώ από τα εκδοτήρια και την αποθήκη στον Κηφισό, θα μοιράζονταν με άλλα πρόσωπα, που είχαν αναλάβει εργολαβικά την έκδοση εισιτηρίων, ποσοστό 8% επί του συνολικού τζίρου. Ότι οι ενάγουσες ήσαν υποχρεωμένες να ασφαλιστούν στο ΤΕΒΕ και να εκδίδουν κάθε μήνα τιμολόγιο για την αμοιβή τους, μετά του σχετικού ΦΠΑ που βάρυνε την κοινοπραξία. Ότι η πρώτη εναγομένη δικαιούταν να ζητεί καθημερινά αναλυτικό λογαριασμό των εισπράξεων και οι ενάγουσες υποχρεούνταν να αποδίδουν το λογαριασμό αυτό. Ότι η πρώτη εναγομένη είχε αναλάβει αποκλειστικά το σύνολο των δαπανών λειτουργίας του πρακτορείου Αθηνών, εκτός από τη δαπάνη των υλικών καθαρισμού, που επιβάρυνε τις ενάγουσες, γιατί αυτές επιμελούνταν την καθαριότητα. Ότι παρόμοια συμφωνητικά υπογράφηκαν μεταξύ των εναγουσών και των εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης την 1-12-2003 και την 3-12-2004 με οριζόμενη διάρκεια των συμβάσεων, αντίστοιχα, έως την 30-11-2004 και την 31-5-2005. Ότι σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών οι ενάγουσες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην πρώτη εναγομένη, απασχολούμενες πάντοτε στο πρακτορείο του Κηφισού, με τα καθήκοντα που αναφέρθηκαν, από την 1-12-2002 έως και την 31-3-2005, οπότε λύθηκε πρόωρα η τελευταία σύμβασή τους. Και τέλος, ότι οι ενάγουσες υπέγραψαν τα από 30-3-2005 τέσσερα, παρόμοια, ιδιωτικά συμφωνητικά, στα οποία αναφέρεται ότι εκάστη έλαβε το ποσό των 1.700 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της πρόωρης λύσεως της συμβάσεώς της και από τα οποία δεν αποδεικνύεται ότι παραιτήθηκαν από τις ένδικες αξιώσεις τους. Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες τελούσαν σε σχέση εξάρτησης προς την πρώτη από τις αναιρεσείουσες, υποχρεούμενες να συμμορφώνονται με τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες αυτής ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας τους, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ανεξαρτησία κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Και ότι οι συμβάσεις τους, ανεξάρτητα προς την ονομασία που έλαβαν από τους ενδιαφερόμενους, έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως αβάσιμα είχαν ισχυρισθεί οι αναιρεσείουσες. Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω κρίση για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων αφ' ενός ενισχύεται από το γεγονός ότι οι αποδοχές των αναιρεσίβλητων ήσαν ίδιες κάθε μήνα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, πράγμα που προσιδιάζει στην παροχή εργασίας και όχι στην εκτέλεση έργου και αφ' ετέρου δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι ενάγουσες δεν ήταν ασφαλισμένες στο ΙΚΑ, αλλά στο ΤΕΒΕ και εξέδιδαν τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Από όλα τα παραπάνω, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος τόσο τα έγγραφα που κατάρτισαν οι διάδικοι κατά την έναρξη και τη λήξη της συνεργασίας τους όσο και αυτά που συνδέονται με την ασφάλισή τους στο ΤΕΒΕ και την έκδοση τιμολογίων παροχής υπηρεσιών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση το ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα εν λόγω έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι αναιρεσείουσες και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η συγκεκριμένη αιτίαση. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προσδιορίζεται συγκεκριμένα τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτής. Αν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση και κατ' ουσίαν, πρέπει στην αίτηση, επί πλέον, να εκτίθενται οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 778/2009). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, παραπονούνται για την εκ μέρους του Εφετείου απόρριψη του λόγου της εφέσεώς τους κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που αναφερόταν στην απόρριψη ως μη νομίμου του ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων να ζητήσουν τις διαφορές αποδοχών που προσδιορίζονται στην ένδικη, από 16-6-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή αυτών και προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Ενώ, όμως, κατά την κατάστρωση του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβαίνουν σε διεξοδική ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας τους ως προς την καθ' υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281 άσκηση της αγωγής, δεν διαλαμβάνουν ουδεμία παραδοχή του Εφετείου, πλην του ότι αυτό δέχθηκε ότι η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου δεν καθιστά άνευ ετέρου καταχρηστική την εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος. Με το περιεχόμενο αυτό, όμως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζει κάποιο σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω, όλοι οι υπόλοιποι λόγοι της αιτήσεως (τρίτος έως και έκτος), διατυπώνονται χωρίς επισήμανση κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επαναλαμβάνουν την ανάπτυξη των αμυντικών ισχυρισμών των αναιρεσειουσών ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και δεν περιέχουν ουδεμία παράθεση των παραδοχών του τελευταίου ούτε και την επισήμανση κάποιου σφάλματος αυτού, το οποίο θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει λόγο αναιρέσεως, πέραν της γενικής αμφισβητήσεως της ουσιαστικής του κρίσεως, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Επομένως, και οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-4-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 2419/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κοινοπραξία ΚΤΕΛ, απασχολούμενοι σε εκδοτήριο εισιτηρίων με σύμβαση εργασίας και όχι έργου. Κριτήρια ορθού νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης. Αβάσιμος λόγος για μη λήψη υπ’ όψη αποδεικτικών εγγράφων. Αόριστοι οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει την αίτηση των ΚΤΕΛ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1809/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. – Σ. ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπουμπούρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ν. Χ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 68/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1340/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 1-12-2010 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 9-11-2010, λόγω της διεξαγωγής εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 3672β'/ 19-11-2009 έκθεση επιδόσεως του Σ. Χ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είχε επιδοθεί νομίμως στον αναιρεσίβλητο εν όψει της δικασίμου της 9-11-2010, κατά την οποία η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την 8204β'/11-1-2011 έκθεση επιδόσεως του ιδίου δικαστικού επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της από 1-12-2010 κλήσεως περί ορισμού νέας δικασίμου προς συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, με την περί τούτου πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής, προς τον αναιρεσίβλητο για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν και αυτός να ήταν παρών (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
3.
Στη διάταξη του άρθρου 707 ΑΚ ορίζεται ότι "Αν η συμφωνημένη αμοιβή του μεσίτη είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, με αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει". Ο χαρακτηρισμός "δυσανάλογα μεγάλη" αναφέρεται σε αμοιβή, η οποία, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, τις οποίες πρέπει να προσδιορίσει και αποδείξει ο αιτών τη μείωση οφειλέτης, ελέγχεται όχι, απλώς, "μεγάλη", αλλά "υπέρμετρη" (βλ. και το παράτιτλο της διάταξης). Η συμφωνημένη μεσιτική αμοιβή είναι υπέρμετρη όταν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση διαμορφώνεται αφ' ενός από την πραγματική παροχή του μεσίτη (π.χ. την επιδειχθείσα επιμέλεια, τον απαιτηθέντα χρόνο απασχόλησης, τις εγγενείς δυσχέρειες της υπόθεσης από την υπόδειξη της ευκαιρίας ή τη μεσολάβηση μέχρι την επίτευξη συμφωνίας κλπ) και αφ' ετέρου από την ωφέλεια του μεσιτικού εντολέα ή του υποκειμένου της κυρίας σύμβασης (π.χ. το επιτευχθέν κέδρος από μια συμφέρουσα δικαιοπραξία, την εντός συντόμου χρόνου ικανοποίηση μιας επιτακτικής, υλικής ή ηθικής ανάγκης κλπ), σε συνδυασμό πάντοτε με την οικονομική κατάσταση των μερών και ιδίως του οφειλέτη κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης για την αμοιβή του μεσίτη και τις επικρατούσες συναλλακτικές συνήθειες στην περιοχή, όπου αναπτύχθηκε η μεσιτική δραστηριότητα (ΑΠ 379/2005). Όταν η συμφωνηθείσα αμοιβή υπερβαίνει το εν λόγω μέτρο, τότε αυτή, ως αντιπαροχή του μεσιτικού εντολέα, παύει να είναι ανάλογη (= καθίσταται "δυσανάλογη") προς την παροχή του μεσίτη και συντρέχει νόμιμος λόγος για να μειωθεί, ύστερα από δικαστική διάγνωση που παρέχει εγγυήσεις αντικειμενικότητας, στο προσήκον μέτρο. Και, βέβαια, αντικείμενο της μείωσης δεν είναι η "μεγάλη" αμοιβή, διότι, ούτως ή άλλως, η αμοιβή, που συμφωνείται σε ποσοστό επί του πραγματικού αντικειμένου της κυρίας σύμβασης, θα είναι ευλόγως "μεγάλη", όταν το οικονομικό μέγεθος επί του οποίου υπολογίζεται είναι πολύ υψηλό, αλλά η "δυσανάλογα" μεγάλη, κατ' εφαρμογή του μέτρου που αναφέρθηκε. Υπό την έννοια αυτή, η ΑΚ 707 αποβλέπει στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης στο πλαίσιο λειτουργίας συγκεκριμένης ενοχικής σχέσης (ήτοι, στην περιστολή της επιθυμίας του ενός μέρους για συνομολόγηση υπέρμετρα μεγάλης αμοιβής σε βάρος του άλλου) και αποτελεί μια πρακτική εκδήλωση της αρχής της αναλογικότητας (ανάλογος περιορισμός οικονομικού δικαιώματος του ενός, χάριν της προστασίας δικαιωμάτων του άλλου, άρθρα 5 παρ.1 και 25 παρ.1 εδ. δ' του Συντάγματος 1975/86/2001). Ως εκ τούτου, η εφαρμογή της ΑΚ 707 δεν καταλύει ούτε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ) ούτε το δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας (άρθρο 1 παρ.1 του [πρώτου] Πρόσθετου Πρωτόκολλου αυτής), αφού αποτελεί ανάλογο και, κατά συνέπεια, θεμιτό περιορισμό των δικαιωμάτων αυτών χάριν της προστασίας άλλων δικαιωμάτων μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία, επιβαλλόμενο υπό δικαστικές εγγυήσεις. Το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Διότι, τότε, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) ασκεί νομίμως μεσιτικές εργασίες επί αστικών συμβάσεων. Ότι στο πλαίσιο των εργασιών της έλαβε από τους πρώτο και δεύτερη από τους εναγομένους (μη μετέχοντες στην αναιρετική δίκη) την από 24-3-2003 κοινή εντολή για την υπόδειξη ευκαιρίας προς πώληση 26 πολυτελών κατοικιών, που κατασκεύαζε η δεύτερη (ως εργολάβος εταιρία, της οποίας ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος, που ενεργούσε τόσο με την ιδιότητα αυτή όσο και για τον εαυτό του, ως μεσιτικός εντολέας) στην περιοχή ..., αντί επιθυμητού τιμήματος μεταξύ 1.000.000 και 1.350.000 ευρώ. Ότι, επίσης, η ενάγουσα έλαβε από τον τρίτο από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσίβλητο) την από 17-5-2006 εντολή για την υπόδειξη ευκαιρίας προς αγορά μιας, ανάλογης προς τις ως άνω, κατοικίας στην ίδια περιοχή. Ότι ως μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος της κυρίας συμβάσεως, πλέον ΦΠΑ, καταβλητέο από την κάθε πλευρά των εντολέων σε περίπτωση καταρτίσεως αυτής. Ότι σε εκτέλεση των ως άνω εντολών, η ενάγουσα, την 23-5-2006, υπέδειξε στον τρίτο από τους εναγομένους μία από τις κατοικίες, που διέθετε προς πώληση η δεύτερη από τους εναγομένους και, την 26-5-2006, οργάνωσε συνάντηση του υποψήφιου αγοραστή με το νόμιμο εκπρόσωπο της πωλήτριας. Ότι οι ενδιαφερόμενοι κατέληξαν σε συμφωνία την ... και, τελικώς, η κατοικία πουλήθηκε με το ... οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Δρόσου - Κατσουράκη, που μεταγράφηκε νομίμως, αντί πραγματικού τιμήματος 790.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ως άνω εντολείς είχαν, κατ' αρχήν, την υποχρέωση να καταβάλουν προς την ενάγουσα τη συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή. Στη συνέχεια, το Εφετείο ερεύνησε τη βασιμότητα της ενστάσεως απάντων των εναγομένων περί μειώσεως της συμφωνηθείσας αμοιβής, η οποία κατ' αυτούς ήταν δυσανάλογα μεγάλη, στο προσήκον μέτρο, το οποίο κατά την άποψή τους ήταν 0,5% επί του πραγματικού τιμήματος, για κάθε πλευρά. Επί του ζητήματος αυτού, το Εφετείο, ως προς την πλευρά των πωλητών, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) χρειάσθηκε να αναπτύξει μεσιτική δραστηριότητα επί μία τριετία περίπου και να υποδείξει τη συγκεκριμένη κατοικία σε πολλούς άλλους υποψήφιους αγοραστές πριν από τον τρίτο από τους εναγομένους, με την ανάλογη σε χρόνο και κόπο απασχόληση των αρμοδίων υπαλλήλων της. Ότι σε περιπτώσεις ακινήτων μεγάλης αξίας, όπως εν προκειμένω, "οι υποψήφιοι αγοραστές είναι λίγοι και απαιτητικοί και ο μεσίτης πρέπει να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για την επιτυχή διεκπεραίωση της εντολής". Ότι από τη δραστηριότητα της ενάγουσας, για την ανάπτυξη της οποίας αυτή είναι υποχρεωμένη να διατηρεί οργανωμένο γραφείο με 17 υπαλλήλους και από την κατάρτιση της κυρίας συμβάσεως χάρη στη δραστηριότητα αυτή, η πλευρά των πωλητών αποκόμισε σημαντική οικονομική ρευστότητα και αξιόλογο κέρδος. Ότι, τέλος, η οικονομική επιφάνεια των εντολέων της πλευράς αυτής, που ασχολούνται με την ανέγερση και πώληση οικοδομών, είναι ιδιαίτερα καλή με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με το ότι η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών στην περιοχή της ... είναι, για την πλευρά των πωλητών, 2% επί του πραγματικού τιμήματος, να είναι προσήκουσα η αμοιβή που είχε συμφωνηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή της εφέσεως έναντι των πωλητών, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς αυτούς, απέρριψε κατ' ουσία την ένστασή τους περί μειώσεως της αμοιβής και, κατά εντελή παραδοχή της αγωγής ως προς τους εν λόγω, επιδίκασε το αιτηθέν ποσό. Περαιτέρω, ως προς την πλευρά του αγοραστή, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) "δεν χρειάσθηκε να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια και κόπο", διότι "τα αρμόδια όργανα και η συνεργάτιδά της Μ. Μ. επέδειξαν" το ακίνητο στον τρίτο από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσίβλητο), "έφεραν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη και παρέστησαν σε τρεις συναντήσεις τους". Ότι ο τρίτος από τους εναγομένους "απέκτησε, σε ελάχιστο χρόνο από τότε που έδωσε τη μεσιτική εντολή, ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο χωρίς να υποβληθεί σε ιδιαίτερη ταλαιπωρία για την εξεύρεσή του". Ότι ο τρίτος από τους εναγομένους "έχει οπωσδήποτε οικονομική επιφάνεια, αφού για την αγορά του ακινήτου διέθεσε το ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 790.000 ευρώ". Ότι "στην ίδια περιοχή η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών για εντολές αγοραστών ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος, πλην, όμως, δεν είναι σύνηθες να εισπράττουν οι μεσίτες, ταυτόχρονα, 2% από τον πωλητή και 2% από τον αγοραστή και συνολικά ποσοστό 4% επί του τιμήματος για τη μεσιτική τους δραστηριότητα στο ίδιο ακίνητο". Ότι, τέλος, "στην τελευταία αυτή περίπτωση η συνηθισμένη μεσιτική αμοιβή δεν υπερβαίνει συνολικά το 3% του τιμήματος, το οποίο συνήθως κατανέμεται μεταξύ των εντολέων (πωλητή και αγοραστή), ανάλογα με τις μεσιτικές εργασίες που έχουν γίνει για λογαριασμό κάθε πλευράς". Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων είχε μειώσει στο 1% την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου οφειλόμενη αμοιβή και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας ως προς αυτόν. Με τις παραδοχές αυτές, όμως, το Εφετείο στέρησε από νόμιμη βάση την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, διότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σ' αυτήν, για ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, κατά την παράθεση των περιστατικών, βάσει των οποίων προσπάθησε να εξεύρει το προσήκον μέτρο διαμόρφωσης της μεσιτικής αμοιβής στη συγκεκριμένη περίπτωση, διαπιστώνεται αντίφαση μεταξύ των εξής παραδοχών: Α) Μεταξύ του ότι η αναιρεσείουσα, για την επιτυχή διεκπεραίωση της δραστηριότητάς της, ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί οργανωμένο γραφείο με 17 υπαλλήλους (ήτοι, να διατηρεί υποδομές και να υπόκειται σε σημαντικά λειτουργικά έξοδα), του ότι οι πωλήσεις ακινήτων στην ... εμφανίζουν δυσκολίες, διότι το τίμημα είναι υψηλό και οι αγοραστές απαιτητικοί (ήτοι, και ο αναιρεσίβλητος) και του ότι για την επίτευξη της συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, μετά την πρώτη επαφή, χρειάσθηκε να γίνουν άλλες τρεις συναντήσεις με την παρουσία υπαλλήλου της αναιρεσείουσας (ήτοι, με κατανάλωση αντίστοιχων εργατοωρών), σε αντιδιαστολή προς το ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια και κόπο υπέρ του αναιρεσιβλήτου. Β) Μεταξύ του ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο χωρίς ιδιαίτερο κόπο (ήτοι, ότι είχε ωφέλεια από την εκτέλεση της μεσιτικής εντολής) και του ότι είναι οικονομικά εύρωστος (ήτοι, ότι δεν έχει δυσκολία να εκπληρώσει την οικονομική υποχρέωση που, ελευθέρως, ανέλαβε έναντι της αναιρεσείουσας), σε αντιδιαστολή προς το ότι η δική του αντιπαροχή είχε ανάγκη μειώσεως, για να καταστεί ανάλογη προς την παροχή της αντιδίκου του. Και Γ) Μεταξύ του ότι η συνηθισμένη μεσιτική αμοιβή για τους αγοραστές είναι 2% επί του πραγματικού τιμήματος και του ότι η ίδια αμοιβή είναι συνηθισμένη και για τους πωλητές (ήτοι, συνολικά 4%), σε αντιδιαστολή προς το ότι η συνήθης αμοιβή δεν υπερβαίνει συνολικά το 3% (ήτοι, ότι περί του αυτού πράγματος επικρατούν δύο διαφορετικές συνήθειες). Ως εκ τούτου, ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την εξεύρεση του μέτρου προσδιορισμού της προσήκουσας μεσιτικής αμοιβής στην κρινομένη περίπτωση και την ορθή εφαρμογή της ΑΚ 707 καθίσταται ανέφικτος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω αντιφατικότητα και η εξ αυτής ασάφεια της αιτιολογίας και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1340/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αμοιβή μεσίτη, μείωση αυτής κατ’ εφαρμογή ΑΚ 707 ως προς μόνο τον αγοραστή. Η ΑΚ 707 δεν είναι αντίθετη ούτε στο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ ούτε στο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής. Αντιφατικές παραδοχές ως προς τις περιστάσεις που δικαιολογούν τη μείωση της αμοιβής ως προς τον αγοραστή. Αναιρεί για ΚΠολΔ 559 αρ.19.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1816/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Γ. , κατοίκου ... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 3599Α, 3609/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Π. , κάτοικο ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πελέκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 662/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα αναβολής και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 Κ.Π.Δ., με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή τον Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από 5-5-2011, κατά της υπ' αρ. 3599Α ,3609/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, όπως δε, προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως υπό χρονολογία 8-6-2011 του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πάτρας, Π. Ι. , καθώς και το από 26-10-2011, αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, Λ. Χ. , ο αναιρεσείων και ο αντίκλητος δικηγόρος του, Γεράσιμος Ρίκος, αντίστοιχα, κλητεύθηκαν προς τούτο, νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με επίδοση κλήσεως προς αυτούς (άρθρα 513 παρ. 1, 155 παρ. 1, 166 Κ.Ποιν.Δ.). Εμφανίσθηκε, όμως, ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Γκρέκος ο οποίος ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως γιατί, όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, Γεώργιος Αλφαντάκης είναι ασθενής και δεν μπορεί να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο δε έτερος πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Γεράσιμος Ρίκος, αδυνατεί να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, λόγω τοκετού της συζύγου του.
Το παρόν όμως δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το περί αναβολής αίτημα, γιατί δεν συντρέχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την αναβολή. Ειδικότερα από κανένα στοιχείο (όπως πληρεξούσιο η έγγραφη εντολή) δεν προκύπτει ότι ο προαναφερθείς δικηγόρος, Γεώργιος Αλφαντάκης είναι πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος αλλά αντίθετα δικηγόρος αυτού προκύπτει ότι είναι ο Σπυρίδων Αλφαντάκης ο Γεράσιμος Ρίκος και η Ειρήνη Σταυρουλάκη (βλ. την από 5-5-2011 ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα σε συνδυασμό με το αναιρετήριο). Εξάλλου, και ο τοκετός της συζύγου του ετέρου συνηγόρου Γεράσιμου Ρίκου, δεν συνιστά εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την αναβολή πέρα από το γεγονός οτι δεν προβλήθηκε οποιοδήποτε κώλυμα από πρόσωπο των άλλων δικηγόρων Σπύρου Αλφαντάκη και Ειρήνης Σταυρουλάκη. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αναβολής.
Απορρίπτει την από 5-5- 2011 αίτηση του Κ. Μ. του Γ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3599Α, 3609/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/ των) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1819/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, 3. Προϊσταμένου της Δημοσίας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Φορολογίας Ανωνύμων εταιριών (ΦΑΕ), κατοίκου Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπείται υπό του Ελληνικού Δημοσίου δια του Υπουργού Οικονομικών, και 4. Προϊσταμένου Δ' Δημοσίας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Θεσσαλονίκης, κατοίκου Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπείται υπό του Ελληνικού Δημοσίου δια του Υπουργού Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκαν η μεν πρώτη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και οι δε 2ο,3ος και 4ος από τον πληρεξούσιό τους Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-10-1998, 7-10-1998 8-10-1998 και 13-10-1998 ανακοπές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4336/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 2560/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά αναιρεσείων με την από 30-8-2004 αίτησή του και τους από 11-10-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου του αναιρετηρίου και του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρχικό κείμενο των διατάξεων του άρθρου 975 αρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ στην τρίτη τάξη των προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας και οι απαιτήσεις διδασκάλων εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, στην τέταρτη δε τάξη (κατατάσσονται) οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα εφόσον προέκυψαν από ενέργειες που έγιναν μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ενώπιον δικαστηρίων και επιδικάστηκαν με τελεσίδικη απόφαση. Ακολούθησαν α) ο ν. 1545/1985, με το άρθρο 31 του οποίου ορίστηκε ότι "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξηρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων, εφόσον όλες αυτές προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης. Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται, ανεξάρτητα από τον χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή (...)", και β) ο ν. 2479/1997, με το άρθρο 6 παρ. 16 του οποίου ορίζεται ότι "Στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, υπάγονται οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή (...). Η παρ. 5 του άρθρου 975 καταργείται, μεταβαλλομένης αναλόγως της αριθμήσεως των επόμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από την έναρξη της ισχύος του ν. 2497/1997 (6-5-1997) οι κατά τα ανωτέρω απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις κατατάσσονται οριστικά ή τυχαία, στην τρίτη τάξη των προνομιούχων απαιτήσεων υπό την προϋπόθεση ότι προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (ήδη και οι απαιτήσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων, ευθέως στην ρηθείσα διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του ν. 3924/2011).
Κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη του δικαστηρίου, από τις ίδιες αυτές διατάξεις και εν όψει της σαφούς διατύπωσης της εξ αυτών διατάξεως του άρθρου 31 του ν. 1545/1985 ως προς τον κατά τα ανωτέρω χρόνο της διετίας πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού μέσα στον οποίο (χρόνο) πρέπει να προέκυψαν οι ειρημένες απαιτήσεις για είναι προνομιούχες (στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ) προκύπτει περαιτέρω ότι κατά τη βούληση του νομοθέτη δεν υπήχθησαν στο προνόμιο αυτό οι (εργασιακές, και ήδη και οι) δικηγορικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (μετά δηλαδή την ημερομηνία του αρχικά ορισθέντος πλειστηριασμού) μέχρι και την ημερομηνία της διενέργειάς του (που ορίστηκε μετά από ματαίωση, αναστολή κ.λ.π. του πλειστηριασμού) και οι οποίες απαιτήσεις δεν διαλαμβάνονται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 31 του ν. 1545/1985 ως προνομιούχες. Αν ο νομοθέτης ήθελε να εξοπλίσει με το ανωτέρω προνόμιο και τις τελευταίες αυτές απαιτήσεις θα όριζε τούτο ρητώς και κατά τρόπο σαφή, όπως έπραξε για τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, για τις οποίες ρητώς και όρισε ότι κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των προνομίων ανεξάρτητα από το χρόνο που γεννήθηκαν, χωρίς να κάνει διάκριση για τις πριν ή μετά την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της πραγματικής διενέργειάς του (Ολομ. ΑΠ 22/2000, με αφορμή την προνομιακή κατάταξη τόκων απαιτήσεων από εργασιακή σχέση, πλειοψΑΠ 1765/2009, ΑΠ 1513/2006, 1224/2006, 61/2001, 476/1999). Η ρύθμιση αυτή, περαιτέρω, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1δ'του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατατείνει (Ολομ. ΑΠ 6/2001, 6/2009, 27/2008) στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη και η οποία παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, υπό την έννοια ότι το ίδιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα (άλλο) ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική εν στενή εννοία, να τελεί δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται, αφού οι προϋποθέσεις αυτές (αρνητικές) δεν πληρούνται στην εξεταζόμενη εδώ περίπτωση της ρύθμισης των προνομίων των (εργασιακών και) δικηγορικών απαιτήσεων και ειδικότερα της μη υπαγωγής στο προνόμιο του άρθρου 975 αρ. 3 του ΚΠολΔ και των απαιτήσεων που γεννήθηκαν μετά την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού και μέχρι τη διενέργειά του. Η συγκεκριμένη αυτή κρατική παρέμβαση(νομοθετική ρύθμιση), ειδικότερα, με την οποία περιορίζεται προς όφελος των άλλων δανειστών η αύξηση των ποσών που διατίθενται για την ικανοποίηση εργασιακών ή δικηγορικών απαιτήσεων και αποκλείεται έτσι η δυνατότητα δημιουργίας εικονικών τέτοιων απαιτήσεων κατόπιν συμπαιγνίας μεταξύ οφειλέτη-καθ'ου η εκτέλεση και του δανειστή από τέτοιες απαιτήσεις που (φέρεται να) γεννήθηκαν στο εξαιρούμενο διάστημα από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού έως την πραγματοποίησή του, στην περίπτωση της, σκόπιμης ή μη, ματαίωσης ή αναστολής κ.λ.π. του πλειστηριασμού, και η οποία (νομοθετική ρύθμιση)ασκείται στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη για τη ρύθμιση των προνομίων των απαιτήσεων, βρίσκεται εκτός των προαναφερθέντων ορίων της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, όντας πρόσφορη (κατάλληλη) και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, αλλά και αναλογική υπό την προεκτεθείσα στενή έννοια, αφού η αναφερόμενη ωφέλεια (προστασία λοιπών δανειστών) δεν είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (περιορισμός στα προνόμια των δανειστών από εργασιακές ή δικηγορικές αμοιβές).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά της αναιρεσίβλητης "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και την έφεση του αναιρεσίβλητου ελληνικού δημοσίου κατά του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 4336/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε εκδοθεί επί αντίστοιχων ανακοπών των διαδίκων (και άλλων) κατά του υπ' αριθμ. 72138/1998 πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση-Χρουσαλά, μεταρρύθμισε τον πίνακα αυτόν και κατέταξε στο απομένον για διανομή, μετά την αφαίρεση των εξόδων, πλειστηρίασμα τον αναιρεσίοντα δικηγόρο Σ. Χ. προνομιακά και οριστικά στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ για μέρος εκ δραχμών 10.705.862 των αναγγελθεισών απαιτήσεών του συνολικού ποσού 28.630.778 δραχμών κατά της καθ'ης η εκτέλεση-οφειλέτριας Α. Β. από δικηγορικές προς αυτήν υπηρεσίες, οι οποίες του επιδικάστηκαν τελεσίδικα και από τις οποίες μόνο το ανωτέρω ποσό των 10.705.862 δραχμών αφορούσε απαιτήσεις που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (8-5-1996) και κρίθηκαν γι' αυτό προνομιούχες, όχι δε και για τις πέραν του ποσού αυτού απαιτήσεις του αναιρεσείοντος από την ίδια αιτία (παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς την καθ'ης η εκτέλεση), οι οποίες είχαν προκύψει μετά την ανωτέρω αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού (8-5-1996) και μέχρι την διενέργειά του (24-6-1998) και οι οποίες κρίθηκαν γι' αυτό μη προνομιούχες. Έτσι που έκρινε το Εφετείο α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ειρημένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 975 αρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον ν. 1545/85 (άρθρ. 31), και του άρθρου 6 παρ. 16α του ν. 2479/97, κατά τις οποίες και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη (πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου) προνομιούχες ως ανωτέρω δεν είναι και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές κ.λ.π. που προέκυψαν μετά την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού και μέχρι τη διενέργειά του, όπως και εν προκειμένω οι ως άνω απαιτήσεις του αναιρεσείοντος δικηγόρου που κρίθηκαν μη προνομιούχες από το Εφετείο, κατά τα προεκτεθέντα, και τις οποίες (διατάξεις) ορθώς εφήρμοσε, ενώ β) δεν παραβίασε επίσης τις ίδιες διατάξεις, όπως τις ερμήνευσε, από τη σκοπιά της συνταγματικότητάς τους αναφορικά με τη ρηθείσα διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1δ'του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτή αρχή του αναλογικότητας, προς τις οποίες δεν αντιβαίνουν, κατά τα επίσης προεκτεθέντα, και ήταν επομένως (οι ανωτέρω διατάξεις) εφαρμοστέες εν προκειμένω, ως μη αντισυνταγματικές. Έτσι ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αφ' ενός, και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αφ' ετέρου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Εφετείο με τις προρρηθείσες παραδοχές του παραβίασε τις ειρημένες διατάξεις του άρθρου 975 αρ.3 του ΚΠολΔ, 31 του ν. 1545/1985 και 6 παρ. 16 του ν. 2479/1997, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε και οι οποίες, όπως ερμηνεύτηκαν από το Εφετείο, ήταν εν πάση περιπτώσει (κατά τον αναιρεσείοντα) μη εφαρμοστέες ως αντισυνταγματικές, αντικείμενες στην ανωτέρω συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, και ότι υπέκυψε έτσι (το Εφετείο) στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου και ειδικότερα του Εισηγητή Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη οι κατά τα ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και έπρεπε να γίνουν δεκτοί, τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους. Με την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 31 του ν. 1545/1985 διευρήνθηκε διττώς το προνόμιο των εργασιακών απαιτήσεων, στο οποίο υπήχθησαν, κατά τα προεκτεθέντα, και οι δικηγορικές απαιτήσεις (αρθρ. 6 παρ. 16 του ν. 2479/1997), και δη αφενός μεν ως προς την αφετηρία του χρονικού διαστήματος της γεννήσεως των απαιτήσεων, που ορίστηκε η ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης, αντί της ημερομηνίας της διενέργειας του πλειστηριασμού, και αφ' ετέρου ως προς τον χρόνο εντός του οποίου προέκυψαν οι απαιτήσεις και ο οποίος αυξήθηκε από έξι μήνες (ένα έτος για τις δικηγορικές απαιτήσεις) σε δύο έτη. Τα χρονικά αυτά σημεία της αρχικής ημερομηνίας του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης αποτελούν αφετηρία για τον αναδρομικό υπολογισμό της διετίας, όχι δε και καταληκτικό σημείο του χρόνου εντός του οποίου έπρεπε να έχουν γεννηθεί οι απαιτήσεις για να είναι προνομιούχες. Κατά συνέπειαν αν ο πλειστηριασμός γίνει αργότερα, π.χ. λόγω ματαιώσεως, αναβολής κ.λ.π., του προνομίου απολαμβάνουν και οι μετά την ημερομηνία του αρχικού (ματαιωθέντος κ.λ.π.) πλειστηριασμού και μέχρι τη διενέργειά του γεννηθείσες εργασιακές ή δικηγορικές απαιτήσεις (ΑΠ 312/1993, 1140/1994, 681/2004, μειψΑΠ 1765/2009). Υπό την ερμηνεία αυτή η ανωτέρω διάταξη βρίσκεται σε αρμονία με τις υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου 975 του ΚΠολΔ, στις οποίες έχει ενταχθεί και οι οποίες ως ένα από τα όρια του χρονικού διαστήματος της γεννήσεως των οριζόμενων ως προνομιούχων απαιτήσεων θέτουν την ημερομηνία της πραγματικής διενέργειας του πλειστηριασμού, ανεξαρτήτως του χρόνου του αρχικού ορισμού του. Κατά τον χρόνο άλλωστε αυτόν, της πραγματικής δηλαδή διεξαγωγής του πλειστηριασμού, δημιουργείται το πρώτον ζήτημα συγκρούσεως των προνομίων, ενώ μέχρι τότε το προνόμιο αδρανεί και οι απαιτήσεις είναι εξοπλισμένες με απλή προσδοκία ικανοποιήσεώς τους, ώστε να μη δικαιολογείται η εξαίρεση από το προνόμιο προνομιούχων άλλως απαιτήσεων που γεννήθηκαν αμέσως προ του χρόνου του πλειστηριασμού. Υπό την αντίθετη, πράγματι, εκδοχή, σε περίπτωση αναβολής κ.λ.π. του πλειστηριασμού, α) θα ήταν προνομιούχες οι περισσότερο απομακρυσμένες από την ημέρα της διενέργειας του πλειστηριασμού απαιτήσεις της υπόψη κατηγορίας (εργασιακές και δικηγορικές) και μη προνομιούχες οι πλησιέστερες προς αυτήν απαιτήσεις, του ίδιου ή άλλου δανειστή, ενώ β) δεν θα ήταν προνομιούχες απαιτήσεις εργαζομένων ή δικηγόρων που προσλήφθηκαν μετά την ημερομηνία του αρχικώς ορισθέντος πλειστηριασμού. Μία τέτοια όμως εκδοχή, εκτός του ότι θα ήταν αποτρεπτική της παροχής εργασίας ή δικηγορικών υπηρεσιών σε εργοδότη ή εντολέα, αντίστοιχα, κατά του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση ή ο οποίος κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, στον μετά την ημερομηνία του πρώτου (ματαιωθέντος κ.λ.π.) πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης χρόνο, θα διευκόλυνε πάντως τη φαλκίδευση του προνομίου των εξεταζομένων απαιτήσεων με συμπαικτική ματαίωση κ.λ.π. του πλειστηριασμού κατά τον αρχικώς ορισθέντα χρόνο για τη διεξαγωγή του και τη διενέργειά του σε μεταγενέστερον χρόνον, ώστε να μην καλύπτονται από το προνόμιο απαιτήσεις που γεννώνται από την παροχή εργασίας ή υπηρεσιών (κατά τον μετά την πρώτη ημερομηνία του πλειστηριασμού χρόνο), και εν τέλει δεν θα συμπορευόταν (η ρύθμιση αυτή) με τη συνταγματική αρχή της προστασίας της εργασίας του άρθρου 22 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζομένου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Και, τέλος, κατά την μειοψηφούσα επίσης ως άνω γνώμη του δικαστηρίου, η ρύθμιση των ειρημένων διατάξεων, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν από το Εφετείο, ότι δηλαδή δεν είναι προνομιούχες κατά το άρθρο 975 αρ. 3 του ΚΠολΔ οι εργασιακές και δικηγορικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν μετά την αρχικώς ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού (ή της πτώχευσης) και μέχρι τη διενέργειά του, δεν συμπορεύεται με την προμνησθείσα και θεσμοθετούμενη από το άρθρο 25 παρ. 1δ' του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας και επομένως είναι μη εφαρμόσιμη, ως αντισυνταγματική, αφού και ενόψει του προεκτεθέντων ο τιθέμενος αυτός περιορισμός στο προνόμιο των εργασιακών και δικηγορικών απαιτήσεων υπέρ των απαιτήσεων των άλλων δανειστών δεν είναι πρόσφορος (κατάλληλος) και αναγκαίος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, εν πάση δε περιπτώσει ο περιορισμός αυτός είναι δυσανάλογος προς την αναμενόμενη ωφέλεια (προστασία λοιπών δανειστών), συμπαρασύροντας και απαιτήσεις από πραγματική απασχόληση ή παροχή υπηρεσιών, που (θα) είναι ο κανόνας, έναντι προστασίας των άλλων δανειστών από ενδεχόμενη συμπαικτική (εικονική) δημιουργία απαιτήσεων μεταξύ οφειλέτη-καθ'ου η εκτέλεση και δανειστή (εργαζομένου ή δικηγόρου). Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου και τους πρόσθετους λόγους, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του εκ του αναιρεσίβλητου ελληνικού δημοσίου, το οποίο και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-8-2004 αίτηση του Σ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2560/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου ελληνικού δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατάταξη δανειστών. Δικηγόροι. Προνομιακή κατάταξη δικηγορικών (και εργασιακών) απαιτήσεων στην τρίτη σειρά (αρ. 3) του άρθρου 975 του ΚΠολΔ. Του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις που γεννήθηκαν στη διετία πριν από την ημερομηνία του αρχικώς ορισθέντος πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης, όχι δε και οι μετά την ημερομηνία αυτή και μέχρι την πραγματική διενέργεια του πλειστηριασμού, σε περίπτωση ματαιώσεως ή αναβολής του, γεννηθείσες απαιτήσεις. Σύνταγμα. Αρχή της αναλογικότητας. Έννοια. Ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός του προνομίου των εργασιακών και δικηγορικών απαιτήσεων δεν προσκρούει ούτε στην κατά το άρθρο 25§1δ’ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας (αντιθ. μειοψηφία). Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση του Εφ. Θεσσ. 2560/2001.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1821/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρίας υπό εκκαθάριση τελούσας με την επωνυμία "Η. Φ.-Γ. Ω. και ΣΙΑ ΕΕ" που εδρεύει στην Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μπραζιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Έ. Π. του Α., 2. Π. Π. του Α. και 3. Χ. Π. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Σαμαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 253/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 595/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-5-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 24-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του πέμπτου, από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ, λόγου και αφού απορριφθούν οι λοιποί λόγοι του αναιρετηρίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ. ΑΠ 7 και 8/2006). Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολομ.ΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι για την καθυστέρηση της παράδοσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας - εναγομένης εταιρείας στις αναιρεσίβλητες - ενάγουσες των (αναφερόμενων) οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυώροφης οικοδομής που η πρώτη ανήγειρε σε οικόπεδο των τελευταίων με το σύστημα της αντιπαροχής, κατά την ένδικη εργολαβική σύμβαση, οφείλει (η αναιρεσείουσα) σ' αυτές (αναιρεσίβλητες) τα αναφερόμενα ποσά "λόγω καταπεσούσης ποινικής ρήτρας" και (επί πλέον) αποζημίωσης, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 361 και 404, σε συνδυασμό με 173 και 200, του ΑΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τον λόγο αυτό του αναιρετηρίου, "εκ του περιεχομένου του άρθρου 12 του (σχετικού) υπ' αριθμ. .../4.4.1991 εργολαβικού συμβολαίου ανέγερσης της πολυκατοικίας, εξεταζομένου και ερμηνευομένου σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει ότι συμφωνήθηκε μεταξύ ημών των συμβαλλομένων και έγινε αποδεκτό ότι η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει εις εκάστη των αντιδίκων-οικοπεδούχων λόγω από τούδε συμπεφωνημένης και αναπόδεικτης αποζημίωσης 3.000 δραχμών για εκάστη ημέρα καθυστέρησης της παράδοσης των ανηκόντων εις αυτές διαιρετών χώρων από της λήξεως της τασσομένης προθεσμίας μέχρι της ημέρας της παράδοσης της χρήσης αυτών, ενώ (συνεχίζει η αναιρεσείουσα) εκ της ανωτέρω ειδικότερης ρήτρας - συμφωνίας καταδεικνύεται ότι στην περίπτωση αυτή οφείλουμε (η αναιρεσείουσα εταιρεία) να καταβάλουμε εις εκάστη των αντιδίκων το ποσό των 3.000 δρχ. για εκάστη ημέρα καθυστέρησης των οριζόντιων ιδιοκτησιών ως συμπεφωνημένη και αναπόδεικτη ζημία των, περιλαμβάνουσα πάσα θετική και αποθετική ζημία, απορρέουσα εκ της αιτίας αυτής, και όχι ως ποινική ρήτρα, πράγμα το οποίο, εάν εσκοπείτο, θα διελαμβάνετο εις αυτή ρητώς, και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και ως εκ τούτου τυγχάνει αναιρετέα". Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "κατά το άρθρο 12 του εργολαβικού συμβολαίου συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση εκπρόθεσμης παράδοσης των περιερχομένων στις εφεσίβλητες (αναιρεσίβλητες) οριζόντιων ιδιοκτησιών η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην καθεμιά τους ως ποινική ρήτρα το ποσό των 3.000 δραχμών για κάθε ημέρα καθυστέρησης" παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω άρθρου 12 του εργολαβικού συμβολαίου (εγγράφου), αφού, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, από το άρθρο αυτό του συμβολαίου "καταδεικνύεται ότι δια τούτου συμφωνήθηκε ρητώς περί αποζημιώσεως περιλαμβανούσης πάσα θετική και αποθετική ζημία των αντιδίκων σε περίπτωση εκπροθέσμου παράδοσης των χωριστών ιδιοκτησιών, και ουδόλως περί ποινικής ρήτρας, περί της οποίας ουδεμία αναφορά ή συμφωνία έγινε, και ως εκ τούτου (...) υποχρεούμαστε να καταβάλουμε σ' αυτές μόνο την ανωτέρω αποζημίωση και όχι και την ποινική ρήτρα, περί της οποίας ομιλεί η απόφαση". Η σχετική περικοπή του ειρημένου άρθρου 12 του εργολαβικού συμβολαίου, η οποία αναφέρεται στο αναιρετήριο και προκύπτει από το συμβόλαιο αυτό, προσκομιζόμενο, έχει κατά λέξη ως εξής, ήτοι "Εν περιπτώσει εκπροθέσμου παραδόσεως των εις τας οικοπεδούχους περιερχομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει εις εκάστην των οικοπεδούχων λόγω από τούδε συμπεφωνημένης και αναποδείκτου αποζημιώσεως δραχμών 3.000 ημερησίως και δι' εκάστην ημέραν καθυστερήσεως της παραδόσεως της χρήσεως των ως άνω διαιρετών χώρων των ανηκόντων εις τας οικοπεδούχους, από της λήξεως της άνω τασσομένης προθεσμίας μέχρι της ημέρας παραδόσεώς των". Ενόψει των προεκτεθέντων α) η κατά τα ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου ότι με τον ειρημένο όρο (συμφωνία) του άρθρου 12 του εργολαβικού συμβολαίου συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ποινική ρήτρα για την περίπτωση της καθυστέρησης παραδόσεως στις αναιρεσίβλητες των αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών (μη έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής της αναιρεσείουσας), και η συνεπεία της παραδοχής αυτής επιδίκαση στις αναιρεσίβλητες των αναφερόμενων επίσης ποσών λόγω καταπεσούσης ποινικής ρήτρας και (επί πλέον) αποδεικνυόμενης ζημίας (άρθρ.407 του ΑΚ), συνιστά (η παραδοχή αυτή) εκτίμηση πραγμάτων από το δικαστήριο της ουσίας και δη εκτίμηση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου (συμβολαίου), και η εκτίμηση αυτή, καθ' εαυτήν, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561§1 του ΚΠολΔ). β) Με την ίδια παραδοχή περί συμφωνίας για ποινική ρήτρα το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της σχετικής ως άνω περικοπής του εργολαβικού συμβολαίου, το οποίο (περιεχόμενο) σωστά διέγνωσε, αφού η ποινική ρήτρα προϋποθέτει, σύμφωνα με το άρθρ. 404 του ΑΚ, την υπόσχεση της ποινής ως ποινής, καταβολής δηλαδή του αντικειμένου της ανεξαρτήτως της υπάρξεως ζημίας στον δανειστή από την μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της κύριας ενοχής (γνήσια ποινική ρήτρα, βλ. και ΑΠ 611/98), χωρίς να είναι απαραίτητος ο ρητός χαρακτηρισμός της υποσχέσεως ως ποινής, ο οποίος και δεν υπάρχει πράγματι εν προκειμένω, την προϋπόθεση δε αυτή, που αποτελεί το κύριο γνώρισμα της ποινικής ρήτρας, την εμπεριέχει η κατά τα ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων. Και, τέλος, γ) από την κατά τα ανωτέρω κατηγορηματική παραδοχή του Εφετείου ότι πρόκειται για συμφωνία περί ποινικής ρήτρας προκύπτει ότι τούτο (Εφετείο) δεν δέχεται, ούτε και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στην ένδικη αυτή συμφωνία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των μερών, και κατά συνέπειαν δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να προσφύγει στις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των συμβληθέντων (βλ. ΑΠ 337/2006, 329/2006), τις οποίες, όπως και τις εφαρμοσθείσες των άρθρων 297, 298, 361 και 404 του ΑΚ, δεν παραβίασε. Κατ' ακολουθίαν ο προρρηθείς πρώτος, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (ανωτ. υπό α'), ο δεύτερος δε, εκ των αριθμών 2ο και 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και άρθρ. 561§1), λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για τα ανωτέρω υπό β' και γ' αναφερόμενα.
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, αναφερόμενος στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολομ.ΑΠ 3/1997), ιδρύεται και όταν υπάρχουν ελλείψεις στις παραδοχές της αποφάσεως και δη αν τα περιστατικά που εκτίθενται στο αιτιολογικό της αποφάσεως καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθότητα του υπαγωγικού συλλογισμού.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα ίδια (προαναφερόμενα) αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες σε ορισμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες (από τις περιερχόμενες σ' αυτές), κατόπιν μεταγενέστερης συμφωνίας με την αναιρεσείουσα, αγόρασαν και τοποθέτησαν με δικές τους δαπάνες υλικά διαφορετικά εκείνων της αρχικής τους συμφωνίας, όπως τα επιμέρους αυτά υλικά αναφέρονται λεπτομερώς στην αναιρεσιβαλλομένη ανά ιδιοκτησία και κατά το είδος, την ποσότητα, την αξία και τη δαπάνη τοποθετήσεως του κάθε υλικού, βάσει δε της παραδοχής αυτής το Εφετείο επιδίκασε στις αναιρεσίβλητες τα αναφερόμενα αντίστοιχα ποσά της αρχικής συμφωνίας των διαδίκων που βάρυναν την αναιρεσείουσα. Στις παραδοχές αυτές της αναιρεσιβαλλομένης (αιτιολογικό) δεν υπάρχουν ελλείψεις που να καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθότητα του απαγωγικού συλλογισμού της απόφασης (μεταγενέστερη ειδικότερη συμφωνία των διαδίκων κατά τα άρθρα 361 και 681 επ. του ΑΚ, που δεν αναφέρονται μεν στην απόφαση, πράγμα που δεν είναι άλλωστε αναγκαίο, προκύπτει όμως σαφώς από τις προρρηθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης), και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά τον οποίο από τις παραδοχές του Εφετείου δεν προκύπτει σε ποιον κανόνα δικαίου και ειδικότερα στα άρθρα 361 και 681 επ. ή στα άρθρα 904 επ. (αδικαιολόγητος πλουτισμός) υπήγαγε το Εφετείο τα θεμελιωτικά της αγωγικής αξίωσης ως άνω περιστατικά, στηριζόμενος στον αριθμό 19 (και όχι 1) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 11 περ.γ' του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων, με επίκληση, αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη κατά τις διατάξεις του άρθρου 335, 338, 339, 341 και 346 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη (και) όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από τη βεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την από 18.10.1993 εξώδικη πρόσκληση των αναιρεσιβλήτων προς την αναιρεσείουσα, καθώς και την από 10.6.1994 όμοια της αναιρεσείουσας προς αυτές, που αφορούσαν την προαναφερθείσα τοποθέτηση διαφορετικών υλικών στα διαμερίσματα των αναιρεσιβλήτων από τα αρχικώς συμφωνηθέντα και τις οποίες (εξωδίκους) η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο, και ο περί του αντιθέτου όγδοος, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αναιρετικός δε λόγος του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων δημιουργείται όταν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο στο οποίο ο δικαστής έχει κατά τον νόμο υποχρέωση να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως (σύστημα νομικών αποδείξεων), όχι δε και όταν, κατά το σύστημα της ελεύθερης απόδειξης (άρθρ. 340 του ΚΠολΔ), το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη αξιοπιστία ή βαρύτητα.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται σ' αυτήν σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα ότι "τα περιστατικά αυτά προκύπτουν τόσο από τα σχετικά έγγραφα που προεκτέθηκαν, όσο και από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων των εφεσιβλήτων, από τους οποίους, η μία ως μητέρα αυτών και ο άλλος ως μηχανολόγος-μηχανικός, κατέθεσαν με λόγο πλήρους γνώσης. Δεν αποκρούονται δε με πειστικότητα από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε και από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εκκαλούσας". Από την αναφορά αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για απόδοση από το Εφετείο μεγαλύτερης βαρύτητας και αξιοπιστίας στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα κατά την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, την οποία μάλιστα (βαρύτητα κ.λ.π.) αιτιολογεί το δικαστήριο, και ο ένατος λόγος, από το άρθρο 559 αρ.12 του ΚΠολΔ του αναιρετηρίου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την ανωτέρω παραδοχή του προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων έναντι των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων της ιδίας (αναιρεσείουσας), είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, άλλως ως απαράδεκτος, αφού πλήττει την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση, κατά τη βαρύτητα και την αξιοπιστία τους, των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, στα πλαίσια του συστήματος της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων.
ΙΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ, κατά την οποία η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας ζημίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος, ως τέτοιο δε λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, έχει ουσιαστικό χαρακτήρα εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, και δικονομικό χαρακτήρα εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση για την απόδειξή της, απόδειξη οπωσδήποτε δυσχερέστερη από εκείνην της θετικής ζημίας. Επομένως, τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει ή δεν συντρέχει πιθανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, για την ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1306/03), από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για έλλειψη νόμιμης βάσης, αντίστοιχα (ΑΠ 559/04).
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, του αναιρετηρίου η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από την εκμίσθωση των περιερχομένων στις εφεσίβλητες οριζόντιων ιδιοκτησιών θα εισέπρατταν κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων από του συμφωνημένου χρόνου παράδοσης αυτών μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής τα ακόλουθα ποσά ..." (ακολουθεί η αναφορά των επιμέρους ποσών που η κάθε αναιρεσίβλητη θα εισέπραττε από την ανωτέρω αιτία ανά ιδιοκτησία και τα οποία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, απώλεσαν οι αναιρεσίβλητες-διαφυγόν κέρδος), χωρίς να αναφέρει (το Εφετείο) τους παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της παραδοχής αυτής, ότι δηλ. οι αναιρεσίβλητες θα εκμίσθωναν κατά τα ανωτέρω τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η προσβαλλόμενη ως άνω παραδοχή (κρίση) του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά τα προεκτεθέντα. Απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο σχετικός έβδομος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στις αναφερθείσες παραδοχές του ως προς τα στοιχεία της αξιώσεως του διαφυγόντος κέρδους των αναιρεσιβλήτων (πιθανολογούμενος χρόνος εκμισθώσεως των ιδιοκτησιών και αντίστοιχο μίσθωμα) χωρίς να αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα "εκ των οποίων αντλήθηκε η κρίση του αυτή". Και τούτο διότι, όπως άλλωστε έχει ήδη αναφερθεί, βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του (και ως προς τα ως άνω γεγονότα) αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα) που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι, τα οποία μάλιστα και αξιολογεί, συγκρίνοντάς τα (σελ. 15 της αναιρεσιβαλλομένης) μεταξύ τους.
IV. Το κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 298 του ΑΚ διαφυγόν κέρδος αποκαθίσταται (αποζημίωση) και όταν θα προερχόταν από άκυρη σύμβαση, ως αξίωση από το άρθρο 904 του ΑΚ, αρκεί να υπήρχε πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό (απόκτηση) εισοδήματος από τη σύμβαση αυτή και υπό την προϋπόθεση ότι ο πορισμός αυτός δεν οφείλεται σε αιτία παράνομη ή ανήθικη, δηλαδή σε παραβίαση νόμιμης απαγόρευσης που αφορά αυτήν την ίδια την δραστηριότητα από την οποία θα προερχόταν το διαφυγόν κέρδος (βλ. Ολομ. ΑΠ 3/2004, ΑΠ 1564/2004). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 1§5 εδ. τελ. του ν. 960/79 "περί επιβολής υποχρεώσεων προς δημιουργίαν χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων δια την εξυπηρέτησιν των κτιρίων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1221/81, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 του ΑΚ και 1,2,4 και 13 του ν.3741/1929, προκύπτει ότι όταν η οικοδομή ανεγείρεται με άδεια και υπό το πολεοδομικό σύστημα της αφέσεως του ισόγειου χώρου ακαλύπτου (pilotis), ο ακάλυπτος αυτός χώρος δεν μπορεί να αποτελέσει διηρημένες ιδιοκτησίες που να ανήκουν σε έναν ή περισσότερους ιδιοκτήτες, είτε αυτοί είναι οροφοκτήτες είτε τρίτοι, αλλά θα παραμένει κοινόχρηστος χώρος, επί του οποίου αποκτάται αυτοδικαίως συγκυριότητα, εφόσον υφίσταται οριζόντια ιδιοκτησία σε όροφο της οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου, των οροφοκτητών κατ' ανάλογη μερίδα τους επί του κοινοχρήστου χώρου, που χρησιμεύει σε όλους τους οροφοκτήτες (κοινή χρήση). Επομένως η συμφωνία των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινόχρηστου χώρου της πιλοτής και η μεταβίβαση του χώρου της σε τρίτους κατά διηρημένες ιδιοκτησίες, έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τις ανωτέρω διατάξεις και είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 174 του ΑΚ, και θεωρείται ως μη γενομένη. Με συμφωνία όμως όλων των συνιδιοκτητών, που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή, μπορεί εγκύρως κατά τα άρθρα 5 και 13 του ν. 3741/1929, να παραχωρηθεί η χρήση του ακάλυπτου χώρου (πιλοτής) ή τμημάτων του χώρου αυτού αποκλειστικά σε έναν ή ορισμένους ιδιοκτήτες ορόφου ή διαμερίσματος, αλλά μόνο της οικοδομής στην οποία υπάρχει αυτός ο χώρος. Ο περιορισμός, με το ανωτέρω περιεχόμενο, της χρήσης του χώρου αυτού από τους λοιπούς οροφοκτήτες, έχει απλώς τον χαρακτήρα δουλείας, κατά το άρθρο 13§3 του ν.3741/1929, χωρίς όμως να είναι πραγματική δουλεία κατά την έννοια των άρθρων 1118 και 1119 του ΑΚ, και επιβάλλεται από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1§1,2 του ν.960/79, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.1221/1981 (και το π.δ. 1340/81). Παρέπεται ότι δεν είναι επιτρεπτό στους συνιδιοκτήτες του οικοπέδου να μην εξασφαλίζουν, με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ή με οποιαδήποτε μεταγενέστερη, κατά τους νομίμους τύπους, τροποποίησή της, στην κοινόκτητη πιλοτή της οικοδομής θέσεις σταθμεύσεως των αυτοκινήτων των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων με την παραχώρηση των θέσεων αυτών σε αποθήκες, που εκ κατασκευής και λειτουργικώς βρίσκονται συνήθως στο υπόγειο της οικοδομής, έστω και αν οι αποθήκες αυτές έχουν ορισθεί στη συστατική της οριζόντιας ιδιοκτησίας δικαιοπραξία ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων να στερούνται τη δυνατότητα χρήσεως του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου της πιλοτής για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους. Η κατανομή επομένως των θέσεων σταθμεύσεως των αυτοκινήτων στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής (πιλοτή) κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου σε υπόγεια και χωρίς λειτουργική ανεξαρτησία αποθήκη, που αποτελεί βοηθητικό χώρο διαμερίσματος, και να μην εξασφαλίζεται τέτοια θέση σταθμεύσεως στο διαμέρισμα, του οποίου ο ιδιοκτήτης να στερείται έτσι παντελώς της χρήσεως της πιλοτής, αντιβαίνει ευθέως στις προρρηθείσες διατάξεις και είναι για τον λόγο αυτό άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενομένη κατά το άρθρο 174 του ΑΚ (ΑΠ 818/2003), την ακυρότητα δε αυτή μπορεί να την προτείνει ο καθένας που έχει έννομο συμφέρον, ακόμη και ο αντισυμβαλλόμενος (ΑΠ 1078/2000).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι με το προειρημένο εργολαβικό συμβόλαιο περιήλθαν στις αναιρεσίβλητες - οικοπεδούχους εκτός των άλλων οριζόντιων ιδιοκτησιών και χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτου και τα εξής, ήτοι α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη η υπό στοιχεία Απ-8 αποθήκη του υπογείου, με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του υπό στοιχεία Π-5 χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτου του ακάλυπτου χώρου της οικοδομής, β) στη δεύτερη η υπό στοιχεία Απ-7 αποθήκη του υπογείου, με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του υπό στοιχεία Π-4 χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτου του ακάλυπτου χώρου, και το 1/2 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχεία Απ-3 αποθήκης του υπογείου, με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του υπό στοιχεία Π-7 χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτου του ακάλυπτου χώρου, και γ) στην τρίτη αναιρεσίβλητη η υπό στοιχεία Απ-9 αποθήκη του υπογείου, με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του υπό στοιχεία Π-6 χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτου του ακάλυπτου χώρου, και ότι (δέχθηκε το Εφετείο) από την εκμίσθωση (και) των ιδιοκτησιών αυτών που περιήλθαν στις αναιρεσίβλητες οι τελευταίες θα εισέπρατταν κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων από τον συμφωνημένο χρόνο παραδόσεώς τους μέχρι την άσκηση της αγωγής το ποσό των 15.000 δραχμών μηνιαίως "για κάθε μικρή αποθήκη με δουλεία πάρκινγκ", το ποσό δε αυτό επιδίκασε, μεταξύ των άλλων, το Εφετείο ως αποζημίωση (διαφυγόν κέρδος) των αναιρεσιβλήτων από τη μη έγκαιρη παράδοση σ' αυτές εκ μέρους της αναιρεσείουσας εργολάβου των εν λόγω ιδιοκτησιών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις λοιπές ως άνω διατάξεις, αφού και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα α) η κατανομή των ειρημένων θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων του ακάλυπτου χώρου της οικοδομής εις τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται χώρος σταθμεύσεως στην κάθε "μικρή αποθήκη" (όλες κάτω του ενός τετραγωνικού μέτρου) του υπογείου, κατ' αντίστοιχο αποκλεισμό από τις θέσεις αυτές σταθμεύσεως και επομένως από τη χρήση του κοινόχρηστου χώρου της πιλοτής των οροφοκτητών, είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα ευθέως στις προαναφερθείσες διατάξεις, παρεπομένως δε β) οι αναιρεσίβλητες δεν είχαν πραγματική δυνατότητα να εκμισθώσουν τις "ιδιοκτησίες" αυτές (αποθήκες χωρίς λειτουργική ανεξαρτησία), μαζί με τους ως άνω χώρους σταθμεύσεως του ακάλυπτου χώρου, σε τρίτους, στερώντας έτσι τους οροφοκτήτες από τη χρήση των κοινόχρηστων αυτών χώρων, κατά τα προεκτεθέντα, και επομένως δεν είχαν (οι αναιρεσίβλητες) πραγματική δυνατότητα προς πορισμόν εισοδήματος (μισθώματα) από την εκμίσθωση των ιδιοκτησιών αυτών, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω η προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ περί αποκαταστάσεως του διαφυγόντος κέρδους (αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος), για την εφαρμογή του οποίου δεν συντρέχουν οι κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεις. Έτσι ο σχετικός πέμπτος, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ο έκτος όμως και τελευταίος, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ώστε να μην προκύπτει από αυτές εάν το επιδικασθέν ως άνω μίσθωμα (διαφυγόν κέρδος) οφείλεται, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, για την εκμίσθωση μόνο των ανωτέρω μικρών αποθηκών ή των χώρων σταθμεύσεως που τις συνοδεύουν, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση αλλά και ως αλυσιτελής, αφού από την προσβαλλομένη προκύπτει, όπως έχει προαναφερθεί, ότι το ανωτέρω ποσόν μηνιαίως το επιδίκασε το Εφετείο ως διαφυγόν κέρδος "για κάθε μικρή αποθήκη με δουλεία πάρκινγκ", ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι πρόκειται για παραδοχή περί ενιαίου μισθώματος αυτών των χώρων (αποθήκης και χώρου σταθμεύσεως), παραδοχή άλλωστε ως προς την οποία η απόφαση είναι αναιρετέα, κατά παραδοχήν του προηγούμενου (πέμπτου) λόγου.
V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά παραδοχήν του πέμπτου, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγου του αναιρετηρίου, και δη ως προς τη διάταξη της αναιρεσιβαλλομένης για επιδίκαση στις αναιρεσίβλητες του ανωτέρω υπό IV διαφυγόντος κέρδους, να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 του ΚΠολΔ), και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 178§1, 183 και 191§2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 595/2006 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Λαρίσης), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε επτακόσια πενήντα (750) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση. Πότε ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 (και για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών), 11γ΄, 12, 19 και 20 του ΚΠολΔ. Ανέλεγκτη αναιρετικώς η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (561§1 ΚΠολΔ). Ποινική ρήτρα. Κύριο γνώρισμα της γνήσιας ποινικής ρήτρας, κατ’ αρ. 404 του ΑΚ, είναι ότι προϋποθέτει την υπόσχεση της ποινής ως ποινής, καταβολής δηλαδή του αντικειμένου της ανεξαρτήτως της υπάρξεως ζημίας στον δανειστή από την μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της κύριας ενοχής. Διαφυγόν κέρδος. Η διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ έχει διφυή, δικονομικό και ουσιαστικό, χαρακτήρα. Αναιρετικός έλεγχος. Έννοια διαφυγόντος κέρδους. Προϋποθέσεις αποκαταστάσεως όταν θα προερχόταν από άκυρη σύμβαση, ως αξίωση από το άρθρο 904 του ΑΚ. Οριζόντια ιδιοκτησία. Πιλοτή (pilotis). Άκυρη η κατανομή θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων στην πιλοτή πολυκατοικίας, σε υπόγειες και χωρίς λειτουργική ανεξαρτησία αποθήκες (βοηθητικός χώρος διαμερίσματος) ή σε αποθήκες με ελάχιστο εμβαδόν, εις τρόπον ώστε οι οροφοκτήτες να στερούνται της χρήσεως του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου της πιλοτής για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους. Την ακυρότητα προτείνει όποιος έχει έννομο συμφέρον, ακόμη και ο αντισυμβαλλόμενος. Μη δυνατότητα εκμισθώσεως σε τρίτους τέτοιων θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτου (που έχουν δηλ. κατατεμηθεί σε αποθήκες, ως ανωτέρω) και εντεύθεν μη αποκατάσταση διαφυγόντος κέρδους του ιδιοκτήτη της αποθήκης από την μη εκμίσθωση της θέσης στάθμευσης λόγω υπερημερίας του κατασκευαστή-εργολάβου ως προς την αποπεράτωση και παράδοση της οικοδομής. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 595/2006 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης κατά τη διάταξη της περί επιδικάσεως διαφυγόντος κέρδους που θα προερχόταν από την εκμίσθωση θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων σε πιλοτή πολυκατοικίας, κατανεμημένων σε υπόγειες αποθήκες ελαχίστου (κάτω του 1 τ.μ.) εμβαδού.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1823/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" (ΔΕΗ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2357/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1728/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, μόνο κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 938 ΑK, που ορίζει ότι "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να αποδώσει "ό,τι περιήλθε" σ' αυτόν ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί", συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι μετά την παραγραφή της αξιώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία παραμένει ακέραιη η υποχρέωση εκείνου που αδικοπράγησε να αποδώσει στο ζημιωθέντα κάθε ωφέλεια που αποκόμισε από την αδικοπραξία, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ακόμη ότι ο αδικήσας υποχρεούται ν' αποδώσει στον αδικηθέντα την ωφέλεια που απέκτησε από την αδικοπραξία, δηλαδή από την τέλεση αυτής και όχι ότι ωφελήθηκε αυτός συνεπεία της επελθούσας παραγραφής. Τέτοια ωφέλεια υπάρχει και όταν εξοικονόμησε από την αδικοπραξία δαπάνη στην οποία θα προέβαινε αν δεν τελούσε την αδικοπραξία και όχι μόνο όταν στον αδικοπραγήσαντα περιήλθε ορισμένο περιουσιακό στοιχείο από την περιουσία του αδικηθέντος, προς απόδοση τούτου. Και τούτο, διότι σκοπός της διάταξης του άρθρου 938 ΑΚ είναι ν' αποδώσει ο αδικήσας στον αδικηθέντα, μέχρι του ποσού της ζημίας που υπέστη από την αδικοπραξία, την αντίστοιχη ωφέλεια που απέκτησε από αυτήν, ώστε να μη παραμείνει σε αυτόν η ωφέλεια επί ζημία του αδικηθέντος. Έτσι, όταν τ' αρμόδια όργανα νομικού προσώπου, παρά το νόμο και τον διέποντα το νομικό πρόσωπο Κανονισμό, δεν εκδίδουν την προβλεπόμενη και αναγκαία απόφαση για να λάβει ο υπάλληλος τις βαθμολογικές προαγωγές και προσαυξήσεις που δικαιούται και η αξίωση από την αδικοπραξία αυτή έχει παραγραφεί, τότε το νομικό πρόσωπο υποχρεούται από τη διάταξη του άρθρου 938 ΑΚ ν' αποδώσει στον υπάλληλο την ωφέλεια από την παράνομη αυτή πράξη των οργάνων του. Ωφέλεια που πρέπει ν' αποδοθεί αποτελεί, στην περίπτωση αυτή, το ποσό που θα κατέβαλε για μισθολογικές διαφορές στον υπάλληλο αν δεν πραγματωνόταν η αδικοπραξία, τις οποίες και εξοικονόμησε με αντίστοιχη ζημία του υπαλλήλου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων(ήδη αναιρεσείων), με την από 4/7/2004 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη στις 1/4/1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με την ειδικότητα του χειριστή προωθητήρων στην κατηγορία Τ4/1 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 13, ότι την 1/1/1990 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της και στο μ.κ. 12, σύμφωνα με τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ),που επέχει ισχύ νόμου, ενώ στις 27/4/ 1992 προήχθη στο μ.κ. 8, ότι κατά τις κρίσεις που έγιναν στις 27/4/1995, 27/4/1996 και 27/4/1997 δεν εγκρίθηκε η μισθολογική του προαγωγή και παρέμεινε στάσιμος στο 8ο μ. κ., ότι το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεως της εναγόμενης (ΔΣΚ - ΔΕΗ), στο οποίο προσέφυγε μετά την τελευταία κρίση της 27/4/1997, με το με αριθμό 16/23-2-1998 πρακτικό - απόφασή του, όπως διορθώθηκε με το με αριθμό 37/2-7-1998 πρακτικό - απόφασή του, κατόπιν ασκήσεως από αυτόν αιτήσεως θεραπείας δεχόμενο, μερικά, την προσφυγή του αποφάσισε τη μισθολογική προαγωγή του από το 8ο στο 7ο μ. κ. από την 27/4/1997 και όχι από την 27/4/1995, με αποτέλεσμα, κατά την άσκηση της αγωγής, να έχει ενταxθεί στο 6ο και όχι στο 5ο μ.κ., ότι το αρμόδιο όργανο της εναγομένης, παράνομα και καταχρηστικά, δεν τον ενέταξε από την 27/4/1995 στο 7ο μ.κ. Ζήτησε δε με την αγωγή, επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 938, 904 και 911 ΑΚ, αφού οι αξιώσεις του από την αδικοπραξία, είχαν παραγραφεί α) να αναγνωριστεί η μερική ακυρότητα του με αριθμό 16/23-2-1998 πρακτικού - απόφασης του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως που τον ενέταξε στο μ.κ. 7ο από 27/4/1997 και όχι από 27/4/1995, β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει μισθολογικές διαφορές για τα έτη από 1995 έως και 2004 ύψους 21.705,18 €, τις οποίες θα κατέβαλε σε υπάλληλό της με τα ίδια με αυτόν προσόντα και οι οποίες μισθολογικές παροχές αποτελούν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το περιελθόν σ' αυτήν, ως μη καταβληθέν και συνεπώς εξοικονομηθέν ποσό, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, γ) ποσό 586,94 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και δ) τους αναλογούντες τόκους τόκων. Με δήλωση του επί της αγωγής παραιτήθηκε μάλιστα του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της με αριθμό 6373/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι οι αξιώσεις του εκ της αδικοπραξίας κατ' άρθρο 937 ΑΚ έχουν παραγραφεί. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2357/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία 1) αναγνώρισε τη μερική ακυρότητα του με αριθμό 16/23-2-1998 πρακτικού - αποφάσεως του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως της αναιρεσίβλητης, 2) υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 21.705,18 € με το νόμιμο τόκο, 3) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 300,00 € με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και τους επιδικασθέντες τόκους επί των τόκων των μισθολογικών. Επομένως, προκύπτει στη συγκεκριμένη υπόθεση, ότι οι ένδικες αξιώσεις, (πλην της χρηματικής ικανοποίησης), που πρόβαλε ο αναιρεσείων µε την αγωγή του, είναι νόμιμες, στηρίζονται στη διάταξη του άρθρου 938 Α.Κ. και περιεχόμενο έχουν την απόδοση του πλουτισµού που απέκτησε η αναιρεσίβλητη ΔΕΗ, κατόπιν παραγραφής της απαιτήσεως που είχε κατ' αυτής από την αδικοπραξία, που τέλεσε σε βάρος του το αρµόδιο υπηρεσιακό της συμβούλιο, µε συνέπεια να µη του χορηγηθούν και οι μισθολογικές προαγωγές, να ωφεληθεί δε έτσι η αναιρεσίβλητη παρανόµως τις αντίστοιχες μισθολογικές διαφορές, τις οποίες άλλως θα του κατέβαλε. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα εξής: Η αναφερόμενη στην αγωγή παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά του αρμοδίου οργάνου της εναγόμενης ΔΕΗ, δηλαδή η παράλειψη του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως (ΔΣΚ - ΔΕΗ) να αποφασίσει τη μισθολογική προαγωγή του ενάγοντα από 27/4/1995 στο μ.κ. 8ο με συνέπεια να ζημιωθεί αυτός κατά τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την ορθή ένταξή του στα προαναφερόμενα μισθολογικά κλιμάκια, δεν προσπόρισε στην εναγόμενη τη ζητούμενη με την αγωγή ωφέλεια. Όπως συνομολογείται από τον ενάγοντα και κρίθηκε τελεσίδικα με την με αριθμό 6373/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, οι αξιώσεις του ενάγοντα εκ της αδικοπραξίας κατ' άρθρο 937 ΑΚ έχουν παραγραφεί. Πράγματι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ωφέλεια των 21.705,18 € που είναι οι μισθολογικές διαφορές από 27/4/1995 μέχρι 26/4/2005, λόγω της μη προαγωγής του στο δικαιούμενο κατ' αυτόν μ.κ. επαύξησε την περιουσία της και έτσι αυτή έγινε πλουσιότερη σε βάρος του κατά το ποσό των 21.705,18 €, αληθούς βέβαια υποτιθέμενου του παρανόμου και καταχρηστικού της παραλείψεως προαγωγής του ενάγοντος από 27/4/1995. Όμως το ποσό αυτό αποτελεί και την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγόμενης προς τον ενάγοντα και η ωφέλεια της εναγόμενης από αυτόν λόγω της παραγραφής της εκ της αδικοπραξίας της αξιώσεως του ενάγοντος είναι νόμιμη. Το ποσό αυτό των 21.705,18 € δεν οφειλόταν πριν από την φερόμενη κατά την αγωγή αδικοπραξία του ΔΣΚ-ΔΕΗ. Η οφειλή αυτή δεν είναι προϋπάρχουσα της αδικοπραξίας οφειλή της εναγόμενης στον ενάγοντα. Δεν εδικαιούτο τα ποσά αυτά ο ενάγων μόνο με την πάροδο του χρόνου, δεν προϋπήρχαν δηλαδή της αδικοπραξίας αλλά γεννήθηκαν με την αδικοπραξία και παραγράφεται η αξίωσή του, όπως και κάθε άλλη εκ της αδικοπραξίας αξίωση σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ. Και το ποσό αυτό των 21.705,18 €, όπως και κάθε ποσό προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του ενάγοντα αποτελούν την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγόμενης και εμπίπτουν στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, αφού τα ποσά που με αυτή διεκδικούνται δεν είναι "περιελθόν" στην εναγόμενη και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή στο σύνολο της. Με αυτά, όµως, που δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά, ειδικότερα, τις μισθολογικές διαφορές, εσφαλµένα ερµήνευσε και εφάρµοσε τη διάταξη του άρθρου 938 Α.Κ. και συνεπώς, υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το εδ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, εφόσον, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτήν, δέχθηκε ότι 1) οι παραπάνω αξιώσεις του αναιρεσείοντος θεμελιώνονται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, σε αδικοπραξία που τελέστηκε σε βάρος του και 2) αυτές έχουν παραγραφεί, ωφέλεια που πρέπει ν' αποδοθεί, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί, το ποσό που θα κατέβαλε η αναιρεσίβλητη για μισθολογικές διαφορές σ' αυτόν, αν δεν πραγματωνόταν η αδικοπραξία, τις οποίες και εξοικονόμησε με αντίστοιχη ζημία του και συνεπώς είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή. Αντίθετα, κατά το μέρος που αναφέρεται στην αξίωση προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, δεν υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια, διότι το αιτούμενο για την ικανοποίηση της ποσό, δεν συνιστά ωφέλεια της αναιρεσίβλητης. Τέλος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η, από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, πλημμέλεια τις έλλειψης νόμιμης βάσης ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, για έλλειψη νόμιμης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο δεν προέβη σε κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός από το μέρος και τη διάταξη της, που αφορά την απόρριψη της αγωγής, κατά το αίτημα της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει, να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 183 και 178 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, τη με αριθμό 1728/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όταν τ' αρμόδια όργανα νομικού προσώπου, παρά το νόμο δεν εκδίδουν την προβλεπόμενη και αναγκαία απόφαση για να λάβει ο υπάλληλος τις βαθμολογικές προαγωγές και προσαυξήσεις που δικαιούται και η αξίωση από την αδικοπραξία αυτή έχει παραγραφεί, τότε το νομικό πρόσωπο υποχρεούται από τη διάταξη του άρθρου 938 ΑΚ ν' αποδώσει στον υπάλληλο την ωφέλεια δηλαδή, το ποσό που θα κατέβαλε για μισθολογικές διαφορές στον υπάλληλο αν δεν πραγματωνόταν η αδικοπραξία, τις οποίες και εξοικονόμησε με αντίστοιχη ζημία του υπαλλήλου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1824/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μαρκοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χας Α. Κ., 2) Ι. Κ. του Α. και 3) Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., ως μοναδικών εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικώς εναγομένου - εφεσιβλήτου Α. Κ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2009 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. δ' του π.δ, 229/1994 "Γενικός Κανονισµός Προσωπικού Κοινών Ταµείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του ν.δ. 102/1973 και ίσχυε από 20-8-1994 (πριν από την κατάργησή του µε το π.δ. 246/2006 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001): "Κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος του ΚΤΕΛ, εφόσον δεν έχει τα παρακάτω, γενικά και ειδικά, ανάλογα µε την περίπτωση, προσόντα ... 1. ΓΕΝΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ... α) ... δ) Ειδικά για τους οδηγούς, αλλά και όλο το προσωπικό κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί, με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά περίπτωση. Τα πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς των". Από την παραπάνω διάταξη, η οποία έχει εφαρμογή και μετά τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ανώνυμη εταιρία, η οποία υποκαθιστά αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τα ΚΤΕΛ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (άρθρα 1, 2, 3 παρ.1, 6, 10 του ν. 2963/2001), προκύπτει ότι για την πρόσληψη του οδηγού λεωφορείου των ΚΤΕΛ απαιτείται, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία του. Η καταλληλότητα του πιστοποιείται αρμοδίως από ιατρούς υπηρεσιών που έχουν συμβληθεί με το Υπουργείο Μεταφορών ή από ιατρούς του ΙΚΑ. Τα πιστοποιητικά υγείας ισχύουν για ορισμένο χρόνο και δη για 12 μήνες από την έκδοσή τους. Έτσι αν δεν εκδοθεί και δεν προσκομιστεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου (οδηγού) του ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στην πιο πάνω δημόσιας τάξης διάταξη, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε. Αλλά και εάν κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο οδηγός δεν υποβάλλεται ανά δωδεκάμηνο στις ιατρικές (κατά τα παραπάνω) εξετάσεις και έχει λήξει η δωδεκάμηνη ισχύς του ιατρικού πιστοποιητικού και πάλι η σύµβαση εργασίας καθίσταται άκυρη και παύει να ισχύει. Η ύπαρξη, εξάλλου, πιστοποιητικού υγείας κατά την αρχική πρόσληψη του υπαλλήλου δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής με την οποία αυτός αξιώνει οφειλόμενες αποδοχές, αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί κατ' ένσταση την έλλειψή του και την εντεύθεν ακυρότητα της σύµβασης. Περαιτέρω η, κατ' άρθρο 174 ΑΚ, άκυρη σύµβαση θεωρείται, σύµφωνα µε το άρθρο 180 ΑΚ, σαν να µην έγινε και επομένως ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α. ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26-2-1975 Ε.Σ.Ε.Ε.), επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους, βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, με απλή σχέση εργασίας. Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από τη διατύπωση όλων αυτών των διατάξεων που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους, αλλά και από το ότι, αντιθέτως, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/1981 Υ.Α. και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση.
Συνεπώς και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ότι τον Αύγουστο του έτους 1985, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων προσελήφθη από τον εναγόμενο (στη θέση του οποίου ήδη υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω θανάτου του), για να εργασθεί ως οδηγός στο ενταγμένο στο υπεραστικό ΚΤΕΛ Μεσσηνίας υπ' αριθμ. ... ΔΧ λεωφορείο, ιδιοκτησίας του τελευταίου. Ο ενάγων εργάσθηκε υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του έως τις 22-5-1995, οπότε ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Κατόπιν ασκήσεως της από 6-6-1995 αγωγής του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ' αριθμ.142/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής η υπ' αριθ. 70/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να επαναπροσλάβει τον ενάγοντα στην αρχική του θέση. Ο ενάγων επέδωσε νόμιμα στον εναγόμενο αντίγραφο του υπ' αριθ. 2/2005 απογράφου της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση, προσφέροντας παράλληλα τις υπηρεσίες του στον τελευταίο, πλην όμως αυτός δεν τις αποδέχθηκε. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-2001 έως 30-4-2006, ο ενάγων δεν ήταν εφοδιασμένος με πιστοποιητικά υγείας, όπως οι πιο πάνω διατάξεις δημοσίας τάξεως ορίζουν. Ειδικότερα δεν επικαλέστηκε και εν πάση περιπτώσει δεν προσκόμισε τα άνω πιστοποιητικά 12 μηνης ισχύος, τα οποία και δεν υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο για φύλαξη πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων που τηρείται στο ΚΤΕΛ Μεσσηνίας. Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, η ένδικη σύμβαση εργασίας, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, είναι άκυρη, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης του εναγομένου, την οποία πρότεινε παραδεκτώς στο Πρωτόδικο δικαστήριο και η οποία δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης, η οποία έκρινε ότι μέχρι τις 22-5-1995 η σύμβαση εργασίας ήταν έγκυρη. Συνακολούθως ο εναγόμενος, που δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του ενάγοντος, δεν κατέστη υπερήμερος και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας. Η επίκληση και η προσκομιδή εκ μέρους του ενάγοντος της από 22-1-2007 γνωμάτευσης του ιατρού του ΙΚΑ Κ. Ζ., σύµφωνα µε την οποία αυτός "ευρέθη κλινικά υγιής" δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, αφού αναφέρεται σε μεταγενέστερο του επιδίκου χρονικό διάστηµα. Για επικύρωση, εξάλλου, της άκυρης κατά το παραπάνω χρονικό διάστηµα εργασιακής σύµβασης, µετά τη γνωστοποιηθείσα στον εναγόμενο παραπάνω ιατρική γνωμάτευση, δεν µπορεί να γίνει λόγος, διότι ο εναγόμενος δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες του ενάγοντος (από το 1995), κατά τα προεκτεθέντα, µετά δε τη γνώση της απόκτησης της ιατρικής γνωμάτευσης (12-6- 2008) ρητώς απέκρουσε µε την από 23-6-2008 εξώδικη απάντησή του την επικύρωση της συµβάσεως, αρνούμενος την επαναπρόσληψή του (ΑΚ 183 § 2.). Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα : Ο ενάγων, έχοντας εμπειρία οδηγού δέκα(10) τουλάχιστον ετών (1985-1995) και ηλικία το 2001 47 ετών, είχε την ευχέρεια να ανεύρει εργασία, ως οδηγός αυτοκινήτου, σε άλλον εργοδότη διότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, α) Υπήρχε ζήτηση εργασίας στην περιοχή της Καλαμάτας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όσον αφορά το επάγγελμα του ενάγοντος, αφού υπήρχαν στο υπεραστικό ΚΤΕΛ Μεσσηνίας 103 λεωφορεία, στο Αστικό ΚΤΕΛ Καλαμάτας 12 λεωφορεία και στην ευρύτερη περιοχή Καλαμάτας 30 - 45 τουριστικά λεωφορεία, 150 περίπου ταξί και 200 φορτηγά αυτοκίνητα, β) Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα προσελήφθη ικανός αριθμός οδηγών στο ΚΤΕΛ Μεσσηνίας, οι οποίοι κατέλαβαν τις θέσεις αυτών που αποχώρησαν, και γ) Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι μέτοχοι του ΚΤΕΛ Μεσσηνίας Δ. Κ. και Λ. Β. ζήτησαν από τον ενάγοντα να εργασθεί ως οδηγός στα λεωφορεία τους. Παρόλα ταύτα ο ενάγων δολίως και κακοβούλως απέφυγε την απασχόληση, που θα μπορούσε εύκολα να έχει, με πρόθεση να παραμείνει άνεργος και να ζημιώσει τον εναγόμενο εργοδότη. Ενόψει, αυτών η άσκηση του δικαιώματος προς λήψη των αποδοχών υπερημερίας προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως βασίμως ισχυρίσθηκε κατ' ένσταση πρωτοδίκως ο εναγόμενος με τις προτάσεις του. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, κατά της 120/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκείνες των ΠΔ 54/1998 και 246/2006, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, που εφάρμοσε και συνεπώς, είναι αβάσιμος ο, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις. Περαιτέρω, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 αιτίαση, είναι απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται ο ουσιώδης ισχυρισμός τον οποίο δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, αλλ' απλώς και μόνο γίνεται επίκληση της διατάξεως αυτής. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την κατάθεση "του μάρτυρα απόδειξης Η. Μ. και μάρτυρα ανταπόδειξης Ι. Κ." και τα "νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα" από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη πιστοποιητικών υγείας του ενάγοντος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν ήταν δε υποχρεωμένο να διατάξει την προσκομιδή του ατομικού φακέλου του ενάγοντος, που τηρείται στο ΚΤΕΛ, εφόσον δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι υποβλήθηκε, ενώπιον του Εφετείου, αίτημα επίδειξης αυτού. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 13-11-2009, αίτηση του αναιρεσείοντος Α. Β., για την αναίρεση της 120/2009 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας ο οδηγός λεωφορείου ΚΤΕΛ δεν υποβάλλεται ανά δωδεκάμηνο στις ιατρικές εξετάσεις και έχει λήξει η δωδεκάμηνη ισχύς του ιατρικού πιστοποιητικού η σύμβαση εργασίας καθίσταται άκυρη και παύει να ισχύει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1806/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των κατηγορουμένων: 1)Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 2)Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 3)Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., και 4)Χ. Κ. του Β., κατοίκου ..., περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Α. Σ. του Ν. και 2)Σ. Α. του Π..
Οι αιτήσεις αυτές με ημερομηνία 25 Μαΐου 2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 695/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα με αριθμό 256/29-11-2011 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 132 παρ. 2 του ΚΠΔ, τις από 25.5.2011 αιτήσεις των κατηγορουμένων: α) Β. Κ. του Χ., β) Χ. Κ. του Β., γ) Γ. Κ. του Χ. και δ) Β. Γ. του Κ., με τις οποίες ζητούν την άρση της συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, στα οποία παραπέμφθηκαν για να δικαστούν σε πρώτο βαθμό για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις της καταδολίευσης δανειστών (ο γ) κατ' εξακολούθηση (οι α και β) και της άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών (η δ) και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα: Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 132 ΚΠΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής: Το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση, ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενάγοντος ή του εισαγγελέα ή του επιτρόπου ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια. Η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον εισαγγελέα εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο εφετών ή στον Άρειο Πάγο που συνέρχεται σε συμβούλιο. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, από τον Άρειο Πάγο, λόγω καταφατικής συγκρούσεως συντρέχει και όταν ενώπιον πλειόνων αρμοδίων δικαστηρίων, χωρίς αυτά να υπόκεινται προς άλληλα, όταν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο, εκκρεμεί το αυτό έγκλημα μετά ή άνευ ετέρου συναφούς. (ΑΠ 882/1980, ΠΧ ΛΑ/29, ΑΠ 2009/2009, 2595/2008, 341/2009, 486/2002, ΤΝΠ NOMOS). Όταν η υπόθεση εισάγεται σε δύο δικαστήρια, δεν θεωρούνται ότι το ένα υπόκειται στο άλλο, έστω και αν οι αποφάσεις του ενός από αυτά ελέγχονται από το άλλο δικαστήριο, εφόσον έκαστο τούτων επιλαμβάνεται της ίδιας υποθέσεως αυτοτελώς (σε πρώτο βαθμό), πράγμα που δεν συμβαίνει όταν η υπόθεση εισάγεται στο ανώτερο δικαστήριο, συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της, επί της αυτής υποθέσεως, αποφάσεως του κατωτέρου δικαστηρίου. (ΑΠ 577/1997, Μπουρόπουλος ΕρμΠοινΔικ 1951 σ. 140, σημ. β). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 6 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 3904/2010, καθ' ύλη αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση πράξεων, που τέλεσε δικηγόρος και τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, τυγχάνει το Τριμελές Εφετείο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "στην περίπτωση που συμμετέχουν περισσότεροι στο έγκλημα, αρμόδιο δικαστήριο για όλους είναι εκείνο που είναι αρμόδιο για εκείνον από τους συμμετόχους ο οποίος επισύρει τη βαρύτερη ποινή. Αν οι συμμέτοχοι υπάγονται σε δικαστήρια διαφορετικού βαθμού (άρθρ. 111 παρ. 6 και άρθρ. 112 παρ. 2 του ΚΠΔ) αρμόδιο δικαστήριο για όλους είναι το ανώτερο". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας εκκρεμεί: 1) Ενώπιον του Τριμελούς (για τα πλημμελήματα) Εφετείου Λάρισας, η κατά των αιτούντων κατηγορουμένων α) Β. Κ. του Χ., β) Χ. Κ. του Β., γ) Γ. Κ. του Χ. και δ) Β. Γ. του Κ., ασκηθείσα ποινική δίωξη για καταδολίευση δανειστών [ο γ] κατ' εξακολούθηση [οι α και β] και για άμεση συνέργεια σε καταδολίευση δανειστών [η δ] (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1β, 98 και 397 παρ. 1 του ΠΚ). Όπως δε προκύπτει από το συνημμένο στη δικογραφία με αριθμό 17/2010 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας μαζί με τους παραπάνω παραπέμφθηκαν για να δικασθούν ως συμμέτοχοι στις αυτές αξιόποινες πράξεις και άλλοι, μεταξύ των οποίων και ο δικηγόρος Μιχαήλ Χατζημίχος, λόγω της ιδιότητος του οποίου κατέστη αρμόδιο το δικαστήριο αυτό, κατά το άρθρο 111 παρ. 6 του ΚΠΔ, ως προς όλους τους κατηγορουμένους, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. 2) Ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας η κατά των αιτούντων κατηγορουμένων Χ. Κ. του Β. και Β. Γ. του Κ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για καταδολίευση δανειστών και άμεση συνέργεια σ' αυτήν, αντιστοίχως (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1β και 397 παρ. 1 του ΠΚ), όπως προκύπτει από το συνημμένο από 16.12.2007 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημ/κών Λάρισας [Δικογραφία με στοιχεία ΑΒΜ: Α 07/2185]. 3) Ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας η κατά του αιτούντος κατηγορουμένου Γ. Κ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για καταδολίευση δανειστών, και κατά των Α. Σ. του Ν. και Σ. Α. του Π., για άμεση συνέργεια σ' αυτήν, αντιστοίχως (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1. 46 παρ. 1β και 397 παρ. 1 του ΠΚ), όπως προκύπτει από το συνημμένο από 7.1.2008 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημ/κών Λάρισας [Δικογραφία με στοιχεία ΑΒΜ: Α 07/2188] και 4) Ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας η κατά των αιτούντος κατηγορουμένου Β. Κ. του Χ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για καταδολίευση δανειστών και κατά των Α. Σ. του Ν. και Σ. Α. του Π., για άμεση συνέργεια σ' αυτήν, αντιστοίχως (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1β και 397 παρ. 1 του ΠΚ), όπως προκύπτει από το συνημμένο από 25.12.2007 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας [Δικογραφία με στοιχεία ΑΒΜ: Α 07/2187]. Από την επισκόπηση των προαναφερόμενων κλητηρίων θεσπισμάτων σαφώς προκύπτει αφενός ότι στο κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών που αφορά την υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας περιλαμβάνονται και όλες οι πράξεις που διαλαμβάνονται στα ως άνω κλητήρια θεσπίσματα του Εισαγγελέα Πλημ/κών που αφορούν τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας κατά των αιτούντων κατηγορουμένων και αφετέρου ότι υπάρχει πλήρης ταυτότητα των πράξεων αυτών και των προσώπων στα οποία αποδίδονται. Επομένως, όλες οι ανωτέρω ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίως επιληφθέντων δικαστηρίων, ήτοι του Τριμελούς (για τα πλημμελήματα) Εφετείου Λάρισας και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, τα οποία δεν υπόκεινται το ένα στο άλλο, αφού αμφότερα επελήφθησαν αυτοτελώς σε πρώτο βαθμό, εν όψει του ότι καμία από τις υποθέσεις αυτές δεν έχει ακόμη εκδικασθεί σε πρώτο βαθμό, όπως προκύπτει από τις συνημμένες αποφάσεις 1514/2011 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και 4095, 4096 και 4097/2011 του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας, πρέπει για το ενιαίο της κρίσεως και προς αποτροπή κινδύνου εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων επί των αυτών εγκλημάτων της καταδολίευσης δανειστών κατ' εξακολούθηση και μη και της άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών κατ' εξακολούθηση, να συνεκδικασθούν, να προσδιορισθεί δε το Τριμελές (για τα πλημμελήματα) Εφετείο Λάρισας, ως αρμόδιο κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό, δεκτών καθισταμένων των κρινόμενων αιτήσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να γίνουν δεκτές οι από 25.5.2011 αιτήσεις των κατηγορουμένων: α) Β. Κ. του Χ., β) Χ. Κ. του Β., γ) Γ. Κ. του Χ. και δ) Β. Γ. του Κ., με τις οποίες ζητούν την άρση της συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, στα οποία παραπέμφθηκαν για να δικαστούν σε πρώτο βαθμό για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις της καταδολίευσης δανειστών (ο γ) κατ' εξακολούθηση (οι α και β) και της άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών (η δ). Και Να ορισθεί ως αρμόδιο καθ' ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση των αναφερόμενων στο σκεπτικό εκκρεμών υποθέσεων σε βάρος των αιτούντων και άλλων κατηγορουμένων, το Τριμελές (για τα πλημμελήματα) Εφετείο Λάρισας. Αθήνα, 28 Νοεμβρίου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) οι από 25-5-2011 τρείς αιτήσεις των Β. Κ., Γ. Κ., Χ. Κ. και Β. Γ., με τις οποίες ζητούν τον καθορισμό αρμοδιότητος για τους αναφερόμενους σ'αυτές λόγους, και οι οποίες ως συναφείς πρέπει να συνεκδικασθούν.
1.- Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 132 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων, που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο [ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων] αμφισβητείται η αρμοδιότητα είτε για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα ή αν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίσθηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, τότε, αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ δικαστηρίων υπαγομένων σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο, ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, με αίτηση του εισαγγελέως ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 14, 16, 17 και 98 ΠΚ, 72, 109 επ., 122 επ., 125, 129 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι : Α) Η σύγκρουση αρμοδιότητας ενδέχεται να είναι είτε καταφατική, όταν τα πλείονα δικαστήρια επιλαμβάνονται της υποθέσεως διότι θεωρούν εαυτά αρμόδια, οπότε ανακύπτει κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων είτε αποφατική, όταν αυτά απέχουν διότι θεωρούν εαυτά αναρμόδια, οπότε ανακύπτει κίνδυνος αρνησιδικίας. Β) Τα δικαστήρια δεν υπόκεινται το ένα στο άλλο, όταν επιλαμβάνονται της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και όχι κατόπιν προσβολής της αποφάσεως του ενός ενώπιον του άλλου, με την άσκηση ενδίκου μέσου. Γ) Για το Ίδιο έγκλημα πρόκειται, όταν υφίσταται ταυτότητα της πράξεως από άποψη υποκειμένου, αντικειμένου και εξωτερικών περιστάσεων τέλεσης αυτής και υπό την έννοια αυτή οι μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος αποτελούν ένα και το αυτό έγκλημα. Δ) Δεν συντρέχει περίπτωση κανονισμού της αρμοδιότητας, εάν έχει ήδη επιληφθεί το ένα δικαστήριο, είτε έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση είτε απλώς οριστική, διότι στην περίπτωση αυτή το άλλο δικαστήριο, που επιλαμβάνεται δεύτερο, είναι υποχρεωμένο να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω είτε δεδικασμένου είτε εκκρεμοδικίας (άρθρο 57 παρ. 3 ΚΠοινΔ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ.6 του ΚποινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 του Ν.3904/2010, το Τριμελές Εφετείο δικάζει τα πλημμελήματα των δικηγόρων. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 130 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, "στην περίπτωση που συμμετέχουν περισσότεροι στο έγκλημα, αρμόδιο δικαστήριο για όλους είναι εκείνο που είναι αρμόδιο για εκείνον από τους συμμετόχους ο οποίος επισύρει τη βαρύτερη ποινή. Αν οι συμμέτοχοι υπάγονται σε δικαστήρια διαφορετικού βαθμού (αρθρ.111 παρ.6 και 112 παρ.2 του ΚποινΔ) αρμόδιο δικαστήριο για όλους είναι το ανώτερο". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας εκκρεμούν: 1) Ενώπιον του Τριμελούς (για τα πλημμελήματα) Εφετείου Λάρισας, η κατά των αιτούντων κατηγορουμένων α) Β. Κ. του Χ., β) Χ. Κ. του Β., γ) Γ. Κ. του Χ. και δ) Β. Γ. του Κ., ασκηθείσα ποινική δίωξη για καταδολίευση δανειστών [ο γ] κατ' εξακολούθηση [οι α και β] και για άμεση συνεργεία σε καταδολίευση δανειστών [η δ] (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1β, 98 και 397 παρ. 1 του ΠΚ). Όπως δε προκύπτει από το συνημμένο στη δικογραφία με αριθμό 17/2015 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας μαζί με τους παραπάνω παραπέμφθηκαν για να δικασθούν ως συμμέτοχοι στις αυτές αξιόποινες πράξεις και άλλοι, μεταξύ των οποίων και ο δικηγόρος Μιχαήλ Χατζημίχος, λόγω της ιδιότητος του οποίου κατέστη αρμόδιο το δικαστήριο αυτό, κατά το άρθρο 111 παρ. 6 του ΚΠΔ, ως προς όλους τους κατηγορουμένους, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.! 2) Ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας η κατά των αιτούντων κατηγορουμένων Χ. Κ. του Β. και Β. Γ. του Κ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για καταδολίευση δανειστών και άμεση συνεργεία σ' αυτήν, αντιστοίχως (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1β και 397 παρ. 1 του ΠΚ), όπως προκύπτει από το συνημμένο από 16.12.2007Νκλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημ/κών Λάρισας [Δικογραφία με στοιχεία ΑΒΜ: Α 07/2185]. 3) Ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας ή κατά του αιτούντος κατηγορουμένου Γ. Κ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για καταδολίευση δανειστών, και κατά των Α. Σ. του Ν. και Σ. Α. του Π., για άμεση συνεργεία σ' αυτήν, αντιστοίχως (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 46 παρ. 1β και 397 παρ. 1 του ΠΚ), όπως προκύπτει από το συνημμένο από 7.1.2008 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημ/κών Λάρισας [Δικογραφία με στοιχεία ΑΒΜ: Α 07/2188] και 4) Ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας η κατά των αιτούντος κατηγορουμένου Β. Κ. του Χ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για καταδολίευση δανειστών και κατά των Α. Σ. του Ν. και Σ. Α. του Π., για άμεση συνεργεία σ' αυτήν, αντιστοίχως (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1β και 397 παρ. 1 του ΠΚ), όπως προκύπτει από το συνημμένο από 25.12.2007 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας [Δικογραφία με στοιχεία ΑΒΜ: Α 07/2187]. Από την επισκόπηση των προαναφερόμενων κλητηρίων θεσπισμάτων σαφώς προκύπτει αφενός ότι στο κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών που αφορά την υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας περιλαμβάνονται και όλες οι πράξεις που διαλαμβάνονται στα ως άνω κλητήρια θεσπίσματα του Εισαγγελέα Πλημ/κών που αφορούν τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας κατά των αιτούντων κατηγορουμένων και αφετέρου ότι υπάρχει πλήρης ταυτότητα των πράξεων αυτών και των προσώπων στα οποία αποδίδονται. Όλες οι ανωτέρω ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίως επιληφθέντων δικαστηρίων, ήτοι του Τριμελούς (για τα πλημμελήματα) Εφετείου Λάρισας και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, τα οποία δεν υπόκεινται το ένα στο άλλο, αφού αμφότερα επελήφθησαν αυτοτελώς σε πρώτο βαθμό, δεν έχουν ακόμη εκδικασθεί σε πρώτο βαθμό όπως προκύπτει από τις προσαγόμενες αποφάσεις υπ'αριθ.1514/2011 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας και 4095, 4096 και 4097/2011 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Επομένως, σύμφωνα και με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, νόμιμος λόγος συντρέχει ο καθορισμός αρμοδιότητος, για το ενιαίο της κρίσεως των άνω υποθέσεων και πρός αποτροπή κινδύνου εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, αρμόδιο δε δικαστήριο προς εκδίκαση αυτών ορίζεται το ανώτερο τούτων ήτοι το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις.
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται τις από 25-5-2011 αιτήσεις των: Β. Κ. του Χ., Γ. Κ. του Χ., Χ. Κ. του Β. και Β. Γ. του Κ.. Ορίζει το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας ως αρμόδιο για να εκδικάσει τις ποινικές υποθέσεις που αναφέρονται στα κλητήρια θεσπίσματα: α)υπ'αριθ.17/2010 του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, β)από 16-12-2007 του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας (ΑΒΜ: Α 07/215) γ)από 7-1-2008 του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας (ΑΒΜ: Α 07/2188) και δ)από 15-12-2007 του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας (ΑΒΜ: Α 07/2187).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Πλείονα δικαστήρια καθ΄ ύλην αρμόδια. Ορίζεται το ανώτερο δικαστήριο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1803/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4363/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης, με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Μ. Α.Ε.Ε.Β.Ε." νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 932/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκειμένη αίτηση,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ιδίου Κώδικος, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Υπαρχιφύλακος Α' Α.Τ. Λάρισας ..., ο αναιρεσείων εκλητεύθη από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως, δι' επιδόσεως εις την σύνοικο ενήλικο οικιακή βοηθό του, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην όμως δεν ενεφανίσθη κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2011 αίτηση του Β. Κ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4363/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1802/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4359/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης, με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΣΤΕΡΕΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΑΛΕΙΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "SPAP A.E.", που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιαγλάρα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 929/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκειμένη αίτηση,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ιδίου Κώδικος, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 23 Σεπτεμβρίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαρχιφύλακα Α' Α.Τ. Λάρισας ..., ο αναιρεσείων εκλητεύθη από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως δι' επιδόσεως εις την σύνοικο ενήλικο υπάλληλό του, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην όμως δεν ενεφανίσθη κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2011 αίτηση του Β. Κ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4359/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, ως και την δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης εξ ευρώ πεντακοσίων (500).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1794/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Ζ. του Α. και της Β., κατοίκου ... (περιοχή ...), που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Φόρτωμα, για αναίρεση της με αριθμό 710/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.6.2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 896/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως, για τον εκ του άρθρου 510 παρ.ΙΔ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ.1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτήν ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παρ.1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Σύμφωνα δε με το άρθρο 30 του Ν.3904/23.12.2010, που εφαρμόζεται, ως επιεικέστερος νόμος (άρθρο 2 ΠΚ) και για τις πράξεις που τελέσθηκαν και προ του νόμου αυτού (23.12.2010 άρθρο 38), για την εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, οι εργοδοτικές και εργατικές εισφορές πρέπει να υπερβαίνουν τα ποσά των 20.000 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 710/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Η κατηγορουμένη στην Κέρκυρα τυγχάνοντας εργοδότρια της επιχείρησης με την επωνυμία "..." και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 05/2003 έως 03/2004 στην επιχείρησή της προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις παρακάτω εισφορές ποσού 101.411,70 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Α) Έχοντας υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ιδία (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) αασφαλιστικών εισφορών, ποσού 67.820,17 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον ως άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και Β) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή της (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 33.591,53 ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ'αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίον έγιναν απαιτητές και κατέστη γι'αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση". Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέσει σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, επί τη βάσει των οποίων κατέληξε στην άνω κρίση του. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στο σκεπτικό της άνω αποφάσεως, ούτε στο διατακτικό της, πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η μορφή της επιχείρησης με την επωνυμία "...", ήτοι εάν είναι προσωπική ή εταιρική και εάν πρόκειται για εταιρική επιχείρηση, ποια η μορφή της και η θέση της κατηγορουμένης σ'αυτήν και ειδικότερα εάν είναι νόμιμος εκπρόσωπός της, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή της για παρακράτηση και απόδοση των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, δεν αρκεί δε ο χαρακτηρισμός αυτής ως εργοδότη.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε μετά τούτο η έρευνα του άλλου λόγου αναιρέσεως. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 στοιχ. β' και 511, όπως αντικατ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ΚΠοινΔ ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. (ΟλΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κερκύρας κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη των πράξεων της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, που τελέσθηκαν από 05/2003 έως 03/2004. Οι πράξεις όμως αυτές υπέπεσαν εν μέρει σε παραγραφή συγκεκριμένα εκείνες που φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 05/2003 έως 16.12.2003, αφού από την προαναφερόμενη ημερομηνία 05/2003 και μέχρι σήμερα (16.12.2011) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ ετών, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν αυτών, εφόσον η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και περιέχει βάσιμο, κατά τα παραπάνω λόγο αναίρεσης κατά παραδοχή του οποίου αναιρείται η απόφαση, πρέπει να παύσει οριστικά, εν μέρει για το άνω χρονικό διάστημα, λόγω παραγραφής, η ασκηθείσα κατά της κατηγορουμένης για τις κατ' εξακολούθηση άνω πράξεις. Μετά ταύτα, πρέπει α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 710/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας, β) να παύσει οριστικά εν μέρει η εις βάρος της κατηγορουμένης ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής για τις άνω πράξεις και για το χρονικό διάστημα από 05/2003 έως 16.12.2003, γ) παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την υπ'αριθ. 710/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας.
Παύει οριστικά την κατά της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Ζ. του Α. ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι στην Κέρκυρα, ως εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "..." δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές που αφορούν το χρονικό διάστημα από 05/2003 έως 16.12.2003.
Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 1 ΑΝ 86/1967 (μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ). Παραδοχή του λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας διότι δεν προσδιορίζεται η μορφή της επιχείρησης (προσωπική- εταιρική) και η ιδιότητα της εργοδότου. Αναιρεί και παύει οριστικά εν μέρει λόγω παραγραφής. Παραπέμπει κατά τα λοιπά.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1792/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου A. J. του T., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 96-97-98/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον B. A. του S., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Δικαστήριο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 19 Σεπτεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1326/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αξιόποινη πράξη της επικινδύνου σωματικής βλάβης, αλλά και ως προς το κεφάλαιο που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου και συνακόλουθα η περί ποινής διάταξη, παραπεμπομένης της υποθέσεως, μόνο ως προς αυτά τα κεφάλαια, στο ίδιο Δικαστήριο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου Κώδικα, με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν την αφαίρεση ζωής άλλου, με θετική ενέργεια η και ακόμη με την παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενικά δόλο άμεσο ή ενδεχόμενο, που συνίσταται, ο μεν άμεσος, στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 α του ΠΚ "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", και κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου κώδικα, "αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη( άρθρο 310 παρ. 2 του ΠΚ), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Εν όψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης των διατάξεων αυτών, είναι απαραίτητο στη καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις δύο ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στη πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ' άρθρο 79 του ΠΚ κριτηρίων. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 του ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση για το αν το δικαστήριο της ουσίας, εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.13 περ. α' του Ν. 2168/1993 εκείνος που φέρει παράνομα όπλα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το πυροβόλο όπλο, τιμωρείται με την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή ποινή φυλακίσεως και χρηματική ποινή, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι το έγκλημα της οπλοχρησίας, αποτελεί εξωτερικό όριο του αξιοποίνου της πράξεως που τελέσθηκε με αυτήν και δεν είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από αυτήν, αλλά παρεπόμενο της, για το λόγο ότι προϋποθέτει καταδικαστική απόφαση για την ύπαρξη και δεν νοείται τέλεσή του χωρίς να υπάρχει και να τιμωρείται η κύρια πράξη. Ως χρήση όπλου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται κατά τα παραπάνω και το πυροβόλο όπλο (άρθρο 1 παρ.1α του Ν. 2168/1993), η οποία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, νοείται η χρησιμοποίηση αυτού προς πραγματοποίηση του επιδιωκομένου εγκληματικού σκοπού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για τη βεβαιότητα δε ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 96, 97, 98/2010 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και του επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την ανθρωποκτονία από πρόθεση και συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών για τις λοιπές πράξεις. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το άνω Δικαστήριο ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο A. B. και ο κατηγορούμενος, Αλβανοί υπήκοοι, οι οποίοι διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, στη Δυτική Αττική (περιοχή ...), ο πρώτος το 1995, και ο δεύτερος λίγο χρόνο μεταγενέστερα. Αυτοί, οι οποίοι ασκούσαν στην Ελλάδα το επάγγελμα του ταπετσέρη και του σιδερά αντίστοιχα, χωρίς όμως να έχουν σταθερή και αδιάλειπτη επαγγελματική απασχόληση, σύχναζαν σε νυχτερινά κέντρα κυρίως της περιοχής της .... Κατά τις νυχτερινές ώρες της 3.11.2005 ο Π. Γ. και ο εξάδελφος του Σ. Κ. διασκέδαζαν στο καφέ-μπαρ "SUNRISE" στην Ε., ιδιοκτησίας Γ. Π.. Στο ίδιο κέντρο βρίσκονταν ο κατηγορούμενος με το φίλο του A. B. και δύο γυναίκες. Περί ώρα 2.30 π.μ. περίπου άρχισε ένας διαπληκτισμός μεταξύ του κατηγορουμένου και του Σ. Κ., για τη διεκδίκηση της συντροφιάς μιας από τις δύο προαναφερόμενες γυναίκες. Στο διαπληκτισμό αυτό ενεπλάκησαν ο Π. Γ. και ο A. B.. Κατά το διαπληκτισμό αυτό ο κατηγορούμενος κτύπησε δυνατά με ένα στακτοδοχείο στο κεφάλι τον Π. Γ.. Ο τελευταίος, αφού έχασε την ισορροπία του, έπεσε κάτω και τότε δέχθηκε σφοδρά κτυπήματα από τον κατηγορούμενο και το φίλο του A. B. με τα χέρια και τα πόδια στο κεφάλι. Οι θαμώνες του καταστήματος, αφού απομάκρυναν τον Π. Γ. από τους δύο παραπάνω δράστες, οι οποίοι στη συνέχεια έφυγαν γρήγορα για να αποφύγουν τη σύλληψη, τον μετέφεραν στο ΤΖΑΝΕΙΟ Νοσοκομείο για την παροχή της αναγκαίας ιατρικής βοήθειας. Εκεί διαπιστώθηκε ότι ο παθών είχε υποστεί από τα χτυπήματα κρανιοεγκεφαλική κάκωση με κάταγμα μετωπιαίου κόλπου αριστερά, αριστερού οφθαλμικού κόγχου και θλάσεις μετωπιαίου λοβού. Ο κατηγορούμενος κατά τον προαναφερόμενο διαπληκτισμό κτύπησε τον παθόντα Π. Γ. με την πρόθεση, όχι να του επιφέρει το θάνατο, αλλά για να του προκαλέσει σωματική βλάβη, την οποία και πράγματι του επέφερε με τρόπο όμως που μπορούσε να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη, αφού τον χτύπησε με σταχτοδοχείο στο κεφάλι (κυρίως στο πρόσωπο), δηλαδή σε ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο. Η σωματική αυτή βλάβη χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο παθών Π. Γ. καταθέτει με κατηγορηματικότητα και πειστικότητα ότι αυτός που τον κτύπησε στο κεφάλι με το τασάκι ήταν ο κατηγορούμενος, γεγονός το οποίο του επιβεβαίωσε και ο εξάδελφος του Σ. Κ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος και ο A. B. δεν υπήρξαν απλοί θαμώνες νυχτερινών κέντρων, αλλά ασχολήθηκαν, άλλοτε αφανώς και άλλοτε εμφανώς, και με την εκμετάλλευση τέτοιων κέντρων. Οι στενές φιλικές σχέσεις αυτών από τις αρχές του έτους 2006 κλονίστηκαν και οδηγήθηκαν σε ρήξη, μεταξύ άλλων, μη επαρκώς διακριβωθέντων λόγων, και εξαιτίας της διεκδίκησης της ίδιας ερωτικής συντρόφου (ονόματι Ζ.), η οποία διατηρούσε αρχικά ερωτικό δεσμό με τον A. B. και στη συνέχεια συνδέθηκε ερωτικά με τον κατηγορούμενο. Οι ήδη τεταμένες σχέσεις του κατηγορουμένου και του A. B. οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο, εξαιτίας του γεγονότος ότι η P. D., προηγούμενη ερωτική σύντροφος του δευτέρου, με τον οποίο αυτή εξακολούθησε να έχει επικοινωνία και διατηρούσε πολύ καλές φιλικές σχέσεις, θέλησε να αναλάβει την εκμετάλλευση του νυχτερινού κέντρου "DIVA", στον ..., το οποίο ανήκε, ως επιχείρηση στην Π.-Ρ. Ν.ντε λος Σ., βρισκόταν όμως υπό την ουσιαστική διαχείριση και εκμετάλλευση του πρώτου. Η Ρ. D. άρχισε διαπραγματεύσεις με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος Ε. Σ., εκδηλώνοντας την πρόθεση της, εφόσον ευοδώνονταν οι διαπραγματεύσεις αυτές, να αναθέσει τη λειτουργία του εν λόγω νυχτερινού κέντρου στον A. B. και να απομακρύνει τον κατηγορούμενο, Οι σχέσεις πλέον του κατηγορουμένου και του A. B. έφτασαν σε ακραίο σημείο οξύτητας και ο πρώτος αποφάσισε να απαλλαγεί από το δεύτερο, φονεύοντάς τον. Έτσι στις 20.3.2006 και περί ώρα 5.30-6.00 π.μ. ο κατηγορούμενος έφυγε από το κέντρο DIVA μετά το κλείσιμο, χωρίς να μεταφέρει τις κοπέλες που εργάζονταν εκεί στο σπίτι τους, όπως συνήθιζε να κάνει μετά το τέλος της εργασίας τους, και μετέβη έξω από την ισόγεια οικία που διέμενε ο A. B., στη ... αριθ. 34, στη .... Ο κατηγορούμενος, λόγω της προηγούμενης στενής φιλίας του με τον A. B., είχε φιλοξενηθεί επανειλημμένα στο σπίτι του τελευταίου και γνώριζε την εσωτερική του διαρρύθμιση και ειδικότερα τη θέση όπου ήταν τοποθετημένο το κρεβάτι που εκείνος κοιμόταν. Έτσι πλησίασε το κλειστό παράθυρο (με ξύλινο παραθυρόφυλλο) της κρεβατοκάμαρας του θύματος, το οποίο εκείνη την ώρα κοιμόταν, και με ένα πυροβόλο όπλο που έφερε πυροβόλησε τέσσερις φορές προς το εσωτερικό του δωματίου και προς το σημείο που βρισκόταν κοιμώμενο το θύμα στο κρεβάτι του. Οι βολίδες διαπέρασαν το παράθυρο και μία από αυτές έπληξε τον A. B. στην κοιλιακή χώρα, στη δεξιά πλευρά του σώματος του, πλησίον του ήπατος. Ο τελευταίος, παρά τον τραυματισμό του, κατόρθωσε να πλησιάσει στο παράθυρο για να δει το δράστη από τις γρίλιες. Στη θέση αυτή τον είδε ο εξάδελφος του T. A., ο οποίος εφιλοξενείτο στην οικία του και με τους πυροβολισμούς ξύπνησε και σηκώθηκε για να δει τι συμβαίνει. Τότε το θύμα απευθυνόμενο προς αυτόν του είπε "με φάγανε, είδα τον Γ.", δηλαδή τον κατηγορούμενο. Ο A. B. διακομίστηκε στο Θριάσιο Νοσοκομείο ..., όπου διατηρούσε τις αισθήσεις του. Εκεί υποβλήθηκε σε μια πρώτη χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση του τραύματος και ακολούθως και σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση, λόγω επαναιμορραγίας. Περαιτέρω, επειδή δεν υπήρχε ελεύθερη εντατική μονάδα στο Θριάσιο Νοσοκομείο διακομίστηκε στο νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν, όπου υπέκυψε στα τραύματα του στις 24.3.2006. Μόνη ενεργός αιτία από την οποία επήλθε ο θάνατος του θύματος υπήρξε ο σοβαρός τραυματισμός του στη δεξιά πλευρά του σώματός του από τους πυροβολισμούς που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Την πιο πάνω πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση αποφάσισε να εκτελέσει ο κατηγορούμενος ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και σε πλήρη πνευματική διαύγεια. Για το γεγονός του θανατηφόρου τραυματισμού του A. B. από τον κατηγορούμενο έκανε αναφορά, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο ο T. A.. Εξάλλου η μάρτυρας Ρ. D., η οποία επισκέφθηκε τον A. B. στο Θριάσιο Νοσοκομείο το πρωί της 20.3.2006, όταν αυτός διατηρούσε ακόμη τις αισθήσεις του, πειστικά καταθέτει ότι ο τελευταίος της είπε ότι δράστης των εναντίον του πυροβολισμών ήταν ο κατηγορούμενος, τον οποίο κατόρθωσε να δει από το παράθυρο. Η ίδια μάρτυρας πειστικά καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος είχε όπλο, το οποίο έκρυβε στο κατάστημα (DIVA) κάτω από το τζάκι. Περαιτέρω ο αδελφός του θύματος A. B., πολιτικώς ενάγων, καταθέτει ότι τις πρωινές ώρες της 20.3.2006, στο Θριάσιο Νοσοκομείο, το θύμα, το οποίο διατηρούσε ακόμη τις αισθήσεις του, σε σχετική ερώτηση του ίδιου, αν δράστης είναι ο κατηγορούμενος, του ένευσε καταφατικά. Την ίδια απάντηση με τον ίδιο τρόπο έδωσε το θύμα και στον άλλο του αδελφό A. B., όπως αυτός καταθέτει. Ο τελευταίος μάρτυρας καταθέτει επίσης πειστικά ότι ο μάρτυρας Μ. Ν., ο οποίος διατηρούσε πολύ φιλικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο, του είπε στο ..., ότι τον αδελφό του είχε σκοτώσει ο κατηγορούμενος, όπως εκείνος του ομολόγησε. Την κρίση του Δικαστηρίου ότι δράστης της ανθρωποκτονίας του A. B. υπήρξε ο κατηγορούμενος έρχεται να ενισχύσει, παρά να αποδυναμώσει, και η ίδια η συμπεριφορά του τελευταίου λίγο χρόνο μετά την πράξη του. Είναι αξιοσημείωτο ότι κατηγορούμενος κατά τις 6.30-7.00 π.μ. της 20.3.2006 μετέβη στην οικία του πιο πάνω φίλου του μάρτυρα Ν. Μ., στην Ε., για να πάρει μια τσάντα με ρούχα που είχε αφήσει εκεί, επειδή θα αναχωρούσε στην Αλβανία (προφανώς για να διαφύγει), γεγονός το οποίο και συνέβη μετά δύο ημέρες, οπότε έφυγε οδικώς για την Αλβανία μαζί με το Ν. Μ. με το αυτοκίνητο του τελευταίου. Ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε τις πρωινές ώρες της 20.3.2006 στον αδελφό του θύματος A. B. και ζήτησε να πληροφορηθεί για την κατάσταση της υγείας εκείνου και κυρίως ρώτησε, αν μπορεί να μιλήσει. Μάλιστα πήγε και στο νοσοκομείο, δεν επισκέφθηκε όμως το θύμα (πληροφορούμενος για την κατάσταση της υγείας του από τους επισκέπτες) με τη μη πειστική και ανεπέρειστη δικαιολογία ότι φοβόταν να ανέβει στους ορόφους του νοσοκομείου για να μη συλληφθεί από τους εκεί ευρισκόμενους αστυνομικούς για κάποια άλλη αιτία για την οποία διέφευγε. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον πιο πάνω τόπο και χρόνο έφερε μαζί του παρανόμως όπλο, το οποίο είναι πρόσφορο, για επίθεση και άμυνα' κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2168/1993, και συγκεκριμένα πυροβόλο όπλο άγνωστου τύπου και εργοστασίου κατασκευής, χωρίς την άδεια της Αστυνομικής Αρχής του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του, το οποίο και χρησιμοποίησε εκτοξεύοντας τους πιο πάνω πυροβολισμούς εναντίον του A. B.. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, οπλοφορίας, οπλοχρησίας και τέλος επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του Π. Γ.. Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι ο κατηγορούμενος έζησε μέχρι το χρόνο των πράξεών του έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Αυτός έχει ήδη καταδικαστεί αμετακλήτως με την απόφαση 47656/2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε ποινή φυλάκισης 17 μηνών για αντίσταση, εξύβριση και απειλή. Ακόμη η ενασχόληση του και μάλιστα αφανώς με την εκμετάλλευση νυχτερινών κέντρων, των οποίων υπήρξε σταθερός θαμώνας, έγινε για την απόκτηση εύκολου και άκοπου κέρδους και όχι υπό συνθήκες έντιμου βιοπορισμού. Ο ίδιος δεν έδειξε ενδιαφέρον να έχει έντιμο βιοπορισμό, όπως θα μπορούσε, από το επάγγελμα του σιδερά, το οποίο άσκησε περιστασιακά και όχι σταθερά. Έτσι το Δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αυτού να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ. Εξάλλου το Δικαστήριο κρίνει κατά πλειοψηφία (μειοψηφούν οι ένορκοι Α. Κ., Μ. Σ. και Β. Ξ.) ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του ίδιου κατηγορουμένου να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, διότι δεν συντρέχουν περιστατικά που να δικαιολογούν την αναγνώριση στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' του ΠΚ, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται. Ειδικότερα δεν αποδεικνύονται θετικά στοιχεία μετά τις πράξεις του, από τα οποία να προκύπτει καλή συμπεριφορά αυτού για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις αυτές, κατά την έννοια του άρθρου 84 παρ.2 ε' ΠΚ, δηλαδή στοιχεία που να δείχνουν σαφή μεταστροφή του χαρακτήρα του (η μη κακή συμπεριφορά δεν αρκεί). Επίσης δεν αρκετή η καλή διαγωγή του στις φυλακές κατά τη διάρκεια της κράτησης του". Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94, 299, 309 σε συνδυασμό με 308 ΠΚ, 1 παρ.1α 10 παρ.13α, 14 του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε, ευθέως η εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απολογία κατηγορουμένου) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Οι προβαλλόμενες ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, διότι α)από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, αφού έλαβε υπόψη και "τα αναγνωσθέντα έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η κατάθεση στην προδικασία του απόντος μάρτυρος T. A.", σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη "ως έγγραφα" τις καταθέσεις των απόντων μαρτύρων, αλλά ανάγνωσε αυτές από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης στα οποία και περιλαμβάνοντο. Από την ειδικότερη αναφορά ότι ελήφθη υπόψη η προκαταρκτική κατάθεση του απόντος άνω μάρτυρος, σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο ανέγνωσε από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης τις καταθέσεις των μαρτύρων που ήταν απόντες στο ακροατήριό του, των οποίων η ταυτότητα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σαφώς προσδιορίζεται, χωρίς να απαιτείτο η περαιτέρω εξειδίκευση των στοιχείων εκάστου απόντος μάρτυρος και εκάστης καταθέσεως, η δε ειδικότερη μνεία στην οικεία θέση των πρακτικών ότι αναγνώσθηκαν "η απόφαση και οι καταθέσεις των απόντων μαρτύρων" εκ περισσού αναφέρεται, αφού οι καταθέσεις αυτές περιλαμβάνοντο στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στην δε απόφαση ήταν ενσωματωμένα και τα πρακτικά αυτής, τα οποία ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του από το Δικαστήριο της ουσίας. β)αναφέρεται, στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το πώς προκλήθηκαν στον παθόντα Π. Γ. οι σωματικές κακώσεις που εξειδικεύονται, το μέσο με το οποίο έγιναν αυτές (με στακτοδοχείο, με χέρια και πόδια) και το ευπαθές σημείο στο οποίο επλήγη ο παθών (στο κεφάλι). Περαιτέρω εκτίθεται, ότι από τον τρόπο με τον οποίο τελέσθηκε η άνω πράξη του αναιρεσείοντος και ειδικότερα από τον τρόπο που έπληξε αυτός τον παθόντα (δυνατά κτυπήματα με το στακτοδοχείο με τα χέρια και τα πόδια) και το ευπαθές σημείο στο οποίο έπληξε τον παθόντα μπορούσε να προκληθεί στο τελευταίο βαριά σωματική βλάβη. Με τις παραδοχές αυτές επαρκώς διευκρινίζεται για ποια από τα έννομα αγαθά του παθόντος επήλθε διακινδύνευση. Έτσι δεν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδύνευσης, η δε αναφορά στο διατακτικό ότι η πράξη αυτή του κατηγορουμένου τελέσθηκε με τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του προδήλως εκ παραδρομής παρεισέφρησε, αφού και στο διατακτικό, σωματικές κακώσεις αναφέρονται, όπως και στο σκεπτικό. γ)Σαφώς αιτιολογεί το Δικαστήριο της ουσίας την κρίση του ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης ως αυτουργός, ανεξαρτήτως του ότι είναι αδιάφορο εάν η πράξη τελέσθηκε κατά μόνας ή κατά συναυτουργία, αφού την ίδια ποινική μεταχείριση αντιμετωπίζει ο δράστης ως αυτουργός ή ως συναυτουργός (άρθρο 45 ΠΚ). Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ πρώτος και τέταρτος κατά ένα μέρος λόγοι του κυρίως δικογράφου αναιρέσεως και πρώτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (στις 21-9-2011) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται ειδικώς η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου υπό την έννοια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, λόγω ασαφειών ως προς το είδος της διακινδύνευσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, οι διαλαμβανόμενες στον τέταρτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν στον κατηγορούμενο αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει, οίκοθεν, εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 333 παρ.2 και 358 η άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτηση τους, για να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και ο συναφής τρίτος των προσθέτων λόγων, με τους οποίους προβάλλει ο αναιρεσείων απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά την έννοια των άρθρων 171 παρ.1 εδ.δ' και 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠοινΔ, η οποία επήλθε από το ότι μετά την εξέταση των μαρτύρων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων δεν δόθηκε ο λόγος από το διευθύνοντα τη συζήτηση στον κατηγορούμενο και στον συνήγορο υπεράσπισής του αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτησή τους για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις ως προς την κατάθεση κάθε μάρτυρα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, δεν καθιερώνεται υποχρέωση του διευθύνοντος να δίδει τον λόγο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοβούλως για να ασκήσει το εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ δικαίωμα, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έχει περιληφθεί, μετά την εξέταση και των μαρτύρων υπερασπίσεως, η μνεία ότι "ο Πρόεδρος έδιδε το λόγο στον Εισαγγελέα, τους τακτικούς Δικαστές, τους ενόρκους και τον συνήγορο υπεράσπισης για να κάνουν ερωτήσεις αν είχαν προς τους μάρτυρες καθώς και στον ίδιο τον κατηγορούμενο, που πράγματι σε πολλές περιπτώσεις οι παραπάνω έκαναν ερωτήσεις" και έτσι τηρήθηκαν τα διατασσόμενα στο άρθρο 358 ΚΠοινΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, αναφέρονται, πλην άλλων, και τα εξής: α/α)10) Υπόδειγμα Α.1 από 2-5-2006 της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Δυτ. Αττικής. 11)Διαβιβαστικό έγγραφο υπ' αριθ. 1046/2/3-β από 28-3-2006 της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Δυτ. Αττικής / Τμ. Δημόσιας Ασφάλειας. 12) Βεβαίωση με αρ. πρωτ. 351/από 5-4-2007 του Πρωτοδικείου Τεπελενίου Αλβανίας. 13) Οικογενειακό πιστοποιητικό από 2-9-2006 του Ληξιαρχείου Τεπελενίου Αλβανίας 9)Επισκοπήθηκαν 28+5+3 φωτογραφίες. Ο, κατά τον τρόπο αυτό, προσδιορισμός στα πρακτικά των άνω εγγράφων και φωτογραφιών είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε των εγγράφων αυτών και την επισκόπηση των φωτογραφιών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι την δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά, η δε αναγραφή δύο φορές στην οικεία θέση των αναγνωσθέντων εγγράφων του "Υποδείγματος Α-1 από 2-5-2006 της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής" και μάλιστα την πρώτη φορά χωρίς α/α, προδήλως οφείλεται σε παραδρομή, χωρίς να δημιουργείται αβεβαιότητα για την ταυτότητα αυτού, το περιεχόμενο, άλλωστε, του οποίου έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για το σχηματισμό κρίσης περί ενοχής του κατηγορουμένου δεν ελήφθη υπόψη η μη αναγνωσθείσα υπ' αριθ.47650/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.16 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου και τέταρτος κατά ένα μέρος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν και οι φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, και ότι ελήφθη υπόψη για την ενοχή του κατηγορουμένου η υπ' αριθ. 47650/2003 άνω απόφαση η οποία δεν αναγνώσθηκε, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται σ'αυτή τη διάταξη. Όμως δεν δημιουργείται καμιά ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατά θέση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε σε τούτο. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει υπερασπιστικό δικαίωμα, που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από το άρθρο 6 παρ.3 εδ.δ' της ΕΣΔΑ, να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, εφόσον όμως, έγινε παρά την εναντίωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση οι αναγνώσθηκαν "οι καταθέσεις των απόντων μαρτύρων" και "η κατάθεση στην προδικασία του απόντος μάρτυρος T. A." χωρίς όμως το Δικαστήριο να βεβαιώσει ότι συντρέχει μία εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 365 παρ.1 ΚΠοινΔ. Όμως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν εναντιώθηκε στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, ανεξαρτήτως του ότι "οι καταθέσεις των απόντων μαρτύρων" δεν δόθηκαν κατά την προδικασία, αλλά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης τα οποία και αναγνώσθηκαν.
Από τα άρθρα 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ.1α ΚΠΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι από τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά, η αίτηση τυγχάνει απαράδεκτη. Από την ανωτέρω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο παραπάνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τέτοιος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία της, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση, και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης (Ολ.ΑΠ 19/2001). Απλή επανάληψη της διατάξεως του νόμου που προβλέπει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ή περιγραφική απλώς αναφορά αυτού, χωρίς μνεία των περιστατικών που τον θεμελιώνουν, δεν αρκεί.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο, κατά το τελευταίο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου, επικαλείται ότι αναιτιολόγητα το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του "περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν των ζητηθέντων ελαφρυντικών, μολονότι και η επαγγελματική του απασχόληση και η αναφερόμενη μόνη ποινή φυλάκισης του μητρώου, αλλά και η εν γένει συμπεριφορά του, στη φυλακή περί του αντιθέτου συνηγόρου του". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο άνω λόγος είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια σχετική με την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού τους γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο το. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων (υπό α') ότι ο υπαίτιος "έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Για το ορισμένο του στηριζομένου στην παραπάνω διάταξη αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν αρκεί η επίκληση λευκού ποινικού μητρώου, ή εργασίας ή η ύπαρξη οικογένειας του δράστη, αλλά απαιτείται επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, που να είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του (αναιρεσείοντος) της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ), επικαλέσθηκε δε για τη θεμελίωσή του τα εξής: "Από την ακροαματική διαδικασία και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, σε συνδυασμό με το ποινικό μου μητρώο προκύπτει ότι έζησα έως το αδίκημα για το οποίο φέρομαι αδίκως κατηγορούμενος ενώπιον Σας έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Ειδικότερα είμαι άτομο ηλικίας 33 ετών, το οποίο μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα πρόλαβα να δώσω "πετυχημένες εξετάσεις" στην κοινωνική διαβίωση (στο οικογενειακό και επαγγελματικό μου περιβάλλον), χωρίς κηλίδες παραβατικότητας σε ηθικό ή ποινικό επίπεδο. Ουδέποτε είχα την παραμικρή ανάμιξη σε κανενός είδους παράνομες δραστηριότητες, δεν είχα απασχολήσει ποτέ στο παρελθόν τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 351/5-4-07 Βεβαίωση Δικαστικής Κατάστασης από τον Προϊστάμενο του Πρωτοδικείου Τεπελενίου της Αλβανίας), αλλά, επιπλέον, κανέναν λόγο δεν είχα να προβώ σε τέτοιες πράξεις, αφού εργαζόμουν και κέρδιζα με τίμιο τρόπο τα προς το ζην, εργαζόμενος νυχθημερόν, χωρίς ουδέποτε να δώσω αφορμή για αρνητικά σχόλια, ως σιδεράς, ως αποδεικνύεται οπό τα προσαγόμενα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως. Από την εργασία μου αυτή αποκέρδαινα 1500 περίπου ευρώ το μήνα, εργαζόμενος νυχθημερόν για να εξασφαλίσω χρήματα για την οικογένεια μου στην Αλβανία, τον πατέρα μου Θ. Ά., ηλικίας 58 ετών και την μητέρα μου Α. Α., ηλικίας 56 ετών, ως αποδεικνύεται από το προσαγόμενο και επικαλούμενο από 2,9.06 πιστοποιητικό του Ληξίαρχου Τεπελενίου, ενισχύοντας τους όσο μπορούσα υλικά και ηθικά, με τίμιο και έντιμο τρόπο για όσο διάστημα βρισκόμουν στην ελληνική επικράτεια, διατηρώντας άρρηκτο οικογενειακό δεσμό μαζί τους". Όμως ο ισχυρισμός αυτός, όπως διατυπώθηκε, είναι αόριστος, καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση, ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμελητης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με την οικονομική ενίσχυση της οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, στοιχεία όμως που δεν επικαλείται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον άνω αόριστο αυτοτελή ισχυρισμό, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του την επ' αυτού απορριπτική κρίση του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας και της έλλειψης δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με το να λάβει υπόψη του για την απόρριψη του εν λόγο ισχυρισμού, την υπ' αριθ. 47656/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, δεν περιλαμβάνετο στα αναγνωσθέντα έγγραφα, ούτε το περιεχόμενο τους προέκυπτε από άλλο έγγραφο.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠοινΔ τέταρτος, κατά το ένα σκέλος του, λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή η παράλειψη αναγραφής ή η λανθασμένη αναγραφή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφήρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, μετά την κατάργηση του υπό στοιχείο Η' του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, με το άρθρο 50 παρ.4 Ν. 3160/2003, ο δε Άρειος Πάγος σε περίπτωση παραλείψεως ή λανθασμένης αναγραφής παραθέτει το προσήκον άρθρο του νόμου. Επομένως ο τελευταίος λόγος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αιτιάται ο κατηγορούμενος λανθασμένη αναγραφή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφήρμοσε το Δικαστήριο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατόπιν αυτών, αφού το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια, δεν παραβιάσθηκαν τα εκ του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, του 7ου πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ν. 1705/1987) και του άρθρου 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου περί δίκαιης δίκης. Επομένως τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τελευταίο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου αναιρέσεως, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση και τους από 19 Σεπτεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους του A. J. του T. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 96, 97, 98/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από πρόθεση, επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας εκ πλαγίου παραβίαση του νόμου απόλυτη ακυρότητα. Εκ του μη προσδιορισμού επαρκώς των αναφερθέντων εγγράφων.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1790/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Γ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 3)Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 4)Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 5)Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 6)Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., 7)Π. Σ. του Χ. και 8)Χ. Π. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Μακρή και Αδάμ Παπαδαμάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.3906/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως και στους από 16 Νοεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 857/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη για τους Γ. Λ., Δ. Κ., Χ. Π. και Κ. Κ. και να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά για νέα συζήτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η υπό κρίση από 21-6-2011, υπ` αριθμό πρωτ. 1304/23-6-2011, αίτηση αναιρέσεως των 1) Γ. Λ., 2) Δ. Κ., 3) Α. Κ., 4) Χ. Π., 5) Κ. Κ., 6) Π. Σ., 7) Ν. Α. και 8) Δ. Μ. που ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς και οι από 16-11-2011 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως των ανωτέρω αναιρεσειόντων κατά της υπ` αριθ. 3906/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως κατά τα άρθρα 473 §§ 2 και 3 και 509 § 2 του ΚΠΔ. Επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους και να εξεταστούν περαιτέρω, ως προς το βάσιμο των λόγων τους. Κατά το άρθρο 259 ΠΚ. υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται : α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο, τους Υπηρεσιακούς κανονισμούς ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Έτσι, κατά τα εκτεθέντα, στην απόφαση πρέπει να διαλαμβάνεται και διευκρινίζεται ότι η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου ανάγεται στις υπηρεσιακές του υποχρεώσεις, περιλαμβάνεται μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, όπως αυτή διαγράφεται από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, διαταγές ή οδηγίες ή προκύπτει από τη φύση της υπηρεσίας και πόθεν τούτο προκύπτει, μη αρκούντος ότι ανάγεται στην υπηρεσία ή τα καθήκοντά του, άνευ άλλου τινός. Το άρθρο 13 Π.Κ. ορίζει ότι "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου προσώπου δημοσίου δικαίου". Το άρθρο 263α ΠΚ επεκτείνει την υπαλληλική ιδιότητα στους δημάρχους ή προέδρους κοινοτήτων και σε όσους υπηρετούν, μεταξύ άλλων α) σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν στο κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου..... .γ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ιδρύθηκαν από το δημόσιο από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και από νομικά πρόσωπα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια.... Εντεύθεν, οι δημοτικοί σύμβουλοι, υπάλληλοι των επιχειρήσεων των Ο.Τ.Α. θεωρούνται υπάλληλοι, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α ΠΚ για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 259 ΠΚ. Η καταδικαστική δε απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, έλλειψη της αιτιολογίας γενικώς, υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, όπως προαναφέρθηκε, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως (Α.Π.719/2011). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 21-6-2011 υπ` αριθμό πρωτ. 1304/23-6-2011 αίτηση των προαναφερθέντων αναιρεσειόντων, όπως αυτή διευρύνεται με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η με αριθμό 3906/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, με την οποία οι αναιρεσείοντες, ως υπάλληλοι, δημοτικοί σύμβουλοι του δήμου Καλλιθέας Θεσσαλονίκης και μέλη της διοικήσεως της Δημοτικής Επιχείρησης Τοπικής Ανάπτυξης Καλλιθέας (Δ.Ε.Τ.Α.Κ.) καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών ο καθένας, ανασταλείσα επί τριετία, για παράβαση καθήκοντος κατ` εξακολούθηση (άρθρο 259, 98 Π.Κ.). Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην ίδια απόφασή του αποδεικτικών μέσων, (ένορκων καταθέσεων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων,) στο αιτιολογικό του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι στην Νεοχωρούδα του Νομού Θεσσαλονίκης και υπό την ιδιότητα τους, ως δημοτικοί σύμβουλοι του Δήμου Καλλιθέας του Νομού Θεσσαλονίκης, κατά το χρονικό διάστημα από τις 30 Οκτωβρίου 2003 μέχρι τις 14 Ιουλίου 2006, τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, όπως σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την εγκληματική τους συμπεριφορά και συνακόλουθα την ποινική τους ευθύνη, εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως, στο οποίο, προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων το Δικαστήριο τούτο, αναφέρεται. Περαιτέρω, προέκυψε ότι η προαναφερομένη δημοτική επιχείρηση του Δήμου Καλλιθέας, μέλη της οποίας υπήρξαν οι κατηγορούμενοι εμπίπτει στον δημόσιο τομέα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων και είχαν ως Προϊσταμένη Διοικητική Αρχή τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως της Θεσσαλονίκης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού απορριφθούν οι προαναφερόμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, ως αβάσιμοι στην ουσία τους, πρέπει οι τελευταίοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατηγορούνται." Στο διατακτικό της, η απόφαση δέχθηκε επί λέξει, τα παρακάτω: "
Κηρύσσει τους προαναφερομένους - κατηγορουμένους ενόχους του ότι: Στην Νεοχωρούδα του Νομού Θεσσαλονίκης και κατά το χρονικό διάστημα από την 30/10/2003 έως την 14/07/2006 με περισσότερες, από μία, αξιόποινες πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, υπάλληλοι όντες κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα), υπηρετούντες πρόσκαιρα σε επιχείρηση οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, με πρόθεση παρέβησαν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλους και στους εαυτούς τους παράνομο όφελος. Ειδικότερα, ενώ άπαντες οι κατηγορούμενοι δημοτικοί σύμβουλοι του Δήμου Καλλιθέας, απάρτιζαν το Διοικητικό Συμβούλιο της Δημοτικής Επιχείρησης Τοπικής Ανάπτυξης του Δήμου Καλλιθέας (Δ.Ε.Τ.Α.Κ.), με τις ιδιότητες που κατωτέρω θα αναφερθούν και υποχρεούνταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 6 Ν. 2527/1997, σε περίπτωση σύναψης συμβάσεων μίσθωσης έργου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τρίτα πρόσωπα, να ενεργήσουν ώστε να προηγηθεί η προηγούμενη έκδοση απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, με την οποία θα καθορίζονταν ο αριθμός των προσώπων που θα απασχολούνταν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελούσαν, το χρονικό διάστημα που θα απαιτείτο για την παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεστεί από τους υπαλλήλους του, επιπλέον δε όφειλαν, σε περίπτωση σύναψης της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τρίτα πρόσωπα συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή πρόσληψης από την Δ.Ε.Τ.Α.Κ. εποχικού προσωπικού ή σύναψης συμβάσεων ερνασίας που καλύπτουν επείγουσες και απρόβλεπτες ανάγκες, να ακολουθήσουν τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 20 και 21 του Ν. 2190/1994, τα οποία αναφέρονται σε αξιοκρατικές και διαφανείς διαδικασίες πρόσληψης τρίτων προσώπων για την κάλυψη έκτακτων αναγκών των Ο.Τ.Α. ή των επιχειρήσεων των Ο.Τ.Α., αντίθετα οι κατηγορούμενοι προχώρησαν στην πρόσληψη υπαλλήλων που παρείχαν εξαρτημένη εργασία στην Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με όλως παράνομες και εσφαλμένες διαδικασίες παραβιάζοντας τις ως άνω διατάξεις νόμων και κατ' επέκταση τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και ειδικότερα με τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ., που κατωτέρω θα αναφερθούν "μετονόμαζαν" αυθαίρετα τις υποκρυπτόμενες συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας σε συμβάσεις έργου, οι οποίες είχαν υπογραφεί μεταξύ της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και των κάτωθι αναφερομένων προσώπων, τις οποίες επικύρωναν και νομιμοποιούσαν με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου χωρίς να ζητήσουν προηγούμενη απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας της Κεντρικής Μακεδονίας και χωρίς να ακολουθήσουν, καθόσον σε όλες τις περιπτώσεις που θα αναφερθούν επρόκειτο για παροχή εξαρτημένης εργασίας και όχι για συμβάσεις έργου. Συγκεκριμένα :
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Δ. Κ., Χ. Π. και Κ. Κ. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 30/10/2003, δυνάμει της υπ' αριθμ. 48/2003 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Ε. Ρ., Α. Τ., Γ. Κ., Μ. Χ., Σ. Α., Μ. Σ., Γ. Μ. και Χ. Τ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Χ. Π. και Κ. Κ. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 16/12/2003, δυνάμει της υπ' αριθμ.. 58/2003 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Π. Π., Σ. Τ., Δ. Κ., Σ. Κ., Β. Τ., Χ. Κ., Φ. Ν., Χ. Τ. και Ι. Κ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Δ. Κ., Α. Κ., Χ. Π. και Κ. Κ. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 8/6/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 25/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Β. Τ., Μ. Ε., Ε. Μ., Γ. Μ. και Α. Κ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Δ. Κ., Α. Κ., Χ. Π. και Κ. Κ. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 8/5/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 26/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τη σύμβαση έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τον Β. Α. για την κάλυψη αναγκών χλοοκοπτικών εργασιών.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Δ. Κ., Α. Κ., Χ. Π. και Κ. Κ. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 8/5/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 27/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Ό. Ν., Γ. Κ. και Β. Γ. για την κάλυψη αναγκών καθαριότητας και παρασκευής φαγητού στο παιδικό σταθμό του Δήμου Καλλιθέας.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Δ. Κ., Α. Κ., Χ. Π. και Κ. Κ. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 8/6/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 28/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τη σύμβαση έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με την Ε. Κ. για την κάλυψη αναγκών φύλαξης των παιδιών στον παιδικό σταθμό του Δήμου Καλλιθέας.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Α. Κ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 14/7/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 33/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Ε. Τ., Σ. Α., Π. Ν., Δ. Κ., Σ. Τ., Γ. Κ., Α. Τ., Χ. Ρ., Α. Κ. και Ε. Β. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Α. Κ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 14/7/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 34/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τη σύμβαση έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με της Ά. Σ. για την κάλυψη αναγκών γραμματειακής υποστήριξης στο δημοτικό διαμέρισμα Νέας Φιλαδέλφειας Δήμου Καλλιθέας.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Α. Κ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 14/7/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 35/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τη σύμβαση έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τον Κ. Σ. για την κάλυψη αναγκών κίνησης οχημάτων του Δήμου Καλλιθέας.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Δ. Κ., Α. Κ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 19/10/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 39/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Σ. Β., Μ. Λ., Θ. Μ., Δ. Μ., Γ. Μ., Λ. Μ., Δ. Ο., Α. Σ., Χ. Τ., Γ. Κ., Φ. Α., Ε. Κ., Η. Β., Α. Ζ., Π. Μ., Μ. Μ., Μ. Σ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Δ. Κ., Α. Κ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 19/10/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 40/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Ό. Ν., Γ. Κ., Β. Γ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και παρασκευής φαγητού στον παιδικό σταθμό του Δήμου Καλλιθέας.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Δ. Κ., Α. Κ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 19/10/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 41/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τη σύμβαση έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με την Ε. Κ. για την κάλυψη αναγκών φύλαξης των παιδιών στον παιδικό σταθμό του Δήμου Καλλιθέας. Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Δ. Κ., Α. Κ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 19/10/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 42/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με την Θ. Α. για την κάλυψη αναγκών βοηθητικής υποστήριξης στη μεταφορά μαθητών του δημοτικού σχολείου Μεσαίου.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Δ. Κ., Α. Κ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 19/10/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 43/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Δ. Σ. και Α. Α. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Γ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Δ. Κ., Α. Κ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 9/10/2004, δυνάμει της υπ' αριθμ. 51/2004 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τη σύμβαση έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τον Δ. Ζ. για την κάλυψη αναγκών του Γραφείου Παιδείας και Πολιτισμού της Δ.Ε.Κ.Α.Τ.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Ν. Α., Δ. Κ., Α. Κ., Χ. Π. και Κ. Κ. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 5/4/2005, δυνάμει της υπ' αριθμ. 21/2005 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Μ. Δ., Π. Γ., Ε. Τ., Π. Γ., Γ. Μ., Α. Κ., Γ. Τ., Μ. Μ., Γ. Λ., Κ. Σ., Β. Μ., Α. Σ., Π. Τ., Ν. Ο., Κ. Κ., Π. Γ. και Θ. Α. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Ν. Α., Α. Κ., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 28/6/2005, δυνάμει της υπ' αριθμ. 35/2005 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Α. Τ., Β. Β., Α. Μ., Ε. Κ., Ο. Χ., Ά. Σ., Κ. Τ., Θ. Π., Ί. Σ. και Β. Α. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Ν. Α., Α. Κ., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 28/6/2005, δυνάμει της υπ' αριθμ. 53/2005 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Α. Γ. και Ε. Δ. για την κάλυψη αναγκών εκπαίδευσης παιδιών του Δήμου Καλλιθέας.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Ν. Α., Α. Κ., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 21/7/2005, δυνάμει της υπ' αριθμ. 55/2005 απόφασης τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους: Κ. Σ., Α. Κ., Β. Β., Α. Α. και Π. Ρ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Ν. Α., Δ. Κ., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 15/9/2005, δυνάμει υπ' αριθμ. 89/2005 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Ν. Β., Ε. Τ., Θ. Α., Ε. Μ., Α. Μ., Ι. Α., Ε. Κ., Γ. Κ., Ό. Ν., Μ. Π., Α. Σ. και Μ. Ο. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Ν. Α., Α. Κ., Δ. Κ., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 4/10/2005, δυνάμει της υπ' αριθμ. 96/2005 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Δ. Λ. και Α. Ζ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Ν. Α., Δ. Κ., Κ. Κ., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 24/11/2005, δυνάμει της υπ' αριθμ. 119/2005 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τον Ι. Κ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Ν. Α., Κ. Κ., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 27/12/2005, δυνάμει της υπ' αριθμ. 123/2005 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Θ. Α., Ε. Μ., Ε. Κ., Α. Τ., Β. Β., Κ. Τ., Θ. Π., Ι. Α., Α. Ζ., Ε. Κ., Ε. Κ., Ό. Ν., Γ. Κ., Μ. Π., Α. Σ., Μ. Ο., Μ. Μ., Μ. Τ., Γ. Τ., Γ. Λ., Ί. Σ., Κ. Σ., Α. Σ., Β. Μ., Δ. Λ. και Ι. Κ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Ν. Α., Δ. Κ., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 26/1/2006, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1/2006 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Α. Ζ., Π. Γ., Δ. Δ. και Μ. Μ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Ν. Α., Δ. Κ., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 1/3/2006, δυνάμει της υπ' αριθμ. 22/2006 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Χ. Μ., Χ. Μ., Α. Μ. και Ν. Κ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ, και οι: Ν. Α., Δ. Κ., Κ. Κ., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 28/3/2006, δυνάμει της υπ' αριθμ. 38/2006 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Α. Κ., Ε. Δ. και Κ. Κ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι: Κ. Κ., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 8/6/2006 δυνάμει της υπ' αριθμ. 59/2006 απόφασής τους, νομιμοποίησαν την σύμβαση έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με την Β. Μ. για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Ο Π. Σ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και οι : Ν. Α., Δ. Μ. και Χ. Π. ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, την 13/7//2006, δυνάμει της υπ' αριθμ. 70/2006 απόφασής τους, νομιμοποίησαν τις συμβάσεις έργου που είχε συνάψει η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. με τους : Μ. Γ., Ν. Φ. και Χ. Μ., για την κάλυψη αναγκών εργασιών καθαριότητας και πρασίνου.
