text stringlengths 2.14k 585k | summary stringlengths 1 6.5k | case_category stringclasses 399 values | case_tags stringlengths 5 295 ⌀ | subset float64 0 2 |
|---|---|---|---|---|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1669/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Λ. Μ. του Γ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πηρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θωμά, περί αναιρέσεως της 7547 και 7575/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1521/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του αρθρ. 229 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ` αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του καταμηνύσαντος ψευδώς. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η τυχόν αντιγραφή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, του αιτιολογικού και του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, και τις σκέψεις υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, εφόσον διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία εκείνα, που απαιτεί η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν σημαίνει ότι δεν έγινε νέα αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών ή ότι δεν υπάρχει αιτιολογημένη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ή ότι η ενώπιόν του δίκη δεν ήταν δίκαιη. Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 7547,7575/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, α) για ψευδή καταμήνυση σε βάρος του εγκαλούντα Α. Α. και β) συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του παραπάνω, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα(12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ` είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα εξής: Η Α. Μ. είχε ασκήσει κατά της κατηγορουμένης Λ. Μ. και της μητέρας της (Κ. Μ. ) την από 28-6-1999 μήνυσή της για τις αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, κλοπής, πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και συκοφαντικής δυσφήμησης. Πιο συγκεκριμένα η πιο πάνω μηνύτρια ισχυρίστηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι του 1997 έως και τον Απρίλιο του 1999, η κατηγορουμένη, με την οποία διατηρούσε την περίοδο εκείνη στενή φιλική σχέση, της παρέστησε ψευδώς ότι ήταν ιδιαιτέρα γραμματέας, ειδική σύμβουλος και συνεργάτης του ότι Υπουργού Εθνικής Οικονομίας Γ. Π. , ότι τον ακολουθούσε στα ταξίδια του στο εξωτερικό, ότι φρόντιζε για τις δημόσιες σχέσεις του, ότι ρύθμιζε τις προσωπικές και οικονομικές του υποθέσεις και γενικά, ότι ήταν η πιο έμπιστη συνεργάτιδά του. Ότι λόγω της πιο πάνω ιδιότητάς της γνώριζε σημαντικά πρόσωπα του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου, μεταξύ των οποίων και του πρώην Διοικητή της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας και προσωπικό φίλο του Υπουργού, Κ. Σ. , που ήταν μέλος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και είχε απόλυτη γνώση και έλεγχο του Χρηματιστηρίου και τέλος, ότι, ο ίδιος προέβαινε σε επενδύσεις κεφαλαίων του Υπουργού, αποφέροντας στον τελευταίο τεράστια κέρδη, μέσω δε αυτού είχε τη δυνατότητα να προβαίνει η ίδια, για λογαριασμό της μηνύτριας, σε εξασφαλισμένες και με ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις επενδύσεις στο χρηματιστήριο... Ότι, με τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις την έπεισε και της κατέβαλε, τμηματικά, το συνολικό ποσό των 26.000.000 δρχ. προκειμένου να τα επενδύσει για λογαριασμό της στο χρηματιστήριο και πλειοδοτήσει σε πλειστηριασμό ακινήτου και αυτοκινήτου. Για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις ασκήθηκε ποινική δίωξη και διενεργήθηκε τακτική ανάκριση. Η κατηγορουμένη, αρχικά, αρνήθηκε η κατηγορία. Στη συνέχεια, όμως, με το από 2-12-2002 συμπληρωματικό απολογητικό της υπόμνημα, που κατέθεσε στην 3η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών κατήγγειλε, για πρώτο φορά, ως ηθικό αυτουργό των πιο πάνω πράξεων του, ήδη, μηνυτή Α. Α. , με τον οποίο την περίοδο εκείνη διατηρούσε ερωτικό δεσμό. Ειδικότερα, στον τελευταίο, καταλόγισε ότι ήταν ο εγκέφαλος που σχεδίασε και εκτέλεσε με μεθοδικότητα τις πιο πάνω πράξεις, χρησιμοποιώντας την ίδια ως πειθήνιο όργανό του, υποσχόμενος ότι θα εξασφαλίσει την ίδια και το παιδί της (από προηγούμενο γάμο της) και ότι θα αποζημιώσει τα θύματά τους... Ότι, ο ίδιος (Α. Α. ) εκβίασε, με κασέτες που, δήθεν, διέθετε, τον Ι. Μ. δικηγόρο του Ελληνα Πρέσβου στην Κένυα Γ. Κ. , για να συμβιβάσει την υπόθεση της απάτης και σε βάρος του τελευταίου. Ότι, ο ίδιος (Α. Α. ), φρόντισε, στη συνέχεια, να την φυγαδεύσει στο εξωτερικό (Ντουμπάϊ), προκειμένου να χαθούν τα ίχνη της και ότι, μετά την επάνοδό της στην Ελλάδα, κατέδωσε στην Αστυνομία την διεύθυνση κατοκίας της, προκειμένου να συλληφθεί για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις. Ενώ, τέλος, ότι, η συμμετοχική του δράση αποδεικνύεται και από την μετέπειτα συμπεριφορά του, δηλαδή, καθ' ον χρόνο ήταν προσωρινά κρατούμενη στις φυλακές, κατέβαλε χρήματα στον δικηγόρο της, για πληρωμή εγγυοδοσιών που της επιβλήθηκαν ως περιοριστικοί όροι σε άλλες εκκρεμείς σε βάρος της συναφείς υποθέσεις, που αφορούσαν άλλους εξαπατηθέντες. Στη συνέχεια, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι τα διαλαμβανόμενα στο συμπληρωματικό απολογητικό υπόμνημα της κατηγορουμένης περιστατικά ήταν ψευδή και τελούσε σε γνώση της αναλήθειας αυτών. Κατέθεσε, δε, αυτά με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του μηνυτή (Α. Α. ) για ηθική αυτουργία στην τέλεση της κακουργηματικής απάτης σε βάρος της κατηγορουμένης, Σημειωτέον, ότι, σε βάρος της κατηγορουμένης έχουν ασκηθεί και εκκρεμούν και άλλες ποινικές διώξεις για απάτη σε βάρος και άλλων ατόμων. Τα ίδια δε περιστατικά ήταν και συκοφαντικά για τον μηνυτή - εγκαλούντα, καθόσον, ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Όσα δε καταμαρτυρεί σε βάρος του, το επίμαχο συμπληρωματικό απολογητικό της υπόμνημα, δεν ενισχύθηκαν, κατά την ακροαματική διαδικασία, από κανένα αποδεικτικό μέσο, πλην της απολογίας της, η οποία δεν υπήρξε πειστική. Τα κίνητρά της, δε, ενδεχόμενα, να είναι προσωπικά, λόγω της διακοπής, στο μεταξύ χρονικό διάστημα, της ερωτικής σχέσης που διατηρούσε με τον μηνυτή. Πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής είναι έγγαμος, με δύο τέκνα και οικονομικά εύπορος, δηλαδή, διατηρούσε ναυπηγοεπισκευαστική επιχείρηση στο Πέραμα Αττικής (σωληνουργικές εργασίες), ενώ παράλληλα δραστηριοποιείτο και στις οικοδομικές επιχειρήσεις. Γνώρισε την κατηγορουμένη τον Ιούνιο του 1996 (όταν αυτή ήταν διαζευγμένη με ένα ανήλικο τέκνο) μετά από σύσταση τρίτου προσώπου (Δ. Μ. ), προκειμένου να του επιδειχθούν από την ίδια ακίνητα προς αγορά από πλειστηριασμούς. Κατά τη συνάντησή τους αυτή, η κατηγορουμένη (η οποία διακρίνεται για την εξαιρετική της ικανότητα να προσεγγίζει επιχειρηματίες και να τους πείθει για επωφελείς δήθεν επενδύσεις), παρέστησε ψευδώς στον μηνυτή τα ίδια πιο πάνω ψευδή περιστατικά που παρέστησε και σε άλλα τρίτα πρόσωπα (θύματα), προκειμένου να του αποσπάσει χρήματα. Ο τελευταίος συνήψε μαζί της ερωτική σχέση (ήταν μεγαλύτερός της κατά 22 χρόνια), χωρίς να έχει γνώση της εγκληματικής της δραστηριότητας. Μάλιστα, της παρέδωσε χρήματα (δεν προέκυψε το ακριβές ποσό) για αγορές ακινήτων από πλειστηριασμούς, οι οποίες δεν πραγματοποιήθηκαν, ενώ, παράλληλα, την σύστησε σε γνωστούς του επιχειρηματίες, προκειμένου να επεκτείνει την πελατεία της, μη γνωρίζοντας, βέβαια, τα απατηλά μέσα που χρησιμοποιούσε προκειμένου να επιτύχει τους παράνομους σκοπούς της. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής (Α. Α. ) συμμετείχε ως ηθικός αυτουργός στις πράξεις της απάτης που αυτή τέλεσε, με τον μνημονευόμενο στο συμπληρωματικό της υπόμνημα τρόπο, όπως εκτέθηκε αναλυτικά πιο πάνω. Αντίθετα, η κατηγορούμενη κηρύχθηκε ένοχη, με την απόφαση 889/08 του Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για τέλεση κακουργηματικής απάτης σε βάρος της προαναφερομένης Α. Μ. και της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών (έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη σε βάρος της για τις πλημμεληματικές πράξεις της κλοπής, πλαστογραφίας και συκοφαντικής δυσφήμησης), ενώ, κηρύχθηκε αθώος ο μηνυτής (Α. Α. ) για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην τέλεση της απάτης. Ούτε, βέβαια, αποδείχθηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, η τέλεση εκβιασμού από μέρους του τελευταίου (Α. Α. ) σε βάρος του προαναφερομένου Γ. Κ. , για να συμβιβαστεί, δήθεν, η τέλεση απάτης σε βάρος του ή τέλος, ή δήθεν φυγάδευσή της στο εξωτερικό από τον μηνυτή για να μη συλληφθεί εξαιτίας των σε βάρος της ποινικών διώξεων. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής, δεν κινήθηκε δικαστικά σε βάρος της, αν και υπήρξε θύμα και ο ίδιος της κατηγορουμένης, στο διάστημα της ολιγόχρονης σχέσης τους, στη διάρκεια της οποίας του αποσπούσε χρηματικά ποσά, όχι, μόνο, για διενέργεια δήθεν, αγορών στο όνομα του, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και για πολυτελή από μέρους της προσωπική διαβίωση. Μετά τη σύλληψή της (20-9-2001) μάλιστα, και όσο αυτή ήταν προσωρινά κρατούμενη στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού (επί 11 μήνες), με συνεχείς επιστολές της προς τον μηνυτή του ζητούσε να της συμπαρασταθεί επικαλούμενη την αγάπη της προς αυτόν (παρά την διακοπή της σχέσης τους, στο μεταξύ χρονικό διάστημα) καθώς και την τραγική κατάσταση του ανηλίκου τέκνου της. Χαρακτηριστικές περικοπές των πιο πάνω επιστολών, που έχουν σημαντική αξία στη διερεύνηση της αλήθειας στην υπόθεση αυτή και μάλιστα, για την προσωπικότητα και το ήθος του μηνυτή έχουν ως εξής: " ...Ποτέ δεν συμμετείχε σε ο,τιδήποτε παράνομο κατηγορούμαι... Ποτέ δεν πήρες κάτι υλικό από μένα... Ο μηνυτής, κινούμενος από ανθρωπιστικούς και μόνο λόγους, αλλά και λόγω της ερωτικής σχέσης που είχε με την κατηγορούμενη στο παρελθόν, ενέδωσε στις παρακλήσεις της και πράγματι την βοήθησε οικονομικά με τις καταβολές των χρηματικών ποσών που αναφέρει η κατηγορούμενη στο επίμαχο συμπληρωματικό απολογητικό της υπόμνημα. Επίσης, ωθούμενος από τα ίδια κίνητρα, ο μηνυτής κατέθεσε και ως μάρτυρας υπεράσπισής της, στις 5-4-2000 και 8-2-2002, κατά την διενεργούμενη σε βάρος της κατηγορουμένης τακτική ανάκριση, για τις κακουργηματικές απάτες σε βάρος τρίτων. Επομένως, εν γνώσει της αναληθείας η κατηγορούμενη επιχείρησε να συνδέσει την πιο πάνω συμπεριφορά του μηνυτή με ηθική αυτουργία στις απάτες που η ίδια είχε διαπράξει. Κατ' ακολουθίαν, η κατηγορουμένη εν γνώσει της κατεμήνυσε ψευδώς τον μηνυτή ως ηθικό αυτουργό στις απάτες που αυτή είχε διαπράξει (μεταξύ των οποίων και αυτή που αφορούσε την Α. Μ. ), με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για την πράξη αυτή και επιπλέον, τα ίδια ψευδή περιστατικά ισχυρίστηκε στην Τακτική Ανακρίτρια προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη ή του.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κι συκοφαντικής δυσφήμησης. Με τις παραδοχές αυτές, που αλληλοσυμπληρώνονται από το διατακτικό, το δικάσαν δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμενη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδεδείχθηκαν, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των παραπάνω εγκλημάτων, της ψευδούς καταμηνύσεως, και της συκοφαντικής δυσφήμησης για τα οποία κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα και τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του. Περαιτέρω η αντιγραφή του αιτιολογικού και διατακτικού της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ακριβώς τα ίδια, δεν σημαίνει ότι το Τριμελές Εφετείο δεν άσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία, με δική του αυτοτελή κρίση, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα. Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο αποφάσισε για την ενοχή της αναιρεσείουσας μετά από συζήτηση, αποδεικτική διαδικασία και διάσκεψη και στη συνέχεια απήγγειλε προφορικά την απόφασή του, όπως ορίζει το άρθρο 371 παρ. 1 του ΚΠΔ, ενώ η γραπτή σύνταξη και υπογραφή της αποφάσεως (οπότε και έλαβε χώρα η αντιγραφή) έγινε μεταγενέστερα, σύμφωνα με τα άρθρα 142 παρ. 2 και 144 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης αποτελεί κατά το μέγιστο μέρος του αντιγραφή του σκεπτικού του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επομένως, ο συναφής 2ος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 548 του ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις του. Τέτοια είναι και η απόφαση του δικαστηρίου περί διακοπής της δίκης προκειμένου να προσαχθεί βιαίως απολειπόμενος μάρτυρας.
Συνεπώς και η απόφαση αυτή, είναι ελευθέρως ανακλητή, μπορεί δε να είναι και σιωπηρή, με την έννοια ότι η υπόθεση επανεισάγεται προς συζήτηση και το δικαστήριο ερευνά την υπόθεση χωρίς να εμμείνει στην περί αναβολής απόφασή του, αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις, χωρίς τις νέες που διέταξε, όπως εξέταση κάποιου μάρτυρα. Παρέπεται δε εντεύθεν, ότι μετά την επανεισαγωγή της υποθέσεως και την κλήτευση του κατηγορουμένου να παραστεί στην μετά την διακοπή δικάσιμο, τυχόν πρόταση του εισαγγελέα της έδρας για ανάκληση της ανωτέρω προπαρασκευαστικής αποφάσεως είναι περιττή, το δε δικαστήριο δεν υποχρεούται να εκδώσει απόφαση σχετικώς και μάλιστα αιτιολογημένη, πολύ δε περισσότερο να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο να λάβει θέση, εκτός εάν αυτός επανυποβάλλει το αίτημα διακοπής ή αναβολής.
Συνεπώς, ο συναφής 2ος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι δεν της δόθηκε σχετικά ο λόγος πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην ανάκληση της αποφάσεως αυτής, και έλλειψη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας ανακλητικής απόφασης, και κατά το σκέλος αυτό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, περί ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Προκειμένου για φωτογραφίες ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα, τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από το διευθύνοντα τη συζήτηση. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και φωτογραφίες, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, κατόπιν επιδείξεως αυτών από το διευθύνοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, μεταξύ των εγγράφων, που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του, αναφορικά με την ενοχή της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνονται και "τρία φωτοαντίγραφα φωτογραφιών". Είναι σαφές, ότι προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και ότι επιδείχθηκαν από τον πρόεδρο οι φωτογραφίες και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους και η αναιρεσείουσα, η οποία είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις παρατηρήσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Άλλωστε δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα η επισκόπησή τους ή κάποιου άλλου εγγράφου και το δικαστήριο αρνήθηκε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, 1ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι, λόγω μη επιδείξεως και επισκοπήσεως των τριών φωτογραφιών που λήφθηκαν υπόψη, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 59 του Κ.Π.Δ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005, "όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη", κατά δε την παράγραφο 2 αυτού "Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, αν για το γεγονός, για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε η καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ. 1 εδ. β'), αναβάλλει με πράξη την κάθε περαιτέρω ενέργεια ως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών". Από τη διάταξη αυτή, με την οποία επιχειρήθηκε να εξαλειφθεί το φαινόμενο του ανοίγματος σειράς δικών, με αφορμή την αρχική δίκη και των αλλεπάλληλων αναβολών μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της κύριας δίκης με την εντεύθεν ταλαιπωρία των διαδίκων, αλλά και την επιβάρυνση των Ποινικών Δικαστηρίων, προκύπτει, ότι για να αναβληθεί η ποινική δίκη λόγω ύπαρξης προδικαστικού ζητήματος, σύμφωνα με το άρθρο 59 Κ.Π.Δ, με την έννοια ότι το δικαστήριο, υποχρεούται να συμμορφωθεί με την επιταγή του άρθρου 59, δεν έχει τη δυνατότητα να μην την εφαρμόσει, υποπίπτοντας διαφορετικά στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας. Όμως πρέπει, στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362 και 363 του ΠΚ, να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για το γεγονός για το οποίο έγινε η καταμήνυση ή δόθηκε ο όρκος ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος. Περαιτέρω, χωρίς την υποβολή αιτήματος για αναβολή της δίκης για τον παραπάνω λόγο, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προβεί αυτεπαγγέλτως στην αναβολή και αν δεν το κάνει δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης και τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε στο δικαστήριο σχετικό αίτημα αναβολής ή αναστολής της δίκης λόγω υπάρξεως προδικαστικού ζητήματος. Απλά, στο έγγραφο σημείωμα το οποίο κατέθεσαν οι συνήγοροί της και το οποίο ανέπτυξαν και προφορικά, αναφέρεται ότι η απαλλαγή του εγκαλούντος με την υπ` αριθμό 5889/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως " δεδικασμένο" που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναγκαστική παραδοχή των ισχυρισμών του, περί ελλείψεως ποινικής του ευθύνης. Αν ήθελε υποστηριχθεί ότι υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα αυτό είναι αόριστο, αφού δεν συνδέεται με κάποιο αίτημα και δεν προσδιορίζεται η συνδρομή των όρων εφαρμογής του άρθρου 59 Κ.Π.Δ. ήτοι ότι η παραπάνω απόφαση αφορούσε, τα περιστατικά για τα οποία έγινε η καταμήνυση και ότι η παραπάνω υπ` αριθμό 5889/2008 απόφαση, δεν είχε καταστεί αμετάκλητη. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμό 1285/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε σχετική αίτηση του Εισαγγελέα του Α.Π. για αναίρεση της ως άνω, υπ` αριθμό 5889/2008 απαλλακτικής, ως προς τον εγκαλούντα, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με αφορμή την ασκηθείσα ποινική δίωξη συνεπεία της ψευδούς καταμήνυσης της αναιρεσείουσας σε βάρος του, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική απάτη που η αναιρεσείουσα διέπραξε, η οποία έτσι είχε καταστεί αμετάκλητη. Να σημειωθεί ότι η παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου δημοσιεύθηκε στις 25-6-2010, και συνεπώς κατά το χρόνο εκδίκασης (13 και 15-9-2010) της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτή είχε δημοσιευθεί, καίτοι δεν φέρεται ως αναγνωσθείσα.
Συνεπώς, κατά το χρόνο εκδικάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν υφίστατο εκκρεμότητα της κύριας δίκης για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε βάρος του εγκαλούντα και ως εκ τούτου δε συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση αναβολής της δίκης για τις ένδικες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Άλλωστε το γεγονός της εκδόσεως της υπ` αριθμό 5889/2008 απαλλακτικής για τον εγκαλούντα αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, διαλαμβάνεται ως παραδοχή στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ότι η εν λόγω απαλλαγή του εγκαλούντα είναι αμετάκλητη. Έτσι, κρίνοντας το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον κατά τα προαναφερθέντα δεν συνέτρεχε περίπτωση υποχρεωτικής αναστολής κατ` άρθρο 59 του Κ.Π.Δ, και είναι εντεύθεν, απορριπτέος ως αβάσιμος ο 3ος , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης, περί απολύτου ακυρότητας και υπερβάσεως εξουσίας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 -10- 2010 (με αριθμό πρωτ. 2313/2010) αίτηση της Λ. Μ. του Γ. , για αναίρεση της με αριθμό 7547, 7575/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απόφαση για διακοπή δίκης, προκειμένου να προσέλθει βιαίως απολιπόμενος μάρτυρας, μπορεί να ανακληθεί και σιωπηρά χωρίς το δικαστήριο να υποχρεούται να εκδόσει σχετικά απόφαση και μάλιστα αιτιολογημένη. Η ανάγνωση φωτογραφιών τίθεται υπό την έννοια της επισκόπησής τους. Προϋπόθεση αναβολής ή αναστολής της δίκης κατ' άρθρο 59 Κ.Π.Δ. είναι να υποβληθεί ορισμένο σχετικό αίτημα. Απορρίπτει αναίρεση. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1668/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Α. Β. του Κ. και 2 Ε. Λ. του Δ. , κατοίκων ... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Συμεωνίδη, περί αναιρέσεως της 198/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Γ. Π. του Θ. , κάτοικο ... , η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Ιουνίου 2011 (δύο) αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 813/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι από 24-6-2011, δύο αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 2/2011 και 1/2011) των 1) Β. Α. του Κ. , και 2)Ε. Λ. του Δ. αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 198/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (Ολ.Α.Π. 3/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 Π.Κ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς, σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς, κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο καθένας συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επί μέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. (Ολ. Α.Π.50/1990).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως συνιστά και η έλλειψη της υπό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τοιαύτη δε έλλειψη, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ` αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, δια των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των, αρκεί να προκύπτει ανενδοιάστως ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος περί της ενοχής του κατηγορουμένου το δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο, επιλεκτικώς, ορισμένα από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τοιαύτης διατάξεως συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ως αληθή στην διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο υπό του Αρείου Πάγου ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης υπ` αριθμό 198/2011 αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας που την εξέδωσε δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται κατά το είδος τους, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση και συγκεκριμένα ότι αυτοί (κατηγορούμενοι) στην Κέρκυρα: α) ως εργοδότες, κατήρτισαν την από 23-11-2003 σύμβαση εργασίας της εγκαλούσας και έθεσαν επί αυτής κατ' απομίμηση την υπογραφή της, χωρίς η εγκαλούσα να το γνωρίζει και να συναινεί προς τούτο, εμφανίζοντας έτσι ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνο μεταξύ αυτής και της εκπροσωπούμενης από αυτούς εταιρεία με την επωνυμία "ΣΙΤΥ ΜΠΙΖΝΕΣ Α.Ε." είχε διάρκεια από 24-11-2003 έως 24-9-2004 ενώ είχε προσληφθεί και εργαζόταν από τον Απρίλιο του 2003, β) έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας στην καρτέλα της εκπροσωπούμενης από αυτούς εταιρείας στο Ι.Κ.Α. Κέρκυρας, όπου εγγράφεται η ημερομηνία πρόσληψης των μισθωτών, εμφανίζοντας έτσι σε κάθε τρίτο ότι η παραπάνω εγκαλούσα προσελήφθη στις 24-11-2003, γ) έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας στις αποδείξεις πληρωμής των μηνών Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2003, Δώρου Χριστουγέννων 2003, Ιανουαρίου - Σεπτεμβρίου 2004, Δώρου Πάσχα 2004, επιδόματος αδείας 2004 και Δώρου Χριστουγέννων 2004, Φεβρουαρίου - Ιουλίου 2005 και Δώρου Πάσχα 2005. Στη συνέχεια τα πιο πάνω έγγραφα τα προσκόμισαν στις 22-6-2007 ενώπιον του Ειρηνοδίκου Κέρκυρας κατά τη συζήτηση της από 20-5-2006 αγωγής της εγκαλούσας κατά της εκπροσωπούμενης από αυτούς ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΤΥ ΜΠΙΖΝΕΣ Α.Ε.", ήτοι για περιστατικά που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και ειδικότερα με σκοπό να μην καταδικαστούν να καταβάλουν τις διεκδικούμενες με αυτήν (αγωγή), αποδοχές στην εγκαλούσα, ήτοι προς απόρριψη της αγωγής αυτής. Ο ισχυρισμός της πρώτης κατηγορουμένης ότι αυτή το επίδικο χρονικό διάστημα λόγω προβλημάτων υγείας της, δεν ασχολούταν με την επιχείρηση αλλά μόνο επί δίωρο κάθε ημέρα ουδόλως αποδείχθηκε αλλά και αληθής υποτιθέμενος δεν την απαλλάσσει των ευθυνών της σχετικά με την υπογραφή κατ' απομίμηση της εγκαλούσας, των ως άνω εγγράφων που αφορούσαν την πρόσληψη της δεδομένου ότι, αποδέχθηκε κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απολογία της, ότι εργαζόταν καθημερινά επί δίωρο και επομένως είχε επαφή με την επιχείρηση και χειριζόταν τα θέματα αυτής (βλ. πρακτικά πρωτοβαθμίου δίκης), αλλά και κατά την απολογία της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δέχθηκε ότι εργαζόταν περιστασιακά και όχι ότι δεν είχε καμία επαφή με την επιχείρηση.
Επομένως, θα πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της παραπάνω πράξης.
ΕΠΕΙΔΗ η πρώτη κατηγορούμενη (Ε. Λ. ) μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, πρέπει να αναγνωριστεί σε αυτήν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' του Π.Κ.
ΕΠΕΙΔΗ ο δεύτερος κατηγορούμενος (Α. Β. ) επί σχετικώς μακρό διάστημα χρόνου μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλώς πρέπει να αναγνωριστεί σε αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του Π.Κ. Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως, της πλαστογραφίας με χρήση κατ `εξακολούθηση και αφού τους αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, για τον πρώτο αναιρεσείοντα και του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ για τη δεύτερη αναιρεσείουσα, τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών σε καθένα, η οποία μετετράπη προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως για τον πρώτο αναιρεσείοντα ενώ ανεστάλη επί τριετία για τη δεύτερη αναιρεσείουσα.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27, 98 και 216 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση: α) τα περιστατικά της συναυτουργικής δράσεως των αναιρεσειόντων, ήτοι ο κοινός αυτών δόλος στα πλαίσια της συναποφάσεως προς τέλεση της άνω αξιοποίνου πράξεως και η σύμπραξη αυτών για την πραγμάτωσή της, χωρίς να ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας και η εξειδίκευση των επί μέρους ενεργειών του καθενός, β) τα πλαστά έγγραφα (σύμβαση εργασίας, καρτέλα της υπ` αυτών εκπροσωπούμενης εταιρείας στο Ι.Κ.Α, αποδείξεις πληρωμής τις οποίες εξειδικεύει), των οποίων οι αναιρεσείοντες έκαναν χρήση για να προσπορίσουν στους εαυτούς των παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας γ) ο λόγος για τον οποίο οι αναιρεσείοντες κατάρτισαν και έκαναν χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, ήτοι, ότι αποσκοπούσαν με τη χρήση τους, να παραπλανήσουν τρίτους και συγκεκριμένα τον Ειρηνοδίκη Κερκύρας, στον οποίο προσκομίστηκαν στις 22-6-2007, κατά τη συζήτηση σχετικής εργατικής αγωγής της εγκαλούσας κατά της εταιρείας που αυτοί εκπροσωπούσαν, γεγονός που προδήλως θα μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ως προς τα νόμιμα δικαιώματά της από την εργασιακή σύμβαση, αφού εμφάνιζαν αυτήν (εργασιακή σύμβαση) με τη δήθεν υπογραφή της εγκαλούσας, να έχει μικρότερη διάρκεια από την πραγματική και επί πλέον εμφάνιζαν την εγκαλούσα να έχει υπογράψει τις αναλυτικά αναφερόμενες εξοφλητικές αποδείξεις.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' του Κ.Π.Δ. συναφής 1ος λόγος των αναιρέσεων, περί ελλείψεως αιτιολογίας της απόφασης, και ελλείψεως νομίμου βάσεως (παραβιάσεως εκ πλαγίου του άρθρου 45 και 216 παρ.1 ΠΚ) διότι δεν εξειδικεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι ενέργειες κάθε συναυτουργού είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Διαφορετικά, αν δεν πρόκειται περί αυτοτελών ισχυρισμών, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, ο συνήγορος υπεράσπισης της 2ης αναιρεσείουσας, πρόβαλε τον παρακάτω ισχυρισμό: " Η πρώτη κατηγορουμένη το επίδικο διάστημα δεν είχε την εποπτεία της επιχείρησης διότι αντιμετώπιζε σοβαρούς λόγους υγείας". Όπως, όμως, διατυπώθηκε ο ισχυρισμός αυτός, ήταν αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και όχι αυτοτελής με την έννοια που προαναφέρθηκε. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, καίτοι το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικά επί του ισχυρισμού αυτού, παρά ταύτα απάντησε και τον απέρριψε με την αιτιολογία που προαναφέρθηκε κατά την παράθεση του σκεπτικού της απόφασης.
Συνεπώς, η περιεχόμενη στον 3ο λόγο της αναιρέσεως της 2ης αναιρεσείουσας, αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας του φερομένου ως αυτοτελούς, κατά τα άνω ισχυρισμού, που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Δ', είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εφόσον δε τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, δεν τίθεται, ως προς αυτόν, ζήτημα προσδιορισμού ταυτότητας, προκειμένου να ασκήσει τα πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου ότι αυτός, ως επικαλούμενος και προσκομίζων αυτά, γνωρίζει το περιεχόμενό τους και μπορεί, έτσι, να προβαίνει, κατ άρθρο 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων είναι και το με τον αριθμό 1, ήτοι αντίγραφο της από 24-1-2003, σύμβασης εργασίας, της καρτέλας εργοδότριας εταιρείας για το Ι.Κ.Α. Κέρκυρας και αποδείξεων πληρωμής. Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους. Εξάλλου τα έγγραφα αυτά τα είχαν προσκομίσει οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, ενώπιον Του Ειρηνοδίκη Κέρκυρας, κατά τα γενόμενα κατά τα άνω δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση, και επομένως, γνώριζαν την ταυτότητα και το περιεχόμενο τους, άλλωστε όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως αναγνώσθηκαν. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τους αναιρεσείοντες, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, ούτε ότι υποβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Το Τριμελές, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις των κατηγορουμένων ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής τους, κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά τα αναφερόμενα στην αίτησή του επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο 2ος , από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αίτησης των παραπάνω αναιρεσειόντων, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω, και μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν και καταδικασθεί έκαστος εκ των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 24-6-2011, δύο αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 2/2011 και 1/2011) των 1) Β. Α. του Κ. , και 2) Ε. Λ. του Δ. , αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 198/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Και
Καταδικάζει έκαστο εκ των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, από κοινού. Δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Κατάρτιση πλαστών εγγράφων και θέση κατ' απομίμηση της υπογραφής της εγκαλούσας. Προσκομιδή των εν λόγω εγγράφων στο δικαστήριο. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εγγράφων ανάγνωση. Επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους. Αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση. | null | null | 0 |
Αριθμός 1667/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Σταμούλας Ψύχα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ά. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 3979/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Ι., κάτοικο ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Παπαπαναγιώτου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2011 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 887/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 13 Οκτωβρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλήν όμως δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 24 Ιουνίου 2011, αίτηση της Ά. Σ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 3979/2011 απόφασης του Α'Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δ. Ι., που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 2 |
Αριθμός 1666/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση-Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νεομβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης A. T. του N., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενη στις Γυναικείες Φυλακές Ελαιώνα Θηβών, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1494-1495/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 102/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 ΚΠοινΔ με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα Α. T. δια της προϊσταμένης διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών Ελαιώνα Θήβας απέστειλε την από 7-11-2011 αίτηση αναβολής της δίκης για το λόγο ότι από λόγους οικονομικούς δεν μπόρεσε να διορίσει συνήγορο. Από την 846/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου όμως προκύπτει ότι η υπόθεση αυτή έχει αναβληθεί από τη δικάσιμο της 18ης Μαΐου 2011 για τη σημερινή και, επομένως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη άλλη αναβολή δεν επιτρέπεται για κανένα λόγο. Κατά συνέπεια το αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ γ' ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αν με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ α' ΚΠοινΔ αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, από το ημερομηνία 9 Φεβρουαρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης της γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών Ελαιώνα Θηβών, Ι. Ζ., προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανιστεί κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαΐου 2011, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση για αναίρεση της 1494-1495/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 1 |
Αριθμός 1664/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 και 23 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Σταμούλας Ψύχα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Z. (επώνυμο) S. (όνομα) του L. και της P., υπηκόου Αλβανίας, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδρουλάκη, κατά της με αριθμό 45/2001 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο Κράτος της Αλβανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε τη με αριθμό 17/07.06.2011 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Κωστούλας Θεοδω-ροπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 727/2011. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος-εκζητουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί αυτός στο Κράτος της Αλβανίας και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη έφεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα εφετών στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η ένδικη με αριθμό 17/7.6.2011 έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως την πιο πάνω ημερομηνία με δήλωση ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών κατά της 45/7.6.2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου-εκκαλούντος S. Z. του L. και της P., Αλβανού υπήκοου, για την εκτέλεση της 17/25.1.2010 απόφασης του Πρωτοδικείου Βαρέων Κακουργημάτων Τιράνων, με την οποία του επιβλήθηκε το μέτρο της προσωπικής περιοριστικής ασφάλειας (σύλληψη στη φυλακή) για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία. Γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 4436 ΚΠολΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (ΚΠολΔ 437-456) οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13.12.1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και από την Αλβανία στις 19.5.1998, με την έναρξη ισχύος 17.8.1998, από δε της κύρωσής της διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των παραπάνω κρατών, στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής, ορίζει ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότατη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφάλειας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστον όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα εξής :Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσκομισθούν α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τόπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β)έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμου χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο της διατάξεως, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερα καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώστηκαν, και η από του εκζητούμενου, με επίκληση, προσκομιζόμενη 60/11.11.2011 απόφαση του Πενταμελούς Πλημμελειοδικείου Τιράνων, η οποία αναγνώστηκε, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του προφορικά, καθώς και με την έφεση ενώπιον του Συμβουλίου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα :Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές Αρχές του Αλβανού υπήκοου S. Z. του και της P., για την εκτέλεση της 17/25.1.2010. απόφασης του Πρωτοδικείου Βαρέων Κακουργημάτων Τιράνων, που επιβάλλει στον εκζητούμενο το ασφαλιστικό μέτρο της προσωπικής περιοριστικής ασφάλειας (σύλληψη στη φυλακή), για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία , που προβλέπεται από το άρθρο 283/α/2 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα, και η οποία (απόφαση) είναι εκτελεστή κατά το συνοδεύον την αίτηση από 8.2.2010 ένταλμα της Εισαγγελίας Βαρέων Κακουργημάτων Τιράνων . Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης ..., δυνάμει του 35/10.5.2011 εντάλματος σύλληψης της Προέδρου Εφετών Αθηνών, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Αλβανίας, η 445/1 από 18.4.2011 ρηματική διακοίνωνση της Αλβανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, και η 134/4 από 13.4.2011 σχετική αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με το 38238 ΦΕΑ 1331/19.4.2011. έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με την αίτηση αυτή συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση της οποίας στην Ελληνική έγινε επισήμως από το πρωτότυπο αλβανικό κείμενο, μεταξύ των οποίων εγγράφων διαλαμβάνεται και η προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου Βαρέων Κακουργημάτων Τιράνων 17/25.1.2010. Δυνάμει της προδιαληφθείσας απόφασης του Πενταμελούς Πλημμελειοδικείου Τιράνων 60/11.11.2011, ο εκκαλών, που όπως από τα προαναφερθέντα στοιχεία συνάγεται είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο, πράγμα που ο ίδιος δεν αμφισβητεί, κηρύχθηκε αθώος της παραπάνω πράξης, η οποία είναι αξιόποινη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία και συγκεκριμένα προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 45 Π.Κ. και 20 παρ. 1 περ. α'Ν. 3459/2006, σε βαθμό κακουργήματος, και απαλλάχτηκε από τα ασφαλιστικά μέτρα "προφυλάκισης", που είχαν επιβληθεί με την πιο πάνω 17/25.1.2010 απόφαση, για την εκτέλεση της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος. Ενόψει τούτων, εφ'όσον, κατά τα προεκτεθέντα, εξέλιπε ο λόγος για τον οποίο ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και γνωμοδοτήσει το Συμβούλιο τούτο, υπέρ της μη έκδοσης του εκζητούμενου εκκαλούντος, κατά τα στο διατακτικό ειδικότερα οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει τη 45/2011 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Γνωμοδοτεί υπέρ της μη έκδοσης στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου-εκκαλούντος S. Z. του L. και της P., Αλβανού υπήκοου, που γεννήθηκε στις ... στη Χειμάρρα-Αυλώνας Αλβανίας, για την εκτέλεση της 17/25.1.2010. απόφασης του Πρωτοδικείου Βαρέων Κακουργημάτων Τιράνων, με την οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν το μέτρο της προσωπικής περιοριστικής ασφάλειας (σύλληψη στη φυλακή), για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών κατά συναυτουργία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Έκδοση στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως (Ν. 4165/1961). Δέχεται έφεση. | null | null | 0 |
Αριθμός 1663/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 και 23 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Σταμούλας Ψύχα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Κ. Φ. του Θ., Έλληνα υπηκόου, κατοίκου ... και ήδη προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στελλούδη, κατά της με αριθμό 96/2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχεία Δικογραφίας 900 Js 367/10 από 11.06.2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Γερμανικών Αρχών (Εισαγγελία ΒΟΝΝ), που εκδόθηκε βάσει του 50 Cs 612/10 από 05.06.2010 εντάλματος σύλληψης του Ειρηνοδικείου Βοnn Γερμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκκαλών - εκζητούμενος άσκησε την από 06 Οκτωβρίου 2011 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Δ. Δ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1173/2011. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκζητουμένου, που ζήτησε να απορριφθεί, η έφεσή του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και να εκτελεστεί το από 11-6-2010 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης των Γερμανικών αρχών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ.1 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης", "σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται, η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών". Στη έφεση αυτή πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Συνεπώς, η κρινομένη υπ' αριθμ.35/6 Οκτωβρίου 2011 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 96/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό αποφάσισε την εκτέλεση του με υπό στοιχ. Δικογραφίας 900 Js 367/10 από 11-06-2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Γερμανικών Αρχών (Εισαγγελία ΒΟΝΝ), που εκδόθηκε βάσει του 50 Cs 612/10 από 05-06-2010 εντάλματος σύλληψης του Ειρηνοδικείου Βοnn Γερμανίας κατά του Έλληνα υπηκόου Κ. (ον.) Φ. (επών.) του Θ. και της Α. (ή κατά δήλωσή του Α.), που γεννήθηκε την ... στην πόλη Βοnn Γερμανίας, κατοικεί στην ..., οδός ... και ήδη προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., προκειμένου αυτός να προσαχθεί στις αρμόδιες δικαστικές Αρχές της Γερμανίας και να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της Απόπειρας ανθρωποκτονίας, όπως ειδικότερα, αναφέρεται στο παραπάνω ένταλμα, με τον όρο, να διασφαλισθεί, ότι μετά τη δίκη και μέσα σε εύλογο χρόνο από τη λήξη της, μετά από ακρόασή του θα διαμεταχθεί στην Ελλάδα για να εκτίσει σ' αυτή τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας που τυχόν απαγγελθεί σε βάρος του από το Γερμανικό Δικαστήριο, καθώς επίσης απέρριψε το αίτημα του αυτού εκζητουμένου για προσωρινή απόλυσή του από το Κατάστημα Κράτησης ..., όπου κρατείται, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Πρέπει (η έφεση) να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη, ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία". Κατά δε την παρ. 2 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου, "η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση". Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: "α)ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της". Στο άρθρο 9 παρ.3 ίδιου νόμου ορίζεται ότι "όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, "υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών", όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ.1 του άρθρου 10 εφόσον "τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα", ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω όρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και για ανθρωποκτονία (στοιχ. (ιδ'). Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς, είτε σε ημεδαπούς, με βάση δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφ' όσον βέβαια συντρέχουν οι σχετικές θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 Ν.3251/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και παραστάς συνήγορός του, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την εκκαλούμενη απόφασή του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάσισε την εκτέλεση του υπ'αριθ. 900 Js 367/10 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Βόννης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε βάρος του 'Ελληνα υπηκόου, Κ. Φ. του Θ., προκειμένου να προσαχθεί αυτός στην εκδόσασα το ένταλμα Γερμανική Εισαγγελική Αρχή, με σκοπό να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας, που συνίσταται στα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο διωκόμενος, τις πρωινές ώρες της 5.6.2010, στην Βόννη Γερμανίας, μετά από καυγά, κτύπησε πολλές φορές τον παθόντα M. B. με ανθρωποκτόνο πρόθεση στην περιοχή της κοιλιάς με ένα μαχαίρι μήκους 25-40 πόντων, προκαλώντας σε αυτόν τραύματα, μερικά από τα οποία έφθαναν μέχρι την σπονδυλική στήλη, ανοίγοντας την κοιλιά του σε τέτοιο βαθμό, ώστε ένα τμήμα του εντέρου να εξέλθει από αυτήν. Μόνον δε μετά από επείγουσα χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία αφαιρέθηκαν η σπλήνα και τμήμα του εντέρου, κατέστη εφικτή η σωτηρία του. Η παραπάνω αξιόποινη πράξη προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 212, 22,23 του Ποινικού Κώδικα της Γερμανίας, με μέγιστη διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας του ποινής ή του μέτρου ασφαλείας που μπορεί να επιβληθεί τα δέκα πέντε χρόνια και είναι επίσης αξιόποινη και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία, που τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών (άρθρα 42.1, 83α και 299.1 ΠΚ). Εξ άλλου δεν συντρέχει καμία από τις περιπτώσεις απαγόρευσης της εκτέλεσης, που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12 του ιδίου νόμου ή δυνατότητας να απαγορευθεί η εκτέλεση του εντάλματος για την προαναφερόμενη πράξη, για την οποία κατά το άρθρο 10 παρ. 2 περ. ιδ' του Ν.3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών (3) ετών, ως προς το ανώτατο όριό της, περίπτωση η οποία συντρέχει εν προκειμένω. Άλλωστε, η πράξη αυτή είναι κατά τα προεκτεθέντα, αξιόποινη και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα.