Με τον τρόπο αυτό επέτυχαν να προσδώσουν νομιμοφάνεια στην απασχόληση από την Δ.Ε.Τ.Α.Κ. των ως άνω προσώπων ονομάζοντας τις εργασιακές τους σχέσεις "συμβάσεις έργου", ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για σχέσεις εξαρτημένης εργασίας, όπως υποδείκνυε και το αντικείμενο αυτών (εργασίες πρασίνου, φύλαξης παιδιών στον παιδικό σταθμό, κίνησης οχημάτων κ.λ.π., ήτοι εργασίες που αφορούν σε διαρκείς και συνήθεις ανάγκες της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και όχι σε κατασκευή συγκεκριμένου έργου) και όφειλαν οι κατηγορούμενοι να ζητήσουν είτε την προηγούμενη σύμφωνη απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (του οποίου την έγκριση ουδέποτε ζήτησαν καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, καθόσον γνώριζαν ότι ουδέποτε ο τελευταίος θα παρείχε τέτοια έγκριση, αλλά θα τους παρέπεμπε στη διαδικασία του Νόμου 2190/1994 για την πρόσληψη εποχικού προσωπικού), είτε να ακολουθήσουν τη διαδικασία των άρθρων 20 και 21 του Νόμου 2190/1994 για την πρόσληψη από την δημοτική επιχείρηση μόνιμου ή εποχικού προσωπικού, ενέργεια που ουδόλως έπραξαν. Στις παραπάνω παράνομες πράξεις τους προέβησαν με σκοπό να προσπορίσουν όφελος στα άτομα με τα οποία συνεβλήθη η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. περιουσιακό όφελος, ήτοι τις αμοιβές που τους παρείχε η Δ.Ε.Τ.Α.Κ. και τις οποίες σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ελάμβαναν, διότι με τις νόμιμες διαδικασίες δεν θα ανατιθεντο στα ως άνω πρόσωπα η εκτέλεση των προαναφερθεισών εργασιών, αλλά και να προσπορίσουν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι παράνομο όφελος, ήτοι να ευνοήσουν τα τρίτα πρόσωπα με την σύναψη συμβάσεων έργου προκειμένου να θηρεύσουν τις ψήφους τους σε επόμενες δημοτικές εκλογές." Η αιτιολογία όμως αυτή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, αφού αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ` εξακολούθηση αόριστα, ενώ δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο εξ ολοκλήρου παραπέμπει το σκεπτικό, σύμφωνα με όσα, επίσης στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Πέραν των ανωτέρω, ακόμη και αν ήθελε υποστηριχθεί ότι η έλλειψη της κατά τα άνω, αιτιολογίας, θεραπεύτηκε με την παραπομπή στο διατακτικό, και πάλι με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, έστω και στο διατακτικό, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρει από ποια διάταξη νόμου ή Υπηρεσιακού κανονισμού ή από ποία διοικητική πράξη ορίζεται ότι στα καθήκοντα των κατηγορουμένων μελών του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Α.Κ. περιλαμβανόταν και εκείνο της προσλήψεως και νομιμοποιήσεως της προσλήψεως υπαλληλικού και εργατοτεχνικού προσωπικού στην Δ.Ε.Τ.Α.Κ, το οποίο και παρέβησαν. Ούτε μπορεί να συναχθεί ότι η πράξη της καταρτίσεως συμβάσεων προσλήψεως υπαλληλικού και εργατοτεχνικού προσωπικού στη ΔΕΤΑΚ, συμπεριλαμβάνεται στα καθήκοντά τους, "όπως ενυπάρχουν στη φύση της υπηρεσίας τους ως υπαλλήλων". Με τις ελλείψεις αυτές, μη καλυπτόμενες από την αόριστη αναφορά στο σκεπτικό ότι οι κατηγορούμενου "τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ` εξακολούθηση", καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 259 του ΠΚ, που έτσι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, δεκτού καθισταμένου ως βασίμου, του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ 2ου λόγου αναιρέσεως όπως αυτός διευρύνεται με τον πρόσθετο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ` αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος κατ` εξακολούθηση, σε βαθμό πλημμελήματος, πράξη η οποία, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, φέρεται ότι τελέσθηκε, κατά τους ειδικότερους χρόνους, που αναφέρονται στο διάστημα από 30-10-2003 έως 13-7-2006. Το αξιόποινο, της μερικότερης πράξεως, που φέρεται ότι τελέστηκε, στις 30-10-2003 εξαλείφθηκε, λόγω παραγραφής, αφού από την τέλεσή της μέχρι τη διάσκεψη, (13-12-2011), της παρούσας, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει, ως προς το εν λόγω ζήτημα, παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για τις ως άνω μερικότερες πράξεις, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας του 1ου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τη μερικότερη πράξη της παράβασης καθήκοντος κατ` εξακολούθηση, με φερόμενο χρόνο τελέσεως, την 30-10-2003 και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ, η υπόθεση, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, κατά τα λοιπά, ήτοι για την κατ` ουσία έρευνα των μερικότερων πράξεων της παράβασης καθήκοντος κατ` εξακολούθηση που φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά το διάστημα από 16-12-2003 έως 13-7-2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμό 3906/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παύει οριστικά, την κατά των κατηγορουμένων, Γ. Λ., Δ. Κ., Χ. Π. και Κ. Κ., ασκηθείσα ποινική δίωξη για τη μερικότερη πράξη της παράβασης καθήκοντος κατ` εξακολούθηση, που φέρεται ότι τελέστηκε, στις 30-10-2003.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία αντ υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Έννοια υπαλλήλου κατ' άρθρο 263α ΠΚ. Περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι των επιχειρήσεων ΟΤΑ. Οι κατηγορούμενοι (Πρόεδρος και μέλη του ΔΣ της ΔΕΤΑΚ) προσέλαβαν προσωπικό έργου με συμβάσεις έργου. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ποινικής διάταξης. Δεν υπάρχει στην απόφαση η αναγκαία αιτιολογία, γίνεται ολική παραπομπή στο διατακτικό. Εξάλλου το διατακτικό δεν αναφέρει ο νόμου ή ποια διοικητική πράξη ορίζεται ότι στα καθήκοντα των κατηγορουμένων περιλαμβάνεται και εκείνο της προσλήψεως υπαλληλικού και προσωπικού. Αναιρεί. Παύει οριστικά λόγω παραγραφής για δύο μερικότερες πράξεις.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1789/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων :1) Α. Κ. του Ι. και 2) Κ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 798/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Ο. του Δ., κατοίκου ....
Το Συμβούλιο Εφετών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαΐου 2011 (δύο) αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 646/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό192/5.10.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "-Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 476 και 513§1α ΚΠΔ, τις υπ' αριθ. 13 και 14 /20-5-2011 -εμπροθέσμως ασκηθείσες-, αναιρέσεις των κατηγορουμένων Α. Κ. του Ι. και Κ. Μ. του Γ., αντιστοίχως κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθ. 798/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για απάτης, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, που υπερβαίνει τα 15000 και τα 73000 €, εκθέτουμε τα ακόλουθα: - Από τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ένδικο μέσο, όπως είναι κατ' άρθρο 462β του ΚΠΔ, και η αίτηση αναιρέσεως, μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος, που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. -Πλην όμως, η διάταξη του άρθρου 482 § 1 ΚΠΔ -σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση των αναφερόμενων σ' αυτή βουλευμάτων, καταργήθηκε με το άρθρο 34 στοιχ γ' του Ν. 3404/23-12-2011, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει αναίρεση κατά οποιουδήποτε βουλεύματος.
- Ως εκ τούτου, θα πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες, να επιβληθούν δε τα - εκ διακοσίων είκοσι (220) €- δικαστικά έξοδα σε βάρος εκάστου των αναιρεσειόντων (αρθ.476§1 και 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης )
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθούν οι υπ' αριθ. 13 και 14 /20-5-2011 ασκηθείσες, αναιρέσεις των κατηγορουμένων Α. Κ. του Ι. και Κ. Μ. του Γ., αντιστοίχως, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθ. 798/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών γ) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος." Αθήνα 5-10-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 463 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι ένδικο μέσο, όπως είναι σύμφωνα με το άρθρο 462 στοιχ. β' του ίδιου Κώδικα και η αίτηση αναιρέσεως, μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος, στον οποίο ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά των αναφερομένων στη διάταξη αυτή βουλευμάτων, καταργήθηκε με το άρθρο 34 στοιχ. γ' του Ν. 3404/23.12.2010. Επομένως, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει αναίρεση κατά οποιουδήποτε βουλεύματος.
Εν προκειμένω, οι κατηγορούμενοι Α. Κ. του Ι. και Κ. Μ. του Γ. άσκησαν τις με αριθμούς 13 και 14 της 20ής Μαΐου 2011 αιτήσεις αναιρέσεως κατά του 798/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για να δικασθούν για απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Οι αιτήσεις αυτές, ενόψει του γεγονότος ότι ασκήθηκαν στις 20 Μαΐου 2010, δηλαδή μετά την ισχύ του Νόμου 3404/2010, πρέπει, αφού ειδοποιήθηκε ο δικηγόρος των κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στη δικογραφία βεβαίωση της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει τις 13 και 14/20.5.2011 ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Α. Κ. του Ι. και Κ. Μ. του Γ., αντιστοίχως κατά του 798/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2011.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αιτήσεις αναιρέσεως ως απαράδεκτες, διότι ασκήθηκαν από μη δικαιούμενους κατηγορουμένους, μετά την κατάργηση του άρθρου 482 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με το άρθρο 34 στοιχ. γ' του Νόμου 3404/23.12.2010.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1791/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τσαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Βραχά περί αναιρέσεως της με αριθμό 511/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Π. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Διαμαντή.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 294/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις μερικότερες πράξεις τις πραχθείσες προ του Ν. 2721/99.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα και ως τέτοιο θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του και γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος.
Περαιτέρω, για την κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως, η διάταξη της παρ. 2 του ιδίου άρθρου 375 του ΠΚ, πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 όριζε ότι: "Αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητάς του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Μετά δε την ως άνω αντικατάσταση της ορίζει τα εξής: "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτια λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Συνεπώς, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, προσαπαιτείται, αφενός το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφετέρου να συντρέχει μία από τις προαναφερόμενες στην παρ, 2 του ως άνω άρθρου 375 του ΠΚ καταστάσεις ή ιδιότητες του υπαιτίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ιδιότητες του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ειδικότερα, για να έχει ο υπαίτιος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως την τελευταία αυτή ιδιότητα, πρέπει, κατά την έννοια της προαναφερομένης διατάξεως, να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή, όχι απλώς άλικες, αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα και δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας, ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, αρυόμενος όλα αυτά είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση.
Μετά την κατά τ' ανωτέρω αντικατάσταση του άρθρου 375 παρ. 2 του ΠΚ, οι περιπτώσεις που καθιστούν το έγκλημα της υπεξαιρέσεως κακούργημα, όταν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαριθμούνται πλέον περιοριστικά και κατά τούτο η νεότερη διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη στην οποία η απαρίθμηση ήταν ενδεικτική και επί πλέον για κάθε μη κατονομαζόμενη περίπτωση έπρεπε να συντρέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης εκ μέρους του δράστη. Επομένως, η νεότερη διάταξη είναι εφαρμοστέα και στις αξιόποινες πράξεις υπεξαιρέσεως που έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν. 2408/1996. Εκτός αν ο δράστης έχε ι αποκλειστικά την ιδιότητα του εντολοδόχου και το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 είναι ευμενέστερη, διότι για τη στοιχειοθέτηση του κακουργήματος πρέπει να συντρέχει και το επί πλέον στοιχείο της κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, σε αντίθεση με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 9 του Η. 2408/1996 που αποβαίνει αυστηρότερη, αφού αρκείται μόνο στην ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε ως δράστης κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν να συμπληρωθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και η οποία παρέχει την έννοια του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, προκύπτει ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες προσβάλλονται κατ' εξακολούθηση περιουσιακά έννομα αγαθά, κρίσιμο μέγεθος για τον προσδιορισμό της σχετικής αξίας ως ιδιαίτερα μεγάλης, ανώτερης από ορισμένο ποσό κ.λ.π., είναι το αντικείμενο καθεμιάς μερικότερης πράξεως και όχι το άθροισμα του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων.
Με την παρ. 2 του άρθρου 98, που προστέθηκε με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Η. 2721/1999, ορίζεται ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που, ανάλογα με το έγκλημα, επήλθε ή σκοπήθηκε.
Η διάταξη της προστεθείσης αυτής παραγράφου είναι δυσμενέστερη για τον υπαίτιο και επομένως για πράξεις που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του Ν. 2721/1999 (3-6-1999) τυγχάνει εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ όπως είχε πριν. Κατά συνέπεια, προκειμένου η κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας να χαρακτηριστεί ως κακούργημα, απαιτείται πρώτον ο προσδιορισμός όλων των μερικότερων πράξεων (χρόνος, ποσό κ.λ.π.) και δεύτερον η συνδρομή του πρόσθετου στοιχείου της ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας του αντικειμένου καθεμιάς των μερικότερων πράξεων Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για τη βεβαιότητα δε ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς τα σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 511/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε, αφού του αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 Ε.Π.Κ, η ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Δικαστήριο ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση των τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 13.1.1979 νομίμου μεταβιβάσεως του ποσοστού 50% της κυριότητος του με στοιχεία κυκλοφορίας ... ΔΧ κλειστού φορτηγού οχήματος αυτοκινήτου, οπλοφόρου από τον Λ. Π. του Κ. (πατέρα του πολιτικώς ενάγοντα) προς τον κατηγορούμενο, που έγινε στο Βόλο, κατέστη ο τελευταίος συγκύριος κατά το ανωτέρω ποσοστό με τον μεταβιβάσαντα του οχήματος αυτού. Μετά το θάνατο του Λ. Π. το ποσοστό συνιδιοκτησίας του στο ως άνω αυτοκίνητο περιήλθε την 23.12.1994, λόγω κληρονομικής διαδοχής στον εγκαλούντα- πολιτικώς ενάγοντα γιο του, Κ. Π.. Μεταξύ των συγκυρίων του ως άνω αυτοκινήτου (κατηγορουμένου και πολιτικώς ενάγοντα) καταρτίσθηκε την 23.12.94 προφορική συμφωνία, με την οποία ομόφωνα ρύθμισαν τον τρόπο διοίκησης και διαχείρησης του επικοίνου φορτηγού αυτοκινήτου. Κατά τη συμφωνία αυτή, ο κατηγορούμενος ανέλαβε αποκλειστικά αυτός τη διαχείριση του κοινού αυτοκινήτου. Συγκεκριμένα κατά τη συμφωνία ο κατηγορούμενος ανέλαβε την οδήγηση του αυτοκινήτου, την εκτέλεση με αυτό, έναντι κομίστρων που εισέπραττε, δρομολογίων μεταφοράς αδρανών υλικών προς και από τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ στην Αγρια Ν. Μαγνησίας, ως και τη συντήρηση του επικοίνου φορτηγού για λογαριασμό και του ετέρου συνιδιοκτήτη, εγκαλούντα Κ. Π. (πολιτικώς ενάγοντα) με την υποχρέωση όπως, κατά το τέλος κάθε διαχειριστικής περιόδου, που συνέπιπτε με το ημερολογιακό έτος, μετά την αφαίρεση των λειτουργικών δαπανών αποδίδει στον εγκαλούντα το μερίδιο του (50%) ατά καθαρά κέρδη από την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου, δηλαδή από τα εισπραττόμενα κόμιστρα από τα εκτελούμενα δρομολόγια, αφαιρουμένων των εξόδων συντήρησης και λειτουργίας του αυτοκινήτου. Όμως ο κατηγορούμενος στο Βόλο κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.95 έως 31.12.2001 που είχε αποκλειστικά τη διαχείριση της ως άνω κοινωνίας ιδιοποιήθηκε παράνομα το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό ύψους 33.182.889 δρχ. ή 96.384,89 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσοστό συμμετοχής του Κ. Π. στα καθαρά κέρδη της κοινωνίας κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα: α) Κατά το χρονικό διάστημα από έως 31.12.95 τα καθαρά κέρδη που αναλογούσαν στην μερίδα του Κ. Π. ανέρχονταν στο ύψος των 3.683.665,5 δρχ. ή 10.810,46 ευρώ, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα που εισέπραξε ο κατηγορούμενος ανέρχονταν σε 19.699.101 δρχ. και οι δαπάνες χρήσεως σε 12.331.770 δρχ. Έναντι του ποσού αυτού απέδωσε στον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα συγκοινωνό 1.000.000 δρχ. ιδιοποιήθηκε δε παράνομα το υπόλοιπο της μερίδας του στα καθαρά κέρδη ανερχόμενο στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 2.683,665,5 δρχ. ή 7.878,76 ευρώ. β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.96 έως 31.12.96 τα καθαρά κέρδη που αναλογούσαν στην μερίδα του εγκαλούντα (Κ. Π.) ανέρχονταν στο ύψος των 4.529.801,5 δρχ. ή 13.293,62 ευρώ, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα που εισέπραξε ο κατηγορούμενος ανέρχονταν σε 18.161.913 δρχ. και οι δαπάνες χρήσεως σε 9.102.310 δρχ. Έναντι του ποσού αυτού απέδωσε στον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα συγκοινωνό 1.078.000 δρχ. ιδιοποιήθηκε δε παράνομα το υπόλοιπο της μερίδας του στα καθαρά κέρδη ανερχόμενο στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 3.451.801,5 δρχ. ή 10.130.01 ευρώ. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.97 έως 31.12.97 τα καθαρά κέρδη που αναλογούσαν στην μερίδα του εγκαλούντα Κ. Π. ανέρχονταν στο ύψος των 7.607.471 δρχ. ή 22.325,66 ευρώ, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα που εισέπραξε ο κατηγορούμενος ανέρχονταν σε 29.215.117 δρχ. και οι δαπάνες χρήσεως σε 14000, 175 δρχ. Έναντι του ποσού αυτού απέδωσε στον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα συγκοινωνό 1.200.000 δρχ. ιδιοποιήθηκε δε παράνομα το υπόλοιπο της μερίδας του στα καθαρά κέρδη ανερχόμενο στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 6.407.471 δρχ. ή 18.804.01 ευρώ. δ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.98 έως 31.12.98 τα καθαρά κέρδη που αναλογούσαν στην μερίδα του εγκαλούντα Κ. Π. ανέρχονταν στο ύφος των 9.245.845 δρχ. ή 27.133,80 ευρώ, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα που εισέπραξε ο κατηγορούμενος ανέρχονταν σε 31.969.358 δρχ. και οι δαπάνες χρήσεως σε 13.477.676 δρχ. Έναντι του ποσού αυτού απέδωσε στον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα συγκοινωνό 1.680.000 δρχ., ιδιοποιήθηκε δε παράνομα το υπόλοιπο της μερίδας του στα καθαρά κέρδη ανερχόμενο στα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 7.565.845 δρχ. ή 22.203,50 ευρώ. ε) Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.99 έως 31.12.99 τα καθαρά κέρδη που αναλογούσαν στην μερίδα του εγκαλούντα Κ. Π. ανέρχονταν στο ύφος των 7.519.255.5 δρχ. ή 22.066,78 ευρώ, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα που εισέπραξε ο κατηγορούμενος ανέρχονταν σε 27.239.499 δρχ. και οι δαπάνες χρήσεως σε 12.200.988 δρχ. Έναντι του ποσού αυτού απέδωσε στον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα συγκοινωνό 1,625.000 δρχ., ιδιοποιήθηκε δε παράνομα το υπόλοιπο της μερίδας του στα καθαρά κέρδη ανερχόμενο στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 5.894.255,5 δρχ. ή 17.297,88ευρώ. στ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2000 τα καθαρά κέρδη που αναλογούσαν στην μερίδα του εγκαλούντα Κ. Π. ανέρχονταν στο ύφος των 7.567.030 δρχ. ή 22.206,98 Ευρώ, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα που εισέπραξε ο κατηγορούμενος ανέρχονταν σε 35.012.655 δρχ. και οι δαπάνες χρήσεως σε 19.878.595 δρχ. Έναντι του ποσού αυτού απέδωσε στον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα συγκοινωνό 1.030.000 δρχ., ιδιοποιήθηκε δε παράνομα το υπόλοιπο της μερίδας του στα καθαρά κέρδη ανερχόμενο στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 6.537.030 δρχ. ή 19.184,24 ευρώ. ζ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.12.2001 τα καθαρά κέρδη που αναλογούσαν στην μερίδα του εγκαλούντα Κ. Π. ανέρχονταν στο ύφος των 642.820,5 δρχ. ή 1.886,48 Ευρώ, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα που εισέπραξε ο κατηγορούμενος ανέρχονταν σε 4.546.536 δρχ. και οι δαπάνες χρήσεως σε 3.260.889 δρχ., και δεν τα απέδωσε σε αυτόν ο κατηγορούμενος ιδιοποιούμενος παράνομα το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό αυτό. Τα ως άνω κέρδη των επί μέρους χρονικών διαστημάτων που αντιστοιχούσαν στο μερίδιο συμμετοχής του εγκαλούντα Κ. Π.) στην ως άνω κοινωνία, ως διαχειριστής της ο κατηγορούμενος, αντί να τα αποδώσει σε αυτόν, τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που του έδειξε ο εγκαλών ως συνιδιοκτήτης του αυτοκινήτου και του ανέθεσε αποκλειστικά τη διαχείρηση του κοινού αυτοκινήτου. Κατ' ακολουθίαν την ανωτέρω, εφόσον το ανωτέρω ποσό που ιδιοποιήθηκε από τον εγκαλούντα ο κατηγορούμενος για κάθε επιμέρους διαχειριστική περίοδο, στο τέλος της οποίας όφειλε κατά τη μεταξύ τους συμφωνία να το αποδώσει, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στην πράξη του προέβη κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ως διαχειριστής ξένης περιουσίας, η κάθε επι μέρους πράξη αυτού φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος." Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατ' είδος εξειδικεύει, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητος εκάστου. Το Δικαστήριο εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόστασή της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, καθώς επίσης και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 98, 375 παρ.1 εδ. α'και 2 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίαση με ελλιπείς, ασαφείς η αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων συμφώνησαν όπως διαχειρίζεται το επίκοινο αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος και για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος, σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως διαχειριστής ξένης περιουσίας (κατά το ποσοστό του αυτοκινήτου που ανήκει στον πολιτικώς ενάγοντα) χωρίς να υποδηλούται σύσταση αφανούς εταιρίας με εμφανή εταίρο τον κατηγορούμενο. Από δε την παραδοχή ότι ο ήδη αναιρεσείων κατακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα ως άνω χρηματικά ποσά, ήτοι τα κέρδη που αναλογούσαν στην μερίδα του πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία υποχρεούτο να καταβάλει στο τέλος έκαστης διαχειριστικής περιόδου που συνέπιπτε με το ημερολογιακό έτος, προκύπτει ο δόλος του αναιρεσείοντος, να ενσωματώσει δηλαδή χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στην περιουσία του τα χρήματα αυτά, τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στον πολιτικώς ενάγοντα και τα οποία κατείχε ο αναιρεσείων ως εντολοδόχος και διαχειριστής ξένης περιουσίας. Δεν απαιτείτο να αιτιολογηθεί ειδικότερα ο δόλος του κατηγορουμένου, όσον αφορά τη γνώση του ότι τα χρηματικά αυτά ποσά είναι ξένα και ότι τα κατέχει και τη θελησή του να τα ενσωματώσει στην περιουσία του παράνομα, καθόσον για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή ορισμένος περαιτέρω εγκληματικός σκοπός. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το χρόνο τέλεσης κάθε μιας από τις μερικότερες πράξεις, που ήταν το τέλος εκάστης χρονικής περιόδου, αναφέροντας επίσης πώς προέκυψαν τα επιμέρους χρηματικά ποσά που κάθε φορά υπεξαιρέθηκαν από τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο, με την παράθεση αναλυτικά των εσόδων- εξόδων και των καταβληθέντων από τον κατηγορούμενο στον πολιτικώς ενάγοντα ποσών, καθώς και ότι κάθε επιμέρους χρηματικό ποσό ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τα άρθρα 98 παρ. 2 και 375 παρ. 2 ΠΚ, με το να λάβει υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος για το, προ της τροποποιήσεως του άρθρου 98 παρ. 2 με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, χρονικό διάστημα υπεξήρεσε ως διαχειριστής ξένης περιουσίας, στο τέλος εκάστης χρονικής περιόδου τα επί μέρους χρηματικά ποσά που είναι, έκαστο, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Περαιτέρω, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ότι πρόκειται για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση και για τις, μετά την ισχύ του άρθρου 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999, πράξεις, αναγκαίως δέχθηκε ενότητα δόλου του αναιρεσείοντος η οποία περιλαμβάνει τη θέληση και αποδοχή να ιδιοποιηθεί παράνομα το συνολικό ποσό των μερικοτέρων κονδυλίων, έτσι ώστε δεν ήταν αναγκαίο να επαναλάβει το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις, μετά την ισχύ του άνω άρθρου 14 παρ. 1 Ν. 1721/1999, στο συνολικό αποτέλεσμα αυτών.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογικής εν σχέσει με την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως διαχειριστού ξένης περιουσίας, και εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 98 παρ. 2 και 375 παρ. 2 ΠΚ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο το. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρείται, μεταξύ άλλων, (υπ α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Για το ορισμένο του στηριζομένου στην παραπάνω διάταξη αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν αρκεί η επίκληση λευκού ποινικού μητρώου, η εργασίας ή η ύπαρξη οικογένειας του δράστη, αλλ' απαιτείται επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, που είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α' ΠΚ) επικαλέσθηκε δε για τη θεμελίωση του τα εξής: "Το Εφετείο Σας πρέπει να αναγνωρίσει ότι στο πρόσωπό μου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, αφού μέχρι την πράξη για την οποία κατηγορούμαι διήγα βίο έντιμο. Συγκεκριμένα, μέχρι τις συγκεκριμένες πράξεις εργαζόμουν ως οδηγός του προαναφερθέντος επικοίνου αυτοκινήτου, συνταξιοδοτήθηκα δε προσφάτως, είμαι δε παντρεμένος από το έτος 1969 και πατέρας τριών παιδιών, ουδέποτε έχω απασχολήσει τις διωκτικές αρχές με εμπλοκή μου σε οποιαδήποτε υπόθεση, διατηρούσα λευκό δελτίο ποινικού μητρώου και λευκό από πάσης απόψεως παρελθόν".
Όμως ο ισχυρισμός αυτός, όπως διατυπώθηκε, είναι αόριστος, καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επί ... της δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, στοιχεία που δεν επικαλείται ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων. Επομένως το Πενταμελές Εφετείο δεν υποχρεούτο να απαντήσει στον άνω ισχυρισμό πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση την, επ' αυτού απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο απέρριψε αιτιολογημένα τον άνω ισχυρισμό. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πέμπτος λόγος της ένδικης αίτησης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη για δε κακουργήματα είκοσι έτη εάν ο νόμος προβλέπει γι' αυτά την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και δέκα πέντε έτη σε κάθε άλλη περίπτωση, που αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία κει έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν της τριετίας για τα πλημμελήματα και της πενταετίας για τα κακουργήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β' και 370 εδ. β' και 511 εδ. α' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας την συμπλήρωση αυτής υποχρεούται να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και κριθεί ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος. Ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε φέρει τον χαρακτήρα του πλημμελήματος και ότι το αξιόποινο της εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, διότι από της τελέσεως της παρήλθε οκταετία, λαμβανομένης υπόψη και της τριετούς αναστολής αυτής. Όμως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων φέρει το χαρακτήρα του κακουργήματος για την οποία προβλέπεται ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών (άρθρο 375 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ), από δε του χρόνου τελέσεως μέχρι σήμερα δεν παρήλθε προδήλως χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, λαμβανομένης υπόψη και της πενταετούς αναστολής, πέραν του ότι δεν κρίθηκε ένας λόγος αναιρέσεως ως βάσιμος, ώστε να κριθεί και η τυχόν παραγραφή του εγκλήματος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 4/10-Φεβρουαρίου 2011 αίτηση του Χ. Δ. του Σ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 511/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίασή στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση από διαχειριστή ξένης περιουσίας και το αντικείμενο. Εκάστου μερικότερου κονδυλίου ήταν ιδιαίτερης μεγάλης αξίας. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογή του νόμου (άρθρο 9822 παρ. 2 όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του αυτό το άρθρο 1421 ν. 2721 Ν. 2721/1999.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1793/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο,- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παππά περί αναιρέσεως της με αριθμό 26/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 367/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 15 του ΚΠοινΔ, όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετικά αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή σαν υπάρχουν γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περιπτώσεως δεν αποτελεί λόγο κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, όπως αποτελεί η συμμετοχή σε αυτό δικαστικών προσώπων, που στο πρόσωπό τους συντρέχει λόγος αποκλεισμού, κατά το άρθρο 14 του ΚΠοινΔ, από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαιρέσεως του δικαστικού προσώπου που προκάλεσε ή προκαλεί υπόνοιες μεροληψίας. Ο λόγος αυτός. Όμως, πρέπει να προταθεί, σύμφωνα με το άρθρο 16 επ. ΚΠοινΔ, πριν αρχίσει η συζήτηση και μόνο αν γίνει αυτός δεκτός και παρά ταύτα συμμετάσχει ο δικαστής στη σύνθεση του δικαστηρίου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. α' του ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα. Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως προβάλλεται κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια της κακής σύνθεσης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω του ότι συμμετέσχε σ' αυτό, ως Προεδρεύουσα, η Πρωτοδίκης Ευθαλία Λύτρα, η οποία είχε κώλυμα να εκδικάσει, την ποινική αυτή υπόθεση, διότι είχε εκδόσει προηγουμένως την υπ' αριθ. 359/2008 πολιτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία έγινε δεκτή η υπ' αριθ. 205/2008 αγωγή της εργαζομένης για μή καταβολή δεδουλευμένων μισθών, δώρων Χριστουγέννων ... ποινική υπόθεση, και ως εκ τούτου, αφού είχε γνωστή και εκπεφρασμένη γνώμη, συνέτρεχαν στο πρόσωπό της υπόνοιες μεροληψίας. Όμως, η έκδοση από την παραπάνω δικαστή της πολιτικής αποφάσεως, που είχε επιληφθεί αγωγή της εργαζομένης από την ίδια αιτία, δεν αποτελεί λόγω κακής συνθέσεως του ποινικού Δικαστηρίου αφού δεν υπάγεται στους λόγους αποκλεισμού του Δικαστή (άρθρο 14 ΚΠοινΔ), αλλ' ούτε η συμμετοχή του Δικαστή αντιβαίνει, στην περίπτωση αυτή, στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η δε τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του Δικαστή μπορούσε να προβληθεί με λόγο εξαιρέσεώς του, ο οποίος, όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν υπεβλήθη με αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 16 ΚΠοινΔ ούτε διατείνεται ο αναιρεσείων κάτι τέτοιο. Επομένως ο ως άνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ.1 του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οπoιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται, είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε' κατάσταση διαθεσιμότητας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενική και υποκειμενικά στοιχεία, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του Α.Ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, τα κρίσιμα για την θεμελίωση του αναφερομένου εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και σ χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 26/2011 απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε κατ' έφεση, καταδίκασε τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως δύο (δύο) μηνών, ανασταλλείσα και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ για παράβαση του Α.Ν. 690/1945.
Στο σκεπτικό της αποφάσεως, το άνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περι τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στους ..., κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2005 μέχρι και το Δεκέμβριο 2005, ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Α.Ε.Β.Ε." (επιχείρησης παραγωγής και εμπορίας προϊόντος μελισσοκομίας), δεν κατέβαλε στην Α. Τ.-Γ., κάτοικο ..., την οποία απασχολούσε κατά το ως άνω έτος ως ανειδίκευτη εργάτρια δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, τις αποδοχές που όφειλε από τη σχέση εργασίας της, όπως αυτές καθορίζονταν από την από 24-5-2004 ΕΓΣΣΕ (πράξη κατάθ. Υπουργού Εργασίας 16/28-5-2004). Συγκεκριμένα, η ανωτέρω εργαζόμενη, που ήταν έγγαμη και μητέρα δύο τέκνων και είχε συμπληρώσει προϋπηρεσία 24 ετών, έπρεπε να αμείβεται, βάσει της προαναφερόμενης ΕΓΣΣΕ, με ημερομίσθιο 34,12 ευρώ από 1-1-2005 και με ημερομίσθιο 35,24 ευρώ από 1-9-2005. Έτσι, Α] Για το διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 31-8-2005 έλαβε το ποσό των 3.660 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 6.824 ευρώ (34,12 Χ 25 ημερομίσθια Χ 8 μήνες), οπότε της οφείλεται η διαφορά, ποσού 3.164 (6.824 - 3.660) ευρώ. Για δε το διάστημα από 1-9-2005 μέχρι 31-12-2005 έλαβε το ποσό των 1.830 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 3.524 ευρώ (35,24 Χ 25 ημερομίσθια Χ 4 μήνες), οπότε της οφείλεται η διαφορά των 1.694 (3.524 - 1.830) ευρώ. Οι διαφορές αυτές των δεδουλευμένων μισθών της έπρεπε να καταβληθούν στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα του έτους αυτού (2005).
Συνεπώς, για διαφορές δεδουλευμένων μισθών για το έτος 2005 της οφείλονται συνολικά 4.858 (3.164 + 1.694) ευρώ, ήτοι ποσό μεγαλύτερο από το ποσό των 2.092 ευρώ, για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη.
Β] Ως αποδοχές άδειας 2005 έλαβε το ποσό των 237,90 ευρώ και ως επίδομα άδειας 2005 έλαβε το ίδιο ποσό, ενώ) αυτή είχε δικαίωμα να λάβει για αποδοχές άδειας 2005 το ποσό των 853 ευρώ (25 ημερομίσθια Χ 34,12) και ως επίδομα άδειας του ίδιου έτους το ποσό των 443,56 ευρώ, οπότε της οφείλεται η διαφορά των 615,10 ευρώ (για άδεια) και 205,66 ευρώ (για επίδομα άδειας) αντίστοιχα, που έπρεπε να της καταβληθούν στις 31-12-2005.
Επομένως, για διαφορές άδειας και επιδόματος άδειας έτους 2005 της οφείλονται συνολικά 820,76 (615,10 + 205,66) ευρώ, ήτοι ποσό μεγαλύτερο εκείνου των 546 ευρώ, για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη.
Γ] Ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα 2005 έλαβε τα ποσά των 457,50 ευρώ και 274,50 ευρώ αντίστοιχα, ενώ είχε δικαίωμα να λάβει τα ποσά των 881 ευρώ (25 ημερομίσθια Χ 35,24) και 511,80 ευρώ (15 ημερομίσθια Χ 34,12), οπότε της οφείλεται η διαφορά των 423,50 και 237,30 ευρώ αντίστοιχα. Η διαφορά του δώρου Χριστουγέννων έπρεπε να της καταβληθεί στις 31-12-2005 και του δώρου Πάσχα στις 30-4-2005.
Κατά συνέπεια, για διαφορές δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα 2005 της οφείλονται συνολικά 660,80 (423,50 + 237,30) ευρώ, ήτοι ποσό μεγαλύτερο από το άθροισμα των ποσών 190,25 και 248,15 ευρώ για τα οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, το οποίο ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως η εκ πλαγίου.
Ειδικότερα στην απόφαση εκτίθενται: Ο χρόνος εργασίας της εγκαλούσας που εργαζόταν, δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, ως ανειδίκευτη εργάτρια με προϋπηρεσία 24 ετών. Το ημερομίσθιο που είχε συμφωνηθεί βάσει της από 24-5-2004 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε το οποίο ορθά υπολογίσθηκε βάσει και της προϋπηρεσίας της εγκαλούσας. Οι δεδουλευμένες αποδοχές, τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας κατά το έτος 2005. Ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί κάθε μια από τις άνω απολαβές. Επίσης αναφέρεται το ποσό που κατέλαβε ο κατηγορούμενος για κάθε μια από τις άνω απολαβές και τι οφείλει για κάθε μια από αυτές. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρονται "τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προέκυψαν και από τα οποία πείσθηκε το Δικαστήριο ότι τελέσθηκε ή άνω πράξη", είναι αβάσιμη, διότι από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου, προκύπτουν σαφώς τα αποδεικτικά αυτά μέσα στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας μνεία από ποία εξ' αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή. Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, με τις οποίες προβάλλεται αντίθεση αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, δεν αποτελούν αναιρετική πλημμέλεια, αλλά, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κρίση για την ενοχή του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου και ως προς τα αποδεικτικά μέσα, και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεδικασμένο, η παραβίαση του οποίου ιδρύει την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πηγάζει από αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα της κατηγορίας για την ίδια πράξη του ιδίου κατηγορουμένου, έστω και αν δίδεται κατά τη νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός στην πράξη. Αντιθέτως δεν παράγουν δεδικασμένο και δεν δεσμεύουν το ποινικό δικαστήριο οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων επί ζητήματος που έχει σχέση με την ποινική υπόθεση, αλλ' εκτιμώνται αυτές ελευθέρως.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠοινΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια της παραβιάσεως του δεδικασμένου, με την ειδικότερη αιτίαση ότι παραβιάσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από τις υπ' αριθ. 234/2008 και 6/2011 πολιτικές αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας, οι οποίες έκριναν ότι η εγκαλούσα εξ αυτής της εργασιακής σχέσεως δεν έχει καμία βάσιμη αξίωση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω μη συνδρομής των αξιούμενων από το άρθρο 57 ΚΠοινΔ, για την ύπαρξη δεδικασμένων προϋποθέσεων.
Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 1)14-3-2011 αίτηση του Μ. Ε. του Ε., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 26/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρο μόνον του ΑΝ 690/1945. Απόρριψη λόγων αναιρέσεων για απόλυτη ακυρότητα εκ της κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου. Έλλειψη αιτιολογίας περί παραβίασης δεδικασμένου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1804/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 27η Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Μανιάτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ν. Χ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Λιάπα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2165/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1168/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2009 αίτηση και τους από 5-10-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων για αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 11-11-2010 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 9-11-2010, λόγω της διενέργειας εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
2.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.4 και 9, 3 παρ.1 και 4, 9 παρ.1 και 2, 10 παρ.1 και 5 και 11 παρ.1, 2 και 3 του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953, κυρωθεί με το β.δ. 17/29-9-1953, δημοσιευθεί στο ΦΕΚ Α' 267/26-9-1953 και αποκτήσει ισχύ νόμου μέχρι την 12-3-2001 (οπότε, καταργήθηκε με το άρθρο 46 παρ.2 του ν. 2956/2001, ίσχυε, όμως, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), οι προαγωγές του προσωπικού στις οργανικές θέσεις από το βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή και άνω διενεργούνται κατ' απόλυτη εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, με πρόταση του Διοικητή, εφ' όσον υπάρχει κενή οργανική θέση και ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή, τουλάχιστον, ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, στη διαδικασία των προαγωγών, εκτός από τις εν λόγω τυπικές προϋποθέσεις, ήτοι την ύπαρξη κενής οργανικής θέσης και την προηγούμενη, τριετή ευδόκιμη υπηρεσία, δεν είναι θεμιτό να προστίθενται άλλες, όπως η προηγούμενη, πραγματική άσκηση διευθυντικών καθηκόντων σε θέση κλιμακίου αυξημένης ευθύνης για ορισμένο, ελάχιστο χρονικό διάστημα, διότι μια τέτοια προσθήκη, τυχόν υιοθετούμενη, δεν θα έβρισκε έρεισμα στον Οργανισμό Υπηρεσίας, ενώ θα παρείχε έδαφος εισαγωγής αβέβαιων ή μεταβλητών κριτηρίων ως προς την αξιολόγηση των προακτέων υπαλλήλων. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), κατά τις προαγωγικές κρίσεις που έγιναν για το προσωπικό της την 1-7-2000, έθεσε ως πρόσθετη προϋπόθεση, προκειμένου να εισαχθεί σε κρίση για προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' κάποιος υπάλληλος που είχε συμπληρώσει τριετή, ευδόκιμη, πραγματική υπηρεσία στο βαθμό του Τμηματάρχη Α', το να έχει προηγούμενη υπηρεσία με διάρκεια είτε (α) ενός έτους σε θέση υποδιευθυντή σε μονάδα διοικήσεως, είτε (β) ενός και ημίσεως έτους σε θέση 3ου κλιμακίου ευθύνης σε μονάδα διοικήσεως, είτε (γ) ενός έτους σε θέση διευθυντή καταστήματος 4ου ή 5ου κλιμακίου ευθύνης στο Δίκτυο, είτε (δ) δύο ετών σε θέση υποδιευθυντή καταστήματος 3ου ή 4ου κλιμακίου ευθύνης στο Δίκτυο. Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) δεν πληρούσε κάποια από τις προϋποθέσεις αυτές, με συνέπεια να μην εισαχθεί σε κρίση κατά την 1-7-2000 και να μην προαχθεί. Ότι η θέσπιση των ως άνω, διαζευκτικώς τεθειμένων προϋποθέσεων δεν προβλεπόταν από τον Οργανισμό Υπηρεσίας και ως εκ τούτου ήταν αυθαίρετη και δεν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 2165/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, δικάζοντας εκ νέου την ένδικη, από 20-3-2006 αγωγή, συνέκρινε τον αναιρεσίβλητο με τους υπ' αυτού προβληθέντες και τότε προαχθέντες συναδέλφους του, περί των οποίων γίνεται λόγος στη συνέχεια της παρούσας. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, καθώς και ο τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1, είναι αβάσιμοι.
3.
Σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγουμένη σκέψη και αυτήν του άρθρου 281 ΑΚ, η κρίση για την προαγωγή γίνεται με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν στο φάκελο εκάστου υπαλλήλου, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα δελτία ποιότητας που συντάσσονται κάθε έτος και περιέχουν κρίσεις για τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία, καθώς και τη συμπεριφορά του κρινομένου προς τους συναδέλφους και την πελατεία. Η σύγκριση των προς προαγωγή υπαλλήλων αποτελεί αξιολογική κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το ουσιαστικό της περιεχόμενο, παρά μόνον υπό τους όρους της καταχρήσεως δικαιώματος, δηλαδή όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν κατά τις προαγωγικές κρίσεις παραλείπεται κάποιος υπάλληλος, ο οποίος έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προς προαγωγή και αντ' αυτού προάγεται άλλος, έναντι του οποίου ο παραλειφθείς υπερέχει καταδήλως, έτσι ώστε, κατ' αντικειμενική κρίση, η παράλειψή του να αποβαίνει κατάφορα άδικη. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Διοικητικό Συμβούλιο παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και διαπράττει αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Οπότε, εκείνος που παραλείφθηκε δικαιούται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει αφ' ενός μεν την αναγνώριση του δικαιώματός του να προαχθεί αναδρομικά στον ανώτερο βαθμό και αφ' ετέρου την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω της αδικαιολόγητης στέρησης των υπέρτερων αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε (ΑΚ 297, 298) ή/και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του (ΑΚ 932). Η απόφαση του δικαστηρίου, που προβαίνει στην αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής στον ανώτερο βαθμό πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τα κατά τα ανωτέρω προσόντα αφ' ενός του υπαλλήλου που έχει παραλειφθεί και αφ' ετέρου των προς σύγκριση προτεινομένων συναδέλφων αυτού, που έχουν προαχθεί (ΑΠ 1910/2008). Οι παραδοχές ως προς την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη των προσόντων αποτελούν ουσιαστική κρίση που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Η διάγνωση, όμως, περί του εάν υπό τις συγκεκριμένες παραδοχές ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερέχει καταφανώς σε σύγκριση με τους συναδέλφους του που έχουν προαχθεί συνιστά υπαγωγική κρίση περί της συνδρομής των όρων εφαρμογής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και, εάν είναι εσφαλμένη, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) έχει πτυχίο της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς από το έτος 1978 και, επί πλέον, δίπλωμα Στατιστικής της ίδιας Σχολής. Ότι γνωρίζει μετρίως την αγγλική γλώσσα (επίπεδο 3/9). Ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της εναγομένης τράπεζας (ήδη αναιρεσείουσας) την 19-11-1971 και, αφού εξελίχθηκε βαθμολογικά, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 1-1-1993. Ότι κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε τέσσερα (4) σεμινάρια επιμόρφωσης. Ότι από την πρόσληψή του και επί μία τριετία υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις του καταστήματος της οδού Σόλωνος, ενώ από τον Ιανουάριο 1975 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Πληροφορικής της εναγομένης και τοποθετήθηκε στην υπηρεσία χορηγήσεων και εγγυητικών επιστολών. Ότι από τον Ιούνιο 1984 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος της υπηρεσίας αυτής, ήτοι σε θέση 7ου κλιμακίου ευθύνης. Ότι από το έτος 1989 του ανατέθηκε επιπροσθέτως η εποπτεία της υπηρεσίας λογαριασμών χρηματοδοτουμένης πελατείας, καθώς και της υπηρεσίας λογιστικής καταστάσεως και ημερολογίου. Ότι από την 13-12-1990 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος του τμήματος χορηγήσεων, καταθέσεων και επεξεργαζόμενων επιταγών, ήτοι σε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης, ενώ από την 31-10-1997 ορίσθηκε ως επικεφαλής της ομάδας ανάκτησης λογιστικών στοιχείων. Ότι από την 24-2-2000 τοποθετήθηκε σε θέση υποδιευθυντή στην Υποδιεύθυνση εισαγωγής και ελέγχου στοιχείων, ήτοι σε θέση 3ου κλιμακίου ευθύνης. Ότι στα δελτία ποιότητας της επιθεώρησής του κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1988 ως 1994 χαρακτηρίζεται πάντοτε ως άριστος, ενώ στα αντίστοιχα των ετών 1997-1999 η υπηρεσιακή του απόδοση βαθμολογείται με το πολύ υψηλό ποσοστό ανταπόκρισης 133/140. Ότι οι κριτές του τον χαρακτηρίζουν ως "πολύ ικανό και αξιόλογο στέλεχος, με πλούσια πνευματικά προσόντα, με άριστη γνώση των τραπεζικών εργασιών και εξαίρετο χαρακτήρα και ήθος" και αποφαίνονται ότι "κατευθύνει σωστά τους υφισταμένους του και δίνει στα προβλήματα που ανακύπτουν σωστές και αποτελεσματικές λύσεις, χωρίς ευθυνοφοβία, παίρνοντας τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες" και ότι "είναι ήδη έτοιμος να αναλάβει άμεσα ανώτερη θέση από αυτήν που κατέχει". Ότι στις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-2000 για το βαθμό του Υποδιευθυντή Β', το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, διότι λόγω της πρόσθετης προϋπόθεσης της προηγούμενης άσκησης διευθυντικών καθηκόντων, η οποία δεν έπρεπε να απαιτηθεί (βλ. παραπάνω, αρ.1), δεν τον εισήγαγε προς κρίση, ενώ εισήγαγε προς κρίση και προήγαγε μεταξύ άλλων και τους παρακάτω δύο (2) συναδέλφους του, οι οποίοι προτείνονται με την αγωγή προς σύγκριση. Ότι ο εξ αυτών Β. Ζ. έχει πτυχίο Ανωτέρας Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων (ΚΑΤΕΕ), γνωρίζει μετρίως τη γαλλική γλώσσα (επίπεδο 4/9), προσλήφθηκε την 16-2-1973, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 1-1-1996 και κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε έξι (6) σεμινάρια επιμόρφωσης. Ότι άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 9-7-1987 ως προϊστάμενος υπηρεσίας, ήτοι σε θέση 8ου κλιμακίου ευθύνης, από 5-4-1995 ως Υποδιευθυντής του καταστήματος στην Ομόνοια, ήτοι σε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης και από 26-2-1999 ως Διευθυντής του καταστήματος στο Περιστέρι, ήτοι σε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης, την οποία κατείχε κατά το χρόνο της προαγωγής του. Ότι στο φύλλο ποιότητας της επιθεώρησής του κατά το έτος 1994 χαρακτηρίζεται ως άριστος, ενώ στα αντίστοιχα των ετών 1997-1999 η υπηρεσιακή του απόδοση βαθμολογείται με το ποσοστό ανταπόκρισης 130,33/140 (κατά μέσο όρο). Ότι οι κριτές του τον χαρακτηρίζουν ως "συγκροτημένο, σοβαρό και με ευκολία προσαρμογής στέλεχος, που κατέβαλε φιλότιμες και αποτελεσματικές προσπάθειες για την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος" και αποφαίνονται ότι "ανταποκρίνεται άψογα στα καθήκοντα του Διευθυντή καταστήματος 5ης κατηγορίας, ενώ μελλοντικά μπορεί άνετα να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του Διευθυντή καταστήματος 4ης κατηγορίας". Ότι ο εκ των προς σύγκριση Γ. Κ. απέκτησε πτυχίο του τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας την 12-4-2000, γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, (επίπεδο 7/9), προσλήφθηκε την 6-10-1975, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 1-7-1997 και κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε οκτώ (8) σεμινάρια επιμόρφωσης. Ότι άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 31-12-1986 ως Διευθυντής του καταστήματος στην Αξιούπολη, ήτοι σε θέση 7ου κλιμακίου ευθύνης, από 28-6-1994 ως προϊστάμενος τμήματος στη Δ' Περιφερειακή Διεύθυνση, ήτοι σε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης και από 4-1-1999 ως Διευθυντής του καταστήματος στις Σέρρες, ήτοι σε θέση 4ου κλιμακίου ευθύνης, την οποία κατείχε κατά το χρόνο της προαγωγής του. Ότι στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του μέχρι το έτος 1994 χαρακτηρίζεται ως άριστος, ενώ στα αντίστοιχα των ετών 1997-1999 η υπηρεσιακή του απόδοση βαθμολογείται με το ποσοστό ανταπόκρισης 132,66/140 (κατά μέσο όρο). Ύστερα από τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι με βάση τα προαναφερθέντα συγκριτικά στοιχεία ο αναιρεσίβλητος, κατά τις κρίσεις της 1-7-2000, στις οποίες θα έπρεπε να έχει εισαχθεί προς αξιολόγηση και προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β', υπερείχε καταφανώς σε σύγκριση με τους ως άνω προαχθέντες συναδέλφους του, διότι α) έναντι του Β. Ζ. ήταν αρχαιότερος ως προς το διορισμό (κατά ενάμισι, περίπου, έτος) και ως προς την προαγωγή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' (κατά τρία έτη) και είχε αναλάβει νωρίτερα την άσκηση καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης, όπως προαναφέρθηκε, ενώ υστερούσε στον αριθμό παρακολούθησης σεμιναρίων επιμόρφωσης και ήταν ισοδύναμος στη γνώση της ξένης γλώσσας και β) έναντι του Γ. Κ. ήταν αρχαιότερος ως προς το διορισμό (κατά τέσσερα έτη) και ως προς την προαγωγή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' (κατά τεσσεράμισι έτη) και είχε αναλάβει νωρίτερα την άσκηση καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης, όπως προαναφέρθηκε, ενώ υστερούσε στον αριθμό παρακολούθησης σεμιναρίων επιμόρφωσης και στη γνώση της ξένης γλώσσας και ήταν ισοδύναμος στη βαθμολογία και τους τίτλους σπουδών. Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2000, η με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, να προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' τους ως άνω δύο (2) συναδέλφους του αναιρεσιβήτου και να παραλείψει αυτόν τον ίδιο υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, με συνέπεια να είναι καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΚ 281). Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τις ως άνω διατάξεις του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, υπό τα περιστατικά που δέχθηκε ως αληθή σε σχέση με τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των ως άνω υπαλλήλων, προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε έντονα των προς σύγκριση συναδέλφων του μόνο ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα και ως προς το χρόνο, από τον οποίο άρχισε να υπηρετεί σε θέσεις ευθύνης της κεντρικής υπηρεσίας. Ουδόλως υπερείχε, όμως, ως προς την άσκηση καθηκόντων σε θέσεις διεύθυνσης εντός του Δικτύου των καταστημάτων της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι είχε αναλώσει την υπηρεσία του στη Διεύθυνση Πληροφορικής, χωρίς να αποκτήσει ουσιαστική εμπειρία τραπεζικών εργασιών με συναλλαγές προς την πελατεία, την οποία είχαν αποκτήσει οι ως άνω υπάλληλοι που πήραν προαγωγή κατά τις κρίσεις της 1-7-2000. Εν όψει, λοιπόν, του ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας, για την κατ' απόλυτη εκλογή προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' είχε προέχουσα σημασία η ικανότητα στην άσκηση διοικητικών καθηκόντων, η χρονικώς μεγαλύτερη υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου σε θέσεις ευθύνης χωρίς την άσκηση τέτοιων καθηκόντων δεν προσέδιδε σ' αυτόν καταφανή, αλλά μόνο απλή υπεροχή έναντι των ως άνω συναδέλφων, οι οποίοι [αν και κατά τι αργότερα από άποψη ανάληψης θέσεων ευθύνης, λόγω του ότι και αργότερα είχαν προσληφθεί στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας] είχαν ασκήσει πραγματική διοίκηση στο Δίκτυο των καταστημάτων και είχαν αποκτήσει τη συναφή εμπειρία. Κατόπιν αυτού, η άσκηση του δικαιώματος του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας να προαγάγει κατά τις κρίσεις της 1-7-2000 τους ως άνω δύο υπαλλήλους και όχι τον αναιρεσίβλητο [ο οποίος προήχθη κατά τις κρίσεις που επακολούθησαν την 1-1-2001] δεν υπερέβαινε προφανώς τα όρια που καθορίζονται στην ΑΚ 281 και δεν μπορούσε να στηρίξει βασίμως τις ένδικες αξιώσεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1168/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εθνική Τράπεζα, παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου. Η εκ μέρους του εργοδότη απαίτηση συγκεκριμένης προϋπηρεσίας σε θέση διεύθυνσης, ως προϋπόθεσης για την εισαγωγή των προς προαγωγή υπαλλήλων σε κρίση προς κατάληψη ανώτερης θέσης στη διοικητική ιεραρχία, δεν είναι σύννομη, ως μη προβλεπόμενη από τον Οργανισμό Υπηρεσίας. Παρά ταύτα, στοιχειοθετείται παραβίαση των ορισμών της ΑΚ 281 όταν από τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου ως προς τα προσόντα των συγκρινόμενων υπαλλήλων προκύπτει απλή και όχι καταφανής υπεροχή του υπαλλήλου που παραλείφθηκε έναντι εκείνων που προήχθησαν. Αναιρεί.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1805/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4360/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 928/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκειμένη αίτηση,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ιδίου Κώδικος, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνίας 13/9/2011 και 2/11/2011 αποδεικτικά επιδόσεως των, Αρχιφύλακα ... Α' ΑΤ Λαρίσης και Επιμελητού Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ... στον αναιρεσείοντα δια θυροκολλήσεως και στον αντίκλητό του αντιστοίχως, ο αναιρεσείων εκλητεύθη από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην όμως δεν ενεφανίσθη κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2011 αίτηση του Β. Κ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4360/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1784/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης K. M. του R., κατοίκου ..., που δεν παρέστη περί αναιρέσεως της με αριθμό 7652/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 314/2011.
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 4 Μαΐου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, αντίγραφο δε της κλήσεως αυτής, όπως προκύπτει από το από 6 Μαΐου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του αυτού ως άνω επιμελητή, επιδόθηκε και στον δικηγόρο Αθηνών Αθανάσιο Κούρκουλα, τον οποίο η αναιρεσείουσα όρισε ως αντίκλητο. Όμως, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 4 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση της M. K. του R., κατοίκου ..., για αναίρεση της 7652/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1783/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων 1)Ε. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 2)Ν. Ο. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σκλαβουνάκο περί αναιρέσεως της 4693/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούτα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 871/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ΠΚ, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως και στο έγκλημα της ψευδορκίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4693/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, ψευδορκίας μάρτυρα ο πρώτος Ε. Μ. και ηθικής αυτουργίας στην άνω ψευδορκία ο δεύτερος Ν. Ο..
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής : "Με την από 25-1-2002 αγωγή του ο πολιτικώς ενάγων Γ. Μ. κατά της "... ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΡΕΑΤΩΝ ΑΕΒΕ", ισχυριζόμενος ότι η πωληθείσα και παραδοθείσα σ' αυτόν από την εναγομένη στις 4-9-2001 ποσότητα 2.781 κιλών κατεψυγμένου χοιρινού κρέατος είχε πραγματικό ελάττωμα, που την καθιστούσε κατάλληλη προς βρώση και ότι τούτο γνώριζε και απέκρυψε η πωλήτρια, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει ως αποζημίωση το ποσό των 35.344.873.δρχ. Με επιμέλεια της εναγομένης, ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Μ., κατόπιν προτροπών και πιέσεως του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης τρίτου κατηγορουμένου Ν. Ο., κατέθεσε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Σταυρούλας Λαγιάκου, η οποία συνέταξε την 1151/4-2-2004 ένορκη βεβαίωσή της προκειμένου να προσκομιστεί από την εναγομένη για την απόρριψη της ανωτέρω αγωγής. Συγκεκριμένα εν γνώσει του κατέθεσε ψευδώς ότι ενώ το πανηγύρι του Τίμιου Σταυρού, το οποίο διοργάνωνε κατ' έτος ο Δήμος Στυμφαλίας Κορινθίας στην περιοχή Κιόνα Κορινθίας ξεκινούσε κανονικά κάθε έτος στις 8 Σεπτεμβρίου, δεν ξεκίνησε τη συγκεκριμένη χρονιά (2001) την ημερομηνία αυτή, διότι ο καιρός χάλασε και το πανηγύρι ξεκίνησε μια-δυο μέρες αργότερα, πράγμα που σημαίνει ότι τα χοιρινά αλλοιώθηκαν, διότι είχαν αποψυχθεί και είχαν εκτεθεί στο ύπαιθρο για χρονικό διάστημα που δεν επιτρέπεται. Το ότι τα ανωτέρω κατατεθέντα από το δεύτερο κατηγορούμενο ήταν εν γνώσει του ψευδή αποδεικνύεται α)από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Γ. Μ., Δ.Κ. και Θ. Κ., οι οποίοι, όπως και ο δεύτερος κατηγορούμενος, έλαβαν ως επαγγελματίες μέρος στο πανηγύρι αυτό και κατέθεσαν ότι το πανηγύρι ξεκίνησε κανονικά, β)από την 4461/23-9-2004 βεβαίωση του Δημάρχου Στυμφαλίας, στην οποία βεβαιώνεται ότι η εμποροπανήγυρη του 2001 διεξήχθη κανονικά από 8-15 Σεπτεμβρίου 2001 και γ) τη 1314/30-7-2004 πιστοποιητικό της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, στο οποίο αναφέρεται ότι από 8-9-2001 έως και 15-9-2001 στην ανωτέρω περιοχή δεν έβρεξε. Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, οι δε απολογίες των κατηγορουμένων των κρίνονται πειστικές.
Συνεπώς, δοθέντος ότι τα παραπάνω κατατεθέντα συνδέονταν με το αποδεικτέο θέμα της προαναφερόμενης δίκης, δηλαδή της ακαταλληλότητας των πωληθέντων κρεάτων ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ψευδορκίας και ο τρίτος κατηγορούμενος ένοχος ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω πράξη".
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 46 παρ. 1 α και 224 παρ.2 του ΠΚ.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσιόντων: α) αιτιολογείται επαρκώς ο άμεσος δόλος των κατηγορουμένων και δη αναφέρεται η γνώση των κατηγορουμένων για τα ψευδή γεγονότα που ο πρώτος κατέθεσε ενόρκως σε ένορκη βεβαίωση μάρτυρος ενώπιον συμβολαιογράφου, περί του ακριβούς χρόνου έναρξης της πανηγύρεως Τιμίου Σταυρού Στυμφαλίας Κορινθίας, αναφέρεται ποίο το αληθές, στο διατακτικό, παραδεκτά συμπληρούμενου κατά τούτο του αιτιολογικού, αποτελούντος με το διατακτικό ενιαίο σύνολο, β) αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα που ο δεύτερος ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον πρώτο την απόφαση να προβεί στην ανωτέρω ψευδή κατάθεση (με προτροπές, πιέσεις, πειθώ και φορτικότητα), για να χρησιμεύσει σε αστική δίκη αποζημίωσης κατά εναγόμενης από τον νυν εγκαλούντα ανώνυμης εταιρείας, της οποίας ο δεύτερος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, γ) αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, από άμεση ιδία αντίληψη, τον ακριβή χρόνο έναρξης της πανηγύρεως, που είχεν έννομη επιρροή στην παραπάνω αστική διαφορά αποζημίωσης, σχετικά με αλλοίωση κρεάτων και δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κοινής κρινόμενης αιτήσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη κοινή αίτηση - δήλωση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος ( άρθρα 176,183 ΚΠολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-6-2011 κοινή δήλωση αναιρέσεως των:1.Ε. Μ. του Μ. και 2.Ν. Ο. του Α., αντίστοιχα, περί αναιρέσεως της 4693/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία - Ηθική αυτουργία (224 παρ. 1,2 ΠΚ, 46 παρ. 1α ΠΚ). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αιτιολογείται: α) ο άμεσος δόλος, β) ποιο το αληθές στο Δικαστήριο, γ) αιτιολογείται η ηθική αυτουργία (προτροπές και πιέσεις), δ) Γνώση των αληθών, από ίδια προσωπική αντίληψη ότι το πανηγύρι άρχισε κανονικά και όχι με καθυστέρηση 2 ημερών, πράγμα ψευδή που κατέθεσε ο μάρτυρας, για να μετατοπίσει την αιτία αλλοίωσης των πωληθέντων κρεάτων από την ΑΕ του ηθικού αυτουργού.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1782/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Π. του Δ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σοφό, περί αναιρέσεως της 3731/2011αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις 1) Ε. Κ. του Π. , κατοίκου ... και 2) Μ. Μ. του Σ.-Θ. , κατοίκου ... , που παρέστησαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Μαργέλη Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 805/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτουμένη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές συνθήκες, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, και αφετέρου ότι είχε την δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψή του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για την θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά την διάταξη αυτή, "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη ορισμένης αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση, δηλαδή ειδική και όχι γενική (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου, ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγουμένη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Όταν, όμως, ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού η αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς διαλαμβάνεται στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Τέτοιος αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας, είναι και ο περί αυτοδιακινδυνεύσεως του θύματος, αφού κατατείνει στην έλλειψη: α)υπαιτιότητας του κατηγορουμένου για την ανθρωποκτονία από αμέλεια που του αποδίδεται και β)του αναγκαίου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεώς του και του αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών, ανασταλείσα. Η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, στο ότι αυτός: "Στη Μαλακάσα Αττικής και στη θέση "Καπνός" στις 21/2/2004 από αμέλειά του, ήτοι από την έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η παρακάτω πράξη του, και έτσι επέφερε το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, για το ότι στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) Ν. Π. , που είχε την ιδιότητα του Προέδρου - νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΙΟΥΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΞΥΛΟΥ, ΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΩΤΙΚΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "ΓΙΟΥΝΙΚΑ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... , επέδειξε δια παραλείψεών του την κατωτέρω αμελή συμπεριφορά του, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος άλλου. Συγκεκριμένα, από αμέλειά του κατά την κατασκευή μιας αποθήκης (σιλό) πριονιδίων ύψους δέκα (10) μέτρων περίπου, (που βρισκόταν εντός του χώρου του ανεγειρόμενου εργοστάσιου κατασκευής μονωτικών υλικών και δομικών στοιχείων, ιδιοκτησίας της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας), στην οποία είχε διαμορφωθεί ξύλινο δάπεδο στο οποίο είχαν εγκατασταθεί τα μηχανήματα καθώς και μια ξύλινη πεζογέφυρα μήκους περίπου τεσσάρων (4) μέτρων και πλάτους περίπου 1,5 m.: α) δεν φρόντισε για την εγκατάσταση προστατευτικού κιγκλιδώματος έναντι πτώσεως των εργαζομένων στην εταιρεία αυτή, ήτοι σταθερού στηθαίου ύψους τουλάχιστον ενός (1) μέτρου με χειρολισθήρα (κουπαστή) - σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο (σοβατεπί) κατά παράβαση της επιτακτικής διατάξεως του άρθρου 38§1 Πρ. Δ/τος 1073/81 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού" - β) δεν φρόντισε, για την εγκατάσταση και τη διαρκή χρήση εντός του εσωτερικού χώρου του σιλό και γύρωθεν της πεζογέφυρας κατάλληλου τεχνικού φωτισμού, ως αυτό επιβάλλονταν από το άρθρο 82 § 1 Πρ. Δ/τος 1073/81 και από το άρθρο 12 παράρτημα IV, εδάφιο 8.1 του Πρ. Δ/τος 305/96 "περί ελάχιστων προδιαγραφών ασφαλείας και υγείας, εφαρμοζομένων στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57 Ε.Ο.Κ." - γ) δεν είχε φροντίσει για την εγκατάσταση στο χώρο του σιλό σήμανσης ασφαλείας και υγείας προς αποφυγή του επικειμένου κινδύνου πτώσεως των εργαζομένων στο παραπάνω εργοστάσιο κατά παράβαση του άρθρου 3§1 του Πρ. Δ/τος 105/1995 - δ1) δεν είχε. φροντίσει για την ασφαλή στήριξη της εξωτερικής πεζογέφυρας εισόδου στο σιλό, αλλά αυτή ταλαντεύονταν - επικίνδυνα - δ2) δεν είχε φροντίσει ώστε η εξωτερική πεζογέφυρα εισόδου στο σιλό να έχει πλάτος τουλάχιστον 1,25 μέτρα, αλλά αυτή είχε πλάτος μόλις 60 εκατοστά κατά παράβαση της επιτακτικής διατάξεως του άρθρου 38§1 Πρ. Δ/τος 1073/81- ε1) δεν είχε φροντίσει για την κατάλληλη κατασκευή της πεζογέφυρας του σιλό, ώστε αυτή να αποτελείται από τρία (3) μαδέρια τουλάχιστον τα οποία έπρεπε να έχει τοποθετήσει κατά πλάτος και χωρίς κενά μεταξύ τους και έτσι ώστε να συνδέονται από κάτω και καθέτως προς τον τοίχο με ζεύγματα (κλάπες), ώστε τελικά η ανομοιόμορφη κάμψη τους να είναι αδύνατη και να εξέχουν από το σημείο στήριξής τους σε μήκος μεγαλύτερο του τετραπλάσιου του πάχους τους κατά παράβαση των άρθρων 9§1 στοιχ. α', γ', δ' Πρ. Δ/τος 778/80 και 34§2 στοιχ. β' Πρ. Δ/τος 1073/81} και ε2) δεν φρόντισε ώστε τα μαδέρια που συνιστούν στο δάπεδο εργασίας να υποβαστάζονται από τρία τουλάχιστον στηρίγματα κατά παράβαση του άρθρου 34§2 στοιχ. α - δ' Πρ. Δ/τος 1073/81. Ως αποτέλεσμα δε της προαναφερόμενης αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, που επέδειξε, υπό την ύπερθεν ιδιότητά του, ήταν να χάσει την ισορροπία του ο θανών Ε. Κ. , που ήταν μηχανολόγος και Προϊστάμενος του μηχανουργείου της εταιρείας "Π. Α.Ε." και είχε αναλάβει τη συντήρηση και τη λειτουργία μηχανημάτων της εταιρείας "ΓΙΟΥΝΙΚΑ Α.Ε." για την επεξεργασία ξύλων κατά τη στιγμή, που είχε ανέβει στην ξύλινη πεζογέφυρα ύψους οκτώ (8) μέτρων του σιλό για να μεταφέρει μία μεταλλική κλίμακα, που ευρίσκονταν επ` αυτής και έτσι να καταπέσει επί του τσιμεντένιου πυθμένα του σιλό με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατός του, λόγω βαρειών κακώσεων θώρακος - σπονδυλικής στήλης και κοιλίας σύμφωνα με την υπ` αριθμ. 550/17-3-2004 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Ν. Κ. ". Όπως δε προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των ως άνω παραλείψεων αυτού και του θανάτου του παθόντος, γιατί ο τελευταίος έθεσε ο ίδιος τον εαυτό του σε κίνδυνο και, συγκεκριμένα, γιατί εισήλθε αυτός στο σιλό χωρίς να έχει καμιά εργασία σε αυτό, χωρίς άδεια, χωρίς να έχει, προηγουμένως, συνεννοηθεί με τον κατηγορούμενο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, ή με οποιονδήποτε άλλον, χωρίς να έχει γνώση και αίσθηση του χώρου και της διαρρυθμίσεως αυτού, παραβλέποντας τις προειδοποιήσεις ασφαλείας και χωρίς να αναζητήσει και να θέσει σε λειτουργία τις φορητές συσκευές ηλεκτρικού φωτισμού, κινούμενος "στο σκοτάδι" και γνωρίζοντας ότι βρισκόταν υπό την επήρεια αντικαταθλιπτικών φαρμάκων και των παρενεργειών που αυτά προκαλούν. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο ισχυρισμός αυτός ήταν όχι αυτοτελής, όπως τον χαρακτηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του, καθόσον η αιτιολογία της απορρίψεώς του διαλαμβάνεται στην περί ενοχής κρίση του. Παρά ταύτα, αιτιολόγησε την απορριπτική του κρίση με την παραδοχή, στο σκεπτικό, ότι: "Ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων του κατηγορουμένου και του δυσμενούς αποτελέσματος του θανάτου του Ε. Κ. , αφού αυτός με δική του πρωτοβουλία εισήλθε στον επίμαχο χώρο, κρίνεται αβάσιμος ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων και ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας του θύματος στο θανάσιμο τραυματισμό του. Τέλος, αποδεικνύεται ότι η αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή που ο θανών ελάμβανε καμιά επίδραση δεν είχε στη λειτουργικότητα, διανοητική και κινητική, του θανόντος και συνακόλουθα ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η εν λόγω κατάσταση της υγείας του οδήγησε στο ανωτέρω αποτέλεσμα είναι αβάσιμος". Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απορριπτική επί του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κρίση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστασών πολιτικώς εναγουσών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2 Ιουνίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 4518/2011) αίτηση του Ν. Π. του Δ. , για αναίρεση της υπ` αριθ. 3731/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστασών πολιτικώς εναγουσών εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως από υπόχρεο. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι μεταξύ των παραλείψεών του και του θανάτου του παθόντος δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια, γιατί ο τελευταίος έθεσε ο ίδιος τον εαυτό του σε κίνδυνο (αυτοδιακινδύνευση), είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ούτε να διαλάβει στην απόφαση του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού η αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς διαλαμβάνεται στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1781/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Παππά περί αναιρέσεως της με αριθμό 3081/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρόδου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 510/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο και να υποστηρίξει την έφεση του, λόγων σημαντικών αιτίων. Εξ άλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτιών, κατά το άρθρο 349 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την προσβαλλόμενη 3081/2010 απόφαση του, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 2311/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με την οποία αυτή καταδικάστηκε για παράβαση του Π.Δ. 40/1077 σε φυλάκιση έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €), μετά την απόρριψη αιτήματος της για αναβολή της δίκης λόγω αδυναμίας εμφανίσεως της στο ακροατήριο του δικαστηρίου. Από την παραδεκτή επισκόπηση από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των πρακτικών της αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίστηκε η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, αλλ' αντ' αυτής εμφανίσθηκε, ως άγγελος, ο δικηγόρος Ρόδου Σ. Χ., ο οποίος ανήγγειλε ότι "η κατηγορουμένη βρίσκεται στα Τρίκαλα και δεν μπόρεσε να έρθει σήμερα στο δικαστήριο, ούτε να μου στείλει μία εξουσιοδότηση για να την εκπροσωπήσω και γι' αυτό το λόγο ζητάει αναβολή της δίκης". Το Δικαστήριο, μετά την απορριπτική πρόταση του Εισαγγελέως, απέρριψε το αίτημα της αναβολής της δίκης ως αβάσιμο κατ' ουσίαν και στη συνέχεια την έφεση ως ανυποστήρικτη, με την εξής αιτιολογία αναφορικά με την παρεμπίπτουσα απόφαση: "Τα επικαλούμενα από τον δικηγόρο Ρόδου Σ. Χ. πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση σπουδαίο λόγο για την αναβολή της δίκης, καθώς δεν προέκυψε κανένα ανυπέρβλητο κώλυμα της εκκαλούσας να εμφανισθεί στη δίκη ή να εφοδιάσει τον ως άνω συνήγορο με πληρεξουσιότητα για τη διεξαγωγή της δίκης.
Συνεπώς το αίτημα της δίκης πρέπει να απορριφθεί". Η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα δεν αναφέρονται εν προκειμένω αποδεικτικά μέσα, διότι δεν προτάθηκαν ούτε προσκομίσθηκαν τέτοια, αλλ' ο ως άγγελος εμφανισθείς προέβαλε απλώς και μόνο την ως άνω αίτηση, την οποία με τον ως άνω συλλογισμό το Δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική περί της αιτήσεως αναβολής κρίση του. Ενόψει αυτών είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι στερήθηκε του δικαιώματος της ακροάσεως κατά παράβαση των διατάξεων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 3 της ΕΣΔΑ. Κατά συνέπεια, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. Κ.Ποιν.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2011 αίτηση της Β. Μ. του Γ. για αναίρεση της 3801/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε αίτημα αναβολής που προβλήθηκε για λογαριασμό του κατηγορουμένου και στη συνέχεια απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για απάτη κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αιτιολόγησε πλήρως και σαφώς την απόρριψη ως αβασίμου του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1779/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Μ. του Σ., , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζηκογιάννη, για αναίρεση της υπ'αριθ.2350-2351/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον Σ. Τ. του Μ. και πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Π. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 162/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 48 παρ.1 του Ν. 3160/2003, "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη ...", κατά δε την παρ.4 του ίδιου άρθρου η οποία προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ.3 του ίδιου Ν. 3160/2003, "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών". Ορίζει δε η παρ. 2 του άρθρου 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 13 του ν. 3346/2005 ότι "Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του ... . Στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ.α' ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου49 του ν. 3160/2003, "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση του άρθρου 340 παρ.2, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση" ενώ κατά το τέταρτο εδάφιο της παρ.1 του ίδιου άρθρου όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου 49 του ν. 3160/2003, "κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366-373". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση εφέσεως, ο εκκαλών - κατηγορούμενος εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, που τον εκπροσωπεί, κατ' άρθρο 340 παρ.2 του ΚΠΔ, κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζητήσεως, απεχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει κατ' ουσία. Το αυτό ισχύει, για την ομοιότητα της περιπτώσεως και όταν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός που τον εκπροσωπεί, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, κατόπιν σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη μετ' αναβολή δικάσιμο αυτός δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της εφέσεως, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά, η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, για υπέρβαση εξουσίας (Ολ.ΑΠ 3/2006). Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχ.Κ.Π.Δ. για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία, εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του παραιτείται σιωπηρά από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπό την έννοια, ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της αποφάσεως που προσέβαλε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα σχετικού λόγου της αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την 3130/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό, για απάτη από κοινού με το συγκατηγορούμενό του Σ. Τ. σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετατραπείσα προς 10 ευρώ ημερησίως. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του άσκησαν έφεση, κατά την εκδίκαση της οποίας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, στις 4-6-2010, ο αναιρεσείων παραστάθηκε, προς υποστήριξη της εφέσεώς του. Με την 1194-1195/2010 απόφαση, του παραπάνω Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η υπόθεσή του, μετά την εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων κατηγορίας, αναβλήθηκε, λόγω σημαντικών αιτίων, (άρθρο 349 Κ.Π.Δ.), ήτοι ασθένεια στο πρόσωπο του συγκατηγορουμένου του και για το ενιαίο της κρίσεως, λόγω συναφείας και για τον αναιρεσείοντα, για τη ρητή δικάσιμο της 14-12-2010 χωρίς κλήτευση παρόντων, κατηγορουμένου και μαρτύρων. Κατά τη δικάσιμο αυτή, εμφανίσθηκε η δικηγόρος Πατρών, Α. Δ. και ενεργώντας ως άγγελος του αναιρεσείοντα, ζήτησε αναβολή, λόγω σημαντικού αιτίου, που αφορούσε το πρόσωπό του, (ασθένεια). Μάλιστα, προς απόδειξη του σημαντικού αιτίου, πρότεινε την εξέταση μάρτυρα ο οποίος και εξετάστηκε στο ακροατήριο και την ανάγνωση σχετικής ιατρικής γνωμάτευσης, η οποία και αναγνώστηκε. Το Δικαστήριο, ακολούθως, επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί του αιτήματος αναβολής του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα, διέκοψε την εκδίκαση της υποθέσεως, για κώλυμμα στο πρόσωπο της γραμματέως, λόγω λήξης του κανονικού ωραρίου, κατ' άρθρο 349 παρ.3 ΚΠοινΔ, και όρισε νέα ρητή δικάσιμο για την 23-12-2010, παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης κατά την ως άνω δικάσιμο. Κατά την ανωτέρω, μετά τη διακοπή δικάσιμο, στις 23-12-2010, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο και έτσι, με την προσβαλλόμενη 2350-2351/2010, απόφασή του, το δικαστήριο, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής, για το οποίο είχε επιφυλαχθεί στην προηγούμενη δικάσιμο, δίκασε τον κατηγορούμενο - εκκαλούντα ωσάν να ήταν παρών, δεχθέν ότι κατά την αρχική δικάσιμο, στις 4-6-2010, είχε αρχίσει η διαδικασία αφού είχαν εκφωνηθεί και τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας. Ορθά, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο, προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της έφεσης και δεν απέρριψε αυτήν ως ανυποστήρικτη, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, αφού με την εμφάνιση του εκκαλούντα - κατηγορούμενου κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, προς υποστήριξη της εφέσεώς του, κατά την άνω αρχική δικάσιμο της 4-6-2010, είχε αρχίσει η συζήτηση της εφέσεως, αφού το Δικαστήριο είχε χορηγήσει αναβολή και είχε φθάσει, τουλάχιστον στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων. Εξάλλου και κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση στις 14-12-2010, εμφανίστηκε ως άγγελος του αναιρεσείοντα, η παραπάνω δικηγόρος του, υπέβαλε αίτημα αναβολής και έλαβε γνώση της διακοπής της δίκης, για τη δικάσιμο της 23-12-2010, στην οποία δεν εμφανίστηκε ούτε ο αναιρεσείων ούτε η συνήγορός του. Επομένως το δικάσαν δικαστήριο, δεν παραβίασε τις διατάξεις που αφορούν την εμφάνιση την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα προς τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Ποιν.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-1-2011 αίτηση του Σ. Μ. του Σ. για αναίρεση της 2350-2351/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική δικονομία. Κατά την τελευταία δικάσιμο ο κατηγορούμενος αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Στην αμέσως προηγούμενη δικάσιμο, η δίκη είχε διακοπεί, αφού προηγουμένως ο αναιρεσείων είχε εμφανισθεί δια συνηγόρου, η οποία ως άγγελος ζήτησε αναβολή και είχε ζητήσει και την εξέταση μάρτυρα σχετικά με το αίτημα αναβολής, και έλαβε γνώση της διακοπής της δίκης, για τη δικάσιμο της 23-12-2010, στην οποία δεν εμφανίστηκε ούτε ο αναιρεσείων ούτε η συνήγορός του. Επομένως το δικάσαν δικαστήριο, δεν παραβίασε τις διατάξεις που αφορούν την εμφάνιση την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Συνεπώς, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1778/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρου Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 467/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Τ. κατοίκου ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 5 Οκτωβρίου 2011 προσθέτους λόγους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 708/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας απαιτείται: α) η ύπαρξη ξένου ολικά ή εν μέρει κινητού πράγματος κατά την έννοια του αστικού δικαίου αναφορικά με την κυριότητα. Ως ξένο θεωρείται το πράγμα, όπως είναι και τα χρήματα, όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, και δεν περιήλθαν στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, παραμένουν δε ξένα, όταν δίδονται δυνάμει συμβάσεως εντολής στον εντολοδόχο, και τα οποία υποχρεούται να αποδώσει ο εντολοδόχος σε περίπτωση που δε χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση της συμβάσεως αυτής. β) περιέλευση του κινητού τούτου πράγματος στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε με τη θέληση του ιδιοκτήτη, που γίνεται είτε με σύμβαση (εντολής, μίσθωσης, παρακαταθήκης, κ.λ.π.) είτε χωρίς τη θέληση ή εν αγνοία αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη με την έννοια της ενσωμάτωσης αυτού στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του κυρίου ή άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το κινητό πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα που εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή άρνηση απόδοσης αυτού στον ιδιοκτήμονα. Έτσι δεν υφίσταται αδίκημα υπεξαίρεσης, όταν το πράγμα μετατίθεται και ανήκει κατά κυριότητα στον φερόμενο ως δράστη, η δε κυριότητα σε αυτόν περιήλθε κατά νόμιμο τρόπο, προβλεπόμενο από τις διατάξεις του ΑΚ, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία, δυνάμει συμβάσεως, δίδεται στον δράστη χωρίς επιφύλαξη ή όρο το χρηματικό ποσό για εκτέλεση κάποιου έργου ή για την αμοιβή του και αν αυτός δεν εκτέλεσε το έργο, διότι στην περίπτωση αυτή ο λαβών καθίσταται κύριος του χρηματικού ποσού.
Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει καθολοκληρίαν στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού, εκτός εάν στο διατακτικό στο οποίο ρητά παραπέμπει το αιτιολογικό αιτιολογούνται με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου αδικήματος. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας.
Επίσης, τον κατ άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως ιδρύουν η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η πρώτη των οποίων υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, η δε δεύτερη συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, πράγμα που συμβαίνει και όταν υπήγαγε τα περιστατικά σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στην περίπτωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 467/2011 απόφασή του, το σε δεύτερο βαθμό δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη χρηματικού ποσού 16.844 ευρώ και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών. Ως αιτιολογία της αποφάσεως του, το δικαστήριο διέλαβε τα εξής, κατά λέξη: "Επειδή, από την χωρίς όρκο κατάθεση της πρώτης μάρτυρος κατηγορίας και πολιτικώς ενάγουσας, από τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα κατωτέρω πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερομένων εγγραφών που λεπτομερώς αναφέρονται στα ταυτάριθμα, με την παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και τα οποία βρίσκονται στη δικογραφία αυτήν, από την αιτιολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και από την όλη, εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο τούτο πείσθηκε, ότι ο εκκαλών- κατηγορούμενος, στην Θεσσαλονίκη και κατά το ,μήνα Μάρτιο του έτους 2004, τέλεσε την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικείμενου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε βάρος της πρώτης μάρτυρος της κατηγορίας και πολιτικώς ενάγουσας Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., όπως σαφώς τα πραγματικά η συγκροτούν την εγκληματική του συμπεριφορά και συνακόλουθα την ποινική του ευθύνη, εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως, στο οποίο, προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων το Δικαστήριο τούτο αναφέρεται.Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην τέλεση της προαναφερομένης αξιόποινης πράξεως του από αίτια μη ταπεινά, καθώς και ότι μετά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τέλεσε την πράξη του, επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες αυτής, αφού η επικαλούμενη, από τον ίδιο, επιστροφή του χρηματικού ποσού των 5000 ΕΥΡΩ, στην πολιτικώς ενάγουσα, δεν έγινε από αυτόν, αλλά από την πρώην σύζυγο του. Τέλος, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, μετά το μήνα Μάρτιο του έτους 2004 και για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, επέδειξε καλή συμπεριφορά. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού απορριφθούν οι προαναφερόμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί του εκκαλούντος - κατηγορουμένου (άρθρο 84 παρ, 2, εδάφ. β, δ και ε του Π. Κ), ως αβάσιμοι στην ουσία τους, πρέπει ο τελευταίος να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται".Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο υπεξαίρεσης και συγκεκριμένα του ότι: "Στην Θεσσαλονίκη και κατά τον Μάρτιο του έτους 2004 ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο, ολικά, κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, το αντικείμενο δε της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα, έχοντας στην κατοχή του το συνολικό χρηματικό ποσό των 21.844 ΕΥΡΩ, που του παρέδωσε τον Φεβρουάριο του έτους 2004 στην Θεσσαλονίκη, η εγκαλούσα Α. Τ. του Ι., κάτοικος ... για να το επενδύσει σε χρηματοοικονομικό επενδυτικό πρόγραμμα με συμφέρουσα απόδοση καινά της το παραδώσει, όπως είχαν συμφωνήσει τον μήνα Μάρτιο του έτους 2004 επαυξημένο κατά 156 ΕΥΡΩ, δηλαδή συμφώνησαν να της επιστρέψει σε ένα μήνα 22000 ΕΥΡΩ, ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν τήρησε, την υπόσχεση του, αλλά όπως σκόπευε εξαρχής, παρακράτησε και ενσωμάτωσε στην περιουσία του το μεγαλύτερο μέρος του παραδοθέντος σ' αυτόν, χρηματικού ποσού ήτοι 16.844 ΕΥΡΩ και επέστρεψε στην εγκαλούσα, δια της πρώην συζύγου του, μόνον 5.000 ΕΥΡΩ και παρά τις συνεχείς οχλήσεις της, αρνήθηκε να της επιστρέψει το υπόλοιπο χρηματικό ποσό, χωρίς να υπάρχει νόμιμη αιτία που να δικαιολογεί την πράξη του, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεση του, να το ιδιοποιηθεί παράνομα, είναι δε το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας."
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 467/2011 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλημάτος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 84 παρ.2 και 375 παρ. 1 εδ. β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα και ότι "αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε βάρος της πρώτης μάρτυρος κατηγορίας και πολιτικώς ενάγουσας Α. Τ., όπως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την εγκληματική συμπεριφορά και συνακόλουθα την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, εκτίθενται στο διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο για αποφυγή περιττών επαναλήψεων το δικαστήριο αναφέρεται". Στο παραπάνω διατακτικό της αποφάσεως, παρατίθεται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων του εγκαλούντος και δη η ειδική συμφωνία και οι όροι της συμβάσεως των διαδίκων και η παράδοση των συγκεκριμένων χρημάτων από την πολιτικώς ενάγουσα στον κατηγορούμενο για να τα επενδύσει σε χρηματοοικονομικό επενδυτικό πρόγραμμα, αναφέρεται δε και για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της υπεξαιρέσεως, ότι ο κατηγορούμενος, όχι μόνο δεν τήρησε την υπόσχεσή του, αλλά όπως σκόπευε εξαρχής, δεν επένδυσε τα παραδοθέντα χρήματα, αλλά τα παρακράτησε και ενσωμάτωσε στην περιουσία του από τα παραπάνω παραδοθέντα σε αυτόν χρήματα ποσόν 16,844 ευρώ και παρά τις συνεχείς οχλήσεις του, αρνήθηκε να τα επιστρέψει, χωρίς να υπάρχει νόμιμη αιτία που να δικαιολογεί την πράξη του, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί παράνομα το άνω ποσό χρημάτων, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα τον δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό, συμπληρούμενο παραδεκτά από το άνω διατακτικό, στο οποίο παραδεκτά παραπέμπει για αποφυγή περιττών επαναλήψεων, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η εξωτερίκευση της θελήσεως του κατηγορουμένου να ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, το ευρισκόμενο στην κατοχή του και μόνο, με σύμβαση εντολής, ξένο χρηματικό ποσό, μη μετατεθέν σε αυτόν κατά κυριότητα, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές. Από τις άνω παραδοχές επομένως, δεν προκύπτει ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για τη μετάθεση της κυριότητας των χρημάτων στον κατηγορούμενο και δεν καταρτίστηκε, κατόπιν τούτου, η αντίστοιχη εμπράγματη σύμβαση, ούτε μετατέθηκε η κυριότητα των χρημάτων αυτών στον αναιρεσείοντα (άρθρο 1034 ΑΚ). Συναφώς, από τα παραπάνω, συνάγεται και βεβαιότητα ότι το δικαστήριο, προέβη σε στάθμιση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, άρα και των αναγνωσθέντων εγγράφων, που επικαλείται και τα οποία ρητά στο αιτιολογικό αναφέρει. Περαιτέρω, με πλήρη και ειδική ως παραπάνω αιτιολογία το δικαστήριο, απέρριψε ως αβάσιμους και τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. β, δ και ε του ΠΚ.
Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως , κύριοι και πρόσθετοι, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-5-2011 αίτηση - δήλωση του Χ. Κ. του Β. και τους από 5-10-2011 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της 467/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση (άρθρ. 375 παρ.1 ΠΚ). Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε' ΚΠΔ: α) για όλως τυπικό αιτιολογικό με καθ' ολοκληρίαν ανεπίτρεπτη αναφορά στο διατακτικό, β) για έλλειψη νόμιμης βάσης και για αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2 εδ. β, δ, ε ΠΚ.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1778/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ", που εδρεύει στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου τού (αρχικού διαδίκου) Δήμου Σταυρούπολης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευδοξία Ελευθεριάδου - Καραμπογιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Μέλφο και 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2007 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 1219/10-1-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1787/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1397/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-11-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπήρξε κύριος διάδικος στην δίκη επί της οποίας αυτή εκδόθηκε.
Συνεπώς η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται και κατ' αυτού, ως αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 558 εδ. α' και 577 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτη. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση β) ο υπερού κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εµπράγµατο δικαίωµα στο απαλλοτριούμενο. Εκ της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι ο υπόχρεος προς καταβολή της αποζημιώσεως δεν ταυτίζεται αναγκαίως προς τον υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση. Τέτοια περίπτωση, µε υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως το Ελληνικό Δηµόσιο, δυνάμενο, επομένως, να καταστεί διάδικο κατά τον καθορισµό αυτής, δι' αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ Δήµου ή Κοινότητος, προβλέπει η διάταξη του άρθρου 1 § 1 του ν.δ. 632/1970 "περί αναλήψεως υπό του Δημοσίου των εκ της εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων δικαιωµάτων και υποχρεώσεων των Δήµων και Κοινοτήτων". Κατά την διάταξη αυτή, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν.Δ. "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν.δ. 632/1970 κ.λπ." και μάλιστα ίσχυσε αναδρομικά (άρθρον 3 ν.δ. 1143/1972) "το Δημόσιον επισπεύδον την διάνοιξιν οδών, πλατειών, αλσών και λοιπών κοινοχρήστων χώρων, προβλεπομένων υπό των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων, αναλαμβάνει τα, κατά τη διαδικασίαν της απαλλοτριώσεως, δικαιώματα και υποχρεώσεις των κατά τόπον αρμοδίων Δήμων ή Κοινοτήτων, διεξάγον τας σχετικάς προς την απαλλοτρίωσιν δίκας. Η τοιαύτη υπό του δημοσίου επίσπευσις εκδηλούται δια της παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως και αφορά μόνον εις τα ακίνητα δι' ά η παρακατάθεσις. Αι διατάξεις της παραγράφου έχουν εφαρμογήν και επί απαλλοτριώσεων αίτινες επεσπεύθησαν από 1ης Ιανουαρίου 1947. Τυχόν καταβληθείσαι υπό των δήμων ή κοινοτήτων αποζημιώσεις δια τοιαύτας αποζημιώσεις θεωρούνται καλώς γενόμεναι και δεν δημιουργούν υπέρ του οικείου Δήμου ή Κοινότητος δικαίωμα αναζητήσεως των καταβληθέντων εις βάρος του Δημοσίου, βάσει του παρόντος". Κατά δε το άρθρο 2 του δευτέρου των ανωτέρω νομοθετικών διαταγμάτων "επί των ερήμην των οικείων δήμων ή κοινοτήτων εκδοθεισών αποφάσεων εις τας περιπτώσεις του ν.δ. 632/1970, ως τούτο τροποποιείται δια του προηγουμένου άρθρου δύναται το Δημόσιον, να ασκήσει ανακοπήν εντός εννεαμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Δια τας μετά την δημοσίευσιν του παρόντος κοινοποιουμένας εις το Δημόσιον και οποτεδήποτε εκδοθείσας ως άνω ερήμην απoφάσεις η ανακοπή δύναται να ασκηθεί εντός μηνός από της κοινοπoιήσεως της αποφάσεως". Τα ανωτέρω άρθρα αποδίδονται στο άρθρο 294 (με τίτλο: "Επίσπευση της εφαρμογής του σχεδίου πόλης από το Δημόσιο") του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.), που κυρώθηκε με το από 14/27.7.1999 π.δ/γμα (Δ' 580), στον οποίο, ως ορίζεται στο άρθρο "μόνο" αυτού: "Κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο με τίτλο "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας", νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, που ίσχυαν την 13-6-1997 (έναρξη ισχύος του Ν. 2508/1997). Το παρόν διάταγμα συνοδεύεται από παράρτημα με απαρίθμηση υπουργικών αποφάσεων και 2 Πίνακες, με την αντιστοιχία των άρθρων της κωδικοποίησης και των πηγών". Από την πρώτη δε εκ των ως άνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι το Δηµόσιο, όταν επισπεύδει τις πολεοδομικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη οδών κ.λπ. κατά τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης αναλαµβάνει τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις των, κατά τόπο, αρµοδίων δήµων και κοινοτήτων και το ίδιο στο όνοµά του και για λογαριασµό του διεξάγει τις δίκες απαλλοτρίωσης και καθίσταται διάδικος σ' αυτές. Αυτό µόνο νοµιµοποιείται ενεργητικά ή παθητικά, αφού µε τον τρόπο αυτό επέρχεται στερητική αναδοχή αλλότριου χρέους από το νόµο. Όπως δε, ρητώς, ορίζεται στην ως άνω διάταξη η υπό του Δημοσίου ανάληψη των, κατά την διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, υποχρεώσεων των οικείων Δήµων και Κοινοτήτων, και της διεξαγωγής των σχετικών δικών, προϋποθέτει επίσπευση υπό του Δημοσίου, εκδηλουµένη αποκλειστικώς δια της παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως και αφορώσα µόνον εις τα ακίνητα δια τα οποία έγινε η παρακατάθεση. Εποµένως, εφόσον, δια συγκεκριμένο ακίνητο το Δηµόσιο δεν προήλθε σε παρακατάθεση της αποζηµιώσεως, δεν αναλαµβάνει ουδεµία υποχρέωση και δεν νοµιµοποιείται παθητικώς και συνεπώς δεν τυγχάνει υπόχρεο προς καταβολή της, δια την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου τούτου, οφειλομένης αποζηµιώσεως, έστω και εάν είχε προέλθει το Δηµόσιο στην παρακατάθεση της αποζηµιώσεως για άλλο ακίνητο δια της αυτής απαλλοτριωτικής πράξεως, ως τµήµα του αυτού ευρύτερου ακινήτου ιδίου ιδιοκτήτου, απαλλοτριωθέν. Άλλωστε, όπως ρητά ορίζεται στην ανωτέρω διάταξη, στην περίπτωση που ο οικείος δήµος ή η κοινότητα καταβάλει αποζημιώσεις για τις εν λόγω απαλλοτριώσεις δεν έχει δικαίωµα να στραφεί κατά του Δηµοσίου και να αναζητήσει τις καταβληθείσες αποζημιώσεις και αντιστοίχως το τελευταίο δεν έχει τέτοια υποχρέωση έναντι του δήµου ή της κοινότητας και θεωρείται ότι καλώς έγινε η καταβολή των αποζημιώσεων απ' αυτούς. Περαιτέρω, από τη δευτέρα των ανωτέρω διατάξεων, την αναγκαιότητα της οποίας επέβαλε, κατά την οικεία εισηγητική έκθεση επί του ν.δ. 1143/1972, η προστασία των συμφερόντων του Ελληνικού Δηµοσίου, προκύπτει ότι το τελευταίο, επισπεύδοντας την διάνοιξη οδών πλατειών κ.λπ. έχει το δικαίωµα να ασκήσει κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήµην των δήµων και κοινοτήτων και καθόρισαν την οφειλομένη για την απαλλοτρίωση λόγω ρυµοτοµίας αποζημίωση, ανακοπή µέσα στην κατά περίπτωση οριζόμενη προθεσμία, ώστε να ερευνηθεί εκ νέου η υπόθεση µε την παρουσία του και καθορισθεί, αφού ακουστούν και οι απόψεις αυτού, η προσήκουσα αποζημίωση. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 91 παρ.1 του Κώδικα των Δικηγόρων προκύπτει ότι υπόχρεος προς πληρωµή της αµοιβής του δικηγόρου είναι εκείνος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υπόθεσης για την οποία αφορά η αµοιβή και όχι ο κύριος της υπόθεσης, όταν αυτός δεν είναι ο εντολέας. Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 92, 94, 170 και 248 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασµό µε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και µη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άµισθος δηµόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ των σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβομένη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες, που προσέφερε, καθορίζεται µε συµφωνία µεταξύ αυτού του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αµοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασµό του, ανεξαρτήτως του αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συµφωνία, το ελάχιστο της αµοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων. Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (όπως ήδη ισχύει µετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της εν λόγω παρ. 4 αντικαταστάθηκε µε την περ. ε άρθρ. 31 Ν. 3130/2003, ΦΕΚ Α' 76/28.3.2003), "Η δικαστική δαπάνη µετά της αµοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο µε την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόµο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταµείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π. & Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύµφωνα µε τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρµόζεται το άρθρο 22 του ν. 3693/1957", αναφέρεται στους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζηµιώσεως, και όχι στους δικηγόρους που διορίζονται από νοµικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως τα ΟΤΑ, για υπεράσπιση των συμφερόντων τους, όταν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί υπέρ αυτών και µε δαπάνες τους, δηλαδή στους δικηγόρους των υπόχρεων για πληρωµή της αποζηµιώσεως. Περαιτέρω, µε το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 ορίστηκε ότι "η ως άνω διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 161 του Δικηγορικού Κώδικα εφαρµόζεται και επί των δικηγορικών αµοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδικήν διαδικασίαν προσδιορισµού τιµής μονάδος. Εφόσον η δικηγορική αµοιβή έχει καθορισθεί κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ 3026/1954, αύτη δεν δύναται να είναι κατωτέρα των υπό των άρθρων 100 και επόµ. προβλεπομένων ελαχίστων ορίων". Στη συνέχεια η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 ορίζει ότι "αι διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται επί δικών διεξαγομένων κατά την ειδικήν διαδικασίαν περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε πλήρης, αποκλειστικώς δε εις βάρος του υποχρέου προς αποζημίωσιν, επιφυλασσομένων των διατάξεων του ν.δ. 446/1974. Το δικαστήριον εν πάση περιπτώσει προσδιορίζει την αµοιβήν του παραστάντος δικηγόρου εκατέρου των µερών διακεκριµένως, υπολογιζοµένην βάσει του κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954 καταρτισθέντος συμφωνητικού, ή εν ελλείψει τούτου κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 επόµ. του αυτού νομοθετικού διατάγματος". Σύµφωνα µε το άρθρο 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων, προκειμένου για αίτηση προσδιορισµού αποζηµιώσεως απαλλοτριουµένων για δηµόσια ανάγκη ή ωφέλεια ακινήτων, το ελάχιστο όριο της αµοιβής κανονίζεται από το άρθρο 100 µε βάση την αξία των ακινήτων. Περαιτέρω, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1093/1980, που προστέθηκε µε το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, της παρ. 5 του ίδιου άρθρου του ν. 1093/1980 και της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, ο προσδιορισµός της αµοιβής των δικηγόρων που παραστάθηκαν στη δίκη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είναι ανεξάρτητος της δικαστικής δαπάνης και δεν αποτελεί επιδίκαση υπέρ του διαδίκου που νίκησε, ούτε καταδίκη στη δαπάνη αυτή του υπόχρεου στην καταβολή της αποζηµιώσεως, αλλά συνιστά απλό καθορισµό της αµοιβής των δικηγόρων που παρέστησαν για το σκοπό της υπαγωγής της αµοιβής αυτής στο καθεστώς της παρακράτησης ορισµένου ποσοστού προς κάλυψη των εξόδων και ενίσχυση του ειδικού λογαριασµού του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Από τις διατάξεις των άρθρων 91, 92 επ. και 98 επ. του Κώδικα περί δικηγόρων και τις διατάξεις των άρθρων 176, 177 και 189 KΠολΔ προκύπτει ότι, άλλη είναι η αµοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και άλλη η εις το διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται ο αντίδικός του µε τη δικαστική απόφαση. Τούτο διότι η πρώτη, η αµοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, η οποία συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο µε τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την µεταξύ τους συµφωνία (άρθρο 92 του Κωδ. δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συµφωνίας, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατιμήσεις αμοιβής των δικηγόρων (άρθρο 98 παρ. 1 Κωδ. Δικηγόρων). Αντίθετα η δεύτερη, ήτοι η αποδοτέα δικαστική δαπάνη καθορίζεται κατά τις περί αυτής διατάξεις του άρθρου 189 ΚΠολΔ κατά την οποία αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα και περιλαμβάνει τα δαπανήματα που καθορίζονται σ' αυτή. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνεται σαφώς διάκριση μεταξύ της δικηγορικής αµοιβής, η οποία πάντοτε είναι πληρωτέα από τον εντολέα του δικηγόρου µε βάση τη σχέση έµµισθης εντολής και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αµοιβή και αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο µέρος αυτής, η οποία εντούτοις ανήκει στο διάδικο και όχι στο δικηγόρο του. Ο µη καθορισµός της αµοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων στη δίκη περί καθορισµού προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημίωσης ένεκα απαλλοτριώσεως, δεν επηρεάζει την εσωτερική σχέση (έµµισθη εντολή) πληρεξουσίου δικηγόρου και πελάτη, η οποία ρυθµίζεται σε περίπτωση ύπαρξης έγκυρης συµφωνίας από τους όρους αυτής, άλλως ρυθµίζεται από τις διατάξεις του Κωδ. Δικηγόρων, καθόσον η επιδίωξη της αµοιβής µε βάση την εσωτερική σχέση πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολέα του είναι ανεξάρτητη από αυτή. Ο δικηγόρος µπορεί να επιδιώξει την αµοιβή του αυτή, ασκώντας σχετική αγωγή, που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 677 επ. KΠολΔ. Συνακόλουθα τούτων, στην περίπτωση κατά την οποία, το Δηµόσιο αναλάβει, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του ν. δ. 632/1970, την επίσπευση πολεοδομικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη οδών κ.λπ, παρακαταθέτοντας την δικαστικώς καθορισθείσα αποζημίωση µαζί µε την προσδιορισθείσα δικαστική δαπάνη µετά της αµοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης µε αποτέλεσµα να υπεισέλθει στα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις του υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήµου, δεν έχει υποχρέωση απορρέουσα εκ του ως άνω νόµου να καταβάλει στον τελευταίο ούτε την τυχόν καταβληθείσα απ' αυτόν αποζημίωση προς τους δικαιούχους, όπως αναφέρθηκε παραπάνω και ούτε την αµοιβή του δικηγόρου του εν λόγω Δήµου, όταν ο τελευταίος, αναλαµβάνει ο ίδιος τη διεξαγωγή των δικών περί προσωρινού και οριστικού καθορισµού αποζημίωσης, δίνοντας σχετική εντολή σε δικηγόρο της επιλογής του, προς διεξαγωγή στο όνοµά του και για λογαριασµό του των εν λόγω δικών, παρά τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη περί διεξαγωγής των δικών απαλλοτριώσεως από το Δηµόσιο και ανεξαρτήτως του ότι καίτοι δεν ήταν διάδικος στις ως άνω δίκες, µη νομιμοποιούμενος ενεργητικά ή παθητικά σ' αυτές, εκδόθηκαν οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις στο όνοµά του (του Δήµου) και αντιμωλία τούτου, καθορίζοντας την αποζημίωση και τη δικαστική δαπάνη µετά της αµοιβής των Πληρεξουσίων Δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης, που τελικώς κατ' εφαρμογή του ως άνω νόµου, παρακατέθεσε το επισπεύδον την πολεοδομική απαλλοτρίωση Δηµόσιο. Άλλωστε κατά τα προειρημένα υπόχρεος προς πληρωµή της αµοιβής του δικηγόρου του Δήµου είναι ο ίδιος Δήµος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή και υπεράσπιση των δικών της απαλλοτρίωσης και όχι το Δηµόσιο, το οποίο δεν ήταν ο εντολέας, αλλά µε βάσει την επερχόμενη εκ του ως άνω νόµου στερητική αναδοχή αλλότριου χρέους ήταν ο αναδοχέας του χρέους του Δήµου, ήτοι της αποζηµιώσεως για τα απαλλοτριούμενα, έναντι των ιδιοκτητών τούτων και δικαιούχων της αποζημίωσης. Η δε καθορισθείσα µε τις δικαστικές αποφάσεις προσδιορισµού της αποζηµιώσεως, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, δικαστική δαπάνη µετά της αµοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, την οποία το Δηµόσιο έχει υποχρέωση σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν.δ. 632/1970 να παρακαταθέσει, αναφέρεται στους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζηµιώσεως, και όχι στους δικηγόρους του, συµµετέχοντος στις δίκες απαλλοτρίωσης, Δήµου µε την ιδιότητα του υπόχρεου προς καταβολή της αποζημίωσης. Εποµένως, το Δηµόσιο, επισπεύδον, σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν.δ. 632/1970, πολεοδομική απαλλοτρίωση, δεν είναι εκ του νόµου δικονοµικός εγγυητής του διεξάγοντος τις δίκες απαλλοτριώσεως Δήµου για την υποχρέωση καταβολής υπό του τελευταίου της δικηγορικής αµοιβής στον εντολοδόχο δικηγόρο του και έτσι στη σχετική δίκη δεν έχει δικαίωµα ο εναγόμενος Δήµος να προσεπικαλέσει το Δηµόσιο για να παρέµβει υπέρ του και να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι µε την από 10.01.2008 προσεπίκληση προς άσκηση αναγκαστικής παρέµβασης, ενωμένη µε παρεμπίπτουσα αγωγή, που άσκησε ο εναγόμενος της κύριας αγωγής Δήµος κατά του Ελληνικού Δηµοσίου, εκθέτει ο τελευταίος, µετά την παράθεση στο δικόγραφο αυτούσιου του κειµένου της κύριας αγωγής, ότι δεν συνομολογεί το περιεχόμενο αυτής και ότι, έναντι του ίδιου ευθύνεται για την καταβολή του αιτούμενου µε την κύρια αγωγή ποσού, το προσεπικαλούμενο Δηµόσιο, ως εκ του νόµου δικονοµικός εγγυητής του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 ν.δ. 632/1970, καθόσον µε υπ' αριθ. Δ12/30979/06.02.1991 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων, τούτο επέσπευσε την επίδικη απαλλοτρίωση, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2947/2001, εντάχθηκε στα έργα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Ότι το προσεπικαλούμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατέβαλε, μέσω του προσεπικαλούμενου και παρεμπιπτόντως δεύτερου εναγομένου ΝΠΙΔ "Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Κεντρικής Μακεδονίας" (μη διαδίκου στην παρούσα κατ' έφεση δίκη), όλες τις δικαστικώς καθορισθείσες αποζημιώσεις και τις δικαστικές δαπάνες των ζημιωθέντων ιδιοκτητών, τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, καθώς και των πραγματογνωμόνων. Ότι ο ίδιος (Δήμος) ήταν μόνον διάδικος στις δίκες της απαλλοτρίωσης και δεν κατέβαλε κανένα ποσό από τις ως άνω δαπάνες, τις οποίες καίτοι κατέβαλε αποκλειστικά και μόνον το Ελληνικό Δημόσιο, αρνήθηκε να καταβάλει και τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων του Δήμου, οι οποίες αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των ως άνω εξόδων. Ότι το Ελληνικό Δημόσιο, έχοντας την εκ του νόμου υποχρέωση προς καταβολή όλων των εξόδων απαλλοτρίωσης, συμπεριλαμβανομένων και των αμοιβών των δικηγόρων του Δήμου, επέδειξε και τη σχετική πρόθεση, όπως προκύπτει και από τα μνημονευόμενα στο δικόγραφο έγγραφα των υπηρεσιών του και των οργάνων του. Ότι η απόφαση του Δήμου να διεξάγει ο ίδιος τις δίκες της απαλλοτρίωσης λήφθηκε κατόπιν εντολών των αρμοδίων οργάνων του προσεπικαλούμενου Ελληνικού Δημοσίου και πιθανώς εσφαλμένης ερμηνείας του ισχύοντος ως άνω νομοθετικού διατάγματος, καθόσον, σύμφωνα με την προαναφερομένη υπουργική απόφαση και του ανωτέρω άρθρου 1 παρ. 1 ν.δ. 632/1970, τις δίκες έπρεπε να τις διεξάγει το τελευταίο. Ότι εφόσον η ενάγουσα της κύριας αγωγής δικηγόρος παραστάθηκε αντί του δικηγόρου του Ελληνικού Δημοσίου, έχει υποχρέωση το τελευταίο να της καταβάλει την αιτούμενη με την αγωγή της αμοιβή. Ότι η επίμαχη απαλλοτρίωση ωφέλησε αποκλειστικά και μόνον το Ελληνικό Δημόσιο, διότι αφενός μεν υπήχθη στα αναγκαία για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων έργα που χρηματοδοτήθηκαν εξ ολοκλήρου από το τελευταίο και αφετέρου το έργο της επίμαχης απαλλοτρίωσης αποτελεί μέρος της Εθνικής οδού και ανήκει στο εθνικό οδικό δίκτυο και δεν αποτελεί δημοτική οδό. Ότι ο Δήμος, προκειμένου να εκπροσωπηθεί στις δίκες προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης, κατάρτισε με την κυρίως ενάγουσα σύμβαση δικηγορικής εντολής και η αμοιβή της συμπεριλαμβάνεται στις αναγκαίες για τη διενέργεια και συντέλεση της απαλλοτρίωσης δαπάνες. Με αυτό το ιστορικό, επικαλούμενος ο προσεπικαλών Δήμος ότι το προσεπικαλούμενο Δημόσιο είναι εκ του νόμου δικονομικός του εγγυητής, ζητεί, όπως παρέμβει στην κύρια δίκη υπέρ αυτού και σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής σε βάρος του, να υποχρεωθεί, να του καταβάλει οποιοδήποτε χρηµατικό ποσό, το οποίο θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής συμπεριλαμβανομένων των νοµίµων τόκων και των εξόδων, που τυχόν υποχρεωθεί να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα. Σύµφωνα όµως µε τα αναφερόμενα στην προηγούμενη µείζονα σκέψη, η ένδικη προσεπίκληση και η ενωμένη µε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζηµιώσεως, έχουσα το ως άνω περιεχόμενο και αίτηµα είναι απορριπτέα ως νόµω αβάσιµη, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά δεν δημιουργείται µεταξύ του προσεπικαλούμενου -παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δηµοσίου και του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος έννοµη σχέση, µε βάση την οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, να δικαιούται ο τελευταίος αποζημίωση από το πρώτο για την ως άνω αιτία. Τούτο διότι, µε τα εκτιθέμενα στο υπό κρίση δικόγραφο περιστατικά, επιχειρείται η θεμελίωση της ιδιότητας του προσεπικαλούμενου - παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δηµοσίου ως δικονοµικού εγγυητή του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 632/1970, στο οποίο όµως, ουδόλως θεμελιώνεται η εν λόγω ιδιότητα και εντεύθεν δεν υπάρχει µεταξύ των έννοµη σχέση από την οποία να γεννιέται υποχρέωση του Δηµοσίου προς αποζημίωση του Δήµου σε περίπτωση ήττας αυτού στην κύρια δίκη. Ειδικότερα η επικαλούμενη στο υπό κρίση δικόγραφο διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 632/1970, δεν καθιστά το Δηµόσιο δικονοµικό εγγυητή έναντι του Δήµου για την οφειλόμενη υπ' αυτού δικηγορική αµοιβή στην εντολοδόχο δικηγόρο του, µε την οποία, κατά τα ρητώς μνημονευόμενα στο δικόγραφο, ο Δήµος κατάρτισε σύµβαση εντολής για να διεξάγει κατ' εντολή του και ως πληρεξούσια δικηγόρος του τις δίκες καθορισµού προσωρινής και οριστικής αποζηµιώσεως της πολεοδομικής απαλλοτρίωσης που επέσπευσε το Δηµόσιο. Άλλωστε στο ως άνω δικόγραφο δεν γίνεται επίκληση σύµβασης καταρτισθείσας µεταξύ του Δήµου και του Δηµοσίου, δυνάμει της οποίας το τελευταίο ανέλαβε έναντι του Δήμου την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής του δικηγόρου του τελευταίου, που θα διεξάγει τις δίκες της απαλλοτρίωσης, ενώ τα αναφερόμενα στο ως άνω δικόγραφο περί του ότι ο Δήμος κατόπιν εντολών των αρμοδίων υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 632/1970, διεξήγαγε τις δίκες απαλλοτριώσεως, τις οποίες έπρεπε να διεξάγει το τελευταίο, αφορούν τον λόγο για τον οποίο ο Δήμος ανέλαβε τη διεξαγωγή των εν λόγω δικών παρά την έλλειψη της νομιμοποίησής του σ' αυτές και δεν αναφέρονται σε σύναψη συμβάσεως δημιουργούσα μεταξύ των έννομη σχέση από την οποία απορρέει υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει στο Δήμο την αξιούμενη από την κυρίως ενάγουσα δικηγόρο του αμοιβή.
Συνεπώς στην υπό κρίση προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως δεν διαλαμβάνεται το απαραίτητο στοιχείο του νόμω βάσιμου αυτής, που είναι η ύπαρξη μεταξύ του προσεπικαλούντος Δήμου και του προσεπικαλούμενου Δημοσίου προϋφιστάμενης εννόμου σχέσεως από σύμβαση ή από το νόμο, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο την αξιούμενη παρ' αυτού από την κυρίως ενάγουσα δικηγορική αμοιβή. Στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τη συζήτηση της ένδικης προσεπίκλησης προς άσκηση αναγκαστικής παρέμβασης και της ενωμένης σ' αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής, το προσεπικαλούμενο - παρεμπιπτόντως εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προσήλθε και παραστάθηκε δια του νομίμου εκπροσώπου του, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά. Από την επισκόπηση δε του περιεχομένου τούτων, προκύπτει ότι αναφορικά με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου καταχωρήθηκαν τα ακόλουθα: "Η πληρεξουσία του 1ου καθού η προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπιπτόντως εναγομένου, αρνήθηκε την προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή, υποστηρίζοντας ότι αυτή δεν είναι νόμιμη και ότι το περιεχόμενό της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, προέβαλε τις ενστάσεις: 1) καταχρηστικής άσκησης της προσεπίκλησης, 2) μη νόµιµου τρόπου υπολογισµού των αιτούμενων ποσών". Από το περιεχόμενο αυτό σαφώς προκύπτει ότι το προσεπικαλούμενο Ελληνικό Δηµόσιο προέβη σε αντίκρουση της ένδικης προσεπίκλησης και της ενωμένης σ' αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής αποζηµιώσεως, επιπροσθέτως αρνήθηκε και το ύψος του αιτούμενου ποσού µε την κύρια αγωγή, χωρίς όµως, µε ρητή προφορική δήλωσή του, καταχωριζοµένη στα πρακτικά, να ασκήσει πρόσθετη υπέρ του προσεπικαλούντος Δήµου παρέμβαση, εκθέτοντας ταυτοχρόνως, µε σαφήνεια (έστω και συνοπτικά) τα γεγονότα που θεμελιώνουν αυτήν. Άλλωστε, αυτή και µόνον η άρνηση υπό του προσεπικαλουμένου Δηµοσίου της κύριας αγωγής δεν συνιστά και άσκηση πρόσθετης παρέµβασης υπέρ του εναγομένου Δήµου, χωρίς να προκύπτει ευθέως από τα πρακτικά η σχετική ρητή δήλωση περί ασκήσεως αυτής και ούτε επιτρέπεται έμμεση συναγωγή περί ασκήσεως πρόσθετης παρέμβασης από ισχυρισμούς του προσεπικαλούμενου που αφορούν την κύρια αγωγή, τους οποίους εξάλλου δεν δικαιούται να προβάλλει χωρίς ταυτόχρονη ρητή δήλωση αυτού περί ασκήσεως πρόσθετης παρέµβασης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των από 4-11-2008 προτάσεων του προσεπικαλουμένου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε "επί της έδρας" στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν άσκησε πρόσθετη παρέµβαση υπέρ του προσεπικαλούντος Δήµου, καίτοι διαλαμβάνει και σ' αυτές εκτός από τους αρνητικούς ισχυρισµούς προς απόκρουση της προσεπικλήσεως και της ενωμένης σ' αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής και αρνητικούς ισχυρισµούς κατά της κύριας αγωγής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που µε την εκκαλούμενη απόφασή του αναφορικά µε την ένδικη προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεων, έκρινε αυτήν παραδεκτή και νόµιµη και στη συνέχεια δέχθηκε εν µέρει αυτήν και ως κατ' ουσία βάσιµη και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα Δήµο, το ποσό των 31.437,30 ευρώ, σε περίπτωση που ο τελευταίος καταβάλει το εν λόγω ποσό την ενάγουσα της κύριας αγωγής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Στη συνέχεια το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αναφέρεται στην παραπάνω προσεπίκληση και την ενωμένη αγωγή αποζημιώσεως και απέρριψε αυτές. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και ο, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, καθορισμός υπό του Δικαστηρίου της δικαστικής δαπάνης μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης επί της οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως, αναφέρεται στους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημιώσεως και όχι στους δικηγόρους που διορίζονται από τους συμμετέχοντες στη δίκη καθορισμού αποζημιώσεως με την ιδιότητα του υπόχρεου για την πληρωμή της αποζημίωσης. Επιπροσθέτως, η ως άνω δικαστική δαπάνη που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής, ανήκει στο διάδικο (δικαιούχο της αποζημίωσης) και όχι στο δικηγόρο του. Είναι δηλαδή, άλλη η εις το δικαιούχο της αποζημίωσης διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται με τη δικαστική απόφαση ο υπόχρεος προς αποζημίωση αντίδικός του, η οποία αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του υπόχρεου και περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μη επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης και άλλη η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, η οποία ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, που συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άρθρο 92 του Κωδ. δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συμφωνίας κατά τις ισχύουσες ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων. Η ως άνω άποψη του Δικαστηρίου αυτού περί του ότι, η ελάχιστη προβλεπομένη από τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του υπόχρεου προς αποζημίωση στις απαλλοτριωτικές δίκες ελλείψει ειδικής μεταξύ των συμφωνίας, δεν ταυτίζεται με την επιδικασθείσα εις βάρος του (υπόχρεου της αποζημίωσης) δικαστική δαπάνη του δικαιούχου της αποζημίωσης, αλλά καθορίζεται με βάση μόνον την δικαστικώς προσδιορισθείσα αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στα αναφερόμενα στις ως άνω διατάξεις ποσοστά {ήτοι 2% για τη σύνταξη αιτήσεως και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων και στην περίπτωση που επακολούθησε και δεύτερη συζήτηση, (ήτοι µετά τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης) 1% για τη σύνταξη των προτάσεων της δεύτερης συζήτησης}, και όχι επί της συνολικώς καθορισθείσης αποζημίωσης, που θα καταβληθεί στο δικαιούχο της αποζημίωσης και επί της οποίας καθορίζεται µόνον η επιδικασθείσα υπέρ του τελευταίου και περιερχόμενη σ' αυτόν δικαστική δαπάνη, ενισχύεται και εκ του ότι α) η αµοιβή του δικηγόρου (αμφοτέρων των διαδίκων, ήτοι δικαιούχου και υπόχρεου της αποζημίωσης) για τις υπηρεσίες που προσέφερε καθορίζεται µε συµφωνία µεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αµοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασµό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος και µόνον εάν δεν υπάρχει ειδική συµφωνία, καθορίζεται µε βάση το ελάχιστο της αµοιβής που ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. Κώδικα Δικηγόρων και β) ο µη καθορισµός της αµοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων στη δίκη περί καθορισµού προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημίωσης ένεκα απαλλοτριώσεως, δεν επηρεάζει την εσωτερική σχέση (έµµισθη εντολή) πληρεξουσίου δικηγόρου και πελάτη, η οποία ρυθµίζεται σε περίπτωση ύπαρξης έγκυρης συµφωνίας από τους όρους αυτής, άλλως ρυθµίζεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 100 επ.), καθόσον η επιδίωξη της αµοιβής µε βάση την εσωτερική σχέση πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολέα του είναι ανεξάρτητη από την καθορισθείσα µε την απόφαση προσδιορισµού της αποζημίωσης δικαστική δαπάνη µετά της αµοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης. Ενόψει του ότι δε, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια προσδιορισµού αποζημίωσης δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αµοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, η οποία βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης, είναι ανεξάρτητη και δεν ταυτίζεται µε την καθορισθείσα από το δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αµοιβές για την παροχή εργασίας, ελάχιστη αµοιβή του δικηγόρου του τελευταίου, που διεξήγαγε τις δίκες καθορισµού της αποζημίωσης, δεν τυγχάνει επί της αµοιβής αυτής (του δικηγόρου του υπόχρεου) εφαρμογής η ειδική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 2730/1999 που αφορά την αναγκαστική απαλλοτρίωση για την εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων και η οποία ορίζει ότι: [Κατά το άρθρο 9 του ν. 2730/1999 "στις δίκες, προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης. Η αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελάχιστων ορίων των αµοιβών του Kώδικα Δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δύο εκατομμύρια δραχμές.} Η παραπάνω διάταξη, ως ρητώς µνηµονεύεται σ' αυτήν, αφορά αποκλειστικά και μόνον την επιδικαζόμενη με την δικαστική απόφαση καθορισμού αποζημιώσεως δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, η οποία βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 β του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύµβασης της Ρώµης και 100 παρ. 1, 107 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Ν.Δ 3026/1954 του Κώδικα Δικηγόρων, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν για τον περιορισµό της δαπάνης εκτέλεσης των Ολυμπιακών έργων, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθµιση (κατά το µέρος που εισάγει ανισότητα αµοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισµού της αποζηµιώσεως των αναγκαστικώς απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), συνισταμένη στην εξοικονόμηση από το Ελληνικό Δηµόσιο λίαν σηµαντικών δαπανών και τη διάθεση αυτών για την έγκαιρη και απρόσκοπτη εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων, εξυπηρετουμένου έτσι του εθνικού συμφέροντος (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 424/2008). Δεν συντρέχουν όμως οι ίδιοι λόγοι περιορισμού της αμοιβής του δικηγόρου του υποχρέου προς αποζημίωση και συνεπώς, η αµοιβή του τελευταίου δικηγόρου στις παραπάνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που εντάσσονται δυνάµει σχετικού νόµου στα Ολυμπιακά Έργα, δεν υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελάχιστων ορίων των αµοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, µε ανώτατο όριο αµοιβής του δικηγόρου 2.500.000 δραχµές, ήτοι 7.336,76 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αιτούμενη δικηγορική αμοιβή υπόκειται στη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2730 και κατά τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή υπολόγισε σε ποσοστό 1/3 των ελάχιστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων την αμοιβή της ενάγουσας, δικηγόρου του υποχρέου προς αποζημίωση, αναιρεσείοντος Δήμου, μειώνοντας κατά το αντίστοιχο ποσό τη δικηγορική αμοιβή, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, με βάση δε την παραδοχή αυτή δέχθηκε τον σχετικό λόγο εφέσεως της ενάγουσας δικηγόρου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2730/1999 και των άρθρων, 4 & 1, 17, 20 & 1, 94 & 4 Συντ. και 1 πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ενιαίως κρινόμενοι, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι η αµοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του υπόχρεου της αποζημίωσης υποχρεωτικά καθορίζεται στο ίδιο µέτρο µε την αµοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, επειδή και οι δύο αµοιβές βαρύνουν τον υπόχρεο της απαλλοτρίωσης και ο νομοθετικός καθορισµός τους στο προσήκον µέτρο εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον, στην εξοικονόμηση από το Ελληνικό Δηµόσιο λίαν σηµαντικών δαπανών και τη διάθεση αυτών για την έγκαιρη και απρόσκοπτη εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ, 22 του Ν. 3693/1957 και 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 2-11-2010, αίτηση του ΟΤΑ Δήμου Σταυρούπολης, για την αναίρεση της 1397/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ, για καθένα από τους δύο πρώτους και σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ για το τρίτο αναιρεσίβλητο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Δημόσιο, επισπεύδον, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 632/1970, πολεοδομική απαλλοτρίωση, δεν είναι εκ του νόμου δικονομικός εγγυητής του διεξάγοντος τις δίκες απαλλοτριώσεως Δήμου για την υποχρέωση καταβολής υπό του τελευταίου της δικηγορικής αμοιβής στον εντολοδόχο δικηγόρο του και έτσι στη σχετική δίκη δεν έχει δικαίωμα ο εναγόμενος Δήμος να προσεπικαλέσει το Δημόσιο για να παρέμβει υπέρ του και να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του.Η ειδική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 2730/1999, που αφορά την αναγκαστική απαλλοτρίωση για την εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων, αφορά αποκλειστικά και μόνον την επιδικαζόμενη με την δικαστική απόφαση καθορισμού αποζημιώσεως δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, η οποία βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 22 παρ. ι β του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης και 100 παρ. 1, 107 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Ν.Δ 3026/1954 του Κώδικα Δικηγόρων.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1777/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοερμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Δ. Λ.-Δ. του Λ., κατοίκου ..., Μεσσηνίας, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ράλλη, περί αναιρέσεως της 509/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Καλαμάτας.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 530/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 258 ΠΚ, οι οποίες ορίζουν, ότι "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που έλαβε ή κατέχει , λόγω της ιδιότητάς του και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει και την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 ΠΚ υπεξαιρέσεως, απαιτείται: α) ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένων (ολικά ή μερικά) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, ως τέτοια δε θεωρούνται εκείνα που βρίσκονται σε ξένη , σε σχέση με το δράστη , κυριότητα , με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται από το αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, για την εφαρμογή της διατάξεως του πιο πάνω άρθρου 258 ΠΚ, υπάλληλοι θεωρούνται, μεταξύ άλλων, και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα, σε τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, γ)ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορο αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και η θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ορίζει ότι, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση του τουλάχιστο τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση", ενώ η παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι, "με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τις παραπάνω διατάξεις που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, κατάρτιση απαρχής εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού από τον πλαστογράφο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Για τη θεμελίωση δε του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, όπως προκύπτει από τις αυτές πιο πάνω διατάξεις, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε η όχι η παραπλάνηση. Τα παραπάνω εγκλήματα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της πλαστογραφίας, είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ τους, λόγω της διαφορετικότητας του πληττόμενου με καθένα από αυτά εννόμου αγαθού. Ενόψει τούτου αλλά και γιατί το καθένα από αυτά δεν αποτελεί μέσο τελέσεως ή αναγκαία συνέπεια του άλλου τελούν μεταξύ τους σε σχέση αληθούς πραγματικής συρροής και όταν ακόμη η πλαστογραφία διαπράττεται προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως.(Α.Π.670/2009, Α.Π. 680/1995).
Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος , αναφορά τους , χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η τυχόν αντιγραφή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, του αιτιολογικού και του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, και τις σκέψεις υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, εφόσον διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία εκείνα, που απαιτεί η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν σημαίνει ότι δεν έγινε νέα αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών ή ότι δεν υπάρχει αιτιολογημένη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ή ότι η ενώπιόν του δίκη δεν ήταν δίκαιη. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού , ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου , οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 509/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας (Πλημ/των), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη για τις αξιόποινες πράξεις της Υπεξαίρεσης στην υπηρεσία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και πλαστογραφίας μετά χρήσεως, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 β' Π.Κ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "πλήρως αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στην κατηγορουμένη αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση. Συγκεκριμένα η κατηγορουμένη, στην Κυπαρισσία, στις 10.7.2003, υπάλληλος ούσα κατά την έννοια της διατάξεως του αρθρ. 263 περ. β ΠΚ με πρόθεση παράνομα ιδιοποιήθηκε χρήματα που τα κατείχε λόγω της ιδιότητας αυτής και το αντικείμενο της πράξης της χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα αξίας. Ειδικότερα ως υπάλληλος του καταστήματος Κυπαρισσίας της Τράπεζας της Ελλάδος και φέρουσα το βαθμό του υποταμία ιδιοποιήθηκε ποσό 19.800 ευρώ που κατείχε στο ταμείο της, η αξία του οποίου είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Το ποσό αυτό ιδιοποιήθηκε από λογαριασμό του νοσοκομείου Κυπαρισσίας που ετηρείτο στο ανωτέρω κατάστημα Κυπαρισσίας. Η κατηγορουμένη έθεσε η ίδια στο υπ. αριθ. 6 παραστατικό της 10.7.2003, βάσει του οποίου έγινε η ανάληψη, την υπογραφή του ταμία του νοσοκομείου (Μ.) και εισέπραξε το άνω ποσό. Η τράπεζα μετά από έλεγχο που διενήργησε και αφού διαπίστωσε το ανωτέρω έλλειμμα στο λογαριασμό του νοσοκομείου κατέβαλε στο τελευταίο το αναληφθέν ποσό των 19.800 ευρώ, η δε κατηγορουμένη επέστρεψε εν συνεχεία στην τράπεζα το εν λόγω ποσό μαζί με τους τόκους. Ακολούθως η Τράπεζα της Ελλάδος με απόφαση των αρμοδίων οργάνων της επέβαλε στην κατηγορουμένη την ποινή της οριστικής απόλυσης, βάσει της οποίας αυτή διεγράφη από την δύναμη του προσωπικού της από 3.8.2004. Στις 4.8.2004 η κατηγορουμένη υπέβαλλε αίτηση αναθεώρησης της προαναφερθείσας ποινής ενώπιον του Συμβουλίου Διοικητικής Υπηρεσίας της πολιτικώς ενάγουσας. Κατά τη συνεδρίαση της 31.5.2005 η κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε ότι το ποσό των 19.800 ευρώ που έλλειπε από το ταμείο της στις 10.7.2003 δεν αφορούσε πληρωμή προς το Γενικό Νοσοκομείο Κυπαρισσίας , όπως είχε αρχικά ισχυριστεί, αλλά οφειλόταν σε λανθασμένη πληρωμή προς το Δασαρχείο Κυπαρισσίας. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι την ημέρα εκείνη (10.7.2003) κατέβαλε εσφαλμένα σε "κάποιον κ. Δ. , εκμισθωτή του Δασαρχείου Κυπαρισσίας" το ποσό των 21.862, 8 ευρώ αντί του ορθού ποσού των 2.068,28 ευρώ. Προς επίρρωσιν του ισχυρισμού της προσκόμισε φωτοτυπία ενός παραστατικού (αρ. 3 οικονομικού έτους 2003) της εκκαθαριστικής υπηρεσίας του δασαρχείου Κυπαρισσίας, από τον έλεγχο του οποίου όμως προέκυψαν τα ακόλουθα: α) η συγκεκριμένη συναλλαγή αφορούσε την πληρωμή μισθωμάτων τριών μηνών στον Ι. Δ. για μίσθωση κτηρίου του στο Δασαρχείο Κυπαρισσίας, β) η αρχική ανάλυση των αναγραφομένων σ' αυτό ποσών, ανταποκρίνεται στο πραγματικό ποσό της συναλλαγής. Συγκεκριμένα 20 τραπεζογραμμάτια χ100 ευρώ =2000 ευρώ, + 1 τραπεζογραμμάτιο χ50 ευρώ = 50 . + 1 τραπεζογραμμάτιο χ 10 ευρώ = 10 ευρώ +5+2+1 = 2068 ευρώ, γ) έχει διορθωθεί η ως άνω αναλυτική καταγραφή των τραπεζογραμματίων που χρησιμοποίησε η κατηγορουμένη για την εκτέλεση της συναλλαγής. Ειδικότερα εκτός των ανωτέρω (20χ100+1χ50+1χ10+ 5+2+1) έχουν αναγραφεί εκ των υστέρων και τα ακόλουθα 16χ500=800 +59χ100=1180, 21862,8 -118 κρατήσεις και δ) Το συνολικό άθροισμα των 21.862,8 ευρώ προέκυψε ως ακολούθως: Στο αρχικό ποσό των 2068 έχουν τεθεί με άλλο στυλό (πιο σκούρο από αυτό των υπολοίπων) μεταξύ των αριθμών 2 και 0 ο αριθμός 1, μεταξύ των αριθμών 6 και 8 ο αριθμός 2 και έχει μετασχηματιστεί το 0 σε αριθμό 8, έχει τεθεί μία υποδιαστολή μετά τον αριθμό 2 και μετά τον δεκαδικό αριθμό 8 έχουν σβηστεί οι όποιοι αριθμοί υπήρχαν. Το παραπάνω παραστατικό νόθευσε η κατηγορουμένη κατά τα ως άνω στην Αθήνα, στις 31.5.2005 με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τα μέλη του Συμβουλίου της Διοικητικής Υπηρεσίας της πολιτικώς ενάγουσας εμφανίζοντας αναληθώς ότι δήθεν αντί να καταβάλει στον δικαιούχο το ποσό των 2068, 28 ευρώ κατέβαλε ποσό 21.862,8 ευρώ και συνεπώς έτσι δικαιολογείται το έλλειμμα των 19.800 ευρώ που της καταλογίσθηκε από τη διοίκηση της τράπεζας. Ακολούθως έκανε κατά τον αυτό χρόνο χρήση του νοθευμένου, κατά τα ως άνω εγγράφου, προσκομίζοντας όπως προαναφέρθηκε, φωτοτυπία του στο Συμβούλιο Διοικητικής Υπηρεσίας της τράπεζας προκειμένου να υποστηρίξει τον αναληθή ισχυρισμό της. Επομένως η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, όπως και πρωτοδίκως (με την ελαφρυντική περίσταση του αρθρ. 84 παρ 2 β ΠΚ) όπως στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 13α, 14, 16, 17, 26, 27, 84 παρ.2β, 94, 216 παρ.1, 258 και 263Α περ.β' Π.Κ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώνεται στον πρώτο λόγο, περί εσφαλμένης ερμηνείας -εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθόσον δεν συρρέουν αληθινά οι προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις γιατί το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ως χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της νόθευσης, την 31-5-2005 χωρίς αυτός να προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ενώ ο χρόνος αυτός είναι αυτός με το χρόνο διάπραξης της υπεξαίρεσης ήτοι η 10-7-2003, προβάλλεται απαραδέκτως, καθόσον με την επίφαση του παραπάνω αναιρετικού λόγου πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο αιτιολογημένα δέχθηκε ως χρόνο τέλεσης της νόθευσης την 31-5-2005 και όχι την 10-7-2003 που διατείνεται η αναιρεσείουσα, δεχόμενο και ορθώς αληθινή συρροή μεταξύ των δύο πράξεων, κατά τα εκτιθέμενα στην εν αρχή νομική σκέψη. Περαιτέρω η αντιγραφή του αιτιολογικού και διατακτικού της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ακριβώς τα ίδια, δεν σημαίνει ότι το Τριμελές Εφετείο δεν άσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία, με δική του αυτοτελή κρίση, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα. Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο αποφάσισε για την ενοχή της αναιρεσείουσας μετά από συζήτηση, αποδεικτική διαδικασία και διάσκεψη και στη συνέχεια απήγγειλε προφορικά την απόφασή του, όπως ορίζει το άρθρο 371 παρ. 1 του ΚΠΔ, ενώ η γραπτή σύνταξη και υπογραφή της αποφάσεως (οπότε και έλαβε χώρα η αντιγραφή) έγινε μεταγενέστερα, σύμφωνα με τα άρθρα 142 παρ. 2 και 144 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Με βάση τις παραπάνω σκέψεις και όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικός 2ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης αποτελεί αντιγραφή του σκεπτικού και του διατακτικού του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον 3ο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι υπήρξε παραβίαση των υπερασπιστικών της δικαιωμάτων, άλλως παράβαση των διατάξεων περί δημοσιότητας και τέλος έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, χωρίς να αναγνώσει τα εξής έγγραφα.: "α)Τα πρακτικά της από Τριτοβαθμίου Επιτροπής της Τραπέζης της Ελλάδος στη συνεδρίαση της οποίας στις 31-05-2005 υποτίθεται ότι προσκομίστηκε το νοθευμένο έγγραφο του οποίου χρονολογία νόθευσης θεωρήθηκε από το δικαστήριο η 31-05-2005 αφού ενώπιον της επιτροπής υποτίθεται ότι εγένετο η χρήση του για να παραπλανήσει τα μέλη του συμβουλίου της ΔΥΤΕ τα οποία θα συζητούσαν αίτηση αναθεώρησης της από 28-07-2004 αποφάσεως τους με την οποία είχε επιβληθεί η ποινή της οριστικής απόλυσης. β)Η από 28-07-2004 απόφαση σε επίσημο αντίγραφο της επιτροπής του Πειθαρχικού Συμβουλίου της τράπεζας και τα πρακτικά της συνεδρίασης, που εμπεριέχουν την πρόταση του Συμβουλίου Διευθύνσεως και την γνώμη του Συμβουλίου Διοικητικής Υπηρεσίας, που προηγήθηκαν της από 30-07-2004 εξωδίκου δηλώσεως και με την οποία ο διευθυντής του καταστήματος μας γνωστοποιούσε το περιεχόμενο της πράξης του διοικητή με αριθμό 759/29-07-2004 περί οριστικής απολύσεως και καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. γ)Οι από 08-02-2007 έγγραφες εξηγήσεις της αναιρεσείουσας προς τον κ. Πταισματοδίκη Εράνης καθώς και η από_04-08-2004 αίτηση αναθεώρησης της αποφάσεως περί οριστικής απόλυσης και οι αντιρρήσεις της κατά της προαναφερθείσας ποινής." Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε έγγραφα τα οποία αναγνώστηκαν. Τα έγγραφα που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο όπως προκύπτει από το σκεπτικό του είναι τα παρακάτω: 1)το υπ' αριθμό 6 παραστατικό της 10-7-2003, 2)αίτηση αναθεώρησης της ποινής οριστικής απόλυσης την οποία η κατηγορουμένη υπέβαλλε στις 4-8-2004 ενώπιον του Συμβουλίου Διοικητικής Υπηρεσίας της πολιτικώς ενάγουσας (Τράπεζας της Ελλάδος) και 3) παραστατικό υπ' αριθμό 3 οικονομικού έτους 2003. Από την αντιπαραβολή των παραπάνω εγγράφων, που λήφθηκαν υπόψη από το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο με εκείνα που κατά τα άνω επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι τάχα λήφθηκαν υπόψη χωρίς να αναγνωστούν, προκύπτει ότι σε αντίθεση με όσα διατείνεται η αναιρεσείουσα σε κανένα σημείο της απόφασης δεν αναφέρεται ρητώς ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο τα έγγραφα που κατά τα άνω παραθέτει η αναιρεσείουσα, πλην της αίτησης αναθεώρησης της ποινής οριστικής απόλυσης την οποία η κατηγορουμένη υπέβαλλε στις 4-8-2004 ενώπιον του Συμβουλίου Διοικητικής Υπηρεσίας της πολιτικώς ενάγουσας (Τράπεζας της Ελλάδος), της οποίας πράγματι γίνεται μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Όμως, πέραν του ότι, το έγγραφο αυτό δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου περί ενοχής της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας, το έγγραφο αυτό μνημονεύεται σην από 30-6-2005 έκθεσης ειδικής έρευνας Ι. Γ. καθώς και στην από 2-2-2006 απόφαση πρακτικό του τριτοβάθμιου διατραπεζικού πειθαρχικού συμβουλίου, τα οποία αναγνώστηκαν (βλ. σελ. 5 προσβαλλομένης απόφασης) και ως εκ τούτου αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ... αναφερόμενο διά μέσου των ανωτέρω εγγράφων που αναγνώστηκαν.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου 3ος λόγος της αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ίδιου Κώδικα περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως των διατάξεων που προβλέπουν την υπεράσπιση του κατ/νου είναι αβάσιμος, κατά το σκέλος του αυτό. Συναφώς αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά το σκέλος του, για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας, καθόσον έλλειψη δημοσιότητας δεν προκαλείται από τη λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε, αλλά από την παραβίαση των άρθρων 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ ως και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΠΕ που ισχύουν παράλληλα και αλληλοσυμπληρώνονται και της διάταξης του άρθρου 329 του ΚΠΔ. Από την επισκόπηση όμως των πρακτικών προκύπτει ότι η συζήτηση της υπόθεσης και η απαγγελία της απόφασης έγιναν δημόσια. Τέλος, αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά το σκέλος του, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, εκ του λόγου ότι τάχα λήφθηκαν υπόψη χωρίς να αναγνωστούν τα παραπάνω έγγραφα, καθόσον έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως δεν προκαλείται από τη λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε, αφού σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν, η λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α' Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-4-2011 (υπ` αριθ. πρωτ.776/2011) αίτηση της Λ.-Δ. Δ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 509/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Καλαμάτας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία. Πλαστογραφία, μετά χρήσεως. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων. Αληθής πραγματική συρροή μεταξύ των εγκλημάτων ακόμη και όταν η πλαστογραφία διαπράττεται προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως λόγω της διαφορετικότητας του πληττόμενου έννομου αγαθού. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1776/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Αλευρά περί αναιρέσεως της 8-11/2011 αποφάσεως Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1).Σ. χήρα Ι. Β., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Ανδρέου και 2).Σ. Β. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσαρό.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 458/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι, " όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Ο δόλος γενικά διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 380 παρ. 1 του ΠΚ, τιμωρείται με κάθειρξη όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν από την πράξη προήλθε ο θάνατος κάποιου προσώπου ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310) ή αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν η θανάτωση του θύματος περιλαμβάνεται στο δόλο του δράστη και έγινε προς τον σκοπό αφαιρέσεως των κινητών πραγμάτων που ανήκουν στο θύμα και η αφαίρεση αυτών συνδέεται αμέσως με την θανάτωση, ήτοι η θανάτωση έγινε με σκοπό τη ληστεία και επακολουθεί η σε άμεσο σύνδεσμο με τη θανάτωση αφαίρεση των πραγμάτων, υπάρχει αληθινή συρροή των εγκλημάτων ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση. (ΑΠ 1629/2009).