Συνεπώς, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του άνω Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτελέσεως αυτού. Περαιτέρω, ο εκκαλών παραπονείται με την έφεσή του, ότι εσφαλμένα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάσισε την εκτέλεση του προσβαλλόμενου ευρωπαϊκού εντάλματος και ειδικότερα, για το ότι: α)οι γερμανικές αρχές που εξέδωσαν το ένταλμα, δεν εξασφαλίζουν γι' αυτόν εγγυήσεις για την κράτηση του, β) το ένταλμα εκδόθηκε από το Ειρηνοδικείο της Βόννης, δικαστήριο κατώτερης εξουσίας και σημασίας από εκείνη του δικαστή Πρωτοδίκη (Ανακριτή), που ήταν αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για την έκδοση του εντάλματος, γ) στο πιο πάνω υπό εκτέλεση ένταλμα δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα κατά τον χρόνο του συμβάντος, δ) αν εκτελεσθεί το ένταλμα και μεταχθεί στην Γερμανία, κινδυνεύει να δολοφονηθεί, οι δε Γερμανικές Αρχές δεν εγγυώνται την ακεραιότητα του απέναντι των μουσουλμάνων, φίλων και συγγενών του θύματος, που έχουν ορκιστεί να τον θανατώσουν και ε) το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, όφειλε να δεχθεί το αίτημα του περί προσωρινής απόλυσης του από τις φυλακές υπό όρους, δεδομένου, ότι είχε γνωστή διεύθυνση στην ..., όπου θα διέμενε με τους υπερήλικες γονείς του και την σωματικά και πνευματικά ανίκανη αδελφή του, για χάρη της οποίας ήλθε στην Ελλάδα. Οι προβαλλόμενοι ως άνω ισχυρισμοί του, που αποτελούν και λόγο εφέσεως, είναι απορριπτέοι για τους παρακάτω λόγους: Όσον αφορά τους υπό στοιχεία (α) και (δ) προεχόντως είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, ενόψει του ότι αυτός δεν επικαλείται, ούτε προκύπτουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που να καθιστούν έστω σε βαθμό πιθανότητας, υπαρκτό τον κίνδυνο της ζωής του ή της σωματικής του ακεραιότητας. Όσον αφορά δε τους υπό στοιχείο (β) και (γ) ισχυρισμούς του, είναι αβάσιμος ενόψει του ότι το προσβαλλόμενο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, περιέχει όλα τα κατά νόμον αναγκαία στοιχεία, που απαιτεί η οικεία διάταξη, ενώ ο υπό στοιχείο (ε) ισχυρισμός του ιδίου καθίσταται άνευ αντικειμένου, αφού με την επικύρωση της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που διέταξε την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δεν κρίνεται πλέον η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων που επέβαλε τη μη αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης του εκζητουμένου. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο διέταξε την εκτέλεση του εν λόγω Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης προς το σκοπό προσαγωγής του εκκαλούντος στις αρμόδιες Γερμανικές Δικαστικές Αρχές για να δικαστεί για την ανωτέρω πράξη του και απέρριψε το αίτημά του για προσωρινή από τις φυλακές απόλυσή του, δεν έσφαλε και πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται κατ'άρθρο 37 του ν.3751/2004.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 33/6 Οκτωβρίου 2011 έφεση του εκζητουμένου ήδη εκκαλούντος, Κ. Φ. του Θ. και της Α., ήδη κρατούμενου στις Δ.Φ...., κατά της υπ' αριθμ. 96/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2001.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης Ν. 3251/2004. Έφεση κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που αποφάσισε την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Προϋποθέσεις εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος. Πότε εκτελείται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Εκδίδεται και για πράξεις που τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και εκτελείται εκτός άλλων, εφόσον η αξιόποινη πράξη, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, συνιστά έγκλημα, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας κατ’ ανώτατο όριο τουλάχιστον δώδεκα μηνών. Το ένταλμα μπορεί να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε σε ημεδαπούς. Επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, με μόνη προϋπόθεση ότι τιμωρείται από το κράτος έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή, τουλάχιστον τριών ετών, ως προς το ανώτατο όριό της. Απορρίπτει έφεση. | null | null | 2 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1671/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στην 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ά. Λ. χήρα Ι. το γένος Σ. Τ., κάτοικος ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Γκούσκο περί αναιρέσεως της 1463/2010 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντες τους Δ. Μ. του Ι. και Κ. Λ. σύζυγο Δ. Μ., κατοίκους Πειραιώς που δεν παρέστησαν.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και από τους από 3 Ιανουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 139/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.Καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή"(απλή δυσφήμηση) και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη), το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" (συκοφαντική δυσφήμηση), προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικά μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο, καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικά δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαία, αφενός μεν τη γνώση του δράστη ότι το ισχυρισθέν ή διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές και ότι η τέτοια διάδοση μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Ως γεγονός, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν, ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Ήτοι επί απλής δυσφημήσεως ο δόλος συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι το γεγονός που διαδίδει ή ισχυρίζεται είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και τη θέλησή του να ισχυριστεί ενώπιον τρίτων ή να διαδώσει το βλαπτικό αυτό γεγονός, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Δεν απαιτείται γνώση της αναλήθειας, όπως επί συκοφαντικής δυσφήμησης και η πεποίθηση του δράστη για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος , δεν αποκλείει το δόλο αυτού.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1463/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για απλή δυσφήμηση κατά συρροή, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη στις 29-1-2003, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας επ' ακροατηρίου του αρμοδίου προς τούτο και δικάζοντος κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την ενώπιον του συζήτηση των υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 4891/5-6-2002 αιτήσεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς περί θέσεως υπό δικαστική συμπαράσταση της Μ. Β. Β. χας Α., αδελφής της πολιτικώς εναγούσης και γυναικαδέλφης του πολιτικώς ενάγοντος και των από 3-2-2003 προσθέτου και 8-1-2003 προσθέτου και κυρίας παρεμβάσεων αντιστοίχως της Α. Ι. Λ. και των εν προκειμένω πολιτικώς εναγόντων Δ. Μ. και Κ. συζ. Δ. Μ., κατέθεσε για τους τελευταίους (εγκαλούντες -μηνυτές και εν προκειμένω πολιτικώς ενάγοντες Κ. Μ. και Δ. Μ.), μεταξύ άλλων και ότι η πρώτη αυτών Κ. Μ. εισέπραττε όλα τα έσοδα της ανωτέρω Μ. Β., ο δε δεύτερος Δ. Μ., γαμβρός επ' αδελφή της Μ. Β., της πήρε ένα πληρεξούσιο με το που βγήκε αυτή (Μ. Β.) από την κλινική, το οποίο δεν γνωρίζει που έγινε και με αυτό εισέπραττε τα έσοδα της, περίπου 700.000 δρχ. το μήνα και της έδινε 130.000 δραχμές, ότι με το πληρεξούσιο αυτό οι πολιτικώς ενάγοντες βγάλανε λεπτά και ανοίξανε θυρίδες από την Τράπεζα χωρίς να δώσουν στην Α. Λ. και τη Μ. Β. ούτε λεπτό, ότι το φθινόπωρο του 2002 πήγε η Κ. Μ. και πήρε όλα τα χρυσαφικά από τη θυρίδα της Α. Λ., η οποία έπαθε σοκ από την κλοπή των χρυσαφικών της και για το λόγο αυτό νοσηλεύτηκε στην κλινική την ίδια περίοδο που νοσηλευόταν και η Μ. Β., ότι πήγε μαζί με την Α. Λ., η οποία και άνοιξε τη θυρίδα και έλλειπαν τα πάντα από μέσα εκτός από ένα ρολόι, ότι από την Τράπεζα τους είπαν ότι πήγε ο Δ. Μ. και τα πήρε, ότι η Α. Λ. δεν έχει την ταυτότητα και το ασφαλιστικό βιβλιάριο της Μ. Β., τα οποία έχει ο Δ. Μ., ότι κάθε μήνα που επισκέπτεται ο ψυχίατρος την Μ. Β. τον πληρώνουν ιδιωτικά, ότι η Μ. Β. είχε 165.000 δρχ. σε καταθέσεις και δεν έχει βρεθεί δραχμή, ότι όταν η Μ. Β. ήταν στην κλινική ποτέ η ίδια και η Καραχάλιου δεν πιάσανε τους γιατρούς να της δώσουν εξιτήριο, ότι ποτέ αυτή δεν έβλεπε τους εγκαλούντες να πηγαίνουν συνέχεια στην κλινική ενώ από τον Μάιο του 2002 την επισκέφθηκαν μόνο μία φορά και τέλος ότι η Α. Λ. είναι 73 ετών, σε καλή κατάσταση, υγιέστατη και είχε μόνο λίγο την καρδιά της. Ότι η κατηγορουμένη κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση των ειρημένων αιτήσεων παροχής εννόμου προστασίας, κατέθεσε ενόρκως τα ανωτέρω περιστατικά ενώπιον του ως άνω αρμοδίου για εκδίκαση της ρηθείσης υποθέσεως και για την εξέταση ως αποδεικτικού αυτής μέσου μαρτύρων και επομένως και της ιδίας ως τοιαύτης (μάρτυρος), Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αποδεικνύεται από τα'επ' ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου αναγνωσθέντα υπ' αριθμ. 731/20-2-2003 απόφαση και 731/29-1-2003 πρακτικά συνεδριάσεως του (ως άνω δικαστηρίου). Εκ των περιστατικών αυτών ειδικώς εκείνα, τα οποία σημειωτέον εδέξατο ως ψευδή το πρωτόδικος δίκασαν δικαστήριο τα οποία εκήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη ως εν γνώσει του ψεύδους τους κατατεθέντα υπ' αυτής της και αποδοθέντα στους εγκαλούντες και προς συκοφαντική δυσφήμηση τους, "ότι οι πολιτικώς ενάγοντες ανοίξανε τραπεζικές θυρίδες και ανέλαβαν χρήματα από τραπεζικούς λογαριασμούς, προδήλως της Μ. Β. χωρίς να δώσουν σ' αυτήν και στην Α. Λ. ούτε λεπτό και ότι το σχετικό πληρεξούσιο της Μ. Β. προς τους πολιτικώς ενάγοντες συντάχθηκε εντός της κλινικής κατά την διάρκεια της νοσηλείας της", καθ' όσον αφορά τούτους (πολιτικώς ενάγοντες) αφορούσαν την υπόθεση και ειδικότερον την καταλληλότητα τους να διορισθούν ως δικαστικοί συμπαραστάτες της εν λόγω Μ. Β. επί όλων των ορισθησομένων υπό της εκδοθησομένης αποφάσεως θεμάτων, που όπως και ενδεικτικώς ανέφεραν αφορούσαν τις εισπράξεις ενοικίων, συντάξεων, τις εκμισθώσεις πραγμάτων και εκπροσωπήσεως της κατά την εξουσία που η ως άνω Μ. Β. τους παρέξε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../19-12-2001 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυξένης Καλαντζή. Θα μπορούσαν δε τα κατατεθέντα περιστατικά αυτά να έχουν ως έννομη συνέπεια την, παρά την απόρριψη των ανωτέρω παρεμβάσεων τους ως απαράδεκτων κατά τα άρθρα 1667 εδ. α' του ΑΚ και 803 παρ.2 του ΚΠολΔ, μη επιλογή των πολιτικώς εναγόντων ή ενός αυτών υπό του ως άνω Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως καταλλήλων να διορισθούν αμφότεροι ή ένας εξ αυτών ως δικαστικοί συμπαραστάτες της ανωτέρω Μ. Β.. Ως δ' αποδεικνύεται από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα πραγματικά αυτά περιστατικά ("ότι οι πολιτικώς ενάγοντες ανοίξανε τραπεζικές θυρίδες και ανέλαβαν χρήματα από τραπεζικούς λογαριασμούς, προδήλως της Μ. Β. χωρίς να δώσουν σ' αυτήν και στην Α. Λ. ούτε λεπτό και ότι το σχετικό πληρεξούσιο της Μ. Β. προς τους πολιτικώς ενάγοντες συντάχθηκε εντός της κλινικής κατά την διάρκεια της νοσηλείας της") ήσαν ψευδή. Το τελευταίο τούτο αποδεικνύεται εκ των αποδεικνυομένων εκ των ιδίων ως άνω αποδεικτικών μέσων, ότι ουδέποτε οι εγκαλούντες - πολιτικώς ενάγοντες άνοιξαν τραπεζικές θυρίδες και ανέλαβαν χρήματα από τραπεζικούς λογαριασμούς της Μ. Β., ότι όταν η Μ. Β. βγήκε από το νοσοκομείο έδωσαν (οι πολιτικώς ενάγοντες) στην Α. Λ. 30.000.000 δραχμές με κατάθεση σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, καθώς και όλες τις εισπράξεις που έκαναν για λογαριασμό της (Μ. Β.) και ότι το υπ' αριθμ. .../19-12-2001 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυξένης Καλαντζή της Μ. Β. προς τους πολιτικώς ενάγοντες συντάχθηκε εντός της κλινικής κατά την διάρκεια της νοσηλείας της. Η περί των τελευταίων τούτων κρίση του Δικαστηρίου τούτου στηρίζεται τόσον στις επ' ακροατηρίων του Δικαστηρίου τούτου, όσον και του πρωτοβαθμίου καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις παραδοχές του αμετακλήτου πλέον και επ' ακροατηρίου αναγνωσθέντος υπ' αριθμ. 226/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, τις επίσης επ' ακροατηρίου αναγνωσθείσες υπ' αριθμ. 127/24-6-2003 και 15/13-1-2006 επιστολές της Εμπορικής Τραπέζης προς τους Δ. Μ. (εκ των πολιτικώς εναγόντων) και Α. Λ. του Ι., εκ των οποίων ειδικότερον αποδεικνύονται τα εξής: α) ότι πράγματι το υπ' αριθμ. .../19-12-2001 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυξένης Καλαντζή της Μ. Β. προς τους πολιτικώς ενάγοντες συνετάγη εντός της κλινικής κατά την διάρκεια της νοσηλείας της, β) ότι τις θυρίδες στα τραπεζικά υποκαταστήματα της Εμπορικής Τραπέζης στο Πασαλιμάνι, που είχε ανοίξει στις 17-2-2009 και διατήρησε έως τις 7-2-2003 η Α. Α. του Ι., αδελφή σημειωτέον της πολιτικώς εναγούσης και της εν λόγω Μ. Β.. και ΑLΡΗΑ Τράπεζα Πίστεως στην Πεύκη Αττικής υπ' αριθμ. 397 που ανήκε στην ως άνω Μ. Β., δεν αποδείχθηκε ότι ανοίχθησαν ποτέ από τους πολιτικώς ενάγοντες, γ) ότι της εκ των ανωτέρω θυρίδων εκείνης στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τραπέζης στο Πασαλιμάνι καθ' όλον τον ανωτέρω χρόνο της μισθώσεως της, χρήση εγένετο από την αποκλειστική αυτής μισθώτρια Α. Λ. του Ι., ενώ ουδέποτε εγένετο χρήση της από την προς τούτο έχουσα εξουσιοδοτηθεί από την μισθώτρια Μ. Β., ή από κάποιον άλλον και δη από τους πολιτικώς ενάγοντες, δ) ότι στις 27-11-2001 ανοίχθηκε στην Εμπορική Τράπεζα ο υπ' αριθμ. .../27-11-2001 κοινός και επ' ονόματι των πολιτικώς εναγόντων και της Α. Λ. λογαριασμός με την κατάθεση ποσού 30.000,000 δραχμών, από το οποίον στις 22-2-2002 η τελευταία ανέλαβε το ποσό των 81.994,24 ευρώ. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται αναμφιβόλως και εκ συγκεκριμένων και γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων περιστατικών, ότι η κατηγορουμένη εγνώριζε το ψευδές τους και παρ' όλα αυτά εν γνώσει της κατέθεσε τα ανωτέρω αναληθή κατά την εν λόγω ένορκη κατάθεση της. Η περί του τελευταίου τούτου κρίση δεν αναιρείται εκ των αποδεικνυομένων από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι η κατηγορουμένη ήταν από μακρού χρόνου, έστω και από 50ετίας όπως ισχυρίζεται η ίδια, στενή φίλη με τις Μ. Β. και Α. Λ., ούτε από το ότι με τις από 19-12-2003 και 9-6-2004 ιδιόγραφες και την υπ' αριθμ. 3501/16-6-2004 δημόσια διαθήκες της, οι οποίες εδημοσιεύθησαν αντιστοίχως δια των επ' ακροατηρίου αναγνωσθέντων υπ' αριθμ. 507/20-5-2005, 513/20-5-2005 και 376/8-4-2005 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η τελευταία (Α. Λ.) την εγκατέστησε κληρονόμο της, αφού τα τελευταία αυτά περιστατικά είναι μεταγενέστερα της εν λόγω κατά την 29-1-2003 ψευδούς καταθέσεως της, ούτε, ακόμη και αν τούτο ήθελε γίνει δεκτό, ότι με την κατάθεση των περιστατικών αυτών ήθελε να συνδράμει την Α. Λ. στους μακροχρόνιους και σφοδρούς δικαστικούς αγώνες της με τους πολιτικώς ενάγοντες, με αντάλλαγμα την εγκατάσταση της ως κληρονόμου της τελευταίας. Επομένως, υπαρχουσών των αμφιβολιών αυτών ως προς το ότι εν γνώσει του ψευδούς τους η κατηγορουμένη κατέθεσε τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά κατά την εξέταση της ως μάρτυρος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την 29-1-2003, πρέπει αυτή να κηρυχθεί αθώα της αξιοποίνου πράξεως της ψευδορκίας, που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα απεδείχθη, ότι τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά, ως επ' ακροατηρίου του ως άνω Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς δημοσία κατατεθέντα υπό της κατηγορουμένης και εις επήκοον αυτών, ώστε να λάβουν άμεση γνώση ο δικάζων δικαστής, ο γραμματεύς του δικαστηρίου και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων της υποθέσεως εκείνης, ενέχουν την έννοια της κατά την ΠΚ 362 ανακοινώσεως αυτών, τόσον προς τους προαναφερθέντες, όσον και προς τους λοιπούς ευρισκομένους στην αίθουσα του εν λόγω δικάζοντος δικαστηρίου (διαδίκους και πληρεξουσίους δικηγόρους των λοιπών προς εκδίκαση υποθέσεων, μαρτύρων των υποθέσεων αυτών και λοιπών ευρισκομένων στην αίθουσα). Η δ' ανακοίνωσις αυτή των ανωτέρω περιστατικών προήρχετο κατά πάσαν περίπτωση από την μετάδοση τους και την γνωστοποίηση τους προς αυτήν υπό της ως άνω Α. Λ., όπως τούτο αποδεικνύεται από το ότι η ίδια η κατηγορουμένη τόσον επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσον και επ' ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου, σαφώς και αδιστάκτως απολογουμένη ισχυρίσθηκε, τουθ' όπερ όμως δεν εξέθεσε εξεταζόμενη ως μάρτυς ενώπιον του ως άνω πολιτικού δικαστηρίου. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ενώπιον των ανωτέρω τρίτων ανακοίνωση των εν λόγω ψευδών περιστατικών ήσαν αντικειμενικώς ικανά και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τοκν πολιτικώς εναγόντων, αφού έτσι δι' αυτών παρίσταντο αυτοί ως άρπαγες, υπεξαιρέτες και εν γένει ως παρανομούντες και αδικοπραγούντες και μάλιστα εις βάρος ασθενών συγγενών τους. Την προσφορότητα δε των περιστατικών αυτών προς τούτο (προσβολή της τιμής και υπολήψεως των πολιτικώς εναγόντων) την γνώριζε η κατηγορουμένη, ως εκ της κοινωνικής πείρας της, της εξ 69 ετών ηλικίας της, των ιδιοτήτων της ως εγγάμου, μητρός και συνταξιούχου, της μακροχρονίου φιλίας της με τις Μ. Β. και Α. Λ., της ένεκα τούτου γνώσεως των ερίδων μεταξύ των τελευταίων και των πολιτικώς εναγόντων και της σπουδής της να συνδράμει αυτές επ' ωφελεία και της ιδίας, ως το τελευταίο τούτο προκύπτει από της δια των ως άνω διαθηκών εγκαταστάσεως της ως κληρονόμου της Α. Λ.. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων αποδεικνύεται ότι στοιχειοθετείται κατά την υποκειμενική και την αντικειμενική της υπόσταση η τέλεση υπό της εν προκειμένω κατηγορουμένης της αξιοποίνου πράξεως της κατά την ΠΚ 362 δυσφημήσεως (απλής) σε βάρος ενός εκάστου των εγκαλούντων και όχι εκείνη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπως κατηγορείται και πρωτοδίκως, καταδικάσθηκε, Ισχυρίζεται βεβαίως η κατηγορουμένη ότι για τις πράξεις ' αυτές έχει δικασθεί και έχει κηρυχθεί αθώα δυνάμει της αμετακλήτου πλέον υπ' αριθμ. 1789,1840α και 1840/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου. Όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ως εκ της τελευταίας αυτής, και επ' ακροατηρίου αναγνωσθείσης, αποφάσεως προκύπτει, τα εν προκειμένω δυσφημιστικά των εγκαλούντων περιστατικά, της απεδόθησαν ως συγκροτούντα αξιόποινη συκοφαντική δυσφήμηση που τέλεσε εις βάρος των και νυν εγκαλούντων στις 26-11-2004 ενώπιον του Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημ/κων Πειραιώς, ήτοι κατ' άλλον τόπο και χρόνο και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος περί υπάρξεως δεδικασμένου ή εν πάση περιπτώσει εκκρεμοδικίας. Άλλωστε δεν ταυτίζονται απολύτως με εκείνα, για τα οποία πράγματα αυτή αθωώθηκε με την ανωτέρω απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη των ως άνω αξιοποίνων πράξεων της δυσφημήσεως ενός εκάστου των πολιτικώς εναγόντων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό"
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1463/2010 απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απλής δυσφήμησης κατά συρροή, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94 και 362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: α) αιτιολογείται επαρκώς το ψευδές των κατατεθέντων σε βάρος των εγκαλούντων γεγονότων, που ισχυρίστηκε και κατέθεσε η αναιρεσείουσα ως μάρτυρας στις 29-1-2003 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος των εγκαλούντων Κ. Μ. και Δ. Μ., γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη αυτών, που τους παρουσίασε σαν εγκληματίες που διέπραξαν υπεξαιρέσεις μεγάλων χρηματικών ποσών και τιμαλφών, πλαστογραφίες, απάτες και υπεξαγωγές εγγράφων, σε βάρος των αδελφών της Κ. Μ., Μ. Β. και Α. Λ., β) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος της κατηγορουμένης και δη αναφέρεται μεν ότι υπάρχουν αμφιβολίες για την σε γνώση της αναλήθειας κατάθεση στο Πρωτοδικείο και διάδοση, γιαυτό και κηρύσσεται αθώα ψευδορκίας, περαιτέρω όμως η κατηγορουμένη δεν κηρύσσεται ένοχη συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά απλής δυσφήμησης, αφού αιτιολογείται επαρκώς και η γνώση της κατηγορουμένης, ως εκ της κοινωνικής της πείρας και της μεγάλης ηλικίας της και άλλων αναφερόμενων ιδιοτήτων της, ότι τα γεγονότα που κατέθεσε και ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων στο Πρωτοδικείο ήταν αντικειμενικά ικανά και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψη των δύο εγκαλούντων, αφού αυτοί εμφανίζονται ότι είναι άρπαγες, υπεξαιρέτες και εν γένει παρανομούντες σε βάρος ασθενών συγγενών τους, γ) δεν υπάρχει αντίφαση από την αθώωση για την πράξη ψευδορκίας μάρτυρος και την καταδίκη, όχι για συκοφαντική δυσφήμηση, αλλά για απλή δυσφήμηση, για τα ίδια ψευδή περιστατικά, η δε υποβληθείσα εμπροθέσμως από τους δύο εγκαλούντες έγκληση για συκοφαντική δυσφήμηση, καλύπτει και την καταδίκη για απλή δυσφήμηση, αφού αφορά τα ίδια ψευδή γεγονότα, δ) επαρκώς αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί δεδικασμένου, ως προκύπτοντος από την επικαλούμενη 1840/2009 αμετάκλητη απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, απαλλακτική της αναιρεσείοουσας για συκοφαντική δυσφήμηση, ελλείψει ταυτότητας τόπου και χρόνου της πράξεως που αθωώθηκε και αυτής που καταδικάστηκε, ε) όσον αφορά τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως ότι το δικαστήριο δεν απάντησε σε προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης για μη άδικο της πράξης, για μη καταλογισμό αυτής, χωρίς επίκληση κάποιου συγκεκριμένου λόγου και για απαλλαγή της συνεπεία συγγνωστής νομικής και πραγματικής πλάνης στο πρόσωπό της, ως εκ του ότι πίστευε ότι τα κατατεθέντα ήσαν αληθή, από το προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι εμμέσως πλην σαφώς απαντήθηκαν, με την παραδοχή ότι όσα κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς η κατηγορουμένη δεν ήσαν αληθή, αλλά ψευδή, αιτιολογήθηκε δε στη συνέχεια η ύπαρξη δόλου της κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης, για την οποία και την καταδίκασε, κατά επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφήμησης σε απλή δυσφήμηση, ε) όσον αφορά την αιτίαση στους πρόσθετους λόγους, ότι το δικαστήριο, δεν αιτιολόγησε ότι δεν συνέτρεχε η περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 παρ.1 γ του ΠΚ, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε από την κατηγορουμένη τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός για κατάθεση των ψευδών περιστατικών από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή συμφέρον και ποίο αυτό και ότι δεν υπήρχε σκοπός εξύβρισης, ώστε να διερευνηθεί, ενώ το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει αυτεπάγγελτα τον μη προταθέντα αυτό ισχυρισμό, στ) ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας, εκ του λόγου ότι η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για απλή δυσφήμηση, χωρίς να έχει απαγγελθεί εναντίον της τέτοια κατηγορία και χωρίς να έχει υποβληθεί έγκληση για την πράξη αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τα πρακτικά της δίκης και από την προσβαλλόμενη 1463/2010 απόφαση και από την πρωτόδικη 8747/2009 απόφαση, προκύπτει ότι η κατηγορουμένη κατηγορήθηκε αρχικά και καταδικάστηκε στον πρώτο βαθμό για συκοφαντική δυσφήμηση και στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση παραδεκτά, κατά επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, καταδικάστηκε για απλή δυσφήμηση, με παραδοχή των ίδιων πραγματικών περιστατικών για τα οποία είχε υποβληθεί έγκληση και είχε απαγγελθεί κατηγορία για συκοφαντική δυσφήμηση και σύννομα χωρίς να υπερβεί την εξουσία του το δικαστήριο προέβη σε διαφοροποίηση μόνον του υποκειμενικού στοιχείου και επομένως, δεν ήταν απαραίτητη άλλη ειδική έγκληση και επίδοση άλλου κλητηρίου θεσπίσματος για την απλή δυσφήμηση που χώρησε καταδίκη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ούτε έχει παραγραφεί η ανωτέρω πλημμεληματική πράξη, τελεσθείσα στις 29-1-2003 και εκδικασθείσα στο Πλημμελειοδικείο στις 8-12-2009 και στο Εφετείο στις 11-10-2010, πριν παρέλθει οκταετία, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε στο δικαστήριο, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο, με αυτοτελή ισχυρισμό, μη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος εντός της πενταετίας και επομένως μη αναστολή της πενταετούς παραγραφής και παραγραφή της πράξης, ούτε έλλειψη εγκλήσεως ή εκπρόθεσμη υποβολή της εγκλήσεως, για να διερευνηθούν αυτά από το δικαστήριο. Υπάρχει δε έγκληση και δεν δηµιουργείται λόγω έλλειψης αυτής ο λόγος αναιρέσεως της υπέρβασης εξουσίας, αν η αξιόποινη πράξη είναι η ίδια, ως ιστορικό γεγονός έστω και αν στην έγκληση δεν αναφέρονται τα απαιτούµενα στοιχεία για τον ορθό χαρακτηρισµό της (ΑΠ 2282/2009). Ενόψει δε του ότι δεν υποβλήθηκε σχετικός ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός και του ότι στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν υπάρχει παραδοχή ότι η έγκληση για την συκοφαντική ή την απλή δυσφήμηση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση του τριμήνου του άρθρου 117 παρ.1 του ΚΠΔ από της τελέσεως της πράξης, δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί και να αιτιολογηθεί ο χρόνος κατά τον οποίον οι εγκαλούντες - παθόντες έλαβαν γνώση της πράξης και του προσώπου της κατηγορουμένης, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα, ζ) οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, για έλλειψη δόλου, για το γεγονός ότι όσα κατέθεσε τα κατέθεσε με πηγή των πληροφοριών της την Α. Λ., από καθήκον αληθείας και όχι από κακοβουλία, για διάσταση των κατατεθέντων από την κατηγορουμένη στο πολιτικό δικαστήριο και εκείνων που έγιναν δεκτά στο αιτιολογικό, για μη έρευνα από το δικαστήριο αν συντελέστηκε εξύβριση, αντί δυσφήμησης, είναι απορριπτέες καθόσον αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά τελική κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως, ότι συντελέσθηκε απλή δυσφήμηση, Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, περί ακυρότητας της διαδικασίας από διαγνωστικό λάθος της έγγραφης κατάθεσης στο πολιτικό δικαστήριο, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη νομίμου βάσεως από ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, περί υπέρβασης εξουσίας, περί παραγραφής και έλλειψης εγκλήσεως και αόριστα περί παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, και οι λοιπές αιτιάσεις, καθό μέρος βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν.3346/17-6-2005, "παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, με εξαίρεση τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5: α) των πταισμάτων και β) υφόρον των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση αυτή, αν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου τούτου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ συνεχίζεται κατ' αυτού η παυθείσα ποινική δίωξη". Εξάλλου, κατά το προαναφερθέν άρθρο 362 του ΠΚ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή".Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι για τον υπαίτιο τελέσεως της πράξεως της απλής δυσφήμησης που τελέστηκε προ της 17-6-2005, χρόνου ισχύος του άνω ν. 3346/2005, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ.1 του άρθρου 31 του ν.3346/2005 για την υφόρον παύση της ποινικής δίωξης, αφού για την πράξη αυτή του άρθρου 232 του ΠΚ, ο νόμος απειλεί ποινή φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και όχι μέχρι ενός έτους και διαζευκτικά χρηματική ποινή. Αντίθετη άποψη δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι για την ίδια πράξη ο νόμος απειλεί διαζευκτικά χρηματική ποινή αντί της ποινής φυλακίσεως. Σκοπός του νομοθέτη ήταν να παύσει την ποινική δίωξη για τις όλως ελαφρές πλημμεληματικές πράξεις και δεν συμβαδίζει με τη νομοθετική βούληση η παύση της ποινικής δίωξης για πράξεις του άρθρου 362 ΠΚ, για τις οποίες, σύμφωνα με τα ειδικά κριτήρια της διατάξεως αυτής, αλλά και τα γενικά κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εξαντλήσει τα όρια της ποινής, επιβάλλοντας ποινή φυλακίσεως που θα υπερβαίνει κατά πολύ το ένα έτος. (ΑΠ 1833/2008).
Συνεπώς, ο συναφής λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και για υπέρβαση εξουσίας από το ότι το δικαστήριο χώρησε στην έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκασε, ενώ ,σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν.3346/2005 και το άρθρο 370 εδ.β του ΚΠΔ, έπρεπε να παύσει υφόρον την κατ' αυτής ποινική δίωξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 112 και τις όμοιες των 111 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 στοιχ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο ο οποίος, διαπιστώνων την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως, είναι τυπικά παραδεκτή για τον λόγο ότι ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχεται σε αυτή, κατά τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως από εκείνους οι οποίοι περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 ΚΠΔ, ο οποίος όμως πρέπει και να κρίθηκε βάσιμος. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, αφού δε γίνεται δεκτός ως βάσιμος κανένας λόγος της αναιρέσεως, το γεγονός ότι από της τελέσεως της απλής δυσφήμησης στις 29-1-2003 μέχρι τη συζήτηση της αναιρέσεως έχει συμπληρωθεί οκταετία (στις 29-1-2011), είναι χωρίς έννομη συνέπεια, αφού η οκταετία αυτή δεν είχε συμπληρωθεί στις 11-10-2010, που εκδικάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο Πειραιώς και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2010 αίτηση της Ά. Λ. του Σ., και τους από 3-1-2011 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της 1463/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΕΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απλή Δυσφήμηση κατά συρροή (362 ΠΚ). 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ, Ε, Η ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. 2) Από το συνδυασμό των διατάξεων παρ.1 του άρθρου 31 Ν.3346/2005 για την υφ' όρον παύση της ποινικής δίωξης και του άρθρου 232 ΠΚ, προκύπτει ότι για τον υπαίτιο τελέσεως της πράξεως της απλής δυσφήμησης που τελέστηκε προ της 17-6-2005, χρόνου ισχύος του άνω ν. 3346/2005, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ.1 του άρθρου 31 του Ν. 3346/2005 για την υφ' όρον παύση της ποινικής δίωξης, αφού για την πράξη αυτή του άρθρου 232 ΠΚ, ο νόμος απειλεί ποινή φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και όχι μέχρι ενός έτους και διαζευκτικά χρηματική ποινή. Αντίθετη άποψη δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι για την ίδια πράξη ο νόμος απειλεί διαζευκτικά χρηματική ποινή αντί της ποινής φυλακίσεως. Σκοπός του νομοθέτη ήταν να παύσει την ποινική δίωξη για τις όλως ελαφρές πλημμεληματικές πράξεις και δεν συμβαδίζει με τη νομοθετική βούληση η παύση της ποινικής δίωξης για πράξεις του άρθρου 362 ΠΚ, για τις οποίες, σύμφωνα με τα ειδικά κριτήρια της διατάξεως αυτής, αλλά και τα γενικά κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εξαντλήσει τα όρια της ποινής, επιβάλλοντας ποινή φυλακίσεως που θα υπερβαίνει κατά πολύ το ένα έτος. Συνεπώς, ο συναφής λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α και Η' ΚΠΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και για υπέρβαση εξουσίας από το ότι το δικαστήριο χώρησε στην έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκασε, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 31 ν. 3346/2005 και το άρθρο 370 εδ.β ΚΠΔ, έπρεπε να παύσει υφόρον την κατ' αυτής ποινική δίωξη, είναι αβάσιμος. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1676/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - Σε συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της G. M. του G., κατοίκου ..., για συμπλήρωση της 721/2004 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου - Σε συμβούλιο, με κατηγορούμενους τους: 1. Σ. Μ. του Π. και 2. Η. Τ. του Κ..
Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και η αιτούσα ζητεί την διόρθωση - συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 973/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 185/8.9.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 145 του ΚΠΔ, την από 31-8-2011 αίτηση της G. M. του G., κατοίκου ..., ..., με την οποία ζητά την συμπλήρωση του 721/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Σας και την κατάργηση των 451/98 και 577/98 διατάξεων του 22ου Τακτικού Ανακριτή Πλημ/κών Αθηνών με τις οποίες απαγορεύτηκε η εκποίηση ακινήτων του Σ. Μ. και η κίνηση όλων των ατομικών ή κοινών λογαριασμών που τηρούσε αυτός σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό της χώρας, και εκθέτω τα ακόλουθα:
Με τις υπ' αριθμ. 451/1998 και 577/1998 διατάξεις του 22ου τακτικού τμήματος Πλημ/κών Αθηνών διατάχθηκε η απαγόρευση κίνησης τραπεζικών λογαριασμών καθώς και η απαγόρευση εκποίησης ακινήτων του Σ. Μ., στο πλαίσιο διενεργούμενης κατά το χρόνο εκείνο ανάκρισης για παράβαση του άρθρ. 2 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρ. 1 περ. αε', αιε' Ν. 2331/1995 περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Για την ως άνω κατηγορία ο Σ. Μ. απαλλάχθηκε οριστικά με το υπ' αριθμ. 721/2004 βούλευμα του Δικαστηρίου σας, με το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον του για την ως άνω πράξη, αναιρέθηκε εν μέρει το υπ' αριθμ. 2252/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η από 20-10-2003 αναίρεση του άνω κατηγορούμενου, παραπεμφθείς για να δικαστεί για αρπαγή ανηλίκου σε βάρος της αιτούσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθήνας.
Ήδη εκκρεμεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας έφεση του άνω κατηγορούμενου κατά της υπ' αριθμ. 1068/2006 καταδικαστικής εναντίον του απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας, μετά την αναίρεση με την υπ' αριθμ. 1662/2008 απόφαση του Δικαστηρίου σας της υπ' αριθμ. 1360Α, 1424, 1458/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας (δικάσιμος 6-2-2012 Α' Πενταμ. Εφ. Αθηνών).
Επειδή το Συμβούλιό σας παρέλειψε να αποφανθεί επί της τύχης των ως άνω ανακριτικών μέτρων που διατάχθηκαν σε βάρος του Σ. Μ., παρά την απόφανσή του να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Επειδή με βάση τα άρθρα 5 του Ν. 2331/1995 και 48 του Ν. 3691/2008 δεν προβλέπονται ειδικότερες διατάξεις που να ρυθμίζουν το όργανο και τη διαδικασία για την άρση των επιβληθέντων ανακριτικών μέτρων που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις, θα πρέπει να εφαρμοσθούν κατ' αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 310 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το οποίο ορίζει ότι στην περίπτωση που το Συμβούλιο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να απαγγελθεί κατηγορία, έχει την υποχρέωση να διατάξει συγχρόνως την απόδοση σε ορισμένο πρόσωπο ως ιδιοκτήτη των πραγμάτων που αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων που κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν στην ανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 259 ΚΠΔ.