Τέλος κατά το άρθρο 45 ΠΚ "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικώς . Και πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της κατά συναυτουργία τελέσεως, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η δράση του καθενός συναυτουργού (Ολ. ΑΠ 50/1990).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ή των αναγνωσθέντων εγγράφων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, κατά πλειοψηφία( 5-2), ανθρωποκτονίας με πρόθεση και ληστείας, κατά συρροή, από κοινού με άγνωστο δράστη, σε βάρος του Α. Β. και τον καταδίκασε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την πρώτη πράξη και σε ποινή κάθειρξης 15 ετών για τη δεύτερη πράξη. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο Α. Β., κάτοικος εν ζωή ..., από το έτος 2002, ασχολούνταν με την εισαγωγή ζώντων ζώων (αμνοεριφίων) αρχικά από τη Ρουμανία και στη συνέχεια από την Ουγγαρία και την εμπορία αυτών στην Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό ταξίδευε, απασχολώντας πάντοτε δεύτερο οδηγό, στις ανωτέρω χώρες, με το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο του (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενη πλατφόρμα), που ήταν διαμορφωμένο για την μεταφορά ζώων. Στα πέντε τελευταία ταξίδια του στην Ουγγαρία, τους μήνες Απρίλιο και Μάιο 2005.,απασχολούσε ως δεύτερο οδηγό τον κατηγορούμενο, έναντι αμοιβής, για 600 ευρώ, τα οποία ο κατηγορούμενος είχε εισπράξει. Ο τελευταίος κατοικούσε στην ... και, αν και εργαζόταν ως οδηγός φορτηγών, στερούνταν συνήθως χρημάτων. Δανειζόταν χρήματα από τρίτους. Ο ίδιος ο Α. Β. του είχε δανείσει το ποσό των 900 ευρώ. Την ημέρα της ονομαστικής εορτής του (21-5-2005) ζήτησε από τη μητέρα του χρήματα και αυτή του έδωσε 10 ευρώ. Ο Β. είχε προγραμματίσει να ταξιδέψει στην Ουγγαρία και αποφάσισε να απασχολήσει, για τελευταία φορά τον κατηγορούμενο ως δεύτερο οδηγό, για να συμψηφίσει το ποσό των 900 ευρώ που του είχε δανείσει και δεν υπήρχε προοπτική να εισπράξει εύκολα. Το ταξίδι είχε οριστεί αρχικά για τις 22.5.2005 , αλλά για κάποιους λόγους δεν πραγματοποιήθηκε την ημέρα εκείνη, ορίστηκε δε στη συνέχεια για τις 24.5.2005. Ο κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει να πραγματοποιήσει το ταξίδι και σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Β. στις 24.5.2005 και περί ώρα 15:00 του είπε ότι βρισκόταν σε συγγενείς του στους Γόννους Λάρισας, κοντά στα Τέμπη και συμφώνησαν να επικοινωνήσουν πάλι για να καθορίσουν την ακριβή ώρα συνάντησής τους. Στις 18:31',αφού είχε προηγηθεί αναπάντητη κλήση του Β. και συνομίλησαν για 12 δευτερόλεπτα. Ο Β., κατά το χρόνο της συνομιλίας αυτής βρισκόταν μαζί με τη μητέρα του και τον αδελφό του Σ. στην οικία τους στο ..., πληροφόρησε δε τους τελευταίους, μετά τη λήξη της τηλεφωνικής συνομιλίας ότι ο κατηγορούμενος θα τον περίμενε στα Τέμπη στο εστιατόριο "..." στις 19:00', για να ταξιδεύψουν για την Ουγγαρία. Αμέσως μετά ο Α. Β. πήρε τα πράγματα του καθώς και το χρηματικό ποσό των 6.450 ευρώ για να καλύψει τα έξοδα του ταξιδιού και αναχώρησε με το ως άνω αυτοκίνητό του. Στις 18:45' επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον αδελφό του Σ. Β. και του είπε ότι πλησίαζε στα διόδια των Τεμπών. Στις 19:08 το αυτοκίνητο του Β. πέρασε από τα διόδια των Τεμπών και ύστερα από 20 λεπτά περίπου από τα διόδια της Λεπτοκαρυάς. Πριν τη διέλευση του από τα διόδια της Λεπτοκαρυάς ο εξάδελφός του Θ. Π., που βρισκόταν στην Ουγγαρία, του τηλεφώνησε και ο Β. του είπε ότι πλησίαζε στα διόδια της Λεπτοκαρυάς και κανόνισαν την επόμενη μέρα να συναντηθούν στα σύνορα Ουγγαρίας Γιουγκοσλαβίας, Στον ανωτέρω ο Β. δεν είπε ότι ταξιδεύει χωρίς δεύτερο οδηγό, πράγμα που θα έλεγε αν συνέβαινε αυτό καθόσον ήταν εντελώς ασύνηθες γι αυτόν η πραγματοποίηση του ταξιδιού χωρίς δεύτερο οδηγό. Το αυτοκίνητο του Β. μετά τη διέλευσή του από το σταθμό της Λεπτοκαρυάς δεν πέρασε στη συνέχεια από τα διόδια των Μαλγάρων και των Ευζώνων όπως θα έπρεπε προκειμένου να κατευθυνθεί προς Ουγγαρία. Αντίθετα το ως άνω αυτοκίνητο θεάθηκε να κινείται στην επαρχιακή οδό Κατερίνης-Αγίου Δημητρίου Ελασσόνας με κατεύθυνση προς Ελασσόνα, στη συνέχεια στην Ελασσόνα, και ακολούθως περί ώρα 22:30' στη Λάρισα στη γέφυρα Αλκαζάρ προερχόμενο από Ελασσόνα και οδηγούμενο από άγνωστο άνδρα. Την επόμενη ημέρα 25.5.2006 και περί ώρα 16:30' ο Ν. Κ., ο οποίος παλαιότερα υπήρξε οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου, είδε το αυτοκίνητο να κινείται στην ΝΕΟ Αθηνών-Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς Λάρισα, στο ύφος των διοδίων Αφιδνών, οδηγούμενο από άγνωστο άνδρα, ο οποίος παρότι του έκανε σήμα με το χέρι του να σταματήσει, δεν σταμάτησε και σε διασταύρωση στο ύψος της Μαλακάσας εξήλθε από την ΝΕΟ και εισήλθε Π.Ε.Ο. Στις 31.5.2005 στο Ζεφύρι Αττικής βρέθηκε σταθμευμένη η συρόμενη ρυμουλκούμενη πλατφόρμα του ως άνω αυτοκινήτου. Ακολούθως στις 7.6.2005 στο 6° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Αντίκυρας-Δεσφίνας του νομού Φωκίδας βρέθηκε σε χαράδρα, βάθους 150 μέτρων περίπου, κατακρημνισμένο το ως άνω ρυμουλκό φορτηγό, το οποίο και η καμπίνα του ήταν αποτεφρωμένη από πυρκ..., ενώ το πτώμα του Α. Β. βρέθηκε έξω από αυτό σε πλήρη αποσύνθεση. Η κατακρήμνιση του οχήματος στη χαράδρα είναι αποτέλεσμα εγκληματικής (εσκεμμένης) ενέργειας και δεν είναι αποτέλεσμα τροχαίου ατυχήματος, καθόσον επί της οδού και του ερείσματος δεν υπήρχαν ίχνη εκτροπής ή τροχοπέδησης, ενώ η πτώση του οχήματος στη χαράδρα ήταν κάθετη και με μηδενική ταχύτητα και όχι πλάγια και με δύναμη όπως θα συνέβαινε εάν επρόκειτο για τροχαίο ατύχημα. Το ποσό των 6.450 ευρώ, που είχε μαζί του ο Α. Β. δεν βρέθηκε, Ο αδελφός του θύματος προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του το βράδυ της 24-5-2005 μετά τις 21:30' στη Λάρισα στη γέφυρα Αλκαζάρ προερχόμενο από Ελασσόνα και οδηγούμενο από άγνωστο άνδρα. Την επόμενη ημέρα 25.5.2006 και περί ώρα 16:30 o Ν. Κ., ο οποίος παλαιότερα υπήρξε οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου, είδε3 το αυτοκίνητο να κινείται στην ΝΕΟ Αθηνών-Θεσσαλονίκης με κατεύθηνση προς Λάρισα, στο ύψος των διοδίων Αφιδνών, οδηγούμενο από άγνωστο άνδρα, ο οποίος παρότι του έκανε σήμα με το χέρι του να σταματήσει, δεν σταμάτησε στη διασταύρωση στο ύψος της Μαλακάσας εξήλθε από την ΝΕΟ και εισήλθε στην Π.Ε.Ο. Στις 31.5.2005 στο Ζεφύρι Αττικής βρέθηκε σταθμευμένη η συρόμενη ρυμουλκούμενη πλατφόρμα του ως άνω αυτοκινήτου. Ακολούθως στις 7.6.2005 στο 6ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Αντίκυρας-Δεσφίνας του νομού Φωκίδας βρέθηκε σε χαράδρα, βάθους 150 μέτρων περίπου, κατακρημνισμένο το ως άνω ρυμουλκό φορτηγό, το οποίο ήταν παραμορφωμένο και η καμπίνα του ήταν παραμορφωμένη από πυρκ..., ενώ το πτώμα του Α. Β. βρέθηκε έξω από αυτό σε πλήρη αποσύνθεση. Η κατακρήμνιση του οχήματος στη χαράδρα είναι αποτέλεσμα εγκληματικής (εσκεμμένης) ενέργειας και δεν είναι αποτέλεσμα τροχαίου ατυχήματος, καθόσον επί της οδού και του ερείσματος δεν υπήρχαν ίχνη εκτροπής ή τροχοπέδης, ενώ η πτώση του οχήματος στη χαράδρα ήταν κάθετη και με μηδενική ταχύτητα και όχι πλάγια κα με δύναμη όπως θα συνέβαινε εάν επρόκειτο για τροχαίο ατύχημα. Το ποσό των 6.450 ευρώ, που είχε μαζί του ο Α. Β. δεν βρέθηκε. Ο αδελφός του θύματος προσπάθησε επανειλημένα να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του το βράδυ της 24-5-2005 μετά τις 21:30' και την επόμενη ημέρα από τις 10:00'το πρωί χωρίς όμως επιτυχία, γιατί σε όλες τις περιπτώσεις το κινητό τηλέφωνο του θύματος έδινε ηχητικό μήνυμα για προώθηση της κλήσης. Κατόπιν αυτού ανήσυχος άρχισε να τηλεφωνεί στα διόδια Τεμπών και Μαλγάρων, στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου και στη μητέρα του τελευταίου για να επιβεβαιώσει τον αριθμό του κινητού του και για να ρωτήσει που είναι ο κατηγορούμενος και ο κατηγορούμενος και ο αδελφός του καθώς και σε γνωστούς του οδηγούς φορτηγών. Το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου είχε φραγή εισερχομένων κλήσεων. Ο κατηγορούμενος το απόγευμα της 24.5.2005 και πάντως πριν τις 18:00'συνάντησε στην ... τον συντοπίτη του Δ. Η. και του είπε ότι το βράδυ θα του επέστρεφε το ποσό των 200 ευρώ, που είχε δανεισθεί στη Γερμανία από τον θείο του τελευταίου. Μετά τις 21:00'της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος πήγε στην καφετέρια του ανωτέρω Δ. Η., στην ... και του έδωσε το ανωτέρω ποσό. Στη συνέχεια περί ώρα 22:00' ζήτησε από τον γνωστό του Ε. Ν. να τον μεταφέρει στην ταβέρνα ... της ..., πράγμα που έγινε. Ακολούθως ζήτησε από τον οδηγό ταξί Λ. Γ.-Μ. να τον μεταφέρει στη Λάρισα. Ξεκίνησαν από την ... μετά την 01.00 ώρα ο κατηγορούμενος αποβιβάστηκε στην οδό Ηρώων Πολυτεχνείου στη Λάρισα. Έδωσε στον ανωτέρω οδηγό το ποσό των 20 ευρώ για κόμιστρο καθώς και το ποσό των 20 ευρώ για παλαιότερη οφειλή του από την ίδια αιτία. Κατόπιν μετέβη με άγνωστο μεταφορικό μέσο (με τρένο ή με το αυτοκίνητο του θύματος;) στην Αθήνα ή σε άλλο μέρος, όπου και υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση μαλλιών, για την οποία πλήρωσε τουλάχιστον το ποσό των 1.800 ευρώ. Περί ώρα 6:00'της 26.5.2005 επέστρεψε στην οικία του στην ..., όπου η μητέρα του τον ενημέρωσε ότι ο αδελφός και η μητέρα του θύματος τον αναζητούσαν. Περί ώρα 08:00 της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον γνωστό του Λ. Τ. και γνωρίζοντας ότι ο τελευταίος είχε την προηγούμενη ημέρα παρακολουθήσει ποδοσφαιρικό αγώνα της ΑΕΛ τον ρώτησε αν είχε κρατήσει το εισιτήριο του αγώνα και μετά την καταφατική απάντηση του τελευταίου, του ζήτησε να συναντηθούν στην ... και ο κατηγορούμενος πήρε από τον Λ. Τ. το απόκομμα του εισιτηρίου. Ο κατηγορούμενος στις 25.5.2005 έστειλε στην ευρισκόμενη στη Ρουμανία φίλη του και ήδη σύζυγό του Ν. το ποσό των 1.200 ευρώ. Αυτός σε ερωτήσεις των οικείων του θύματος αλλά και της Αστυνομίας είπε σειρά από ανακρίβειες. Συγκεκριμένα αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με το θύμα στις 18:31 της 24,5.2005 μετά δε την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου και την αποκάλυψη ότι είχε επικοινωνήσει με το θύμα τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, ισχυρίστηκε ότι τηλεφωνήθηκε με το θύμα και αρνήθηκε να το συνοδεύσει .στο ταξίδι στην Ουγγαρία, στη συνέχεια ότι. το πρωί της 25.5.2005 βρισκόταν στη Λάρισα όπου το απόγευμα παρακολούθησε τον ποδοσφαιρικό αγώνα της ΑΕΛ, όπου και τραυματίσθηκε. Στον αδελφό του θύματος Σ. που τον ρώτησε το πρωί της 25.5.2005 "που είστε;", απάντησε "τι που είμαστε; εγώ είμαι χτυπημένος, ήμουν στο γήπεδο", Επίσης το πρωί της 26,5.2005 είπε στη μητέρα του ότι την προηγουμένη ημέρα βρισκόταν στη Λάρισα σε ποδοσφαιρικό αγώνα, όπου τον χτύπησαν στο κεφάλι. Επίσης στον ανωτέρω οδηγό ταξί Λ. Γ.-Μ., είπε ότι ο λόγος της μετάβασης του στη Λάρισα ήταν ερωτική συνάντηση του με έγγαμη γυναίκα. Οι ανωτέρω ανακρίβειες λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο για τη δημιουργία άλλοθι. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική. Ειδικότερα: Ο χρόνος για τη μετάβαση με αυτοκίνητο από την ... στα Τέμπη είναι 30 λεπτών και από την ... στην Κατερίνη είναι 40 λεπτών περίπου. Ο κατηγορούμενος περί ώρα 19:00' της 24.5.2005 από ένα σημείο της εθνικής οδού, πλησίον του εστιατορίου του Ν. στο σταθμό διοδίων των Τεμπών, επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του θύματος και αφού το αυτοκίνητο διήλθε από τα διόδια της Λεπτοκαρυάς, σε σημείο της διαδρομής, που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, αλλά βρίσκεται πριν από την έξοδο της πόλης της Κατερίνης, κατάφερε με κάποιο πρόσχημα να πείσει τον Α. Β. να διακόψει την πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου του και ενεργώντας από κοινού με άλλον άγνωστο δράστη, ο οποίος βρισκόταν στο συγκεκριμένο σημείο της διαδρομής και ανέμενε την έλευση του φορτηγού, έχοντας προσυνεννοηθεί για το σκοπό αυτό με τον κατηγορούμενο, επιτέθηκαν στον Α. Β. με σκοπό να του αφαιρέσουν τη ζωή και ακολούθως να του αφαιρέσουν το χρηματικό ποσό των 6,450 ευρώ που είχε μαζί του (ο Α. Β.) καθώς και το ανωτέρω αυτοκίνητο αξίας 100.000 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια θα πωλούσαν, εισπράττοντας το τίμημα και με τρόπο, που δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί προκάλεσαν το θάνατο αυτού, ακολούθως αφαίρεσαν από το θύμα το ως άνω χρηματικό ποσό, τοποθέτησαν το πτώμα του Α. Β. μέσα στο αυτοκίνητο, και στη συνέχεια ο μεν κατηγορούμενος επέστρεψε με άγνωστο μεταφορικό μέσο στην …, ενώ ο ανωτέρω συναυτουργός του παρέλαβε το φορτηγό αυτοκίνητο και οδηγώντας, το εξήλθε από την ΝΕΟ και κατευθύνθηκε διαδοχικά προς τον Άγιο Δημήτριο Κατερίνης, την Ελασσόνα και ακολούθως συνέχισε την πορεία του προς τα νότια και κατευθύνθηκε προς το νομό Αττικής. Ακολούθως στις 27.5.2005 μετέβη σε αλάνα στο Ζεφύρι Αττικής όπου άφησε την ρυμουλκούμενη πλατφόρμα του φορτηγού και κατόπιν οδηγώντας το ρυμουλκό μέσα στο οποίο υπήρχε το πτώμα του Α. Β. μετέβη στο 6° χιλιόμετρο της Ε.Ο. Δεσφίνας-Αντίκυρας, όπου σε παρακείμενο γκρεμό κατοκρήμνισε το ρυμουλκό μαζί με το πτώμα του Α. Β. σκηνοθετώντας την πτώση ως ατύχημα. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου στηρίζεται στα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται και αξιολογούνται συνολικά ενισχύεται δε από τα εξής γεγονότα και συμπεράσματα εκ των ως άνω αποδειχθέντων περιστατικών: 1) το θύμα δεν θα πραγματοποιούσε το ταξίδι στην Ουγγαρία χωρίς δεύτερο οδηγό, διότι η απόσταση που έπρεπε να διανύσει σε συνδυασμό με την οικονομία χρόνου που ήθελε να έχει δεν επέτρεπε την πραγματοποίηση του ταξιδιού από έναν μόνο οδηγό. Άλλωστε σε όλα τα προηγούμενα παρόμοια ταξίδια είχε προσλάβει και δεύτερο οδηγό, στα πέντε δε τελευταία αυτός ήταν ο κατηγορούμενος. 2) Εάν ο κατηγορούμενος, όπως ισχυρίσθηκε στην απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχε αρνηθεί τηλεφωνικά στο θύμα στις 15:00'ώρα της 24.5.2005 να τον ακολουθήσει στην Ουγγαρία, δεν υπήρχε κανένας λόγος αφενός να τηλεφωνηθούν εκ νέου στις 18:30' και 18:31' και αφετέρου το θύμα να πει στη μητέρα του και στον αδελφό του ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στους Γόννους και ότι θα συναντιόνταν στο εστιατόριο "..." στα διόδια των Τεμπών, αλλά θα τους έλεγε ότι ο κατηγορούμενος τελικά δεν θα πήγαινε μαζί του στην Ουγγαρία, και στη συνέχεια θα αναζητούσε άλλον οδηγό και δεν θα έφευγε από το σπίτι του. 3)Ο κατηγορούμενος αμέσως μετά την εξαφάνιση του Α. Β. ξόδευσε το συνολικό ποσό των 3.240 ευρώ, δηλαδή 1.200 ευρώ έστειλε στη φίλη του στη Ρουμανία, 1.800 ευρώ δαπάνησε για τη μεταμόσχευση μαλλιών, 40 ευρώ πλήρωσε οτον οδηγό ταξί Λ. Μ. και 200 ευρώ έδωσε στον Δ. Η., ενώ αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, όφειλε στον Α. Β. από δάνειο το ποσό των 900 ευρώ και είχε ζητήσει από τον τελευταίο την ημέρα της ονομαστικής του εορτής(21.5.2005) το ποσό των 100 ευρώ, που όμως το θύμα δεν του έδωσε και τελικά εξοικονόμησε από τη μητέρα του μόνο 10 ευρώ. ενέργειες που οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι τα διατεθέντα χρήματα είναι από το μερίδιο που έλαβε ο κατηγορούμενος το προϊόν της ληστείας σε βάρος του θύματος. 4) Ο κατηγορούμενος για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από ώρα 18:00 της 24.5.2005 έως ώρα 21:30' της ίδιας ημέρας, δεν έχει άλλοθι, το χρονικό δε αυτό διάστημα επαρκούσε για να μεταβεί ο κατηγορούμενος από την ... στα Τέμπη με άγνωστο όχημα σε 30 λεπτά περίπου, να τελέσει, πριν από την 20:00'ώρα τα ως άνω εγκλήματα και να επιστρέψει με άγνωστο όχημα στην ... σε 40 λεπτά περίπου. 5) ο κατηγορούμενος όχι μόνο είπε ψέματα σχετικά με την παρουσία στις 25.5.2005 στον ποδοσφαιρικό αγώνα στους οικείους του θύματος στην Αστυνομία καθώς και τη μητέρα του αλλά προσπάθησε αμέσως μετά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε στις 7:00' το πρωί στις 26.5.2005 με τον αδελφό του θύματος να δημιουργήσει και αποδεικτικό στοιχείο της παρουσίας του στο γήπεδο της παρουσίας του στο γήπεδο τηλεφωνώντας στις 08:00' της ίδιας ημέρας στον Λ. Τ. για να ζητήσει το εισιτήριο του αγώνα. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε εκείνη τη στιγμή το κακό που είχε συμβεί στον Α. Β., το οποίο δεν θα μπορούσε να γνωρίζει αν δεν είχε συμμετοχή στο έγκλημα, γι' αυτό και προσπάθησε να προμηθευτεί ψευδές αποδεικτικό στοιχείο για το άλλοθι που πρόβαλε 5) Ο κατηγορούμενος μετά την ανακάλυψη του πτώματος του Α. Β. διέφυγε στη Ρουμανία, όπου συνελήφθη στις 13.5.2007 δυνάμει των υπ'αρ.22/22.6.2006 και 44/25,10.2006 ενταλμάτων σύλληψης της Ανακρίτριας Α' Τμήματος Λάρισας. 6) Το θύμα δεν είχε προσωπικές, επαγγελματικές, οικονομικές ή άλλου είδους διαφορές με οποιονδήποτε άλλο και δεν δεχόταν απειλές για τη ζωή του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, που αποφασίστηκε και τελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και κατά συναυτουργία και της ληστείας συναυτουργία, τα οποία συρρέουν αληθινά καθόσον όπως προεκτέθηκε η θανάτωση του θύματος περιλαμβανόταν στο δόλο του κατηγορουμένου και του συναυτουργού του και έγινε για το σκοπό αφαίρεσης των χρημάτων και του αυτοκινήτου, που ανήκαν στο θύμα και η αφαίρεση αυτών συνδέεται αμέσως με τη θανάτωση αυτού (ΑΠ 284/2010 και 1629/2009 στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ). Κατά την άποψη όμως των ενόρκων Μ. και Δ., έπρεπε ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος διότι υπάρχουν ικανές αμφιβολίες περί του αν αυτός συμμετείχε, υπό οποιαδήποτε μορφή στην ανθρωποκτονία και τη ληστεία σε βάρος του Α. Β.".
Με αυτά που δέχθηκε, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλόμενη 8-11/2011 απόφασή του, την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε κατά συρροή τις ανωτέρω δύο πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας με άμεσο δόλο τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της ληστείας κατά συρροή, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 94, 299 παρ.1και 380 του ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος θανάτου του θύματος και επομένως τέλεσης της ανθρωποκτονίας ( 24-5-2005), β) το δικαστήριο αναφέρεται εκτενώς και επαρκώς σε αποδείξεις και όχι σε ενδείξεις ενοχής, γ) δεν ήταν αναγκαία η αναφορά της κατ'ιδίαν συμμετοχικής δράσης εκάστου των συναυτουργών, του αναιρεσείοντος και του άγνωστου συναυτουργού αυτού στην ανθρωποκτονία και την ακολουθήσασα χρονικά ληστεία του θύματος, δ) δεν υπάρχει αντίφαση από την παραδοχή ότι σκοπός της ανθρωποκτονίας και της ληστείας ήταν η αφαίρεση των χρημάτων του θύματος και η πώληση του αυτοκινήτου αυτού, φορτηγού μετά ρυμουλκουμένου οχήματος, και από την παραδοχή, ότι μετά την ανθρωποκτονία ο άγνωστος συναυτουργός κατακρήμνισε το φορτηγό, χωρίς τη ρυμουλκούμενη πλατφόρμα αυτού μαζί με το θύμα σε γκρεμό, ε)όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν υποβλήθηκε από τον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο συνήγορό του ουδείς αυτοτελής ισχυρισμός, αλλά οι προβληθέντες και καταχωρηθέντες στα πρακτικά ισχυρισμοί αυτού "οι πολιτικώς ενάγοντες δεν εισκόμισαν στοιχεία, κανένας μάρτυρας δεν εισκόμισε στοιχεία ενοχής, δεν βρέθηκαν αποτυπώματα, ούτε γενετικό υλικό, δε βρέθηκε ο δεύτερος δράστης, δεν βρέθηκαν τα κλαπέντα χρήματα, βρέθηκε το φορτηγό κλπ", συνιστούν υπερασπιστικά επιχειρήματα και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς, πλήττουν τις ανέλεγκτες κατ'ουσίαν παραδοχές, το δε δικαστήριο, απάντησε στους αρνητικούς ισχυρισμούς αυτούς εμμέσως πλην σαφώς, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του περί ενοχής του κατηγορουμένου.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής, αντιφατική και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)) και στη δικαστική δαπάνη των δύο με χωριστό πληρεξούσιο δικηγόρο παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2011 αίτηση-δήλωση του Κ. Λ. του Ε., περί αναιρέσεως της 8-11/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ( 250 ) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων ( 500) ευρώ καθενός.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία με πρόθεση και ληστεία συρρέουν. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αληθινή συρροή ανθρωποκτονία με πρόθεση και ληστεία. Συναυτουργός ο αναιρεσείων. Δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύονται οι επί μέρους δράσεις καθενός συναυτουργού. Προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος θανάτου του θύματος. Αντιφάσεις. Δεν υποβλήθηκε αυτοτελής ισχυρισμός, αλλά υπερασπίσεως επιχειρήματα, στα οποία το ΜΟΕ απάντησε με το αιτιολογικό της ενοχής. Στηρίχθηκε το ΜΟΕ σε αποδείξεις και όχι σε ενδείξεις.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1775/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 2737/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με κατηγορούμενους τους: 1. Ξ. Ν. του Γ., 2. Α. Κ. του Δ., 3. Α. Β. του Ν. και 4. Ν. Σ. του Σ. και πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Χ. του Β..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 43/18.10.2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1144/2011.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 219/4.11.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθμ. 43/2011 αναίρεσή μου, με την οποία ζητώ να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 2737/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και αναφέρομαι ως προς τη βασιμότητα των λόγων της ασκηθείσης αναίρεσής μου εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της σχετικής έκθεσης.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να γίνει δεκτή η με αριθμό 43/ 2011 αίτηση αναιρέσεως που άσκησα κατά του υπ'αριθμ. 2737/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές. Αθήνα3 Νοεμβρίου 2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος ".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη γενική αρχή, που καθιερώνει το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, στην έκθεση πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Οι λόγοι αυτοί έφεσης, προκειµένου για έφεση κατ' απόφασης ή βουλεύµατος, για τα οποία δεν ορίζονται στον ΚΠΔ περιοριστικά, µπορούν να συνίστανται σε κάθε προσαπτόµενη στην απόφαση ή στο βούλευµα πραγµατική ή νοµική πληµµέλεια, µε την έννοια δε αυτή ως λόγος έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης ή βουλεύματος, µπορεί να προταθεί και η εσφαλµένη εκτίµηση των αποδείξεων, χωρίς να χρειάζεται στο δικόγραφο της έφεσης για το ορισµένο του λόγου αυτού, να γίνει ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και ειδική αναφορά στα στοιχεία που τον θεµελιώνουν. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476παρ. 2 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη των λόγων της, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005). Όμως, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, ισχύει , λόγω της παραπάνω διατύπωσης του νόμου και μη υπάρχουσας σχετικής απαίτησης στο άρθρο 479 ΚΠΔ, που προβλέπει το δικαίωμα έφεσης του εισαγγελέα κατά βουλευμάτων, μόνον επί έφεσης κατ' αθωωτικών αποφάσεων, όχι δε και κατά απαλλακτικών βουλευμάτων.
Συνεπώς, η αναγραφή στην έκθεση έφεσης του εισαγγελέα κατά απαλλακτικού βουλεύματος, "το πρωτοβάθµιο Συμβούλιο δεν εκτίµησε σωστά τα πραγµατικά περιστατικά της υπόθεσης", συνιστά ορισµένο λόγο έφεσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και αναφορά ειδικών πλημμελειών . Εξάλλου, αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει την δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόµο, µολονότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της. Τέτοια περίπτωση αρνητικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί ενδίκου µέσου, αλλά απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο, χωρίς να συντρέχει τέτοια περίπτωση. Σύµφωνα µε το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά της απόφασης ή βουλεύματος που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όµως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται µόνο στην ορθότητα της κρίσης του Εφετείου για το απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, άσκησε τη με αρ. εκθ. 52/21-2-2011 έφεσή του κατά του με αρ. 239/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των σε αυτό τεσσάρων κατηγορουμένων, για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης περίπτωσης σωματικής κάκωσης, τελεσθείσας από ανακριτικό υπάλληλο, με αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη του θύματος Χ. Χ., κατά συναυτουργία. Ως λόγος έφεσης αναφέρεται στην πιο πάνω έφεση του εισαγγελέα Εφετών, ότι" η ορθή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων οδηγεί στην κρίση ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, οι οποίες στηρίζουν την κατηγορία εναντίον των τεσσάρων κατηγορουμένων, για την προαναφερόμενη πράξη και, κατά συνέπεια, έπρεπε να παραπεμφθούν, για να δικασθούν, ως υπαίτιοι τελέσεώς της, ενώπιον του καθύλην και κατά τόπον αρμοδίου ΜΟΔ Αθηνών". Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 2737/2011 βούλευμά του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι η παραπάνω αιτιολογία της ασκηθείσας έφεσης του εισαγγελέα Εφετών, δε συνιστά σαφή και ορισμένο λόγο έφεσης, με εξειδίκευση των πραγματικών πλημμελειών του εκκαλούμενου βουλεύματος και απέρριψε την έφεση αυτή ως απαράδεκτη. Όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η πιο πάνω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών κατά του απαλλακτικού βουλεύματος ήταν παραδεκτή, περιέχουσα σαφή και νόμιμο λόγο έφεσης, την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ήταν αναγκαία περαιτέρω εξειδίκευση και ανάλυση των πλημμελειών του απαλλακτικού βουλεύματος, όπως απαιτείται κατά νόμο, όταν προσβάλλεται αθωωτική απόφαση. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το να απορρίψει την άνω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ως απαράδεκτη, ενώ αυτή ήταν παραδεκτή και να μην προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης του βουλεύματος, που επικαλείται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, είναι βάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που είχαν αποφανθεί προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 2737/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ανωτέρω Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν κρίνει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δέχεται αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Βάσιμος ο λόγος αναίρεσης του Εισαγγελέα Α.Π. κατά Βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, γιατί απέρριψε την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών κατά απαλλακτικού βουλεύματος, ως απαράδεκτη, γιατί ήταν δήθεν αόριστος ο λόγος έφεσης, της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, αφού η διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ, που απαιτεί τέτοια ειδική αιτιολόγηση, αναφέρεται αποκλειστικά επί εφέσεων κατά αθωωτικών αποφάσεων και δεν ισχύει επί εφέσεων του εισαγγελέα κατά απαλλακτικών βουλευμάτων.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1774/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια,- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Π. του Β., κατοίκου ..., που δεν παρέστη περί αναιρέσεως της με αριθμό 79693/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 321/2011.
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 9 Μαΐου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 11ης Οκτωβρίου 2011.Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση του Χ. Π. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της 79693/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1772/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δημάκη, περί αναιρέσεως της 3483/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 679/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ως προς τη διάταξη επιμέτρησης της ποινής,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση, για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα, κατά τις διατάξεις, για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης με οποιοδήποτε απατηλό μέσο την ψευδή βεβαίωση, και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο, δηλαδή να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13γ του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή από πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη για όλους κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, ότι έγινε από το πρόσωπο που συνέταξε ως άνω το έγγραφο ή ότι έγινε ενώπιον του. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικά περί της αληθείας. Ο δόλος συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι το βεβαιούμενο περιστατικό είναι αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για τρίτο και ότι η βεβαίωση αυτή γίνεται σε δημόσιο έγγραφο, ως και να υπάρχει πρόθεση εξαπατήσεως του υπαλλήλου, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση(ΑΠ 2041/2010).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3483/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε στο αιτιολογικό ανελέγκτως, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στις 9.5.2003 υπέβαλε αίτηση προς το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος μαζί με άλλα δικαιολογητικά, προκειμένου να εκδοθεί άδεια ασκήσεως επαγγέλματος φοροτεχνικού Α' τάξης. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι την αίτηση αυτή είχε δώσει εντολή και εξουσιοδότηση να την καταθέσει τρίτο πρόσωπο ονόματι Δ. Μ. που του συνέστησε ο Σύλλογός τους, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε τέτοια εξουσιοδότηση. Μεταξύ δε των άλλων δικαιολογητικών κατέθεσε ο κατηγορούμενος και πτυχίο του ΤΕΙ Λάρισας, Τμήματος Λογιστικής, το οποίο φερόταν ότι είχε εκδοθεί νόμιμα στις 3.5.1990. Το έγγραφο αυτό όμως ήταν εξ υπαρχής πλαστό, όπως πολύ μεταγενέστερα ανακαλύφθηκε καταρτισθέν από τον κατηγορούμενο και από άλλο άγνωστο άτομο και το χρησιμοποίησε εν γνώσει της πλαστότητάς του, αφού ο ίδιος ουδέποτε είχε φοιτήσει στο άνω εκπαιδευτικό ίδρυμα και γνώριζε ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως άδειας φοροτεχνικού Α' τάξης αλλά μόνο Γ' τάξης, επάγγελμα που ασκούσε με την τελευταία αυτή προϋπόθεση από το έτος 1996, η δε άδεια Α' τάξης θα του παρείχε το δικαίωμα να διεκπεραιώνει λογιστικές εργασίες μεγαλύτερου εύρους και να υπογράφει ισολογισμούς έως 300.000.000 δραχμές, όπως κατέθεσε η μάρτυρας. Όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου το ως άνω πλαστό πτυχίο συνιστά πιστοποιητικό κατά την έννοια του άρθρου 217 παρ.1 ΠΚ, σκοπός δε του κατηγορουμένου ήταν να διευκολύνει στην συντήρηση και την κοινωνική του πρόοδο γι' αυτό και κατά παραδοχή του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του, πρέπει να μεταβληθεί η κατηγορία σε πλαστογραφία πιστοποιητικού, όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό, στη συνέχει δε, εφόσον η πράξη αυτή τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους, να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 3346/2005. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το άνω πλαστό πιστοποιητικό πέτυχε, αφού εγκρίθηκε η αίτησή του, να του χορηγηθεί από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος η υπ' αριθμ. ... άδεια Α' τάξης με την οποία βεβαιωνόταν αναληθώς ότι μπορεί να ασκεί το άνω επάγγελμα, ενώ στην πραγματικότητα δεν πληρούσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις, αφού το πτυχίο ήταν πλαστό. Της άδειας αυτής έκανε χρήση μέχρι το έτος 2007, οπότε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, έγινε αντιληπτό και ανακλήθηκε. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως αυτής της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απορριπτομένων των ισχυρισμών περί μη συνδρομής της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτής, καθώς, και ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε πλάνη ως προς την πλαστότητα του πτυχίου, όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν μετ' αναίρεση, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 3483/2011 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 και 220 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο περιέχει ίδιες σκέψεις σαφείς και ορισμένες, παρατίθενται τα γεγονότα, τα οποία θεμελιώνουν την ψευδή βεβαίωση, αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η υποβολή υπό του ιδίου στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, ως δικαιολογητικού αίτησης χορήγησης αδείας ασκήσεως επαγγέλματος φοροτεχνικού κατηγορίας Α'Τάξης, πτυχίου του ΤΕΙ Λάρισας, Τμήματος Λογιστικής, που ήταν στο όνομά του, εξ υπαρχής όμως πλαστό, πλαστογραφημένο από τον ίδιο και από άλλο άγνωστο πρόσωπο, ενώ ο ίδιος ουδέποτε είχε φοιτήσει στο άνω ΤΕΙ, γνώριζε δηλαδή την πλαστότητα και ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου για χορήγηση σε αυτόν άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του φοροτεχνικού, κατηγορίας Α' Τάξης, ενώ μέχρι τότε ασκούσε το επάγγελμα με άδεια κατηγορίας Γ' Τάξης, με αποτέλεσμα να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος και να του χορηγηθεί βάσει του άνω πλαστού πτυχίου του, η με αρ. ... άδεια ασκήσεως επαγγέλματος φοροτεχνικού Α' Τάξης, με την οποία βεβαιωνόταν αναληθώς ότι αυτός μπορεί να ασκεί το επάγγελμα φοροτεχνικού Α' Τάξης και να υπογράφει ισολογισμούς μεγαλύτερου επιπέδου, ύψους έως 300.000.000 δραχμών, β) στην παραπάνω χορηγηθείσα στον κατηγορούμενο με υφαρπαγή ψευδή βεβαίωση του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, υπάρχει σαφώς διαπίστωση γεγονότος, της συνδρομής των σχετικών νομίμων προϋποθέσεων, με την αναφορά στην βεβαίωση αυτή, ότι η Κεντρική Διοίκηση του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, έχοντας υπόψη τις διατάξεις του ν. 2515/1997 και του ΠΔ 340/1998 και την Η/64/13-5-2003 απόφασή της, χορηγεί την άδεια αυτή ασκήσεως επαγγέλματος Α' Τάξης, ενώ η ίδια η χορηγούμενη άδεια αυτή, συνιστά καθεαυτή βεβαίωση ψευδούς γεγονότος, ότι δήθεν ο κατηγορούμενος έχει τα ελεγχέντα τυπικά προσόντα να ασκεί το επάγγελμα του λογιστή- φοροτεχνικού κατηγορίας Α' Τάξης, για το οποίο και του χορηγήθηκε παράνομα η άδεια να ασκεί το επάγγελμα αυτό, με βάση το υπ'αυτού υποβληθέν πλαστό πτυχίο ΤΕΙ Λογιστικής, χωρίς το οποίο και δε θα του χορηγείτο η άδεια αυτή.
Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 220 του ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, σύµφωνα µε το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠΔ, επί ενδίκου µέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήµατα που δόθηκαν µε την προσβαλλόµενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της µη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουµένου, µε οποιονδήποτε τρόπο, αµέσως ή εµµέσως, και δη είτε µε την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγµατική χειροτέρευση), είτε µε την επιβάρυνση της νοµικής µεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθµιο δικαστήριο ή αν καταδικάζεται για πράξη για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ούτε είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθµό (νοµική χειροτέρευση), διαπιστούµενη µε τη σύγκριση του περιεχοµένου των διατακτικών, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται µε το ένδικο µέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου µέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ. Εξάλλου, από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 519 και 524 του ΚΠΔ προκύπτει ότι επί καθολικής αναίρεσης της απόφασης του δευτεροβαθµίου δικαστηρίου, η υπόθεση επανακτά την εκκρεµότητά της και το δευτεροβάθµιο αυτό δικαστήριο, στο οποίο παραπέµπεται η υπόθεση, εξετάζει από την αρχή την όλη υπόθεση, µέσα στα πλαίσια του µεταβιβαστικού αποτελέσµατος της έφεσης, µη δεσµευόµενο από τα φερόµενα ως γενόµενα αποδεκτά πραγµατικά περιστατικά, διότι µε τη δηµοσίευση της αναιρετικής απόφασης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που διατελούσαν µέχρι την έκδοση της απόφασης που αναιρέθηκε, µε µόνο τον περιορισµό που επιβάλλεται από το άρθρο 470 ΚΠΔ, δηλαδή να µη χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουµένου. Το εφετείο µετά την ολοκληρωτική αναίρεση και παραποµπή, έχει δικαιοδοσία να εξετάσει από την αρχή την υπόθεση και εποµένως να ερευνήσει τους λόγους έφεσης που είχαν περιληφθεί στην έκθεση έφεσης του αναιρεσείοντος, εφόσον, βεβαίως, οι λόγοι αυτοί ήσαν ορισµένοι και παραδεκτοί (ΑΠ 351/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 4064/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο εκκαλών κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, για πλαστογραφία με χρήση και για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, αφού του αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α ΠΚ. Με την 340/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά παραδοχή ασκηθείσας από τον κατηγορούμενο αναίρεσης, αναιρέθηκε ολικά η άνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών. Όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της παραπομπής, με την νυν προσβαλλόμενη απόφασή του, καταδίκασε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, μόνο για τη μία πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, χωρίς να του αναγνωρίσει την παραπάνω από την αναιρεθείσα προηγούμενη απόφασή του αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.α ΠΚ, όπως όφειλε, αδιάφορα υποβολής ή μη σχετικού αιτήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου και έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 470 του ΚΠΔ. Ήτοι με τον τρόπο αυτό κατέστησε χείρονα τη θέση του κατηγορουμένου, αφού η συνδρομή της άνω ελαφρυντικής περίστασης, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επιφέρει μείωση αυτής κατά το άρθρο 83 του ΠΚ.
Επομένως είναι βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η'του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως.
Σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, σε συνδυασµό µε εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 στοιχ. β' και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσµός δηµόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόµα δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συµπλήρωση της παραγραφής µετά τη δηµοσίευση της αναιρούµενης απόφασης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόµενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, ως ασκηθείσα νοµότυπα και εµπρόθεσµα και περιέχεται σε αυτή, σύµφωνα µε τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ΚΠΔ, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης ο οποίος όµως, κρίθηκε και βάσιµος (ΟλΑΠ 7/2005, ΑΠ 130/2010). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. β' ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 50 παρ. 5 του ν.3160/2003, ο Άρειος Πάγος λαµβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή που επήλθε µετά τη δηµοσίευση της προσβαλλοµένης απόφασης, υπό την προϋπόθεση, όµως, ότι ένας λόγος της αίτησης αναίρεσης θα κριθεί βάσιµος. Την παραγραφή, (εν επιδικία) που επήλθε χρονικά µετά τη δηµοσίευση της προσβαλλόµενης απόφασης, λαµβάνει υπόψη του το δικαστήριο, µόνο αν ο αναιρεσείων είναι παρών και κριθεί ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης παραδεκτός, αλλά και βάσιµος και αναιρεθεί η απόφαση ως προς την ενοχή. Αν αναιρεθεί η καταδικαστική απόφαση µόνο ως προς την µη αναγνώριση στο πρόσωπο του καταδικασθέντος ελαφρυντικής περιστάσεως και συνακόλουθα και ως προς της ποινή, έχει κριθεί πλέον αµετάκλητα η ενοχή ως προς την τέλεση του εγκλήµατος. Το δικαστήριο της ουσίας, στο οποίο παραπέµπεται κατά το άρθρο 519 του ΚΠΔ η υπόθεση, περιορίζεται στην αναγνώριση ή όχι της ελαφρυντικής περιστάσεως και στην επιβολή νέας ποινής σε περίπτωση αναγνώρισης και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουµένου ως προς την τέλεση του εγκλήματος ούτε και την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω τυχόν παραγραφής, αφού η παραγραφή αφορά στην πράξη, η τέλεση της οποίας έχει ήδη κριθεί αµετάκλητα. (ΑΠ 1915/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, µε τον τελευταίο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το αξιόποινο της ανωτέρω πράξης έχει παραγραφεί, καθόσον από το φερόµενο χρόνο τέλεσής της (9-5-2003) µέχρι την άσκηση της αίτησης (11-5-2011), παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας και επομένως πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, αφού κρίνεται βάσιμος ένας λόγος αναίρεσης και η απόφαση αναιρείται, έστω και μόνον ως προς την επιβληθείσα ποινή. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα µε την ανωτέρω διάταξη, απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον δεν υπάρχει κανένας βάσιμος λόγος, για τον οποίο αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την ενοχή, που κρίθηκε πλέον ως παραπάνω αμετάκλητα, είναι δε χωρίς επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής της πράξης η αναίρεση της απόφασης μόνον για την επιβληθείσα ποινή, η δε οκταετία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την κατά την 28-3-2011 έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 511/ 2010).
Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που παρέλειψε να αναγνωρίσει την παραπάνω ελαφρυντική περίσταση και κατά τη διάταξή της περί επιβολής ποινής και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για νέα εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 3483/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τη μη αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ και τη διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Κ. Μ. ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση, για τα παραπάνω ζητήματα μόνον, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υφαρπαγή Ψευδούς Βεβαίωσης (άρθρ. 220 παρ.1 ΠΚ). 1) Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε, του ΚΠΔ, 1ος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, παραγραφής ως πλημμελήματος. 2) Βάσιμος ο για τη χειροτέρευση θέσης κατηγορουμένου 2ος λόγος αναιρέσεως, υπέρβασης εξουσίας, όσον αφορά τη μη χορήγηση ελαφρυντικού που είχε δοθεί με προηγούμενη αναιρεθείσα απόφαση, διότι επί καθολικής αναίρεσης της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η υπόθεση επανακτά την εκκρεμότητά της και το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση, εξετάζει από την αρχή την όλη υπόθεση, μέσα στα πλαίσια όμως του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, μη δεσμευόμενο από τα φερόμενα ως γενόμενα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, διότι με τη δημοσίευση της αναιρετικής απόφασης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που διατελούσαν μέχρι την έκδοση της απόφασης που αναιρέθηκε, με τον περιορισμό όμως που επιβάλλεται από το άρθρο 470 ΚΠΔ, δηλαδή να μη χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. 3) Αν η απόφαση αναιρεθεί μόνο για τη διάταξη περί ποινής, ως προς την ενοχή υπάρχει αμετάκλητη κρίση και επομένως δεν μπορεί να ερευνηθεί η τυχόν παραγραφή της πράξης.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1771/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε.-Λ. Ν. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλεφτοδήμο, περί αναιρέσεως της 133/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 541/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, με εξαίρεση την περίπτωση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου και της παρ. 3 του άρθρου 501 του ίδιου Κώδικα, οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση. Αν ο κατηγορούμενος που νομίμως κλητεύθηκε δεν εμφανίζεται ή δεν εκπροσωπείται νομίμως από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, κατά την παρ. 3 του άρθρου 340 του ΚΠοινΔ. Η έννοια της τελευταίας αυτής παραγράφου είναι ότι η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ορισθείσα δικάσιμο προχωρεί χωρίς την παρουσία του κατηγορουμένου, όταν αυτός κλητεύθηκε νομίμως, σύμφωνα με τα άρθρα 320, 321 και 166 του ΚΠοινΔ, για να εμφανιστεί κατά τη δικάσιμο αυτή για να δικαστεί. Αν ο κατηγορούμενος δεν κλητεύτηκε νομίμως και εμπροθέσμως και δεν εμφανιστεί στο ακροατήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο, τότε το δικαστήριο πρέπει να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, διότι διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του και καθιστά αναιρετέα την απόφασή του κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 155 του ΚΠοινΔ, η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου. Αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιο από τα πρόσωπα που, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στο θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο εργαστήριο ή στο γραφείο...Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν ένα από τα παραπάνω πρόσωπα αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο ή δεν βρεθεί στην κατοικία του ενδιαφερομένου, αυτός που κάνει την επίδοση προχωρεί σε θυροκόλληση του εγγράφου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 154 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, η επίδοση ή η κοινοποίηση είναι άκυρες, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 155-157 159 και 165. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, αν η επίδοση γίνει σε πρόσωπο άλλο από τον ενδιαφερόμενο, πρέπει, με ποινή ακυρότητας της επιδόσεως, να αναφέρεται στην έκθεση ότι το πρόσωπο που το παρέλαβε ήταν σύνοικος του ενδιαφερομένου και δεν αρκεί μόνη η αναφορά της ιδιότητάς του ή του βαθμού συγγενείας του με αυτόν ούτε, βεβαίως, κατά μείζονα λόγο, αρκεί το ότι το εν λόγω πρόσωπο προσήλθε σε τόπο διάφορο της κατοικίας του ενδιαφερομένου (π.χ. στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής) για να παραλάβει το έγγραφο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. α και β του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50§5 του ν.3160/2003, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α`, Γ', Δ`, Ε`, ΣΤ` και Η` της παραγράφου 1 του άρθρου 510. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα, για την έρευνα του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, έγγραφα της δικογραφίας, με την υπ` αριθ. 849/2010 απόφασή του, το Πενταμελές Στρατοδικείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον (απόντα και εκπροσωπούμενο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κλεφτοδήμο) κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για ανθρωποκτονία από αμέλεια και παθητική δωροδοκία κατ` εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών. Κατά της αποφάσεως εκείνης, ο ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος άσκησε, δια του αυτού ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του, έφεση, στην υπ` αριθ. 55/10.5.2010 έκθεση της οποίας δήλωσε, ως διεύθυνση κατοικίας του, την οδό ..., όπου και μετέβη, στις 13.12.2010, ο αστυφύλακας Γ. Π. για να επιδώσει σ` αυτόν κλήση για εμφάνισή του στο Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 15.3.2011, οπότε θα εκδικαζόταν η έφεσή του. Όμως, δεν βρέθηκε ο ίδιος, αλλά, όπως αναγράφεται στην έκθεση επιδόσεως, "προσήλθε στο Α.Τ. Κηφισιάς η κουνιάδα του Π. Ε. και παρέλαβε την κλήση", της ανακοινώθηκε δε το περιεχόμενό της από τον Γ. Π., ο οποίος έκανε την επίδοση. Η επίδοση της κλήσεως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω, δεν έγινε νομίμως, καθόσον δεν αναφέρεται αν η παραλαβούσα αυτήν συγγενής του κατηγορουμένου ήταν και σύνοικος αυτού, ανεξαρτήτως του ότι εκείνος που ενέργησε την επίδοση όφειλε, αν δεν εύρισκε ούτε τον κατηγορούμενο ούτε κάποιον σύνοικο αυτού στην κατοικία του, να προβεί σε θυροκόλληση της κλήσεως και όχι να την παραδώσει σε άτομο, το οποίο προσήλθε στο Αστυνομικό Τμήμα για να την παραλάβει. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε. Εμφανίστηκε, όμως, ο αυτός ως άνω δικηγόρος Γεώργιος Κλεφτοδήμος, ο οποίος είχε κλητευτεί ως αντίκλητος του εκκαλούντος, και ζήτησε να του επιτραπεί να τον εκπροσωπήσει, δυνάμει του από 10.1.2011 πληρεξουσίου, το οποίο είχε συνταχθεί στη Δημοκρατία της Μοζαμβίκης στην αγγλική γλώσσα, προσκομίστηκε, όμως, με την επίσημη μετάφρασή του στην ελληνική από τη Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της εκπροσωπήσεως του εκκαλούντος από τον ως άνω δικηγόρο γιατί έκρινε ότι η πληρεξουσιότητα δεν ήταν νόμιμη, στη συνέχεια δε, αντί να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ελλείψει νόμιμης κλητεύσεως του εκκαλούντος (αφού ούτε ο ίδιος ούτε σύνοικος αυτού παρέλαβε την κλήση ούτε έγινε θυροκόλληση αυτής, αλλά παραδόθηκε αυτή σε άτομο που προσήλθε στο Αστυνομικό Τμήμα), τον θεώρησε απόντα και προχώρησε στην απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης. Έτσι, όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και πρέπει, εφόσον η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α, Δ και Β του ΚΠοινΔ, ο δε αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο), μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η κατ` ουσίαν έρευνα των λόγων αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 133/2011 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ακυρότητα επιδόσεως κλήσεως για συζήτηση εφέσεως του αναιρεσείοντος, γιατί η κλήση δεν παραδόθηκε στον ίδιο ούτε σε σύνοικο ούτε έγινε θυροκόλληση, αλλά παραδόθηκε σε συγγενικό του πρόσωπο που προσήλθε στο Αστυνομικό Τμήμα. Στην έκθεση πρέπει να αναφέρεται ότι ο παραλαβών ήταν σύνοικος του ενδιαφερόμενου και δεν αρκεί μόνη η αναφορά της ιδιότητας ή του βαθμού συγγενείας του με αυτόν. Υπέρβαση εξουσίας, γιατί το δικαστήριο, μετά την απόρριψη του αιτήματος του εκκαλούντος να του επιτραπεί η εκπροσώπηση από πληρεξούσιο δικηγόρο, αντί να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ελλείψει νόμιμης επιδόσεως, θεώρησε αυτόν απόντα και απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη. Ο λόγος αυτός εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, γιατί η αίτηση είναι παραδεκτή. Αναίρεση και παραπομπή.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1773/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Λ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκιαδόπουλο, περί αναιρέσεως της 958/2011 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 830/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο), ηθελημένη ενέργεια να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν η παραπλάνηση και ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν ο δράστης της πλαστογραφίας καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος.
Περαιτέρω, με το ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος". Οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ' του άνω νέου νόμου, Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και οι διατάξεις των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του, προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις σε αυτές ποινές φυλακίσεως, καθώς και χρηματική ποινή, που είναι ίση με μόνη την αξία CIF. Κατά τις άνω διατάξεις λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει και εισάγει, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ιδιαίτερα πρέπει να αιτιολογείται όπως πιο πάνω και η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλει ο κατηγορούμενος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι ο από το άρθρο 30 ΠΚ, ισχυρισμός πραγµατικής πλάνης, όταν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Από τη διάταξη δε του άνω άρθρου 30 ΠΚ, προκύπτει ότι πραγµατική πλάνη είναι η άγνοια ή εσφαλµένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειµενικής υποστάσεως ορισµένου εγκλήµατος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξης. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαµβάνεται εσφαλµένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της άγνοιάς του ή της εσφαλµένης αντιλήψεώς του. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 958/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για νόθευση με χρήση εγγράφου και λαθρεμπορία, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και τη συζήτηση γενικά της υποθέσεως, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος, στους κάτωθι αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Συγκεκριμένα:
Α. Νόθευσε γνήσιο έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια χρησιμοποίησε το νοθευμένο αυτό έγγραφο. Συγκεκριμένα, στη Νάουσα σε μη διακριβωθέν επακριβώς χρονικό διάστημα αλλά πάντως από τις αρχές του έτους 2004 έως τις 12-1-2004, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρείας "Μ. Λ. και ΣΙΑ Ε.Ε." που δραστηριοποιείται στο χώρο της εμπορίας αυτοκινήτων και με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Τελωνείου Λάρισας, ώστε Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που είχε εισαγάγει από 111" Γερμανία, εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου 346L, με αριθμό πλαισίου WBAAL11040AX…, να υπαχθεί στη νεότερη ευνοϊκή οδηγία αντιρρυπαντικής τεχνολογίας ΕΕ 98/69 αντί της παλαιότερης ΕΕ 96/69 και να καταβάλει με τον τρόπο αυτό μειωμένο τέλος ταξινόμησης, νόθευσε τον με αριθμό 00 168961 γνήσιο Τίτλο Κυριότητας Γερμανικών Αρχών του ως άνω αυτοκινήτου, καθόσον στη σελίδα με αριθμό 4 αυτού και στη μεταβλητή ένδειξη "ΑL11/01", που εμφανίζεται στο μέσον της σελίδας, τα δύο τελευταία αριθμητικά ψηφία (01), δεν είναι τα αρχικά χαραχθέντα, αλλά χαράχθηκαν εκ των υστέρων από τον κατηγορούμενο με τη χρήση γραφικού μέσου και ειδικότερα μελάνης μαύρου χρώματος, αφού προηγουμένως τα αρχικά χαραχθέντα στην ίδια θέση αριθμητικά ψηφία (11) αποσβέστηκαν από τον ίδιο με μηχανική απόξεση. Στη συνέχεια δε και συγκεκριμένα στη Λάρισα, στις 13-1-2004, έκανε χρήση του ανωτέρω νοθευμένου εγγράφου, καθόσον υπέβαλε στο Τελωνείο Λάρισας τη με αριθ. 120/13-1-2004 Δήλωση Ε.Φ.κ. που αφορούσε στον τελωνισμό του παραπάνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και μεταξύ των συνημμένων στην εν λόγω δήλωση εγγράφων κατέθεσε και τον ως άνω νοθευμένο από τον ίδιο τίτλο κυριότητας, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ανωτέρω Τελωνείου, οι οποίοι υπήγαγαν το ως άνω αυτοκίνητο εσφαλμένα στη νεότερη ευνοϊκή οδηγία ΕΕ 98/69 αντί της παλαιότερης ΕΕ 96/69 και να καταβάλει έτσι ο κατηγορούμενος μειωμένο τέλος ταξινόμησης κατά το ποσόν των 5.287,96 ευρώ.
Β. Στη Λάρισα, στις 13-1-2004, με πρόθεση προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτοί) εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, χρησιμοποίησε δε προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα. Συγκεκριμένα, με την προαναφερόμενη ιδιότητα του, κατά τον εκτελωνισμό του ανωτέρω υπό στοιχ. Α' του παρόντος αναφερόμενου οχήματος προέλευσης Γερμανίας, κατέθεσε στο Τελωνείο Λάρισας τη με αριθ. 120/13-1- 2004 Δήλωση Ε.Φ.Κ., μεταξδ δε των συνημμένων σε αυτή εγγράφων, προκειμένου να επιτύχει τη μη καταβολή του πραγματικά αναλογούντος σε αυτό τέλους ταξινόμησης, υπέβαλε και τον νοθευμένο από τον ίδιο, κατά τα περιγραφόμενα παραπάνω υπό στοιχ. Α' του παρόντος, με αριθμό 00 168961 Τίτλο Κυριότητας Γερμανικών Αρχών του εν λόγω αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα λόγω του ως άνω ιδιαίτερου τεχνάσματος που μετήλθε, να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ανωτέρω Τελωνείου, οι οποίοι σύμφωνα με τη νοθευμένη ένδειξη "ΑL11/01" που εμφανίζεται στο μέσον της σελίδας 4 του παραπάνω τίτλου κυριότητας, υπήγαγαν το ανωτέρω αυτοκίνητο εσφαλμένα στη νεότερη ευνοϊκή οδηγία αντιρρυπαντικής τεχνολογίας ΕΕ 98/69 αντί της παλαιότερης ΕΕ 96/69, στην οποία θα είχε υπαχθεί κανονικά σύμφωνα με τη μη νοθευμένη ένδειξη "ΑL11/01" που υπήρχε αρχικά στον τίτλο κυριότητας και να καταβάλει με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος μειωμένο τέλος ταξινόμησης κατά. το ποσόν των 5.287,96 ευρώ, το οποίο (ποσό) αποστερήθηκε αντιστοίχως το Ελληνικό Δημόσιο και να λάβει έτσι χώρα λαθρεμπορική παράβαση. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το ένδικο αυτοκίνητο κατατάσσεται εκ κατασκευής στην 98/69 Κοινοτική Οδηγία, όπως τούτο προκύπτει (κατά τους ισχυρισμούς του) από το 323/21-1-2004 έγγραφο της Δ/νσης Συγκοινωνιών της Ν.Α. Καρδίτσας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το έγγραφο αυτό δεν αφορά το ένδικο αυτοκίνητο που έχει αριθμό πλαισίου WBAAL11040… αλλά αυτοκίνητο με αριθμό πλαισίου WBAAL11090… (βλ. σχετικό έγγραφο).Το ένδικο αυτοκίνητο όπως σαφώς προκύπτει από την 111/2006 έκθεση ελέγχου - πορισματική αναφορά της ΕΛΥΤ Θεσσαλονίκης έπρεπε να καταταγεί στην 96/69 κοινοτική οδηγία και όχι στην 98/69 κοινοτική οδηγία αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις παραπάνω πράξεις".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 958/2011 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 , 30, 94, 216 παρ. 1, 2 του ΠΚ και 155 παρ. 1 β, 157 παρ. 1 α, 158 παρ. 1 , 159 του ν. 2960/2001 , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, είναι λεκτέα τα εξής: α) στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο ακριβής τρόπος τέλεσης, από τον ίδιο τον κατηγορούμενο έμπορο αυτοκινήτων, με ιδιαίτερο τέχνασμα, της νόθευσης του γνησίου αριθμού του τίτλου κυριότητας των Γερμανικών Αρχών, εισαχθέντος από τη Γερμανία αυτοκινήτου, εταιρείας της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, από το γνήσιο αριθμό AL- 11/11 στο νοθευμένο AL - 11/01, με σβήσιμο και χάραξη με μελάνη των δύο τελευταίων αριθμών, β) αιτιολογείται με πληρότητα ο δόλος του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει ο σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση του άνω νοθευμένου εγγράφου που προσκόμισε τους αρμόδιους υπαλλήλους του Τελωνείου Λάρισας, κατά τον εκεί εκτελωνισμό του εισαχθέντος υπ'αυτού ΙΧΕ αυτοκινήτου, ώστε να επιτύχει το αυτοκίνητο που είχεν εισαγάγει από τη Γερμανία, να υπαχθεί σε νεότερη ευνοϊκή Οδηγία ΕΕ 98/69 αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, αντί της παλαιότερης ΕΕ 96/69 που υπαγόταν και έτσι να επιτύχει, όπως και έγινε, την καταβολή μειωμένου τέλους ταξινόμησης κατά 5.287,96 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκε η εταιρεία του και αποστέρησε το Ελληνικό Δημόσιο των αντίστοιχων νομίμων πραγματικών τελών - δασμών εισαγωγής, γ) αιτιολογείται επαρκώς η εν γνώσει της πλαστότητας χρήση εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου του νοθευμένου τίτλου κυριότητας του εισαχθέντος αυτοκινήτου, αφού κατά τις παραδοχές πλαστογράφος που προέβη στην νόθευση του αριθμού είναι ο ίδιος, που προσκόμισε και το πλαστό έγγραφο στο Τελωνείο, δ) αιτιολογείται επαρκώς η απόρριψη του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης του, λόγω άγνοιας εκ μέρους του της ανωτέρω νόθευσης, με τις παραδοχές, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος προέβη στη νόθευση του γνησίου αριθμού AL 11/01, του τίτλου κυριότητας του εισαχθέντος αυτοκινήτου, ότι ο ίδιος προέβη σε χρήση του νοθευμένου αυτού εγγράφου στο Τελωνείο Λάρισας, με σκοπό να παραπλανήσει τους τελωνειακούς υπαλλήλους, πράγμα που πέτυχε και έτσι να καταβάλει, αντί των πραγματικά αναλογούντων, μειωμένους δασμούς κατά το προαναφερθέν ποσόν που ωφελήθηκε, με την κατάταξη του αυτοκινήτου του από το Τελωνείο εσφαλμένα, λόγω της παραπλάνησης των υπαλλήλων του, στη νεότερη δασμολογική κατηγορία 98/60 Κοινοτικής Οδηγίας και με την παραδοχή ότι το εισαχθέν αυτοκίνητο δεν υπαγόταν εκ κατασκευής στην άνω ευνοϊκή Οδηγία, όπως αβάσιμα υποστήριξε ο κατηγορούμενος.
Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως( δεύτερος και τρίτος), που περιέχονται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι. Οι περαιτέρω λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δεν εμπεριέχουν κάποιο άλλο συγκεκριμένο και νόμιμο λόγο αναιρέσεως από εκείνους που εκτίθενται περιοριστικά, στις διατάξεις του άρθρου 510 του ΚΠΔ και συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, ήτοι συνιστούν ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Δεν αποτελούν δε, όπως προαναφέρθηκε, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και των αναγνωσθέντων εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου και στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων ένα προς ένα, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται από τον αναιρεσείοντα η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασµό µε εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηµατισµό της κρίσης του, σε σχέση µε την ενοχή του κατηγορουµένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούµενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές µε το αποδεικτικό αυτό µέσο. Από δε τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούµενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώµατος αυτού στον κατηγορούµενο και δεν επιτρέψει την ανάγνωση ή δεν απαντήσει στο αίτηµα, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ακρόασης, σύµφωνα µε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Β' και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όµως, ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται µε την άσκηση του δικαιώµατος αυτού, το οποίο παρέχεται στον κατηγορούµενο από το νόµο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται η αµφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά µόνο η προσβολή τους για πλαστότητα και διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας, καθόσον, α) το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την ενοχή το έγγραφο με αρ. 1932/23-4-2008 της Ελεγκτικής Υπηρεσίας(ΕΛΥΤ) Θεσσαλονίκης και15240/10-2-2007 της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών Καρδίτσας προς ΕΛΥΤ, σχετικά με την ορθή δασμολογική κατάταξη του εισαχθέντος αυτοκινήτου, χωρίς αυτά να αναγνωσθούν στο ακροατήριο και β) το δικαστήριο δεν ανέγνωσε, ούτε έλαβε υπόψη του προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, όπως την έγγραφη στην ΕΛΥΤ Θεσσαλονίκης από 18-2-2008 απολογία του, την 1932/2008 μηνυτήρια αναφορά της ΕΛΥΤ Θεσσαλονίκης, την 205/08/4-10-2010 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή Τελωνείου Λάρισας, το 323/04 έγγραφο της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών Καρδίτσας, την από 12-12-2010 προσφυγή του και το απαντητικό έγγραφο 15240/10-2-2007 της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών Καρδίτσας προς ΕΛΥΤ, σχετικά με την ορθή δασμολογική κατάταξη του εισαχθέντος αυτοκινήτου, με συνέπεια να υπάρχει και έλλειψη ακροάσεως. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι: α) από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι τα ανωτέρω δύο έγγραφα δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά ούτε από το προεκτεθέν αιτιολογικό προκύπτει ότι αυτά συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο για στήριξη της περί ενοχής κρίσης του, β) από τα ίδια πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης και 16 έγγραφα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται και τα παραπάνω (βλ. σελίδες 16 και 17 πρακτικών), πλην όμως δεν προκύπτει από τα ίδια τα πρακτικά, ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου ή ο ίδιος, ζήτησαν την ανάγνωση και των παραπάνω εγγράφων που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, απλώς αναφέρονται αυτά διηγηματικά στον κατατεθέντα περί πραγματικής πλάνης αυτοτελή ισχυρισμό του, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά, ότι τα έγγραφα αυτά ο συνήγορος του κατηγορουμένου τα κατέθεσε στο ακροατήριο και ότι ζήτησε την ανάγνωσή τους και ο πρόεδρος ή το δικαστήριο, αρνήθηκαν την ανάγνωσή τους.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 14/30-6-2011 αίτηση του Λ. Μ. του Α., για αναίρεση της 958//2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Νόθευση μετά Χρήσης εγγράφου. Λαθρεμπορία Αυτοκινήτου (άρθρ. 216 ΠΚ). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ, Ε λόγοι αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1779/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευδοξία Ελευθεριάδου - Καραμπογιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ", που εδρεύει στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου τού (αρχικού διαδίκου) Δήμου Σταυρούπολης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 1219/10-1-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την πρόσθετη παρέμβαση του ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1787/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1397/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 91, 92, 94, 170 και 248 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ των σχέση χαρακτηρίζεται ως αμοιβομένη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες, που προσέφερε, καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξαρτήτως του αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων. Ειδικότερα, προκειμένου περί αιτήσεως προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένου για δημόσια ανάγκη ή ωφέλεια ακινήτου, υπό τη διάταξη του άρθρου 119 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107 και 110 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προκύπτει, ότι ο δικηγόρος του αιτούντος τον καθορισμό προσωρινής αποζημιώσεως για απαλλοτρίωση ακινήτου, η οποία κατέστη οριστική, δικαιούται από τον εντολέα του αμοιβή για τη σύνταξη της αιτήσεως καθορισμού αποζημιώσεως και των προτάσεων της συζητήσεώς της, που καθορίζεται σε ποσοστό 2% και 1% αντιστοίχως, ήτοι συνολικώς 3% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής, το οποίο δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα, η αξία δε αυτή ταυτίζεται με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που καθορίζεται από το δικαστήριο με τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως. Η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 5 του ν. 1093/1980, που ορίζει, εκτός των άλλων, ότι "το δικαστήριο εν πάση περιπτώσει προσδιορίζει την αμοιβή του παραστάντος δικηγόρου εκατέρου των μερών διακεκριµένως, υπολογιζόμενη βάσει του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 22 του Ν.Δ. 3026/1954 καταρτισθέντος συμφωνητικού ή εν ελλείψει τούτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 και επ. του αυτού Ν.Δ/τoς", δεν έχει την έννοια ότι ο προσδιορισμός της αμοιβής των δικηγόρων, που παρέστησαν στις δίκες αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που γίνεται σε κάθε περίπτωση από το δικαστήριο, κατ' επιταγή της διατάξεως αυτής, αποτελεί "επιδίκαση" υπέρ του διαδίκου, που νίκησε, ούτε "καταδίκη" στη δικαστική αυτή δαπάνη του υποχρέου στην καταβολή της αποζημιώσεως, αλλά συνιστά ένα απλό καθορισμό της αμοιβής των δικηγόρων έναντι των εντολέων των, με βάση το συμφωνητικό, που τυχόν υπάρχει, ή αν δεν υπάρχει συμφωνητικό, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 100 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων, προς τον σκοπό υπαγωγής της αμοιβής αυτής στο ειδικό καθεστώς της παρακρατήσεως του οριζομένου κάθε φορά ποσοστού από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο προς κάλυψη των εξόδων και ενίσχυση του ειδικού λογαριασμού του Συλλόγου αυτού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 307 παρ. 1 του π.δ. 410/1995 (περί δημοτικού και κοινοτικού κώδικα) οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από το δήμο ή κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά. Η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί, με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών τους έως το 50% των κατωτάτων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως του δήμου ή της κοινότητος που έχει διορίσει τον δικηγόρο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε ότι η αμοιβή της αναιρεσείουσας δικηγόρου για την, κατ' εντολή του αναιρεσιβλήτου Δήμου Σταυρούπολης, εκτέλεση των αναφερομένων λεπτομερώς δικαστικών εργασιών (σύνταξη αίτησης προσδιορισμού αποζημιώσεως, προτάσεων κ.λπ.) υπολογίζεται με βάση τις ανωτέρω διατάξεις και σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της κάθε, κατά περίπτωση, εργασίας. Περαιτέρω δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη δίκη μέρος της, μεταξύ των άλλων, ότι για τα εδαφικά τμήματα εμβαδού 1,96 τ.μ. και 12,07 τ.μ., που εμφαίνονται στην υπ' αρ. 7222/2000 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού στην εκθ. κατ. 4695/2002 αίτηση προσδιορισμού οριστικής αποζημιώσεως, πλην όμως δεν καθορίσθηκε με την προαναφερόμενη υπ' αρθμ. 1744/2005 απόφαση του Εφετείου τούτου οριστική αποζημίωση, δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης για την επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής, καθόσον στην υπό κρίση αγωγή της ενάγουσας δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν διώκεται και γι' αυτά αμοιβή. Αντίθετα δεν δικαιούται η ενάγουσα σχετικής δικηγορικής αμοιβής για το εδαφικό τμήμα εμβαδού 11,75 τ.μ., που αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 7222/2000 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης. Τούτο διότι, κατά τα ρητώς εκτιθέμενα στην υπ' αρ. έκθ. κατ. 4695/2002 αίτηση καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως, την οποία η ενάγουσα συνέταξε και κατέθεσε ενώπιoν του Εφετείου τούτου ως εντολοδόχος δικηγόρος του Δήμου, δεν ήταν υπόχρεος αποζημιώσεως ο τελευταίος εντολέας της, αλλά ο παρόδιος ιδιοκτήτης που φέρεται στην ανωτέρω πράξη με ΚΠ 1 και εντεύθεν, εφόσον δεν γίνεται επίκληση στην υπό κρίση αγωγή σχετικής εντολής από τον εναγόμενο Δήμο προς διεξαγωγή της δίκης και για το εν λόγω ακίνητο, δεν δικαιούται η ενάγουσα σχετικές αμoιβές, γι' αυτό και ούτε ο εναγόμενος Δήμος έχει αντίστοιχη υποχρέωση καταβολής δικηγορικής αμοιβής.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Kώδικα περί Δικηγόρων, η δικηγορική αμοιβή της ενάγουσας υπολογιζομένη σε ποσοστό 4% επί της δικαστικώς προσδιορισθείσας οριστικής αποζημίωσης (συνολικού ποσού 4.550.528,5 ευρώ) των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τα οποία, µε φερόμενο, στις ως άνω πράξεις τακτοποίησης και αναλογισµού αποζημίωσης, υπόχρεο προς αποζημίωση τον εντολέα της εναγόμενο Δήµο, αποτέλεσαν αντικείμενο των απαλλοτριωτικών δικών, ανέρχεται στο ποσό των 182.021,14 ευρώ (4.550.528,5 ευρώ Χ 4% = 182.021,14 ευρώ). Περαιτέρω, όμως, πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 307 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός - Κοινοτικός Κώδικας" του εναγόμενου -εφεσίβλητου, που προέβαλε παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη, µε δήλωσή του καταχωριζόµενη στα ταυτάριθµα µε την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά και µε τις προτάσεις του και επανέφερε, νομίμως, ενώπιον του εφετείου, προς αντίκρουση της έφεσης της εκκαλούσας και της αγωγής της, με τον οποίο διώκει το περιορισμό της ως άνω δικηγορικής αμοιβής κατά ποσοστό 50%, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασής του. Συγκεκριμένα, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου - εφεσίβλητου Δήμου είναι κακή, καθόσον με τα ετήσια έσοδά του δεν μπορεί να ανταποκριθεί ούτε στις βασικές λειτουργικές δαπάνες του και ήδη παρουσιάζει έλλειμμα ανερχόμενο στο ποσό των 7.480.000 ευρώ. Τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο του υπ' αριθ. Πρωτ. 33303/4-11-2008 εγγράφου της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών Τμήμα Οικονομικής Υπηρεσίας του εναγομένου Δήμου, που μετ' επικλήσεως προσκομίζει ο τελευταίος. Συγκεκριμένα στο έγγραφο αυτό αναγράφεται ότι τα ετήσια αναλογούντα έσοδα του εναγομένου Δήμου ανέρχονται στο ποσό των 13.540.000,00 ευρώ, ενώ οι βασικές λειτουργικές δαπάνες του ανέρχονται στο ποσό των 21.020.000,00 ευρώ και συνεπώς, μετά από απλό μαθηματικό υπολογισμό, προκύπτει ότι, εμφανίζεται έλλειμμα 7.480.000 ευρώ. Το εν λόγω έγγραφο, που φέρει το χαρακτήρα ισολογισμού του εναγομένου Δήμου, έχει την υπογραφή της Θ. Γ. Προϊσταμένης της προαναφερόμενης Υπηρεσίας του εναγομένου Δήμου, και η γνησιότητά του δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα και εφόσον δεν είναι ανυπόστατο, λαμβάνεται υπόψη από το Εφετείο τούτο, παρόλο που δεν είναι θεωρημένο από την αρμόδια ΔΟΥ. Άλλωστε, από την αξιολογική εκτίμηση και των περιεχομένων στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά καταθέσεων των μαρτύρων, δεν προκύπτει η ύπαρξη καλής Οικονομικής καταστάσεως του εναγόμενου Δήμου. Συγκεκριμένα ο μεν μάρτυρας ανταποδείξεως, Σ. Μ., που ήταν Δήμαρχος έως το έτος 2002 στον εναγόμενο Δήμο, κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι: "Δεν γνωρίζω σήμερα την οικονομική κατάσταση του Δήμου Σταυρούπολης. Σίγουρα η καταβολή τέτοιων ποσών στις ενάγουσες θα κλονίσει τα οικονομικά του Δήμου", η δε μάρτυρας αποδείξεως Π. Μ. -Κ., που, ως ανέφερε, από το έτος 1998 ήταν ειδικός συνεργάτης του εναγομένου Δήμου με αντικείμενο την προώθηση του αναπτυξιακού έργου του Δήμου και κατέθεσε μεταξύ των άλλων ότι: "Η οικονομική κατάσταση του Δήμου δεν είναι ούτε καλή, ούτε άσχημη. Απλώς προσπαθεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του". Άλλωστε η κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί της κακής οικονομικής καταστάσεως του Δήμου, δικαιολογούσα την, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 307 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995, μείωση της δικηγορικής αμοιβής της ενάγουσας κατά ποσοστό 50%, ενισχύεται και εκ του ότι, η τελευταία, που λόγω της δικηγορικής ιδιότητάς της γνώριζε ότι υπόχρεος προς καταβολή της αμοιβής της ήταν ο εντολέας της Δήμος, εν τούτοις, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής της, επιδίωξε να εισπράξει την αμοιβή της από το Ελληνικό Δημόσιο, υποβάλλοντας σχετικό αίτημα με το από 25.02.2005 υπόμνημά της προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, γεγονός που δεν θα συνέβαινε στην περίπτωση που η υπάρχουσα οικονομική κατάσταση του εντολέα της Δήμου επέτρεπε την υπ' αυτού καταβολή της ως άνω αμοιβής της. Τα διαλαμβανόμενα δε στο υπό κρίση δικόγραφο της έφεσης της ενάγουσας περί της καλής οικονομικής καταστάσεως του εναγομένου Δήμου, λόγω του ότι μέσω της διαδικασίας του "κοινωνικού συντελεστή" διαθέτει ακίνητη περιουσία, είναι αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτιμήσεως και επομένως απορριπτέα. Τούτο διότι δεν εξειδικεύονται συγκεκριμένα ακίνητα του εναγόμενου Δήμου, τα οποία έχει την νομική δυνατότητα να εκποιήσει ούτε προσδιορίζεται το ύψος του τιμήματος που θα εισπράξει από την εκποίηση οικονομική τούτων, ώστε να εμφανίσει τέτοια κατάσταση που να του παρέχει τη δυνατότητα μετά την κάλυψη του προαναφερόμενου ελλείμματός του και των βασικών λειτουργικών του δαπανών να καταβάλει και την ως άνω δικηγορική αμοιβή και της ενάγουσας. Ενόψει τούτων και λαμβάνοντας υπόψη και τους κανόνες της κοινής λογικής και πείρας, είναι καταφανές ότι ο προαναφερόμενος και εναγόμενος Δήμος βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση και η επιδίκαση εις βάρος του της ως άνω δικηγορικής αμοιβής, ανερχόμενης σε 182.021,14 ευρώ, θα προκαλέσει την ακόμη περισσότερο επιδείνωση της οικονομικής κατάστασής του, οπότε δικαιολογείται η μείωση αυτής κατά 50%. Συνακόλουθα τούτων, εφόσον το παρόν Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως του εναγομένου Δήμου, που έχει διορίσει την ενάγουσα δικηγόρο, κρίνει ότι, συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 307 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός - Κοινοτικός Κώδικας", πρέπει να ελαττώσει κατά ποσοστό 50% το ποσό της προαναφερόμενης δικηγορικής αμοιβής της ενάγουσας ποσού 182.021,14 ευρώ, που αντιστοιχεί στα οριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτερα όρια και έτσι η δικηγορική αµοιβή που δικαιούται να αξιώσει η εκκαλούσα ενάγουσα από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο Δήµο ανέρχεται στο ποσό των 91.010,57 ευρώ (182.021,14 ευρώ Χ 50% = 91.010,57 ευρώ), το οποίο και έχει υποχρέωση να της καταβάλει ο τελευταίος. Καταλήγοντας το εφετείο δέχεται ότι, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που µε την απόφασή του αναφορικά µε τον ως ισχυρισµό (ένσταση) του εναγόμενου και κατά ουσιαστική παραδοχή του, περιόρισε τη δικηγορική αµοιβή της ενάγουσας κατά ποσοστό 50%, δεν έσφαλε διότι ορθά ερµήνευσε και εφάρµοσε το νόµο και σωστά εκτίµησε τις αποδείξεις. Με τη κρίση του αυτή, με την οποία το Εφετείο, στη συνέχεια, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι για τον προσδιορισμό της ελάχιστης αμοιβής της δεν ελήφθη υπόψη η αξία των συστατικών και επικειμένων και η συνολικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, είναι αόριστη, διότι με την αίτηση αναίρεσης δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών.
Συνεπώς ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που προαναφέρθηκαν και στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης και ειδικότερα την παραδοχή, ότι η ενάγουσα δικαιούται την παραπάνω μειωμένη αμοιβή.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των, από το άρθρο 559 αρ. 19 περί του αντιθέτου, δεύτερος (κατά το πρώτο μέρος του) και τρίτος (κατά το τέταρτο μέρος του), λόγοι της αναίρεσης. Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται, αντίστοιχα, πλημμέλειες, από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος διότι, 1) ελλείπει η νόμιμη προϋπόθεση για την επίκληση της, από τον αρ. 8, πλημμέλειας, εφόσον η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αναίρεσης, συνομολογεί ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου, τον οποίο και δέχθηκε το Εφετείο, περί της κακής του οικονομικής κατάστασης προβλήθηκε παραδεκτά και 2) στην απόφαση αναφέρονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από την εκτίμηση των οποίων κατέληξε στην παραδοχή της απόφασης, για την κακή οικονομική κατάσταση του αναιρεσιβλήτου και την μείωση της αμοιβής της αναιρεσείουσας.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ΝΔ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ, έναντι των κοινών νόμων, "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέτει εν ισχύει νόμους, τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον, πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο, νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.
Στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη διάταξη (άρθρο 307 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός - Κοινοτικός Κώδικας" ήδη 281 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων") δεν είναι αντίθετη με την ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) διότι, με βάση το ισχύον κατά την άσκηση της αγωγής δίκαιο και όσα προαναφέρθηκαν, δεν υπήρχε νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθεί δικαστικά το επίδικο δικαίωμα της αναιρεσείουσας για καταβολή της αιτούμενης δικηγορικής αμοιβής.
Συνεπώς, ο, περί του αντιθέτου, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος (κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος του) λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2010 αίτηση της Μ. Ζ., για την αναίρεση της 1397/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η διάταξη του άρθρου 307 παρ.1 του π.δ. 410/1995 κατά την οποία, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από το δήμο ή κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά και η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί, με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών τους έως το 50% των κατωτάτων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως του δήμου ή της κοινότητος που έχει διορίσει τον δικηγόρο, έχει εφαρμογή και επί δικών αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Η παραπάνω διάταξη ( ήδη 281 του ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων») δεν είναι αντίθετη με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1780/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γαλάνη και 2.Π. Ζ. του Β., κρατούμενο στο Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Αγιάς, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαγεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 93, 94, 154/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Απριλίου 2011 και 6 Απριλίου 2011 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 500/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 6-4-2011 και από 11-4-2011 δύο δηλώσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τους κατηγορούμενους Π. Ζ. και Ι. Κ. αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά της ιδίας 93, 94, 154/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειας τους.
Α. Επί της αναιρέσεως του Π. Ζ..
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του καταδικασθέντος Π. Ζ., πλήττεται η 93, 94, 154/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης, για τις πράξεις απόπειρας ανθρωποκτονίας, ληστείας, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Όμως, στο δικόγραφο της αναιρέσεως αυτής που ο αναιρεσείων άσκησε ο ίδιος αυτοπρόσωπα ενώπιον της Διευθύντριας των Αγροτικών Φυλακών Αγιάς, δεν περιλαμβάνεται κανένας λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠΔ, απλώς ο αναιρεσείων περιορίζεται και απλώς ζητεί "να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου γιατί η ποινή που του επιβλήθηκε είναι μεγάλη".
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αυτού πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, μη δυναμένης της αοριστίας αυτής να καλυφθεί με τον προβαλλόμενο απαραδέκτως το πρώτον, λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, με το υπόμνημα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ο παραστάς πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού.
Μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Β. Επί της αναιρέσεως του Ι. Κ..
Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου, περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να κληθούν ή προσαχθούν βιαίως και εξετασθούν οι απολειπόμενοι μάρτυρες κατηγορίας, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν κρίσιμα για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ.3 και 353 του ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ορισμένο και νόμιμο το αίτημα. Επίσης απαιτείται ειδική αιτιολογία και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και εκείνοι περί αναγνωρίσεως μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, οπότε το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να τους ερευνήσει και αν τους απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 93, 94, 154/201 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Ι. Κ. καταδικάσθηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας, αρπαγή, ληστεία, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία και κατοχή όπλων και πυρομαχικών στην εκεί αναφερόμενη ποινή κάθειρξης, η συνήγορος του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου υπέβαλε παραδεκτά, α) αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ, και ειδικότερα, "για να κλητευθούν και προσαχθούν βιαίως οι απολειπόμενοι μάρτυρες κατηγορίας Π. Π. και Κ. Ν., όσα διαρκεί η συνεδρίαση, καθόσον η παρουσία τους και η εξέτασή τους στο ακροατήριο κρίνεται αναγκαία για την εξέλιξη της υποθέσεως" και β) αυτοτελή ισχυρισμό να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α, δ και ε του ΠΚ, εκθέτοντας ειδικότερα τα εξής: "Μέχρι την τέλεση της πράξης, έζησα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, χωρίς να απασχολήσω ποτέ τις αστυνομικές ή δικαστικές αρχές. Εργάστηκα εντίμως για την εξοικονόμηση του βιοποριστικού εισοδήματος της οικογένειάς μου, η οποία απαρτίζεται από εμένα, τη σύζυγό μου και τα τέσσερα (4) ανήλικα τέκνα μας.
Ο ισχυρισμός μου αυτός αποδεικνύεται και από την κατάθεση του αστυνομικού κου Κ. Γ..
Έχω ειλικρινά μεταμεληθεί για την αλόγιστη και εγκληματική αυτή συμπεριφορά μου καθώς έχω συνειδητοποιήσει το μέγεθος της βλάβης που προκάλεσα πρωτίστως στην κοινωνία και κατά δεύτερο λόγο στην οικογένειά μου.
Καθ' όλο το χρονικό διάστημα της κράτησής μου και παρά το γεγονός της καταδίκης και της επιβολής σε βάρος μου εξοντωτικής ποινής, έχοντας πλέον κάνει μέχρι σήμερα την αυτοκριτική μου, δεν υπέπεσα σε πειθαρχικά παραπτώματα και υπήρξα υποδειγματικός κρατούμενος ευελπιστώντας ότι οι πράξεις μου αυτές δεν θα στιγματίσουν κοινωνικά την οικογένειά μου".
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 93, 94, 154/2011 απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο το παραπάνω αίτημα αναβολής και ως αβάσιμους τους παραπάνω υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, με το εξής ενιαίο επί της ενοχής αιτιολογικό του, όσον αφορά και τους δύο εκκαλούντες συγκατηγορούμενους Π. Ζ. και αναιρεσείοντα Ι. Κ.: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν νόμιμα στο Δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και από τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά και τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ήδη πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος Π. Ζ. του Β. που γεννήθηκε στην Ρωσία στις 13-5-1978 κάτοικος ... και ο ήδη δεύτερος εκκαλών κατηγορούμενος Ι. Κ. που γεννήθηκε στο Καζακστάν στις 21-10-1973 κάτοικος ... (...) μαζί με τον φυγόδικο A. V. του V., αγνώστων λοιπών στοιχείων, κάτοικο ..., αποφάσισαν να ληστέψουν το υποκατάστημα της τράπεζας EUROBANK που είναι στην Κυψέλη Αττικής (Πατησίων 207 και Σκαλιστήρη). Βάσει του εγκληματικού σχεδίου που είχαν καταστρώσει ο τρίτος από αυτούς A. V., έχοντας μαζί του χωρίς σχετική άδεια ένα πιστόλι τύπου CLOCK διαμετρήματος 9 mm para με αρκετά φυσίγγια, στις 9-6-2006 και περί ώρα 14.00 περίπου στάθμευσε κοντά στο υποκατάστημα αυτό με την ... δίκυκλη μοτοσικλέτα για να επιτηρεί τον χώρο και για να απασχολήσει τους αστυνομικούς που τυχόν θα εμφανίζονταν ώστε οι άλλοι δύο που θα εισέρχονταν στην τράπεζα να διαφύγουν με την λεία τους. Την μοτοσικλέτα αυτή την είχε παραχωρήσει σ' αυτόν ο Ι. Α. Τ. ο οποίος την είχε αφαιρέσει στις 18/5/2006 από τον Κορυδαλλό (...) όπου την είχε σταθμεύσει ο ιδιοκτήτης της Ε. Σ.. Μετά από λίγο, αφού ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά από τον A. V., εισήλθαν στο παραπάνω υποκατάστημα φορώντας κράνη δικυκλιστών τόσο ο πρώτος εκκαλών Π.Ζ., που έφερε μαζί του χωρίς σχετική άδεια ένα πιστόλι BRAWNING των 9 mm μάρκας FN HERSTAL S.A. Βελγίου, μοντέλο HIGH POWER με αριθμό 22831 με αρκετά φυσίγγια, όσο και ο δεύτερος εκκαλών Ι. Κ., που έφερε μαζί του χωρίς σχετική άδεια ένα περίστροφο MAGNUM COMBAT ZASTAVA ARMS 357 μοντέλο Μ 83/93 με αρκετά φυσίγγια. Αμέσως αυτοί πρότειναν τα όπλα τους στους πελάτες του καταστήματος και τους υπαλλήλους και ο πρώτος φώναξε "ληστεία". Τότε ο πρώτος (Ζ.) πήγε προς τα ταμεία και πρότεινε το όπλο του στους ταμίες της τράπεζας Δ. Φ., τον οποίο και κτύπησε με το χέρι του στο κεφάλι, και Κ. Ζ., τον οποίο έσπρωξε, και τους ζήτησε τα χρήματα που είχαν ενώ ο δεύτερος ήταν κοντά του με προτεταμένο το δικό του όπλο προς τους ίδιους ταμίες. Οι παραπάνω υπάλληλοι, και αφού οι πελάτες είχαν πέσει στο έδαφος, φοβήθηκαν από τις απειλές των κατηγορουμένων και παρέδωσαν στον Π. Ζ.η ο μεν Δ. Φ. 17.019 ευρώ ο δε Κ. Ζ. 17.768 ευρώ και 283 $ ΗΠΑ. Αυτός παρέλαβε τα χρήματα αυτά και τα τοποθέτησε σε μια πλαστική σακούλα που είχε μαζί του. Ταυτόχρονα την ώρα που ο Ζ. αφαιρούσε τα παραπάνω χρήματα, ο Ι. Κ. εξανάγκασε τον προϊστάμενο των καταθέσεων του υποκαταστήματος Ν. Λ. τοποθετώντας το όπλο του στο κεφάλι του και απειλώντας τον ότι θα τον σκοτώσει, να μεταβεί μαζί του στο υπόγειο όπου ήταν το χρηματοκιβώτιο για να του παραδώσει και τα χρήματα που ήσαν εκεί. Επειδή όμως αυτό είχε χρονοδιακόπτη και χρειαζόταν χρόνος περίπου τεσσάρων λεπτών για να ανοίξει, αυτός υπακούοντας σε πρόσκληση του συναυτουργού του Π. Ζ. που τον κάλεσε να ανέβει αμέσως στον επάνω όροφο λέγοντας του "έλα τελειώσαμε" εγκατέλειψε τον χώρο αυτό και επανήλθε στο κυρίως χώρο της τράπεζας. Καθ όν χρόνο λάμβαναν χώρα τα ως άνω η διευθύντρια της τράπεζας Α. Κ. ειδοποίησε την Αστυνομία με αποτέλεσμα να καταφθάσουν έξω από αυτή οι αστυφύλακες Ν. Κ.ς και Ι. Μ.. Τότε, και ενώ οι παραπάνω δύο εκκαλούντες ήσαν μέσα στην τράπεζα, ο A. V. που ήταν έξω από αυτή, άρχισε να πυροβολεί εναντίον των αστυνομικών που ανταπέδωσαν τα πυρά. Οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι ακούγοντας τους πυροβολισμούς που προέρχονταν από τον τρίτο και αντιλαμβανόμενοι τους αστυνομικούς οι οποίοι είχαν λάβει θέσεις στις κολώνες που βρίσκονταν έμπροσθεν του χώρου της τράπεζας, τους οποίους αντιλήφθηκε πρώτος ο Π. Ζ. και γι' αυτό κάλεσε τον Ι. Κ. να ανέβει από το χώρο του υπογείου της τράπεζας, αντί να συμμορφωθούν στην πρόσκληση του αστυνομικού Μ. να αφήσουν τα όπλα τους και να παραδοθούν άρχισαν να πυροβολούν εναντίον του. Ειδικότερα πρώτα πυροβόλησε ο Π.Ζ. που τους αντιλήφθηκε πρώτος ως προαναφέρθηκε, ο οποίος έβαλλε ευθέως κατά του αστυνομικού Μ. από μπροστά ενώ παράλληλα ο ίδιος αστυνομικός πυροβολείτο από πίσω δεξιά διαγωνίως από τον τρίτο, άρχισε δε να πυροβολεί και ο Ι. Κ.. Ο αστυνομικός αμυνόμενος αναγκάσθηκε να πυροβολήσει τον Π. Ζ. την ώρα που εγκατέλειπε τον χώρο της τράπεζας, με αποτέλεσμα α) αυτός (Ζ.) να τραυματίσει τον παραπάνω αστυφύλακα Ι. Μ. και β) να τραυματισθεί και αυτός από τα πυρά των αστυνομικών και να του πέσει το όπλο που κρατούσε. Αμέσως μετά βγήκε από την τράπεζα ο δεύτερος Ι. Κ. που και αυτός πυροβολούσε ευθέως κατά των αστυνομικών που στο μεταξύ ενισχύθηκαν και από άλλους αστυνομικούς (Π. Μ., Α. Τ. και Θ. Ν.) που κατέφθασαν, έχοντας ως ασπίδα τον πελάτη της τράπεζας Δ. Σ. τον οποίο ανάγκασε απειλώντας τον με το όπλο του να τον ακολουθήσει αφού τον σήκωσε από το πάτωμα όπου είχε πέσει προκειμένου να γλυτώσει από τους πυροβολισμούς που ανταλλάσσονταν. Οι αστυνομικοί μόλις είδαν τον όμηρο σταμάτησαν τους πυροβολισμούς ενώ ο ίδιος ο όμηρος προσπάθησε μία φορά να του αποσπάσει το όπλο ανεπιτυχώς διότι ο Ι.Κ. πυροβόλησε δύο φορές προς τα κάτω και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει αν το επαναλάβει. Αυτός στην πορεία του, ακολουθούμενος από τον άοπλο πλέον και τραυματισμένο Π. Ζ., μέσω της οδού Πατησίων προς την συμβολή των οδών Ανάφης και Νάξου συνέχισε να πυροβολεί πάντοτε ευθέως κατά των αστυνομικών που τον ακολουθούσαν [Μ. Ν. και Τ.], με αποτέλεσμα να πλήξει τον αστυφύλακα Θ. Ν. στο πρόσωπο. Φθάνοντας αυτός στην συμβολή των οδών Ανάφης και Νάξου προσπάθησε να τοποθετήσει φυσίγγια στο όπλο του. Τότε εκμεταλλευόμενος την σύγχυσή του ο παραπάνω όμηρος παρακινούμενος και από τους αστυνομικούς που τους ακολουθούσαν σε σχήμα τόξου και καλυπτόμενοι αντέδρασε και αφού του επιτέθηκε τον αφόπλισε και οι αστυνομικοί που ακολουθούσαν τον συνέλαβαν. Στο μεταξύ στην οδό Ανάφης 12 ο πρώτος εκκαλών Π. Ζ. κατέπεσε στο έδαφος από τον τραυματισμό του και συνελήφθη ενώ είχε δίπλα του και την παραπάνω πλαστική σακούλα με όλα τα χρήματα που είχαν αφαιρέσει με την ληστεία. Από τους γιατρούς αργότερα διαπιστώθηκε ότι: α) ο αστυφύλακας Θ. Ν. είχε υποστεί από τα πυρά του δευτέρου Ι. Κ. συντριπτικό κάταγμα στην κάτω γνάθο. Για την αφαίρεση της σφηνωθείσας βολίδας του εγένετο ανοικτή ανάταξη και ακινητοποίηση του κατάγματος και υπέστη απώλεια οδόντων, β) ο αστυφύλακας Ι. Μ. είχε υποστεί από τα πυρά του πρώτου Π. Ζ. βαθιά εκδορά στο δεξιό αντιβράχιο και γ) ο πρώτος εκκαλών Π. Ζ. είχε τραυματισθεί στο δεξί χέρι και τα δύο πόδια του. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο παραπάνω αστυφύλακας Ι. Μ. είχε υποστεί και μικρή βαθιά εκδορά στην αριστερή νεφρική χώρα και την αριστερή κατά γόνυ άρθρωση και διαμπερές τραύμα στο άνω τριτημόριο της οπίσθιας επιφάνειας της δεξιάς κνήμης από τα πυρά του φυγόδικου A. V., όπως έχει δεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο. Στο μεταξύ ο τρίτος κατηγορούμενος A. V. επιβιβάστηκε στην παραπάνω μοτοσικλέτα και εξαφανίστηκε αφήνοντας αυτή στην οδό Αστυπάλαιας όπου βρέθηκε αργότερα με δακτυλικά αποτυπώματα του Ι. Τ. που την είχε αφαιρέσει. Επίσης σε έρευνα στο σπίτι του Ι. Κ. βρέθηκε αυτός να κατέχει χωρίς σχετική άδεια είκοσι δίκανα πιστόλια τύπου μπρελόκ και τέσσερα κουτάκια με αβολίδωτα φυσσίγια κρότου - αερίων διαμετρήματος 8 mm Knall.
Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι:
Α) και οι δύο κατηγορούμενοι Π. Ζ. και Ι. Κ. αποφάσισαν από κοινού να τελέσουν την παραπάνω πράξη της ληστείας και από κοινού την υλοποίησαν αφού έκαμψαν με τα προτεταμένα όπλα τους την αντίσταση των παραπάνω υπαλλήλων της τράπεζας και τους εξανάγκασαν να τους παραδώσουν τα παραπάνω χρήματα τα οποία πήραν μαζί τους φεύγοντας.
Β) και οι δύο κατηγορούμενοι Π. Ζ. και Ι. Κ. είχαν μαζί τους τα παραπάνω όπλα χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής ενώ ο δεύτερος από αυτούς Ι. Κ. κατείχε και τα παραπάνω είκοσι πιστόλια με τα αβολίδωτα φυσίγγια χωρίς επίσης σχετική αντίστοιχη άδεια. Γ) ο κατηγορούμενος Π. Ζ. είχε σκοπό, ενεργώντας με ενδεχόμενο δόλο, να θανατώσει τον αστυφύλακα Ι. Μ. αλλά απέτυχε επειδή τα πλήγματα δεν ήσαν θανατηφόρα τούτο δε συνάγεται: α) από την μικρή και ευθεία απόσταση [περίπου 10-20 μέτρων] που τον έπληξε και θα μπορούσε να ήταν σε ζωτικό μέρος του σώματός του αφού το δεξιό αντιβράχιο συνορεύει με την περιοχή της κοιλιακής χώρας, β) από τους πολλούς πυροβολισμούς εναντίον του, γ) από το τραύμα που του επέφερε, δ) από το γεγονός που και όταν έπεσε τραυματισμένος στο έδαφος προσπάθησε να τον πυροβολήσει ξανά αλλά απέτυχε διότι παρουσίασε εμπλοκή το όπλο του οπότε και κατάφεραν οι αστυνομικοί να τον αφοπλίσουν, ε) από το ότι ενώ είχε την ευχέρεια να παραδοθεί μόλις τον κάλεσε προς τούτο ο ανωτέρω αστυνομικός αυτός αμέσως άνοιξε πύρ προκειμένου να διαφύγει με τη σακούλα όπου είχε τα κλαπέντα χρήματα. (ΑΠ 799/2005, ΑΠ 2292/2003, ΑΠ 940/2005, ΑΠ 1708/2006). Αυτός κατά τον χρόνο που έλαβε την απόφαση να θανατώσει τον αστυφύλακα και κατά τον χρόνο που υλοποίησε την απόφαση του αυτή ήταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τούτο δε συνάγεται: α) από τους πολλούς πυροβολισμούς και την επιτυχή σε μεγάλο βαθμό έκβασή τους, β) από την ανυπαρξία αιτίας προσωπικής αντιπαλότητας με το θύμα και γ) την μη εγκατάλειψη της ολοκλήρωσης της ληστείας (αναχώρηση με την λεία αυτής) παρά την παρουσία των αστυνομικών που τον κάλεσαν να παραδοθεί και τον τραυματισμό του από αυτούς. Αυτός, σύμφωνα με όσα αμέσως παραπάνω εκτέθηκαν, πυροβόλησε κατά του αστυνομικού αυτού όχι με άμεσο δόλο να τον θανατώσει αλλά με ενδεχόμενο δόλο να τον θανατώσει δηλ. αυτός προέβλεπε ως πιθανή την θανάτωση και την αποδεχόταν αφού τον ενδιέφερε περισσότερο η διαφυγή του. Δ) ο κατηγορούμενος Π. Ζ. για να τελέσει την αμέσως παραπάνω πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας χρησιμοποίησε το όπλο του δηλ. πυροβόλησε με επιτυχία εναντίον του αστυφύλακα Ι. Μ. Ε) ο κατηγορούμενος Ι. Κ. είχε σκοπό, ενεργώντας με ενδεχόμενο δόλο, να θανατώσει τον αστυφύλακα Θ. Ν. αλλά απέτυχε επειδή το πλήγμα δεν ήταν θανατηφόρο τούτο δε συνάγεται: α) από την μικρή και σε ευθεία γραμμή απόσταση (περίπου 10-20 μ.) που τον έπληξε την ώρα π ου αυτός έβγαλε το κεφάλι του από την κολώνα που χρησιμοποίησε για την κάλυψή του και ήταν ορατός, β) από τους πολλούς πυροβολισμούς εναντίον του, γ) από τον πολύ σοβαρό τραυματισμό που του προκάλεσε, δ) από το καίριο και ευπαθές για την ζωή του σημείο του σώματος που έπληξε (κεφάλι). Αυτός κατά τον χρόνο που έλαβε την απόφαση να θανατώσει τον αστυφύλακα και κατά τον χρόνο που υλοποίησε την απόφασή του αυτή ήταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τούτο δε συνάγεται: α) από τους πολλούς πυροβολισμούς και την επιτυχή έκβαση ενός από αυτούς, β) από την ανυπαρξία αιτίας προσωπικής αντιπαλότητας με το θύμα και γ) την μη εγκατάλειψη της ολοκλήρωσης της ληστείας (αναχώρηση ακολουθούμενος από τον Π.Ζ. με την λεία αυτής) παρά την παρουσία των αστυνομικών που τον κάλεσαν να παραδοθεί. Αυτός, σύμφωνα με όσα αμέσως παραπάνω εκτέθηκαν, πυροβόλησε κατά του αστυνομικού αυτού όχι με άμεσο δόλο να τον θανατώσει αλλά με ενδεχόμενο δόλο να τον θανατώσει δηλ. αυτός προέβλεπε ως πιθανή την θανάτωση και την αποδεχόταν αφού τον ενδιέφερε περισσότερο η διαφυγή του. ΣΤ) ο κατηγορούμενος Ι. Κ. για να τελέσει την αμέσως παραπάνω πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας χρησιμοποίησε το όπλο του δηλ. πυροβόλησε με επιτυχία εναντίον του αστυφύλακα Θ. Ν..
Ζ) ο κατηγορούμενος Ι. Κ. για να αποφύγει τους πυροβολισμούς των αστυνομικών και την σύλληψή του αλλά και για να εξασφαλίσει την λεία της ληστείας εξανάγκασε απειλώντας με το όπλο του τον πελάτη της τράπεζας Δ. Σ. να τον ακολουθήσει όταν βγήκε από την τράπεζα και τον κράτησε ως ασπίδα-όμηρο μέχρι την συμβολή των οδών Ανάφης και Νάξου και έτσι του στέρησε χωρίς κανένα δικαίωμα την ελευθερία του.
Ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Ζ. απολογούμενος αφού ζήτησε συγγνώμη για όσα του αποδίδονται ισχυρίστηκε ότι δεν είχε πρόθεση να θανατώσει τον αστυνομικό αλλά βγήκε από την τράπεζα με σκοπό να παραδοθεί. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή αν έβγαινε να παραδοθεί θα είχε εγκαταλείψει το όπλο του και τα χρήματα μέσα στην τράπεζα και δεν θα προσπαθούσε να πυροβολήσει εκ νέου τον αστυνομικό αυτόν, όπως προαναφέρθηκε ούτε θα ακολουθούσε μετά τους πυροβολισμούς του τον συγκατηγορούμενό του έχοντας πάντοτε μαζί του την πλαστική σακούλα με την λεία της ληστείας τους.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Κ. απολογούμενος αφού αρνείται όσα του αποδίδονται ισχυρίστηκε ότι δεν είχε πρόθεση να θανατώσει τον αστυνομικό αλλά βγήκε από την τράπεζα με σκοπό να παραδοθεί. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή αν έβγαινε να παραδοθεί θα είχε εγκαταλείψει το όπλο του μέσα στην τράπεζα και δεν θα εξανάγκαζε τον παραπάνω πελάτη της τράπεζας να τον ακολουθήσει με την βία και να τον χρησιμοποιήσει ως ασπίδα-όμηρο για να αποφύγει την σύλληψή του η οποία τελικά επιτεύχθηκε χάρις σ' αυτόν (όμηρο), ούτε θα συνέχιζε τους πυροβολισμούς ενώ είχε ασπίδα τον όμηρο και οι αστυνομικοί προκειμένου να μην πλήξουν τον τελευταίο εσίγησαν τα όπλα τους παρά το ότι κινδύνευε η δική τους ζωή. Αλλά και ο ισχυρισμός του ότι ο αστυνομικός Ν. τραυματίσθηκε από πυροβολισμό του φυγόδικου A. άλλως από τους αστυνομικούς που πυροβολούσαν, καταρρίπτεται πανηγυρικά διότι από την από 11-9-2006 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του υπαστυνόμου Ν. Τ. σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η μολύβδινη βολίδα από την οποία επλήγη ο ανωτέρω αστυνομικός, που παραμορφώθηκε γιατί προσέκρουσε σε σκληρή επιφάνεια ήτοι στο κόκκαλο της κάτω γνάθου του προέρχεται από φυσίγγιο διαμ. [CAL] 38 SPECIAL που βάλλεται από περίστροφο διαμετρήματος [CAL] 357 MAGNUM με το οποίο πυροβολούσε ο Ι.Κ. και όχι ο ανωτέρω φυγόδικος ο οποίος πυροβολούσε με ένα και όχι δύο όπλα ως αβάσιμα διατείνονται οι κατηγορούμενοι αφού στους πυροβολισμούς του οι έμπειροι αστυνομικοί δεν αντελήφθησαν διαφορά κρότου αλλά ότι προέρχονταν από το ίδιο όπλο ήτοι πιστόλι τύπου clock διαμετρήματος 9 mm para οι δε αστυνομικοί έφεραν όπλα "HK 9 MM 19-ΕΛ.ΑΣ.-ΗΚ USP-EBO" από τη στιγμή δε που είδαν τον όμηρο σταμάτησαν τους πυροβολισμούς και ο φυγόδικος μόλις αντιλήφθηκε την άφιξη και του τρίτου περιπολικού και οι κατηγορούμενοι προσπάθησαν να διανύσουν την Πατησίων απομακρύνθηκε για να διαφύγει την σύλληψή του πράγμα το οποίο επέτυχε.
Με βάση τα στοιχεία αυτά στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά :
Α) το έγκλημα της ληστείας από κοινού για το οποίο πρέπει και οι δύο κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, Β) το έγκλημα της παράνομης οπλοφορίας για το οποίο πρέπει και οι δύο κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, Γ) το έγκλημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση για το οποίο πρέπει και οι δύο κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, Δ) το έγκλημα της οπλοχρησίας για το οποίο πρέπει και οι δύο κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, Ε) το έγκλημα της αρπαγής για το οποίο πρέπει ο δεύτερος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, Γ) το έγκλημα της οπλοκατοχής για το οποίο πρέπει ο δεύτερος δύο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Κ. ζήτησε να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά:
Α) του προτέρου εντίμου βίου επειδή εργαζόταν και φρόντιζε την πολυμελή οικογένειά του και δεν είχε εκτραπεί σε άλλη αξιόποινη δραστηριότητα, Β) της μεταμέλειας επειδή ζήτησε ουσιαστικά συγγνώμη για τις πράξεις του και Γ) της καλής διαγωγής του μετά την πράξη του επειδή τηρεί καλή διαγωγή στις φυλακές όπου κρατείται μετά την πράξη του αυτός. Το αίτημά του αυτό πρέπει να απορριφθεί επειδή αντίστοιχα: α) αυτός πριν τελέσει τις παραπάνω πράξεις είχε συναναστροφές και στενές σχέσεις με τους συγκατηγορουμένους του που ήσαν μεν άτομα με ροπή σε εγκληματικές πράξεις και επιπλέον πήγε στην Βουλγαρία και προμηθεύτηκε μεγάλο αριθμό πιστολιών (20) τύπου μπρελόκ με προφανή σκοπό την εμπορία, ενώ στο παρελθόν ως προκύπτει από το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου είχε και πάλι καταδικασθεί για την αξιόποινη πράξη της παράνομης οπλοκατοχής. Τα όσα επικαλείται (εργασία) δεν μπορεί να αναιρέσουν την εμπλοκή του με τα άτομα αυτά και την προμήθεια των πιστολιών. β) Η απλή συγγνώμη του και η ομολογία των πράξεών του έγινε μετά την άμεση σύλληψή του από τους αστυνομικούς που είχαν ιδία αντίληψη όλης της πορείας της εγκληματικής του δράσης. και γ) Η καλή διαγωγή του στις Φυλακές δεν αρκεί αφού αυτός εκεί δεν έχει την δυνατότητα να επιλέξει ουσιαστικά άλλη συμπεριφορά από αυτή που επιδεικνύει. Κατ' ακολουθία αυτών πρέπει να απορριφθούν και τα αιτήματα περί κλητεύσεως και βιαίας προσαγωγής ενώπιον του δικαστηρίου των απολειπομένων μαρτύρων κατηγορίας Π. Π., Κ. Ν., S. A., καθώς και προσκομίσεως εγγράφου βεβαιώσεως της αστυνομίας για το είδος των όπλων που έφεραν μαζί τους οι αστυνομικοί που προσέτρεξαν και αναμείχθηκαν για την εξάρθρωσή τους, διότι το δικαστήριο ασφαλή σχημάτισε κρίση σε σχέση με όλες τις διαπραχθείσες από τους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις και της απόπειρας των ανθρωποκτονιών σε βάρος των αστυνομικών Μ. και Ν. τις οποίες δεν ομολογούν [όλες τις άλλες τις αποδέχονται] από το πλούσιο αποδεικτικό υλικό και κρίνει ότι η παρουσία των μαρτύρων αυτών και η προσκομιδή του αιτουμένου εγγράφους δεν πρόκειται να εισφέρει κάτι διαφορετικό στην αποδεικτική διαδικασία".
Η παραπάνω αιτιολογία αυτή, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε, τόσον το αίτημα αναβολής, όσον και τους ισχυρισμούς αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού: α) εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους δεν ήταν αναγκαία η αναβολή για να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή και εξέταση των δύο απολειπομένων μαρτύρων κατηγορίας, αστυνομικών Π. Π. και Κ. Ν., γιατί το δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή κρίση σε σχέση με όλες τις διαπραχθείσες από τους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις και της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος των αστυνομικών Μ. και Ν., τις οποίες δεν ομολογούν (όλες τις άλλες πράξεις τις ομολογούν), από το πλούσιο αποδεικτικό υλικό και κρίνει ότι η παρουσία των μαρτύρων αυτών δεν πρόκειται να εισφέρει κάτι διαφορετικό στην αποδεικτική διαδικασία, β) εκτίθενται στο αιτιολογικό εμπεριστατωμένα με παράθεση πραγματικών περιστατικών, επαρκώς οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο πείστηκε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν είχε πρότερο έντιμο βίο ούτε και μπορεί να συναγάγει μεταγενέστερη καλή διαγωγή και συμπεριφορά αυτού μετά τις πράξεις, λόγω διαβίωσής του στις φυλακές, όπου ο έγκλειστος αναιρεσείων, δεν έχει την δυνατότητα να επιλέξει ουσιαστικά άλλη συμπεριφορά.
Επομένως, οι, πρώτος (α' σκέλος) και ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και των αυτοτελών ισχυρισμών αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α και ε του ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠΔ συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά τη προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικώς αναφέρονται σε αυτή τη διάταξη. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση, αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας το σχετικό δικαίωμα, ζήτησε να λάβει το λόγο από τον πρόεδρο του δικαστηρίου και ότι αντέλεξε στην ανάγνωσή της. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. ε' της ΕΣΔΑ να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση αυτού.
Επομένως ο από το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.δ και 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος (β' σκέλος) της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί το δικαστήριο ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών Π. Π. και Κ. Ν., που ήταν απόντες κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, δίχως, προηγουμένως να δοθεί σε αυτόν ή στη συνήγορό του ο λόγος για την ανάγνωσή τους και πριν απορρίψει προηγούμενα το εκκρεμούν αίτημα αυτού να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή τους στο ακροατήριο και έτσι, αφού δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο, δεν του δόθηκε και η δυνατότατα να υποβάλει ερωτήσεις σε αυτούς, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, προ της ανάγνωσης των εγγράφων αυτών, ζήτησε να λάβει το λόγο από την πρόεδρο του δικαστηρίου και ότι εναντιώθηκε στην ανάγνωση των ενόρκων καταθέσεων των δύο αυτών απολειπομένων μαρτύρων κατηγορίας, αντίθετα προκύπτει (σελ. 66 πρακτικών) ότι η συνήγορός του, χωρίς να προβάλει καμία αντίρρηση για την ανάγνωση των δύο αυτών ενόρκων καταθέσεων των απολειπομένων μαρτύρων αστυνομικών, ζήτησε το λόγο μετά την ανάγνωση των καταθέσεων αυτών και των εγγράφων γενικά και προέβη σε σχολιασμό αυτών, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ. Άλλωστε οι δύο αυτοί μάρτυρες είχαν καταθέσει στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μετά από διαταγή βιαίας προσαγωγής τους, όπως προκύπτει από τα 194-198/2007 πρακτικά ΜΟΔ Χαλκίδας και μέσω των αναγνωσθέντων αυτών πρακτικών αναγνώσθηκαν και οι στο ΜΟΔ ένορκες καταθέσεις τους ως μαρτύρων κατηγορίας. Επομένως, ο συναφής πρώτος (β' σκέλος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται, απόλυτη ακυρότητα και παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 στοιχ.ε' της ΕΣΔΑ, γιατί παραβιάστηκε το υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, να υποβάλει ερωτήσεις στους απολειπόμενους μάρτυρες κατηγορίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η ανάγνωση των καταθέσεων των δύο μαρτύρων αστυνομικών που είχαν δοθεί στην προδικασία, έγινε χωρίς την ρητή εναντίωση της παριστάμενης κατά την ανάγνωση συνηγόρου του κατηγορουμένου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 εδ. α και β του ΚΠΔ, "το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή" φάκελο, ο οποίος αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικός αποφάσεως, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγούμενου εδαφίου". Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαγόρευση πρόσβασης στο περιεχόμενο του δελτίου ποινικού μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου αποσκοπεί στο σχηματισμό καθαρής δικαστικής πεποίθησης που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποίησης σε βάρος του προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι, ώστε, η παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρ. 577 παρ.2 ΚΠΔ, με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα. Η απαγόρευση, όμως, του άρθρ. 577 παρ.2 ΚΠΔ δεν εμποδίζει τον κατηγορούμενο να ζητήσει ο ίδιος την ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου, προκειμένου να αξιοποιήσει υπέρ αυτού την ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών του, όπως για να ζητήσει την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, που ο ίδιος επιθυμεί να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο του ποινικού του μητρώου, η προστατευτική για την υπεράσπιση του λειτουργία της διάταξης, κάμπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της ενοχής του κατηγορουμένου πρόταση του εισαγγελέως, η συνήγορος υπεράσπισης του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, υπέβαλε, για την περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου και σε δεύτερο βαθμό, αυτοτελείς, ισχυρισμούς της αναγνώρισης, πλην άλλων και του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου, γιατί δεν απασχόλησε ποτέ τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές. Από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι το ποινικό μητρώο του άνω κατηγορουμένου δεν συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των αναφερομένων εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, πριν την έκδοση της περί ενοχής αποφάσεως. Επομένως, η διακρίβωση της βασιμότητας του ισχυρισμού αναγνώρισης του παραπάνω ελαφρυντικού προτέρου εντίμου βίου του κατηγορουμένου, δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την ανάγνωση του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, η οποία έλαβε χώρα μετά την περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου και μόνο για την αναγνώριση ή μη της αιτούμενης ελαφρυντικής περίστασης από αυτόν, όπως ο ίδιος ζήτησε και δεν αξιολογήθηκε για την ενοχή του, όπως αυτός ισχυρίζεται, μάλιστα από το προεκτεθέν αιτιολογικό, προκύπτει ότι το δικαστήριο, πρώτα αποφαίνεται περί της ενοχής, χωρίς καμία αναφορά στο ποινικό του μητρώο και μετά στη συνέχεια περιέχει αυτοτελές αιτιολογικό για την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, αναφερόμενο στο περιεχόμενο του αναγνωσθέντος, προφανώς μετά την περί ενοχής κρίση αυτού, ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, για ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης του για παράνομη οπλοκατοχή. Επομένως, αφού δεν προκύπτει ότι είχε αποσφραγισθεί προηγουμένως το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ότι αξιολογήθηκε για την ενοχή του, έπεται ότι δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, ούτε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και κατά συνέπεια, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ δεύτερος (β' σκέλος) λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2011 αίτηση του Π. Ζ. του Β. περί αναιρέσεως της 93, 94, 154/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτη. Και
Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 6/11-4-2011 αίτηση του Ι. Κ. του Κ. περί αναιρέσεως της 93, 94, 154/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ως αβάσιμη. Και
Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Ληστεία κατά συρροή. Παράνομη οπλοφορία - οπλοχρησία. Απαράδεκτη η αναίρεση του 2ου αναιρεσείοντος διότι δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως. Αβάσιμη η αναίρεση του 1ου αναιρεσείοντος. Α) Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για απόρριψη αιτήματος αναβολής και βίαιης προσαγωγής απολιπομένων μαρτύρων κατηγορίας (353ΚΠΔ) και του αυτοτελούς ισχυρισμού αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του αρ. 84 παρ.2 εδ. α και ε' του ΠΚ. Β) Δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση, αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας το σχετικό δικαίωμα, ζήτησε να λάβει το λόγο από τον πρόεδρο του δικαστηρίου και ότι αντέλεξε στην ανάγνωση της. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. ε' της ΕΣΔΑ να θέσει ερωτήματα στους .μάρτυρες, μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση αυτού. Γ) Δεν προκύπτει ότι είχε αποσφραγισθεί προηγουμένως το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ότι αξιολογήθηκε για την ενοχή του, άρα έπεται ότι δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, ούτε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και κατά συνέπεια, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, για παραβίαση του άρθρου 577 παρ.2 ΚΠΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1781/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Ανώνυμος Εταιρία ΛΑΡΚΟ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 278/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 ορίζεται ότι "οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων", στην παρ. 2 ορίζεται ότι "η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες." Στη συνέχεια στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το Ν. 1892/1990. Μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται αφενός και οι κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμοί καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς (άρθρ. 51 παρ. 1 περ. γ' του ν. 1892/1990, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 1943/1991) και αφετέρου τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος (άρθρ. 14 παρ. 1 εδ. β' παρ. 1 του 2190/1994). Μεταξύ δε αυτών των νομικών προσώπων, που υπάγονται αφενός στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός, κατά τα παραπάνω οριοθετείται και αφετέρου στην εφαρμογή του ν. 2190/1994 σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού, είναι και η εναγόμενη εταιρία. Ειδικότερα αυτή ως μεταλλευτική και μεταλλουργική ανώνυμη εταιρία, αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα, που επιδιώκει κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς και υπάγεται στον άμεσο έλεγχο του τομέα ενέργειας του Υπουργείου Ανάπτυξης, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει αμέσως ή εμμέσως το 62,10% των μετοχών, αυτό δε ελέγχει την εναγόμενη και διορίζει τον πρόεδρο και μέλη του Δ.Σ. αυτής. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 Α.Κ. και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητά ή σιωπηρά έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Περαιτέρω το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του ν. 547/1937 ορίζει ότι οι διατάξεις του νομοθετήματος αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων. Η διάταξη όμως αυτή δε δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως ορίζεται παραπάνω στο ν. 2190/1994, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως, ως ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Με την αναθεώρηση του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγουμένου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συνάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρο 103 του Συντάγματος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου. Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκε στις 18-3-1999 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999, η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης ορίζει ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας αυτής, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που καλείται να λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές αφενός με το Π. Δ. 81/2003 (ΦΕΚ Α' 77/2-4-2003), όπως τροποποιήθηκε με το Π. Δ. 180/2004 (ΦΕΚ 1601Α/23-8-2004) και αφ ετέρου με το Π. Δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α' l34/19-7-2004). Το πρώτο Π. Δ (81/2003, όπως τροποποιήθηκε) εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα. Το δεύτερο Π.Δ (164/2004) εφαρμόζεται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις (άρθρ 2 και 3 περ. γ' του Π.Δ/τος), στον οποίο τομέα (δημόσιο), κατά την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, περιλαμβάνεται και η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία. Το άρθρο δε 5 του ως άνω Π.Δ/τος 164/2004 ορίζει τα εξής: " 1. Aπαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή η δραστηριότητα της επιχείρησης ... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, δηλαδή κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου Π.Δ/τος η ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Το ίδιο το Π.Δ (164/2004), επειδή ισχύει για τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μετά την ισχύ αυτού, δηλαδή μετά τις 19/7/2004, περιλαμβάνει και ρυθμίσεις για τις διαδοχικές συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού και ήταν ενεργείς μέχρι και τρεις μήνες πριν την πιο πάνω έναρξη (άρθρ. 11 αυτού). Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζουν αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου (παρ. 1 περ. α' - δ') και αναθέτουν την τελική κρίση για τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων στο A.Σ.Ε.Π. (ανεξάρτητη αρχή, όπως προβλέπει το άρθρο 103 παρ 7 του Συντάγματος), κατά την οριζόμενη στην παρ. 2 του πιο πάνω άρθρου αποκλειστική διαδικασία. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το Π.Δ 164/2004 των αναφερόμενων ως άνω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων, και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φάση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες προβλέπουν ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός, κατά τα παραπάνω, καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένη και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο Ανεξάρτητης Αρχής (παρ 7) ή και ορίζουν τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την κάλυψη των αναγκών, απαγορεύοντας τη μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου (παρ. 8).
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπoρεί να γίνει. Ενόψει, λοιπόν, όλων των πιο πάνω διατάξεων, αλλά και της, κατά τα προαναφερόμενα, προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/Ε.Κ. του Συμβoυλίoυ, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή όχι μόνο μέχρι την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω Π.Δ/τος 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος (βλ ολ ΑΠ 19-20/2007, ΑΠ 422/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η αναιρεσίβλητη την προσέλαβε την 26-9-2005 με έγγραφη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών για να προσφέρει τις υπηρεσίες της για το χρονικό διάστημα από 1/10/2005 μέχρι 31/12/2005, ως βοηθό νοσηλεύτρια σε υγειονομικό σταθμό της τελευταίας στον οικισμό ... . Ότι και μετά τη λήξη της πιο πάνω σύμβασης συνέχισε να παρέχει τις ίδιες, όπως παραπάνω, υπηρεσίες της με δύο διαδοχικές συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών για τα διαστήματα από 1/1/2006 μέχρι 30/6/2006 και από 1-7-2006 μέχρι 31/12/2006, οπότε η αναιρεσίβλητη έπαυσε να αποδέχεται την εργασία της, καταγγέλλοντας έτσι σιωπηρά (προφορικά), χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, τη μεταξύ τους σύμβαση. Ότι από την πρόσληψη της και καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης κατ' επίφαση δε και μόνο χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών οι ως άνω συμβάσεις εργασίας προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της κατά παράβαση του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου. Ζητούσε δε να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η καταγγελία αυτής (συμβάσεως εργασίας) ήταν άκυρη και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με απειλή χρηματικής ποινής και να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό ως μισθούς υπερημερίας. Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή είναι μη νόμιμη σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού η αναιρεσίβλητη υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και ως εκ τούτου ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι εν λόγω συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες καταρτίστηκαν μετά την ισχύ του ΠΔ. 180/2004 και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ακόμη και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αυτή ως άνω αιτιολογία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρετικός λόγος από την ως άνω διάταξη προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, γεγονός που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση δεδομένου ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2010 αίτηση της Α. Μ. για αναίρεση της 107/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον Δημόσιο και τα ΝΠΙΔ που υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Νομοθετικό πλαίσιο, προϋποθέσεις που πρέπει, κατ' εξαίρεση, να πληρούνται ώστε να είναι δυνατή η μετατροπή των συμβάσεων. Κρίση ότι στον Δημόσιο τομέα δεν είναι δυνατή η μετατροπή τους σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου μετά την ισχύ του ΠΔ 180/2004, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Περιστατικά.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1783/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "SOCIETE GENERALE", που εδρεύει στο Παρίσι (Γαλλία) και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πίκουλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 906/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., κατά την οποία "Η άσκηση του δικαιώµατος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονοµικός σκοπός του δικαιώµατος", έχει έντονο τον χαρακτήρα δηµοσίας τάξεως και εφαρµόζεται και επί δικαιωµάτων που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, επίσης δηµοσίας τάξεως. Εφαρµόζεται επομένως και επί των δικαιωµάτων που πηγάζουν από τις δηµοσίας τάξεως διατάξεις των άρθρων 92 και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), για τις αξιώσεις των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους µε πάγια αντιμισθία, προς καταβολή τουλάχιστον της ελάχιστης αµοιβής που ορίζεται σ' αυτές, καθώς και της αποζημιώσεως απολύσεως, που προσδιορίζεται µε βάση την ελάχιστη αυτή αµοιβή, σε περίπτωση καταγγελίας, από τον εντολέα τους, της σύµβασης της έµµισθης µε πάγια αντιμισθία εντολής (Ολ.ΑΠ 33 και 34/2005). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το δικαίωµα του δικηγόρου, που έχει προσληφθεί για να παρέχει υπηρεσίες στον εντολέα του µε πάγια αντιμισθία, να απαιτήσει, αντί της συμφωνημένης μικρότερης, την κατά το άρθρο 92Α του ν.δ. 3026/1954, μεγαλύτερη νόµιµη μηνιαία αµοιβή του, παρόλο που αυτή πηγάζει από τις ως άνω διατάξεις δηµοσίας τάξεως, υπόκειται στους περιορισµούς του άρθρου 281 Α.Κ. Κατά την έννοια δε αυτής της διατάξεως, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση δικαιώµατος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου, ότι δεν υπάρχει το δικαίωµα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης, που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλά αρκεί απλώς να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις. Στην περίπτωση αυτή, η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση δικαιώματός του μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Τέτοια περίπτωση υπάρχει, όταν ο δικηγόρος, ενώ γνωρίζει ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και την καθορίζουν, μεγαλύτερη, παρόλα αυτά ζητά από τον εντολέα του, που αγνοεί το γεγονός αυτό, καθώς και τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής υποχρέωσή του και εισπράττει χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίρρηση μικρότερη κατά μήνα αντιμισθία, επιτυγχάνοντας έτσι την κατάρτιση και συνέχιση της συμβάσεως και δημιουργώντας, με τη συμπεριφορά του αυτή, αφενός μεν την εύλογη πεποίθηση στον εντολέα του, ότι δεν οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό από εκείνο που συμφωνήθηκε, αφετέρου δε μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας, με την πληρωμή του αιτούμενου ποσού, θα προκαλούσε στον τελευταίο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία. Εξάλλου, η αμοιβή του δικηγόρου, που αμείβεται με πάγια αντιμισθία, µπορεί να συμφωνηθεί να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, τα οποία ορίζει η υπό του άρθρου 92 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων προβλεπόμενη απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, εάν η επαγγελµατική απασχόληση του εµµίσθου δικηγόρου παρέχεται µεν σε καθημερινή βάση αλλά περιορισµένως και συγκεκριμένα, κατά τρόπο που δεν απορροφά μεγάλο µέρος της επαγγελµατικής του δραστηριότητας, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή των ανωτέρω αποφάσεων του Υπουργείου Δικαιοσύνης περί των ελαχίστων αµοιβών των εµµίσθων δικηγόρων προϋποθέτουν πλήρη απασχόληση του δικηγόρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας, κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, δέχθηκε, ανελέγκτως, με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: Η εκκαλούσα τραπεζική εταιρία είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα από το έτος 1980 και το έτος 1989 ξεκίνησε να λειτουργεί Υποκατάστηµα στη Θεσσαλονίκη. Στο Υποκατάστηµα αυτό της εκκαλούσας προσλήφθηκε µε σύµβαση έµµισθης εντολής ο εφεσίβλητος, που είναι δικηγόρος, ενταγμένος στο δικηγορικό σύλλογο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να παρέχει τις νοµικές του υπηρεσίες, αµειβόµενος µε πάγια αντιμισθία. Παράλληλα η εκκαλούσα διέθετε δύο καταστήματα στην Αθήνα, κατά τον χρόνο δε της προσλήψεως του εφεσίβλητου απασχολούσε, ως δικηγόρο -νοµικό της σύµβουλο στην Αθήνα, τον Η. Ρ., που επίσης αμειβόταν µε πάγια αντιμισθία, από τον οποίο και ενημερώθηκε ο εφεσίβλητος για τις υποθέσεις αυτής. Για τα εργασιακά θέµατα, που απαιτούσαν αντιμετώπιση, η εκκαλούσα συνεργαζόταν µε δικηγόρους εξειδικευμένους στα ζητήματα αυτά. Η κύρια απασχόληση του εφεσίβλητου στην εκκαλούσα εταιρία αφορούσε τον έλεγχο των συµβάσεων, που κατάρτιζε η τελευταία µε άλλες εταιρίες, παράλληλα όµως ο ίδιος παρείχε τις νοµικές του συμβουλές σε οποιαδήποτε περίπτωση παρουσιάζονταν προβλήματα σχετικά µε τις τραπεζικές υπηρεσίες που παρείχε η εκκαλούσα στους πελάτες της και την εκπροσωπούσε εξώδικα ή δικαστικά ενώπιον των δικαστηρίων. Ο εφεσίβλητος εξακολούθησε να παρέχει τις νοµικές του υπηρεσίες στην εκκαλούσα εταιρία µέχρι την 27.10.2004, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύµβαση έµµισθης εντολής, που τους συνέδεε. Ήδη δε από τις αρχές του έτους 2004 η εκκαλούσα είχε αγοράσει το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε., ενώ στη συνέχεια η τελευταία αγόρασε µέρος των τραπεζικών δραστηριοτήτων της πρώτης, ενόψει δε της αναµενόµενης εξαγοράς αυτής και της ενοποίησης των ως άνω τραπεζικών εταιριών, η εκκαλούσα είχε ζητήσει από τους εργαζομένους σ' αυτήν να αποχωρήσουν εθελοντικά, µε την καταβολή πολλαπλασίων των νοµίµων αποζημιώσεων. Στα πλαίσια της ενοποίησης αυτής, η εκκαλούσα έκλεισε το υποκατάστηµα που διατηρούσε στη Θεσσαλονίκη, όπως και υποκατάστηµα που διατηρούσε στην Αθήνα, κατήγγειλε δε, εκτός από τη σύµβαση έµµισθης εντολής του εφεσίβλητου και τις αντίστοιχες συµβάσεις των δικηγόρων - νοµικών συμβούλων της στην Αθήνα, Ά. Γ. και Α. Ρ., καθώς εξέλιπε ο λόγος, για τον οποίο είχαν προσληφθεί, δεδομένου ότι η Γενική Τράπεζα διέθετε πλήρως οργανωμένη υπηρεσία, όχι µόνο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, αποτελούμενη από μεγάλο αριθµό δικηγόρων. Κατά την κατάρτιση της συµβάσεως έµµισθης εντολής του εφεσίβλητου, η πάγια αµοιβή, που θα λάµβανε αυτός μηνιαίως, είχε συμφωνηθεί µεταξύ του ίδιου και του διευθυντή του υποκαταστήματός της στη Θεσσαλονίκη, Θεοδωρίδη, είχε δε καθορισθεί σύµφωνα µε τα κατώτατα όρια, που προβλέπει ο Κώδικας περί Δικηγόρων. Καθόλη δε τη διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εκκαλούσα, με την προαναφερόμενη ιδιότητα, ο εφεσίβλητος συνέχισε να λαμβάνει μηνιαίες πάγιες αποδοχές τουλάχιστον ίσες ή ελάχιστα μεγαλύτερες από τα κατώτατα όρια, που προέβλεπε ο ίδιος Κώδικας, όπως αυτά ορίζονταν από τις εκδιδόμενες περί τούτου υπουργικές αποφάσεις, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την εκκαλούσα. Και ενώ αυτή η κατάσταση σχετικά με το ζήτημα της αμοιβής του εφεσίβλητου συνεχίσθηκε επί δεκαετία, από το έτος 2000 μέχρι την καταγγελία της συμβάσεώς του η εκκαλούσα του κατέβαλλε ως πάγια μηνιαία αντιμισθία το ποσό των 880 ευρώ, ενώ η προβλεπόμενη από τις υπουργικές αποφάσεις, που εκδίδονταν σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ανερχόταν στα ποσά των 1.146,67 ευρώ, 1.204,72 ευρώ, 1.204,76 ευρώ, 1.486,68 ευρώ και 1.588,18 ευρώ για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003 και 2004, αντίστοιχα, το ύψος της οποίας επίσης δεν αμφισβητείται από την εκκαλούσα εταιρία. Έτσι, από το έτος 2000 ουδεμία αύξηση έγινε στην πάγια αντιμισθία του εφεσίβλητου, ώστε να προσαρμόζεται στις αντίστοιχες αυξήσεις των προβλεπομένων κατωτάτων ορίων για τους δικηγόρους που αμείβονταν με πάγια αντιμισθία. Ήδη, όμως, τον Δεκέμβριο του 2000 ο εφεσίβλητος ενημέρωσε τον ως άνω διευθυντή του υποκαταστήματος της εκκαλούσας στη Θεσσαλονίκη για τις αλλαγές που επήλθαν στις νόμιμες κατώτατες αποδοχές του, αφού έλαβε γνώση τούτων από το Δικηγορικό Σύλλογο, ο τελευταίος δε με τη σειρά του επικοινώνησε με τον Γενικό διευθυντή της ίδιας τραπεζικής εταιρίας και νόμιμο εκπρόσωπό της στην Ελλάδα Κ., ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη μισθοδοσία των εργαζομένων σ' αυτήν και του έθεσε υπόψη το σχετικό ζήτημα. Εκείνος ήρθε σε επαφή με τον εφεσίβλητο και του ανέφερε, ότι στο στάδιο αυτό η εκκαλούσα βρισκόταν σε κατάσταση αναδιοργάνωσης και ανακατατάξεων για την εξαγορά άλλης τράπεζας, όπως και πράγματι συνέβη στη συνέχεια και του ζήτησε, λόγω του γεγονότος αυτού, να αναµείνει την ολοκλήρωση της επικείμενης αυτής διαδικασίας εξαγοράς, µετά την οποία θα ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις του. Από τα παραπάνω περιστατικά, που αποδείχθηκαν, ουδόλως προέκυψε ότι οι ένδικες αξιώσεις του εφεσίβλητου ασκούνται καταχρηστικά, όπως αβάσιµα ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρία. Ειδικότερα, η τελευταία, προς θεμελίωση της προβαλλόμενης από το άρθρο 281 Α.Κ. ένστασής της, ισχυρίσθηκε ότι η ίδια δεν είχε γνώση της σχετικής νοµοθεσίας, που διέπει τη σχέση πάγιας αντιμισθίας µεταξύ αυτής και του δικηγόρου της, εφεσίβλητου, ο οποίος είχε ιδιαίτερο καθήκον να την ενηµερώσει περί του ζητήματος αυτού, ώστε, ενόψει και του περιορισμένου σε νοµικές υποθέσεις αντικειμένου της, να συγκρίνει τα οικονοµικά δεδομένα και αναλόγως να επιλέξει ή να δέχεται τις υπηρεσίες του εφεσίβλητου ή να προβεί στην ανάθεση της διεκπεραιώσεως των υποθέσεών της σε άλλο δικηγόρο, εξωτερικό συνεργάτη, µε μικρότερο κόστος. Παράλληλα ισχυρίσθηκε η εκκαλούσα, ότι ο εφεσίβλητος εισέπραττε ανεπιφύλακτα τις αµοιβές του χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε διαμαρτυρία περί γενικών διαφορών της μισθοδοσίας του και των εξ αυτής απαιτήσεών του, ενώ ανέµενε σκοπίµως την καταγγελία της συµβάσεώς του, για να τα αναζητήσει, καθώς ο ίδιος µε την παραµονή του σε συνεργασία μαζί της απέβλεπε και σε άλλα οφέλη, όπως η άντληση πελατείας για το προσωπικό δικηγορικό γραφείο που τηρούσε, λόγω των γνωριμιών που δημιουργούσε στον χώρο της εκκαλούσας, µε τη συμπεριφορά του δε αυτή της δημιούργησε αφόρητες οικονομικές συνέπειες, τις οποίες, αν γνώριζε, θα είχε αποφύγει κατά τον προαναφερόμενο τρόπο. Οι νόµιµοι όµως αυτοί ισχυρισµοί της εκκαλούσας, που µπορούν να θεμελιώσουν την προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο 281 Α.Κ. κατάχρηση δικαιώµατος του εφεσίβλητου για τη διεκδίκηση των επίδικων αξιώσεων, αποδείχθηκαν ουσιαστικά αβάσιμοι. Τούτο δε διότι, κατ' αρχήν, η εκκαλούσα είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα από το έτος 1980 και διέθετε νομικό σύμβουλο στην Αθήνα επί σειρά ετών, τον οποίο μάλιστα άμειβε με πάγια αντιμισθία, οπότε είναι προφανές, ότι αυτός της είχε καταστήσει γνωστά τα περί ελαχίστων ορίων αμοιβής των δικηγόρων στη συγκεκριμένη περίπτωση και τα όσα προβλέπονταν για τη σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου, αμειβόμενου με το καθεστώς της πάγιας αντιμισθίας, ενώ ήδη από την εγκατάσταση υποκαταστήματός της στην Ελλάδα μέχρι την πρόσληψη του εφεσίβλητου μεσολάβησαν εννέα έτη, κατά τα οποία η ίδια απασχόλησε άλλους δύο δικηγόρους στα υποκαταστήματά της στην Αθήνα. Βασικό στοιχείο δε, που επιβεβαιώνει τη γνώση αυτή της εκκαλούσας, είναι το γεγονός ότι επί σειρά δέκα ετών παρείχε στον εφεσίβλητο νόμιμη αμοιβή, ενώ το συγκεκριμένο πρόβλημα εμφανίσθηκε μόνο την τελευταία πενταετία, οπότε η ίδια αντιμετώπιζε την επικείμενη εξαγορά άλλης τράπεζας. Επί πλέον, ουδόλως αδράνησε ο εφεσίβλητος στη διεκδίκηση των αξιώσεών του κατά τα προαναφερόμενα, λάμβανε δε τις μειωμένες αποδοχές, ενόψει αναμονής της τελεσφόρησης της αναμενόμενης τραπεζικής εξαγοράς. Άλλωστε, ο ίδιος ανέμενε, ότι στη συνέχεια θα επακολουθούσε πρόσληψή του από την Γενική Τράπεζα Α.Ε., παρά το γεγονός, ότι η τελευταία αρνείται ότι του είχε γνωστοποιηθεί τέτοια πρόθεσή της. Εξάλλου, το σύνολο των υπαλλήλων της εκκαλούσας, όσων δεν είχαν ακολουθήσει την οδό της εθελουσίας εξόδου, ανεξαρτήτως ειδικότητας, προσλήφθηκαν στην Γενική Τράπεζα, οπότε ήταν εύλογο και θεμιτό ο εφεσίβλητος, ως ο μοναδικός νομικός σύμβουλος αυτής στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης επί σειρά δεκαπέντε ετών και γνώστης των νομικών τραπεζιτικών της θεμάτων, με ευδόκιμη συνεργασία μ' αυτήν, να αναμένει να συνεχίσει την παροχή των νομικών του υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, αυτή δε ήταν και η αρχική πρόθεση της εκκαλούσας, η οποία μετέβαλε γνώμη στη συνέχεια, λόγω του ότι η Γενική Τράπεζα, μέσω της οποίας η ίδια ασκούσε πλέον το μεγαλύτερο μέρος των τραπεζιτικών δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα, απασχολούσε ικανό αριθμό δικηγόρων. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, ανεξάρτητα από το ότι η εκκαλούσα επικαλείται μειωμένη απασχόληση του εφεσίβλητου, παραθέτοντας τα στοιχεία των υποθέσεων που διεκπεραίωνε ο τελευταίος, είναι γεγονός, ότι τέτοια συμφωνία μεταξύ τούτου και της ίδιας δεν υπήρξε, αφού ο εφεσίβλητος δεν λάμβανε μειωμένη αμοιβή αλλά την προβλεπόμενη κάθε φορά από τις εν λόγω υπουργικές αποφάσεις, μόνο δε τα τελευταία έτη οι αποδοχές του ήταν μειωμένες, γεγονός που όμως δεν οφείλεται σε κάποια τροποποιητική συμφωνία μεταξύ του ίδιου και της εκκαλούσας, πράγμα που άλλωστε και η τελευταία δεν επικαλείται, αλλά στα όσα ήδη ειπώθηκαν παραπάνω στα πλαίσια της εξετάσεως της βασιμότητας της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως των αξιώσεων του εφεσίβλητου, που πρότεινε η εκκαλούσα. Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από το αν ο εφεσίβλητος παρείχε ή όχι μειωμένη εργασία, ζήτημα που πάντως δεν προέκυψε βάσιμο, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι ο εφεσίβλητος ήταν ο μοναδικός νομικός σύμβουλος της εκκαλούσας στη Θεσσαλονίκη επί σειρά ετών, οπότε δεν δικαιολογείται η μειωμένη απασχόλησή του με τα νομικά της θέματα, δεν προέκυψε ότι είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνία για παροχή μειωμένης αμοιβής, οπότε σε κάθε περίπτωση ο εφεσίβλητος δεν ήταν επιτρεπτό να λαμβάνει πάγια αμοιβή μικρότερη από την οριζόμενη στις εν λόγω υπουργικές αποφάσεις. Τέλος, το Εφετείο, κατέληξε στην κρίση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με βάση τα παραπάνω απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ. για τη διεκδίκηση όλων των αγωγικών αξιώσεών του, καθώς και τον ισχυρισμό της εκκαλούσας περί μειωμένης απασχόλησης του εφεσίβλητου και δέχθηκε ότι η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει στον εφεσίβλητο τις διαφορές μεταξύ των νομίμων αποδοχών του και εκείνων που λάμβανε, εφόσον, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν παρίσταται καταχρηστική η άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων του στη συγκεκριμένη περίπτωση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, ο δεύτερος περί του αντιθέτου λόγος της εφέσεως, καθώς και ο πρώτος, κατά το μέρος του που αναφέρεται στην απόρριψη της ως άνω ενστάσεως εκ του άρθρου 281 Α.Κ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής του αναιρεσίβλητου και στη συνέχεια δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παρεβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, κατά τις παραπάνω παραδοχές της απόφασής του, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της. Εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις, αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την μη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης. Επομένως είναι αβάσιμοι οι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους γίνεται, αντίστοιχα, επίκληση των σχετικών πλημμελειών. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 30-11-2010, αίτηση της αναιρεσείουσας "SOCIETE GENERALE" ATE, για την αναίρεση της 906/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως και εφαρμόζεται και επί των δικαιωμάτων που πηγάζουν από τις δημοσίας τάξεως διατάξεις των άρθρων 92 και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), για τις αξιώσεις των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία, προς καταβολή τουλάχιστον της ελάχιστης αμοιβής που ορίζεται σ' αυτές, καθώς και της αποζημιώσεως απολύσεως, που προσδιορίζεται με βάση την ελάχιστη αυτή αμοιβή, σε περίπτωση καταγγελίας, από τον εντολέα τους, της σύμβασης της έμμισθης με πάγια αντιμισθία εντολής. Το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης του, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1784/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Α. του Σ., κατοίκου ... και 2) Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουλοχέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Ιδιωτικού Δικαίου στο Δημόσιο" και της αίτησης περί ανάκλησης της 6641/2005 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου (τμήμα Ασφαλιστικών μέτρων). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5980/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 31-8-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 22-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρις την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισµένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύµβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της. Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δηµόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισµός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύµβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόµου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύµβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νοµικό χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συµβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύµβασης έργου ή εργασίας ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006). Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.), με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, για επαγγελματική κατάρτιση, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συµβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι είχαν συνάψει με τη δεύτερη εναγόμενη και μη διάδικο στην δίκη αυτή, εταιρεία με την επωνυμία "Επαγγελματική Κατάρτιση Α.Ε.", κατ' επίφαση, τυπικές συμβάσεις επαγγελματικής κατάρτισης, η πρώτη την 16-1-1999 και η δεύτερη την 20-12-2000, δυνάμει των οποίων απασχολήθηκαν στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου, ως διοικητικοί υπάλληλοι, η πρώτη μέχρι και την 6-10-2004 και η δεύτερη μέχρι και την 4-10-2004. Ότι οι πιο πάνω συμβάσεις τους, μετά τη λήξη τους, ανανεώθηκαν, για την πρώτη ενάγουσα άλλες τέσσερις φορές, για δε τη δεύτερη ενάγουσα άλλες δυο φορές, καίτοι δε συνήφθησαν ως "συμβάσεις επαγγελματικής κατάρτισης", ήταν στην ουσία συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου. Ότι, συνεπώς, επρόκειτο περί μιας ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι, κατά τις αμέσως ανωτέρω ημεροχρονολογίες λήξεως της τελευταίας συμβάσεώς τους, το πρώτο εναγόμενο, κατήγγειλε προφορικά και άκυρα τις συμβάσεις εργασίας τους και αρνείται έκτοτε ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους. Επικαλούμενες τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ζητούν οι αναιρεσείουσες, με βάση τις διατάξεις του Π.Δ. 164/2004, άλλως με βάση τις διατάξεις του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, να αναγνωριστεί ότι η σχέση που τις συνδέει με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο είναι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να τους καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές τους. Η ένδικη αγωγή συζητήθηκε σε πρώτο βαθμό στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε την 11-1-2006 η υπ' αριθ. 35/2006 απόφαση που την έκρινε ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία, ως προς τη δεύτερη βάση της. Κατά της απόφασης εκείνης ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και εκδόθηκε την 6-9-2007 η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, Αθηνών, με την οποία αυτό δέχθηκε αντίστοιχο λόγο της έφεσης, ως προς την νομιμότητα της ένδικης αγωγής, κρίνοντας ότι η αγωγή δεν ήταν νομικά βάσιμη, διότι, 1) οι συμβάσεις επαγγελματικής κατάρτισης των απασχολούμενων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου που υποκρύπτονταν, μη υπαρχόντων θεσμοθετημένων οργανικών θέσεων, διότι έτσι θα παραβιαζόταν το άρθρο 103 παρ. 2 του Συντάγματος. Στη συνέχεια δε, αφού δέχθηκε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων, άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειουσών, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001 και από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεις επαγγελματικής κατάρτισης, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειουσών μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειουσών, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.
Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε: 1) με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994 και της υπ' αριθ. 40015 ΦΕΚ Β' 81/8-2-1999 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση (άρθρο 20 Ν. 2639/1998), οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και 2) με τη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την, με αριθμό, 5980/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, OTA και άλλα ΝΠΔΔ, πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, ισχύουν από 18-4-2001, και απαγορεύουν την μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των OTA και άλλων ΝΠΔΔ και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1788/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο ακροατήριό του στις 13 και 15 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Κ. Π. του Ε., κατοίκου ..., Έλληνα υπηκόου και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο, κατά της με αριθμό 20/2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό φακέλου III GS 3304/11 από 11 Απριλίου 2011 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα του Μονάχου σε βάρος του ανωτέρω εκκαλούντος - εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, δια πληρεξουσίου, την με αριθμό 02/28.9.2011 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πατρών και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1119/2011. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη έφεση ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τα άρθρα 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο, το οποίο έχει ασκήσει είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπρόσωπο, που έχει σχετική εντολή. Η παραίτηση γίνεται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά τον Ν. 2408/1996 "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο ως συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, δηλαδή την απόρριψη του ένδικου μέσου ως απαραδέκτου, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως εάν συντρέχει άλλη περίπτωση απαραδέκτου από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή (ΟλΑΠ 6/2005 σε Συμβούλιο).
Εν προκειμένω, με την 20/2011 απόφαση του, του Συμβούλιο Εφετών Πατρών αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό φακέλου III 053304/11 από Απριλίου 2011 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα του Μονάχου κατά του εκκαλούντος, προκειμένου να προσαχθεί ενώπιον της παραπάνω Γερμανικής Δικαστικής Αρχής για να ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για το έγκλημα της από κοινού φοροδιαφυγής. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος- εκκαλών άσκησε την 2/2011 έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά την παραπάνω αναφερομένη δικάσιμο. Όμως, όπως προκύπτει από την 58727/1.12.2011 έκθεση του Διευθυντή του Καταστήματος Κρατήσεως Κορυδαλλού, όπου κρατείται ο εκκαλών, ο τελευταίος δήλωσε ότι παραιτείται από την πιο πάνω ασκηθείσα έφεση του κατά της 20/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 2/2011 έφεση του Κ. Π. του Ε. κατά της 20/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως. Έφεση κατ' αποφάσεως Συμβουλίου Εφετών που αποφασίζει την εκτέλεση. Παραίτηση από την ασκηθείσα έφεση. Απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1770/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ά. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τριανταφύλλου, περί αναιρέσεως της ΒΜ 248/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 545/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 2224/1994, "κάθε εργοδότης που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και την ασφάλεια της εργασίας του νόμου αυτού και των κανονιστικών πράξεων, που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της, τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον 100.000 δραχμών ή και με τις δύο αυτές ποινές".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1, 2, 3, 4 του ν. 1568/1985, ορίζεται ότι "1. Στις επιχειρήσεις που απασχολούν κατά ετήσιο όρο πάνω από πενήντα (50) εργαζόμενους, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και γιατρού εργασίας. 2. Παραρτήματα, υποκαταστήματα, χωριστές εγκαταστάσεις ή αυτοτελείς εκμεταλλεύσεις, εξαρτημένες από την κύρια επιχείρηση, θεωρούνται αυτοτελείς επιχειρήσεις για την εφαρμογή του κεφαλαίου αυτού, εφόσον απέχουν μεταξύ τους ή από την κύρια επιχείρηση τόσο, ώστε να δυσχεραίνεται το έργο του τεχνικού ασφαλείας και του γιατρού εργασίας, κατά την απόφαση του επιθεωρητή εργασίας στον οποίο μπορεί να προσφύγει κάθε μέρος σε περίπτωση διαφωνίας. Κατά της απόφασης του επιθεωρητή εργασίας επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του κατά τόπο αρμόδιου ειρηνοδίκη κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας περί εργατικών διαφορών. 3. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση, πριν από την επιλογή του τεχνικού ασφαλείας ή του γιατρού εργασίας, να γνωστοποιεί στην τοπική επιθεώρηση εργασίας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους καθώς και την τυχόν απασχόλησή τους σε άλλη επιχείρηση, τα στοιχεία για το είδος και την οργάνωση της επιχείρησης, τον αριθμό των εργαζομένων και λοιπές συναφείς πληροφορίες. 4. Η σύμβαση πρόσληψης του τεχνικού ασφάλειας και του γιατρού εργασίας γίνεται εγγράφως και αντίγραφό της κοινοποιείται από τον εργοδότη στην τοπική επιθεώρηση εργασίας. ".
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 248/2011 ανέκκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών, σε πρώτο βαθμό, για υγειονομική παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 2224/1994, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στον Πειραιά στις 7.2.2006 και 10.4.2006 με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων και ειδικότερα, το άρθρο 4 του Ν. 1568/1985 καθόσον ως νόμιμος εκπρόσωπος των ΕΛ.ΤΑ. Α.Ε. Πειραιά, επί της οδού Φίλωνος 36 και Τσαμαδού 23, ήτοι ως Πρόεδρος του Δ.Σ. των ΕΛΤΑ (ΦΕΚ τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ Φ 2234/27.3.2002 άρθ. 16§8) δεν χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται αλλά πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2β ΠΚ καθόσον στην ως άνω πράξη του δεν προέβη από ταπεινά κίνητρα αλλά από γραφειοκρατικά προβλήματα, τα οποία όμως δεν επιχείρησε με σθένος να επιλύσει".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δικάσαν ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη μη εκκλητή απόφασή του, την κατά τα πιο πάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα: Υπάρχει ελλιπής αιτιολογία και έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ασάφειας στο αιτιολογικό, που αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, διότι αναφέρει σε αυτά απλώς ότι ο κατηγορούμενος εργοδότης, ως Πρόεδρος του ΔΣ, νόμιμος εκπρόσωπος των ΕΛΤΑ ΑΕ Πειραιά, επί της οδού Φίλωνος 36 και Τσαμαδού 23 του Πειραιά, με πρόθεση, δεν χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και γιατρού εργασίας, χωρίς όμως να εξειδικεύει την άνω επιχείρηση των ΕΛΤΑ, αν δηλαδή στο επί των άνω οδών του Πειραιά λειτουργούντος καταστήματος των ΕΛΤΑ, απασχολούντο, όπως τούτο αποτελεί, κατά τα προαναφερθέντα, αναγκαίο όρο για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της υγειονομικής αυτής παράβασης, κατά ετήσιο όρο, πάνω από πενήντα (50) εργαζόμενοι, οπότε και μόνον ο κατηγορούμενος εργοδότης είχε υποχρέωση, κατά τον άνω ν. 1569/1985, να έχει προσλάβει και να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και γιατρού εργασίας ή τουλάχιστον ότι επρόκειτο για παράρτημα, υποκατάστημα, χωριστή εγκατάσταση ή για αυτοτελή εκμετάλλευση εξαρτημένη από την κύρια επιχείρηση, ή για εκμετάλλευση , που απείχε από άλλη ή από την κύρια επιχείρηση τόσο, ώστε να δυσχεραίνεται το έργο του υπάρχοντος εκεί τεχνικού ασφαλείας και του γιατρού εργασίας, οπότε και ο εργοδότης είχε και πάλιν υποχρέωση να χρησιμοποιεί στο άνω κατάστημα του Πειραιά τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και γιατρού εργασίας.
Συνεπώς οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την ΒΜ-248/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ?? ?? ?? ?? 1770/2011 σελ. 2
|
Παράβαση Υγειονομική (άρθρ. 25 ν. 2224/1994 σε συνδ. με 4 ν. 1568/1985). Βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ , Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1769/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 201/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 526/2011.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 17 και 18 Οκτωβρίου 2011 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτόν με θυροκόλληση στη διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ..., στο ..., (την οποία, με την από 27.5.2011 δήλωσή του, που κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου με αριθ. πρωτ. 4339/2011, δήλωσε κατά μεταβολήν της διευθύνσεως που είχε δηλώσει με την αίτηση αναιρέσεως) και στον αντίκλητό του Φ. Δ., δικηγόρο και κάτοικο ... επίσης με θυροκόλληση, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 1/15 Απριλίου 2011 αίτηση του Π. Κ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθ. 201/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1768/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λαμπρινό Σπυριούνη, περί αναιρέσεως της 423/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2011 αίτησή του, καθώς και στο από 18 Νοεμβρίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 520/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της, έστω και αν το διατακτικό ταυτίζεται, ως προς την έκθεση των περιστατικών που στοιχειοθετούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, με το κλητήριο θέσπισμα. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της πλαστογραφίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετανοίας, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, όπως τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και .υποκειμενική υπόσταση αυτής, αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό. Ειδικότερα, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, μεταξύ της 7ης και 9ης Δεκεμβρίου του έτους 2004, ως υπεύθυνος μηχανικός της τεχνικής εταιρίας "Ε. ΝΙΚΑΣ & ΣΙΑ Ε.Ε. ΑΡΞ1Σ Ε.Ε.", η οποία είχε αναλάβει, ως ανάδοχος, το έργο "Εργασίες συντήρησης στα γήπεδα καλαθοσφαίρισης και ποδοσφαίρου Όσσας" στο Δήμο Βερτίσκου, αφού ανέλαβε από το φάκελο του έργου που βρισκόταν στα γραφεία της Τ.Υ.Δ.Κ. Θεσσαλονίκης το πρωτότυπο της έκθεσης με τα εργαστηριακά αποτελέσματα ποιοτικού ελέγχου του ασφαλτομίγματος με αριθμό ΑΣ375/6-10-2004, κατάρτισε εξ υπαρχής νέο έγγραφο έκθεσης στα πρότυπα του γνησίου, αλλάζοντας τις τιμές των πινάκων που αφορούσαν το πάχος στρώσης, το φαινόμενο βάρος, τα κενά συμπυκνωμένου ασφαλτομίγματος και το βαθμό συμπύκνωσης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, ώστε να παρουσιάσει αυτά εντός των επιτρεπομένων ορίων και να αποκρύψει ότι οι ασφαλτικές εργασίες είχαν τεχνικά προβλήματα με απώτερο σκοπό να αποφευχθεί επιβολή ποινών για κακοτεχνίες και έθεσε στο τέλος της έκθεσης κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του συντάξαντος Μ. Μ. και το όνομά του ολογράφως. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 9 Δεκεμβρίου 2004 έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, προσκομίζοντας και καταθέτοντας αυτό στην Τ.Υ.Δ.Κ. Θεσσαλονίκης με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους και οποιονδήποτε τρίτο θα ελάμβανε γνώση της έκθεσης ποιοτικού ελέγχου του έργου. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αδιαμφισβήτητα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξεως,...όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Στο δε διατακτικό ενσωματώνεται τόσο το πρωτότυπο έγγραφο, όσο και το πλαστό που κατάρτισε ο κατηγορούμενος.