Το ανωτέρω δεν αναιρείται ούτε από τη διάταξη του άρθρου μόνου της ΥΑ 884/1997 Υπουργού Δικαιοσύνης με την οποία καθορίσθηκαν λεπτομέρειες της διάταξης του άρθρ. 5 παρ. 3 του ν. 2331/1995 που προβλέπει την απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου, και η οποία προβλέπει ότι η εγγραφή της διάταξης του ανακριτή στα βιβλία κατασχέσεων των Υποθηκοφυλακείων αίρεται με πράξη των οργάνων που τη διέταξαν, ενόψει του ότι ο ανακριτής έχει ήδη απολέσει οποιαδήποτε αρμοδιότητα επί της συγκεκριμένης υπόθεσης μετά το πέρας της ανάκρισης που είχε παραγγελθεί.
Την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 310 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επιβάλλει και η φύση των επιβληθέντων ανακριτικών μέτρων, τα οποία σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2331/1995 και του άρθρου 48 του ν. 3691/2008 που το αντικατέστησε επέχουν θέση εκθέσεως κατασχέσεως.
Επειδή στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιό σας παρέλειψε να αποφανθεί για την τύχη των ως άνω ανακριτικών διατάξεων μετά την απόφανσή του για μη απαγγελία κατηγορίας για το έγκλημα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με βάση το οποίο είχαν οι ως άνω διατάξεις επιβληθεί, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συμπλήρωσης του βουλεύματος του Δικαστηρίου σας κατ' άρθρ. 145 ΚΠΔ. (ΑΠ 836/97 Υπερ 1998/323, ΑΠ 104/2003, ΑΠ 1707/2000).
Επειδή έχει έννομο συμφέρον η αιτούσα για την άρση των ως άνω επιβληθέντων ανακριτικών μέτρων τυγχάνουσα δανείστρια του ως άνω κατηγορούμενου Σ. Μ., έχοντας υποχρεωθεί με την υπ' αριθμ. 19576/2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών να της καταβάλει ποσό 300.000 ευρώ, που της επιδικάσθηκε με βάση την υπ' αριθμ. 2582/2010 αναγνωριστική απόφαση του Εφετείου Αθήνας.
Επειδή η παραπάνω αίτηση είναι νόμω και ουσία βάσιμη πρέπει το Συμβούλιό Σας να καταργήσει τις 451/98 και 577/98 διατάξεις του 22ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών με τις οποίες απαγορεύτηκε η εκποίηση των ακινήτων του Σ. Μ. και η κίνηση όλων των ατομικών ή κοινών λογαριασμών που τηρούσε αυτός σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα της χώρας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω
Α) Να γίνει δεκτή η από 31-8-2011 αίτηση της G. M. του G., κατοίκου ..., ..., με την οποία ζητά την συμπλήρωση του 721/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Σας.
Β) Να συμπληρωθεί το βούλευμα αυτό και να καταργηθούν οι υπ' αρ. 451/98 και 577/98 διατάξεις του 22ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών με τις οποίες απαγορεύτηκε η εκποίηση ακινήτων του Σ. Μ. και η κίνηση των ατομικών ή κοινών λογαριασμών που τηρούσε αυτός σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό της χώρας.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 145 παρ.1 και 2 του ΚΠοινΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή της, εφόσον από αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η διορθωτέα απόφαση. Παρ` όλο που δεν αναφέρεται ρητώς, είναι επιτρεπτή, στο ίδιο μέτρο, και η διόρθωση του βουλεύματος και μάλιστα χωρίς την κλήτευση των διαδίκων, αφού η διάταξη του άρθρου 145 παρ. 2 του ΚΠοινΔ " ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίστηκαν" τίθεται υπό την έννοια των διαδίκων που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προς διόρθωση απόφαση, περίπτωση που δεν συντρέχει για τα βουλεύματα του δικαστικού συμβουλίου. Με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα ζητεί τη συμπλήρωση της υπ` αριθ. 721/2004 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε σε Συμβούλιο, και την κατάργηση, κατ` ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 310§2 του ΚΠοινΔ, των υπ` αριθ. 451/1998 και 577/1998 διατάξεων του 22ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, με τις οποίες απαγορεύτηκε η εκποίηση ακινήτων του κατηγορουμένου Σ. Μ. και η κίνηση των ατομικών ή κοινών λογαριασμών που τηρούσε αυτός σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό της Χώρας, η οποία (κατάργηση) δεν διατάχθηκε από παραδρομή, παρά το ότι το Συμβούλιο αυτού του Δικαστηρίου, με την ανωτέρω απόφασή του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Σ. Μ., σε βάρος του οποίου διατάχθηκαν τα ανακριτικά αυτά μέτρα, για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, στα πλαίσια της οποίας λήφθηκαν αυτά. Ισχυρίζεται δε ότι έχει έννομο συμφέρον για την άρση των ανωτέρω ανακριτικών μέτρων, ως δανείστρια του ως άνω κατηγορουμένου. Σύμφωνα, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 145§2 του ΚΠοινΔ, που προαναφέρθηκε, η αίτηση είναι απαράδεκτη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αιτούσας, αφού αυτή δεν ήταν διάδικος στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προς συμπλήρωση απόφαση, αλλά ήταν τρίτη. Πλην, η αίτηση αυτή μπορεί να δώσει αφορμή στο Δικαστήριο να επιληφθεί, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, αυτεπαγγέλτως και, αν κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση, να προβεί στη συμπλήρωση της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με τις υπ' αριθμ. 451/1998 και 577/1998 διατάξεις του 22ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών διατάχθηκε η απαγόρευση κινήσεως τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και η απαγόρευση εκποιήσεως ακινήτων του Σ. Μ., στο πλαίσιο διενεργούμενης, κατά το χρόνο εκείνο, ανακρίσεως για παράβαση του αρθρ. 2 παρ. 1 σε συνδ. με αρθρ. 1 περ. αε', αιε' του ν. 2331/1995 περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Για την ως άνω κατηγορία ο Σ. Μ. απαλλάχθηκε οριστικά με το υπ' αριθμ. 721/2004 βούλευμα αυτού του Δικαστηρίου, με το οποίο αποφάνθηκε αυτό να μη γίνει κατηγορία εναντίον του για την ως άνω πράξη, αναιρέθηκε εν μέρει το υπ' αριθμ. 2252/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και απορρίφθηκε, κατά τα λοιπά, η από 20-10-2003 αναίρεση του άνω κατηγορούμενου, ο οποίος παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για τα εγκλήματα της ηθικής αυτουργίας σε διακεκριμένη περίπτωση αρπαγής ανηλίκων από κοινού κατά συρροή, της ηθικής αυτουργίας σε αρπαγής κατά συναυτουργία και κατά συρροή, της ηθικής αυτουργίας σε παράνομη κατακράτηση από κοινού κατά συρροή, της μαστροπείας κατ` επάγγελμα και από κερδοσκοπία κατ` εξακολούθηση και κατά συρροή, της διακεκριμένης κλοπής κατ` εξακολούθηση, της σωματεμπορίας κατά συρροή, της παράνομης κατοχής πυρομαχικών και της παραχαράξεως κατά συναυτουργία. Ήδη εκκρεμεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών έφεση του άνω κατηγορούμενου κατά της υπ' αριθμ. 1068/2006 καταδικαστικής εναντίον του αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την αναίρεση, με την υπ' αριθμ. 1662/2008 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, της υπ' αριθμ. 1360Α, 1424, 1458/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Όμως, το Δικαστήριο αυτό, με την ως άνω υπ` αριθ. 721/2004 απόφασή του (σε Συμβούλιο), παρέλειψε να αποφανθεί για την τύχη των ως άνω ανακριτικών μέτρων που διατάχθηκαν σε βάρος του κατηγορουμένου Σ. Μ., παρά την απόφανσή του να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για το αδίκημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 145§1 του ΚΠοινΔ, να συμπληρωθεί, μετά από αυτεπάγγελτη κρίση, η ως άνω απόφαση και να αρθούν τα εν λόγω ανακριτικά μέτρα, κατ` ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 310§2 του ίδιου Κώδικα, εφόσον, οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 48 του ν. 3691/2008 και 5 του ν. 2331/1995 (που καταργήθηκε με το άρθρο 55 του ν. 3691/2008) δεν ρυθμίζουν το όργανο και τη διαδικασία για την άρση αυτών, ενώ ο ανακριτής, μετά το πέρας της ανακρίσεως, απεκδύεται κάθε σχετικής αρμοδιότητας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΙ την υπ` αριθ. 721/2004 απόφασή του (σε Συμβούλιο) και
ΚΑΤΑΡΓΕΙ τις υπ' αριθμ. 451/1998 και 577/1998 διατάξεις του 22ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, την δεύτερη, όσον αφορά μόνο τον Σ. Μ., με την πρώτη από τις οποίες απαγορεύτηκε η κίνηση των ατομικών ή κοινών λογαριασμών που τηρούσε ο κατηγορούμενος Σ. Μ. σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό της Χώρας, με τη δεύτερη δε απαγορεύτηκε η εκποίηση ακινήτων του κατηγορουμένου Σ. Μ., όπως αυτά περιγράφονται σ` αυτήν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Αίτηση συμπληρώσεως αποφάσεως Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, ώστε να αρθούν οι απαγορεύσεις κινήσεως λογαριασμών και εκποιήσεως ακινήτων που διατάχθηκαν από τον Ανακριτή στα πλαίσια της πράξεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, για την οποία το Συμβούλιο του ΑΠ αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία. Επί συμπληρώσεως βουλευμάτων δεν νοείται κλήτευση διαδίκων, αφού αυτοί δεν είχαν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε το βούλευμα. Απαράδεκτη η αίτηση, γιατί υποβλήθηκε όχι από διάδικο, αλλά από τρίτη, δανείστρια του κατηγορουμένου, στον οποίο ανήκαν οι λογαριασμοί και τα ακίνητα. Πλην, η αίτηση δίνει αφορμή για αυτεπάγγελτη συμπλήρωση από το Δικαστήριο. Συμπλήρωση της αποφάσεως και κατάργηση των διατάξεων του Ανακριτή, κατ΄ανάλογη εφαρμογή άρθρου 310§2 ΚΠΔ. | null | null | 1 |
Αριθμός 1676/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Κ. του Α., 2) Π. Μ. του Ν., 3) Σ. Π. του Δ. και 4) Γ. Τ. του Κ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ταρσίτσα Κυπαρισσίδου - Καλιμπάκα.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Παύλου Μελά, που εδρεύει στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου τού (αρχικού διαδίκου) Δήμου Ευκαρπίας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24307/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 483/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ. 1 ν. 3812/2009 που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ., άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Τέλος, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση. κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συµβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύµβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθµιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύµβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύµβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύµβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαµβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του. Αντίθετα επί συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποιά συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ. ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006), ενώ από τις παραπάνω διατάξεις και δη του άρθ. 6 ν. 2527/1997, που ρυθμίζει συγκεκριμένα τους όρους και τις προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης σύμβασης έργου από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι Δήμοι, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση σύναψης από τα πρόσωπα αυτά, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο ως άνω περιπτώσεις, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας, ύστερα από έφεση του αναιρεσιβλήτου, επί αγωγής των αναιρεσειόντων, καθώς και κατά της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη ανώνυμης εταιρείας "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης" (ΕΕΤΑΑ), με την οποία ζητούσαν ν' αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψαν με τους ως άνω εναγομένους το έτος 2001, παραταθείσες διαδοχικά μέχρι την 31-12-2004, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων του Δήμου Πολίχνης ήσαν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να τους καταβάλουν τ' αναφερόμενα εκεί ποσά ως αμοιβή για την εργασία τους αυτή (και για τις ειδικότερα εκτιθέμενες σ' αυτήν αιτίες), δέχθηκε με την προσβαλλομένη 483/2010 απόφαση του, μεταξύ των άλλων, ότι με την ΥΑ 34100/1999,απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με θέμα " Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών για τη φύλαξη σχολείων" που, κατά τα μνημονευόμενα σ' αυτήν, εκδόθηκε λαμβάνοντας υπόψη τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998 καθώς και τις διατάξεις της παρ 2α του άρθρου 1 του Ν. 2469/1997 "Περιορισμός κρατικών δαπανών" και την υπ' αριθμ. 2701/16.11.1999 απόφαση του ΔΣ του Ο.Α.Ε.Δ, αποφασίσθηκε η κατάρτιση του ως άνω προγράμματος. Ειδικότερα κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω Υπουργική Απόφαση: "1. Σκοπός του προγράμματος είναι αφενός η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται, ιδιαίτερα από την ανεργία με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και αφετέρου η επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος, όπως αυτό της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών. 2.Δικαιούχοι φορείς του προγράμματος είναι οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης των πρωτευουσών Νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. 3.Δικαιούχοι είναι άνεργοι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων των Υπηρεσιών του ΟΑΕΔ ή επιδοτούμενοι άνεργοι ηλικίας 25-64 ετών, οι οποίοι θα πρέπει να είναι απόφοιτοι Λυκείου, να έχουν την Ελληνική υπηκοότητα ή την υπηκοότητα Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να είναι Έλληνες ομογενείς, που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα ..... 4. Η διάρκεια του προγράμματος είναι 11 μήνες εκ των οποίων ένας (1 ) μήνας μπορεί να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση- εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και οι υπόλοιποι μήνες αφορούν την τοποθέτηση σε θέσεις για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. 5.Το πρόγραμμα πρόκειται να υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήµων και Κοινοτήτων Ελλάδος και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης. Οι ως άνω φορείς θα συµβληθούν µε προγραμματική σύµβαση, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 2732/93, αντικείµενο της οποίας θα αποτελεί η συνεργασία τους, ώστε µε τη συμβολή των ενεργειών και την παροχή των υπηρεσιών του καθενός, στα όρια των στόχων και αρμοδιοτήτων του, να δημιουργηθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος αφενός για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία µε πιθανότητα µόνιµης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και των κοινοχρήστων χώρων στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος όπως αυτό της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της. προστασίας των µαθητών. 6. Αντικείµενο του έργου: Το έργο περιλαμβάνει: Τη διερεύνηση και καταγραφή των σχολικών κτηρίων µε αυξημένα προβλήματα που προέρχονται από την πρόσβαση στους χώρους τους εξωσχολικών ή άλλων παραγόντων, οι οποίοι προκαλούν ζηµίες και φθορές. Τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την επιλογή Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης µε σκοπό την ένταξη τους στο πρόγραµµα. Τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης που θα ενταχθούν στο εν λόγω πρόγραµµα. Την επιλογή 2700 ανέργων ετών αποφοίτων Λυκείου, οι οποίοι θα επιλεγούν με βάση ειδικά κριτήρια για την παρακολούθηση προγράμματος απόκτησης εργασιακής εµπειρίας. 7. Δικαιώµατα υποχρεώσεις φορέων της προγραμματικής σύµβασης: α) Το Υπουργείο εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης : Χρηματοδοτεί το Πρόγραµµα σύµφωνα µε την παρ. 10 της παρούσας. Συμμετέχει στην Επιτροπή Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Συμμετέχει στην Επιτροπή Παρακολούθησης του άρθρου 9 παρούσας απόφασης. Συμμετέχει στις διαδικασίες δημοσιότητας του Προγράμματος. Παρακολουθεί την πραγματοποίηση του έργου της Προγραμματικής Σύµβασης που πρόκειται να υπογραφεί β).Το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων: Συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Συμμετέχει στην Επιτροπή Παρακολούθησης άρθρου 9 του της παρούσας απόφασης. Συμμετέχει στις διαδικασίες δημοσιότητας του Προγράμματος. Παρακολουθεί την πραγματοποίηση του έργου της Προγραμματικής Σύµβασης. γ) Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων: Παρακολουθεί τα θέµατα αρμοδιότητας του, κυρίως όσον αφορά το σχεδιασµό της πληροφόρησης και ενημέρωσης των συμμετεχόντων στο πρόγραµµα απόκτησης εργασιακής εµπειρίας στη φύλαξη των σχολείων. Συμμετέχει στις διαδικασίες διαμόρφωσης προδιαγραφών επιλογής των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Συμμετέχει στην Επιτροπή παρακολούθησης του άρθρου 9 της παρούσας απόφασης δ)Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης αναλαμβάνει : Να υποστηρίξει τη διοργάνωση του προγράμματος ενημέρωσης σε θέματα αρμοδιότητας του. Ν συμμετέχει στις διαδικασίες διαμόρφωσης προδιαγραφών επιλογής των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Να συμμετέχει στην επιτροπή παρακολούθησης του άρθρου 9 της παρούσας απόφασης. ε) Ο Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού αναλαμβάνει: Τη χρηματοδότηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας σύμφωνα με την παρ. 10 της παρούσας. Την υποστήριξη για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων. Τη συμμετοχή στην επιτροπή παρακολούθησης του άρθρου 3 της παρούσας απόφασης. Τη συμμετοχή στις διαδικασίες διαμόρφωσης προδιαγραφών επιλογής των ΟΤΑ. Τη συμμετοχή στην επιτροπή επιλογής των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. στ) Η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος αναλαμβάνει την υποχρέωση: Να συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Να συμμετέχει στην επιτροπή της παρακολούθησης του άρθρου 9 της παρούσας απόφασης. Να παρακολουθεί το έργο της Προγραμματικής Σύμβασης, ζ) Η Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης στα πλαίσια παροχής τεχνικής στήριξης αναλαμβάνει: 1. Την υποστήριξη για την εκτέλεση του ως άνω έργου και ειδικότερα: Τη σύνταξη σχεδίου της αίτησης συμμετοχής του δικαιούχου καθώς και οδηγού για τη συμπλήρωση της αίτησης. Υποστήριξη του δικαιούχου για τη συμπλήρωση της αίτησης συμμετοχής. Μεταξύ των µέσων που θα χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη θα παρέχονται πληροφοριακά στοιχεία για το πρόγραµµα µέσω του Internet. Τη σύνταξη τεχνικών προδιαγραφών του απαιτούμενου εξοπλισμού υποστήριξης για τη φύλαξη των σχολείων. Παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης στους δικαιούχους φορείς. Ενημέρωση - ευαισθητοποίηση των κοινωνικών οµάδων που άµεσα ή έµµεσα ωφελούνται από το πρόγραµµα/ ενημερωτικές συναντήσεις µε σχολικές επιτροπές-συμβούλιο, διοργάνωση ηµερίδων, ανακοινώσεις στον τύπο και στα τοπικά Μ.Μ.Ε. Την κατάρτιση συστήματος κριτηρίων αξιολόγησης των προτάσεων, καθώς και των σχετικών εντύπων αξιολόγησης. Την παροχή τεχνικής υποστήριξης για την εφαρμογή συστήματος αξιολόγησης και ιεράρχησης των προτάσεων, καθώς και την τεχνική υποστήριξη για την τελική επιλογή των προτάσεων µε χρήση Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών. Τη µηχανογραφική επεξεργασία των προτάσεων. Την οικονοµική διαχείριση του προγράμματος. Την τεχνική ηλεκτρονική επεξεργασία για την επιλογή των ανέργων. Τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την επιλογή ανέργων. 2. την υποστήριξη κατά την υλοποίηση των προτάσεων και ειδικότερα: Συµµετοχή στην Επιτροπή Παρακολούθησης του άρθρου 3 παρούσας απόφασης. Εκπαίδευση των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της Ενέργειας. Τη δηµιουργία και εφαρμογή πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου (Δελτίο Προόδου Έργου) για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και την έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων. Την παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα Νομικά Πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου. Παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα εργασιακής εμπειρίας. Σχεδιασμό και παραγωγή των εντύπων, παρακολούθηση των υποχρεώσεων των φυλάκων. Τη διοργάνωση ενημερωτικών συναντήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος. Την παράδοση τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης με την ολοκλήρωση του έργου.".Επίσης με την ίδια απόφαση καθορίσθηκαν α)τα μέλη της Επιτροπής Επιλογής των δικαιούχων Ο.Τ.Α οι οποίοι θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, ο τρόπος συγκλήσεως και συνεδριάσεως της καθώς και της λήψης της απόφασης, β) τα μέλη της Επιτροπής Παρακολούθησης στην οποία ανατέθηκε αα) ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος, ββ) η αρμοδιότητα να αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, για την ακολουθητέα διαδικασία επιλογής των καθώς και για κάθε αναγκαία ενέργεια που κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και γγ) η σύνταξη εκθέσεων ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσής του και η αποστολή τούτων στους εμπλεκόμενους φορείς. Κατά τα αναφερόμενα δε στο άρθρο 10 της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης προσδιορίστηκε το συνολικό κόστος της χρηματοδότησης του προγράμματος και η κάλυψη της από τον ΟΑΕΔ για διάρκεια 11 μηνών και από το Υπουργείο Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για χρονικό διάστημα 13 μηνών. Τέλος στο άρθρο 11 της απόφασης καθορίζονται οι όροι χρηματοδότησης και επί λέξει αναφέρεται: Ο ΟΑΕΔ αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας καταβάλλοντας σε κάθε ασκούμενο ημερησίως το ποσό των 12.000 δραχμών και για 22 ημέρες το μήνα. Με εγκύκλιο της Δ/νσης Οικονομικών του ΟΑΕΔ θα καθοριστούν τα δικαιολογητικά για την πληρωμή των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα καθώς και τη διαδικασία καταβολής των αμοιβών τους και της ασφαλιστικής τους κάλυψης". Εις εκτέλεση της άνω Υπουργικής αποφάσεως καταρτίσθηκαν οι από 09.12.1999 και από 05.1.2000 Προγραμματικές Συμβάσεις μεταξύ των προαναφερόμενων φορέων με τις οποίες συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν τα προμνημονευόμενα στην ανωτέρω Υπουργική Απόφαση, αναφορικά με α) το αντικείμενο της συνεργασίας των συμβαλλομένων μερών συνισταμένου στην πραγματοποίηση του επίμαχου προγράμματος, β) την ισχύ, διάρκεια και χρονοδιάγραμμα της συμβάσεως, γ) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, δ) με τους πόρους και την χρηματοδότηση του προγράμματος, επαναλαμβάνοντας τα προειρημένα στην ανωτέρω Υπουργική Απόφαση περί του ότι στον κάθε άνεργο που συμμετέχει στο πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας θα καταβάλλεται από τον ΟΑΕΔ το ποσό των 12.000 δραχμών ημερησίως και για 22 ημέρες το μήνα, ε) την Επιτροπή Επιλογής των δικαιούχων ΟΤΑ, στ) την Επιτροπή Παρακολούθησης εφαρμογής των όρων των προγραμματικών συμβάσεων και ζ) τους όρους καταγγελίας των συμβάσεων τούτων. Ας σημειωθεί δε ότι, στο προοίμιο των Προγραμματικών Συμβάσεων, όπου διαγράφεται ο στόχος του επίμαχου Προγράμματος αναφέρεται εκτός από τον προέχοντα στόχο αναφορικά με την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και ο στόχος της διερεύνησης των όρων και των προϋποθέσεων εισαγωγής του θεσμού για τη συνεχή φύλαξη σχολικών κτιρίων και της γενικότερης προστασίας τους με εξειδικευμένο προσωπικό. Επίσης με την ως άνω από 05.1.2000 προγραμματική Σύμβαση οι προαναφερόμενοι φορείς συμφώνησαν τη συμμετοχή στο επίμαχο πρόγραμμα επιπλέον των 2700 ανέργων και άλλων 600 ανέργων. Μετά τη σύναψη των ανωτέρω προγραμματικών συμβάσεων καταρτίσθηκε από τους συμβαλλόμενους ως άνω φορείς και το "Κανονιστικό Πλαίσιο Εφαρμογής Προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών κτιρίων" με το οποίο καθορίσθηκαν οι όροι εφαρμογής του προγράμματος, οι συντελεστές του προγράμματος, οι αρμοδιότητες των συντελεστών του προγράμματος, οι πόροι και ο τρόπος χρηματοδότησης, η διοικητική και οικονομική διαχείριση του προγράμματος και το σύστημα παρακολούθησης του προγράμματος. Ειδικότερα στο κείμενο του εν λόγω Κανονιστικού Πλαισίου μεταξύ των άλλων διαλαμβάνονται και οι ακόλουθοι όροι (συμφωνίες) :1) το Πρόγραμμα Απόκτησης Επαγγελματικής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων απευθύνεται σε απόφοιτους Λυκείου ή Εξαταξίου Γυμνασίου ή ισότιμης σχολικής μονάδας, που έχουν γεννηθεί κατά τα έτη 1936 έως και 1975, δηλαδή μεταξύ 25 και 64 ετών, που θα επιλεγούν μετά από δημόσια προκήρυξη εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με το σύστημα επιλογής που δημοσιοποιήθηκε τόσο με την προκήρυξη, όσο και με το τεύχος πληροφοριών το οποίο συνόδευε την προκήρυξη και θα εφαρµόζεται σε εκατόν σαράντα πέντε(145)Οργανισμούς Αυτοδιοίκησης της χώρας και σε σχολικά κτίρια που θα επιλέξουν οι τελευταίοι (ΟΤΑ), ενώ οι συμμετέχοντες ασκούμενοι ανέρχονται για το σύνολο της χώρας σε 3.300 άτοµα. 2) Οι συμμετέχοντες στο πρόγραµµα θα λαµβάνουν 12.000 δραχµές µικτά για κάθε ηµέρα απόκτησης εργασιακής εµπειρίας και για είκοσι δύο (22) ηµέρες τον µήνα, και θα ασφαλίζονται στο ΙΚΑ µόνο για τον κλάδο παροχών ασθένειας σε είδος και κατά του κινδύνου ατυχήµατος. 3) Η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και χώρων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση, σε τρεις (3) οκτάωρες βάρδιες (και Σαββατοκύριακο και Αργίες) και δη: η πρώτη βάρδια από 07.00 έως 15.00 µµ, η δεύτερη βάρδια από 15.00 έως 11.00 µµ, και η τρίτη βάρδια από 11.00 µµ έως 07.00 µµ και οι εν λόγω βάρδιες θα ισχύουν για όλους τους ΟΤΑ και για όλα τα σχολικά κτίρια, ενώ ο κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος, σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο. 4) Με σκοπό τη διευκρίνιση των επιµέρους όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής του Προγράμματος ανά ΟΤΑ θα υπογραφεί Συμφωνητικό Συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας στα πλαίσια του προγράμματος ανάµεσα στον ΟΤΑ την ΕΕΤΑΑ και τους ασκούμενους του ΟΤΑ, όπου θα αναφέρονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώµατα καθενός από τα συμβαλλόμενα µέρη. 5) Οι βασικοί συντελεστές του προγράμματος είναι α) τα μέρη του Εταιρικού Σχήματος του Προγράμματος (δηλαδή οι προαναφερόμενοι συμβληθέντες φορείς στις προγραμματικές συμβάσεις) β) οι δικαιούχοι ΟΤΑ για την εφαρμογή του Προγράμματος σε σχολικά κτίρια της περιοχής ευθύνης τους και γ) οι επιλεγέντες στο Πρόγραμμα απόκτησης Επαγγελματικής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη Σχολικών Κτιρίων, 6) Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των Συντελεστών του Προγράμματος είναι: Α) Η συγκρότηση από το Εταιρικό Σχήμα του Προγράμματος (ήτοι τους ως άνω συμβαλλόμενους φορείς) της Επιτροπής Παρακολούθησης του Προγράμματος αποτελούμενη από τους εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος, έχουσα ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου, καθώς και για τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις Προγραμματικές Συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που ανακύπτουν από αυτήν. Β) Η Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), που είναι φορέας υλοποίησης του έργου στο πλαίσιο των Προγραμματικών Συμβάσεων είναι υπεύθυνη για τις ενέργειες που διαλαμβάνονται στην Υπουργική Απόφαση και αναλυτικώς παρατίθενται παραπάνω, Γ) Οι δικαιούχοι στο Πρόγραμμα ΟΤΑ είναι οι φορείς υποδοχής - εφαρμογής του πιλοτικού Προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και ο ρόλος τους στο Πρόγραμμα και οι προϋποθέσεις για την γενικευμένη εισαγωγή του θεσμού στα σχολεία, και ο ρόλος τους στο Πρόγραμμα είναι ιδιαίτερα σημαντικός γιατί με την ενεργό συμμετοχή τους θα διερευνηθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη γενικευμένη εισαγωγή του θεσμού στα σχολεία παράλληλα με τη γενικότερη προστασία τους. Οι δικαιούχοι ΟΤΑ οφείλουν: α) Να επιμεληθούν την επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και υποχρεώνονται να τα κοινοποιήσουν εγγράφως στην ΕΕΤΑΑ. β) Να κατανείμουν τους ασκούμενους στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια. γ) Να προμηθευτούν τον απαραίτητο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τα διαθέσουν στους ασκούμενους, δ) Να αναπτύξουν και εφαρμόσουν ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται (άμεσα ή έμμεσα) από το Πρόγραμμα. Το πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην Ε.Ε.Τ.Α.Α, πριν την έναρξη εφαρμογής του. ε) Να επιμεληθούν της οργάνωσης και του συντονισμού για να πραγματοποιήσουν τις προβλεπόμενες επιμορφωτικές συναντήσεις για τους ασκούμενους, στο πλαίσιο των προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ και με την συνεργασία της στ) Να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να διανεμηθεί στους ασκούμενους το εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό των ενεργειών ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης, που θα τους αποσταλεί από την ΕΕΤΑΑ. ζ) Να συνυπογράψουν τη σύμβαση μεταξύ ΟΤΑ - Ασκουμένων
στον ΟΤΑ και ΕΤΑΑ, η) Να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου, μετά τις επιμορφωτικές συναντήσεις, οι ασκούμενοι να τοποθετηθούν στα συγκεκριμένα σχολικά κτίρια στα οποία έχουν κατανεμηθεί, σύμφωνα με προδιαγραφές που τίθενται στο Εγχειρίδιο Εφαρμογής του Προγράμματος. θ) Να διανείμουν στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια και στους ασκούμενους τον απαραίτητο εξοπλισμό τους. ι) Να διενεργούν τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες. Επίσης ο ΟΤΑ, στο πλαίσιο της συµµετοχή στο Πρόγραμμα, ορίζει ένα µέλος του Δηµοτικού του Συµβουλίου και ένα στέλεχος του, οι οποίοι θα επιφορτισθούν µε την ευθύνη εφαρμογής και παρακολούθησης του Προγράμματος στον Ο.Τ.Α. Εκ τούτων, το µεν µέλος του Δηµοτικού Συµβουλίου αποτελεί τον εκπρόσωπο του ΟΤΑ στο Πρόγραµµα και έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής του στον ΟΤΑ και δη είναι υπεύθυνο για να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου ο ΟΤΑ να προμηθευτεί τον απαραίτητο εξοπλισµό, σύµφωνα µε τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος, να οριστικοποιήσει και γνωστοποιήσει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. το πρόγραµµα δράσης των ενεργειών ενημέρωσης ευαισθητοποίησης καθώς και των επιμορφωτικών συναντήσεων των ασκουμένων στον ΟΤΑ, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου, µετά τις επιμορφωτικές συναντήσεις, οι ασκούμενοι να τοποθετηθούν στα συγκεκριμένα σχολικά κτήρια στα οποία έχουν κατανεµηθεί, σύµφωνα µε τις προδιαγραφές που τίθενται στο Εγχειρίδιο Εφαρμογής του Προγράμματος, το δε ο στέλεχος του Ο.Τ.Α. είναι επιφορτισμένο µε τον συντονισµό, την παρακολούθηση και την οργανωτική υποστήριξη του προγράμματος στα πλαίσια συνεργασίας µε τον φορέα υλοποίησης του Προγράμματος, δηλαδή την ΕΕΤΑΑ. Συγκεκριμένα είναι υπεύθυνο για τα ακόλουθα α) Να οργανώσει τις απαραίτητες συναντήσεις εργασίας για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών οµάδων που ωφελούνται (άµεσα ή έµµεσα) από το Πρόγραµµα. Το πρόγραµµα δράσης των συγκεκριμένων συναντήσεων θα πρέπει να κοινοποιήσει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α, πριν την έναρξη εφαρμογής του, β) Να συντονίσει, οργανώσει και υλοποιήσει τις προβλεπόμενες επιμορφωτικές συναντήσεις για τους ασκούμενους, στο πλαίσιο των προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ και με την συνεργασία της και να αποστείλει στην τελευταία εντός μιας εβδομάδας από την ολοκλήρωση της επιμορφωτικής συνάντησης πλήρως συμπληρωμένο το Ημερήσιο Δελτίο Συμβάντων-Παρουσιών Ασκουμένων (Έντυπο 1) μαζί με τον Πίνακα Στοιχείων Ασκουμένων. γ) Να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να διανεμηθεί το εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό των ενεργειών ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης, που θα τους αποσταλεί από την ΕΕΤΑΑ, στους εμπλεκόμενους φορείς και τις κοινωνικές ομάδες που ωφελούνται από το Πρόγραμμα και στους ασκούμενους αντίστοιχα, δ) Να διανείμει στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια και στους ασκούμενους τον απαραίτητο εξοπλισμό τους. ε) Να αποστέλλει στην ΕΕΤΑΑ δίμηνο προγραμματισμό των βαρδιών που θα ακολουθήσει ανά σχολικό κτίριο όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες
τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν, στ) Να συγκεντρώνει καθημερινά
τα Ημερήσια Δελτία Συμβάντων - Παρουσιών, τα οποία συμπληρώνει κάθε ασκούμενος στη βάρδια του και αυτά είναι υποχρεωμένος να τηρεί σε φυσικό αρχείο στον ΟΤΑ καθ' όλη τη διάρκεια του Προγράμματος και να είναι οποτεδήποτε διαθέσιμα στον φορέα υλοποίησης του Προγράμματος, δηλαδή την ΕΕΤΑΑ και θα συμπληρώνει σύμφωνα με τα Ημερήσια Δελτίο το Μηνιαίο Δελτίο Παρουσίας Ασκουμένων το οποίο θα υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο του ΟΤΑ (το Δήμαρχο) και θα αποστέλλεται εντός 5 ηµερών από τη λήξη τού κάθε δίµηνου στο αρµόδιο στέλεχος της ΕΕΤΑΑ και θα αποτελεί το παραστατικό σύµφωνα µε το οποίο πιστοποιείται η παρουσία των ασκουμένων στα σχολικά κτίρια σε µηνιαία βάση και µε βάση αυτό το οποίο απαραιτήτως πρέπει να έχει την υπογραφή του νόµιµου εκπροσώπου του ΟΤΑ και την σφραγίδα του ΟΤΑ, θα καταβάλλεται το εκπαιδευτικό επίδοµα στους ασκούμενους, ζ) Να έχει τακτική επικοινωνία τόσο µε το Διευθυντή του Σχολείου για την ορθή εφαρμογή του Προγράμματος και την επισήμανση περιστατικών που έχουν σχέση µε την συμπεριφορά των ασκουμένων, όσο και µε τους ασκούμενους, προκειμένου να επιλύονται τυχόν προβλήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο εφαρμογής του Προγράμματος. Δ) Οι επιλεγέντες στο Πρόγραµµα Απόκτησης Επαγγελµατικής Εµπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων, ήτοι οι ασκούμενοι µεταξύ άλλων: α) δεν µπορούν ταυτόχρονα µε τη συµµετοχή τους στο συγκεκριμένο Πρόγραµµα, να απασχολούνται παράλληλα µε οποιαδήποτε άλλη σχέση εργασίας ή έργου και να συμμετέχουν παράλληλα σε άλλο επιδοτούμενο ή µη πρόγραµµα κατάρτισης και απασχόλησης. β) οφείλουν για κάθε ζήτηµα που αφορά τα καθήκοντα τους να τηρούν όσα αναφέρονται στο καθηκοντολόγιο που αναφέρει τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα που έχουν συμμετέχοντας στο Πρόγραµµα. γ) οφείλουν να τηρούν το δίµηνο προγραμματισμό των βαρδιών που θα ορίζονται και θα κοινοποιούνται σε αυτούς από
το αρµόδιο στέλεχος του ΟΤΑ επακριβώς και χωρίς καµία απόκλιση από τον συγκεκριμένο προγραμματισμό, δ) οφείλουν για κάθε ζήτημα που αφορά τα καθήκοντα τους να ενημερώνουν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του σχολείου τον Διευθυντή του σχολείου και για θέματα που σχετίζονται με την τέλεση των καθηκόντων τους στις περιπτώσεις που το σχολείο δεν βρίσκεται σε λειτουργία (καλοκαίρι, αργίες κλπ), καθώς και για θέματα που αφορούν γενικά τη συμμετοχή τους στο Πρόγραμμα να αναφέρονται στο αρμόδιο στέλεχος του ΟΤΑ. ε) κατά την άφιξη και την αποχώρησή τους από το σχολείο υπογράφουν και εφ' όσον χρειάζεται, συμπληρώνουν το σχετικό Ημερήσιο Δελτίο Συμβάντων, το οποίο τηρείται σε κάθε σχολείο σε προκαθορισμένη θέση μετά από συνεννόηση με τον Διευθυντή του Σχολείου και το αρμόδιο στέλεχος του ΟΤΑ. στ) οφείλουν σε περίπτωση που ο αντικαταστάτης τους της επόμενης βάρδιας δεν προσέλθει στην ώρα του να παραμείνουν στη σχολική μονάδα και να ενημερώσουν αρχικά τον αρμόδιο υπάλληλο του ΟΤΑ και μετέπειτα τον Διευθυντή του Σχολείου και να ενεργούν σύμφωνα με τις υποδείξεις τους. ζ) Σε περίπτωση που ο ασκούμενος δεν ακολουθεί τις υποδείξεις του ΟΤΑ και της ΕΕΤΑΑ, ο ΟΤΑ αναφέρει με έγγραφο του το γεγονός στην Επιτροπή Παρακολούθησης για την αντιμετώπιση του προβλήματος και τη λήψη μέτρων. η) Η αποζημίωση που αντιστοιχεί για κάθε ημέρα απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας είναι 12.000 (μικτά) ανά ασκούμενο και δεν διαφοροποιείται εάν οι ώρες είναι απογευματινές ή βραδινές, ακόμη όταν οι ημέρες είναι αργίες ή Σάββατο ή Κυριακή. Η καταβαλλόμενη αποζημίωση αντιστοιχεί στις ημέρες απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο Πρόγραμμα. θ) Επιτρέπεται η απουσία των εγκύων ασκουμένων για 53 ημερολογιακές ημέρες πριν τον τοκετού και 53 ημέρες μετέπειτα. Καθ' όλη την διάρκεια απουσίας από το Πρόγραμμα λόγω της κυήσεως ή της λοχείας δεν καταβάλλεται το εκπαιδευτικό επίδομα που αντιστοιχεί στις συγκεκριμένες ημέρες. ι) Ο ασκούμενος μπορεί να απουσιάσει δικαιολογημένα χωρίς να του καταβάλλεται αποζημίωση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για χρονικό διάστημα συνολικής διάρκειας εικοσιπέντε (25 ) ημερών. ια) Η αποζημίωση θα καταβάλλεται από την ΕΕΤΑΑ μέσω της Εθνικής Τράπεζας, στους ασκούμενους ανά δίμηνο και εφ' όσον ο ΟΤΑ έχει αποστείλει τα απαραίτητα στοιχεία στην ΕΕΤΑΑ ιβ) Οι ασκούμενοι ασφαλίζονται στο ΙΚΑ μόνο για τον κλάδο παροχών ασθένειας κινδύνου κατά είδος του και ατυχήματος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για τις καλύψεις που προβλέπονται από αυτή (Ν. 2458/97 και Ν.2874/2000) ιγ) Στο πλαίσιο του Προγράμματος, δεν προβλέπονται δαπάνες μετακίνησης και διατροφής για τους ασκούμενους. 7) Οι πόροι για την πραγματοποίηση του έργου είναι αμιγώς εθνικοί πόροι και προέρχονται από το Υπουργείο Εσωτερικών, Διοίκησης και Δημόσιας Αποκέντρωσης, τον Οργανισμό Ανάπτυξης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και τον Λογαριασμό για την Απασχόληση και την Επαγγελματική Κατάρτιση (ΛΑΕΚ), ενώ η Ε.Ε.Τ.Α.Α., ως φορέας υλοποίησης και Οικονομικής διαχείρισης του έργου, υποχρεούται να καταβάλλει στους ασκούμενους στο Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων το ποσό των 12.000 μικτά δραχμών ημερησίως για 22 ημέρες κάθε μήνα για κάθε συμμετέχοντα από τους 3.300 στο Πρόγραµµα. Η καταβολή της αποζημίωσης στους ασκούμενους θα πραγματοποιείται εφόσον προηγουμένως ο ΟΤΑ εκπληρώνει τη συμβατική υποχρέωση του προς τον φορέα υλοποίησης του έργου, δηλαδή την ΕΕΤΑΑ. και η οποία είναι η ορθή συµπλήρωση των Μηνιαίων Εντύπων Παρουσίας των Ασκουμένων και η έγκαιρη αποστολή τους. Ή πληρωµή της αποζημίωσης των ασκουμένων (ήτοι ανά ηµέρα είναι 12.000 δραχµές µικτά, όπως προβλέπεται από τα συμφωνητικά συνεργασίας που θα υπογράψει ο ασκούμενος), γίνεται µε κατάθεση σε αντίστοιχο λογαριασµό της Εθνικής Τράπεζας του ασκούμενου, µετά την ολοκλήρωση ενός διµήνου απόκτησης εργασιακής εµπειρίας. 8) Αναφορικά µε το Σύστηµα Παρακολούθησης Προγράμματος καθορίσθηκαν τα εξής: α) Η παρακολούθηση της πορείας υλοποίησης του Προγράμματος απόκτησης επαγγελµατικής εµπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων πραγματοποιείται από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και από εκπροσώπους τους οποίους ορίζει η Επιτροπή. β) Η επιτροπή συνεδριάζει µια φορά κάθε δύο µήνες ή οποτεδήποτε ζητηθεί από οποιοδήποτε µέλος αυτής και συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού και γ) Η Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος έχει, επίσης, το δικαίωµα να διεξάγει επιτόπιους ελέγχους, όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο, να έχει άµεση και αναλυτική ενημέρωση για όποιο θέµα θεωρήσει σκόπιµο ότι πρέπει να τεθεί υπόψη της, να προβεί σε οποιεσδήποτε τροποποιήσεις και µεταβολές στα δεδοµένα όλων των ενεργειών του Προγράμματος, εφ' όσον κρίνει αυτό απαραίτητο και σκόπιμο για την επίτευξη του σκοπού του. Επίσης επιτόπιους ελέγχους διενεργεί: α) η ΕΕΤΑΑ όποτε κρίνει ότι είναι απαραίτητο και κυρίως για να διαπιστώνει αφενός εάν υλοποιείται το Πρόγραμμα κανονικά από τους δικαιούχους ΟΤΑ, δηλαδή σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του εταιρικού σχήματος και αφετέρου εάν οι ασκούμενοι ενεργούν σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση τους και εάν τους αποδίδονται τα όσα αναφέρονται σχετικά με τα δικαιώματα τους. β) ο εντεταλμένος υπάλληλος του ΟΤΑ ή το αιρετό μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου που έχει αναλάβει την υποστήριξη του Προγράμματος, καθ' όλη τη διάρκεια της 24ωρου φύλαξης της σχολικής μονάδας και κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ο ελεγκτής αναφέρει εγγράφως στην ΕΕΤΑΑ τυχόν πρόβλημα που διαπιστώνει (απουσία φύλακα, πλημμελής φύλαξη, άλλος φύλακας αντί του προβλεπόμενου κλπ). Εφόσον δε διαπιστωθεί πρόβλημα τότε απαραιτήτως θα αναγράφεται στην Έκθεση Ελέγχου ποια σχολική μονάδα αφορά ο έλεγχος και σε ποιον ΟΤΑ και 9) Η Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος έχει το δικαίωμα με απόφαση της να τροποποιήσει τους όρους του παρόντος κανονιστικού πλαισίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, επιλέχθηκαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 των ως άνω Προγραμματικών Συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι Ο.Τ.Α που θα συμμετείχαν στο Πρόγραμμα, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο εκκαλών - εναγόμενος Δήμος Ευκαρπίας. Επίσης δημοσιεύθηκε στον Τύπο με πρωτοβουλία της Ε.Ε.Τ.Α.Α. η σχετική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη συμμετοχή στο "Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων" και περατώθηκε και η διαδικασία επιλογής των ασκούμενων-φυλάκων που θα παρακολουθούσαν το Πρόγραµµα, µεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι εφεσίβλητοι- ενάγοντες, που ήταν άνεργοι. Κατόπιν κατά τα οριζόμενα στο ως άνω Κανονιστικό Πλαίσιο καταρτίσθηκαν µεταξύ της Ε.Ε.Τ.Α.Α. του εκκαλούντος-εναγοµένου Δήµου Ευκαρπίας και των εναγόντων-εφεσιβλήτων τα συμφωνητικά συνεργασίας. Συγκεκριμένα υπογράφηκαν α) στις 23-7-2001 το "Συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας στα πλαίσια του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εµπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων", µεταξύ της Ε.Ε.Τ.Α.Α., του εκκαλούντος-εναγοµένου Δήµου Ευκαρπίας και του 1ου εκ των εναγόντων- εφεσιβλήτων β) στις 8-3-2001 όμοιο συμφωνητικό συνεργασίας μεταξύ των ιδίων ως άνω φορέων και του 2ου και 3ου εκ των εναγόντων, γ) στις 15-3-2001 συμφωνητικό συνεργασίας μεταξύ της ΕΕΤΑΑ, του εκκαλούντος- εναγομένου Δήμου Ευκαρπίας και του 4ου των εναγόντων-εφεσιβλήτων. Κατά τα διαλαμβανόμενα δε σ' αυτά, συμφωνήθηκε να συμμετέχουν οι ενάγοντες αποκαλούμενοι "ασκούμενοι-φύλακες" στο επίµαχο Πρόγραµµα,συνολικής διάρκειας 11 µηνών, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να παρακολουθήσουν τούτο, οι δε Ε.Ε.Τ.Α.Α., και Δήµος Ευκαρπίας, ανέλαβαν την υποχρέωση να εκπληρώσουν τις προβλεπόμενες προβλέψεις του Προγράμματος, σύµφωνα µε τους περιεχομένους στο συμφωνητικό όρους και προϋποθέσεις και στο προειρημένο Κανονιστικό Πλαίσιο Εφαρμογής του Προγράμματος, που αποτελεί αναπόσπαστο µέρος του εν λόγω συμφωνητικού. Όλοι οι όροι δε που αποτέλεσαν αντικείµενο της σύµβασης και διαλαμβάνονται στο περιεχόμενο αυτής, αναφορικά με τις προϋποθέσεις εκτελέσεως της, τις αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις για καθένα συμβαλλόμενο μέρος - συντελεστή του προγράμματος, το ύψος του εκπαιδευτικού επιδόματος των ασκουμένων, τις ημέρες και ώρες απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας, και τις καθοριζόμενες τρεις βάρδιες ανά 24ώρο, είναι οι ίδιοι που είχαν αναπτυχθεί και διατυπωθεί στην προαναφερόμενη υπουργική απόφαση, τις προγραμματικές συμβάσεις και στο Κανονιστικό Πλαίσιο Εφαρμογής του Προγράμματος, και εκτενώς παρατίθενται παραπάνω. Εκ των συμφωνηθέντων όρων κρίνεται εν προκειμένω σκόπιμο να γίνει ειδικότερη μνεία του όρου της αμοιβής και του τρόπου πληρωμής των ασκουμένων φυλάκων που διατυπώνεται στο άρθρο 4 των άνω συμφωνητικών ως εξής: "1. Η Ε.Ε.Τ.Α.Α. καταβάλλει στον καθένα ασκούμενο - φύλακα αποζημίωση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για τη συμμετοχή του στο Πρόγραμμα, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των δύο εκατομμυρίων εννιακοσίων τεσσάρων χιλιάδων(2.904.000) δραχμών (12.000 δρχ.Χ 22 ημέρες Χ 11 μήνες), τούτου μη διαφοροποιημένου στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών κατά την απογευματινή ή βραδινή βάρδια ή κατά τις μέρες αργιών. Η καταβολή της παραπάνω αποζημίωσης και υπό την προϋπόθεση της έγκαιρης καταβολής στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. της χρηματοδότησης σε αυτήν που προβλέπεται στο άρθρο 4 των προαναφερθεισών Προγραμματικών Συμβάσεων, γίνεται τμηματικά (στο τέλος κάθε διμήνου) και μετά από την παράδοση στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. από τον Δήμο των συγκεντρωτικών εντύπων που βεβαιώνουν τους ακριβείς χρόνους υπηρεσίας των φυλάκων. Από το αντίστοιχο ποσό αφαιρούνται οι εκάστοτε προβλεπόμενες κρατήσεις. 2.Συμφωνείται ρητά με την παρούσα, ότι για κάθε μέρα απουσίας από τις φάσεις εφαρμογής του Προγράμματος, πιστοποιούμενης από τα δελτία συμβάντων και τα σχετικά συγκεντρωτικά έντυπα που αποστέλλονται στην Ε.Ε.Τ.Α.Α., θα παρακρατείται από τον υποψήφιο η αντίστοιχη αποζημίωση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας. 3. Η ως άνω αποζημίωση θα καταβάλλεται στους ασκούμενους φύλακες από την Ε.Ε.Τ.Α.Α. μέσω της Εθνικής Τράπεζας ανά δίμηνο, και εφόσον ο Δήμος έχει αποστείλει τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 3. Β β του παρόντος. Προς το σκοπό αυτό οι ασκούμενοι φύλακες υποχρεούνται να εκδώσουν βιβλιάριο ταμιευτηρίου τραπεζικού λογαριασμού της Εθνικής Τράπεζας και μόνον αυτής.". Εκτός όμως από τους ως άνω όρους οι οποίοι, κατά τα προειρημένα, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συναλλαγής μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων, προβλέφθηκαν στο άρθρο 5 των συμφωνητικών, και οι όροι έκπτωσης των ασκουμένων - φυλάκων εκ του Προγράμματος και δη: " Ρητά ορίζεται ότι: α. Αν κάποιος από τους ασκούμενους φύλακες δεν συμμετάσχει ανελλιπώς στο Πρόγραμμα και πάντως απουσιάσει αδικαιολόγητα από αυτό πέραν των 25 ημερών, β. ή αποχωρήσει για οποιοδήποτε λόγο από το Πρόγραμμα, γ. ή δεν τηρήσει προσηκόντως όλους του όρους της παρούσας καθώς και τις ειδικότερες προβλέψεις του "Καθηκοντολογίου" που θεωρούνται όλοι ουσιώδεις εκπίπτει από το Πρόγραμμα. Στην περίπτωση αυτή δεν χορηγείται στον έκπτωτο η προβλεπόμενη στο άρθρο 3.7 της παρούσας "Βεβαίωση Απόκτησης Εργασιακής Εµπειρίας", χωρίς όµως ταυτόχρονα να ορίζεται και το συμβαλλόμενο µέρος που έχει την αρμοδιότητα για την κήρυξη εκπτώτου του ασκούμενου. Εις εκτέλεση των ως άνω συμφωνητικών εργασίας και προς υλοποίηση του επίµαχου πιλοτικού Προγράμματος, οι ενάγοντες ύστερα από την παρακολούθηση επιμορφωτικού σεμιναρίου τοποθετήθηκαν από τον εκκαλούντα Δήµο Ευκαρπίας στο 1ο Γυμνάσιο Ευκαρπίας. Καθ' όλη τη χρονική διάρκεια της λειτουργίας των ως άνω συµβάσεων συνεργασίας, ο καθένας συμβαλλόμενος εκτέλεσε τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις του, εντός του πλαισίου του επίµαχου Προγράμματος και προς υλοποίηση τούτου. Μετά την πάροδο του χρόνου διαρκείας των ως άνω συμφωνητικών, παρατάθηκε η διάρκειά των µέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, µε αλλεπάλληλα συμφωνητικά συνεργασίας, που υπογράφηκαν µεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, τα οποία είχαν πανομοιότυπο περιεχόµενο µε τα ανωτέρω αρχικά συμφωνητικά. Η παράταση των συμφωνητικών κατέστη εφικτή λόγω της καταρτίσεως των από 16.07.2003, 17.04.2004 και 30.07.2004 νέων προγραμματικών συµβάσεων µεταξύ του Υ.Π.Ε.Σ.Σ.Δ.Α., της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε και της Ε.Ε.Τ.Α.Α. µε τις οποίες οι εν λόγω φορείς συμφώνησαν τη συνέχιση του επίµαχου πιλοτικού Προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, με τους ισχύοντες όρους και κανόνες των προγραμματικών συµβάσεων, τους ίδιους επιλεγέντες ΟΤΑ., τους ήδη συμμετέχοντες ασκούμενους και µε την εξ ολοκλήρου χρηματοδότηση από το Υ.Π.Ε.Σ.Σ.Δ.Α. Καθ' όλη δε τη χρονική διάρκεια του επίµαχου προγράμματος, οι ενάγοντες-ασκούμενοι εκτελούσαν τις συμβατικές των υποχρεώσεις συνιστάμενες στην επαγγελµατική των κατάρτιση και απόκτηση εργασιακής εµπειρίας φύλαξης των ανωτέρω σχολικών κτιρίων, ενώ σύµφωνα µε την ως άνω ακολουθητέα διαδικασία η Ε.Ε.Τ.Α.Α. τους κατέβαλε το ως άνω συμφωνηθέν εκπαιδευτικό επίδοµα των 12.000 δραχµών µέχρι 31.12.2001 και έκτοτε 35,22 Ευρώ, ανά ηµέρα κατάρτισης για 22 ηµέρες τον µήνα και για 11 µήνες το έτος, χωρίς να διαφοροποιηθεί το ύψος τούτου στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών κατά την απογευματινή ή βραδινή βάρδια ή κατά τις µέρες αργιών και χωρίς την καταβολή δώρων εορτών, επιδόματος άδειας και άδειας. Επίσης ο εκκαλών-εναγόμενος Δήµος Ευκαρπίας, καθ' όλη τη διάρκεια των συμφωνητικών συνεργασίας, εκτελούσε αποκλειστικά και µόνον τις λεπτομερώς αναφερόµενες παραπάνω υποχρεώσεις του τις οποίες είχε αναλάβει µε τα επίδικα συμφωνητικά συνεργασίας καθώς και εκείνες που οριζόταν στο άνω Κανονιστικό Πλαίσιο Εφαρμογής του Προγράμματος, που, κατά τα προειρημένα αποτελούσε αναπόσπαστο µέρος των συμφωνητικών χωρίς περαιτέρω να αναλάβει γραπτώς ή προφορικώς ουδεµία άλλη υποχρέωση έναντι των εναγόντων- ασκουμένων φυλάκων. Άλλωστε οι όροι των συµβάσεων αναφορικά με τις αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κάθε συντελεστή του Προγράμματος, το χρόνο (διάρκεια Προγράμματος, ημέρες απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας, ωράριο, βάρδιες), τον τόπο (σχολικές μονάδες), τον τρόπο παρακολούθησης εκ μέρους των ασκουμένων-φυλάκων του επίμαχου Προγράμματος καθώς και το ύψος του άνω εκπαιδευτικού επιδόματος, ήταν, όπως προεκτέθηκε, απολύτως
προκαθορισμένοι, επακριβώς προσδιορισμένοι και δεσμευτικοί για όλους ανεξαρτήτως τους συμμετέχοντες στο επίμαχο Πρόγραμμα και αποτελούσαν το προπαρατιθέμενο ταυτόσημο περιεχόμενο της Υπουργικής Απόφασης, των Προγραμματικών Συμβάσεων των ανωτέρω συνεργαζομένων και συμβαλλομένων φορέων, του Κανονιστικού Πλαισίου Εφαρμογής του επίμαχου Προγράμματος. Έτσι οι εξουσίες και τα δικαιώματα του εκκαλούντος Δήμου, κατά την εκτέλεση των επιδίκων συμβάσεων συνεργασίας, έναντι των ασκουμένων-εναγόντων, περιορίσθηκαν αποκλειστικά και μόνον στην εκπλήρωση των αναλυτικώς παραπάνω αναφερόμενων υποχρεώσεών του και δη: στον προσδιορισμό του συγκεκριμένου σχολικού κτιρίου στο οποίο τοποθετήθηκε ο καθένας εκ των εναγόντων, στην χορήγηση σ' αυτούς του αποσταλέντος από την ΕΕΤΑΑ απαραίτητου εξοπλισμού, εκπαιδευτικού και υποστηρικτικού υλικού, στο συντονισμό, οργάνωση και υλοποίηση των προβλεπομένων επιμορφωτικών συναντήσεων για τους ασκούμενους με τη συνεργασία της ΕΕΤΑΑ, στη αποστολή προς την ΕΕΤΑΑ του δίμηνου προγραμματισμού των βαρδιών ανά σχολικό κτίριο με το ονοματεπώνυμο των εναγόντων- ασκουμένων και τις βάρδιες που θα τηρούσαν, στην κατάρτιση του Μηνιαίου Δελτίου Παρουσίας Ασκουμένων με βάση τα Ημερήσια Δελτία Συμβάντων-Παρουσιών, τα οποία συμπλήρωναν οι ενάγοντες και στην αποστολή τούτου προς την ΕΕΤΑΑ για την καταβολή απ' αυτήν του εκπαιδευτικού επιδόματος στους ενάγοντες, στη διενέργεια τακτικών ελέγχων για να διαπιστωθεί η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες, και στην τακτική επικοινωνία τόσο με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του Προγράμματος όσο και με τους ασκούμενους προς επίλυση προβλημάτων που τυχόν ανέκυπταν στο πλαίσιο εφαρμογής του Προγράμματος. Όμως πρέπει να επισημανθεί ότι, δεν είχε ανατεθεί αποκλειστικά και μόνον στον εκκαλούντα Δήμο το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας των εναγόντων κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεων τους που απέρρεαν από τα επίμαχα συμφωνητικά συνεργασίας, αλλά παραλλήλως ανατέθηκε το εν λόγω δικαίωμα και στην Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος, καθώς και στην ΕΕΤΑΑ, όπως τούτο ρητά αναφέρεται στο προπαρατιθέμενο Σύστημα Παρακολούθησης Προγράμματος που διαλαμβάνεται στο Κανονιστικό Πλαίσιο Εφαρμογής Προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων. Άλλωστε, οι προαναφερόμενοι όροι του ως άνω Κανονιστικού Πλαισίου, παρείxαν μεν και στον εκκαλούντα Δήμο το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας των ασκουμένων φυλάκων, αλλά μόνον προς διαπίστωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους τούτων και μνεία αυτής στην Έκθεση Ελέγχου και αποστολή έγγραφης αναφοράς προς την ΕΕΤΑΑ, χωρίς δηλαδή να παρέχεται στο Δήμο και η δυνατότητα καταγγελίας της συμβάσεως ή εκπτώσεως εκ του προγράμματος σε περίπτωση που το αρμόδιο όργανο του κατά τη διάρκεια του ελέγχου, διαπίστωνε παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων, συνισταμένη πχ στην απουσία του ή την πλημμελή φύλαξη κλπ. Επιπροσθέτως πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους των επίμαχων συμφωνητικών συνεργασίας οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση όχι μόνο να δέχονται τον έλεγχο και την εποπτεία του Δήμου, της Επιτροπής Παρακολούθησης του Προγράμματος, καθώς και της ΕΕΤΑΑ, αλλά και να ενεργούν σύμφωνα και με τις υποδείξεις του Διευθυντή του σχολείου, στο οποίο εκτελούσαν τα καθήκοντα της φύλαξης, στην περίπτωση κατά την οποία ο αντικαταστάτης τους της επόμενης βάρδιας δεν είχε προσέλθει στην ώρα του. Επίσης κατά τα οριζόμενα στη σύμβαση οι ασκούμενοι-ενάγοντες είχαν υποχρέωση για κάθε ζήτημα που αφορούσε τα καθήκοντα τους και ανέκυπτε κατά τη διάρκεια λειτουργία του σχολείου να ενημερώσουν μόνο το Διευθυντή του σχολείου και όχι το αρμόδιο στέλεχος του Δήμου, το οποίο ενημέρωναν για τα άνω ζητήματα, μόνον στην περίπτωση που δεν λειτουργούσε το σχολείο (καλοκαίρι, αργίες κλπ). Ενόψει τούτων καθίσταται φανερό ότι στην εκτέλεση των καθηκόντων τους προέβαιναν οι ενάγοντες με βάση τους όρους και τις προϋποθέσεις του επίμαχου Προγράμματος που συμπεριελήφθηκαν μεν στις επίδικες συμβάσεις όπως όμως διαγράφονται στην Υπουργική Απόφαση, στις Προγραμματικές Συμβάσεις, στο Κανονιστικό πλαίσιο, και μάλιστα όχι μόνον δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ τούτων και του εναγομένου Δήμου, ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος εκτέλεσης των καθηκόντων φύλαξης και το αντάλλαγμα γι' αυτήν, οι λόγοι καταγγελίας της συμβάσεως λόγω μη προσήκουσας εκτέλεσης των υποχρεώσεών τους και μη συμμορφώσεως προς τις εντολές και οδηγίες του Δήμου, αλλά οι ενάγοντες δεν υπόκειντο αποκλειστικά και μόνον στον έλεγχο και την εποπτεία του εναγομένου Δήμου ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων τους και ο τελευταίος δεν είχε δικαίωμα να παράσχει δεσμευτικές για τους ενάγοντες εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Το γεγονός δε ότι ο Δήμος Ευκαρπίας είχε, κατά τα προαναφερόμενα, την υποχρέωση να προβεί στην επιλογή των συγκεκριμένων σχολικών κτιρίων και στην κατανομή σ' αυτά των εναγόντων, να διενεργεί παραλλήλως με τους προαναφερόμενους φορείς, τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας των εναγόντων στις βάρδιές τους, να συμπληρώνει και να αποστέλλει τα Μηνιαία Δελτία Παρουσίας Ασκουμένων στην Ε.Ε.Τ.Α.Α για να καταβληθεί από την τελευταία το εκπαιδευτικό επίδομα, να χορηγεί τον αποσταλέν από την τελευταία εξοπλισμό, εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό προς τους ενάγοντες και να επιμελείται με τη συνεργασία και της Ε.Ε.Τ.Α.Α και στο πλαίσιο των προδιαγραφών αυτής, την οργάνωση και το συντονισμό των επιμορφωτικών συναντήσεων για τους ασκούμενους, δεν αποδεικνύει ενέργειες από το Δήμο σε ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος, λόγω της φύσεως και του είδους ανωτέρω ενεργειών, που δεν διαφοροποιούν την εκτέλεση των καθηκόντων φύλαξης εκ μέρους των εναγόντων. Εξάλλου, η υπογραφή στα πλαίσια του επίµαχου Προγράμματος των επιδίκων συμφωνητικών συνεργασίας μεταξύ των βασικών συντελεστών τούτου, ήτοι της ΕΕΤΑΑ, του επιλεγέντος εναγομένου Δήμου ως δικαιούχου για την εφαρμογή του Προγράμματος σε σχολικά κτίρια της περιοχής ευθύνης του και των επιλεγέντων εναγόντων-ανέργων, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί παραπάνω, προβλέφθηκε με τους όρους του ως άνω Κανονιστικού Πλαισίου, για τον ρητώς αναφερόμενο σ' αυτό σκοπό, αναγόμενο στη διευκρίνιση των επί μέρους όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής του Προγράμματος και μάλιστα η συνυπογραφή των εν λόγω συμφωνητικών επιβλήθηκε ως υποχρέωση στον εναγόμενο Δήμο.
Συνεπώς, εν προκειμένω, δεν καταρτίσθηκαν οι επίμαχες συμβάσεις για τη δημιουργία δέσμευσης και εξάρτησης (νομικής και προσωπικής) των εναγόντων-ασκουμένων από τον εναγόµενο Δήµο, υπό την αναφερόμενη στη µείζονα σκέψη έννοια τούτων, ώστε υφισταμένων των εν λόγω προϋποθέσεων, να προσδοθεί στην εν λόγω σχέση του Δήµου και των εναγόντων ο χαρακτήρας της σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας. Με τα δεδοµένα αυτά δεν συνδέει τους διαδίκους (εναγόµενο Δήµο Ευκαρπίας και ενάγοντες-ασκούμενους φύλακες), κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σχέση εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, τα ανωτέρω αποδειχθέντα στοιχεία των επιδίκων συμβάσεων, προσιδιάζουν στη σύμβαση μαθητείας και μάλιστα σε μία ιδιότυπη μορφή αυτής. Τούτο διότι, οι συμβαλλόμενοι απέβλεπαν προεχόντως στην προαγωγή του ατομικού οφέλους των μέχρι τότε ανέργων εναγόντων δια της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως των και εξειδίκευσης τούτων στο επάγγελμα του σχολικού φύλακα, στην, με την αποτελεσματική υλοποίηση του εν λόγω πιλοτικού Προγράμματος, γενικευμένη εισαγωγή του θεσμού φύλαξης σχολείων, που παρείχε την προοπτική της επαγγελματικής αποκατάστασής των, ως ατόμων που έχουν εξειδικευμένη εργασιακή εμπειρία και δευτερευόντως στην, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, παροχή εκ μέρους των εναγόντων εργασίας φύλαξης των σχολείων που ανήκουν στην περιοχή ευθύνης του εναγομένου Δήμου Ευκαρπίας. Συνακόλουθα τούτων, οι ενάγοντες, εφόσον δεν τελούσαν σε σχέση νομικής και οικονομικής εξαρτήσεως από τον εκκαλούντα- εναγόμενο Δήμο Ευκαρπίας και δεν συνδεόταν μεταξύ των με σχέση εργασίας, αλλά η σύμβαση αποτελεί ιδιότυπη μορφή της σύμβασης μαθητείας, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εφόσον, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, γι' αυτήν δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, δεν δικαιούνται οι ενάγοντες τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή των, δώρα εορτών, άδεια, επίδομα αδείας και προσαυξήσεις για νυκτερινή και Κυριακάτικη εργασία, του επίδικου χρονικού διαστήματος των ετών 2003, 2004 και 2005.
Όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει δε από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ότι, 1) από την παροχή της εργασίας των αναιρεσειόντων α) οι ίδιοι θα αποκτούσαν εργασιακή εμπειρία, θα αποκόμιζαν δε και το ποσό των 12.000 δρχ. μηνιαίως και 2) ωφέλεια θα είχε και ο αναιρεσίβλητος, αφού σκοπός του προγράμματος στο οποίο αυτοί εντάχθηκαν ήταν, αφενός η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων, με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και αφετέρου η επίλυση του προβλήματος της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των 2) η παροχή της εργασίας των αναιρεσειόντων γινόταν, σε επακριβώς καθορισμένο χρόνο (καθημερινά, σε εικοσιτετράωρη βάση, σε τρείς οκτάωρες βάρδιες και Σάββατο, Κυριακή και αργίες), 3) καθ' όλη τη χρονική διάρκεια της λειτουργίας των συµβάσεων συνεργασίας, ο καθένας συμβαλλόμενος εκτέλεσε τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις του, 4) οι αναιρεσείοντες, ύστερα από την παρακολούθηση επιμορφωτικού σεμιναρίου, τοποθετήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο Δήµο Ευκαρπίας σε σχολικά κτίρια που ανήκουν στην περιοχή της αρμοδιότητας του και συγκεκριμένα στο 1ο Γυμνάσιο Ευκαρπίας 5) μετά την πάροδο του χρόνου διαρκείας των αρχικών συμβάσεων, παρατάθηκε η διάρκειά των µέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, µε αλλεπάλληλα συμφωνητικά συνεργασίας, που υπογράφηκαν µεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, τα οποία είχαν πανομοιότυπο περιεχόµενο µε τα ανωτέρω αρχικά συμφωνητικά, 6) καθ' όλη τη χρονική διάρκεια του προγράμματος, οι αναιρεσείοντες εκτελούσαν τις συμβατικές των υποχρεώσεις συνιστάμενες στην επαγγελµατική των κατάρτιση και απόκτηση εργασιακής εµπειρίας φύλαξης των ανωτέρω σχολικών κτιρίων, η Ε.Ε.Τ.Α.Α. τους κατέβαλε το ως άνω συμφωνηθέν εκπαιδευτικό επίδοµα των 12.000 δραχµών µέχρι 31.12.2001 και έκτοτε 35,22 Ευρώ, χωρίς να διαφοροποιηθεί το ύψος τούτου στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών κατά την απογευματινή ή βραδινή βάρδια ή κατά τις µέρες αργιών και χωρίς την καταβολή δώρων εορτών, επιδόματος άδειας και άδειας.7) ο Δήμος Ευκαρπίας είχε την υποχρέωση να προβεί στην επιλογή των συγκεκριμένων σχολικών κτιρίων και στην κατανομή σ' αυτά των αναιρεσείοντων, να διενεργεί παραλλήλως με τους προαναφερόμενους φορείς, τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας των εναγόντων στις βάρδιές τους, να συμπληρώνει και να αποστέλλει τα Μηνιαία Δελτία Παρουσίας Ασκουμένων στην Ε.Ε.Τ.Α.Α για να καταβληθεί από την τελευταία το εκπαιδευτικό επίδομα, να χορηγεί τον αποσταλέν από την τελευταία εξοπλισμό, εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό προς τους ενάγοντες και να επιμελείται με τη συνεργασία και της Ε.Ε.Τ.Α.Α και στο πλαίσιο των προδιαγραφών αυτής, την οργάνωση και το συντονισμό των επιμορφωτικών συναντήσεων για τους ασκούμενους, την υπογραφή στα πλαίσια του Προγράμματος των επιδίκων συμφωνητικών συνεργασίας μεταξύ των βασικών συντελεστών τούτου, ήτοι της ΕΕΤΑΑ, του επιλεγέντος εναγομένου Δήμου ως δικαιούχου για την εφαρμογή του Προγράμματος σε σχολικά κτίρια της περιοχής ευθύνης του και των επιλεγέντων αναιρεσειόντων-ανέργων κα τέλος ο ίδιος επιδίωξε να θεωρηθούν οι αναιρεσείοντες ως έμμισθο τακτικό προσωπικό του, υπαγόμενοι στις διατάξεις του ΠΔ 164/2004. Σύµφωνα, λοιπόν, µε τα γενόµενα δεκτά ως άνω περιστατικά, µεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν, πράγματι, εξαρχής µη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόµο συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου, παραταθείσες µε παρόµοιες συµβάσεις και όχι συµβάσεις μαθητείας και µάλιστα "ιδιότυπες", όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσίβλητος και δέχθηκε το Εφετείο, παραβλέποντας το γεγονός ότι ο προέχων σκοπός των επίδικων συµβάσεων ήταν η παροχή εργασίας από τους ενάγοντες και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ενόψει και του ότι η απασχόληση με την Φύλαξη σχολικών κτιρίων, από την φύση της, δεν απαιτεί ούτε απόκτηση ειδικών γνώσεων και ικανοτήτων, ούτε ιδιαίτερη εκπαίδευση, επίσης δε ο αναιρεσείων Δήμος, ως αντισυμβαλλόμενος κάθε Φύλακα σχολικών κτιρίων, τόσο κατά την σύσταση όσο και καθεαυτή την λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους, αποτελεί τον φορέα της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονταν οι ενάγοντες στο πλαίσιο εφαρμογής του παραπάνω προγράμματος, και τον εργοδότη αυτών, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, έναντι αµοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν µε το δικαίωµά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της και ότι ο τελευταίος τους οφείλει τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και προσαύξηση για την απασχόληση τους κατά τις Κυριακές και τη νύχτα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτήν. Όμως το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι α) η σχέση που συνδέει τους ενάγοντες με τον αναιρεσίβλητο αποτελεί "ιδιότυπη μορφή της σύμβασης μαθητείας", δίχως μάλιστα να αιτιολογεί, ειδικότερα, την κρίση του ως προς την έννομη αυτή σχέση και να προσδιορίζει αν αυτή ταυτίζεται με τη γνήσια σύμβαση μαθητείας ή τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου και 2) δεν συνδέει τους διαδίκους, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σχέση εξαρτημένης εργασίας. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες των άρθρων 648 και 652 του Α.Κ., και εκ πλαγίου (µε ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες). Επομένως, ο πρώτος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Σύμφωνα με το αρ. 90 παρ. 1 ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους", που, κατά το αρ. 119 αυτού, άρχισε να ισχύει από 1-1-1996, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ένδικη διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος αυτής, κατά δε το αρ. 91 του ιδίου νόμου επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου, όπως ήταν και οι αναφερόμενες στο άρθρο 90 παρ. 1 αυτού, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, ενώ σε βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή από τη γένεσή τους κατά την διάταξη της παρ. 3 του αρ. 90 του νόμου αυτού υπόκειται η απαίτηση οποιαδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 304 του Π.Δ. 410/1995 και στις χρηματικές αξιώσεις κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΟΤΑ, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι µικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύµφωνα µε το άρθρο 250 αριθµ.6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόµοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δηµόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονοµικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες µε την καταβολή φόρων και τελών. Εξάλλου, µε τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δε δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΟΤΑ σε σχέση µε τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι µόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΟΤΑ, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των τελευταίων, σε σχέση µε τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νοµικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, σε συνδυασµό µε αυτήν του άρθρου 304 του π.δ. 410/1995 που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΟΤ Α, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθµιση δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύµβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασµό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνοµοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νοµοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόµη δικαιώµατα, (ενδεχομένως και µε τη, µέσω της αναδρομικής ισχύος νόµου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν µετά την έναρξη της ισχύος τους. Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωµα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόµους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθµιση της χρήσης αγαθών σύµφωνα µε το δηµόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίµων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωµα κάθε κράτους να θεσπίζει νόµους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δηµόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόµιµους περιορισµούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισµένου χρόνου, προς διασφάλιση του δηµόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας των ΟΤΑ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο µε την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που αναφέρονται στα έτη 2001 και 2002, υπέπεσαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/95 και απέρριψε ακολούθως τον σχετικό λόγο της εφέσεως αυτών, ως αβάσιµο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και κατά συνέπεια, ο τρίτος, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιµος.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος, να αναιρεθεί, κατά ένα μέρος, η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα κατά το μέρος της, που αναφέρεται στις επίδικες απαιτήσεις των εναγόντων, για το μετά την 1-1-2003 χρονικό διάστημα, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ, άρθρο 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, τη με αριθμό 483/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 4η Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Αντίθετα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου επί οποίας εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του. | null | null | 0 |
Αριθμός 1678/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Γ. του Ν., συζ. Χ. Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Δ. Χ. του Β., κατοίκου ..., 4) Π. Μ. του Ζ., συζ. Ν. Σ., κατοίκου ..., 5) Μ. Τ. του Ι., συζ. Ι. Σ., κατοίκου ..., 6) Ε. Γ. του Ν., συζ. Ξ. Μ., κατοίκου ..., 7) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., 9) Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., 10) Α. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 11) Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 12) Γ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 13) Σ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 14) Ν. - Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., 15) Ε. Β. του Π., κατοίκου ..., 16) Π. Χ., συζ. Τ. Λ., κατοίκου ..., 17) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 18) Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 19) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 20) Π. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 21) Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 22) Δ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., 23) Μ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 24) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 25) Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 26) Β. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 27) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 28) Α. Ν. του Α., κατοίκου ..., 29) Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 30) Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 31) Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 32) Α. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 33) Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 34) Ε. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 35) Χ. Β. του Σ., κατοίκου ... και 36) Δ. Σ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην της 15ης αναιρεσείουσας Ε. Β. του Π., η οποία έχει ήδη παραιτηθεί του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με την από 9-3-2010 εξώδικη δήλωσή της, που νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στα αντίδικα μέρη, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαβαλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας" (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Δροσοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Λαμπρόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-10-2003 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1545/2005 και 1547/2005 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και 4726/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-3-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 20/1999). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ., είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από το ένδικο μέσο μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, η δεκάτη πέμπτη αναιρεσείουσα Ε. Β. παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πριν τη συζήτηση αυτής, με την από 9-3-2010 εξώδικη δήλωσή τους, η οποία, όπως προκύπτει από τις 4953Γ/15-3-2010 και 4949Γ/12-3-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., επιδόθηκε στις 15-3-2010 και 12-3-2010 στους αναιρεσίβλητους Τεχνολογικό και Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας και το Ελληνικό Δημόσιο. Η ως άνω παραίτηση, που έγινε με εξώδικο, είναι έγκυρη κατά τα προεκτεθέντα, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρο 295, 299 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα.
Από τις διατάξεις των άρθ. 74, 80, 81 §3 και 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός εάν κατά την δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα και κατέστη κατά τον τρόπο αυτόν κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά στην πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στην συζήτηση της αναίρεσης. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ήταν διάδικος στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως ασκήσαν πρόσθετη παρέμβαση ήδη από την πρωτοβάθμια δίκη υπέρ του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου-εναγομένου, τότε εφεσίβλητου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι το προσθέτως ως άνω παρεμβάν σε πρώτο βαθμό, δεν ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, ούτε οι λόγοι αναίρεσης αφορούν την παρέμβαση αυτή, ενώ, εξάλλου, σε κάθε περίπτωση (και ανεξάρτητα από το παραδεκτό της κατ' αυτού απεύθυνσης της κρινόμενης αίτησης, με την παράσταση του εκπληρώθηκε η υποχρέωση κλήσης αυτού στην συζήτηση της ένδικης αίτησης.