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 216§1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση: α) Ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κατάρτισε εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο (έκθεση ποιοτικού ελέγχου ασφαλτομίγματος, στην οποία έθεσε, κατ` απομίμηση, την υπογραφή του διπλωματούχου τοπογράφου μηχανικού Μ. Μ., ο οποίος είχε συντάξει τη γνήσια έκθεση) με σκοπό την παραπλάνηση άλλων (των αρμόδιων υπαλλήλων της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων Θεσσαλονίκης και οποιουδήποτε τρίτου θα λάμβανε γνώση της εκθέσεως), με τη χρήση του, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (να αποφευχθεί η επιβολή ποινών για κακοτεχνίες του έργου που είχε αναλάβει η εταιρία "Ε. ΝΙΚΑΣ & ΣΙΑ Ε.Ε. ΑΡΞΙΣ Ε.Ε."). β) Ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, προσκομίζοντας και καταθέτοντάς το στην Τ.Υ.Δ.Κ. Θεσσαλονίκης. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι επιτρεπτή η παραπομπή του σκεπτικού στο διατακτικό, το οποίο ταυτίζεται, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, με το κλητήριο θέσπισμα, εφόσον αυτό περιέχει με πληρότητα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την υποκειμενική και την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στο σκεπτικό σε ποιους συγκεκριμένους αριθμούς των τιμών των πινάκων που αφορούσαν το πάχος στρώσης, το φαινόμενο βάρος, τα κενά συμπυκνωμένου ασφαλτομίγματος και το βαθμό συμπύκνωσης έγινε αλλαγή στην εξ υπαρχής καταρτισθείσα πλαστή έκθεση σε σχέση με τη γνήσια με αριθμό ΑΣ 375/6.10.2004, γιατί η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, είναι κατάρτιση πλαστού εγγράφου και όχι νόθευση, ανεξαρτήτως του ότι, όπως αναφέρθηκε, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως έχουν ενσωματωθεί και αποτελούν ενιαίο σύνολο με αυτό τόσο η γνήσια έκθεση όσο και η πλαστή, στην οποία εμφανίζονται οι παραπάνω αλλαγές. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 18.11.2011) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), είναι δε παραδεκτός ενόψει του ότι το κυρίως δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως περιέχει ορισμένους λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ναι μεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 502§1 εδ. γ του ΚΠοινΔ, εφόσον εμφανιστεί ο εκκαλών ή ο συνήγορός του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση αναγιγνώσκονται και λαμβάνονται υπόψη τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν. Όμως, μόνη η ανάγνωση των πρακτικών, στα οποία περιεχόταν αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος, χωρίς να επαναληφθεί και αναπτυχθεί προφορικά ο ισχυρισμός αυτός ενώπιον του εφετείου, ώστε να γίνει αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στα πλαίσια της προφορικότητας και αμεσότητας της διαδικασίας, δεν συνιστά παραδεκτή υποβολή του, ώστε το δικαστήριο να είναι υποχρεωμένο, και μάλιστα αιτιολογημένα, να απαντήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε προτείνει, δια του συνηγόρου του, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι το αποδιδόμενο σ` αυτόν έγκλημα συνιστούσε απρόσφορη απόπειρα μη τιμωρητή. Τον ισχυρισμό αυτόν δεν επανέλαβε ούτε ανέπτυξε προφορικά ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Επομένως, ορθώς, κατά τα ανωτέρω, το τελευταίο, παρά το ότι ανέγνωσε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, δεν επελήφθη καθόλου αυτού και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο, ενώ ανέγνωσε τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεν απήντησε τίποτε επί του ισχυρισμού αυτού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος αυτής λόγος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 Μαρτίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 3126/2011) αίτηση του Ν. Μ. του Π. μετά του από 18 Νοεμβρίου 2011 προσθέτου λόγου αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 423/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη για πλαστογραφία με χρήση. Στοιχεία εγκλήματος. Παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού με διατακτικό, το οποίο ταυτίζεται με το κλητήριο θέσπισμα. Για την παραδεκτή υποβολή αυτοτελούς ισχυρισμού απαιτείται η προφορική ανάπτυξή του ενώπιον του εφετείου και δεν αρκεί η ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία εμπεριέχεται ο ισχυρισμός. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτου λόγου αυτής.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1767/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ\
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ζ. Ν. του Κ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βασιλειάδη, περί αναιρέσεως της 111-115/2010 αποφάσεως Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. B. J. P., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθούλα Ανάσογλου. 2. Α. Ν. του Α., κατοίκου Η.Π.Α. που δεν παρέστη. Με συγκατηγορούμενο τον Ι. Δ. του Β..
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1176/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του ΚΠΔ, κατά την οποία "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως που αφορά στις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που επιδικάστηκε πρωτοδίκως, όχι μόνο όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, αλλά και όταν εμφανίζεται αυτός ενώπιον του εφετείου υπό την ιδιότητα του μάρτυρα, χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωση του της πολιτικής αγωγής και δίχως να επαναλαμβάνει την περί παραστάσεως του ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση που έκανε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το εφετείο, στην περίπτωση αυτή, ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό αποφαίνεται για τη βασιμότητά του, χωρίς να δικαιούται μόνον να αυξήσει το ποσό που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με την πρωτόδικη 150-155,163-167/2007 απόφαση του ΜΟΔ Θεσσαλονίκης, επιδικάσθηκε στον Α. Ν., αδελφό του θύματος της ανθρωποκτονίας, που παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 50 ευρώ. Στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, εμφανίστηκε ο ανωτέρω πολιτικώς ενάγων και κατέθεσεν ως μάρτυρας, χωρίς όμως να επαναλάβει τη δήλωση παραστάσεώς του, ως πολιτικώς ενάγων, την οποία είχε ασκήσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλ' ούτε και να παραιτηθεί της πολιτικής αγωγής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ΜΟΕ Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 111-115/2010 απόφασή του, αφού κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο ανθρωποκτονίας από πρόθεση κλπ αξιόποινες πράξεις, προχώρησε στην έρευνα του εκκληθέντος κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις και επιδίκασε στον πρωτοδίκως παραστάντα ως άνω μόνο στον πρώτο βαθμό πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ίδιο ποσό που τους είχεν επιδικασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, έτσι που έκρινε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης και επιδίκασε στον μη παραστάντα ενώπιόν του, ως πολιτικώς ενάγοντα Α. Ν., το πρωτοδίκως επιδικασθέν σε αυτόν χρηματικό ποσό, χρηματικής ικανοποίησης, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, ορθά εξετασε και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως που αφορούσε στις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος και δεν υπερέβη την εξουσία του.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως( β'σκέλος), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως, αυτή που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΠΔ εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο Ποινικό δικαστήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να έχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.
Επίσης, αν η πολιτική αγωγή αυτού που ζηµιώθηκε από αξιόποινη πράξη εισαχθεί στο πολιτικό δικαστήριο, χωρίς να επιφυλαχθεί για κάποιο ποσό, που προτίθεται να υποβάλει στο ποινικό δικαστήριο, και αυτό εξέδωσε οριστική απόφαση επ' αυτής και στη συνέχεια ο δικαιούχος της αξιώσεως παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για την ίδια απαίτηση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, αν το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί την παράσταση αυτή, υπό την προϋπόθεση, όµως, ότι προβλήθηκε αντίρρηση για το λόγο αυτό κατά της παράστασης αυτής ή ότι ετέθησαν υπόψη του δικαστηρίου τα πραγµατικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η παράσταση δεν είναι νόµιµη, αφού, άλλως, το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει και να λάβει υπόψη στοιχεία που καθιστούν παράνοµη την παράσταση εφόσον αυτά δεν προκύπτουν από τη διαδικασία (ΟλΑΠ 1282/1992, ΑΠ 775/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων , με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (α'σκέλος), επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για παράνομη παράσταση της άνω πολιτικώς ενάγουσας, που πρόβαλε και στο ΜΟΕ, αλλά απορρίφθηκαν οι σχετικές ενστάσεις του για αποβολή της πολιτικής αγωγής, της εγκαλούσας B. J. P., χήρας του θανατωθέντος Π. Ν., λόγω, α) αοριστίας της δηλωθείσας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο πολιτικής αγωγής, μη προσδιορισθέντος του αιτουμένου ποσού χρηματικής ικανοποίησης και β) λόγω εισαγωγής της ανωτέρω αγωγής της στα πολιτικά δικαστήρια, επί της οποίας εκδόθηκε η 36847/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, χωρίς καμία επιφύλαξη κάποιου ποσού και χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση αυτή, περιορισμός του ποσού της ψυχικής οδύνης, για παράστασή της στο ποινικό δικαστήριο. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την πρωτόδικη απόφαση του ΜΟΔ Θεσσαλονίκης η εγκαλούσα χήρα του θανατωθέντος B. J. P., χήρα του Π. Ν., δήλωσε προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας παράσταση πολιτικής αγωγής, διορίσασα και δικηγόρο, κατά του κατηγορουμένου Ζ. Ν., χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση των κατηγορουμένων και ζήτησε από αυτόν χρηματική ικανοποίηση 50 ευρώ λόγω ψυχικής οδύνης που της προκάλεσε η πράξη της ανθρωποκτονίας σε βάρος του συζύγου της, ποσό το οποίο και επιδικάστηκε. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης του ΜΟΕ Θεσσαλονίκης, η ιδία ως άνω πολιτικώς ενάγουσα, παραστάσα αυτοπροσώπως, δήλωσε στο ακροατήριο, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου Ζ. Ν., με διορισθείσα δικηγόρο του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης, " για το ποσό που της επιδικάστηκε και πρωτοδίκως, λόγω της ψυχικής οδύνης που της προκάλεσε η δικαζόμενη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση". Η δήλωση αυτή παραστάσεως της πολιτικής αγωγής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι ορισμένη και νόμιμη, μη απαιτουμένης καμίας άλλης διατυπώσεως. Επίσης από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι οι τακτικοί δικαστές του ΜΟΕ Θεσσαλονίκης, απέρριψαν σχετική ένσταση του κατηγορουμένου για αποβολή της ανωτέρω πολιτικής αγωγής με το αιτιολογικό ότι από την αναγνωσθείσα οριστική 36847/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι η εν λόγω πολιτικώς ενάγουσα, είχεν επιφυλαχθεί ρητά στο πολιτικό δικαστήριο, ότι θα ασκούσε πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο, για ποσό 50 ευρώ ψυχικής οδύνης για το θάνατο του συζύγου της, ποσόν που προαφαίρεσε από το στην αγωγή ζητούμενο ποσό, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, γιαυτό και η ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής απορρίφθηκε ως αβάσιμη.
Συνεπώς, το δικαστήριο με επαρκή ως παραπάνω αιτιολογία και με ορθή εφαρμογή του νόμου, δέχθηκε ως παραδεκτή και νόμιμη την άσκηση της πολιτικής αγωγής της ανωτέρω χήρας του θανατωθέντος, με παραδεκτό διορισμό στο ακροατήριο δικηγόρου για να την εκπροσωπήσει και επιδίκασε σε αυτήν το και πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσόν των 50 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης αυτής, όπως και κατά τα προαναφερθέντα, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση το ίδιο ποσό και στον Α. Ν., που δεν παρέστη στο Εφετείο ως πολιτικώς ενάγων με δικηγόρο, και οι σχετικοί ,για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και υπέρβαση εξουσίας, και παράβαση του άρθρου 559 αρ. 9 και 14 του ΚΠολΔ, όσον αφορά το άνω πολιτικό μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, πρώτος και τελευταίος, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω: 1). κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι, " όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Ο δόλος γενικά διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Ως βρασμός ψυχικής ορμής νοείται εκείνη η ψυχική υπερδιέγερση που προκαλείται από την αιφνίδια υπερένταση συναισθήματος ή πάθους, η οποία, ως ενεργός αιτία, έφθασε σε τέτοιο σημείο ώστε να αποκλείσει τη σκέψη, δηλαδή τη στάθμιση των αιτίων που τον ωθούν προς την τέλεση του εγκλήματος και εκείνων που τον απωθούν από την τέλεσή του, χωρίς να φθάνει μέχρι του σημείου ώστε να προκαλεί διατάραξη της συνειδήσεως η οποία επιφέρει στέρηση της ικανότητας ή μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό κατά τα άρθρα 34 και 36 του Π.Κ.
2), α) κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2168/1993 "όπλα θεωρούνται επίσης τα αντικείμενα που είναι πρόσφορά για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα... β) μαχαίρια κάθε είδους, εκτός εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση",
β) Κατά το άρθρο 10 παρ. 1,3 και 13 α',β του ίδιου πιο πάνω ν. 2168/1993, τιμωρείται με την στην άνω διάταξη προβλεπόμενη ποινή, όποιος φέρει όπλο (οπλοφορία) χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του, δηλαδή για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της οπλοφορίας απαιτείται ο δράστης να φέρει παράνομα όπλο, δηλαδή να το κρατά ή να το έχει πλησίον του για άμεση λήψη και χρήση του (σφαίρα κατοχής).
γ) Κατά το άρθρο 14 του ίδιου ν. 2168/1993, "όποιος με χρήση όπλου διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικαστεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών".
3. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση", ενώ κατά την παρ. 3 εδ. α' του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999, "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξεως και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μεταθέσεως στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νοθεύσεως να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία αυτός επιδιώκει, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής ζημίας ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της ζημίας. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 805,932/2009).
4). Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Υπό την έννοια αυτή, το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς δημόσια αρχή, πείθοντας έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της δραστηριότητάς της, από τις οποίες ζημιώνεται άλλος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός που επεδίωκε ή η ζημία του παθόντος, να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
5)
Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση, για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα, κατά τις διατάξεις, για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης με οποιοδήποτε απατηλό μέσο την ψευδή βεβαίωση, και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο, δηλαδή να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13γ του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή από πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη για όλους κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, ότι έγινε από το πρόσωπο που συνέταξε ως άνω το έγγραφο ή ότι έγινε ενώπιον του. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικά περί της αληθείας. Ο δόλος συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι το βεβαιούμενο περιστατικό είναι αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για τρίτο και ότι η βεβαίωση αυτή γίνεται σε δημόσιο έγγραφο, ως και να υπάρχει πρόθεση εξαπατήσεως του υπαλλήλου, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση(ΑΠ 2041/2010).
6). Κατά το άρθρο 8 του ν. 1599/1986 ,"Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί ν' αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί αξίας 100 δραχμών" (παρ. 1). "Ο τύπος και το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών" (παρ. 2). Περαιτέρω, κατά την παρ. 6 του άρθρου 22 του ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 αριθ. 13 του ν. 2479/1997 "Όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών .........".
7). Κατά τα άρθρα 1 παρ.2 και 8 του ν. 1197/1981, " όποιος φονεύει ζώο συντροφιάς τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρι έξι μηνών ή χρηματικής ποινής 10.000 έως 30.000 δραχμών ή δι' αμφοτέρων των ποινών ".
8). Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 α του ΠΚ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται : α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα, β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή, ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα υπάρχει προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ή των αναγνωσθέντων εγγράφων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ειδική δε και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στα αιτήματα και και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται και η παραδοχή από το δικαστήριο μιας ή περισσοτέρων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 84 ΠΚ ελαφρυντικές περιστάσεις.
Επίσης τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός με την παραπάνω έννοια είναι και ο ισχυρισμός άμυνας, ο ισχυρισμός περί βρασμού ψυχικής ορμής, αφού, η ουσιαστική ευδοκίμηση αυτού, συνεπάγεται είτε το ατιμώρητο του δράστη ή την επιβολή μειωμένης ποινής. Για την πληρότητα όμως του ισχυρισμού αυτού δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί τις σχετικές μόνο διατάξεις του Π.Κ. αλλά πρέπει και να αναφέρει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνει κάθε περίπτωση νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών, ώστε ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση και τυχόν αποδοχή αυτών να κρίνει αν συντρέχει περίπτωση ελλείψεως ή περιορισμένης ικανότητας προς καταλογισμό, η οποία προϋποθέτει διάγνωση μιας από τις ψυχικές καταστάσεις που προαναφέρθηκαν , ο αποκλεισμός της οποίας καθιστά μάταιη την περαιτέρω έρευνα της ικανότητας του δράστη να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό.
Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη είναι η ερμηνεία όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού με διατακτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 111-115/2010 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, (μόνο) ανθρωποκτονίας με πρόθεση, θανάτωσης ζώου συντροφίας(σκύλου), παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, και από κοινού με το δεύτερο συγκατηγορούμενό του Ι. Δ., ψευδούς Υπεύθυνης Δήλωσης του άρθρου 8 ν. 1599/1986, έκδοσης αναληθούς Δελτίου Ταυτότητας, κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, με σκοπό οφέλους, κατ'εξακολούθηση, ηθικής αυτουργίας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και σε κακουργηματική απάτη του συγκαταδικασθέντος συγκατηγορουμένου του Ι. Δ., κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και με ζημιά άνω των 15.000 ευρώ, τετελεσμένης και σε απόπειρα, και τον καταδίκασε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την πρώτη πράξη της ανθρωποκτονίας και σε συνολική ποινή κάθειρξης 10 ετών και 6 μηνών για όλες τις λοιπές πράξεις.
Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 111-115/2010 αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: " ΕΠΕΙΔΗ , από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία , αποδείχθηκαν τα εξής : Ο πρώτος κατηγορούμενος είχε από το έτος 1999 κληρονομικές διαφορές και μεγάλη αντιδικία με τον θείο του (αδελφό του πατέρα του Κ. Ν., 5ου των παραπάνω μαρτύρων, και επίσης του ως άνω 3ου μάρτυρα Α. Ν.), Π. Ν., σχετικά με ένα διαμέρισμα της γιαγιάς του α' κατηγορουμένου και μητέρας των λοιπών, που βρίσκεται στο ... και το οποίο, αυτή μεταβίβασε με πωλητήριο συμβόλαιο στον εν λόγω κατηγορούμενο. Οι αδελφοί Π. και Α. Ν. που ήταν (και ο δεύτερος εξακολουθεί να είναι) μόνιμοι κάτοικοι των ΗΠΑ διατηρώντας εκεί επιχείρηση εστιατορίου, πίστευαν ότι η παραπάνω μεταβίβαση του διαμερίσματος έγινε από τη μητέρα τους στον κατηγορούμενο με δόλια μέσα του τελευταίου και το λόγο αυτό άσκησαν αγωγή στο αρμόδιο Δικαστήριο για να ανατρέψουν την εν λόγω πώληση, η αγωγή τους όμως απορρίφθηκε το έτος 2004 και το διαμέρισμα παρέμεινε στην κυριότητα του α' κατηγορουμένου, οπότε έληξε αυτή η δικαστική διαμάχη τους, όμως οι σχέσεις τους εξακολουθούσαν να είναι τεταμένες και ο κατηγορούμενος δεν είχε καμιά κοινωνική επαφή και επικοινωνία με τους θείους του αυτούς. Ο Π. Ν. τα τελευταία χρόνια πριν από το θάνατο του υπό τις κατωτέρω συνθήκες ερχόταν σχεδόν κάθε χρόνο στο Σταυρό, κυρίως για διακοπές κατά τους θερινούς μήνες, αλλά και επειδή είχε μια μικρή επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων σε ξένους παραθεριστές, την οποία παρακολουθούσε και επιμελούνταν κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα. Αφετέρου ο 3ος μάρτυρας Α. Ν., όταν έφυγε για την Αμερική, είχε παραδώσει στον πατέρα του κατηγορουμένου το υπ' αριθ. Α 197859 δελτίο ταυτότητας του, που είχε εκδοθεί από το ΑΤ Ζαγκλιβερίου στις 15-6-1980, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να περαιώνει διάφορες υποθέσεις του στην Ελλάδα. Ο α' κατηγορούμενος, αφού βρήκε αυτό το δελτίο ταυτότητας στο σπίτι των γονέων του, επιδιώκοντας την εύκολη εξασφάλιση χρημάτων για την κάλυψη προσωπικών του δαπανών, σχετικά κυρίως με το πάθος του για διενέργεια τυχερών παιγνίων στα οποία συχνά επιδιδόταν, και εκμεταλλευόμενος το γεγονός της απουσίας του θείου του Α. Ν. στις ΗΠΑ, από όπου σπάνια ερχόταν στην Ελλάδα, συνέλαβε το εγκληματικό σχέδιο να χρησιμοποιήσει το δελτίο ταυτότητας του θείου του αυτού για να συνάπτει δάνεια στο όνομα του και να του χορηγούνται πιστωτικές κάρτες από τράπεζες, με παραπλάνηση των υπαλλήλων τους, και να έχει τη δυνατότητα να μην τα αποπληρώνει, αφού, συμβαλλόμενος με άλλο όνομα, δεν θα δεσμευόταν για την αποπληρωμή των δανείων ή την εξόφληση των πιστωτικών καρτών, ενώ θα απόφευγε και τις δυσμενείς συνέπειες εις βάρος του, αφού τα στοιχεία του δεν θα προέκυπταν από τα έγγραφα που θα είχαν στη διάθεση τους οι τράπεζες. Το σχέδιο του αυτό ανακοίνωσε στον φίλο του δεύτερο κατηγορούμενο, υπάλληλο καθαριότητας στο δήμο Καλαμαριάς, με τον οποίο είχε γνωριστεί τα προηγούμενα χρόνια, όταν και ο πρώτος είχε απασχοληθεί περιστασιακά στον ίδιο δήμο. Ο β' κατηγορούμενος συμφώνησε απόλυτα για την υλοποίηση του εν λόγω σχεδίου, επειδή και εκείνος τότε είχε οικονομική δυσπραγία και ανάγκη εξεύρεσης χρημάτων για την αποπληρωμή δανείου που είχε πάρει από τράπεζα, και έτσι κατένειμαν ρόλους για την εφαρμογή του. Όμως για να επιτύχουν την έγκριση και εκταμίευση δανείων και τη χορήγηση πιστωτικών καρτών από τις τράπεζες στις οποίες είχαν σκοπό να απευθυνθούν, έπρεπε να υποβάλουν ως δικαιολογητικά των αιτήσεων τους πρόσφατο εκκαθαριστικό σημείωμα δηλώσεων φόρου εισοδήματος στο όνομα του αιτούντος, από το οποίο να προκύπτει το ετήσιο εισόδημα του, και επίσης, για την εξασφάλιση των τραπεζών, κατάσταση με τα ακίνητα του αιτούντος, για την περίπτωση μη πληρωμής των δανείων και πιστωτικών καρτών και συνακόλουθης επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης εις βάρος του. Έτσι οι κατηγορούμενοι, προχωρώντας στην εφαρμογή του σχεδίου τους, στις 15-3-2005 συμπράττοντας από κοινού κατάρτισαν εξ υπαρχής α) την από 15-3-2005 δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους ^2005, στην οποία ανέγραψαν ως δηλούντα τον Α. Ν. του Α., φέροντας τον ως κάτοικο Κ., στην οδό ..., ως εισόδημα τούτου από εκμίσθωση κατοικιών το ποσό των 15.600 €, ως δαπάνες του το ποσό των 500 € και στο τέλος της δήλωσης έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του Α. Ν. χωρίς τη συναίνεση ή εντολή του, β) τη δήλωση στοιχείων ακινήτων κατά τη 1-1-2005, στην οποία ανέγραψαν ως δηλούντα τον προηγούμενο και ως ακίνητα ιδιοκτησίας του "δύο ακίνητα στο ..., επιφάνειας 160 και 170 τ.μ." και στο τέλος έθεσαν την υπογραφή του ίδιου χωρίς τη βούληση του, και γ) την αναλυτική κατάσταση μισθωμάτων ακινήτων του οικονομικού έτους 2005, στην οποία ανέγραψαν ότι η ισόγεια οικία των 160 τ.μ. μισθώθηκε στον Ν. Σ. για 12 μήνες και με μηνιαίο μίσθωμα 650 €, και ότι η άλλη οικία μισθώθηκε στην Ι. Σ. επίσης για 12 μήνες με μηνιαίο μίσθωμα ομοίως 650 €, στο τέλος δε της κατάστασης έθεσαν και πάλι κατ' απομίμηση την υπογραφή του Α. Ν. χωρίς την εντολή ή συγκατάθεση του. Η σύνταξη των ανωτέρω εγγράφων έγινε με τη συνδρομή της λογίστριας Μ. Κ., που αγνοούσε το γεγονός ότι δεν βόη,θά τον πραματικό Α. Ν.. Εν συνεχεία-τα παραπάνω πλαστά και εικονικά κατά περιεχόμενο έγγραφα ο β' κατηγορούμενος με την προτροπή, παραίνεση και ενθάρρυνση του πρώτου, υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς και μετά την κατάθεση τους παρέλαβε αντίγραφα. Με βάση τα εν λόγω πλαστά έγγραφα στις 22-7-2005 εκδόθηκε το εκκαθαριστικό σημείωμα δήλωσης φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2005 στο όνομα του Α. Ν., που είχε άγνοια για όλα αυτά, από το οποίο προέκυπτε εισόδημα του για το λόγω οικονομικό έτος ποσού 14.400 €. Το εκκαθαριστικό αυτό σημείωμα που ο β' κατηγορούμενος, με την κατά τα άνω ενίσχυση του πρώτου, κατάφερε να εκδοθεί με παραπλάνηση των υπαλλήλων του υπουργείου Οικονομικών και παρέλαβε, ήταν ψευδές, αφού δεν απεικόνιζε τα πραγματικά εισοδήματα του Α. Ν. στην Ελλάδα. Αφού προηγουμένως ο ιθύνων νους του ως άνω εγκληματικού σχεδίου α' κατηγορούμενος είχε ερευνήσει τη δυνατότητα χορήγησης δανείων ή πιστωτικών καρτών από κάθε μια από τις παρακάτω τράπεζες και αφού είχαν συγκεντρώσει όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε την απόφαση στον β' κατηγορούμενο να εμφανίζεται μεν μόνος ως αιτών στις τράπεζες, έχοντας όμως δίπλα του τη φυσική παρουσία, του πρώτου, και παρουσιαζόμενος ψευδώς ως Α. Ν. ζητούσε με αιτήσεις του τη χορήγηση δανείων ή την έκδοση πιστωτικών καρτών, καταθέτοντας ταυτόχρονα αντίγραφο της αστυνομικής ταυτότητας του Α. Ν. και αντίγραφα των προαναφερόμενων δικαιολογητικών προς απόδειξη του εμφανιζόμενου προσώπου ως αξιόχρεου. Στις περιπτώσεις που οι αιτήσεις γίνονταν δεκτές και εγκρίνονταν η χορήγηση δανείων ή πιστωτικών καρτών ο β'κατηγορούμενος, αφού υπέγραφε ως Α. Ν. στις σχετικές συμβάσεις, παραλάμβανε κάθε φορά το χρηματικό ποσό που χορηγούσε η τράπεζα ως δάνειο, ή την πιστωτική κάρτα, και οι κατηγορούμενοι είτε μοιράζονταν κάθε φορά το χρηματικό ποσό του δανείου είτε χρησιμοποιούσαν και οι δύο την πιστωτική κάρτα για τις προσωπικές τους δαπάνες, πιστώνοντας λογαριασμούς που είχαν ανοιχτεί σε κάθε μία τράπεζα στο όνομα του Α. Ν., χωρίς αυτός να το γνωρίζει, με σκοπό εξ αρχής να μην αποπληρώνουν τα δάνεια ούτε να εξοφλούν το λογαριασμό των πιστωτικών καρτών. Ειδικότερα, α) στις 17-8-2005 πήγαν μαζί στο κατάστημα Θερμαϊκού Θεσσαλονίκης της Εθνικής Τράπεζας και ο β' κατηγορούμενος (δηλ. αναγκαστικά ο ένας από αυτούς, αφού ένας ήταν ο αιτών, διαφορετικά θα κινούσαν υποψίες στους υπαλλήλους της τράπεζας), υπέβαλε αίτηση παροχής "προσωπικού δανείου" στο όνομα του Α. Ν., ποσού 8.000 €, που έγινε δεκτή, β) στις 18-8-2005 πήγαν πάλι μαζί στο κατάστημα της τράπεζας CITIBANK στην περιοχή Χαριλάου Θεσσαλονίκης (οδός 25ης Μαρτίου116) και ο β' κατ/νος υπέβαλε και πάλι ως Α. Ν. αίτηση παροχής προσωπικού δανείου στο όνομα του τελευταίου, ποσού 6.700 €, που έγινε επίσης δεκτή, γ) στις 18-8-2005 πήγαν επίσης μαζί στο κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας στην περιοχή Ντεπώ Θεσσαλονίκης και ο β' κατηγορούμενος, παρουσιαζόμενος ψευδώς με το ίδιο παραπάνω όνομα, υπέβαλε αίτηση παροχής προσωπικού δανείου στο όνομα του Α. Ν., ποσού 5000€, που έγινε δεκτή, δ) την ίδια ημερομηνία οι κατηγορούμενοι πήγαν μαζί στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην Τούμπα Θεσσαλονίκης, όπου ο β' κατηγορούμενος, παρουσιαζόμενος και πάλι ψευδώς ως Α. Ν., υπέβαλε αίτηση παροχής προσωπικού καταναλωτικού δανείου στο όνομα του τελευταίου, για ποσό 6.000 €, που έγινε δεκτή, ε) στις 24-8-2005_πήγαν και πάλι μαζί στο κατάστημα Θερμαϊκού της Εθνικής Τράπεζας στη Θεσσαλονίκη και ο β' κατηγορούμενος, εμφανιζόμενος και πάλι ψευδώς ως Α. Ν., υπέβαλε αίτηση παροχής πιστωτικής κάρτας στο όνομα του τελευταίου, που έγινε δεκτή και του χορηγήθηκε κάρτα MASTERCARD πιστωτικού ορίου 1.500 €, η οποία χρεώθηκε με το ποσό των 1,456,22 €, στ) στις 6-9-2005 πήγαν μαζί στο κατάστημα της τράπεζας ASPIS BANK στην οδό Εθνικής Αντιστάσεως 7 στη Θεσσαλονίκη και εμφανιζόμενος ο β' κατηγορούμενος με το ίδιο όνομα, υπέβαλε αιτήσεις αφενός παροχής προσωπικού δανείου ποσού 4.000 €, και αφετέρου χορήγησης πιστωτικής κάρτας στο όνομα του Α. Ν., οι αιτήσεις αυτές έγιναν δεκτές, η δε πιστωτική κάρτα χρεώθηκε με το ποσό των 1.591,96 €, ζ) κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 8-9-2005 πήγαν μαζί στο κατάστημα της Γενικής Τράπεζας στην οδό Τσιμισκή της Θεσσαλονίκης και ο β' κατηγορούμενος, εμφανιζόμενος με το ίδιο ως άνω όνομα, υπέβαλε αίτηση παροχής προσωπικού δανείου στο όνομα του Α. Ν. για ποσό 4.500 €, που έγινε δεκτή, και η) στις 22-9-2005 πήγαν και πάλι μαζί στο κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην οδό Εθνικής Αντιστάσεως της Θεσσαλονίκης και ο β' κατηγορούμενος, με το ίδιο ψευδές όνομα, υπέβαλε δύο αιτήσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών στο όνομα του Α. Ν., με πιστωτικό όριο 1500 € η κάθε μία, που έγιναν δεκτές και του χορηγήθηκαν οι κάρτες ΠΕΙΡΑΙΩΣ MASTERCARD και ΠΕΙΡΑΙΩΣ VISA CLASSIC οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν από τους κατηγορούμενους και χρεώθηκαν με τα ποσά των 1.532,17 και 1.606,94 € αντίστοιχα. Με τις ενέργειες αυτές του β' κατηγορουμένου, παρακινούμενου από τον πρώτο, οι υπάλληλοι των καταστημάτων των ανωτέρω τραπεζών παραπλανήθηκαν ως προς το ότι ο παρουσιαζόμενος ως αιτών ήταν πράγματι ο Α. Ν. και ότι δήθεν είχε εισοδήματα στην Ελλάδα. ύψους 14.000 €, που τον καθιστούσαν αξιόχρεο, και κατ' ακολουθία πείστηκαν να εγκρίνουν τη χορήγηση δανείων, να υπογράψουν τις σχετικές συμβάσεις παροχής τους και να εγκρίνουν την εκταμίευση τους, επίσης δε να εγκρίνουν και τη χορήγηση πιστωτικών καρτών, ενώ το αληθές ήταν ότι ο πραγματικός Α. Ν. είχε πλήρη άγνοια όλων αυτών των περιστατικών. Αν οι εν λόγω υπάλληλοι γνώριζαν ότι τα έγγραφα που υποβλήθηκαν ως δικαιολογητικά των αιτήσεων ήταν πλαστά και ότι ο εμφανιζόμενος σ' αυτούς ως αιτών δεν ήταν ο Α. Ν. αλλά άλλος, που ενδεχομένως να μην ήταν φερέγγυος, δεν θα χορηγούσαν τα δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες. Με τον τρόπο αυτό ο β' κατηγορούμενος, δρώντας με την προτροπή και ενθάρρυνση του πρώτου, που τον ενίσχυε και με τη φυσική παρουσία του, ζημίωσε τις ανωτέρω τράπεζες (όπως άλλωστε και ο πρώτος, αφού μοιράζονταν τα χρήματα), με το συνολικό ποσό των 40.257,28 €, αφού δεν εξόφλησε τα δάνεια ούτε τις πιστωτικές κάρτες, σκοπό που εξαρχής είχαν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι αντίστοιχα ωφελήθηκαν το ως άνω ποσό που παράνομα καρπώθηκαν, ενώ οφειλέτης των τραπεζών φαινόταν ο Α. Ν.. Πέρα όμως από αυτές τις περιπτώσεις, ο β' κατηγορούμενος, με την προτροπή και ενθάρρυνση του πρώτου, προσπάθησε με τον ίδιο τρόπο να πετύχει την έγκριση και εκταμίευση και των άλλων τριών δανείων συνολικού ύψους 18.000 € στο όνομα του Α. Ν., ώστε να ωφεληθούν αυτοί το εν λόγω ποσό με αντίστοιχη ζημιά των τραπεζών, οφειλέτης των οποίων θα φαινόταν ο Α. Ν., που αγνοούσε τα πάντα και δεν είχε καμιά συμμετοχή σε όλα αυτά. Έτσι α) στις 18-5-2005 οι κατηγορούμενοι πήγαν μαζί στο κατάστημα της τράπεζας EUROΒΑΝΚ στη Λεωφόρο Καραμανλή στη Θεσσαλονίκη, όπου ο δεύτερος από αυτούς, εμφανιζόμενος ψευδώς ως Α. Ν. υπέβαλε αίτηση παροχής προσωπικού δανείου ποσού 3.000 € στο όνομα του τελευταίου, που όμως δεν έγινε δεκτή ύστερα από ενδελεχή έλεγχο από τους υπαλλήλους της των δικαιολογητικών που τους παρουσίασε, β) στις 16-8-2005 πήγαν μαζί στο κατάστημα της τράπεζας EUROBANK ΟΡΕΝ 24 -CARREFOUR στη Θεσσαλονίκη, και ο β' κατηγορούμενος, με το ίδιο ψευδές όνομα, υπέβαλε αίτηση παροχής προσωπικού δανείου για ποσό 13.000 € στο όνομα του Α. Ν., που όμως δεν έγινε δεκτή, και γ) στις 16-11-2005 εμφανίστηκαν στο κατάστημα της τράπεζας EUROBANK της οδού Σαλαμίνος στη Θεσσαλονίκη και ο β' κατηγορούμενος, εμφανιζόμενος και εδώ ως Α. Ν., υπέβαλε αίτηση παροχής προσωπικού δανείου στο όνομα του τελευταίου, ποσού 2.000 €, που όμως δεν έγινε δεκτή ύστερα από έλεγχο των δικαιολογητικών. Οι κατηγορούμενοι, αποβλέποντας σε .μεγαλύτερα κέρδη από την επαναλαμβανόμενη εγκληματική συμπεριφορά τους και έχοντας βαθιά ριζωμένη την κλίση τους προς το έγκλημα, σκέφτηκαν ότι με τον ίδιο απατηλό τρόπο μπορούσαν να αποσπάσουν χρήματα αιτούμενοι τραπεζικά δάνεια, χωρίς να είναι αυτοί υποχρεωμένοι να τα αποπληρώσουν, χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά το όνομα του άλλου θείου του α' κατηγορουμένου, Π. Ν., εκμεταλλευόμενοι την απουσία του στις ΗΠΑ. Επειδή όμως δεν κατείχαν δελτίο ταυτότητας του τελευταίου, συνέλαβαν το σχέδιο να προμηθευτούν ένα, παραπλανώντας τους αρμόδιους προς τούτο υπαλλήλους, γι' αυτό δε, στις 11-2-2006 κατάρτισαν από κοινού ψευδή υπεύθυνη δήλωση, που συντάχθηκε σε ειδικό ενσφράγιστο χαρτί, προερχόμενη δήθεν από τον Π. Ν. του Α. και της Β., τον οποίο εμφάνισαν ως κάτοικο Θεσσαλονίκης στην οδό ..., στην οποία ανέγραψαν το εξής εν γνώσει τους ψευδές κείμενο: "Έχασα το δελτίο της αστυνομικής μου ταυτότητας με αριθμό ... το οποίο εκδόθηκε από το Α.Τ. Ζαγκλιβερίου και επιθυμώ να αποκτήσω καινούργια. Επίσης κατοικώ στην ως άνω διεύθυνση". Τη δήλωση αυτή υπέβαλαν στις 11-3-2006 στο Α' Τμήμα Ασφάλειας Θεσσαλονίκης αφού στη θέση "Ο Δηλών" έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του δήθεν δηλούντος Π. Ν., χωρίς τη συναίνεση ή εντολή του. Αφού εν συνεχεία προμηθεύτηκαν με άγνωστο τρόπο, μέσω ΚΕΠ, από τον δήμο Ρεντίνας πιστοποιητικό γέννησης του Π. Ν., στις 11-3-2006 πήγαν μαζί στο Α' Τμήμα Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, όπου ο β' κατηγορούμενος εμφανίστηκε ψευδώς ως Π. Ν. και ισχυριζόμενος στους αρμόδιους προς έκδοση ταυτοτήτων αστυνομικούς ότι έχει χάσει την ταυτότητα του, υπέβαλε αίτηση για έκδοση νέας, κατάθεσε δε και την από 11-2-2006 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, στην οποία εμφανιζόταν δήθεν ο Π. Ν. να δηλώνει τα ανωτέρω. Προς πιστοποίηση των στοιχείων ταυτότητας του εμφανιζόμενου ως Π. Ν. β' κατηγορουμένου κατάθεσε ο α' κατηγορούμενος, που επιβεβαίωσε εν γνώσει του αναληθώς ότι ο εμφανιζόμενος σ' αυτούς και εικονιζόμενος στη φωτογραφία που είχε επικολληθεί στην αίτηση για έκδοση νέου δελτίου ταυτότητας είναι το ίδιο πρόσωπο και έχει τα στοιχεία του Π. Ν.. Με τον τρόπο αυτό πέτυχαν την έκδοση του υπ' αριθ. ... αναληθούς δελτίου αστυνομικής ταυτότητας που έφερε τα στοιχεία του Π. Ν. και τη φωτογραφία του β' κατηγορουμένου. Επίσης, για να ολοκληρώσουν το σχέδιο εξαπάτησης των υπαλλήλων των παρακάτω τραπεζών, στις οποίες είχαν σκοπό να απευθυνθούν προκείμενου να χορηγηθούν δάνεια στο όνομα και εν αγνοία του Π. Ν., τα οποία όμως θα καρπώνονταν οι ίδιοι χωρίς να αποπληρώνουν, απαιτούνταν, για την εξασφάλιση των τραπεζών, να προμηθευτούν και πρόσφατο εκκαθαριστικό σημείωμα δήλωσης φόρου εισοδήματος στο όνομα του αιτούντος τη .χορήγηση δανείων, από το οποίο να προέκυπτε το εισόδημα του. Έτσι, συμπράττοντας από κοινού, στις 13-3-2006 κατάρτισαν εξαρχής δήλωση φορολογίας εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2005, στην οποία ανέγραψαν ως δηλούντα τον Π. Ν. του Α., φέροντας τον ως κάτοικο Τούμπας Θεσσαλονίκης, ως εισόδημα του από εκμίσθωση κατοικιών το ποσό των 15.000 € και στο τέλος, στη θέση "Ο Δηλών" έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του Π. Ν., χωρίς τη συναίνεση ή εντολή του. Εν συνεχεία, το εν λόγω πλαστό και εικονικό ως προς το περιεχόμενο του έγγραφο ο β' κατηγορούμενος, με προτροπή, παραινέσεις και ενθάρρυνση του πρώτου, υπέβαλε στις 21-3-2006 στη Δ.Ο.Υ. Τούμπας Θεσσαλονίκης και μετά την κατάθεση του παρέλαβε αντίγραφα. Έτσι ο β' κατηγορούμενος, με την κατά τα άνω ενίσχυση του πρώτου, παραπλάνησε τους αρμόδιους υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών και πέτυχε να εκδοθεί το από 9-5-2005 εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος στο όνο -μα του Π. Ν., που αγνοούσε όλα αυτά, με φερόμενο εισόδημα του 13.500 €, το οποίο όμως (εκκαθαριστικό) ήταν εικονικό κατά περιεχόμενο, αφού δεν απεικόνιζε τα πραγματικά εισοδήματα του Π. Ν. στην Ελλάδα, τούτο δε, παρέλαβε ο β' κατηγορούμενος. Ακολούθως, αυτός πήγαινε στις τράπεζες που αναφέρονται παρακάτω, έχοντας δίπλα του τη φυσική παρουσία του πρώτου κατηγορουμένου, παρουσιαζόταν ως Π. Ν. και υπέβαλλε αιτήσεις στο όνομα του τελευταίου για χορήγηση δανείων, καταθέτοντας ταυτόχρονα αντίγραφο του αναληθούς δελτίου ταυτότητας που έφερε τα στοιχεία του Π. Ν. και φωτογραφία του β' κατηγορουμένου, και αντίγραφο του από 9-5-2005 εκκαθαριστικού σημειώματος όπου εμφανιζόταν ψευδώς η περιουσιακή κατάσταση του Π. Ν.. Ειδικότερα, α) στις 22-5-2006 οι κατηγορούμενοι πήγαν μαζί στο κατάστημα της Γενικής Τράπεζας στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, όπου ο δεύτερος από αυτούς εμφανιζόμενος ψευδώς ως Π. Ν. υπέβαλε αίτηση παροχής προσωπικού δανείου στο όνομα του τελευταίου, για ποσό 5.000 €, β) στις 26-5-2006 πήγαν πάλι μαζί στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας επί της οδού Αγ. Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, όπου ο β' κατηγορούμενος υπέβαλε ως Π. Ν. αίτηση παροχής προσωπικού δανείου στο όνομα του τελευταίου, για ποσό 8.000 €, γ) στις 5-6-2006 πήγαν στο κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας στην περιοχή Χαριλάου Θεσσαλονίκης, όπου ο δεύτερος, εμφανιζόμενος με το ίδιο παραπάνω όνομα, υπέβαλε αίτηση παροχής καταναλωτικού δανείου στο όνομα του Π. Ν. για ποσό 18.000 €, δ) στις 13-6-2006 πήγαν στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, όπου ο δεύτερος, εμφανιζόμενος και πάλι με το ίδιο όνομα, υπέβαλε αίτηση παροχής προσωπικού δανείου στο όνομα του Π. Ν. για ποσό 6.345 €, και ε) στις 20-6-2006 πήγαν πάλι μαζί στο κατάστημα της τράπεζας ALPHA ΒΑΝΚ στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης, όπου ο δεύτερος, εμφανιζόμενος ως Π. Ν. υπέβαλε αίτηση παροχής προσωπικού δανείου στο όνομα του τελευταίου για ποσό 10.000 €. Όλες αυτές οι αιτήσεις έγιναν δεκτές, αφού με βάση τα ανωτέρω ψευδή και απατηλά παραστατικά οι αρμόδιοι υπάλληλοι κάθε μιας από τις παραπάνω τράπεζες παραπλανήθηκαν και πείστηκαν ότι ο αιτών ήταν πράγματι ο Π. Ν., ότι ήταν φερέγγυος και ότι παρείχε τα εχέγγυα αποπληρωμής κάθε δανείου, ενόψει και του ότι εμφανιζόταν αναληθώς στο εκκαθαριστικό της εφορίας με εισόδημα 13.500 € από εκμισθώσεις ακινήτων. Μετά την έγκριση των δανείων ο β' κατηγορούμενος, παρουσιαζόμενος ψευδώς ως δήθεν δικαιούχος, εισέπραττε κάθε φορά το ποσό που είχε εκταμιευτεί και το μοιραζόταν με τον συγκατηγορούμενό του, με τον τρόπο δε αυτό ζημίωσαν τις προαναφερόμενες τράπεζες κατά το συνολικό ποσό των 47.345 €, καθόσον δεν εξόφλησαν τα δάνεια όπως ήταν εξαρχής ο σκοπός τους, ενώ δεν φαίνονταν αυτοί υπόχρεοι καταβολής τους αλλά ο Π. Ν., που αγνοούσε τα πάντα σχετικά με αυτά τα δάνεια. Εκτός από τις παραπάνω περιπτώσεις, ο δεύτερος κατηγορούμενος, με προτροπή και ενθάρρυνση του πρώτου, προσπάθησε να πετύχει τη χορήγηση άλλων δύο δανείων, πάλι στο όνομα του Π. Ν., που θα φαινόταν οφειλέτης των τραπεζών, συνολικού ύψους 21.000 €, αφού πήγε μαζί με τον πρώτο στις μεν 11-5-2006 στο κατάστημα της τράπεζας ALPHA ΒΑΝΚ στην περιοχή "Μαρτίου" Θεσσαλονίκης και στις 2-6-2006 στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην οδό Αγ. Σοφίας, στις οποίες ο δεύτερος υπέβαλε αιτήσεις παροχής προσωπικού δανείου στο όνομα του Π. Ν. για ποσά 15.000 και 6.000 € αντίστοιχα, οι αιτήσεις όμως αυτές δεν έγιναν δεκτές. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται στις απολογίες τους, ο μεν πρώτος ότι δεν είχε καμιά ανάμιξη ή συμμετοχή στις παραπάνω ενέργειες, στις οποίες προέβη μόνος ο συγκατηγορούμενός του, ενώ η μοναδική δική του συμμετοχή ήταν στην έκδοση του αναληθούς δελτίου ταυτότητας στο όνομα και με τα στοιχεία του Π. Ν., με τη φωτογραφία του β' κατηγορουμένου, ο δε δεύτερος ομολογεί ότι πράγματι αυτός εμφανιζόταν στις τράπεζες ως Π. Ν., όχι όμως και ως Α. Ν., ως προς τον οποίο δεν ξέρει ποιος εμφανιζόταν σ' αυτές, ότι ναι μεν γνώριζε ότι οι 'πράξεις αυτές ήταν παράνομες αλλά τις έκανε επειδή είχε ανάγκη χρημάτων, και ότι οργανωτής του όλου σχεδίου ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων δεν είναι βάσιμοι, αφού όλα τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν κατατείνουν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος αυτός που συνέλαβε το όλο εγκληματικό σχέδιο, γνώριζε τα στοιχεία των θείων του όπως και τα περιουσιακά τους στοιχεία, τα οποία χρησιμοποίησε ανενδοίαστα, εκμεταλλευόμενος την απουσία τους στο εξωτερικό, για να αποκτήσει εύκολα όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων διέθετε για να ικανοποιήσει το πάθος του για τα τυχερά παίγνια, και άλλες προσωπικές ανάγκες του. Ειδικότερα, ο πρώτος δεν έδωσε καμιά πειστική εξήγηση για το πώς βρέθηκε η (γνήσια) ταυτότητα του θείου του Α. Ν. στα χέρια του συγκατηγορουμένου του, πώς αυτός, χωρίς να γνωρίζει τους θείους του πρώτου, κατάφερε να συγκεντρώσει όλα τα ανωτέρω απαιτούμενα έγγραφα που του ζητήθηκαν από τις τράπεζες, ενόψει και του γεγονότος ότι ο δεύτερος είχε ελάχιστες γραμματικές γνώσεις (απόφοιτος δημοτικού σχολείου). Ούτε όμως και η απολογία του δεύτερου είναι πειστική ως προς το ότι όλη η ευθύνη είναι του α' κατηγορουμένου αφού αποδείχτηκε η από κοινού σύμπραξη τους σε όλες τις παραπάνω πράξεις ως συναυτουργών, εκτός από τις κατ' εξακολούθηση υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και απάτης, όπου αποδείχτηκε ότι η μεταξύ τους σχέση σ' αυτές ήταν αυτή του ηθικού και του φυσικού αυτουργού, όπως προαναφέρεται. Μαζί δημιούργησαν και διατήρησαν για χρονικό διάστημα περίπου 11 μηνών την κατάλληλη παραπλανητική υποδομή και δρούσαν έχοντας ροπή προς εγκληματική συμπεριφορά όχι ευκαιριακά αλλά συστηματικά και μεθοδευμένα, επιδιώκοντας το εύκολο και γρήγορο κέρδος και περιουσιακό όφελος 126.602,28 € (που αποτελείται από το ποσό των 87.602,28 € που ζημιώθηκαν οι παραπάνω τράπεζες από τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά των κατηγορουμένων, και το ποσό των 39.000 € που επιδίωξαν με τη συνολική συμπεριφορά τους της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση). Ο τρόπος δε της δράσης των κατηγορουμένων, δηλ. η οργανωμένη διαμόρφωση και συστηματική διατήρηση του μηχανισμού εξαπάτησης των τραπεζών με την κατάρτιση πλαστών εγγράφων, η υφαρπαγή αναληθών εγγράφων για τους ίδιους σκοπούς, η σταθερή και μεγάλη ευκολία στην επανάληψη των πράξεων τους και η έκταση της ζημιάς που προκάλεσαν, μαρτυρεί ότι αυτοί δρούσαν κατ' επάγγελμα, προς πορισμό εισοδήματος, και κατά συνήθεια, έχοντας αποκτήσει ροπή προς τέλεση παρόμοιων πράξεων και αποβλέποντας στο παραπάνω μεγάλο συνολικό περιουσιακό όφελος. Και ενώ οι κατηγορούμενοι συνέχιζαν να επιδίδονται στις παραπάνω απατηλές και ζημιογόνες για τις τράπεζες συμπεριφορές τους, τον Ιούνιο του 2006 ο Π. Ν. ήρθε από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του στο .... Τότε τυχαία περιήλθε σε γνώση του ένα ενημερωτικό σημείωμα τράπεζας για την πορεία δανείου που είχε δήθεν χορηγηθεί στον ίδιο, και ερευνώντας την υπόθεση άρχισε να υποπτεύεται τον ανεψιό του α' κατηγορούμενο, που διατηρούσε και αυτός διαμέρισμα στο ... και στον ίδιο όροφο της οικοδομής όπου διέμενε και ο Π. Ν., ο οποίος αφού έλαβε γνώση της εν λόγω ειδοποίησης αποφάσισε να επισκεφθεί δικηγόρο για να τον συμβουλευθεί για τις δέουσες δικαστικές Ενέργειες ώστε να απεμπλακεί από το φερόμενο χρέος του στην τράπεζα, αλλά και να του ανακοινώσει τις υποψίες του ότι ήταν πιθανό να τον είχε εμπλέξει ο ανεψιός του. Τις ίδιες υποψίες, όπως και τους φόβους του για τη ζωή του, είχε εκφράσει και στον φίλο του Σωτήριο Μαλιδάκη, που είχε εξεταστεί ως μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση. Ο α' κατηγορούμενος, αντιλαμβανόμενος τις υποψίες του θείου του ότι δράστης των πλαστογαφιών και της απάτης εις βάρος των τραπεζών ήταν ο ίδιος, και προκειμένου να μην αποκαλυφθούν οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις του, συντελούντος και του μίσους που έτρεφε για αυτόν εξαιτίας της προηγούμενης δικαστικής διαμάχης τους, κατάστρωσε το σχέδιο να του αφαιρέσει τη ζωή. Έτσι στις 2-7-2006 και μεταξύ των ωρών 13.30'- 15.00', όταν αντιλήφθηκε ότι ο θείος του επέστρεψε στο σπίτι του από τον πρωινό περίπατο του μαζί με τον σκύλο του, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας και όταν εκείνος ανυποψίαστος του άνοιξε, ο α' κατηγορούμενος, φέροντας μαχαίρι που είχε προμηθευτεί προηγουμένως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επιτέθηκε στον θείο του και του κατάφερε πολλαπλά χτυπήματα, κυρίως στην τραχηλική χώρα του λαιμού και του θώρακα, δηλαδή σε καίρια σημεία του σώματός του. Ο Π. Ν. εμφανώς προσπάθησε να αποφύγει την επίθεση και πάλεψε με τον δράστη, όπως προκύπτει και από την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής, κατά την οποία το θύμα έφερε και τραύματα άμυνας στα χέρια του, ενώ ο χώρος του σπιτιού του ήταν διάσπαρτος με αίματα. Ειδικότερα, ο α' κατηγορούμενος, επιτιθέμενος στον θείο του με χρήση του μαχαιριού που έφερε μαζί του, του προκάλεσε τραύμα στο μέτωπο μήκους 3,5 εκ., τραύμα στον πώγωνα μήκους 7 εκ. και βάθους 1 εκ. περίπου, 6 βαθιά τραύματα στη δεξιά προσθιοπλάγια τραχηλική χώρα του λαιμού, τραύμα μήκους 3 εκ. και βάθους 2 εκ. περίπου στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, τραύμα δεξιά στερνομαστικά μήκους 3 εκ. και βάθους 1,5 εκ. περίπου, τραύμα δεξιά στερνοκλειδικά μήκους 3 εκ. και βάθους 2 εκ. περίπου κάθετο ως προς τον επιμήκη άξονα του κορμού, τραύμα μήκους 6 εκ. στο ύψος της λαβής του στέρνου, δύο βαθιά τραύματα της δεξιάς μαστικής χώρας μήκους 7 και 10 εκ. αντίστοιχα, βαθύ τραύμα της δεξιάς υποκλείδιας χώρας, βαθύ τραύμα της δεξιάς ωμικής χώρας, τραύμα του δεξιού πλευρικού τόξου μήκους 12 εκ. και βάθους 3 εκ., τραύμα της αριστερής υποχόνδριας χώρας μήκους 6 εκ. και βάθους 4 εκ., τραύμα της λαρυγγικής συσκευής στο ύψος του κρικοειδούς χόνδρου του λάρυγγα, τραύμα του αριστερού πλευρικού τόξου και τραυματική διάνοιξη στομάχου πλάτους 5 εκ., από τα τραύματα δε αυτά ο Π. Ν. υπέστη μεθαιμορραγικό σοκ, από το οποίο, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ο θάνατος του. Ο ανθρωποκτόνος δόλος του δράστη προκύπτει από τα πολλαπλά (περίπου 20 σε αριθμό) χτυπήματα που προκάλεσε στο θύμα, από την ένταση τους και από την επιλογή του κατηγορουμένου να τον πλήξει σε καίρια σημεία του σώματος του (κυρίως τον λάρυγγα και τον θώρακα) ώστε να είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα του θανάτου του, ενώ είχε την δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που τον οδηγούσαν, όπως και τα αίτια που τον απωθούσαν από την πράξη του. Αφού ολοκλήρωσε την πράξη της ανθρωποκτονίας, με το ίδιο μαχαίρι σκότωσε και το σκύλο που ο θείος του διατηρούσε στο σπίτι του ως ζώο συντροφιάς, καταφέροντάς του θανατηφόρο τραύμα στο λαιμό του. Εν συνεχεία, έχοντας και ο ίδιος τραυματιστεί στην παλάμη του, πήγε στο Κέντρο Υγείας Λαγκαδά προς εξέταση, όπου του προσφέρθηκαν οι πρώτες βοήθειες και επέστρεψε στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη. Το πτώμα του Π. Ν. βρέθηκε στις 6-7-2006, όταν φίλοι του ανησύχησαν από την απουσία του και με τη βοήθεια κλειδαρά, παρουσία και της αστυνομίας, παραβίασαν την πόρτα της εισόδου του διαμερίσματος του, η οποία ήταν απλώς κλειστή και όχι κλειδωμένη, το δε κλειδί της βρέθηκε επάνω στην πόρτα. Το θύμα βρέθηκε γονυπετής στο δάπεδο της κρεβατοκάμαρας φορώντας κοντό παντελόνι και καλοκαιρινό πράσινο πουκάμισο, ενώ έφερε μία μόνο παντόφλα στα πόδια του. Τμήμα του προσώπου και του κορμού του εδράζονταν στο στρώμα του κρεβατιού, στο οποίο υπήρχε μια πλατιά μεγάλη κηλίδα αίματος, καθώς και διάσπαρτες κηλίδες αίματος σε αρκετή απόσταση από το πτώμα. Ο κατηγορούμενος, που εξαρχής θεωρήθηκε ύποπτος, αρχικά δήλωσε άγνοια ισχυριζόμενος ότι την ημέρα του φόνου ο ίδιος βρισκόταν μεν στον ... αλλά δεν συναντήθηκε καθόλου με το θύμα, στην προσπάθεια του δε να εξηγήσει το τραύμα που έφερε στο χέρι του προφασίστηκε ότι αυτό προκλήθηκε από επισκευαστικές εργασίες που πραγματοποίησε την ίδια ημέρα στο εξοχικό σπίτι της μητέρας του και μάλιστα από πλακάκι που προσπαθούσε να τοποθετήσει, εν συνεχεία όμως, στις απολογίες του τόσο στον Ανακριτή όσο και στο Δικαστήριο (πρωτοβάθμιο αλλά και παρόν) ισχυρίστηκε ότι στις 2-7-2006 συνάντησε στις σκάλες της οικοδομής τον θείο του Π. Ν., ο οποίος δήθεν αναίτια του επιτέθηκε φραστικά και του απεύθυνε προσβλητικά λόγια για τον ίδιο και τη σύζυγο του, ότι εν συνεχεία συμπλεκόμενοι και ενώ το θύμα άνοιξε με τα κλειδιά του την εξώπορταΓ μπήκαν στο διαμέρισμα του και εκεί ο Π. Ν. άρπαξε ένα μαχαίρι που υπήρχε σε τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα του χωλ και προσπάθησε να τον χτυπήσει με αυτό, όμως ο ίδιος αμύνθηκε και κρατώντας το χέρι του θύματος που κρατούσε το μαχαίρι, χωρίς να το καταλάβει του επέφερε πλήγμα στο λαιμό, από το οποίο και πέθανε, ενώ μετά σκότωσε και το σκύλο. Δεν εξήγησε όμως πειστικά πώς, ενώ ο ίδιος βρισκόταν σε άμυνα όπως ισχυρίζεται, βρέθηκαν τόσα πολλά χτυπήματα στο σώμα του θύματος. Από όλα αυτά τα περιστατικά προκύπτει ότι τόσο κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας όσο και πριν από αυτήν δεν υπήρξε καμία απότομη και αιφνίδια υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος του κατηγορουμένου που να τον φέρει σε τέτοια ψυχική κατάσταση που να αποκλείει τη σκέψη, δηλ. τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που οδηγούν στην πράξη ή που απωθούν από αυτήν. Το θύμα δεν είχε κανένα κίνητρο να απευθύνει στον κατηγορούμενο καταφρονητικές εκφράσεις σε βάρος του ίδιου και της οικογένειας του, αφενός μεν γιατί δεν είχε λόγο να τον προκαλέσει, και μάλιστα σε μη δημόσιο χώρο ενόψει και των φόβων του ότι η ζωή του απειλείται από τον κατηγορούμενο, που είχε εκφράσει, κατά τα άνω σε φίλο του, αφετέρου δε, δεν είχε λόγο να έρθει σε καμία αντιπαράθεση με αυτόν, αφού είχε ήδη απόφασίσει να απευθυνθεί σε δικηγόρο για να αποκαλύψει την προηγηθείσα εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος εκτέλεσε εν ψυχρώ, με απόλυτη νηφαλιότητα και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση το θύμα, κατά-φέροντας του πολλαπλά χτυπήματα, χωρίς καμία ηθική αναστολή, ενδιαφερόμενος μόνο για την ολοκλήρωση του εγκληματικού σχεδίου του. Ο ισχυρισμός του ότι τέλεσε την πράξη καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας είναι αβάσιμος για τους εξής λόγους: α) ο δράστης μπήκε αιφνιδιαστικά στο διαμέρισμα του Π. Ν., που ανυποψίαστος του άνοιξε την εξώπορτα, και δεν υπήρξε κανένα φραστικό επεισόδιο μεταξύ τους, αφού αν συνέβαινε τούτο η εξέλιξη του θα ολοκληρωνόταν στις κοινόχρηστες σκάλες και όχι μέσα στο σπίτι του Π. Ν.. Θεωρείται δε απίθανο ο τελευταίος, ενώ εξελισσόταν το επεισόδιο, να άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού του και να επέτρεψε την είσοδο σ' αυτό στον κατηγορούμενο, αμέσως δε μετά να πήρε στα χέρια του ένα μαχαίρι κουζίνας ήδη τοποθετημένο σε τραπεζάκι του χωλ. Προφανώς ο κατηγορούμενος, για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί άμυνας, συνδέει το μαχαίρι οικιακής χρήσης που βρέθηκε στον πάγκο της κουζίνας του διαμερίσματος του θύματος, κατασχέθηκε και επιδείχθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση, με το όπλο με το οποίο έγινε η επίθεση, δεν εξήγησε όμως γιατί το μαχαίρι αυτό βρέθηκε επιμελώς τοποθετημένο στο πάγκο της κουζίνας με μία μόνο καστανέρυθρη κηλίδα, ενώ θα έπρεπε να είναι γεμάτο από αίματα, αφού κατά τους ισχυρισμούς του αυτό ήταν το όπλο του εγκλήματος, β) από το γεγονός ότι το θύμα έφερε πολλαπλά και βαθιά τραύματα δια τέμνοντος και νύσσοντος οργάνου στην τραχηλική χώρα του λαιμού και του θώρακα, όπως και αμυντικά τραύματα στα χέρια του, όπως προκύπτει από την από 6-7-2006 ιατροδικαστική έκθεση, πράγμα που καταδεικνύει ότι ο δράστης δεν περιορίστηκε, όπως ισχυρίζεται, σε ένα μόνο χτύπημα, ενόσω μάλιστα το θύμα κρατούσε μαχαίρι, και γ) από το γεγονός ότι, ενώ ο κατηγορούμενος υποτίθεται ότι δεχόταν επίθεση με μαχαίρι από τον Π. Ν., έφερε μόνο ένα βαθύ λοξό τραύμα παλαμιαία, της κεντρικής φάλαγγας του μικρού δάχτυλου του δεξιού άνω άκρου δια τέμνοντος οργάνου και επιπόλαιες εκδορές στο αριστερό πλάγιο τοίχωμα της κοιλιάς μήκους 0,5 εκ. και στην έσω επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του δεξιού αντιβραχίου, δηλ. έφερε μεμονωμένα τραύματα που εμφανώς προκλήθηκαν από την αντίσταση που πρόβαλε το θύμα στην επίθεση του δράστη, ο οποίος ήταν νέος (36 ετών τότε) και με υπέρτερες σωματικές δυνάμεις από τον 64χρονο θείο του. Επομένως, ο κατηγορούμενος καμιά πρόκληση δεν δέχτηκε από το θύμα, που δεν έφερε όπλο, αλλά αντίθετα, αυτός επιτέθηκε πρώτος με τέμνον και νύσσον όργανο, που πήρε μαζί του μετά την ολοκλήρωση της εγκληματικής ενέργειας του, ενέργησε δε χωρίς να βρίσκεται σε καμιά κατάσταση άμυνας ούτε είχε καταληφθεί από δικαιολογημένο φόβο ότι είχε τεθεί σε κίνδυνο κάποιο έννομο αγαθό του, ενώ το θύμα ήταν αυτό που αιφνιδιάστηκε, ήταν άοπλο και ανίκανο να αντιδράσει, προσπαθώντας να αποκρούσει την επίθεση μόνο με τα χέρια του. Το μαχαίρι που χρησιμοποιήθηκε για τις ως άνω πράξεις είναι όπλο επειδή εξαρχής χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο για την τέλεση των πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της φόνευσης ζώου συντροφιάς, και όχι για οικιακή ή επαγγελματική χρήση ή τέχνη. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής και καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας στην οποία βρισκόταν. Ομοίως πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα του περί αναβολής της δίκης προκειμένου α) να προσκομιστούν τα πορίσματα του εγκληματολογικού ελέγχου, β) να απομαγνητοφωνηθεί το βίντεο που προσκομίστηκε, γ) να προσκομιστεί το μαχαίρι με το οποίο έγιναν η ανθρωποκτονία και η θανάτωση του ζώου συντροφιάς, να διαταχθεί η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ε) να διαταχθεί η δακτυλοσκόπηση του μαχαιριού, στ) να προσκομιστεί το πόρισμα της σήμανσης σχετικά με τα ίχνη δακτυλοσκόπησης και τα ίχνη πέδησης, και ζ) να διαταχθεί η αναβολή της δίκης για να προσέλθουν οι απολιπόμενοι μάρτυρες και ιδία ο Τ. (αίτημα που επαναφέρει μετά την κατά τα άνω απόρριψη του), εφόσον από την όλη διαδικασία και το παραπάνω αποδεικτικό υλικό διευκρινίστηκε επαρκώς η υπόθεση και δεν κρίνεται αναγκαία ή προσκόμιση των ζητούμενων στοιχείων, ούτε η εξέταση των απολιπόμενων μη βασικών μαρτύρων, τα αιτήματα δε αυτά αποσκοπούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε παρέλκυση της δίκης. Επίσης ως προς τα ζητούμενα ελαφρυντικά, δεν προέκυψε ότι ο α' κατηγορούμενος έζησε έντιμη ζωή μέχρι την τέλεση των ως άνω πράξεων εφόσον και μετά τη δικαίωση του από τον πολύχρονο δικαστικό αγώνα με τους θείους του εξακολούθησε να τρέφει εναντίον τους αισθήματα μίσους και εκδίκησης, ενώ επιδιδόταν επίσης σε τυχερά παίγνια για απόκτηση εύκολου χρήματος, το οποίο επιδίωξε και με την κατάστρωση όλου του παραπάνω εγκληματικού σχεδίου, που υλοποίησε μαζί με τον συγκατηγορούμενό του είτε δρώντας από κοινού κατά συναυτουργία, είτε με σχέση ηθικού και φυσικού αυτουργού, όπως προεκτίθεται. Επίσης δεν επέδειξε καμιά ειλικρινή μεταμέλεια ούτε επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, η δε δήλωση του στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων με αίτηση των πολιτικώς εναγόντων για συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, περί του ότι παραχωρεί όλη την περιουσία του στην οικογένεια του θύματος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου έγινε προσχηματικά ενόψει του ποινικού Δικαστηρίου, προκειμένου να τύχει του αντίστοιχου ελαφρυντικού, κρίση που ενισχύεται και από το ότι στην απολογία του στο παρόν Δικαστήριο αναφέρθηκε στην επιδίκαση από τα αστικά Δικαστήρια 280.000 € στους εκεί ενάγοντες σύζυγο και αδελφό του θύματος, και ότι εκπληστηριάστηκε η περιουσία του αντί 120.000 €, υπό μορφή τουλάχιστον παραπόνου, η δε τυχόν καλή συμπεριφορά του μέσα στις φυλακές όπου έχει υποχρέωση να υπακούει και να συμμορφώνεται με τους κανονισμούς της, δεν αρκεί για τη χορήγηση του αντίστοιχου ελαφρυντικού, αφού δεν δοκιμάστηκε σε συνθήκες ελεύθερης διαβίωσης έξω από τη φυλακή, και επομένως το αίτημα του για τη χορήγηση των παραπάνω ελαφρυντικών πρέπει να απορριφθεί, όπως επίσης και το αίτημα του για μετατροπή της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη από την οποία επήλθε ο θάνατος, ως αβάσιμα. Επίσης ο αυτοτελής ισχυρισμός του β' κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπο του ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό λόγω μειωμένης ευφυίας (αρθρ. 36 ΠΚ) είναι αόριστο αφού δεν επικαλείται ειδικά και συγκεκριμένα περιστατικά σχετικά με την ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό, αναγκαία για τη θεμελίωση του, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να κρίνει, ύστερα από αξιολόγησή τους, αν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Επομένως πρέπει να απορριφθεί, όπως και το αίτημα του για χορήγηση σ' αυτόν των ίδιων παραπάνω ελαφρυντικών, ως αναπόδεικτα, αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε η συνδρομή των προϋποθέσεων του αρθρ. 84§2 α', δ' και ε' ΠΚ στο πρόσωπο του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχτούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, και ειδικότερα ο πρώτος 1) μόνος: α) ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, β) θανάτωσης ζώου συντροφιάς, γ) παράνομης οπλοφορίας, δ) οπλοχρησίας, 2) από κοινού με τον δεύτερο: ε) υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δηλώσεως, στ) έκδοσης αναληθούς δελτίου ταυτότητας, ζ) πλαστογραφίας με χρήση, με σκοπό οφέλους δια βλάβης τρίτου, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και με ζημιά άνω των 15.000 €, 3) ηθικής αυτουργίας σε: η) υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και θ) απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και με ζημιά άνω των 15.000 €, τετελεσμένης και σε απόπειρα, και ο δεύτερος 1) από κοινού με τον πρώτο των υπό στοιχεία ε', στ' και ζ' ως άνω πράξεων και 2) ως φυσικός αυτουργός των υπό στοιχεία η' και θ' πράξεων".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 111- 115/2010 απόφασή του, την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε κατά συρροή τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, της ανθρωποκτονίας με άμεσο δόλο τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και των λοιπών αξιοποίνων πράξεων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,42 παρ.1 , 46 παρ.1, 94, 98, 216 παρ. 1,2,3β, 299 παρ.1, και 386 παρ. 1-3 α του ΠΚ, 1 παρ. 2, 8 του ν. 1197/1981, όπως αντικ. το άρθρο 8 με το άρθρο 12 παρ. 5του ν. 3170/2003, 1 παρ. 2 β, 10 παρ. 1 , 3 β, 14,16 του ν. 2168/1993, 11 παρ.2 του ν.δ. 127/1969, 8,22 παρ.6 α του ν. 1599/1986, όπως το άρθρο 22 αντικ. με το άρθρο 2 παρ.13 του ν. 2479/1997, που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος:
α) Τα αποδεικτικά μέσα αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, η δε αναφορά του αιτιολογικού στην κατάθεση συγκεκριμένου μάρτυρος, δε σημαίνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη οι λοιπές καταθέσεις μαρτύρων και δη υπερασπίσεως, στους οποίους και ρητά αναφέρεται το δικαστήριο στην αρχή του παραπάνω αιτιολογικού, ενώ η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή προκύπτει ότι στηρίχθηκε σε όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και όχι αποκλειστικά στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του Ι. Δ., μη παραβιασθέντος του άρθρου 211 Α του ΚΠΔ.
β) αιτιολογείται επαρκώς η ανθρωποκτόνος πρόθεση του αναιρεσείοντος, καθόσον αναφέρεται ότι αυτός φέροντας παράνομα χωρίς άδεια της αρχής μαχαίρι που είχεν προμηθευτεί προηγουμένως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, χωρίς να προκληθεί, επιτέθηκε στον παθόντα θείο του Π. Ν. μέσα στο διαμέρισμά του που αυτός επισκέφθηκε, έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση την ανθρωποκτονία και του κατάφερε πολλαπλά, 20 τον αριθμό, πλήγματα, κυρίως στην τραχηλική χώρα του λαιμού και του θώρακα, δηλαδή σε καίρια σημεία του σώματός του, που αναφέρονται στο αιτιολογικό, με συνέπεια να υποστεί μεθαιμορραγικό σόκ και από αυτό ως μόνης ενεργού αιτίας, να επέλθει ο σκοπούμενος θάνατος του πληγέντος θείου του, όπως και σκόπευε και απέρριψεν τα αιτήματα μεταβολής της κατηγορίας, δεχθέν πλήρως αιτιολογημένα ότι δεν πρόκειται για σκοπούμενες βαριές σωματικές βλάβες ή για θανατηφόρο σωματική βλάβη από την προήλθε ο θάνατος, όπως αιτιάται, αναφέρεται δε ότι κίνητρο του φόνου ήταν η μη αποκάλυψη πλαστογραφιών και απατών με διάφορα δάνεια που είχε πετύχει με πλαστά και ψευδή δικαιολογητικά, και στο όνομα του θύματος θείου του που ήταν κάτοικος ΗΠΑ και ήδη είχε αντιληφθεί την ύπαρξη των παράνομων δανείων σε βάρος του.
γ) αιτιολογείται επαρκώς με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ο συγκεκριμένος τρόπος τελέσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου, όσον και ο δόλος αυτού, όσον αφορά τις λοιπές αξιόποινες πράξεις που καταδικάστηκε, όπως το ότι με μαχαίρι που έφερε ανά χείρας φόνευσε την ιδία ημέρα στο διαμέρισμα του φόνου και το σκύλο του θύματος θείου του, αιτιολογείται ο κοινός δόλος αυτού ως συναυτουργού, ομού με τον συγκατηγορούμενό του Ι. Δ., με κοινό δόλο, κατάρτισης και υποβολής ψευδούς Υπεύθυνης Δήλωσης, υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και έκδοσης αναληθούς Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας από ΑΤ. Ασφάλειας Θεσσαλονίκης στο όνομα του θείου του Π. Ν., κατοίκου ΗΠΑ, της κακουργηματικής απάτης, κατ'εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, και της κακουργηματικής πλαστογραφίας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του, με κατάρτιση πλαστών δηλώσεων εισοδήματος κλπ ψευδών δηλώσεων του θύματος, αλλά και του άλλου θείου του Α. Ν., χωρίς να είναι απαραίτητη η εξειδίκευση των επί μέρους ενεργειών κάθε συναυτουργού, αιτιολογείται εμπεριστατωμένα και η συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πράξεων, σε όσες αυτή του αποδόθηκε, αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα η ηθική αυτουργία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στην υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και στην άνω κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, (με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις στον φυσικό αυτουργό Ι. Δ.), του ιδίου όντος ιθύνοντος νού του εγκληματικού σχεδίου λήψεως παράνομων δανείων και πιστωτικών καρτών στο όνομα των θείων του Π. και Α. Ν., που κατοικούσαν σε ΗΠΑ, παραπλανώντας τους αρμόδιους τραπεζικούς υπαλλήλους, με ψευδή και πλαστά δικαιολογητικά και με εικονικά εκκαθαριστικά σημειώματα ΔΟΥ, επιδιώκοντας περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 126.602,28 ευρώ, με ζημιωθείσες τις τράπεζες που με πλαστά δικαιολογητικά και πλαστοπροσωπείες, τους χορηγούσαν παράνομα δάνεια .
δ) αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η απόρριψη των υποβληθέντος αιτήματος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, περί αναβολής της δίκης, για να προσέλθουν και εξετασθούν οι απολιπόμενοι μάρτυρες κατηγορίας, με την 113/2010 παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, με το εξής αιτιολογικό( βλ. 26η σελίδα), ότι " η εξέταση των απολιπομένων μαρτύρων δεν κρίνεται αναγκαία, εφόσον δεν είναι βασικοί, η δε υπόθεση θα διαλευκανθεί επαρκώς από τις καταθέσεις των εξετασθέντων βασικών μαρτύρων, το δε δικαστήριο κρίνει ότι το ανωτέρω αίτημα του α' κατηγορουμένου οδηγεί σε παρέλκυση της δίκης". Το αιτιολογικό αυτό, ενόψει του ότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι είχαν ήδη εξετασθεί, την τρίτη ημέρα συνεδρίασης της δίκης στο άνω ΜΟΕ δώδεκα μάρτυρες κατηγορίας, κρίνεται επαρκές και δεν παραβιάσθηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Ομοίως με το επί της ενοχής επαρκές αιτιολογικό, εμμέσως πλην σαφώς, αλλά και ειδικά εκ του ότι "από την όλη διαδικασία και το παραπάνω αποδεικτικό υλικό διευκρινίστηκε επαρκώς η υπόθεση και δεν κρίνεται αναγκαία η προσκόμιση των αιτουμένων στοιχείων, ούτε η εξέταση μη βασικών απολιπομένων μαρτύρων, τα δε αιτήματα αυτά αποσκοπούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, σε παρέλκυση της δίκης", απορρίφθηκαν πλήρως αιτιολογημένα και ειδικά, το ίδιο ως παραπάνω αίτημα αναβολής που υποβλήθηκε εκ νέου κατά τη διάρκεια τα διαδικασίας για να εξετασθούν οι απολιπόμενοι μάρτυρες κατηγορίας, (βλ. 69η και 70η σελίδα), ως και τα υποβληθέντα λοιπά αιτήματα του αναιρεσείοντος πρώτου κατηγορουμένου, να προσκομισθούν τα πορίσματα του εγκληματολογικού ελέγχου, να προσκομισθεί το μαχαίρι, με το οποίο έγινε η ανθρωποκτονία και η θανάτωση του ζώου ως πειστήριο, να προσκομισθεί το πόρισμα της σήμανσης της ΥΕΕΒΕ σχετικά με το βίντεο, την απομαγνητοφώνηση αυτού, τα ίχνη δακτυλοσκόπησης, τα ίχνη πέδησης και αίματος στον τόπο του εγκλήματος και τα δακτυλικά αποτυπώματα στο μαχαίρι και να διαταχθεί, ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη στο πρόσωπό του και γραφολογική πραγματογνωμοσύνη επί όλων των εγγράφων που φέρονται ότι πλαστογραφήθηκαν.
ε) αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, η απόρριψη των προβληθέντων από τον συνήγορο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αυτοτελών ισχυρισμών, και δη: 1) τέλεσης της πράξης σε βρασμό ψυχικής ορμής, με τις παραδοχές ότι αποδείχθηκε ότι ενήργησε με βάση σχέδιο που κατάστρωσε, να αφαιρέσει τη ζωή του θείου του, για να μην αποκαλυφθούν πλαστογραφίες και απάτες που είχε διαπράξει με λήψη εν αγνοία του θείου του αυτού στο όνομά του παράνομων δανείων, ήτοι το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι υπήρξεν καμία απότομη και αιφνίδια υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος αυτού, από απειλές και ύβρεις, οι οποίες να επέδρασαν στην ήρεμη ψυχική του κατάσταση και να του απέκλεισαν την σκέψη και με την παραδοχή ότι το θύμα δεν προκάλεσε αυτόν, ώστε να δικαιολογείται η δημιουργία σε αυτόν παρόμοιας ψυχολογικής κατάστασης, 2) τέλεσης της πράξης σε κατάσταση άμυνας ή καθ'υπέρβαση των ορίων άμυνας, με την παραδοχή, ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς να βρίσκεται σε καμία κατάσταση άμυνας, ότι ο κατηγορούμενος δεν δέχθηκε καμία πρόκληση από το θύμα, που δεν έφερε καν όπλο, αλλά αντίθετα αυτός εισήλθεν αιφνιδιαστικά στο άνω διαμέρισμα του θύματος και χωρίς να προηγηθεί κάποιο φραστικό επεισόδιο μεταξύ τους, πρώτος επιτέθηκε με τέμνον και νύσσον όργανο, μαχαίρι, που έφερεν παράνομα και πήρε μάλιστα μαζί του μετά την ολοκλήρωση της εγκληματικής του ενέργειας, επιφέροντας 20 πλήγματα στο αμυνόμενο θύμα του, ότι δεν είχεν καταληφθεί από φόβο, ότι δεν είχε τεθεί σε κίνδυνο κάποιο έννομο αγαθό του, ενώ το θύμα ήταν αυτό που αιφνιδιάστηκε, ήταν άοπλο και ανίκανο να αντιδράσει, προσπαθώντας να αποκρούσει την επίθεση με τα χέρια του.
στ) αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα η απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών αναγνώρισης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων, προτέρου εντίμου βίου, αντιδράσεως, λόγω προκλήσεως του και απρεπούς και επιθετικής συμπεριφοράς του θύματος, μεταμέλειας και μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς του.
ζ) όλα τα έγγραφα που προσκόμισε και ζήτησε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να αναγνωσθούν με την 5η αίτησή του (βλ. σελ. 34, 45-46 πρακτικών) , αναγνώσθηκαν όλα όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης( βλ. σελίδα 34η) και ουδεμία εκ τούτου αναιρετική πλημμέλεια προκύπτει.
Με τις λοιπές αιτιάσεις προβάλλεται αντίθεση αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, οι οποίες όμως, δεν αποτελούν αναιρετική πλημμέλεια, αλλά υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι εντεύθεν απορριπτέες ως απαράδεκτες,
Επομένως οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ) και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-7-2010 αίτηση - δήλωση του Ζ. Ν. του Κ., περί αναιρέσεως της 111- 115/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ( 250 ) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας B. J. P. εκ πεντακοσίων ( 500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία με πρόθεση. Θανάτωση σκύλου - ζώου συντροφιάς, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, Ψευδής Υπεύθυνη Δήλωση, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Κακουργηματική Απάτη κατ' εξακολούθηση και επάγγελμα. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1759/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1)Δ. Δ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2)Ν. Κ.-Κ. , Πρόεδρο Εφετών Αθηνών και 3)Χ. Π. , Πρόεδρο Εφετών Αθηνών. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 22 Νοεμβρίου 2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1333/2011.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 251/23-11-2011 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Εισάγω, με τη σχετική δικογραφία την 61173/22-11-2011 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υπόθεσης σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 του Κ.Π.Δ., και εκθέτω τα εξής:
ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού, και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και σ' αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως (ΑΠ 1642/1988 Π. Χ ΛΘ'500, 724/2000 Υπέρ. 2000, 1994). Τέλος την παραπομπή αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να κρίνει την αρχειοθέτηση μήνυσης (α. 43 του ΚΠΔ) στην οποία εμπλέκεται ως μηνυόμενος δικαστικός λειτουργός (Πρόεδρος Εφετών - Εισαγγελέας Εφετών) που υπηρετεί στο ίδιο Εφετείο με αυτόν. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα α. 137 περ.α! και β! , 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την αρχειοθέτηση αυτή για κρίση σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 314/2003 ΠΔ! 2003.922, ΑΠ 1649/2000 ΠΔ! 2001.424, ΑΠ 611/1996 ΠΧ! 1997.961).
ΙΙΙ. Με αφορμή το 71013/27-7-2010 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στο οποίο είχαν ενσωματωθεί καταγγελίες για εσφαλμένη βαθμολόγηση γραπτών των υποψηφίων συμβολαιογράφων, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση σε βάρος: α) των Προέδρων Εφετών Αθηνών Χ. Π. και Ν. Κ. – Κ. και β) του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Δ. Δ. Μετά την ολοκλήρωση αυτής ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών αρχειοθέτησε την δικογραφία αυτή (ΑΒΜ: Α 10/5165), σύμφωνα με το α. 43 του Κ.Π.Δ., με την από 17-11-2011 αναφορά του και την διαβίβασε για έγκριση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, επειδή οι παραπάνω Πρόεδροι Εφετών υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών και ο παραπάνω Εισαγγελέας Εφετών υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ζητά με το παραπάνω (Ι) έγγραφό του να ορισθεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την αρχειοθέτηση αυτή. Επειδή το αίτημα αυτό είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω (
ΙΙ) εκτέθηκαν, νόμιμο και βάσιμο πρέπει να γίνει δεκτό και να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί για την αρχειοθέτηση αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς και κατ' επέκταση οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς αν τυχόν ανακύψει περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι: α) ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς για να αποφανθεί για την αρχειοθέτηση της ΑΒΜ: Α 10/5165 δικογραφίας από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και β) οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως και η αρχειοθέτηση της μήνυσης, κατ'άρθρο 43 του ΚΠΔ, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με το 71013/27-7-2010 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, διαβιβάστηκαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών διάφορες καταγγελίες υποψηφίων του διενεργηθέντος διαγωνισμού Συμβολαιογράφων , έτους 2009, σχετικά με αποδιδόμενες αποκλίσεις στην αξιολόγηση των γραπτών δοκιμίων των διαγωνισθέντων και υπόνοιες παράβασης καθήκοντος μελών της Επιτροπής του εν λόγω διαγωνισμού. Διατάχθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για διερεύνηση τυχόν τέλεσης της αξιόποινης πράξης παράβασης καθήκοντος εκ μέρους των βαθμολογητών και των μελών της Κεντρικής Επιτροπής Αναβαθμολόγησης του εν λόγω διαγωνισμού Συμβολαιογράφων, μεταξύ των οποίων και οι Πρόεδροι Εφετών Αθηνών Χ. Π. και Ν. Κ.- Κ. και ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών Δ. Δ. Μετά το πέρας της ανωτέρω προκαταρκτικής εξέτασης η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την από 17-11-2011 αναφορά της, προέβη σε αρχειοθέτηση της σχηματισθείσας δικογραφίας (ΑΒΜ Α-10/5165), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του ΚΠΔ. Ακολούθως η αναφορά αυτή υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών για έγκριση ή μη της αρχειοθετήσεως της δικογραφίας που σχηματίσθηκε. Δεδομένου όμως ότι μεταξύ των εμπλεκομένων μελών της Επιτροπής του διαγωνισμού των Συμβολαιογράφων, περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω ισόβιοι δικαστικοί λειτουργοί, που υπηρετούν αντίστοιχα, στο Εφετείο Αθηνών και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε' και 137 ΚΠΔ.
Για τον λόγο αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την κρινόμενη 61173/22-11-2011 αίτηση του, διαβίβασε την υπόθεση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και ζήτησε να γίνει ο κανονισμός αρμοδιότητας αυτός. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις και ενόψει των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν. Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β περ. γ ΚΠΔ) και πρέπει να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποφανθεί Εισαγγελέας Εφετών από άλλη Εισαγγελία, για να χρεωθεί την υπόθεση, για περαιτέρω έγκριση ή μη της παραπάνω αρχειοθέτησης της δικογραφίας, που αφορά μεταξύ άλλων δικαστικών λειτουργών και ομοιόβαθμο συνάδελφο του Εισαγγελέα Εφετών που υπηρετεί στην ίδια Εισαγγελία, ώστε να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας του κατ'αρχήν αρμοδίου κατά τόπον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Προς τούτο, πρέπει να ορισθεί, ως αρμόδιος ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, για να επιληφθεί της εγκρίσεως ή μη της σχετικής αρχειοθέτησης και αν συντρέξει περίπτωση, οι αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς και του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΖΕΙ, κατά παραπομπή αρμοδιότητα και δη, ως αρμόδιο, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, για να επιληφθεί της εγκρίσεως ή μη της αρχειοθέτησης της υποθέσεως, επί της οποίας, το έγγραφο 71013/27-7-2010 του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και η προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών από 17-11-2011 αναφορά της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, για έγκριση αρχειοθέτησης, επί της δικογραφίας με ΑΒΜ . Α-10/5165, και αν συντρέξει περίπτωση, τις ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς και του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός Αρμοδιότητας. Παραπέμπει, κατ' άρθρο 136 στοιχ, ε' ΚΠΔ σε Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά για έγκριση ή μη αρχειοθέτησης δικογραφίας για καταγγελίες σε βάρος Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, και αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές Πειραιώς.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1758/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημητρίου Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Τ. Β. συζ. Π., το γένος Π. Α., 2. Ε. Β. του Π. και 3. Ι. Β. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέλιο Σταματόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Π., κατοίκου ..., η οποία απεβίωσε την 25.09.2011, την δίκη της οποίας συνεχίζει ο Α. Α. του Π., κάτοικος ..., ως μοναδικός, δυνάμει της υπ' αριθ. 30043/22.5.2009 δημόσιας διαθήκης, κληρονόμος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Χουλιάρα, αφού προηγουμένως ανακάλεσε την από 12.10.2011 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και Παναγιώτη Κορνηλάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.3.2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θράκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 500/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Οκτωβρίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο παραστάς πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 138 ΑΚ "δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου "άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 180, 513 και 1033 του ΑΚ συνάγεται ότι επί καταχωρήσεως σε συμβολαιογραφικό έγγραφο μιας συμβάσεως πωλήσεως και (εξαιτίας της) μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βουλήσεως των μερών ήταν εικονικές, γιατί οι βουλήσεις τους ήταν να μην υπάρχουν αμφότερες ή μόνον η μία από τις αναλαμβανόμενες εκατέρωθεν υποχρεώσεις, του μεν πωλητή για μεταβίβαση της κυριότητας και παράδοση του πράγματος, του δε αγοραστή για πληρωμή του τιμήματος, η σύμβαση πωλήσεως είναι λόγω εικονικότητας άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της. Στο σχετικό περί εικονικότητας δικαιοπραξίας ισχυρισμό εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο καταρτίσεώς της όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας. Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 138 δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο του ίδιου άρθρου εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλ' έχει αυτοτέλεια, διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που στηρίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας και πρέπει αυτά να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο από το διάδικο ο οποίος επικαλείται την ύπαρξη σχετικής εικονικότητας (Ολ.ΑΠ 32/1998). Όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 παρ. 1, 369 και 498 παρ.1 Α.Κ.), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν το είδος και το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας ή ο τυχόν όρος (τρόπος) ή η αίρεση από την οποία τα μέρη εξαρτούν την ισχύ της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας, αλλά αυτά τα περιστατικά αποδεικνύονται, εφόσον αμφισβητούνται, με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 36/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνον ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ως ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο μιας γονικής παροχής, ώστε να μη θεωρείται, κατά το υπερβάλλον αυτό το μέτρο, ως δωρεά και να υπόκειται σε ανάκληση, κρίνεται εκείνο το οποίο προσδιορίζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση την περιουσιακή κατάσταση και την κοινωνικό θέση του γονέα, τον αριθμό των τέκνων και τις ανάγκες καθενός από αυτά, την ηλικία τους και τις συνθήκες γενικά τις διαβίωσής τους, τις οποίες επιδιώκει να εξισορροπήσει με τις παροχές του ο γονέας. Τα δε άρθρα 505 και 507 του ΑΚ ορίζουν "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή" (το πρώτο) και "ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει υποχρέωση να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά" (το δεύτερο). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών τρόπος είναι η υποχρέωση που επιβάλλεται σ' εκείνον που αποκτά από χαριστικής αιτία, ως αχαριστία δε, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή. Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περίθαλψης και οικονομικής ενίσχυσης, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η καταφρόνησή του με λόγο και έργο. Η αδιαφορία προς τον έχοντα ανάγκη περίθαλψης δωρητή οπό το δωρεοδόχο είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα και παρέχεται γι' αυτό δικαίωμα στο δωρητή να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση. Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς και η αξία του αντικειμένου της, όπως και ο τρόπος ενέργειας και ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενού συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της έλλειψης ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή. Κατά το άρθρο 509 του Α.Κ. η μονομερής και απευθυντέα δήλωση του δωρητή για ανάκληση της δωρεάς, η οποία είναι άτυπη και όταν αφορά ακίνητο, πρέπει να αναφέρει το παράπτωμα του δωρεοδόχου και επί αμφισβητήσεως από αυτόν της αλήθειας του λόγου ανακλήσεως της δωρεάς αποφασίζει το δικαστήριο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δίκαιου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του η δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαίο για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1993, 28/1937, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984), ούτε ιδρύει το λόγο αυτό η αντίφαση μεταξύ επάλληλων ή επικουρικών αιτιολογιών, που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό (Α.Π. 308/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή αναγνωρίσεως σχετικής εικονικότητας των αναφερόμενων δικαιοπραξιών μεταξύ των διαδίκων, ανακλήσεως των καλυπτομένων κάτω από αυτές δωρεών υπό τρόπο λόγω αχαριστίας των αναιρεσειόντων δωρεοδόχων και μη εκτελέσεως του τρόπου, όπως και αποδόσεως των δωρηθέντων κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού στην αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, στη θέση της οποίας υπησήλθε μετά το θάνατό της ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της ο Α. Α., ο οποίος εκουσίως επαναλαμβάνει την βιαίως διακοπείσα δίκη (άρθρα 286 παρ. 1α και 290 ΚΠολΔ), το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον την κρινόμενη υπόθεση μέρος της, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα Ευδοξία χήρα Π. Α., μητέρα της πρώτης και γιαγιά της δεύτερης και του τρίτου των εναγομένων, από το έτος 2000, που αποβίωσε ο σύζυγός της, διέμενε με τον υιό της Α., σε διαμέρισμα της συνιδιοκτησίας τους στην ... . Οι σχέσεις της με την πρώτη εναγόμενη θυγατέρα της και την οικογένεια της, κατά την τελευταία πενταετία, πριν την άσκηση της αγωγής, δεν ήταν καλές και ουσιαστικά δεν είχαν καμία επαφή. Εξαιτίας της προχωρημένης ηλικίας της (γεννηθείσα το έτος 1929) και των σοβαρών προβλημάτων της υγείας της (έπασχε από οξεία νεφρική ανεπάρκεια, αρτηριακή υπέρταση, ίλιγγο και ατροφία εγκεφάλου), αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε ανάγκη περιποίησης και περίθαλψης. Στα προβλήματα της (γήρατος, ασθενειών) της συμπαραστεκόταν μόνον ο υιός της Α., καίτοι και ο ίδιος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, καθόσον το έτος 1995 είχε υποστεί βαρύ κρανιοεγκεφαλικό οίδημα και σοκ του νωτιαίου μυελού, συνεπεία τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα και από το έτος 2000 ήταν διαζευγμένος. Στις 26-8-2005 η ενάγουσα μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Ξάνθης με συμπτώματα υψηλού πυρετού. Υποβλήθηκε σε εξετάσεις και διαπιστώθηκε ότι έπασχε από "εμπύρετη ουρολοίμωξη, σηψαιμία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, διαρροϊκό σύνδρομο, ρύπανση περιορθρικού λίπους, πάχυνση περιορθρικής περιτονίας, κατακλίσεις, αρτηριακή υπέρταση, ατροφία - εγκεφάλου". Η κατάσταση της υγείας της ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη και οι ιατροί του Νοσοκομείου Ξάνθης δεν έδιναν και ιδιαίτερες ελπίδες ότι θα ξεπεραστεί, λόγω και του βεβαρημένου ιστορικού της. Η πρώτη εναγόμενη, όταν πληροφορήθηκε ότι η ενάγουσα νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο, την επισκέφθηκε και της δήλωσε ότι έχει μεταμεληθεί για τη συμπεριφορά της και ότι στο εξής η ίδια και η οικογένεια της θα είναι κοντά της και θα αναλάβει τη φροντίδα και περίθαλψη της. Η ενάγουσα, από το ενδιαφέρον που επιδείκνυε η πρώτη εναγόμενη στο πρόσωπό της, πείσθηκε ότι η συμπεριφορά της ήταν ειλικρινής και ανιδιοτελής. Η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο Νοσοκομείο, από 26-8-2005 έως 14-10-2005, με το υπ' αριθμ. .../20-9-2005 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ξάνθης Στέλλας Αγαθοκλέους χορήγησε στη θυγατέρα της την εντολή να εισπράττει τη μηνιαία σύνταξή της, τα μισθώματα από την εκμίσθωση των ακινήτων της και οποιοδήποτε ποσό από τραπεζικό λογαριασμό, για την αντιμετώπιση των αυξημένων εξόδων της νοσηλείας της, περιστατικό το οποίο συνομολογείται. Μετά την έξοδο της ενάγουσας από το Νοσοκομείο, στις 14-10-2005, όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη εναγόμενη προσφέρθηκε να τη φιλοξενήσει στην οικία της στην ... για να της προσφέρει η ίδια και η οικογένειά της, δηλαδή ο σύζυγος της και τα δύο τέκνα της (δεύτερη και τρίτος των εναγομένων), που διέμεναν μαζί της, φροντίδα και περίθαλψη, όπως απαιτούσε η κατάσταση της υγείας της. Η ενάγουσα δέχθηκε, αφενός διότι δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων της υγείας της και της προχωρημένης ηλικίας της και αφετέρου διότι επιθυμούσε να ξεκουράσει τον υιό της Α., ο οποίος τη φρόντιζε και τη βοηθούσε με στοργή και αγάπη, κατά τα πέντε τελευταία έτη, που διέμενε μαζί της. Έτσι, εγκαταστάθηκε στην οικία της θυγατέρας της και πράγματι η ίδια και η οικογένειά της προσέφεραν σ' αυτήν φροντίδα και ιατρική περίθαλψη, με τη βοήθεια φυσιοθεραπευτή και δύο αποκλειστικών νοσοκόμων, απασχολουμένων επί καθημερινής βάσεως, αλλά και συμπαράσταση ψυχολογική, έως τις 28-4-2006, οπότε και τη μετέφεραν στο διαμέρισμά της, όπου διέμενε πριν την είσοδο της στο Νοσοκομείο. Η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της διαμονής της στην οικία της θυγατέρας της προέβη (πέρα από τη μεταβίβαση της κυριότητας με συμβολαιογραφικά έγγραφα: α) στην πρώτη αναιρεσείουσα θυγατέρα της δύο καταστημάτων και ποσοστού δικαιώματος δόμησης επί ενός οικοπέδου, με εικονική πώληση, που υπέκρυπτε δωρεά υπό τρόπο και β) στους δύο λοιπούς αναιρεσείοντες εγγονούς της ενός καταστήματος με δωρεά υπό τρόπο, των οποίων δωρεών έγινε ανάκληση από την αναιρεσίβλητη - δωρήτρια λόγω αχαριστίας των δωρητών και μη εκτελέσεως του τρόπου, δεν προσβάλλεται δε κατά το μέρος αυτό, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η απόφαση του Εφετείου) και στην ακόλουθη δικαιοπραξία: Με το υπ' αρ. .../9.12.2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ξάνθης Στέλλας Αγαθοκλέους που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο 1123 και με α/α 73, μεταβίβασε στην πρώτη εναγόμενη, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος, εμβαδού καθαρού 71,27 τ.μ. και μικτού 90,27 τ.μ., που βρίσκεται στον 3° όροφο πολυώροφης οικοδομής, κείμενης επί οικοπέδου, εμβαδού 270,86 τ.μ., της οδού ... της ... αντικειμενικής αξίας 39.737,87 ευρώ, καθώς και τη χρήση μίας αποθήκης του υπογείου της οικοδομής, εμβαδού 6,27 τ.μ., με σκοπό την ενίσχυση της οικογενειακής και οικονομικής αυτοτέλειας, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο. Με το ίδιο συμβόλαιο η ενάγουσα παρακράτησε για τον εαυτό της το δικαίωμα επικαρπίας επί της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας εφόρου ζωής της, συγχρόνως δε δήλωσε, ότι παραιτείται "από κάθε γενικά δικαίωμα αγωγής και ένστασής της για διάρρηξη, ακύρωση και γενικά προσβολή της σύμβασης αυτής και της ανάκλησης της γονικής παροχής, διότι αναγνωρίζει ότι αυτή γίνεται για εκπλήρωση ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και από γονικό ενδιαφέρον και ότι αυτή δεν υπερβαίνει ούτε εξαντλεί το λογικό μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις και συνεπώς δεν αποτελεί δωρεά εν όλω ή εν μέρει κατά την έννοια του άρθρου 1509 ΑΚ. "Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι κατά το χρόνο σύστασης της αναφερόμενης στο υπ' αριθμ. .../9.12.2005 συμβόλαιο γονικής παροχής η ενάγουσα διήνυε το 76 έτος, η θυγατέρα της Τ. (πρώτη εναγόμενη) το 56° και ο υιός της Α. το 50ο έτος της ηλικίας τους αντίστοιχα. Η πρώτη εναγόμενη, είναι εκπαιδευτικός (νηπιαγωγός) με μηνιαίες αποδοχές 2.000 ευρώ κατά μέσο όρο. Είναι έγγαμη με τον Π. Β., συνταξιούχο της ΔΕΗ, ο οποίος λαμβάνει μηνιαία σύνταξη 1.700 ευρώ περίπου. Είναι κυρία καταστήματος, εμβαδού 62 τ.μ, αντικειμενικής αξίας 140.000 ευρώ, κειμένου επί της οδού ..., που περιήλθε στην κυριότητα της από κληρονομιά του πατέρα της (δυνάμει της υπ' αριθμ. .../7-8-2001 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ξάνθης Κ.Νταϊλιάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα), από την εκμίσθωση του οποίου εισπράττει μίσθωμα ποσού 511 ευρώ μηνιαίως. Επίσης, είναι κυρία, α) ενός καταστήματος, εμβαδού 23,92 τ.μ. αντικειμενικής αξίας 55.000 ευρώ, κειμένου επί της οδού ..., που περιήλθε στην κυριότητα της, λόγω γονικής παροχής (δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-8-1983 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κ. Καλαϊτζή, που μεταγράφηκε νόμιμα), β) ενός διαμερίσματος, εμβαδού 23,92 τ.μ, αντικειμενικής αξίας 100.000 ευρώ, επί της οδού ..., που περιήλθε στην κυριότητά της από αγορά (δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-4-1979 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Χ. Καρυωτάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα), όπου διαμένει με την οικογένεια της και γ) ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός καταστήματος, εμβαδού 119,11 τ.μ, αντικειμενικής αξίας 130.000 ευρώ κειμένου επί της οδού ..., που περιήλθε στην κυριότητα της επίσης από κληρονομιά του πατέρα της (δυνάμει της προαναφερόμενης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς). Ήδη, με το προαναφερθέν συμβόλαιο (.../9-12-2005 συμβόλαιο), η ενάγουσα μεταβίβασε στην πρώτη εναγόμενη την κυριότητα των ως άνω ακινήτων (δύο καταστημάτων και ποσοστού 2/8 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος της μελλοντικής δόμησης οικοδομής, αντικειμενικής αξίας 142.000 ευρώ). Ο υιός της ενάγουσας Α., είναι διαζευγμένος, έχει δύο τέκνα ηλικίας 21 και 17 ετών, εξαιτίας δε των προαναφερθέντων σοβαρών προβλημάτων της υγείας του, δεν εργάζεται. Μοναδικά έσοδα του αποτελούν τα μισθώματα, συνολικού ποσού 1.400 ευρώ μηνιαίως, που εισπράττει από την εκμίσθωση δύο καταστημάτων, τα οποία περιήλθαν στην κυριότητα του από κληρονομιά του πατέρα του, από το άνω δε ποσό καταβάλει 600 ευρώ μηνιαίως για τη διατροφή των τέκνων του. Η ενάγουσα λαμβάνει μηνιαία σύνταξη ποσού 500,90 ευρώ. Πριν τη μεταβίβαση των ως άνω τριών (3) καταστημάτων της στους εναγόμενους από την εκμίσθωσή τους ελάμβανε το ποσό των 2.500 ευρώ μηνιαίως. Η κατάσταση της υγείας της, η οποία ήδη ήταν πολύ βεβαρημένη, όπως αναφέρθηκε, παρουσίασε περαιτέρω επιδείνωση, εξαιτίας εγκεφαλικού επεισοδίου, το οποίο υπέστη στις 21-6-2006. Ήδη, είναι παράλυτη, πάσχει από οργανικό ψυχοσύνδρομο, ίλιγγο και parkinson (βλ. υπ' αριθμ. 11.233/11-8-2006 πιστοποιητικό του Γ.Ν. Ξάνθης). Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας της έχει ανάγκη συνεχούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και φροντίδας από αποκλειστικές νοσοκόμες και οικιακές βοηθούς, λόγω της αδυναμίας της να αυτοεξυπηρετηθεί, για την κάλυψη των οποίων απαιτούνται σημαντικές δαπάνες. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της ενάγουσας, της προχωρημένης ηλικίας της, των προβλημάτων της υγείας της, των αναγκών της για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και απασχόληση αποκλειστικών νοσοκόμων και οικιακών βοηθών επ' αμοιβή, των απαιτουμένων δαπανών για την κάλυψη αυτών και των εν γένει αναγκών διαβίωσης και συντήρησης της, των ως άνω παροχών προς την πρώτη εναγόμενη θυγατέρα της, της οικονομικής αυτοτέλειας της τελευταίας, της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης της, της οικονομικής, κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης του υιού της ενάγουσας, της αδυναμίας αυτού να εργασθεί, των υποχρεώσεων του προς διατροφή των τέκνων του, εν γένει αναγκών διαβίωσης και συντήρησής του, η συναφθείσα με το υπ' αριθμ. .../9-12-2005 συμβόλαιο γονική παροχής υπερέβαινε το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις και σύμφωνα με το άρθρο 1509 εδ.α' ΑΚ, αποτελεί δωρεά υπό τρόπο για παροχή φροντίδας και περίθαλψης στη δωρήτρια ενάγουσα εφόρου ζωής από τη δωρεοδόχο πρώτη εναγόμενη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την κατάρτιση των ανωτέρω (τριών) δικαιοπραξιών η συμπεριφορά των εναγομένων (θυγατέρας και εγγονών) έναντι της ενάγουσας διαφοροποιήθηκε σταδιακά. Επιδείκνυαν συστηματική αδιαφορία στο πρόσωπό της, παραμελούσαν τη φροντίδα και ιατρική της περίθαλψη και τέλος διέκοψαν οποιαδήποτε επαφή μαζί της. Ειδικότερα, ενώ, λόγω της βεβαρημένης κατάστασης της υγείας της, απασχολούνταν για τη φροντίδα της, δύο αποκλειστικές νοσοκόμες, ανά 8ωρο και φυσιοθεραπευτής, κατ' εντολή τους, έπαυσαν να της παρέχουν τις υπηρεσίες τους η μία αποκλειστική νοσοκόμος και ο φυσιοθεραπευτής. Επιπλέον, ενώ είχε ανάγκη από συνεχή φροντίδα και περιποίηση, διότι ήταν καθηλωμένη στο κρεβάτι και αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, αλλά και ψυχολογική στήριξη, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της και των ασθενειών της, άρχισαν να την επισκέπτονται σπάνια στο δωμάτιο της, εκδηλώνοντας έντονη δυσφορία για τη διαμονή της στην οικία της πρώτης εναγόμενης και προτρέποντας, πρωτοστατούντων των εγγονών να επιστρέψει στην οικία της. Στις 28.4.2006 της ανακοίνωσαν ότι δεν προτίθενται πλέον να την κρατήσουν στην οικία της πρώτης εναγομένης, διότι είχαν κουραστεί από την εκεί διαμονή της, αφού δε ειδοποίησαν τον υιό της Α., τη μετέφεραν και την εγκατέστησαν στο διαμέρισμα, στο οποίο διέμενε και πριν με τον υιό της, στο οποίο εξακολουθεί να διαμένει μέχρι σήμερα. Έκτοτε, τόσο η θυγατέρα της όσο και οι εγγονοί της επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την ίδια και την κατάσταση της υγείας της, τις ανάγκες της για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, φροντίδα και συναισθηματική κυρίως εκ μέρους των εγγονών στήριξη, αθετώντας έτσι εξακολουθητικά)ς τις υποχρεώσεις τους, διέκοψαν δε κάθε επαφή μαζί της, με αποτέλεσμα να αναλάβει ο υιός της Α.ς την περίθαλψη και φροντίδα της. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η πρώτη εναγόμενη, εν αγνοία της ενάγουσας και χωρίς την άδεια της, στις 28-9-2005, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο Νοσοκομείο Ξάνθης, ανέλαβε από τους υπ' αριθμ. ... και ... τηρούμενους στην τράπεζα "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" κοινούς λογαριασμούς αυτής (ενάγουσας) και του υιού της Α., εν αγνοία και χωρίς την άδεια και του τελευταίου, το ποσό των 186.561,03 ευρώ συνολικά, χρησιμοποιώντας το προαναφερθέν υπ' αριθμ. .../20-9-2005 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ξάνθης Στέλλας Αγαθοκλέους, με το οποίο η ενάγουσα της είχε χορηγήσει την εντολή να εισπράττει τη μηνιαία σύνταξή της και τα μισθώματα των ακινήτων της, αφού προέβη κρυφά σε αφαίρεση των σχετικών βιβλιαρίων από την οικία της ενάγουσας (βλ. τα από 28-9-2005 αποδεικτικά ανάληψης της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, όπου στη θέση "υπογραφή του πελάτη" αναγράφονται το όνομα της πρώτης εναγόμενης, ο αριθμός της αστυνομικής της ταυτότητας, ο αριθμός του ως άνω πληρεξουσίου και έχει τεθεί η υπογραφή της). Το γεγονός της ανάληψης του άνω χρηματικού ποσού, απέκρυψε από την ενάγουσα, αν και συνέβη κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο Νοσοκομείο, όπως προελέχθη, η τελευταία δε το πληροφορήθηκε μετά την εκδίωξή της από την οικία πρώτης των εναγομένων, ενώ ούτε τον αδελφό της Α., συνδικαιούχο των λογαριασμών, ενημέρωσε προς τούτο. Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης ότι προέβη στην ανάληψη του άνω ποσού (186.561,03 ευρώ), κατόπιν εντολής της ενάγουσας, προς αντιμετώπιση των αυξημένων δαπανών της νοσηλείας της και ότι διετέθη για την κάλυψη τους, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η τελευταία ουδέποτε έδωσε εντολή στην πρώτη εναγόμενη να προβεί σε ανάληψη των χρηματικών ποσών, που είχε κατατεθειμένα στους άνω τραπεζικούς λογαριασμούς της. Η μόνη εντολή προς αυτήν αφορούσε την είσπραξη της μηνιαίας σύνταξης της και των μισθωμάτων των ακινήτων της, για την κάλυψη των δαπανών της νοσηλείας της. Εξάλλου, δαπάνες τέτοιου ύψους, ούτε κατά το χρόνο της ανάληψης του άνω χρηματικού ποσού είχαν προκύψει, ούτε και μετέπειτα, δηλαδή κατά τη διάρκεια της διαμονής της ενάγουσας στην οικία της θυγατέρας της, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί. Πλέον τούτου αντιβαίνει στους κανόνες της λογικής η ανάγκη ανάληψης εκ των προτέρων ενός τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού για αντιμετώπιση δαπανών τέτοιας φύσεως, οι οποίες, κατά την κοινή πείρα, καλύπτονται σταδιακά και, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούν να ανέλθουν σε τέτοιο ύψος. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η πρώτη εναγόμενη κατέβαλε α) το Δεκέμβριο του έτους 2005 και τον Ιανουάριο του έτους 2006 ποσό 4.917,72 και 4.869,49 ευρώ αντίστοιχα, για την πληρωμή του φόρου εισοδήματος της ενάγουσας οικονομικού έτους 2005 με πρόστιμα και προσαυξήσεις, β) ποσό 3.900 ευρώ για αμοιβή φυσιοθεραπευτή και γ) ποσό 7.700 ευρώ για αμοιβές αποκλειστικών νοσοκόμων. Επομένως, ο ισχυρισμός ότι αυτή (πρώτη εναγόμενη) δαπάνησε ποσό 43.420 ευρώ για τις ανάγκες της φροντίδας της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο Νοσοκομείο, αλλά και της διαμονής της στην οικία της (από 26-8-2005 έως 28-4-2006) και ειδικότερα για αμοιβές νοσοκόμων και οικιακών βοηθών, αμοιβές ιατρών για επισκέψεις κατ' οίκον, μικροβιολογικές εξετάσεις, δαπάνες φυσικοθεραπείας, αγορά φαρμάκων κλπ. (συμπεριλαμβανομένων και των προαναφερόμενων αμοιβών των αποκλειστικών νοσοκόμων και του φυσιοθεραπευτή, ποσού 7.700 ευρώ και 3.900 ευρώ), δεν αποδείχθηκε βάσιμος.
Είναι γεγονός ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο Νοσοκομείο, αλλά και της διαμονής της στην οικία της πρώτης εναγόμενης, είχε την καλύτερη δυνατή φροντίδα από την τελευταία, όπως άλλωστε και η ίδια εκθέτει στην αγωγή της, με δύο αποκλειστικές νοσοκόμες επί καθημερινής βάσεως, φυσιοθεραπευτή, κομμωτή και πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Η ενάγουσα, όμως, παράλληλα είχε μηνιαία εισοδήματα, ύψους 3.000 ευρώ περίπου, από τη σύνταξη της και τα μισθώματα των τριών καταστημάτων της, τα οποία επαρκούσαν για την κάλυψη των δαπανών αυτών. Έτσι, όλες οι δαπάνες, που απαιτήθηκαν για την περίθαλψη και φροντίδα της, για το άνω χρονικό διάστημα, καλύφθηκαν από τα άνω μηνιαία εισοδήματα της, τα οποία εισέπραττε η πρώτη εναγόμενη συνεχώς έως και τις 27-6-2006, οπότε η ενάγουσα προέβη σε ανάκληση του άνω υπ' αριθμ. .../20-9-2005 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ξάνθης Στέλλας Αγαθοκλέους. Επομένως, από άνω αναληφθέν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας ποσό η πρώτη εναγόμενη δαπάνησε μόνον 9.787,21 ευρώ για την πληρωμή του άνω φόρου εισοδήματος, ενώ το υπόλοιπο ποσό 176.773 ευρώ (186.561,03-9.787,21 = 176.773), το οποίο ανέλαβε χωρίς εντολή της τελευταίας και εν αγνοία της, δεν το απέδωσε σ' αυτήν αλλά το υπεξαίρεσε. Με την προεκτεθείσα συμπεριφορά τους οι μεν εναγόμενοι εγγονοί επέδειξαν έλλειψη
συναισθήματος ευγνωμοσύνης και αχαριστία έναντι της ενάγουσας, η δε πρώτη εναγόμενη θυγατέρα παραβίασε υπαίτια τον όρο (τρόπο) των άνω δωρεών, για περιποίηση και περίθαλψη εφόρου ζωής της μητέρας της. Ειδικότερα, οι άνω παραλείψεις των εναγομένων δωρεοδόχων για περιποίηση, φροντίδα και ιατρική περίθαλψη της ενάγουσας, η αξιόμεμπτη συμπεριφορά απέναντι της και η υπαίτια παραβίαση του τρόπου των δωρεών (εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης), αποτελούν, κατά την κοινή αντίληψη, βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, η οποία αποδεικνύει έλλειψη σεβασμού και ευγνωμοσύνης στο πρόσωπο της, καθόσον αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας, συνιστά αχαριστία απέναντί της
και βαριά παράβαση του άνω όρου (τρόπου) των δωρεών, οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων και δικαιολογεί την ανάκληση των επίμαχων δωρεών. Επομένως, είναι νόμιμη η ανάκληση των δωρεών, που έγινε, λόγω αχαριστίας και υπαίτιας παράβασης του άνω όρου, με την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 13-3-2007 (βλ. τις υπ' αριθμ. 10.242β', 10.243β' και 10.244β'/13-3-2007 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης ...), σημειουμένου ότι το δικαίωμα ανάκλασης αυτών (δωρεών) ασκήθηκε εντός της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας (άρθρο 510 ΑΚ), εφόσον η αξιόμεμπτη συμπεριφορά των εναγομένων και η παράβαση του άνω όρου συνεχίστηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής ανάκλησης, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών, που δικαιολογούν αυτήν, ως ενιαίου συνόλου
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι η αναφερόμενη υπ' αριθμ. .../9.12.2005 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου γονική παροχή αποτελεί δωρεά υπό όρο (τρόπο), και μετά τη νόμιμη ανάκλησή της, κατέστη ανίσχυρη από τότε, και, υποχρέωσε τους εναγομένους να αναμεταβιβάσουν στην ενάγουσα την κυριότητα του ακινήτου, που περιγράφεται στο ανωτέρω συμβόλαιο με σχετική δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου και υποχρέωσε την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 176.773 ευρώ, και, συνακόλουθα, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία παραδεκτά αντικαθίσταται και συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, οι δε αντίθετοι λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι". Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο, κατά το μέρος μεν που δέχθηκε, ότι η επίμαχη γονική παροχή της αναιρεσίβλητης προς την πρώτη αναιρεσείουσα υπερέβαινε το από τις περιστάσεις επιβαλλόμενο μέτρο και αποτελούσε δωρεά, στην ανάκληση της οποίας νομίμως προέβη η αναιρεσίβλητη δωρήτρια, με δήλωσή της προς τη δωρεοδόχο, λόγω αχαριστίας της, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1509 εδ. α' και 505 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοζε, ενώ αλυσιτελώς πλήττεται από τη δωρεοδόχο - αναιρεσείουσα η επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου, ότι αποτελούσε η γονική παροχή δωρεά υπό τρόπο διατροφής και περίθαλψης εφόρου ζωής της δωρήτριας, που δεν εκτελέσθηκε από τη δωρεοδόχο, εφόσον η πρώτη αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως. Εν όψει τούτου, εφόσον και η προβαλλόμενη, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, αιτίαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 1509 εδ. α' του ΑΚ, έχει ως αφετηρία την εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του για τη βασιμότητα του λόγου ανακλήσεως της επίμαχης δωρεάς στο ότι αποτελούσε η γονική παροχή όχι απλώς δωρεά, αλλά δωρεά υπό τρόπο και κατέστη, λόγω μη εκτελέσεως του τρόπου και μόνον, ανακλητή, ενώ περιέχει η απόφαση επάλληλη αιτιολογία για αχαριστία της δωρεοδόχου, που δεν προϋποθέτει παράλειψη εκτελέσεως του τρόπου και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Εξάλλου κατά το μέρος που έγινε δεκτό το αγωγικό αίτημα αποδόσεως του ποσού των 176.773 ευρώ που η πρώτη αναιρεσείουσα ανέλαβε από τραπεζικούς λογαριασμούς της αναιρεσίβλητης, χωρίς να χρησιμοποιήσει αυτό το ποσό για τη συμφωνημένη αντιμετώπιση των αυξημένων εξόδων νοσηλείας της τελευταίας ούτε να το αποδώσει σ' αυτή, όταν διέκοψε την περίθαλψή της, παραβιάζοντας τη σχετική υποχρέωσή της ως δωρεοδόχου, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό της επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 713, 719 και 904 επ. του ΑΚ. Ειδικότερα αναφέρεται: 1) Η με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο παροχή από την αναιρεσίβλητη προς την πρώτη αναιρεσείουσα της εντολής, μεταξύ άλλων, "να εισπράττει οποιοδήποτε ποσό από οποιαδήποτε τράπεζα και οποιοδήποτε λογαριασμό της εντολέα" με σκοπό την αντιμετώπιση των εξόδων νοσηλείας της, 2) Η εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας εντολοδόχου είσπραξη, από τους ... και ... κοινούς λογαριασμούς της αναιρεσίβλητης και τους υιού της στην ALPHA BANK, του ποσού των 186.561,03 ευρώ, κατά τις 28.9.2005, δηλαδή ένα περίπου μήνα αφότου ανέλαβε στη δική της οικία την εφόρου ζωής διατροφή και περίθαλψη της αναιρεσίβλητης μητέρας της, κατόπιν αφαιρέσεως των σχετικών τραπεζικών βιβλιαρίων από την οικία της τελευταίας (όπου εξακολουθούσε να διαμένει ο συνδικαιούχος των τραπεζικών λογαριασμών γυιός της), εν αγνοία και χωρίς συγκατάθεση αυτών και γ) Η χρησιμοποίηση από το αναληφθέν κεφάλαιο για τις ανάγκες της αναιρεσίβλητης δικαιούχου μόνον του ποσού των 9.787,21 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο αρνήθηκε η αναιρεσείουσα να της το αποδώσει - όπως είχε υποχρέωση από τη σύμβαση εντολής - ακόμα και μετά την απομάκρυνση της αναιρεσίβλητης, ως ανεπιθύμητης, μετά επτάμηνη περίπου περίθαλψή της, οπότε είχε εκλείψει οποιαδήποτε νόμιμη αιτία κατακράτησης του χρηματικού ποσού των 176.333 ευρώ από εκείνη (αναιρεσείουσα). Επομένως ο αντίθετος, τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 575/1978, 87/1994, 148/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου που λήφθηκαν νομότυπα και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι η από την τελευταία προς την πρώτη αναιρεσείουσα, αναφερόμενη γονική παροχή υπερέβαινε το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο και συνιστούσε γι' αυτό δωρεά, ο δε εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ, Πολ. Δικ, αντίθετος, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577, 578 και 559 αρ.20 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το δικαστήριο της ουσίας, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί, αν εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο του εγγράφου καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει (Α.Π. 475/2002, 883/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενo του ως άνω αναφερόμενου πληρεξουσίου εγγράφου της αναιρεσίβλητης προς την πρώτη από αυτούς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος, καθ' όσον με το αναιρετήριο προσδιορίζεται μόνον το περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και αποσπασματικές παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, χωρίς να προκύπτει ποιο ήταν εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενο αυτού του εγγράφου, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί, αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο αυτού καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του υπεισελθόντος στη θέση της θανούσας αρχικώς αναιρεσίβλητης Α. Α. (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2010 αίτηση των Τ. συζύγου Π. Β. κλπ. για αναίρεση της 500/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του υπεισελθόντος στη θέση της θανούσας αναιρεσίβλητης Α. Α., τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εικονική πώληση που υποκρύπτει δωρεά υπό τρόπο (διατροφής-περίθαλψης δωρητή από δωρεοδόχο). Αχαριστία δωρεοδόχου και ανάκληση γι’ αυτό δωρεάς. Επί πλέον ανάκληση για παραβίαση του τρόπου. Γονική παροχή. Πότε αποτελεί δωρεά (άρθρα 138, 180, 513, 1033, 1509, 505, 507, 509 ΑΚ). Λόγος αναίρεσης από άρθρο 559 αρ.19 αβάσιμος, άρθρο 559 αρ.10 αβάσιμος, άρθρο 559 αρ.20 απαράδεκτος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1757/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας "ΙΝΕΡΤΡΑΣΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.1.2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3966/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1837/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8.7.2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 20 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την 3363ΣΤ/1 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεση επιδόσεως με την από 1-9-2011 απόδειξη παραλαβής εγγράφου και από 2-9-2011 βεβαίωση ταχυδρομήσεως συστημένης επιστολής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο Γ. Κ.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Ο από το άρθρο 559 αρ.11 περίπτωση α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 270 παρ.2 εδ. β' και γ' του Κ.Πολ.Δικ. είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως ή προβλέπεται απόδειξη μόνον με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ.Α.Π. 8/1987). Μετά την κατάργηση του προβλέποντος την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ. με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2915/2001 και την αντικατάσταση, με το άρθρο 12 του ίδιου νόμου, του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ., του οποίου η παρ.2 προβλέπει ότι "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός από αυτά (και) συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", δεν είναι ανεπίτρεπτο, κατά την τακτική διαδικασία, να λαμβάνονται υπόψη και να εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο αυτοτελώς ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έγγραφα αχρονολόγητα, ανυπόγραφα από τον εκδότη τους, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτες φωτοτυπίες ή αμετάφραστα ξενόγλωσσα έγγραφα, εκτός από τα μη γνήσια έγγραφα που αποτελούν ψευδή αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία (Α.Π. 1707/2009, 1462/1996, 513/1977). Περαιτέρω από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11α του Κ.Πολ.Δικ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο και ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, όπως και ο λόγος για τον οποίο ήταν αυτά ανεπίτρεπτα από το νόμο. ). Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ.11α του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενη από το νόμο αποδεικτικό μέσο, ήτοι την από 2-11-1999 τηλεομοιοτυπία (FAX) προς την αρχικώς εναγομένη, με αποστολέα το Υποκατάστημα της Interamerican στην Ηλιούπολη, εκδοθέν για ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου, ότι το ποσό που κατέβαλε στον δεύτερο των εναγομένων (ήδη μη διάδικο) επενδύθηκε στο συμφωνημένο αμοιβαίο κεφάλαιο με τον τίτλο ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ, βεβαιώνοντας ότι δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα αυτού του αποδεικτικού μέσου, ενώ η αναιρεσείουσα (ως καθολική διάδοχος της αρχικώς εναγόμενης Ιντερτράστ ΑΕΔΑΜ λόγω συγχώνευσης), αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου σχετικά με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, ως προς την αποδεικτική σημασία του, ελλείψει υπογραφής του και μη πλήρους ταύτισης του ποσού που αναφέρεται στην αγωγή με εκείνο που αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτη ως αποδεικτικό μέσο η ως άνω τηλεομοιοτυπία, δηλαδή σε τί συνίσταται και με βάση ποια δικονομική διάταξη στοιχειοθετείται το ελάττωμα ή ανεπίτρεπτο αυτής, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.11α του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ή επ' ευκαιρία η εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμα και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση υπηρεσίας υπάρχει, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε καθ' υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του προστηθέντος και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών του προστήσαντος, εφόσον όμως μεταξύ αυτής (ζημιογόνου πράξης) και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, υφίσταται εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η πράξη αυτή δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση, ούτε όφειλε να την γνωρίζει. Είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη βεβαίως προϋπόθεση ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων, συστηματικά ή επ' ευκαιρία, είτε αποκλειστικά του προστήσαντος είτε και του προστήσαντος Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των εννόμων αγαθών του προσώπου που αφήνει ένα έλλειμμα, (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολδ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας-εναγόμενης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία του προστηθέντος από την αρχικώς εναγόμενη για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της σε υποψήφιους επενδυτές χρηματιστηριακών παραγώγων, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εταιρία με την επωνυμία "ΙNTERTRUST A.E. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", η οποία ήδη απορροφήθηκε λόγω συγχώνευσης από την εκκαλούσα Τράπεζα, με αποτέλεσμα η τελευταία να υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής, ήταν ανώνυμη εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και ανήκε στον όμιλο εταιριών της ασφαλιστικής εταιρίας ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ από την οποία είχε ιδρυθεί για τον σκοπό αυτό. Η ως άνω εταιρία ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ είχε συνάψει, στα πλαίσια αντιπροσώπευσης της εναγομένης, στη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, συμβάσεις παραγωγικής συνεργασίας με διάφορους ασφαλιστικούς συμβούλους του ασφαλιστικού δικτύου της για την πώληση σε ενδιαφερόμενους τρίτους των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειριζόταν η εναγομένη, και τους προμήθευε με έντυπο ενημερωτικό υλικό και με αιτήσεις συμμετοχής και απόκτησης μεριδίων. Περί το μήνα Οκτώβριο του έτους 1999, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος δεν είναι πλέον διάδικος στην παρούσα δίκη, εργαζόταν ως ασφαλιστικός σύμβουλος στο υποκατάστημα Hλιουπόλεως της εταιρείας ασφαλειών ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ, προσέγγισε τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο προκειμένου να τον ενημερώσει για τα επενδυτικά προγράμματα που διέθετε η ανώνυμη εταιρεία διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία ΙΝΤΕRΤRAST ΑΕΔΑΚ, η οποία ήταν θυγατρική της εταιρείας ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ και ανήκε στον όμιλο εταιρειών της τελευταίας, πείθοντάς τον να επενδύσει τα χρήματα του στο αμοιβαίο κεφάλαιο με τον τίτλο ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ, εκδότρια του οποίου ήταν η εταιρεία ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ, το διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη (ΙΝΤΕRΤRAST) και το προωθούσαν στο επενδυτικό κοινό, όπως προαναφέρεται, μεταξύ άλλων και οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι της εκδότριας εταιρείας. Ο εφεσίβλητος, αφού έλαβε την ανωτέρω ενημέρωση, αποφάσισε να επενδύσει στο προαναφερόμενο αμοιβαίο κεφάλαιο και κατόπιν υποδείξεως του δευτέρου εναγομένου, την 14-10-1999 κατέθεσε το ποσό των 3.143.000 δρχ. ήτοι 9.223,771 ευρώ στον με αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό της ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, δικαιούχος του οποίου ήταν η εταιρεία ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ. Μετά την παρέλευση λίγων ημερών και συγκεκριμένα στις 2-11-1999, ο εφεσίβλητος έλαβε έγγραφη ενημέρωση, μέσω τηλεομοιοτυπία (fax) του οποίου αποστολέας ήταν το υποκατάστημα ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ Ηλιουπόλεως, ότι το ανωτέρω ποσό επενδύθηκε στο αμοιβαίο κεφάλαιο ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ, όπως τούτο προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο τηλεομοιοτυπικό μήνυμα (fax) του οποίου η γνησιότητα δεν αμφισβητείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Στη συνέχεια όμως ο δεύτερος εναγόμενος αντί να καταθέσει τα εισπραχθέντα από τον εφεσίβλητο χρήματα στον ειδικό τραπεζικό λογαριασμό της συγχωνευθείσας από την εκκαλούσα εταιρείας, που τηρούνταν για το σκοπό αυτό, προκειμένου να κινηθεί η σχετική διαδικασία εκδόσεως των αντίστοιχων τίτλων στο όνομα του εφεσίβλητου επενδυτή, αυτός ιδιοποιήθηκε αυτά και εξέδωσε δύο ασφαλιστήρια συμβόλαια επ' ονόματος του εφεσίβλητου και ένα συμβόλαιο με ασφαλιζόμενο πρόσωπο την Κ. Α. χωρίς ο εφεσίβλητος -ενάγων να του είχε δώσει σχετική προς τούτο εντολή, ούτε να τα παραλάβει ποτέ στην κατοχή του ώστε να γνωρίζει ότι ήταν ασφαλισμένος προκειμένου να κάνει χρήση αυτών. Στην παράνομη αυτή πράξη προέβη ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχε αναθέσει η προστήσασα αυτόν πρώτη εναγομένη, ως μεσολαβητή για την προώθηση των προϊόντων της, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, ο οποίος κατέθεσε ότι η ασφαλιστική εταιρία ΙΝΤΕRΑΜERΙCΑΝ δεν είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται αμοιβαία κεφάλαια, γι' αυτό το λόγο ίδρυσε την ΙΝΤΕRΤRUSΤ. Κατά αυτό τον τρόπο η αρχική εναγομένη χρησιμοποιούσε τους ως άνω ασφαλιστικούς συμβούλους επομένως και τον Π. Ο. για τις επαφές με τους πελάτες της, για την ενημέρωση των τελευταίων για τα επενδυτικά προγράμματα μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων και εν γένει για την εξυπηρέτηση των πελατών της για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, έχοντας παραχωρήσει σε αυτούς το δικαίωμα να εκδίδουν και όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα, που έφεραν την επωνυμία της. Για κάθε επιτυχή διαμεσολάβηση οι ως άνω ασφαλιστικοί σύμβουλοι ελάμβανον ποσοστά προμήθειας. Κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης υπηρεσίας ο δεύτερος εναγόμενος τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές της αρχικά εναγομένης, η οποία ήλεγχε τον τρόπο εργασίας του. Επομένως μεταξύ της αρχικώς εναγομένης η οποία χρησιμοποιούσε τους ως άνω συνεργάτες του ασφαλιστικού δικτύου της IΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ ΑΕ και του Π. Ο. υπήρχε σχέση προστήσεως, υπό την έννοια των διατάξεων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού και αυτός ενεργούσε κάτω από τις εντολές και τις οδηγίες της εναγομένης και ως εκ τούτου η αδικοπραξία που αναφέρθηκε, σαφώς και τελέστηκε από τον δεύτερο εναγόμενο εξ αφορμής και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας, που του είχε αναθέσει η αρχικά εναγομένη, και δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ενώ η ζημία που υπέστη ο ενάγων τελεί οπωσδήποτε σε αιτιώδη σύνδεσμο με την εκτέλεση της ανωτέρω υπηρεσίας. Ο ως άνω ασφαλιστικός σύμβουλος ενήργησε κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών της αρχικά εναγομένης διότι ενώ εισέπραξε τα χρήματα δεν προέβη στη συνέχεια στη έκδοση των σχετικών τίτλων. Επομένως υπήρχε εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του ως άνω ασφαλιστικού συμβούλου, που εξυπηρετούσε την εναγομένη. Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από το χαρακτήρα της συμβάσεως έργου, που συνέδεε τον πιο πάνω ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική εταιρεία, αφού η σύμβαση αυτή αφορούσε μόνο τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και των ασφαλιστικών συμβούλων αυτής και συνεπώς ουδόλως αποκλείεται η ευθύνη της εναγομένης εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων από τις παράνομες πράξεις του φυσικού προσώπου που αυτή χρησιμοποιούσε ως προστηθέντα για την διεξαγωγή της, επιχειρηματικής τους δράσης. Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Π. Ο. ενήργησε εξ αφορμής και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας, που του είχε αναθέσει η αρχικώς εναγομένη εταιρεία, ήτοι αυτής του διαμεσολαβητή για την πώληση αμοιβαίων κεφαλαίων και όχι στα πλαίσια της εργασίας του ως ασφαλιστικού συμβούλου της εταιρείας ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ ΑΕ, στην οποία αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 1569/1985.
Συνεπώς η τελευταία ευθύνεται αντικειμενικώς για τη ζημία που προξενήθηκε από αυτόν στον ενάγοντα παρά το γεγονός ότι ο προστηθείς ενήργησε καθ' υπέρβαση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί δεδομένου ότι υπάρχει εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σε αυτόν από την εν λόγω εταιρία υπηρεσίας, αφού η ιδιότητα του παραγωγού ασφαλειών - επενδυτικού συμβούλου "του έδωσε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα μέσα που είχαν τεθεί στη διάθεση του", αφού δηλαδή δεν ήταν δυνατόν η ζημιογόνος ενέργεια να υπάρξει χωρίς την πρόστηση. Η δε από 29-1-2008 βεβαίωση που προσκομίζει η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG Εurobank Ergasias", η οποία συνεχίζει τη δίκη ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως τη πρώτης εναγομένης, και βεβαιώνει ότι ο δεύτερος εναγόμενος Π. Ο. δεν ήταν υπάλληλος της τελευταίας, δεν αναιρεί τη σχέση προστήσεως που συνέδεε τα δύο εναγόμενα μέρη καθόσον το γεγονός ότι δεν συνδεόταν με την εναγομένη εταιρεία με σχέση εξηρτημένης εργασίας, δεν σημαίνει ότι δεν ήταν προστηθείς από αυτήν για την προώθηση των προϊόντων της. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία που υπέστη και ειδικότερα ότι βαρύνεται με αμελή συμπεριφορά, γιατί επί μια τετραετία δεν αναζήτησε τους τίτλους των αμοιβαίων κεφαλαίων που θα αποδείκνυαν τη συμμετοχή του σε αυτά, ούτε ανησύχησε για το γεγονός ότι, στο χρονικό αυτό διάστημα, δεν έλαβε κάποιο ενημερωτικό έντυπο υποτιθέμενης επένδυσης του. Το δε γεγονός της παράλειψης συμπλήρωσης εκ μέρους του ενάγοντα γραπτής αιτήσεως, η οποία να απευθύνεται προς την πρώτη εναγόμενη εταιρία και της κατάθεσης των χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό αυτής, όπως οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις απαιτούνται από τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 1969/1991 για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, δε συνιστά αμελή συμπεριφορά αυτού καθόσον αφενός μεν ο μέσος επιμελής άνθρωπος δεν είναι δυνατό να γνωρίζει τις ανωτέρω προϋποθέσεις αλλά και τη νομική ή πραγματική σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρείας, αφετέρου ο ενάγων κατέθεσε τα χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό που ανήκε στην εταιρεία ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ ΑΕ, η οποία ήταν εκδότρια εταιρεία του επίδικου αμοιβαίου κεφαλαίου, ώστε ευλόγως δημιουργήθηκε σε αυτόν η πεποίθηση ότι κατέθετε τα χρήματα του στον προσήκοντα τραπεζικό λογαριασμό προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία αγοράς, επ' ονόματι του, των αντίστοιχων μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή (για το ποσό των 7.156 ευρώ) δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 922, 914, 297, 298 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά το μέγεθος της ζημίας του αναιρεσίβλητου εναγομένου από την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα Γ. Ο., καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων: Ειδικότερα αναφέρεται: 1)Η από τον προστημένο της αρχικώς εναγομένης (στη θέση της οποίας υπεισήλθε με συγχώνευση η αναιρεσείουσα) Π.Ο. για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της μητρικής της εταιρίας INTERAMERICAN, με απατηλό τρόπο είσπραξη ποσού 3.143.000 δραχμών (9.223,77 ευρώ) του αναιρεσιβλήτου για χρηματιστηριακή δήθεν επένδυση και η παράνομη από εκείνον ιδιοποίηση του ποσού αυτού, το οποίο δεν διέθεσε για την αγορά των συμφωνηθέντων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, αλλά για την έκδοση δύο ασφαλιστηρίων συμβολαίων στο όνομα του αναιρεσιβλήτου (φερόμενου και ως υπέρ τρίτου συμβληθέντος) χωρίς να έχει συγκατάθεση του αναιρεσιβλήτου ούτε να τον ενημερώσει μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (24-1-2008). 2)Η μη άντληση οποιασδήποτε ωφέλειας από την ως άνω, χωρίς συγκατάθεση και εν αγνοία του αναιρεσιβλήτου, διάθεση του κεφαλαίου του και η ενσωμάτωσή του στην περιουσία της μητρικής της αρχικώς εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρίας INTERAMERICAN, η οποία από κοινού με τον ως άνω ασφαλιστικό της σύμβουλο (και προστηθέντα της αρχικώς εναγομένης Π.Ο.) επωφελήθηκαν και μόνον, καταλογίζοντας αυτό μόνον κατά τύπους ως ασφάλιστρα του διαδραμόντος χρόνου για μηδέποτε παρασχεθείσες υπηρεσίες στον αναιρεσίβλητο. 3)Η ύπαρξη σχέσεως προστήσεως μεταξύ της αρχικώς εναγομένης και του Π.Ο., την οποία (σχέση) δεν παρεμπόδιζε η έλλειψη μεταξύ αυτών συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και διευκόλυνε η παράλληλη και ανεξάρτητη, (υπό τις γενικές κατευθύνσεις εκείνης) άσκηση από τον Π.Ο. εργασίας ασφαλιστικού συμβούλου της εκδότριας των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων INTERAMERICAN, στα οποία προόριζε ο αναιρεσίβλητος να γίνει η επένδυση του κεφαλαίου του. 4)Η τέλεση της επιζήμιας για τον αναιρεσίβλητο πράξης του προστηθέντος από την αρχικώς εναγόμενη Π.Ο., κατά παράβαση μεν των εντολών και οδηγιών αυτής και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του για την κατάρτιση συμβάσεων διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων σε επενδυτές για λογαριασμό της, αλλά με αφορμή αυτή την υπηρεσία, αφού μεταξύ της ζημιογόνας πράξης και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα υφίσταται εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η πράξη δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, διότι η τελευταία αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της άδικης πράξης και ο ζημιωθείς αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση, ενώ η σχέση του ασφαλιστικού συμβούλου του έδωσε απλώς την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα μέσα που είχε στη διάθεσή του από τη σχέση προστήσεως. Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-7-2010 αίτηση της Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε. για αναίρεση της 1837/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αδικοπραξία προστηθέντος - ευθύνη προστήσαντα (922 ΑΚ): προϋποθέσεις προστήσεως: ο συνδεόμενος με χρηματιστηριακή εταιρία (δικαιοπάροχο εναγομένης-αναιρεσείουσας) με σχέση μίσθωση έργου δεν απεκλειόταν να ήταν προστημένος της, αν η τελευταία είχε επιφυλάξει την παροχή οδηγιών στον εργολάβο για τον τρόπο εκτέλεσης του έργου. Διάθεση δοθέντων χρημάτων επενδυτή χωρίς εντολή του σε σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης με την δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας. Ευθύνη με 922 ΑΚ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας. Επαρκής αιτιολογία Εφετείου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1743/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Λ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γαβαλά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2376/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. συζ. Β. Φ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 27 Μαρτίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1516/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 29-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορούμενου Λ. Σ., καθώς και οι από 27-3-2011 με ξεχωριστό δικόγραφο, από τον αυτό κατηγορούμενο κατά της υπ' αριθ.2376/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρόσθετοι λόγοι, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Το άρθρο 375 Π.Κ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 παρ.9 ν. 2408/1996 όριζε: α) στην παρ.1 "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους." και β) στη παρ.2 "Αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η παρ.2 του πιο πάνω άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 ν.2408/1996 ως εξής: "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η νέα αυτή διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επομένως η νέα αυτή διάταξη έχει εφαρμογή, κατά το άρθρο 2 παρ.1 Π.Κ. και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ της. Εξάλλου από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 375 Π.Κ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως είναι εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Η τυχόν οποιαδήποτε προγενέστερη ενδιάθετη βούληση του δράστη να οικειοποιηθεί το πράγμα που βρίσκεται στην κατοχή του δεν αρκεί για να θεμελιώσει το έγκλημα της υπεξαιρέσεως. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 2376/2010 αποφάσεως του κατ' έφεση δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το παραπάνω Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Το καλοκαίρι του 2000, ο εκκαλών κατηγορούμενος, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών, εργαζόταν με το συνεργείο του σε ιδιόκτητη οικοδομή της εγκαλούσας επί της οδού ... αρ.72 στον ..., στην οποία (οικοδομή) το ισόγειο κατοικούσε τότε η εγκαλούσα με την οικογένειά της (σύζυγο και δύο ενήλικα άρρενα τέκνα, από τα οποία το ένα ήταν εξαρτημένο από τις ναρκωτικές ουσίες. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών στο ανώγειο της οικοδομής, η οικογένεια μετέφερε από το ισόγειο την οικοσκευή της και εγκαταστάθηκε εκεί (δηλ. στο ανώγειο), ώστε να γίνουν εργασίες (αντικατάσταση σωλήνων αποχετεύσεων, πλακόστρωση και ελαιοχρωματισμός) στο ισόγειο. Κατά την ημέρα που γινόταν η μετακόμιση της οικοσκευής από το ισόγειο στο ανώγειο, η οποία προσδιορίζεται εντός του θέρους του έτους 2000 αλλά όχι επακριβώς, ο εκ των τέκνων της εγκαλούσας Α., ο οποίος ήταν εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες, τελώντας σε κατάσταση στερητικού συνδρόμου, αφαίρεσε κρυφίως από τον μπουφέ του σπιτιού ένα φάκελο, μέσα στον οποίο υπήρχε ποσό 88.000 δολαρίων, το οποίο η μητέρα του (δηλ.η εγκαλούσα) είχε εξοικονομήσει και προόριζε για τα έξοδα θεραπείας του γιού της στο εξωτερικό, και επιχείρησε να απομακρυνθεί από το σπίτι και να προσπαθήσει να ανεύρει ναρκωτικές ουσίες για να τις αγοράσει και να κάνει χρήση τους. Έγινε, όμως, αντιληπτός από τη μητέρα του, η οποία, για να αποτρέψει την απομάκρυνσή του από το σπίτι, ζήτησε από τον εκκαλούντα κακ/νο ο οποίος εργαζόταν, όπως προελέχθη, εκεί, να συγκρατήσει τον γιό της και να του αποσπάσει τον φάκελλο με τα χρήματα, πράγμα που ο κατ/νος πέτυχε και, αφού απέσπασε το φάκελλο με τα χρήματα αναχώρησε από το σπίτι, ώστε να τον ασφαλίσει για να μην τον επανεύρει ο τοξικομανής γιός της εγκαλούσας, και να του αποδώσει αργότερα στην τελευταία, η οποία, όπως είναι προφανές, του είχε εμπιστευθεί τον φάκελο με τα χρήματα λόγω ανάγκης που προέκυψε από την ανωτέρω απρόβλεπτη συμπεριφορά του τοξικομανούς γιού της. Όμως ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε έκτοτε, στην οικία της εγκαλούσας ούτε απέδωσε σ' αυτήν μέχρι σήμερα το προαναφερθέν ποσό των 88.000 δολλαρίων ή 73.368 ευρώ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους της. Την ύπαρξη του ποσού αυτού επιβεβαίωσε στο ακροατήριο η μάρτυρας M. A., φίλη της εγκαλούσας από το έτος 1992 και κουμπάρα της, η οποία είχε στενή σχέση μαζί της διότι πήγαινε τακτικά στα σπίτι της και την βοηθούσε στις οικιακές εργασίες. Η ίδια μάρτυρας επιβεβαίωσε επίσης το ανωτέρω περιγραφέν συμβάν. Το ότι ο εκκαλών κατ/νος ουδέποτε απέδωσε το ποσό των 88.000 δολαρίων στην εγκαλούσα αλλά το υπεξαίρεσε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ανεξαρτήτως παντός άλλο, προκύπτει και από το γεγονός ότι, μετά το περιστατικό, σε μη προσδιορισθέντα χρόνο, ο κατ/νος, μετά από συνεννόηση με τον έτερο γιο της οικογένειας Ε., συναντήθηκε μαζί του σε καφετέρια για να του αποδώσει τα χρήματα, πράγμα που, όμως, τελικά δεν συνέβη (βλ. κατάθεση μάρτυρα Ε. Φ.). Με βάση τα προεκτεθέντα, αφού γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, πρέπει ο εκκαλών κατ/νος να κηρυχθεί ένοχος κατά το κατηγορητήριο, ήτοι για κακουργηματική υπεξαίρεση, απορριπτομένων ως αβασίμων των αυτοτελών ισχυρισμών του α)περί του ότι η πράξη έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα και έχει υποπέσει σε παραγραφή και β)περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε' του Π.Κ., καθ' όσον δεν αποδείχθηκε καλή συμπεριφορά του μετά την πράξη και μάλιστα για σχετικά ικανό διάστημα, της παθητικής συμπεριφοράς του μη αρκούσης. (ΑΠ 260/1991 Υπερ.1991, 623)". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "Στην Αθήνα, το θέρος του έτους 2000 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του το είχαν εμπιστευθεί λόγω ανάγκης, η αξία δε του ανωτέρω αντικειμένου υπερβαίνει, σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές ή 73.368 ευρώ και συγκεκριμένα εργολάβος οικοδομών ο οποίος εργαζόταν στην επί της οδού ... αρ. 72, στον ..., οικία της εγκαλούσης Φ. Ε. συζ. Β., η οποία κατοικούσε μετά της οικογένειάς της στην ανωτέρω οικία, αφού απέσπασε κατόπιν παρακλήσεως της εγκαλούσης από τα χέρια του τοξικομανούς υιού της, Α., έναν φάκελο που περιείχε το χρηματικό ποσό των 88.000 δολαρίων ΗΠΑ ή 25.619.440 δρχ. ή 75.185 ευρώ, το οποίο ανήκε στην ανωτέρω εγκαλούσα και το οποίο (ποσό) ο ανωτέρω υιός της εγκαλούσης, έχων έκδηλα τα συμπτώματα του στερητικού συνδρόμου, είχε προ ολίγου ανεύρει στην οικία και επρόκειτο να δαπανήσει άμεσα για την αγορά ναρκωτικών ουσιών, και αφού απομακρύνθηκε (ο κατηγορούμενος) από την οικία της εγκαλούσης για να ασφαλίσει το ανωτέρω ποσό, δεν επέστρεψε αυτό στην εγκαλούσα καίτοι επανειλημμένως οχλήθηκε από αυτήν για την επιστροφή του, αλλά αντίθετα αρνήθηκε να της το επιστρέψει ενσωματώσας αυτό στην περιουσία του. Η αξία του ανωτέρω αντικειμένου, το οποίο η εγκαλούσα του εμπιστεύθηκε λόγω ανάγκης που δημιουργήθηκε από την ως ανω απρόβλεπτη συμπεριφορά του υιού της, υπερβαίνει σε ποσό των 73.368 ευρώ". Μετά από αυτά, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 375 παρ.1, 2α ΠΚ, όπως η παρ.2 αντικ. από αρθρ.1 παρ.9 Ν. 2408/96 και το τελ. εδ. αυτής προστ. με άρθρ.14 παρ.3 β' Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2336/2010 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, δεν παρέστη ο κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, την καταδικαστική απόφασή του έλαβε, αφού συνεκτίμησε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, "την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικάσαν Δικαστήριο και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά", όπως ακριβώς στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται. Σημειωτέων ότι, έγγραφο είναι και η ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και κατά συνέπεια, δεν χρήζει ιδιαίτερης μνείας στο σκεπτικό της αποφάσεως. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, αναφέρεται στη προβαλλόμενη ότι ο κατηγορούμενο ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του και, ανελέγκτως ότι το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο στον υπαίτιο είχαν εμπιστευθεί λόγω ανάγκης, η αξία δε του ανωτέρω αντικειμένου υπερβαίνει τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές ή 73.368 ευρώ. Τα περιστατικά αυτά, αφού αναχθούν στην εννοιολογική ανάπτυξη της ποινικής διάταξης της ΠΚ 375 παρ.1, 2α, στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, η συνολική δε αξία του αντικειμένου αυτού υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές ή 73.368 ευρώ. Έτσι, όπως προκύπτει από το φάκελο της υποθέσεως αφού γίνει αντιπαραβολή του εγγράφου -φακέλου- στον οποίο υπάρχει η άσκηση ποινικής δίωξης και του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, επιτρεπτά μεταβλήθηκε η κατηγορία διαρκούσης της ανακρίσεως, από την κακουργηματική μορφή της πρώτης παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ όπως είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη, σ'αυτήν της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρθρου. Εξάλλου, για την κακουργηματική υπεξαίρεση ως εκ της εμπίστευσης του πράγματος, αναφέρεται επίσης στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι (λόγω ανάγκης) το εν λόγω ιδιοποιούμενο από το δράστη παράνομα πράγμα, (όπως είναι και τα χρήματα) περιήλθε στην κατοχή του δράστη λόγω ανάγκης, δηλαδή, παραδόθηκε αυτό (πράγμα) προς φύλαξη, λόγω επείγοντος, απροβλέπτου και εξαιρετικού γεγονότος, που απειλούσε την ύπαρξη και την ασφάλειά του. Τέλος, πρέπει να λεχθεί ότι δεν υφίσταται ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν προσδιορίζονται ακριβέστερα (όπως έγινε από το Συμβούλιο στην παρούσα περίπτωση) τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο διώχθηκε ο κατηγορούμενος, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης. Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος του κυρίου αναιρετηρίου, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλλοντας τις παρακάτω επιμέρους αιτιάσεις και ειδικότερα, ότι: 1) Η αιτιολογία της άνω απόφασης είναι ελλιπής και όχι εμπεριστατωμένη, διότι στο σκεπτικό της δεν γίνεται αναφορά ότι λήφθηκε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, ιδιαίτερα των δύο ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, Κ. Δ., Α. Φ. και Μ. Χ., όπως και του μάρτυρα υπερασπίσεως Γ. Π.. Αβάσιμα όμως, διότι, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή, αρκεί να αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, έστω και κατά το είδος τους, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. 2) Το δικάσαν Εφετείο, με ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον έναν από τους προβληθέντες ενώπιόν του, αυτοτελή ισχυρισμό του ότι η πράξη για την οποία αυτός κατηγορείται είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα και έχει υποπέσει σε παραγραφή. Αβάσιμα όμως παραπονείται, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής αλλά συνιστά άρνηση των στοιχείων της κακουργηματικής μορφής της κατηγορίας και δεν έχριζε ιδιαιτέρας αιτιολογίας και απαντήσεως. Στη συνέχεια με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου, ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, διότι αν είχε κρίνει βάσιμο αυτόν, δεν θα είχε κηρύξει αυτόν ένοχο, αλλά θα τον είχε απαλλάξει ή θα είχε παύσει την εναντίον του ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. Ενόψει όμως των όσων κατά τα άνω έχουν λεχθεί, ο λόγος αυτός της αιτήσεώς του, είναι αβάσιμος. Επίσης, είναι αβάσιμος και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, για απόλυτη επίσης ακυρότητα της διαδικασίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για το λόγο ότι το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αγνόησε τελείως και αναιτιολόγητα την από 22-9-1996 σύμβαση δανείου, η οποία είχε καταρτισθεί μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας και της Κ. Σ., με το σχετικό έγγραφο, το οποίο δεν ανέγνωσε και δεν αξιολόγησε τη σύμβαση θετικά ή αρνητικά. Όπως όμως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το έγγραφο αυτό αναγνώστηκε πρωτόδικα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οπότε με την ανάγνωση των άνω πρακτικών στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, θεωρείται ότι αναγνώστηκε και το έγγραφο αυτό, ενώ από το σύνολο των παραδοχών του δικάσαντος Εφετείου, προκύπτει ότι και το έγγραφο αυτό έχει αξιολογηθεί. Με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων και με την επίκληση της αιτίασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προσβάλλει την αυτή απόφαση, ισχυριζόμενος ότι στο δικάσαν Εφετείο δεν αναγνώσθηκε η μήνυση και συνεπώς, δεν έχει αυτή αξιολογηθεί από το πιο πάνω Δικαστήριο. Αβάσιμα όμως, διότι η μήνυση της κρινόμενης αξιόποινης πράξεως, είναι διαδικαστικό έγγραφο και δεν ανήκει στα αναγνωστέα. Με τον αυτό λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματός του για χορήγηση σε αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε' του ΠΚ. Όμως το αίτημα αυτό, που υποβλήθηκε στο δικάσαν Εφετείο, από τον εκπροσωπήσαντα αυτόν συνήγορό του, δεν συνοδεύτηκε από έκθεση θετικών της προσωπικότητάς του πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή στο πρόσωπό του της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, με αποτέλεσμα, να μην είναι πλήρης ο αυτοτελής ισχυρισμός του και ως εκ τούτου και να μην έχει υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει στον οποίο (ισχυρισμό) παρ' όλα αυτά απάντησε αιτιολογημένα. Κατά τα λοιπά, προσβάλλει ανεπιτρέπτως την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του από 27-3-2011, με ξεχωριστό δικόγραφο, πρόσθετων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Οκτωβρίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. 9010/1-11-10 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Λ. Σ. του Σ., καθώς και τους με το από 27-3-11, ξεχωριστό δικόγραφο, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 2376/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση (κακουργηματική) αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, η αξία του δε υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές ή 73.368 ευρώ (άρθρ. 375 παρ.1, 2α ΠΚ). Για την αξία του πράγματος είναι αναιρετικά ανέλεγκτη η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας διαρκούσης της ανακρίσεως από την κακουργηματική μορφή της ΠΚ 375 παρ. 1, σε αυτή της 375 παρ. 2α, όταν προσδιορίζονται ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο διώχθηκε ο κατηγορούμενος, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης. Η παρ. 2 του 375 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Ως επιεικέστερη η νέα αυτή διάταξη έχει εφαρμογή κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ και για πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ της. Έννοια κατάχρησης εμπιστοσύνης ως εκ της εμπίστευσης του πράγματος λόγω ανάγκης. Όταν παραδόθηκε αυτό προς φύλαξη, λόγω επείγοντος απρόβλεπτου και εξαιρετικού γεγονότος, που απειλεί την ύπαρξη και ασφάλειά του. Η αιτίαση ότι η πράξη είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα και έχει υποπέσει σε παραγραφή και όχι κακούργημα, δεν είναι αυτοτελής, αλλά συνιστά άρνηση των στοιχείων της κακουργηματικής μορφής της κατηγορίας και δεν χρήζει ιδιαίτερης αιτιολογίας και απαντήσεως – δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, όταν σε αυτή αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Αβάσιμοι οι λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση, για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, γιατί απέρριψε τον ισχυρισμό του περί παραγραφής, απόλυτη ακυρότητα, γιατί δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τη σύμβαση δανείου, αφού το έγγραφο αυτό είχε αναγνωσθεί πρωτόδικα, τα δε πρακτικά της δίκης αυτής αναγνώστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1737/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιατράκο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1771 και 1771/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Κ. του Κ., 2)Ε. Γ. του Μ. και 3)Μ. Γ. Ε. κάτοικοι ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 518/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, από άλλους δικαστές (519, 523 ΚΠΔ) και να γίνει νέος υπολογισμός της συνολικής ποινής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του Π.Κ. "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, όπως είναι η συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 362, 363, 368 ΠΚ) εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Εάν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην άνω διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 Π.Κ. ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, εάν δε το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκη του κατηγορουμένου τότε υποπίπτει στην εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.1771 1771α/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ'έφεση, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, πλην άλλων και για συκοφαντική δυσφήμηση, τελεσθείσα την 2-2-2004 σε βάρος των Α. Κ., Μ. Γ. και Ε. Γ.. Η ποινική δίωξη ασκήθηκε κατόπιν εγκλήσεως των παθόντων, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, φέρει χρονολογία 8-6-2004 και υποβλήθηκε στις 8-6-2004 ήτοι μετά την πάροδο τριμήνου από τον χρόνο τελέσεως της ανωτέρω πράξεως. Όπως, όμως, προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αναφέρει σ'αυτήν πότε οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση της άνω πράξεως, ώστε να κριθεί εάν η άνω έγκληση υποβλήθηκε εμπροθέσμως.