Από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρις την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της. Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύµβασης έργου ή εργασίας ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 α' και 1 β' του Ν. 1404/1983, για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των ΤΕΙ µπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, η οποία µπορεί να διαρκεί µέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται µέχρι δύο ακόµη ακαδημαϊκά έτη. Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάµηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καµιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωµα μετατροπής της συµβάσεως σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώµατα, που δεν προβλέπονται από το νόµο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δηµοσίου. Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟΛ.ΑΠ. 7 και 8/2011). Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ)" με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α'), του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και του άρθρου 19 παρ. 1 α' και 1 β' του Ν. 1404/1983. Περαιτέρω, µε την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, µε τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται, ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α' αυτού, είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο µονιµοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η µετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται µε το Δηµόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα µε υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύµφωνα µε το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου, που συνάπτονται μετά την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος µε τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύµατα, δεν µπορούν να µετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συµβάσεων αυτών, κατ' ορθό νοµικό χαρακτηρισµό της έννοµης σχέσεως, ως συµβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συµβάσεως αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του Ν. 1404/1983 η εφαρμογή στις ανωτέρω συµβάσεις της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συµβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη µέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόµενο αυτής έως τις 10-7-2001 µε δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002. Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρµόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύµβαση ή σχέση εργασίας ορισµένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νοµοθεσία, τις σ.σ.ε. ή την πρακτική του κάθε Κράτους µέλους, ενώ µε τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που µπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νοµοθετικά µέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαµβάνουν κατά τρόπο, που να λαµβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τοµέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα µέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη µέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, γ) τον αριθµό των ανανεώσεων τέτοιων συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνου α)θεωρούνται διαδοχικές και β)χαρακτηρίζονται συµβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η παραπάνω Οδηγία ως εκ της µορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισµένες, δεν παρέχει δυνατότητα αµέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών επί µη έγκαιρης µετεγγραφής αυτής στην εθνική έννοµη τάξη, όπως συνέβη εν προκειμένω, όπου η οφειλόμενη προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα µε το ΠΔ 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου στον ιδιωτικό τοµέα και µε το ΠΔ 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δηµόσιο τοµέα, ανεξάρτητα από το ότι η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις δύο µε ηµεροµηνία 27- 10-2003 αγωγές τους, τις οποίες παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, οι ενάγοντες, αφού εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόµενο νοµικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΑΤΕΙ) κατά τους αναφερόμενους σ' αυτές χρόνους, και απασχολούνται έκτοτε σ' αυτό µε διαδοχικές συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που προσχηματικά, αφού δε συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίστηκαν από το εναγόµενο ως ορισµένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων εκπαιδευτικών αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί καλύπτουν από της αρχικής προσλήψεώς τους πάγιες, διαρκείς και µόνιµες διδακτικές ανάγκες του εναγοµένου ΑΤΕΙ, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται µε το εναγόµενο µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου από τους χρόνους που αναφέρονται σ' αυτή και να υποχρεωθεί το εναγόµενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους ως συνδεοµένων µε αυτό µε συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι 1545/2005 και 1547/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι οποίες τις απέρριψαν. Οι ενάγοντες άσκησαν εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε τις εφέσεις. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των αγωγών, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι προσλήφθηκαν από το πρώτο αναιρεσίβλητο κατά τους παρακάτω χρόνους και ειδικότερα η 1η Κ. Γ. το έτος 1984, ο 2ος Α. Κ. την 1-10-2001, ο 3ος Δ. Χ. το έτος 1996, η 4η Π. Μ. το έτος 1990, η 5η Μ. Τ. το έτος 1997, η 6η Ε. Γ. το έτος 1996, η 7η Ε. Κ. το έτος 2000, ο 8ος Β. Μ. το έτος 1992, ο 9ος Π. Β. το έτος 1990, ο 10ος Α. Λ. το έτος 1984, η 11η Ε. Μ. το έτος 1996, ο 12ος Γ. Ν. το έτος 1997, η 13η Σ. Δ. το έτος 1998, ο 14ος Ν. - Ι. Α. το έτος 1992, η 16η Π. Χ., το έτος 2000, ο 17ος Δ. Μ. το έτος 1984, η 18η Ε. Μ. το έτος 1994, ο 19ος Γ. Μ. το έτος 1990, ο 20ος Π. Σ. το έτος 1996, ο 21ος Ι. Κ. το έτος 1997, ο 22ος Δ. Ζ. το έτος 1996, η 23η Μ. Τ. το έτος 2000, ο 24ος Α. Τ. το έτος 2000, ο 25ος Ι. Κ. την 1-10-2001, η 26η Β. Ρ. το έτος 1998, η 27η Ν. Κ. το έτος 1996, ο 28ος Α. Ν. το έτος 1995, η 29η Α. Σ. το έτος 1994, ο 30ος Γ. Μ. το έτος 1984, ο 31ος Μ. Σ. το έτος 2000, η 32η Α. Μ. το έτος 1995, ο 33ος Γ. Μ. το έτος 1995, η 34η Ε. Χ. το έτος 1998, η 35η Χ. Β. το έτος 1997, και ο 36ος Δ. Σ. το έτος 1998. Με µε αυτό το περιεχόµενο οι εν λόγω αγωγές, Α) Ως προς τους αναιρεσείοντες Α. Κ. (δεύτερο) και Ι. Κ. (εικοστό πέμπτο), που προσλήφθηκαν την 1-10-2001, δεν είναι νόµιµες καθόσον οι αναφερόµενες σ' αυτές συµβάσεις εργασίας καταρτίσθηκαν, ως ορισµένου χρόνου, μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, βάσει των οποίων απαγορεύεται η µετατροπή τους σε συµβάσεις αορίστου χρόνου και Β) Ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κανόνες δικαίου, κατά το χρόνο καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων, του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειόντων αυτών, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001, και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του πρώτου αναιρεσίβλητου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων, όπως δεν αμφισβητείται από το πρώτο αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους. Το εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε ως αβάσιµες τις εφέσεις όλων των αναιρεσειόντων κατά των πρωτόδικων αποφάσεων, οι οποίες είχαν απορρίψει, ως µη νόµιµες, τις ίδιες αγωγές. Κρίνοντας έτσι, 1) ως προς τους αναιρεσείοντες Α. Κ. (δεύτερο) και Ι. Κ. (εικοστό πέμπτο), που προσλήφθηκαν την 1-10-2001, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 103 παρ. 2, 7, 8 του Συντάγματος, 19 παρ. 11 β' του Ν. 1404/1983 και 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συµβουλίου της 28-6-1999. Και 2) ως προς τους λοιπούς, όμως, αναιρεσείοντες παραβίασε 1) με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ.2 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994 και 19 παρ. 11 β' του Ν. 1404/1983, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και 2) με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Εποµένως, ως προς αυτούς, οι, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ., λόγοι αναιρέσεως, µε τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι σχετικές πλημμέλειες, είναι βάσιµοι ενώ αβάσιμοι είναι οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τους δεύτερο και εικοστό πέμπτο από τους αναιρεσείοντες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει Α) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως 1) ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και 2) ως προς τους αναιρεσείοντες δεύτερο και εικοστό πέμπτο και Β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν α) όλοι οι αναιρεσείοντες (πλην της δεκάτης πέμπτης) στα μειωμένα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957 β) οι αναιρεσείοντες, δεύτερος και εικοστός πέμπτος, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου και το πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των λοιπών αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας των διαδίκων (άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη την δίκη, ως προς την δεκάτη πέμπτη αναιρεσείουσα Ε. Β..
Απορρίπτει την από 23-6-2009 αίτηση για αναίρεση της 4726/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Καταδικάζει όλους τους αναιρεσείοντες, (πλην της 15ης), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα(350) ευρώ.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες 1) Α. Κ. (δεύτερο) και 2) Ι. Κ. (εικοστό πέμπτο).
Καταδικάζει αυτούς στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό ίδρυμα Αθήνας (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ), τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Αναιρεί τη με αριθμό 4726/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα αυτών των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Αν η πρόσληψη του προσωπικού του ν.π.δ.δ. «Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας», με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούμενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των συνταγματικών διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος που ισχύουν από 18-4-2001, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως. | null | null | 0 |
Αριθμός 1679/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΟΖΑΝΗΣ", που εδρεύει στην Κοζάνη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ζυγούρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 6) Λ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 7) Ε. Π. του Θ., κατοίκου ..., 8) Ζ. συζ. Θ. Τ., το γένος Χ. Β., κατοίκου ..., 9) Γ. Φ. του Μ., κατοίκου ..., 10) Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 11) Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 12) Ά. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 13) Χ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 14) Ζ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 15) Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 16) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 17) Ξ. Τ. του Ε., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αντώναρο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-9-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 3-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ. 1 ν. 3812/2009 που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του, ενώ σύμβαση μίσθωσης έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη, απαγορευομένης της ανανέωσης ή παράτασης της σύμβασης μίσθωσης έργου κλπ. Τέλος, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση. κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύµβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθµιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κλπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του. Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006), ενώ από τις παραπάνω διατάξεις και δη του άρθ. 6 ν. 2527/1997, που ρυθμίζει συγκεκριμένα τους όρους και τις προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης σύμβασης έργου από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι Δήμοι, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση σύναψης από τα πρόσωπα αυτά, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο ως άνω περιπτώσεις, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας, ύστερα από έφεση των αναιρεσιβλήτων, επί αγωγής των κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και κατά της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη ανώνυμης εταιρείας "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης" (ΕΕΤΑΑ), με την οποία ζητούσαν ν' αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψαν με τους ως άνω εναγομένους την 22-1-2001, παραταθείσες διαδοχικά μέχρι την 31-1-2003, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων του Δήμου Κοζάνης ήσαν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να τους καταβάλουν τ' αναφερόμενα εκεί ποσά ως αμοιβή για την εργασία τους αυτή (και για τις ειδικότερα εκτιθέμενες σ' αυτήν αιτίες), δέχθηκε με την προσβαλλομένη 199/2009 απόφαση του, μεταξύ άλλων, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την αναγνώριση των επίδικων συμβάσεων εργασίας ως αορίστου χρόνου, ότι με την ΥΑ 34100/1999, που εκδόθηκε μετά την 2701/1999 απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθ. 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998 καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στην φύλαξη σχολείων, διάρκειας 24 μηνών διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης 11 μηνών, από τους οποίους ο ένας µπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, µε το ποσό των 8.650 δις δραχµών, θα γινόταν από τον 0.Α.Ε.Δ.., και της δεύτερης φάσης, διάρκειας δεκατριών μηνών, µε αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, µε ποσό των 8.650 δις δραχµών, θα γινόταν από το Υπ. ΕΣ.Δ.Δ.Α.. Στην ανωτέρω Υ.Α. ορίσθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: α) το πρόγραµµα θα υλοποιηθεί µε τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήµων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕ.Δ.ΚΕ.) και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α.), οι οποίοι θα συµβληθούν µε προγραμματική σύµβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία µε πιθανότητα μόνιµης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους ΟΤΑ, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (βλ. άρθρο 5), β) ότι το έργο, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων (Υπουργείων, Ο.Α.Ε.Δ., ΚΕΔΚΕ, ΕΕΤΑΑ), η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού καθώς και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα κάθε ενός εκ των επτά συνεργαζόμενων φορέων, για την υλοποίηση του έργου, μεταξύ των οποίων και τα καθήκοντα της ΕΕΤΑΑ, στα οποία περιλαμβάνονται, εκτός από την οικονομική διαχείριση του προγράμματος, η εκπαίδευση των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, η δημιουργία και εφαρμογή πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και η έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων, η παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, παρακολούθηση των υποχρεώσεων των φυλάκων, διοργάνωση ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοση τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου, αλλά και τα καθήκοντα του Ο.Α.Ε.Δ. (...). Οι επτά φορείς συμβλήθηκαν κατά το άρθρο 25 ν. 2738/1999, καταρτίζοντας τις από 9-12-1999 και 5-1-2000 προγραμματικές συμβάσεις, όπου στο άρθρο 1 & 2 παρ. β' και γ' αυτών αναφέρθηκε ότι το έργο περιλαμβάνει και τη διοργάνωση ενός προγράμματος πληροφόρησης και ενημέρωσης σε θέματα που αφορούν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις στο χώρο που θα τοποθετηθούν οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα και συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο εν λόγω πρόγραμμα. Με τις προγραμματικές συμβάσεις επίσης καθορίστηκαν και οι αρμοδιότητες κάθε φορέα, όπως αυτές προβλέφθηκαν στην Υ.Α. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποίο μεταξύ άλλων όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος (Υπουργείων, ΟΑΕΔ, ΚΕΔΚΕ, ΕΕΤΑΑ), και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίηση του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που θα ανακύψουν από την διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου), β) αναλυτικώς τα καθήκοντα και τις εν γένει υποχρεώσεις των απασχολούμενων στο πρόγραμμα (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου), γ) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι Ο.Τ.Α. πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η α' βάρδια θα διαρκεί από την 07. 00' έως την 15.00', η β' βάρδια από την 15.00' έως την 23.00 και η γ' βάρδια από την 23.00' έως την 07.00' και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο Ο.Τ.Α. Προβλέφθηκε, επίσης, όπως και στην άνω ΥΑ, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες, και με την από 21-2-2000 απόφαση της Επιτροπής Επιλογής, στο πλαίσιο του άρθρου 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι δικαιούχοι ΟΤΑ μεταξύ των οποίων και ο Δήμος Κοζάνης, συνάφθηκαν μεταξύ της ΕΕΤΑΑ, του Δήμου Κοζάνης και των εναγόντων οι από 22-1-2001 και 23-2-2001 συμβάσεις συνεργασίας, ισχύουσες για έντεκα μήνες, σύμφωνα με τις οποίες οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα. Με τις ίδιες συμβάσεις ο Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση: 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την ΕΕΤΑΑ και να κατανείμει τους ασκούμενους σ' αυτά σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα. Ας σημειωθεί ότι ο Δήμος Κοζάνης επέλεξε έντεκα σχολεία για να κατανείμει τους ασκούμενους, πλην όμως οι φορείς του προγράμματος ενέκριναν την επιλογή μόνο ορισμένων σχολείων στους οποίους και κατανεμήθηκαν οι ενάγοντες, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να διανεμηθεί στους ασκούμενους το εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό των ενεργειών ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης που θα αποσταλεί από την Ε.Ε.Τ.Α.Α., 4) να επιμεληθεί της οργάνωσης και του συντονισμού της προβλεπόμενης επιμορφωτικής συνάντησης για τους ασκούμενους, στο πλαίσιο προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α. και με τη συνεργασία της, 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. πριν την εφαρμογή του, 6) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνει την παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος, 7) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος, για λογαριασμό τους και συγκεκριμένα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, να αποτελεί τον εκπρόσωπο του Δήμου στο πρόγραμμα και να έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής του στα διοικητικά όρια αυτού και της σχετικής ενημέρωσης του Δήμου και το στέλεχος του Δήμου, να είναι υπεύθυνο για τα ακόλουθα: να συντονίζει, να παρακολουθεί και να υποστηρίζει οργανωτικά το πρόγραμμα σύμφωνα με τις υποδείξεις της Ε.Ε.Τ.Α.Α., να συντονίσει, οργανώσει και υλοποιήσει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α. και με τη συνεργασία της, να κατανείμει στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια και να διανείμει στους ασκούμενους τον απαραίτητο εξοπλισμό, να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. εντός μιας βδομάδας από την ολοκλήρωση της επιμορφωτικής συνάντησης πίνακα με τα στοιχεία των ασκουμένων, να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. δίμηνο προγραμματισμό σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθήσει ανά σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν, να συγκεντρώνει καθημερινά τα ημερήσια δελτία συμβάντων - παρουσιών που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι και να τα φυλάσσει ώστε να είναι διαθέσιμα στον φορέα υλοποίησης του προγράμματος, να συμπληρώνει το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου, μαζί με τα δελτία συμβάντων - παρουσιών στο αρμόδιο στέλεχος της Ε.Ε.Τ.Α.Α., να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και την επισήμανση περιστατικών που έχουν σχέση με την συμπεριφορά των ασκουμένων και να έχει συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους, προκειμένου να επιλύονται τυχόν προβλήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του προγράμματος. Προς εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε ο Δήμος Κοζάνης όρισε τον Ε. Π. ως εκπρόσωπό του και τον Ι. Ν., ως στέλεχος. Στη συνέχεια η Ε.Ε.Τ.Α.Α., την 22-1-2001 σύναψε µε τον Ι. Ν. σύµβαση µε την οποία του ανέθεσε και ο Ι. Ν. ανέλαβε, έναντι αμοιβής, να συντονίσει, να παρακολουθήσει και να οργανώσει την υποστήριξη του προγράμματος και ειδικότερα να πράξει ό,τι είχε οριστεί ως αρμοδιότητα του στις από 21-1-2001 και 23-2-2001 συµβάσεις συνεργασίας που υπέγραψε ο Δήµος Κοζάνης µε την Ε.Ε.Τ.Α.Α. Η ανωτέρω σύμβαση ανανεώθηκε µε τους ίδιους όρους την 1-7-2002, µέχρι την 21-1-2003, οπότε παρέρχονται οι είκοσι τέσσερις μήνες του προγράμματος, δηλαδή ολοκληρωνόταν η δεύτερη φάση αυτού απασχόλησης των δέκα τριών μηνών, επίσης, την 22-12-2001 καταρτίστηκαν νέες συµβάσεις μεταξύ Ε.Ε.Τ.Α.Α., του Δήµου Κοζάνης και των εναγόντων, σύμφωνα µε τις οποίες παρατάθηκε η διάρκεια των από 22-1-2001 και 23-2-2001 συμφωνητικών συνεργασίας µέχρι την 30-6-2002 και την 1-7-2002 µε νέες συμβάσεις παρατάθηκε η διάρκεια των ως άνω συμφωνητικών µέχρι την 21-1-2003. Καθ' όλο το διάστημα που κάλυπταν τα ανωτέρω συμφωνητικά, οι ενάγοντες, αφού παρακολούθησαν ενημερωτική συνάντηση, εκτελούσαν καθήκοντα φύλακα των σχολείων όπου τοποθετήθηκαν, απασχολούμενοι σε οκτάωρη βάση σε µία από τις τρεις βάρδιες και πολλάκις σαββατοκύριακα και αργίες. Με βάση τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη κατέληξε στην διάγνωση ότι ως φορέας της εργασιακής σχέσης των εναγόντων στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο οικείος ΟΤΑ - Δήµος Κοζάνης, ο οποίος και αποτελεί το αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντος-φύλακος μέρος, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συμβάσεων εργασίας, συνδεόµενος µε τους ενάγοντες µε σχέση εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης αυτός, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, έναντι αμοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν µε το δικαίωµά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της και ότι ο τελευταίος τους οφείλει τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και προσαύξηση για την απασχόληση τους κατά τις Κυριακές και τη νύχτα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτήν. Στη συνέχεια, με βάση τα περιστατικά αυτά, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων Δήμος οφείλει στους αναιρεσιβλήτους τα ποσά αυτά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη των άρθρων 648, 653 ΑΚ, 20 παρ.1 και 15 ν.2639/1998, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ. 34100/24-11-1999 ΥΑ, 103 παρ.2 και 8 του Συντάγματος και 6 ν. 2527/1997 και εκείνες των άρθρων 11 του ΠΔ/τος 164/2004, αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν εξαρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκαν και με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, και όχι συμβάσεις έργου ή μαθητείας και μάλιστα γνήσιες, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, ενώ εξάλλου δεν ετέθη θέμα μετατροπής συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εργασίας, ούτε το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε τέτοια μετατροπή, κρίναν απλώς ότι οι ως άνω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν ήταν επιτρεπτό κατά νόμο να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις αορίστου χρόνου. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2010 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Κοζάνης" (ΟΤΑ) για αναίρεση της 199/2009 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. | null | null | 0 |
Αριθμός 1680/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (Ε.Ε.Τ.Α.Α.) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δανόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 6) Λ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 7) Ε. Π. του Θ., κατοίκου ..., 8) Ζ. συζ. Θ. Τ., το γένος Χ. Β., κατοίκου ..., 9) Γ. Φ. του Μ., κατοίκου ..., 10) Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 11) Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 12) Ά. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 13) Χ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 14) Ζ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 15) Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 16) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 17) Ξ. Τ. του Ε., κατοίκου ... . Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 3-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Μόνο δε αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Αν δεν αποδεικνύεται η συνδρομή μιας από τις προϋποθέσεις αυτές και ο απών διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα στη μετ' αναβολή δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση όχι μόνο γι' αυτόν αλλά και για όλους τους διαδίκους. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 94 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Ενώ, εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 104 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως και ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 15-3-2011 η εκδίκαση της αιτήσεως αναβλήθηκε για την προκειμένη δικάσιμο της 20-9-2011 και κατά την τελευταία οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχαν κλητευθεί σ' αυτήν νόμιμα και εμπρόθεσμα ή είχαν παραστεί νομίμως κατά την πρώτη δικάσιμο. Επίσης, η αναιρεσείουσα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει έκθεση περί επιδόσεως στους αναιρεσίβλητους αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως μετά κλήσεως, προκειμένου αυτοί να παραστούν στη συζήτηση κατά την προκειμένη, μετ' αναβολή, δικάσιμο της 20-9-2011, για την περίπτωση που επισπεύδει αυτή (αναιρεσείουσα) τη συζήτηση, ούτε αντίγραφο του επιδοθέντος σ' αυτήν αντίστοιχου δικογράφου με την επ' αυτού επισημείωση του άρθρου 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την περίπτωση που η συζήτηση επισπεύδεται από τους απόντες αναιρεσίβλητους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 30-6-2010, αίτησης της "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (Ε.Ε.Τ.Α.Α.) Α.Ε.", για αναίρεση της 199/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Η αναιρεσείουσα, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει έκθεση περί επιδόσεως στους αναιρεσίβλητους αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως μετά κλήσεως, προκειμένου αυτοί να παραστούν στη συζήτηση κατά την μετ' αναβολή, δικάσιμο, για την περίπτωση που επισπεύδει αυτή τη συζήτηση, ούτε αντίγραφο του επιδοθέντος σ' αυτήν αντίστοιχου δικογράφου με την επ' αυτού επισημείωση του άρθρου 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την περίπτωση που η συζήτηση επισπεύδεται από τους απόντες αναιρεσίβλητους. Απαράδεκτη η συζήτηση. | null | null | 1 |
Αριθμός 1661/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 102/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Κ. του Κ.. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2011 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 730/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 199/6.10.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 476 και 513§1α ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 2/30-5-2011 εμπροθέσμως ασκηθείσα, αναίρεση του κατηγορουμένου Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 102/13-5-2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, που εκδόθηκε κατά τα άρθρα 317§1 και 318 του ΚΠΔ, και τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά για να δικασθεί για απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο, κατ' εξακολούθηση που υπερβαίνει τα 73000€, εκθέτουμε τα ακόλουθα: -Από τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ένδικο μέσο, όπως είναι κατ' άρθρο 462β του ΚΠΔ, και η αίτηση αναιρέσεως, μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. -Πλην όμως, η διάταξη του άρθρου 482 § 1 ΚΠΔ -σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση των αναφερόμενων σ' αυτή βουλευμάτων, καταργήθηκε με το άρθρο 34 στοιχ γ' του Ν3404/23-12-2011, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει αναίρεση κατά οποιουδήποτε βουλεύματος. - Ως εκ τούτου, θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, , να επιβληθούν δε τα - εκ διακοσίων είκοσι (220)€- δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (αρθ.476§1 και 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε:1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 2/30-5-2011 ασκηθείσα, αναίρεση του κατηγορουμένου Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 102/13-5-2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Αθήνα 5-10-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο ίδιος ο αναιρεσείων, ,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 34 περ.γ' του Ν.3904 (ΦΕΚ Α' 218/23.12.2010) ορίζεται ότι "από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου" η ισχύς του οποίου κατ' άρθρο 38 αυτού "αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως" στις "23 Δεκεμβρίου 2010" καταργείται, εκτός άλλως και ....... "το άρθρο 482 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας", το οποίο είχε τίτλο "Αίτηση αναίρεσης - πότε επιτρέπεται στους διαδίκους" και περιεχόμενο: "§1 ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν: α)τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. §2. Αν το Συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 317, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό, μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο στις περιπτώσεις της παρ.1". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από τις 23.12.2010,δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο ή άσκηση αναίρεσης κατά των αναφερομένων στην §1 του καταργηθέντος άνω άρθρου βουλευμάτων. Ο αποκλεισμός αυτός του κατηγορουμένου, δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ν.1705/87), ούτε στο άρθρο 14§5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν.2462/97), δεδομένου ότι οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξέτασης της υπόθεσης από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής απόφασης ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή (ΑΠ 1694/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 463 εδ.α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476§1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο, μεταξύ των οποίων κατ' άρθρο 462 περ.β' του αυτού Κώδικα, είναι και η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασής ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της Εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς ή τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιά, ασκήθηκε εμπρόθεσμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, Μ. Π. του Κ., με αριθμό 2/30.5.2011 αναίρεση για λογαριασμό του τελευταίου, κατά του με αριθμό 102/13.5.2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο, επικυρώθηκε το εκδοθέν σχετικά με αυτό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς για να δικαστεί για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο κατ' εξακολούθηση που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ. Όμως, κατά τα άνω εκτεθέντα, κατά του βουλεύματος αυτού, δεν επιτρέπεται πλέον αναίρεση στον κατηγορούμενο.
Κατόπιν αυτών, εφόσον περί τούτου ειδοποιήθηκε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με την επί του φακέλλου επισημείωση του Γραμματέα, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476§1 και 583§1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς ασκηθείσα με αριθμό 2/30.5.2011 αίτηση του κατηγορουμένου Μ. Π. του Κ., για αναίρεση του με αριθμό 102/13.5.2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Από την έναρξη ισχύος του Ν. 3.904/10, στις 23/12/2010, που καταργήθηκε το άρθρο 482 ΚΠΔ, το οποίο επέτρεπε στον κατηγορούμενο την άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, όταν τον παρέπεμπαν στο ακροατήριο για κακούργημα και μαζί με αυτό (το έγκλημα) για τα συρρέοντα ή συναφή εγκλήματα, δεν επιτρέπεται πλέον στον κατηγορούμενο η άσκηση αναίρεσης κατά των αναφερομένων στην &1 του καταργηθέντος άνω άρθρου βουλευμάτων – αναίρεση που ασκήθηκε κατά των βουλευμάτων αυτών, μετά τις 23-12-2010, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο αποκλεισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του έβδομου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 14 & 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1660/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων :1) Φ. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 2) Ν. Τ. του Φ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσίρκα περί αναιρέσεως της με αριθμό 163/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2011 αίτηση αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 691/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 155 παρ, 1β σε συνδυασμό με το άρθρο 157 του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), έγκλημα της λαθρεμπορίας είναι (εκτός των άλλων ειδικά προσδιοριζόμενων περιπτώσεων αντικειμενικών υποστάσεων στην περ. α' της ίδιας παραγράφου και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου) και "οιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος". Με την πιο πάνω διάταξη, με την οποία αποδίδεται η έννοια της ποινικής υπόστασης της λαθρεμπορίας με τη μορφή της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 155 του ανωτέρω νόμου, διαπλάθεται ένα έγκλημα σκοπού, με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, η οποία περιγράφεται και προσδιορίζεται αναλυτικά, του οποίου όμως η αντικειμενική υπόσταση είναι "οποιαδήποτε ενέργεια". Δηλαδή, ειδικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που να περιγράφει ρητά ο νόμος δεν υπάρχουν και συνεπώς για την πλήρωση της αρκεί η οποιαδήποτε ανθρώπινη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό από το νόμο χωρίς εξ αυτού του λόγου η ποινική αυτή διάταξη να προσκρούει ευθέως στην συνταγματική επιταγή το άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος.. Η υποκειμενική υπόσταση δε του παραπάνω εγκλήματος συνίσταται στο σκοπό του δράστη " να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα....". Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' -ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικό που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 163/2011 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Στις 20.5.2004, υπάλληλος του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Ηπείρου, κλήθηκαν από την Ασφάλεια Πρέβεζας και μετέβησαν στην περιοχή … Πρέβεζας, όπου είχαν εντοπιστεί τρεις κυλινδρικές πλαστικές δεξαμενές, μαύρου χρώματος και χωρητικότητας 4000 λίτρων καθεμία, κρυμμένες εντός παραπήγματος σε αγρόκτημα της περιοχής αυτής που ανήκε στον Σ. Π., οι οποίες ήταν γεμάτες με πετρέλαιο. Το πετρέλαιο αποδείχθηκε ότι ήταν πετρέλαιο θέρμανσης. Το αγρόκτημα στις αρχές Μαΐου 2004 ο ιδιοκτήτης του μίσθωσε στο Ν. Τ., δεύτερο κατηγορούμενο. Ο Ν. Τ., μαζί με τον πατέρα του Φ. Τ., τοποθέτησαν στο αγρόκτημα αυτό τις ανωτέρω δεξαμενές, στις οποίες αποθήκευσαν στην πρώτη 3846 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, στη δεύτερη 4000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης και στην τρίτη 1920 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης και συνολικά 9766 λίτρα. Την ποσότητα αυτή του πετρελαίου είχαν αποθηκεύσει εκεί αμφότεροι οι κατηγορούμενοι με κοινή απόφαση τους. Ο παριστάμενος πρώτος κατηγορούμενος Φ. Τ. ισχυρίζεται ότι την ποσότητα αυτή είχε αποθηκεύσει μόνο εκείνος στις δεξαμενές και ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη ο γιος του Ν. Τ.. Τούτο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ενόψει του ότι ο τελευταίος είναι εκείνος που μίσθωσε το αγρόκτημα από τον Σ. Π., στον οποίο δεν ανέφερε ότι το ζητεί για λογαριασμό του πατέρα του, όταν αποκαλύφθηκε η αποθήκευση του πετρελαίου επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά ο αστυνομικός Δ. Σ., επειδή κατά το χρόνο αυτό εκτελούσε δρομολόγιο του ΚΤΕΛ Άρτας προς Πάτρα και αποδέχθηκε ότι δικές του ήταν οι δεξαμενές, αλλά ενημέρωσε πως δεν μπορούσε να εμφανιστεί για τον έλεγχο, λόγω της απουσίας του και επιπλέον αυτός ως οδηγός βυτιοφόρου οχήματος είχε μεταφέρει από το πρατήριο υγρών καυσίμων που διατηρεί ο Ε. Δ. στο … Πρέβεζας, στη θέση που ήταν οι δεξαμενές. Πραγματικά ο Ν. Τ. είχε αγοράσει και φορτώσει από το πρατήριο τούτο πετρέλαιο θέρμανσης 5200 λίτρα σε βυτιοφόρο στις 19.4.2004, από το πρατήριο του Ε. Δ., για την αγορά του οποίου είχε εκδοθεί η 204/19.4.2004 απόδειξη αγοράς στο όνομα του Δ. Τ., αδελφού του Νικολάου, για ποσότητα όμως 900 λίτρων, ύστερα από πρόταση του ως άνω αγοραστή, και όχι της πραγματικής, την οποία μετέφερε και τοποθέτησε στις ανωτέρω δεξαμενές. Σημειώνεται ότι ο Ν. Τ. διατηρεί στην Άρτα πρατήριο υγρών καυσίμων και δικαιολογείται να έχει βυτιοφόρο. Ο Φ. Τ. ισχυρίζεται ότι το πετρέλαιο θέρμανσης αποθήκευσε στην ανωτέρω θέση και σκόπευε να χρησιμοποιήσει τούτο στη θέρμανση των οικιών του ιδίου, του γιου και της κόρης του, αλλά και για την κίνηση γεωργικού ελκυστήρα προς καλλιέργεια του κτήματος αυτού στο οποίο είχαν τοποθετηθεί οι δεξαμενές. Αυτός ο ισχυρισμός όμως δεν είναι βάσιμος. Παρεκτός του ότι η ανωτέρω ποσότητα πετρελαίου είναι σημαντική ακόμη και για τη θέρμανση δύο οικιών και δεν ενδείκνυται η αποθήκευση της γι' αυτό το λόγο, η απόσταση της θέσης του αγροκτήματος στη … από τον οικισμό των οικιών τους που βρίσκονται στο … Πρέβεζας, είναι πολύ μεγάλη, ανερχόμενη σε είκοσι πέντε (25) χιλιόμετρα και δεν είναι ευχερής η μεταφορά της, ο δε τρόπος με τον οποίο ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος αυτός ότι μετέφερε το πετρέλαιο στις δεξαμενές από την οικία του όπου αρχικά το φύλασσε και δήθεν θέλησε να απομακρύνει λόγω παραπόνων των περιοίκων, ήτοι ότι μετέφερε τούτο σε μικρές ποσότητες με μπετόνια με το επιβατηγό αυτοκίνητο του, κατέληγε να ανεβάσει το κόστος, ενόψει και της μεγάλης απόστασης, λόγω της δαπάνης μεταφοράς του με το ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο και να μην κερδίζει από τη διαφορά της τιμής πετρελαίου θέρμανσης και τέτοιου κίνησης και συνεπώς τα ισχυριζόμενα δεν είναι πειστικά και δεν μπορούν να γίνουν δεκτά από το Δικαστήριο, αντιτιθέμενα και στην κοινή ακόμη λογική. Σημειώνεται ότι το πετρέλαιο αγοράζονταν, σύμφωνα με τις αποδείξεις που επικαλέστηκαν στην αρμόδια ελεγκτική υπηρεσία από το πρατήριο του Ε. Δ. στο ..., δηλαδή εκεί όπου βρίσκονται και οι οικίες τους και σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν δικαιολογείται να μεταφέρθηκαν οι ποσότητες αυτές σε απόσταση είκοσι πέντε χιλιομέτρων για να επαναμεταφέρθουν στις οικίες τους στο ...•Επίσης, ουδείς από τους δύο κατηγορούμενους έχει ως δραστηριότητα του την εκτέλεση αγροτικών εργασιών, ο δε Φ. Τ. που επικαλείται τη χρήση του αποθηκευμένου πετρελαίου σε σκοπό να κινήσει μαυτό γεωργικό ελκυστήρα, δεν είναι ιδιοκτήτης τέτοιου μηχανήματος, ούτε ασφαλώς θα αποθήκευε τέτοια μεγάλη ποσότητα πετρελαίου επειδή στο μέλλον σκόπευε να αγοράσει τέτοιο μηχάνημα, δεδομένου μάλιστα ότι δεν αποδεικνύεται το επικαλούμενο ότι είχε δώσει προκαταβολή για την αγορά γεωργικού μηχανήματος. Πρόθεση των κατηγορουμένων ήταν το πετρέλαιο τούτο να χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό και όχι για θέρμανση που προορίζονταν και για τον οποίο λόγο είχε αγοραστεί με μειωμένους δασμούς και συγκεκριμένα θα χρησιμοποιούνταν για χρήση που δεν μπορούσε νόμιμα να χρησιμοποιηθεί πετρέλαιο μειωμένων δασμών, ώστε να υπάρξει αποφυγή πληρωμής των αναλογούντων δασμών. Ειδικότερα, επειδή ο Ν. Τ. είναι αυτοκινητιστής και έχει στην κυριότητα του λεωφορείο του ΚΤΕΛ Άρτας, για την κίνηση του οποίου σκοπούσαν οι κατηγορούμενοι να χρησιμοποιήσουν το αποθηκευμένο πετρέλαιο. Την κρίση αυτή στηρίζει το Δικαστήριο από όλα τα ανωτέρω στοιχεία, σε συνδυασμό με προγενέστερη όμοια συμπεριφορά αυτού του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα το ότι ο Δ. Τ., αδελφός του κατηγορουμένου Ν. Τ., οδηγώντας το ... λεωφορείο του τελευταίου, ενταγμένο στο ΚΤΕΛ Άρτας, κατελήφθη στις 26.11.2003 να κινείται τούτο χρησιμοποιώντας πετρέλαιο θέρμανσης και μάλιστα ενώ είχε γίνει ειδική διασκευή στο ρεζερβουάρ αυτού, ώστε να μην μπορεί να αποκαλυφθεί τούτο και να παραπλανούνται οι ελεγκτικές αρχές. Τη διασκευή ασφαλώς του ρεζερβουάρ δεν είχε πραγματοποιήσει ο οδηγός, αλλά ο ιδιοκτήτης του λεωφορείου. Επίσης, η ίδια κρίση ενισχύεται και από το ότι συμφωνούσε με τον πρατηριούχο για αναγραφή αγοράς μειωμένης σε σχέση με την πραγματική ποσότητας πετρελαίου θέρμανσης, όπως ανωτέρω αντί ποσότητας 5200 λίτρων ποσότητα 900 λίτρων, καθώς επίσης και από το ότι για να αποδείξει νόμιμη κατοχή της ανευρεθείσας ποσότητας πετρελαίου, ζήτησε την διόρθωση στοιχείων αποδείξεων αγοράς πετρελαίου. Και ναι μεν η 204/19.4.2004 απόδειξη αφορούσε πετρέλαιο που είχε αγοράσει ο γιος του πρώτου και αδελφός του δεύτερου των κατηγορουμένων Δ. Τ., όμως η 213/24.4.2004 απόδειξη αφορούσε ποσότητα πετρελαίου που είχε αγοράσει τρίτος και συγκεκριμένα η Π. χήρα Γ. Τ., στην οποία και είχε παραδοθεί ποσότητα 2500 λίτρων πετρελαίου, με βάση αυτή την απόδειξη και όχι στους κατηγορούμενους. Με την αγορά, μεταφορά και αποθήκευση στις ανωτέρω δεξαμενές του πετρελαίου θέρμανσης, το οποίο προμηθεύτηκαν χωρίς να πληρώσουν τους αναλογούντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που αντιστοιχούσαν για την προμήθεια πετρελαίου κίνησης ίσης ποσότητας, και την οποία αυτοί σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν όχι για θέρμανση, αλλά για την κίνηση οχημάτων, χωρίς βέβαια προς τούτο να έχουν άδεια της αρμόδιας αρχής, αποσκοπούσαν με τις ενέργειες τους αυτές να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο από το ποσό των δασμών, φόρων και επιβαρύνσεων που θα εισέπραττε για την εν λόγω ποσότητα αν καταβάλλονταν οι αντίστοιχες αυτές επιβαρύνσεις εφόσον αγόραζαν πετρέλαιο ίσης ποσότητας για κίνηση οχημάτων. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να ζημιωθεί το ελληνικό δημόσιο από τους διαφυγόντες δασμούς-φόρους ύψους 3.361,44 ευρώ, επιπλέον του ποσού των 2.649,61 ευρώ (αξίαCIF), καθόσον δεν καταβλήθηκαν κατά την αγορά του οι αναλογούντες για πετρέλαιο κίνησης, όπως προορίζονταν για χρήση, δασμοί και φόροι. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως που αποδίδεται σ' αυτούς". Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων)Ιωαννίνων κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους- αναιρεσείοντες, για την πράξη της λαθρεμπορίας υγρών καυσίμων από κοινού και επέβαλε στους καθένα απ' αυτούς ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια, και χρηματική ποινή 2.649,61 ευρώ. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το δεύτερο κατηγορούμενο - δεύτερο αναιρεσείοντα, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας υγρών καυσίμων από κοινού, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 45 ΠΚ,155 παρ. 1β', 157 Ν.2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Άρα, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το δεύτερο αναιρεσείοντα και πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, ελλείψει άλλων λόγων αναίρεσης προς έρευνα, ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1 , 583 παρ. 1 ), τα οποία πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα .-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 27 Μαΐου 2011, αίτηση των Φ. Τ. του Δ., κατοίκου ... και Ν. Τ. του Φ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 163/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία υγρών καυσίμων από κοινού. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το δεύτερο κατηγορούμενο – αναιρεσείοντα, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση. | null | null | 1 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1659/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : 1) Ι. Τ. του Θ., κατοίκου ... και 2) Α. Ι. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κοντοθανάση περί αναιρέσεως της με αριθμό 1641/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 226/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997,υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή όπως ίσχυε πριν απ' την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 Ν.3220/2006 όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατηρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του αυτού άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ, 1 περ. η' του Ν, 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υπόστασης και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ιδίου νόμου, "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ίσχυε, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείτο άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν.2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 του ν. 2523/1997). Με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του ν.3220/2004 "για την αντικειμενικοποίηση του φορολογικού ελέγχου κ.λ.π.", μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν.2523/1997, "προστέθηκε διάταξη κατά την οποία "ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ". Η ρύθμιση όμως αυτή είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο της προηγούμενης και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. Και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή .αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από την προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία, όμως, αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και, επομένως, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής (όχι πότε και πώς λαμβάνεται αυτή υπόψη από το Δικαστήριο), είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2954/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη, ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η1 της παρ 1 του άρθρου 31 του ν.1591/1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα", δεν έχει (ανάλογη) εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν.2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με το χρόνο έναρξης της παραγραφής και δεν τίθεται θέμα παραγραφής τους, προ της ισχύος του Νόμου. Κατά το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας από αυτούς τιμωρείται ως αυτουργός,. Με τον όρο "από κοινούς" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου, προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του προαναφερομένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η δράση του καθενός συναυτουργού. Με την έννοια αυτή παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 Ν.2523/1997 μπορεί να τελεστεί και κατά συναυτουργία, όταν όλοι συναυτουργοί προβαίνουν στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων είτε συγχρόνως από κοινού, είτε διαδοχικά, κατόπιν όμως κοινής συναπόφασης, δηλαδή με κοινό δόλο. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο καν αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αιτιολόγηση κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εσφαλμένη δε ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα ν' αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Η' ΚΠΔ υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκησή της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋποθέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1641/2010 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στη ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι στις Σέρρες την 1-10-2000 και την 30-11-2000 τέλεσαν την πράξη για την οποία κατηγορούνται, όπως τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτής αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσης και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο: ενώ ήταν εκπρόσωποι και ειδικότερα ο μεν Ι. Τ. του Θ. Πρόεδρος, ο δε Α. Ι. του Π. Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του εδρεύοντος στις Σέρρες συνεταιρισμού Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών (Ε.Α.Σ.) Ν. Σερρών, από κοινού, εξέδωσαν: α] την 1-10-2000, το με αριθμό 43/1-10-2000 Τιμολόγιο Πώλησης, συνολικής αξίας 138.548.131 δραχμών, με το οποίο τιμολόγησαν συγκεντρωτικά τις παραδόσεις τομάτας του μηνός Σεπτεμβρίου 2000 από την Ομάδα Παραγωγών της Ε.Α.Σ. Σερρών προς τη μεταποιητική επιχείρηση με την επωνυμία "Α. Χ. Α.Β.Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΜΑΓΕΙΡΟΣ Α.Β.Ε.Ε.". Σ' αυτό συμπεριλαμβάνετο και η ποσότητα 110.635 κιλών, αξίας 3.555.356 δραχμών (10.433,91 ευρώ), που αφορούσε παραδόσεις τομάτας για πολτό του παραγωγού Χ. Μ. του Ε.. Το τιμολόγιο, όμως, αυτό ήταν μερικώς εικονικό, κατά την αξία των,3.555.356 δραχμών (10.433,91 ευρώ), καθώς είχε εκδοθεί για ανύπαρκτη εν μέρει συναλλαγή, αφού ο παραγωγός Χ. Μ. του Ε. δεν είχε δηλώσει στη δήλωση καλλιέργειας για το έτος 2000 την καλλιέργεια τομάτας, δεν καλλιέργησε το έτος 2000 τομάτα, ούτε και παρέδωσε το έτος 2000 τομάτα για πολτό στην Ε.Α.Σ. Σερρών. Και β] την 30-11-2000, τη με αριθμό 1382/30-11-2000 σειρά ΟΤ) Εκκαθάριση Προϊόντων Τομάτας για λογαριασμό παραγωγού εσοδείας 2000, ποσότητας 110.635 κιλών, συνολικής αξίας 10.433,91 ευρώ και αξίας προ κρατήσεων ΕΛΓΑ 3.555.356 δραχμών, σε συνέχεια πέντε συνενωμένων φορολογικών στοιχείων (Αποδείξεων Ποσοτικής Παραλαβής-Δελτίων Αποστολής, Σειρά ΟΞ), με παραλήπτη την επιχείρηση με την επωνυμία "Α. Χ. Α.Β.Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΜΑΓΕΙΡΟΣ Α.Β.Ε.Ε.", η οποία ήταν εικονική, καθώς εκδόθηκε για συναλλαγή ανύπαρκτη, ως προς την ποσότητα και την αξία, στο σύνολο της, αφού ο παραγωγός Χ. Μ. του Ε. δεν είχε καλλιεργήσει τομάτα ούτε και παρέδωσε τομάτα στην Ε.Α.Σ. Σερρών το έτος 2000. Το οικείο δε πόρισμα φορολογικού ελέγχου θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο (Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων Κεντρικής Μακεδονίας) στις 14-12-2006.Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη για την οποία κατηγορούνται". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους- αναιρεσείοντες για την πρΆξη της παράβασης του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α'του Ν. 2523/1997 από κοινού και κατ' εξακολούθηση και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε ευρώ την ημέρα. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 45, 98ΠΚ, 19παρ. 1 Ν. 2523/1997, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης αναφέρεται, πλήρως αιτιολογημένα, η ιδιότητα των κατηγορουμένων υπό την οποία τέλεσαν, από κοινού, την παραπάνω αξιόποινη πράξη με την παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι, από κοινού, εξέδωσαν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία(τιμολόγιο 043/1.10.2000 και εκκαθάριση προϊόντων τομάτας για λογαριασμό παραγωγού εσοδείας 2000 ΟΤ 1382/30.11.00, η οποία εκκαθάριση συνιστά φορολογικό στοιχείο, κατ' άρθρο 12 ΠΔ 186/1992, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), με την ιδιότητα των εκπροσώπων της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν. Σερρών του πρώτου απ' αυτούς ως Προέδρου και του δεύτερου ως Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω Ένωσης. Ενώ, ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του προδιαληφθέντος εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο οποίος διαλαμβάνει και τον ενδεχόμενο, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσή του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) ου μόνον, αλλά και του κοινού των αναιρεσειόντων δόλου, αιτιολογία στην απόφαση ούτε απαιτείται σκοπός του δράστη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης, όπως προαναφέρθηκε, ως πρόσθετο στοιχείο για την υποκειμενική υπόσταση του προδιαληφθέντος εγκλήματος και συνεπώς, δεν ήταν απαραίτητη η αιτιολόγηση του στοιχείου τούτου. Άρα, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' σχετικοί λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προδιαληφθείσας διάταξης του άρθρου 19 παρ. Ν. 2523/1997, η οποία ας σημειωθεί ότι ουδόλως αντιβαίνει προς το Σύνταγμα, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, με την παραδοχή της απόφασης ότι χρόνος τέλεσης του πιο πάνω εγκλήματος είναι η 14.12.2006, δηλαδή η ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος ελέγχου της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων Κεντρικής Μακεδονίας, που διενήργησε τον έλεγχο, και κατά συνέπεια η παραγραφή τούτου άρχιζε από την προδιαληφθείσα ημερομηνία, και όχι ο χρόνος έκδοσης των εικονικών φορολογικών στοιχείων (1.10.2000 και 30.11.2000), που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και κατ' αυτούς έδει να παύσει οριστικά η κατ' αυτών για το προδιαληφθέν έγκλημα ασκηθείσα ποινική δίωξη, δοθέντος ότι το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε, αντιστοίχως, στους κατηγορούμενους- αναιρεσείοντες στις 16.4.2008 και 12.5.2008, δηλαδή μετά παρέλευση πενταετίας από την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997 και 2 παρ. 8 Ν. 2954/2001 και δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' συναφείς λόγοι αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 21 παρ. 10 Ν.2523/1997 και 2 παρ. 8 Ν.2954/2001 και για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ενόψει, εξάλλου, του ότι με την παρ. 4 του άρθρου 50 Ν.3160/2003 καταργήθηκε η περίπτωση Η' της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚΠΔ και η περίπτωση Θ' αριθμήθηκε ως Η', ο λόγος αναίρεσης, συνιστάμενος επί λέξει στο ότι "... ουδαμού τόσον στο σκεπτικόν όσον και στο διατακτικόν...δεν αναφέρεται κατά σαφή παράβαση του άρθρου 510 παρ. 1 εδαφ. Η ο ποινικός νόμος του οποίου φερόμεθα ότι παραβήκαμε". Είναι μη νόμιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ λόγων αναίρεσης υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, ελλείψει άλλων λόγων αναίρεσης προς έρευνα, ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1) τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα αναιρεσείοντα.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 3 Φεβρουαρίου 2011, αίτηση των Ι. Τ. του Θ., κατοίκου ..., και Α. Ι. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1641/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 Ν. 2523/1997 (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων). Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την ενοχή και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων αναφορικά και με την παραγραφή, καθώς και για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1658/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου .
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, Σ. Μ. του Ι. κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 127/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης . Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ- ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ- ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ- ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ- ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ- Γ. ΚΡΕΤΑ AΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο Δήμο ...
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Αυγούστου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1164/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 175/8.7.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 485 § 1α' Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 1/10 αίτηση αναιρέσεως του κατ/νου Σ. Μ. του Ι. και της Σ., κατοίκου ... ..., κατά του υπ' αριθμ. 127/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα εξής: α) Από τις διατάξεις των άρθρ. 596 §1, 601 §1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με το άρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα, η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το άρθρ. 38 εδ. α' τούτου, αφού στο άρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ. (Ολ. Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, αν ο κατ/νος ασκήσει μετά την 23-12-10 αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, εκδοθέντος μετά την 23-12-10, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο 'Αρειος Πάγος θα κηρύξει αυτή απαράδεκτη (476§1, 485 §1 Κ.Π.Δ.), λόγω του ότι ο κατ/νος δεν νομιμοποιείται (δεν έχει το δικαίωμα) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, αφού το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., που του χορηγούσε αυτό το δικαίωμα, έχει καταργηθεί από 23-12-10 ex nunc. Αν όμως ο κατ/νος ασκήσει αίτηση αναίρεσης, είτε πριν είτε μετά την 23-12-10, αλλά κατά παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος, που εκδόθηκε πριν την 23-12-10, το ασκηθέν τούτο ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, (τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων παραδοχής του), αφού, όπως προεκτέθηκε, ο Ν. 3904/10 δεν έδωσε ex tunc αναδρομική ισχύ στο άρθρ. 34 εδ. γ', οπότε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ, που του χορηγούσε το δικαίωμα (τον νομιμοποιούσε) ν' ασκήσει αναίρεση, στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να ισχύει. β) Η προκειμένη αναίρεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, κατ' άρθρ. 473 §1 Κ.Π.Δ., ήτοι προ πάσης επιδόσεως του βουλεύματος στον αναιρεσείοντα, (επίδοση την 9-8-10 και άσκηση αναίρεσης την 5-8-10), προσέτι δε και νομοτύπως, ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου. (465 §1, 474 §1 Κ.Π.Δ.).γ)Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ..., με το με αριθμό 337/08 βούλευμά του, αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος για κατ' εξακολούθηση κακουργηματική υπεξαίρεση (98, 375 §§ 1α', 2α' ΠΚ). Κατά του βουλεύματος αυτού η πολιτικώς ενάγουσα Α.Ε. "Γ. ΚΡΕΤΑ" άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το 33/09 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, δυνάμει του οποίου ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε αρμοδίως για την προαναφερόμενη πράξη. Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων άσκησε την 3/09 αίτηση αναίρεσης. Επ' αυτής εκδόθηκε το 2370/09 βούλευμα του Αρείου Πάγου, δυνάμει του οποίου το ανωτέρω εφετειακό βούλευμα (33/09) αναιρέθηκε. Επανερχομένου μετά ταύτα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης προς εκ νέου κρίση της έφεσης της ανωτέρω Α.Ε., εξέδωσε το 127/10 βούλευμά του, δια του οποίου και πάλι παρέπεμψε αυτόν αρμοδίως για την προαναφερόμενη πράξη. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων με την κρινόμενη 1/10 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά. (482 §§ 1 α'- 2, 317 §1 α' Κ.Π.Δ.). Ειδικότερα στην αίτηση αναίρεσης διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η απόλυτη ακυρότητα, η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ως και η εκ πλαγίου παράβαση αυτού. (474 §2, 484 §1 εδ. α', β', δ' Κ.Π.Δ.). Κατά συνέπεια, ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης.
δ) Απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρ. 171 §1 δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρ. 484 §1 α' Κ.Π.Δ., επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μεταξύ τούτων περιλαμβάνεται και το υπό του άρθρ.308 §2 του ΚΠΔ παρεχόμενο δικαίωμα στον κατηγορούμενο, όπως με αίτησή του (γραπτή ή προφορική) ζητήσει να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα, το αίτημά του δε αυτό δεν ικανοποιηθεί ή απορριφθεί από την εισαγγελική αρχή, φανερά ή σιωπηρά. Την ίδια ακυρότητα επάγεται και η μη παραμονή της δικογραφίας επί δεκαήμερο στα γραφεία της εισαγγελίας, από την ειδοποίηση (γραπτή, προφορική ή τηλεφωνική) του κατ/νου για γνώση της πρότασης, που υποχρεωτικά λαμβάνει χώρα από την εισαγγελική αρχή. Αν δε έλαβε γνώση της πρότασης του εισαγγελέα, το δεκαήμερο παραμονής της δικογραφίας στα γραφεία της εισαγγελίας παρέλκει και η υποβολή της δικογραφίας στο συμβούλιο προ του δεκαημέρου από της γνώσεως είναι επιτρεπτή, χωρίς να δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Για να υπάρξει υποχρέωση ειδοποίησης της εισαγγελικής αρχής προς τον κατ/νο, πρέπει το αίτημά του να υποβληθεί πριν την κατάρτιση της πρότασης του εισαγγελέα. Η ανωτέρω διάταξη, που εφαρμόζεται και ενώπιον των συμβουλίων εφετών (485 §1 β' ΚΠΔ), έχει εφαρμογή, όταν ο κατ/νος έχει την κατοικία του στην έδρα του δικαστηρίου. Αν δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, οφείλει να διορίσει αντίκλητο, που να κατοικεί στην έδρα αυτού. Αν δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο (κατοικούντα στην έδρα του), ουδεμία υποχρέωση γεννάται στην εισαγγελική αρχή για ειδοποίηση του κατηγορουμένου προς γνώση της εισαγγελικής πρότασης και εντεύθεν ουδεμία απόλυτη ακυρότητα επέρχεται, όπως δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα επί μη παραμονής της δικογραφίας για δεκαήμερο στα γραφεία της εισαγγελίας, αλλά υποβολή αυτής αμέσως μετά την πρόταση του εισαγγελέα στο συμβούλιο, όταν, πριν την κατάρτιση της πρότασης, δεν υποβληθεί παραδεκτώς, αρμοδίως και νομίμως αίτημα του κατ/νου για γνώση αυτής. (Για όλα τα ανωτέρω, Α.Π. 478/10, Π.Χρ. ΞΑ' 137 - Α.Π. 741/09, Π.Χρ. Ξ' 143 - Α.Π. 1860/08 - Α.Π. 1262/08 Π.Χρ. ΝΘ' 448 - Α.Π. 2155/06 - Α.Π. 680/99, Π.Χρ. Ν' 245). Στην προκειμένη περίπτωση, το 337/08 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών ... ακυρώθηκε με το 33/09 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο αναιρέθηκε με το 2370/09 βούλευμα του Αρείου Πάγου. Η πρόταση της εισαγγελέως εφετών υποβλήθηκε στο συμβούλιο εφετών την 31-12-08. Αναιρεθέντος κατά τα ανωτέρω του εφετειακού τούτου βουλεύματος, η εισαγγελέας εφετών υπέβαλε νεότερη (δεύτερη) πρόταση στο συμβούλιο εφετών, την 10-5-10. Επί της νεότερης (δεύτερης) αυτής πρότασης (Α.Π. 979/98, Π.Χρ. ΜΘ' 554), και πριν την κατάρτισή της, ο κατ/νος και αναιρεσείων ζήτησε, με την από 20-1-10 αίτησή του, που κατέθεσε αρμοδίως (Α.Π. 501/06) στην Εισαγγελία Εφετών Κρήτης, να λάβει γνώση της πρότασης της εισαγγελέως. Όμως ο κατ/νος και αναιρεσείων είναι κάτοικος ... ... και όχι κάτοικος ..., όπου και η έδρα του εφετείου. Ως εκ τούτου όφειλε να διορίσει αντίκλητο κάτοικο ..., όπου και η έδρα του συμβουλίου εφετών. Αντ' αυτού όμως, διόρισε αντίκλητο κάτοικο ... Δηλαδή διόρισε ως αντίκλητο τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Φουρφουλάκη, κάτοικο ... Στις έγγραφες εξηγήσεις του και στο υπόμνημά του ενώπιον του Πταισματοδίκη Ρεθύμνου, δεν διόρισε αντίκλητο. Στην απολογία του και στα υπομνήματά του ενώπιον του Ανακριτή ..., δεν διόρισε αντίκλητο. Διόρισε τον ανωτέρω δικηγόρο μόνον ως συνήγορο προς υπεράσπισή του. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν είναι και αντίκλητος αυτού. (273§1 ε' ΚΠΔ - Κονταξής, ΚΠΔ τ. Β' 2006. 1727). Αλλά και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ανωτέρω συνήγορος ως αντίκλητος θεωρηθεί, αυτός είναι κάτοικος ... και όχι … Επομένως, το εν λόγω αίτημα του κατ/νου - αναιρεσείοντος δεν υπεβλήθη στην Εισαγγελία Εφετών Κρήτης νομοτύπως και παραδεκτώς και ως εκ τούτου ουδεμία υποχρέωση είχε η Εισαγγελία Εφετών Κρήτης, να ειδοποιήσει τον κατ/νο και αναιρεσείοντα να λάβει γνώση της πρότασης της εισαγγελέως, επί της οποίας το 127/10 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Ουδέ επίσης είχε υποχρέωση η ανωτέρω εισαγγελία να διακρατήσει επί 10ήμερο την δικογραφία στα γραφεία της, αφού το μη νομοτύπως και το μη παραδεκτώς υποβληθέν αίτημα για γνώση της εισαγγελικής πρότασης, ισοδυναμεί με μη υποβολή τέτοιου αιτήματος, άρα και με μη υποχρέωση ειδοποίησης προς γνώση της πρότασης της εισαγγελέως και με μη υποχρέωση παραμονής επί 10ήμερο της δικογραφίας στα γραφεία της ανωτέρω εισαγγελίας. 'Οθεν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, που τα αντίθετα ισχυρίζεται, είναι νόμω και ουσία αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.ε) Λόγοι για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι (μεταξύ άλλων), η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, ως και η εκ πλαγίου παράβαση αυτής και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 ΚΠΔ . (484 §1 β', δ' ΚΠΔ). 1)Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το συμβούλιο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. (Α.Π. 479/11). 2) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 §1 δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. 1471/09 Π.Χρ. Ξ' 655). Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου και τι από αυτό συνήγαγε το συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική του κρίση. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Αρκεί μόνο να προκύπτει, ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τα άρθρα 177 §1 και 178 ΚΠΔ. (Α.Π. 206/11). 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (Α.Π. 1374/09). Η δε υπό του κατ/νου αντίθετη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, από αυτή που έλαβε χώρα από το συμβούλιο εφετών, δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικώς, ως αναγόμενη στην περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου (Α.Π. 1539/09 Π.Χρ. Ξ' 478). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π. 1705/08, Π.Χρ. ΝΘ' 651). στ) Από τις διατάξεις του άρθρου 375 §§ 1 α', 2α' σε συνδ. προς 98 §2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται ο δράστης να έχει λάβει στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο ξένο κινητό πράγμα, να το ιδιοποιηθεί παρανόμως και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς δικαίωμα. Και περαιτέρω, ότι για το χαρακτηρισμό της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης ως κακουργήματος απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, που πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη, η συνολική αποτίμηση του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ότι για να ληφθεί υπόψη το σύνολο της αξίας των επί μέρους πράξεων, πρέπει ο δράστης να απέβλεπε με αυτές στο εν λόγω οικονομικό αποτέλεσμα. (Α.Π. 2370/09). Τέλος, διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (Α.Π. 114/2006 Π.Χρ. ΝΕ 419, Α.Π. 1120/2006 Π.Χρ. ΝΖ'419, Α.Π. 1275/2006 Π.Χρ. ΝΖ' 515).
ζ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης που το εξέδωσε, δέχθηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, ως και με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, τα εξής: <<Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Κ. Χ., ασκεί επιχείρηση εκμετάλλευσης ξενοδοχείου στην πιο πάνω περιοχή. Η ως άνω εταιρεία αρχές του 2000 προχώρησε στην μίσθωση από την εταιρία "Happy Days AE AE" ενός ημιτελούς ακόμα ξενοδοχείου στη ... με τον διακριτικό τίτλο "C. B.", με τον σκοπό να το εκμεταλλευθεί μετά την αποπεράτωσή του. Από τον χρόνο έναρξης της εκμετάλλευσης του ως άνω ξενοδοχείου, δηλαδή από 18-3-2000, η ως άνω εταιρία προσέλαβε με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τον κατηγορούμενο ως βοηθό λογιστή και υπεύθυνο ταμείου, ο οποίος ήταν αρμόδιος για την συγκέντρωση των παραστατικών του λογιστηρίου και την διαχείριση του ταμείου του ξενοδοχείου. Ο ως άνω κατηγορούμενος εργαζόταν χωρίς συγκεκριμένο ωράριο και εποχικά δηλαδή μόνο τους μήνες λειτουργίας του Ξενοδοχείου από Μάρτιο έως Οκτώβριο εκάστου έτους. Στα πλαίσια διεκπεραίωσης των λογιστικών υποθέσεων της εκκαλούσας εταιρίας, εξέδιδε τραπεζικές επιταγές και εμβάσματα στο όνομά του, εισέπραττε τα έσοδα από την λειτουργία του Μίνι Μάρκετ, εκτελούσε τις πληρωμές του προσωπικού, καταχωρούσε τα διάφορα τιμολόγια εξόδων στα βιβλία της εταιρείας και γενικά ενεργούσε κάθε εργασία και πράξη που περιλαμβανόταν στο σκοπό της εταιρείας. Για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε συμφωνήθηκε να καταβάλλεται σε αυτόν συγκεκριμένο ποσόν, το οποίο όμως θα πληρωνόταν σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ωστόσο όμως συμφωνήθηκε, ότι με τις ανωτέρω αποδοχές θα εκαλύπτοντο δια συμψηφισμού και οι αμοιβές που θα εδικαιούτο ο κατηγορούμενος για αποδοχές και επίδομα άδειας, καθώς και για επίδομα (δώρο) Χριστουγέννων. Παράλληλα, η εταιρεία την 11-4-2000 αγόρασε το υπ' αριθμ. κυκλ. ... επιβατηγό αυτοκίνητο για τις διάφορες ανάγκες της, το οποίο όπως προκύπτει από την δικογραφία παρέμεινε στην έδρα της εταιρείας στην ... έως την 23-10-2000, στη συνέχεια, δε, μεταφέρθηκε στην …, όπου χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες άλλης ξενοδοχειακής μονάδας που διέθετε εκεί η εγκαλούσα μέχρι την 5-7-2003, οπότε και καταστράφηκε ολοσχερώς μετά από τροχαίο ατύχημα. Ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την πιο πάνω ιδιότητα του διαχειριστή και ταμία, κατά το χρονικό διάστημα από 18 Μαρτίου 2000 έως 17-5-2005, καταχώρισε στα λογιστικά βιβλία ψευδείς, ανύπαρκτες και εικονικές πληρωμές και κατόρθωσε με αυτόν τον τρόπο να δημιουργήσει περίσσευμα συνολικού ποσού 10.245,14 ευρώ στο ταμείο της πιο πάνω εταιρίας, ποσό που είναι ως σύνολο, σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επιμέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος της υπεξαίρεσης ο κατηγορούμενος, κατά την ως άνω περίοδο καταχώρισε ως δαπάνες στα βιβλία της εγκαλούσας εταιρίας και εμφάνισε ότι πλήρωσε 323 τιμολόγια - δελτία αποστολής καυσίμων και ορυκτελαίων, (αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό), για ανεφοδιασμό οχημάτων (βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης και λάδι), τα οποία είχαν εκδοθεί στο όνομα της εγκαλούσας, χωρίς όμως να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την λειτουργία της επιχείρησής της. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος καταχώρησε στα βιβλία της εταιρείας τα παρακάτω τιμολόγια με τους αύξοντες αριθμούς όπως αναφέρονται στην μήνυση α) από τον αύξοντα αριθμό (1) έως και (8) που αφορούσαν ανεφοδιασμό με καύσιμα αυτοκινήτων με αριθμούς κυκλοφορίας ... (ιδιοκτησίας κατηγορουμένου), ... (ιδιοκτησίας "Happy Days AE AE") και ... (ιδιοκτησίας Α. Κ., προϊσταμένης υποδοχής του ξενοδοχείου), β) τα με αύξοντες αριθμούς από 9-88 τιμολόγια που αφορούσαν ανεφοδιασμό με καύσιμα του με αριθμό ... αυτοκινήτου της εκκαλούσας, για χρονικό διάστημα όμως, που το παραπάνω αυτοκίνητο δεν βρισκόταν στην έδρα της εταιρίας στην ..., αλλά είχε μεταφερθεί στην … για τις ανάγκες άλλης επιχείρησης της εγκαλούσας, γ) τα με αύξοντες αριθμούς 89-295 τιμολόγια, τα οποία αφορούσαν ανεφοδιασμό με καύσιμα αυτοκινήτων, των οποίων δεν αναγραφόταν ο αριθμός κυκλοφορίας και δ) τα με αύξοντες αριθμούς 296-323 τιμολόγια, τα οποία αναφέρονταν σε χρονικό διάστημα που η εγκαλούσα είχε στην κατοχή της το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, πλην όμως τα παραπάνω τιμολόγια δεν ανέφεραν αριθμό αυτοκινήτου, ή ανέφεραν αριθμό ο οποίος είχε προστεθεί με το χέρι. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου το οποίον και εσφαλμένα δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ... με το προσβαλλόμενο βούλευμα ως αληθή ότι δήθεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας Κ. Χ. ότι κάποιοι από τους εργαζόμενους και συγκεκριμένα εκτός από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, οι Α. Φ., Κ. Σ., Ι. Ρ., Α. Κ. και Η. Π., θα χρησιμοποιούσαν τα αυτοκίνητά τους για τις ανάγκες της εταιρίας και θα εξέδιδαν τιμολόγια για τα καύσιμα, στο όνομα της εταιρίας το οποίο θα προσεκόμιζαν στο λογιστήριο της και θα πληρωνόταν και ότι η εγκαλούσα προέβη σε αυτή την μήνυση εναντίον του επειδή διεκδικούσε εργασιακά του δικαιώματα δεν ευσταθεί και τούτο διότι α) τόσο ο Ι. Ρ. όσο και οι Α. Κ. και Η. Π., αλλά και ο Κ. Σ., στις δοθείσες από αυτούς προανακριτικές καταθέσεις διαψεύδουν ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία. Ειδικότερα, σύμφωνα α) με τη κατάθεση της Α. Κ., αυτή ελάμβανε για τις δικές της μετακινήσεις, επειδή έμενε στα ..., το ποσόν τον 90 ευρώ, χωρίς να προσκομίζει τιμολόγια, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, γεγονός που δεν ανατρέπεται από τις αποδείξεις πληρωμής υπ' αριθμ. 708/2002, 736/2003, 758/20003 και 934/2004, στις οποίες αναγράφεται προφανώς από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ως αιτιολογία εξόφληση τιμολογίου βενζίνης στην Α. Κ., διότι σε περίπτωση που πράγματι του είχαν παραδοθεί από την ανωτέρω τιμολόγια, θα αναγραφόταν ο αριθμός του αυτοκινήτου της σ' αυτά, θα τα είχε δε, καταχωρήσει ο κατηγορούμενος στα βιβλία της εταιρίας και θα μπορούσε ευκόλως να τα επιδείξει, πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξε, β) με τη κατάθεση του Η. Π., αυτός χρησιμοποίησε το φορτηγάκι για τις ανάγκες της εταιρείας για έκακτες μετακινήσεις και προσκόμισε τα σχετικά τιμολόγια, τα οποία όμως φέρουν την δική του υπογραφή και το όνομά του......και δεν ξεπερνούν την ποσότητα των 50 ή 60 λίτρων το χρόνο, ενώ ούτε ο Ρ. Ι. έβαζε καύσιμα στο αυτοκίνητό του για λογαριασμό της εταιρείας, αλλά έπαιρνε χωρίς τιμολόγια το ποσό των 100 ευρώ μηνιαία για την αποκομιδή των σκουπιδιών, γ) με την κατάθεση Κ. Σ., ο οποίος παραδέχεται, ότι χρησιμοποίησε το αυτοκίνητό του συγκεκριμένες φορές για λογαριασμό της εταιρείας, πλην όμως δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας, ούτε ότι προσκόμισε ποτέ τιμολόγια στο λογιστήριο της τελευταίας. Για την μη ύπαρξη συμφωνίας καταθέτουν κατηγορηματικά επίσης ο μάρτυρας της εγκαλούσας και λογιστής Θ. Κ., ο οποίος αντικατέστησε τον κατηγορούμενο τον Απρίλιο του 2005, όταν έγινε αντιληπτή η παραπάνω τακτική του, ο κηπουρός του Ξενοδοχείου Λ. Γ., καθώς επίσης και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Κ. Χ., ενώ για την ύπαρξη της συμφωνίας, εκτός από τον κατηγορούμενο, καταθέτει μόνο ο πρώην Διευθυντής του Ξενοδοχείου Α. Φ., του οποίου όμως η κατάθεση δεν κρίνεται αξιόπιστη, δεδομένου ότι και ο ίδιος έχει απομακρυνθεί από το ξενοδοχείο, ενώ είχε κατηγορηθεί για ποσότητες ουίσκι που χρέωνε την εταιρεία, τις οποίες κατανάλωνε ο ίδιος και η αξία των οποίων αφαιρέθηκε από τον μισθό του. Άλλωστε, ούτε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μίσθωσης για τις ανάγκες της εταιρείας, του με αριθμό ... αυτοκινήτου από την εταιρεία HAPPY DAYS AE AE (στην οποία εξάλλου εργαζόταν ο κατηγορούμενος επίσης ως λογιστής), για την μεταφορά προσωπικού κατά το αρχικό στάδιο της αποπεράτωσης του Ξενοδοχείου ευσταθεί, δεδομένου ότι σ'αυτό το αυτοκίνητο αντιστοιχεί ένα μόλις τιμολόγιο, ούτε αντέχει στην λογική ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι επειδή είχε μεταφερθεί το αυτοκίνητο της εταιρείας ... στην …, για τον λόγο αυτό τα τιμολόγια τα οποία εξεδίδοντο για αγορά καυσίμων δεν έφεραν αριθμό κυκλοφορίας, αφού αυτό θα συνιστούσε φορολογική παράβαση, δεδομένου ότι δεν ήταν επιτρεπτή η μεταφορά του αυτοκινήτου από την επιχείρηση στην οποία ήταν δηλωμένο σε άλλη επιχείρηση. Άλλωστε, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα η καταχώριση τιμολογίων στα βιβλία της εταιρείας για αγορά καυσίμων χωρίς τον αντίστοιχο αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου είναι πολύ μεγαλύτερη παράβαση και επιφέρει μεγαλύτερες κυρώσεις, όπως βέβαια και η καταχώριση τιμολογίων για αγορά καυσίμων για αυτοκίνητο που έχει ήδη καταστραφεί και είναι σε αχρησία, πράγμα το οποίο έκανε ο κατηγορούμενος. Επίσης, όπως προκύπτει από την δικογραφία το αυτοκίνητο της εταιρείας κατεστράφη σε τροχαίο ατύχημα το 2003 και αποσύρθηκε από την κυκλοφορία, πλην όμως ο κατηγορούμενος συνέχιζε για κάποιο διάστημα να εκδίδει και να καταχωρεί στα βιβλία της εταιρείας τιμολόγια, για αγορά καυσίμων σε αυτό, σε κάθε δε περίπτωση ακόμη και όταν υπήρχε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στην Κρήτη και δεν συνέτρεχε λόγος χρησιμοποίησης άλλου αυτοκινήτου από την εταιρεία και πάλι ο κατηγορούμενος συνέχιζε να καταχωρεί τιμολόγια για αγορά καυσίμων που δεν έφεραν αριθμό κυκλοφορίας, μάλιστα, δε, ακόμα και σε περίοδο χειμώνα, κατά τον οποίο το ξενοδοχείο παρέμεινε κλειστό, φέρεται να έχουν εκδοθεί και καταχωρηθεί για την αγορά καυσίμων στο όνομα της εκκαλούσας εταιρείας (93) τιμολόγια. Ούτε εξ άλλου μπορεί να δικαιολογηθούν οι παραπάνω καταχωρήσεις τιμολογίων καυσίμων στα βιβλία της εταιρείας, από τα διάφορα βενζινοκίνητα μηχανήματα που διέθετε το ξενοδοχείο (χλοοκοπτικό μηχάνημα, γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος ή την βενζινοκίνητη αντλία του ξενοδοχείου), τα οποία είναι μικρής ιπποδύναμης και η κατανάλωση βενζίνης από αυτά είναι ασήμαντη. Επίσης δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η μήνυση εναντίον του από την ως άνω εταιρεία ασκήθηκε σαν κίνηση αντιπερισπασμού για την εκ μέρους του διεκδίκηση χρηματικών ποσών για δεδουλευμένους μισθούς, υπερωριακή απασχόληση κλπ, καθότι πολύ πριν από την άσκηση της αγωγής του και μάλιστα από τον Μάιο του 2005 είχε απολυθεί από την εργασία του εξ αιτίας της διαπιστώσεως των παραπάνω ατασθαλιών, στη συνέχεια δε, μετά παρέλευση πενταμήνου από την απόλυσή του και χωρίς στο μεσοδιάστημα να έχει διεκδικήσει κάποιο από τα υποτιθέμενα δικαιώματά του ή τους δεδουλευμένους μισθούς του, του επιδόθηκε η με ημερομηνία 24-10-2005 εξώδικη δήλωση της εγκαλούσας, με έκθεση επιδόσεως δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία του εζητείτο η επιστροφή των υπεξαιρεθέντων ποσών εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Μετά την τελευταία αυτή ενέργεια της εγκαλούσας ο κατηγορούμενος άσκησε την με χρονολογία 15-11-2005 και με αριθμό πρωτ. 647/16-11-2005 εργατική αγωγή του διεκδικώντας ποσόν 42.904 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς υπερωρίες κ.λ.π. Περαιτέρω αποδείχθηκε από το ως άνω αποδεικτικό υλικό α) ότι ο κατηγορούμενος εισέπραξε κατά τις ημερομηνίες 30-4-2002, 28-2-2003, 30-3-2004 και 30-4-2005 από το ταμείο της εγκαλούσας εταιρείας το ποσόν των 1467,35 ευρώ κάθε φορά και συνολικά το ποσόν των 5.869,40 ευρώ με την αιτιολογία ότι πρόκειται για το ετήσιο επίδομα ισολογισμού που δικαιούνται οι λογιστές και οι βοηθοί λογιστών που απασχολούνται ευθέως και αμέσως με την σύνταξη του ισολογισμού, ενώ όπως αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων η εργασία του συνίστατο στην συγκέντρωση των παραστατικών και των υπολοίπων απαραίτητων λογιστικών στοιχείων για την παράδοση αυτών στην λογίστρια Α. Ρ. - Μ. και η οποία και μόνον συνέτασσε τον ισολογισμό της εταιρείας έναντι αμοιβής κατ' αποκοπή από την εγκαλούσα εταιρεία , β) ότι παρά το ότι είχε συμφωνηθεί να λαμβάνει (ο κατηγορούμενος) κατ' έτος ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στην εκκαλούσα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, επιμερισμένο σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, στο οποίο ποσόν συμπεριλαμβάνονταν όλα τα από τον νόμο προβλεπόμενα δώρα και επιδόματα, δεδομένου ότι το ως άνω ποσό που είχε συμφωνηθεί, αντιστοιχούσε σε αποδοχές πολύ μεγαλύτερες των κατωτέρων νομίμων που προβλέπονται από τις οικείες ΣΣΕ, εν τούτοις την 31-1-2002 έλαβε από το ταμείο της εγκαλούσας το ποσόν των 2.934,70 ευρώ, εισπράττοντας χωρίς δικαίωμα μια ισόποση επιταγή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε από την εγκαλούσα εις διαταγή του αλλά προοριζόταν για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του ξενοδοχείου. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου που δέχθηκε και το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το παραπάνω ποσόν κατεβλήθη σε αυτόν από την εκκαλούσα εις εξόφληση οφειλών της τελευταίας για δώρα εορτών και αποζημίωση αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2000, δεν ευσταθεί, διότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την συμφωνία την οποία είχαν κάνει για ενσωμάτωση των παραπάνω επιδομάτων στην συγκεκριμένη και προσυμφωνημένη στην αρχή κάθε τουριστικής σαιζόν αμοιβή την οποία έπαιρνε και η οποία ήταν ανώτερη από τις κατώτερες νόμιμες αποδοχές τις οποίες εδικαιούτο ο κατηγορούμενος, γ) ότι στις 31-1-2002 εισέπραξε από το ταμείο της επιχείρησης της εγκαλούσας, το οποίο διαχειριζόταν, το ποσόν των 1.174 ευρώ, επιπλέον του μισθού του που ανήρχετο στο ποσόν των 1.174 ευρώ, δηλαδή εισέπραξε δύο φορές τον μισθό του, ο ισχυρισμός δε που προέβαλε ο κατηγορούμενος (αρχικά βέβαια αρνείτο εντελώς το παραπάνω γεγονός), ότι το παραπάνω ποσόν συνιστούσε δώρο (Bonus) το οποίο του είχε δώσει η εγκαλούσα και ότι ο νόμιμος μισθός του το 2002 ανερχόταν σε 1.467 ευρώ, δεν ευσταθεί, διότι όπως προκύπτει από το φωτοτυπικό αντίγραφο της καρτέλας που διατηρούσε ο κατηγορούμενος στο ταμείο της εκκαλούσας, ο νόμιμος μισθός του το 2002 ανερχόταν σε 1.174 ευρώ, η δε αιτιολογία με την οποία κατεχωρήθη από τον ίδιο στην παραπάνω καρτέλα είναι "μισθός Γενάρη 2002" και όχι δώρο (Bonus), όπως ισχυρίσθηκε εκ των υστέρων και τέλος δ) ότι το έτος 2002, ενώ ο κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει με την εγκαλούσα να λάβει ως συνολική αμοιβή για τις υπηρεσίες που της προσέφερε, το ποσόν των 14.088 ευρώ, επιμερισμένο σε 12 μηνιαίες δόσεις των 1.174 ευρώ η κάθε μία, εν τούτοις εισέπραξε το ποσόν των 17.608,20 ευρώ, ιδιοποιήθηκε δηλ. παράνομα από το ταμείο της επιχείρησης το ποσόν των 3.520,20 ευρώ, το οποίον ποσόν έλαβε επιπλέον της νόμιμης συμφωνημένης αμοιβής του, ο ισχυρισμός δε που προέβαλε αυτός, ότι δήθεν ο συμφωνημένος μισθός του το 2002 ανερχόταν στο ποσόν των 1.467 ευρώ δεν ευσταθεί, διότι όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατά την ανάκριση αλλά και από το φωτοτυπικό αντίγρφο της καρτέλας μισθοδοσίας που ο ίδιος τηρούσε, ο μισθός του ανερχόταν σε 1.174 ευρώ. Επομένως, ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παρανόμως με τους προαναφερόμενους τρόπους το συνολικό ποσόν των 23.743,44 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στο οποίο απέβλεπε εξ αρχής με τις μικρότερες ως άνω πράξεις του, το ποσόν δε αυτό του είχε εμπιστευθεί η εγκαλούσα λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή της περιουσίας της και ειδικότερα λόγω της ιδιότητάς του ως βοηθού λογιστή και υπεύθυνου ταμείου της επιχείρησής της>>. η) Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, αυτό, έκανε δεκτή την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας ανωτέρω Α.Ε., και ακυρώνοντας το απαλλακτικό πρωτόδικο βούλευμα, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα αρμοδίως, για κακουργηματική υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εμπιστευμένου στον υπαίτιο ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ως τούτο προκύπτει από τον συνδυασμό σκεπτικού - διατακτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος. θ) Μ' αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ορθά εφαρμόζοντας τον νόμο, αφού λεπτομερώς εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά το ανωτέρω έγκλημα, δηλαδή αναφέρονται στο σκεπτικό και διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, η ιδιότητα του διαχειριστή ως βοηθού λογιστή (εντολοδόχου) έχοντος όμως όλη την διαχείριση του ταμείου της εταιρείας και της περιουσίας αυτής, τα κατά κεφάλαιο συνολικώς υπεξαιρεθέντα ποσά και το γενικό σύνολο αυτών, που αποτελεί κατά την συναλλακτική αντίληψη ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα ανωτέρω, την εξειδίκευση των 323 τιμολογίων, τον μισθό του που ελάμβανε με δώρα και επιδόματα κατά την τουριστική περίοδο, κατανεμημένο σε 12 μηνιαίες δόσεις κατά την συμφωνία μεταξύ της Α.Ε. και αυτού, το εξακολουθητικό του εγκλήματος ανά μήνα και κατ' έτος, που σημαίνει ενότητα δόλου ως εκ της συχνής διάρκειας της υπεξαίρεσης και σε βάθος χρόνου πενταετίας περίπου, την συνολική βλάβη - ζημία της ανωτέρω Α.Ε., που προκάλεσε ο αναιρεσείων με το κατ' εξακολούθηση έγκλημά του, δηλαδή με την παράνομη ιδιοποίηση των ανωτέρω χρημάτων, το ότι στο περιουσιακό τούτο όφελος που συνεχώς προέκυπτε από τις εξακολουθητικές πράξεις του, απέβλεψε αυτός, (μεγάλη συχνότητα πράξεων ως προς τα τιμολόγια, με πυκνή χρονική εγγύτητα αυτών - Α.Π. 1137/10, Π.Χρ. ΞΑ' 294). Δεν ήταν δε απαραίτητο να παρατεθεί ως προς την ενότητα του δόλου ειδική επιπλέον αναφορά, αφού από τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει αυτή επαρκώς.