Συνεπώς, το Δικαστήριο, αφού δεν διέλαβε αιτιολογία και μάλιστα ειδική και εμπεριστατωμένη ως προς τη γνώση των εγκαλούντων και εν συνεχεία προχώρησε στην έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Η' του ΚΠοινΔ, γιαυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί έβδομος και συναφής όγδοος κατά ένα μέρος λόγοι αναιρέσεως. Επειδή, κατά το αρθρ. 229 παρ. 1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει, ενώ ψευδορκία τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησης του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει, ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν, δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μήνυσης ή της έγκλησης ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της έγκλησης του, πλην, όμως, γενομένη, θεμελιώνει, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά παραπάνω στοιχεία, το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος, ο οποίος, κατά το άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠΔ, βεβαιώνει, ότι θα πει όλη την αλήθεια, ενόψει και του ότι η κατά το άρθρο 221 στοιχ. δ του ΚΠΔ απαγόρευση της όρκισης του πολιτικώς ενάγοντος, είτε στην προδικασία, είτε και στην κύρια διαδικασία, δεν είναι ταγμένη με ποινή ακυρότητας και η ένορκη κατάθεση του λαμβάνεται υπόψη προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, οπότε, με τον τρόπο αυτό, δυσχεραίνεται ή εμποδίζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Επίσης, από τη παραπάνω διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της ψευδορκίας το οποίο είναι διαζευκτικός (ή υπαλλακτικώς) μικτό πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση), μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, γιατί αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, ήτοι ενός μόνον εγκλήματος και κανένας από τους τρόπους αυτούς δεν αποκλείει τον άλλον.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεις της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτόν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, και της ψευδορκίας μάρτυρος ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως στην περίπτωση της ψευδούς καταμηνύσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του άνω Δικαστηρίου καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, πλήν της συκοφαντικής δυσφημήσεως και για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, υποστήριξε στα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, σχετικά με τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης της ψευδορκίας μάρτυρος τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στις 9 Οκτωβρίου 2003 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς την από 7-10-2003 και Α.Β.Μ.Α03/5089/9-10-2003 μήνυση με την οποία προέβη εν γνώσει του στην ψευδή καταμήνυση των πολιτικώς εναγόντων Μ. Γ. και Α. Κ., ως νόμιμων εκπροσώπων της ομόρρυθμης εταιρίας, που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης με την επωνυμία "Μ. Γ. – Α.Κ. Ο.Ε." ότι οι τελευταίοι τέλεσαν σε βάρος του τις αξιόποινες πράξεις της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και της απάτης, ισχυριζόμενος ότι με την προαναφερόμενη ιδιότητά τους εξέδωσαν στο Ηράκλειο Κρήτης μία τραπεζική επιταγή της Τράπεζας "ALPHA BANK" με αριθμό ..., ποσού 29.000 ευρώ, με χρέωση του υπ'αριθ.... λογαριασμού της ως άνω εταιρίας στην εν λόγω Τράπεζα, πληρωτέα σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Media & Travel Group Α.Ε." που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, η οποία νομίμως, με οπισθογράφηση, τη μεταβίβασε σ'αυτόν και η οποία δεν πληρώθηκε, λόγω ανακλήσεώς της, όταν εμφανίσθηκε στις 18-7-2003 νόμιμα προς πληρωμή, και ότι αυτό το έπραξαν με πρόθεση εξαπατήσεως, προσπορίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος στην εταιρία τους και στους ίδιους, με πλήρη γνώση ότι η εταιρία αυτή δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην πιο πάνω Τράπεζα κατά το χρόνο εκδόσεώς της και ότι προέβησαν παράνομα σε ανάκληση πληρωμής αυτής στο διάστημα μέχρι την ημέρα εμφανίσεως για πληρωμή στις 18-7-2003, επιχειρώντας να αποφύγουν την πληρωμή της, παρέστησαν δε ψευδή πράγματα ως αληθή προκαλώντας σ'αυτόν περιουσιακή βλάβη και ζημία κατά το πιο πάνω ποσό και ότι η ζημία αυτή οφείλεται στην προαναφερόμενη συμπεριφορά των ως άνω ομόρρυθμων μελών, διαχειριστών και εκπροσώπων της εν λόγω εταιρίας, αφού αυτός παρέλαβε καλόπιστα την ως άνω επιταγή αγνοώντας τις προθέσεις τους να προβούν σε ανάκλησή της. Ο ίδιος κατηγορούμενος αυθημερόν μετά την κατάθεση της ως άνω μηνύσεώς του στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς προέβη στην ένορκη επιβεβαίωση του περιεχομένου της μηνύσεώς του, αν και γνώριζε την αναλήθεια του περιεχομένου της. Το ίδιο έπραξε και στις 2-2-2004, στον Πόρο Τροιζηνίας, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων του Α.Τ.Πόρου, δηλαδή σε όργανα της πολιτείας τεταγμένα όπως με δημόσια αυθεντία κατ'ιδία κρίση ενεργούν για την πραγματοποίηση των σκοπών της πολιτείας, σε συμπληρωματική του κατάθεση, στην οποία αναφέρει και επαναλαμβάνει ψευδώς ότι ο τρίτος των εγκαλούντων Ε. Γ., σύζυγος της Μ. Γ., συναντήθηκε μαζί του στην Αθήνα και του ανέφερε τα όσα διαλαμβάνονται στο οικείο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Ακολούθως ο Εισαγγελέας Πλημ/κών Ηρακελίου, με την υπ'αριθ.ΒΔ05/41/5-8-2005 διάταξή του απέρριψε ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της την ως άνω έγκληση κρίνοντας ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση ποινικής δίωξης σε βάρος των πιο πάνω εγκαλουμένων για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη (άρθρο 47 ΚΠοινΔ). Κατά της διάταξης αυτής, που απέρριψε την ως άνω έγληση, ο εγκαλέσας (ήδη κατηγορούμενος) δεν άσκησε εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 48 ΚΠΔ προσφυγή στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών. Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι όλα τα παραπάνω καταγγελθέντα από τον ήδη κατηγορούμενο ήσαν ψευδή και ο τελευταίος γνώριζε την αναλήθειά τους και παρόλα αυτά τα ανέφερε με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη των πολιτικώς εναγόντων Μ. Γ. του Α. Κ. για τις αξιόποινες πράξεις της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και απάτης, καθόσον αυτός (κατηγορούμενος) γνώριζε, κατά το χρόνο κτήσης, μεταξύ 5 Μαρτίου και 14 Μαΐου 2003, της ως άνω επιταγής ότι η ομόρρυθμη εταιρία των δύο πρώτων πολιτικώς εναγόντων κατήγγειλε τη σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας, που είχε συναφθεί στις 6-12-2002 μεταξύ αυτής (Ο.Ε.) και της εταιρίας "Media Νοτίου Ελλάδος Μ. Ε.Π.Ε.", νομίμως εκπροσωπουμένης από το Σ. Τ., με την οποία (σύμβαση) η εταιρία των πολιτικών εναγόντων ανέλαβε την αντιπροσώπευση και την πώληση στο Νομό Ηρακλείου Κρήτης της κάρτας διακοπών "GOLD TRAVEL CARD", της οποίας δικαιούχος φερόταν η άνω Ε.Π.Ε. και η οποία ενσωμάτωνε ορισμένη υπηρεσία και ειδικότερα, όπως αναφέρεται στη σύμβαση, εξασφάλιζε στον ιδιοκτήτη της κάρτας το δικαίωμα διαμονής για δυό άτομα σε δίκλινα δωμάτια, σε όλη τη διάρκεια ισχύος της κάρτας, από τρείς έως έξι νύκτες, σε ξενοδοχείο της επιλογής του από τα συμβεβλήμένα με την πιο πάνω εταιρία ξενοδοχεία σε όλη την Ελλάδα, σύμφωνα με τις αναγραφόμενες τιμές στον ταξιδιωτικό κατάλογο της κάρτας, που ήταν πολύ χαμηλές (από 9 έως 15 ευρώ ανά άτομο την ημέρα) και με τους όρους που παραλαμβάνοντο μαζί με την κάρτα, και ότι ενδέχετο να υποστεί βλάβη η Ο.Ε. των πολιτικώς εναγόντων από τη μεταβίβαση της ως άνω επιταγής σ'αυτόν. Ακόμη, όπως αποδείχθηκε, ο κατ/νος γνώριζε κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως της ως άνω επιταγής σε αυτόν τόσο της εγγυητικής λειτουργίας αυτής, όσο και το παράνομο και το αθέμιτο της προώθησης της κάρτας, αφού αυτός εργάστηκε ως υπεύθυνος του τουριστικού τμήματος της εταιρίας, βρίσκοντας ξενοδόχους ιδιοκτήτες ενοικιαζόμενων δωματίων και τουριστικούς πράκτορες με τους οποίους κατάρτιζε συμβάσεις συνεργασίας για την προώθηση της κάρτας καθώς και για την κατάρτιση του καταλόγου με τα ξενοδοχεία από το Νοέμβριο του έτους 2002 μέχρι τις 18-2-2003, ο''οτε αποχώρησε ξαφνικά (με την από 18-2-2003 έγγραφη παραίτηση, η οποία μάλιστα απευθύνεται προς τον Ε. Τ. και όχι στην εργοδότριά του) παραιτούμενος από μία άκρως συμφέρουσα γι'αυτόν σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θα του απέφερε για ένα έτος το ποσό των 587.000 ευρώ. Επίσης, αυτός γνώριζε ότι η Ο.Ε. των πολιτικών εναγόντων κατήγγειλε τη σύμβαση με την από 29-4-2003 εξώδικη διαμαρτυρία-καταγγελία, που επιδόθηκε στην εταιρία "Media & Travel Group S.A.Διαφημιστική-Εκδοτική-Τουριστική Εμπορική Ανώνυμη Εταιρία", ζητώντας να επιστρέψει το αδιάθετο προϊόν, που δεν είχε διατεθεί από υπαιτιότητα της τελευταίας, καθώς και να της επιστραφούν οι επιταγές της, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη, αφού η καταγγελία αυτή επέφερε τη λύση της σύμβασης για το μέλλον και, συνεπώς, η επιταγή αυτή έπρεπε να επιστραφεί στους δύο πρώτους των πολιτικώς εναγόντων-συνδιαχειριστές της ως άνω Ο.Ε., όπως είχε ρητά προβλεφθεί στη σύμβαση, διότι εξέλιπε πλέον η αιτία για την οποία είχε παραδοθεί στην εταιρία "Media & Travel Group Α.Ε." (λήπτρια). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την από 2-7-2003 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωσή τους οι συνδιαχειριστές της ως άνω Ο.Ε. (δύο πρώτοι των πολιτικώς εναγόντων) ανακάλεσαν την επίμαχη επιταγή, την οποία ο κατηγορούμενος είχε καταθέσει ήδη από τις 14-5-2003 σε λογαριασμό του στην Εμπορική Τράπεζα ως αξία λόγω ενεχύρου και αφού δεν πληρώθηκε την ανέλαβε εκ νέου εμφανίζοντάς την προς πληρωμή στις 18-7-2003. Τότε δεν πληρώθηκε λόγω της ανακλήσεώς της, μολονότι υπήρχαν διαθέσιμα και επαρκή κεφάλαια σε όλο το χρονικό διάστημα της νόμιμης οκταήμερης προθεσμίας, και σφραγίστηκε. Στη συνέχεια βάσει αυτής της επιταγής εκδόθηκε η υπ'αριθ.8.632/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αίτησης του ήδη κατηγορούμενου. Οι δύο πρώτοι των πολιτικώς εναγόντων, ενεργήσαντες για λογαριασμό της εταιρίας τους και των ιδίων, άσκησαν την από 9-11-2003 ανακοπή τους και τους από 22-11-2004 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και επ'αυτών εκδόθηκε η υπ'αριθ.56/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή (και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι) και έτσι ακυρώθηκε η πιο πάνω διαταγή πληρωμής. Κατ'αυτής της απόφασης ο ήδη κατηγορούμενος άσκησε την από 12-3-2006 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την υπ'αριθ.7562/2006 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ'ουσίαν. Κατ'ακολουθία αυτών, ο κατηγορούμενος γνώριζε, κατά τον ως άνω χρόνο κτήσης της επίμαχης επιταγής, τις προαναφερόμενες ουσιώδεις ενστάσεις των δύο πρώτων πολιτικώς εναγόντων και ενήργησε προς βλάβη της εκδότριας της ως άνω επιταγής-εταιρίας με την επωνυμία "Μ.Γ.-Α.Κ. Ο.Ε.", επιδιώκοντας ν'απωλέσει η τελευταία τις ενστάσεις της αυτές, που στηρίζονταν στις προσωπικές σχέσεις της με την αρχική λήπτρια της επιταγής "Media & Travel Group Α.Ε.". Όλα τα ανωτέρω περιστατικά προέκυψαν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τις δικαστικές αποφάσεις, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με αριθμό 1860/2008, με το οποίο ο κατηγορούμενος (και άλλα πρόσωπα) παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών για απάτη κατ'επάγγελμα και συνήθεια κ.λπ. σχετικά με τα ως άνω ψευδή περιστατικά και τη διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Ηρακλείου καθώς και τις ανώμοτες καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων Α. Κ. και Ε. Γ. ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που κρίνονται πειστικές, και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα όσα κατέθεσε ο κατηγορούμενος στις 2-2-2004 ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του ΑΤΤ Πόρου και διαλαμβάνονται στο οικείο διατακτικό της παρούσας απόφασης είναι ψευδή και αυτός τα γνώριζε, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε συνάντηση του κατηγορουμένου με τον Ε. Γ. των μήνα Μάϊο του έτους 2003". Με αυτά που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ.1, 229 παρ.1 και 224 παρ.2 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε, ευθέως η εκ πλαγίου. Ειδικότερα εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκαν οι πράξεις από τον κατηγορούμενο, η υποβολή δηλαδή της μηνύσεως καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται στην μήνυση και ήταν ψευδή, αιτιολογείται δε ο σκοπός του άνω κατηγορουμένου να προκληθεί δηλαδή η καταδίωξη των μηνυθέντων ήδη εγκαλούντων Α. Κ. και Μ. Γ., ότι αυτός βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της ψευδούς μηνύσεως και ότι κατέθεσε ενόρκως ενώπιον αρμοδίας Αρχής (των Αστυνομικών Οργάνων του Α.Τ.Πόρου) εν γνώσει του ψευδή πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω η γνώση του κατηγορουμένου αιτιολογείται πλήρως, από την παραδοχή ότι αυτός εργαζόταν ως υπεύθυνος του τουριστικού τμήματος της εταιρίας "Media & Travel Group Α.Ε." η οποία του οπισθογράφησε την επιταγή, και επίσης από την παραδοχή ότι με την υπ'αριθ.56/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ'αριθ.7562/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγινε δεκτή η από 9-11-2003 ανακοπή της Ο.Ε. "Μ. Γ. Α.Κ. Ο.Ε." εκδότριας της επιταγής, και των ιδίων των εγκαλούντων κατά της υπ'αριθ.8632/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου και ακύρωσαν αυτή, δεχθέντα τα άνω πολιτικά Δικαστήρια ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε κατά τον χρόνο κτήσεως της επιταγής τις ενστάσεις που μπορούσαν να προβάλουν οι άνω ανακόπτοντες κατά της "Media & Travel Group Α.Ε." (εις διαταγήν της οποίας εκδόθηκε η επιταγή και εν συνεχεία οπισθογραφήθηκε στον κατηγορούμενο) και ότι αυτός ενήργησε προς βλάβη των συμφερόντων της εκδότριας της επιταγής Ο.Ε. που εκπροσωπείται από τους εγκαλούντες, οπότε αυτός γνώριζε κατά τον χρόνο υποβολής της μηνύσεως και της ενόρκου καταθέσεως του αναγκαίως την πραγματική κατάσταση, ήτοι ότι δεν ανακάλεσαν οι πολιτικώς ενάγοντες την επιταγή άνευ νομίμου αιτίας ούτε ότι αυτοί εξαπάτησαν αυτόν, από προσωπική αντίληψη κα ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων σχετικά με τη γνώση περιστατικών. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως εμφιλοχώρησαν ασάφειες, αντιφάσεις και αυθαίρετες κρίσεις σε σχέση με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το δε Δικαστήριο εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του, για τη συδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρος.
Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, ως αποδεικτικό μέσο, για τον σχηματισμό της κρίσεως του, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Τέτοια έγγραφα είναι μόνον όσα μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου και τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής. Η ανωτέρω ακυρότητα αποτρέπεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή είναι διαδικαστικό ή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, ή όταν το έγγραφο που φέρεται ότι δεν αναγνώσθηκε, προκύπτει από το περιεχόμενο άλλου αναγνωσθέντος εγγράφου ή μαρτυρικής καταθέσεως που δόθηκε στο ακροατήριο, αφού ο κατηγορούμενος, προς αντίκρουση τούτου μπορεί κατ'άρθρο 358 ΚΠοινΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτού αναγκαίες εξηγήσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα α)την από 18-2-2003 έγγραφη παραίτηση του κατηγορουμένου και β)την από 2-7-2003 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωσή των πολιτικών εναγόντων -εγκαλούντων. Τα έγγραφα αυτά, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητος του λόγου αναιρέσεως δεν είναι καταχωρημένα στην οικεία θέση των αναγνωσθέντων εγγράφων. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ'αρ.7562/2007 αποφάσεως του Πολιτικού Εφετείου Αθηνών, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, τα άνω έγγραφα αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος μπορούσε να προβεί σε δηλώσεις παρατηρήσεις η εξηγήσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά, πέραν του ότι αυτά μνημονεύονται ιστορικώς και όχι για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσης. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'του ΚποιΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον όγδοο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου της ουσίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τούτο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, διότι κατά το διατακτικό της εκκαλουμένης υπ'αριθ.4521/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημελειοδικείου Πειραιώς κηρύχθηκε αθώος, ενώ στο σκεπτικό της διαλαμβάνεται ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η άνω αναγραφή "αθώος" προδήλως σε παραδρομή οφείλε της καιτού το καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και ειδικότερα από τα πρακτικά της εκκαλούμενης υπ'αριθ.4521/2010 αποφάσεως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σαφώς δέχεται στο σκεπτικό της με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε στις 2-2-2004 την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος γιαυτήν, για την οοία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, κατά της οποίας (αποφάσεως) ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων άσκησε την από 14-6-2010 έφεση με την οποία εκκαλεί την απόφαση και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά ταύτα, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, προχώρησε παραδεκτά, χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, στην έρευνα της κατηγορίας και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει κατά παραδοχή του εβδόμου και εν μέρει του ογδόου λόγου αναιρέσεως να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα α)ως προς το μέρος που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, και επέβαλε για την πράξη αυτή ποινή, καθώς και ως προς τον καθορισμό συνολικής ποινής από το Δικαστήριο για τα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), απορριπτομένης κατά τα λοιπά της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθ.1771, 1771α/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς και ειδικότερα ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, την επιβληθείσα για την πράξη αυτή ποινή και την επιβληθείσα συνολική ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας, διότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν αιτιολόγησε «τη γνώμη» των εγκαλούντων σχετικά με τη συκοφαντική δυσφήμηση και προχώρησε στην καταδίκη του αναιρεσείοντος αν και η έγκληση είχε κατατεθεί μετά πάροδο τριμήνου από της τελέσεως της πράξεως. Απόρριψη λοιπών λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει για συκοφαντική δυσφήμηση και καθορισμό συνολικής ποινής.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1734/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Κ. Ν. συζύγου Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιργινία Θεοδωροπούλου περί αναιρέσεως της 219,220/2010 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 326/2011.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2803/2000, "κύρωση της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των συναφών με αυτήν πρωτοκόλλων", όποιος με τη χρήση πλαστών, ανακριβών ή, ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων ή με την απόκρυψη ή με την κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης παρασιώπηση πληροφοριών ή με τη μη κατά προορισμό τους χρήση των πόρων που του χορηγήθηκαν ή των πλεονεκτημάτων που είχε νόμιμα αποκτήσει, αχρεωστήτως εισπράττει ή παρακρατεί ή παρανόμως ελαττώνει πόρους του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των προϋπολογισμών, των οποίων η διαχείριση ασκείται από τις Κοινότητες ή για λογαριασμό τους, τιμωρείται με φυλάκιση. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η κατά τις προηγούμενες διατάξεις βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και αν η βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, επιβάλλεται κάθειρξη. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τον τίτλο του άρθρου αυτού, που επιγράφεται ως "Απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων", συνάγεται ότι, θεσπίσθηκε ιδιώνυμο αδίκημα απάτης εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που τελείται με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προαναφέρθηκαν, με παθόν το νομικό πρόσωπο των κοινοτήτων και τιμωρείται ως πλημμέλημα ή κακούργημα κατά περίπτωση. Πριν την ισχύ του νόμου αυτού, για την απάτη εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, είχαν εφαρμογή οι διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, που εφαρμόζονταν για την απάτη εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 386 Π.Κ.). Και τούτο, διότι, με το άρθρο 209 Α παρ. 1 της Συνθ. Ε.Ε. (ήδη άρθρο 280 παρ. 2 Συνθ. Ε.Κ.), κατά το οποίο "τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ίδια μέτρα καταπολέμησης της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας με εκείνα που λαμβάνουν για την καταπολέμηση της απάτης κατά των ιδίων οικονομικών συμφερόντων", επιδιώχθηκε να εξομοιωθεί η προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με εκείνη κάθε κράτους μέλους. Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι κάθε απάτη εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ήταν και απάτη εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, πράγμα που συμβαίνει μόνο όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει άμεση βλάβη και της περιουσίας του Δημοσίου, όχι δε όταν το Δημόσιο απλώς οφείλει να αποδώσει στην κοινότητα τα αχρεωστήτως καταβληθέντα κοινοτικά κεφάλαια, αφού στην περίπτωση αυτή, η βλάβη του δεν αποτελεί το άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης. Στην περίπτωση που, πριν την ισχύ του νόμου 2803/2000, είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για απάτη εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων βάσει του άρθρου 386 του Π.Κ., μετά την ισχύ του νόμου αυτού υπάρχει φαινομένη συρροή εγκλημάτων (συρροή νόμων) αφού η συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη υπάγεται κατ` αρχήν στη ρύθμιση και των δύο πιο πάνω ποινικών διατάξεων, αλλά πρέπει να εφαρμοσθεί ο νόμος 2803/2000, ως ειδικότερος (Α.Π. 964/2008), καθόσον περιέχει όλα τα στοιχεία του άρθρου 386 του Π.Κ. αλλά περιορίζει το πρόσωπο του παθόντος μόνο στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και επί πλέον περιέχει ειδικότερα χαρακτηριστικά, που προσδίδουν ελαφρότερη μορφή στην πράξη (Α.Π.407/2008, Α.Π. 1295/2007, Α.Π. 1824/2003).
Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ` είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ` αριθμό 219,220/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά την έκδοση της υπ` αριθμό 964/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ` αριθμό 68-69 /2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ναυπλίου, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ` είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.1α'και ε' Π.Κ, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, για απάτη κατ` εξακολούθηση, της οποίας η κάθε μερικότερη πράξη υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.367,571 Ευρώ), σε βάρος του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (F.E.O.G.A.), δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Κατά το χρονικό διάστημα από 18-3-1992 έως 24-12-1992 η κατηγορούμενη Κ. συζ. Κ. Ν. ήταν μοναδική διαχειρίστρια αλλά και ομόρρυθμο μέλος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία OSCAR Π. Ν. και ΣΙΑ Ο.Ε." , που εδρεύει στο ... και έχει ως σκοπό την τυποποίηση και εμπορία ελαιόλαδου . Με την παραπάνω ιδιότητα της (διαχειρίστριας) και με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία που εκπροσωπούσε , με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος , έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλους με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών σε πράξεις συνεπαγόμενες διάθεση περιουσίας και δη της περιουσίας του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεως (F.E.O.GA), η δε από κάθε μερικότερη πράξη του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος προκληθείσα στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεως ζημία , με αντίστοιχη ωφέλεια της εκπροσωπούμενης από την κατηγορουμένη εταιρείας , υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. Ειδικότερα: Ι) Την 18.3.1992 η κατηγορουμένη με την ιδιότητα της διαχειρίστριας της ως άνω εταιρείας με δύο αιτήσεις οικονομικής-ενίσχυσης , που υπέβαλε συγχρόνως (μέσω του ΕΣΒΓΓΕ), με τις επισυναπτόμενες σ' αυτές με αριθμούς 8438/21.2.1992 και 9379/27.2.1992 διασαφήσεις εξαγωγής του Γ' Τελωνείου Πειραιώς και Α' Τελωνείου Πειραιώς αντίστοιχα, οι οποίες ήταν ψευδείς κατά το περιεχόμενο τους, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Διεύθυνσης ΔΗ.ΛΙ.ΖΩ - ΔΙΔΑΓΕΠ του Υπουργείου Γεωργίας ότι δήθεν η εκπροσωπούμενη από αυτή εταιρεία εξήγαγε με την πρώτη από τις ως άνω διασαφήσεις ποσότητες 109.920 κιλών ελαιολάδου (τυποποιημένες σε συσκευασίες των 5 λίτρων) προς Ιορδανία και με τη δεύτερη από τις ως άνω διασαφήσεις ποσότητες 109.920 κιλών ελαιολάδου (τυποποιημένες σε συσκευασίες των 5 λίτρων) προς Λίβανο . Με τον τρόπο δε αυτό παραπλάνησε τους παραπάνω υπαλλήλους ότι η εκπροσωπούμενη από αυτή εταιρεία δικαιούτο να εισπράξει από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (F.E.O.G.A.). τις οικονομικές ενισχύσεις, οι οποίες δίδονταν σύμφωνα με τους υπ' αριθμ. 2677/1985 και 3665/1987 Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ο.Κ) στις μονάδες τυποποίησης, και εξαγωγής ελαιολάδου και έτσι πέτυχε να εκδοθεί η με αριθμό 11.911/15.4.1992 εντολή πληρωμής, σε εκτέλεση της οποίας καταβλήθηκέ στην εκπροσωπούμενη από αυτή εταιρεία το ποσό των 26.604. 598 δραχμών (13.302.299 δρχ. Χ 2 ) και ήδη 78.076,589 ευρώ , με συνέπεια το ως άνω Ταμείο να υποστεί προαναφερόμενη ζημία, υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δρχ., με αντίστοιχη ωφέλεια της εκπροσωπούμενης από την κατηγορουμένη εταιρείας.II. Την 6.5.1992 η κατηγορουμένη με την παραπάνω ιδιότητα της διαχειρίστριας της ως άνω εταιρείας με δύο αιτήσεις οικονομικής ενίσχυσης που υπέβαλε συγχρόνως (μέσω του ΕΣΒΙΤΕ) , με τις επισυναπτόμενες σ' αυτές με αριθμούς 12.859/23-3-1992 και 14.164/30-3-1992 διασαφήσεις εξαγωγής του Γ' Τελωνείου Πειραιώς, οι οποίες ήταν ψευδείς κατά το περιεχόμενο τους, παρέστησε και πάλι εν γνώσει της ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Διεύθυνσης ΔΗ.ΛΙ.ΖΩ - ΔΙΔΑΓΕΠ του Υπουργείου Γεωργίας ότι δήθεν η εκπροσωπούμενη από αυτή εταιρεία εξήγαγε με κάθε μία από τις ως άνω διασαφήσεις ποσότητες 219.840 κιλών και 109.920 κιλών ελαιολάδου αντίστοιχα (τυποποιημένες σε συσκευασίες των 5 λίτρων), προς Λίβανο. Με τον τρόπο δε αυτό παραπλάνησε τους παραπάνω υπαλλήλους ότι η εκπροσωπούμενη από αυτή εταιρεία δικαιούτο να εισπράξει από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (F.E..O.G.A). τις οικονομικές ενισχύσεις, οι οποίες δίδονταν σύμφωνα με τους υπ' αριθμ. 2677/1985 και 3665/1987 Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ο.Κ) στις μονάδες τυποποίησης και εξαγωγής ελαιολάδου και έτσι πέτυχε να εκδοθεί η με αριθμό 14.556/28.5.1992 εντολή πληρωμής , σε εκτέλεση της οποίας καταβλήθηκε στην ως άνω εταιρεία το ποσό των 39.906.896 δραχμών (26.604.597 + 13.302.299 δρχ.) και ήδη 117.114,88 ευρώ , με συνέπεια το ως άνω Ταμείο να υποστεί την προαναφερόμενη ζημία , υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δρχ, με αντίστοιχη ωφέλεια της εκπροσωπούμενης από την κατηγορουμένη εταιρείας.
III) Σε συγκεκριμένη ημερομηνία του από 21-5-1992 έως 19-8-1992 χρονικού διαστήματος η κατηγορουμένη με την παραπάνω ιδιότητα της διαχειρίστριας της ως άνω εταιρείας με δύο αιτήσεις οικονομικής ενίσχυσης που υπέβαλε συγχρόνως (μέσω του ΕΣΒΙΤΕ), με τις επισυναπτόμενες σ' αυτές με αριθμούς 20.827/6-5-1992 και 22.887/21-5-1992 διασαφήσεις εξαγωγής του Γ' Τελωνείου Πειραιώς η με αριθμό 22.887/1992 διασάφηση από παραδρομή αναγράφηκε ότι έχει ημερομηνία 15-5-1992 αντί του ορθού 21-5-1992 ) , οι οποίες ήταν ψευδείς κατά το περιεχόμενο τους, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς4 στους αρμοδίους υπαλλήλους της Διεύθυνσης ΔΗ.ΛΙ.ΖΩ - ΔΙΔΑΓΕΠ του Υπουργείου Γεωργίας ότι δήθεν η εκπροσωπούμενη από αυτή εταιρεία εξήγαγε με κάθε μία από τις ως άνω διασαφήσεις ποσότητες 175.872 κιλών και 43.968 κιλών ελαιολάδου αντίστοιχα (τυποποιημένες σε συσκευασίες των 5 λίτρων) προς Λίβανο. Με τον τρόπο δε αυτό παραπλάνησε τους παραπάνω υπαλλήλους ότι η εκπροσωπούμενη από αυτή εταιρεία δικαιούτο να εισπράξει από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (F.E.O.G.A). τις οικονομικές ενισχύσεις, οι οποίες δίδονταν σύμφωνα με τους υπ' αριθμ. 2677/1985 και 3665/1987 Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ο.Κ) στις μονάδες τυποποίησης και εξαγωγής ελαιολάδου και έτσι πέτυχε να εκδοθεί η με αριθμό 20.189/19.8.1992 εντολή πληρωμής, σε εκτέλεση της οποίας καταβλήθηκε στην ως άνω εταιρεία το ποσό των 26.604.597 δραχμών (21.283.678 + 5.320.919 δρχ.) και ήδη 78.076,59 ευρώ, με συνέπεια το ως άνω Ταμείο ζημία να υποστεί την προαναφερόμενη ζημία , υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δρχ, με αντίστοιχη ωφέλεια της εκπροσωπούμενης από την κατηγορουμένη εταιρείας.
IV) Σε συγκεκριμένη ημερομηνία του από 6.9.1992 έως 24.12.1992 χρονικού διαστήματος η κατηγορούμενη, με την προαναφερόμενη ιδιότητα της διαχειρίστριας της εκπροσωπούμενης από αυτή εταιρείας, με πέντε αιτήσεις οικονομικής ενίσχυσης που υπέβαλε συγχρόνως (μέσω του ΕΣΒΙΤΕ) , με τις επισυναπτόμενες σ' αυτές με αριθμούς 17.730/2-8-1992, 17,731/2-8-1992, 17.732/2-8-1992, 19.111/20-8-1992 και 20.258/6-9-1992 διασαφήσεις εξαγωγής του Α Τελωνείου Πατρών, οι οποίες ήταν ψευδείς κατά το περιεχόμενο τους, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Διεύθυνσης ΔΗ.ΛΙ.ΖΩ - ΔΙΔΑΓΕΠ του Υπουργείου Γεωργίας ότι δήθεν η εκπροσωπούμενη από αυτή εταιρεία εξήγαγε με κάθε μία από τις ως άνω διασαφήσεις ποσότητες 91.600 κιλών , 91.600 κιλών , 91.600 κιλών, 175.872 κιλών και 175,872 κιλών ελαιολάδου αντίστοιχα (τυποποιημένες σε συσκευασίες των 5 λίτρων) προς Αίγυπτο . Με τον τρόπο δε αυτό παραπλάνησε τους παραπάνω υπαλλήλους ότι η εκπροσωπούμενη από αυτή εταιρεία δικαιούτο να εισπράξει από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Φ.Ε.Ο.Γ.Α.) τις οικονομικές ενισχύσεις, οι οποίες δίδονταν σύμφωνα με τους υπ' αριθμ. 2677/1985 και 3665/1987 Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ο.Κ) στις μονάδες τυποποίησης και εξαγωγής ελαιολάδου και έτσι πέτυχε να εκδοθεί η με αριθμό 4.800/24.12.1992 εντολή πληρωμής, σε εκτέλεση της οποίας καταβλήθηκε στην ως άνω εταιρεία το ποσό των 73.471.054 δραχμών (10.741.382 + 10.741.382 + 10.741.382 + 20.623.454 + 20.623.454 δρχ.) και ήδη 215.615,71 ευρώ , με συνέπεια το ως άνω Ταμείο να υποστεί την προαναφερόμενη ζημία , υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δρχ. , με αντίστοιχη ωφέλεια της εκπροσωπούμενης από την κατηγορουμένη εταιρείας. Στην πραγματικότητα , σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις εξήχθη στην αλλοδαπή όχι ελαιόλαδο αλλά σογιέλαιο για το οποίο η εκπροσωπούμενη από την κατηγορούμενη εταιρεία "OSCAR Π. Ν. και ΣΙΑ Ο.Ε." δεν εδικαιούτο να λάβει ενίσχυση - επιδότηση από το παραπάνω Ταμείο . Το ότι στις παραπάνω περιπτώσεις δεν εξήχθη ελαιόλαδο αλλά σογιέλαιο προέκυψε μετά από διενεργηθέντα έλεγχο της ως άνω εταιρείας από τον οποίο διαπιστώθηκε , μεταξύ άλλων , ότι στις αποθήκες της υπήρχε έλλειψη 100 τόνων ελαιολάδου (εμφάνιση δηλαδή μεγαλύτερων αγορών ελαιολάδου από τις πραγματικές προκειμένου να δικαιολογείται η εξαγωγή δήθεν ελαιολάδου), ότι οι εμφανιζόμενες εξαγωγές ελαιόλαδου προς τρίτες χώρες, όπως σε Ιορδανία , Λίβανο και Αίγυπτο ουδέποτε έγιναν , διότι δεν εισήχθη ελαιόλαδο στις χώρες αυτές, οι δε φερόμενοι ως αγοραστές ελαιολάδου από την ως άνω εταιρεία αρνήθηκαν τις επικαλούμενες από την εταιρεία πωλήσεις ελαιολάδου , καθώς και ότι δεν υπήρχε δυνατότητα αποθήκευσης στις αποθήκες της εταιρείας των δηλουμένων ποσοτήτων ελαιόλαδου. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η συμμετοχή της στην εταιρεία ήταν μόνο τυπική δεν αποδεικνύεται βάσιμος Ο μάρτυρας κατηγορίας Ν. Τ. κατέθεσε σχετικά "Όταν πήγαμε εκεί βρήκαμε τη Ν. (εννοώντας την κατηγορουμένη), τον αδελφό της, τον σύζυγο της και τον λογιστή" . Το ότι οι άλλοι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν ότι όταν μετέβαιναν στην εταιρεία συναντούσαν τον λογιστή και τον σύζυγο της κατηγορουμένης δεν σημαίνει άνευ άλλου και ότι η συμμετοχή της κατηγορουμένης στην εταιρεία ήταν τυπική Εξ άλλου , το ισχυριζόμενο από αυτή ότι στην ουσία ο σύζυγος της ήταν εκείνος που ασχολείτο με τη διαχείριση της εταιρείας αλλά επειδή είχε άλλες ασυμβίβαστες με τη συμμετοχή στην εταιρεία δραστηριότητες και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να είναι ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρείας δεν αποδείχθηκε βάσιμο. Και αυτό διότι , όπως προκύπτει κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Π. Ν., ο σύζυγος της κατηγορουμένης εργαζόταν στον Κεντρικό Συνεταιρισμό του Νομού Μεσσηνίας, απ' όπου έφυγε το 1990 , οπότε ουδένα κώλυμα υπήρχε από την πλευρά του να γίνει ομόρρυθμο μέλος και να αναλάβει την εκπροσώπηση της εταιρείας κατά το κρίσιμο έτος 1992 . Αντίθετα δε αυτός κατά τα έτη 1991 - 1993 ίδρυσε στον ίδιο χώρο άλλη εταιρεία, η οποία συνεργάζονταν με αυτή που εκπροσωπούσε η κατηγορουμένη , Όπως αυτό προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Α. Π.. Το ότι αυτός ο σύζυγος της κατηγορουμένης υπέγραφε και έγγραφα της εταιρείας "OSCAR Π. Ν. και ΣΙΑ Ο.Ε.,όπως έγγραφα που απαιτούνταν για την παροχή της επιχορήγησης, δεν σημαίνει ότι το έκανε εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση της συζύγου του . Εξ άλλου αυτό δικαιολογείται, δεδομένου ότι η κατηγορουμένη και ο σύζυγος της συνεργάζονταν, είχαν κοινά συμφέροντα και οι σχέσεις τους ως ζευγάρι δεν αποδείχθηκε ότι είχαν διαταραχθεί.
Κατ' ακολουθίαν όσων προεκτέθηκαν η κατηγορουμένη πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 εδ. α του ν. 2803/2000, να κηρυχθεί ένοχη απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ρ.Ε.Ο.Ο.Α) σε βαθμό κακ/τος, εφόσον κάθε μερικότερη πράξη του ως άνω τελεσθέντος κατ' εξακολούθηση αδικήματος προκάλεσε στο ως άνω Ταμείο ζημία άνω των 25.000.000 ευρώ με αντίστοιχη ωφέλεια της εκπροσωπούμενης από την κατηγορουμένη εταιρείας . Είναι δε εφαρμοστέος ο ν. 2803/2000 (άρθρο 4 παρ. 2 εδ. α' αυτού ) και όχι ο ν. 1608/1950, διότι το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (F.E.O.G.A.) είναι το αμέσως ζημιωθέν και όχι το Ελληνικό Δημόσιο ώστε να εφαρμοστεί ο ν. 1608/1950 , ανεξάρτητα αν το Ελληνικό δημόσιο θα πρέπει στη συνέχεια να αποδώσει στην Κοινότητα τα αχρεωστήτως καταβληθέντα κεφάλαια. Η συγκεκριμένη βέβαια αξιόποινη πράξη υπάγεται στη ρύθμιση του ν. 2803/2000 αλλά και σ' αυτή του άρθρου 386 ΠΚ , διότι υπάρχει φαινόμενη συρροή (νόμων) Στην προκειμένη όμως περίπτωση, μολονότι η ποινική δίωξη ασκήθηκε για απάτη κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακ/τος σε βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με βάση το άρθρο 386 παρ. 3 ΠΚ , είναι εφαρμοστέα η διάταξη άρθρο 4 παρ. 2 εδ. α του ν. 2803/2000 ως ειδικότερη (βλ. σχ. 964/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου) .Η διάταξη δε αυτή του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. α του ν. 2803/2000 εφαρμόζεται και για το λόγο ότι είναι στο σύνολο της επιεικέστερη εκείνης του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ , εφόσον για την καταδίκη του υπαιτίου σε βαθμό κακ/τος με απειλούμενη ποινή κάθειρξης μέχρι 10 ετών απαιτεί η προκληθείσα ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.368 ευρώ ) σε αντίθεση με εκείνη του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ που απαιτεί η συνολική ζημία ή το συνολικό όφελος να υπερβαίνει τις 15.000 ευρώ αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή να υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ. Πρέπει, επομένως όσα αντίθετα ισχυρίζεται η κατηγορουμένη περί μη εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 2 α του ν. 2803/2000 να απορριφθούν.
Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι για κάθε μερικότερη πράξη απάτης λαμβάνεται υπόψη, όπως προεκτέθηκε, η κάθε επί μέρους εντολή πληρωμής που εκδόθηκε , δεδομένου ότι οι σχετικές με αυτή διασαφήσεις και αιτήσεις υποβάλλονταν σε ένα φάκελο συγχρόνως, οπότε και έβγαινε μία εντολή πληρωμής, η κάθε μία από τις οποίες υπερέβαινε του ποσού των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.367,571 ευρώ) , απορριπτόμενων των αντίθετα ισχυρισθέντων από την κατηγορουμένη. Το Δικαστήριο δέχεται ότι η κατηγορουμένη α) έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και β) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της, γι' αυτό και πρέπει να της αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις (άρθρο 84 παρ. 1 α και ε ΠΚ).
Με τις παραδοχές αυτές, η παραπάνω προσβαλλομένη απόφαση, περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω, κατ` εξακολούθηση, αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12,14, 26 παρ. 1, α, 27 του ΠΚ και άρθρο 4 παρ. 2 εδ. α' σε συνδυασμό με παρ.1 του ν. 2803/2000, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι απορρίφθηκε, χωρίς αιτιολογία, ο αυτοτελής ισχυρισμός της περί του ότι όλες οι μερικότερες πράξεις της κοινοτικής απάτης φέρουν τον χαρακτήρα πλημμελήματος και συνεπώς έπρεπε να παύσει οριστικά η εναντίον της ασκηθείσα ποινική δίωξη, είναι αβάσιμες, καθόσον σαφείς είναι, κατά τα εκτεθέντα, οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ( οι οποίες κατά το σημείο αυτό δεν ελέγχονται αναιρετικά) ότι κάθε μερικότερη, από τις κατ` εξακολούθηση, κοινοτικές απάτες, επέφερε βλάβη στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (F.E.O.G.A.), της οποίας το ύψος υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών με αντίστοιχη ωφέλεια της εκπροσωπούμενης από την αναιρεσείουσα εταιρείας. Επίσης οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι δεν έπρεπε να εφαρμοστούν στην προκειμένη περίπτωση, οι διατάξεις του προαναφερθέντος ν. 2803/2000, αλλά η διάταξη του άρθρου 386 Π.Κ. είναι αβάσιμες, γιατί σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν, ορθά εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του ν. 2803/2000, ως ειδικότερες αλλά και ως επιεικέστερες. Άλλωστε, και η προαναφερθείσα υπ` αριθμό 964/2008, απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ` αριθμό 68,69/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που είχε εκδοθεί προηγούμενα από την προσβαλλομένη απόφαση, έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι ως άνω διατάξεις του ν. 2803/2000, ως ειδικότερες. Επομένως, ο συναφής 1ος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η μεταβολή της κατηγορίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, γιατί παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Τέτοια μεταβολή υπάρχει, όταν η πράξη για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, όταν το δικαστήριο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφηνίζει και συμπληρώνει εκείνα που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο διώχθηκε και έχει εισαχθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος, ή καθορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τελέσεως αυτού, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξεως (Α.Π.1391/2010) καθώς και όταν το δικαστήριο δέχεται επιβαρυντικές περιστάσεις στην τέλεση της πράξεως, μολονότι αυτές δεν περιλαμβάνονται στην ασκηθείσα από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη και την απαγγελθείσα από τον ανακριτή κατηγορία (Α.Π.2309/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας. Ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι καίτοι, με το υπ` αριθμό 153/2001 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και την υπ` αριθμό 44/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κάθε μερικότερη πράξη κοινοτικής απάτης κρίθηκε ότι τελέσθηκε με την υποβολή της οικείας διασαφήσεως εξαγωγής, οπότε σε όλες τις διασαφήσεις εξαγωγής, πλην μίας, η ζημία που φέρεται να προξενήθηκε στο παραπάνω ταμείο δεν υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. με συνέπεια οι μερικότερες αυτές πράξεις να έχουν υποκύψει σε παραγραφή, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ` ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας δέχθηκε ότι κάθε μερικότερη πράξη κοινοτικής απάτης τελέσθηκε με την υποβολή των οικείων αιτήσεων οικονομικής ενισχύσεως και διασαφήσεων που υπέβαλε η αναιρεσείουσα στους αρμοδίους υπαλλήλους, επί των οποίων εκδιδόταν ένα ένταλμα πληρωμής, προς την αναιρεσείουσα, το ύψος του οποίου υπερέβαινε τα 25.000.000 δρχ. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να αναφερθούν τα παρακάτω: Από το περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης, όπως αυτό παραπάνω αναπτύχθηκε, προκύπτει ότι πράγματι, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ότι κάθε μερικότερη πράξη απάτης, από τις συνολικά τέσσερις, τελέστηκε με την υποβολή των οικείων διασαφήσεων και αιτήσεων οικονομικής ενίσχυσης κάθε μήνα, στους αρμοδίους υπαλλήλους, του Υπουργείου Γεωργίας, και την έκδοση επί των διασαφήσεων-αιτήσεων αυτών, ανά μήνα, δεδομένου ότι υποβάλλονταν, σε ένα φάκελο συγχρόνως, της οικείας εντολής πληρωμής, προς την εκπροσωπούμενη από την αναιρεσείουσα εταιρεία, της οποίας το ύψος, υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ. Όμως, η κατά τον τρόπο αυτό περιγραφή, κάθε μερικότερης πράξης, του κατ` εξακολούθηση εγκλήματος της κοινοτικής απάτης, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, κατά την εκτεθείσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη έννοια, αφού απλώς αποσαφηνίσθηκαν και συμπληρώθηκαν τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος και προσδιορίστηκε ακριβέστερα ο τρόπος τελέσεώς της χωρίς να μεταβληθεί η ταυτότητα της πράξεως. Επομένως, ο συναφής 2ος λόγος αναιρέσεως , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-2 2011 (με αριθμό πρωτ. 463/2011) αίτηση της Κ. συζ. Κ. Ν., για αναίρεση της με αριθμό 219,220/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη εις βάρος του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά το άρθρο 4 παρ. 2 εδ. α' σε συνδ. με παρ.1 του Ν. 2803/2000. Συρροή νόμου με το άρθρο 386 ΠΚ και εφαρμογή του πρώτου ως ειδικότερου. Παράσταση ψευδών αιτήσεων επιδότησης, με διασαφηνίσεις εξαγωγής τυποποιημένου ελαιολάδου στους υπαλλήλους της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου Γεωργίας, με αποτέλεσμα την κατ' εξακολούθηση ζημία της περιουσίας του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεως. Ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως. Ο ακριβέστερος καθορισμός του τρόπου τέλεσης της πράξης χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητά της δεν συνιστά μεταβολή κατηγορίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1732/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρτσόγλου - Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη, για αναίρεση της με αριθμό 6027/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Χ. του Χ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρακόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 961/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386§1 του ΠΚ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 375§1 του ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα καθ' όν χρόνον βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απάτης, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, και υπεξαιρέσεως σε βάρος του Α. Χ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Ο μηνυτής Α. Χ. στις 23-7-2004 μετέβη στο μεσιτικό γραφείο της Ε. Ζ., στην οδό ..., όπου συνεργάτης της τον χρόνο εκείνο ήταν ο κατηγορούμενος Α. Μ. και τους ανέθεσε να φροντίσουν να του βρουν ακίνητο από πλειστηριασμό, γιατί ήθελε να τοποθετήσει χρήματα. Προς τούτο κατέβαλε 236 € έναντι μεσιτικών δαπανών...Στις 29-9-2004 ο μηνυτής Α. Χ. ενδιαφέρθηκε να λάβει μέρος σε πλειστηριασμό οικοπέδου στη Ν. Ιωνία Αττικής...Η τιμή πρώτης προσφοράς είχε οριστεί στο ποσό των 20.000 €, το δε ποσό της εγγύησης στο ποσό των 6.700 €. Ο κατηγορούμενος, ο μηνυτής, ο αδελφός του τελευταίου και η μεσίτρια Ε. Ζ. μετέβησαν στο Δημαρχιακό Κατάστημα στη Ν. Ιωνία όπου γινόταν ο πλειστηριασμός. Ο κατηγορούμενος, έχοντας την ταυτότητα του μηνυτή, τραπεζική επιταγή των 6.700 ευρώ και 6.000 € σε μετρητά, ανέβηκε στον ημιώροφο, όπου γινόταν ο πλειστηριασμός, και έλαβε μέρος σ` αυτόν. Οι υπόλοιποι έμειναν κάτω. Όταν τέλειωσε ο πλειστηριασμός, ο κατηγορούμενος κατέβηκε και ανακοίνωσε στους υπόλοιπους (μεταξύ των οποίων ο μηνυτής) ότι κατακυρώθηκε το ακίνητο σ` αυτόν αλλά έδωσε επιπλέον (των 6.700 € συν 6.000 €) και 25.000 ευρώ. Είπε δε στο μηνυτή να ανεβεί για να υπογράψει. Ο μηνυτής ανέβηκε, υπέγραψε. Το ακίνητο είχε κατακυρωθεί στο ποσό των 25.220 ευρώ, είχε δοθεί η εγγύηση των 6.700 € και όχι μετρητά 6.000 €, δόθηκε δε προθεσμία 15 ημερών από τη Συμ/φο για την εξόφληση του πλειστηριάσματος. Στη συνέχεια μετέβησαν όλοι μαζί στο γραφείο της ως άνω μεσίτριας (όπου συνεργάτης της είναι ο κατ/νος). Εκεί ο μηνυτής αποδέχθηκε (το απόγευμα της 29-9-2004) συναλλαγματική λήξεως στις 30-9-2004 ποσού 25.000 ευρώ, που ενσωμάτωνε το ποσό των 25.000 ευρώ που ο κατηγορούμενος έπεισε το μηνυτή ότι κατέβαλε στη Συμ/φο επιπλέον των ποσών που του είχε ήδη δώσει. Συμφώνησαν δε την επόμενη ημέρα η συναλλαγματική να αντικατασταθεί με τραπεζική επιταγή, όπως έγινε, αφού αντικαταστάθηκε με την 00041130-2 επιταγή της ALPHA BANK, ίδιου ποσού σε διαταγή Α. Χ., που οπισθογραφήθηκε από αυτόν και παραδόθηκε στον κατηγορούμενο, την ανακάλεσε όμως ο εκδότης της στις 1-10-2004 λόγω δήθεν απωλείας, τελικά όμως πληρώθηκε στον κατηγορούμενο από την Τράπεζα. Με την πράξη .../22/10/2004 της συμ/φου Γ. Γ., ο Α. Χ. κατέθεσε στις είκοσι δύο (22) Οκτωβρίου 2004 ποσό 18.520,00 € δηλ. όσο ποσό πλειστηριάσματος υπολείπετο μετά την κατάθεση της εγγύησης. Στις 4-10-2004 έμαθε το ύψος του τιμήματος καθώς και ότι δεν δόθηκαν τα 6.000 € μετρητών. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το ποσό των 25.000 ευρώ, που ο μηνυτής ισχυρίζεται ότι του το έδωσε ως μέρος του πλειστηριάσματος που δήθεν είχε καταβληθεί και αυτό στη Συμ/φο, το έλαβε από αυτόν ο μηνυτής σε μετρητά το απόγευμα της 29-9-2004 στο μεσιτικό γραφείο (αρνείται δε παντελώς ότι δόθηκε το ποσό των 6.000 € σε μετρητά). Συγκεκριμένα ότι στο γραφείο μετέβησαν οι ανωτέρω μετά τον πλειστηριασμό και ότι εκεί ο μηνυτής ισχυρίστηκε ότι χρειάζεται 25.000 ευρώ για να μεταβεί στη συνέχεια στην Ερέτρια και να δώσει προκαταβολή για εξοχικό αξίας 100.000 €, που ήταν μεγάλη ευκαιρία, αλλά οι τράπεζες ήταν κλειστές και δεν μπορούσε να πάρει χρήματα. Ότι για εξασφάλιση του κατηγορουμένου, που έδωσε 25.000 € για την αιτία αυτή στο μηνυτή, υπογράφηκε η συναλλαγματική, που την επόμενη ημέρα αντικαταστάθηκε από ισόποση επιταγή. Ο μηνυτής πράγματι στις 17-11-2004 αγόρασε με το υπ` αριθ.....αγροτικό ακίνητο...Πλην όμως δεν κρίνεται, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη του Δικαστηρίου αυτού, πειστικός ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ενόψει του ότι το ως άνω συμβόλαιο καταρτίστηκε στις 17-11-2004 και δεν μεσολάβησε για την αγορά αυτού το εν λόγω μεσιτικό γραφείο ούτε προέκυψε ότι ανάμεσα στο μηνυτή και το μεσιτικό γραφείο υπήρχε κάποια στενή σχέση ώστε να δικαιολογεί τη διευκόλυνση αυτή. Κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη του Δικαστηρίου αυτού ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή ότι στον ως άνω πλειστηριασμό κατέβαλε με δικές του επιταγές 25.000 € πέραν του ποσού των 12.700 € (6.700 € με επιταγή και 6.000 € μετρητοίς) που είχε λάβει προηγουμένως από τον εγκαλούντα και είχε ήδη καταβάλει στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο προ της ενάρξεως του πλειστηριασμού και για τις ανάγκες αυτού, πείθοντάς τον έτσι και ότι κατέβαλε τα μετρητά των 6.000 € και να αποδεχθεί για τη δήθεν οφειλή του συναλλαγματική ύψους 25.000 € την οποία την επόμενη ημέρα (30-9-2004) την αντικατέστησε με ισόποση επιταγή...Με τον τρόπο αυτό ζημίωσε τον μηνυτή 25.000 + 6.000 = 31.000 €, που δεν θα προέβαινε στην καταβολή αυτή (και υπογραφές συν/κής - επιταγής) αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση. Είχε δε υπεξαιρέσει το ποσό μετρητών 6.000 € που του δόθηκε. Πρέπει, επομένως,...να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται αφού η περιουσιακή βλάβη του μηνυτή είναι ιδιαίτερα μεγάλη".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά την απάτη των 25.000 ευρώ (χωρίς το χαρακτηρισμό της ζημίας που προκλήθηκε από αυτήν ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) και την υπεξαίρεση των 6.000 ευρώ (για την απάτη των 6.000 ευρώ θα λεχθεί παρακάτω), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386§1 α και 375§1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση: Α) Ως προς την απάτη: α) Οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος προς τον εγκαλούντα, ότι, δηλαδή, τον διαβεβαίωσε αυτός ότι αναγκάστηκε να καταβάλει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού ολόκληρο το πλειστηρίασμα των 25.000 €, πέραν του ποσού των 12.700 € (6.700 € με επιταγή και 6.000 € σε μετρητά) που είχε ήδη λάβει από τον εγκαλούντα και είχε καταβάλει πριν από την έναρξη του πλειστηριασμού και για τις ανάγκες αυτού, β) ότι συνεπεία αυτών των ψευδών παραστάσεων, ως παραγωγού αιτίας, παραπλανήθηκε ο εγκαλών και προέβη σε επιζήμια γι` αυτόν συμπεριφορά, στην αποδοχή, δηλαδή, συναλλαγματικής, την οποία, την επόμενη ημέρα, αντικατέστησε με επιταγή ποσού 25.000 € και γ) η βλάβη που υπέστη ο τελευταίος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 25.000 ευρώ. Β) Ως προς την υπεξαίρεση: Ότι το ως άνω ποσό των 6.000 € περιήλθε στην κατοχή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ως εντολοδόχου, για να συμμετάσχει αυτός, για λογαριασμό του μηνυτή, σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, πλην, αντί αυτός να το καταβάλει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, το κατακράτησε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, το δε Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του στο σκεπτικό της αποφάσεως, τα έλαβε όλα υπόψη και όχι, επιλεκτικά, μόνο τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Α. και Ι. Χ. και δεν ήταν υποχρεωμένο να μνημονεύσει και να αξιολογήσει χωριστά την υπ` αριθ. 13745/29.9.2004 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού. Το ότι δε λήφθηκε υπόψη και η ανωτέρω έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού προκύπτει από τις παραδοχές ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος, με την ταυτότητα του μηνυτή, την τραπεζική επιταγή των 6.700 ευρώ και το ποσό των 6.000 € σε μετρητά, ανέβηκε στον ημιώροφο και έλαβε μέρος στον πλειστηριασμό, αποκρύπτοντας από την υπάλληλο του πλειστηριασμού την πλαστοπροσωπεία, ότι, όταν τέλειωσε ο πλειστηριασμός, ο κατηγορούμενος κατέβηκε και ανακοίνωσε στους υπόλοιπους (μεταξύ των οποίων ο μηνυτής) ότι κατακυρώθηκε το ακίνητο σ` αυτόν, αλλά έδωσε επιπλέον (των 6.700 € συν 6.000 €) και 25.000 ευρώ, ότι ο μηνυτής ανέβηκε και υπέγραψε και ότι το ακίνητο είχε κατακυρωθεί στο ποσό των 25.220 ευρώ, είχε δοθεί μόνο η εγγύηση των 6.700 €, δόθηκε δε προθεσμία 15 ημερών από τη Συμβολαιογράφο για την εξόφληση του πλειστηριάσματος. Τα τελευταία δε γεγονότα (καταβολή εγγυήσεως, ύψος πλειστηριάσματος, χορήγηση προθεσμίας) μπορούσαν να προκύψουν μόνο από την έκθεση, από την οποία δεν μπορούσε να προκύψει η αποκρυβείσα από τη συντάκτρια αυτής πλαστοπροσωπεία κατά τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η, περιεχόμενη στον ίδιο λόγο, αιτίαση ότι εκτιμήθηκαν εσφαλμένα αποδεικτικά μέσα (υπ` αριθ. 13745/29.9.2004 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού, κατάθεση μαρτύρων Α. Λ., Π. Κ., υπ' αριθ. 6200/2006 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α και 171 παρ. 1α' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής συνθέσεώς του. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. δ του ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), το τριμελές εφετείο συγκροτείται από πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 371 του ΚΠοινΔ, όπως αυτό ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ως άνω Κώδικα, συνάγεται ότι, σε περίπτωση διχοψηφίας των δικαστών, δικαστική απόφαση είναι η γνώμη της πλειοψηφίας, για την οποία επιβάλλεται, κατά τα προεκτεθέντα, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η γνώμη της μειοψηφίας, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 40 του ν. 2172/1993, αναφέρεται μαζί με την απόφαση από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρίζεται υποχρεωτικώς, με το όνομα του δικαστή που μειοψήφησε, στην εγγράφως συντασσόμενη, στη συνέχεια, απόφαση, χωρίς, όμως, η παράλειψη της καταχωρίσεως να προκαλεί οποιαδήποτε ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά αυτής, το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο συγκροτήθηκε από τους Αικατερίνη Ρέτσα, Προεδρεύουσα Εφέτη, Ευθύμιο Κοκκινογένη και Γεώργιο Παπαγεωργίου, Εφέτες. Από το αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατέληξε, μετά μυστική διάσκεψη, κατά πλειοψηφίαν, στην ενοχή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις που προαναφέρθηκαν. Στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν μνημονεύεται ούτε η γνώμη ούτε το όνομα του Δικαστή που μειοψήφησε. Στο διατακτικό, όμως, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος κρίθηκε "αθώος κατά μειοψηφία του εκ δεξιών συνέδρου". Η αναγραφή του ονόματος του Δικαστή που μειοψήφησε είναι σαφής, αφού, σύμφωνα με την προμετωπίδα των πρακτικών, εκ δεξιών σύνεδρος ήταν ο Ευθύμιος Κοκκινογένης. Σαφής είναι και η γνώμη αυτού (ο οποίος τάχθηκε υπέρ της αθωότητας του κατηγορουμένου), έστω και αν αυτή δεν αναφέρεται ούτε αιτιολογείται στο σκεπτικό. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε και δη γιατί δεν αναφέρεται το όνομα του Δικαστή που μειοψήφησε ούτε παρατίθεται στο σκεπτικό η γνώμη της μειοψηφίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 παρ. 2 και 3 και 335 παρ. 2 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι οσάκις ο διευθύνων την συζήτηση δίδει κατ' αίτηση των διαδίκων τον λόγο σ' αυτούς προκειμένου να προβούν σε δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για κάθε θέμα που αφορά την συζητούμενη υπόθεση, αν εκείνος που ζήτησε και έλαβε τον λόγο είναι ο κατηγορούμενος, δεν υποχρεούται μετά την απάντηση του εισαγγελέα και των διαδίκων, να δώσει εκ νέου σ' αυτόν (κατηγορούμενο) τελευταίο το λόγο. Μόνο δε αν ζητήσει ο κατηγορούμενος και πάλι το λόγο και δεν του δοθεί από τον διευθύνοντα την συζήτηση και προσφύγει αυτός αμέσως, μη αποδεχόμενος την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και τούτο αρνηθεί να του δώσει το λόγο, επέρχεται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 ακυρότητα, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την αγόρευση του συνηγόρου του κατηγορουμένου αναγράφεται η φράση "η Εισαγγελέας αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο". Η μη διαγραφή της φράσεως αυτής από τα πρακτικά οφείλεται σε φανερή παραδρομή, αφού δεν προκύπτει ότι η Εισαγγελέας πρότεινε για κάποιο θέμα, ο δε συνήγορος του κατηγορουμένου δεν ζήτησε να του δοθεί και πάλι ο λόγος, οπότε και μόνο, σε περίπτωση αρνήσεως της Προέδρου και, στη συνέχεια, απορρίψεως της προσφυγής του σε ολόκληρο το Δικαστήριο, θα επερχόταν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Πρέπει, επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, συνισταμένη στο ότι, ενώ έλαβε πάλι το λόγο η Εισαγγελέας, δεν δόθηκε εκ νέου ο λόγος στο συνήγορο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. α και β του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50§5 του ν.3160/2003, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α`, Γ', Δ`, Ε`, ΣΤ` και Η` της παραγράφου 1 του άρθρου 510. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου". Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 375§1 και 386§1 του ΠΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 94 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι κάθε μια από τις αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται σε αυτές (υπεξαιρέσεως και απάτης) απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία και, συνεπώς, αν ο δράστης τους είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, είναι δυνατή η πραγματική συρροή των δύο αυτών εγκλημάτων, εφόσον καθένα από αυτά στρέφεται κατά διαφορετικού αντικειμένου. Αν, όμως, και τα δύο στρέφονται κατά του αυτού υλικού αντικειμένου, υφίσταται μεταξύ τους φαινομένη συρροή, οπότε, αν μεν ο δράστης υπεξαιρεί το ξένο κινητό πράγμα και, ακολούθως, επιχειρεί απατηλές πράξεις προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως ή διατήρηση της κατοχής του υπεξαιρεθέντος, υπάρχει φαινομένη συρροή υπεξαιρέσεως και μη τιμωρητής μεταγενέστερης πράξεως απάτης, αν δε ο δράστης απέκτησε με απάτη το ιδιοποιούμενο πράγμα, δεν τιμωρείται η υπεξαίρεση, διότι απορροφάται από την απάτη. Αν, λοιπόν, ο δράστης δεν απέκτησε με απάτη την κυριότητα του πράγματος, όπως τούτο συμβαίνει επί χρημάτων που δόθηκαν προς εκτέλεση εντολής, τότε υπάρχει μόνο υπεξαίρεση, ενώ η απάτη απορροφάται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, όπως αναφέρθηκε, καταδικάσθηκε για δύο εγκλήματα που τέλεσε σε βάρος του εγκαλούντος Α. Χ., ήτοι για απάτη, η ζημία από την οποία ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και ανερχόταν στο ποσό των (25.000 + 6.000 =) 31.000 ευρώ, και για υπεξαίρεση μόνο του ποσού των 6.000 ευρώ, το οποίο, όμως, περιήλθε στην κατοχή του όχι κατόπιν εξαπατήσεως του εγκαλούντος, αλλά γιατί ο τελευταίος του το είχε δώσει προς εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής να το καταβάλει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού πριν από την έναρξη και για τις ανάγκες αυτού. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον το ποσό των 6.000 ευρώ δεν περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με εξαπάτηση του εγκαλούντος, αλλά δόθηκε από τον τελευταίο στον πρώτο προς εκτέλεση εντολής και υπεξαιρέθηκε από αυτόν, η υπεξαίρεση του ποσού αυτού απορροφά την απάτη, η οποία επακολούθησε προς διατήρηση αυτού. Έπρεπε, δηλαδή, ο αναιρεσείων να τιμωρηθεί μόνο για υπεξαίρεση, όχι δε και για την δι' απάτης κτήση του ίδιου ποσού, το δε Τριμελές Εφετείο, το οποίο τον καταδίκασε για απάτη και υπεξαίρεση του ίδιου ποσού εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375§1 και 386§1 του ΠΚ και ίδρυσε, έτσι, τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι απορρίφθηκαν κατ` ουσίαν, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την καταδικαστική της διάταξη για την απάτη των 6.000 ευρώ και, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του ν.3160/2003, να κηρυχθεί ο αναιρεσείων αθώος για την εν λόγω πράξη. Αναγκαίως δε πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση ως προς το ζήτημα αν το εναπομένον ποσό της απάτης, μετά την, κατά τα ανωτέρω, αθώωση του κατηγορουμένου για την μερικότερη πράξη αυτής με αντικείμενο 6.000 ευρώ, εξακολουθεί να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (ενόψει του ότι ως μεγάλης αξίας θεωρήθηκε το σύνολο των 31.000 ευρώ, για το οποίο, μάλιστα, επιβλήθηκε το ελάχιστο όριο της προβλεπόμενης ποινής φυλακίσεως των 2 ετών), το οποίο απαιτεί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο της ουσίας, και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για την απάτη και περί καθορισμού συνολικής ποινής. Μετά από αυτά, πρέπει, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα (την έρευνα αν η απάτη των 25.000 ευρώ εξακολουθεί να έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και τον καθορισμό νέας ποινής για την απάτη και νέας συνολικής ποινής), για την απάτη των 25.000 ευρώ και την υπεξαίρεση των 6.000 ευρώ (για την οποία η κρίση είναι αμετάκλητη), να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 6027/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, και δη αναφορικά με α. την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Α. Μ. του Π. για την (μερικότερη) πράξη της απάτης με αντικείμενο το ποσό των 6.000 ευρώ, β. την κρίση επί του εάν η ζημιά των 25.000 ευρώ, που προξενήθηκε στον εγκαλούντα, από την άλλη πράξη της απάτης (ως προς τα περιστατικά που την θεμελιώνουν η κρίση είναι, πλέον, αμετάκλητη), εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλη, γ. την επιβολή νέας ποινής για το έγκλημα της απάτης με αντικείμενο, πλέον, 25.000 ευρώ και δ. τον καθορισμό συνολικής ποινής για την απάτη των 25.000 ευρώ και την υπεξαίρεση των 6.000 ευρώ.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο Α. Μ. του Π. αθώο του ότι αυτός, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γένει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, μετά από συναίνεση του εγκαλούντος Α. Χ., πλειοδότησε, για λογαριασμό του, κατά τον διενεργηθέντα στις 29.9.2004 αναγκαστικό πλειστηριασμό ενός ακινήτου, επιφανείας 95 τ.μ., κειμένου στο Δήμο Νέας Ιωνίας Αττικής, επί της οδού ..., παρέστησε σ` αυτόν ψευδώς ότι είχε ήδη καταβάλει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφο Αθηνών Γ. Γ., προ της ενάρξεως του πλειστηριασμού και για τις ανάγκες αυτού, σε μετρητά το ποσό των 6.000 ευρώ που είχε λάβει, προηγουμένως, για το λόγο αυτό, από τον εγκαλούντα, το οποίο ενθυλάκωσε, προκαλώντας αντίστοιχη βλάβη στην περιουσία του εγκαλούντος.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, όσον αφορά α) την κρίση επί του εάν η ζημιά των 25.000 ευρώ, που προξενήθηκε στον εγκαλούντα, από την άλλη πράξη της απάτης (ως προς τα περιστατικά που την θεμελιώνουν η κρίση είναι, πλέον, αμετάκλητη και δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση), εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλη, β. την επιβολή νέας ποινής για το έγκλημα της απάτης με αντικείμενο, πλέον, 25.000 ευρώ και γ. τον καθορισμό συνολικής ποινής, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 22 Ιουλίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 6018/2011) αίτηση του Α. Μ. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 6027/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απάτη, η ζημία που προκλήθηκε από την οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, και υπεξαίρεση. Στοιχεία εγκλημάτων. Πότε η απάτη απορροφάται από την υπεξαίρεση και αντιστρόφως. Αν ο δράστης δεν απέκτησε με απάτη την κυριότητα του πράγματος, όπως τούτο συμβαίνει επί χρημάτων που δόθηκαν προς εκτέλεση εντολής, υπάρχει μόνο υπεξαίρεση, ενώ η απάτη απορροφάται. Αν στην απόφαση δεν καταχωρηθεί το όνομα και η γνώμη του δικαστή που μειοψήφησε δεν επέρχεται ακυρότητα. Αναίρεση, κατ" αυτεπάγγελτη έρευνα, ως προς την καταδικαστική διάταξη για μερικότερη πράξη απάτης που απορροφάται από την υπεξαίρεση και κήρυξη του αναιρεσείοντος αθώου για την πράξη αυτή. Αναίρεση ως προς το αν το απομένον μέρος της απάτης εξακολουθεί να είναι μεγάλης αξίας, ως προς την επιβολή ποινής για την απάτη και ως προς τον καθορισμό συνολικής ποινής και παραπομπή. Απόρριψη αιτήσεως, κατά τα λοιπά.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1731/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της ΓραμματέωςΠελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο περί αναιρέσεως της με αριθμό 395/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρόδου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 509/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ'ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Ηκλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μ'εσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α'του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνια 11 Ιουνίου 2011 και 19 Μαΐου 2011αποδεικτικά επίδοσης του Αρχ/κα ΜΠΣ Δ. Κ. και της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου Σ. Κ. αντίστοιχα ο αναιρεσείων και η νομότυπα διορισθείσα αντίκλητός του κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1ης Απριλίου 2011 αίτηση του Χ. Κ. του Σ. για αναίρεση της 395/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα(250.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1730/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο -Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Λ. του Ι. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ασπρογέρακα, περί αναιρέσεως της 15358/2011 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 499/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. l του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως, και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι, για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 εδ. β του ίδιου άρθρου, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους". Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες κ.λπ.), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή .......". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2523/1997, "στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: β) Στις εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ή διαχειριστές αυτών". Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του αυτού ν. 2523/1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και, έτσι, οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο εφάπαξ και αφορά πράξη που τελέσθηκε πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το ποσό των 10.000 ευρώ, οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 είναι ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Όταν, όμως, ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού η αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς διαλαμβάνεται στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι στην Λάρισα την 1-3-2003 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα στις 31-10-2002 (...) με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 50.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί με την ... καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του Τελωνείου Λάρισας σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία "Χ. Λ. και Σια Ο.Ε." που εδρεύει στη ... , της οποίας ο κατηγορούμενος τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος, διάφορα χρέη (τέλη και διαφυγόντες φόροι) υπέρ του Δημοσίου για τον τελωνισμό με ψευδή στοιχεία και πλαστό τίτλο κυριότητας - συνεπεία των οποίων προσδιορίστηκε αναληθώς το έτος κυκλοφορίας και το είδος αυτού (πολυτελές επιβατικό αυτοκίνητο JEEP και όχι φορτηγό μεταφοράς εμπορευμάτων) - του με αριθμό πλαισίου ... μεταχειρισμένου αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής CHRYSLER τύπου JEEP GRAND CHEROKEE, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 101.155,51 ευρώ, από το οποίο η βασική οφειλή τελών και διαφυγόντων φόρων ανέρχεται σε 58.193,33 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 42.962,18 ευρώ αφορά προσαυξήσεις, όπως τα ποσά αυτά προσδιορίζονται μετά την έκδοση των 141/2007 και 142/2007 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας επί προσφυγών του εκκαλούντος κατηγορουμένου και της εταιρίας, και αποτελούν μέρος των χρεών που αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών του παραπάνω Τελωνείου (...) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 29-11-2005 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου του Τελωνείου Λάρισας και στον με αριθ. πρωτ. ... πίνακα του ίδιου επίσης Τελωνείου. Σχετικά για το ύψος του ποσού που οφείλεται καταθέτει με σαφήνεια ο μάρτυρας κατηγορίας υπάλληλος του Τελωνείου Λάρισας Χ. Α. Ο εκκαλών κατηγορούμενος προβάλλει τους εξής ισχυρισμούς: α) ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση προσδιόρισε την οφειλή στο ποσό των 129.325,75 ευρώ κατά την 1-3-2003, ενώ αυτή δεν υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Ο σχετικός ισχυρισμός τυγχάνει αβάσιμος μετά την εξαφάνιση του εκκαλουμένης και την εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν καθόσον, όπως αμέσως ανωτέρω αναφέρεται, η οφειλή για την οποία ο κατηγορούμενος τυγχάνει ένοχος ανέρχεται σε 101.155,51 ευρώ, ήτοι υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και όχι σε 129.325,75 ευρώ (εφαρμογή του στοιχείου β της παρ. 1 του άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 34 ν. 3220/2004, και όχι του στοιχείου γ της ίδιας παραγράφου, όπως εισάγεται με το κατηγορητήριο). β) Ότι η απαίτηση του Δημοσίου δεν ήταν και δεν είναι ληξιπρόθεσμη και εκκαθαρισμένη, καθόσον κατά της καταλογιστικής πράξης ασκήθηκαν από τον ίδιο και την εταιρία προσφυγές. Ο σχετικός ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος, διότι από τη διάταξη του άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη του θεσπιζόμενου απ' αυτή εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της οικείας οικονομικής υπηρεσίας ή του τελωνείου προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 ν. 2523/1997, που προβλέπει την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας άσκησης της προσφυγής κατά της σχετικής φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη από τα άρθρα 17 και 18 ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη από το άρθρο 25 ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 ν. 2523/1997....Κατά συνέπεια η άσκηση προσφυγής σε κάθε περίπτωση δεν αίρει το ληξιπρόθεσμο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης του Δημοσίου. γ) Ότι η απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου δεν είναι ληξιπρόθεσμη και εκκαθαρισμένη λόγω ύπαρξης ανταπαίτησής του κατ' αυτού από την ίδια αιτία (επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων δασμών για το επίδικο αυτοκίνητο). Ο σχετικός ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος, καθόσον η ύπαρξη ανταπαίτησης δεν αίρει το ληξιπρόθεσμο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης του Δημοσίου. Κατά τα άρθρο 5 Κ.Ε.Δ.Ε. τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους και καταβάλλονται εφάπαξ γίνονται ληξιπρόθεσμα την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση, από την οποία προκύπτει το ύψος του οφειλόμενου ποσού, μήνα. Μετά δε την έκδοση των αποφάσεων επί των προσφυγών πρέπει να γίνει δεκτό ότι η καταδίκη του κατηγορούμενου θα χωρίσει με βάση το ποσό που θα προκύψει".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η απαίτηση του Δημοσίου δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και εκκαθαρισμένη, γιατί είχε και αυτός ανταπαίτηση κατ` αυτού από την ίδια αιτία, ήταν αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής και το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει ειδικώς επ` αυτού. Παρά ταύτα, τον απέρριψε αιτιολογημένα, αφού δέχθηκε, πέραν του ότι η ύπαρξη ανταπαιτήσεως του οφειλέτη δεν αίρει το ληξιπρόθεσμο και εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως του Δημοσίου, ότι το ποσό που του καταλογίστηκε ήταν πράγματι ληξιπρόθεσμο και εκκαθαρισμένο, αφού προσδιορίστηκε μετά την έκδοση των υπ` αριθ. 141 και 142/2007 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας επί προσφυγών του ιδίου και της εταιρίας, της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος. β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, γιατί, όπως εκτέθηκε, ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το αξιόποινο του οποίου ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 25§§ 1, 2, 3 του ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, 19§2 του ν. 2948/2001 και 34§1β του ν. 3220/2004, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση ότι το Δικαστήριο προέβη σε αυθαίρετη μεταβολή της κατηγορίας από αυτήν του στοιχ. γ της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 3220/2004, που είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων πρωτοδίκως, σε αυτήν του στοιχ. β αυτής, είναι απορριπτέα, προεχόντως, ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, καθόσον, κατά της παραδοχές της αποφάσεως, το χρέος που δεν είχε καταβάλει αυτός δεν υπερέβαινε τις 120.000 ευρώ και, επομένως, η πράξη του είχε, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μικρότερο ελάχιστο όριο ποινής, οπότε, με τη μεταβολή της κατηγορίας, βελτιωνόταν η θέση του και δεν χειροτέρευε αυτή.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Απριλίου 2011 (υπ' αριθμ. Πρωτ. 2923/2011) αίτηση του Χ. Λ. του Ι. , για αναίρεση της υπ' αριθ. 15358/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο που βεβαιώθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3220/2004, οι διατάξεις του οποίου, όμως, εφαρμόζονται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως ευμενέστερες. Ο ισχυρισμός ότι η απαίτηση του Δημοσίου δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και εκκαθαρισμένη, γιατί και ο αναιρεσείων είχε ανταπαίτηση κατ' αυτού, είναι αρνητικός της κατηγορίας και το δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει, παρά ταύτα, όμως, τον απέρριψε αιτιολογημένα. Δεν απαιτείτο αιτιολογία ως προς το δόλο. Αιτίαση για αυθαίρετη μεταβολή κατηγορίας από αυτήν του στοιχ. γ της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 3220/2004, που είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων πρωτοδίκως, σε αυτήν του στοιχ. β αυτής είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, γιατί, με τη μεταβολή, βελτιωνόταν η θέση αυτού. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1729/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Μ. Π. του Π. και 2.Μ. Δ. του Ο. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δεμερούκα, περί αναιρέσεως της 4209/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Ιουνίου 2011 (δυο) αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 747/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι από 8-6-2011, αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 223/2011 και 222/2011, των 1) Μ. Π. του Π. και 2) Μ. Δ. του Ο. αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 4209/2011 απόφασης του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων), οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος.
Από τη διάταξη 224 § 2 του Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για ψευδορκία μάρτυρα, αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ` αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρονται σ` αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Εξάλλου, έλλειψη της αιτιολογίας γενικώς, υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως (ΑΠ 719/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4209/2011 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, για ψευδορκία μάρτυρα ο 1ος και για ηθική αυτουργία στην ψευδορκία του ως άνω, συγκατηγορουμένου του, ο 2ος, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα για τον 1ο και μετατραπείσα προς πέντε (5) Ευρώ ημερησίως για το 2ο.
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την απολογία του 1ου κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα ο πρώτος (Μ. Π. ) και της ηθικής αυτουργίας στην παραπάνω πράξη ο δεύτερος (Μ. Δ. ), εφόσον με την περιγραφόμενη στο διατακτικό συμπεριφορά τους παρέβησαν με πρόθεση τις διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 1-2 ,227 παρ.1Π.Κ. Επομένως για τις ανωτέρω πράξεις πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι". Στο διατακτικό της, η απόφαση δέχθηκε επί λέξει, τα παρακάτω: "
Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι:
Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Π. στον Πειραιά Αττικής την 5.10.2004: 1) ενώ εξεταζόταν ένορκος ως μαρτυράς ενώπιον Αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μαρτυράς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη συνεδρίαση της 5-10-2004, όπου εκδικαζόταν η από 9-10-2003 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ιστιοπλοϊκού σκάφους με ενάγοντα τον τώρα πρώτο των εγκαλούντος Χ.-Σ. Π. , κάτοικο- Αθηνών, και εναγόμενο τον δεύτερο των τώρα κατηγορουμένων, Μ. Δ. , κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι : "ο Μ. Δ. ... το αγόρασε (εννοείται το ιστιοπλοϊκό σκάφος) από τη Σ. , έδωσε 5.000.000 δραχμές... Ο Π. δεν έχει καμμία σχέση με το σκάφος... Ο Δ. το αγόρασε για να το εκμεταλλευθεί ...", ενώ η αλήθεια -όπως καλώς γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος (Μ. Π. )- ήταν ότι ο τώρα εγκαλών, Χ.-Σ. Π. , ήταν αυτός που κατέβαλε στη Χ. Σ. το ποσό των 5.000.000 δρχ. και αυτός ήταν ο πραγματικός αγοραστής του ιστιοπλοϊκού σκάφους, στον οποίο μετά την από 27-12-2001 αγοραπωλησία, είχε πραγματικά μεταβιβασθεί η κυριότητα του άνω σκάφους. Ειδικότερα, η αλήθεια ήταν ότι ο Χ. Π. , αποφάσισε να αγοράσει (έναντι τιμήματος 15.000.000 δραχμών) ένα ιστιοπλοϊκό σκάφος τύπου Finsailer 38 με την ονομασία "L. " μήκους 11.10 μ., πλάτους 3,50 Μ. και βάθους 2,21 μ. απο την ιδιοκτήτρια αυτού. Χ. Σ. , αλλά προβληματιζόμενος για την αντίδραση των Τουρκικών Αρχών και την τύχη του σκάφους σε περίπτωση που προσέγγιζε τα παράλια της Τουρκίας (επειδή εκκρεμούσαν σε βάρος του καταδικαστικές αποφάσεις για την πολιτική του δράση στην Τουρκία), αποδέχθηκε να γίνει εικονική πώληση του σκάφους στο όνομα του γνωστού του, Μ. Δ. υ, ο οποίος θα φερόταν τυπικά ως ιδιοκτήτης και ο οποίος αναλάμβανε τη συντήρηση του σκάφους. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής καταρτίσθηκε το από 27-12-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης πλοίου από την Χ. Σ. στον Μ. Δ. (ο οποίος όμως ήταν φαινομενικά μόνο ο αγοραστής), ενώ πραγματικός αγοραστής και κύριος κατέστη ο Χ.Π. , ο οποίος ήταν και αυτός που κατέβαλε στις 27-12-2001 στην πωλήτρια Χ. Σ. το ποσό των 5.000.000 δραχμών ως προκαταβολή του τιμήματος. Όλα δε τα συμβαλλόμενα μέρη (άρα και ο Μ. Δ. ) γνώριζαν την εικονικότητα της άνω δικαιοπραξίας και είχαν αποδεχθεί αυτήν. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Δ. , στην Αθήνα την 5.10.2004 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις: α)της ψευδορκίας μάρτυρα. Συγκεκριμένα, με πειθώ και παροτρύνσεις με φορτικότητα προκάλεσε την απόφαση στον αυτουργό, Μ. Π. , να τελέσει αυτός την άνω αναφερόμενη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα.
Η αιτιολογία όμως αυτή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, αφού δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο εξ ολοκλήρου παραπέμπει το σκεπτικό, σύμφωνα με όσα, επίσης στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Πέραν των ανωτέρω, ακόμη και αν ήθελε υποστηριχθεί ότι η έλλειψη αιτιολογίας θεραπεύτηκε με την παραπομπή στο διατακτικό, και πάλι με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, έστω και στο διατακτικό, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, καθόσον αφορά τον 1ο αναιρεσείοντα, την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς το δόλο, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, εν σχέσει με την γνώση του, της αναλήθειας των ενόρκως βεβαιωθέντων, ούτε από τα εκτιθέμενα περιστατικά προκύπτει ότι η γνώση ήταν αυτονόητη. Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο, στο διατακτικό στο οποίο γίνεται παραπομπή από το σκεπτικό, διαλαμβάνει ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε "εν γνώσει του ψευδώς ότι...." χωρίς όμως να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή εν σχέσει με την αναλήθεια των περιστατικών, τα οποία ο 1ος αναιρεσείων - κατηγορούμενος βεβαίωσε ενόρκως, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλουν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 4209/2011 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρος. Ηθική αυτουργία σε αυτήν. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Το σκεπτικό και το διατακτικό αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση τους, όχι όμως με ολική αναφορά στο διατακτικό. Αναιρεί για τον ως άνω λόγο.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1728/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Ι. , κατοίκου ... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 15117/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1623/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 24-1-2011 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσ/νίκης Α. Γ. καθώς και το υπό ημερομηνία 21-2-2011 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. , ο αναιρεσείων και ο αντίκλητος δικηγόρος του, αντίστοιχα, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 3-5-2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την υπ'αριθμό πρωτ.40/3-12-2010 αίτηση του Γ. Π. του Ι. , κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αριθμό 15117/2010 απόφασης του Α'Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1727/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Β. Κ. του Π. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά, περί αναιρέσεως της 20130/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 765/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ.1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του ΑΝ 1846/1951, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Για την καταβολή των άνω εισφορών, όταν εργοδότης είναι E.Π.E. υπεύθυνος είναι ο διαχειριστής αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 επ. του ν. 3190/1955. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ` αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Δεν αποτελεί, όμως, στοιχείο προς θεμελίωση τη αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί, και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων. Συγκεκριμένα πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας - εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως - και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε, η τυχόν ιδιότητα αυτού ως διαχειριστή σε περίπτωση εργοδότριας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.) που υποχρεούται να καταβάλει τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και ότι δεν τις κατέβαλε εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 20130/2011 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ` είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις. Δηλαδή, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, τυγχάνοντας εργοδότης και ειδικότερα διαχειριστής της επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΥΡΩΜΟΝΩΣΗ ΕΠΕ" (είδος επιχείρησης : εργασίες μόνωσης) και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 6/03 έως 3/04 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο Ι.Κ.Α. τις κατωτέρω εισφορές ποσού 183.252 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, για δε τη μη καταβολή αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ. Ειδικότερα: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για τον Ειδικό Λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης), ποσού 122.101 ευρώ, δεν κατέβαλε υπό την ανωτέρω ιδιότητα του διαχειριστή αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), ποσού 61.050 ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν υπό την ανωτέρω ιδιότητα του διαχειριστή μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Περί των ανωτέρω, ειδικότερα, δηλαδή περί του ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τα εν λόγω αδικήματα, σαφή και πειστικά κρίνονται όσα κατέθεσε ο μάρτυρας κατηγορίας (υπάλληλος του Ι.Κ.Α. που εξετάστηκε στο ακροατήριο, αυτά δε, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα). Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, παραλλήλως όμως ν' αναγνωριστεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του αρθρ. 84 παρ. 2β' ΠΚ, δεδομένου ότι, όπως περαιτέρω προέκυψε, ο ίδιος ωθήθηκε στις πράξεις του αυτές όχι από ταπεινά αίτια αλλά εξαιτίας της δυσμενούς οικονομικής του κατάστασης. Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος των δύο πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 Ν.Δ. 1160/1972, 21 παρ.11του Ν. 1902/90 σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ.1 του ΠΚ και 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από τον Ν.2113/52, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και αφού του αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών για την πρώτη πράξη και δέκα τεσσάρων μηνών για τη δεύτερη πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών η οποία και μετετράπη προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, 6/2003 έως 3/2004 (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), δεν ασκεί δε έννομη επιρροή το γεγονός ότι μόνο στο διατακτικό, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως της πράξεως η 22-1-2007, ενώ στη συνέχεια αναφέρεται το ορθό ως άνω διάστημα (6/2003 έως 3/2004), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργοδότη και διαχειριστή της επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΥΡΩΜΟΝΩΣΗ Ε.Π.Ε.", που απασχόλησε το ως άνω προσωπικό, υποχρέου, κατά νόμο, προς καταβολή των εργοδοτικών εισφορών και απόδοση των εργατικών που παρακρατήθηκαν.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τυγχάνει, αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 Κ.Π.Δ. όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 3904/21-12-2010, " αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων...." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία, σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την απαγγελία της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης ο εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου "πρότεινε να επιβληθεί στον (αναιρεσείοντα) κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών και να μετατραπεί". Το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, στη συνέχεια μετέτρεψε αυτή σε χρηματική, προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, με την αιτιολογία ότι: "από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου και από τις λοιπές περιστάσεις το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή της χρηματικής ποινής αρκεί για να τον αποτρέψει από το να τελέσει άλλες αξιόποινες πράξεις. Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση μετατροπής της ποινής σε χρηματική". Όμως η άνω αιτιολογία δεν είναι η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, όπως και σ` αυτήν αναφέρεται, δεν έγινε έρευνα προς διακρίβωση των αναγκαίων για τη μη χορήγηση της αναστολής στοιχείων ώστε να προκύψουν τα προς θεμελίωση της απορριπτικής κρίσης τυχόν αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έπρεπε να μνημονεύονται στην απόφαση για να υπάρχει αιτιολογία αυτής, κατά την εκτεθείσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, έννοια. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' Κ.Π.Δ πλημμέλειες, της ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη, ως προς τη διάταξη για τη μετατροπή της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής φυλακίσεως σε χρηματική και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το σημείο αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθμό 20130/2011 απόφαση του Α' Αυτ/ρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μόνο κατά τη διάταξη αυτής, περί μετατροπής της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, Β. Κ. του Π. , ποινής φυλακίσεως των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών σε χρηματική ποινή. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την ανωτέρω αίτηση για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή ασφαλιστικών (εργοδοτικών και εργατικών) εισφορών. Ποινική ευθύνη εργοδότη. Έννοια εργοδότη. ΚΑ. Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών από διαχειριστή Ε.Π.Ε. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πρέπει να αναφέρει η απόφαση την απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου, το χρόνο απασχολήσεως, από τον οποίο συνάγεται ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά, είδος και νομική μορφή επιχείρησης, ιδιότητα του κατηγορουμένου σ' αυτήν. Διαλαμβάνει η απόφαση την ιδιότητα του κατηγορουμένου. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση. Ποινή. Ποινής αναστολή. Προϋποθέσεις. Μετατροπή της ποινής σε χρηματική. Το Δικαστήριο δεν ερεύνησε τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής. Αν ο αναιρεσείων, είχε καταδικασθεί προηγούμενα σε ποινή υπερβαίνουσα το έτος και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναστολής, έπρεπε να αναφερθεί στην αιτιολογία. Αναιρεί ως προς την ποινή.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1725/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, Χ. Π. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Γκόνου περί αναιρέσεως της 1970/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Με πολιτικώς ενάγουσας τη Ρ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 330/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 20-12-2010, αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμό 1970/2010, απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Μυτιλήνης, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, ασκήθηκε παραδεκτά, γιατί η κατά τα άνω προσβαλλομένη απόφαση, δεν υπόκειτο σε έφεση , ως εκ του ύψους της επιβληθείσας ποινής, ήτοι φυλάκισης τριών (3) μηνών και χρηματικής ποινής οκτακοσίων (800) ευρώ, ( άρθρα 489 παρ.1 εδ. γ' σε συνδ. με 504 παρ.1 Κ.Π.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ, "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 ΠΚ) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από τον δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που κατά κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από τον δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή, στην εξύβριση ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση όπως το άτομο μη τυγχάνει από κάποιον άλλον αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας, που δηλώνει έλλειψη εκτιμήσεως του δράστη προς τον παθόντα, σχετικά με τη συνολική αξία του, ηθική και κοινωνική. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 και 2 του α.ν. 1098/1938 "περί Τύπου", οι οποίες επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο 2 του Ν. 10/1975 και οι οποίες δεν καταργήθηκαν από την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994, γιατί αυτές δεν εμπίπτουν στην έννοια της ουσιαστικής ποινικής δικονομικής διατάξεως, αλλά απλώς και μόνον προσδιορίζουν την έννοια του τύπου, του εντύπου, του δημοσιεύματος και της δημοσιεύσεως, ορίζουν ότι "Τύπος και έντυπο, επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου τούτου, είναι πάν ότι εκ τυπογραφίας ή οιουδήποτε άλλου μηχανικού ή χημικού μέσου παράγεται εις όμοια αντίτυπα και χρησιμεύει εις πολλαπλασιασμόν ή διάδοση χειρογράφων, εικόνων, παραστάσεων, μετά ή άνευ σημειώσεων ή μουσικών έργων μετά κειμένου ή επεξηγήσεων ή φωνογραφικών πλακών". "Ως δημοσίευση ενώπιον θεωρείται η διανομή, πώλησις καθώς και η εις δημόσιον μέρος ή εν δημοσία συναθροίσει ή εις μέρος προσιτόν εις το κοινόν τοιχοκόλλησις ή έκθεσις παντός εντύπου". Και "Αδίκημα του τύπου υπάρχει όταν λάβει χώραν η κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσίευσις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων που τελούνται δια του τύπου, δηλαδή των εγκλημάτων του κοινού δικαίου που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα ή από τους ειδικούς ή ποινικούς νόμους και τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωσή τους (Ολ.ΑΠ 759/88), δεν αρκεί να συντρέχει το στοιχείο του εντύπου, όπως εννοιολογικώς προσδιορίζεται από το ως άνω άρθρο 1 του α.ν. 1092/1938, αλλά προσαπαιτείται και η δημοσίευσή του, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου θεωρείται ότι υπάρχει όταν συντελεσθεί η διανομή, πώληση του εντύπου, καθώς και η τοιχοκόλληση ή έκθεση αυτού σε δημόσιο μέρος ή σε δημόσια συνάθροιση ή σε μέρος προσιτό στο κοινό.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για εξύβριση αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.1970/2010 απόφασή του, το Τριμελές Πλημ/κείο Μυτιλήνης, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, εξυβρίσεως διά του τύπου, κατά μεταβολή της κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών και χρηματική ποινή 800 ευρώ, ανασταλείσα, (η ποινή φυλακίσεως) επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά από την επίδικη αφίσα που θεωρήθηκε στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο σε συνδυασμό και με την απολογία της κατηγορουμένης, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη στη … στις 8/12/2009 προσέβαλε την τιμή άλλου και συγκεκριμένα αφού εκτύπωσε με τη χρήση του εκτυπωτή φωτογραφία της παθούσας-εγκαλούσας Ρ. Κ. του Γ., στην οποία είχε προσθέσει το κείμενο "Μια σάπια ΠΣΩΛΟΑΡΠΑΧΤΡΑ είσαι και αυτό θα μείνεις σε όλη σου τη ζωή όλες οι πραγματικές πουτάνες του κόσμου να μαζευτούν δεν θα φτάσουν ΠΟΤΕ την ΠΟΥΤΑΝΙΑ, την ΨΕΥΤΙΑ, την ΚΑΚΙΑ και την ΖΗΛΙΑ που κρύβεις ΜΕΣΑ ΣΟΥ", ακολούθως δε ανήρτησε αυτήν την αφίσα σε πλείστα σημεία της πόλεως … . Το ανωτέρω κείμενο και δη η χρήση του χαρακτηρισμού "πουτάνα", όπως σαφώς προκύπτει από το όλο κείμενο και τους λοιπούς συναφείς χαρακτηρισμούς που περιέχονται σε αυτό, δεν είχε μεν το νόημα ότι η παθούσα μετερχόταν την πορνεία προς πορισμό εισοδήματος, δηλαδή δεν απέδιδε προς αυτήν ορισμένο πραγματικό γεγονός, αλλά εκφερόταν υπό τύπο μομφής ως προς το ήθος και την εν γένει προσωπικότητα της παθούσας, όπως και οι λοιποί υβριστικοί και υποτιμητικοί χαρακτηρισμοί του κειμένου, γνώση των οποίων έλαβε αόριστος αριθμός των πολιτών της …, καθώς και ο οικογενειακός και φιλικός περίγυρος της παθούσας. Η πράξη επομένως που τελέστηκε με την κατάρτιση και τοιχοκόλληση της εν λόγω αφίσας είναι μόνον αυτή της εξύβρισης, η οποία αφορά όλο το ανωτέρω υβριστικό κείμενο και όχι μόνον τη φράση "σάπια πσωλοαρπάχτρα" και συνεπώς, αφού πρώτα χαρακτηρισθεί ορθά η ένδικη πράξη ως εξύβριση, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη γι' αυτήν η κατηγορούμενη, η οποία προέκυψε ότι ήταν δράστιδα αυτής. Στην τελευταία κρίση το Δικαστήριο οδηγείται από την εκτίμηση των ακολούθων στοιχείων που προέκυψαν από τη διαδικασία, ήτοι ότι α) η εν λόγω φωτογραφία της αφίσας είχε τραβηχθεί με τη φωτογραφική μηχανή της κατηγορουμένης κατά τη διάρκεια εκδρομής που είχαν κάνει στο ... στις 28/10/2009 η παθούσα, η εγκαλούσα και άλλοι φίλοι τους και ήταν συνεπώς στη διάθεσή της και β) ότι μεταξύ των δυο τους είχε εκδηλωθεί ανταγωνισμός για την διεκδίκηση της συντροφιάς κοινών νεαρών τους φίλων με τα ονόματα "Π." και "Β.", ο οποίος είχε κορυφωθεί στις 4/12/2009, οπότε η κατηγορουμένη είχε αξιώσει από την εγκαλούσα να πάψει τη συναναστροφή με τους εν λόγω φίλους της, και καβγαδίσανε. Τέλος, χαρακτηριστικό ως προς τη σύνδεση των ενδίκων εκφράσεων με την ανωτέρω διαμάχη, είναι ότι αυτές περιγράφουν ένα πρόσωπο με δόλια, φθονερή και υστερόβουλη συμπεριφορά και χωρίς ενδοιασμούς ως προς την επιδίωξη σεξουαλικών απολαβών, δηλ. παρίστανται πρόσφορες να εκφράσουν τη θέση της κατηγορουμένης στην μεταξύ αυτής και της εγκαλούσας διαμάχη, αφού η κατηγορουμένη θεωρούσε για την εγκαλούσα ότι αυτή, με απαράδεκτο κατά την άποψή της τρόπο, επιχειρούσε να προσεταιριστεί τη συντροφιά των αγοριών. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης περί δυνατότητα προσβάσεως στην εν λόγω φωτογραφία ευρύτερου αριθμού προσώπων, διότι η πρόσβαση στη συγκεκριμένη φωτογραφία δεν είναι το μόνο κρίσιμο για την κατάφαση της ενοχής της στοιχείο, και το ενδεχόμενο ευρύτερης πρόσβασης στη φωτογραφία, και αληθές αν είναι, δεν αρκεί για να δημιουργήσει αμφιβολία με βάση τη σκέψη ότι και κάποιος άλλος θα μπορούσε να κατασκευάσει την επίμαχη αφίσα, ενόσω δεν προκύπτει ότι και κάποιος άλλος είχε λόγο να επιθυμεί τον τραυματισμό της ζωής της εγκαλούσας με αναφορές στη συμπεριφορά της απέναντι στο άλλο φύλο.
Ενόψει του ότι η κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη για όλα τα περιστατικά που της αποδίδονται, παρότι αυτά χαρακτηρίζονται ορθότερα ως στοιχειοθετούντα μία και μόνη πράξη εξυβρίσεως, δεν πρέπει στο διατακτικό να περιληφθεί απαλλακτική διάταξη ως προς την κατ' όνομα διωχθείσα πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως, αφού η κατηγορουμένη καταδικάζεται γι' αυτήν, αν και υπό άλλο νομικό χαρακτηρισμό. Στο διατακτικό δέχθηκε τα εξής: "Κηρύσσει την κατηγορούμενη ένοχη για την πράξη της εξύβρισης δια του τύπου κατ' επιτρεπτή μεταβολή του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα, του ότι: Στη … στις 8/12/2009 προσέβαλε δια της καταρτίσεως, αναπαραγωγής και κυκλοφορίας εντύπου την τιμή άλλου και συγκεκριμένα αφού εκτύπωσε με τη χρήση εκτυπωτή φωτογραφία της παθούσας-εγκαλούσας Ρ. Κ. του Γ., στην οποία είχε προσθέσει το κείμενο "Μια σάπια ΠΣΩΛΑΟΑΡΠΑΧΤΡΑ είσαι και αυτό θα μείνεις σ' όλη σου τη ζωή όλες οι πραγματικές πουτάνες του κόσμου να μαζευτούν δεν θα φτάσουν ΠΟΤΕ την ΠΟΥΤΑΝΙΑ. την ΠΟΝΗΡΙΑ, την ΨΕΥΤΙΑ, την ΚΑΚΙΑ και την ΖΗΛΙΑ που κρύβεις ΜΕΣΑ ΣΟΥ", ακολούθως ανήρτησε αυτήν ως αφίσα σε πλείστα σημεία της πόλεως …, κοινοποιώντας το περιεχόμενό της, που ήταν προσβλητικό για την τιμή της εγκαλούσας, σε αόριστο αριθμό κατοίκων της πόλεως." Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο Μυτιλήνης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως δια του τύπου, για την οποία καταδικάσθηκε η κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα, κατά μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, των άρθρων 361 παρ.1, σε συνδυασμό προς το άρθρο μόνο του Ν. 2243/1994. Ειδικότερα, παρέθεσε στην απόφασή του τα εξυβριστικά, για την εγκαλούσα, γεγονότα που περιλαμβάνοντο στο άνω έντυπο ήτοι αφίσα, (φωτογραφία συνοδευόμενη από κείμενο), η οποία εκτυπώθηκε σε χαρτί και παράχθηκε σε όμοια με το πρωτότυπο αντίτυπα και αναρτήθηκε - τοιχοκολλήθηκε σε πολλά σημεία της πόλης της …, όπου υπήρχε πρόσβαση του κοινού. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται γιατί οι άνω χαρακτηρισμοί είναι εξυβριστικοί για την εγκαλούσα. Επομένως, ο σχετικός χωρίς αριθμό, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, κατά το σκέλος αυτό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 368 παρ. 1 του Π.Κ, στις περιπτώσεις των άρθρων 361, 362, 363, 364 και 365 η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του Π.Κ., κατά την οποία "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της", προκύπτει ότι η έγκληση πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε ορισμένο χρόνο, η άπρακτη παρέλευση του οποίου οδηγεί, προκειμένου περί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως. Η ύπαρξη της εγκλήσεως συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση για την έγκυρη γένεση της ποινικής δίκης και η υποβολή της ή μη, για τα εγκλήματα που διώκονται κατ' έγκληση, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Έτσι, όταν πρόκειται για έγκλημα που διώκεται κατ' έγκληση, όπως είναι και η πράξη της εξύβρισης (άρθρο 361 ΠΚ), η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, κατά τα ήδη εκτεθέντα, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνει και το χρόνο που ο εγκαλών έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του υπαιτίου ή κάποιου από τους συμμέτοχους της. Αυτό όμως μόνον όταν η έγκληση έχει υποβληθεί μετά την παρέλευση της τρίμηνης εκ της αναφερόμενης διατάξεως (του άρθρου 117 παρ. 1 Π.Κ.) προθεσμίας από την τέλεση της πράξεως, προκειμένου να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της εγκλήσεως. Γιατί αν η έγκληση έχει υποβληθεί μέσα στην αναφερόμενη τρίμηνη προθεσμία, αυτή είναι οπωσδήποτε εμπρόθεσμη έστω και εάν υποβλήθηκε κατά αγνώστου δράστη ώστε και στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν γεννάται ζήτημα γνώσεως της τελέσεως της πράξεως από μέρους του δικαιούμενου να υποβάλλει την έγκληση (ΑΠ 1795/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως χρόνος τελέσεως της πράξεως, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, φέρεται η 8-12-2009 και η υποβολή της εγκλήσεως αρχικά κατά αγνώστου δράστη, (όπως προκύπτει από την επισκόπηση της έγκλησης) έλαβε χώρα στις 25-2-2010. Επομένως αυτή είναι εμπρόθεσμη αφού υποβλήθηκε μέσα στην ως άνω τρίμηνη προθεσμία και δεν γεννάται ζήτημα γνώσεως της τελέσεως της πράξεως από μέρους της δικαιούμενης να υποβάλλει την έγκληση, εγκαλούσας, σύμφωνα και με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν αλλά και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία για να δικαιολογηθεί το εμπρόθεσμο της υποβολής της εγκλήσεως. Επομένως, ο σχετικός, επίσης χωρίς αριθμό, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, λόγω μη απόρριψης της έγκλησης ως εκπρόθεσμης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, και κατά το σκέλος αυτό. Κατ' ακολουθία, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2010 αίτηση της Χ. Π. του Η. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.1970/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Μυτιλήνης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εξύβριση δια του Τύπου. Πραγματικά περιστατικά. Εξύβριση της εγκαλούσας με εκτύπωση φωτογραφίας της με εξυβριστικές φράσεις και ανάρτησή της σε πολλά σημεία της πόλης. Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πλήρως αιτιολογημένη η απόφαση. Ισχυρισμός περί εκπρόθεσμης υποβολής έγκλησης. Αν η έγκληση υποβληθεί μέσα στην τρίμηνη προθεσμία είναι εμπρόθεσμη και δεν γεννάται θέμα γνώσεως της τελέσεως της πράξεως από μέρους του δικαιουμένου να υποβάλλει την έγκληση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1724/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Σταμούλας Ψύχα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 92, 93, 94, 95, 96, 97, 97α και 98/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά, με συγκατηγορούμενους τους: 1.Β. Γ. του Ε. και 2.Δ. Λ. του Τ.. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1060/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 12-10-201 αποδεικτικό του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά Γ. Γ. περί επιδόσεως με θυροκόλληση στον αναιρεσείοντα στην αναγραφόμενη στην αίτηση αναιρέσεως διεύθυνση κατοικίας του της υπ' αριθμό 1060/30.9.2011 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και από το από 6-10-2011 αποδεικτικό της Επιμελήτριας Δικαστηρίων Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Α. Σ. περί επιδόσεως με θυροκόλληση στον ορισθέντα ως αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος αντιγράφου της ως άνω κλήσεως του ιδίου Εισαγγελέα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.9.2011 υπ' αριθμό εκθέσεως 4/2011 αίτηση του Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 92, 93, 94, 95, 96, 97, 97α και 98/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1719/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα ---
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 3030/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με κατηγορούμενο τον Γ. Χ. του Λ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Χριστολουκά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Ιουνίου 2011 και με αριθμό "23" έκθεσή του αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 677/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004,(αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 25, στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των ΔΣ, στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές. Τέλος, κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών, που ήσαν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ. Εξάλλου, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, είτε όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν εκθέτει καθόλου ή εκθέτει ελλιπώς ή κατά τον τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν τη συνδρομή όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος που του αποδίδεται, είτε όταν δεν αιτιολογεί καθόλου ή με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση 3030/2011, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Γ. Χ. της αποδιδόμενης σ'' αυτόν πράξης της παράβασης του άρθρου 25 Ν.1882/1990, όπως ισχύει, κατ' εξακολούθηση, για την οποία είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως με τη 1688/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, με την εξής αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΟΥΑ ΤΕΡΕΡ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά το χρονικό διάστημα από 10.12.2002 μέχρι και 23.4.2006 και επομένως στα επιμέρους χρονικά διαστήματα βεβαίωση των ως άνω οφειλών της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας στο Δημόσιο 28.4.2006 και 30.6.2006 και στα επιμέρους χρονικά διαστήματα τέλεσης των επιμέρους αποδιδόμενων σ'αυτόν αξιόποινων πράξεων φοροδιαφυγής ήτοι (28.4.2006 + 4 μήνες=)29.8.2006 και (30.6.2006 + 4 μήνες=)1.11.2006.
Συνεπώς, οι νόμιμες προθεσμίες καταβολής των χρεών στο Δημόσιο, που αναφέρονται στο κατηγορητήριο της ως άνω ανώνυμης εταιρείας είναι οι: α) 29.8.2006 και β) 1.11.2006. Όμως, ο κατηγορούμενος από 24.4.2006 δεν είναι πλέον Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ΔΣ της ανώνυμης αυτής εταιρείας της οποίας τα επιμέρους προαναφερόμενα χρέη στο Δημόσιο βεβαιώθηκαν και κατέστησαν απαιτητά και ληξιπρόθεσμα στο χρονικό διάστημα από 29.8.2006 μέχρι 1.11.2006 και που ανάγονται σε χρονικά διαστήματα που ο κατηγορούμενος δεν ήταν πλέον Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Δ.Σ. της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας και επομένως, ενόψει όσων εκτίθενται στην παραπάνω μείζονα σκέψη, επειδή ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να είναι ενεργητικό υποκείμενο των αναφερόμενων στο κατηγορητήριο επιμέρους πράξεων μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, γενομένου ως κατ'ουσίαν βάσιμου του σχετικού του αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να κηρυχθεί αθώος, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό". Με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτείται από το άρθρο 93 παρ.1 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ. Τούτο γιατί, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναφέρονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που να δικαιολογούν το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος σύμφωνα με τις παραδοχές, ενώ, είχε την ιδιότητα του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου της, με την επωνυμία "ΑΚΟΥΑ ΤΕΡΕΡ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", εταιρείας, κατά το χρονικό διάστημα από 10-12-2002 έως 23-4-2006, έπαυσε να διατηρεί τις πιο πάνω ιδιότητες, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι αυτόν της βεβαίωσης των επίδικων χρεών προς το ελληνικό δημόσιο και συγκεκριμένα από 28-4-2006 έως 30-6-2006. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται μόνο στο γεγονός ότι τα επίδικα χρέη που βεβαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 29-8-2006 έως 1-11-2006, ο αναιρεσείων δεν είχε την παραπάνω ιδιότητες, χωρίς όμως, να αιτιολογείται η χρονική αφετηρία από την οποία αυτός έπαυσε να έχει τις πιο πάνω ιδιότητες, και κυρίως η αιτία ενόψει των αρχών της δημοσιότητας, που διέπουν τη συγκεκριμένη ανώνυμη εταιρεία, ως προς τις έναντι των τρίτων υποχρεώσεις της. Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από το υπ' αριθμ. 11757/30-9-2009 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, προκύπτει ότι την 29-9-2009 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών το από 17-4-2006 πρακτικό Γενικής Συνέλευσης, καθώς και το από 24-4-2006 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΟΥΑ ΤΕΡΕΡ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", σύμφωνα με το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα το νέο διοικητικό συμβούλιο της, στο οποίο δεν συμμετείχε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος. Μέχρι λοιπόν, τη δημοσίευση του την 30-9-2009, στο ΦΕΚ με αριθμό 11757, ο τελευταίος διατηρούσε τις πιο πάνω εταιρικές ιδιότητες του Προέδρου και του Διευθύνοντος συμβούλου. Έτσι, στέρησε την απόφαση του της απαιτούμενης αιτιολογίας, αφού με τις παραδοχές που δέχθηκε, δεν καθίστατο σαφές γιατί ο αναιρεσείων έπαυσε να είναι το ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος, με συνέπεια να παραβιάζεται εκ πλαγίου η παραπάνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και να στερείται η απόφαση της νόμιμης βάσης.
Ενόψει των παραπάνω, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ μοναδικοί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3030/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αθωωτική απόφαση για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με το ενεργητικό του εγκλήματος υποκείμενο και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμοι. Δέχεται αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1718/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαϊρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κορμπάκη περί αναιρέσεως της 209/2011 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Λαμίας. Με συγκατηγορούμενο τον Χ. Μ. του Μ..
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1051/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 235 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 2802/2002, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, αντικειμενικώς, εκτός από την ιδιότητα του δράστη, ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263 Α' ΠΚ, και η εκ μέρους αυτού απαίτηση ή λήψη δώρων ή άλλων ανταλλαγμάτων ή αποδοχή υποσχέσεως προς παροχή τέτοιων ανταλλαγμάτων ή ωφελημάτων οποιασδήποτε φύσεως, τα οποία δεν δικαιούται, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για ενέργεια ή παράλειψη μελλοντική και όχι τελειωμένη, η οποία ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητας του και ανάγεται στην υπηρεσία του ή αντίκειται στα καθήκοντα του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διαταγές και οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Υποκειμενικούς δε, απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, των ανωτέρω θεμελιωτικών της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος περιστατικών και τη θέληση να απαιτήσει, λάβει τα πιο πάνω οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα ή αποδεχθεί υπόσχεση παροχής αυτών, με περαιτέρω σκοπό (η πραγματοποίηση του οποίου δεν απαιτείται για την τυπική τέλεση του εγκλήματος) να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητας του και ανάγεται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα ή αντίκειται σε αυτά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικό περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί ως αληθινά, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το Λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λαμίας που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και κατ' είδος μνημονεύει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα "Ο πρώτος κατηγορούμενος (αναιρεσείων, Σ. Σ. του Κ.), όντας υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α' του ΠΚ, και μάλιστα της Διεύθυνσης Τουρισμού Στερεάς Ελλάδας ζήτησε και έλαβε για τον εαυτό του χρηματικά ωφελήματα, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια, που ανάγεται στα καθήκοντά του και ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέσχε (μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Χ. Μ. του Μ.), παρέσχε σε αυτόν (πρώτο κατηγορούμενο), με την ως άνω ιδιότητά του (του υπαλλήλου), άμεσα και για τον εαυτό του Χρηματικά ωφελήματα, προκειμένου ο εν λόγω υπάλληλος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, να προβεί σε ενέργεια, που ανάγεται στα καθήκοντα του. Πιο συγκεκριμένα, την 28-11-2003, ο δεύτερος κατηγορούμενος, μετέβη στην υπηρεσία όπου υπηρετούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, όπου υπέβαλε αίτηση για έγκριση καταλληλότητας οικοπέδου. Ο πρώτος κατηγορούμενος πρωτοκόλλησε την αίτηση αλλά δεν προχώρησε όπως όφειλε στη διεκπεραίωση ούτε ζήτησε από τον έτερο να προσκομίσει τα απαιτούμενα παράβολα αλλά, αντ' αυτού ζήτησε από αυτόν χρήματα για να αγοράσει ο ίδιος παράβολα, απαιτώντας από αυτόν το ποσό των 192 ευρώ ενώ το απαιτούμενο παράβολο κόστιζε μόνο 100 ευρώ και απέκρυψε τον φάκελο αυτόν. Τον Φεβρουάριο του 2004 τηλεφώνησε στον προϊστάμενο του πρώτου κατηγορουμένου και πρώτο μάρτυρα, υπάλληλος ιδιωτικής επιχείρησης με την επωνυμία ..., ονόματι Γ., ρωτώντας για την τύχη του φακέλου του δευτέρου κατηγορουμένου. Ο εν λόγω διευθυντής δεν γνώριζε την υπόθεση, διότι αυτή δεν είχε προσκομιστεί στο γραφείο του για να χρεωθεί σε υπάλληλο, όπως έπρεπε κατά τον κανονισμό της υπηρεσίας, κατά τα προεκτεθέντα. Αναζητώντας τον φάκελο βρήκε ότι ήταν καταχωρημένη η υπόθεση στο πρωτόκολλο. Αρχίζοντας ανεπίσημη έρευνα διαπίστωσε ότι τα γράμματα στο πρωτόκολλο ήταν του πρώτου κατηγορούμενου. Κληθείς ο εν λόγω υπάλληλος δεν αρνήθηκε ότι παρέλαβε τον φάκελλο, πλην δικαιολογήθηκε ψευδώς ότι τον είχε χρεώσει, μόνος του στον συνάδελφο του Α. Γ.. Ο τελευταίος, όμως, το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Τελικά, μετά από πιέσεις, ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε τον φάκελο στον εν λόγω διευθυντή του την 16-2-2004. Ήδη, όμως, προηγουμένως την ίδια ημέρα, είχε ενημερωθεί από τον εν λόγω διευθυντή ο δεύτερος κατηγορούμενος για το ότι ο φάκελός του αναζητιόταν από την υπηρεσία και γίνονταν έρευνες επί της υπό κρίση υποθέσεως. Έτσι, από αυτόν έμαθε και ο πρώτος κατηγορούμενος ότι διεξαγόταν έρευνα, Σε κάθε περίπτωση από την απευθείας επαφή του με τον διευθυντή του και από τον πολύ επίμονο τρόπο με τον οποίο αυτός απαίτησε την ανεύρεση του φακέλου, ο πρώτος κατηγορούμενος, κατάλαβε ότι η υπόθεση θα έπαιρνε μεγάλη έκταση και θα αναζητιόντουσαν ευθύνες. Κατόπιν αυτών, στις 20-2-2004, κλήθηκε στην εν λόγω υπηρεσία ο διοικούμενος, δεύτερος κατηγορούμενος, και ενημερώθηκε προς συμπλήρωση του φακέλου με τα ελλείποντα δικαιολογητικά και παράβολα. Ο τελευταίος, αποκάλυψε τότε προφορικά στον εν λόγω διευθυντή ότι ο πρώτος κατηγορούμενος του είχε ζητήσει το ποσό των 1000 ευρώ., προκειμένου να προωθήσει την υπόθεση του, πλην μετά από διαπραγματεύσεις δέχθηκε και πήρε το ποσό των 500 ευρώ προς τούτο. Πράγματι, από το αποδεικτικό είσπραξης της ΕΤΕ με ημερομηνία 8-12-2003, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος κατέβαλε στον πρώτο το ως άνω ποσό. Έτσι, εξηγείται λοιπόν, για ποιόν λόγο ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αποκρύψει και δεν είχε προωθήσει τον φάκελο, δηλαδή για να αποσπάσει χρήματα από τον κατηγορούμενο. Για τον λόγο αυτόν δεν ευσταθούν και οι δικαιολογίες που προέβαλε, ότι δήθεν η υπόθεση αυτή ήταν τέτοιας ποιότητος, που δεν θα μπορούσε παρά να διεκπεραιωθεί αυτή εντός λίγου χρόνου. Τούτο, λοιπόν, δεν ευσταθεί, εφόσον ο φάκελος δεν είχε διεκπεραιωθεί όπως έπρεπε αλλά είχε αποκρύβει, όντας ελλιπής, οπότε ο πρώτος κατηγορούμενος μπορούσε να παρουσιάζει στον διοικούμενο ότι η υπόθεση ήταν δυσχερής, όπως και έκανε, και έπρεπε να του προσφέρει δώρα, ώστε να προωθηθεί η υπόθεση του. Μετά ταύτα, ο εν λόγω διευθυντής Ν. Α. ζήτησε από τον δεύτερο κατηγορούμενο να καταγγείλει εγγράφως όσα προφορικά είπε.
Αυτός επιφυλάχθηκε στην αρχή και μετά, μεταμεληθείς αρνήθηκε, και αποχώρησε άπρακτος. Ό κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το ποσό αυτό του καταβλήθηκε λόγω δανείου. Προς απόδειξη τούτου προσκομίζει αποδεικτικό είσπραξης της Alpha Bank, με ημερομηνία 19-2-2004, από το οποίο αποδεικνύεται ότι του απέδωσε το ποσό των 600 ευρώ. Ερωτηθείς για τη σχέση του με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι δεν τον γνώριζε παρά μόνο από την εν λόγω υπηρεσιακή τους σχέση. Δεν το μπόρεσε όμως να δικαιολογήσει πώς βρήκε το τηλέφωνο του δευτέρου κατήγορου μενού, δέκα ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης που του τηλεφώνησε κατά τους δικούς του ισχυρισμούς, δεδομένου ότι ο φάκελος είχε απωλεσθεί, κατά τα άνω. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε ότι είχε μεγάλη ανάγκη τα χρήματα αυτά, διότι όφειλε 2.800 ευρώ και εκπλειστηριαζόταν το σπίτι του. Πλην, καμία έγγραφη απόδειξη δεν προσκόμισε προς τούτο, οπότε είναι εμφανές ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ψευδής. Εξάλλου, η ενεργεία του αυτή προς επιστροφή του δώρου έλαβε χώρα ακριβώς μετά την κλήση του από τον διευθυντή του προς ανεύρεση του φακέλου και τις αποχρώσες ενδείξεις που είχε ήδη ότι θα διεξαγόταν πρειθαρχική έρευνα και θα αναζητιόντουσαν για την αιτία αυτή ευθύνες, κατά τα προαναφερθέντα.
Από όλα τα ανωτέρω σαφώς και χωρίς καμία αμφιβολία αποδεικνύεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο προαναφερθείς ισχυρισμός του, περί συνάψεως σύμβασης δανείου.
Συνεπώς, το ποσό αυτό δόθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο στον πρώτο ως δώρο, προκειμένου να προωθηθεί η υπόθεση του, υπό τις προεκτεθείσες ανωτέρω προϋποθέσεις." Στη συνέχεια, το πιο πάνω Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της παραπάνω αξιόποινης πράξης και ειδικότερα, του ότι: "Στη Λαμία ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Σ. με την ιδιότητα του ως υπαλλήλου της Διεύθυνσης Τουρισμού Στερεάς Ελλάδας κατά παράβαση των καθηκόντων του ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό του ωφελήματα προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντα του και συγκεκριμένα, στις αρχές Δεκεμβρίου 2003, ζήτησε κατά παράβαση του καθήκοντος του από τον δεύτερο κατηγορούμενο Μ. Χ. το ποσό των χιλίων ευρώ προκειμένου να προωθήσει και διεκπεραιώσει τον ελλιπή ως προς τα δικαιολογητικά φάκελο περί έκδοσης αδείας καταλληλότητας του παραλιακού οικοπέδου του στην ... και έλαβε από αυτόν το ποσό των πεντακοσίων ευρώ για τον ανωτέρω λόγο". Μετά από αυτά, επέβαλλε στον άνω κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διάλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 α', 18 εδ. β', 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 235 παρ. 1 ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως με αριθμό 209/2011 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Λαμίας, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία β'κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νομό, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, προσδιορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση τα κατά νόμο αναγκαία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της παραπάνω αξιόποινης πράξης της παθητικής δωροδοκίας, που δικαιολογούν την εφαρμογή των πιο πάνω αναφερομένων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και τα απαραίτητα κατά το νόμο στοιχεία, που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμό της, από δόλο κατά τα άνω συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του αξιόποινου αποτελέσματος του χρηματισμού του, συγκεκριμένα δε, προσδιορίζεται στην απόφαση η ιδιότητα αυτού ως υπαλλήλου κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 13 α' του ΠΚ, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, η απαίτηση και λήψη από αυτόν ωφελημάτων, που δεν δικαιούτο, κατά παράβαση των καθηκόντων του, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια μελλοντική, που ανάγεται στα καθήκοντά του όπως αυτά διαγράφονται από το νόμω, τους υπηρεσιακούς κανονισμούς της Υπηρεσίας του, καθώς και τις διαταγές και οδηγίες των προϊσταμένων και προκύπτουν από τη φύση της Υπηρεσίας του, δηλαδή, της Διεύθυνσης Τουρισμού Στερεάς Ελλάδας, η οποία είχε αρμοδιότητα προς χορήγηση άδειας καταλληλότητας οικοπέδου για να οικοδομηθεί σε αυτό ξενοδοχειακή μονάδα στους Νομούς Βοιωτίας και Ευβοίας, καθώς και ο δόλος του κατηγορουμένου, αφού η απαίτηση και η αποδοχή των ωφελημάτων, δηλαδή των χιλίων (1000) ευρώ, έγινε εν γνώσει ότι τα αξίωσε ως υπάλληλος, και μάλιστα για πράξη που ανάγεται στην υπηρεσία του. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και προσπαθεί να δώσει εντελώς διαφορετική διάσταση στο θέμα, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για δάνειο από το συγκατηγορούμενό του ποσού 500 ευρώ και επιστροφής του, το οποίο του είχε χορηγήσει κατά το παρελθόν, ήτοι στις 8-12-2003, δηλ. μόλις δέκα (10) περίπου ημέρες μετά την κατάθεση στην υπηρεσία του, της απαίτησης, ο συγκατηγορούμενός του. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός, είναι εντελώς αβάσιμος, όπως έτσι σωστά, με πλήρη αιτιολογία, έγινε δεκτό και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Άλλωστε ο ισχυρισμός ότι η πράξη για την οποία έλαβε τα χρήματα ο αναιρεσείων, κείται πέραν των καθηκόντων της υπηρεσίας του, αποτελεί άρνηση της κατηγορίας και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, με ειδική αιτιολογία. Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 235 ΠΚ, προβάλλοντας την αιτίαση ότι τα προκύψαντα από τις αποδείξεις πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν την αντικειμενική υπόσταση. Επίσης, ούτε την υποκειμενική υπόσταση του από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενου και τιμωρούμενου εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας, είναι αβάσιμος. Επίσης, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την αυτή απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλλοντας την αιτίαση ότι κατά το χρόνο της πράξης ουδεμία αρμοδιότητα είχε, παρά μόνο την ικανότητα και τα προσόντα για τη διεκπεραίωση του φακέλου του συγκατηγορουμένου του καθώς και ότι το δικάσαν Εφετείο, χωρίς τη δέουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, την κατάθεση του 2ου μάρτυρα κατηγορίας, Δ. Α., επίσης δε, και ο δεύτερος συναφής με τον τρίτο, λόγος του αναιρετηρίου, ότι αυθαίρετα και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δικάσαν δικαστήριο έκανε δεκτό ότι η απόκρυψη του φακέλου τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το χρηματισμό του, είναι αβάσιμος, για τους προεκτεθέντες λόγους. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεύτερος και τρίτος, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρώτος λόγος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Σεπτεμβρίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7072/2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 209/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Λαμίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παθητική δωροληψία (235 ΠΚ). ορθή καταδίκη και πλήρης αιτιολογία για παθητική δωροληψία του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος απαίτησε από τον παθόντα συγκατηγορούμενό του το ποσό των 1.000 €, προκειμένου να προωθήσει και διεκπεραιώσει τον ελλιπή ως προς τα δικαιολογητικά φάκελο περί έκδοσης άδειας καταλληλότητας του παραλιακού οικοπέδου του και έλαβε από αυτόν το ποσό των 500 €, για τον ανωτέρω λόγο. Απορρίπτει λόγους αιτήσεως αναίρεσης για μη ορθή του νόμου εφαρμογή και έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1726/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στην 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μικρουλέα περί αναιρέσεως της 18983/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης .
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 487/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ". Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, μεταξύ άλλων το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, από το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές στα δέκα χιλιάδες ( 10.000) Ευρώ.
Επομένως, με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 3220/2004 μεταβλήθηκε ο χρόνος τελέσεως, ο τρόπος υπολογισμού της παραγραφής και εισήχθη η ενιαία αντιμετώπιση των χρεών όσον αφορά το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ και στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βάσιμη οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις (τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ενώ οι ποινές υπολογίζονται με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους παρακρατούμενοι ή εισπραττόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.), ενώ αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 18983/2010 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ` εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε κατά το διάστημα από 1-8-2004 έως 1-12-2008, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Ο κατηγορούμενος ενεργώντας με πρόθεση στη Θεσσαλονίκη, την 1-8-2004, την 1/9/2004, την 1/6/2005, την 30/11/2005, την 29/8/2006, την 1/5/2008, την 1/9/2008 και την 1/12/2008 με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση ιδίου εγκλήματος καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες οικονομικές Υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα καθυστέρησε την καταβολή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών των ακολούθως αναφερομένων χρεών που ήταν ληξιπρόθεσμα και βεβαιωμένα σε βάρος του στη Δ.Ο.Υ. Α' Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το συνημμένο πίνακα, όπως αυτά προσδιορίζονται κατά οφειλόμενο κεφάλαιο και προσαυξήσεις, κατά αιτία οφειλής, τρόπο καταβολής και ημερομηνία λήξης α' δόσης ή εφάπαξ, καθώς και κατά αριθμό και ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης του προϊσταμένου της ως άνω Υπηρεσίας. Συγκεκριμένα τα οφειλόμενα χρέη είναι τα ακόλουθα: ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ ΣΥΝΟΛΟ: ΔΕΚΑ ΠΕΝΤΕ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΟΚΤΑΚΟΣΙΕΣ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΡΕΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΠΤΑΚΟΣΙΑ ΕΠΤΑ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΤΡΙΑ ΛΕΠΤΑ. Η κρίση του δικαστηρίου για όλα τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την εξακολουθητική παράνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου στηρίζεται αφενός στις λεπτομερείς καταθέσεις των μαρτύρων Κ. Α. και Τ. Ε., εφοριακών οι οποίες έχουν άμεση αντίληψη επί της υπόθεσης, καθώς και στο περιεχόμενο όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων, στοιχεία αποδεικτικά που καταδεικνύουν την αιτία δημιουργίας των τεραστίων σε ύψος χρεών του κατηγορουμένου... γι' αυτό αφού απορριφθούν ως αβάσιμοι οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί του περί άγνοιας και μη ουσιώδους ανάμειξης σε παράνομες δραστηριότητες της ατομικής του επιχείρησης, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως η πράξη του αποδίδεται".
Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 § 1, 2 Ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 § 1 Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ο αναιρεσείων, ειδικότερα, αιτιάται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας γιατί δεν προκύπτει ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος, που στοιχειοθετεί την ποινική του ευθύνη, στις με Α/Α 9, 10, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25 και 26 περιπτώσεις του πίνακα χρεών, ο οποίος ενσωματώθηκε στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, γιατί ενώ στις περιπτώσεις αυτές, το χρέος φέρεται βεβαιωθέν σε δόσεις πλείονες της μίας, ως χρόνος τέλεσης του αδικήματος φέρεται η πάροδος τετραμήνου από την καθυστέρηση της πρώτης δόσεως ενώ για τις λοιπές δόσεις δεν αναφέρεται το ληξιπρόθεσμό τους και συνακόλουθα ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος ως προς αυτές. Οι παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμες, για τους εξής λόγους. Η διάταξη του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, αναφορικά με το χρόνο τελέσεως του εν λόγω ποινικού αδικήματος, όπως στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, προβλέπει ότι είναι εκείνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, άσχετα αν η καταβολή του χρέους γίνεται εφάπαξ ή με δόσεις στην τελευταία δε περίπτωση, της καταβολής με δόσεις, χρόνος τέλεσης είναι εκείνος, της παρέλευσης τετραμήνου από την καταβολή της πρώτης δόσης. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, των επί μέρους με Α/Α (9 και 10) χρεών (σε δόσεις), η πρώτη δόση έπρεπε να καταβληθεί την 29-7-2005 , συνεπώς ο χρόνος συμπληρώσεως του τετραμήνου, οπότε αρχίζει η ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος είναι η 30-11-2005 και εντεύθεν, των επί μέρους με Α/Α (19, 20, 21 και 22) χρεών (σε δόσεις), η πρώτη δόση, έπρεπε να καταβληθεί την 28-4-2006, συνεπώς ο χρόνος συμπληρώσεως του τετραμήνου, οπότε αρχίζει η ποινική του ευθύνη είναι η 29-8-2006 και εντεύθεν, των επί μέρους με Α/Α (23,24,25 και 26) χρεών (σε δόσεις), η πρώτη δόση, έπρεπε να καταβληθεί την 31-12-2007, συνεπώς ο χρόνος συμπληρώσεως του τετραμήνου, οπότε αρχίζει η ποινική του ευθύνη είναι η 30-4-2008 και εντεύθεν. Αφού επομένως κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ως χρόνος καταβολής της πρώτης δόσης των παραπάνω χρεών, κατά τις ως άνω διακρίσεις, φέρεται η 29-7-2005, η 28-4-2006 και η 31-12-2007, ορθά αναφέρεται ως χρόνος τέλεσης της παραπάνω αξιόποινης πράξης και μάλιστα τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό αυτής η 30-11- 2005, η 29-8-2006 και η 1-5-2008, αντίστοιχα, ανεξάρτητα από το χρόνο καταβολής των λοιπών δόσεων. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, 1ος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον δεν αναφέρεται, κατά ποίον χρόνο τέλεσε ο αναιρεσείων, στις προαναφερθείσες περιπτώσεις, το ως άνω αδίκημα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου, δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, ως εξής :1....2) έκθεση ελέγχου 3) συμπληρωματική ειδική έκθεση ελέγχου για λήψη και χρήση εικονικών-έκδοση εικονικών ή πλαστών -νόθευση φορολογικών στοιχείων. Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, άλλωστε όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως αναγνώσθηκαν. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε, από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, ούτε ότι υποβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Το Τριμελές, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις του κατηγορούμενου ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του, κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά τα αναφερόμενα στην αίτησή του επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο 2ος , από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αίτησης του παραπάνω αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι αρχικά αναγνώστηκαν οκτώ (8) έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα προαναφερθέντα παραπάνω και στη συνέχεια έξι (6) έγγραφα τα οποία προσκομίστηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης του κατ/νου. Μεταξύ των ως άνω, οκτώ εγγράφων, φέρεται αναγνωστέα η υπ` αριθμό 1095/2005 καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης, η οποία αναγνώστηκε. Η ανάγνωση όμως αυτή δεν δημιουργεί ακυρότητα καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι ο κατ/νος δεν εναντιώθηκε στην ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, συνεπώς το δικαστήριο ορθά προέβη στην ανάγνωση του αφού περιλαμβανόταν στα αναγνωστέα έγγραφα. Άλλωστε η απόφαση αυτή, είχε αναγνωστεί και στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών, προκύπτει. Εξάλλου, ο αναιρεσείων, προβάλλει περαιτέρω την αιτίαση, ότι μεταξύ των εγγράφων που αναγνώστηκαν δεν περιλαμβάνεται η υπ` αριθμό 42441/2007 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν αθωωτική για την κατηγορία της έκδοσης εικονικών τιμολογίων και η οποία είχε καθοριστικό λόγο για την υπεράσπισή του. Η αιτίασή του αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε αίτημα ανάγνωσης της εν λόγω απόφασης, μάλιστα δε όπως προαναφέρθηκε, πέραν των εγγράφων που το δικαστήριο ανέγνωσε, ο συνήγορός του προσκόμισε στο δικαστήριο έξι (6) τον αριθμό έγγραφα, τα οποία και αναγνώστηκαν, μεταξύ αυτών δε, μπορούσε να προσκομίσει και την παραπάνω απόφαση και να ζητήσει την ανάγνωσή της, γεγονός που δεν έπραξε. Κατ' ακολουθία, ο 3ος , από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αίτησης του παραπάνω αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται, κατ` εκτίμηση αυτού, η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-4-2011 (υπ` αριθ. πρωτ.12/2011) αίτηση του Δ. Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 18983/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης .Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Ποινική ευθύνη οφειλέτη. Τροποποίηση του ν. 1882/1990 με το ν. 3220/2004. Χρόνος τελέσεως του αδικήματος. Συμπλήρωση τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από την εφάπαξ ή σε δόσεις καταβολή του, οπότε αρχίζει και η ποινική ευθύνη. Πραγματικά περιστατικά. Μη καταβολή βεβαιωμένων στη ΔΟΥ χρεών. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Εγγράφων ανάγνωση. Επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το χρόνο τέλεσης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1712/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Μ. του Β., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.441/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1533/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του, με αριθμό 190/26-9-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, κατ' άρθρ. 485 § 1α' Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 8/10 αίτηση αναιρέσεως του κατ/νου Μ. Μ. του Β. και της Κ., κατοίκου ... και ως εκ της υπηρεσίας του (υπάλληλος ΟΑΕΔ) Μεσολογγίου, κατά του υπ' αριθμ. 441/8-10-10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και εκθέτω τα εξής: α) Από τις διατάξεις των άρθρ. 596 §1, 601 §1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με το άρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα, η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το άρθρ. 38 εδ. α' τούτου, αφού στο άρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ. (Ολ. Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, αν ο κατ/νος ασκήσει μετά την 23-12-10 αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, εκδοθέντος μετά την 23-12-10, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο 'Αρειος Πάγος θα κηρύξει αυτή απαράδεκτη (476§1, 485 §1 Κ.Π.Δ.), λόγω του ότι ο κατ/νος δεν νομιμοποιείται (δεν έχει το δικαίωμα) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, αφού το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., που του χορηγούσε αυτό το δικαίωμα, έχει καταργηθεί από 23-12-10 ex nunc. Αν όμως ο κατ/νος ασκήσει αίτηση αναίρεσης, είτε πριν είτε μετά την 23-12-10, αλλά κατά παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος, που εκδόθηκε πριν την 23-12-10, το ασκηθέν τούτο ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, (τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων παραδοχής του), αφού, όπως προεκτέθηκε, ο Ν. 3904/10 δεν έδωσε ex tunc αναδρομική ισχύ στο άρθρ. 34 εδ. γ', οπότε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ, που του χορηγούσε το δικαίωμα (τον νομιμοποιούσε) ν' ασκήσει αναίρεση, στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να ισχύει. β) Η προκειμένη αναίρεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, κατ' άρθρ. 473 §1 Κ.Π.Δ., (επίδοση του βουλεύματος στον αναιρεσείοντα την 25-10-10 και άσκηση αναίρεσης την 3-11-10), προσέτι δε και νομοτύπως, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Πατρών. (465 §1, 474 §1 Κ.Π.Δ.). γ)Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, με το με αριθμό 14/07 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Μ. Μ., προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την 2/8-3-07 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με το υπ'αριθμ. 206/07 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων άσκησε την 11/07 αίτηση αναίρεσης. Επ' αυτής εκδόθηκε το 1393/08 βούλευμα του Αρείου Πάγου, δυνάμει του οποίου το ανωτέρω εφετειακό βούλευμα (206/07) αναιρέθηκε. Επανερχομένου μετά ταύτα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών προς εκ νέου κρίση της έφεσης του ανωτέρω αναιρεσείοντος, τούτο εξέδωσε το 441/10 βούλευμά του, δια του οποίου και πάλι παρέπεμψε αυτόν αρμοδίως για την προαναφερόμενη πράξη, μεταρρυθμίζοντας το πρωτόδικο βούλευμα, δεχόμενο ότι ο κατ/νος τέλεσε δύο ανεξάρτητες κατ'εξακολούθηση πράξεις πλαστογραφίας (κατάρτιση - νόθευση) κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων με την κρινόμενη 8/10 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά. (482 §§ 1 α'- 2, 317 §1 α' Κ.Π.Δ.). Ειδικότερα στην αίτηση αναίρεσης διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η απόλυτη ακυρότητα, η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ως και η παραβίαση δεδικασμένου. (474 §2, 484 §1 εδ. α', β', γ', δ' Κ.Π.Δ.). Κατά συνέπεια, ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. α) Από τις διατάξεις του άρθρ. 216 §§1 και 3 Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απ' αρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή να προβεί στην κατάρτιση του πλαστού εγγράφου ή στη νόθευση του γνησίου εγγράφου και περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Η κατάρτιση πλαστού εγγράφου συντελείται με την εκ μέρους του δράστη έκδοση εγγράφου στο όνομα άλλου, ως εάν είχε από τον άλλον καταρτισθεί και εκδοθεί, ή με την κατ' απομίμηση θέση της υπογραφής άλλου σε υπάρχον έγγραφο ή τέλος, με την κατάχρηση της εν λευκώ τεθείσας υπογραφής άλλου. Αντιθέτως, η νόθευση συνίσταται στην αλλοίωση του περιεχομένου γνησίου κατ' αρχήν εγγράφου, είτε από τρίτο, πλην του εκδότη, πρόσωπο, είτε από τον ίδιο τον εκδότη, όταν δεν έχει πλέον εξουσία μεταβολής της έννοιας του εγγράφου, διότι προέκυψε δικαίωμα τρίτου στην διατήρηση του αρχικού περιεχομένου. Κάθε μορφή είναι χωριστή και ιδιαίτερη, ανεξαρτήτως του ότι και οι δύο αφορούν έγγραφο. Η αντικειμενική υπόσταση των δύο μορφών δεν ταυτίζεται, τα δε εγκλήματα διακρίνονται κατά τη φύση και το είδος. Η αλλοίωση (νόθευση) διαφοροποιείται από την κατάρτιση, ενόψει του ότι στη νόθευση απαιτείται υλική επέμβαση σε υφιστάμενο ήδη έγγραφο. Πρόκειται δηλαδή για έγκλημα σωρευτικά μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, ήτοι η κατάρτιση εξ' υπαρχής πλαστού εγγράφου και η νόθευση γνησίου, δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως, διακρινόμενη σαφώς από την άλλη. Σε περίπτωση δε συνδρομής και των δύο τρόπων τελέσεως, υπόκεινται δύο εγκλήματα, που συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, με σαφήνεια προκύπτει, ότι για την ύπαρξη εγκλήματος κατ' εξακολούθηση απαιτείται, μεταξύ άλλων, όπως οι μερικότερες πράξεις είναι όμοιες, κάθε μία δηλαδή να περιέχει τα συστατικά στοιχεία της ίδιας νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος. Η ομοιότητα, κατά την παραπάνω έννοια, καταφάσκεται όταν οι πράξεις είναι "φυσικώς ομοειδείς", δηλαδή συνίστανται στην ίδια υλική συμπεριφορά και όχι απλώς "νομικώς ομοειδείς", δηλαδή όταν αξιολογούνται ως συνιστώσες το ίδιο έγκλημα. Επομένως, δεν υπάρχει κατ' εξακολούθηση έγκλημα, μεταξύ περισσότερων πράξεων, άλλων μεν καταρτίσεως, άλλων δε νοθεύσεως εγγράφου, διότι πρόκειται για διαφορετικές αντικειμενικές υποστάσεις και κατ' ακολουθία ομοειδής πραγματική συρροή. Για τον λόγο μάλιστα αυτό, στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας και με τις δύο μορφές (καταρτίσεως και νοθεύσεως), κάθε μια από τις οποίες τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, προκειμένου να προσδοθεί κακουργηματικός χαρακτήρας στην όλη εγκληματική συμπεριφορά του δράστη, όταν αυτός διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, να προσδιορίζεται ειδικώς, ότι το συνολικό περιουσιακό όφελος που σκόπευε ο δράστης (υπαίτιος) να προσπορίσει, ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, για κάθε μια χωριστά από τις δύο αυτές μορφές της πλαστογραφίας και όχι για το σύνολο της δραστηριότητάς του, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατόν, οι μεν εξακολουθητικές πράξεις της πλαστογραφίας, με την μορφή της καταρτίσεως, να φέρουν τον χαρακτήρα του πλημμελήματος, αν για αυτές το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ, οι δε εξακολουθητικές πράξεις του ίδιου εγκλήματος, που τελούνται με τη μορφή της νοθεύσεως, να φέρουν τον χαρακτήρα του κακουργήματος, αν για αυτές το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ, ή και αντιστρόφως. (Α.Π. 1393/08). Εξάλλου, για την στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση (περιουσιακό όφελος) να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως, δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό του κατ' επάγγελμα και συνήθεια τελέσαντος την πράξη και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και (ότι) με την κατάρτιση ή νόθευση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις, για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού ή νόθευσης εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία του κατ' επάγγελμα ή συνήθεια ενεργήσαντος (πρβλ. Α.Π. 1234/10, Π.Χρ. ΞΑ'425). Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κακουργηματικής νόθευσης από υπάλληλο (242 §§ 2,3Π.Κ.) εγγράφου, ο υπάλληλος δεν απαιτείται να είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιος, αλλά αρκεί και μη αρμόδιος υπάλληλος, στον οποίο όμως το έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό), του είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του. (Α.Π. 2359/05, Ποιν. Δ/νη 9, 661). Περαιτέρω απαιτείται η με πρόθεση μεταβολή της εννοίας του εγγράφου, η οποία επηρεάζει ή ματαιώνει το περιεχόμενο της αρχικής αποδεικτικής ισχύος του, και που μπορεί να τελεσθεί και με το σβήσιμο αριθμών, φράσεων και αναγραφή αντ' αυτών άλλων (Α.Π. 1415/08 Π.Χρ. ΝΘ' 528). Και τέλος πρέπει να συντρέχει και σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος, ή να βλάψει παρανόμως άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία η επίτευξή του, το δε όφελος ή βλάβη να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Η νόθευση εγγράφου από υπάλληλο (242 §2 Π.Κ.), ως προς την υποκειμενική της υπαιτιότητα, απαιτεί δόλο οποιουδήποτε βαθμού. Δεν απαιτείται και κάποιος πρόσθετος σκοπός, όπως στο έγκλημα της νόθευσης του άρθρ. 216§ 1 Π.Κ. Δεν απαιτείται δηλαδή ο υπάλληλος να αποσκοπεί με το νοθευμένο έγγραφο, σε παραπλάνηση άλλου δια της χρήσεως του εγγράφου, ως τούτο συμβαίνει με την νόθευση του άρθρ. 216 § 1 Π.Κ. Αλλά εάν ο δράστης υπάλληλος πράττει και με σκοπό παραπλάνησης άλλου, με την χρήση του νοθευμένου εγγράφου (δημοσίου ή ιδιωτικού), που του ήταν εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τότε εφαρμογή έχει, βάσει της αρχής της επικουρικότητας (σχέση επαλλαγής), η διάταξη του άρθρ. 216 §1 Π.Κ. (κοινή νόθευση) και όχι η διάταξη του άρθρ. 242 §2 Π.Κ. (νόθευση παρ' υπαλλήλου). (Μπιτζελέκης: Τα υπηρεσιακά εγκλήματα, 1993 σελ. 376, 379 - Α.Π. 1300/03, Π.Χρ. ΝΔ' 329). Και ναι μεν είναι δυνατή η επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, από το έγκλημα της κακουργηματικής νόθευσης του άρθρ. 216 §§ 1 και 3 Π.Κ. στο έγκλημα της κακουργηματικής νόθευσης του άρθ. 242 §§ 2 και 3 Π.Κ. (Α.Π. 1734/94, Π.Χρ. ΜΔ' 1439), ναι μεν η σιωπηρά απόρριψη αιτήματος περί μεταβολής της κατηγορίας δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας ή υπέρβαση εξουσίας του συμβουλίου (Α.Π. 792/99, Π.Χρ. Ν' 339), και τέλος, ναι μεν η τυχόν εσφαλμένη ή ελλιπής άσκηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα πλημ/κών, δεν ελέγχεται αναιρετικώς με κανέναν από τους περιοριστικούς λόγους αναιρέσεως, που αναφέρονται στον Κ.Π.Δ., όμως το δικαστικό συμβούλιο και το δικαστήριο οφείλει, να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης, όταν συντρέχει η προς τούτο νόμιμη περίπτωση. Τυχόν παράλειψη ή σφάλμα σχετικώς με την επιβαλλόμενη αυτή μεταβολή της κατηγορίας ελέγχεται αναιρετικώς, ως εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. (Πρόταση αντεισαγγελέα Α.Π. Σ. Κανίνια, στην Α.Π. 2117/85, Π.Χρ. ΛΣΤ' 437). Τα πρωτόκολλα των δημοσίων υπηρεσιών, όπου καταχωρούνται περιληπτικά τα εισερχόμενα και εξερχόμενα έγγραφα, είναι δημόσια έγγραφα (Α.Π. 1060/90, Π.Χρ. ΜΑ' 321). 'Αρα και το βιβλίο Γενικού Πρωτοκόλλου του Ο.Α.Ε.Δ., ως και το βιβλίο Μητρώου Ανέργων του ίδιου Οργανισμού, είναι δημόσια έγγραφα. β) Λόγοι για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι (μεταξύ άλλων), η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, ως και η εκ πλαγίου παράβαση αυτής και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 ΚΠΔ . (484 §1 β', δ' ΚΠΔ). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το συμβούλιο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. (Α.Π. 479/11). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 §1 δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. 1471/09 Π.Χρ. Ξ' 655). Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου και τι από αυτό συνήγαγε το συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική του κρίση. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Αρκεί μόνο να προκύπτει, ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τα άρθρα 177 §1 και 178 ΚΠΔ. (Α.Π. 206/11). 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (Α.Π. 1374/09). Η δε υπό του κατ/νου αντίθετη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, από αυτή που έλαβε χώρα από το συμβούλιο εφετών, δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικώς, ως αναγόμενη στην περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου (Α.Π. 1539/09 Π.Χρ. Ξ' 478). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π. 1705/08, Π.Χρ. ΝΘ' 651). γ)Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 441/10 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται σ' αυτή και προσδιορίζονται κατ' είδος, και δη από το αποδεικτικό υλικό της διενεργηθείσας κυρίας ανακρίσεως και της προηγηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου και των υπομνημάτων του, όχι όμως από τις καταθέσεις από 10-2-2005 των μαρτύρων υπεράσπισης Φ. Κ., Α. Ν. και Κ. Φ., την από 20-1-2005 απολογία του ανωτέρω κατηγορουμένου ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, διότι οι πράξεις αυτές ακυρώθηκαν με το υπ' αριθμ. 26/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, καθώς επίσης και από τις καταθέσεις του κατηγορουμένου κατά τις ένορκες διοικητικές εξετάσεις, που έγιναν ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, κατ' άρθρο 31 παρ. 2 εδ. η' ΚΠΔ, αναλογικώς εφαρμοζόμενο, αφού η ένορκη διοικητική εξέταση εξομοιώνεται στο άρθρο 43 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, με την προκαταρκτική εξέταση (ΟΛΑΠ 1/2004 Π.Χρ. ΝΕ' 113), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Μ. Μ. μετατάχθηκε στην Τοπική Υπηρεσία του ΟΑΕΔ Ναυπάκτου την 2-5-1990 από την Ε.Α.Σ. Από το χρόνο μετατάξεώς του ανέλαβε το αντικείμενο των προγραμμάτων επιχορηγήσεως των Νέων Ελεύθερων Επαγγελματιών και των Νέων Θέσεων Εργασίας, που συγχρηματοδοτούνταν από την Ευρωπαϊκή 'Ενωση. Μετά από ένα έτος περίπου διορίσθηκε προϊστάμενος της άνω υπηρεσίας. Ως προϊστάμενος δεν ήταν υποχρεωμένος ν' ασχολείται με συγκεκριμένο αντικείμενο εργασίας, παρά μόνο να ασκεί εποπτεία στους λοιπούς υπαλλήλους. Παρά ταύτα όμως και μετά τον διορισμό του εξακολουθούσε ν' ασχολείται αποκλειστικά με το παραπάνω αντικείμενο, ακόμα και όταν προσελήφθη τρίτος υπάλληλος το έτος 1992, ο Β. Τ.. Ο τελευταίος ασχολούταν με το γραφείο ασφάλισης και υποστήριξης, μαζί με την υπάλληλο Θ. Μ. και με τις υποθέσεις των αλλοδαπών. Η υπάλληλος Θ. Μ. ασχολούνταν με το πρόγραμμα stage. Επίσης την υπηρεσία στελέχωνα τρία εκπαιδευόμενα άτομα από το πρόγραμμα stage, η Σ. Ι. Α., η Ι. Φ. Χ., η Μ. Λ. Κ. και η Ζ. Σ. Χ., ένα άτομο από το πρόγραμμα αντιρρησιών συνείδησης ο Π. Γ. Γ., καθώς και δύο καθαρίστριες, η Ε. Κ., στην οποία είχε ανατεθεί και η συμπλήρωση του βιβλίου γενικού πρωτοκόλλου, όπου είχαν πρόσβαση και τα συμπλήρωναν και οι λοιποί υπάλληλοι και η Α. Κ.. Η υπάλληλος Θ. Μ. όταν επέστρεψε στις 31-10-2001 (το ορθόν 2000) από την άδεια μητρότητας ανέλαβε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου, οπότε ήλθαν στο γραφείο της επιχειρηματίες της Ναυπάκτου και συγκεκριμένα οι Ζ., Μ. κ.λ.π., και της είπαν τον τρόπο που χρημάτισαν τον κατηγορούμενο για να τον πείσουν να ενταχθούν σε πρόγραμμα, μάλιστα ο Ζ. είπε ότι έχει κασέτα, ο δε Μ. είπε ότι πήρε τα μισά χρήματα της επιχορήγησης. Κατόπιν τούτου οι υπάλληλοι Β. Τ. και Θ. Μ. εξέφρασαν στο Γενικό Διευθυντή Υποστήριξης του ΟΑΕΔ, Χ. Χ. και στον Περιφερειακό Διευθυντή Πελοποννήσου Α. Μ., υπόνοιες ότι ο κατηγορούμενος χρηματίζεται. Ακολούθως διενεργήθηκε έκτακτος έλεγχος από τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Κ. Φ. και Ι. Μ. και στην συνέχεια ένορκη διοικητική εξέταση, σε εκτέλεση της υπ αριθμό 4510/20-6-2001 εντολής Διοίκησης του ΟΑΕΔ από την υπάλληλο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Α. Α., καθώς και δεύτερη ένορκη διοικητική εξέταση, σε εκτέλεση της υπ' αριθμό 981/21-12-2005 εντολής του Διοικητή του ΟΑΕΔ, από την προϊσταμένη της ΤΥ ΟΑΕΔ Α. Β. Μ.. Από τους ελέγχους αυτούς διαπιστώθηκαν πάρα πολλές αλλοιώσεις (οι περισσότερες με διορθωτικό υγρό blanco) στο περιεχόμενο του βιβλίου γενικού πρωτοκόλλου, καθώς και στο βιβλίο ανέργων, οι οποίες σχετιζόταν με την ένταξη στα ανωτέρω προγράμματα ΝΘΕ και ΝΕΕ επιχειρήσεων και ανέργων, που δεν δικαιούνταν επιχορήγησης για διάφορους λόγους, όπως επιχειρήσεις που δεν απασχολούσαν εργαζόμενους, άνεργοι που δεν ήταν εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων, του ΟΑΕΔ ή δεν είχαν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ανεργίας, ή περιπτώσεις εκπροθέσμων αιτήσεων. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος ως Προϊστάμενος της Τοπικής Υπηρεσίας Ναυπάκτου του ΟΑΕΔ και ως αρμόδιος για την έγκριση της ένταξης επιχειρήσεων και ανέργων στα συγχρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή 'Ενωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) προγράμματα του ΟΑΕΔ, για την επιχορήγηση των Νέων Θέσεων Εργασίας (ΝΘΕ) και Νέων Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΝΕΕ) των ετών 1999 και 2000, με ελάχιστο όριο επιχορήγησης το ποσό των 1.600.000 δραχμών για ΝΕΕ, των 1.280.000 δραχμών για ΝΘΕ του 1999, και των 1.440.000 δραχμών για ΝΘΕ του 2000, εξακολουθητικά, αφενός κατάρτισε τα παρακάτω πλαστά έγγραφα, αφετέρου νόθευσε τα παρακάτω γνήσια έγγραφα, επιδιώκοντας με την χρήση όλων των εγγράφων αυτών να δημιουργήσει στα αρμόδια όργανα του ΟΑΕΔ και του Ελληνικού Δημοσίου την εσφαλμένη εντύπωση, πως τα αναγραφόμενα στα (πλαστά και νοθευμένα) έγγραφα και τα παρακάτω αναφερόμενα άτομα και επιχειρήσεις, πληρούσαν δήθεν τις προϋποθέσεις ένταξης στα ως άνω προγράμματα και πως δικαιούνταν τάχα επιχορηγήσεως για τις δήθεν Νέες Θέσεις Εργασίας (ΝΘΕ) ή ως δήθεν Νέοι Ελεύθεροι Επαγγελματίες (ΝΕΕ). Επιδίωκε έτσι με την χρήση των εγγράφων αυτών να προσπορίσει στα εν λόγω άτομα και επιχειρήσεις παράνομο όφελος, ήτοι την οικεία επιχορήγηση σε καθέναν από αυτούς, την οποία όμως κανείς δεν εδικαιούτο στην πραγματικότητα, γιατί δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, (επιχειρήσεις που δεν απασχολούσαν εργαζομένους, άνεργοι που δεν ήταν εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, ή δεν είχαν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ανεργίας, ή περιπτώσεις εκπροθέσμων αιτήσεων), το δε συνολικό όφελος στο οποίο αυτός απέβλεπε με τις μερικότερες παρακάτω πράξεις του με αντίστοιχη συνολική ζημία του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και τρίτων, ανέρχεται, αθροιζόμενων των ωφελημάτων - ζημιών των παρακάτω επί μέρους πλαστογραφιών σε ποσό ανώτερο των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: Α) Νόθευσε γνήσια έγγραφα και ειδικότερα διέγραψε με διορθωτικό υγρό (blanco) και γομολάστιχα τις αρχικές γνήσιες καταχωρήσεις του Βιβλίου Γενικού Πρωτοκόλλου της Τοπικής Υπηρεσίας Ναυπάκτου του ΟΑΕΔ, και πρόσθεσε διαφορετικές καταχωρήσεις στο ως άνω βιβλίο γενικού πρωτοκόλλου, αλλοιώνοντας την έννοια και το περιεχόμενο του δημοσίου αυτού εγγράφου, χωρίς οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ως άνω υπηρεσίας να συναινούν, επιδιώκοντας με την χρήση των νοθευμένων καταχωρήσεων, να εμφανίσει τα αναγραφόμενα στις νοθευμένες καταχωρήσεις άτομα και επιχειρήσεις, ως δήθεν πληρούντα τις προϋποθέσεις ένταξης στα οικεία προγράμματα και ως δήθεν δικαιούμενα επιχορηγήσεως για ΝΘΕ και ΝΕΕ. Ειδικότερα νόθευσε κατά τον ανωτέρω τρόπο τις ακόλουθες καταχωρήσεις του προαναφερομένου βιβλίου γενικού πρωτοκόλλου: 1) Στον αριθμό 1419/99 καταχώρησε ως εισερχόμενο έγγραφο, την αίτηση υπαγωγής στο πρόγραμμα ΝΘΕ του Λ. Φ., και ως εξερχόμενο, την απόφαση υπαγωγής του στο εν λόγω πρόγραμμα. 2) Στον αριθμό 1816/99 καταχώρησε ως εισερχόμενο έγγραφο, την αίτηση κατάθεσης δικαιολογητικών για ΝΘΕ της εταιρείας Μ. Αφοι και Σία ΟΕ, αποσβήνοντας την γνήσια καταχώρηση του υπ' αριθμ. πρωτ. 1799/28-7-99 εγγράφου της Περιφερειακής Διεύθυνσης, 3) Στον αριθμό 2097/99, που αφορούσε εξερχόμενο έγγραφο προς την Διοίκηση Διεύθυνσης Α5 ενέγραψε ως εισερχόμενο την αίτηση για κατάθεση δικαιολογητικών πληρωμής τριμήνου του ΝΕΕ Ζ. Ε., 4) Στον αριθμό 2156/99 απάλειψε τα στοιχεία "αίτηση F. T. προς ειδική επιτροπή" και ενέγραψε τα στοιχεία " έγκριση καταβολής Α δόσης στον Νέο Ελεύθερο Επαγγελματία Σ. Γ.", 5) Στον αριθμό 2214/99 απάλειψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Γ. Α." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αποστολή ένστασης Νέου Ελεύθερου Επαγγελματία Κ. Α.", 6) στον αριθμό 2236/99 απάλειψε τα στοιχεία "Αποστολή ΔΑΤΕ για επικόλληση ενσήμων της Ρ. Ε." και ενέγραψε στην στήλη των εξερχόμενων τα στοιχεία "Για Α. Κ. ΟΕ προς την Διεύθυνση Απασχόλησης ...(δεν διακρίνονται τα υπόλοιπα γράμματα)", 7) Στον αριθμό 2584/99 καταχώρησε ως εισερχόμενο έγγραφο, την αίτηση κατάθεσης δικαιολογητικών για ΝΕΕ του Ι. Ζ., και ως εξερχόμενο, την έγκριση χορήγησης Β' δόσης στον ίδιο, 8) Στον αριθμό 2715/99 απάλειψε τα στοιχεία "αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Μ. Ι." και ενέγραψε τα στοιχεία "'Ενσταση του Γ. Α. επί απορριπτικής απόφασης καταβολής επιχορήγησης", 9) στον αριθμό 2782/99 απάλειψε στην στήλη των εξερχόμενων τα στοιχεία "έγκριση καταβολής επιχορήγησης για πρόγραμμα ΝΕΕ Κ. Σ." και ενέγραψε τα στοιχεία " Αίτηση της ΓΕΜΑΚ για καταβολή επιχορήγησης προγράμματος Νέων Θέσεων Εργασίας", 10) στον αριθμό 2870/99 απάλειψε από την στήλη των εισερχομένων, τα στοιχεία " έγγραφο της Διοίκησης από 16-11-99 της Διεύθυνσης Προμηθειών" και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση του Ζ. Β. για επιχ/ση προγράμματος ΝΘΕ", 11) Στον αριθμό 2925/99 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση της Γ. Π. για χορήγηση Α δόσης επιχ/σης προγράμματος ΝΕΕ" και ενέγραψε τα στοιχεία "έγκριση καταβολής Α δόσης στην ΝΕΕ Κ. Α.", 12) Στον αριθμό 2959/99 καταχώρησε ως εισερχόμενα τα υπ' αριθμ. πρωτ. Β124539 και Β 124540 έγγραφα της Διοίκησης της Διεύθυνσης Α5 που αφορούσαν επιχορήγηση ΝΘΕ, 13) Στον αριθμό 2960/99 απάλειψε τα στοιχεία "έγγραφο της Διοίκησης υπ' αριθμό πρωτ. Β 124539/12/11/1999 και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση της Δ. Κ. για ανεύρεση ατόμων προς αντικατάσταση προγράμματος ΝΘΕ". Επίσης στον αυτό αριθμό καταχώρησε απόφαση με την οποία απάλλαξε την επιχείρηση της Κ. Δ. από την υποχρέωση απολυθέντος υπαλλήλου, ενώ από το καταχωρηθέν αρχικά, ως εισερχόμενο πρώτο έγγραφο το καταχώρησε στον προηγούμενο αριθμό πρωτ. 2959/99, 14) Στον αριθμό πρωτ. 3098/1999 καταχώρησε αίτηση της επιχείρησης FULL AE για την πρώτη πληρωμή της για σαράντα νέες θέσεις εργασίας, απαλείφοντας την αρχική καταχώρηση για αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης της Κ. Ν., 15) στον αριθμό 3141/99 καταχώρησε, ως εισερχόμενο, αίτηση χορήγησης προκαταβολής ΝΕΕ της Α. Κ. και ως εξερχόμενο την έγκριση καταβολής της επιχορήγησης στην ίδια, 16) στον αριθμό 3142/99 καταχώρησε ως εισερχόμενο, την αναγγελία του εργοδότη Σ. Τ. για την οικειοθελή αποχώρηση της μισθωτού Σ. Α., 17) Στον αριθμό 3360/99 πρωτοκόλλησε αίτηση της Ο. Ζ. για υπαγωγή της στο πρόγραμμα ΝΕΕ ΑΜΕΑ απαλείφοντας από την στήλη των εξερχόμενων, τα στοιχεία "χορήγηση βεβαίωσης για το ΙΚΑ για ασφάλιση νέων 20-29 ετών στον Χ. Γ.". Από την ένταξη δε της ανωτέρω στο συγκεκριμένο πρόγραμμα της κατεβλήθη ποσό 2.400.000 δραχμών ενώ συνολικά θα ελάμβανε 5.000.000 δραχμές. 18) Στον αριθμό 423/2000 απάλειψε από την στήλη των εξερχόμενων, τα στοιχεία "έγκριση καταβολής β' δόσης στο πρόγρ. ΝΕΕ του Τ. Κ." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση για καταβολή επιχ/σης β' δόσης για πρόγ ΝΘΕ στον Μ. Α.". 19) Στον αριθμό 792/2000 απάλειψε τα αρχικώς καταχωρημένα στοιχεία (τα οποία δεν διακρίνονται γιατί τα απάλειψε με γομολάστιχα) και ενέγραψε στην στήλη των εισερχομένων τα στοιχεία "Αίτηση υπαγωγής στο πρόγραμμα επιχ/σης απεξαρτημένων ατόμων" του Σ. Β. και στην στήλη των εξερχόμενων "απόφαση υπαγωγής για χορήγηση επιχ/σης στο πρόγ. ΝΕΕ απεξαρτημένων ατόμων", 20) Στον αριθμό 1084/2000 απάλειψε, από τη στήλη των εξερχόμενων, τα στοιχεία "'Εγκριση χορήγησης της προκαταβολής στον ΝΕΕ Χ. Α., με κοινοποίηση στην Περ/κη Δ/νση Πελ/νήσου" και ενέγραψε, στη στήλη των εισερχομένων, τα στοιχεία "Αίτηση χορήγησης Β' δόσης τριμήνου στο πρόγρ. ΝΘΕ των ΑΦΟΙ Δ. Α. ΟΕ", 21) Στον αριθμό 1129/00 καταχώρησε, ως εισερχόμενο έγγραφο, την αίτηση υπαγωγής στο πρόγραμμα ΝΕΕ, του Σ. Ρ. και, ως εξερχόμενο, την απόφαση υπαγωγής του στο εν λόγω πρόγραμμα και τα στοιχεία "θεραπεία έλλειψης 1 μήνα ανεργίας", 22) Στον αριθμό 1210/00 απάλειψε, από τη στήλη των εξερχόμενων, τα στοιχεία " 'Εκδοση ανακλητικής απόφασης πρόγρ. Επιχ/σης ΝΘΕ στους Αφοί Ζ. ΑΕ" και ενέγραψε, στη στήλη των εισερχομένων, τα στοιχεία " Αίτηση καταβολής Γ' τριμήνου επιχ/σης προγρ. ΝΘΕ του Μ. Α.". 23) Στον αριθμό 1376/00 απάλειψε, από την στήλη των εξερχόμενων, τα στοιχεία " 'Εγκριση καταβολής δόσης στο πρόγρ. ΝΕΕ της Ρ. Θ." και ενέγραψε, στη στήλη των εισερχομένων, τα στοιχεία "Αίτηση καταβολής Α1 τριμήνου επιχ/σης προγρ. ΝΘΕ του Χ. Α.Ε." και στη στήλη των εξερχόμενων, "έγκριση καταβολής Α1 τριμήνου πρόγρ. Επιχείρησης ΝΘΕ στον ίδιον". 24) Στον αριθμό 1484/29-5-00 καταχώρησε την εγκριτική απόφαση ένταξης στο πρόγραμμα ΝΘΕ του Γ. Η., ενώ στην πραγματικότητα η αίτηση είχε υποβληθεί την 22/6/00 και αρχικά στο πρωτόκολλο είχε καταχωρηθεί αίτηση για καταβολή επιχορήγησης στη Δ. Α., 25) Στον αριθμό 4485/00 απάλειψε με γομολάστιχα τα στοιχεία "Αίτηση ...(δεν διακρίνεται το όνομα) για δόση προγρ.επιχ/σης για ΝΘΕ" και ενέγραψε τα στοιχεία " Απόφαση υπαγωγής στο πρόγρ. Επιχ/σης ΝΘΕ του Η. Γ.". 26) Στον αριθμό 1513/00 καταχώρησε, ως εισερχόμενο, αίτηση της εταιρίας Φ. Χ. και Σία ΟΕ, για δόση επιχορήγησης ΝΘΕ και ένσταση της ίδιας εταιρείας και ως εξερχόμενο, την απόφαση έγκρισης καταβολής επιχορήγησης στην εν λόγω επιχείρηση και απόρριψης του αιτήματος της καταβολής επιχορήγησης για το μήνα Νοέμβριο του 1999. 27) Στον αριθμό 1607/00 απάλειψε, από την στήλη των εξερχόμενων, τα στοιχεία "'Εγκριση υπαγωγής στο πρόγρ. Επιχ/σης ΝΕΕ της Α. Δ." και ενέγραψε, στη στήλη των εισερχομένων, τα στοιχεία " Αίτηση υπαγωγής στο πρόγρ. ΝΕΕ της Χ. Α.", 28) Στον αριθμό 1611/00 απάλειψε, από την στήλη των εξερχόμενων, τα στοιχεία " 'Εγκριση χορήγησης Β' δόσης στο πρόγρ. ΝΕΕ της Γ. Π." και ενέγραψε, στη στήλη εισερχομένων, τα στοιχεία "Αίτηση για χορήγηση της Β' δόσης προγρ. επιχ/σης ΝΕΕ της Α. Δ.", 29) Στον αριθμό 1612/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση υπαγωγής στο πρόγρ. Επιχ/σης ΝΘΕ της Ν. Γ. και έγκριση υπαγωγής στο πρόγρ." και ενέγραψε τα στοιχεία "Χορήγηση Α1 δόσης προγρ. επιχ/σης ΝΕΕ στην Μ. Χ.", 30) Στον αριθμό 1734/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση για κατάθεση δικαιολογητικών για προγρ. επιχ/σης ΝΘΕ" και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση για υπαγωγή στο προγρ. Επιχ/σης ΝΘΕ της Σ. Α.", 31) Στον αριθμό 1803/00 απάλειψε, απ' τη στήλη των εξερχόμενων, τα στοιχεία "Απόδοση εισφορών στο ΙΚΑ Ναυπάκτου" και ενέγραψε, στη στήλη εισερχομένων, τα στοιχεία "αίτηση καταβολής επιχ/σης για το προγρ. ΝΘΕ του Γ. Κ.", 32) Στον αριθμό 1852/00 απάλειψε από τη στήλη εισερχομένων τα στοιχεία "έγγραφο της Δ/νσης Προμηθειών με αριθμ. πρωτ. Β/115896/15-6-2000" και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση για καταβολή επιχ/σης προγρ. ΝΕΕ του Αφοί Α.", 33) Στον αριθμό 1901/00 απάλειψε, από τη στήλη των εξερχόμενων, τα στοιχεία "Αποστολή ενημερωτικού εγγράφου για τους ΝΕΕ Κ. Α. και Κ. Χ. προς τη Δ/νση Απασχόλησης και ενέγραψε, στη στήλη εισερχομένων, τα στοιχεία "Αίτηση χορήγησης Ε' και ΣΤ' τριμήνου επιχ/σης προγρ. ΝΘΕ του Ι. Τ. και ΣΙΑ ΟΕ", 34) Στον αριθμό 1976/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης της Ραδιοτηλεοπτικής Ναυπάκτου στον Κ." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση για ζήτηση και υπόδειξη ανέργου από Μητρώο Ανέργων της Υπηρεσίας για αντικατάσταση μισθωτού", 35) Στον αριθμό 1977/00 απάλειψε τα στοιχεία " Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης της Ραδιοτηλεοπτικής Ναυπάκτου στην Π. Μ. - Ι." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση για ζήτηση και υπόδειξη ανέργου από Μητρώο Ανέργων της Υπηρεσίας για αντικατάσταση μισθωτού", 36) Στον αριθμό 2099/00 καταχώρησε αίτηση κατάθεσης δικαιολογητικών για επιχορήγηση δόσης ΝΕΕ του Ν. Κ., 37) Στον αριθμό 2112/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση και κατάθεση δικαιολογητικών για χορήγηση δόσης προγρ. επιχ/σης ΝΕΕ του Κ. Ν." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση και κατάθεση δικαιολογητικών για δόση προγρ. επιχ/σης ΝΕΕ του Κ. Ζ. και έγκριση καταβολής Β' δόσης του ίδιου". Το ποσό δε με το οποίο επιχορηγήθηκε ο ανωτέρω, κατόπιν της 1658/13-7-99 απόφασης Δ.Σ. του ΟΑΕΔ, ανερχόταν σε 1.200.000 δρχ., καίτοι η προθεσμία υποβολής της αιτήσεως για την πληρωμή της Β' δόσης έληγε στις 12-7-00. Το έγγραφο, άλλωστε, που αφορούσε το Ν. Κ. μεταφέρθηκε στο Νο 2099/12-7-00, 38) Στον αριθμό 2258/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση καταβολής επιχ/σης Β' δόσης προγρ. ΝΘΕ της Κ. Α." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση καταβολής επιχ/σης Β' δόσης για το πρόγρ.ΝΘΕ της Π. Α.". 39) Στον αριθμό 2436/00 απάλειψε, από τη στήλη των εξερχόμενων, τα στοιχεία "Απορριπτική απόφαση Δ/ντή για τον Κ. Β." και ενέγραψε, στη στήλη εισερχομένων, τα στοιχεία "Αίτηση υπαγωγής στο προγρ. Επιχ/σης ΝΘΕ του Τ. Ν. και απόφαση υπαγωγής στο προγρ. ΝΘΕ του ίδιου". 40) Στον αριθμό 2491/00 καταχώρησε, ως εισερχόμενο, αίτηση της εταιρίας Ε. Μ. και Σία Ο.Ε. για υπαγωγή στο πρόγραμμα ΝΘΕ για τον εργαζόμενο Δ. Μ. και, ως εξερχόμενο, την απόφαση υπαγωγής στο εν λόγω πρόγραμμα, 41) Στον αριθμό 2652/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση καταβολής επιχ/σης προγρ. ΝΘΕ του FULL AE" και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση του FULL AE για αντικατάσταση μισθωτού για προγρ. επιχ/σης ΝΘΕ", 42) Στον αριθμό 2834/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση για κατάθεση δικαιολογητικών για χορήγηση δόσης προγρ. επιχ/σης ΝΘΕ του FULL AE" και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση για αντικατάσταση μισθωτών για επιχ/ση προγρ. ΝΘΕ του FULL AE και απόφαση έγκρισης της αντικατάστασης των μισθωτών του ίδιου", 43) Στον αριθμό 2944/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Μ. Σ." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Κ. Π.", 44) Στον αριθμό 2946/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Κ. Α." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Κ. Π.", 45) Στον αριθμό 3190/5-10-2000 απάλειψε την αρχικώς καταχωρημένη αίτηση για καταβολή επιχορήγησης ΝΘΕ από 1-7-2000 έως 30-9-2000 στην επιχείρηση ΚΕΜΟΠ (Κέντρο Εκπαίδευσης και Μέριμνας Οικογένειας και Παιδιού), για την οποία εξεδόθη η αριθμ. 41962/27-11-2000 εντολή πληρωμής, και καταχώρησε αίτηση για καταβολή επιχορήγησης, για το χρονικό διάστημα από 1-3-2000 έως 31-8-2000, της Ζ. Χ., 46) Στον αριθμό 3234/00 καταχώρησε αίτηση αντικατάστασης μισθωτού του εργοδότη Χ. Π. που αφορούσε τον εργαζόμενο Σ. Σ., 47) Στον αριθμό 3243/12-10-00 απάλειψε τα στοιχεία "εγκριτική απόφαση για υπαγωγή στο πρόγραμμα STAGE της Σ. Α." και ενέγραψε τα στοιχεία "αίτηση για υπαγωγή στο πρόγραμμα επιχορηγήσεων ΝΘΕ της εταιρείας ΑΦΟΙ Α. Ο.Ε., 48) Στον αριθμό 3442/00 καταχώρησε, ως εισερχόμενο, αίτηση του Ν. Ζ. για δόση επιχορήγησης ΝΕΕ και, ως εξερχόμενο, την έγκριση της εν λόγω αιτήσεως, 49) Στον αριθμό 3460/00 καταχώρησε αναγγελία της εταιρίας FULL AE για την αποχώρηση του εργαζομένου Ι. Κ., 50) Στον αριθμό 3482 καταχώρησε, ως εισερχόμενο, αίτηση του Β. Σ. για χορήγηση της Β1 δόσης ΝΕΕ και, ως εξερχόμενο, την "έγκριση χορήγησης Β' δόσης σε απεξαρτημένο άτομο", 51) Στον αριθμό 3497/00 καταχώρησε αίτηση αντικατάστασης μισθωτού της εταιρείας Αφοί Ζ. Α.Ε., 52) Στον αριθμό 3668/00 καταχώρησε ένσταση της Α. Μ., 53) Στον αριθμό 3686/00 καταχώρησε αίτηση - δήλωση ανέργου του Ι. Ζ., 54) Στον αριθμό 3715/00 καταχώρησε, ως εισερχόμενο, αίτηση της εταιρείας Αφοί Ζ. Α.Ε. για υπαγωγή στο πρόγραμμα ΝΘΕ και, ως εξερχόμενο, την απόφαση υπαγωγής στο εν λόγω πρόγραμμα, 55) Στον αριθμό 3725/00 καταχώρησε, ως εισερχόμενο, αίτηση του Γ. Κ. για υπαγωγή στο πρόγραμμα ΝΕΕ και, ως εξερχόμενο, την απόφαση υπαγωγής του στο εν λόγω πρόγραμμα, 56) Στον αριθμό 3811/00 καταχώρησε την αναγγελία του εργοδότη Σ. Μ. της οικειοθελούς αποχώρησης της εργαζόμενης Α. Α., 57) Στον αριθμό 3904/00 καταχώρησε, ως εξερχόμενο προς τη Δ/νση Α5, την ένσταση της ΝΕΕ Α. Μ., 58) Στον αριθμό 3913/00 καταχώρησε, ως εισερχόμενο, απόφαση για ΝΕΕ αφορώσα την Ε. Α., 59) Στον αριθμό 3931/00 καταχώρησε την αίτηση της Κ. Δ. για καταβολή δόσης ΝΘΕ, 60) Στον αριθμό 4028/00 καταχώρησε, ως εισερχόμενο, ένσταση της Ε. Α. κατά απόφασης του Περιφερειακού Δ/ντή Πελοποννήσου του ΟΑΕΔ και, ως εξερχόμενο, την αποστολή της αυτής ένστασης, 61) Στον αριθμό 4187/00 καταχώρησε αίτηση του Λ. Σ. για χορήγηση δόσης ΝΘΕ, 62) Στον αριθμό 4208/00 καταχώρησε, ως εισερχόμενο, αίτηση του Δ. Α. για χορήγηση Β1 δόσης ΝΕΕ και, ως εξερχόμενο, την έγκριση της εν λόγω αιτήσεως. Β) Νόθευσε γνήσιο έγγραφο και ειδικότερα διέγραψε με διορθωτικό υγρό (blanco) και γομολάστιχα τις αρχικές γνήσιες καταχωρήσεις του Βιβλίου Ανέργων της Τοπικής Υπηρεσίας Ναυπάκτου του ΟΑΕΔ και προσέθεσε διαφορετικές καταχωρήσεις στο ως άνω βιβλίο ανέργων, αλλοιώνοντας την έννοια και το περιεχόμενο του δημοσίου αυτού εγγράφου, χωρίς οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ως άνω Υπηρεσίας να συναινούν, επιδιώκοντας με τη χρήση των νοθευμένων καταχωρήσεων, να εμφανίσει τα αναγραφόμενα στις νοθευμένες καταχωρήσεις άτομα και τις επιχειρήσεις στις οποίες απασχολήθηκαν, ως δήθεν πληρούντα τις προϋποθέσεις ένταξης στα οικεία προγράμματα και ως δήθεν δικαιούμενα επιχορηγήσεως για ΝΘΕ και ΝΕΕ. Ειδικότερα νόθευσε κατά τον ανωτέρω τρόπο τις ακόλουθες καταχωρήσεις του προαναφερόμενου βιβλίου ανέργων: 1) Στον αριθμό 669/23-6-99 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας της Κ. Τ. και καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Π. Μ., 2) Στον αριθμό 744/6-7-99 απάλειψε την καταχώρηση της υπ' αριθμ. 1592/6-7-99 αίτησης της εγγεγραμμένης ως άνεργης Α. Σ. για επίδομα ανεργίας, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1592/6-7-99 απόφαση της Τ.Υ. ΟΑΕΔ Ναυπάκτου, και ενέγραψε τα στοιχεία της άνεργης Μ. Κ., που επιχορηγήθηκε ως Ν.Ε.Ε. 3) Στον αριθμό 866/6-8-99 απάλειψε τα στοιχεία ως ανέργου Σ. Θ. και στη θέση τους ενέγραψε τα στοιχεία του Σ. Φ. του Μ.. Απ' την παραποίηση δε αυτή του πρωτοκόλλου ωφελήθηκε η επιχείρηση του Φ. Κ. η οποία επιχορηγήθηκε για τον άνω εργαζόμενο με το ποσό των 295.650 δρχ. ενώ το συνολικό ποσό της επιχορήγησης που θα ελάμβανε ανερχόταν σε 1.800.000 δρχ. (βλ. υπ' αριθμ. 10 της συγκεντρωτικής κατάστασης που επισυνάπτεται στην έκθεση της ΕΔΕ της υπαλλήλου του ΟΑΕΔ Β. Μ.), 4) Στον αριθμό 1066/30-9-99 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας της Μ. Χ. και καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα του Β. Ε. 5) Στον αριθμό 1217/29-10-99 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας του Γ. Μ. και καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα Γ. Α., στον οποίο και χορήγησε δελτίο ανεργίας με ημερομηνία έκδοσης την 28-10-99, ημέρα ανεργίας (εθνικής εορτής). Ακολούθως, ο Γ. Α. επιχορηγήθηκε με το ποσό των 600.000 δρχ. ενώ το συνολικό ποσό που θα ελάμβανε ήταν 1.800.000 δρχ. (βλ. αρ. 33 του πίνακα που επισυνάπτεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 11/16-7-02 έγγραφο του ΟΑΕΔ). 6) Στον αριθμό 1231/1-11-99 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας της Α. Μ. και καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Ε. Ζ., 7) Στον αριθμό 1398/22-11-99 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας του Χ. Κ. και καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα του Χ. Ε., 8) Στον αριθμό 1608/29-12-99 καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα του Ι. Σ., απαλείφοντας την αρχική καταχώρηση της έκδοσης δελτίου ανεργίας σε άλλο πρόσωπο (το όνομα του οποίου δεν διακρίνεται), 9) Στον αριθμό 372/17-2-00 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης δελτίου ανεργίας στο όνομα Χ. και καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Ν. Κ., 10) Στον αριθμό 499/15-3-00 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας της Α. Κ. και καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Ε. Λ., 11) Στον αριθμό 540/23-3-2000 καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Ε. Κ., απαλείφοντας την αρχική καταχώρηση της έκδοσης δελτίου ανεργίας σε άλλο πρόσωπο (το όνομα του οποίου δεν διακρίνεται). Η συνολική δε επιχορήγηση που θα ελάμβανε η ανωτέρω ανερχόταν σε 1.800.000 δρχ. (βλ. υπ' αριθ. 14 της συγκεντρωτικής κατάστασης που επισυνάπτεται στην έκθεση της ΕΔΕ της υπαλλήλου Β. Μ.), 12) Στον αριθμό 551/27-3-00 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας του Γ. Κ. και καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα του Σ. Σ., 13) Στον αριθμό 589/29-3-00 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης δελτίου ανεργίας της Μ. Π. και καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της 'Ο. Ν., 14) Στον αριθμό 623/6-4-00 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας στο όνομα του Α. Κ. και καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Χ. Τ., 15) Στον αριθμό 1058/29-6-00 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας του Θ. Λ. και καταχώρησε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Σ. Π., 16) Στον αριθμό 1296/21-8-00 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης δελτίου ανεργίας του Κ. Κ. και καταχώρησε την έκδοση του δελτίου ανεργίας στο όνομα του Ν. Χ.. Γ) Κατήρτισε πλαστά έγγραφα και ειδικότερα έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της υπαλλήλου της Τοπικής Υπηρεσίας Ναυπάκτου του ΟΑΕΔ Θ. Μ. στη θέση του εκδότη εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεση της στα υπ' αριθμ. 001-419399/23-2-2000 (υπ' αριθμ. 758/31-3-99 εγκριτική απόφαση) και 001-419400/23-2-2000 (υπ'αρ. 1513/30-6-99 εγκριτική απόφαση) εντάλματα πληρωμών προς την εταιρεία ΩΜΕΓΑ Ε.Π.Ε., ποσών 900.000 και 300.000 δραχμών αντίστοιχα (τα οποία και εκταμιεύθηκαν) με σκοπό να προσπορίσει ισόποσο όφελος στην εταιρεία αυτή ως δήθεν δικαιούμενη επιχορηγήσεως, Δ) Κατήρτισε πλαστά έγγραφα και ειδικότερα έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του υπαλλήλου της ίδιας υπηρεσίας Β. Τ. στη θέση του εκδότη, εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεση του, στις υπ'αρ. 534 και 533/23-2-2000 αποφάσεις πληρωμών (καταστάσεις μισθωτών) της εταιρείας ΩΜΕΓΑ Ε.Π.Ε. με τον ίδιο παραπάνω σκοπό. Ε) Κατήρτισε πλαστό έγγραφο και ειδικότερα έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του υπαλλήλου Β. Τ. στη θέση του εκδότη, εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεση του, στην από 11-8-2000 αρνητική έκθεση ελέγχου της επιχείρησης της Α. Μ., με σκοπό να προκαλέσει ζημία στην τελευταία, αποστερώντας την από την επιχορήγηση των ΝΕΕ του έτους 2000, καίτοι αυτή την εδικαιούτο και να προσπορίσει το αντίστοιχο όφελος σε τρίτους. ΣΤ) Κατήρτισε πλαστά έγγραφα και ειδικότερα έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της υπαλλήλου Θ.Μ. στη θέση του εκδότη, εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεση της, στις από 6-9-1999 και 6-12-1999 δύο ανανεώσεις της κάρτας ανεργίας της Μ. Κ., με σκοπό να την εμφανίσει ως δήθεν δικαιούμενη επιχορηγήσεως 1.900.000 δραχμών για τα έτη 1999 και 2000 και να της προσπορίσει ισόποσο όφελος (εκ του ποσού δε αυτού καταβλήθηκε στην ανωτέρω 1.100.000 δραχμές). Ζ) Κατήρτισε πλαστά έγγραφα και ειδικότερα έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της υπαλλήλου Θ. Μ. στη θέση του εκδότη, εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεση της, στις από 22-7-1999 και 22-11-1999 δύο ανανεώσεις της κάρτας ανεργίας της Π. Μ., καθώς και στην από 28-9-1999 ανανέωση της κάρτας ανεργίας της Χ. Δ., με σκοπό να εμφανίσει την επιχείρηση του Σ. Τ., στην οποία οι δύο ανωτέρω απασχολήθηκαν, ως δήθεν δικαιούμενη επιχορηγήσεως 3.600.000 δραχμών και να προσπορίσει στην επιχείρηση αυτή ισόποσο όφελος (εκ του ποσού δε αυτού καταβλήθηκε στην επιχείρηση 1.112.000 δραχμές). Η) Κατήρτισε πλαστό έγγραφο και ειδικότερα έθεσε κατ' απομίμηση τις υπογραφές των υπαλλήλων Θ. Μ. και Β. Τ. στη θέση του εκδότη, εν αγνοία τους και χωρίς τη συναίνεση του, στην έκθεση ελέγχου του έτους 2000 της επιχείρησης του Δ. Α., με σκοπό να εμφανίσει την επιχείρηση ως δήθεν δικαιούμενη επιχορηγήσεως ΝΕΕ συνολικού ύψους 1.800.000 δραχμών, μολονότι στην πραγματικότητα εξαιρούνταν από αυτήν, γιατί διέθετε ηλεκτρονικά παίγνια (εκ του ποσού δε αυτού καταβλήθηκαν στην επιχείρηση 665.000 δραχμές) και Θ) Κατήρτισε πλαστό έγγραφο και ειδικότερα έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του υπαλλήλου Β. Τ. στη θέση του εκδότη εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεση του στην έκθεση ελέγχου του έτους 2000 της επιχείρησης της Θ. Μ., με σκοπό να εμφανίσει την επιχείρηση ως δήθεν δικαιούμενη επιχορηγήσεως ΝΘΕ συνολικού ύψους 1.600.000 δραχμών, μολονότι στην πραγματικότητα η επιχείρηση δεν εδικαιούτο την επιχορήγηση αυτή, αφού δεν λειτουργούσε (εκ του ποσού δε αυτού καταβλήθηκαν στην επιχείρηση 665.000 δραχμές). Σημειωτέον ότι για τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που φέρεται ότι τέλεσε ο ως άνω κατηγορούμενος στη Ναύπακτο κατά το χρονικό διάστημα από 17-1-1997 έως και 20-4-1999 και δη για τις νοθεύσεις των γνήσιων καταχωρήσεων στο βιβλίο γενικού πρωτοκόλλου της Τοπικής Υπηρεσίας Ναυπάκτου του ΟΑΕΔ, που ανάγονται στο διάστημα αυτό και που φέρεται ότι τέλεσε ως προϊστάμενος της Υπηρεσίας αυτής και συγκεκριμένα για το ότι με πρόθεση διέγραψε με διορθωτικό υγρό (blanko) και γομολάστιχα τις αρχικές καταχωρήσεις και προσέθεσε διαφορετικές καταχωρήσεις στο ως άνω βιβλίο γενικού πρωτοκόλλου, αλλοιώνοντας την έννοια και το περιεχόμενο του δημοσίου εγγράφου αυτού, χωρίς οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ως άνω Υπηρεσίας του ΟΑΕΔ να συναινούν, επιδιώκοντας με τη χρήση των νοθευμένων καταχωρήσεων αυτών να δημιουργήσει στα αρμόδια όργανα του ΟΑΕΔ την εσφαλμένη εντύπωση πως δήθεν τα αναγραφόμενα στις νοθευμένες καταχωρήσεις άτομα και επιχειρήσεις πληρούσαν τις προϋποθέσεις ένταξης στα οικεία προγράμματα και εδικαιούντο επιχορηγήσεως για δήθεν Νέες Θέσεις Εργασίας και δήθεν Νέους Ελεύθερους Επαγγελματίες. Ειδικότερα για το ότι νόθευσε κατά τον ανωτέρω τρόπο τις ακόλουθες καταχωρήσεις του προαναφερόμενου βιβλίου γενικού πρωτοκόλλου: 94/17-1-1997, 240/20-2-1997, 420/17-3-1997, 459/24-3-1997, 460/24-3-1997, 560/7-4-1997, 620/18-4-1997, 918/18-6-1997, 575,722,750,980,986 και 1030/1997, 1144/11-5-1998, 1167/13-5-1998, 1314/26-5-1998, 1794/2-7-1998, 2209/26-8-1998, 2274/2-9-1998, 2397/15-9-1998, 2409/17-9-1998, 2744/29-10-1998, 75/12-1-1999, 76/12-1-1999 και 576/11-3-1999 και 1084/20-4-1999, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής με το εκκαλούμενο βούλευμα. Οι υπάλληλοι της ως άνω υπηρεσίας Β. Τ. και Θ. Μ. σε ελέγχους που διενήργησαν σε κάποιες επιχειρήσεις, μετά από αίτημα της υπηρεσίας, διαπίστωσαν ότι ο επιχειρηματίας Δ. Α. κατέβαλε το ποσό των 100.000 δρχ. στον κατηγορούμενο προκειμένου να ενταχθεί στο πρόγραμμα επιδοτήσεων, επίσης ο Α. Μ. σύζυγος της επιχειρηματία Μ., τους ανέφερε, παρουσία και της υπαλλήλου Τ., ότι επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο, προκειμένου να ενταχθεί η σύζυγός του σε πρόγραμμα επιχορήγησης, ο οποίος του πρότεινε να τον επισκεφθεί στο σπίτι του για να του εξηγήσει την διαδικασία, πράγματι τον επισκέφθηκε, έγινε συζήτηση για την αμοιβή του, προκειμένου να ενταχθεί η σύζυγός του στο πρόγραμμα και διαφώνησαν ως προς το ύψος αυτής. Μετά από το γεγονός αυτό αφαιρέθηκε της Μ. ο θετικός έλεγχος για την ένταξή της στο πρόγραμμα και στη θέση της μπήκε αρνητικός, ώστε να μην πληροί τις προϋποθέσεις, στο οποίο φέρεται να έχει υπογράψει και ο υπάλληλος Β. Τ., μολονότι ουδέποτε συνέβη αυτό, αφού αυτός είχε συμμετάσχει στον θετικό έλεγχο, τον οποίο είχε και υπογράψει. Περαιτέρω οι ως άνω υπάλληλοι διαπίστωσαν στην επιχείρηση Σ. στα ..., ότι από την επιχορήγηση που έλαβε ως άτομο με ειδικές ανάγκες το μισό και πλέον, ήτοι ποσό 1.100.000 δρχ. για να μπορέσει να εισπράξει την επιχορήγηση. Σε επίσκεψη του επιχειρηματία Α. Ζ. στην υπηρεσία τους, τους γνωστοποίησε ότι στις 12-7-2000 ο Α. Ζ. κατέβαλε στον κατηγορούμενο ποσό 1.000.000 δραχμών για να εντάξει την επιχείρησή του σε προγράμματα νέων θέσεων εργασίας. Ο λογιστής του εν λόγω επιχειρηματία, θεωρώντας ότι ο υπάλληλος Β. Τ. γνωρίζει την συναλλαγή του κατηγορουμένου με τον εργοδότη του είχε επισκεφθεί το σπίτι του στις αρχές του έτους 2001 και του ζήτησε εξηγήσεις γιατί δεν υπογράφει, αφού έχουν αμειφθεί για την ένταξη στο πρόγραμμα της επιχείρησης. Η συναλλαγή δε αυτή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της μάρτυρος Ε. Α., έλαβε χώρα στο αυτοκίνητο του Α. Ζ., κατεγράφη σε video από τον τελευταίο, το οποίο η εν λόγω μάρτυρας παρακολούθησε. Τέλος ο επιχειρηματίας Ε. Μ. μετά τη διακοπή του προγράμματός του, σε επίσκεψή του στο γραφείο των ανωτέρω υπαλλήλων, τους είπε ότι από το χρηματικό ποσό που είχε εισπράξει μέχρι τότε, το μισό το είχε εισπράξει ο κατηγορούμενος. Η ποινική δίωξη για το αδίκημα της ενεργητικής δωροδοκίας που φέρονται ότι τέλεσαν στη Ναύπακτο κατά τα έτη 1999 και 2000 οι Α. Ζ., Ε. Μ. και Δ. Α., έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής με το εκκαλούμενο βούλευμα. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται το αδίκημα πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την επανειλημμένη δε τέλεσή του προκύπτει ο σκοπός του κατηγορουμένου για πορισμό εισοδήματος καθώς και η σταθερή ροπή του για την τέλεση πλαστογραφιών ως στοιχείο της προσωπικότητας του, ενώ το συνολικό όφελος, στο οποίο αυτός απέβλεπε με τις μερικότερες αυτές πράξεις του, με αντίστοιχη συνολική ζημία του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Ταμείου και του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και τρίτων, ανέρχεται, αθροιζομένων των ωφελημάτων - ζημιών των μερικότερων πράξεων αυτών, σε ποσό άνω των 45.000 ευρώ (προφανής παραδρομή - το ορθόν 15.000 ευρώ). Για την θεμελίωση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης κατ' άρθρο 13 περ. στ' Π.Κ. θα ληφθούν επιτρεπτώς υπόψη και οι προγενέστερες της 3-6-1999 και παραγεγραμμένες ως άνω μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίες (Συμβ. ΑΠ 93/1999 ΝοΒ 47, 837 Α.Π. 1485/1998 Ποιν. Χρ. ΜΘ', 830 ΑΠ 1405/1998 Π.Χρ. ΜΘ' 743, Συμβ. ΑΠ 691/1997, ΝοΒ 46).
Συνεπώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου με το προσβαλλόμενο βούλευμα σωστά εκτίμησε και αξιολόγησε το αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης, πλην όμως έσφαλε στην εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του σχετικού άρθρ. του Π.Κ. αφού εν προκειμένω πρόκειται για δύο κατ' εξακολούθηση αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας, μια με τη μορφή της νόθευσης γνησίου και άλλη με τη μορφή κατάρτισης πλαστού...... τροποποιημένου του διατακτικού του βουλεύματος". δ) Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, αυτό, απέρριψε την έφεση του κατ/νου αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, διόρθωσε αυτό, ως προς τον χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων, από μια κατ' εξακολούθηση πράξη πλαστογραφίας σε δύο, ήτοι αυτή της νόθευσης και αυτή της κατάρτισης πλαστού εγγράφου. ε) Μ' αυτά που δέχθηκε το παραπάνω συμβούλιο, ορθά και όχι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρ. 216 §§ 1,3 Π.Κ. αντί αυτών του άρθρ. 242 §§ 2, 3 Π.Κ. που διατείνεται ο αναιρεσείων, αφού αυτό στο σκεπτικό του δέχτηκε , ότι ο κατ/νος και αναιρεσείων, ως υπάλληλος του Ο.Α.Ε.Δ., Ν.Π.Δ.Δ., στον οποίο ως εκ της υπηρεσίας του, (προϊστάμενος του ΟΑΕΔ Ναυπάκτου), του ήταν προσιτά τόσον το βιβλίο Γενικού Πρωτοκόλλου όσον και το βιβλίο Μητρώου Ανέργων (δημόσια έγγραφα), νόθευσε τα έγγραφα αυτά, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλον, δηλαδή να δημιουργήσει στα αρμόδια όργανα του ΟΑΕΔ και του Ελληνικού Δημοσίου ως και του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Ταμείου την εσφαλμένη εντύπωση, πως τα αναγραφόμενα στα νοθευμένα έγγραφα άτομα και επιχειρήσεις, πληρούσαν δήθεν τις προϋποθέσεις ένταξης στα επιδοτούμενα προγράμματα και πως δικαιούνταν τάχα επιχορηγήσεως για τις δήθεν Νέες Θέσεις Εργασίας (ΝΘΕ) ή ως δήθεν Νέοι Ελεύθεροι Επαγγελματίες (ΝΕΕ), ενώ κανείς δεν εδικαιούτο στην πραγματικότητα των ανωτέρω επιδοτήσεων, γιατί δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, (επιχειρήσεις που δεν απασχολούσαν εργαζομένους, άνεργοι που δεν ήταν εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, ή δεν είχαν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ανεργίας, ή περιπτώσεις εκπροθέσμων αιτήσεων).Δέχθηκε συνεπώς το συμβούλιο εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι ο κατηγορούμενος, πέραν της νοθεύσεως των δημοσίων ανωτέρω εγγράφων, που του ήταν προσιτά ως εκ της υπηρεσίας του, (αδιάφορο το γεγονός αν ήταν ή όχι αρμόδιος για την καταχώρηση σ'αυτά εγγράφων), είχε και σκοπό να παραπλανήσει (ως και παραπλάνησε) τα προαναφερόμενα πρόσωπα (υπαλλήλους - Δημόσιο, ΕΚΤ) για το προαναφερόμενο γεγονός, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αφού πρόσωπα και επιχειρήσεις που δεν εδικαιούντο επιδοτήσεων, με τις παραπάνω νοθεύσεις φαίνονταν να εδικαιούντο αυτών, τις οποίες στη συνέχεια και εισέπραξαν από τον ΟΑΕΔ Ναυπάκτου. Κατόπιν τούτων, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, δεχόμενο τα ανωτέρω και σιγή απορρίπτοντας τον σχετικό περί τούτου λόγον της εφέσεως του αναιρεσείοντος, ουδόλως έσφαλε και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσής του για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ήτοι για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 216 §§ 1, 3 Π.Κ. αντί του άρθρ. 242 §§ 2, 3 Π.Κ., περί μεταβολής δηλαδή της κατηγορίας, (από κακουργηματική κοινή νόθευση σε κακουργηματική υπηρεσιακή νόθευση), ελέγχεται ως αβάσιμος και απορριπτέος. στ) 'Ομως, μ' αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την κατά την προαναφερθείσα έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Και τούτο διότι: 1) Για να απορρίψει στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε, (αναφερόμενο εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση), ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις (313 Κ.Π.Δ.) για την παραπομπή του αρμοδίως, αφού έλαβε υπόψη του όχι όλα, αλλά μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, όπως προκύπτει από την αρχή του σκεπτικού του, έλαβε υπόψη του επιλεκτικά, (από το αποδεικτικό υλικό της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης και την προηγηθείσα αυτής ένορκη διοικητική εξέταση), τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του κατ/νου μετά των υπομνημάτων του και δεν έλαβε υπόψη του την από 20-1-05 ανακριτική απολογία του κατ/νου, ως και τις από 10-2-05 ανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων υπαρασπίσεως Κ., Ν. και Φ., με την ελλιπή αιτιολογία, ότι αυτή και αυτές ακυρώθηκαν με το 26/06 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Μεσολογγίου, επειδή κατ' αυτό (26/06), πριν την ανακριτική απολογία του κατ/νου, δεν γνωστοποιήθηκε - ανακοινώθηκε σε τούτον από τον Ανακριτή το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του , υποχρέωση όμως την οποία δεν υπέχει ο ανακριτής, αφού τέτοια υποχρέωση δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του ΚΠΔ, χωρίς τούτο να προσκρούει στο άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ. (Α.Π. 923/09 Π.Χρ. Ξ'223- Α.Π. 1724 /07 Π.Χρ. ΝΗ' 550).
Συνεπώς, οι ανωτέρω απολογία και μαρτυρικές καταθέσεις έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το συμβούλιο εφετών. Η μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων και η λήψη υπόψη από το συμβούλιο εφετών των λοιπών, καθιστά το βούλευμα αναιρετέο, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού τούτο, για τον σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης, δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά μόνον μερικά από αυτά και τούτα επιλεκτικώς (Α.Π. 1418/96 Π.Χρ. ΜΖ' 1428), αναιτιολογήτως αγνοώντας τα λοιπά. 2)
Ενώ με τις αρχικές παραδοχές του βουλεύματος, φέρεται ο κατ/νος να τέλεσε δύο κατ' εξακολούθηση πράξεις πλαστογραφίας, ήτοι της νόθευσης σε 78 περιπτώσεις και της κατάρτισης πλαστού σε 7 περιπτώσεις, στη συνέχεια δέχεται (14ο φύλλο), αρχικά ότι η πράξη είναι μια κατ' εξακολούθηση πλαστογραφία την οποία τέλεσε ο κατ/νος κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος άνω των 15.000 ευρώ και έτι περαιτέρω, ότι οι πράξεις είναι δύο (νόθευση - κατάρτιση) χωρίς να διαλαμβάνει τούτο, αν αυτές οι πράξεις τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και αν για κάθε μια απ' αυτές το συνολικό όφελος του κατ/νου υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Τούτο είναι απαραίτητο, ως και η αγνοηθείσα στο σημείο αυτό 1393/08 απόφαση του Αρείου Πάγου διαγορεύει, καθ' όσον αν ήθελε θεωρηθεί ότι πρόκειται περί πλημ/κών πράξεων, τότε ανακύπτει ζήτημα παραγραφής αυτών. 3)
Ενώ αναφέρονται 78 πράξεις νόθευσης και 7 πράξεις κατάρτισης πλαστού, τελεσθείσες κατ' επάγγελμα, ουδαμού του βουλεύματος προκύπτει ή διαλαμβάνεται, το ποσόν που ο κατ/νος από κάθε μια πράξη (1-78 και Γ-Θ) χωριστά, σκοπούσε ως πορισμό εισοδήματος. Τούτο είναι απαραίτητο, διότι από την άθροιση των ποσών των μερικοτέρων πράξεων (Α.Π. 17/04, Π.Χρ. ΝΔ'594), διαπιστώνεται εάν ή όχι το συνολικό όφελος που σκοπούσε και επεδίωκε ο δράστης, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, οπότε η πράξη, αναλόγως, φέρει τη μορφή του κακ/τος ή πλημ/τος, με εντεύθεν ανακύπτον θέμα ως προς το πλημ/μα παραγραφής. Αντιθέτως, το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται σε 5 περιπτώσεις νόθευσης(17, 37 Γενικού Πρωτοκόλλου και 3,5,11 Μητρώου Ανέργων) και 4 περιπτώσεις κατάρτισης πλαστού (ΣΤ' , Ζ', Η', Θ'), όπου το συνολικό όφελος που σκοπούσε ο κατ/νος να επιφέρει στα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα και επιχειρήσεις ανέρχεται αντίστοιχα, αθροιζόμενο, στο ποσό των 10.400.000 δρχ. (σκοπηθέν) και 4.495.650 δρχ. (καταβληθέν), ως και στο ποσό των 10.100.000 δρχ. (σκοπηθέν) και 3.542.000 δρχ. (καταβληθέν). Η παραδοχή στο βούλευμα, ότι το συνολικό όφελος στο οποίο ο κατ/νος απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις, με αντίστοιχη συνολική ζημία του Δημοσίου, του Ε.Κ.Τ. και των τρίτων, ανέρχεται, αθροιζομένων των ωφελημάτων - ζημιών των μερικότερων πράξεων, σε ποσό άνω των 15.000 ευρώ, δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, αφού από το βούλευμα προκύπτει, ότι ως ωφελήματα αναφέρονται σ' αυτό τα ανωτέρω σκοπηθέντα (ή καταβληθέντα) ποσά, τα οποία ο κατ/νος με τις πράξεις του σκόπευε να προσπορίσει στα στο σκεπτικό αναφερόμενα άτομα και επιχειρήσεις με βλάβη του Δημοσίου, του Ε.Κ.Τ. και των τρίτων και όχι τα ποσά που ο ίδιος ο κατ/νος προσπόρισε στον εαυτό του ως παράνομο εισόδημα, τα οποία (ποσά) το βούλευμα ουδόλως μνημονεύει. Και τούτο διότι, στο έγκλημα της πλαστογραφίας, κατ'επάγγελμα τέλεση της πράξης συντρέχει (216 §3 β' Π.Κ.), όταν προκύπτει σκοπός του δράστη (κατ/νου) για πορισμό εισοδήματος άνω των 15.000 ευρώ, αυτού του ιδίου και όχι άλλου. Για τον άλλον πρέπει να συντρέχει η διάταξη του άρθρ. 49 §2 Π.Κ. (Α.Π. 858/04 Π.Χρ. ΝΕ' 322 - Α.Π. 373/92 Π.Χρ. ΜΒ' 515 για τον φυσικό αυτουργό). Αν ο δράστης (κατ/νος) σκόπευε να προσπορίσει εισόδημα (περιουσιακό όφελος) σε άλλον άνω των 73.000 ευρώ, τότε εφαρμογή έχει η § 3 α' του άρθρ. 216 Π.Κ., άλλως, το κάτω των 73.000 ευρώ συνολικό ποσό, που ωφελείται ο άλλος από την νόθευση του κατ/νου, ανάγεται στην σφαίρα του σκοπού παραπλάνησης με τις εντεύθεν έννομες συνέπειες (216 §1 Π.Κ.), εφόσον συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις. 4)Ενώ το Συμβούλιο Εφετών Πατρών δέχεται, ότι ο κατ/νος προέβη στη νόθευση, δια της απαλείψεως - αλλοιώσεως με blanco ή γομολάστιχα, 78 αριθμών του βιβλίου Γενικού Πρωτοκόλλου και του βιβλίου Μητρώου Ανέργων, με τον προαναφερόμενο σκοπό και τις εντεύθεν έννομες συνέπειες, εν τούτοις δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί, αφενός μεν σε 14 περιπτώσεις αριθμών του Γενικού Πρωτοκόλλου (1,12,15,21,26,36,40, 48,50, 54, 55, 59, 61, 62) δέχεται νόθευση, όταν από το σκεπτικό του βουλεύματος το ίδιο το συμβούλιο ταυτόχρονα δέχεται (απλή) καταχώρηση, χωρίς απάλειψη - αλλοίωση της προηγούμενης εγγραφής, ως τούτο πράττει ρητά (απάλειψη) στις λοιπές περιπτώσεις, αφετέρου δε σε 20 περιπτώσεις αριθμών του Γενικού Πρωτοκόλλου , (5, 6, 8, 13, 16, 34, 35, 41, 42, 43, 44, 46, 49, 51, 52, 53, 56, 57, 58, 60) δέχεται και πάλι νόθευση, όταν από το ίδιο σκεπτικό του προβαλλομένου βουλεύματος ταυτόχρονα προκύπτει, ότι οι νέες εγγραφές ουδεμία σχέση έχουν με τις παράνομες επιδοτήσεις, στερούμενες επομένως σκοπού παραπλάνησης και εννόμων συνεπειών ως προς αυτές (επιδοτήσεις). 5)Ως προς τις λοιπές 44 περιπτώσεις νόθευσης, το συμβούλιο εφετών ουδόλως περιέλαβε στο σκεπτικό του, το για κάθε μία απ' αυτές περιουσιακό όφελος του κατ/νου, ώστε συνολικά να κριθεί αν αυτό υπερβαίνει τις 15.000 ευρώ και συνεπώς αν ο κατ/νος έδρασε κατ' επάγγελμα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Τα αναφερόμενα ποσά, συνολικά 2.200.000 δρχ., που αναφέρονται στο βούλευμα (φύλλο 13ο ), ότι έλαβε ο κατ/νος από ορισμένους επιχειρηματίες, δεν μετατρέπουν άνευ ετέρου το κακούργημα σε πλημ/μα, αφού δεν αιτιολογείται επαρκώς από το συμβούλιο στο βούλευμα, αν αυτά (ποσά) αποτελούν περιουσιακό όφελος του κατ/νου από όλες τις νοθεύσεις, ή από μερικές απ' αυτές και ποιες, ώστε για τις υπόλοιπες να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός του οφέλους του δράστη - κατ/νου. 6) Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, με τις προεκτεθείσες ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, εκτός της αναφερθείσας έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αποβαίνει αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, αναφορικά με την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρ. 216 §§ 1, 3β' Π.Κ., αναιρουμένου του βουλεύματος και δια εκ πλαγίου παράβαση του νόμου, δεκτής καθισταμένης της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τον τρίτο λόγο αυτής. 7) 'Ολες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται στον τρίτο λόγο αναιρέσεώς του, (αόριστη και ατεκμηρίωτη στηριζόμενη σε υπόνοιες κατηγορία, εσφαλμένη αρίθμηση καταχωρήσεως, φόρτος εργασίας, χαώδης κατάσταση στον ΟΑΕΔ), είναι αβάσιμες, ως αναφερόμενες σε πραγματικά περιστατικά ανέλεγκτα από τον 'Αρειο Πάγο, η σε διαφορετική εκτίμηση του κατ/νου, από αυτή που υιοθέτησε το συμβούλιο εφετών. Η μη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τον ανακριτή ή το δικαστικό συμβούλιο, με αίτημα του κατ/νου, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, (Α.Π. 1918/01, Π.Χρ. ΝΒ' 714 - Α.Π. 505/95, Π.Χρ. ΜΕ'800), η δε αιτίαση, ότι μεταξύ της νοθεύσεως και του οφέλους δεν υπήρξε αμεσότητα του κινδύνου επέλευσης αυτού, είναι αβάσιμη, διότι, ως υπό Αα' της παρούσας εκτέθηκε, με την νόθευση (διαγραφή και εγγραφή αίτησης μη επιδοτούμενου ανέργου ή επιχείρησης, ως επιδοτούμενου), δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις, για ύπαρξη στη συνέχεια δυνατότητας με άλλες ενέργειες του δράστη, (απόφαση, ένταλμα πληρωμής), να επέλθει το σκοπηθέν όφελος του κατ' επάγγελμα ενεργήσαντος, (από την επιδότηση θα ελάμβανε ως όφελος, μέρος αυτής). Τέλος και η αιτίαση του κατ/νου, ότι ειδικότερα δεν αναφέρονται οι επιχειρήσεις και οι άνεργοι που δεν είχαν τις προϋποθέσεις επιδότησης, ώστε να κριθεί, αν πράγματι παράνομα επιδοτήθηκαν με περιουσιακό όφελος του κατ/νου, είναι αβάσιμη, διότι το βούλευμα σε κάθε μια περίπτωση αναφέρει και την επιχείρηση και τον άνεργο, που, ενώ δεν είχαν τις αναφερόμενες προϋποθέσεις επιδότησης, με τις αναφερόμενες σ' αυτό νοθεύσεις κατέστησαν επιδοτούμενοι. Δεν ήταν δε αναγκαίο να μνημονεύεται στο βούλευμα ειδικώς, η έλλειψη ποιας προϋποθέσεως καθιστούσε την επιχείρηση ή τον άνεργο μη επιδοτούμενο, που με τις νοθεύσεις στη συνέχεια επιδοτούνταν, αφού τούτο ανάγεται στην περί τα πράγματα ανέλεγκτη του συμβουλίου κρίση, αρκούντος του γεγονότος που το συμβούλιο παραθέτει, ότι επιδοτήθηκαν άνεργοι και επιχειρήσεις, που δεν απασχολούσαν εργαζομένους, που δεν ήταν εγγεγραμμένοι στα μητρώα του ΟΑΕΔ, ή δεν είχαν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ανεργίας, ή τέλος είχαν υποβάλλει εκπρόθεσμες αιτήσεις για επιδότηση. Β Απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρ. 171 §1 δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρ. 484 §1 α' Κ.Π.Δ., επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση και υπεράσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μεταξύ τούτων περιλαμβάνεται και το, από τον συνδυασμό των άρθρ. 31 §2, 43 §1γ', 47 § 2, 105, 223 §4, 273 §2 ΚΠΔ, 6 της ΕΣΔΑ, 14 §3 ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/97 - 28 §1 Συντάγματος), δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του κατ/νου, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, δικαίωμα που καταργείται, όταν το δικαστήριο και το δικαστικό συμβούλιο προβαίνει, είτε στην λήψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν και δόθηκαν κατά την διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσας διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του Ν. 3160/03 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε στην μετά την κτήση της ιδιότητας του κατ/νου λήψη υπόψη, χωρίς την συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών στοιχείων για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσης της ιδιότητας αυτής. (Ολ. Α.Π. 1/04 Π.Χρ. ΝΕ' 113 - Α.Π. 2681/08 Π.Χρ. ΝΘ' 908). Με τον πρώτο λόγο ως και με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων διατείνεται, ότι το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, για να καταλήξει στην παραπομπή του για κακουργηματική πλαστογραφία (κατάρτιση - νόθευση), έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο και αξιοποίησε τις καταθέσεις του κατ/νου, που λήφθηκαν κατά την διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης, που προηγήθηκε της ασκήσεως της ποινικής διώξεως, με αποτέλεσμα (κατ' αυτόν) να παραχθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Από την επισκόπηση του σκεπτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, προκειμένου να παραπέμψει τον κατ/νο αρμοδίως για το προαναφερόμενο έγκλημα, έλαβε υπόψη του, (αναφερόμενο εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα), τα εξής κατά λέξη αποδεικτικά μέσα: " ...... από το αποδεικτικό υλικό της διενεργηθείσας κυρίας ανακρίσεως και της προηγηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου και των υπομνημάτων του, όχι όμως από τις καταθέσεις από 10-2-2005 των μαρτύρων υπεράσπισης Φ. Κ., Α. Ν. και Κ. Φ., την από 20-1-2005 απολογία του ανωτέρω κατηγορουμένου ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, διότι οι πράξεις αυτές ακυρώθηκαν με το υπ' αριθμ. 26/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, καθώς επίσης και από τις καταθέσεις του κατηγορουμένου κατά τις ένορκες διοικητικές εξετάσεις, που έγιναν ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, κατ' άρθρο 31 παρ. 2 εδ. η' ΚΠΔ, αναλογικώς εφαρμοζόμενο, αφού η ένορκη διοικητική εξέταση εξομοιώνεται στο άρθρο 43 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, με την προκαταρκτική εξέταση (ΟλΑΠ 1/2004 Π.Χρ. ΝΕ' 113), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:" Από τα ανωτέρω παρατεθέντα στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Πατρών έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην παραπομπή του κατ/νου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις ένορκες διοικητικές εξετάσεις. Δεν προκύπτει όμως από κάποιο στοιχείο του σκεπτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος, ότι έγινε επίκληση ή αξιολόγηση των αναφερομένων στην ένορκη διοικητική εξέταση μαρτυρικών καταθέσεων, (ενόρκων ή χωρίς την παράσταση συνηγόρου), του μετέπειτα κατ/νου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε ότι το Συμβούλιο Εφετών Πατρών στήριξε την παραπεμπτική του κρίση και στις εν λόγω καταθέσεις. Η αναφορά και μόνον ότι το ανωτέρω συμβούλιο έλαβε υπόψη του την ένορκη διοικητική εξέταση (ή τις ένορκες διοικητικές εξετάσεις), έχει την πρόδηλη έννοια, ότι τούτο αξιολόγησε αποδεικτικώς τα πορίσματα αυτών (πρβλ. Α.Π. 2681/08 άνω), και όχι τις μαρτυρικές καταθέσεις του κατ/νου - αναιρεσείοντος, που συγκέντρωσαν και αξιολόγησαν οι συντάξαντες αυτά (πορίσματα). Άλλωστε από το ίδιο αυτό σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος συνάγεται, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όσες μαρτυρικές καταθέσεις έδωσε ο κατ/νος στις ένορκες διοικητικές εξετάσεις. Τούτο βέβαια εναργώς δεν προκύπτει, αφού η επίμαχη φράση "....καθώς επίσης ..." συνιστά αδόκιμη έκφραση. Όμως δεν μπορεί να νοηθεί διαφορετικά η επίμαχη ανωτέρω φράση, όταν στο τέλος του σκεπτικού το ίδιο το Συμβούλιο Εφετών Πατρών παραθέτει την Ολ. Α.Π. 1/04, από την οποία προκύπτει, ότι δεν αξιοποιούνται και δεν λαμβάνονται υπόψη από το συμβούλιο μαρτυρικές καταθέσεις, που δόθηκαν σε διοικητική εξέταση, του μετέπειτα κατ/νου. Τούτο σημαίνει, ότι δεν μπορεί το δικαστικό συμβούλιο, αφενός μεν να υιοθετεί για την συγκεκριμένη περίπτωση τα της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, αφετέρου δε ταυτόχρονα να λαμβάνει υπόψη του και να αξιοποιεί τις μαρτυρικές σε διοικητική εξέταση καταθέσεις του μετέπειτα κατηγορουμένου και αναιρεσείοντος. Με βάση αυτά, οι ανωτέρω προεκτεθέντες λόγοι αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους. β) Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ο κατ/νος διατείνεται, ότι, ενώ αρχικά είχε κινηθεί και ασκηθεί ποινική δίωξη κατ' αυτού από τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Μεσολογγίου για 3 πράξεις νόθευσης, στη συνέχεια, χωρίς την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και χωρίς να έχει ασκηθεί και κινηθεί ποινική δίωξη, ο ανακριτής επεξέτεινε την κατηγορία και αυτός απολογήθηκε για 6 πράξεις, κατόπιν για 41 και τέλος για 62 πράξεις νόθευσης. Η μη κίνηση και μη άσκηση ποινικής δίωξης, χωρίς προκαταρκτική εξέταση, για 59 πράξεις (62-3), επιφέρει (κατ' αυτόν) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (171 §1 β', 484 § 1 α' ΚΠΔ). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στην ουσία του, διότι όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, πριν από την άσκηση της ποινικής διώξεως, είχε διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση με τις υπ' αριθμ. Β01/175 α'/20-10-2001 και Β01/75 α' /30-7-2002 παραγγελίες του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, καθώς και ένορκη διοικητική εξέταση, η οποία εξομοιώνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 43 ΚΠΔ, με την προκαταρκτική εξέταση. Το γεγονός, ότι μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως και κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως διαπιστώθηκε η τέλεση και άλλων μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της πλαστογραφίας με τη μορφή της νοθεύσεως, οι οποίες πράξεις περιλαμβάνονται μέσα στο χρονικό διάστημα της αναφερόμενης στην ασκηθείσα ποινική δίωξη συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου, αφενός μεν δεν σημαίνει ότι εξ αυτού επήλθε απόλυτη ακυρότητα ή υπέρβαση εξουσίας, (Α.Π. 1039/88, Π.Χρ. ΛΘ' 43), αφετέρου δε δεν σημαίνει, ότι πρέπει η υπόθεση, ως προς τις μερικότερες αυτές πράξεις, να επιστρέψει στο προ της ασκήσεως της ποινικής διώξεως δικονομικό στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως και να λάβει χώρα με τον τρόπο αυτό κατακερματισμός της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε. Αξίζει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 250 § 2 ΚΠΔ, αν κατά την πορεία της ανακρίσεως, ανακαλυφθούν και άλλες αξιόποινες πράξεις που διώκονται αυτεπαγγέλτως, ο ανακριτής τις ανακοινώνει στον Εισαγγελέα, χωρίς εν τω μεταξύ να εμποδίζεται να ενεργεί τις κατεπείγουσες ανακριτικές πράξεις για τη βεβαίωσή τους. Έτσι, οι εν λόγω ανακριτικές πράξεις του ανακριτή ασφαλώς αποτελούν προκαταρκτική έρευνα και καλύπτουν την προϋπόθεση του άρθρου 43 παρ.1 εδ. β' ΚΠΔ. 'Αλλωστε όταν ο αρμόδιος Ανακριτής Πλημμελειοδικών του απήγγειλε τη σχετική κατηγορία, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν όλες οι μερικότερες εξακολουθητικώς τελεσθείσες πράξεις της πλαστογραφίας, εκείνος (αναιρεσείων) είχε όλη την ευχέρεια και τη νομική δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του και να αντιτάξει τα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς του. γ) Με το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης ο κατ/νος διατείνεται, ότι η ένορκη διοικητική εξέταση, που διενεργήθηκε με το 541/7-12-05 έγγραφο της Ανακρίτριας Μεσολογγίου από τον ΟΑΕΔ (υπάλληλος Β. Μ.), πάσχει από ακυρότητα, αφού δεν τηρήθηκαν ως προς την απολογία του, ως προς τις ληφθείσες μαρτυρικές καταθέσεις και ως προς την συλλογή των εγγράφων και το πόρισμα αυτής, οι ποινικές δικονομικές διατάξεις, δηλαδή δεν του γνωστοποιήθηκαν ούτε του διασφαλίσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Έτσι επήλθε (κατ' αυτόν) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αφού το συμβούλιο εφετών απέρριψε το αίτημά του για κήρυξη των ανωτέρω ακυροτήτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, πράγματι με το υπ'αριθμ. 541/7-12-2005 έγγραφο της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου ζητήθηκε από το κατάστημα ΟΑΕΔ Ναυπάκτου να συνταγεί έκθεση, στα πλαίσια της διενεργουμένης κυρίας ανακρίσεως εις βάρος του αναιρεσείοντα για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, αφού προηγουμένως αρμόδιος υπάλληλος ή κλιμάκιο υπαλλήλων προβεί σε έλεγχο του βιβλίου Πρωτοκόλλου και του βιβλίου Μητρώου ανεργίας, τα οποία φέρεται ότι νόθευσε ο αναιρεσείων, καθώς και των εγγράφων που σχετίζονται με τις νοθεύσεις αυτές. Με το ίδιο έγγραφο ζητήθηκε να προσδιορίζεται στην έκθεση ο λόγος για τον οποίο έλαβε χώρα κάθε νόθευση και η αιτία της, η πορεία που θα ακολουθούσε κάθε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις αν δεν ελάμβανε χώρα ή νόθευση, ποιος ωφελήθηκε από κάθε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις νοθεύσεως και με ποιο σκοπό και ποια ήταν η συνολική περιουσιακή ζημία της υπηρεσίας από τις νοθεύσεις αυτές. Επί πλέον ζητήθηκε, να διαπιστωθεί το όφελος ή η βλάβη που υπέστη η υπηρεσία ή τρίτοι από την κατ' απομίμηση θέση της υπογραφής άλλων υπαλλήλων εκ μέρους του αναιρεσείοντα. Από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, δεν προκύπτει ότι αυτή έδωσε εντολή να διενεργηθεί κάποια ένορκη διοικητική εξέταση, αλλά απλώς το έγγραφο αυτό αποτελούσε μια από τις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια της ενεργουμένης από αυτήν κυρίας ανακρίσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 248 §1 ΚΠΔ. Και είναι βέβαια γεγονός, ότι ο ΟΑΕΔ πράγματι διενήργησε ένορκη διοικητική εξέταση, (981/05 παραγγελία ΟΑΕΔ προς υπάλληλο Β. Μ.). Όμως η εξέταση αυτή έλαβε χώρα, προκειμένου να διερευνηθεί η ύπαρξη πειθαρχικών ευθυνών του αναιρεσείοντα και όχι στα πλαίσια της διενεργουμένης κυρίας ανακρίσεως. Σημειώνουμε, ότι απόλυτη ακυρότητα επέρχεται από την λήψη υπόψη μόνον της κατάθεσης ή καταθέσεων που έδωσε στην διοικητική εξέταση ο κατ/νος και όχι από την λήψη άλλων στοιχείων αυτής (μάρτυρες, έγγραφα, πόρισμα - Α.Π. 2068/08, Π.Χρ. ΝΘ' 407). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο κατ/νος δεν απολογήθηκε κατά την ένορκη διοικητική εξέταση, καίτοι κλητεύθηκε προς τούτο.
Συνεπώς ουδεμία κατάθεσή του λήφθηκε υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών και επομένως ουδεμία απόλυτη ακυρότητα παρήχθη, είτε αυτή (διοικητική εξέταση) έλαβε χώρα πριν, είτε μετά την κύρια ανάκριση, (πριν ή μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης). Αν φαλκιδεύτηκαν δικαιώματά του κατά την διενέργεια της άνω διοικητικής εξέτασης για την πειθαρχική του δίκη, ως διατείνεται ο αναιρεσείων, τούτο ανάγεται στην σφαίρα των διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/99).
Συνεπώς, όλα τα στοιχεία της άνω διοικητικής εξέτασης, ως έγγραφα λήφθηκαν υπόψη (Α.Π. 320/05 Π.Χρ. ΝΕ'975) από το Συμβούλιο Εφετών, ακόμα και αν ως άκυρα θεωρηθούν (Α.Π. 2068/08 άνω), αφού δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τούτων. 'Αλλωστε η κατά τα ανωτέρω ακυρότητα δεν αφορά οποιαδήποτε διοικητική έρευνα, και συγκεκριμένα αυτήν που διενεργήθηκε για την διερεύνηση υπάρξεως πειθαρχικών ευθυνών, αλλά μόνο αυτήν που διενεργείται στα πλαίσια των άρθρων 105 και 31 § 2 Κ.Π.Δ. (Α.Π. 1589/05 Π.Χρ. ΝΣΤ' 420). Τέτοια έρευνα όμως δεν διέταξε ούτε παρήγγειλε η Ανακρίτρια Μεσολογγίου. Γ Από τις διατάξεις του άρθρου 57 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου δημιουργεί τον κατ'άρθρο 484 § 1γ' λόγον αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: 1) αμετάκλητο βούλευμα που αποφαίνεται για την βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή που παύει οριστικά την ποινική δίωξη για αξιόποινη πράξη, 2) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου και 3) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, ήτοι περιστατικών κατά τον αυτόν τόπον και χρόνον λαβόντων χώρα. (Α.Π. 2257/08 Π.Χρ. ΝΘ' 830). Αντιθέτως, δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη - διάταξη του εισαγγελέα πλημ/κών - εφετών, που εκδίδεται κατά τα άρθρ. 43, 47 και 48 ΚΠΔ. (Α.Π. 1913/10 - Α.Π. 408/08 Π.Χρ. ΝΘ' 140 - Α.Π. 2004/00 Π.Χρ. ΝΓ' 737). Κατά συνέπεια δεν παραβιάζεται το δεδικασμένο, όταν το συμβούλιο εκτιμά ελευθέρως και περιστατικά αμετακλήτως κριθέντα με προηγούμενο βούλευμα ή απόφαση, εφόσον αυτά δεν ταυτίζονται κατ' αντικείμενο προς την κρινόμενη πράξη που είναι αυτοτελής. (Α.Π. 25/08 Π.Χρ. ΝΘ' 25). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο κατ/νος αναιρεσείων διατείνεται, ότι παραβιάσθηκε το δεδικασμένο, που προκύπτει ως προς αυτόν από το 18/06 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Μεσολογγίου και από την 25/03 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, διότι το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, προκειμένου να κρίνει την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, για το οποίο αρμοδίως παραπέμφθηκε σε δίκη, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τα περιστατικά του ανωτέρω βουλεύματος και της εισαγγελικής διάταξης, παραβιάζοντας το δεδικασμένο, ως και έλαβε υπόψη παραγεγραμμένες της πλαστογραφίας πράξεις. Από την επισκόπηση του σκεπτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος, προς έλεγχο της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, προκύπτει (φυλ. 13-14), ότι το ανωτέρω συμβούλιο εφετών, για να εδραιώσει την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας (κατάρτιση - νόθευση), έλαβε υπόψη του και πράξεις πλαστογραφίας (νόθευση), που φέρεται ότι τέλεσε ο κατ/νος από 17-1-97 έως 20-4-99, για τις οποίες όμως με το πρωτόδικο βούλευμα έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Οι πράξεις αυτές είναι διαφορετικές κατά χρόνο, από αυτές για τις οποίες ο αναιρεσείων παραπέμπεται σε δίκη αφενός και αφετέρου για την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξης, λαμβάνονται υπόψη και προηγούμενες πράξεις, έστω και αν δεν εχώρησε γι'αυτές καταδίκη (Α.Π. 382/06, Π.Χρ. ΝΣΤ' 898 - Α.Π. 93/99, Π.Χρ. ΜΘ'413 - Α.Π. 691/97 Π.Χρ. ΜΗ' 176), γεγονός που συμβαίνει και επί παραγραφής της πράξης, χωρίς τούτο να παραβιάζει το άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ, ως αντιθέτως ο αναιρεσείων διατείνεται. Επίσης έλαβε υπόψη πράξεις δωροδοκίας του κατ/νου από επιχειρηματίες, για ένταξη στο πρόγραμμα επιδότησης που δεν εδικαιούντο αυτής, αλλά με τις στο βούλευμα αναφερόμενες νοθεύσεις τούτο κατέστη δυνατόν, για τις οποίες όμως πράξεις δωροδοκίας το Συμβούλιο Πλημ/κών Μεσολογγίου αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία, ή έπαυσε οριστικά την ποινική κατά του κατ/νου δίωξη, με το 18/06 βούλευμά του. Εκ τούτου όμως ουδόλως παραβιάσθηκε το δεδικασμένο, που κατά τον αναιρεσείοντα προκύπτει από το 18/06 ανωτέρω βούλευμα, διότι πρώτον, στην αναίρεσή του ο κατ/νος δεν αναφέρει ότι το βούλευμα κατέστη αμετάκλητο και πως έλαβε χώρα το γεγονός τούτο (Α.Π. 641/09) και δεύτερον, ελεύθερα και αντιθέτως εκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο Εφετών τα (αμετακλήτως) κριθέντα με το 18/06 ανωτέρω βούλευμα, αφού αυτά αφορούν πράξεις δωροδοκίας, που δεν ταυτίζονται με τις κρινόμενες πράξεις της πλαστογραφίας, για τις οποίες παραπέμφθηκε αρμοδίως αυτός να δικασθεί. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι παρήχθη δεδικασμένο από την 25/03 απορριπτική Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, (περίπτωση καταγγελίας της Α. σε βάρος του), είναι αβάσιμη, καθόσον δεδικασμένο δεν παράγεται από πράξη - διάταξη Εισαγγελέα Πλημ/κών - Εφετών, που εκδίδεται κατ' άρθρ. 43 και 47, 48 ΚΠΔ. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να γίνει τυπικά και εν μέρει δεκτή η υπ' αριθμ. 8/10 αίτηση αναίρεσης του κατ/νου Μ. Μ. του Β. και της Κ., κατοίκου ... και ως εκ της υπηρεσίας του (υπάλληλος ΟΑΕΔ) Μεσολογγίου, κατά του υπ' αριθμ. 441/8-10-10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Β) Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 441/10 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, ως υπό Αστ' της παρούσας διαλαμβάνεται. Γ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Δ) Ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη υπ' αριθμ. 8/10 αίτηση αναίρεσης του κατ/νου Μ. Μ.. Αθήνα 26-09-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου με το 14/2007 βούλευμα του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο υπάλληλο του ΟΑΕΔ, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το 206/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, το οποίο όμως αναιρέθηκε με την 1393/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατά του εκδοθέντος νέου 441/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, που επίσης απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου ως αβάσιμη, στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και το προσβαλλόμενο αυτό νέο βούλευμα, υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού, μετά τροποποίηση του διατακτικού του 14/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για δύο αυτοτελείς κακουργηματικές πράξεις πλαστογραφίας, κατ'εξακολούθηση (κατάρτισης - νόθευσης εγγράφων) και εκδόθηκε στις 8-10-2010, προ της ενάρξεως ισχύος κατά την 23-12-2010 και της έκτοτε καταργήσεως του ενδίκου τούτου μέσου κατά βουλευμάτων, που προβλεπόταν στο καταργηθέν άρθρο 482 παρ.1 α του ΚΠΔ, δια του άρθρου 34 εδ. γ του ν. 3904/23-12-2010. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 105 ΚΠΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ, που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας. Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 ΚΠΔ με τον παραπάνω ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέταση του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται τα τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζόμενης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ. Περαιτέρω, ναι μεν η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠΔ δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικά εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ' και 481 παρ. 1 περ. β' ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και στο δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποίησής διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεση του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής(ΟλΑΠ 1/2004, ΑΠ 1232/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του προσβαλλόμενου 441/2010 βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να δικαστεί αρμοδίως για την κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας, κατ'εξακολούθηση, το Δικαστικό Συμβούλιο, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, αναφέρθηκε, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ότι έλαβε υπόψη του τα εξής: " από το αποδεικτικό υλικό της διενεργηθείσας κυρίας ανακρίσεως και της προηγηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου και των υπομνημάτων του, όχι όμως από τις καταθέσεις από 10-2-2005 των μαρτύρων υπεράσπισης Φ. Κ., Α. Ν. και Κ. Φ., την από 20-1-2005 απολογία του ανωτέρω κατηγορουμένου ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, διότι οι πράξεις αυτές ακυρώθηκαν με το 26/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, καθώς επίσης και από τις καταθέσεις του κατηγορουμένου κατά τις ένορκες διοικητικές εξετάσεις, που έγιναν ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, κατ'άρθρο 31 παρ.2 εδ, η του ΚΠΔ, αναλογικώς εφαρμοζόμενο, αφού η ένορκη διοικητική εξέταση εξομοιώνεται στο άρθρο 43 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, με την προκαταρκτική εξέταση (ΟλΑΠ 1/2004)". Από τα παραπάνω παρατεθέντα στο αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, προκειμένου να καταλήξει ότι συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για παραπομπή του κατηγορουμένου όπως έπραξε και το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο, α) ορθά δεν έλαβε υπόψη του την από 20-1-2005 ανακριτική απολογία του κατηγορουμένου και τις από 10-2-2005 ανακριτικές καταθέσεις των τριών μαρτύρων υπερασπίσεως Φ. Κ., Α. Ν. και Κ. Φ., με την αιτιολογία ότι αυτή και αυτές ακυρώθηκαν με το 26/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, για το λόγο ότι πριν την ανακριτική απολογία του κατηγορουμένου, δεν του γνωστοποιήθηκε από τον Ανακριτή το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ανεξάρτητα του ότι μόνον η μη τήρηση των δικαιωμάτων της σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου συνεπάγεται ακυρότητα και β) ορθά δεν έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλών αποδεικτικών μέσων, και "τις ένορκες διοικητικές εξετάσεις" επί της υποθέσεως, με την πρόδηλη έννοια, ενόψει ρητής αναφοράς και της παραπάνω αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ότι αξιολόγησε αποδεικτικά μόνο τα πορίσματα αυτών, όχι δε και τις μαρτυρικές καταθέσεις του κατηγορουμένου στις εξετάσεις (ΕΔΕ) αυτές, που είναι κατά τα παραπάνω ανεπίτρεπτο. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 484 παρ. 1 α , 171 παρ.1 δ του ΚΠΔ, 6 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.3ζ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, πρώτος και πέμπτος β' σκέλος, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β' Ν. 2721/3-6-1999, "αν ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφία κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ".
Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απ' αρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή να προβεί στην κατάρτιση του πλαστού εγγράφου ή τη νόθευση του γνησίου εγγράφου και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης, οπότε η πλαστογραφία τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ., ήδη 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Με την ίδια ποινή τιμωρείται, ήτοι έχει κακουργηματικό επίσης χαρακτήρα η πλαστογραφία, αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφία κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, στην περίπτωση που και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ., ήδη 15.000 ευρώ, ενώ αν είναι κατώτερα των 15.000 ευρώ, πρόκειται για πλημμέλημα.
Η κατάρτιση πλαστού εγγράφου συντελείται με την εκ μέρους του δράστη έκδοση εγγράφου στο όνομα άλλου, ως εάν είχε από τον άλλον καταρτισθεί και εκδοθεί ή με την κατ' απομίμηση θέση της υπογραφής άλλου σε υπάρχον έγγραφο ή τέλος, με την κατάχρηση της εν λευκώ τεθείσας υπογραφής άλλου. Αντιθέτως, η νόθευση συνίσταται στην αλλοίωση του περιεχομένου γνησίου κατ' αρχήν εγγράφου, είτε από τρίτο, πλην του εκδότη, πρόσωπο, είτε από τον ίδιο τον εκδότη, όταν δεν έχει πλέον εξουσία μεταβολής της έννοιας του εγγράφου, διότι προέκυψε δικαίωμα τρίτου στη διατήρηση του αρχικού περιεχομένου. Κάθε μορφή είναι χωριστή και ιδιαίτερη, ανεξαρτήτως του όχι και οι δύο αφορούν έγγραφο. Η αντικειμενική υπόσταση των δύο μορφών δεν ταυτίζεται, τα δε δύο εγκλήματα διακρίνονται κατά τη φύση και το είδος. Η αλλοίωση (νόθευση) διαφοροποιείται από την κατάρτιση, ενόψει του ότι στη νόθευση απαιτείται υλική επέμβαση σε υφιστάμενο ήδη έγγραφο. Πρόκειται δηλαδή για έγκλημα σωρευτικά μικτό υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή, η εξ' υπαρχής κατάρτιση πλαστού εγγράφου και η νόθευση γνήσιου, δεν μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος, συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως, διακρινόμενη σαφώς η μία από την άλλη, σε περίπτωση δε συνδρομής επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και των δύο τρόπων, υπόκεινται δύο εγκλήματα που συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά και με υποκειμενική υπόσταση υπερχείλη, που τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, την παραπλάνηση δηλαδή με τη χρήση του άλλου σε σχέση με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα άνω ποσά αντίστοιχα (73.000 ή 15.000 ευρώ) κατά περίπτωση.
Περαιτέρω, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΠΚ ότι με την ίδια ποινή (της παρ. 1) τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο το οποίο του εμπιστεύθηκαν ή είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, στη δε παράγραφο 3 ότι αν ο υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 Δραχμών (73.000 ευρώ).
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νοθεύσεως εγγράφου από υπάλληλο, προϋπόθεση είναι η με πρόθεση μεταβολή της έννοιας του εγγράφου κατά τρόπο που επηρεάζει ή ματαιώνει το περιεχόμενο της αποδεικτικής ισχύος του, το οποίο στην περίπτωση αυτή, του νόμου μη διακρίνοντος, δύναται να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Έγγραφα και δη δημόσια είναι και τα πρωτόκολλα δημοσίων υπηρεσιών, όπου καταχωρούνται περιληπτικά τα εισερχόμενα και εξερχόμενα έγγραφα, όπως είναι και το βιβλίο Γενικού Πρωτοκόλλου και του Μητρώου Ανέργων του ΟΑΕΔ, που είναι ΝΠΔΔ. Η μεταβολή και δη η νόθευση εγγράφου δύναται να συντελεσθεί είτε με την προσθήκη στο κείμενο του εγγράφου ψηφίων, αριθμών, φράσεων και λοιπών εγγραφών που δεν υπήρχαν κατά την αρχική του σύνταξη, είτε και με την απόσβεση ή ξέση τέτοιων στοιχείων καθ' οιονδήποτε τρόπο, και με την αναγραφή αντί αυτών άλλων. Αν δε ο υπάλληλος δράστης πέραν της νοθεύσεως των δημοσίων εγγράφων, που του ήσαν προσιτά ως εκ της υπηρεσίας του, είχε, επί πλέον, σκοπό να παραπλανήσει άλλα πρόσωπα για τα αναγραφόμενα στα υπό του ιδίου νοθευμένα έγγραφα γεγονότα, που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, στοιχειοθετείται η πλαστογραφία του άρθρου 216 παρ. 1,3 του ΠΚ και όχι η ψευδής νόθευση του άρθρου 242 παρ. 1,2,3 του ΠΚ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ότι για την ύπαρξη εγκλήματος κατ' εξακολούθηση απαιτείται, μεταξύ άλλων, όπως οι μερικότερες πράξεις είναι όμοιες, κάθε μία δηλαδή να περιέχει τα συστατικά στοιχεία της ίδιας νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος. Η ομοιότητα, κατά την παραπάνω έννοια, καταφάσκεται όταν οι πράξεις είναι φυσικά ομοειδείς, δηλαδή συνίστανται στην ίδια υλική συμπεριφορά και όχι απλώς νομικά ομοειδείς, δηλαδή όταν αξιολογούνται ως συνιστώσες το ίδιο έγκλημα. Επομένως, δεν υπάρχει κατ' εξακολούθηση έγκλημα, μεταξύ περισσοτέρων πράξεων, άλλων μεν καταρτίσεως, άλλων δε νοθεύσεως εγγράφου, διότι πρόκειται για διαφορετικές αντικειμενικές υποστάσεις και κατ' ακολουθία ομοειδής πραγματική συρροή. Για τον λόγο μάλιστα αυτό, στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας και με τις δύο μορφές (καταρτίσεως και νοθεύσεως), κάθε μία από τις οποίες τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, προκειμένου να προσδοθεί κακουργηματικός χαρακτήρας στην όλη εγκληματική συμπεριφορά του δράστη, όταν αυτός διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, να προσδιορίζεται ειδικά ότι το συνολικό όφελος που σκόπευε να προσπορίσει ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ για κάθε μία χωριστά από τις δύο αυτές μορφές της πλαστογραφίας και όχι για το σύνολο της δραστηριότητάς του, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατό οι μεν εξακολουθητικές πράξεις της πλαστογραφίας με την μορφή της καταρτίσεως να φέρουν τον χαρακτήρα του πλημμελήματος, αν για αυτές το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ, οι δε εξακολουθητικές πράξεις του ίδιου εγκλήματος, που τελούνται με τη μορφή της νοθεύσεως, να φέρουν τον χαρακτήρα του κακουργήματος, αν για αυτές το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ ή και αντιστρόφως.
Για την θεμελίωση της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, κατά άρθρο 13 περ. στ' του ΠΚ, προκύπτει ότι απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, κατ'εξακολούθηση, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, μπορούν δε να ληφθούν υπόψη και οι προγενέστερες της 3-6-1999, που ίσχυσε ο ν. 2721/1999, που τροποποίησε δια του άρθρου 14 παρ. 11 αυτού το άρθρο 98 του ΠΚ πράξεις, όπως και παραγεγραμμένες μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας, χωρίς τούτο να παραβιάζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. (Συμβ.ΑΠ 382/2006 Π.Χρ.ΝΣΤ.898).
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σε αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν ή μη την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού στοιχείου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά τους στο σύνολο του είδους τους. Η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο, η εσφαλμένη αξιολόγηση καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς αποδεικτικού στοιχείου και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η ύπαρξη του δόλου, όταν για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως και στο έγκλημα της πλαστογραφίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Και στα μικτά εγκλήματα, όπως και η απλή πλαστογραφία, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου), με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη. Η επιβαλλόμενη ως παραπάνω αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σε αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά, από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης ή του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 441/2010 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, που το εξέδωσε, χωρίς ίδιο αιτιολογικό, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στις ενσωματωμένες στο βούλευμα 396/2010 και 397/2010 προτάσεις του Εισαγγελέα, δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από το αποδεικτικό υλικό της διενεργηθείσας κύριας ανακρίσεως και της προηγηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου και των υπομνημάτων του, όχι όμως από τις καταθέσεις από 10-2-2005 των μαρτύρων υπεράσπισης Φ. Κ., Α. Ν. και Κ. Φ., την από 20-1-2005 απολογία του ανωτέρω κατηγορουμένου ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, διότι οι πράξεις αυτές ακυρώθηκαν με το υπ'αριθ.26/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Μεσολογγίου, καθώς επίσης και από τις καταθέσεις του κατηγορουμένου κατά τις ένορκες διοικητικές εξετάσεις που έγιναν ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, κατ'άρθρο 91 παρ.2 εδ.η'ΚΠΔ, αναλογικώς εφαρμοζόμενο, αφού η ένορκη διοικητική εξέταση εξομοιώνεται στο άρθρο 48 παρ.1 εδ.γ'ΚΠΔ με την προκαταρκτική εξέταση (Ολ.ΑΠ 1/2004 ΠχεΝΕ'113), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος Μ. Μ. μετατάχθηκε στην τοπική υπηρεσία του ΟΑΕΔ Ναυπάκτου την 2-5-1990 από την ΕΑΣ. Από το χρόνο μετατάξεως του ανέλαβε το αντικείμενο των προγραμμάτων επιχορηγήσεως των Νέων Ελεύθερων Επαγγελματιών και των Νέων Θέσεων εργασίας, που συγχρηματοδοτούνταν από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά από ένα έτος περίπου διορίσθηκε προϊστάμενος της άνω υπηρεσίας. Ως προϊστάμενος δεν ήταν υποχρεωμένος να ασχολείται με συγκεκριμένο αντικείμενο εργασίας παρά μόνο να ασκεί "εποπτεία" στους λοιπούς υπαλλήλους. Παρά ταύτα όμως και μετά τον διορισμό του εξακολουθούσε να ασχολείται αποκλειστικά με το παραπάνω αντικείμενο ακόμη και όταν προσελήφθη τρίτος υπάλληλος το έτος 1992 ο Β. Τ.. Ο τελευταίος ασχολούνταν με το γραφείο ασφάλισης και υποστήριξης, μαζί με την υπάλληλο Θ. Μ. και με τις υποθέσεις των αλλοδαπών. Η υπάλληλος Θ. Μ. ασχολούνταν με το πρόγραμμα stage. Επίσης την υπηρεσία στελέχωναν τρία εκπαιδευόμενα άτομα από το πρόγραμμα stage, η Μ. Λ. Κ. και η Ζ. Σ. Χ., ένα άτομο από το πρόγραμμα αντιρρησιών συνείδησης, ο Π. Γ. Γ., καθώς και δύο καθαρίστριες, η Ε. Κ., στην οποία είχε ανατεθεί και η συμπλήρωση του βιβλίου γενικού πρωτοκόλλου, όπου είχαν πρόσβαση και το συμπλήρωναν και οι λοιποί υπάλληλοι και η Α. Κ.. Η υπάλληλος Θ. Μ. όταν επέστρεψε στις 31-10-2001 από την άδεια μητρότητας ανέλαβε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου, οπότε ήρθαν στο γραφείο της επιχειρηματίες της Ναυπάκτου και συγκεκριμένα οι Ζ. Μ. κ.λπ. και της είπαν τον τρόπο που χρημάτισαν τον κατηγορούμενο για να τον πείσουν να ενταχθούν σε πρόγραμμα, μάλιστα ο Ζ. είπε ότι έχει κασέτα, ο δε Μ. είπε ότι πήρε τα μισά χρήματα της επιχορήγησης. Κατόπιν τούτου οι υπάλληλοι Β. Τ. και Θ. Μ. εξέφρασαν στον γενικό διευθυντή υποστήριξης του ΟΑΕΔ, Χ. Χ. και στον περιφερειακό διευθυντή Πελοποννήσου Α. Μ., υπόνοιες ότι ο κατηγορούμενος χρηματίζεται. Ακολούθως διενεργήθηκε έκτακτος έλεγχος από τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Κ. Φ. και Ι. Μ. και στη συνέχεια ένορκη διοικητική εξέταση, σε εκτέλεση της υπ'αριθ.4510/20-6-2001 εντολή διοίκησης του ΟΑΕΔ από την υπάλληλο της περιφερειακής διεύθυνσης Α. Α. καθώς και δεύτερη ένορκη διοικητική εξέταση, σε εκτέλεση της υπ'αριθ.981/21-12-2005 εντολής του Διοικητή του ΟΑΕΔ, από την προϊσταμένη της Τ.Υ. ΟΑΕΔ Αγρινίου Β. Μ.. Από τους ελέγχους αυτούς διαπιστώθηκαν πάρα πολλές αλλοιώσεις (οι περισσότερες με διορθωτικό υγρό-blanco) στο περιεχόμενο του βιβλίου γενικού πρωτοκόλλου καθώς και στο βιβλίο ανέργων, οι οποίες σχετίζονταν με την ένταξη στα ανωτέρω προγράμματα ΝΘΕ και ΝΕΕ επιχειρήσεων και ανέργων που δεν δικαιούνταν επιχορήγησης για διαφόρους λόγους όπως επιχειρήσεις που δεν απασχολούσαν εργαζόμενους, άνεργοι που δεν ήταν εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ ή δεν είχαν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ανεργίας ή περιπτώσεις εκπροθέσμων αιτήσεων. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος ως προϊστάμενος της Τοπικής Υπηρεσίας Ναυπάκτου του ΟΑΕΔ και ως αρμόδιος για την έγκριση της ένταξης επιχειρήσεων και ανέργων στα συγχρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) προγράμματα του ΟΑΕΔ για την επιχορήγηση των Νέων Θέσεων Εργασίας (Ν.Θ.Ε.) και των Νέων Ελεύθερων Επαγγελματιών (Ν.Ε.Ε.) των ετών 1999 και 2000 με ελάχιστο όριο επιχορήγησης το ποσό του 1600.000 δραχμών για ΝΕΕ, του 1.280.000 δραχμών για ΝΘΕ του 1999 και του 1.440.000 δραχμών για ΝΘΕ του 2000 εξακολουθητικά αφ'ενός κατήρτισε τα παρακάτω πλαστά έγγραφα, αφ'ετέρου νόθευσε τα παρακάτω γνήσια έγγραφα, επιδιώκοντας με τη χρήση όλων των εγγράφων αυτών να δημιουργήσει στα αρμόδια όργανα του ΟΑΕΔ και του Ελληνικού Δημοσίου την εσφαλμένη εντύπωση πως τα αναγραφόμενα στα (πλαστά και νοθευμένα) έγγραφα αυτό και τα παρακάτω αναφερόμενα άτομα και επιχειρήσεις πληρούσαν δήθεν τις προϋποθέσεις ένταξης στα ως άνω προγράμματα και πως εδικαιούνταν τάχα επιχορηγήσεως για δήθεν Νέες Θέσεις Εργασίας (ΝΘΕ) ή ως δήθεν Νέοι Ελεύθεροι Επαγγελματίες (ΝΕΕ). Επεδίωκε έτσι με τη χρήση των εγγράφων αυτών να προσπορίσει στα εν λόγω άτομα και επιχειρήσεις παράνομο όφελος, ήτοι την οικεία επιχορήγηση σε καθέναν από αυτούς, την οποία όμως κανείς δεν εδικαιούτο στην πραγματικότητα γιατί δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις (επιχειρήσεις που δεν απασχολούσαν εργαζόμενους, άνεργοι που δεν ήταν εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ ή δεν είχαν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ανεργίας ή περιπτώσεις εκπροθέσμων αιτήσεων), το δε συνολικό όφελος, στο οποίο αυτός απέβλεπε με τις μερικότερες παρακάτω πράξεις του με αντίστοιχη συνολική ζημία του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και του Ελληνικού Δημοσίου αλλά και τρίτων, ανέρχεται, αθροιζομένων των ωφελημάτων-ζημιών των παρακάτω επί μέρους πλαστογραφιών, σε ποσό ανώτερο των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: Α)Νόθευσε γνήσια έγγραφα και ειδικότερα διέγραψε με διορθωτικό ύγρο (blanco) και γομολάστιχα τις αρχικές γνήσιες καταχωρίσεις του βιβλίου γενικού πρωτοκόλλου της Τοπικής Υπηρεσίας Ναυπάκτου του ΟΑΕΔ και προσέθεσε διαφορετικές καταχωρήσεις στο ως άνω βιβλίο γενικού πρωτοκόλλου, αλλοιώνοντας την έννοια και το περιεχόμενο του δημοσίου εγγράφου αυτού, χωρίς οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ως άνω υπηρεσίας να συναινούν επιδιώκοντας με τη χρήση των νοθευμένων καταχωρήσεων αυτών να εμφανίσει τα αναγραφόμενα στις νοθευμένες καταχωρήσεις άτομα και επιχειρήσεις ως δήθεν πληρούντα τις προϋποθέσεις ένταξης στα οικεία προγράμματα και ως δήθεν δικαιούμενα επιχορηγήσεως για ΝΘΕ και ΝΕΕ. Ειδικότερα νόθευσε κατά τον ανωτέρω τρόπο τις ακόλουθες καταχωρήσεις του προαναφερομένου βιβλίου γενικού πρωτοκόλλου: 1)Στον αριθμό 1419/99 καταχώρησε ως εισερχόμενο έγγραφο, την αίτηση υπαγωγής στο πρόγραμμα ΝΘΕ του Λ. Φ. και ως εξερχόμενο, την απόφαση υπαγωγής του στο εν λόγω πρόγραμμα, 2)Στον αριθμό 1816/99 καταχώρησε ως εισερχόμενο έγγραφο, την αίτηση κατάθεσης δικαιολογητικών για ΝΘΕ της εταιρείας Μ. Αφοί και Σία Ο.Ε. αποσβήνοντας την γνήσια καταχώριση του υπ'αριθ.πρωτ.1799/28-7-99 εγγράφου της Περ/κης Δ/νσης. 3)Στον αριθμό 2097/99, που αφορούσε εξερχόμενο έγγραφο προς την Διοίκηση Δ/νση Α5, ενέγραψε, ως εισερχόμενο την αίτηση για κατάθεση δικαιολογητικών πληρωμής τριμήνου του ΝΕΕ Ζ. Ε., 4)Στον αριθμό 2156/99 απάλειψε τα στοιχεία "αίτηση F. T. προς ειδική επιτροπή" και ενέγραψε τα στοιχεία "έγκριση καταβολής Α'δόσης στο Νέο Ελέυθερο Επάγγελματία Σ. Γ.", 5)Στον αριθμό 2214/99 απάλειψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Γ. Α." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αποστολή ένστασης Νέου Ελεύθερου Επαγγελματία Κ. Α.". 6)Στον αριθμό 2236/99 απάλειψε τα στοιχεία "Αποστολή ΔΑΤΕ για επικόλληση ενσήμων της Ρ. Ε." και ενέγραψε στη στήλη των εξερχομένων, τα στοιχεία "Για Α.-Κ. Ο.Ε. προς την Δ/νση Απασχόλησης....(δεν διακρίνονται τα υπόλοιπα γράμματα)". 7)Στον αριθμό 2584/99 καταχώρισε, ως εισερχόμενο έγγραφο, την αίτηση κατάθεσης δικαιολογητικών για ΝΕΕ του Ι. Ζ. και ως εξερχόμενο, την έγκριση χορήγησης β'δόσης στον ίδιο. 8)Στον αριθμό 2715/99 απάλειψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Μ. Ι." και ενέγραψε τα στοιχεία "Ένσταση του Γ. Α. επί απορριπτικής απόφασης καταβολής επιχορήγησης". 9)Στον αριθμό 2782/99 απάλειψε στη στήλη των εξερχομένων τα στοιχεία "έγκριση καταβολής επιχ/σης για πρόγραμμα ΝΕΕ Κ. Σ." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση της (ΓΕΜΑΚ) για καταβολή επιχορήγησης προγράμματος Νέων Θέσεων Εργασίας". 10)Στον αριθμό 2870/99 απάλειψε, από τη στήλη των εισερχομένων, τα στοιχεία "έγγραφο της Διοίκησης από 16-11-99 της Δ/νσης Προμηθειών" και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση του Ζ. Β. για επιχ/ση προγράμματος ΝΟΕ". 11)Στον αριθμό 2925/99 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση της Γ. Π. για χορήγηση Α' δόσης επιχ/σης προγράμματος ΝΕΕ" και ενέγραψε τα στοιχεία "Έγκριση καταβολής Α' δόσης στην (ΝΕΕ) Κ. Α.". 12)Στον αριθμό 2959/99 καταχώρησε ως εισερχόμενα τα υπ'αριθ.πρωτ.Β 124539 και Β124540 έγγραφα της Διοίκησης της Δ/νσης Α5 που αφορούσαν επιχορήγηση ΝΕΕ. 12)Στον αριθμό 2960/99 απάλειψε τα στοιχεία "έγγραφο της Διοίκησης αριθ.πρωτ.Β/124539/19-11-1999" και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση της Δ. Κ. για ανεύρεση ατόμων προς αντικατάσταση προγράμματος ΝΘΕ". Επίσης στον αυτό αριθμό καταχώρησε απόφαση με την οποία απήλλαξε την επιχείρηση της Κ. Δ. από την υποχρέωση απολυθέντος υπαλλήλου, ενώ το καταχωρηθέν αρχικά, ως εισερχόμενο, πρώτο έγγραφο το καταχώρισε στον προηγούμενο αριθμό πρωτ.2959/99. 14)Στον αριθ.πρωτ.3098/1999 καταχώρισε αίτηση της επιχείρησης FULL Α.Ε. για την 1η πληρωμή της για σαράντα νέες θέσεις εργασίας, απαλείφοντας την αρχική καταχώρηση που αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης της Κ. Ν.. 15)Στον αριθμό 3141/99 καταχώρισε, ως εισερχόμενο, αίτηση χορήγησης προκαταβολής ΝΕΕ της Α. Κ. και ως εξερχόμενο, την έγκριση καταβολής επιχορήγησης στην ίδια. 16)Στον αριθμό 3142/99 καταχώρισε, ως εισερχόμενο, την αναγγελία του εργοδότη Σ. Τ. για την οικειοθελή αποχώρηση της μισθωτού Σ. Α.. 17)Στον αριθμό 3360/99 πρωτοκόλλησε αίτηση της Ό. Ζ. για υπαγωγή της στο πρόγραμμα ΝΕΕ ΑΜΕΑ απαλείφοντας, από τη στήλη των εξερχομένων, τα στοιχεία "χορήγηση βεβαίωσης για το ΙΚΑ για ασφάλιση νέων 20-29 ετών στον Χ. Γ.". Από την ένταξη δε της ανωτέρω στο συγκεκριμένο πρόγραμμα της κατεβλήθη ποσό 2.400.000 δρχ. ενώ συνολικά θα ελάμβανε 5.000.000 δρχ. 18)Στον αριθμό 423/2000 απάλειψε απ'τη στήλη των εξερχομένων, τα στοιχεία "Έγκριση καταβολής Β'δόσης στο πρόγραμμα ΝΕΕ του Τ. Κ." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση για καταβολή επιχ/σης Β'δόσης για προγρ.ΝΘΕ στον Μ. Α.". 19)Στον αριθμό 792/2000 απάλειψε τα αρχικώς καταχωριμένα στοιχεία (τα οποία δεν διακρίνονται γιατί τ'απάλειψε με γομολάστιχα) και ενέγραψε στη στήλη των εισερχομένων, τα στοιχεία "Αίτηση υπαγωγής στο πρόγραμμα επιχ/σης απεξαρτημένων ατόμων" του Σ. Β. και στη στήλη των εξερχομένων "απόφαση υπαγωγής για χορήγηση επιχ/σης στο προγρ.ΝΕΕ απεξαρτημένων ατόμων". 20)Στον αριθμό 1084/2000 απάλειψε από τη στήλη των εξερχομένων, τα στοιχεία "Έγκριση χορήγηση της προκαταβολής στον ΝΕΕ Χ. Α., με κοινοποίηση στην Περ/κή Δ/νση Πελ/νήσου" και ενέγραψε στη στήλη των εισερχομένων, τα στοιχεία "Αύξηση χορήγησης Β'δόσης τριμήνου στο προγρ.ΝΘΕ των ΑΦΟΙ Δ.Α. Ο.Ε.". 21)Στον αριθμό 1129/2000 καταχώρησε ως εισερχόμενο έγγραφο, την αίτηση υπαγωγής στο πρόγραμμα ΝΕΕ του Σ. Ρ. και ως εξερχόμενα την απόφαση υπαγωγής του στο εν λόγω πρόγραμμα και τα στοιχεία "θεραπεία έλλειψης 1 μήνα ανεργίας". 22)Στον αριθμό 1210/00 απάλειψε από τη στήλη των εξερχομένων, τα στοιχεία "Έκδοση ανακλητικής απόφασης προγρ.επιχ/σης ΝΘΕ στους Αφοί Ζ. Α.Ε." και ενέγραψε στη στήλη των εισερχομένων τα στοιχεία "Αίτηση καταβολής Γ'Τριμήνου επιχ/σης προγρ.ΝΘΕ του Μ. Α.". 23)Στον αριθμό 1976/00 απάλειψε από τη στήλη των εξερχομένων, τα στοιχεία "Έγκριση καταβολής δόσης στο προγρ.ΝΕΕ της Ρ. Θ." και ενέγραψε, στη στήλη των εισερχομένων, τα στοιχεία "Αίτηση καταβολής Α'τριμήνου επιχ/σης προγρ.ΝΘΕ του Χ. Α.Ε." και στη στήλη των εξερχομένων, "έγκριση καταβολής Α'τριμήνου προγρ.επιχ/σης ΝΘΕ στον ίδιο". 24)Στον αριθμό 1484/29-5-00 καταχώρησε την εγκριτική απόφαση ένταξης στο πρόγραμμα ΝΘΕ του Γ. Η., ενώ στην πραγματικότητα η αίτηση είχε υποβληθεί την 22/6/00 και αρχικά στο πρωτόκολλο είχε καταχωριθεί αίτηση για καταβολή επιχορήγησης στη Δ. Α.. 25)Στον αριθμό 1485/00 απάλειψε (με γομολάστιχα) τα στοιχεία "Αίτηση....(δεν διακρίνεται το όνομα) για δόση προγρ.επιχ/σης για ΝΘΕ" και ενέγραψε τα στοιχεία "Απόφαση υπαγωγής στο προγρ.επιχ/σης ΝΘΕ του Η. Γ.". 26)Στον αριθμό 1513/00 καταχώρισε, ως εισερχόμενο, αίτηση της εταιρείας Φ. Χ. και ΣΙΑ Ο.Ε. για δόση επιχορήγησης ΝΘΕ και ένσταση της ίδιας εταιρίας και ως εξερχόμενο, την απόφαση έγκρισης καταβολής επιχορήγησης στην εν λόγω επιχείρηση και απόρριψης του αιτήματος της καταβολής επιχορήγηση για το μήνα Νοέμβριο του 1999. 27)Στον αριθμό 1607/00 απάλειψε από τη στήλη των εξερχομένων, τα στοιχεία "Έγκριση υπαγωγής στο προγρ.επιχ/σης ΝΕΕ της Α. Δ.", και ενέγραψε, στη στήλη των εισερχομένων, τα στοιχεία "Αίτηση υπαγωγής στο προγρ.ΝΕΕ της Χ. Α.". 28)Στον αριθμό 1611/00 απάλειψε, από τη στήλη των εξερχομένων, τα στοιχεία "Έγκριση χορήγησης Β'δόσης στο προγρ.ΝΕΕ της Γ. Π." και ενέγραψε στη στήλη εισερχομένων, τα στοιχεία "Αίτηση για χορήγηση της Β'δόσης προγρ.επιχ/σης ΝΕΕ της Α. Δ.". 29)Στον αριθμό 1612/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση υπαγωγής στο προγρ.επιχ/σης ΝΘΕ της Ν. Γ. και έγκριση υπαγωγής στο προγρ." και ενέγραψε τα στοιχεία "χορήγηση Α'δόσης προγρ. επιχ/σης ΝΕΕ στην Μ. Χ.. 30)Στον αριθμό 17340/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση για κατάθεση δικαιολογητικών για προγρ.επιχ/σης ΝΘΕ" και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση για υπαγωγή στο προγ.επιχ/σης ΝΘΕ της Σ. Α.". 31)Στον αριθμό 1803/00 απάλειψε, από των εξερχομένων, τα στοιχεία "Απόδοση εισφορών στο ΙΚΑ Ναυπάκτου" και ενέγραψε, στη στήλη εισερχομένων, τα στοιχεία "αίτηση καταβολής επιχ/σης για το προγρ.ΝΘΕ του Γ. Κ." 32)Στον αριθμό 1852/00 απέλειψε από τη στήλη εισερχομένων τα στοιχεία "έγγραφο της Δ/νσης Προμηθειών με αριθ.πρωτ.Β/115896/15.06.2000" και ενέγραψε τα στοιχεία " Αίτηση για καταβολή επιχ/σης προγρ.ΝΕΕ Αφοί Α." 33)Στον αριθμό 1901/00 απάλειψε, από τη στήλη των εξερχομένων, τα στοιχεία "Αποστολή ενημερωτικού εγγράφου για τους ΝΕΕ Κ. Α. και Κ. Χ. προς τη Δ/νση Απασχόλησης και ενέγραψε στη στήλη εισερχομένων, τα στοιχεία "Αίτηση χορήγησης Ε'και ΣΤ'Τριμήνου επιχ/σης προγρ.ΝΘΕ του Ι.Τ. και Σία ΟΕ." 34)Στον αριθμό 1976/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης Ραδιοτηλεοπτικής Ναυπάκτου στον Κ." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση για ζήτηση και απόδειξη ανέργου από Μητρώο Ανέργων της Υπηρεσίας για αντικατάσταση μισθωτού", 35)Στον αριθμό 1977/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης της Ραδιοτηλεοπτικής Ναυπάκτου στην Π. Μ. -Ι." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση για ζήτηση και υπόδειξη ανέργου από Μητρώο Ανέργων της Υπηρεσίας για αντικατάσταση μισθωτού", 36)Στον αριθμό 2099/00 καταχώρησε αίτηση κατάθεσης δικαιολογητικών για επιχορήγηση δόσης ΝΕΕ του Ν. Κ., 37)Στον αριθμό 2112/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση και κατάθεση δικαιολογητικών για χορήγηση δόσης προγρ.επιχ/σης ΝΕΕ του Κ. Ν." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση και κατάθεση δικαιολογητικών για δόση προγρ.επιχ/σης ΝΕΕ του Κ. Ζ. και έγκριση καταβολής Β'δόσης του ίδου". Το ποσό δε με το οποίο επιχορηγήθηκε ο ανωτέρω κατόπιν της 1658/13-7-99 απόφασης Δ.Σ. του ΟΑΕΔ, ανερχόταν 61.200.000 δρχ. καίτοι η προθεσμία υποβολής της αιτήσεως για την πληρωμή της Β'δόσης έληγε στις 12-7-00. Το έγγραφο, άλλωστε, που αφορούσε το Ν. Κ. μεταφέρθηκε στο Νο 2099/12-7-00, 38)Στον αριθμό 2258/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση καταβολής επιχ/σης Β'δόσης προγρ.ΝΘΕ της Κ. Α." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση καταβολής επιχ/σης Β'δόσης για το προγρ.ΝΘΕ της Π. Α.", 39)Στον αριθμό 2436/00 απάλειψε, από τη στήλη των εξερχομένων, τα στοιχεία "Απορριπτική απόφαση Δντή για τον Κ. Β." και ενέγραψε στη στήλη εισερχομένων, τα στοιχεία "Αίτηση υπαγωγής στο προγρ.επιχ/σης ΝΘΕ του Τ. Ν. και απόφαση υπαγωγής στο προγρ.ΝΘΕ του ίδιου" 40)Στον αριθμό 2491/00 καταχώρισε, ως εισερχόμενο, αίτηση της εταιρείας Μ. και Σία Ο.Ε. για υπαγωγή στο πρόγραμμα ΝΘΕ για τον εργαζόμενο Δ. Μ. και ως εξερχόμενο, την απόφαση υπαγωγής στο εν λόγω πρόγραμμα, 41)Στον αριθμό 2652/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση καταβολής επιχ/σης προγρ.ΝΘΕ του FULL A.E." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση του FULL Α.Ε. για αντικατάσταση μισθωτού για προγρ.επιχ/σης ΝΘΕ" 42)Στον αριθμό 2834/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αίτηση για κατάθεση δικαιολογητικών για χορήγηση δόσης προγρ.επιχ/σης ΝΘΕ του FULL Α.Ε." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αίτηση για αντικατάσταση μισθωτών για επιχ/ση προγρ.ΝΘΕ του FULL Α.Ε. και απόφαση έγκρισης της αντικατάστασης των μισθωτών του ίδιου", 43)Στον αριθμό 2944/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Μ. Σ." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Κ. Π.", 44)Στον αριθμό 2946/00 απάλειψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Κ. Α." και ενέγραψε τα στοιχεία "Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του Κ. Π.", 45)Στον αριθμό 3190/5-10-2000 απάλειψε την αρχικώς καταχωρημένη αίτηση για καταβολή επιχορήγησης ΝΘΕ από 1-7-2000 έως 30-9-2000 στην επιχείρηση ΚΕΜΟΠ (Κέντρο Εκπαίδευσης και Μέριμνας Οικογένειας και Παιδιού), για την οποία εξεδόθη η υπ'αριθ.41962/27-11-2000 εντολή πληρωμής και καταχώρησε αίτηση για καταβολή επιχορήγησης για το χρονικό διάστημα από 1-3-2000 έως 31-8-2000 της Ζ. Χ., 46)Στον αριθμό 3234/00 καταχώρησε αίτηση αντικατάστασης μισθωτού του εργοδότη Χ. Π. που αφορούσε τον εργαζόμενο Σ. Σ., 47)Στον αριθμό 3243/12-10-2000 απάλειψε τα στοιχεία "Εγκριτική απόφαση για υπαγωγή στο πρόγραμμα STAGE της Σ. Α." και ενέγραψε τα στοιχεία "αίτηση για υπαγωγή στο πρόγραμμα επιχορηγήσεων ΝΘΕ της εταιρείας ΑΦΟΙ Α. Ο.Ε. 48)Στον αριθμό 3442/00 καταχώρησε ως εισερχόμενο, αίτηση του Ν. Ζ. για δόση επιχορήγησης ΝΕΕ και ως εξερχόμενο, την έγκριση της εν λόγω αιτήσεως , 49)Στον αριθμό 3460/00 καταχώρισε αναγγελία της εταιρείας FULL Α.Ε. για την αποχώρηση του εργαζομένου Ι. Κ., 50)Στον αριθμό 3482 καταχώρισε ως εισερχόμενο αίτηση του Β. Σ. για χορήγηση της Β' δόσης ΝΕΕ και ως εξερχόμενο, την "έγκριση χορήγησης Β'δόσης σε απεξαρτημένο άτομο", 51)Στον αριθμό 3497/00 καταχώρισε αίτηση αντικατάστασης μισθωτού της εταιρίας Αφοί Ζ. Α.Ε. 52)Στον αριθμό 3668/00 καταχώρισε σε αίτηση-δήλωση ανέργου του Ι. Ζ., 54)Στον αριθμό 3715/00 καταχώρισε, ως εισερχόμενο, αίτηση της εταιρείας Αφοί Ζ. Α.Ε. για υπαγωγή στο πρόγραμμα ΝΘΕ και ως εξερχόμενο, την απόφαση υπαγωγής στο εν λόγω πρόγραμμα, 55)Στον αριθμό 3725/00 καταχώρισε ως εισερχόμενο, αίτηση του Γ. Κ. για υπαγωγή στο πρόγραμμα ΝΕΕ και ως εξερχόμενο την απόφαση υπαγωγής του στον εν λόγω πρόγραμμα 56)Στον αριθμό 3811/00 καταχώρισε την αναγγελία του εργοδότη Σ. Μ. της οικειοθελούς αποχώρησης της εργαζομένης Α. Α., 57)Στον αριθμό 3904/00 καταχώρισε ως εξερχόμενο προς την Δ/νση Α5, την ένσταση της ΝΕΕ Α. Μ., 58)Στον αριθμό 3913/2000 καταχώρισε, ως εισερχόμενο απόφαση για ΝΕΕ αφορώσα την Ε. Α., 59)Στον αριθμό 3931/00 καταχώρησε την αίτηση της Κ. Δ. για καταβολή δόσης ΝΘΕ, 60)Στον αριθμό 4028/00 καταχώρισε ως εισερχόμενο ένσταση της Ε. Α. κατά απόφασης του Περιφερειακού Δ/ντή Πελοποννήσου του ΟΑΕΔ και ως εξερχόμενο, την αποστολή της αυτής ένστασης. 61)Στον αριθμό 4087/00 καταχώρησε αίτηση του Λ. Σ. για χορήγηση δόσης ΝΘΕ 62)Στον αριθμό 4208/00 καταχώρισε, ως εισερχόμενο αίτηση του Δ. Α. για χορήγηση Β'δόσης ΝΕΕ και ως εξερχόμενο την έγκριση της εν λόγω αιτήσεως. Β)Νόθευσε γνήσιο έγγραφο και ειδικότερα διέγραψε με διορθωτικό υγρό (blanco) και γομολάστιχα τις αρχικές γνήσιες καταχωρίσεις του βιβλίου ανέργων της Τοπικής Υπηρεσίας Ναυπάκτου του ΟΑΕΔ και προσέθεσε διαφορετικές καταχωρίσεις στο ως άνω βιβλίο ανέργων, αλλοιώνοντας την έννοια και το περιεχόμενο του δημοσίου εγγράφου αυτού, χωρίς οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ως άνω Υπηρεσίας να συναινούν, επιδιώκοντας με τη χρήση των νοθευμένων καταχωρίσεων αυτών να εμφανίσει τα αναγραφόμενα στις νοθευμένες καταχωρίσεις άτομα και τις επιχειρήσεις στις οποίες απασχολήθηκαν, ως δήθεν πληρούντο τις προϋποθέσεις ένταξης στα οικεία προγράμματα και ως δήθεν δικαιούμενα επιχορηγήσεως για ΝΘΕ και ΝΕΕ. Ειδικότερα νόθευσε κατά τον ανωτέρω τρόπο τις ακόλουθες καταχωρήσεις του προαναφερομένου βιβλίου ανέργων. Ι)Στον αριθμό 669/23-6-1999 απάλειψε την καταχώριση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας της Κ. Τ. και καταχώρισε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Π. Μ.,
ΙΙ)Στον αριθμό 744/6-7-1999 απάλειψε την καταχώριση της υπ'αριθ.1592/6-7-99 αίτησης της εγγεγραμμένης ως άνεργης Α. Σ. για επίδομα ανεργίας, η οποία απορρίφθηκε με την υπ'αριθ.1592/6-7-99 απόφαση της Τ.Υ ΟΑΕΔ Ναυπάκτου και ενέγραψε τα στοιχεία της άνεργης Μ. Κ., που επιχορηγήθηκε ως ΝΕΕ,
ΙΙΙ)Στον αριθμό 866/6-8-99 απάλειψε τα στοιχεία ως ανέργου Σ. Θ. και στη θέση του ενέγραψε τα στοιχεία του Σ. Φ. του Μ.. Από την παραποίηση δε αυτή του πρωτοκόλλου ωφελήθηκε η επιχείρηση του Φ. Κ., η οποία επιχορηγήθηκε για τον άνω εργαζόμενο με το ποσό των 295.650 δρχ. ενώ το συνολικό ποσό της επιχορήγησης που θα ελάμβανε ανερχόταν σε 1.800.000 δρχ. (βλ. υπ'αριθ.10 της συγκεντρωτικής κατάστασης που επισυνάπτεται στην έκθεση της ΕΔΕ της υπαλλήλου του ΟΑΕΔ Β. Μ.) IV)Στον αριθμό 1066/30-9-1999 απάλειψε την καταχώρηση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας του Γ. Μ. και καταχώρισε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα του Γ. Α., στο οποίο και χορήγησε δελτίο ανεργίας με ημερομηνία έκδοσης την 28-10-1999 ημέρα αργίας (εθνικής εορτής). Ακολούθως ο Γ.Α. επιχορηγήθηκε με το ποσό των 600.000 δρχ. ενώ το συνολικό ποσό που θα ελάμβανε ήταν 1.800.000 δρχ. (βλ.αρ.33 του πίνακα που επισυνάπτεται στο υπ'αριθ.πρωτ.11/16-7-02 έγγραφο του ΟΑΕΔ) VI)Στον αριθμό 1231/1-11-99 απάλειψε την καταχώριση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας, της Α. Μ. και καταχώρισε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Ε. Ζ. VII)Στον αριθμό 1398/22-11-99 απάλειψε την καταχώριση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας του Χ. Κ. και καταχώρισε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα του Χ. Ε., VIII)Στον αριθμό 1608/29-12-1999 καταχώρισε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα του Ι. Σ., απαλείφοντας την αρχική καταχώριση της έκδοσης δελτίου ανεργίας σε άλλο πρόσωπο (το όνομα του οποίου δεν διακρίνεται) IX)Στον αριθμό 372/17-2-00 απάλειψε την καταχώριση της έκδοσης δελτίου ανεργίας στο όνομα Χ. και καταχωρίσε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Ν. Κ. Χ)Στον αριθμό 499/15-3-00 απάλειψε την καταχώριση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας της Α. Κ. και καταχώρισε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Ε. Λ. ΧΙ)Στον αριθμό 540/23-3-2000 καταχώρισε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Ε. Κ., απαλείφοντας την αρχική καταχώριση της έκδοσης δελτίου ανεργίας σε άλλο πρόσωπο (το όνομα του οποίου δεν διακρίνεται). Η συνολική δε επιχορήγηση που θα ελάμβανε η ανωτέρω ανερχόταν σε 1.800.000 δρχ. (βλ.υπ'αριθ.14 της συγκεντρωτικής κατάστασης που επισυνάπτεται στην έκθεση της ΕΔΕ της υπαλλήλου Β.Μ.) Χ
ΙΙ)Στον αριθμό 551/27-9-00 απάλειψε την καταχώριση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας του Γ. Κ. και καταχώρισε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα του Σ. Σ., Χ
ΙΙΙ)Στον αριθμό 589/29-3-00 απάλειψε την καταχώριση της έκδοσης δελτίου ανεργίας της Μ. Π. και καταχώρισε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Ό. Ν. XIV)Στον αριθμό 623/6-4-00 απάλειψε την καταχώριση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας του Α. Κ. και καταχώρισε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Χ. Τ. XV)Στον αριθμό 1058/29-6-00 απάλειψε την καταχώριση της έκδοσης του δελτίου ανεργίας του Θ. Λ. και καταχώρισε την έκδοση δελτίου ανεργίας στο όνομα της Σ. Π. XVI)Στον αριθμό 1296/21-8-00 απάλειψε την καταχώριση της έκδοσης δελτίου ανεργίας του Κ. Κ. και καταχώρισε την έκδοση του δελτίου ανεργίας στο όνομα του Ν. Χ.. Γ)Κατήρτισε πλαστό έγγραφο και ειδικότερα έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή της υπαλλήλου της Τοπικής Υπηρεσίας Ναυπάκτου του ΟΑΕΔ Θ. Μ. στη θέση του εκδότη εν αγνοία της και χωρίς την συναίνεσή της στα υπ'αριθ.001-419399/23-2-00 (υπ'αριθ.758/31-3-99 εγκριτική απόφαση) και 001-419400/23-2-2000 (υπ'αριθ.1513/30-6-99 εγκριτική απόφαση) εντάλματα πληρωμών προς την εταιρεία ΩΜΕΓΑ Ε.Π.Ε. ποσών 900.000 και 300.000 δραχμών αντίστοιχα (τα οποία και εκταμιεύθηκαν) με σκοπό να προσπορίσει ισόποσο όφελος στην εταιρεία αυτή ως δήθεν δικαιουμένη επιχορηγήσεως Δ)Κατήρτισε πλαστό έγγραφο και ειδικότερα έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή της υπαλλήλου της ιδίας υπηρεσίας Β. Τ. στη θέση του εκδότη εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεση του στις υπ'αριθ.534 και 533/23-2-2000 αποφάσεις πληρωμών (καταστάσεις μισθωτών) της εταιρείας ΩΜΕΓΑ Ε.Π.Ε. με τον ίδιο παραπάνω σκοπό Ε)Κατήρτισε πλαστό έγγραφο και ειδικότερα έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή του υπαλλήλου Β.Τ. στη θέση του εκδότη εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του στην από 11-8-2000 αρνητική έκθεση ελέγχου της επιχείρησης της Α. Μ. με σκοπό να προκαλέσει ζημία στην τελευταία αποστερώντας την από την επιχορήγηση των ΝΕΕ του έτους 2000, καίτοι αυτή την εδικαιούτο και να προσπορίσει το αντίστοιχο όφελος σε τρίτους ΣΤ)Κατήρτισε πλαστό έγγραφο και ειδικότερα έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή της υπαλλήλου Θ.Μ. στη θέση του εκδότη εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεση της στις από 6-9-1999 και 6-12-1999 δύο ανανεώσεις της κάρτας ανεργίας της Μ. Κ. με σκοπο να την εμφανίσει ως δήθεν δικαιούμενη επιχορηγήσεως 1.900.000 δραχμών για τα έτη 1999 και 2000 και να της προσπορίσει ισόποσο όφελος (εκ του ποσού δε τούτου καταβλήθηκε στην ανωτέρω 1.100.000 δραχμές) Ζ)Κατήρτισε πλαστό έγγραφο και ειδικότερα έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή της υπαλλήλου Θ.Μ. στη θέση του εκδότη εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεση της στις από 22-7-1999 και 22-11-1999 δύο ανανεώσεις της κάρτας ανεργίας της Π. Μ. καθώς και στην από 28-9-1999 ανανέωσή της κάρτας ανεργίας της Χ. Δ. με σκοπό να εμφανίσει την επιχείρηση του Σ. Τ., στην οποία οι δύο ανωτέρω απασχολήθηκαν, ως δήθεν δικαιούμενη επιχορηγήσεως 3.600.000 δραχμών και να προσπορίσει στην επιχείρηση αυτή ισόποσο όφελος (εκ του ποσού δε αυτού καταβλήθηκε στην επιχείρηση 1.112.000 δραχμές) Η)Κατήρτισε πλαστό έγγραφο και ειδικότερα έθεσε κατ'απομίμηση τις υπογραφές των υπαλλήλων Θ.Μ. και Β.Τ. στη θέση του εκδότη εν αγνοία τους και χωρίς τη συναίνεση τους στην έκθεση ελέγχου του έτους 2000 της επιχείρησης του Δ. Α. με σκοπό να εμφανίσει την επιχείρηση ως δήθεν δικαιούμενη επιχορηγήσεως ΝΕΕ συνολικού ποσού ύψους 1.800.000 δραχμών, μολονότι στην πραγματικότητα εξαιρούνταν από αυτήν, γιατί διέθετε ηλεκτρονικά παίγνια (εκ του ποσού δε αυτού καταβλήθηκαν στην επιχείρηση 665.000 δραχμές) και Θ)Κατήρτισε πλαστό έγγραφο και ειδικότερα έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή του υπαλλήλου Β.Τ. στη θέση του εκδότη εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του στην έκθεση ελέγχου του έτους 2000 της επιχείρησης του Θ. Μ. με σκοπό να εμφανίσει την επιχείρηση ως δήθεν δικαιουμένη επιχορηγήσεως ΝΘΕ συνολικού ύψους 1.600.000 δραχμών, μολονότι στην πραγματικότητα η επιχείρηση δεν εδικαιούτο την επιχορήγηση αυτή, αφού δεν λειτουργούσε (εκ του ποσού δε αυτού καταβλήθηκαν στην επιχείρηση 665.000 δρχ.). Σημειωτέον ότι για τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια που φέρεται ότι τέλεσε ως άνω κατηγορούμενος στη Ναύπακτο κατά το χρονικό διάστημα από 17-1-1997 έως και 20-4-1999 και δη για τις νοθεύσεις των γνησίων καταχωρήσεων στο βιβλίο γενικού πρωτοκόλλου της Τοπικής Υπηρεσίας Ναυπάκτου του ΟΑΕΔ, που ανάγονται στο διάστημα αυτό και που φέρεται ότι τέλεσε ως προϊστάμενος της Υπηρεσίας αυτής και συγκεκριμένα για το ότι με πρόθεση διέγραψε με διορθωτικό υγρό (blanco) και γομολάστιχα στις αρχικές καταχωρίσεις και προσέθεσε διαφορετικές καταχωρήσεις στο ως άνω βιβλίο γενικού πρωτοκόλλου, αλλοιώνοντας την έννοια και το περιεχόμενο του δημοσίου εγγράφου αυτού, χωρίς οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ως άνω Υπηρεσίας του ΟΑΕΔ να συναινούν, επιδιώκοντας με τη χρήση των νοθευμένων καταχωρήσεων αυτών να δημιουργήσει το αρμόδιο όργανο του ΟΑΕΔ την εσφαλμένη εντύπωση πως δήθεν τα αναγραφόμενα στις νοθευμένες καταχωρίσεις άτομα και επιχειρήσεις πληρούσαν τις προϋποθέσεις ένταξης στα οικεία προγράμματα και εδικαιούντο επιχορηγήσεως για δήθεν νέες θέσεις εργασίας και δήθεν Νέους Ελεύθερους Επαγγελματίες. Ειδικότερο για το ότι νόθευσε κατά τον ανωτέρω τρόπο τις ακόλουθες καταχωρίσεις του προαναφερόμενου βιβλίου γενικού πρωτοκόλλου: 94/17-1-1997, 240/2002 1997, 420/17-3-1997, 459/24-3-1997, 460/24-3-1997, 560/7-4-1997, 620/18-4-1997, 918/18-6-1997, 575, 722, 750, 980, 986 και 1030/1997, 1144/11-5-1998, 1167/13-5-1998, 1914/20-8-1998, 1794/2-7-1998, 2203/26-8-1998, 2274/2-9-1998 2397/15-9-1998, 2409/17-9-1998, 2744/29-10-1998, 75/12-1-1999, 76/12-1-1999, 576/11-3-1999 και 1084/20-4-1999 έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής με το εκκαλούμενο βούλευμα. Οι υπάλληλοι της ως άνω υπηρεσίας Β. Τ. και Θ. Μ. σε ελέγχους που διενήργησαν σε κάποιες επιχειρήσεις με το από αίτημά της υπηρεσίας διαπίστωσαν ότι ο επιχειρηματίας Δ. Α. κατέβαλε το ποσό των 100.000 δραχ. στον κατηγορούμενο προκειμένου να ενταχθεί στο πρόγραμμα επιδοτήσεων, επίσης ο Α. Μ. σύζυγος της επιχειρηματία Μ. τους ανέφερε παρουσία και της υπαλλήλου Τ. ότι επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο προκειμένου να ενταχθεί η σύζυγός του σε πρόγραμμα επιχορήγησης, ο οποίος του πρότεινε να τον επισκεφθεί στο σπίτι του για να του εξηγήσει την διαδικασία, πράγματι τον επισκέφθηκε, έγινε συζήτηση για την αμοιβή του προκειμένου να ενταχθεί η σύζυγός του στο πρόγραμμα διαφώνησαν ως προς το ύψος αυτής. Μετά από το γεγονός αυτό αφαιρέθηκε της Μ. ο θετικός έλεγχος για την ένταξη της στο πρόγραμμα και στη θέση της μπήκε αρνητικός, ώστε να μην πληρεί τις προϋποθέσεις, στον οποίο φέρεται να έχει υπογράψει και ο υπάλληλος Β. Τ. μολονότι ουδέποτε συνέβη αυτό, αφού αυτός είχε συμμετάσχει στον θετικό έλεγχο, τον οποίο είχε και υπογράψει. Περαιτέρω οι ως άνω υπάλληλοι διαπίστωσαν στην επιχείρηση Σ. στα ... ότι από την επιχορήγηση που έλαβε ως άτομο με ειδικές ανάγκες το μισό και πλέον ήτοι ποσό 1.100.000 δρχ. για να μπορέσει να εισπράξει την επιχορήγηση. Σε επίσκεψη του επιχειρηματία Α. Ζ. στην υπηρεσία τους τους γνωστοποίησε ότι στις 12-7-2000 ο Α. Ζ. κατέβαλε στον κατηγορούμενο ποσό 1.000.000 δραχμών για να εντάξει την επιχείρησή του σε προγράμματα νέων θέσεων εργασίας. Ο λογιστής του εν λόγω επιχειρηματία, θεωρώντας ότι ο υπάλληλος Β. Τ. γνωρίζει την συναλλαγή του κατηγορουμένου με τον εργοδότη του τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του στις αρχές του έτους 2001 και του ζήτησε εξηγήσεις γιατί δεν υπογράφει αφού έχουν αμειφθεί για την ένταξη στο πρόγραμμα της επιχείρησης. Η συναλλαγή δε αυτή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της μάρτυρος Ε. Α., έλαβε χώρα στο αυτοκίνητο του Α. Ζ., κατεγράφη σε video από τον τελευταίο το οποίο η εν λόγω μάρτυρας παρακολούθησε. Τέλος ο επιχειρηματίας Ε. Μ. μετά τη διακοπή του προγράμματός του, σε επίσκεψή του στο γραφείο των ανωτέρω υπαλλήλων, τους είπε ότι από το χρηματικό ποσό που είχε εισπράξει μέχρι τότε, το μισό το είχε εισπράξει ο κατηγορούμενος. Η ποινική δίωξη για το αδίκημα της ενεργητικής δωροδοκίας που φέρονται ότι τέλεσαν στη Ναύπακτο κατά τα έτη 1999 και 2000 οι Α. Ζ., Ε. Μ. και Δ. Α. έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής με το εκκαλούμενο βούλευμα. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται το αδίκημα της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την επανειλημμένη δε τέλεση τους προκύπτει ο σκοπό του κατηγορουμένου για πορισμό εισοδήματος καθώς και η σταθερή ροπή του για τη τέλεση των πλαστογραφιών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του ενώ το συνολικό όφελος στο οποίο αυτός απέβλεπε με τις μερικότερες αυτές πράξεις του με αντίστοιχη συνολική ζημία του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Ταμείου και του Ελληνικού Δημοσίου αλλά και τρίτων ανέρχεται αθροιζομένων των ωφελημάτων ζημιών των μερικότερων πράξεων αυτών σε ποσό άνω των 45.000€. Για τη θεμελίωση της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης κατ'αρθρ.13 περ.στ'ΠΚ θα ληφθούν επιτρεπώς υπόψη και οι προγενέστερες της 3.6.1999 και παραγεγραμμένες ως άνω μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας (Συμβ.ΑΠ 93/1999 ΝοΒ 47,837 ΑΠ 1485/1998 Ποιν.Χρ.ΜΘ' 830 ΑΠ 1405/1998 Π.Χρ.ΜΘ'743 Συμβ.ΑΠ 691/1997, ΝοΒ 46).
Συνεπώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου με το προσβαλλόμενο βούλευμά του σωστά εκτίμησε και αξιολόγησε το αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης πλην όμως έσφαλε στην εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του σχετικού αρθρ. του Π. Κ. αφού εν προκειμένω πρόκειται για δύο κατ' εξακολούθηση αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μία με τη μορφή της νόθευσης γνησίου και άλλη με τη μορφή κατάρτισης πλαστού και για τις πράξεις αυτές τροποποιημένου του διατακτικού του βουλεύματος να παραπέμψει τον κατηγορούμενο στο δικαστήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών νιο τις ως άνω πράξεις ενώ δεν συντρέχει περίπτωση συμπληρώσεως της κυρίας ανακρίσεως δεδομένου ότι στις διορθώσεις που προέβη ο κατηγορούμενος στο πρωτόκολλο αναγνωρίσθηκε ο γραφικός του χαρακτήρας από τους συναδέλφους του και αβασίμως ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα και ως εκ τούτου πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά τις λοιπές του διατάξεις το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθά έκρινε και πρέπει γι αυτές να επικυρωθεί. Τέλος πρέπει να επιβληθούν στον εκκαλούντα Μ. Μ. του Β. και της Κ. τα εκ 220 € έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας ( αρθρ. 583 ΚΠΔ).Όσον αφορά την από 24.5.2007 αυτοτελή αίτηση του κατηγορουμένου Μ. Μ. του Β. με την οποία αιτείται ακύρωση της ένορκης διοικητικής εξέτασης που διενήργησε η Β. Μ., προϊσταμένη της τοπικής υπηρεσίας Αγρινίου ΟΑΕΔ με βαθμό Α του κλάδου ΠΕ Διοικητικού Οικονομικού μετά το έγγραφο με αριθ.πρωτ.541/7-12-2005 της Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και την παραγγελία με αριθμό 981/21-12-2005 εμπιστευτική της Τ.Υ.Αγρινίου-Γραφ. Υποστήριξης του ΟΑΕΔ και των ληφθεισών κατ'αυτήν καταθέσεων μαρτύρων, αντιγράφων εγγράφων και του πορίσματος αυτής και εκθέτω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 176 ΚΠΔ "1. αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασεκυαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. 2.Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο κηρύσσοντας την ακυρότητα διατάσσει την επανάληψη των άκυρων πράξεων αν το κρίνει αναγκαίο και εφικτό. Αν δικαστικός ή ανακριτικός υπάλληλος ή κλητήρας είναι υπαίτιος της ακυρότητας από ασυγχώρητη αμέλεια του επιβάλλονται τα έξοδα της επανάληψης των πράξεων χωρίς να αποκλείεται και η πειθαρχική δίωξη του. 3. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ο δικαστής ή άλλος υπάλληλος που εκτελεί καθήκοντα στην ποινική διαδικασία, αν αντιληφθεί κάποιο λόγο ακυρότητας για πράξη που τέλεσε ο ίδιος έχει υποχρέωση αν είναι δυνατό να την επαναλάβει αμέσως". Τέλος κατά το άρθρο 175 ΚΠΔ "Η ακυρότητα μιας πράξης καθιστά άκυρες και τις εξαρτημένες από αυτήν μεταγενέστερες πράξεις της ποινικής διαδικασίας. Ο δικαστής μπορεί να κηρύξει άκυρες και πράξεις σύγχρονες ή προγενέστερες, μόνο όταν είναι συναφείς με εκείνη που ακυρώθηκε". Στην προκειμένη περίπτωση με το με αριθ.πρωτ.541/7-12-2005 έγγραφο της Ανακρίτριας Μεσολογγίου προς το κατάστημα ΟΑΕΔ Ναυπάκτου ζητήθηκε να συνταγεί έκθεση, στα πλαίσια της διενεργουμένης απ'αυτήν κυρίας ανακρίσεως σε βάρος του Μ. Μ., αφού προηγουμένως αρμόδιος υπάλληλος ή κλιμάκιο υπαλλήλων, προβεί σε έλεγχο του βιβλίου πρωτοκόλλου και του βιβλίου Μητρώου ανεργίας, το οποίο φέρεται ότι πλαστογράφησε ο Μ. Μ. κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-1999 έως την αποχώρησή του από την υπηρεσία, καθώς και των εγγράφων τα οποία σχετίζονται με τις νοθεύσεις αυτές (π.χ.αιτήσεις-προσκομιζόμενα από τους ενδιαφερομένους δικαιολογητικά κ.λπ.), με την οποία θα προσδιορίζει: Α)το λόγο για τον οποίο έλαβε χώρα η κάθε νόθευση και την αιτία της, κατά την ημερομηνία που ελήφθη η εξήλθε το σχετικό έγγραφο, μετά την αμέσως προηγούμενη χρονικά πράξη-τόσο στο πρωτόκολλο, όσο και στο μητρώο ανέργων (π.χ.προκειμένου η αίτηση να παρουσιάζεται εμπρόθεσμα υποβληθείσα ή για κάποιο λόγο) Β)την πορεία την οποία θα ακολουθούσε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις αν δεν ελάμβανε χώρο η νόθευση αυτή................υπαλλήλων κ.λπ. Γ)ποιος ωφελήθηκε σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις και με ποιο ποσό Δ)ποια ήταν η συνολική περιουσιακή ζημιά της υπηρεσίας από τις παραπάνω νοθεύσεις, ανεξάρτητα από το αν οι επιχορηγηθέντες υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν τα ποσά με τα οποία είχαν επιχορηγηθεί. Τέλος να διενεργηθεί έλεγχος προκειμένου να διαπιστωθεί και στη συνέχεια να αναφερθεί το όφελος ή την βλάβη την οποία υπέστη η υπηρεσία ή τρίτα πρόσωπα (πολίτες) από την κατ'απομίμηση θέση της υπογραφής άλλων υπαλλήλων από τον Μ. Μ., προκειμένου να εκδοθούν πράξεις (ή βεβαιώσεις π.χ.δελτία, κάρτες ανεργίας) της υπηρεσίας, οι οποίες χωρίς την υπογραφή του συναρμοδίου υπαλλήλου δεν ήταν δυνατόν να εκδοθούν, καθώς και το λόγο που δεν τέθηκε η υπογραφή στην πραγματικότητα από τον ίδιο τον αρμόδιο υπάλληλο. Εκ του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, προκύπτει ότι η επίμαχη Ε.Δ.Ε δεν διατάχθηκε από την ως άνω Ανακρίτρια αλλά ήταν αποκλειστικά πράξη της διοικήσεως που έλαβε χώρα με αφορμή το έγγραφο αυτό. Κατά την ΕΔΕ αυτή ο κατηγορούμενος Μ. Μ. καίτοι κλήθηκε νομότυπα για να καταθέσει στην υπό εξέταση περίπτωση δεν προσήλθε ακολουθώντας παρελκυστική τακτική υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να είναι και δικηγόρος μαζί του την μία φορά την άλλη δε δήλωσε στην υπηρεσία του ότι είναι ασθενής, λόγο δε του επείγοντος της ως άνω ΕΔΕ ήταν αδύνατο να δοθεί άλλη ημερομηνία ανάκρισης. Θεωρεί δε ότι η μη απολογία του ήταν αναιτιολόγητη και ως εκ τούτου παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα αφού δεν τηρήθηκα οι κανόνες της ποινικής δικονομίας ούτε ως προς την εξέταση των μαρτύρων, ούτε ως προς τη χρήση των εγγράφων, ούτε ως προς την εξέταση και την απολογία του, για το λόγο δε αυτό πρέπει να ακυρωθούν οι ως άνω ανακριτικές πράξεις. Πλήν όμως η αιτίαση αυτή του κατηγορουμένου δεν ευσταθεί δεδομένου ότι κατά την απολογία του στις 14-6-200 ενώπιον της Ανακρίτριας Μεσολογγίου του ανακοινώθηκαν όλα τα νόμιμα δικαιώματά του, κατά δε την απολογία του ενώ παραδέχθηκε ότι και αυτός είχε προβεί σε διορθώσεις, οι οποίες ήταν απαραίτητες γιατί στο βιβλίο αυτό ήταν λάθος η αρίθμηση δεν ζήτησε με το απολογητικό του υπόμνημα την ακύρωση των επίμαχων πράξεων αρκούμενος στην επισήμανση ότι κατά τα προαναφερθέντα στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, ενώ προηγουμένως με την από 21-2-2005 αυτοτελή αίτησή του ζήτησε την ακύρωση της από 21-2-2005 απολογίας του ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημ/κων Μεσολογγίου (βλ.σελίδα 51 και 82 του από 14-6-2006 απολογητικού του υπομνήματος). Πέραν τούτων όμως η επίμαχη ΕΔΕ (ως ανεξάρτητη πράξη της διοικήσεως), τα έγγραφα και οι εξετασθέντες μάρτυρες θα εκτιμηθούν ελεύθερα από το Δικαστικό Συμβούλιο και το Δικαστήριο αφού με τα άλλα έγγραφα της διοικήσεως στο πλαίσιο της αρχής της ηθικής αποδείξεως, δεδομένου ότι τα ποινικά δικαστικά συμβούλια και Δικαστήρια δεν ελέγχουν το κύρος των διοικητικών πράξεων, αρμοδιότητα που ανήκει σε άλλες αρχές κακι Διοικητικά δικαστήρια, την στιγμή μάλιστα που στην προκειμένη περίπτωση έχει προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση, η δε επίμαχη ΕΔΕ είναι ένα απλό διοικητικό έγγραφο. Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως ουσία αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Α) Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της η υπ' αριθμ. 2/2007 έφεση του Μ. Μ. του Β. και της Κ., υπαλλήλου ΟΑΕΔ, κατοίκου ... και ως εκ της υπηρεσίας του Μεσολογγίου κατά του υπ'αριθμ. 14/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Μεσολογγίου. Β) Να τροποποιηθεί το διατακτικό του υπ' αριθμ. 14/2007 βουλεύματος όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στο κατηγορούμενο οι οποίες είναι δύο τελεσθείσες κατ'εξακολούθηση, ήτοι, η πράξη της πλαστογραφίας που τελέσθηκε αφ'ενός με τη μορφή της νοθεύσεως σε εβδομήντα οκτώ (78) περιπτώσεις (62 + 16 ), αφετέρου δε με τη μορφή της εξ υπαρχής καταρτίσεως πλαστού εγγράφου σε επτά (7) περιπτώσεις (αρθρ. 94 παρ.1, 216 παρ. 1,2,3β, Π.Κ.), αναλυτικά κάθε μια περίπτωση διαλαμβάνεται στο διατακτικό του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Μεσολογγίου υπ'αριθμ. 14/2007. Γ) Να επιβληθούν στον ανωτέρω εγκαλούντα τα εκ 220 ευρώ έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας. Δ) Να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 14/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Μεσολογγίου και Ε) Να απορριφθεί η από 24.5.2007 αυτοτελή αίτηση του κατηγορουμένου Μ. Μ. του Β. Πάτρα 15.9.2010. Ο Εισαγγελέας. Βασίλειος Παππαδάς. Αντεισαγγελέας Εφετών".- Β' Η υπ'αριθμ. 397/2010 πρόταση έχει ως εξής: "Σε συνέχεια της υπ' αριθμ. 396/2010 πρότασης, εισάγω ενώπιον Σας την από 3.9.2009 αίτηση του Μ. Μ. του Β., κατοίκου ..., περί κατ'άρθρ. 309 παρ.2 ΚΠΔ εμφανίσεως του αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Σας προκειμένου να αναπτύξει την ασκηθείσα υπ' αυτού έφεση επί της οποίας η υπ'αριθμ. 164/09 πρόταση μας προς το Συμβούλιό Σας, επάγομαι τ' ακόλουθα: Το αίτημα του ανωτέρω εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Σας για να αναπτύξει τις θέσεις του και τους ισχυρισμούς του πρέπει ν'απορριφθεί γιατί αναπτύχθηκαν επαρκώς και διεκδικάζετε και με το εφετήριό του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Προτείνω : Να απορριφθεί η από 3/9/2009 αίτηση του Μ. Μ. του Β. περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως του ενώπιον του Συμβουλίου Σας προκειμένου να υποστηρίξει την έφεση του. Πάτρα 15.9.2010. Ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών. Βασίλειος Παππαδάς. Αντεισαγγελέας Εφετών".- Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο 441/2010 βούλευμά του, την, κατά τα παραπάνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που, προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας, υπό δύο αυτοτελείς μορφές, εξ υπαρχής καταρτίσεως κατ'εξακολούθηση και νοθεύσεως κατ'εξακολούθηση, για τις οποίες αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα πραγματικά περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,2, 94 παρ.1,98, 216 παρ. 1, 2, 3 α-β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Συμβούλιο, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας, υπό τις δύο αυτοτελείς μορφές του, ήτοι ορθά δέχεται και τροποποιεί την κατηγορία για παραπομπή του κατηγορουμένου για δύο αυτοτελείς κατ' εξακολούθηση πράξεις πλαστογραφίας, που τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ήτοι για νόθευση σε 78 περιπτώσεις εγγράφων και για κατάρτιση πλαστού εγγράφου σε 7 περιπτώσεις, αναφέροντας χρηματικά ποσά που σκοπούσε και ωφελήθηκαν παράνομα τρίτα πρόσωπα από όλες αυτές τις επί μέρους πράξεις ο κατηγορούμενος και αναφέροντας ρητά ότι το συνολικό όφελος στο οποίο απέβλεπεν ο κατηγορούμενος με όλες τις μερικότερες πράξεις, αθροιζόμενων όλων των ποσών, υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ, άρα ότι έχουν κακουργηματικό και όχι πλημμεληματικό χαρακτήρα. Η αναφορά δε στο αιτιολογικό, επί μέρους συγκεκριμένων ποσών οφέλους, από τις 78 περιπτώσεις νοθεύσεως μόνο σε 5 από αυτές, τις με αρ. 3,5,7,17 και 37 και δη ποσών 295.000, 600.000, 1.800.000, 2.400.000 και 61.200.000 δραχμών αντίστοιχα και από τις 7 περιπτώσεις καταρτίσεως από την αρχή πλαστού εγγράφου, μόνο στις περιπτώσεις με στοιχ, Α,Β,Γ,ΣΤ,Ζ,Η και Θ, ποσών 1.200.000, 1.900.000, 1.12.000, 665.000 και 685.000 δραχμών αντίστοιχα, είναι αρκετή, αφού συνολικά για κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις τελέσεως της πλαστογραφίας, υπό την άνω αυτοτελή μορφή της, τα ποσά αυτά υπερβαίνουν συνολικά το αναγκαίο ποσό των 5.000.000 δραχμών, για τη θεμελίωση της κακουργηματικής μορφής τελέσεως κατ'εξακολούθηση και επομένως δεν ήταν αναγκαία για την παραπομπή η αναφορά συγκεκριμένων ποσών οφέλους των τρίτων προσώπων που σκοπούσε και στις άλλες περιπτώσεις πλαστογραφίας, ούτε και η αναφορά ποίων ποσών ωφελήθηκε τελικά ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Τα αναφερόμενα ποσά, συνολικά, 2.200.000 δραχμών, που κατά τις παραδοχές έλαβε ο κατηγορούμενος από ορισμένους επιχειρηματίες,(13° φύλλο βουλεύματος) δεν δημιουργούν ασάφεια εκ του ότι δεν διευκρινίζεται, αν τα έλαβε και συνιστούν περιουσιακό όφελος αυτού από όλες τις 78 νοθεύσεις ή από μερικές από αυτές και ποίες, αφού τα ποσά οφέλους που σκοπούσε να προσπορίσει σε τρίτα συγκεκριμένα πρόσωπα ο κατηγορούμενος, υπερβαίνουν κατά πολύ τα 5.000.000 δραχμές, κατά τα προαναφερθέντα και στις δύο ως παραπάνω αυτοτελείς περιπτώσεις πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση. β) από τις παραδοχές του βουλεύματος προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπάλληλος προέβη στις αναφερόμενες πλαστογραφίες(νοθεύσεις στοιχείων) των βιβλίων της υπηρεσίας του, με σκοπό παραπλάνησης άλλων, με τη χρήση των νοθευμένων εγγράφων, σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες τις παράνομες επιδοτήσεις και επομένως, με βάση της αρχή της επικουρικότητας, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η πράξη της νοθεύσεως του άρθρου 242 παρ.2,3 ΠΚ, αλλά η πράξη της νοθεύσεως του άρθρου 216 παρ.1,3 ΠΚ, που παραπέμπεται, γ) δεν δημιουργείται ασάφεια από τη μη αναφορά σε 14 από τις 78 περιπτώσεις νοθεύσεως των ονομάτων που ο κατηγορούμενος έσβησε και αρκεί η αναφορά ότι με τεχνητό τρόπο έσβησε προϋπάρχοντα κανονικά ονόματα δικαιούχων και ανέγραψε παράνομα άλλα συγκεκριμένα κατονομαζόμενα ονόματα ως δικαιούχους που δεν ήταν δικαιούχοι επιδοτήσεων-επιχορηγήσεων, δ) από τα επισκοπούμενα έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι είχε διαταχθεί προκαταρκτική εξέταση για ορισμένες καταγγελλόμενες περιπτώσεις πλαστογραφίας με δύο παραγγελίες του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου και είχεν προηγηθεί ΕΔΕ που εξομοιώνεται, κατ'άρθρο 43 ΚΠΔ, με προκαταρκτική εξέταση και επομένως δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από το ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη και για λοιπές 59 περιπτώσεις πλαστογραφίας, αφού οι περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνονται στο ίδιο χρονικό διάστημα της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς που διερευνήθηκε κατά την προκαταρκτική εξέταση και που αναφέρεται στην ασκηθείσα ποινική δίωξη (ΑΠ 1039/1988 Ποιν.Χ. ΛΘ.43), δ) από τα επισκοπούμενα έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, εκ του ότι η Ανακρίτρια Μεσολογγίου δεν γνωστοποίησε στον κατηγορούμενο τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, σχετικά με ΕΔΕ που διέταξε στον ΟΑΕΔ Ναυπάκτου, με βάση το 541/2005 έγγραφο της, διότι από την έγγραφη παραγγελία της αυτή προκύπτει ότι δεν διέταξε ΕΔΕ, αλλά προέβη, κατά το άρθρα 248 παρ.1 του ΚΠΔ, σε μία επιτρεπόμενη αναγκαία κατά την κρίση της ανακριτική πράξη, η δε ΕΔΕ που διενήργησε ο ΟΑΕΔ Ναυπάκτου αφορά διερεύνηση τυχόν πειθαρχικών ευθυνών του κατηγορουμένου υπαλλήλου και δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του κατηγορουμένου στην ΕΔΕ αυτή από το Συμβούλιο Εφετών για να σχηματίσει την κρίση του περί παραπομπής. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ, β, α του ΚΠΔ, συναφείς λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για απόλυτη ακυρότητα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την παραπάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος υπό της στηρίζουσας το δεδικασμένο αποφάσεως και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθ' ημέρα βίου, υπό οιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ' ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Δια την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αύτη άπαξ τελέσθηκε. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα όπου κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλεια της, για την συνδρομή του στοιχείου της ταυτότητας των πράξεων απαιτείται σύμπτωση της χρονικής διάρκειας στην τέλεση αυτών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ υφίσταται όταν ο αμετακλήτως καταδικασθείς ή αθωωθείς παραπέμπεται για την ίδια ακριβώς πράξη και όχι για άλλη συρρέουσα. Δεν παράγει όμως δεδικασμένο η διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή Εφετών, με την οποία, κατά το άρθρο 43 παρ.1, 47 και 48 του ΚΠΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά, ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη. ( ΑΠ 903, 1780/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών παραβίασε το δεδικασμένο το οποίο προκύπτει από το 18/2006) βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου και από τη Διάταξη 25/2003 του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, προκειμένου να κρίνει την κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, για το οποίο αρμοδίως παραπέμφθηκε σε δίκη και έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τα περιστατικά του ανωτέρω βουλεύματος και της ανωτέρω εισαγγελικής προτάσεως, παραβιάζοντας το προκύπτον δεδικασμένων συγχρόνως συνεκτίμησε παραγεγραμμένες πράξεις πλαστογραφίας.
Από την επισκόπηση του προπαρατεθέντος αιτιολογικού του προσβαλλόμενου 441/2010 βουλεύματος, προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, για να στηρίξει την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των πράξεων πλαστογραφίας κρίση του, έλαβε υπόψη του και πράξεις πλαστογραφίας( με νόθευση), που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορουμένος από 17-1-1997 έως 20-4-1999, για τις οποίες όμως με το επισκοπούμενο 18/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη, για δωροδοκίες μόνον, λόγω παραγραφής. Οι πράξεις αυτές, υπό διάφορο νομικό χαρακτηρισμό, δεν ταυτίζονται και είναι διαφορετικές και κατά χρόνο, από αυτές για τις οποίες ο αναιρεσείων παραπέμπεται σε δίκη και επί πλέον, για την κρίση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος, λαμβάνονται υπόψη και προηγούμενες πράξεις, έστω και παραγεγραμμένες, χωρίς να παραβιάζεται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ , για δίκαιη δίκη. Επί πλέον, από την επικαλούμενη 25/2003 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, όπως και από κάθε εισαγγελική διάταξη, όπως προαναφέρθηκε, δεν παράγεται δεδικασμένο.
Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί κατ'ουσία και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμό εκθ. 8/3-11-2010 αίτηση του κατηγορουμένου Μ. Μ. του Β. περί αναιρέσεως του με αριθμό 441/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών για δύο αδικήματα κακουργηματικής πλαστογραφίας (κατάρτισης και νόθευσης) κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος άνω 15.999 €. 1) Η αξιοποίηση αποδεικτικά εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ' και 481 παρ. 1 περ. β' ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για «δίκαιη δίκη», που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και στο δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Το αυτό αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. 2) Για τη θεμελίωση της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του εγκλήματος κατ' επάγγελμα, κατά άρθρο 13 περ. στ' ΠΚ, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, κατ' εξακολούθηση, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, μπορούν δε να ληφθούν υπόψη και οι προγενέστερες της 3-6-1999, που ίσχυσε ο ν. 2721/1999, που τροποποίησε δια του άρθρου 14 παρ. 11 αυτού το άρθρο 98 ΠΚ πράξεις, όπως και παραγεγραμμένες μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας, χωρίς τούτο να παραβιάζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. 3) Δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή Εφετών, με την οποία, κατά το άρθρο 43 παρ. 1, 47 και 48 ΚΠΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά, ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη. 4) Αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης κατά παραπεμπτικού Βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών Πατρών για κακουργηματική πλαστογραφία από υπάλληλο, για ελλιπή αιτιολόγηση.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1711/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 393/2011 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους Κ. Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη και Ν. Τ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 531/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο, καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαία, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το ισχυρισθέν ή διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές και ότι η τέτοια διάδοση μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Περαιτέρω ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1, 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώση του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα και όχι κρίσεις και αφετέρου ο μάρτυρας να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, είναι δε αδιάφορος ο σκοπός που επεδίωκε ή αν θα μπορούσε να επέλθει βλάβη ή όφελος από την ψευδορκία αυτή.
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδορκίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 393/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, κατ'εξακολούθηση, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 16.2.2003 και περί ώρα 15:30, περίπου, έλαβε χώρα επί της οδού Λαμπράκη, στην Αξιούπολη Κιλκίς, τροχαίο ατύχημα, ανάμεσα στα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... και ... Ι. Χ. Ε. αυτοκίνητα, οδηγούμενα από τους Κ. Σ., ιατρό και τον υπήκοο Αλβανίας K. F. αντίστοιχα, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση υλικών ζημιών στα ως άνω εμπλακέντα σ' αυτό οχήματα. Ο ανωτέρω οδηγός του δευτέρου οχήματος, K. F. ανέλαβε αμέσως την ευθύνη του για το ατύχημα και αφού άφησε στον τόπο του ατυχήματος τον συνοδηγό του οχήματος του, A. G., Γ, αναχώρησε πεζή, προκειμένου να βρει τον εργοδότη του, ονόματι Α. και να ειδοποιήσει την ασφαλιστική του εταιρία, αλλά και προκειμένου να μεριμνήσει για την απομάκρυνση του οχήματος του από το σημείο της σύγκρουσης, διότι είχε υποστεί βλάβες. Για το εν λόγω ατύχημα έλαβαν γνώση, από διερχόμενο περαστικό, ο οδηγός και το πλήρωμα του περιπολικού αυτοκινήτου του Αστυνομικού Τμήματος Αξιούπολης, ήτοι ο μάρτυρας κατηγορίας Α. Σ., αστυφύλακας του ανωτέρω Αστυνομικού Τμήματος και ο κατηγορούμενος, αρχιφύλακας Μ.Π.Σ. και τότε αστυφύλακας του ίδιου ως άνω Αστυνομικού Τμήματος, οι οποίοι βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το σημείο του ατυχήματος. Οι προαναφερόμενοι αστυφύλακες, αφού μετέβησαν στον τόπο του ατυχήματος, ενημερώθηκαν από τον ανωτέρω οδηγό Κ. Σ., για το τροχαίο ατύχημα και στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε πεζή σε παρακείμενη πλατεία, όπου βρήκε τον ανωτέρω αλλοδαπό οδηγό και αφού μετέβησαν και πάλι στον τόπο του ατυχήματος, επιβιβάστηκαν όλοι οι εμπλακέντες στο περιπολικό και κατευθύνθηκαν προς το Αστυνομικό Τμήμα Αξιούπολης για την περαιτέρω διαδικασία. Μόλις έφτασαν εκεί, ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τηλεφωνικά σχετικά με το τροχαίο ατύχημα τον πολιτικώς ενάγοντα και τότε διοικητή του -Υπαστυνόμο Α' Ν. Τ., ο οποίος με τη σειρά του επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πολιτικώς ενάγοντα προανακριτικό υπάλληλο, αστυφύλακα Π.Σ. και νυν Ανθυπαστυνόμο, Κ. Γ. και τον διέταξε να μεταβεί στο εν λόγω Αστυνομικό Τμήμα, προκειμένου να διερευνήσει το περιστατικό και να προβεί στις απαραίτητες προανακριτικές ενέργειες. Μέχρι της αφίξεως του ως άνω πολιτικώς ενάνοντος, ο κατηγορούμενος και άνδρες του Αστυνομικού Τμήματος Πολυκάστρου Κιλκίς υπέβαλαν τον ανωτέρω οδηγό, Αλβανό υπήκοο, σε αλκοολομέτρηση δια της εκπνοής και διαπιστώθηκε η ύπαρξη στο αίμα του αλκοόλης, σε ποσοστό 0,83mg/1. Μόλις ο πολιτικώς ενάγων, Κ. Γ., έφτασε στο κατάστημα του ανωτέρω Αστυνομικού Τμήματος, ενημερώθηκε από τον κατηγορούμενο σχετικά με το τροχαίο ατύχημα και ακολούθως εξέτασε τον οδηγό Κ. Σ., αρχίζοντας να συμπληρώνει στο σχετικό έντυπο έκθεσης ένορκης κατάθεσης τα στοιχεία του, καθώς και τα στοιχεία του μάρτυρα (Κ. Σ.), πλην όμως, κατά την εξέταση του ανωτέρω, έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για το αδίκημα της εγκατάλειψης, (άρθρο 43 του Κ.Ο.Κ.), σε βάρος του άλλου εμπλακέντος αλλοδαπού οδηγού, καθόσον, αφού πληροφορήθηκε από αυτόν (Κ. Σ.) για τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, στο οποίο, σημειωτέο, δεν υπήρχε κάποιος τραυματισμός, ο τελευταίος του διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε εγκατάλειψη, αλλά ο αλλοδαπός οδηγός, αφού άφησε στον τόπο του ατυχήματος τον συνοδηγό του, A. G., απομακρύνθηκε προς στιγμή, με τη συναίνεση αυτού (Κ. Σ.), προκειμένου να βρει τον εργοδότη του και τον ασφαλιστή του, αλλά και βοήθεια για να μετακινήσουν το αυτοκίνητο του, το οποίο είχε υποστεί βλάβες, προς αποφυγή άλλου ατυχήματος. Στη συνέχεια, αφού ενημέρωσε τον Προϊστάμενο του (Ν. Τ. ) ότι, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, που του εξέθεσε ο Κ. Σ., δεν υπάρχουν, κατά την κρίση του, ενδείξεις για το αδίκημα της εγκατάλειψης και έλαβε τηλεφωνικά και τη σύμφωνη γνώμη αυτού, έσκισε το συμπληρωμένο, μόνο ως προς τα ανωτέρω στοιχεία και μη υπογεγραμμένο, έντυπο της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα και πέταξε αυτό στο καλάθι των αχρήστων, κάνοντας σχετική εγγραφή του συμβάντος στο βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων της υπηρεσίας του, ως τροχαίο ατύχημα υλικών ζημιών, μη γνωρίζοντας ακόμη για την αλκοομέτρηση, στην οποία υποβλήθηκε ο προαναφερόμενος οδηγός και μετά από εντολή του ως άνω Προϊσταμένου του, επέτρεψε τους ανωτέρω εμπλακέντες οδηγούς να αποχωρήσουν από το Αστυνομικό Τμήμα, αφού προηγουμένως αυτοί συμβιβάστηκαν για τις υλικές ζημίες που προκλήθηκαν στα οχήματα τους. Μετά την αποχώρηση αυτών, ο κατηγορούμενος ανακοίνωσε στον προαναφερόμενο πολιτικώς ενάγοντα (Κ. Γ.), ότι ο Αλβανός υπήκοος, υποβλήθηκε σε αλκοομέτρηση δια της εκπνοής και διαπιστώθηκε η ύπαρξη στο αίμα του αλκοόλης, σε ποσοστό 0,83mg/1, αντέδρασε δε έντονα, επειδή τον άφησε ελεύθερο και μάλιστα μάζεψε από το καλάθι των αχρήστων τα κομμάτια του έντυπου της ένορκης εξέτασης μάρτυρα, τα οποία στη συνέχεια, στις 30.10.2003, κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κιλκίς. Ο εν λόγω πολιτικώς ενάγων ενημέρωσε εκ νέου τον διοικητή του, ο οποίος του συνέστησε να ενημερώσει τον αρμόδιο Εισαγγελέα και μετά από εντολή του τελευταίου σχηματίστηκε δικογραφία για αυτόφωρη διαδικασία σε βάρος του ως άνω αλλοδαπού οδηγού, τόσο για το αδίκημα της εγκατάλειψης (άρθρο 43 του Κ.Ο.Κ.), όσο και για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος (άρθρο 42 του Κ.Ο.Κ.). Ας επισημανθεί στο σημείο αυτό, ότι ο ως άνω αλλοδαπός οδηγός, στις 17.2.2003 και περί ώρα 11:00, με προφορική εντολή του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κιλκίς, αφέθηκε ελεύθερος και με την υπ' αριθμ. 177/24.2.2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γουμένισσας αθωώθηκε για την παράβαση του άρθρου 43 του Κ.Ο.Κ. (εγκατάλειψη) και καταδικάστηκε για την παράβαση του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος) σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, με τριετή αναστολή. Περαιτέρω, προέκυψε ότι κατηγορούμενος, στο Κιλκίς, στις 17.12.2003, στα πλαίσια ένορκης διοικητικής εξέτασης, που διενεργήθηκε για τη διαπίστωση πειθαρχικών παραπτωμάτων από αστυνομικούς του Α.Τ. Αξιούπολης Κιλκίς, μετά από σχετική καταγγελία του κατηγορουμένου, κατέθεσε, ως μάρτυρας, ενώπιον του αρμόδιου υπαλλήλου της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος για τον πολιτικώς ενάγοντα, Κ. Γ., ότι στην προαναφερόμενη υπόθεση του τροχαίου ατυχήματος, προκειμένου να εξυπηρετήσει τον Διοικητή του, Ν. Τ., δεν ενήργησε ως προανακριτικός υπάλληλος τα δέοντα και συγκεκριμένα αρνήθηκε να προβεί σε σχηματισμό δικογραφίας κατά του αλλοδαπού οδηγού, για παράβαση των άρθρων 42 και 43 ΚΟΚ, συντάσσοντας, ταυτόχρονα, έκθεση σύλληψης του και οδηγώντας τον με την αυτόφωρη διαδικασία ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα, διότι ο Διοικητής του ήταν στενός φίλος με τον εργοδότη του οδηγού, Α., παρά προέβη στις απαιτούμενες νόμιμες ενέργειες μετά την προειδοποίηση του ότι θα αναφέρει το συμβάν στον Εισαγγελέα. Τα ανωτέρω τα επιβεβαίωσε, δίνοντας σχετικό όρκο, ως αληθινά, παρότι γνώριζε ότι ήταν ψευδή, δεδομένου ότι ο ως άνω πολιτικώς ενάγων ουδέποτε επιχείρησε να παρέβη τα καθήκοντα του προς εξυπηρέτηση του Διοικητή του, αφού όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 42 ΚΟΚ σχηματίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, κανονικά δικογραφία από τον ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντα, αμέσως μόλις πληροφορήθηκε από τον κατηγορούμενο, ότι ο ως άνω αλλοδαπός οδηγός είχε υποβληθεί από αυτόν (κατηγορούμενο) σε αλκοτέστ και βρέθηκε θετικό, γεγονός το οποίο, σημειουμένου, ο κατηγορούμενος απέκρυψε αρχικά από τον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα και το ανακοίνωσε μετά την απομάκρυνση από το Αστυνομικό Τμήμα των ανωτέρω εμπλακέντων, ενώ όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 43 ΚΟΚ, αυτός (πολιτικώς ενάγων) αρχικά δεν σχημάτισε δικογραφία, διότι κατά τη γνώμη του δεν υφίστατο αδίκημα, δεδομένου ότι, όπως κατέθεσε και ο ίδιος ο παθών, Κ. Σ., ο οδηγός δεν εγκατέλειψε τον τόπο του τροχαίου ατυχήματος, αλλά άφησε εκεί τον συνοδηγό του και με τη συναίνεση του ιδίου αποχώρησε, προκειμένου να επιστρέψει εκεί με τον εργοδότη και τον ασφαλιστή του, αλλά και να φέρει βοήθεια προκειμένου να μετακινήσουν το αυτοκίνητο του, στη συνέχεια δε και μετά από εντολή Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κιλκίς σχημάτισε τέτοια (δικογραφία. Επίσης, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, στις 4.3.2008, ενώ εξεταζόταν, ως μάρτυρας, ενώπιον του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, σε δίκη με κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων και τον πολιτικώς ενάγοντα, Κ. Γ., για το αδίκημα της καταστροφής εγγράφου στην υπηρεσία, κατέθεσε ότι ο ως άνω πολιτικώς ενάγων έσκισε την αρχική κατάθεση του παθόντος, Κ. Σ., όπου αυτός, προφανώς, ανέφερε ότι ο μεθυσμένος οδηγός, αφού προσέκρουσε στο αυτοκίνητο του εγκατέλειψε τον τόπο του τροχαίου ατυχήματος και προέβη στη σύνταξη νέας, με αντίθετο περιεχόμενο. Όλα όμως τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία επιβεβαίωσε ενόρκως, ως αληθινά, ήταν εν γνώσει του ψευδή, δεδομένου ότι ο πολιτικώς ενάγων, Κ. Γ. έσκισε όχι την κατάθεση του Κ. Σ., αλλά ένα έντυπο έκθεσης κατάθεσης μάρτυρα, στο οποίο είχε συμπληρώσει μόνο τα δικά του στοιχεία και του μάρτυρα και δεν υπήρχε κανένα ημιτελές κείμενο ούτε υπογραφή. Επρόκειτο, δηλαδή, για έντυπο και όχι για έγγραφο με την έννοια του νόμου, σκίσθηκε δε, λόγω της επιβεβαιώσεως του παθόντος (Κ. Σ.) ότι ο αλλοδαπός οδηγός δεν εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, αλλά απομακρύνθηκε προσωρινά με τη συναίνεση αυτού για τους προαναφερόμενους λόγους και επομένως δεν συνέτρεχε λόγος λήψεως μια τέτοιας κατάθεσης. Εξάλλου, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, στο Κιλκίς, στις 17.12.2003, ενώπιον του αρμοδίου αξιωματικού της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος, κατά την διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης, σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, Ν. Τ., Υπαστυνόμου Β (τότε) της ΕΛ.ΑΣ. και αξιωματικού στο ΑΤ. Κιλκίς και στη Θεσσαλονίκη, στις 4.3.2008, ενώπιον του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπου ο ανωτέρω πολιτικώς ενάγων ήταν κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε καταστροφή εγγράφου στην υπηρεσία, κατέθεσε, ότι ο πολιτικώς ενάγων, ως Διοικητής του ΑΤ Αξιούπολης, όπου υπηρετούσε και ο κατηγορούμενος, στην περίπτωση του προαναφερόμενου τροχαίου ατυχήματος προσπάθησε να καλύψει το συμβάν προς όφελος του Αλβανού δράστη, διότι είχε φιλικές σχέσεις με τον εργοδότη του κ. Α.. Ειδικότερα, κατέθετε τα εξής: "Ήμαστε υπηρεσία με τον Σ., όταν κάποιος περαστικός μας ενημέρωσε ό είχε γίνει κάποιο τροχαίο. Είδα ένα τρακαρισμένο αυτοκίνητο και δίπλα ήταν ο γιατρός Σ., ο οποίος μας είπε ότι κάποιος έπεσε πάνω του, μάλλον μεθυσμένος και έφυγε. Πιο κάτω κάποιος Α. περιεργάζονταν το τρακαρισμένο αυτοκίνητο, αλλά μας είπε ότι δεν ήταν δικό του. Ενημέρωσα το διοικητή του τμήματος. Όταν γύρισα στο τμήμα, ο Γ. μου είπε ότι ο Αστυνόμος άφησε τον Αλβανό ελεύθερο. Δεν μου άρεσε το γεγονός ότι ο μεθυσμένος Αλβανός έφυγε, ενώ είχε κατηγορία για εγκατάλειψη. Μου ήρθε να ψάξω το καλάθι των αχρήστων, από το οποίο μάζεψα κομμάτια ενός εντύπου καταθέσεων. Όλα τα κομμάτια τα έδωσα στο τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων. Ο Αλβανός βρισκόταν στο τμήμα χωρίς έκθεση σύλληψης και χωρίς να δώσει κατάθεση. Το πρόβλημα μου ήταν ότι ο Διοικητής ήθελε να αφήσει τον Αλβανό ελεύθερο, ενώ ήταν μεθυσμένος, γιατί δούλευε στον Α., ο οποίος ήταν φίλος του Διοικητή. Την έκθεση σύλληψης την έκανε ο Σ.ς στις 11.00 το βράδυ, είχαμε κρατούμενο, χωρίς έκθεση σύλληψης". Όλα τα ανωτέρω κατατεθέντα ήταν ψευδή, ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, καθώς γνώριζε, ότι ουδέποτε ο ως άνω παθών του ανέφερε ότι ο αλλοδαπός οδηγός ήταν μεθυσμένος και τον εγκατέλειψε, ότι ο εν λόγω οδηγός αφέθηκε ελεύθερος, όχι γιατί τον άφησε ο Διοικητής να φύγει, διότι είχε φιλικές σχέσεις με τον εργοδότη αυτού (Α.), με τον οποίο, σημειωτέο, ουδέποτε είχε φιλικές σχέσεις, αλλά διότι δεν στοιχειοθετείτο παράβαση εκ μέρους του άρθρου 43 του Κ. Ο. Κ., αφού ο ίδιος ο παθών δήλωσε, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι αυτός (αλβανός οδηγός) δεν εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, αλλά άφησε εκεί τον συνοδηγό του και με τη συναίνεση του ιδίου, ο οποίος, σημειωτέο, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την ποινική του δίωξη, αποχώρησε, προκειμένου να βρει τον εργοδότη και τον ασφαλιστή του, αλλά και να φέρει βοήθεια για να μετακινήσουν το αυτοκίνητό του, το οποίο είχε υποστεί βλάβες, προς αποφυγή άλλου ατυχήματος. Όσον αφορά το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 42 του ΚΟΚ, η αλήθεια, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ότι δεν σχηματίστηκε αμέσως δικογραφία, όχι διότι επενέβη ο Διοικητής, αλλά διότι ο κατηγορούμενος απέκρυψε από τον αρμόδιο προανακριτικό υπάλληλο (Κ. Γ.) ότι ο αλλοδαπός οδηγός είχε υποβληθεί σε αλκοομέτρηση, το αποτέλεσμα της οποίας βρέθηκε θετικό, παρά μόνο του ανακοίνωσε αυτό μετά την αποχώρηση των ως άνω εμπλακέντων από το Αστυνομικό Τμήμα, οπότε και σχηματίστηκε σχετική δικογραφία. Στο σημείο αυτό, πρέπει να λεχθεί ότι οι ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντες, όπως προκύπτει από την ανάγνωση .της από 31.10.2008 έκθεσης πορίσματος ένορκης διοικητικής εξέτασης (Ε.Δ.Ε,) του ενεργήσαντος αυτήν, Π. Ε., αστυνομικού υποδιευθυντή, και της από 14.1.2009 (εκ παραδρομής, προφανώς, αναφέρεται το έτος ως 2008) εκδοθείσης επ' αυτής (Ε.Δ.Ε.) αποφάσεως του Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή, Σ. Α., υποστράτηγου, δεν διώχθηκαν πειθαρχικά για την ως άνω σε βάρος τους καταγγελία του νυν κατηγορουμένου, καθώς και ότι, με την υπ' αριθμ. 1089/2008 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αυτοί αθωώθηκαν για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς ως άνω αξιόποινες πράξεις. Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε ο κατηγορούμενος στις ως άνω καταθέσεις του, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, ψευδή και αυτός τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών. Η γνώση του κατηγορουμένου περί της αναλήθειας των ως άνω περιστατικών προκύπτει: α) Από το γεγονός ότι αυτός, λόγω της ιδιότητας του, ήταν παρών κατά τη συζήτηση που έγινε στο ως άνω Αστυνομικό Τμήμα, μεταξύ του προανακριτικού υπαλλήλου και πολιτικώς ενάγοντος, Κ. Γ. και των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα οδηγών και είχε άμεση γνώση και αντίληψη για τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ αυτών και επομένως, καταθέτοντας αυτός, ότι ο πολιτικώς ενάγων, Κ. Γ., αρνήθηκε να σχηματίσει δικογραφία σε βάρος του αλλοδαπού οδηγού για παράβαση των άρθρων 42 και 43 του Κ.Ο.Κ., προκειμένου να εξυπηρετήσει τον Διοικητή του και πολιτικώς ενάγοντα, Ν. Τ., γνώριζε ότι καταθέτει ψέματα, καθόσον, όσον αφορά το μη σχηματισμό δικογραφίας για παράβαση του άρθρου 43 του Κ.Ο.Κ. γνώριζε από τον παθόντα, ο οποίος το δήλωσε στο Αστυνομικό Τμήμα, ότι ο αλλοδαπός οδηγός δεν εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, αλλά απομακρύνθηκε προς στιγμή από αυτόν για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, όσον αφορά δε το μη σχηματισμό δικογραφίας για παράβαση του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., γνώριζε πολύ καλά ότι ο ως άνω προανακριτικός υπάλληλος δεν μπορούσε να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, καθόσον δεν γνώριζε ότι αυτός (κατηγορούμενος) είχε υποβάλλει τον αλλοδαπό οδηγό σε αλκοομέτρηση, το αποτέλεσμα της οποίας βρέθηκε θετικό, αφού ο κατηγορούμενος του απέκρυψε αυτό και του το ανακοίνωσε μόνο μετά την αποχώρηση από το Αστυνομικό Τμήμα των εμπλακέντων οδηγών, β) από την ίδια την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος ομολογεί ότι μάζεψε από το καλάθι των αχρήστων τα κομμάτια του εντύπου της ένορκης εξέτασης μάρτυρα και επομένως αυτός, καταθέτοντας ότι ο πολιτικώς ενάγων Κ. Γ. έσκισε την αρχική κατάθεση του παθόντος Κ. Σ., γνώριζε πολύ καλά ότι το εν λόγω έντυπο δεν αποτελούσε κατάθεση, ούτε έγγραφο, κατά την έννοια του νόμου, αλλά ήταν ένα έντυπο ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, χωρίς να υπάρχει συμπληρωμένο κάποιο κείμενο, ούτε υπογραφές, αλλά μόνο τα στοιχεία του ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντος και του προαναφερόμενου μάρτυρα, γ) από την από 16.2.2003 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα, Κ. Σ., που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, από την οποία σαφώς προκύπτει ότι αυτός ουδέποτε έκανε λόγω και μάλιστα ενώπιον του κατηγορουμένου για μέθη του αλλοδαπού οδηγού και εγκατάλειψη από αυτόν του τόπου του ατυχήματος και κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος, καταθέτοντας ότι ο ως άνω μάρτυρας του είπε ότι ο αλλοδαπός οδηγός ήταν μεθυσμένος και εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, γνώριζε πολύ καλά ότι κατέθετε ψέματα και δ) από τις ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού, χωρίς όρκο, καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, Κ. Γ. και Ν. Τ. και ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Κ. Τ., Δ. Κ. και Η. Π., αστυνομικών, οι οποίοι, μετά λόγου γνώσεως, καταθέτουν ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε φιλικές σχέσεις με τον εργοδότη του αλβανού οδηγού, Α., γεγονός το οποίο ήταν γνωστό σ' όλη την μικρή κοινωνία της Αξιούπολης, καθώς και ότι η καταγγελία σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος εκ μέρους του κατηγορουμένου, ήταν ψευδής, πράγμα το οποίο γνώριζε αυτός, καθόσον έγινε από λόγους προσωπικής εμπάθειας. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος είχε αρχικά ευνοϊκή μεταχείριση εκ μέρους του Διοικητή του, ο οποίος, μετά από παράκληση αυτού, τον τοποθετούσε πάντοτε σε απογευματινές ή βραδινές υπηρεσίες, για να μπορεί τα πρωινά να ασχολείται στα καταστήματα (δύο), που διατηρούσε η μητέρα όμως οι συνάδελφοι του κατηγορουμένου διαμαρτυρήθηκαν στον Διοικητή τους και αντέδρασαν στην ευνοϊκή αυτή μεταχείριση, ο τελευταίος αναγκάστηκε να τοποθετήσει τον κατηγορούμενο, από 9.2.2003, σε πρωινές υπηρεσίες, γεγονός το οποίο προκάλεσε την έντονη αντίδραση του κατηγορουμένου, ο οποίος απείλησε τον Διοικητή του με τη φράση "θα δεις ποιος είμαι εγώ και τι θα πάθεις" και στη συνέχεια έλαβε αναρρωτική άδεια. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος, στους ίδιους ανωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ισχυρίσθηκε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, Ν. Τ. με τις ανωτέρω καταθέσεις-του τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, διατεινόμενος, ότι ο πολιτικώς ενάγων είναι άνθρωπος ανέντιμος, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε την θέση του ως Διοικητής του ΑΤ Αξιούπολης, για να κάνει εκδουλεύσεις στους φίλους του, κατά παράβαση των καθηκόντων της υπηρεσίας του, όλα δε τα ως άνω ισχυρισθέντα, τα οποία περιήλθαν σε γνώσει των προσώπων που διενεργούσαν την Ε. Δ. Ε., των δικαστών και των ατόμων που βρίσκονταν στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τη δικάσιμο της 4.3.2008, αλλά και της μικρής τοπικής κοινωνίας της Αξιούπολης, όπου υπηρετούσε ο πολιτικώς ενάγων, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη αυτορ,,,και ήταν ψευδή, καθόσον αυτός υπήρξε έντιμος αξιωματικός της αστυνομίας καχ χαίρει της εκτίμησης και του σεβασμού των συναδέλφων του, αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, ο δε κατηγορούμενος γνώριζε, την αναλήθεια αυτών, όπως ήδη πιο πάνω αναφέρθηκε. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί, ότι οι προβαλλόμενοι από τον κατηγορούμενο ως αυτοτελείς ισχυρισμοί δεν συνιστούν αυτοτελούς ισχυρισμούς, αλλά αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα, κατ' εξακολούθηση και συκοφαντικής δυσφήμησης, κατ' εξακολούθηση, όπως και πρωτοδίκως, σημειουμένου ότι καίτοι είναι δύο οι πολιτικώς ενάγοντες, όσον αφορά το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, το Δικαστήριο δεσμευόμενο από την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου (άρθρο 470 Κ. Π. Δ.) δεν μπορεί να κηρύξει αυτόν ένοχο κατά συρροή, όσον αφορά την ανωτέρω πράξη, να του αναγνωρισθεί, όμως το πρωτοδίκως αναγνωρισθέν σ' αυτόν ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ, 2 α Π. Κ., όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό."
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98, 224 παρ.2 και 363, 362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αιτιολογείται επαρκώς ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου και δη αναφέρεται η γνώση αυτού περί της αναλήθειας για τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ως μάρτυρας στα πλαίσια ΕΔΕ και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα οποία με τις τρεις ένορκες καταθέσεις του διέδωσε σε βάρος του εγκαλούντος Ν. Τ., αναφέρονται δε και ποία τα αληθή γεγονότα , β) αναφέρεται εκτενώς και επαρκώς αιτιολογημένα από ποία περιστατικά συνάγει το δικαστήριο τη γνώση του κατηγορουμένου για την αναλήθεια αυτών που ψευδώς κατέθεσε και διέδωσε, γ) ο αναιρεσείων δεν καταδικάστηκε για παράβαση και του άρθρου 43 του ΚΟΚ, η δε αιτιάσεις αυτού, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της άνω διάταξης, με την ουσιαστική παραδοχή ότι ο Αλβανός οδηγός αυτοκινήτου που ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα δεν εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, γιατί δήθεν συναίνεσε ο έτερος εμπλακείς οδηγός, ενώ αυτός είχε εγκαταλείψει τον τόπο, χωρίς να τηρήσει τις υποχρεώσεις που ορίζει το άνω άρθρο, παραδοχή που συνδέεται με αυτά που ο κατηγορούμενος αστυνομικός κατέθεσε στη συνέχεια ψευδώς σε βάρος του εγκαλούντος συναδέλφου του που επιλήφθηκε προανακριτικά του εν λόγω ατυχήματος, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως, δ) όσον αφορά την αιτίαση του κατηγορουμένου ( με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως) ότι το δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό αυτού, ότι " δεν τελούσε εν γνώσει της αναληθείας όσων κατέθεσε και διέδωσε, αλλά πίστευε αυτά ως αληθινά και όσα κατέθεσε αποτελούσαν εκδηλώσεις που έγιναν για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων του ως αστυνομικού, χωρίς σκοπό εξύβρισης του εγκαλούντος συναδέλφου του", το δικαστήριο, ανεξάρτητα του ότι στο προεκτεθέν αιτιολογικό του χαρακτήρισε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό ως αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, με πλήρη σαφή και ειδική αιτιολογία απέρριψεν εμμέσως πλην σαφώς στην ουσία, αφού κατά τις ίδιες ως παραπάνω παραδοχές του, όσα κατέθεσε και διέδωσε ο κατηγορούμενος σε βάρος του εγκαλούντος ήταν ψευδή και αυτός τελούσε σε γνώση της αναλήθειας.
Συνεπώς, όλοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι δε λοιπές εκτενείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθό μέρος βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2011 αίτηση - δήλωση του Α. Μ. του Ι., για αναίρεση της 393/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντoς πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων ( 500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα. Συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α, Δ, Ε ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1710/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Λ. του Ξ. , κατοίκου ... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1400/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Μ. , κάτοικο ... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1633/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166.
Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή , όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης.
Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο εμφανίστηκε στο δικαστήριο η δικηγόρος Ιωάννα- Αικατερίνη Αναστασίου και ζήτησε αναβολή της συζήτησης, για το λόγο ότι αδυνατούσε ο αναιρεσείων να καταβάλει την παράσταση δικηγόρου, για δεύτερη όμως φορά, καίτοι η ιδία δικηγόρος είχε ζητήσει για λογαριασμό του αναιρεσείοντος και είχε δοθεί αναβολή, με την 734/2011 απόφαση του δικαστηρίου τούτου αναβολή για τη σημερινή ρητή δικάσιμο της 8-11-2011. Το παραπάνω αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, γιατί η υπόθεση, κατά τα παραπάνω έχει ήδη αναβληθεί μια φορά και πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να ερευνηθεί περαιτέρω.
Όπως προκύπτει από τα από 1-4-2011 και από 4-4-2011 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς Γ. Ι. , ο αναιρεσείων και ο αντίκλητος δικηγόρος του κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί ο αναιρεσείων στη συνεδρίαση της 3/5/2011, που είχε προσδιορισθεί αρχικά η κρινόμενη από 15/1112010 αίτηση του. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όπως προκύπτει από τη με αριθ. 734/2011 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με αίτηση δικηγόρου για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε ως παραπάνω η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως σε ρητή δικάσιμο για τη συνεδρίαση της 8-11-2011. Ο αναιρεσείων επομένως, ο οποίος μετά την ως άνω απόρριψη του άνω αιτήματος του για αναβολή, δεν παραστάθηκε κατ'αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, πρέπει να δικασθεί ερήμην και κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αναβολής.
Απορρίπτει την από 15-11 -2010 αίτηση- δήλωση του Σ. Λ. του Ξ. περί αναιρέσεως της 1400/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς . Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτημα αναβολής. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1700/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδης, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνη Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ηλιακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.800/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ορεστιάδας. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ορεστιάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 354/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.1 του ν. 3459/ 2006, τιμωρείται με τη στη διάταξη αυτή προβλεπόμενη ποινή, όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιοδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ... Κατά δε τη διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου, βούλευμα ή απόφαση, ότι ο υπαίτιος δεν πρέπει να τιμωρηθεί, μπορεί να εκδοθεί και ο δράστης της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να κριθεί ατιμώρητος, χωρίς να διαταχθεί προηγουμένως η από μέρους του παρακολούθηση θεραπευτικού προγράμματος, όταν το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και την προσωπικότητα του δράστη, κρίνει ότι η αξιόποινη πράξη ήταν τελείως συμπτωματική και δεν είναι πιθανό να επαναληφθεί αυτή ή κάποια άλλη του κεφαλαίου αυτού. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, ως "συμπτωματική" κατοχή ναρκωτικής- ουσίας για αποκλειστική χρήση και χρήση θεωρείται η περιστασιακή, η οποία δικαιολογείται με βάση τις ειδικές συνθήκες και την προσωπικότητα του δράστη, η οποία διαμορφώνεται από την ηλικία, τις διανοητικές λειτουργίες και τις δυνατότητες κρίσεως των επί μέρους περιστάσεων, συνιστά δε η παραδοχή αυτή ειδικό λόγο δυνητικής άφεσης της ποινής. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να περιέχει ο αυτοτελής ισχυρισμός του υπαιτίου όταν ζητεί να κριθεί ατιμώρητος, κατ' εφαρμογή της άνω διατάξεως. Διαφορετικά είναι αόριστος και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε αυτόν και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά και να εκτείνεται στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αριθ.800/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδος, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος σε ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) ημερών για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών για ιδία αποκλειστικά χρήση. Προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος "ζήτησε να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός του και να κηρυχθεί ο εκκαλών-κατηγορούμενος ατιμώρητος κατ'εφαρμογή του άρθρου 29 παρ.3 του Ν.3459/2009, λόγω της εντελώς συμπληρωματικής εμπλοκής του στην παρούσα υπόθεση". Περί του ισχυρισμού αυτού, το άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, διότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος. Παρά ταύτα το Δικαστήριο απάντησε με την εξής αιτιολογία: "ο ισχυρισμός του (κατηγορουμένου) ότι η πράξη του ήταν τελείως συμπτωματική και ότι πρώτη φορά αγόρασε ναρκωτική ουσία και το έκανε από περιέργεια κρίνεται αβάσιμος, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της κρινόμενης υποθέσεως, καθόσον και εάν πράγματι ο κατηγορούμενος ήθελε να προμηθευτεί τη ναρκωτική ουσία από λόγους επιθυμίας και περιέργειας να δοκιμάσει για πρώτη φορά τέτοιες ουσίες, ασφαλώς θα αρκείτο σε αγορά μικρότερης ποσότητος, που θα αρκούσε για μία δόση, έναντι προφανώς μικρότερου τιμήματος. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, αφενός μεν το μέγεθος της ποσότητος της ναρκωτικής ουσίας (4,80 γραμμάρια με τη συσκευασία και 2,78 γραμμάρια καθαρό βάρος) και αφετέρου το είδος της ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνη), η οποία συγκαταλέγεται στα σκληρά ναρκωτικά, δεν δικαιολογούν τον ανωτέρω ισχυρισμό του περί τελείως συμπληρωματικού χαρακτήρα της πράξεως". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής, διότι περιέχονται σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε στην απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού χωρίς να παραβιάσει ευθέως η εκ πλαγίου τη διάταξη του άνω άρθρου 29 παρ.3 του Ν.3459/2006 ούτε την αρχή της αναλογικότητας. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένως εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, συνακολούθως δε είναι απορριπτέα και η ένδικη αίτηση, ο δε αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την υπ'αριθ.1/2011 αίτηση του Π. Γ. του Γ. περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.800/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης) για ιδία αποκλειστική χρήση. Απόρριψη μοναδικού λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 292 ν. 2459/1996 (συμπτωματική προμήθεια και κατοχή) και έλλειψη αιτιολογίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1713/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Μ. του Α. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάτη, για αναίρεση της υπ'αριθ.646/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Π. του Ν. , κάτοικο ... , που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 14 Οκτωβρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1555/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ιδίου ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Η άνω παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ καθόριζε, προ του 1996, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". 'Όμως αντικαταστάθηκε η διάταξη αυτή αρχικώς από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν.2408/1996, που καθόριζε, ότι "3. επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και ακολούθως η προαναφερθείσα διάταξη αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/1999, που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999 και αναφέρει, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ήδη σήμερα 15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (ήδη σήμερα 73.000 ευρώ)".
Επίσης, η παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 του ν.2721/1999, καθορίζει, ότι "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε".
Από τη διατύπωση όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του εγκλήματος της απάτης, μετά την τροποποίηση δια του ανωτέρω ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράση σκοπουμένου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον βεβαίως υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό ως πιο πάνω όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους. 'Ετσι η διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του ν.2721/1999 θα εφαρμοσθεί αναδρομικά, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ και επί της αξιόποινης πράξεως της απάτης κατ'εξακολούθηση, της τελεσθείσας προ της ισχύος του ανωτέρω ν. 2721/1999, (3-6-1999), γιατί είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη, μη υποκείμενη σε διάσπαση. Η ορθότητα του ως άνω συμπεράσματος, επιβεβαιώθηκε και από τη διατύπωση αφενός της προαναφερθείσας νεότερης διατάξεως του άρθρου 14 παρ.4 ν.2721/1999 και αφετέρου της εισηγητικής εκθέσεως του νόμου αυτού, που αναφέρει, ότι λαμβάνεται υπόψη και αθροίζεται η επιμέρους βλάβη, όφελος ή αξία, όπως ισχύει και με το ν. 1608/1950. (ΑΠ 1329/2009, 1403/2007, 400,1318,1917/2001). Τέλος το άρθρο 13 περ.στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 ν. 2408/1996, ορίζει, ότι "κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος".
Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες του άρθρου 13 στοιχείο στ' του ΠΚ και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. Για να έχει όμως η καταδικαστική απόφαση την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την συνδρομή της άνω επιβαρυντικής περίστασης πρέπει να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της, σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της κατ' επάγγελμα τέλεσης και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στον κανόνα που εφάρμοσε και δεν αρκεί η κατά λέξη επανάληψη της διατύπωσης και της ορολογίας του κειμένου του νόμου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 646/2010 απόφαση του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που γενικώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής-πολιτικώς ενάγων Δ. Π. , κάτοικος ... , είναι επιχειρηματίας και ενδιαφερόταν να λάβει δάνειο ύψους 17.000.000 δολαρίων ΗΠΑ από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να αγοράσει δέκα (10) πλοία, έχοντας ήδη καταθέσει αρμοδίως σχετική αίτηση. Ο ίδιος μεν γνώριζε τις εμπορικές συναλλαγές στην Ελλάδα, και προς διευκόλυνση του για την έγκριση του συγκεκριμένου δανείου, τον Σεπτέμβρίο μήνα του έτους 1997 ήλθε σε επαφή μέσω γνωστού του ονόματι Κ. με τον κατηγορούμενο Σ. Μ. , ο οποίος εφέρετο ως μεσίτης δανείων στην Ελλάδα. Ο κατηγορούμενος παρέστησε τότε στον μηνυτή ότι έχει τη δυνατότητα να μεσολαβήσει και να εξασφαλίσει έναντι αμοιβής και των σχετικών εξόδων την άμεση έγκριση του ζητουμένου δανείου, παρακάμπτοντας τα σχετικά εμπόδια, αφού ως "μεγαλομεσάζων" είναι άριστος γνώστης του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα και των συναλλαγών, ότι συνδέεται στενά με σημαντικά πρόσωπα του πολιτικού και τραπεζικού χώρου και ότι είχε ήδη στο παρελθόν μεσολαβήσει σε περιπτώσεις μεγάλων δανείων. Με τις παραστάσεις αυτές, που ήταν ψευδείς, ως κατωτέρω, ο κατηγορούμενος έπεισε τον μηνυτή και του κατέβαλε ως αμοιβή και έξοδα προμήθειας σε τρίτους το ποσό 15.000.000 δρχ. την 2-10-1997 και το ποσό των 10.000.000 δρχ. την 12-11-1997. Εν συνεχεία και δή περί τα τέλη Νοεμβρίου 1997 ο κατηγορούμενος, αντιληφθείς ότι ο μηνυτής βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση, παρέστησε σ' αυτόν ότι έχει την δυνατότητα με τις γνωριμίες που διαθέτει να επιτύχει, παρακάμπτοντας τα γραφειοκρατικά εμπόδια, την έγκριση και άλλων δύο δανείων, ύψους 20.000.000 δολαρίων και 6.000.000 δολαρίων, αντίστοιχα, συνολικά δηλαδή, μαζί με το αρχικό, που δεν είχε ακόμη εγκριθεί, δάνειο ύψους 43.000.000 (17.000.000 + 20.000.000 + 6.000.000) δολαρίων ΗΠΑ, προκειμένου δε να άρει κάθε επιφύλαξη και δισταγμό εκ μέρους του μηνυτή ο κατηγορούμενος παρουσίασε σ' αυτόν αργότερα το από 8-1-1998 έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας στο οποίο αναφερόταν ότι η Τράπεζα διέκειτο ευνοϊκά προς αυτόν για την χορήγηση των δανείων. Με τις παραστάσεις αυτές, που ήταν επίσης ψευδείς, ως κατωτέρω, ο κατηγορούμενος έπεισε τον μηνυτή και του κατέβαλε τμηματικά μέχρι την 12-3-1998, προκειμένου να επιτευχθεί η έγκριση του δανείου, το ποσό των 40.000.000 δρχ. Όλες οι προαναφερθείσες παραστάσεις του κατηγορουμένου προς τον μηνυτή ήταν ψευδείς, αφού ο κατηγορούμενος δεν είχε καμία δυνατότητα να εξασφαλίσει τα ανωτέρω δάνεια για λογαριασμό του μηνυτή, ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την έγκριση του δανείου, ούτε διατηρούσε καμία σχέση με πολιτικά πρόσωπα και τραπεζικά στελέχη ικανά να παρακάμψουν τις γραφειοκρατικές διατυπώσεις και να επισπεύσουν την έγκριση του δανείου, το οποίο και δεν εγκρίθηκε ποτέ, το δε προαναφερθέν από 8-1-1998 έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας ήταν εξ ολοκλήρου πλαστό και το κατά τα ανωτέρω περιεχόμενο του προφανώς ψευδές. Έτσι, με την παράσταση δηλ. των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, που έγινε εν γνώσει του κατηγορουμένου και με την οποία (παράσταση) ο κατηγορούμενος έπεισε τον μηνυτή και του κατέβαλε τα ειρημένα ποσά και συνολικά το ιδιαιτέρως μεγάλο ποσό των 65.000.000 δρχ.. ο κατηγορούμενος έβλαψε την περιουσία του μηνυτή κατά το ποσόν αυτό, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του ιδίου (κατηγορουμένου), στο οποίο (όφελος) σκόπευε ο τελευταίος. Από την επανειλημμένη δε, ως ανωτέρω, τέλεση της πράξης εκ μέρους του κατηγορουμένου προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, που το συνολικό όφελος του ιδίου και η συνολική ζημία του μηνυτή, ανερχόμενη, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό των 65.000.000 δρχ. υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της απάτης εις βαθμόν κακουργήματος, για την οποία κατηγορείται και όπως ορίζεται στο διατακτικό, απορριπτομένου του αιτήματος του για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 1 και 2 δ' και ε' του Π.Κ., προεχόντως λόγω της παντελούς αοριστίας του." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακουργηματική απάτη που τελέστηκε κατ'εξακολούθηση, με σκοπό να αποκομίσει αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος και με αντίστοιχη ζημία που προξένησε στο μηνυτή Δ. Π. , από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και με περιουσιακό όφελος την 2-10-1997 15.000.000 δραχμών, την 12-11-1997 10.000.000 δραχμές και μετά τμηματικά μέχρι την 12-3-1998 40.000.000 δραχμές, ήτοι συνολικού ποσού 65.000.000 δραχμών, που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και επέβαλε σε αυτόν για την κακουργηματική αυτή πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση μία ποινή καθείρξεως έξι ετών.
Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα πιο πάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τα παρακάτω ζητήματα: α) στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό, δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο παθών προέβη προς τον κατηγορούμενο, σε καταβολές χρημάτων, για έξοδα και αμοιβή προμήθειας για την διεκπεραίωση της διαδικασίας εγκρίσεως των τραπεζικών δανείων, την 2-10-1997 ποσού 15.000.000 δραχμών, την 12-11-1997 ποσού 10.000.000 δραχμών και από τέλη Νοεμβρίου 1997 μέχρι 12-3-1998 τμηματικά ποσού 40.000.000 δραχμών και επομένως σε καταβολή συνολικού ποσού 65.000.000 δραχμών, που υπερβαίνουν τα 5.00.000 δραχμές, συνολικό όφελος στο οποίο σκόπευε ο κατηγορούμενος, χωρίς όμως να εξειδικεύει κατά χρόνο και επί μέρους τα ποσά αυτά που καταβλήθηκαν, αόριστα και τμηματικά από Νοέμβριου 1997 μέχρι 12-3-1998, ενώ δεν διευκρινίζει αν τα ποσά αυτά, όλα ή μέρος αυτών και ποίο, ο παθών τα κατέβαλε και συνιστούν πραγματική θετική ζημία του παθόντος και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου, ενόψει του ότι σαφώς αναφέρεται στο αιτιολογικό ότι τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν "για έξοδα και αμοιβή προμήθειας για την διεκπεραίωση της διαδικασίας εγκρίσεως των τραπεζικών δανείων", χωρίς να σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβη στις απαιτούμενες αιτήσεις και διαδικασίες χορηγήσεως των τριών τραπεζικών δανείων που υποσχέθηκε και ότι δεν υποβλήθηκε σε έξοδα, ούτε δικαιούται αμοιβής προμήθειας, αναφέρεται δε απλώς και μόνον ότι τα δάνεια αυτά δεν εγκρίθηκαν ποτέ από την Εμπορική τράπεζα, όχι όμως ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε καμία υποβολή αιτήσεως και άλλες διαδικασίες ή δαπάνες, προκειμένου να εγκριθούν τα δάνεια για λογαριασμό του παθόντος, ούτε αν οι αιτήσεις απορρίφθηκαν από την τράπεζα και για ποίο λόγο απορρίφθηκαν, για να κριθεί και το ψευδές των υποσχέσεων που είχε δώσει ο κατηγορούμενος, β)υπάρχει ασάφεια αν τελέστηκε μία πράξη απάτης, που συμβαίνει όταν συνεπεία της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε πλείονες και σε διαφόρους χρόνους επιζήμιες πράξεις και καταβολές χρημάτων ή αν τελέστηκε απάτη κατ'εξακολούθηση, όπως και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, που συμβαίνει όταν ο δράστης προβαίνει διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδηγούσε και σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον παθόντα, ήτοι ενώ νομικώς κρίσιμο για την ύπαρξη εξακολουθούντος εγκλήματος είναι ο χρόνος κατά την οποίο εκδηλώνεται η απατηλή συμπεριφορά και η εξ αυτής επελθούσα άπαξ πλάνη του παθόντος και όχι τα συγκεκριμένα μεταγενέστερα χρονικά σημεία κατά τα οποία ο τελευταίος προβαίνει συνεπεία της πλάνης του σε περιουσιακή διάθεση και δη σε τμηματικές καταβολές χρημάτων, παρά ταύτα, όμως η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις παραδοχές της, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος στην αρχική επαφή τους, το 1997, διαβεβαίωσε ψευδώς και παραπλάνησε τον παθόντα ότι έχει τη δυνατότητα να μεσολαβήσει και να εξασφαλίσει έναντι αμοιβής και των σχετικών εξόδων την άμεση έγκριση δανείου, συνδεόμενος στενά με σημαντικά πρόσωπα του πολιτικού και τραπεζικού χώρου και ως μεγαλομεσάζων είναι άριστος γνώστης του τραπεζικού συστήματος, παρακάμπτοντας τα σχετικά εμπόδια και ότι συνεπεία της παραπλάνησης αυτής έγιναν τμηματικές καταβολές χρημάτων (ΑΠ 1778/2008), γ) επίσης, ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα τελέσεως της ίδιας πράξεως της απάτης κατ'εξακολούθηση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αρκείται τόσον στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό, σε αναφορά μόνον της ορολογίας του νόμου, ότι ο αναιρεσείων από την επανειλημμένη τέλεση των επί μέρους αξιοποίνων πράξεων της απάτης είχε σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του άνω άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν και τα οποία δικαιολογούν την κατ'επάγγελμα τέλεση της απάτης, η δε επιβαρυντική αυτή περίσταση, αν δεν συντρέχει, ασκεί επιρροή στη βαρύτητα της εν λόγω πράξεως και εντεύθεν στην επιβλητέα ποινή, επηρεάζει δηλαδή την μορφή της απάτης ως κακουργηματικής, κατά την παρ.3 του άρθρου 386 ΠΚ, δηλαδή το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία, απαιτείται πλέον να υπερβαίνουν το ποσό, όχι των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), αλλά το ποσό των 25.000.000 δράχμων (73.000 ευρώ). ΑΠ 1639/2008.
Συνεπώς οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κύριοι και πρόσθετοι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 646/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κακουργηματική κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση. Βάσιμοι οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1698/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου G. G. του M., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 936/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) V. H.T., 2) D. T. A., 3) D. J. E. και 4) G. S. A..
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 772/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή με αριθμό 216/2-11-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 και 513 ΚΠΔ, την από 6.4.2011 αίτηση αναίρεσης του G. G. του M.S, Γ. Γ. του Μ., Αλβανού υπηκόου, κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης ..., κατά της υπ' αριθμ. 936/30-3-2011 απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου-Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε κάθειρξη δέκα τεσσάρων (14) ετών, για κατοχή ναρκωτικών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε κείνον που την διευθύνει. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ), και από εκείνον που την δέχεται. Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 1 εδαφ. α' του ίδιου κώδικα, "και στην αίτηση αναίρεσης στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο, πρέπει εκτός των άλλων να διατυπώνονται και οι λόγοι άσκησης του ενδίκου μέσου". Από τη διάταξη αυτή σε συνδ. και με εκείνες των άρθρων 473 παρ. 2 και 148-153 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος ή κατά απόφασης, πρέπει αναγκαίως να διαλαμβάνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, έστω και ένα λόγο απ' αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ ή στο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, διαφορετικά σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 και 513 ΚΠΔ η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται, χωρίς άλλο, ως απαράδεκτη. (βλ. ΑΠ 980/1998, ΠΧρ. ΜΘ', Σελίς 557). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγον αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης (βλ. ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΑΠ 2/2002 και ΑΠ 2397/2004, σε Συμβούλιο, Π. Χρ. ΝΕ 2005-Σελ.822). Τέλος, όταν δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση, ή δεν προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην απόφαση ή το βούλευμα, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται άνευ ετέρου ως απαράδεκτη. (βλ. ΑΠ 1018/2000, Ποιν. Δνη, 2000, Σελίς 1204).
1.- Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση του κρατουμένου G. G., ασκήθηκε κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή της φυλακής ... στην οποία κρατείται ο αναιρεσείων,. εμπρόθεσμα, ήτοι καθαρογραμμένη καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 30-5-2011 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 6-4-2011. (προ της καταχώρησης), με αύξοντα αριθμό 330. Η αίτηση τυγχάνει μεν εμπρόθεσμη, πλην ασκήθηκε κατά παράβαση των άρθρων 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 ΚΠΔ ήτοι "όταν ο νόμος ρητά προβλέπει, σε κάθε άλλη περίπτωση ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο -άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ, τελευταία περίπτωση-. Τέτοιες περιπτώσεις προβλέπονται λόγου χάριν, όταν οι λόγοι είναι αόριστοι. (βλ. Ερμην. ΚΠΔ Μιχ. Μαργαρίτη άρθρ. 476, 6 Σελίς 965). Ειδικότερα, αναφέρει ως λόγους α) ότι δεν αναγνωρίστηκε η έξη χρήσης της τοξικομανίας του από το Δικαστήριο, β) ούτε τα προβλήματα υγείας του από το Υπουργείο, και γ) η άσχημη οικονομική κατάσταση που έχει η γυναίκα του και τα ανήλικα παιδιά του. Ουδένα αυτοτελή ισχυρισμό υπέβαλε ο συνήγορός του στο δικαστήριο. (Μόνο οι συνήγοροι των 2ου, 3ου, 4ου, 5ου κατηγορουμένων). Το μόνο που υπέβαλε ο συνήγορός του, υπό μορφή ευχής, την επιείκεια του δικαστηρίου, αφού την ποσότητα την κατείχε για λογαριασμό άλλου, και χωρίς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης του. (βλ. Σελίς 42 της απόφασης). Ο ίδιος στην απολογία του στο ακροατήριο ουδέν αναφέρει για τοξικομανία (βλ. Σελίς 39 της απόφασης), γι' αυτό και η απόφαση στις σελίδες 55 και 57 δέχεται πως είναι χρήστης ναρκωτικών και όχι τοξικομανής. Οι λοιπές αιτιάσεις του υπό στοιχεία β' και γ' (προβλήματα υγείας του και τα τέκνα του) αφορούν σε εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Ο διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος (της τοξικομανίας) πέραν του ότι δεν υπεβλήθη ποτέ από τον ίδιο ή τον συνήγορό του, ως διατυπούται στην έκθεση, χωρίς αναφορά και έκθεση πραγματικών περιστατικών, και χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια που προσάπτει στην απόφαση (όπως απόλυτη ακυρότητα ή έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κλπ.), συνιστά λόγο αόριστο.
2.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε νομοτύπως (άρθρ. 474 παρ. 2 ΚΠΔ), καθώς στην έκθεση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται τα στοιχεία της παραδεκτής κατά τον νόμο αιτήσεως αναιρέσεως, και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ, και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα κατ' άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 3.- Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Α.
Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 6.4.2011 αίτηση αναίρεσης του G. G. του M., Αλβανού υπηκόου, κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης ..., κατά της υπ' αριθμ. 936/30-3-2011 απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Β. Να επιβληθούν σε βάρος του δικαστικά έξοδα 250 ευρώ. Αθήνα 25 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στη δήλωση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται κατά το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιες είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας. Εξάλλου, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως (υπ' αριθ. 330/6-4-2011) του αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ..., πλήττεται η υπ' αριθ. 936/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα τεσσάρων (14) ετών και σε χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) ευρώ, για κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, διότι "δεν αναγνωρίσθηκε η έξη της χρήσης της τοξικομανίας μου από το 5μελές Εφετείο και τα προβλήματα υγείας μου από το υπουργείο όπως και την άσχημη οικονομική κατάσταση που έχει η γυναίκα μου και τα ανήλικα παιδιά μου". Με αυτά όμως το περιεχόμενο, ο παραπάνω μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της, η δε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως.
Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως αφού δεν περιέχει ούτε ένα ορισμένο και παραδεκτό λόγο αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ.330/2011 αίτηση του G. G. του M., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 936/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη διότι δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται δε η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1697/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 3120/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 553/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 29 Σεπτεμβρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά Ι. Γ. ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 21-4-2011 αίτηση του Ν. Κ. του Ε. για αναίρεση της 3120/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1696/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Α. του Γ., κατοίκου … και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 380/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον S. J. του J..
Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1303/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή με αριθμό 249/22-11-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Το συμβούλιο Εφετών Πατρών με το υπ' αριθμ. 380/2011 βούλευμα του, που εκδόθηκε στις 18-10-2011, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. 1/2011 έφεση του Σ. Α. κατά του υπ' αριθμ. 2/2011 βουλεύματος του συμβουλίου Κεφαλληνίας με το οποίο είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του ΜΟΔ της περιφερείας του Εφετείου Πατρών για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και κλοπής, συγχρόνως δε διέτασσε την εξακολούθηση της προσωρινής κρατήσεως του. Κατά του άνω βουλεύματος [380/2011], το οποίο επεδόθη στον άνω κατηγορούμενο στις 18-10-2011, ο αυτός κατηγορούμενος άσκησε στις 27-10-2011 ενώπιον του Δ/ντου του τόπου κρατήσεως του την υπ' αριθμ. 27/2011 αίτηση αναίρεσης προβάλλων τους εκεί [έκθεση αναίρεσης] αναφερόμενους λόγους. II) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 ΚΠοινΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος το οποίο δεν υπόκειται κατά το νόμο στο ασκούμενο ένδίκο μέσο, είναι και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο χωρίς άλλο, διότι άλλως το αποφαινόμενο επί τοιούτου ενδίκου μέσου αρμόδιο συμβούλιο [ή δικαστήριο] υποπίπτει σε υπέρβαση εξουσίας. Επειδή δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων από τους διαδίκους, ήτοι και του κατηγορουμένου, δεν αναγνωρίζεται πλέον από τον ΚΠοινΔ [-το άρθρο 482 ΚΠΔ καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ ν. 3904/2010, ΦΕΚ 218Α/23-12-2010] ή από άλλη διάταξη για τη συγκεκριμένη περίπτωση, η δε μη παροχή τοιαύτης δυνατότητας είναι σύμφωνη και με το Σύνταγμα, και τα υπερνομοθετικά κείμενα, τα οποία δεν κατοχυρώνουν δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων και δη κατά βουλευμάτων [-βλ. ΑΠ 1813/2005, ΑΠ 209/2005, ΑΠ 2149/2008, ΑΠ 2456/2005 κ.α.] Άλλωστε ούτε στο άρθρο 476§2 ΚΠΔ περιλαμβάνονται τα βουλεύματα [βλ. ΑΠ 1279/2008, ΑΠ 1345/2008, ΑΠ 200/2006, ΑΠ 718/2009 κ.α.]. Έτσι η υπό κρίση αναίρεση είναι και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη - 476§1 ΚΠοινΔ μη δυναμένου του συμβουλίου να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη των λόγων αναίρεσης καθ' οιουδήποτε κεφαλαίου του προσβαλλόμενου βουλεύματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 27/2011 αίτηση αναίρεσης του Σ. Α. κατά του υπ' αριθμ. 380/2011 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Πατρών, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 22-11-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ.Κονταξής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το άρθρο 482 ΚΠοινΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ.γ'του Ν.3904/2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεως του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (ΦΕΚ 218 Α/23-12-2010). Επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (23-12-2010) για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ.1 εδ.α'ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται....,το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει γι'αυτό, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει τούτο απαράδεκτο. Η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος Σ. Α. του Γ. στρέφεται κατά του υπ'αριθ.380/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκε η υπ'αριθ.1/2011 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθ.2/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας, με το οποίο έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του ....της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και κλοπή. Το άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών (380/2011) εκδόθηκε, όπως απ'αυτό προκύπτει, στις 18 Οκτωβρίου 2011 και επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 18 Οκτωβρίου 2011 (βλ. το από 18-11-2011 αποδεικτικό επιδόσεως της Ε. Κ., γραμματέως των Φυλακών Κορυδαλλού. Ενόψει τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά βουλεύματος κατά του οποίου ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται σε άσκηση αναιρέσεως, και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την υπ'αριθ.27/27 Οκτωβρίου 2011 αίτηση του Σ. Α. του Γ. περί αναιρέσεως του υπ'αριθ.380/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η άσκηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος μετά την εφαρμογή του Ν. 3904/23-12-2011 (άρθρο 34 εδ γ΄).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1695/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 25η Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 3) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 4) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 6) Κ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 7) Δ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 8) Θ. Γ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Περράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ - ΔΕΗ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2017/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3505/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-7-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 14-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 110 παρ.2 και 576 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, αφού ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της δικονομικής απουσίας, συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Για να συμβεί αυτό, όμως, ερευνάται αν απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση ή ο αντίδικος αυτού. Στην πρώτη περίπτωση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση. Εάν ο παριστάμενος διάδικος δεν αποδεικνύει τον τρόπο επίσπευσης της συζήτησης, με την προσκομιδή, κατά περίπτωση, ενός εκ των ως άνω εγγράφων, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη, όπως και όταν διαπιστώνεται ότι η κλήτευση του απολειπόμενου στη συζήτηση παραλείφθηκε εντελώς ή υπήρξε μη νόμιμη ή εκπρόθεσμη.
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 23-7-2010 αίτηση των αναιρεσειόντων, περί αναιρέσεως της 3505/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στην ως άνω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, διότι οι αναιρεσείοντες, που παραστάθηκαν νομίμως κατ' αυτήν, δεν προσκομίζουν, κατά περίπτωση, το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως προς συζήτηση), που τυχόν τους επιδόθηκε από την αναιρεσίβλητη ή την έκθεση επιδόσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως προς συζήτηση), που τυχόν αυτοί επέδωσαν προς εκείνη. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η διεξαχθείσα συζήτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 23-7-2010 αιτήσεως των Γ. Σ. κλπ κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ - ΔΕΗ ΑΕ", περί αναιρέσεως της 3505/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 8η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 22α Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεσίβλητη ερήμην. Δεν αποδεικνύεται ούτε αν αυτή επισπεύδει τη συζήτηση ούτε αν κλήθηκε από τους αναιρεσείοντες. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1683/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές:, Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενη την Ό. Σ., Αντιεισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
Με εγκαλούσα την Ε. Κ. του Χ..
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 508/4.7.2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 832/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 207/24.10.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: " I. Εισάγω την υπ' αρ. 508/4-7-2011 αναφορά του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με την οποία ζητεί την παραπομπή κατ' αρ. 136ε'-137§1 ΚΠΔ της υπ' αριθμ. 295/2011 προσφυγής της εγκαλούσης Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ... κατά της υπ' αριθμ. ΕΓ-130-10/99/6Δ/11 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημ/κών Αθηνών με την οποίαν απερρίφθη η με ΑΒΜ Δ 2009/6510/2009 μηνυτήρια αναφορά - έγκλησή της ανωτέρω κατά των: 1) Ό. Σ., Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών και 2) άλλων δικαστικών λειτουργών, Εισαγγελέων Πρωτοδικών και Εφετών, για τις αξιόποινες πράξεις που αναλυτικά αναφέρονται σ' αυτή και στο από 23/11/09 υπόμνημά της και εκθέτω τα εξής:
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ., το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ., διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει πλην άλλων και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή, για την παραπομπή αποφασίζει: α) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης, β) Το Συμβούλιο των Εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από Πλημ/κείο ή Δικαστήριο Ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κυρία διαδικασία, αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της άσκησης ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, (συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα) την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της κρίσης των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρέτησης (ΑΠ 694/2000 Π.Χ. ΝΑ' 49, ΑΠ 613/2001 Π.Χ. ΝΒ 136). Εξ άλλου κατά την διάταξη του αρ. 48 ΚΠΔ την προσφυγή του εγκαλούντος κατά απορριπτικής (της εγκλήσεως) διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών (αρ. 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο Εισαγγελέας Εφετών.
Κατά συνέπεια επειδή η εκ των εγκαλουμένων Ό. Σ., Αντεισαγγελέας Εφετών, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών (βλ. την από 10/6/11 υπηρεσιακή βεβαίωση), συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή (άρ. 136 εδ. ε και 137 ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, Συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές Αρχές Πειραιά, που θα επιληφθούν σύμφωνα με το αρ. 48 ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς προτείνω:
Να διαταχθεί η παραπομπή της προκειμένης υποθέσεως, αφορώσης την υπ' αρ. 295/2011 της εγκαλούσης Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. ΕΓ 130-10/99/6Δ/11 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημ/κών Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η ΑΒΜ ... μηνυτήρια αναφορά - έγκλησή της καθώς και το από 23/11/09 υπόμνημά της κατά των α) Ό. Σ., Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών και β) άλλων Δικαστικών λειτουργών, Εισαγγελέων Πρωτοδικών και Εφετών, από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου και της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, στις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Εφετών και Πρωτοδικών Πειραιά και Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιά, για την ενέργεια των περαιτέρω νομίμων."
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο...". Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφο της δικογραφίας προκύπτει ότι η Ε. Κ., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την ΑΒΜ-Δ. 2009/6510/2009 μηνυτήρια αναφορά -έγκληση της, στρεφόμενη κατά της Εισαγγελέως Πρωτοδικών και ήδη Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών Ό. Σ., που υπηρετεί ήδη στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, και κατά άλλων δικαστικών λειτουργών για τις σε αυτές καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις και κατά της ΕΓ-130-10/99/6Δ/11 Διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, απορριπτικής της άνω εγκλήσεως ως καταφανώς αβασίμου, ασκήθηκε και εκκρεμεί η 295/2011 προσφυγή της εγκαλούσας ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για την οποία προσφυγή είναι κατ' αρχήν αρμόδιος κατά τόπο να αποφανθεί ο τελευταίος Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 508/4-7-2011 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προμνημονευόμενη προσφυγή της εγκαλούσας, λόγω της ως άνω προαναφερόμενης ιδιότητας της πρώτης των εγκαλουμένων (Αντεισαγγελέα Εφετών Ό. Σ.) και τον τόπο της υπηρεσίας της και λόγω συνάφειας για τους λοιπούς εγκαλούμενους. Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β περ. γ ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και όταν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς και του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 508/4-7-2011 έγγραφο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και αφορά την εγκαλούμενη Ό. Σ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και άλλους δικαστικούς λειτουργούς, για να κρίνει και αποφανθεί επί της υπ' αρ. 295/2011 προσφυγής της Ε. Κ. κατά της υπ' αρ. ΕΓ 130-10-99/6Δ /2011 απορριπτικής της εγκλήσεώς της διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς και του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός Αρμοδιότητος. Παραπέμπει εκδίκαση Προσφυγής κατά Διάταξης Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, απορριπτικής εγκλήσεως κατά Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σε Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές Πειραιώς.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1681/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Ανδρουλάκη και Στυλιανό Παπαλόη, περί αναιρέσεως της 452/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 21 Οκτωβρίου 2011 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 515/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 10 παρ.1 του Συντάγματος, "καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο". Κατά την παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου, "μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής απόφασης της αρχής στην οποία απευθύνεται η αναφορά, και με την άδειά της, επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ' αυτή". Εξάλλου, κατά την παρ.1 του άρθρου 2 του ν.δ.796/1971, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 7 του από 18-1-1975 Δ' ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και, στη συνέχεια, με το άρθρο 112 παρ.1 του Συντάγματος, αναφορά, κατά την έννοια του άρθρου 20 του κειμένου του Συντάγματος του 1968, που είχε παρόμοια διατύπωση με αυτή του πιο πάνω άρθρου 10 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, θεωρείται το έγγραφο που διαλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενεργείας ή παραλείψεως κάποιας αρχής ή οργάνου της, εκτός από εκείνες που αφορούν κυβερνητικές πράξεις, και το οποίο περιέχει αμέσως ή εμμέσως αίτηση για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, δεν θεωρείται οπωσδήποτε αναφορά α) αίτηση για παροχή απλών πληροφοριών, β) ένδικο μέσο ή δικαστική πράξη ενώπιον κάθε δικαστηρίου και γ) ενδικοφανής προσφυγή προβλεπόμενη από το νόμο. Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του αυτού ν.δ.796/1971, η αναφορά απευθύνεται στην αρμόδια αρχή ή στην προϊσταμένη της αρχή ή σ' αυτήν που την εποπτεύει. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι τότε μόνον ορισμένο έγγραφο έχει τον χαρακτήρα της αναφοράς, ώστε η ποινική δίωξη εκείνου που την υποβάλλει να υπόκειται στις προϋποθέσεις της παρ.2 του άρθρου 10 του Συντάγματος, όταν α) περιλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως κάποιας αρχής ή οργάνου της, β) περιέχει συγχρόνως, αμέσως ή εμμέσως, αίτημα για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης και γ) απευθύνεται σε αρχή η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και είναι από το νόμο αρμόδια και υπόχρεη να επανορθώσει ή να αποτρέψει επιζήμιες συνέπειες που επήλθαν από την ενέργεια ή την παράλειψη (Ολ. ΑΠ 1241/1984). Η αναφορά λαμβάνει τη μορφή μηνύσεως, οπότε δεν απαιτείται να τηρηθούν οι ως άνω προϋποθέσεις για την άσκηση της ποινικής διώξεως, όταν κοινοποιηθεί (και) στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Αν, παρά το γεγονός ότι συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ότι, δηλαδή, πρόκειται για αναφορά κατά την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, ασκήθηκε κατά του υποβαλόντος την αναφορά ποινική δίωξη, χωρίς να έχει δοθεί σχετική άδεια της αρχής προς την οποία απευθύνθηκε, η ποινική δίωξη πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41, 54 και 370 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, να κηρυχθεί απαράδεκτη. Το δε δικαστήριο που, αντί να κηρύξει την ποινική δίωξη απαράδεκτη, προχωρεί στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβιάσεως του απορρήτου τηλεφωνημάτων σε βάρος των Δ. Π. και Σ. Κ., πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα. Συγκεκριμένα, η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται, κατά το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο ότι αυτός: Συνέταξε και απέστειλε την από 21.5.2003 επιστολή του προς το Διοικητή Νοσοκομείου Θηβών Ι. Π., την οποία κοινοποίησε στον τότε Πρωθυπουργό Κ. Σ., στους Κ. Σ., Έ. Ν., Ε. Τ., Χ. Σ., Υπουργό, Υφυπουργούς και Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας αντιστοίχως, στο ΠΕΣΥΠ Στερεάς Ελλάδος, στον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, στη Διεύθυνση Ιατρικού Ηλεκ/κού Εξ. Και Επιστ. Οργάνων, στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, στο Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, στον Ά. Γ., Πρόεδρο της ΔΕΠΑΝΟΜ και στον Α. Δ., Διευθυντή της ΔΕΠΑΝΟΜ. Εντός της εν λόγω επιστολής ανέγραψε και τα ακόλουθα: "Δεν διαβάσατε, ό,τι διάβασε και ό,τι άκουσε ο Πρόεδρος της ΔΕΠΑΝΟΜ, ο οποίος όχι μόνο κατάλαβε αλλά και σχολίασε και καυτηρίασε στην κατάθεσή του το γεγονός ότι αυτό που προκύπτει από τη συνεργασία του κ. Π. από το Υπουργείο Υγείας με τον κ. Σ. Κ. από τη ΔΕΠΑΝΟΜ κατά την επιλογή ιατρικών εργαλείων "δεν προστατεύει τα χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου" εφόσον αυτοί δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν τους υπόσχονται "ένα καλό...αυτό..."". Η φράση δε "ένα καλό...αυτό..." αποτελεί περιεχόμενο παρανόμου μαγνητοφωνημένης τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ του Δ. Π. και του μηνυτή Σ. Κ., της οποίας ο κατηγορούμενος έκανε χρήση της με την αποτύπωσή της στην εν λόγω επιστολή, και την αποστολή της στους προαναφερόμενους αποδέκτες γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν προϊόν αθέμιτης παγίδευσης σε προγενέστερο χρόνο.
Από την επιτρεπτή, για την έρευνα του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση της ένδικης επιστολής, προκύπτει αφενός ότι αυτή δεν έχει κοινοποιηθεί και στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ώστε να λάβει τη μορφή μηνύσεως, και αφετέρου ότι με αυτήν ο κατηγορούμενος κατήγγελλε τη δράση του Δ. Π., υπαλλήλου του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, και του Σ. Κ., υπαλλήλου της ΔΕΠΑΝΟΜ, για διαπλοκή με τρίτα πρόσωπα σε σχέση με τις προμήθειες των νοσοκομείων της Χώρας τόσο αυτών που εξοπλίζονταν με μέριμνα της ΔΕΠΑΝΟΜ, όσο και αυτών που εξοπλίζονταν μετά από εγκρίσεις του άνω Υπουργείου. Συγχρόνως δε ο καταγγέλλων είχε περιλάβει στην επιστολή του και αίτημα αποκαταστάσεως των πραγμάτων με την απομάκρυνση των υπευθύνων, πράγμα που μπορούσε να πράξει ο Διοικητής του γενικού Νοσοκομείου Θήβας Ι. Π., ως Αρχή που ασκούσε διοικητική εξουσία και είχε αρμοδιότητα να επανορθώσει τις επιζήμιες συνέπειες που είχαν προέλθει από τις ενέργειες εκείνων. Το αίτημα αυτό περιέχεται εμμέσως, αλλά σαφώς, στην εν λόγω επιστολή, περιλαμβάνεται δε στις φράσεις, μεταξύ άλλων, "ορθώς οι κύριοι αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, αγαπητέ κ. Π., ορθές πιστεύετε ότι είναι οι προδιαγραφές που σας έστειλαν και ορθώς ο κ. Π. και η παρέα του έχουν τον κυρίαρχο λόγο στην επιλογή των ιατρικών μηχανημάτων για το Νοσοκομείο Θηβών;", "πιστεύω ότι έχετε αντιληφθεί, πλέον, ότι τα μηχανήματα που προορίζονταν να εγκατασταθούν στο Νοσοκομείο Θηβών είχαν ήδη προεπιλεγεί των προδιαγραφών...", "ο μόνος τρόπος για να ξεσκεπάσουμε την αθλιότητα αυτή ήταν να ενεργήσουμε όπως ενεργήσαμε, να αφήσουμε δηλαδή να εξελιχθούν οι διαγωνισμοί για να αντιληφθείτε, τόσον εσείς που προΐστασθε και έχετε την άμεση ευθύνη για τα μηχανήματα που θα εγκατασταθούν στο Νοσοκομείο Θηβών, όσο και οι λοιποί παραλήπτες το μέγεθος της διαφθοράς που υπάρχει γύρω μας". Ακόμη, στην επιστολή αυτή περιλαμβάνεται, εμμέσως, πλην σαφώς, και αίτημα αποτροπής της υλικής ζημίας τόσο του Νοσοκομείου Θηβών όσο και του Ελληνικού Δημοσίου με τις φράσεις "αυτό που προκύπτει από τη συνεργασία του κ. Π. από το Υπουργείο Υγείας με τον κ. Σ. Κ. από τη ΔΕΠΑΝΟΜ κατά την επιλογή ιατρικών εργαλείων δεν προστατεύει τα χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου", "τα πέντε (5) αναισθησιολογικά μηχανήματα AESTIVA που προωθούν για εγκατάσταση στο Νοσοκομείο σας η ομάδα, με φωτογραφικές προδιαγραφές και επιλογή της προσφοράς INTERMEDICA/Τ., είναι ένα μηχάνημα που βασίζεται σε παλαιά, μη σύγχρονη τεχνολογία...", "το εύλογο ερώτημά σας... "γιατί το Υπουργείο Υγείας σας έστειλε προδιαγραφή παλαιάς τεχνολογίας και περιορισμένων δυνατοτήτων αναισθησιολογικών μηχανημάτων, την επιλογή των οποίων και επέβαλε", σε όποιον δεν τυγχάνει αντιληπτό θα πρέπει να απευθυνθεί αρμοδίως", "δε νομίζω πλέον ότι έχω δικαίωμα να αναφερθώ σε αμφιβολία ή μη των πραγματικών γεγονότων και το εάν δεν καθίσταται πλέον αντιληπτό ότι η εξέλιξη των διαγωνισμών απεκάλυψε την όλη σκευωρία με τις φωτογραφικές προδιαγραφές και τους στημένους διαγωνισμούς που συμβάλλουν στην προμήθεια και εγκατάσταση στο Νοσοκομείο Θηβών και γενικότερα στα ελληνικά Νοσοκομεία ιατρικών μηχανημάτων "μη σύγχρονης τεχνολογίας και περιορισμένων δυνατοτήτων"...", "τα ίδια μηχανήματα προωθεί και όλα τα τελευταία χρόνια και η ΔΕΠΑΝΟΜ στα Νοσοκομεία που εξοπλίζει, τυγχάνει δε σε γνώση μας ότι διάφορα Νοσοκομεία παραπονέθηκαν στη ΔΕΠΑΝΟΜ για το λόγο αυτό, όμως ποτέ δεν εισακούστηκαν...", "πιστεύουμε ότι το γραπτό μας και οι πληροφορίες που σας δίνουμε είναι χρήσιμες για το Νοσοκομείο Θηβών που διοικείτε και για την Υγεία αλλά και την οικονομία της Υγείας στη Βοιωτία", κ.λπ. Είναι, λοιπόν, φανερό, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι η ένδικη επιστολή έχει το χαρακτήρα αναφοράς με την έννοια του άρθρου 10 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ.796/1971, αφού περιλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενεργειών των ως άνω Δ. Π. και Σ. Κ., περιέχει συγχρόνως αίτημα για επανόρθωση της καταστάσεως, ήτοι για απομάκρυνση των καταγγελλομένων υπαλλήλων από τις καίριες θέσεις που κατείχαν, αλλά και για αποτροπή της υλικής βλάβης τόσο του Νοσοκομείου (γιατί ήταν προσφορότερες οι προσφορές που απορρίφθηκαν από αυτές που προκρίθηκαν) όσο και του Ελληνικού Δημοσίου (με το να μη εγκριθούν οι ύποπτες αποφάσεις της επιτροπής διαγωνισμού) και απευθύνεται στο Διοικητή του Νοσοκομείου Θηβών, ήτοι σε Αρχή, η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και είναι από το νόμο αρμόδια και υπόχρεη να επανορθώσει ή να αποτρέψει επιζήμιες συνέπειες που επήλθαν από τις ανωτέρω ενέργειες. Κατά συνέπειαν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, για να ασκηθεί κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την πράξη που του αποδίδεται, η οποία φέρεται ότι τελέστηκε με την ως άνω επιστολή - αναφορά, έπρεπε να προηγηθεί άδεια της Αρχής προς την οποία απευθύνθηκε αυτή, ήτοι του Διοικητή του Νοσοκομείου Θηβών Ι. Π., η οποία δεν προκύπτει ότι δόθηκε. Επομένως, η ποινική δίωξη που ασκήθηκε έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, το δε Τριμελές Εφετείο, το οποίο, αντί να την κηρύξει απαράδεκτη, προέβη στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως, απορρίπτοντας το σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου, και στην καταδίκη του τελευταίου, παρέβη θετικώς την εξουσία του και πρέπει, κατά παραδοχήν του, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η περ. δ του ΚΠοινΔ, πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, καθώς και των λόγων του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 21.10.2011) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ). Περαιτέρω, πρέπει, κατ` εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 517 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 50 παρ. 8 του ν. 3160/2003, να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη που προαναφέρθηκε με βάση την παραπάνω επιστολή - αναφορά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 452/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Ν. Π. του Α. για το ότι αυτός: Στην Αθήνα, στις 21.5.2003, έκανε χρήση πληροφορίας που είχε αποτυπωθεί επί υλικού φορέα που αποκτήθηκε με αθέμιτη παρέμβαση σε τηλεφωνική σύνδεση και μαγνητοφώνηση του περιεχομένου τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων και ειδικότερα συνέταξε και απέστειλε την από 21.5.2003 επιστολή του προς το Διοικητή Νοσοκομείου Θηβών Ι. Π., την οποία κοινοποίησε στον τότε Πρωθυπουργό Κ. Σ., στους Κ. Σ., Έ. Ν., Ε. Τ., Χ. Σ., Υπουργό, Υφυπουργούς και Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας αντιστοίχως, στο ΠΕΣΥΠ Στερεάς Ελλάδος, στον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής στη Διεύθυνση Ιατρικού Ηλεκ/κού Εξ. και Επιστ. Οργάνων, στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, στο Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, στον Ά. Γ., Πρόεδρο της ΔΕΠΑΝΟΜ και στον Α. Δ., Διευθυντή της ΔΕΠΑΝΟΜ. Εντός της εν λόγω επιστολής ανέγραψε και τα ακόλουθα: "Δεν διαβάσατε, ό,τι διάβασε και ό,τι άκουσε ο Πρόεδρος της ΔΕΠΑΝΟΜ, ο οποίος όχι μόνο κατάλαβε αλλά και σχολίασε και καυτηρίασε στην κατάθεσή του το γεγονός ότι αυτό που προκύπτει από τη συνεργασία του κ. Π. από το Υπουργείο Υγείας με τον κ. Σ. Κ. από τη ΔΕΠΑΝΟΜ κατά την επιλογή ιατρικών εργαλείων "δεν προστατεύει τα χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου" εφόσον αυτοί δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν τους υπόσχονται "ένα καλό...αυτό..."". Η φράση δε "ένα καλό...αυτό..." αποτελεί περιεχόμενο παρανόμου μαγνητοφωνημένης τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ του Δ. Π. και του μηνυτή Σ. Κ., της οποίας ο κατηγορούμενος έκανε χρήση της με την αποτύπωσή της στην εν λόγω επιστολή, και την αποστολή της στους προαναφερόμενους αποδέκτες γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν προϊόν αθέμιτης παγίδευσης σε προγενέστερο χρόνο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παραβίαση απορρήτου τηλεφωνημάτων με βάση επιστολή - αναφορά προς Αρχή. Έννοια αναφοράς κατ' άρθρ. 10 του Σ και 2§ 1 του ν.δ. 796/1971. Η ένδικη επιστολή έχει το χαρακτήρα αναφοράς γιατί ο αναφέρων είχε περιλάβει σ αυτήν και αίτημα αποκαταστάσεως των πραγμάτων, καθώς και αποτροπής υλικής ζημίας, απευθυνόταν δε προς Αρχή (το Διοικητή Νοσοκομείου), που ασκούσε διοικητική εξουσία και είχε τέτοια αρμοδιότητα. Απαράδεκτη η ποινική δίωξη γιατί δεν είχε προηγηθεί άδεια της Αρχής. Αναιρεί λόγω υπερβάσεως εξουσίας και κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη (άρθρ. 517§2 ΚΠΔ).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1682/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, περί αναιρέσεως της 1640/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενη Κ. Χ. Κ. Κ. σύζυγος Τ., κρατούμενη στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κεχαγιόγλου.
Με πολιτικώς ενάγουσα "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 89/13-7-2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών, Όλγας Δόσχορη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 906/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να απορριφθεί η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 548 του ΚΠοινΔ, "η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί. Το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, προπαρασκευαστικές (μη οριστικές) είναι οι αποφάσεις που δεν αποφαίνονται τελειωτικώς επί της κατηγορίας. Το δικαστήριο, όμως, μπορεί πάντοτε να ανακαλεί όχι όλες τις αποφάσεις αυτές, αλλά μόνο εκείνες, οι οποίες δεν λύουν οριστικώς ζήτημα που έχει ανακύψει και σχετίζεται με την κατηγορία, αλλά προπαρασκευάζουν απλώς την τελειωτική κρίση και απόφανση, όπως αυτές με τις οποίες διατάσσονται κρείσσονες αποδείξεις, αναβάλλεται η δίκη, απορρίπτεται ένσταση παραγραφής ή ένσταση δεδικασμένου, απορρίπτονται αιτήματα αναβολής, κ.λπ. Τέτοια (ανακλητή) απόφαση είναι και εκείνη, με την οποία το δικαστήριο έκρινε ότι μια υπόθεση απαραδέκτως έχει εισαχθεί σ` αυτό για εκδίκαση, χωρίς, όμως, να την παραπέμπει σε άλλο δικαστήριο ή να κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Γιατί, στην περίπτωση αυτή, παραμένει σε εκκρεμότητα η εν λόγω υπόθεση, αφού το δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί τελειωτικώς για την τύχη αυτής. Είναι, λοιπόν, δυνατόν, στην τελευταία περίπτωση, ο αρμόδιος εισαγγελέας, να επανεισάγει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, με το αίτημα της ανακλήσεως της προπαρασκευαστικής αποφάσεως για το απαράδεκτο της εισαγωγής της και της, στη συνέχεια, οριστικής εκδικάσεώς της. Αν δε το δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι η ως άνω απόφαση είναι οριστική και, ως τοιαύτη, δεν υπόκειται σε ανάκληση, κρίνει ότι η επανεισαγωγή της υποθέσεως ενώπιόν του δεν είναι νόμιμη, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ` αριθ. 4282/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, η κατηγορουμένη Κ. Χ. Κ. Κ., σύζ. Μάρκου - Φοίβου Τ. κηρύχθηκε ένοχη ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική απάτη κατ` εξακολούθηση, την οποία διέπραξε σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Αθήνα στις 21.1.1992, 27.1.1992 και από 21.2.1992 μέχρι 30.3.1992, με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 περ. ε του ΠΚ, και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και αποστερήσεως των πολιτικών της δικαιωμάτων επί πέντε (5) έτη. Αυτή, για την πράξη αυτή, είχε παραπεμφθεί με το υπ` αριθ. 131/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών είχε ζητήσει από τις ΗΠΑ την έκδοσή της για την ως άνω πράξη, αλλά οι αρχές της Ν. Καρολίνας δέχθηκαν αίτημα εκδόσεως για άλλες κατηγορίες με βάση άλλα βουλεύματα του ίδιου Δικαστικού Συμβουλίου (υπ` αριθ. 1458/1994 και 4779/2002) και όχι και για την ένδικη επί της οποίας δεν απερρίφθηκαν αρχικά αποφατικά ή καταφατικά. Η κατηγορουμένη, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πρόβαλε την ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας γιατί δεν είχε χωρήσει έκδοση και για την εν λόγω πράξη, αλλά η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι ναι μεν η έκδοση δεν ολοκληρώθηκε από τις αρχές των ΗΠΑ, για τη συγκεκριμένη πράξη οριστικά καταφατικά ή αποφατικά πλην η κατηγορουμένη είχε απελαθεί από αυτές, οπότε μπορούσε να δικασθεί και για αδικήματα άλλα από εκείνα, για τα οποία είχε απορριφθεί η έκδοσή της. Κατά της αποφάσεως αυτής η κατηγορουμένη άσκησε έφεση, η οποία εισήχθη ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την υπ` αριθ. 549/2011 απόφασή του, δέχθηκε ως βάσιμη κατ` ουσίαν την αμέσως παραπάνω ένσταση της κατηγορουμένης και αποφάνθηκε ότι είναι απαράδεκτη η εισαγωγή της υποθέσεως αυτής ενώπιόν του, επειδή η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, δεν αναφερόταν στην απόφαση για την έκδοση. Στη συνέχεια, ο Εισαγγελέας Εφετών, με την αιτιολογία ότι η ανωτέρω απόφαση ήταν εσφαλμένη, γιατί είχε προηγηθεί δικαστική απέλαση της κατηγορουμένης από τις Η.Π.Α., για τον οποίο λόγο και δεν πραγματοποιήθηκε η έκδοση αυτής στις Ελληνικές Αρχές, για τις ειδικές πράξεις εισήγαγε και πάλι, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, την έφεση της κατηγορουμένης και ζήτησε την ανάκληση της ως άνω αποφάσεως, ως προπαρασκευαστικής, και την, στη συνέχεια, έρευνα της υποθέσεως. Επί της νέας εισαγωγής της εφέσεως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1640/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η ως άνω απόφαση ήταν οριστική, γιατί ουσιαστικά με αυτή έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και κηρύχθηκε απαράδεκτη η εκδίκαση της κατηγορίας γιατί δεν είχε χωρήσει έκδοση και για την πράξη, για την οποία η κατηγορουμένη είχε παραπεμφθεί με το ως άνω υπ` αριθ. 131/1996 βούλευμα, και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επανεισαγωγή της εφέσεως αυτής κατά της υπ` αριθ. 4282/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η υπ` αριθ. 549/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ήταν προπαρασκευαστική και ελευθέρως ανακλητή από το ίδιο Δικαστήριο, εφόσον αυτό διαπίστωσε μόνο ότι εσφαλμένως είχε κηρυχθεί παραδεκτή η εισαγωγή της υποθέσεως της κατηγορουμένης σ` αυτό, και δεν είχε κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, οπότε, πλέον, θα απεκδυόταν από κάθε περαιτέρω εξουσία. Εφόσον, λοιπόν, το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε οριστική την προηγηθείσα υπ' αριθμ. 549/2011 απόφασή του και, για το λόγο αυτό, απέρριψε το αίτημα του Εισαγγελέα Εφετών για ανάκληση αυτής, στη συνέχεια δε απέρριψε ως μη νόμιμη την εισαγωγή της εφέσεως της κατηγορουμένης κατά της υπ` αριθ. 4282/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και δεν προέβη σε νέα έρευνα της υποθέσεως, υπερέβη της εξουσία του και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 1640/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια προπαρασκευαστικών αποφάσεων (άρθρ. 548 ΚΠΔ). Ποιες ανακαλούνται. Τέτοια είναι και αυτή, με την οποία το δικαστήριο έκρινε ότι μια υπόθεση απαραδέκτως έχει εισαχθεί σ αυτό για εκδίκαση. Κρίση ότι η ως άνω απόφαση είναι οριστική και απόρριψη της από τον αρμόδιο εισαγγελέα επανεισαγωγής της υποθέσεως (εφέσεως της κατηγορουμένης), με αίτημα την ανάκληση της αποφάσεως εκείνης και την έρευνα της υποθέσεως, ως μη νόμιμης. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Αναίρεση και παραπομπή.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1682/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την ονομασία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" (Π.Ο.Δ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Β. του Ι., 2) Η. Ζ. του Δ., 3) Α. Θ. του Γ., 4) Α. Τ. του Α., κατοίκων όλων … και 5) πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ" (Π.Μ.Σ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2003 αγωγή των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς υπέρ αυτών ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 5ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 950/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1126/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-11-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου, έβδομου, όγδοου και ενάτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης της από 9-5-2008 αίτησης για αναίρεση της 1126/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις από τoν αναιρεσείοντα επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως: 1) 11605/1-10-2008, 2) 11606/1-10-2008, 3) 11607/1-10-2008, 4) 11637/2-10-2008 και 5) 11515/1-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο την 2-12-2008, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε διαδοχικώς για 7/4/2009, 2/2/2010 και 2/11/2010, οπότε παρόντων και των αναιρεσιβλήτων η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε κάθε ένα από τους αναιρεσίβλητους, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ίδιου Κώδικα), αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά τη πιο πάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειάζονταν νέα κλήση τους, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές (AΠ 1296/2006, ΑΠ 566/94) και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ.
Το Πρωτοβάθμιο Συνδικαλισπκό Σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ" (Π.Μ.Σ.), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπήρξε διάδικος στην δίκη επί της οποίας αυτή εκδόθηκε.
Συνεπώς η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται και κατ' αυτού, ως αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 558 εδ. α' και 577 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές. Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Κατά την παγιωθείσα δε στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, ανεξάρτητα από τον, εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό, χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΠ Ολ. 7/2011), κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλα ΝΠΔΔ, πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ. ΑΠ Ολ. 7/2011, ΑΠ 1109/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων", προκειμένου να εργαστούν ως μουσικοί στη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων, ο πρώτος ενάγων, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος (Β. Ν.) στις 21-10-1999 ως ενορχηστρωτής, ο τέταρτος, ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος (Ζ. Η.) στις 15-1-2001 µε ειδίκευση στο μουσικό όργανο βιολί, ο πέμπτος, ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος (Θ. Α.) την 1-11-1999 µε ειδίκευση στο µουσικό όργανο βιόλα και ο δέκατος ένατος, ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος (Τ. Α.) ως αρχιµουσικός την 1-11-1997 µε προφορικές στην αρχή συμβάσεις, ως εξωτερικοί δήθεν συνεργάτες και μετά το 2000 µε έγγραφες (τυπικές) συμβάσεις έργου, δίµηνης διάρκειας που, μετά τη λήξη τους, ανανεώνονταν διαδοχικά µε τη συναίνεσή του και εξακολουθούσαν μέχρι την 3-6-2003, οπότε το τελευταίο (εναγόμενο) ανακοίνωσε την απόφασή του να αναστείλει τη λειτουργία της Συμφωνικής Ορχήστρας και της Χορωδίας του Δήμου και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, χωρίς να τους καταγγείλει τις συμβάσεις τους και να τους καταβάλει αποζημιώσεις απόλυσης, επικαλούμενο την έλλειψη εργασιακής σχέσης που να συνδέεει αυτό με τους εναγομένους. Όπως όμως τελικά αποδείχθηκε οι συμβάσεις των εν λόγω εναγόντων στην πραγματικότητα υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του εναγομένου ως άνω εργοδότη τους, γεγονός, άλλωστε, που δεν αμφισβήτησε ούτε και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας ανταπόδειξης ταυ εναγομένου. Ειδικότερα, όλοι οι πρααναφερόμενοι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους απασχολούμενοι συνεχώς και αδιαλείπτως στις πραγματοποιούμενες τακτικές και έκτακτες συναυλίες, που πραγραμματίζονταν από το εναγόμενο, αλλά και στην προετοιμασία τους, ως μέλη της Συμφωνικής Ορχήστρας του, η οποία δημιουργήθηκε τα 1996, ενώ από το έτος 1999 διευρύνθηκε και σχηματίστηκαν πέντε συνολικά μουσικά σχήματα, ήτοι η Αθηναϊκή Φιλαρμονία (Φιλαρμονική), η Συμφωνική Ορχήστρα, η Big Band (σχήμα jazz μαυσικής), το σχήμα του Εργαστηρίου Ελληνικής Μουσικής και η Χορωδία. Στόχος της δημιουργίας των παραπάνω μουσικών συνόλων ήταν να παράσχουν κατά τρόπο σταθερό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό έργο συμβάλλοντας στη βελτίωση του πολιτιστικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής των δημοτών του Δήμου Αθηναίων. Τα σύνολα δε αυτά είχαν σταθερή παρουσία στα μουσικά δρώμενα του Δήμου της Αθήνας, αφού πραγματοποιούσαν περισσότερες από δύο συναυλίες κάθε μήνα (τακτικές ή έκτακτες). Ο τακτικός προγραμματισμός αυτών αποφασιζόταν από τον Πρόεδρο του εναγομένου και τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή, οι οποίοι καθόριζαν τα προς εκτέλεση έργα, τον τόπο και χρόνο των συναυλιών όλων των μουσικών συνόλων. Περαιτέρω, προκειμένου οι ενάγοντες να ανταπεξέρχονται στις συναυλίες που υποχρεούνταν να συμμετάσχουν, πραγματοποιούσαν καθημερινές δοκιμές - πρόβες τεσσάρων έως πέντε ωρών το απόγευμα σε καθορισμένο ωράριο, που είχε ορίσει η διοίκηση του εναγομένου και η καθημερινή τους απασχόληση ελεγχόταν μέσω τηρήσεως από το εναγόμενο - μέσω του εφόρου της ορχήστρας - σχετικού παρουσιολογίου. Οι τακτικές αυτές πρόβες ήταν απόρροια της επαγγελματικής ετοιμότητας, που υποχρεούνταν να επιδεικνύουν προς το εναγόμενο, εφόσον αυτό καθόριζε το πρόγραμμα των μουσικών εκδηλώσεων. Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι το εναγόμενο έχει πάγιες και διαρκείς ανάγκες παρουσίασης μουσικών προγραμμάτων, τις οποίες δεν θα μπορούσε, αλλά και δεν μπορεί να καλύψει ευπροσώπως με την περιστασιακή απασχόληση μουσικών. Γι' αυτό το εναγόμενο απαιτούσε από τους ενάγοντες, τους οποίους επόπτευε με τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή, να διατηρούν την ετοιμότητά τους προς εκτέλεση των έργων. Το ότι αυτό καθόριζε τα προς εκτέλεση έργα, μέσω της Προέδρου του και του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, δεν αποτελεί στοιχείο ανάθεσης συγκεκριμένου έργου, αλλά στοιχείο εντασσόμενο στα πλαίσια των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, που οι ενάγοντες παρείχαν. Ούτε επίσης το γεγονός ότι για τη μισθοδοσία των εναγόντων εκδίδονταν από το εναγόμενο δελτία παροχής υπηρεσιών, στις οποίες πολλές φορές αναγράφονταν συγκεντρωτικά οι αποδοχές, που αντιστοιχούσαν σε μισθούς δύο, τριών ή και περισσοτέρων μηνών, ανάλογα με τις σχετικές πιστώσεις, που κάθε φορά εγκρίνονταν με αποφάσεις του Διοικητικού του Συμβουλίου. Καίτοι οι επίμαχες συμβάσεις χαρακτηρίζονται από τα συμβαλλόμενα μέρη ως συμβάσεις έργου ή ανάθεση εργασίας κατ' αποκοπή (σύμφωνα με τα άρθρα 265 επ., 200 και 203 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ΠΔ 410/1995), όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο, όμως ο οποιοσδήποτε νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους τους στη συνδέουσα αυτά σχέση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αφού υπό τα ως άνω πραγματικά και νομικά δεδομένα συνάγεται ότι: α) οι επίδικες συμβάσεις - σύμφωνα με τα ανωτέρω - δεν συνιστούν συμβάσεις έργου, αλλά υποκρύπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (η αμοιβή των εναγομένων με δελτία παροχής υπηρεσιών, ως μη κύριο στοιχείο της εργασιακής σχέσεως των διαδίκων, δεν αναιρεί το χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας, απορριπτόμενου ως αβασίμου του πρώτου λόγου της έφεσης (που υποστηρίζει τη σύνδεσή τους με ανάθεση εργασίας κατ' αποκοπή και συμβάσεις έργου), β) οι υποχρεώσεις της Συμφωνικής Ορχήστρας και των άλλων μουσικών σχημάτων είναι διαρκείς και δεν μπορούν να καλυφθούν με περιστασιακή ή προσωρινή απασχόληση των μουσικών, ώστε αναντίρρητα οι ενάγοντες με την προσφορά των υπηρεσιών τους στο εναγόμενο εξυπηρετούν διαρκείς και πάγιες ανάγκες του τελευταίου (εργαζόμενοι υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις με τους λοιπούς μουσικούς), συνακόλουθα δε οι σχέσεις εργασίας των εναγόντων με το εναγόμενο είχαν εξυπαρχής τα χαρακτηριστικά ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Οι διαδοχικές συμβάσεις έργου με διάρκεια το ένα έτος ή και μικρότερη μεταξύ των διαδίκων (που υπερβαίνουν τη διετία) δεν δικαιολογούνται από λόγους αντικειμενικούς και έγιναν καταχρηστικώς, προκειμένου να καταστρατηγηθεί η προστασία τους από διατάξεις του εργατικού δικαίου, δοθέντος ότι η ορισμένη διάρκεια των επίμαχων συμβάσεων δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας ούτε επιβαλλόταν από τις συνθήκες και τις ανάγκες λειτουργίας της Συμφωνικής Ορχήστρας και των λοιπών ως άνω μουσικών σχημάτων, σύμφωνα με τα ανωτέρω. Εξάλλου, για το κρίσιμο ζήτημα αν οι ενάγοντες καλύπτουν πάγιες ανάγκες του εναγομένου και για το καθεστώς εργασίας τους, με την υπ' αριθ. πρωτ. 444α/16-11-2004 απόφασή τους ο Πρόεδρος και το Δ.Σ. του εναγομένου "βεβαιώνουν" και "αποφασίζουν" ότι οι εναγόμενοι στα ως άνω μουσικά σύνολα (Συμφωνική Ορχήστρα κ.λπ.) καλύπτουν πάγιες ανάγκες και εργάζονται υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας. Επίσης, με την υπ' αριθ. 224/3-11-2004 απόφασή τους ο Πρόεδρος και το Δ.Σ. του "Δήμου Αθηναίων Μουσικά Σύνολα" (Δ.Α.Μ.Σ.) - διαδόχου του εναγομένου, στον οποίον ανήκουν πλέον τα μουσικά σύνολα, βεβαιώνουν και αποφασίζουν ομόφωνα ότι, από την πρώτη συνεδρίαση του Δ.Σ. του Δ.Α.Μ.Σ. στις 16-10-2003 μέχρι και σήμερα (3-11-04), το σύνολο των μουσικών που έχουν υποβάλει τις αιτήσεις (για ένταξή τους στα Μουσικά Σύνολα) μέχρι και τις 20-9-2004, παρέχουν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους προς το Δ.Α.Μ.Σ. και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργάζονται επί πενθημέρου βάσεως, με καθορισμένο τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας τους και υπό την εποπτεία, τον έλεγχο, τις εντολές και τις οδηγίες των ανωτέρω υπηρεσιών τους. Σημειώνεται δε ότι όλοι οι ενάγοντες είχαν υποβάλει σχετικές αιτήσεις από το Δεκέμβριο του 2002. Ακόμη, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δήμου Αθηναίων (του άρθρου 8 Ν. 2307/1995) με το υπ' αριθ. 9 Πρακτικό, σε απάντηση του υπ' αριθ. 235/288/04 εγγράφου του Δ.Α.Μ.Σ., αποφασίζει ομόφωνα ότι οι ονομαζόμενοι 160 υπάλληλοι (μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες) πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 για την κατάταξή τους σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) με την υπ' αριθ. 1326/18-11-05 απόφασή του αποφάνθηκε ότι ορθώς έκρινε το ως άνω Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων με το υπ' αριθ. 9/2004 Πρακτικό του ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 11 π.δ/τος 164/2004 των αναφερομένων σε αυτό 160 εργαζομένων του Ν.Π.Δ.Δ. "Δήμος Αθηναίων - Μουσικά Σύνολα". Ακολούθως το Εφετείο, αφού έκρινε ότι και οι εργαζομένοι στο δημόσιο τομέα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρεχόμενης προστασίας της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου και ερμηνεύοντας τις διατάξεις της Οδηγίας αυτής και ειδικότερα τη ρήτρα 5 αυτής, τις διατάξεις (άρθ 4, 5) του ΠΔ 81/2003, που έκρινε, καταρχήν, εφαρμοστέες καθώς και του άρ. 103 παρ. 8 του Συντάγματος δέχθηκε ότι, "σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία αυτής της διατάξεως (του Συντάγματος) απαγορευμένη είναι η μονιμοποίηση ή η από το νόμο μετατροπή σε αορίστου χρόνου των συμβάσεων ή σχέσεων ορισμένου χρόνου μέσω των οποίων καλύπτονται πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες και όχι εκείνων μέσω των οποίων καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι οποίες κατά το άρθρο 103 θα έπρεπε να έχουν συναφθεί ως συμβάσεις αόριστου χρόνου ή δημόσιου δικαίου" και ότι "στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εξυπηρετώντας, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, συνδέονται ο καθένας με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου και επομένως δεν υφίσταται ούτε αντίθεση με την πιο πάνω συνταγματική διάταξη, ούτε χρήζει εξετάσεως το ζήτημα της ιεραρχήσεως των κανόνων της κοινοτικής έννομης τάξης με τον ως άνω κανόνα του Συντάγματος, απορριπτόμενου ως αβασίμου του τέταρτου λόγου της έφεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα". Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η παρ. 2 του άρθρου 5 του ανωτέρω ΠΔ 81/2003 που εισάγει τεκμήριο υπάρξεως αντικειμενικού λόγου για τη διαδοχική ανανέωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε τομείς δραστηριοτήτων που δικαιολογείται λόγω της φύσεώς τους και του χαρακτήρα της απασχόλησης σ' αυτούς, ιδίως, μεταξύ άλλων, αν πρόκειται για καλλιτέχνες θεάτρου, μαέστρους και σολίστες ορχήστρας και μουσικούς οργανικών ή φωνητικών συνόλων, είναι αντίθετη στη Ρήτρα 8 παρ. 3 της συμφωνίας πλαισίου, αντίκειται στην Οδηγία 1999/70, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι επίμαχες συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων με τον αναιρεσείοντα, που αποτελεί ίδιο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου του Δήμου Αθηναίων (δηλαδή Ο.Τ.Α, με την έννοια του άρθ. 1 του ν. 11881/1981), οι οποίες, όλες, καταρτίστηκαν πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004, δηλαδή πριν από τις 17-4-2001, και συνεχίστηκαν, όντας ενεργές κατά τα χρονικά αυτά σημεία, και μετά ταύτα, δεν συνιστούν συμβάσεις έργου, αλλά κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι ο καθορισμός αυτών ως διαδοχικών συμβάσεων έργου δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγόντων, και έκρινε ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθ. 8§3 ν. 2112/1920, που ήταν σύμφωνα με τα προαναφερθέντα εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και σε ορθό, κατ' αποτέλεσμα, κατέληξε συμπέρασμα. Τούτο δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εσφαλμένα θεώρησε ως εφαρμοστέες και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (με την εκδοχή ότι αυτές δεν απαγορεύουν την σε κάθε περίπτωση μετατροπή των αλλεπαλλήλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου) και ανεξάρτητα από την ορθότητα της ερμηνείας που προσέδωσε στη μη εφαρμοζόμενη, για τις πριν από την 17-4-2001 καταρτισθείσες συμβάσεις, διάταξη του αρ. 103 παρ. 8 του Συντάγματος. Οι ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (που προστέθηκαν με το ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, των οποίων η ισχύς αρχίζει από 17-4-2001), όπως και οι διατάξεις του ΠΔ 164/2004, που αφορά τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα (όπως και εκείνες του ΠΔ 81/2003, για τον επιπλέον λόγο διότι αφορούν τον ιδιωτικό τομέα), δεν έχουν εφαρμογή, ως προς τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος τους, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσίβλητων, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος τους, καθόσον είχε προσλάβει αυτή ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της το χαρακτήρα της σύμβασης αόριστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δηλαδή και πριν την ισχύ της άνω Οδηγίας και των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος.
Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις α) του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, β) των άρθ. 103 §§ 2, 7 και 8 του Συντάγματος, και γ) 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1β' του ΠΔ 81/2003 τις οποίες αρχικά δέχθηκε ως εφαρμοστέες, αν και αφορούν τον ιδιωτικό και όχι το δημόσιο τομέα, (τις οποίες, όμως τελικά δεν εφάρμοσε ως αντίθετες το κοινοτικό δίκαιο), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, έστω και αν το Εφετείο διέλαβε τις εσφαλμένες πιο άνω αιτιολογίες, αφού σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα (άρ.578 ΚΠολΔ). Ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 265 επ., 200 και 203 του π.δ. 410/1995 δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με τον αναιρεσείοντα Οργανισμό με σύμβαση εργασίας, ενώ ήταν σύμβαση έργου, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η σύμβαση αυτή ήταν σύμβαση εργασίας. Οι λόγοι τέταρτος και έκτος από τους αριθμούς 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται, αντίστοιχα, στο Εφετείο η πλημμέλεια α) ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση κατά την ενώπιον αυτού δίκη έγγραφα των συμβάσεων, με βάση τα οποία ο αναιρεσείων Οργανισμός κατάρτισε με καθένα από τους αναιρεσίβλητους τη σύμβαση και από τα οποία προκύπτει ο χαρακτήρας των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων έργου και (επικουρικώς), β) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων με το να δεχθεί ότι οι καταρτισθείσες με αυτά συμβάσεις έχουν περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό, πρέπει να απορριφθούν ο μεν πρώτος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία περιέχεται η διαβεβαίωση ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, ο δε δεύτερος ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών από το δικαστήριο και όχι στη λανθασμένη ανάγνωσή τους ή την παράλειψη κρίσιμων περικοπών, οπότε και μόνο θα ιδρυόταν ο προαναφερόμενος λόγος. Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι η σύμβαση με την οποία συνδέονται οι αναιρεσίβλητοι με τον αναιρεσείοντα Οργανισμό είναι αυτή της σύμβασης εργασίας και όχι της σύμβασης έργου, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των εκεί αναφερομένων εγγράφων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτά του αποδεικτικού πορίσματος, είναι αβάσιμος, διότι το αποδεικτικό τούτο πόρισμα είναι πλήρες, σαφές και χωρίς αντιφάσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ΝΔ 3198/1955 "πάσα αξίωση μισθωτού πηγάζουσα εξ άκυρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας".
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δέκατο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι η ένδικη αγωγή είναι παραδεκτή διότι ασκήθηκε μέσα στην τρίμηνη προθεσμία από την καταγγελία των εργασιακών σχέσεων, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 ν. 435/1976, αφού κατά τον αναιρεσείοντα η άσκηση της ένδικης αγωγής έγινε μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας από τότε που έγινε η ως άνω καταγγελία. Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος δεδομένου ότι, όπως το ίδιο αναφέρει στο αναιρετήριό του, η ένδικη αγωγή του επιδόθηκε στις 8-8-2003 δηλαδή πριν την πάροδο τριμήνου από την καταγγελία των εργασιακών σχέσεων, η οποία όπως, ανελέγκτως, δέχθηκε το Εφετείο, έλαβε χώρα στις 3-6-2003. Κατά το άρθρο 4 παρ. 4 του Συντάγματος "Μόνο οι Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους". Με τον ενδέκατο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτεται η αιτίαση στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο Θ. Α. του Γ., ο οποίος δεν είναι Έλληνας, ή υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαικής Ένωσης, αλλά Αλβανός, και δεν νομιμοποιείται, ενεργητικά να αιτείται τη μετατροπή των συμβάσεων έργου του σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, διότι, όπως έκρινε, η προαναφερόμενη διάταξη του Συντάγματος "απαγορεύει στους αλλοδαπούς την άσκηση δημόσιας εξουσίας και τη διαφύλαξη των γενικών συμφερόντων του Ελληνικού Κράτους και η συμμετοχή του ως άνω ενάγοντος - αλλοδαπού, ο οποίος κατείχεν άδεια εργασίας και παραμονής στην Ελλάδα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως μουσικός στη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων δεν αποτελεί, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ενάσκηση δημόσιας λειτουργίας ή διαφύλαξη των γενικών συμφερόντων του Ελληνικού Κράτους. Εξ άλλου και δεδομένου ότι ο ενάγων αυτός με τη συμμετοχή του στη Συμφωνική Ορχήστρα δεν ασκεί δημόσια εξουσία και δεν διαφυλάσσει τα γενικά συμφέροντα του Κράτους, η εργασία του αυτή προστατεύεται και από το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα με την Οδηγία 2000/43/ΕΚ της 29ης Ιουνίου 2000 "περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνικής τους καταγωγής". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο πιο πάνω αναιρεσίβλητος με τη συμμετοχή του στη Συμφωνική Ορχήστρα δεν ασκεί δημόσια λειτουργία, και νομιμοποιείται να ασκήσει την ένδικη αγωγή, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθ. 4 παρ. 4 του Συντάγματος και ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους και εφ' όσον αυτοί δεν προέβησαν σε έξοδα, ούτε άλλωστε, ως ερημοδικασθέντες, υπέβαλαν σχετικό αίτημα, δεν πρέπει να τους επιδικαστούν δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-5-2008 αίτηση (αρ. καταθ. 628/16-5-2008), του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" (Π.Ο.Δ.Α.), για αναίρεση της 1126/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η καθιερούμενη από το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές. Επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, OTA και άλλα ΝΠΔΔ, πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, ισχύουν από 18-4-2001, και απαγορεύουν την μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των OTA και άλλων ΝΠΔΔ και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1683/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Λαμπρόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 2) Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 3) Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., 4) Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 5) Β. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 6) Μ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 7) Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 8) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 9) Ε. Ν. του Ν., κατοίκου ... και 10) Γ. Τ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σιντόρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ό. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Κ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 5) Β. Δ. του Π., κατοίκου ... και 6) Θ. Π. του Δ., κατοίκου .... Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 16-11-2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 47/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 8-4-2011 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των αρθρ. 108, 226, 228, 495, 498 και 568 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως γίνεται με κατάθεση αυτού στο γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, μετά την οποία κάθε διάδικος μπορεί, φέροντας αντίγραφο αυτού και της προσβαλλόμενης απόφασης στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, να ζητήσει προσδιορισμό δικασίμου και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί ή και αυτοτελώς, η οποία επιδίδεται στον αντίδικο. Ο προσδιορισμός γίνεται με απλή σημείωση του Προέδρου του οικείου τμήματος, στο αντίγραφο της αναίρεσης που έχει κατατεθεί. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό κάθε άλλης δικασίμου. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι, για να είναι νόμιμη η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου για την ορισθείσα από τον πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου δικάσιμο προς συζήτηση της υποθέσεως, ανεξάρτητα από το αν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα ή από κάποιον από τους αναιρεσιβλήτους, είναι αναγκαία η, προς τον αναιρεσίβλητο που απουσιάζει, επίδοση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, και αντιγράφου του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 568 § 4 και 576 § 1 και 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 110 § 2, 576 § 3 και 75§2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η εισαγωγή της αίτησης αναίρεσης για συζήτηση μόνο για μερικούς από τους διαδίκους της αναιρετικής δίκης, ακόμη και αν πρόκειται για απλή ομοδικία.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η, από 16-11-2009, αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 103/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας προσδιορίσθηκε για εκδίκαση στη δικάσιμο της 7-12-2010, κατά την οποία η συζήτηση της κηρύχθηκε απαράδεκτη. Στη συνέχεια, οι αναιρεσίβλητοι, δεύτερος, τέταρτη, πέμπτη, έβδομη, ένατη, δέκατη, δωδέκατη, δεκάτη τρίτη, δεκάτη τετάρτη και δέκατος έκτος, με την από 8-4-2011 κλήση τους, ζήτησαν και ορίσθηκε νέα δικάσιμος της συζήτησης της υπόθεσης, εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (18-10-2011). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, το αναιρεσείον και οι επισπεύδοντες αναιρεσίβλητοι παρέστησαν με δήλωση του αρθρ. 242 § 2 ΚΠολΔ, ενώ δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι Ο. Γ., Ε. Μ., Κ. Τ., Κ. Μ., Β. Δ. και Θ. Π., ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο (έχοντα σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα) με δήλωση κατά το άρθρο 242§2 ΚΠολΔ. Από τις 165Γ', 163Γ', 164Γ'/1-8-2011, 172Γ'/2-8-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, ..., την 2487/5-7-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ..., τις συνημμένες σ' αυτήν, από 8-7-2011 απόδειξη παράδοσης, παραλαβής και βεβαίωση αποστολής εγγράφου και την 2502/7-7-2011 έκθεση επιδόσεως της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας, προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι, κλητεύθηκαν, εμπρόθεσμα, για να παρασταθούν κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Όμως, το αναιρεσείον και οι επισπεύδοντες αναιρεσίβλητοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν σχετικές εκθέσεις για την απόδειξη της επίδοσης και αντιγράφου της αιτήσεως στους ως άνω απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, η οποία (επίδοση), κατά τα προαναφερόμενα, είναι αναγκαία για τη νόμιμη κλήτευση αυτών, που δεν παρίστανται στη δίκη. Να σημειωθεί ότι 1) στις 165Γ', 163Γ', 164Γ'/1-8-2011, 172Γ'/2-8-2011εκθέσεις του ο δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει, ότι επέδωσε "ακριβές αντίγραφο της από 08.04.2011 κλήσεως των πρώτων κατά του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών και κατά δευτέρας και άλλων (5), για αναίρεση της με αριθμό 103/2009 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, απευθυνόμενη ενώπιον του Αρείου Πάγου, δια της οποίας αιτείται: Να γίνει δεκτή αύτη κ.λπ." και 2) στις υπόλοιπες δύο βεβαιώνει ότι επέδωσε "Πιστό αντίγραφο της από 08-04-2011 Κλήσης, των πρώτων κατ' αυτής και κατά του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία απευθύνεται στον Άρειο Πάγο (Β1' Πολιτικό Τμήμα) και με την οποία ζητούν να γίνει δεκτή αυτή" και ότι στο πιο πάνω πιστό αντίγραφο περιέχονται επίσης "α) η από 31-05-2011 πράξη ορισμού δικασίμου του Προέδρου του Β' Πολιτικού Τμήματος ... και β) γράφτηκε στο πινάκιο ...". Από τις παραπάνω επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε και αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δοθέντος ότι 1) ο δικαστικός επιμελητής δεν βεβαιώνει ότι έγινε και η επίδοση αυτή, 2) ενώ βεβαιώνει ότι περιέχονται "α) η από 31-05-2011 πράξη ορισμού δικασίμου του Προέδρου του Β1' Πολιτικού Τμήματος ... και β) γράφτηκε στο πινάκιο ..." δεν βεβαιώνει ότι στην κλήση περιέχεται και αντίγραφο της αίτησης αναιρέσεως και 3) οι παραστάντες αναιρεσίβλητοι επικαλούνται και προσκομίζουν τις παραπάνω εκθέσεις επιδόσεως, επικαλούμενοι, ότι από αυτές προκύπτει ότι "επεδόθη νόμιμα και εμπρόθεσμα "αντίγραφο της κλήσης με πράξη ορισμού συζήτησης και κλήση για τη σημερινή δικάσιμο", δίχως να επικαλούνται και επίδοση της αίτησης αναιρέσεως. Επομένως, αφού δεν υφίσταται νόμιμη κλήτευση των ως άνω αναιρεσίβλητων, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για να είναι νόμιμη η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου ανεξάρτητα από το αν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα ή από κάποιον από τους αναιρεσιβλήτους, είναι αναγκαία η, προς τον αναιρεσίβλητο που απουσιάζει, επίδοση, και αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1687/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 27η Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ρήγα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Νομαρχιακή Επιχείρηση Ανάπτυξης Νομού Αχαΐας - ΝΕΑ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Καρέλα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 334/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1324/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 6-5-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Ζήση Βασιλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι ούτε έχουν συμφωνήσει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια ως προς την παροχή της εργασίας ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια αυτής συνομολογείται μέχρι ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ενός μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση κάποιου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του γεγονότος ή του χρονικού σημείου, η σύμβαση παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Ως εκ τούτου, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος ή το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι το ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της, η οποία επέρχεται χωρίς να χρειάζεται ούτε καταγγελία ούτε καταβολή αποζημιώσεως. Εξ άλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο κρίνει σχετικώς χωρίς να δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της όπως απαιτούν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες η σύμβαση καταρτίσθηκε (ΟλΑΠ 18/2006).
2. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
3. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ.1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ.2). Στη συνέχεια, στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως οι αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων.
4. Εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ.7, που προβλέπει ότι "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, (...) γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει". Επίσης, στο ίδιο άρθρο 103 προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
5. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είτε για την κάλυψη οργανικών θέσεων πέραν των προβλεπομένων είτε για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών. Όπως δε προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες (βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεως της Βουλής ΡΜΔ/21-3-2001, σελ. 731, 744, 754, 755 και ΡΜΕ/21-3-2001 σελ 768, 771, 772, 782) μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και, μάλιστα, όχι μόνο εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που, πράγματι, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Γι' αυτό και πρόσθεσε την πιο πάνω διάταξη του εδ.γ' της παρ.8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία, πλέον, αδιακρίτως απαγορεύει και την από το νόμο, ακόμη, μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Έτσι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν συμβαίνει αυτό, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι, πλέον, αλυσιτελής. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, πρβλ. ΟλΑΠ 7/2011 για το πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος χρονικό διάστημα).
6. Από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ.3 και ήδη 249 παρ.1 και 3 της ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΕ, συνάγεται ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης, στο οποίο απευθύνονται, καθ' όσον αφορούν στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται, κατ' ανάγκη, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος, που είναι αποδέκτης της Οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό εντός της τασσομένης προθεσμίας, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της, όμως, εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι, δηλαδή, κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν την 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας η Ελλάδα έκαμε χρήση. Στο προοίμιο της Οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, αλλά και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, υπό ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων. Ειδικότερα, η Οδηγία ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να αξιολογεί τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και, ειδικότερα, καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
7. Ο εθνικός νομοθέτης έχει ήδη εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004). Στο άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1 .Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. (...) 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004 η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφ' όσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Εν όψει, όμως, του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από την 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την προβλεπόμενη προστασία από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, μέχρι την έναρξη ισχύος του διατάγματος. Προστέθηκαν, λοιπόν, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, που ορίζουν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφ' όσον συντρέχουν, αθροιστικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση (...)" (άρθρο 11 παρ. 1α). Η με το π.δ. 164/2004 επιλογή από την ελληνική πολιτεία των ως άνω μέτρων για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 έγινε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξ ου και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προαναφέρθηκαν. Επομένως, εφ' όσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Εν όψει, λοιπόν, αφ' ενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφ' ετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς τη ρηθείσα Οδηγία, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος αυτού (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 113/2009).
8. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι το εναγόμενο ΝΠΙΔ (ήδη αναιρεσίβλητο) συστήθηκε ως νομαρχιακή επιχείρηση με την 41/1997 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Αχαΐας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 331/1996 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (π.δ. 30/1996). Ότι η ενάγουσα στην ένδικη, από 22-6-2003 αγωγή (ήδη αναιρεσείουσα), ως απόφοιτος του ΙΕΚ Καλαβρύτων με την ειδικότητα "Επιμελητής - Ξεναγός Εθνικών Δρυμών και Χώρων Αναψυχής", πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στο εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 31-12-1998 και μετά τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου χρόνου παρέμεινε ατύπως στην υπηρεσία του και μετά την 1-1-1999. Ότι την 3-4-1999 και κατόπιν εισηγήσεως του τότε Διευθυντή του εναγομένου, η ενάγουσα υπέγραψε σύμβαση εκτέλεσης έργου - παροχής υπηρεσιών με αντικείμενο την υποστήριξη του εναγομένου στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προέκυπταν γι' αυτό από την Προγραμματική Σύμβαση με την οικεία Περιφέρεια για την "Τουριστική Προβολή της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας", η διάρκεια της οποίας ορίστηκε μέχρι την 31-12-2000. Ότι, έκτοτε, η ενάγουσα συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο δυνάμει επαναλαμβανομένων συμβάσεων που συνήψε με αυτό και ειδικότερα α) την από 1-11-2000 σύμβαση με αντικείμενο την καταχώριση στοιχείων στη βάση δεδομένων για το έργο "ΔΙΚΤΥΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ", η διάρκεια της οποίας ορίστηκε μέχρι την 31-12-2000 και στη συνέχεια παρατάθηκε με νέα σύμβαση υπό τον τίτλο "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ - ΠΑΡΑΤΑΣΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ" μέχρι την 31-3-2001, β) την από 3-4-2001 σύμβαση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών στα πλαίσια του προγράμματος "ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΟΡΕΙΝΟΥ ΟΓΚΟΥ ΧΕΛΜΟΥ - ΒΟΥΡΑΪΚΟΥ", η διάρκεια της οποίας ορίστηκε μέχρι την 31-12-2001, γ) την από 1-1-2002 σύμβαση με αντικείμενο την οικονομική διαχείριση, τον έλεγχο των δαπανών και την πιστοποίηση των πληρωμών για το σύνολο του έργου του εναγομένου, τη σύνταξη και υποβολή των Τεχνικών Δελτίων για το επιχειρησιακό πρόγραμμα "ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ 2000 - 2006", τη γραμματειακή υποστήριξη των κατ' ιδίαν προγραμμάτων και την παροχή τεχνικής και συμβουλευτικής υποστήριξης προς το εναγόμενο για το συντονισμό των δράσεων και των ενεργειών του σε Τουριστικές Εκθέσεις, η διάρκεια της οποίας ορίστηκε μέχρι την 31-12-2002 και στη συνέχεια παρατάθηκε με την από 2-1-2003 νέα σύμβαση μέχρι την 31-3-2003. Ότι έκτοτε το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, χωρίς να καταγγείλει νομίμως τη σύμβαση. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια των ανωτέρω συμβάσεων, οι οποίες επιγράφονταν ως συμβάσεις μισθώσεως έργου, ήτοι από 1-1-1999 έως 31-3-2003, η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο απασχολούμενη καθημερινά έναντι αμοιβής στα γραφεία του, στην Πάτρα (αρχικά στην Πλατεία ... αρ.7 και από το έτος 2002 στην οδό ... αρ.8), κατά πλήρες ωράριο εργασίας (από 08:00 έως 14:30 ώρα), χωρίς σ' αυτό να εμποδίζεται από την παροχή εργασίας στο κατάστημα της εταιρίας "CASA ΜΑΡΚΕΤ ΕΠΕ", διότι η εν λόγω εργασία της ενάγουσας παρεχόταν κατά τις απογευματινές ώρες. Ότι, παράλληλα προς τα ως άνω καθήκοντα, εκτελούσε χρέη γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, αλλά αυτό γινόταν περιστασιακά, όταν απουσίαζε (ιδίως λόγω εγκυμοσύνης) η υπεύθυνη γραμματέας Γ. Σ.. Ότι κατά την ως άνω απασχόλησή της, που συνίστατο κατά κύριο λόγο στην οικονομική και διοικητική παρακολούθηση και στη γραμματειακή υποστήριξη των ως άνω προγραμμάτων, τα οποία εκτελούνταν από το εναγόμενο, η ενάγουσα τελούσε υπό τη νομική εξάρτηση αυτού, ως εργοδότη της, η οποία εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία της ενάγουσας, δίνοντας προς αυτήν οδηγίες, τις οποίες ήταν υποχρεωμένη να ακολουθεί ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο της απασχόλησής της. Ότι, ως εκ τούτου και ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των ειρημένων συμβάσεων ως συμβάσεων έργου, αλλά και της εκδόσεως τιμολογίων παροχής υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας για την είσπραξη της αμοιβής της, οι ως άνω συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, στην παροχή της οποίας απέβλεπαν τα μέρη και όχι συμβάσεων έργου ή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Ότι, περαιτέρω, ο καθορισμός για την καθεμιά από τις συμβάσεις αυτές συγκεκριμένου χρόνου διάρκειας, η οποία συνέπιπτε με τη χρονική διάρκεια του εκάστοτε εκτελουμένου προγράμματος για το οποίο προσλαμβανόταν η ενάγουσα και με την αποπεράτωση του οποίου συνδεόταν η λήξη της (αρχική ή κατά τη ρητή και έγγραφη παράταση στις ανωτέρω δύο περιπτώσεις), δικαιολογείτο από τη φύση, το είδος και το σκοπό της καθεμιάς και δεν γινόταν σκοπίμως προς καταστρατήγηση των προστατευτικών διατάξεων για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, διότι σε κάθε περίπτωση η εργασία της ενάγουσας απέβλεπε προεχόντως στην παρακολούθηση και γραμματειακή υποστήριξη συγκεκριμένου προγράμματος και όχι στην εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών της εν γένει υπηρεσίας του εναγομένου ΝΠΙΔ.
9. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι εν λόγω συμβάσεις φέρουν μεν το χαρακτήρα των συμβάσεων παροχής εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου, αλλά συνιστούν νομίμως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι μια ενιαία σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου. Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν εφαρμόζεται ούτε το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, ούτε η 1999/70/ΑΚ/18-3-1999 Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε τα ως άνω π.δ. που εισήγαγαν τις επιταγές της Οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το μέρος που με αυτή η αναιρεσείουσα ζητούσε α) ν' αναγνωριστεί ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας τους νόμιμους μισθούς από 1-4-2003 μέχρι 31-12-2003. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ και τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2112/1920 και της 1999/70/ΑΚ/18-3-1999 Οδηγίας, διότι οι ανωτέρω συμβάσεις ήσαν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη περιοδικών και πρόσκαιρων αναγκών και ως τέτοιες είχαν καταρτισθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου. Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην απορριπτική των ως άνω αιτημάτων της ένδικης αγωγής διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν δημιούργησε, ως προς την απόρριψη, έλλειψη νόμιμης βάσης. Επομένως, οι πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος από τους λόγους της αιτήσεως (σύμφωνα με την αρίθμηση του εισηγητή), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
10. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Και, τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, μέρος β' και με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η αναιρεσείουσα μόνο παρεμπιπτόντως άσκησε καθήκοντα γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια να οδηγηθεί στην εσφαλμένη παραδοχή ότι αυτή δεν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του. Περαιτέρω, με τον πρώτο, μέρη α' και γ' από τους λόγους της αιτήσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τις εκεί αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα, καταστάσεις και φακέλους, ήτοι αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσείουσα και από τα οποία αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός της ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου. Και, τέλος, με τους δεύτερο και τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ίδιων εγγράφων και ενόρκων βεβαιώσεων με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα κάλυπτε περιοδικές και πρόσκαιρες ανάγκες της υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου. Οι αιτιάσεις αυτές, εκτιμώμενες, λόγω των μεταξύ τους αντιφάσεων, ότι προβάλλονται επικουρικώς εκάστη σε σχέση προς τις λοιπές, είναι αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εξήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.8), από τη συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων και κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα κάλυπτε πρόσκαιρες και περιοδικές ανάγκες της υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου, χωρίς αυτό να μεταβάλλεται από την παρεμπίπτουσα προσφορά γραμματειακής υποστήριξης στο διοικητικό συμβούλιο αυτού. Κατά τα λοιπά, με τις αιτιάσεις αυτές πλήττονται απαραδέκτως οι αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.10, 11 και 20 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-5-2007 αίτηση περί αναιρέσεως της 1324/ 2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 25η Οκτωβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 22α Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκτακτη υπάλληλος νομαρχιακής επιχείρησης. Παραδοχή ότι η ορισμένη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας δικαιολογείτο από τη φύση της απασχόλησης, η οποία απέβλεπε στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων προγραμμάτων και όχι στην κάλυψη παγίων αναγκών της υπηρεσίας του εργοδότη. Απορρίπτει την αίτηση
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1680/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Π. του Α. , κατοίκου ... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 43,217/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους:1) Ι. Μ. , κάτοικο ... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαγεωργίου. 2)Ζ. Γ. , 3) Ν. Μ. κατοίκους ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παπαγεωργίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 448/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πολιτικώς εναγόντων και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπό εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως, εμφανίσθηκε ο ίδιος ο αναιρεσείων Γ. Π. , ο οποίος, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 29 Σεπτεμβρίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά Ι. Γ. , κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως στον ίδιο, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως, διότι, όπως δήλωσε, "δεν έχει να πληρώσει δικηγόρο και θέλει χρόνο για να μαζέψει τα χρήματα". Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, γιατί ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 515§1 του ΚΠοινΔ που προαναφέρθηκε, ο δε αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι ζήτησε, κατά τη διαδικασία των άρθρων 2, 6 και 7 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος κ.λ.π.", το διορισμό συνηγόρου για την εκπροσώπηση του κατά τη συζήτηση της αιτήσεως. Μετά την απόρριψη του αιτήματος, ο αναιρεσείων αποχώρησε. Κατ1 ακολουθίαν, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 41/28 Μαρτίου 2011 αίτηση του Γ. Π. του Α. , για αναίρεση της υπ' αριθ. 43,217/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250.00) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1679/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 2737/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμη Κυριαζή. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 142/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 7-2-2011 και από 16-2-2011 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λάμπρου Χούμου, ο αναιρεσείων και η αντίκλητος δικηγόρος του κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί ο αιτών στη συνεδρίαση της 12/4/2011, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 26/12/2010 αίτηση του. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, με την 649/2011 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε με αίτηση του αναιρεσείοντος η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε κατ'αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας Εμπορικής Τράπεζας, ως πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-12-2010 αίτηση-δήλωση του Κ. Κ. του Γ. περί αναιρέσεως της 2737/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας, ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1678/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Αθανασόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.158/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 25 Νοεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1183/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Τέτοιο είναι και σχέδιο αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου που καταρτίζεται, χρονολογείται και υπογράφεται κατά το άρθρο 304 του ΚΠολΔ, αφού από της δημοσιεύσεως, από το σχέδιο, της αποφάσεως, οπότε γνωστοποιείται το περιεχόμενό του σε δημόσια συνεδρίαση του δικαστηρίου, αποδεικνύει γεγονότα που έχουν έννομη σημασία και δεν δύναται να μεταβληθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο, αλλά παραμένει αναλλοίωτο και καταχωρείται στην καταρτιζόμενη σύμφωνα με τα άρθρα 305 και 306 του ΚΠολΔ απόφαση ως αιτιολογικό και διατακτικό αυτής.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί πραγματικής πλάνης που προβλέπεται από το άρθρο 30 παρ. 1 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη εκκαλούσα από 18-5-1998 υπηρετούσε ως Πρωτοδίκης στο Πρωτοδικείο Αθηνών και είχε τοποθετηθεί κατά τα δικαστικά έτη 1998-1999 και 1999-2000 στο Εμπορικό Τμήμα με Πρόεδρο Πρωτοδικών την Α. Θ.,...Κατά το χρονικό αυτό διάστημα (1998-2000) παρουσίασε σημαντική καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων πολιτικών που είχε χρεωθεί, τις οποίες και δεν είχε διεκπεραιώσει μέχρι την 31-12-2001, με αποτέλεσμα να ασκηθεί εις βάρος της πειθαρχική αγωγή,...Στις 16-9-2002 η κατηγορουμένη επισκέφθηκε την Πρόεδρο Α. Θ. στην οικία της φέροντας μαζί της από τις 30 εκκρεμούσες υποθέσεις, τις 14 δικογραφίες, επί των οποίων είχε διατυπώσει σχέδια αποφάσεων. Κατά τη μελέτη των σχεδίων σε συσχετισμό με τις αντίστοιχες δικογραφίες η Πρόεδρος παρατήρησε πλημμέλειες σε νομικά και ουσιαστικά ζητήματα, που καθιστούσαν αδύνατη τη δημοσίευση αυτών και επιφέροντας τις αναγκαίες παρατηρήσεις υπέδειξε στην κατηγορουμένη να μελετήσει τα ζητήματα και να τις επαναφέρει προς διάσκεψη. Επειδή όμως η κατηγορουμένη μέχρι τις 30-9-2002 δεν επικοινώνησε με την Πρόεδρο Α. Θ. και εξ αφορμής υποθέσεως που εφέρετο δημοσιευμένη που αναζητούσε δικηγόρος για θεώρηση, η Πρόεδρος επισκέφθηκε το τμήμα δημοσίευσης του Πρωτοδικείου και πληροφορήθηκε από την αρμόδια Γραμματέα ότι η κατηγορουμένη στις 16-9-2002, 19.9.2002 και 20.9.2002 είχε δημοσιεύσει 24 από τις εκκρεμείς υποθέσεις και ότι στις 19.9.2002, οπότε και δημοσίευσε τις περισσότερες υποθέσεις, είχε παραλάβει μαζί της και τις δικογραφίες για θεώρηση χωρίς να τις έχει επιστρέψει μέχρι τις 30.9.2002. Κατά τις απογευματινές ώρες της 30.9.2002 η Πρόεδρος συνομίλησε τηλεφωνικά με την κατηγορουμένη και της ζήτησε να προσκομίσει το συντομότερο τις δικογραφίες και την επομένη ημέρα (1-10-2002) η κατηγορουμένη έφερε τις δικογραφίες στην οικία της Προέδρου. Η Α. Θ. παρατήρησε ότι σε 15 δικογραφίες, αρμοδιότητας Πολυμελούς, επί των οποίων την είχε ορίσει Εισηγήτρια, υπήρχαν ισάριθμα σχέδια αποφάσεων που όμως είχαν δημοσιευθεί με αριθμούς 5890/2002, 5891/2002, 6001/2002, 6005/2002, 6006/2002, 6008/2002, 6009/2002, 6010/2002, 6013/2002, 6015/2002, 6017/200, 6018/2002, 6019/2002, 6020/2002 και 6021/2002. Επί των σχεδίων αυτών τόσο η ημερομηνία διάσκεψης και η χειρόγραφη εντολή προς δημοσίευση, όσο και η κάτω από τις ανωτέρω ενδείξεις υπογραφή δεν είχαν τεθεί από την Πρόεδρο Α. Θ., αλλά είχαν τεθεί από την κατηγορουμένη. Ειδικότερα η κατηγορουμένη ανέγραψε σε κάθε σχέδιο από τα 15 προαναφερόμενα στο δεξιό άνω μέρος αυτών τις φράσεις "Διάσκεψη 9-9-2002, Να δημοσιευθεί",...αντίστοιχα και αφετέρου κάτω από κάθε μία από τις παραπάνω φράσεις δυσανάγνωστη υπογραφή ως δήθεν προερχομένη από την Πρόεδρο Α. Θ., προκειμένου στη συνέχεια κάνοντας χρήση των προαναφερομένων σχεδίων αποφάσεων και εμφανίζοντας αυτά στο Τμήμα Δημοσίευσης να παραπλανήσει την αρμοδία Γραμματέα του Πρωτοδικείου αφενός μεν με την πραγματοποίηση διασκέψεων και ψηφοφορίας προς έκδοση αποφάσεων κατά την έννοια των άρθρων 300 και 301 ΚΠολΔ εκ μέρους των μελών της συνθέσεως του Πολυμ. Πρωτοδικείου Αθηνών και αφετέρου με την ιδιότητα των σχεδίων αποφάσεων αυτών, ως σχεδίων υποστατών δικαστικών αποφάσεων, τα οποία κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 304 ΚΠολΔ, περιείχαν αιτιολογικό και διατακτικό και είχαν χρονολογηθεί και υπογραφεί από την Πρόεδρο του τμήματος Θ. και με βάση τα οποία σχέδια επρόκειτο να δημοσιευθούν σε δημόσια συνεδρίαση οι σχετικές αποφάσεις. Οι προαναφερόμενες δικογραφίες...ήταν αντιστοίχως οι ακόλουθες: 1)...και 15)...Στη συνέχεια η κατηγορουμένη ζήτησε από την αρμοδία Γραμματέα και εφοδιάστηκε με την από 20-9-2002 υπηρεσιακή βεβαίωση, στην οποία βεβαιώνετο ότι από 1-9-2002 έως 20-9-2002 είχε δημοσιεύσει μεταξύ άλλων και τις προαναφερόμενες 15 αποφάσεις και ακολούθως προσκόμισε τη βεβαίωση αυτή ενώπιον του 5μελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών και πέτυχε κατ` αυτόν τον τρόπο να απαλλαγεί από την εκκρεμούσα σ` αυτό πειθαρχική κατηγορία για αδικαιολόγητη κατ` εξακολούθηση καθυστέρηση στην εκτέλεση των καθηκόντων της με την εκδοθείσα 11/2002 απόφαση του Συμβουλίου αυτού, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη μετά την έκδοση...Ισχυρίστηκε η κατηγορουμένη ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, δήλωση που είχε διατυπώσει και στην προδικασία, ότι δημοσίευσε τις αποφάσεις, διότι πίστευε ότι είχε την προς τούτο συναίνεση και συγκατάθεση της Προέδρου Θ., με την οποία συνεδέετο εκτός της υπηρεσιακής σχέσης αλλά και οικογενειακής σχέσης. Όμως ο ισχυρισμός της αυτός δεν έχει ουσιαστικό έρεισμα και βασιμότητα. Η Πρόεδρός της Α. Θ. όταν διαπίστωσε στα σχέδια αυτά νομικά και πραγματικά ζητήματα κατά την επίσκεψη της κατηγορουμένης στην οικία της Προέδρου και της υπέδειξε μετά από μελέτη να επιφέρει τις ανάλογες διορθώσεις και βελτιώσεις των σχεδίων - αποφάσεων και μετά τις διορθώσεις αυτές να επιστρέψει τα σχέδια στην Πρόεδρο για έλεγχο, δεν της άφηνε περιθώρια να σκεφθεί η κατηγορουμένη ότι είχε τη συναίνεση και τη συγκατάθεση της Προέδρου να δημοσιεύσει τις εν λόγω αποφάσεις χωρίς τον προηγούμενο έλεγχο των σχεδίων αυτών. Η εξετασθείσα ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ως μάρτυρας Α. Θ. με κατηγορηματικό τρόπο κατέθεσε ότι δεν εκδήλωσε κατά οποιονδήποτε τρόπο βούληση συναίνεσης προς τούτο. Αντίθετα της υπέδειξε να επαναφέρει τα σχέδια για έλεγχο, πράγμα το οποίο δεν έπραξε η κατηγορουμένη. Σαφής περί αυτού είναι και η κατάθεση του μάρτυρα Γ. Φ., συζύγου της Α. Θ., Δικαστού, ο οποίος αναφέρεται στο πρόσωπο της κατηγορουμένης ως Δικαστού πολύ καλής, όμως κατά την επίσκεψη της κατηγορουμένης στην οικία τους μετά από τηλεφωνική πρόσκληση της συζύγου του, αρκέστηκε να πει (κατηγορουμένη) ότι τη μεθόδευση αυτή έκαναν και άλλοι δικαστές όταν οι Πρόεδροι μετατίθεντο σε επαρχία και δεν διατύπωσε ότι πλανήθηκε. Βεβαίως και οι περαιτέρω ενέργειες της Προέδρου Θ., όπως προαναφέρθηκαν (αναφορές, παραστάσεις, έκδηλη έκπληξη για τη δημοσίευση) το αντίθετο για συναίνεση φανερώνουν. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο σχετικός περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμός της εκκαλούσας ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με βάση όλα τα προαναφερόμενα ως αποδειχθέντα η κατηγορουμένη τέλεσε...Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχη κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216§1 και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση: α) Ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη κατάρτισε πλαστά έγγραφα (συνέταξε 15 σχέδια αποφάσεων Πολυμελούς Πρωτοδικείου, στα οποία ανέγραψε ότι είχε γίνει διάσκεψη και ήταν έτοιμα για δημοσίευση και έθεσε κάτω από τις σχετικές φράσεις δυσανάγνωστη υπογραφή, ως προερχόμενη από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Α. Θ.) με σκοπό την παραπλάνηση άλλων (της αρμόδιας Γραμματέως του Πρωτοδικείου), με τη χρήση τους, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, είχε γίνει διάσκεψη επί των υποθέσεων που αφορούσαν τα σχέδια και η Πρόεδρος είχε δώσει πράγματι εντολή να δημοσιευθούν ως αποφάσεις). β) Ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, παραδίδοντάς τα στη Γραμματέα για να δημοσιευθούν, αλλά και για να λάβει βεβαίωση για τη διεκπεραίωση των αντιστοίχων αποφάσεων, την οποία χρησιμοποίησε ενώπιον του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών. γ) Αιτιολογείται, ακόμη, και η απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου επί του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι αυτή βρισκόταν σε πραγματική πλάνη. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η αναιρεσείουσα έθεσε τα σχέδια υπόψη της Προέδρου, η οποία ζήτησε από αυτήν να προβεί σε διορθώσεις και βελτιώσεις και να τα επαναφέρει για έλεγχο, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, αλλά προέβη στην τέλεση της πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε. Οπότε, δεν γεννάται καμιά αντίφαση με την παραδοχή, στο διατακτικό, ότι αυτή δεν έθεσε τα σχέδια υπόψη της Προέδρου (μετά, εννοείται, από τις διορθώσεις που θα έπρεπε να επιφέρει). β) Η παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα, στις 16.9.2002, έφερε στην οικία της Προέδρου 14 από τις 30 δικογραφίες που εκκρεμούσαν στα χέρια της (και όχι 15) δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι η ένδικη πλαστογραφία τελέσθηκε επί των σχεδίων 15 δικογραφιών, εφόσον οι 15 υποθέσεις προσδιορίζονται επαρκώς με τον αριθμό πινακίου και την ημερομηνία συζητήσεως της καθεμιάς, περιλαμβάνονταν δε αυτές στις 24, τις οποίες η αναιρεσείουσα δημοσίευσε κατά τις 16, 19 και 20.9.2002, δεν ήταν δε αναγκαίο να εξειδικεύονται οι εν λόγω δικογραφίες και με άλλα στοιχεία (διάδικα μέρη, κ.λπ.) ούτε είναι απαραίτητο να ταυτίζονται όλες με τις 14, τις οποίες είχε φέρει αυτή στην οικία της Προέδρου και για τις οποίες η τελευταία υπέδειξε διορθώσεις, ούτε ήταν αναγκαίο να προσδιορίζονται οι διορθώσεις που είχαν υποδειχθεί. Άλλωστε, το ζητούμενο δεν είναι σε πόσα και ποια σχέδια υποδείχθηκαν διορθώσεις, αλλά σε πόσα και ποια τελέστηκε η ένδικη αξιόποινη πράξη, τα οποία, όπως αναφέρθηκε, προσδιορίζονται. γ) Όπως έχει εκτεθεί, αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί πραγματικής πλάνης, με την παραδοχή ότι η Πρόεδρος Α. Θ. δεν είχε συναινέσει στη δημοσίευση των εν λόγω σχεδίων και ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη δεν είχε πλανηθεί σχετικώς και συγκεκριμένα ότι η εντολή της Προέδρου προς αυτήν να επαναφέρει, αφού προβεί στις διορθώσεις που είχαν υποδειχθεί, τα σχέδια για έλεγχο δεν άφηνε περιθώρια να σκεφθεί αυτή ότι είχε τη συναίνεση της Προέδρου να δημοσιεύσει αυτά χωρίς προηγούμενο έλεγχο και χωρίς να υπογράψει η Πρόεδρος επ` αυτών. δ) Δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται τα λοιπά μέλη της συνθέσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ενώ, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, η κατηγορουμένη συνέταξε τα σχέδια χωρίς να προηγηθεί διάσκεψη ή, σε περίπτωση απουσίας κάποιου μέλους της συνθέσεως, χωρίς, τουλάχιστον, να θέσει αυτά υπόψη της Προέδρου και τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας, όπως αυτή περιγράφεται παραπάνω. Ούτε, βεβαίως, απαιτείτο τα αναγράφεται στην απόφαση αν τα λοιπά μέλη της συνθέσεως έλαβαν γνώση των διορθώσεων που είχε υποδείξει η Πρόεδρος, καθώς και της δημοσιεύσεως των επίμαχων σχεδίων. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 26.11.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της απορριπτικής κρίσεώς του επί της προτάσεως του Εισαγγελέα να αναγνωρισθεί στην κατηγορουμένη (και) το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 ε του ΠΚ, έλαβε υπόψη την υπ` αριθ. 25/2005 απόφαση του Δικαστηρίου της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία είχε επιβληθεί στην κατηγορουμένη οριστική παύση, χωρίς να αναγνώσει αυτήν. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η μη ανάγνωση της αποφάσεως αυτής δεν δημιουργεί καμιά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί λήφθηκε αυτή υπόψη για την κρίση του Δικαστηρίου όχι επί της ενοχής της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, αλλά επί της εισαγγελικής προτάσεως για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 περ. ε του ΠΚ (το οποίο, μάλιστα, δεν είχε ζητήσει η ίδια). Επομένως, ο, από το άρθρο 510 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, μοναδικός, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, συνισταμένη στο ότι το Πενταμελές Εφετείο στήριξε την καταδικαστική σε βάρος της αναιρεσείουσας κρίση και στην ως άνω υπ` αριθ. 25/2005 απόφαση του Δικαστηρίου της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου χωρίς να την αναγνώσει, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, το άρθρο 524 του ΚΠοινΔ όριζε στην παρ. 1 ότι: "Με εξαίρεση την περίπτωση του άρθρου 520, η συζήτηση στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα άρθρα 518 παρ. 2 και 519 γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κώδικα? επίσης εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 135. Τα πρακτικά της απόφασης που έχει αναιρεθεί, τα οποία περιέχουν τις μαρτυρίες από την πρώτη συζήτηση, επιτρέπεται να διαβαστούν μόνο αν υπάρχει περίπτωση του άρθρου 365". Μετά δε την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής με το άρθρο 51 του ν. 3160/2003, ορίζει ότι: "Η συζήτηση στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα άρθρα 518 παρ. 2 και 519 γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα? επίσης εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 135". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 364§2 του ίδιου Κώδικα, "διαβάζονται επίσης τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Επίσης τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι η ανάγνωση των πρακτικών της δίκης που αναιρέθηκε δεν επάγεται καμιά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και, συνεπώς, δεν καθιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, δεδομένου και του ότι η απαγόρευση της αναγνώσεώς τους (πλην της περιπτώσεως που ήταν αδύνατη η εμφάνιση μάρτυρα, του οποίου η κατάθεση περιεχόταν σ` αυτά) καταργήθηκε με το άρθρο 51§1 του ν. 3160/2003, με το οποίο αντικαταστάθηκε, κατά τα ανωτέρω, η παρ. 1 του άρθρου 524 του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν περιλαμβάνεται η υπ` αριθ. 203/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά και τα πρακτικά αυτής, η οποία αναιρέθηκε με την υπ` αριθ. 1647/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της αναγνώσεως αυτής η αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε αντιρρήσεις. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ανάγνωση της ως άνω αποφάσεως και των πρακτικών της δεν επάγεται καμιά ακυρότητα και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, περιλαμβάνεται και "η απόφαση του Αρείου Πάγου". Με την εν λόγω αναφορά της αποφάσεως αυτής επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά της και δεν ήταν αναγκαία μνεία και του αριθμού της, ούτε αναφορά του περιεχομένου της, αφού με την ανάγνωση του κειμένου της κατέστη γνωστή και κατά το περιεχόμενό της στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό της, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως αναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ενώ το ως άνω έγγραφο ήταν το μοναδικό (η υπ` αριθ. 1647/2008 απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε η υπ` αριθ. 203/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά και η οποία, επομένως, δεν λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεως), η δε αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση και της αποφάσεως αυτής. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στην παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης από την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, του οποίου δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Συναφώς αβάσιμος είναι ο αυτός ως άνω λόγος και κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας από τη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποφάσεων (της υπ` αριθ. 1647/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και της υπ` αριθ. 25/2005 αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου) χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα της πρώτης και χωρίς να έχει αναγνωσθεί η δεύτερη, καθόσον έλλειψη δημοσιότητας δεν προκαλείται από τη λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε ή του οποίου δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, αλλά από την παραβίαση των άρθρων 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ ως και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΠΕ, που ισχύουν παραλλήλως και αλληλοσυμπληρώνονται, και της διατάξεως του άρθρου 329 του ΚΠοινΔ. Από δε την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι η συζήτηση της υποθέσεως και η απαγγελία της αποφάσεως έγιναν δημόσια. Τέλος, ο αυτός λόγος, κατά το σκέλος του με το οποίο υποστηρίζεται ότι από τη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποφάσεων, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα της πρώτης και χωρίς να έχει αναγνωσθεί η δεύτερη, προσβάλλονται οι αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, γιατί δεν είναι δυνατόν σε πανομοιότυπες, μεταξύ τους, περιπτώσεις να δίδονται από το παρόν Δικαστήριο διαφορετικές λύσεις, είναι αβάσιμη, γιατί από καμία διάταξη νόμου ή αρχή του συνταγματικού δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους, δεδομένης και της αυτοτέλειας κάθε υποθέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Σεπτεμβρίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 6964/2010) αίτηση της Α. Μ. του Α. μετά των από 25 Νοεμβρίου 2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 158/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση (αναγραφή επί σχεδίων αποφάσεων πολυμελούς πρωτοδικείου, χωρίς τη συγκατάθεση του προέδρου, χρονολογίας διασκέψεως και εντολής προς δημοσίευση, καθώς και υπογραφή των σχεδίων από τον συντάξαντα αυτά) με χρήση. Στοιχεία εγκλήματος. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμού για πραγματική πλάνη. Λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε μόνο για την μη αναγνώριση ελαφρυντικού και όχι για την κρίση επί της ενοχής δεν επιφέρει ακυρότητα. Επιτρεπτή η ανάγνωση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, εφόσον δεν προβλήθηκε αντίρρηση. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφου. Η λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε ή του οποίου δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα δεν προσβάλλει την αρχή της δημοσιότητας της διαδικασίας. Αβάσιμη η αιτίαση για προσβολή των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1677/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου J. M. του S. κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ.1657/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 680/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 208/24-10-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1) Εισάγω σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 56/10-5-2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου M. J. του S., κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, κατά της υπ'αριθμ. 1657/1-6-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή 5.300 ευρώ για αγορά, κατοχή και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών και παράνομη οπλοφορία και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ) Η αίτηση αυτή που ασκήθηκε νομοτύπως, είναι απαράδεκτη, καθόσον ασκήθηκε την 10-5-2011, ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε την 1-6-2009 παρόντος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών την 30-9-2009 (βλ. την από 10-5-11 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ). 'Ητοι, ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 473 ΚΠΔ, χωρίς να δηλώσει ο αναιρεσείων στη σχετική αίτηση αναιρέσεως, ότι από ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα εμποδίστηκε να την ασκήσει εμπροθέσμως (βλ. την 56/11 έκθεση αναίρεσης).
ΙΙΙ) Συνεπώς, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη και ν'απορριφθεί η υπ'αριθμ. 56/10-5-2011 αναίρεση του κατηγορουμένου J. M. του S. κρατουμένου στην Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, κατά της υπ'αριθμ. 1657/1-6-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να επιβληθούν εις βάρος του τα νόμιμα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ" αποφάσεως είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την έκδοση της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοση της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η προθεσμία είναι 20 ημερών εάν ασκείται κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση που επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 1657/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για αγορά, κατοχή και απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών και για παράνομη οπλοφορία σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και τριών (3) μηνών και χρηματική πέντε χιλιάδων τριακοσίων (5.300) ευρώ. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε την 1 Ιουνίου 2009, με παρόντα τον αναιρεσείοντα, και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 30 Σεπτεμβρίου 2009, όπως αυτό προκύπτει από υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέα επί του σώματος της αποφάσεως και από την από 10.5.2011 ομοία της Γραμματέως του Τμήματος Δημοσιεύσεως - Εκκαθαρίσεως - Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών. Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη υπ' αριθ. 56/10 Μαΐου 2011 αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως με δήλωση, από τη δικηγόρο Μαριάννα Παπαδάκη, την οποία είχε ορίσει πληρεξούσια με την από 13.1.2010 εξουσιοδότηση, στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, μετά την πάροδο της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς σ' αυτήν (έκθεση αναιρέσεως) να επικαλείται ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση.
Κατά συνέπειαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, προεχόντως λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων (η αντίκλητος του οποίου δικηγόρος Αθηνών Μαριάννα Παπαδάκη ειδοποιήθηκε νομότυπα, όπως προκύπτει από την από 4.11.2011 επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, για να παραστεί στη σημερινή δικάσιμο, αλλά δεν εμφανίσθηκε) στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 56/10 Μαΐου 2011 αίτηση του J. M. του S. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1657/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου, που εκδόθηκε με την παρουσία του αναιρεσείοντος, εκ της ασκήσεώς της εκπροθέσμως (μετά πάροδο 19 μηνών από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο) και χωρίς επίκληση λόγου ανωτέρας βίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1677/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Χ. του Δ., 2) Α. συζ. Ν. Π., το γένος Κ. Α., 3) Ε. Π. του Σ., 4) Μ. Δ. του Ε., 5) Α. Μ. του Α. και 6) Π. Δ. του Π., όλων κατοίκων Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ταρσίτσα Κυπαρισσίδου - Καλιμπάκα.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Παύλου Μελά, που εδρεύει στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου τού (αρχικού διαδίκου) Δήμου Πολίχνης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21957/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ. 1 ν. 3812/2009 που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Τέλος, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση. κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συµβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύµβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθµιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύµβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύµβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύµβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαµβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του. Αντίθετα επί συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποιά συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ. ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006), ενώ από τις παραπάνω διατάξεις και δη του άρθ. 6 ν. 2527/1997, που ρυθμίζει συγκεκριμένα τους όρους και τις προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης σύμβασης έργου από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι Δήμοι, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση σύναψης από τα πρόσωπα αυτά, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο ως άνω περιπτώσεις, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας, ύστερα από έφεση του αναιρεσιβλήτου, επί αγωγής των αναιρεσειόντων, καθώς και κατά της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη ανώνυμης εταιρείας "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης" (ΕΕΤΑΑ), με την οποία ζητούσαν ν' αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψαν με τους ως άνω εναγομένους το έτος 2001, παραταθείσες διαδοχικά μέχρι την 31-12-2004, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων του Δήμου Πολίχνης ήσαν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να τους καταβάλουν τ' αναφερόμενα εκεί ποσά ως αμοιβή για την εργασία τους αυτή (και για τις ειδικότερα εκτιθέμενες σ' αυτήν αιτίες), δέχθηκε με την προσβαλλομένη 169/2010 απόφαση του, μεταξύ άλλων, ότι με την ΥΑ 34100/1999,απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με θέμα " Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών για τη φύλαξη σχολείων" που, κατά τα μνημονευόμενα σ' αυτήν, εκδόθηκε λαμβάνοντας υπόψη τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998 καθώς και τις διατάξεις της παρ 2α του άρθρου 1 του Ν. 2469/1997 "Περιορισμός κρατικών δαπανών" και την υπ' αριθμ. 2701/16.11.1999 απόφαση του ΔΣ του Ο.Α.Ε.Δ, αποφασίσθηκε η κατάρτιση του ως άνω προγράμματος. Ειδικότερα κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω Υπουργική Απόφαση: "1. Σκοπός του προγράμματος είναι αφενός η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται, ιδιαίτερα από την ανεργία με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και αφετέρου η επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος, όπως αυτό της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών. 2. Δικαιούχοι φορείς του προγράμματος είναι οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης των πρωτευουσών Νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. 3. Δικαιούχοι είναι άνεργοι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων των Υπηρεσιών του ΟΑΕΔ ή επιδοτούμενοι άνεργοι ηλικίας 25-64 ετών, οι οποίοι θα πρέπει να είναι απόφοιτοι Λυκείου, να έχουν την Ελληνική υπηκοότητα ή την υπηκοότητα Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να είναι Έλληνες ομογενείς, που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα ... 4. Η διάρκεια του προγράμματος είναι 11 μήνες εκ των οποίων ένας (1) μήνας μπορεί να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση - εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και οι υπόλοιποι μήνες αφορούν την τοποθέτηση σε θέσεις για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. 5. Το πρόγραμμα πρόκειται να υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήµων και Κοινοτήτων Ελλάδος και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης. Οι ως άνω φορείς θα συµβληθούν µε προγραμματική σύµβαση, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 2732/93, αντικείµενο της οποίας θα αποτελεί η συνεργασία τους, ώστε µε τη συμβολή των ενεργειών και την παροχή των υπηρεσιών του καθενός, στα όρια των στόχων και αρμοδιοτήτων του, να δημιουργηθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος αφενός για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία µε πιθανότητα µόνιµης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και των κοινοχρήστων χώρων στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος όπως αυτό της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των µαθητών. 6. Αντικείμενο του έργου: Το έργο περιλαμβάνει: Τη διερεύνηση και καταγραφή των σχολικών κτηρίων µε αυξημένα προβλήματα που προέρχονται από την πρόσβαση στους χώρους τους εξωσχολικών ή άλλων παραγόντων, οι οποίοι προκαλούν ζηµίες και φθορές. Τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την επιλογή Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης µε σκοπό την ένταξη τους στο πρόγραµµα. Τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης που θα ενταχθούν στο εν λόγω πρόγραµµα. Την επιλογή 2700 ανέργων ετών αποφοίτων Λυκείου, οι οποίοι θα επιλεγούν με βάση ειδικά κριτήρια για την παρακολούθηση προγράμματος απόκτησης εργασιακής εµπειρίας. 7. Δικαιώµατα υποχρεώσεις φορέων της προγραμματικής σύµβασης: α) Το Υπουργείο εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης: Χρηματοδοτεί το Πρόγραµµα σύµφωνα µε την παρ. 10 της παρούσας. Συμμετέχει στην Επιτροπή Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Συμμετέχει στην Επιτροπή Παρακολούθησης του άρθρου 9 παρούσας απόφασης. Συμμετέχει στις διαδικασίες δημοσιότητας του Προγράμματος. Παρακολουθεί την πραγματοποίηση του έργου της Προγραμματικής Σύµβασης που πρόκειται να υπογραφεί β) Το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων: Συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Συμμετέχει στην Επιτροπή Παρακολούθησης άρθρου 9 του της παρούσας απόφασης. Συμμετέχει στις διαδικασίες δημοσιότητας του Προγράμματος. Παρακολουθεί την πραγματοποίηση του έργου της Προγραμματικής Σύµβασης. γ) Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων: Παρακολουθεί τα θέµατα αρμοδιότητας του, κυρίως όσον αφορά το σχεδιασµό της πληροφόρησης και ενημέρωσης των συμμετεχόντων στο πρόγραµµα απόκτησης εργασιακής εµπειρίας στη φύλαξη των σχολείων. Συμμετέχει στις διαδικασίες διαμόρφωσης προδιαγραφών επιλογής των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Συμμετέχει στην Επιτροπή παρακολούθησης του άρθρου 9 της παρούσας απόφασης δ) Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης αναλαμβάνει: Να υποστηρίξει τη διοργάνωση του προγράμματος ενημέρωσης σε θέματα αρμοδιότητας του. Να συμμετέχει στις διαδικασίες διαμόρφωσης προδιαγραφών επιλογής των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Να συμμετέχει στην επιτροπή παρακολούθησης του άρθρου 9 της παρούσας απόφασης. ε) Ο Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού αναλαμβάνει: Τη χρηματοδότηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας σύμφωνα με την παρ. 10 της παρούσας. Την υποστήριξη για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων. Τη συμμετοχή στην επιτροπή παρακολούθησης του άρθρου 3 της παρούσας απόφασης. Τη συμμετοχή στις διαδικασίες διαμόρφωσης προδιαγραφών επιλογής των ΟΤΑ. Τη συμμετοχή στην επιτροπή επιλογής των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. στ) Η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος αναλαμβάνει την υποχρέωση: Να συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Να συμμετέχει στην επιτροπή της παρακολούθησης του άρθρου 9 της παρούσας απόφασης. Να παρακολουθεί το έργο της Προγραμματικής Σύμβασης, ζ) Η Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης στα πλαίσια παροχής τεχνικής στήριξης αναλαμβάνει: 1. Την υποστήριξη για την εκτέλεση του ως άνω έργου και ειδικότερα: Τη σύνταξη σχεδίου της αίτησης συμμετοχής του δικαιούχου καθώς και οδηγού για τη συμπλήρωση της αίτησης. Υποστήριξη του δικαιούχου για τη συμπλήρωση της αίτησης συμμετοχής. Μεταξύ των µέσων που θα χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη θα παρέχονται πληροφοριακά στοιχεία για το πρόγραµµα µέσω του Internet. Τη σύνταξη τεχνικών προδιαγραφών του απαιτούμενου εξοπλισμού υποστήριξης για τη φύλαξη των σχολείων. Παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης στους δικαιούχους φορείς. Ενημέρωση - ευαισθητοποίησης των κοινωνικών οµάδων που άµεσα ή έµµεσα ωφελούνται από το πρόγραµµα/ ενημερωτικές συναντήσεις µε σχολικές επιτροπές - συμβούλιο, διοργάνωση ηµερίδων, ανακοινώσεις στον τύπο και στα τοπικά Μ.Μ.Ε. Την κατάρτιση συστήματος κριτηρίων αξιολόγησης των προτάσεων, καθώς και των σχετικών εντύπων αξιολόγησης. Την παροχή τεχνικής υποστήριξης για την εφαρμογή συστήματος αξιολόγησης και ιεράρχησης των προτάσεων, καθώς και την τεχνική υποστήριξη για την τελική επιλογή των προτάσεων µε χρήση Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών. Τη µηχανογραφική επεξεργασία των προτάσεων. Την οικονοµική διαχείριση του προγράμματος. Την τεχνική ηλεκτρονική επεξεργασία για την επιλογή των ανέργων. Τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την επιλογή ανέργων. 2. την υποστήριξη κατά την υλοποίηση των προτάσεων και ειδικότερα: Συµµετοχή στην Επιτροπή Παρακολούθησης του άρθρου 3 παρούσας απόφασης. Εκπαίδευση των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της Ενέργειας. Τη δηµιουργία και εφαρμογή πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου (Δελτίο Προόδου Έργου) για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και την έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων. Την παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα Νομικά Πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου. Παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα εργασιακής εμπειρίας. Σχεδιασμό και παραγωγή των εντύπων, παρακολούθηση των υποχρεώσεων των φυλάκων. Τη διοργάνωση ενημερωτικών συναντήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος. Την παράδοση τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης με την ολοκλήρωση του έργου". Επίσης με την ίδια απόφαση καθορίσθηκαν α)τα μέλη της Επιτροπής Επιλογής των δικαιούχων Ο.Τ.Α. οι οποίοι θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, ο τρόπος συγκλήσεως και συνεδριάσεως της καθώς και της λήψης της απόφασης, β) τα μέλη της Επιτροπής Παρακολούθησης στην οποία ανατέθηκε αα) ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος, ββ) η αρμοδιότητα να αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, για την ακολουθητέα διαδικασία επιλογής των καθώς και για κάθε αναγκαία ενέργεια που κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και γγ) η σύνταξη εκθέσεων ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσής του και η αποστολή τούτων στους εμπλεκόμενους φορείς. Κατά τα αναφερόμενα δε στο άρθρο 10 της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης προσδιορίστηκε το συνολικό κόστος της χρηματοδότησης του προγράμματος και η κάλυψη της από τον ΟΑΕΔ για διάρκεια 11 μηνών και από το Υπουργείο Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για χρονικό διάστημα 13 μηνών. Τέλος στο άρθρο 11 της απόφασης καθορίζονται οι όροι χρηματοδότησης και επί λέξει αναφέρεται: Ο ΟΑΕΔ αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας καταβάλλοντας σε κάθε ασκούμενο ημερησίως το ποσό των 12.000 δραχμών και για 22 ημέρες το μήνα. Με εγκύκλιο της Δ/νσης Οικονομικών του ΟΑΕΔ θα καθοριστούν τα δικαιολογητικά για την πληρωμή των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα καθώς και τη διαδικασία καταβολής των αμοιβών τους και της ασφαλιστικής τους κάλυψης". Εις εκτέλεση της άνω Υπουργικής αποφάσεως καταρτίσθηκαν οι από 09.12.1999 και από 05.1.2000 Προγραμματικές Συμβάσεις μεταξύ των προαναφερόμενων φορέων με τις οποίες συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν τα προμνημονευόμενα στην ανωτέρω Υπουργική Απόφαση, αναφορικά με α) το αντικείμενο της συνεργασίας των συμβαλλομένων μερών συνισταμένου στην πραγματοποίηση του επίμαχου προγράμματος, β) την ισχύ, διάρκεια και χρονοδιάγραμμα της συμβάσεως, γ) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, δ) με τους πόρους και την χρηματοδότηση του προγράμματος, επαναλαμβάνοντας τα προειρημένα στην ανωτέρω Υπουργική Απόφαση περί του ότι στον κάθε άνεργο που συμμετέχει στο πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας θα καταβάλλεται από τον ΟΑΕΔ το ποσό των 12.000 δραχμών ημερησίως και για 22 ημέρες το μήνα, ε) την Επιτροπή Επιλογής των δικαιούχων ΟΤΑ, στ) την Επιτροπή Παρακολούθησης εφαρμογής των όρων των προγραμματικών συμβάσεων και ζ) τους όρους καταγγελίας των συμβάσεων τούτων. Ας σημειωθεί δε ότι, στο προοίμιο των Προγραμματικών Συμβάσεων, όπου διαγράφεται ο στόχος του επίμαχου Προγράμματος αναφέρεται εκτός από τον προέχοντα στόχο αναφορικά με την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και ο στόχος της διερεύνησης των όρων και των προϋποθέσεων εισαγωγής του θεσμού για τη συνεχή φύλαξη σχολικών κτιρίων και της γενικότερης προστασίας τους με εξειδικευμένο προσωπικό. Επίσης με την ως άνω από 5.1.2000 προγραμματική Σύμβαση οι προαναφερόμενοι φορείς συμφώνησαν τη συμμετοχή στο επίμαχο πρόγραμμα επιπλέον των 2700 ανέργων και άλλων 600 ανέργων. Μετά τη σύναψη των ανωτέρω προγραμματικών συμβάσεων καταρτίσθηκε από τους συμβαλλόμενους ως άνω φορείς και το "Κανονιστικό Πλαίσιο Εφαρμογής Προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών κτιρίων" με το οποίο καθορίσθηκαν οι όροι εφαρμογής του προγράμματος, οι συντελεστές του προγράμματος, οι αρμοδιότητες των συντελεστών του προγράμματος, οι πόροι και ο τρόπος χρηματοδότησης, η διοικητική και οικονομική διαχείριση του προγράμματος και το σύστημα παρακολούθησης του προγράμματος. Ειδικότερα στο κείμενο του εν λόγω Κανονιστικού Πλαισίου μεταξύ των άλλων διαλαμβάνονται και οι ακόλουθοι όροι (συμφωνίες): 1) το Πρόγραμμα Απόκτησης Επαγγελματικής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων απευθύνεται σε απόφοιτους Λυκείου ή Εξαταξίου Γυμνασίου ή ισότιμης σχολικής μονάδας, που έχουν γεννηθεί κατά τα έτη 1936 έως και 1975, δηλαδή μεταξύ 25 και 64 ετών, που θα επιλεγούν μετά από δημόσια προκήρυξη εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με το σύστημα επιλογής που δημοσιοποιήθηκε τόσο με την προκήρυξη, όσο και με το τεύχος πληροφοριών το οποίο συνόδευε την προκήρυξη, και θα εφαρµόζεται σε εκατόν σαράντα πέντε (145) Οργανισμούς Αυτοδιοίκησης της χώρας και σε σχολικά κτίρια που θα επιλέξουν οι τελευταίοι (ΟΤΑ), ενώ οι συμμετέχοντες ασκούμενοι ανέρχονται για το σύνολο της χώρας σε 3.300 άτοµα. 2) Οι συμμετέχοντες στο πρόγραµµα θα λαµβάνουν 12.000 δραχµές µικτά για κάθε ηµέρα απόκτησης εργασιακής εµπειρίας και για είκοσι δύο (22) ηµέρες τον µήνα, και θα ασφαλίζονται στο ΙΚΑ µόνο για τον κλάδο παροχών ασθένειας σε είδος και κατά του κινδύνου ατυχήµατος. 3) Η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και χώρων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση, σε τρεις (3) οκτάωρες βάρδιες (και Σαββατοκύριακο και Αργίες) και δη: η πρώτη βάρδια από 07.00 έως 15.00 µµ, η δεύτερη βάρδια από 15.00 έως 11.00 µµ, και η τρίτη βάρδια από 11.00 µµ έως 07.00 µµ και οι εν λόγω βάρδιες θα ισχύουν για όλους τους ΟΤΑ και για όλα τα σχολικά κτίρια, ενώ ο κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος, σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο. 4) Με σκοπό τη διευκρίνιση των επιµέρους όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής του Προγράμματος ανά ΟΤΑ θα υπογραφεί Συμφωνητικό Συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας στα πλαίσια του προγράμματος ανάµεσα στον ΟΤΑ την ΕΕΤΑΑ και τους ασκούμενους του ΟΤΑ, όπου θα αναφέρονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώµατα καθενός από τα συμβαλλόμενα µέρη. 5) Οι βασικοί συντελεστές του προγράμματος είναι α) τα μέρη του Εταιρικού Σχήματος του Προγράμματος (δηλαδή οι προαναφερόμενοι συμβληθέντες φορείς στις προγραμματικές συμβάσεις) β) οι δικαιούχοι ΟΤΑ για την εφαρμογή του Προγράμματος σε σχολικά κτίρια της περιοχής ευθύνης τους και γ) οι επιλεγέντες στο Πρόγραμμα απόκτησης Επαγγελματικής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη Σχολικών Κτιρίων, 6) Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των Συντελεστών του Προγράμματος είναι: Α) Η συγκρότηση από το Εταιρικό Σχήμα του Προγράμματος (ήτοι τους ως άνω συμβαλλόμενους φορείς) της Επιτροπής Παρακολούθησης του Προγράμματος αποτελούμενη από τους εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος, έχουσα ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου, καθώς και για τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις Προγραμματικές Συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που ανακύπτουν από αυτήν. Β) Η Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), που είναι φορέας υλοποίησης του έργου στο πλαίσιο των Προγραμματικών Συμβάσεων είναι υπεύθυνη για τις ενέργειες που διαλαμβάνονται στην Υπουργική Απόφαση και αναλυτικώς παρατίθενται παραπάνω, Γ) Οι δικαιούχοι στο Πρόγραμμα ΟΤΑ είναι οι φορείς υποδοχής - εφαρμογής του πιλοτικού Προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και ο ρόλος τους στο Πρόγραμμα και οι προϋποθέσεις για την γενικευμένη εισαγωγή του θεσμού στα σχολεία, και ο ρόλος τους στο Πρόγραμμα είναι ιδιαίτερα σημαντικός γιατί με την ενεργό συμμετοχή τους θα διερευνηθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη γενικευμένη εισαγωγή του θεσμού στα σχολεία παράλληλα με τη γενικότερη προστασία τους. Οι δικαιούχοι ΟΤΑ οφείλουν: α) Να επιμεληθούν την επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και υποχρεώνονται να τα κοινοποιήσουν εγγράφως στην ΕΕΤΑΑ. β) Να κατανείμουν τους ασκούμενους στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια. γ) Να προμηθευτούν τον απαραίτητο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τα διαθέσουν στους ασκούμενους, δ) Να αναπτύξουν και εφαρμόσουν ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται (άμεσα ή έμμεσα) από το Πρόγραμμα. Το πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην Ε.Ε.Τ.Α.Α, πριν την έναρξη εφαρμογής του. ε) Να επιμεληθούν της οργάνωσης και του συντονισμού για να πραγματοποιήσουν τις προβλεπόμενες επιμορφωτικές συναντήσεις για τους ασκούμενους, στο πλαίσιο των προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ και με την συνεργασία της. στ) Να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να διανεμηθεί στους ασκούμενους το εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό των ενεργειών ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης, που θα τους αποσταλεί από την ΕΕΤΑΑ. ζ) Να συνυπογράψουν τη σύμβαση μεταξύ ΟΤΑ - Ασκουμένων στον ΟΤΑ και ΕΕΤΑΑ, η) Να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου, μετά τις επιμορφωτικές συναντήσεις, οι ασκούμενοι να τοποθετηθούν στα συγκεκριμένα σχολικά κτίρια στα οποία έχουν κατανεμηθεί, σύμφωνα με προδιαγραφές που τίθενται στο Εγχειρίδιο Εφαρμογής του Προγράμματος. θ) Να διανείμουν στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια και στους ασκούμενους τον απαραίτητο εξοπλισμό τους. ι) Να διενεργούν τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες. Επίσης ο ΟΤΑ, στο πλαίσιο της συµµετοχή στο Πρόγραμμα, ορίζει ένα µέλος του Δηµοτικού του Συµβουλίου και ένα στέλεχος του, οι οποίοι θα επιφορτισθούν µε την ευθύνη εφαρμογής και παρακολούθησης του Προγράμματος στον Ο.Τ.Α. Εκ τούτων, το µεν µέλος του Δηµοτικού Συµβουλίου αποτελεί τον εκπρόσωπο του ΟΤΑ στο Πρόγραµµα και έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής του στον ΟΤΑ και δη είναι υπεύθυνο για να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου ο ΟΤΑ να προμηθευτεί τον απαραίτητο εξοπλισµό, σύµφωνα µε τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος, να οριστικοποιήσει και γνωστοποιήσει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. το πρόγραµµα δράσης των ενεργειών ενημέρωσης ευαισθητοποίησης καθώς και των επιμορφωτικών συναντήσεων των ασκουμένων στον ΟΤΑ, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου, µετά τις επιμορφωτικές συναντήσεις, οι ασκούμενοι να τοποθετηθούν στα συγκεκριμένα σχολικά κτήρια στα οποία έχουν κατανεµηθεί, σύµφωνα µε τις προδιαγραφές που τίθενται στο Εγχειρίδιο Εφαρμογής του Προγράμματος, το δε ο στέλεχος του Ο.Τ.Α. είναι επιφορτισμένο µε τον συντονισµό, την παρακολούθηση και την οργανωτική υποστήριξη του προγράμματος στα πλαίσια συνεργασίας µε τον φορέα υλοποίησης του Προγράμματος, δηλαδή την ΕΕΤΑΑ. Συγκεκριμένα είναι υπεύθυνο για τα ακόλουθα: α) Να οργανώσει τις απαραίτητες συναντήσεις εργασίας για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών οµάδων που ωφελούνται (άµεσα ή έµµεσα) από το Πρόγραµµα. Το πρόγραµµα δράσης των συγκεκριμένων συναντήσεων θα πρέπει να κοινοποιήσει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α, πριν την έναρξη εφαρμογής του, β) Να συντονίσει, οργανώσει και υλοποιήσει τις προβλεπόμενες επιμορφωτικές συναντήσεις για τους ασκούμενους, στο πλαίσιο των προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ και με την συνεργασία της και να αποστείλει στην τελευταία εντός μιας εβδομάδας από την ολοκλήρωση της επιμορφωτικής συνάντησης πλήρως συμπληρωμένο το Ημερήσιο Δελτίο Συμβάντων - Παρουσιών Ασκουμένων (Έντυπο 1) μαζί με τον Πίνακα Στοιχείων Ασκουμένων. γ) Να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να διανεμηθεί το εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό των ενεργειών ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης, που θα τους αποσταλεί από την ΕΕΤΑΑ, στους εμπλεκόμενους φορείς και τις κοινωνικές ομάδες που ωφελούνται από το Πρόγραμμα και στους ασκούμενους αντίστοιχα, δ) Να διανείμει στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια και στους ασκούμενους τον απαραίτητο εξοπλισμό τους. ε) Να αποστέλλει στην ΕΕΤΑΑ δίμηνο προγραμματισμό των βαρδιών που θα ακολουθήσει ανά σχολικό κτίριο όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν, στ) Να συγκεντρώνει καθημερινά τα Ημερήσια Δελτία Συμβάντων - Παρουσιών, τα οποία συμπληρώνει κάθε ασκούμενος στη βάρδια του και αυτά είναι υποχρεωμένος να τηρεί σε φυσικό αρχείο στον ΟΤΑ καθ' όλη τη διάρκεια του Προγράμματος και να είναι οποτεδήποτε διαθέσιμα στον φορέα υλοποίησης του Προγράμματος, δηλαδή την ΕΕΤΑΑ και θα συμπληρώνει σύμφωνα με τα Ημερήσια Δελτίο το Μηνιαίο Δελτίο Παρουσίας Ασκουμένων το οποίο θα υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο του ΟΤΑ (το Δήμαρχο) και θα αποστέλλεται εντός 5 ηµερών από τη λήξη τού κάθε δίµηνου στο αρµόδιο στέλεχος της ΕΕΤΑΑ και θα αποτελεί το παραστατικό σύµφωνα µε το οποίο πιστοποιείται η παρουσία των ασκουμένων στα σχολικά κτίρια σε µηνιαία βάση και µε βάση αυτό το οποίο απαραιτήτως πρέπει να έχει την υπογραφή του νόµιµου εκπροσώπου του ΟΤΑ και την σφραγίδα του ΟΤΑ, θα καταβάλλεται το εκπαιδευτικό επίδοµα στους ασκούμενους, ζ) Να έχει τακτική επικοινωνία τόσο µε το Διευθυντή του Σχολείου για την ορθή εφαρμογή του Προγράμματος και την επισήμανση περιστατικών που έχουν σχέση µε την συμπεριφορά των ασκουμένων, όσο και µε τους ασκούμενους, προκειμένου να επιλύονται τυχόν προβλήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο εφαρμογής του Προγράμματος. Δ) Οι επιλεγέντες στο Πρόγραµµα Απόκτησης Επαγγελµατικής Εµπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων, ήτοι οι ασκούμενοι µεταξύ άλλων: α) δεν µπορούν ταυτόχρονα µε τη συµµετοχή τους στο συγκεκριμένο Πρόγραµµα, να απασχολούνται παράλληλα µε οποιαδήποτε άλλη σχέση εργασίας ή έργου και να συμμετέχουν παράλληλα σε άλλο επιδοτούμενο ή µη πρόγραµµα κατάρτισης και απασχόλησης. β) οφείλουν για κάθε ζήτηµα που αφορά τα καθήκοντα τους να τηρούν όσα αναφέρονται στο καθηκοντολόγιο που αναφέρει τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα που έχουν συμμετέχοντας στο Πρόγραµµα. γ) οφείλουν να τηρούν το δίµηνο προγραμματισμό των βαρδιών που θα ορίζονται και θα κοινοποιούνται σε αυτούς από το αρµόδιο στέλεχος του ΟΤΑ επακριβώς και χωρίς καµία απόκλιση από τον συγκεκριμένο προγραμματισμό, δ) οφείλουν για κάθε ζήτημα που αφορά τα καθήκοντα τους να ενημερώνουν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του σχολείου τον Διευθυντή του σχολείου και για θέματα που σχετίζονται με την τέλεση των καθηκόντων τους στις περιπτώσεις που το σχολείο δεν βρίσκεται σε λειτουργία (καλοκαίρι, αργίες κ.λπ.), καθώς και για θέματα που αφορούν γενικά τη συμμετοχή τους στο Πρόγραμμα να αναφέρονται στο αρμόδιο στέλεχος του ΟΤΑ. ε) κατά την άφιξη και την αποχώρησή τους από το σχολείο υπογράφουν και εφ' όσον χρειάζεται, συμπληρώνουν το σχετικό Ημερήσιο Δελτίο Συμβάντων, το οποίο τηρείται σε κάθε σχολείο σε προκαθορισμένη θέση μετά από συνεννόηση με τον Διευθυντή του Σχολείου και το αρμόδιο στέλεχος του ΟΤΑ. στ) οφείλουν σε περίπτωση που ο αντικαταστάτης τους της επόμενης βάρδιας δεν προσέλθει στην ώρα του να παραμείνουν στη σχολική μονάδα και να ενημερώσουν αρχικά τον αρμόδιο υπάλληλο του ΟΤΑ και μετέπειτα τον Διευθυντή του Σχολείου και να ενεργούν σύμφωνα με τις υποδείξεις τους. ζ) Σε περίπτωση που ο ασκούμενος δεν ακολουθεί τις υποδείξεις του ΟΤΑ και της ΕΕΤΑΑ, ο ΟΤΑ αναφέρει με έγγραφο του το γεγονός στην Επιτροπή Παρακολούθησης για την αντιμετώπιση του προβλήματος και τη λήψη μέτρων. η) Η αποζημίωση που αντιστοιχεί για κάθε ημέρα απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας είναι 12.000 (μικτά) ανά ασκούμενο και δεν διαφοροποιείται εάν οι ώρες είναι απογευματινές ή βραδινές, ακόμη όταν οι ημέρες είναι αργίες ή Σάββατο ή Κυριακή. Η καταβαλλόμενη αποζημίωση αντιστοιχεί στις ημέρες απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο Πρόγραμμα. θ) Επιτρέπεται η απουσία των εγκύων ασκουμένων για 53 ημερολογιακές ημέρες πριν τον τοκετού και 53 ημέρες μετέπειτα. Καθ' όλη την διάρκεια απουσίας από το Πρόγραμμα λόγω της κυήσεως ή της λοχείας δεν καταβάλλεται το εκπαιδευτικό επίδομα που αντιστοιχεί στις συγκεκριμένες ημέρες, ι) Ο ασκούμενος μπορεί να απουσιάσει δικαιολογημένα χωρίς να του καταβάλλεται αποζημίωση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για χρονικό διάστημα συνολικής διάρκειας εικοσιπέντε (25) ημερών, ια) Η αποζημίωση θα καταβάλλεται από την ΕΕΤΑΑ μέσω της Εθνικής Τράπεζας, στους ασκούμενους ανά δίμηνο και εφ' όσον ο ΟΤΑ έχει αποστείλει τα απαραίτητα στοιχεία στην ΕΕΤΑΑ, ιβ) Οι ασκούμενοι ασφαλίζονται στο ΙΚΑ μόνο για τον κλάδο παροχών ασθένειας κινδύνου κατά είδος του και ατυχήματος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για τις καλύψεις που προβλέπονται από αυτή (Ν. 2458/97 και Ν. 2874/2000), ιγ) Στο πλαίσιο του Προγράμματος, δεν προβλέπονται δαπάνες μετακίνησης και διατροφής για τους ασκούμενους. 7) Οι πόροι για την πραγματοποίηση του έργου είναι αμιγώς εθνικοί πόροι και προέρχονται από το Υπουργείο Εσωτερικών, Διοίκησης και Δημόσιας Αποκέντρωσης, τον Οργανισμό Ανάπτυξης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και τον Λογαριασμό για την Απασχόληση και την Επαγγελματική Κατάρτιση (ΛΑΕΚ), ενώ η Ε.Ε.Τ.Α.Α., ως φορέας υλοποίησης και Οικονομικής διαχείρισης του έργου, υποχρεούται να καταβάλλει στους ασκούμενους στο Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων το ποσό των 12.000 μικτά δραχμών ημερησίως για 22 ημέρες κάθε μήνα για κάθε συμμετέχοντα από τους 3.300 στο Πρόγραµµα. Η καταβολή της αποζημίωσης στους ασκούμενους θα πραγματοποιείται εφόσον προηγουμένως ο ΟΤΑ εκπληρώνει τη συμβατική υποχρέωση του προς τον φορέα υλοποίησης του έργου, δηλαδή την ΕΕΤΑΑ και η οποία είναι η ορθή συµπλήρωση των Μηνιαίων Εντύπων Παρουσίας των Ασκουμένων και η έγκαιρη αποστολή τους. Η πληρωµή της αποζημίωσης των ασκουμένων (ήτοι ανά ηµέρα είναι 12.000 δραχµές µικτά, όπως προβλέπεται από τα συμφωνητικά συνεργασίας που θα υπογράψει ο ασκούμενος), γίνεται µε κατάθεση σε αντίστοιχο λογαριασµό της Εθνικής Τράπεζας του ασκούμενου, µετά την ολοκλήρωση ενός διµήνου απόκτησης εργασιακής εµπειρίας. 8) Αναφορικά µε το Σύστηµα Παρακολούθησης Προγράμματος καθορίσθηκαν τα εξής: α) Η παρακολούθηση της πορείας υλοποίησης του Προγράμματος απόκτησης επαγγελµατικής εµπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων πραγματοποιείται από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και από εκπροσώπους τους οποίους ορίζει η Επιτροπή. β) Η επιτροπή συνεδριάζει µια φορά κάθε δύο µήνες ή οποτεδήποτε ζητηθεί από οποιοδήποτε µέλος αυτής και συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού και γ) Η Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος έχει, επίσης, το δικαίωµα να διεξάγει επιτόπιους ελέγχους, όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο, να έχει άµεση και αναλυτική ενημέρωση για όποιο θέµα θεωρήσει σκόπιµο ότι πρέπει να τεθεί υπόψη της, να προβεί σε οποιεσδήποτε τροποποιήσεις και µεταβολές στα δεδοµένα όλων των ενεργειών του Προγράμματος, εφ' όσον κρίνει αυτό απαραίτητο και σκόπιμο για την επίτευξη του σκοπού του. Επίσης επιτόπιους ελέγχους διενεργεί: α) η ΕΕΤΑΑ όποτε κρίνει ότι είναι απαραίτητο και κυρίως για να διαπιστώνει αφενός εάν υλοποιείται το Πρόγραμμα κανονικά από τους δικαιούχους ΟΤΑ, δηλαδή σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του εταιρικού σχήματος και αφετέρου εάν οι ασκούμενοι ενεργούν σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση τους και εάν τους αποδίδονται τα όσα αναφέρονται σχετικά με τα δικαιώματα τους. β) ο εντεταλμένος υπάλληλος του ΟΤΑ ή το αιρετό μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου που έχει αναλάβει την υποστήριξη του Προγράμματος, καθ' όλη τη διάρκεια της 24ωρου φύλαξης της σχολικής μονάδας και κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ο ελεγκτής αναφέρει εγγράφως στην ΕΕΤΑΑ τυχόν πρόβλημα που διαπιστώνει (απουσία φύλακα, πλημμελής φύλαξη, άλλος φύλακας αντί του προβλεπόμενου κ.λπ.). Εφόσον δε διαπιστωθεί πρόβλημα τότε απαραιτήτως θα αναγράφεται στην Έκθεση Ελέγχου ποια σχολική μονάδα αφορά ο έλεγχος και σε ποιον ΟΤΑ και 9) Η Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος έχει το δικαίωμα με απόφαση της να τροποποιήσει τους όρους του παρόντος κανονιστικού πλαισίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, επιλέχθηκαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 των ως άνω Προγραμματικών Συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι Ο.Τ.Α. που θα συμμετείχαν στο Πρόγραμμα, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο εκκαλών - εναγόμενος Δήμος Πολίχνης. Επίσης δημοσιεύθηκε στον Τύπο με πρωτοβουλία της Ε.Ε.Τ.Α.Α. η σχετική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη συμμετοχή στο "Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων" και περατώθηκε και η διαδικασία επιλογής των ασκούμενων - φυλάκων που θα παρακολουθούσαν το Πρόγραµµα, µεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες, που ήταν άνεργοι. Κατόπιν κατά τα οριζόμενα στο ως άνω Κανονιστικό Πλαίσιο καταρτίσθηκαν µεταξύ της Ε.Ε.Τ.Α.Α. του εκκαλούντος - εναγοµένου Δήµου Πολίχνης και των εναγόντων - εφεσιβλήτων τα συμφωνητικά συνεργασίας. Συγκεκριμένα υπογράφηκε το "Συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας στα πλαίσια του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εµπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων" στις 12.02.2001 µεταξύ της Ε.Ε.Τ.Α.Α., του εκκαλούντος - εναγοµένου Δήµου Πολίχνης και της 1ης, 4ης, 5ης και 6ου εκ των εναγόντων - εφεσιβλήτων καθώς και στις 09.03.2001 µεταξύ της Ε.Ε.Τ.Α.Α., του εκκαλούντος - εναγοµένου Δήµου Πολίχνης και της 2ης και 3ης των εναγόντων - εφεσιβλήτων. Κατά τα διαλαμβανόμενα δε σ' αυτά, συμφωνήθηκε να συμμετέχουν οι ενάγοντες αποκαλούμενοι "ασκούμενοι - φύλακες" στο επίµαχο Πρόγραµµα, συνολικής διάρκειας 11 µηνών, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να παρακολουθήσουν τούτο, οι δε Ε.Ε.Τ.Α.Α., και Δήµος Πολίχνης ανέλαβαν την υποχρέωση να εκπληρώσουν τις προβλεπόμενες προβλέψεις του Προγράμματος, σύµφωνα µε τους περιεχομένους στο συμφωνητικό όρους και προϋποθέσεις και στο προειρημένο Κανονιστικό Πλαίσιο Εφαρμογής του Προγράμματος, που αποτελεί αναπόσπαστο µέρος του εν λόγω συμφωνητικού. Όλοι οι όροι δε που αποτέλεσαν αντικείµενο της σύµβασης και διαλαμβάνονται στο περιεχόμενο αυτής, αναφορικά με τις προϋποθέσεις εκτελέσεώς της, τις αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις για καθένα συμβαλλόμενο μέρος - συντελεστή του προγράμματος, το ύψος του εκπαιδευτικού επιδόματος των ασκουμένων, τις ημέρες και ώρες απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας, και τις καθοριζόμενες τρεις βάρδιες ανά 24ώρο, είναι οι ίδιοι που είχαν αναπτυχθεί και διατυπωθεί στην προαναφερόμενη υπουργική απόφαση, τις προγραμματικές συμβάσεις και στο Κανονιστικό Πλαίσιο Εφαρμογής του Προγράμματος, και εκτενώς παρατίθενται παραπάνω. Εκ των συμφωνηθέντων όρων κρίνεται εν προκειμένω σκόπιμο να γίνει ειδικότερη μνεία του όρου της αμοιβής και του τρόπου πληρωμής των ασκουμένων φυλάκων που διατυπώνεται στο άρθρο 4 των άνω συμφωνητικών ως εξής: "1. Η Ε.Ε.Τ.Α.Α. καταβάλλει στον καθένα ασκούμενο- φύλακα αποζημίωση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για τη συμμετοχή του στο Πρόγραμμα, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των δύο εκατομμυρίων εννιακοσίων τεσσάρων χιλιάδων(2.904.000) δραχμών (12.000 δρχ. Χ 22 ημέρες Χ 11 μήνες), τούτου μη διαφοροποιημένου στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών κατά την απογευματινή ή βραδινή βάρδια ή κατά τις μέρες αργιών. Η καταβολή της παραπάνω αποζημίωσης και υπό την προϋπόθεση της έγκαιρης καταβολής στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. της χρηματοδότησης σε αυτήν που προβλέπεται στο άρθρο 4 των προαναφερθεισών Προγραμματικών Συμβάσεων, γίνεται τμηματικά (στο τέλος κάθε διμήνου) και μετά από την παράδοση στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. από τον Δήμο των συγκεντρωτικών εντύπων που βεβαιώνουν τους ακριβείς χρόνους υπηρεσίας των φυλάκων. Από το αντίστοιχο ποσό αφαιρούνται οι εκάστοτε προβλεπόμενες κρατήσεις. 2. Συμφωνείται ρητά με την παρούσα, ότι για κάθε μέρα απουσίας από τις φάσεις εφαρμογής του Προγράμματος, πιστοποιούμενης από τα δελτία συμβάντων και τα σχετικά συγκεντρωτικά έντυπα που αποστέλλονται στην Ε.Ε.Τ.Α.Α., θα παρακρατείται από τον υποψήφιο η αντίστοιχη αποζημίωση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας. 3. Η ως άνω αποζημίωση θα καταβάλλεται στους ασκούμενους φύλακες από την Ε.Ε.Τ.Α.Α. μέσω της Εθνικής Τράπεζας ανά δίμηνο, και εφόσον ο Δήμος έχει αποστείλει τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 3 Β β του παρόντος. Προς το σκοπό αυτό οι ασκούμενοι φύλακες υποχρεούνται να εκδώσουν βιβλιάριο ταμιευτηρίου τραπεζικού λογαριασμού της Εθνικής Τράπεζας και μόνον αυτής". Εκτός όμως από τους ως άνω όρους οι οποίοι, κατά τα προειρημένα, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συναλλαγής μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων, προβλέφθηκαν στο άρθρο 5 των συμφωνητικών, και οι όροι έκπτωσης των ασκουμένων - φυλάκων εκ του Προγράμματος και δη: "Ρητά ορίζεται ότι: α. Αν κάποιος από τους ασκούμενους φύλακες δεν συμμετάσχει ανελλιπώς στο Πρόγραμμα και πάντως απουσιάσει αδικαιολόγητα από αυτό πέραν των 25 ημερών, β. ή αποχωρήσει για οποιοδήποτε λόγο από το Πρόγραμμα, γ. ή δεν τηρήσει προσηκόντως όλους του όρους της παρούσας καθώς και τις ειδικότερες προβλέψεις του "Καθηκοντολογίου" που θεωρούνται όλοι ουσιώδεις εκπίπτει από το Πρόγραμμα. Στην περίπτωση αυτή δεν χορηγείται στον έκπτωτο η προβλεπόμενη στο άρθρο 3.7 της παρούσας "Βεβαίωση Απόκτησης Εργασιακής Εµπειρίας", χωρίς όµως ταυτόχρονα να ορίζεται και το συμβαλλόμενο µέρος που έχει την αρμοδιότητα για την κήρυξη εκπτώτου του ασκούμενου. Εις εκτέλεση των ως άνω συμφωνητικών εργασίας και προς υλοποίηση του επίµαχου πιλοτικού Προγράμματος, οι ενάγοντες ύστερα από την παρακολούθηση επιμορφωτικού σεμιναρίου τοποθετήθηκαν από τον εκκαλούντα Δήµο Πολίχνης σε σχολικά κτίρια που ανήκουν στην περιοχή της αρμοδιότητας του και συγκεκριμένα η 1η και η 3η ενάγουσα - εφεσίβλητη στο 4° Γυµνάσιο - 3° Λύκειο Πολίχνης, η 2η και ο 6ος στο 1ο Γυμνάσιο - 1ο Λύκειο Πολίχνης και η 4η και 5η στο 3° Γυµνάσιο - 1ο Τ.Ε.Ε Πολίχνης. Καθ' όλη τη χρονική διάρκεια της λειτουργίας των ως άνω συµβάσεων συνεργασίας, ο καθένας συμβαλλόμενος εκτέλεσε τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις του, εντός του πλαισίου του επίµαχου Προγράμματος και προς υλοποίηση τούτου. Μετά την πάροδο του χρόνου διαρκείας των ως άνω συμφωνητικών, παρατάθηκε η διάρκειά των µέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, µε αλλεπάλληλα συμφωνητικά συνεργασίας, που υπογράφηκαν µεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, (εκτός από την 1η ενάγουσα που αποχώρησε στις 11.02.2003), τα οποία είχαν πανομοιότυπο περιεχόµενο µε τα ανωτέρω αρχικά συμφωνητικά. Η παράταση των συμφωνητικών κατέστη εφικτή λόγω της καταρτίσεως των από 16.07.2003, 17.04.2004 και 30.07.2004 νέων προγραμματικών συµβάσεων µεταξύ του Υ.Π.Ε.Σ.Σ.Δ.Α., της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε και της Ε.Ε.Τ.Α.Α. µε τις οποίες οι εν λόγω φορείς συμφώνησαν τη συνέχιση του επίµαχου πιλοτικού Προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, με τους ισχύοντες όρους και κανόνες των προγραμματικών συµβάσεων, τους ίδιους επιλεγέντες ΟΤΑ., τους ήδη συμμετέχοντες ασκούμενους και µε την εξ ολοκλήρου χρηματοδότηση από το Υ.Π.Ε.Σ.Σ.Δ.Α. Καθ' όλη δε τη χρονική διάρκεια του επίµαχου προγράμματος, οι ενάγοντες - ασκούμενοι εκτελούσαν τις συμβατικές των υποχρεώσεις συνιστάμενες στην επαγγελµατική των κατάρτιση και απόκτηση εργασιακής εµπειρίας φύλαξης των ανωτέρω σχολικών κτιρίων, ενώ σύµφωνα µε την ως άνω ακολουθητέα διαδικασία η Ε.Ε.Τ.Α.Α. τους κατέβαλε το ως άνω συμφωνηθέν εκπαιδευτικό επίδοµα των 12.000 δραχµών µέχρι 31.12.2001 και έκτοτε 35,22 ευρώ - ανά ηµέρα κατάρτισης για 22 ηµέρες τον µήνα και για 11 µήνες το έτος, χωρίς να διαφοροποιηθεί το ύψος τούτου στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών κατά την απογευματινή ή βραδινή βάρδια ή κατά τις µέρες αργιών και χωρίς την καταβολή δώρων εορτών, επιδόματος άδειας και άδειας. Επίσης ο εκκαλών - εναγόμενος Δήµος Πολίχνης, καθ' όλη τη διάρκεια των συμφωνητικών συνεργασίας, εκτελούσε αποκλειστικά και µόνον τις λεπτομερώς αναφερόµενες παραπάνω υποχρεώσεις του τις οποίες είχε αναλάβει µε τα επίδικα συμφωνητικά συνεργασίας καθώς και εκείνες που οριζόταν στο άνω Κανονιστικό Πλαίσιο Εφαρμογής του Προγράμματος, που, κατά τα προειρημένα αποτελούσε αναπόσπαστο µέρος των συμφωνητικών χωρίς περαιτέρω να αναλάβει γραπτώς ή προφορικώς ουδεµία άλλη υποχρέωση έναντι των εναγόντων - ασκουμένων φυλάκων. Άλλωστε οι όροι των συµβάσεων αναφορικά με τις αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κάθε συντελεστή του Προγράμματος, το χρόνο (διάρκεια Προγράμματος, ημέρες απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας, ωράριο, βάρδιες), τον τόπο (σχολικές μονάδες), τον τρόπο παρακολούθησης εκ μέρους των ασκουμένων -φυλάκων του επίμαχου Προγράμματος καθώς και το ύψος του άνω εκπαιδευτικού επιδόματος, ήταν, όπως προεκτέθηκε, απολύτως προκαθορισμένοι, επακριβώς προσδιορισμένοι και δεσμευτικοί για όλους ανεξαρτήτως τους συμμετέχοντες στο επίμαχο Πρόγραμμα και αποτελούσαν το προπαρατιθέμενο ταυτόσημο περιεχόμενο της Υπουργικής Απόφασης, των Προγραμματικών Συμβάσεων των ανωτέρω συνεργαζομένων και συμβαλλομένων φορέων, του Κανονιστικού Πλαισίου Εφαρμογής του επίμαχου Προγράμματος. Έτσι οι εξουσίες και τα δικαιώματα του εκκαλούντος Δήμου, κατά την εκτέλεση των επιδίκων συμβάσεων συνεργασίας, έναντι των ασκουμένων - εναγόντων, περιορίσθηκαν αποκλειστικά και μόνον στην εκπλήρωση των αναλυτικώς παραπάνω αναφερόμενων υποχρεώσεών του και δη: στον προσδιορισμό του συγκεκριμένου σχολικού κτιρίου στο οποίο τοποθετήθηκε ο καθένας εκ των εναγόντων, στην χορήγηση σ' αυτούς του αποσταλέντος από την ΕΕΤΑΑ απαραίτητου εξοπλισμού, εκπαιδευτικού και υποστηρικτικού υλικού, στο συντονισμό, οργάνωση και υλοποίηση των προβλεπομένων επιμορφωτικών συναντήσεων για τους ασκούμενους με τη συνεργασία της ΕΕΤΑΑ, στη αποστολή προς την ΕΕΤΑΑ του δίμηνου προγραμματισμού των βαρδιών ανά σχολικό κτίριο με το ονοματεπώνυμο των εναγόντων - ασκουμένων και τις βάρδιες που θα τηρούσαν, στην κατάρτιση του Μηνιαίου Δελτίου Παρουσίας Ασκουμένων με βάση τα Ημερήσια Δελτία Συμβάντων -Παρουσιών, τα οποία συμπλήρωναν οι ενάγοντες και στην αποστολή τούτου προς την ΕΕΤΑΑ για την καταβολή απ' αυτήν του εκπαιδευτικού επιδόματος στους ενάγοντες, στη διενέργεια τακτικών ελέγχων για να διαπιστωθεί η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες, και στην τακτική επικοινωνία τόσο με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του Προγράμματος όσο και με τους ασκούμενους προς επίλυση προβλημάτων που τυχόν ανέκυπταν στο πλαίσιο εφαρμογής του Προγράμματος. Όμως πρέπει να επισημανθεί ότι, δεν είχε ανατεθεί αποκλειστικά και μόνον στον εκκαλούντα Δήμο το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας των εναγόντων κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεων τους που απέρρεαν από τα επίμαχα συμφωνητικά συνεργασίας, αλλά παραλλήλως ανατέθηκε το εν λόγω δικαίωμα και στην Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος, καθώς και στην ΕΕΤΑΑ, όπως τούτο ρητά αναφέρεται στο προπαρατιθέμενο Σύστημα Παρακολούθησης Προγράμματος που διαλαμβάνεται στο Κανονιστικό Πλαίσιο Εφαρμογής Προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων. Άλλωστε, οι προαναφερόμενοι όροι του ως άνω Κανονιστικού Πλαισίου, παρείxαν μεν και στον εκκαλούντα Δήμο το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας των ασκουμένων φυλάκων, αλλά μόνον προς διαπίστωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους τούτων και μνεία αυτής στην Έκθεση Ελέγχου και αποστολή έγγραφης αναφοράς προς την ΕΕΤΑΑ, χωρίς δηλαδή να παρέχεται στο Δήμο και η δυνατότητα καταγγελίας της συμβάσεως ή εκπτώσεως εκ του προγράμματος σε περίπτωση που το αρμόδιο όργανο του κατά τη διάρκεια του απουσία του ή την πλημμελή φύλαξη κ.λπ. Επιπροσθέτως πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους των επίμαχων συμφωνητικών συνεργασίας οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση όχι μόνο να δέχονται τον έλεγχο και την εποπτεία του Δήμου, της Επιτροπής Παρακολούθησης του Προγράμματος, καθώς και της ΕΕΤΑΑ, αλλά και να ενεργούν σύμφωνα και με τις υποδείξεις του Διευθυντή του σχολείου, στο οποίο εκτελούσαν τα καθήκοντα της φύλαξης, στην περίπτωση κατά την οποία ο αντικαταστάτης τους της επόμενης βάρδιας δεν είχε προσέλθει στην ώρα του. Επίσης κατά τα οριζόμενα στη σύμβαση οι ασκούμενοι - ενάγοντες είχαν υποχρέωση για κάθε ζήτημα που αφορούσε τα καθήκοντα τους και ανέκυπτε κατά τη διάρκεια λειτουργία του σχολείου να ενημερώσουν μόνο το Διευθυντή του σχολείου και όχι το αρμόδιο στέλεχος του Δήμου, το οποίο ενημέρωναν για τα άνω ζητήματα, μόνον στην περίπτωση που δεν λειτουργούσε το σχολείο (καλοκαίρι, αργίες κ.λπ.). Ενόψει τούτων καθίσταται φανερό ότι στην εκτέλεση των καθηκόντων τους προέβαιναν οι ενάγοντες με βάση τους όρους και τις προϋποθέσεις του επίμαχου Προγράμματος που συμπεριελήφθηκαν μεν στις επίδικες συμβάσεις όπως όμως διαγράφονται στην Υπουργική Απόφαση, στις Προγραμματικές Συμβάσεις, στο Κανονιστικό πλαίσιο, και μάλιστα όχι μόνον δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ τούτων και του εναγομένου Δήμου, ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος εκτέλεσης των καθηκόντων φύλαξης και το αντάλλαγμα γι' αυτήν, οι λόγοι καταγγελίας της συμβάσεως λόγω μη προσήκουσας εκτέλεσης των υποχρεώσεών τους και μη συμμορφώσεως προς τις εντολές και οδηγίες του Δήμου, αλλά οι ενάγοντες δεν υπόκειντο αποκλειστικά και μόνον στον έλεγχο και την εποπτεία του εναγομένου Δήμου ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων τους και ο τελευταίος δεν είχε δικαίωμα να παράσχει δεσμευτικές για τους ενάγοντες εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Το γεγονός δε ότι ο Δήμος Πολίχνης είχε, κατά τα προαναφερόμενα, την υποχρέωση να προβεί στην επιλογή των συγκεκριμένων σχολικών κτιρίων και στην κατανομή σ' αυτά των εναγόντων, να διενεργεί παραλλήλως με τους προαναφερόμενους φορείς, τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας των εναγόντων στις βάρδιές τους, να συμπληρώνει και να αποστέλλει τα Μηνιαία Δελτία Παρουσίας Ασκουμένων στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. για να καταβληθεί από την τελευταία το εκπαιδευτικό επίδομα, να χορηγεί τον αποσταλέντα από την τελευταία εξοπλισμό, εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό προς τους ενάγοντες και να επιμελείται με τη συνεργασία και της Ε.Ε.Τ.Α.Α και στο πλαίσιο των προδιαγραφών αυτής, την οργάνωση και το συντονισμό των επιμορφωτικών συναντήσεων για τους ασκούμενους, δεν αποδεικνύει ενέργειες από το Δήμο σε ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος, λόγω της φύσεως και του είδους ανωτέρω ενεργειών, που δεν διαφοροποιούν εκτέλεση των καθηκόντων φύλαξης εκ μέρους των εναγόντων. Εξάλλου, η υπογραφή στα πλαίσια του επίµαχου Προγράμματος των επιδίκων συμφωνητικών συνεργασίας μεταξύ των βασικών συντελεστών τούτου, ήτοι της ΕΕΤΑΑ, του επιλεγέντος εναγομένου Δήμου ως δικαιούχου για την εφαρμογή του Προγράμματος σε σχολικά κτίρια της περιοχής ευθύνης του και των επιλεγέντων εναγόντων - ανέργων, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί παραπάνω, προβλέφθηκε με τους όρους του ως άνω Κανονιστικού Πλαισίου, για τον ρητώς αναφερόμενο σ' αυτό σκοπό, αναγόμενο στη διευκρίνιση των επί μέρους όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής του Προγράμματος και μάλιστα η συνυπογραφή των εν λόγω συμφωνητικών επιβλήθηκε ως υποχρέωση στον εναγόμενο Δήμο.
Συνεπώς, εν προκειμένω, δεν καταρτίσθηκαν οι επίμαχες συμβάσεις για τη δημιουργία δέσμευσης και εξάρτησης (νομικής και προσωπικής) των εναγόντων -ασκουμένων από τον εναγόµενο Δήµο, υπό την αναφερόμενη στη µείζονα σκέψη έννοια τούτων, ώστε υφισταμένων των εν λόγω προϋποθέσεων, να προσδοθεί στην εν λόγω σχέση του Δήµου και των εναγόντων ο χαρακτήρας της σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας. Με τα δεδοµένα αυτά δεν συνδέει τους διαδίκους (εναγόµενο Δήµο Πολίχνης και ενάγοντες - ασκούμενους φύλακες), κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σχέση εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, τα ανωτέρω αποδειχθέντα στοιχεία των επιδίκων συμβάσεων, προσιδιάζουν στη σύμβαση μαθητείας και μάλιστα σε μία ιδιότυπη μορφή αυτής. Τούτο διότι, οι συμβαλλόμενοι απέβλεπαν προεχόντως στην προαγωγή του ατομικού οφέλους των μέχρι τότε ανέργων εναγόντων δια της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως των και εξειδίκευσης τούτων στο επάγγελμα του σχολικού φύλακα, στην, με την αποτελεσματική υλοποίηση του εν λόγω πιλοτικού Προγράμματος, γενικευμένη εισαγωγή του θεσμού φύλαξης σχολείων, που παρείχε την προοπτική της επαγγελματικής αποκατάστασής των, ως ατόμων που έχουν εξειδικευμένη εργασιακή εμπειρία και δευτερευόντως στην, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, παροχή εκ μέρους των εναγόντων εργασίας φύλαξης των σχολείων που ανήκουν στην περιοχή ευθύνης του εναγομένου Δήμου Πολίχνης. Συνακόλουθα τούτων, οι ενάγοντες, εφόσον δεν τελούσαν σε σχέση νομικής και οικονομικής εξαρτήσεως από τον εκκαλούντα- εναγόμενο Δήμο Πολίχνης και δεν συνδεόταν μεταξύ των με σχέση εργασίας, αλλά η σύμβαση αποτελεί ιδιότυπη μορφή της σύμβασης μαθητείας, οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εφόσον, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, γι' αυτήν δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, δεν δικαιούνται οι ενάγοντες τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή των, δώρα εορτών, άδεια, επίδομα αδείας και προσαυξήσεις για νυκτερινή και Κυριακάτικη εργασία, του επίδικου χρονικού διαστήματος των ετών 2003, 2004 και 2005.
Όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει δε από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ότι, 1) από την παροχή της εργασίας των αναιρεσειόντων α) οι ίδιοι θα αποκτούσαν εργασιακή εμπειρία, θα αποκόμιζαν δε και το ποσό των 12.000 δρχ. μηνιαίως και β) ωφέλεια θα είχε και ο αναιρεσίβλητος, αφού σκοπός του προγράμματος στο οποίο αυτοί εντάχθηκαν ήταν, αφενός η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων, με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και αφετέρου η επίλυση του προβλήματος της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των 2) η παροχή της εργασίας των αναιρεσειόντων γινόταν, σε επακριβώς καθορισμένο χρόνο (καθημερινά, σε εικοσιτετράωρη βάση, σε τρείς οκτάωρες βάρδιες και Σάββατο, Κυριακή και αργίες), 3) καθ' όλη τη χρονική διάρκεια της λειτουργίας των συµβάσεων συνεργασίας, ο καθένας συμβαλλόμενος εκτέλεσε τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις του, 4) οι αναιρεσείοντες, ύστερα από την παρακολούθηση επιμορφωτικού σεμιναρίου, τοποθετήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο Δήµο Πολίχνης σε σχολικά κτίρια που ανήκουν στην περιοχή της αρμοδιότητάς του και συγκεκριμένα η 1η και η 3η ενάγουσα στο 4° Γυµνάσιο - 3° Λύκειο Πολίχνης, η 2η και ο 6ος στο 1ο Γυμνάσιο - 1ο Λύκειο Πολίχνης και η 4η και 5η στο 3° Γυμνάσιο - 1ο Τ.Ε.Ε Πολίχνης, 5) μετά την πάροδο του χρόνου διαρκείας των αρχικών συμβάσεων, παρατάθηκε η διάρκειά των µέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, µε αλλεπάλληλα συμφωνητικά συνεργασίας, που υπογράφηκαν µεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων (εκτός από την 1η ενάγουσα που αποχώρησε στις 11.02.2003), τα οποία είχαν πανομοιότυπο περιεχόµενο µε τα ανωτέρω αρχικά συμφωνητικά, 6) καθ' όλη τη χρονική διάρκεια του προγράμματος, οι αναιρεσείοντες εκτελούσαν τις συμβατικές των υποχρεώσεις συνιστάμενες στην επαγγελµατική των κατάρτιση και απόκτηση εργασιακής εµπειρίας φύλαξης των ανωτέρω σχολικών κτιρίων, η Ε.Ε.Τ.Α.Α. τους κατέβαλε το ως άνω συμφωνηθέν εκπαιδευτικό επίδοµα των 12.000 δραχµών µέχρι 31.12.2001 και έκτοτε 35,22 ευρώ, χωρίς να διαφοροποιηθεί το ύψος τούτου στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών κατά την απογευματινή ή βραδινή βάρδια ή κατά τις µέρες αργιών και χωρίς την καταβολή δώρων εορτών, επιδόματος άδειας και άδειας. 7) ο Δήμος Πολίχνης είχε την υποχρέωση να προβεί στην επιλογή των συγκεκριμένων σχολικών κτιρίων και στην κατανομή σ' αυτά των αναιρεσείοντων, να διενεργεί παραλλήλως με τους προαναφερόμενους φορείς, τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας των εναγόντων στις βάρδιές τους, να συμπληρώνει και να αποστέλλει τα Μηνιαία Δελτία Παρουσίας Ασκουμένων στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. για να καταβληθεί από την τελευταία το εκπαιδευτικό επίδομα, να χορηγεί τον αποσταλέν από την τελευταία εξοπλισμό, εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό προς τους ενάγοντες και να επιμελείται με τη συνεργασία και της Ε.Ε.Τ.Α.Α. και στο πλαίσιο των προδιαγραφών αυτής, την οργάνωση και το συντονισμό των επιμορφωτικών συναντήσεων για τους ασκούμενους, την υπογραφή στα πλαίσια του Προγράμματος των επιδίκων συμφωνητικών συνεργασίας μεταξύ των βασικών συντελεστών τούτου, ήτοι της ΕΕΤΑΑ, του επιλεγέντος εναγομένου Δήμου ως δικαιούχου για την εφαρμογή του Προγράμματος σε σχολικά κτίρια της περιοχής ευθύνης του και των επιλεγέντων αναιρεσειόντων - ανέργων κα τέλος ο ίδιος επιδίωξε να θεωρηθούν οι αναιρεσείοντες ως έμμισθο τακτικό προσωπικό του, υπαγόμενοι στις διατάξεις του ΠΔ 164/2004. Σύµφωνα µε τα γενόµενα δεκτά ως άνω περιστατικά, µεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν εξαρχής µη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόµο συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου, παραταθείσες µε παρόµοιες συµβάσεις και όχι συµβάσεις μαθητείας και µάλιστα "ιδιότυπες", όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσίβλητος και δέχθηκε το Εφετείο, παραβλέποντας το γεγονός ότι ο προέχων σκοπός των επίδικων συµβάσεων ήταν η παροχή εργασίας από τους ενάγοντες και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ενόψει και του ότι η απασχόληση με την Φύλαξη σχολικών κτιρίων, από την φύση της, δεν απαιτεί ούτε απόκτηση ειδικών γνώσεων και ικανοτήτων, ούτε ιδιαίτερη εκπαίδευση, επίσης δε ο αναιρεσείων Δήμος, ως αντισυμβαλλόμενος κάθε Φύλακα σχολικών κτιρίων, τόσο κατά την σύσταση όσο και καθεαυτή την λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους, αποτελεί τον φορέα της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονταν οι ενάγοντες στο πλαίσιο εφαρμογής του παραπάνω προγράμματος, και τον εργοδότη αυτών, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, έναντι αµοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν µε το δικαίωµά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της και ότι ο τελευταίος τους οφείλει τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και προσαύξηση για την απασχόληση τους κατά τις Κυριακές και τη νύχτα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτήν. Όμως το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι α) η σχέση που συνδέει τους ενάγοντες με τον αναιρεσίβλητο αποτελεί "ιδιότυπη μορφή της σύμβασης μαθητείας", δίχως μάλιστα να αιτιολογεί, ειδικότερα, την κρίση του ως προς την έννομη αυτή σχέση και να προσδιορίζει αν αυτή ταυτίζεται με τη γνήσια σύμβαση μαθητείας ή τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου και 2) δεν συνδέει τους διαδίκους, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σχέση εξαρτημένης εργασίας. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες των άρθρων 648 και 652 του Α.Κ., και εκ πλαγίου (µε ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες). Επομένως, ο πρώτος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Σύμφωνα με το αρ. 90 παρ. 1 ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους", που κατά το αρθ. 119 αυτού άρχισε να ισχύει από 1-1-1996, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ένδικη διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος αυτής, κατά δε το αρ. 91 του ιδίου νόμου επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου, όπως ήταν και οι αναφερόμενες στο άρθρο 90 παρ. 1 αυτού, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, ενώ σε βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή από τη γένεσή τους κατά την διάταξη της παρ. 3 του αρ. 90 του νόμου αυτού υπόκειται η απαίτηση οποιαδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 304 του Π.δ 410/1995 και στις χρηματικές αξιώσεις κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΟΤΑ, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι µικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύµφωνα µε το άρθρο 250 αριθµ.6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόµοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δηµόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονοµικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες µε την καταβολή φόρων και τελών. Εξάλλου, µε τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δε δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΟΤΑ σε σχέση µε τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι µόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΟΤΑ, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των τελευταίων, σε σχέση µε τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νοµικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, σε συνδυασµό µε αυτήν του άρθρου 304 του π.δ. 410/1995 που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΟΤΑ, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθµιση δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύµβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασµό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνοµοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νοµοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόµη δικαιώµατα (ενδεχομένως και µε τη, µέσω της αναδρομικής ισχύος νόµου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν µετά την έναρξη της ισχύος τους. Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωµα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόµους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθµιση της χρήσης αγαθών σύµφωνα µε το δηµόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίµων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωµα κάθε κράτους να θεσπίζει νόµους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δηµόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόµιµους περιορισµούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισµένου χρόνου, προς διασφάλιση του δηµόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας των ΟΤΑ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο µε την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που αναφέρονται στα έτη 2001 και 2002, υπέπεσαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/95 και απέρριψε ακολούθως τον σχετικό λόγο της εφέσεως αυτών, ως αβάσιµο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και κατά συνέπεια, ο τρίτος, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιµος.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος, να αναιρεθεί, κατά ένα μέρος, η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα κατά το μέρος της, που αναφέρεται στις επίδικες απαιτήσεις των εναγόντων, για το μετά την 1-1-2003 χρονικό διάστημα, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ, άρθρο 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, τη με αριθμό 169/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Αντίθετα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου επί οποίας εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1675/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 10685/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Κ. του Θ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 682/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ λόγω παραγραφής για κάποιο χρονικό διάστημα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι πέντε έτη, αρχομένη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 εδ. β`, 511 και 514 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ο δε Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β` του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, το άρθρο 216 του ΠΚ ορίζει στη μεν παρ. 1 ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και ότι η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση, στη δε παρ. 2 ότι με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, β) ότι αυτοτέλεια της χρήσεως υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο είτε από τον πλαστογράφο και γ) ότι η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τελείται από τον πλαστογράφο, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, από το οποίο και απορροφάται. Κατά την έννοια, όμως, των ως άνω διατάξεων, η αυτοτέλεια της χρήσεως, ως εγκλήματος, παύει μόνον εφόσον η χρήση τιμωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, δηλαδή μόνον όταν τιμωρείται και η πλαστογραφία. Αντιθέτως, όταν η τελευταία, για οποιονδήποτε λόγο, μένει ατιμώρητη, η χρήση τότε, και στην περίπτωση που έγινε από τον πλαστογράφο, ανακτά την αυτοτέλειά της και τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα.
Συνεπώς, αν το αξιόποινο της πλαστογραφίας εξαλείφθηκε με παραγραφή, οπότε η χρήση του πλαστού που έγινε από τον πλαστογράφο σε μεταγενέστερο χρόνο δεν μπορεί πλέον να τιμωρηθεί ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, η χρήση τότε αυτή τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα του πλαστογράφου, αν δεν υπέκυψε αυτοτελώς σε παραγραφή. Και τούτο δε ανεξαρτήτως αν η χρήση του πλαστού έγινε πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής της πλαστογραφίας ή μετά τη συμπλήρωσή της, αφού τέτοια διάκριση δεν γίνεται στις διαληφθείσες διατάξεις. Εξάλλου, η χρήση από τον πλαστογράφο του πλαστού δεν είναι επόμενη μη τιμωρητή πράξη, κατά την έννοια των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, και όταν αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, αφού συνεπάγεται αύξηση της ποινής της (Ολ ΑΠ 1284/1992). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ΠΚ ως χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Η αναφορά του ακριβούς χρόνους τελέσεως της πράξεως στην απόφαση είναι αναγκαία για την έναρξη και τον υπολογισμό του χρόνου της παραγραφής.
Συνεπώς, εάν δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος, δεν μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει για την παραγραφή ή μη της πράξεως και, έτσι, παραβιάζονται εκ πλαγίου οι ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεις και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, διότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Τέλος, θεμελιώδες αξίωμα του ποινικού συστήματος αποτελεί η αρχή in dubio pro reo, η οποία αντανακλά και στους λόγους εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως, όπως είναι η παραγραφή. Έτσι, εφόσον ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως αυτής που επιδρά στην παραγραφή ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή και, συνεπώς, θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιούται να καθορίσει ακριβέστερα το χρόνο τελέσεως της πράξεως, όπως αυτός προέκυψε από τις αποδείξεις, αρκεί να μην επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξεως ή η τυχόν υπάρχουσα παραγραφή, αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, μετατραπείσα σε χρηματική. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, συνίσταται στο ότι αυτός: "Στο Καματερό Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από 8/6/2001 έως 9/6/2004 και σε μη ειδικότερα προσδιορισθείσα ημεροχρονολογία κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε έκανε χρήση του εγγράφου αυτού και ειδικότερα συνέταξε ένα χωρίς ημεροχρονολογία έγγραφο με τον τίτλο "απόδειξη παραλαβής" αναγράφοντας τα ακόλουθα: "Σήμερα 8-6-2001 παρέλαβα από τον κ. T. A. την υπ` αρ. Gr. ... εγγυητική επιστολή της British Bank of Commercial. Από σήμερα ουδεμία απαίτηση έχω από τον κύριον Α. Κ.. Γίνεται μνεία ότι την ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής θα την αναλάβει η εταιρεία του κ. T. A. αποκλειστικά. " και έθεσε στο τέλος αυτής την υπογραφή του μηνυτή Δ. Κ. κατ` απομίμηση και χωρίς την εντολή του, παραπλεύρως δε του εγγράφου αυτού συνέταξε το ακόλουθο κείμενο: "Βεβαιούται το γνήσιο της άνω υπογραφής του Δ. Κ. του Θ. κατόχου του υπ` αριθ. ... του ΑΤ Ελευσίνας" και έθεσε στο τέλος αυτού την υπογραφή της συμβολαιογράφου Ιφιγένειας Χριστιά - Μπάη και την ατομική υπηρεσιακή και επαγγελματική της σφραγίδα κατ` απομίμηση των αντίστοιχων γνησίων χωρίς την εντολή της και στη συνέχεια προσκόμισε το συγκεκριμένο έγγραφο κατά την κατάθεση του από 9/6/2004 απολογητικού του υπομνήματος ενώπιον του 19ου Τακτικού Ανακριτή Πλημ/κών Αθηνών με σκοπό να τον παραπλανήσει σχετικά με το γεγονός ότι ο παραπάνω μηνυτής είχε δήθεν αναγνωρίσει εγγράφως ότι δεν διατηρούσε πλέον καμία αξίωση έναντι αυτού και να αντικρούσει έτσι την απαγγελθείσα εναντίον του κατηγορία για κακουργηματική απάτη". Ο ακριβής χρόνος τελέσεως της ένδικης πλαστογραφίας δεν προσδιορίζεται ούτε στο σκεπτικό. Ο μη προσδιορισμός, όμως, του ακριβούς χρόνου τελέσεως της πλαστογραφίας καθιστά αβέβαιο το αν το αξιόποινο της πράξεως του αναιρεσείοντος είχε ή όχι εξαλειφθεί με παραγραφή. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, η οποία συνίσταται στην εκ πλαγίου παράβαση των ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί, κατά τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, από τις 15.4.2003 μέχρι το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως (15.4.2011) είχε παρέλθει οκταετία. Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ενόψει και του ως άνω αξιώματος in dubio pro reo, κατά το οποίο, όταν δεν προσδιορίζεται στο κατηγορητήριο ο ακριβής χρόνος τελέσεως της πράξεως, το δικαστήριο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κατά τρόπο που να επηρεάζεται η παραγραφή, θεωρείται ως χρόνος τελέσεως της επίδικης πράξεως πλαστογραφίας, η οποία είναι στιγμιαίο έγκλημα, το χρονικό διάστημα από 8.6.2001 μέχρι 14.4.2003 το αργότερο και, έτσι, η πράξη αυτή θεωρείται ότι, κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως, είχε υποκύψει στην παραγραφή. Περαιτέρω, η χρήση του πλαστού, που έγινε από τον αναιρεσείοντα σε μεταγενέστερο χρόνο (9.6.2004), δεν υπέκυψε αυτοτελώς, ακόμη, σε παραγραφή και, συνεπώς, τιμωρείται, πλέον, ως αυτοτελές έγκλημα. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση α) κατά το μέρος που κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για την πλαστογραφίας και να παύσει οριστικώς ως προς αυτήν η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της και β) κατά το μέρος που αφορά την επιβολή στον αναιρεσείοντα ποινής για την πλαστογραφία με χρήση, εφόσον, όπως αναφέρθηκε, η χρήση, μετά την παραγραφή της πλαστογραφίας, ανακτά την αυτοτέλειά της. Επειδή, μετά τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενόψει του ότι, έπειτα από αυτή, είναι αναγκαία, κατά νόμο, η επιβολή, σύμφωνα με το άρθρο 79 του ΠΚ, νέας ποινής, στην οποία (επιβολή), εφόσον αυτή προϋποθέτει εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και άσκηση διακριτικής εξουσίας στο πλαίσιο της ως άνω διατάξεως, δεν έχει εξουσία να προβεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, πρέπει να παραπεμφθεί η προκειμένη υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), μόνο για την επιβολή ποινής για την πράξη της χρήσεως του πλαστού, η οποία δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή και ως προς την τέλεση της οποίας η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας έχει καταστεί αμετάκλητη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ` αριθ. 10685/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ, λόγω παραγραφής, για το ότι: Ο κατηγορούμενος Α. Κ. του Γ. στο Καματερό Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από 8.6.2001 έως 15.4.2003 και σε μη ειδικότερα προσδιορισθείσα ημεροχρονολογία κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα συνέταξε ένα χωρίς ημεροχρονολογία έγγραφο με τον τίτλο "απόδειξη παραλαβής" αναγράφοντας τα ακόλουθα: "Σήμερα 8-6-2001 παρέλαβα από τον κ. T. A. την υπ` αρ. Gr. ... εγγυητική επιστολή της British Bank of Commercial. Από σήμερα ουδεμία απαίτηση έχω από τον κύριον Α. Κ.. Γίνεται μνεία ότι την ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής θα την αναλάβει η εταιρεία του κ. T. A. αποκλειστικά. " και έθεσε στο τέλος αυτής την υπογραφή του μηνυτή Δ. Κ. κατ` απομίμηση και χωρίς την εντολή του, παραπλεύρως δε του εγγράφου αυτού συνέταξε το ακόλουθο κείμενο: "Βεβαιούται το γνήσιο της άνω υπογραφής του Δ. Κ. του Θ. κατόχου του υπ` αριθ. ... του ΑΤ Ελευσίνας" και έθεσε στο τέλος αυτού την υπογραφή της συμβολαιογράφου Ιφιγένειας Χριστιά - Μπάη και την ατομική υπηρεσιακή και επαγγελματική της σφραγίδα κατ` απομίμηση των αντίστοιχων γνησίων χωρίς την εντολή της, με σκοπό να παραπλανήσει το 19ο Τακτικό Ανακριτή Πλημ/κών Αθηνών σχετικά με το γεγονός ότι ο παραπάνω μηνυτής είχε δήθεν αναγνωρίσει εγγράφως ότι δεν διατηρούσε πλέον καμία αξίωση έναντι αυτού και να αντικρούσει έτσι την απαγγελθείσα εναντίον του κατηγορία για κακουργηματική απάτη.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, μόνο για την επιβολή ποινής για την πράξη της χρήσεως του πλαστού (της άνω αποδείξεως παραλαβής), η οποία τελέσθηκε στις 9.6.2004 με την προσκόμιση αυτού κατά την κατάθεση απολογητικού υπομνήματος του κατηγορουμένου ενώπιον του 19ου Τακτικού Ανακριτή Πλημ/κών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Η αναφορά του ακριβούς χρόνου τελέσεως της πράξεως στην απόφαση είναι αναγκαία για την έναρξη και τον υπολογισμό του χρόνου της παραγραφής. Διαφορετικά, παραβιάζονται εκ πλαγίου οι περί παραγραφής διατάξεις και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Θεμελιώδες αξίωμα του ποινικού συστήματος αποτελεί η αρχή in dubio pro reo, η οποία αντανακλά και στους λόγους εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως, όπως είναι η παραγραφή. Έτσι, εφόσον ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως αυτής, που επιδρά στην παραγραφή, ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου και, συνεπώς, θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Αν το αξιόποινο της πλαστογραφίας εξαλείφθηκε με παραγραφή, η χρήση του πλαστού από τον πλαστογράφο τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα, αν δεν υπέκυψε αυτοτελώς σε παραγραφή. Αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση α) για την πλαστογραφία, της οποίας ο χρόνος τελέσεως εμπίπτει σε διάστημα που δεν εξειδικεύεται, και παύει οριστικά η ποινική δίωξη γι' αυτήν λόγω παραγραφής και β) κατά το μέρος της που αφορά την επιβολή ποινής για την πλαστογραφία με χρήση, εφόσον η χρήση του πλαστού ανακτά, πλέον, την αυτοτέλειά της. Παραπομπή μόνο για την επιβολή ποινής για χρήση του πλαστού.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1674/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Κ. του Θ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Κωνσταντινίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.174/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 464/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται α)παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κρατικό οργανισμό ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται με την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και των κρατικών οργανισμών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνο αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών ή οργανισμών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου, τέτοιος δε είναι και ο δασάρχης. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παραβάσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και, συγχρόνως, όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος, κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ, είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 10§3 εδ. α και β του ν. 3028/2002 "προστασία αρχαιοτήτων - πολιτιστικής κληρονομιάς", "η εγκατάσταση ή η λειτουργία βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή εμπορικής επιχείρησης, η τοποθέτηση τηλεπικοινωνιακών ή άλλων εγκαταστάσεων, η επιχείρηση οποιουδήποτε τεχνικού ή άλλου έργου ή εργασίας, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου ή της επιχείρησης ή της εργασίας". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η τοποθέτηση τηλεπικοινωνιακών εγκαταστάσεων επιτρέπεται πλησίον αρχαιολογικού χώρου μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, ενώ, χωρίς την έγκριση αυτή, η οποία χορηγείται ύστερα από γνώμη του αρμοδίου Συμβουλίου, δεν επιτρέπεται η χορήγηση αδείας ούτε για προσωρινή εγκατάσταση των εν λόγω εγκαταστάσεων.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως συμβαίνει στο έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα, και σκοπός προσπορίσεως οφέλους ή βλάβης του κράτους ή άλλου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως καθήκοντος, πράξη που τέλεσε οι με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την με αριθμό ... απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, η οποία εκδόθηκε ύστερα από τις από 21-7-1999 και 24-9-1999 αιτήσεις της τηλεπικοινωνιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ" και την με αριθμό 824/1-6-2001 αναφορά - πρόταση του Δασαρχείου Πόρου, επιτράπηκε στην παραπάνω εταιρεία η εγκατάσταση δομικών κατασκευών σε δημόσια δασική έκταση, εμβαδού 500 τ.μ., η οποία βρίσκεται στη θέση "Καμάρα" του Πόρου. Με την ίδια απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε και στο Δασαρχείο Πόρου, ορίστηκε ότι η ως άνω έγκριση δίδεται με τους εξής, μεταξύ των άλλων, όρους α)η αιτούσα εταιρεία πριν από την έναρξη κάθε φύσεως εργασίας υποχρεούται να εφοδιαστεί με τις άδειες ή εγκρίσεις των άλλων αρμοδίων υπηρεσιών, που προβλέπονται από το νόμο και αντίγραφα των οποίων θα προσκομιστούν στο Δασαρχείο Πόρου, β)σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι όροι που ορίζονται από την ίδια απόφαση, η έκταση θα επανέλθει χωρίς άλλες διατυπώσεις στη διαχείριση της δασικής υπηρεσίας και η απόφαση αυτή θα παύσει να ισχύει και γ)την προαναφερομένη έκταση θα παραδώσει στην αιτούσα εταιρεία το Δασαρχείο Πόρου, το οποίο και θα παρακολουθεί την εφαρμογή της εν λόγω απόφασης (...). Ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο εκείνο ήταν Δασάρχης Πόρου και, σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, είχε υποχρέωση να παρακολουθεί την εφαρμογή αυτής. Παρ' όλα αυτά και ενώ δεν είχαν τηρηθεί οι όροι που ορίζει η εν λόγω απόφαση και κυρίως δεν είχε προηγηθεί η έγκριση του Υπουργείου Πολιτισμού, η οποία ήταν αναγκαίο να εκδοθεί δεδομένου ότι ο επίμαχος χώρος γειτνιάζει με αρχαιολογικό χώρο (άρθρο 10§3 ν. 3028/2002), ο κατηγορούμενος στις 24-2-2003, ενεργώντας από κοινού με τη δασολόγο Α. Κ. και το δασοπόνο Π. Β. , προέβη στην οριοθέτηση της έκτασης που επρόκειτο να παραχωρηθεί για την κατασκευή δομικών εγκαταστάσεων για τη λειτουργία εγκαταστάσεων κινητής τηλεφωνίας, και παρέδωσε την έκταση αυτή στην προαναφερόμενη εταιρεία. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, ικανοποιώντας την από 9-3-2003 αίτηση τη εν λόγω εταιρείας περί προσωρινής εγκατάστασης αναμεταδότη κινητή τηλεφωνίας, με την με αριθμό ... πράξη του επέτρεψε σ' αυτήν την "τοποθέτηση - εναπόθεση πρόχειρης μετακινούμενης κατασκευής" σε τμήμα της ήδη παραχωρηθείσας δασικής έκτασης, με την ίδια δε πράξη γνωστοποίησε στην υπόψη εταιρεία ότι για τη δημιουργία μονίμων εγκαταστάσεων θα πρέπει αυτή να προσκομίσει στο Δασαρχείο όλες τις προβλεπόμενες από το νόμο άδειες εγκατάστασης. Οι προπεριγραφόμενες ενέργειες (παράδοση της επίμαχης έκτασης και παροχή αδείας τοποθέτησης πρόχειρης κατασκευής), όπως είναι φανερό, έγιναν από τον κατηγορούμενο κατά παράβαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος, το οποίο ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του και προσδιορίστηκε ειδικότερα από την με αριθμό ... απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής (παρακολούθηση της εφαρμογής της απόφασης αυτής), αφού έγιναν χωρίς να έχουν τηρηθεί οι όροι που προβλέπονται από την ως άνω απόφαση, της οποίας είχε λάβει γνώση, αφού, όπως ήδη σημειώθηκε, είχε κοινοποιηθεί και σ' αυτόν. Η παράβαση αυτή, ..., έγινε από τον κατηγορούμενο ηθελημένα και μάλιστα με σκοπό αφενός να προσπορίσει στην παραπάνω εταιρεία παράνομο όφελος, να τοποθετήσει δηλαδή αυτή, όπως πράγματι τοποθέτησε από τότε, μολονότι δεν είχε εφοδιαστεί με την απαιτούμενη έγκριση του υπουργείου Πολιτισμού, εν μέρει σε τμήμα της αντιπυρηνικής ζώνης της υφιστάμενης εκεί δασικής έκτασης και εν μέρει σε δασική έκταση, μία κεραία κινητής τηλεφωνίας (δύο μεταλλικά κοντέινερ στο ένα από τα οποία τοποθετήθηκε η κεραία, η στερέωση της οποίας έγινε με συρματόσχοινα, τα μεταλλικά πέλματα - των οποίων έχουν εμπηχθεί στο έδαφος) και αφετέρου να βλάψει το κράτος, αφού οι εν λόγω εγκαταστάσεις, όπως ήδη σημειώθηκε, γειτνιάζουν με αρχαιολογικό χώρο. Η κρίση δε τούτη για την πρόθεση και τον περαιτέρω σκοπό του κατηγορουμένου στηρίζεται ... αλλά και σε αυτό τούτο το κείμενο της προαναφερόμενης με αριθμό ... πράξης του κατηγορούμενου. Πιο συγκεκριμένα, με την τελευταία αυτή πράξη παρέχεται η άδεια προσωρινής εγκατάστασης αναμεταδότη κινητής τηλεφωνίας, ενώ στη μνημονευόμενη πιο πάνω με αριθμό ... απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής δεν γίνεται διάκριση των εγκαταστάσεων σε προσωρινές και μόνιμες, πράγμα που υποδηλώνει ότι, γνωρίζοντας ο κατηγορούμενος ότι δεν είχε εξασφαλίσει η SΤΕΤ ΕΛΛΑΣ τις αναγκαίες εγκρίσεις και δεν είχε δικαίωμα να εγκαταστήσει κεραία κινητής τηλεφωνίας, χαρακτήρισε επίτηδες τις εγκαταστάσεις προσωρινές, για να υποβαθμίσει δε την παραβίαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος, γνωστοποίησε με την ίδια πράξη στην SΤΕΤ ΕΛΛΑΣ ότι για τη δημιουργία των μόνιμων εγκαταστάσεων όφειλε αυτή να προσκομίσει τις απαιτούμενες άδειες εγκατάστασης. Οι προπεριγραφόμενες δε ενέργειες του κατηγορουμένου αποτελούσαν πρόσφορο τρόπο και μάλιστα τον μόνο τρόπο περιποιήσεως οφέλους στην SΤΕΤ ΕΛΛΑΣ, διότι η εγκατάσταση απ' αυτήν της κεραίας δεν μπορούσε να γίνει χωρίς τη δική του άδεια. Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι ο ως άνω σκοπός του κατηγορουμένου (αν και δεν ήταν τούτο αναγκαίο για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης καθήκοντος) τελικά επιτεύχθηκε, αφού η εν λόγω εταιρεία εγκατέστησε στον επίμαχο χώρο την κεραία κινητής τηλεφωνίας και τη χρησιμοποιεί έκτοτε και μέχρι σήμερα στα πλαίσια των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της, μολονότι οι αρμόδιες εφορείες αρχαιοτήτων (ΚΣΤ και 2η), δεν ενέκριναν τις από 20-11 -2003 και 21-11-2003 αιτήσεις της (...) και ενώ στη συνέχεια, ύστερα από την άσκηση της ποινικής δίωξης για την προκείμενη υπόθεση και την ανακίνηση του θέματος από τη Διεύθυνση Δασών Πειραιώς, ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να ζητήσει την απομάκρυνση της κεραίας, ο δε Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Αττικής ανακάλεσε την προαναφερόμενη εγκριτική απόφαση του (...). Ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του υποστήριξε ότι επέτρεψε την "προσωρινή>> εγκατάσταση της επίμαχης κεραίας, πιστεύοντας πεπλανημένα ότι, επειδή άλλη εταιρεία κινητής τηλεφωνίας (ΡΑΝΑFΟΝ) είχε προηγουμένως εγκαταστήσει νόμιμα σε όμορη έκταση σταθμό βάσης κινητής τηλεφωνίας, αποτελούμενο από σταθερή - μόνιμη κατασκευή, και η SΤΕΤ ΕΛΛΑΣ θα εξασφάλιζε σύντομα τις σχετικές άδειες, δεν κρίνεται πειστικός, αφού, όπως αποδεικνύεται πρόκειται για ανόμοιες περιπτώσεις, δεδομένου ότι η ΡΑΝΑFΟΝ είχε λάβει όλες τις κατά νόμο άδειες και εγκρίσεις, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης του Υπουργείου Πολιτισμού, και δεν είχε χορηγηθεί, σ'αυτήν άδεια "προσωρινής εγκατάστασης", την οποία χορήγησε ο κατηγορούμενος στην SΤΕΤ ΕΛΛΑΣ, μολονότι τέτοια άδεια δεν προβλεπόταν από την κείμενη νομοθεσία ή από την προαναφερόμενη απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής. Επομένως, δεν δικαιολογείται η επικαλούμενη πλάνη του, σε κάθε δε περίπτωση, τέτοια πλάνη, δεν θα ήταν συγγνωστή. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της διωκόμενης πράξης, όπως αυτή κατά τα λοιπά περιγράφεται στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα, περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι α) ο αναιρεσείων, ως Δασάρχης Πόρου, είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου με την έννοια του άρθρου 13 περ. α του ΠΚ, β) αυτός παρεβίασε υπηρεσιακό του καθήκον, το οποίο ενυπήρχε στη φύση της υπηρεσίας του και προσδιορίστηκε ειδικότερα από την με αριθμό ... απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, με το να μη παρακολουθήσει την εφαρμογή των όρων της αποφάσεως αυτής ως προς την κατασκευή δομικών εγκαταστάσεων για τη λειτουργία εγκαταστάσεων κινητής τηλεφωνίας από μέρους της εταιρίας SΤΕΤ ΕΛΛΑΣ σε περιοχή που γειτνιάζει με αρχαιολογικό χώρο, ήτοι με το να προχωρήσει στην οριοθέτηση της εκτάσεως που είχε παραχωρηθεί, χωρίς να ελέγξει αν είχε προηγηθεί η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 10§3 του ν. 3028/2002 έγκριση του Υπουργείου Πολιτισμού και γ) ενήργησε με πρόθεση, αλλά και με σκοπό να προσπορίσει ο αναιρεσείων στην ως άνω εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος, αλλά και να βλάψει το κράτος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Όπως αναφέρθηκε, η κείμενη νομοθεσία δεν προβλέπει τη χορήγηση αδείας "προσωρινής εγκαταστάσεως" κατασκευών για τη λειτουργία εγκαταστάσεων κινητής τηλεφωνίας..., β) Η έγκριση, με την υπ' αριθ. ... απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, της εγκαταστάσεως των δομικών κατασκευών έγινε υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρούντο οι όροι της αποφάσεως αυτής και δεν είχε την έννοια "προσωρινής εγκρίσεως", την οποία δεν υπονοεί η υποχρέωση της εταιρείας να παραδώσει την ένδικη έκταση στο Δασαρχείο Πόρου, αν δεν τηρούσε τους όρους, γ) Αιτιολογείται η πρόθεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να προβεί στην ένδικη πράξη, με την παραδοχή ότι αυτός, παρά το ότι γνώριζε ότι η SΤΕΤ ΕΛΛΑΣ δεν είχε εξασφαλίσει τις αναγκαίες εγκρίσεις και δεν είχε δικαίωμα να εγκαταστήσει κεραία κινητές, τηλεφωνίας, χαρακτήρισε επίτηδες τις εγκαταστάσεις προσωρινές, για να υποβαθμίσει δε την παραβίαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος, γνωστοποίησε με την ίδια πράξη στην SΤΕΤ ΕΛΛΑΣ ότι για τη δημιουργία των μόνιμων εγκαταστάσεων όφειλε αυτή να προσκομίσει τις απαιτούμενες άδειες εγκατάστασης. δ) Αιτιολογείται, ακόμη, ο σκοπός του να περιποιήσει στην εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος, με την παραδοχή ότι οι ως άνω ενέργειες του αποτελούσαν τον μόνο τρόπο περιποιήσεως οφέλους στην SΤΕΤ ΕΛΛΑΣ, διότι η εγκατάσταση απ' αυτήν της κεραίας δεν μπορούσε να γίνει χωρίς τη δική του άδεια, αλλά και να βλάψει το Κράτος, εφόσον η περιοχή, η οποία παραχωρήθηκε στην SΤΕΤ ΕΛΛΑΣ για την τοποθέτηση των εγκαταστάσεων, γειτνίαζε με αρχαιολογικό χώρο. ε)Απορρίφθηκε δε, αιτιολογημένα, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί πραγματικής, πλάνης. Πρέπει, επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 259 του ΠΚ ευθέως ή εκ πλαγίου, γιατί οι παραδοχές, της, αποφάσεως δεν θεμελιώνουν το υποκειμενικό στοιχείο της επίμαχης πράξεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. β του ΚΠοινΔ, ο Άρειος Πάγος λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ένας λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως θα κριθεί βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το αξιόποινο της ανωτέρω πράξεως έχει παραγραφεί, αφού από το φερόμενο χρόνο τελέσεως της (24.2.2003) μέχρι την άσκηση της αιτήσεως παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας και επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον, κατά τα προαναφερθέντα, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Φεβρουαρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 1752/2011) αίτηση του Δ. Κ. του Θ. , για αναίρεση της υπ' αριθ. 174/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη δασάρχη για παράβαση καθήκοντος, η οποία συνίστατο στο ότι αυτός επέτρεψε σε τηλεπικοινωνιακή εταιρία να εγκαταστήσει σε δημόσια δασική έκταση και πλησίον αρχαιολογικού χώρου κατασκευές για τη λειτουργία εγκαταστάσεων κινητής τηλεφωνίας, χωρίς να τηρηθούν οι όροι αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας και χωρίς να έχει εφοδιασθεί η εταιρία με σχετική έγκριση του Υπουργείου Πολιτισμού (άρθρο 10§3 ν. 3028/2002). Για να ληφθεί υπόψη η παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να έχει κριθεί ένας λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως βάσιμος (άρθρο 511 εδ. β ΚΠΔ). Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1673/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στην 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Κ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη περί αναιρέσεως της 9143/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 438/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 1,2 του ΚΠΔ, παρ. 1. Ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών έχει δικαίωµα να ενεργεί: α) προκαταρκτική εξέταση, για να κρίνει αν υπάρχει περίπτωση ποινικής δίωξης β) προανάκριση, για να βεβαιωθεί αξιόποινη πράξη. παρ.2. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύµφωνα µε τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από µήνυση ή έγκληση κατά ορισµένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορισµένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωµοτί. Έχει δικαίωµα να παρίσταται µε συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν µέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσµία µέχρι σαράντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία µπορεί να παραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης, µπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί αντίγραφο της µήνυσης ή της έγκλησης. Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση πρέπει να ενηµερώσει προηγουµένως τον εξεταζόµενο για την πράξη που αφορά η εξέταση και για τα παραπάνω δικαιώµατα του. Προηγούµενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης µε συνήγορο, δεν µπορεί να αποτελέσει µέρος της δικογραφίας αλλά παραµένει στο αρχείο της εισαγγελίας. Εφόσον ο µηνυόµενος ή εγκαλούµενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύτηκε νόµιµα και δεν εµφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση δεν καθιερώνεται ρητή υποχρέωση κλήτευσης του υπόπτου για εξέταση, υπό την έννοια µάλιστα ότι, αν δεν κληθεί νόµιµα, δεν περατώνεται νόµιµα η προκαταρκτική εξέταση και δε µπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη, σε κάθε δε περίπτωση, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα από τη µη κλήτευση του υπόπτου, αφού ο νόµος (άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠΔ) δεν απαγγέλλει ακυρότητα, αλλά µόνο σε σχέση µε τα υπερασπιστικά δικαιώµατα του κατηγορουµένου, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώµατός του για δίκαιη δίκη που διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Όµως, δε δηµιουργείται απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουµένου και κατ' επέκταση της στη συνέχεια ασκηθείσας ποινικής δίωξης, στην περίπτωση που ο τελευταίος, αν και δεν κλητεύθηκε νοµίµως ή και καθόλου πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και για εξέτασή του ανωµοτί κατά το στάδιο διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, είχε τη δυνατότητα να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισµούς του στο στάδιο της κύριας ανάκρισης το οποίο, επακολούθησε της προκαταρκτικής εξέτασης (ΑΠ 827/2011).
Οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει την εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Δύναται όμως ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγή ενώπιον του εισαγγελέα εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας εφετών δύναται εφόσον κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι, ενώ από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανακρίσεως. Αν οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προβλήθηκαν δια της κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγής ή προβληθείσες απορρίφθηκαν από τον εισαγγελέα εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητας αυτής. Συνακόλουθα δεν έχει εξουσία το δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής και να παραπέμψει και πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη(ΟλΑΠ 1/2008,ΑΠ 1709/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πρόβαλλε εκ νέου αυτοτελή ισχυρισμό που είχε προβάλλει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πρόβαλλε επίσης με ειδικό λόγο εφέσεως, λόγω απορρίψεώς του, ότι η πλημμεληματική πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως που διώχθηκε έχει παραγραφεί, λόγω συνδρομής ακυρότητας της προδικασίας, ακυρότητας της δίωξης και του κλητηρίου θεσπίσματος, από παραβίαση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, λόγω μη κλήτευσής του κατά την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, με την εξής αιτιολογία: προκειμένω, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για συκοφαντική, δυσφήμηση και διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το υπ'αριθ. ΣΤ 05/4501 κλητήριο θέσπισμα, επιδοθέν,σ'αυτόν στις 29-4-2009, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου για να δικασθεί για; την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 363-362 ΠΚ), με φερόμενο ως χρόνο τέλεσης τις 30-9-2004 στην Αθήνα σε βάρος του εγκαλούντα Γ. Γ.. Οι εκπροσωπούντες κατ'άρθρο 340 παρ.2 ΚΠΔ τον κατηγορούμενο πληρεξούσιοι δικηγόροι του, παραστάντες ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, Γ4 προέβαλαν τον ισχυρισμό της παραγραφής της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο ανωτέρω αξιόποινης πράξης, λόγω συνδρομής λόγων ακυρότητας της προδικασίας κατ'άρθρο 171 εδ.στ. β' ΚΠΔ, ήτοι παραβιάσεως των διατάξεων που αφορούν την εμφάνιση και υπεράσπιση του κατά τη διάρκεια της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, οι οποίοι (λόγοι) επιδρούν επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και αποτελούν λόγο ακυρότητας αυτού. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον ανωτέρω ισχυρισμό ο εκκαλών παραπονέθηκε με λόγο έφεσης για την απόρριψή του και παραδεκτά τον επέβαλε και πάλιν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την εν γένει διαδικασία προέκυψαν τα ακόλουθα : Με την υπ'αριθ.206/09 προσφυγή του (που ασκήθηκε στις 7-5-2009 κατ'άρθρο 322 ΚΠΔ ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της παραπομπής του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο κατηγορούμενος προέβαλε τους αυτούς με τους νυν επικαλούμενους ως λόγους ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ 505/09 διάταξη της Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η προσφυγή του κατηγορουμένου. Επομένως, εφόσον οι νυν προτεινόμενες ακυρότητες προβλήθηκαν με την ως άνω προσφυγή και απορρίφθηκαν από την Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατέστη αμετάκλητη η παραπομπή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου (ΑΠ 1709/2006 ΠοινΔνη 2007.391), σύμφωνα δε και με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη και πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του πληρεξουσίου συνηγόρου του κατηγορουμένου περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος και συνακόλουθα παραγραφής της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο ανωτέρω αξιόποινης πράξης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.2, 176 παρ.1, 320, 321 και 322 ΚΠΔ."Σύμφωνα με τα παραπάνω αναπτυχθέντα, εφόσον ο κατηγορούμενος με προσφυγή του, κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ, κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, πρόβαλλε τον παραπάνω ισχυρισμό του για ακυρότητα της προδικασίας, ακυρότητα της δίωξης και του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω μη κλητεύσεώς του κατά την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις και εντεύθεν παραβίαση των δικαιωμάτων του εμφάνισης και υπεράσπισης και η προσφυγή του αυτή απορρίφθηκε με την 505/2009 διάταξη του εισαγγελέα εφετών Αθηνών, η εν λόγω παραπομπή του κατέστη αμετάκλητη, δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα και το δικαστήριο, ορθά με την παραπάνω αιτιολογία απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου και ο συναφής, από τα άρθρα 171 παρ.1 β,δ, 175 εδ. α, 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας κινήσεως της ποινικής διώξεως, και κλητηρίου θεσπίσματος, για παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων, παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη και εντεύθεν, με την καταδίκη, υπερβάσεως εξουσίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη), το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο, καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαία, αφενός μεν τη γνώση του δράστη ότι το ισχυρισθέν ή διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές και ότι η τέτοια διάδοση μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Ως γεγονός, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν, ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στα εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση, διαφορετική η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 9143/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για συκοφαντική δυσφήμηση, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Κ. και Σια Ο.Ε." είχε προμηθεύσει τον εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα με στιγμιαία λαχεία (Ξυστό), αντί τιμήματος 8.432.250 ευρώ, σε εξόφληση -του οποίου ο εγκαλών εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο την με αριθμό ... ισόποση επιταγή πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα, με την πρόσθετη συμφωνία, εάν ο εγκαλών επέστρεφε στον κατηγορούμενο τα αδιάθετα δελτία του λαχείου, να επιστρέψει ο κατηγορούμενος την επιταγή. Όμως, .ο κατηγορούμενος παρά την ως άνω συμφωνία, βάσει της οποίας είχε υποχρέωση να επιστρέψει την επιταγή στον. εγκαλούντα και ο τελευταίος είχε δικαίωμα να ζητήσει την παράδοση της σ'αυτόν, αφού με την επιστροφή των δελτίων και την καταβολή των μετρητών εξέλιπε .η αιτία για την οποία είχε εκδοθεί η επιταγή, αρνήθηκε να επιστρέψει αυτή στον εγκαλούντα στις 25 Μαίου 1995 και στη συνέχεια την εμφάνισε στην Εθνική Τράπεζα όπου και σφραγίστηκε. Εξ αφορμής της ανωτέρω συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ο εγκαλών υπέβαλε έγκληση σε βάρος του συνεπεία της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου, ήτοι της επιταγής, και καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 1295/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου. Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του Αρείου Πάγου ο εγκαλών ενημέρωσε την Πανελλήνια Ομοσπονδία Επαγγελματιών Πρακτόρων Προπό (ΠΟΕΠ), με το από 11-3-2004 τηλεομοιοτύπημα (ΡΑΧ) που απέστειλε, ότι ο κατηγορούμενος είχε καταδικασθεί αμετάκλητα κατά ανωτέρω για υπεξαγωγή εγγράφου, και ακολούθως στις 2-6-2004 απέστειίε με τηλεομοιοτύπημα την ανωτέρω απόφαση και έτερο έγγραφο με το οποίο ζητούσε από την ΠΟΕΠ την εφαρμογή των νόμων και του καταστατικού για την περίπτωση του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος της Ένωσης Πρακτόρων Προπό Αττικής-Πειραιώς (ΕΠΠΑΠ) στην ΠΟΕΠ, Για την ίδια αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση σε βάρος του κατηγορουμένου ο εγκαλών ενημέρωσε και την Ένωση Πρακτόρων Προπό Αττικής-Πειραιώς (ΕΠΠΑΠ), της οποίας, επίσης, μέλος, αλλά και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ήταν ο κατηγορούμενος. Μετά την ενημέρωση της η ΕΠΠΑΠ συγκάλεσε στις 30-9-2004 Γενική Συνέλευση, κατά την οποία, μεταξύ άλλων θεμάτων, συζητήθηκε και η διαγραφή του κατηγορουμένου από μέλος της Ένωσης, λόγω της καταδίκης του για υπεξαγωγή εγγράφου, η οποία σύμφωνα με το καταστατικό αυτής αποτελεί λόγο διαγραφής του μέλους (βλ. τα από 30-9-2004 πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης της ΕΠΠΑΠ σελ. 18). Ομιλώντας κατά τη συζήτηση του διεξήχθη στις 30-9-2004 στην Γενική Συνέλευση της ΕΠΠΑΠ ο κατηγορούμενος για το θέμα της καταδίκης του για υπεξαγωγή επιταγής κατά τα προεκτιθέμενα, αναφερόμενος στον Εγκαλούντα είπε ενώπιον 250 περίπου συναδέλφων του ιδίου και του εγκαλούντα επαγγελματιών πρακτόρων του ΟΠΑΠ) τα εξής "Έχω πλέον από τον Γ., έχω πλέον πεισθεί λέει ο δήθεν καταγγέλων ότι η εμπλοκή οφείλεται σε κακή συνεννόηση των λογιστηρίων των επιχειρήσεων μας και όχι σε κακή πίστη εκ μέρους του και ακόμη δεν το έφεραν γιατί θα έπρεπε να σας πεί είναι της 20-2-2004 και μου ζητούσε μετά από αυτό 20.000 ευρώ για να μην καταγγείλω, μου λέει στον ΟΠΑΠ τον κ. Κ. του τότε και στην ΠΠΑΠ. Αν λέει. δεν του έδινα, όλα αυτά θα γίνονταν την εποχή που είχαμε εκλογές στην ΠΟΕΠ δεν τα έστειλα, ούτε υπέκυψα στους εκβιασμούς του κ. Γ.. Αυτό λοιπόν το πρώτο φοβερό αδίκημα, σας ζητάνε να με διαγράψετε για κακή συνεννόηση των λογιστηρίων η ακόμη γιατί δεν πλήρωσα τον εκβιαστή, δεν φέραν ούτε και το δεύτερο καταγγέλοντα που νομίζω ότι είναι εδώ σήμερα" τα οποία καταχωρήθηκαν στα τηρηθέντα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης. Για την αναφορά στο πρόσωπο του ο Γ. Γ. του Ε., υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του κατηγορουμένου την από 25-10-2004 έγκληση, κατόπιν της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου) για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Τα υπ'αυτού όμως ισχυρισθέντα ενώπιον των μελών της γενικής Συνέλευσης της ΕΠΠΑΠ για τον εγκαλούντα, ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα, αφού ο εγκαλών δεν εκβίασε τον κατηγορούμενο για τον εξαναγκάσει να του καταβάλει το ποσό των 120.000 ή 150.000 ευρώ, αλλά η μεταξύ τους επικοινωνία, περί το τέλος Φεβρουαρίου 2001, είχε σκοπό το διακανονισμό της εκκρεμότητας σχετικά με την ανωτέρω επιταγή, αφού η αντιδικία έληξε αμετάκλητα υπέρ του εγκαλούντα. Η επικοινωνία έγινε με ανταλλαγή τριών τηλεμοιοτυπημάτων και τηλεφώνων μεταξύ εγκαλούντος και της υπαλλήλου του κατηγορουμένου Α. Α., η οποία εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης στο παρόν δικαστήριο, κατέληξε δε σε συμφωνία καταβολής στον εγκαλούντα του ποσού των 11.000 ευρώ ως αποζημίωση για τις δαπάνες που είχε υποβληθεί ο τελευταίος κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους αντιδικίας, ποσό το οποίο του καταβλήθηκε με κατάθεση σε τραπεζικό του λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα. Κατέθεσε βέβαια η ανωτέρω μάρτυρας ότι μετά την τακτοποίηση του ποσού των 11.000 ευρώ, ο εγκαλών ζήτησε 150.000 ευρώ γιατί η ζημία που είχε υποστεί ήταν μεγάλη, καθώς και ότι και άλλα άτομα άκουσαν τη συνομιλία. Όμως η κατάθεση αυτή, δεν κρίνεται πειστική, αφού α) δεν κατονομάζονται τα τρίτα πρόσωπα που άκουσαν την τηλεφωνική επικοινωνία, ούτε κλήθηκαν ως μάρτυρες υπεράσπισης από τον κατηγορούμενο, β) η άλλη μάρτυρας υπεράσπισης Χ. Ν., χωρίς να έχει δική της αντίληψη κατάθεσε όλως αορίστως "εκβιάζεται (εννοείται ο κατηγορούμενος) ακούστηκε για κάποια οικονομική συναλλαγή, γ) δεν προσκομίστηκε κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο από το οποίο να προκύπτει η αλήθεια του ανωτέρω ισχυρισμού του κατηγορουμένου, δ) αν ο κατηγορούμενος είχε εκβιαστεί για καταβολή ενός τόσο μεγάλου ποσού θα είχε ασκήσει μήνυση κατά του εγκαλούντος, λαμβανομένης υπόψη της μεταξύ τους μακροχρόνιας αντιδικίας και της υποβολής έγκλησης του κατηγορουμένου σε βάρος του εγκαλούντος για πλημμεληματικές πράξεις, η οποία αμετακλήτως κρίθηκε ως αβάσιμη (βλ.35/2009 Διάταξη Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου). Αφού, λοιπόν, ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε τα ανωτέρω εν γνώσει του ψευδή γεγονότα ενώπιον 250 ατόμων, γνωρίζοντας ότι μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του ως ατόμου και ως επαγγελματία, καθόσον τον εμφανίζουν ως εκβιαστή, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης του διότι ενέργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ), δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου περιέχει τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ).
Συνεπώς, εφόσον πληρούνται τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης της συκοφαντικής δυσφήμησης, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 9143/2010 απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 και 363, 362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσίοντος: α) η αιτιολογία μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το αιτιολογικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως ή του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο, όμως διατακτικό, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της. Το συγκεκριμένο ως παραπάνω αιτιολογικό είναι πλήρες και επαρκές, γίνεται παράθεση πραγματικών περιστατικών και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ιδία των μαρτυρικών καταθέσεων και δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, ούτε του αιτιολογικού της πρωτόδικης 83950/2009 αποφάσεως, β) παρατίθενται στην απόφαση τα δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα, τα οποία συνίστανται στο ότι ο κατηγορούμενος, ομιλώντας ενώπιον 150 ατόμων στη Γενική Συνέλευση της ΕΠΠΑΠ, με θέμα τη διαγραφή του από μέλος της Ένωσης αυτής πρακτόρων ΠΡΟΠΟ, λόγω αμετάκλητης καταδίκης του για υπεξαγωγή εγγράφου επιταγής με εγκαλούντα τον νυν εγκαλούντα, ισχυρίστηκε ψευδή γεγονότα και δη ότι " ο τελευταίος με εκβίασε ζητώντας μου 120.000 ευρώ για να μη με καταγγείλει στον ΟΠΑΠ και στην ΕΠΠΑΠ, την εποχή που είχαμε εκλογές στην ΠΟΕΠ, δεν πλήρωσα τον εκβιαστή και δεν υπέκυψα στους εκβιασμούς του, σας ζητάνε να με διαγράψετε γιατί δεν πλήρωσα τον εκβιαστή", γεγονότα όμως ψευδή, τα οποία προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, γ) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του κατηγορουμένου και δη η γνώση αυτού ως προς το ψευδές των ισχυρισμών του περί των ανωτέρω γεγονότων για δήθεν εκβιασμό του, από την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε από προσωπική αντίληψη για την αρχική συμφωνία με τον εγκαλούντα για την επιταγή, την καταδίκη του για υπεξαγωγή της μη επιστραφείσας κατά τη συμφωνία τους επιταγής και γνώριζε από ιδία αντίληψη και τη μετέπειτα επικοινωνία τους που είχε σκοπό το διακανονισμό μόνο της εκκρεμότητας που ήδη έκαναν σχετικά με την σφραγισμένη αυτή επιταγή, μετά αμετάκλητη λήξη της αντιδικίας τους υπέρ του εγκαλούντος, ο δε καταγγελθείς εκβιασμός φέρεται ότι έγινε άμεσα σε βάρος του, δ) τα ανωτέρω λεχθέντα ότι εκβιάστηκε αποτελούν γεγονότα, που ανάγονται στο παρελθόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, και όχι αξιολογικές κρίσεις ή χαρακτηρισμό πραγματικών περιστατικών ή εκφράσεις γνώμης ενέχουσες καταφρόνηση, κατά δε τις παραδοχές ο κατηγορούμενος, που τα επικαλέστηκε σε γνώση του ότι ήταν ψευδή και εμφάνισε τον εγκαλούντα ως εκβιαστή, γνώριζε ότι μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα ως ατόμου και ως επαγγελματία πράκτορα ΠΡΟΠΟ.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί παραβιάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, και καθό μέρος βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-2-2011 αίτηση του Ι. Κ. του Λ., για αναίρεση της 9143//2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική Δυσφήμηση. 1) Αν ο κατηγορούμενος με προσφυγή του, κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ, κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, πρόβαλλε τον ισχυρισμό για ακυρότητα της προδικασίας, ακυρότητα της δίωξης και του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω μη κλητεύσεώς του κατά την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις και εντεύθεν παραβίαση των δικαιωμάτων του εμφάνισης και υπεράσπισης και η προσφυγή του αυτή απορρίφθηκε με διάταξη του εισαγγελέα εφετών, η εν λόγω παραπομπή του κατέστη αμετάκλητη, δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα και δε μπορεί να την επικαλεσθεί στο δικαστήριο. 2) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ, Ε ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ λόγοι αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1672/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Κ. του Β. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.244/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 427/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473§1 εδ. α και β του ΚΠοινΔ, "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476§2 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η κατά του παρόντος κατηγορουμένου, αλλά και η κατά του απόντος κατηγορουμένου, αλλά νομίμως εκπροσωπηθέντος πλήρως, κατ' άρθρο 340§2 του ΚΠοινΔ, υπό του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του, εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκπροσωπουμένου κατηγορουμένου και ότι η τασσομένη προς άσκηση της κατά της αποφάσεως αυτής εφέσεως προθεσμία, η προσδιοριζομένη σε δέκα ημέρες, αρχίζει από τότε που θα δημοσιευθεί στο ακροατήριο η απόφαση και δεν είναι αναγκαία η προς τον κατηγορούμενο επίδοσή της, αφού αυτός θεωρείται, ότι δικάζεται σαν να ήταν παρών. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ιδίου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η εκπρόθεσμη άσκηση του ανωτέρω ενδίκου μέσου της εφέσεως, ενόψει της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην συντασσόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ, έκθεση ασκήσεώς του, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, προκειμένου από αυτά να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει ή όχι η επικαλούμενη κατάσταση ανώτερης βίας ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, αλλιώς η έφεση απορρίπτεται, με βάση το άρθρο 476§1 του ΚΠοινΔ, ως απαράδεκτη. Όμως, στην έννοια της ανωτέρας βίας δεν περιλαμβάνεται η από αμέλεια ή από άγνοια των σχετικών δικονομικών διατάξεων μη άσκηση του ένδικου μέσου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου.
Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει αν η προσβαλλόμενη με την έφεση απόφαση απαγγέλθηκε με την παρουσία του ή αν αυτός είχε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και το χρόνο, κατά τον οποίο ασκήθηκε η έφεση, αν δε προβάλλεται με την έφεση λόγος ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο ζήτημα αυτό, εκτός αν ο προβαλλόμενος λόγος είναι μη νόμιμος ή απαράδεκτος, οπότε το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει τη σχετική απορριπτική του κρίση. Τέλος, σε περίπτωση που το αρμόδιο για το ένδικο μέσο, και ειδικότερα για την έφεση, δικαστήριο το απορρίψει ως απαράδεκτο παρά τον νόμο, ενώ όφειλε να εξετάσει προηγουμένως τη συνδρομή ή μη λόγου ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, υποπίπτει, πέραν της πλημμέλειας της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και στην πλημμέλεια αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 244/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 1372/11.9.2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία καταδικάστηκε αυτός ως παρών, εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Δ. , σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα, και σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας. Από τη σχετική με αριθμό 68/11-6-2009 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών αναφέρει σ` αυτήν, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι: "Η ασκηθείσα υπό κρίσιν έφεσή του κατά της υπ` αριθμ. 1372/11-9-2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, η οποία εξεδόθη με την αυτόφωρη διαδικασία και ενώ αυτός φέρεται ότι είχε παρασταθεί δια εξουσιοδοτήσεως που είχε χορηγήσει στον Δικηγόρο Ρεθύμνου, Γ. Δ. , πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή από το Δικαστήριο και να συγχωρεθεί η εκπρόθεσμη άσκησή της από αυτόν λόγω του ότι δεν ενημερώθηκε για την έκδοση της απόφασης αυτής από τον ως άνω πληρεξούσιο Δικηγόρο του. Επομένως λόγω ανωτέρας βίας που δεν αφορά σε δική του πράξη ή παράλειψη αλλά σε εσφαλμένο νομικό χειρισμό του πληρεξουσίου Δικηγόρου του, δεν ενημερώθηκε για την έκδοση της αποφάσεως αυτής. Η υπόθεση αυτή στις 11-9-2008 εισήχθη να συζητηθεί μετά από την τριήμερη αναβολή που προβλέπεται στο άρθρο 423 του Κ.Π.Δ. Ο τότε πληρεξούσιος Δικηγόρος του ζήτησε από το Δικαστήριο την αναβολή της συζήτησης για σπουδαίους λόγους και προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων και για να προσέλθει ο μάρτυρας κατηγορίας, αστυνομικός Σ. Σ. του Σ. και για να καταστεί δυνατόν να προσέλθει και δικός του μάρτυρας υπερασπίσεως, ο οποίος ήταν αδύνατο εκείνη την ημέρα να προσέλθει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠΔ. Δυστυχώς, το Δικαστήριο προχώρησε στην συζήτηση αυτής απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα της αναβολής της. Αποτέλεσμα ήταν το δικαστήριο να γίνει, χωρίς να του δοθεί ουσιαστικά η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τα πάρα πολλά υπερασπιστικά μέσα που είχε στη διάθεσή του, εκ των οποίων ενδεικτικά αναφέρει, τις άδειες οπλοφορίας προσωπικής του ασφάλειας που του είχαν χορηγηθεί από την Αστυνομική Διεύθυνση Ρεθύμνης για τα προηγούμενα 10 έτη του συμβάντος, τις ποινικές δικογραφίες με άγνωστους δράστες που είχαν σχηματιστεί για ένοπλες επιθέσεις που είχε δεχτεί στο παρελθόν στην περιοχή του ... κλπ. Τελικώς του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών με χρηματικό πρόστιμο 2.000 ευρώ και η ποινή φυλακίσεως ανεστάλη λόγω της κατάστασης του ποινικού του μητρώου, επί τριετία. Ο παραστάς ως Πληρεξούσιος Δικηγόρος του θεώρησε ότι θα μπορούσε (ο εκκαλών) να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση κατά της αποφάσεως αυτής, μετά την καθαρογραφή και επίδοσή της σε αυτόν και λόγω του σφάλματος αυτού παρήλθε η προθεσμία των 10 ημερών από την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής που ήταν η νόμιμη προθεσμία εμπροθέσμου ασκήσεως της εν λόγω εφέσεως. Περαιτέρω όπως του δικαιολογήθηκε δίστασε να τον ενημερώσει αμέσως για την ύπαρξη της απόφασης αυτής λόγω του ότι του είχε υποσχεθεί ότι επρόκειτο η υπόθεση να αναβληθεί μέσω της ανάπτυξης των επιχειρημάτων που είχαν, πράγμα το οποίο όμως δεν έγινε δεκτό από το δίκασαν Δικαστήριο, τα δε ανωτέρω θα βεβαιώσει και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ο ως άνω Δικηγόρος Γ. Δ. ". Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ` αυτήν πρακτικά, το Τριμελές Εφετείο, μετά από εξέταση του μάρτυρα του εκκαλούντος Γ. Δ. , την ανάγνωση εγγράφων και την έκθεση των απόψεων του εκκαλούντος επί του εκπροθέσμου της εφέσεώς του, απέρριψε την ως άνω έφεση ως εκπρόθεσμη με την αιτιολογία ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1372/11-9-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δεδομένου ότι η παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δημοσιεύθηκε στις 11-9-2008 με την παρουσία του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορούμενου και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις 11-6-2009, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών από την επίδοσή της. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι συνέτρεξε περίπτωση ανώτερης βίας, ο οποίος δικαιολογεί το εκπρόθεσμο αυτής και ανάγεται στο πρόσωπο του παραστάντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πληρεξουσίου συνηγόρου του, Δ. Γ. του Ε. , ο οποίος λόγω νομικού σφάλματος δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτήν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και διαβεβαίωνε τον εκκαλούντα ότι παρακολουθεί την υπόθεση και δήλωνε ότι η υπόθεση είχε δήθεν αναβληθεί και τον καθησύχαζε λέγοντας ότι θα τον ειδοποιήσει μόλις εκδικασθεί η υπόθεση, κρίνεται αβάσιμος κατ` ουσίαν, γιατί μόνη η αμέλεια του δικηγόρου να ασκήσει το ένδικο μέσο της εφέσεως δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας και ανυπερβλήτου κωλύματος, δικαιολογούσα το εκπρόθεσμο αυτής".
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και, ως εκ τούτου, απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης είναι η απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού διαλαμβάνει ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 11.9.2008 με την παρουσία του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ότι το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκήθηκε στις 11.6.2009, καθώς και ότι ο λόγος, τον οποίο επικαλέστηκε ο εκκαλών για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως, ήταν αβάσιμος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Όπως αναφέρθηκε, διευκρινίζεται στην απόφαση ότι, κατά τη δημοσίευσή της, ήταν παρών ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (ο οποίος τον εκπροσώπησε στη δίκη). β) Ναι μεν στο προοίμιο του σκεπτικού δεν αναφέρονται κατ` είδος τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, πλην, από τις παραδοχές της αποφάσεως, συνάγεται ότι αφενός αυτά (ιδίως η κατάθεση του δικηγόρου Γ. Δ. η υπ` αριθ. 122/2009 από 5.6.2009 μήνυση, η οποία αναγνώσθηκε, η απολογία του εκκαλούντος) συνεκτιμήθηκαν, δεδομένου ότι μόνο από αυτά μπορούσαν να αντληθούν τα πορίσματα της αποφάσεως, και αφετέρου δεν θα ήταν αναγκαία η αναφορά τους, καθόσον κρίθηκε ότι η αμέλεια του δικηγόρου να ασκήσει το ένδικο μέσο της εφέσεως δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ότι, δηλαδή, ο ισχυρισμός που πρότεινε ο εκκαλών δεν ήταν νόμιμος (έστω και αν αυτός απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμος). γ) Το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού του εκκαλούντος, στην έκθεση εφέσεως, ότι, δηλαδή, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δίστασε να τον ενημερώσει αμέσως για την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως γιατί του είχε υποσχεθεί ότι η υπόθεση θα αναβαλλόταν, πράγμα το οποίο δεν έγινε δεκτό, ήταν αντιφατικό με το πρώτο σκέλος αυτού, με το ότι, δηλαδή, ο αυτός δικηγόρος, από νομικό σφάλμα, θεώρησε ότι θα μπορούσε ο εκκαλών να ασκήσει έφεση μετά την καθαρογραφή και επίδοση της αποφάσεως, καθόσον το πρώτο σκέλος αναφέρεται σε αμέλεια του δικηγόρου, εξαιτίας της οποίας απώλεσε αυτός την προθεσμία της εφέσεως, ενώ το δεύτερο σε πρόθεση αυτού να μην αποκαλύψει στον εντολέα του το σφάλμα του. Πέραν αυτού, δεν αναφέρεται αν ο εν λόγω δικηγόρος αποφάσισε να μην ενημερώσει τον εντολέα του για την έκδοση της αποφάσεως πριν ή μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας, καθόσον, στην τελευταία περίπτωση, η μη ενημέρωση δεν θα ασκούσε επιρροή, αφού θα είχε ήδη απολεσθεί η προθεσμία, το ανυπέρβλητο, δηλαδή, κώλυμα, οφειλόμενο όχι, πλέον, σε αμέλεια, αλλά σε πρόθεση του δικηγόρου, θα είχε ανακύψει μετά την πάροδο της προθεσμίας. Κατά συνέπειαν, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, στον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι ο δικηγόρος του δεν τον ενημέρωσε για την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εφόσον, λοιπόν, ορθά και αιτιολογημένα το Τριμελές Εφετείο απέρριψε την έφεση, που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της υπ` αριθ. 1372/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, δεν υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η συναφής με τα ανωτέρω αιτίαση, η οποία προβάλλεται με ίδιο λόγο της αιτήσεως, ότι το Δικαστήριο, ενόψει των επικαλουμένων σφαλμάτων και πλημμελειών, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. για δίκαιη δίκη, είναι απαράδεκτη, γιατί η παραβίαση των διατάξεων της Ε.Σ.Δ.Α. δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, τους οποίους, όμως, δεν ιδρύουν οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προαναφέρθηκαν, αφού, όπως αναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη και το Τριμελές Εφετείο δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια. Τέλος, η αιτίαση ότι η απόρριψη του λόγου αυτού, ήτοι η τυπολατρική ερμηνεία δικαιϊκού κανόνα επί δικονομικής προϋποθέσεως του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, θα πρόσβαλε την αρχή της αναλογικότητας, είναι αβάσιμη, γιατί από καμία διάταξη νόμου ή αρχή του Συνταγματικού Δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν άλλα δικαστήρια, είτε εγχώρια είτε αλλοδαπά είτε το Ε.Δ.Δ.Α. με προηγούμενες αποφάσεις τους, δεδομένης και της αυτοτέλειας κάθε υποθέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 2/16 Μαρτίου 2011 αίτηση του Κ. Κ. του Β. , για αναίρεση της υπ` αριθ. 244/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άσκηση εφέσεως από κατηγορούμενο, ο οποίος, κατά τη συνεδρίαση, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 ΚΠΔ. Η από αμέλεια του δικηγόρου ή από άγνοια των σχετικών δικονομικών διατάξεων μη άσκηση της εφέσεως μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεν συνιστά ανώτερη βία. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης. Ο ισχυρισμός ότι ο δικηγόρος δεν ενημέρωσε τον εντολέα του για την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως είναι αντιφατικός με αυτόν για την απώλεια της προθεσμίας από νομικό σφάλμα και το δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει. Η παραβίαση διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Αβάσιμη η αιτίαση για προσβολή της αρχής της αναλογικότητας. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1670/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Δ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τριαντάφυλλο Σπάχο, περί αναιρέσεως της 5067/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 80/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501 παρ. 1 και 2 και 349 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ. όπως η τελευταία διάταξη ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με την παρ.1 του άρθρου 20 του Ν. 3904/23-12-2010, προκύπτει ότι, εάν κατά τη συζήτηση της έφεσης σε ρητή δικάσιμο που ορίσθηκε μετ` αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια δεν εμφανισθεί αυτός, η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εφόσον ο εκκαλών ήταν παρών στη δικάσιμο για την αναβολή, κατά δε της αποφάσεως αυτής μπορεί να ασκηθεί μόνο αναίρεση για όλους τους λόγους του άρθρου 510 Κ.Π.Δ. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος που κρατείται προσωρινά, δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο εξαιτίας νόμιμου κωλύματος, το δικαστήριο είτε αναβάλει τη δίκη είτε επιτρέπει την εκπροσώπησή του από συνήγορο που έχει διοριστεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της προσβαλλομένης απόφασης, που έλαβε χώρα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι την 20-1-2010 κατά την οποία συζητήθηκε η έφεσή του, κρατείτο στην Δικαστική Φυλακή Ναυπλίου, δεν παραγγέλθηκε δε η μεταγωγή του, καίτοι ο ίδιος δεν είχε υποβάλλει οποιαδήποτε δήλωση στον Διευθυντή του καταστήματος κράτησης, ότι δεν επιθυμεί να μεταχθεί. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι καίτοι η κράτηση και η μη μεταγωγή του στο δικαστήριο, τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου με την από 20-1-2010 υπηρεσιακή βεβαίωση του Διευθυντή της Δ.Φ Κορυδαλλού, εν τούτοις το τελευταίο δεν ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης διατάσσοντας την μεταγωγή του κατά την νέα δικάσιμο , με συνέπεια να στερηθεί αυτός του δικαιώματος εμφάνισής στο δικαστήριο για να υποστηρίξει τις απόψεις του και να δώσει εξηγήσεις για την πράξη που του αποδιδόταν, με συνέπεια να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του Κ.Π.Δ, από την απόρριψη της έφεσής του ως ανυποστήρικτης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, για τους παρακάτω λόγους: Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων παρέστη, κατά την συζήτηση, της από 13-10-2008, έφεσής του, που άσκησε κατά της υπ` αριθμό 155068/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, κατά την αρχική δικάσιμο της 27-3-2009, οπότε και αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης, λόγω σημαντικών αιτίων (τήρηση του ωραρίου από τον Γραμματέα της έδρας), για την δικάσιμο της 20-1-2010, κατά την οποία ο παρών κατηγορούμενος όφειλε να προσέλθει χωρίς κλήτευση (βλ. απόσπασμα της υπ' αριθμ. 26219/2009 αναβλητικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Κατά την δικάσιμο αυτή δεν προσήλθε, με συνέπεια η έφεση του να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, με την προσβαλλομένη υπ` αριθμό 5067/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η μη προσέλευση του στο δικαστήριο, ισχυρίζεται, ότι οφειλόταν, σε μη μεταγωγή του από τις φυλακές Ναυπλίου, όπου κρατείτο. Όμως από την επισκόπηση των στοιχείων του φακέλου δεν προκύπτει η βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού του. Ειδικότερα δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά την ως άνω δικάσιμο της 20-1-2010 ήταν κρατούμενος. Η υπηρεσιακή βεβαίωση του καταστήματος κράτησης Κορυδαλλού, από 20-1-2010, την οποία επικαλείται με το αναιρετήριο ο αναιρεσείων για τη βασιμότητα της ένδικης αίτησής του, η οποία υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας και είχε προσκομισθεί και στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνει επί λέξει: "Βεβαιούται ότι, ο Μ. Σ. του Δ. μετήχθη στη φυλακή ΝΑΥΠΛΙΟ στις 8-4-2009 ". Από το περιεχόμενο συνεπώς αυτής προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μετήχθη από τις φυλακές Κορυδαλλού που κρατείτο, στις φυλακές Ναυπλίου, στις 8-4-2009, δεν προκύπτει όμως ότι αυτός εξακολουθούσε να κρατείται στις τελευταίες και μετά παρέλευση εννέα περίπου μηνών δηλαδή κατά την 20-1-2010, οπότε εκδικάστηκε η Έφεσή του και απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη. Από την επισκόπηση εξάλλου των εγγράφων του φακέλου προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε υποβάλει την από 7-12-2010, αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας κατά της προσβαλλομένης με αριθμό 5067/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, στην οποία, ως λόγους, για να δικαιολογήσει την απουσία του κατά τη δικάσιμο της 20-1-2010, προβάλλει αποκλειστικά λόγους υγείας (επιληψία βαριάς μορφής) οι οποίοι δεν του επέτρεψαν να εμφανιστεί στο δικαστήριο με αποτέλεσμα να απορριφθεί η έφεσή του, ως ανυποστήρικτη. Στην ίδια δε εκείνη αίτηση ακυρώσεως επικαλείται ως λόγο δικαιολογούντα τη βραδεία (εκπρόθεσμη) αίτησή του το γεγονός ότι πληροφορήθηκε την ύπαρξη της υπ' αριθ. 5067/2010 απόφασης στις 3-12-2010 όταν συνελήφθη τυχαία σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης. Αν ήταν κρατούμενος κατά την ως άνω δικάσιμο της 20-1-2010, όπως διατείνεται με την κρινόμενη αναίρεσή του, προφανώς θα το περιελάμβανε ως λόγο για την παραδοχή της ως άνω αίτησης ακύρωσης. Η εν λόγω αίτησή του περί ακυρώσεως της διαδικασίας απορρίφθηκε από το δικαστήριο. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. πλημμέλεια περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 δ' του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα προς τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως κατ` ουσία αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Ποιν.Δικ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 30-12-2010 αίτηση του Σ. Μ. του Δ. για αναίρεση της 5067/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως ανυποστήρικτης. Ορθά το δικαστήριο προέβη στην εκδίκαση της έφεσης και τη απόρριψή της ως ανυποστήρικτης, χωρίς να αναβάλει προκειμένου να διατάξει τη μεταγωγή του κατηγορουμένου, αφού δεν προέκυψε ότι αυτός όντως ήταν κρατούμενος στις φυλακές, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.