Συνεπώς, όλοι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που διατυπώνονται στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, ως και εκ πλαγίου παράβασης αυτού, ως επίσης και της έλλειψης (πλημμελούς) αιτιολογίας, περί δηλαδή αστικής διαφοράς της κρινόμενης υπόθεσης, περί δικαιώματος αυτού στη λήψη του επιδόματος λογιστή, περί αντίθετης εκτίμησης υπ' αυτού των αποδεικτικών μέσων και των προκυψάντων εξ αυτών πραγματικών περιστατικών, από αυτή που έλαβε χώρα από το συμβούλιο εφετών, η οποία δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο ως αναγόμενη στην περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου, είναι (ισχυρισμοί) στην ουσία τους αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, αν και εφ' όλων των ανωτέρω ισχυρισμών το συμβούλιο εφετών, δια της εισαγγελικής πρότασης, πλήρως και αιτιολογημένως απάντησε. Δεν υφίσταται δε έγκλημα κακουργηματικής απάτης, ως ο αναιρεσείων διατείνεται, οπότε η υπεξαίρεση απορροφάται απ' αυτή, ως μη τιμωρητή υστέρα πράξη, αφού από το όλο σκεπτικό και διατακτικό του βουλεύματος δεν προκύπτουν στοιχεία απάτης.ι) Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, η υπό κρίση αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 §1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να γίνει τυπικά δεκτή και ν' απορριφθεί στην ουσία της, η υπ' αριθμ. 1/10 αίτηση αναιρέσεως του κατ/νου Σ. Μ. του Ι. και της Σ., κατοίκου ... ..., κατά του υπ' αριθμ. 127/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης.
Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας." Αθήνα 8-7-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αρ. εκθ. 1/5-8-2010 αίτηση αναιρέσεως, κατά του 127/4-6-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο εκδόθηκε κατ' έφεση απαλλακτικού πρωτοβάθμιου βουλεύματος και μετ' αναίρεση του προηγούμενου -παραπεμπτικού 33/2009 βουλεύματος του ιδίου Συμβουλίου, με το οποίο προσβαλλόμενο βούλευμα ήδη ο αναιρεσείων παραπέμπεται και πάλι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για να δικαστεί ως υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, συνολικού ποσού 23.743,44 ευρώ, το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο διαχειριστή ξένης περιουσίας (375 παρ.1 εδ. α' και 2 εδ. α' ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 465 παρ.1 και 473 παρ-1 του ΚΠΔ, προ πάσης επιδόσεως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, κατά το άρθρο 482 παρ.1 στοιχ. Α' περ. α' του ΚΠΔ: όπως ίσχυε προ της κατά την 23-12-2010 καταργήσεως του, ισχύοντος επομένως, παρά την κατάργηση του δια του άρθρου 34 εδ. γ του ν. 3904/23-12-2010, αφού εκδόθηκε στις 4-6-2010, προ της άνω καταργήσεως, ενώ ο ανωτέρω νόμος δεν έδωσε αναδρομική ισχύ στο άρθρο 34 αυτού. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 ΚΠΔ, που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 485 παρ. 1 β ΚΠΔ και ενώπιον των συμβουλίων εφετών, οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρόταση του ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σε αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει τον διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί την έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασης του μέσα σε 24 ώρες. Για το σκοπό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης και πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής της πράξης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών αίτηση για να λάβει γνώση της συνταχθείσας εισαγγελικής πρότασης επί της κρινόμενης υπόθεσης, που τον αφορά, ο Εισαγγελέας υποχρεούται να ειδοποιήσει τον αιτούντα κατηγορούμενο ή τον αντίκλητο του εντός 24 ωρών, προκειμένου να λάβε! γνώση της πρότασης, ώστε να μπορεί να εκθέσει με υπόμνημα τις απόψεις του, προς τούτο δε κατατίθεται στη γραμματεία της εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης και η δικογραφία παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας για δέκα μέρες από την ειδοποίηση του κατηγορουμένου. Εάν ο Εισαγγελέας παραλείψει να καλέσει τον κατηγορούμενο για να λάβει γνώση της συνταχθείσας εισαγγελικής πρότασης ή εάν η δικογραφία δεν παραμείνει στη γραμματεία της εισαγγελίας επί δέκα μέρες από την ειδοποίηση του και εισαχθεί στο συμβούλιο, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 171 παρ.1 δ και 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, καθόσον γίνεται δεκτό ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση της εισαγγελικής πρότασης ύστερα από ειδοποίηση του, ώστε, εάν το επιθυμεί, να εκθέσει επ' αυτής τις απόψεις του ως και η παραμονή της δικογραφίας επί δεκαήμερο στη γραμματεία της εισαγγελίας ανάγονται στην υπεράσπιση του και ρητώς χορηγούνται από το άνω άρθρο. Για να υπάρξει όμως υποχρέωση της εισαγγελικής αρχής για ειδοποίηση του κατηγορούμενου, πρέπει το αίτημα του να υποβληθεί πριν την κατάρτιση και την υποβολή στο συμβούλιο της πρότασης του εισαγγελέα. Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 308 παρ.2 ΚΠΔ, περί ειδοποίησης έχει εφαρμογή όταν ο κατηγορούμενος έχει την κατοικία του στην έδρα του δικαστηρίου. Αν αυτός δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, οφείλει να διορίσει αντίκλητο, κατοικούντα στην έδρα, ο οποίος και ειδοποιείται σχετικά, ενώ ουδεμία υποχρέωση ανακύπτει για την εισαγγελική αρχή να ειδοποιήσει τον εκτός της έδρας του κατοικούντα κατηγορούμενο, περί της υποβολής της αφορώσας αυτόν εισαγγελικής πρότασης, αν δεν έχει διορίσει αντίκλητο, δικηγόρο ή μη, στην έδρα του δικαστηρίου, το οποίο σε συμβούλιο θα επιληφθεί της πρότασης, ούτε και υπάρχει πλέον ανάγκη παραμονής της δικογραφίας επί δεκαήμερο στα γραφεία της εισαγγελίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η πρόταση της εισαγγελέως Εφετών προς το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης υποβλήθηκε στις 15-10-2010, ενώ ο κατηγορούμενος υπέβαλε στην εισαγγελία Εφετών Κρήτης νωρίτερα την με αριθ. πρωτ. 569/ 20-1-2010 αίτηση του να του γνωστοποιηθεί η εισαγγελική πρόταση προ της υποβολής της στο συμβούλιο. Όμως, όπως από την αίτηση αυτή προκύπτει ο κατηγορούμενος είναι κάτοικος ... ..., ήτοι εκτός της έδρας του Εφετείου Κρήτης που είναι τα ... και ως αντίκλητο του διόρισε με την αίτηση αυτή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Φουρφουλάκη, κάτοικο ... Επομένως, σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν, το αίτημα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση της εισαγγελικής πρότασης, όπως υποβλήθηκε, δεν υποβλήθηκε νομότυπα και ως εκ τούτου η εισαγγελία Εφετών Κρήτης, δεν είχε υποχρέωση να ειδοποιήσει αυτόν ή τον αντίκλητο του στο ... που ήταν η κατοικία τους, εκτός της έδρας των ... και έτσι ουδεμία παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματος συνέβη από τη μη ειδοποίηση του κατηγορουμένου, ο δε προβαλλόμενος συναφής πρώτος λόγος" αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, είναι απορριπτέος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 375 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα; ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης στην κατοχή του και γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δόλια προαίρεση του δράστη που περιλαμβάνει την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, που εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσης του στον ιδιοκτήτη . Κατά την παράγραφο 2 εδ. α' του ιδίου άρθρου 375 ΠΚ, όπως αντικ. με την παρ. α' του άρθρου 1 ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ των άλλων, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι μόνο υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα την οποία αντλεί είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Κατά τις διατάξεις αρθρ. 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με αρθρ. 14 παρ. 1 ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεσης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που επήλθε ή σκοπήθηκε. Στο έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση περί της αξίας του πράγματος αλλά και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης ως κακουργήματος, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό και στην περίπτωση αυτή το συνολικό ποσό πρέπει να προσδιορίζεται.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του άνω εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται ο δράστης να έχει λάβει στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο ξένο κινητό πράγμα, να το ιδιοποιηθεί παρανόμως και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε εξωτερίκευση της θέλησης του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς δικαίωμα. Και περαιτέρω, ότι για το χαρακτηρισμό της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης ως κακουργήματος απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του εντολοδόχου, που πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη [ή κάποιας άλλης από αυτές που αναφέρονται στην ΠΚ 375 παρ. 2 εδ. α' και δεν ενδιαφέρουν ενταύθα], η συνολική αποτίμηση του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας [αλλά όχι κατ' ανάγκη μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 ευρώ, διότι τότε αρκεί μόνο το μέγεθος της αξίας για τον κακουργηματικό χαρακτήρα του εγκλήματος, χωρίς τη συνδρομή κάποιας πρόσθετης ιδιότητας στο πρόσωπο του δράστη]. Και τέλος, ότι για να ληφθεί υπόψη το σύνολο της αξίας των επί μέρους πράξεων, πρέπει ο δράστης να απέβλεπε με αυτές στο εν λόγω οικονομικό αποτέλεσμα.
Έξαλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτό; με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση; σχετικά με τις αποδιδόμενες .οίον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικό μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από" το καθένα από αυτό, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και. τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών .
Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή την παραβίασε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 127/2010, βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, τα εξής: "Από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την προκαταρκτική εξέταση και την επακολουθήσασα κυρία ανάκριση και ειδικότερο από τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και από την απολογία με απολογητικά υπομνήματα του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: [Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Κ. Χ., ασκεί επιχείρηση εκμετάλλευσης ξενοδοχείου στην πιο πάνω περιοχή. Η ως άνω εταιρεία αρχές του 2000 προχώρησε στην μίσθωση από την εταιρία "Happy Days ΑΕ.AE" ενός ημιτελούς ακόμα ξενοδοχείου στη ... με τον διακριτικό τίτλο "C. B.", με τον σκοπό να το εκμεταλλευθεί μετά την αποπεράτωση του. Από τον χρόνο έναρξης της εκμετάλλευσης του ως άνω ξενοδοχείου δηλαδή από 18.3.2000 η ως άνω εταιρεία προσέλαβε με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τον κατηγορούμενο ως βοηθό λογιστή και υπεύθυνο ταμείου ο οποίος ήταν αρμόδιος για την συγκέντρωση των παραστατικών του λογιστηρίου και την διαχείριση του ταμείου του ξενοδοχείου. Ο ως άνω κατηγορούμενος εργαζόταν χωρίς συγκεκριμένο ωράριο και εποχικά δηλαδή μόνο τους μήνες λειτουργίας του Ξενοδοχείου από Μάρτιο έως Οκτώβριο εκάστου έτους. Στα πλαίσια διεκπεραίωσης των λογιστικών υποθέσεων της εκκαλούσας εταιρίας, εξέδιδε τραπεζικές, επιταγές και εμβάσματα στο όνομα του, εισέπραττε τα έσοδα από την λειτουργία του Μίνι Μάρκετ, εκτελούσε τις πληρωμές του προσωπικού, καταχωρούσε τα διάφορα τιμολόγια εξόδων στα βιβλία της εταιρείας και γενικά ενεργούσε κάθε εργασία και πράξη που περιλαμβανόταν στο σκοπό της εταιρείας. Για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε συμφωνήθηκε να καταβάλλεται σε αυτόν συγκεκριμένο ποσόν το οποίο όμως θα πληρωνόταν σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ωστόσο όμως συμφωνήθηκε ότι με τις ανωτέρω αποδοχές θα εκαλύπτοντο δια συμψηφισμού και οι αμοιβές που θα εδικαιούτο ο κατηγορούμενος για αποδοχές και επίδομα άδειας, καθώς και για επίδομα (δώρο) Χριστουγέννων. Παράλληλα η εταιρεία την 11.4.2000 αγόρασε το υπ αριθμ κυκλ. ... επιβατηγό αυτοκίνητο για τις διάφορες ανάγκες της, το οποίο όπως προκύπτει από την δικογραφία παρέμεινε στην έδρα της εταιρείας στην ... έως την 23.10.2000, στη συνέχεια, δε, μεταφέρθηκε στην …, όπου χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες άλλης ξενοδοχειακής μονάδας που διέθετε εκεί η εγκαλούσα μέχρι την 5.7.2003 οπότε και καταστράφηκε ολοσχερώς μετά από τροχαίο ατύχημα [βλ την υπ. αριθμ 113/2004 απόφαση Ειρην. ΚΩ], (Ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την πιο πάνω ιδιότητα του διαχειριστή και ταμία, κατά το χρονικό διάστημα από 18 Μαρτίου 2000 έως 17.5.2005, καταχώρισε στα λογιστικά βιβλία ψευδείς, ανύπαρκτες και εικονικές πληρωμές και κατόρθωσε με αυτό τον τρόπο να δημιουργήσει περίσσευμα συνολικού ποσού 10.245,14 Ευρώ στο ταμείο της πιο πάνω εταιρίας, ποσό που είναι ως σύνολο, σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επιμέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος της υπεξαίρεσης ο κατηγορούμενος, κατά την ως άνω περίοδο καταχώρισε ως δαπάνες στα βιβλία της εγκαλούσας εταιρίας και εμφάνισε ότι πλήρωσε 323 τιμολόγια-δελτία αποστολής καυσίμων και ορυκτελαίων για ανεφοδιασμό οχημάτων (βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης και λάδι), τα οποία είχαν εκδοθεί στο όνομα της εγκαλούσας, χωρίς όμως να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την λειτουργία της επιχείρησης της). Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος καταχώρησε στα βιβλία της εταιρείας τα παρακάτω τιμολόγια με τους αύξοντες αριθμούς όπως αναφέρονται στην μήνυση α) από τον αύξοντα αριθμό (1) έως και (8) που αφορούσαν ανεφοδιασμό με καύσιμα αυτοκινήτων με αριθμούς κυκλοφορίας ... (ιδιοκτησίας κατηγορουμένου), ... (ιδιοκτησίας "Happy Day ΑΕ ΑΕ") και ... (ιδιοκτησίας Α. Κ., προϊσταμένης υποδοχής του ξενοδοχείου), β) τα με αύξοντες αριθμούς από 9-88 τιμολόγια που αφορούσαν ανεφοδιασμό με καύσιμα του με αριθμό ... αυτοκινήτου της εκκαλούσας, για χρονικό διάστημα όμως, που το παραπάνω αυτοκίνητο δεν βρισκόταν στην έδρα της εταιρίας στην ..., αλλά είχε μεταφερθεί στην … για τις ανάγκες άλλης επιχείρησης της εγκαλούσας, γ) τα με αύξοντες αριθμούς 89-295 τιμολόγια, τα οποία αφορούσαν ανεφοδιασμό με καύσιμα αυτοκινήτων, των οποίων δεν αναγραφόταν ο αριθμός κυκλοφορίας και δ) τα με αύξοντες αριθμούς 296-323 τιμολόγια, τα οποία αναφέρονταν σε χρονικό διάστημα που η εγκαλούσα είχε στην κατοχή της το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, πλην όμως τα παραπάνω τιμολόγια δεν ανέφεραν αριθμό αυτοκινήτου (πλην του υπ' αριθμ 310 που λανθασμένα συμπεριελήφθη από την εγκαλούσα, αφού αναφερόταν στο με αριθμό ... αυτοκίνητο της), ή ανέφεραν αριθμό ο οποίος είχε προστεθεί με το χέρι. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου το οποίον και εσφαλμένα δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ... με το προσβαλλόμενο βούλευμα ως αληθή ότι δήθεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας Κ. Χ. ότι κάποιοι από τους εργαζόμενους και συγκεκριμένα εκτός από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, οι Α. Φ., Κ. Σ., Ι. Ρ., Α. Κ. και Η. Π., θα χρησιμοποιούσαν τα αυτοκίνητά τους για τις ανάγκες της εταιρίας και θα εξέδιδαν τιμολόγια για τα καύσιμα, στο όνομα της εταιρίας το οποίο θα προσεκόμιζαν στο λογιστήριο της και θα πληρωνόταν και ότι η εγκαλούσα προέβη σε αυτή την μήνυση εναντίον του επειδή διεκδικούσε εργασιακά του δικαιώματα δεν ευσταθεί και τούτο διότι α) τόσο ο Ι. Ρ. όσο και οι Α. Κ. και Η. Π., αλλά και ο Κ. Σ. στις δοθείσες από αυτούς προανακριτικές καταθέσεις διαψεύδουν ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία. Ειδικότερα, σύμφωνα α) με τη κατάθεση της Α. Κ., αυτή ελάμβανε για τις δικές της μετακινήσεις, επειδή έμενε στα ..., το ποσόν τον 90 Ευρώ, χωρίς να προσκομίζει τιμολόγια, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, γεγονός που δεν ανατρέπεται από τις αποδείξεις πληρωμής υπ' αριθμ 708/2002, 736/2003, 758/2003 και 934/2004, στις οποίες αναγράφεται προφανώς από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ως αιτιολογία εξόφληση τιμολογίου βενζίνης στην Α. Κ., διότι σε περίπτωση που πράγματι του είχαν παραδοθεί από την ανωτέρω τιμολόγια, θα αναγραφόταν ο αριθμός του αυτοκινήτου της σ' αυτά, θα τα είχε, δε, καταχωρήσει ο κατηγορούμενος στα βιβλία της εταιρείας και θα μπορούσε ευκόλως να τα επιδείξει, πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξε, β) με τη κατάθεση του Η. Π., αυτός χρησιμοποίησε το φορτηγάκι για τις ανάγκες της εταιρείας για έκτακτες μετακινήσεις και προσκόμισε τα σχετικά τιμολόγια, τα οποία όμως φέρουν την δική του υπογραφή και το όνομα του.και δεν ξεπερνούν την ποσότητα των 50 ή 60 λίτρων το χρόνο, ενώ ούτε ο Ρ. Ι. έβαζε καύσιμα στο αυτοκίνητο του για λογαριασμό της εταιρείας, αλλά έπαιρνε χωρίς τιμολόγια το ποσόν των 100 Ευρώ μηνιαία για την αποκομιδή των σκουπιδιών (βλ. και κατάθεση Λ. Γ.) γ) με τη κατάθεση Κ. Σ., ο οποίος παραδέχεται ότι χρησιμοποίησε το αυτοκίνητο του συγκεκριμένες φορές για λογαριασμό της εταιρείας, πλην όμως δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας ούτε ότι προσκόμισε ποτέ τιμολόγια στο λογιστήριο της τελευταίας . Για την μη ύπαρξη συμφωνίας καταθέτουν κατηγορηματικά επίσης ο μάρτυρας της εγκαλούσας και λογιστής Θ. Κ., ο οποίος αντικατέστησε τον κατηγορούμενο τον Απρίλιο του 2005, όταν έγινε αντιληπτή η παραπάνω τακτική του, ο κηπουρός του Ξενοδοχείου Λ. Γ. καθώς επίσης και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Κ. Χ., ενώ για την ύπαρξη της συμφωνίας εκτός από τον κατηγορούμενο καταθέτει μόνο ο πρώην Διευθυντής του Ξενοδοχείου Α. Φ. του οποίου όμως η κατάθεση δεν κρίνεται αξιόπιστη, δεδομένου ότι και ο ίδιος έχει απομακρυνθεί από το ξενοδοχείο, ενώ είχε κατηγορηθεί για ποσότητες ουίσκι που χρέωνε την εταιρεία, τις οποίες κατανάλωνε ο ίδιος και η αξία των οποίων αφαιρέθηκε από τον μισθό του [βλ κατάθεση Κ. Χ.]. Άλλωστε ούτε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μίσθωσης για τις ανάγκες της εταιρείας του με αριθμό ... αυτοκινήτου από την εταιρεία Happy Days ΑΕ ΑΕ [στην οποία εξάλλου εργαζόταν ο κατηγορούμενος επίσης ως λογιστής] για την μεταφορά προσωπικού κατά το αρχικό στάδιο της αποπεράτωσης του Ξενοδοχείου ευσταθεί δεδομένου ότι σ' αυτό το αυτοκίνητο αντιστοιχεί ένα μόλις τιμολόγιο, ούτε αντέχει στην λογική ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι επειδή είχε μεταφερθεί το αυτοκίνητο της εταιρείας ... στην … για τον λόγο αυτό τα τιμολόγια τα οποία εξεδίδοντο για αγορά καυσίμων δεν έφεραν αριθμό κυκλοφορίας, αφού αυτό θα συνιστούσε φορολογική παράβαση, δεδομένου ότι δεν ήταν επιτρεπτή η μεταφορά του αυτοκινήτου από την επιχείρηση στην οποία ήταν δηλωμένο σε άλλη επιχείρηση. Άλλωστε, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα η καταχώρηση τιμολογίων στα βιβλία της εταιρείας για αγορά καυσίμων χωρίς τον αντίστοιχο αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου είναι πολύ μεγαλύτερη παράβαση και επιφέρει μεγαλύτερες κυρώσεις, όπως βέβαια και η καταχώριση τιμολογίων για αγορά καυσίμων για αυτοκίνητο που έχει ήδη καταστραφεί και είναι σε αχρησία, πράγμα το οποίο έκανε ο κατηγορούμενος. Επίσης, όπως προκύπτει από την δικογραφία το αυτοκίνητο της εταιρείας κατεστράφη σε τροχαίο ατύχημα το 2003 και αποσύρθηκε από την κυκλοφορία, πλην όμως ο κατηγορούμενος συνέχιζε για κάποιο διάστημα να εκδίδει και να καταχωρεί στα βιβλία της εταιρείας τιμολόγια για αγορά καυσίμων σε αυτό, σε κάθε δε περίπτωση ακόμη και όταν υπήρχε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στην Κρήτη και δεν συνέτρεχε λόγος χρησιμοποίησης άλλου αυτοκινήτου από την εταιρεία και πάλι ο κατηγορούμενος συνέχιζε να καταχωρεί τιμολόγια για αγορά καυσίμων που δεν έφεραν αριθμό κυκλοφορίας [βλ. υπ αύξοντα αριθμό 296-323 τιμολόγια], μάλιστα, δε, ακόμα και σε περίοδο χειμώνα, κατά τον οποίο το ξενοδοχείο παρέμενε κλειστό, φέρεται να έχουν εκδοθεί και καταχωρηθεί για την αγορά καυσίμων στο όνομα της εκκαλούσας εταιρείας (93) τιμολόγια [βλ με αύξοντες αριθμούς τιμολόγια 1-4, 9-35, 66-75, 87-93, 129-133, 153-161, 201-217, 268-282, και 295]. Ούτε εξ άλλου μπορεί να δικαιολογηθούν οι παραπάνω καταχωρήσεις τιμολογίων καυσίμων στα βιβλία της εταιρείας από τα διάφορα βενζινοκίνητα μηχανήματα που διέθετε το ξενοδοχείο [χλοοκοπτικό μηχάνημα, γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος ή την βενζινοκίνητη αντλία του ξενοδοχείου] τα οποία είναι μικρής ιπποδύναμης και η κατανάλωση βενζίνης από αυτά είναι ασήμαντη [βλ κατάθεση Κ. Χ.], Επίσης δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η μήνυση εναντίον του από την ως άνω εταιρεία ασκήθηκε σαν κίνηση αντιπερισπασμού για την εκ μέρους του διεκδίκηση χρηματικών ποσών για δεδουλευμένους μισθούς υπερωριακή απασχόληση κλπ καθότι πολύ πριν από την άσκηση της αγωγής του και μάλιστα από τον Μάιο του 2005 είχε απολυθεί από την εργασία του εξ αιτίας της διαπιστώσεως των παραπάνω ατασθαλιών (βλ το από 17.5.2005 πρωτόκολλο παραλαβής παραδόσεως του ταμείου και τις καταθέσεις Κ. Χ. και Θ. Κ.), στη συνέχεια δε, μετά παρέλευση πενταμήνου από την απόλυση του και χωρίς στο μεσοδιάστημα να έχει διεκδικήσει κάποιο από τα υποτιθέμενα δικαιώματα του ή τους δεδουλευμένους μισθούς του, του επιδόθηκε η με ημερομηνία 24.10.2005 εξώδικη δήλωση της εγκαλούσας, με την με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, Ν. Π., με την οποία του εζητείτο η επιστροφή των υπεξαιρεθέντων ποσών εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Μετά τη τελευταία αυτή ενέργεια της εγκαλούσας ο κατηγορούμενος άσκησε την με χρονολογία 15.11.2005 και με αριθμό πρωτ. 647/16.11.2005 εργατική αγωγή του διεδικώντας ποσόν 42.904 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς υπερωρίες κλπ. Περαιτέρω αποδείχθηκε από το ως άνω αποδεικτικό υλικό α ( ότι ο κατηγορούμενος εισέπραξε κατά τις ημερομηνίες 30.4.2002, 28.2.2003 30.3.2004 και 30.4.2005 από το ταμείο της εγκαλούσας εταιρείας το ποσόν των 1467,35 Ευρώ κάθε φορά και συνολικά το ποσόν των 5.β69,40 Ευρώ με την αιτιολογία ότι πρόκειται για το ετήσιο επίδομα ισολογισμού που δικαιούνται οι λογιστές και οι βοηθοί λογιστών που απασχολούνται ευθέως και αμέσως με την σύνταξη του ισολογισμού, ενώ όπως αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων η εργασία του συνίστατο στην συγκέντρωση των παραστατικών και των υπολοίπων απαραίτητων λογιστικών στοιχείων για την παράδοση αυτών στην λογίστρια Α. Ρ.-Μ. και η οποία και μόνον συνέτασσε τον ισολογισμό της εταιρείας έναντι αμοιβής κατ' αποκοπή από την εγκαλούσα εταιρεία) [βλ κατάθεση Α. Ρ.-Μ.], β) ότι παρά το ότι είχε συμφωνηθεί να λαμβάνει (ο κατηγορούμενος) κατ' έτος ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στην εκκαλούσα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, επιμερισμένο σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, στο οποίο ποσόν συμπεριλαμβάνονταν όλα τα από τον νόμο προβλεπόμενα δώρα και επιδόματα, δεδομένου ότι το ως άνω ποσό που είχε συμφωνηθεί, αντιστοιχούσε σε αποδοχές πολύ μεγαλύτερες των κατωτέρων νομίμων που προβλέπονται από τις οικείες ΣΣΕ, εν τούτοις την 31.1.2002 έλαβε από το ταμείο της εγκαλούσας το ποσόν των 2.934,70 Ευρώ, εισπράττοντας χωρίς δικαίωμα μια ισόποση επιταγή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου που εκδόθηκε από την εγκαλούσα εις διαταγή του αλλά προοριζόταν για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του ξενοδοχείου. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου που δέχθηκε και το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το παραπάνω ποσόν κατεβλήθη σε αυτόν από την εκκαλούσα εξόφληση οφειλών της τελευταίας για δώρα Εορτών και αποζημίωση αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2000, δεν ευσταθεί διότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την συμφωνία την οποία είχαν κάνει για ενσωμάτωση των παραπάνω επιδομάτων στην συγκεκριμένη και προσυμφωνημένη στην αρχή κάθε τουριστικής σαιζόν αμοιβή την οποία έπαιρνε και η οποία ήταν ανώτερη από τις κατώτερες νόμιμες αποδοχές τις οποίες εδικαιούτο ο κατηγορούμενος γ) ότι στις 31.1.2002 εισέπραξε από το ταμείο της επιχείρησης της εγκαλούσας, το οποίο διαχειριζόταν, το ποσόν των 1.174 Ευρώ, επιπλέον του μισθού του που ανήρχετο στο ποσό των1.174,Ευρώ δηλαδή εισέπραξε δύο φορές τον μισθό του, ο ισχυρισμός δε που προέβαλε ο κατηγορούμενος [αρχικά. βέβαια αρνείτο εντελώς το παραπάνω γεγονός] ότι το παραπάνω ποσόν συνιστούσε δώρο (Bonus)το οποίο του είχε δώσει η εγκαλούσα και ότι ο νόμιμος μισθός του το 2002 ανερχόταν σε 1.467 Ευρώ, δεν ευσταθεί διότι όπως προκύπτει από το φωτοτυπικό αντίγραφο της καρτέλας που διατηρούσε ο κατηγορούμενος στο ταμείο της εκκαλούσας ο νόμιμος μισθός του το 2002 ανερχόταν σε 1.174 Ευρώ, η δε αιτιολογία με την οποία κατεχωρήθη από τον ίδιο στην παραπάνω καρτέλα είναι "μισθός Γενάρη 2002" και όχι δώρο (Bonus), όπως ισχυρίσθηκε εκ των υστέρων και τέλος δ) ότι το έτος 2002, ενώ ο κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει με την εγκαλούσα να λάβει ως συνολική αμοιβή για τις υπηρεσίες που της προσέφερε, το ποσόν των 14,088 Ευρώ, επιμερισμένο σε 12 μηνιαίες δόσεις των 1.174 Ευρώ η κάθε μία, εν τούτοις εισέπραξε το ποσόν των 17.608,20 Ευρώ, ιδιοποιήθηκε δηλ. παράνομα από το ταμείο της το ποσόν των 3.520,20 Ευρώ, το οποίον επιπλέον της νόμιμης συμφωνημένης αμοιβής του, ο ισχυρισμός δε που προέβαλε αυτός ότι δήθεν ο συμφωνημένος μισθός του το 2002 ανερχόταν στο ποσόν των 1467 Ευρώ δεν ευσταθεί διότι όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατά την ανάκριση [βλ κατάθεση Κ. Χ. και Θ. Κ.] αλλά και από το φωτοτυπικό αντίγραφο της καρτέλας μισθοδοσίας που ο ίδιος τηρούσε, ο μισθός του ανερχόταν σε 1.174 Ευρώ. Επομένως, ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παρανόμως με τους προαναφερόμενους τρόπους το συνολικό ποσόν των 23.743,44 Ευρώ (που δεν υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ), το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στο οποίο απέβλεπε εξ αρχής με τις μερικότερες ως άνω πράξεις του, το ποσόν δε αυτό του είχε εμπιστευθεί η εγκαλούσα λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή της περιουσίας της και ειδικότερα λόγω της ιδιότητας του ως βοηθού λογιστή και υπεύθυνου ταμείου της επιχείρησής της].Με βάση τα περιστατικά που παραπάνω εκτέθηκαν, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ..., αναφορικά με τον κατηγορούμενο Μ. Σ. ως προς τον οποίο το εκκαλούμενο βούλευμα αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και τα προκύπτοντα οπό αυτές πραγματικά περιστατικά. Ακολούθως η κρινόμενη έφεση με τους λόγους της οποίας η εκκαλούσα προσάπτει στο εκκαλούμενο βούλευμα εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί εκκαλούμενο βούλευμα και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 318, 309 και 313 του ΚΠΔ, να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, που είναι αρμόδιο δικαστήριο (άρθρα 111, 119, 122 παρ. 1 ΚΠΔ), για να δικασθεί για την πιο πάνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικείμενου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου σε διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση ( αρθρ. 1, 14παρ.1, 26 παρ.1α, 27παρ.1 98 παρ 1 και 375 παρ 1 -2α ΠΚ), καθόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το προσβαλλόμενο 127/2010 βούλευμα του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο κατηγορούμενος Σ. Μ., ήδη αναιρεσείων, κατά το χρονικό διάστημα από 18-3-2500, έως 17-5-2005, είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές, Τουριστικές, Εμπορικές, Οικοδομικές, Τεχνικές Επιχειρήσεις Γ. ΚΡΕΤΑ ΑΕ", η οποία από την 18-3-2000,δυνάμει μισθώσεως, είχε αρχίσει να εκμεταλλεύεται ένα ξενοδοχείο στη ... με το διακριτικό τίτλο "C. B." και στην οποία αυτός παρείχε τις υπηρεσίες του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως βοηθός λογιστή και υπεύθυνος ταμείου. Ότι ο κατηγορούμενος, μέσα στο ως άνω χρονικό διάστημα της απασχόλησης του, "εκμεταλλευόμενος την πιο πάνω ιδιότητα του διαχειριστή και ταμία", με περισσότερες από μια πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πέτυχε να ιδιοποιηθεί παρανόμως χρήματα, τα οποία ανήκαν στην εγκαλούσα, αλλά βρίσκονταν στην κατοχή του ως εκ της παροχής της εργασίας του, των οποίων το συνολικό ύψος ανήλθε στο ποσό των 23.743,44 ευρώ, που χαρακτηρίστηκε ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ότι η εν λόγω ιδιοποίηση επήλθε με τους εξής, επί μέρους τρόπους: 1) Με το να καταχωρήσει ως δήθεν δαπάνες στα βιβλία της εγκαλούσας εταιρείας 323 τιμολόγια - δελτία αποστολής καυσίμων και ορυκτελαίων για ανεφοδιασμό οχημάτων, τα οποία είχαν εκδοθεί στο όνομα της εγκαλούσας, χωρίς, όμως, να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη λειτουργία της επιχείρησης της. Η αξία των τιμολογίων κυμαινόταν από 8,80 έως 54,02 ευρώ και συνολικώς, μέσα στο χρονικό διάστημα από 18-3-2000 έως 17-5-2005, ανήλθε στο ποσό των 10.245,44 ευρώ (όλα τα τιμολόγια αναφέρονται αναλυτικά τόσο στις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως όσο και στο διατακτικό του βουλεύματος). 2) Με το να εισπράξει παράνομα από το ταμείο της εγκαλούσας ο ίδιος και για δικό του λογαριασμό, κατά τις ημερομηνίες 30-4-2002, 28-2-2003, 30-3-2004 και 30-4-2005, ήτοι τέσσερις φορές, το ποσό των 1.467,35 ευρώ και συνολικώς 5.869,40 ευρώ, με την ανακριβή αιτιολογία ότι πρόκειται για επίδομα συντάξεως ισολογισμού, ενώ στην πραγματικότητα το έργο αυτό είχε ανατεθεί στη λογίστρια ΗΗ, η οποία και μόνο συνέτασσε τον ισολογισμό της εταιρείας έναντι αμοιβής κατ' αποκοπή, με αποτέλεσμα αυτός να μη δικαιούται το σχετικό επίδομα. 3) Με το να εισπράξει από το ταμείο της εγκαλούσας ο ίδιος και για δικό του λογαριασμό, κατά την 31-1-2002, το ποσό των1.174ευρώ, με την ανακριβή αιτιολογία ότι πρόκειται για τις δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Ιανουαρίου 2002, ενώ στην πραγματικότητα είχε ήδη λάβει τις εν λόγω αποδοχές και δεν έπρεπε να τις εισπράξει για δεύτερη φορά. 4) Με το να παρακρατήσει το ποσό των 2.934,70 ευρώ, το οποίο είχε προέλθει από την εκ μέρους αυτού είσπραξη, κατ' εντολή της εγκαλούσας, από τη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, κατά την 31-1-2002, ισόποσης επιταγής, για την αντιμετώπιση λειτουργικών δαπανών, με την ανακριβή αιτιολογία ότι δήθεν πρόκειται για οφειλόμενες παροχές της εγκαλούσας προς αυτόν από δώρα εορτών, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας του έτους 2000, ενώ κατά τη συμφωνία τους οι εν λόγω παροχές είχαν καλυφθεί από τις ήδη καταβληθείσες μηνιαίες αποδοχές, που ήσαν υπέρτερες των νομίμων και 5) Με το να εισπράξει από το ταμείο της εγκαλούσας ίδιος και για δικό του λογαριασμό, κατά το έτος 2002, το ποσό των 3.520,20 ευρώ ως τακτικές αποδοχές, επί πλέον του ποσού των 14.088 ευρώ στο οποίο είχαν συμφωνηθεί οι συνολικές αποδοχές του για το έτος αυτό και το οποίο όμως είχε ολοσχερώς καταβληθεί προς αυτόν. Κατόπιν αυτών:το συμβούλιο Εφετών Κρήτης δέχθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου, ως διαχειριστή της εγκαλούσας εταιρείας, εξαφάνισε το πρωτόδικο 337/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ..., που είχε αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για να δικαστεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης συνολικού ποσού. 23.743,44 ευρώ, ήτοι ποσού ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, εμπιστευμένου σε αυτόν ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στο παραπάνω αιτιολογικό, το συμβούλιο Εφετών, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, αφού δέχεται ότι ο κατηγορούμενος υπάλληλος της εγκαλούσας εταιρείας, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως βοηθός λογιστή και υπεύθυνος ταμείου, ήτοι εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως διαχειριστή - ταμία στο λογιστήριο της εγκαλούσας εταιρείας αυτής, κατά τους μήνες λειτουργίας του ξενοδοχείου αυτής, πέτυχε να ιδιοποιηθεί παρανόμως, χωρίς να δικαιούται, τα παραπάνω εξειδικευόμενα αναλυτικά επί μέρους χρηματικά ποσά, που ανήκαν κατά κυριότητα στην εγκαλούσα και βρέθηκαν στην κατοχή του κατά την υπ' αυτού γενόμενη διαχείριση κατά την εν λόγω διαχειριστική περίοδο από 18-3-2000 μέχρι 17-5-2005 και που του είχαν εμπιστευθεί τα όργανα της εταιρείας, λόγω της άνω ιδιότητάς του αυτής ως διαχειριστή λογιστή- ταμία, χαρακτηρίζεται δε το συνολικό ποσό αυτό ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας , κατά το οποίο ζημιώθηκε η εταιρεία και ωφελήθηκε παράνομα, χωρίς νόμιμη αιτία, ο κατηγορούμενος, αποβλέποντας στην ιδιοποίηση αυτού του συνολικού ποσού από την αρχή με τις εξακολουθητικές πράξεις του, γενόμενες με μεγάλη συχνότητα και πυκνότητα και με ενότητα δόλου που σαφώς συνάγεται από τα εκτεθέντα στο αιτιολογικό αναλυτικά πραγματικά περιστατικά ιδιοποιήσεως και κρίνεται ότι δεν πρόκειται για αστική και εργατική διαφορά και περί δικαιουμένων επιδομάτων αυτού ως λογιστή.
Συνεπώς οι από το άρθρο 484 παρ. 1 β και του ΚΠΔ συναφείς λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για ασαφή και αντιφατική, αιτιολογία και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ποινικών διατάξεων, τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναθέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου επί της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό, κατά τα ανωτέρω απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά από αυτά, εφόσόν δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως1/5-8-2010 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Μ. του Ι. για αναίρεση του 127/2010 Βουλεύματος του Συμβουλιου Εφετών Κρήτης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Κακουργηματική υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, διαχειριστή ΑΕ. 1)Η διάταξη του άρθρου 308 παρ.2 ΚΠΔ, έχει εφαρμογή όταν ο κατηγορούμενος έχει την κατοικία του στην έδρα του δικαστηρίου. Αν δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, οφείλει να διορίσει αντίκλητο, κατοικούντα στην έδρα, ο οποίος και ειδοποιείται σχετικά, ενώ ουδεμία υποχρέωση ανακύπτει για την εισαγγελική αρχή να ειδοποιήσει τον εκτός της έδρας του κατοικούντα κατηγορούμενο, περί της υποβολής της αφορώσας αυτόν εισαγγελικής προτάσεως, αν δεν έχει διορίσει αντίκλητο, δικηγόρο ή μη, στην έδρα του δικαστηρίου, το οποίο σε συμβούλιο θα επιληφθεί της προτάσεως, ούτε και υπάρχει πλέον ανάγκη παραμονής της δικογραφίας επί δεκαήμερο στα γραφεία της εισαγγελίας. 2) Στο έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση περί της αξίας του πράγματος αλλά και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης ως κακουργήματος, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό και στην περίπτωση αυτή το συνολικό ποσό πρέπει να προσδιορίζεται. 3) Απορρίπτει λόγους αναίρεσης παραπεμπτικού βουλεύματος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για ασαφή και αντιφατική αιτιολογία και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικών διατάξεων, ως αβάσιμους. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1657/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χουλιάρα, περί αναιρέσεως της 1676/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2011 αίτησή του, καθώς και στο από 26 Σεπτεμβρίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 392/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 102 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται "Αν κατά το διάστημα της αναστολής ο καταδικασμένος καταδικαστεί και πάλι σε ποινή στερητική της ελευθερίας για κακούργημα ή πλημμέλημα που τελέστηκε κατά τη διάρκεια της αναστολής, η αναστολή αίρεται μόλις καταστεί αμετάκλητη η νέα καταδίκη. Η ποινή που επιβλήθηκε με τη νέα καταδίκη εκτελείται στη συνέχεια μετά την ποινή που είχε ανασταλεί, εκτός αν λόγω της ελαφράς φύσης του πλημμελήματος που αφορά η νέα καταδίκη το δικαστήριο με την ίδια απόφαση ρητά διατάξει να μην αρθεί η αναστολή".
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι αίρεται αυτοδικαίως και ανακαλείται η αναστολή που χορηγήθηκε για ποινή προηγούμενης καταδίκης, αν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας της αναστολής, ο ευεργετηθείς καταδικαστεί αμετάκλητα και πάλι σε ποινή στερητική της ελευθερίας για κακούργημα ή πλημμέλημα που τελέστηκε από δόλο ή αμέλεια, μπορεί όμως το δικαστήριο που απάγγειλε τη νέα καταδίκη, να διατάξει ρητά τη διατήρηση της προηγούμενα δοθείσας αναστολής, αν η νέα καταδίκη χώρησε για ελαφράς φύσης πλημμέλημα, άλλως μετατρέπει και την πρώτη καταδίκη σε χρηματική. Το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των άνω προϋποθέσεων διατήρησης της αναστολής της ποινής και να αποφασίσει σχετικά, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα του καταδικασθέντος σε νέα ποινή κατηγορουμένου, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την τυχόν αρνητική κρίση του σε ένα τέτοιο αίτημα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, που επιβάλλουν την ειδική αιτιολόγηση όχι μόνον της απόφασης περί ενοχής, αλλά και περί της ποινής, αναστολής και διατήρησης της προηγούμενης αναστολής, διαφορετικά, αν το δικαστήριο αναιτιολόγητα απορρίψει το ως άνω αίτημα, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, της έλλειψης της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν.2479/1997 και πριν την τροποποίηση της με το άρθρο 2 του ν. 3904/23-12-2010, ορίζεται " αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του, διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία έτη και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων". Μετά δε την αντικατάσταση του άνω άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ. με το άρθρο 2 του άνω ν.3904/23-12-2010, επαναλαμβάνεται η ιδία διατύπωση της παρ.1 του άρθρου αυτού και απλώς επιτρέπει την αναστολή εκτέλεσης της κατώτερης των δύο ετών επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο".
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα του καταδικασθέντος σε τέτοια ποινή κατηγορουμένου, αλλά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την τυχόν αρνητική κρίση του κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, που επιβάλλουν την ειδική αιτιολόγηση όχι μόνον της απόφασης περί ενοχής, αλλά και περί της ποινής, διαφορετικά, αν το δικαστήριο αναιτιολόγητα απορρίψει το ως άνω αίτημα ή δεν ερευνήσει αυτεπάγγελτα την αναστολή της κατώτερης των δύο ετών ποινής φυλακίσεως, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1676/21-12-2010 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Ξάνθης που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, προ της ισχύος των τροποποιήσεων του δημοσιευθέντος στο ΦΕΚ στις 23-12-2010 νέου ν.3904/23-12-2010, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της παραβίασης της υποχρεώσεως διατροφής του άρθρου 358 ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών. Περαιτέρω, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καίτοι επέβαλε στον καταδικασθέντα αναιρεσείοντα την προαναφερθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, παρά ταύτα απέρριψε το υποβληθέν εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου αίτημα αναστολής της ποινής, "κατά το άρθρο 2 του ν.3904/23-12-2010", όπως σημειώνεται στα πρακτικά, την οποία ποινή των οκτώ μηνών και μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 10 ευρώ την ημέρα, ομοίως απέρριψε και το δεύτερο υποβληθέν αίτημα του συνηγόρου του καταδικασθέντος για διατήρηση προηγούμενης αναστολής που είχε δοθεί στον κατηγορούμενο καταδικασθέντα για άλλη πράξη, με την προηγούμενη 355/26-2-2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την εξής ενιαία αιτιολογία: "Από το ποινικό μητρώο του καταδικασθέντος που περιέχεται στη δικογραφία, προκύπτει ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 99 παρ.1 του Π.Κ. (όπως ισχύει κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης), ούτε και είναι δυνατόν να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω ο Ν. 3904/23-12-2010 λόγω της μη έναρξης ισχύος του ακόμη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 82 παρ.1 του Π.Κ., η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Κατά τη διάταξη δε της παρ.2 εδ.α' του ιδίου άρθρου η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο, μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός και αν ο δράστης είναι υπότροπος και το Δικαστήριο, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του κρίνει, ότι απαιτείται η μη μετατροπή της, για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Στη προκειμένη περίπτωση, στον κατηγορούμενο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος.
Συνεπώς, αυτή πρέπει να μετατραπεί σε χρηματική ποινή. Το ποσό της μετατροπής πρέπει να καθοριστεί, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου, σε (10,00) € για κάθε ημέρα φυλάκισης. Περαιτέρω, το δικαστήριο δεν κρίνει, ότι πρέπει να διατηρηθεί η προηγουμένους χορηγηθείσα στον κατηγορούμενο αναστολή ποινής του".
Η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι η από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, όσον αφορά την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος του καταδικασθέντος, διατήρησης της προηγούμενης δοθείσας αναστολής της ποινής, κατά το άρθρο 102 του ΠΚ, διότι έγινε χωρίς καμία αιτιολόγηση και ειδικότερα χωρίς αναφορά και θέση του δικαστηρίου αν κρίνει ότι συντρέχει ο όρος του άνω άρθρου ότι το νέο πλημμέλημα που καταδικάστηκε, της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής ενός ανηλίκου τέκνου του που έχει αναγνωρίσει δικαστήριο, με ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, είναι βαριάς και όχι ελαφράς μορφής, όπως απαιτεί ο νόμος, ώστε να διατηρείται η προηγούμενα δοθείσα αναστολή ποινής. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο συναφής κύριος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' (κατ' εκτίμηση) του ΚΠΔ, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνον όσον αφορά τη περί μη διατήρησης προηγούμενης αναστολής διάταξη της και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο το ζήτημα αυτό, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Όσον αφορά όμως τη μη αναστολή της παραπάνω επιβληθείσας με την προσβαλλόμενη 1676/21-12-2010 απόφαση ποινής των οκτώ μηνών, για παραβίαση της υποχρέωσης διατροφής, ορθά το δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 και το άρθρο 2 του ΠΚ, και έκρινε το ζήτημα της αναστολής ή μη της επιβληθείσας νέας αυτής ποινής, με ορθή εφαρμογή του άνω άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ, όπως ίσχυε την 21-12-2010, κατά την ημέρα εκδίκασης της κρινόμενης υποθέσεως, και ορθά δεν προέβη σε εφαρμογή του νέου ν. 3904/2010, που με το άρθρο 2 αυτού τροποποιεί ως παραπάνω το άρθρο 99 παρ.1 του ΠΚ και δίνει στο δικαστήριο τη δυνατότητα για αναστολή της ποινής και όταν ο κατηγορούμενος προηγούμενα έχει καταδικαστεί, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση σε ποινή φυλακίσεως ένδεκα μηνών, ήτοι σε συνολική ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει το ένα έτος, ενώ το προηγούμενο όριο ήταν να μην υπερβαίνει τους έξι μήνες, γιατί η εφαρμογή του νέου νόμου αρχίζει, κατ' άρθρο 38 αυτού, από της δημοσίευσης του στο ΦΕΚ, ήτοι στις 23-12-2094, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 21-12-2010.
Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ότι θα ’πρεπε κατ' άρθρο 2 του ΠΚ, να εφαρμοσθεί ο νέος ν.3904/23-12-2010 και ο αναιρεσείων, καταδικασθείς σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών και έχοντας προηγούμενες καταδίκες φυλακίσεως ένδεκα μηνών, που υπερέβαιναν μεν το προηγούμενο όριο των έξι μηνών, αλλά ήταν κατώτερες του νέου ορίου του ενός έτους, θα ‘πρεπε να ανασταλεί η εκτέλεση της νέας του ποινής αυτής και να μην μετατραπεί σε χρηματική.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1676/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, κατά τη διάταξή της που απέρριψε το αίτημα του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος Χ. Μ. του Π., για διατήρηση της προηγού μενης αναστολής της ποινής του, που δόθηκε με την 355/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνον κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο παραπάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Βάσιμος ο κύριος λόγος αναιρέσεως και αναιρεί εν μέρει για αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος διατήρησης προηγούμενης αναστολής ποινής, κατά το άρθρο 102 ΠΚ. Αβάσιμος ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης για απόρριψη αιτήματος αναστολής ποινής, κατά το άρθρο 99 ΠΚ, λόγω μη εφαρμογής την 21-12-2010 που δικάστηκε η υπόθεση, της αντικατάστασης του άρθρου αυτού με το άρθρο 2 του νέου ν. 3904/23-12-2010. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1656/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη ,- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πρόδρομο Παναγιωτακόπουλο περί αναιρέσεως της με αριθμό240/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμ 329/201.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η από 18-2-2011, αίτηση αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 398/2011) του Η. Π. του Δ. για αναίρεση της με αριθμό 240/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου ( Πλημ/των), η οποία είναι παραδεκτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.15 του Ν.4014/2011 "Περβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων κ.λ.π.", "Δικογραφίες που αφορούν αδικήματα, με τις περί αυθαιρέτων διατάξεις, εφόσον επ` αυτών δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμοδίου Οργάνου μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου και βεβαίωση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας ότι, η αυθαίρετη κατασκευή δηλώθηκε και εξοφλήθηκε το ειδικό πρόστιμο κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, με την υπ` αριθμό 39/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου ( Πλημ/των), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, α) αυτογνωμόνου καταλήψεως δημοσίου κτήματος, β) μεταβολής αιγιαλού και γ) κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις των μη ταπεινών αιτίων και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, ενός μηνός για εκάστη, της πρώτης και τρίτης πράξης και πέντε μηνών για τη δεύτερη πράξη και συνολικά έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Κατά της παραπάνω απόφασης, ο κατηγορούμενος άσκησε την από 23-3-2009, αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2385/2009 απόφαση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η παραπάνω υπ` αριθμό 39/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου ( Πλημ/των), και δη, ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής για την τρίτη από τις παραπάνω πράξεις, ήτοι την κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος και ως προς την διάταξη, για τον καθορισμό της συνολικής ποινής και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα, κατά το αναιρούμενο μέρος της, συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως της παραπάνω αποφάσεως. Μετά την επανασυζήτηση της παραπάνω υπόθεσης, στο Τριμελές Εφετείο Αιγαίου( Πλημ/των), εκδόθηκε η με αριθμό 240/2010 απόφασή του, με ην οποία επιβλήθηκε ποινή ενός (1) μηνός στον κατηγορούμενο για την πράξη της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος και στη συνέχεια έγινε επιμέτρηση της συνολικής ποινής, κατά τις επιταγές της με αριθμό 2385/2009 απόφασης του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, και επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, αποτελούμενη, από την ποινή βάσης των πέντε (5) μηνών, που του είχε επιβληθεί, με την προηγούμενη απόφαση (39/2009), για την πράξη της μεταβολής αιγιαλού, επαυξημένη κατά δέκα πέντε (15) ημέρες για την ποινή φυλάκισης του ενός (1) μηνός που του είχε επιβληθεί επίσης με την προηγούμενη απόφαση, για την πράξη της κατάληψης δημοσίου κτήματος και κατά δέκα πέντε (15) ημέρες για την ποινή φυλάκισης του ενός (1) μηνός που του επιβλήθηκε για την πράξη της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος. Διάταξη περί αναστολής της ποινής δεν περιέλαβε η απόφαση αυτή, αφού τέτοια διάταξη υπήρχε στην προηγουμένη 39/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και κατά την εν λόγω διάταξη δεν είχε αναιρεθεί η απόφαση αυτή, συνεπώς η διάταξη περί αναστολής εξακολουθεί να υφίσταται. Κατά της τελευταίας ως άνω απόφασης (240/2010) ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη από 18-2-2011 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητεί την αναίρεση αυτής, για έλλειψη αιτιολογίας καθόσον αφορά την επιβληθείσα ποινή του ενός (1) μηνός για την κατασκευή του αυθαίρετου κτίσματος, καθόσον αυτή υπερβαίνει το ελάχιστο όριο ποινής των δέκα ημερών, χωρίς να αιτιολογείται η υπέρβαση αυτή και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας καθόσον το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί περί της αναστολής της επιβληθείσας ποινής, καθώς και για θετική υπέρβαση εξουσίας γιατί ο μάρτυρας εξετάστηκε και για θέματα που δεν αφορούσαν την πράξη για την οποία αναιρέθηκε η απόφαση. Ήδη ο αναιρεσείων, με την από 26-10-2011, αίτησή του, που κατέθεσε στον αρμόδιο γραμματέα του Αρείου Πάγου (αριθμός πρωτ. 193/2011), μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, αιτείται όπως τεθεί η σχετική δικογραφία στο αρχείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.10 και 15 του προαναφερθέντος Ν. 4014/2011, αφού συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο, καθόσον έχει καταβάλει το σχετικό παράβολο και το ειδικό τέλος που αναλογούν για το αυθαίρετο κτίσμα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτήν. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του φακέλου και των εγγράφων που προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι αυτός υπέβαλε την με αριθμό 23022/2011 δήλωση ένταξης στο Ν.4014/2011του αυθαιρέτου κτίσματος για το οποίο καταδικάστηκε με την παραπάνω απόφαση (κλειστού χώρου με αποθηκευτική χρήση για στάθμευση ελικοπτέρου, στον ...). Όπως προκύπτει από την Υπεύθυνη δήλωση του Μηχανικού Π. Λ., το γνήσιο της υπογραφής του οποίου έχει βεβαιωθεί, έχει εξοφληθεί το ενιαίο ειδικό πρόστιμο ( μετά από πληρωμή του παραβόλου και συμψηφισμό με τα ήδη καταβληθέντα) και ότι έχει στη διάθεσή του όλα τα δικαιολογητικά και τις μελέτες και θα τα υποβάλλει ηλεκτρονικά μέχρι την 31-3-2012 (άρθρο 2 της υπ` αριθ. 41498/2011 Υ.Α.). Προσκομίζονται άλλωστε και τα σχετικά διπλότυπα των ήδη καταβληθέντων ποσών 6.881,78 Ευρώ και 1603,01 Ευρώ και του παραβόλου 2.000 Ευρώ. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, συνάγεται ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε καταστεί μέχρι την έναρξη ισχύος, 20-9-2011, του προαναφερθέντα Ν.4014/2011, αμετάκλητη, κατά το μέρος της που αφορά την κατασκευή του αυθαιρέτου κτίσματος, αφού εκκρεμεί η κρινόμενη αναίρεση, κατά τα εκτεθέντα, ως προς την πράξη αυτή, δεδομένου δε, ότι η υπόθεση, κατά το μέρος που αφορά την πράξη αυτή, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 24 παρ.15 Ν.4014/2011, πρέπει σύμφωνα με αυτές να τεθεί στο αρχείο από το παρόν δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση. Να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρθηκε, ο νομοθέτης στον παραπάνω νόμο 4014/2011 ορίζει ότι οι δικογραφίες τίθενται στο αρχείο από το αρμόδιο όργανο, αν ήθελε δε, να τίθεται η υπόθεση στο αρχείο από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, θα το όριζε ρητά όπως έπραξε στην περίπτωση του Ν. 3346/2005 άρθρο 31 παρ. 3 όπου οριζόταν: " Οι δικογραφίες που αφορούν στα κατά τις προηγούμενες παραγράφους εγκλήματα, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ....". Κατ` ακολουθία όσων αναφέρθηκαν, η κρινόμενη υπόθεση, θα πρέπει να τεθεί στο αρχείο, μόνο καθόσον αφορά την πράξη της προσβαλλομένης απόφασης, που αφορά την κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος, ήτοι την ποινή των δέκα πέντε (15) ημερών, κατά τις οποίες κατά τη συγχώνευση και τον καθορισμό της συνολικής ποινής επαυξήθηκε η βασική ποινή των πέντε (5) μηνών, κατά τα ήδη εκτεθέντα. Το υπόλοιπο ποσό ποινής, που απομένει προς έκτιση, είναι πέντε (5)μηνών και δέκα πέντε (15) ημερών, κατά τα ήδη εκτεθέντα, το οποίο αναστέλλεται για τρία χρόνια, όπως αποφάνθηκε η με αριθμό 39/2009 απόφαση του προαναφερθέντος δικαστηρίου, η διάταξη της οποίας κατά τα ήδη εκτεθέντα εξακολουθεί να ισχύει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την αίτηση
Θέτει στο αρχείο την υπόθεση που αφορά η κρινόμενη από 18-2-2011, αίτηση αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 398/2011) κατά της με αριθμό 240/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου ( Πλημ/των) και ειδικότερα, τη διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης ( 240/2010), που αφορά την ποινή των δέκα πέντε (15) ημερών, για την πράξη της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, κατά τις οποίες επαυξήθηκε η βασική ποινή.
Ορίζει το υπόλοιπο της εκτιτέας ποινής σε πέντε (5) μήνες και δέκα πέντε (15) ημέρες.
Αναστέλλει την εκτέλεση της παραπάνω ποινής για τρία (3) χρόνια.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Τίθεται η υπόθεση στο αρχείο, για την πράξη της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος κατ εφαρμογή του Ν. 4014/2011, αφού έχει καταβληθεί το ειδικό τέλος προστίμου και το παράβολο και η υπόθεση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1654/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κων/νο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη,- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1)Α. Μ. του Γ. 2) Α. Φ. Τ. Μ. συζύγου Α., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Ασπρίδη και με συγκατηγορούμενο τον Π. Μ. του Π. περί αναιρέσεως της με αριθμό 4148/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες: 1)Τον M. S. του A., 2) S. B. του K., κάτοικο ..., 3)S. L. σύζ B., κάτοικο ..., 4)P. A. του L., 5)S. E. του N., κάτοικοι ... και Z. L. του Q. κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Δανιήλ-Καρπαθάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Ιουνίου 2011 (δύο) αιτήσεις αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 825/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των Διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και να επεκταθεί και ως προς τον συγκατηγορούμενο Π. Μ..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι από 20-6-2011, δύο αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 1294/2011 και 1295/2011) των 1) Α. Μ. του Γ., και 2) Α. - Φ. Τ. συζ. Α. Μ., αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 4148/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά νόμο όροι. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, υπερέβη την εξουσία του, γιατί δέχθηκε την κατάθεση, ως μάρτυρα κατηγορίας, ατόμου με τα στοιχεία J. M. του Z., ενώ μάρτυρας με τα στοιχεί αυτά δεν υπήρχε στο κλητήριο θέσπισμα (κατηγορητήριο), ούτε είχε προταθεί από τους παράγοντες της δίκης. Από την επισκόπηση του καταλόγου των μαρτύρων κατηγορίας του κλητήριου θεσπίσματος προκύπτει ότι μεταξύ των μαρτύρων περιλαμβάνεται και μάρτυρας με τα στοιχεία J. M., είναι δε προφανές, ότι από παραδρομή του Γραμματέα, κατά την καθαρογραφή της προσβαλλομένης απόφασης, το ως άνω όνομα, δεν ανεγράφη ορθά, ήτοι J. M., αλλά εσφαλμένα, J. M., παραλείποντας τη συλλαβή QI. Άλλωστε, μάρτυρας με τα στοιχεία J. M. εξετάσθηκε και στην πρωτοβάθμια ποινική δίκη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών πρακτικών αυτής. Επομένως, ο συναφής 1ος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέος.
Επειδή, κατά το αρθρ. 229 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι` αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ` αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του καταμηνύσαντος ψευδώς. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτόν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ` αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ` αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως στην περίπτωση της ψευδούς καταμηνύσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 362 ΠΚ όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Εξάλλου τα αποδεικτικά μέσα αρκεί, να μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία τι προκύπτει από το καθένα από αυτά ούτε είναι απαραίτητα η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 4148/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι: Ο 1ος: α) για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή β) ψευδορκία μάρτυρα γ) συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή, και δ) ηθική αυτουργία στην ψευδορκία μάρτυρα και τη συκοφαντική δυσφήμηση, που διέπραξε ο Μ. Π. ( μη διάδικος στην προκειμένη δίκη). Η 2η:α) για ψευδορκία μάρτυρα β) συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή, και γ) ηθική αυτουργία στην ψευδορκία μάρτυρα και τη συκοφαντική δυσφήμηση που διέπραξε ο παραπάνω Μ. Π. (μη διάδικος στην προκειμένη δίκη). Τους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα επτά (17) μηνών στον 1ο και έντεκα (11) μηνών στη 2η, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ` είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα εξής:... " Οι εγκαλούντες πολιτικώς ενάγοντες αλλοδαποί υπήκοοι Αλβανοί συγγενείς μεταξύ τους εργάζονταν από το 1998 σε επιχείρηση κηπευτικών που διατηρούσαν οι πρώτοι (δεύτεροι των κατηγορουμένων στο αγρόκτημά τους (μισθωμένο) στο Κ. Σούλι Μαραθώνα. Από το 2000 έμεναν σε τρία παλιά κτίσματα που τους παραχωρήθηκαν από τους παραπάνω κατ/νους όπου το επισκεύασαν με στοιχειώδη οικο..... τα κτίσματα αυτά ανήκουν στο ίδρυμα "Ερρρίκος Ντυνάν" που είχαν καταλάβει οι κατ/νοι τον Μάϊο του 2003 οι παραπάνω κατ/νοι υποχρεώθηκαν με την υπ 'αριθμ. 19/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα ν' αποδώσουν τα τμήματα που είχαν καταλάβει τον Μάϊο του 2003 (15 Μαΐου). Οι εγκαλούντες αποχώρησαν από τα κτίσματα αλλά και από την επιχείρηση που τους απέλυσε επειδή αξίωναν μεγαλύτερο ημερομίσθιο. Στις 25-11-2003 ο α' κατ/νος υπέβαλε την με αριθμ. ΑΒΜ ... μήνυση στην οποία ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων για τους εγκαλούντες "αρχές του 2002 με παρεκάλεσαν να τους διευκολύνω ώστε να κατοικούν στο αγρόκτημα του Κ. Σούλι. Ανταποκρίθηκα στην παράκληση τους και διαμόρφωσα σε κατοικήσιμους ένα υποστατικό και δύο παλιές κατοικίες που υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή του μισθίου, στους οποίους και εγκαταστάθηκαν ενώ τους παραχώρησα όλα τα αναγκαία για το νοικοκυριό τους είδη οικοσκευής για να τα χρησιμοποιούν όσο καιρό θα παρέμεναν στη δουλειά μου. Τέλος, ένα άλλος παρακείμενος στεγασμένος και ασφαλής χώρος χρησίμευε για την τοποθέτηση και φύλαξη μηχανημάτων και εργαλείων τα οποία χρησιμοποιούσαμε στην εργασία μας. Τα κλειδιά του χώρου αυτού είχα εμπιστευτεί στον πρώτο δηλ. στον M. S.. Περί το μέσον του μηνός Μαΐου 2003 όλοι οι ανωτέρω αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους σε εμένα, οπότε έφυγαν και από τα καταλύματα τα οποία τους είχα παραχωρήσει χωρίς να μου παραδώσουν έστω και ένα αντικείμενο απ' αυτά που τους είχα παραχωρήσει προς χρήση. Από τότε και μετά κάθε τόσο διαπίστωνα ότι έχουν αφαιρεθεί διάφορα αντικείμενα και αυτό γινόταν γίνεται δε ακόμη και τώρα, κάθε φορά που χρειάζομαι ένα εργαλείο για το οποίο είμαι βέβαιος ότι το είχα και το οποίο τώρα δεν έχω. Έτσι μετά την πιο πάνω αποχώρηση των ξένων εργατών από το αγρόκτημα μου και μέχρι σήμερα διαπίστωσα ότι δολίως παρανόμως και χωρίς τη θέληση μου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση τους έχουν αφαιρεθεί από την κατοχή μου τα πιο κάτω κινητά πράγματα της πλήρους και αποκλειστικής ιδιοκτησίας μου, με την απέναντι σε καθένα απ' αυτά αναγραφόμενη αξία ήτοι.... Κατά το μήνα Φεβρουάριο 2003 διαπίστωσα ότι έλειπαν από το κτήμα το κομπρεσέρ και ο μεγάλος κόφτης σιδήρου. Περί τα μέσα Απριλίου 2003 αντιλήφθηκα ότι έλειπε και η φορητή ηλεκτροσυγκόλληση σιδήρου 180 Αμπέρ". Το περιεχόμενο της ως άνω μηνύσεως επιβεβαίωσε και ενόρκως ο πρώτος κατηγορούμενος ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος τους για την άδικη και ατιμωτική πράξη της κλοπής, πράγμα το οποίο και πέτυχε, και ενώ γνώριζε ότι ήταν ψευδής στο σύνολο της και ότι ουδέποτε οι εγκαλούντες είχαν αφαιρέσει οποιοδήποτε δικό του κινητό πράγμα κατά την αποχώρησή τους από την επιχείρηση του και τα κτίσματα που παράνομα είχε καταλάβει ο ίδιος και η σύζυγος του Α. Τ.. Η δεύτερη κατηγορουμένη Α. Τ., στις 20/01/2004, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ Καπανδριτίου, στα πλαίσια της προανάκρισης που διενεργήθηκε μετά την παραπάνω μήνυση του α' κατ/νου κατέθεσε ότι: "Όλοι οι ανωτέρω Αλβανοί αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους γύρω στα μέσα Μαΐου 2003, οπότε έφυγαν και από τα καταλύματα τους. Τότε ήταν που διαπιστώσαμε με το σύζυγο μου ότι απουσίαζαν αναιτίως διάφορα είδη οικοσκευής και επαγγελματικά μηχανήματα- εργαλεία από χώρους στους οποίους είχαν ελεύθερη πρόσβαση μόνο αυτοί. Πιθανολογώ ότι δράστες της κλοπής είναί όλοι οι ανωτέρω Αλβανοί". Ο τρίτος εξάλλου των κατηγορουμένων Π. Μ., που είναι αδελφός του πρώτου, στις 20/01/2004, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ Καπανδριτίου κατέθεσε ότι: "Περί τα μέσα του μηνός Μαΐου 2003, όλοι οι ανωτέρω αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους, οπότε έφυγαν και από τα καταλύματα τους. Τότε ήταν που αντιληφθήκαμε με τον αδελφό μου, ότι απουσίαζαν διάφορα είδη οικοσυσκευής και επαγγελματικά μηχανήματα- εργαλεία, από χώρους στους οποίους είχαν άμεση και ελεύθερη πρόσβαση μόνο αυτοί. Πιθανόν, δράστες της κλοπής είναι όλοι οι ανωτέρω υπήκοοι Αλβανοί. Τα ανωτέρω όμως πραγματικά περιστατικά, τόσο τα διαλαμβανόμενα στη μήνυση, όσο και όσα κατέθεσαν η Α. Τ. και ο Π. Μ. προς υποστήριξη αυτής, ότι δηλαδή οι εγκαλούντες είχαν διαπράξει κλοπή σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου ήταν καθ' ολοκληρία ψευδή , γεγονός το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και δόλια τα κατέθεσαν με σκοπό αφενός να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος των εγκαλούντων, αφετέρου δε να αμαυρώσουν τη φήμη και την υπόληψη τους αποδίδοντας τους έναν τόσο ατιμωτικό αδίκημα, όπως αυτό της κλοπής. Επί της μηνύσεως αυτής εκδόθηκε τελικά η με αρ. 55295/19.10.2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών [ήδη αμετάκλητη] η οποία αθώωσε τους εγκαλούντες για την πράξη της κλοπής από κοινού, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι αφαίρεσαν τα εκτιθέμενα στη μήνυση μηχανήματα - εργαλεία, ούτε τα είδη οικοσκευής. Επομένως θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός που ισχυρίστηκαν οι κατηγορούμενοι για τους εγκαλούντες είναι ψευδές [αρ. 366 παρ. 2 του ΠΚ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν την αναλήθεια όσων καταθέτουν και μάλιστα ο πρώτος και η δεύτερη διότι ήταν παρόντες κατά την αποχώρηση των εγκαλούντων από τους παραπάνω οικίσκους και από την επιχείρηση τους, όπως ρητά κατέθεσαν οι εγκαλούντες και γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, ότι οι εγκαλούντες έφυγαν παίρνοντας μαζί τους μόνο τα προσωπικά τους είδη, παρέδωσαν δε τα κλειδιά των κτισμάτων στον πρώτο κατηγορούμενο, όπως άλλωστε και ο ίδιος κατέθεσε απολογούμένος, ενώ αν έπαιρναν μαζί τους πράγματα που δεν τους ανήκαν, άμεσα θα διαμαρτύρονταν οι κατηγορούμενοι. Σε κάθε περίπτωση, θα αντιλαμβάνονταν την αφαίρεση των κινητών πραγμάτων όχι τον Νοέμβριο του 2003 που υποβλήθηκε η μήνυση, όπως ισχυρίζεται αναληθώς ο πρώτος, αλλά το αργότερο στο τέλος Μαΐου 2003, όταν ο 1ος και η 2'η των κατηγορουμένων παρέδωσαν τα τρία κτίσματα που χρησίμευαν ως κατοικία των εγκαλούντων στο ίδρυμα "Ερρίκος Ντυνάν" οπότε οριστικά αποξενώθηκαν από αυτά και προφανώς αν υπήρχαν δικά τους κινητά πράγματα εντός αυτών θα φρόντιζαν να τα παραλάβουν και να τα ασφαλίσουν σε δικό τους χώρο. Η αιτία για την υποβολή της ψευδούς αυτής μηνύσεως ήταν ότι τον Σεπτέμβριο του 2003 είχε κοινοποιηθεί, στον 1° και τη 2η των κατηγορουμένων αγωγή του πρώτου εγκαλούντος M. S. που αφορούσε αξιώσεις από την εργασιακή σχέση που τον συνέδεε με τους κατηγορουμένους, την οποία ακολούθησαν και άλλες αγωγές των λοιπών εγκαλούντων και ο πρώτος κατηγορούμενος για λόγους εκδίκησης υπέβαλε την ανωτέρω ψευδή και συκοφαντική για τους έξι εγκαλούντες μήνυση περί κλοπής.....Η Εξάλλου, τα ανωτέρω ψευδή και συκοφαντικά για τους εγκαλούντες περιστατικά που περιλαμβάνονται στην μήνυση και τις καταθέσεις των κατηγορουμένων μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και των γεγονότων αυτών, έλαβαν γνώση πολλοί τρίτοι, μεταξύ των οποίων οι αστυνομικοί του ΑΤ Καττανδριτίου, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώπιον του οποίου τα ισχυρίσθηκαν. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για τις πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο, της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή (1ος), της ψευδορκίας μάρτυρος (και οι τρεις), της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή (και οι τρεις) και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση από κοινού (ο 1ος και η 2η όπως ειδικότερα αναφέρονται στο διστακτικό".... Με τις παραδοχές αυτές, που αλληλοσυμπληρώνονται από το διατακτικό, το δικάσαν δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδεδείχθηκαν, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των παραπάνω εγκλημάτων, της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως παρατίθενται τα γεγονότα τα οποία είναι ψευδή αιτιολογεί δε το δικαστήριο τον άμεσο δόλο των κατηγορουμένων, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτών, με την έννοια της βεβαιότητας για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία ισχυρίστηκαν ο μεν 1ος ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών, κατά την υποβολή της σχετικής μήνυσης ότι οι εγκαλούντες του έχουν δήθεν κλέψει τα ως άνω πράγματα η δε 2η ενώπιον των Αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. Καπανδριτίου, των γεγονότων δε αυτών έλαβαν γνώση και τρίτοι και ότι το ψευδές αυτό γεγονός μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων. β) ότι η υποβληθείσα από μέρους του 1ου αναιρεσείοντα μήνυση ήταν εντελώς ψευδής και ότι προέβη στην πράξη αυτή, για λόγους εκδίκησης, τους οποίους και αναφέρει με σκοπό να επιτύχει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων, για κλοπή, η οποία δίωξη και ασκήθηκε. Περαιτέρω γίνεται αναφορά στην απόφαση ότι οι καταμηνυθέντες αθωώθηκαν, με την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση. γ) τα αποδεικτικά μέσα αρκεί, όπως αναφέρθηκε να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία τι προκύπτει από το καθένα από αυτά και οι σχετικές αντίθετες αιτιάσεις περί μη αξιολόγησης των καταθέσεων των εγκαλούντων περί μη αναφοράς των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από τους μάρτυρες και τα έγγραφα είναι απορριπτέες. Επομένως, ο συναφής 3ος λόγος αναιρέσεως , από το άρθρο 510 παρ1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχήν εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικός δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση της απαιτούμενη από τα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στη πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αφορά, τις αποδοθείσες, σε αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες, πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση τις οποίες διέπραξε ο συγκ/νος τους Π. Μ., το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα παρακάτω: " Αποδείχθηκε επίσης ότι ο πρώτος και η δεύτερη των κατηγορουμένων Α. Μ. και Α. Τ. αντίστοιχα, στις 20-1-2004, ενεργώντας από κοινού με πρόθεση, προκάλεσαν στον συγκατηγορούμενό τους Π. Μ. την απόφαση να τελέσει τις άδικες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, τις οποίες αυτός τελικά διέπραξε καταθέτοντας εν γνώσει της αναληθείας ότι οι εγκαλούντες είχαν τελέσει την κλοπή, εκμεταλλευόμενοι τη συγγενική τους σχέση μαζί του και για να ενισχύσουν την ψευδή μήνυση". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, καθόσον αφορά την πράξη της ηθικής αυτουργίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αυτή περιέχει την αναφορά, ότι οι κατηγορούμενοι, όντας συγγενείς με τον παραπάνω, με πρόθεση προκάλεσαν σε αυτόν την απόφαση, να τελέσει τις ανωτέρω άδικες πράξεις, τις οποίες και διέπραξε προκειμένου να ενισχύσουν την προαναφερθείσα ψευδή μήνυση που ο πρώτος είχε υποβάλει σε βάρος των εγκαλούντων. Ειδικώς, ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας δεν είναι αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής στον φυσικό αυτουργό της απόφασης, λόγω της επιβολής και επιρροής του ηθικού αυτουργού στο φυσικό αυτουργό, προς τέλεση από τον τελευταίο της διαπραχθείσας άδικης πράξης. Επομένως, ο συναφής 3ος λόγος αναιρέσεως , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το σκέλος αυτό της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις είναι απορριπτέος. Η αιτίαση της 2ης αναιρεσείουσας ότι το δικαστήριο δεν απάντησε και δεν αιτιολόγησε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που υπέβαλε η πληρεξούσια δικηγόρος της στο ακροατήριο, και περιέχονται με τους αριθμούς 1 έως 5 στο αναιρετήριο, είναι απορριπτέα, ως ερειδόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, ουδένα αυτοτελή ισχυρισμό προέβαλε η αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Άλλωστε, οι επικαλούμενοι κατά τα άνω στο αναιρετήριο, ως αυτοτελείς ισχυρισμοί, ανεξάρτητα από το ότι δεν προτάθηκαν, δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αλλά αρνητικούς της κατηγορίας τοιούτους. Εξάλλου σε αυτούς υπάρχουν και αιτιάσεις που αφορούν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Σε κάθε περίπτωση ο 4ος από αυτούς ερείδεται και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον με αυτόν προβάλλεται το παράπονο ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, Ι. Κ. και Ε. Γ., ενώ όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών μάρτυρες υπεράσπισης δεν εξετάστηκαν στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο. Μάρτυρες με τα παραπάνω στοιχεία είχαν εξεταστεί μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το παράπονο όμως των αναιρεσειόντων ότι οι παραπάνω καταθέσεις δεν λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προβάλλεται απαραδέκτως καθόσον πλήττει την πρωτόδικη απόφαση και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 Κ.Π.Δ. το ένδικο μέσο της αναιρέσεως στρέφεται κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όταν η υπόθεση, όπως εν προκειμένω, έχει διέλθει και τα δύο στάδια ουσιαστικής κρίσης. Επομένως, ο συναφής 3ος λόγος αναιρέσεως , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το σκέλος των αυτοτελών ισχυρισμών, είναι απορριπτέος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνον επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον. Τα ανωτέρω όμως δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου ή είναι έγγραφα διαδικαστικά, διότι στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, και κατ` ακολουθία το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε, αν το ήθελε να ασκήσει τα κατ` άρθρο 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματά του ( Α.Π. 795/2011, 1751/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το 2ο λόγο της αναιρέσεώς τους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, α) δεν προέβη σε ανάγνωση και δεν έλαβε υπόψη του δύο αποδεικτικά επίδοσης με αριθμούς 4070Δ και 4071Δ με ημερομηνία 2-9-2003, τα οποία αναγνώστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και β) έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσεώς του, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν και ειδικότερα τις από 20-1-2004, ένορκες καταθέσεις της 2ης αναιρεσείουσας και του Π. Μ., αδελφού του πρώτου αναιρεσείοντα, ενώπιον του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου του Α.Τ. Καπανδριτίου, δημιουργουμένης απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, καθόσον στερήθηκε του δικαιώματός του να υποβάλει παρατηρήσεις κατ` άρθρο 358 του Κ.ΠΔ.
Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι πράγματι τα ως άνω αποδεικτικά επίδοσης δεν αναγνώστηκαν, καίτοι αυτά είχαν αναγνωσθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Τα αποδεικτικά αυτά αφορούσαν επίδοση της αγωγής που άσκησε ο μηνυτής στην ως άνω ποινική δίκη M. S., κατά των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων και συνεπώς δεν αποτελούσαν ουσιώδη έγγραφα στη διεξαχθείσα ποινική δίκη και σε καμία περίπτωση δεν επηρέασαν το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή των κατηγορουμένων.
Συνεπώς η μη αναφορά τους, ως αναγνωστέων εγγράφων, στα πρακτικά της ως άνω απόφασης και η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο δεν επέφερε την επικαλουμένη από τους αναιρεσείοντες ακυρότητα της διαδικασίας, και συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' παραπάνω λόγος αναιρέσεως κατά το εν λόγω σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω προκύπτει, ότι πράγματι οι προαναφερθείσες ένορκες καταθέσεις των παραπάνω, (2ης αναιρεσείουσας και Π. Μ.), ενώπιον του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου του Α.Τ. Καπανδριτίου, με τις οποίες ενοχοποιούσαν ως δράστες της κατά τα άνω κλοπής, τους εγκαλούντες, δεν αναγνώστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είχαν άλλωστε αναγνωστεί και στο πρωτοβάθμιο όπως από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών προκύπτει. Όμως, καθόσον αφορά τη 2η αναιρεσείουσα, η παραπάνω κατάθεσή της, απετέλεσε τη βάση για τις αποδοθείσες σε βάρος της κατηγορίες της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης και περιελήφθησαν αυτούσιες στο επιδοθέν σε αυτήν κατηγορητήριο και συνεπώς το περιεχόμενό τους ήταν γνωστό σε αυτήν η οποία μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματά της, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Τα παραπάνω ισχύουν και ως προς την κατάθεση του τότε συγκ/νου της, Π. Μ., η παραπάνω κατάθεση του οποίου απετέλεσε τη βάση για την αποδοθείσα σε βάρος της και σε βάρος του 1ου αναιρεσείοντα, κατηγορία, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και περιελήφθη επίσης αυτούσια στο επιδοθέν σε αυτήν κατηγορητήριο και συνεπώς το περιεχόμενό της ήταν γνωστό σε αυτήν η οποία μπορούσε να ασκήσει τα παραπάνω δικαιώματά της. Καθόσον αφορά τον 1ο αναιρεσείοντα, η παραπάνω κατάθεση, της 2ης αναιρεσείουσας, αφορούσε τις κατηγορίες σε βάρος της συγκατηγορουμένης του και 2ης αναιρεσείουσας και ήταν άσχετη με τις σε βάρος του κατηγορίες, όπως αυτές παραπάνω αναφέρθηκαν, συνεπώς το γεγονός ότι το δικαστήριο την έλαβε υπόψη του, χωρίς να αναγνωστεί, σε καμία περίπτωση δεν το επηρέασε κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του, για την ενοχή του. Ως προς την κατάθεση του συγκ/νου του, Π. Μ., η παραπάνω κατάθεση του οποίου απετέλεσε τη βάση για την αποδοθείσα σε βάρος του και σε βάρος της 2ης αναιρεσείουσας κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, ισχύουν όσα προαναφέρθηκαν για τη 2η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς η μη αναφορά τους, ως αναγνωστέων εγγράφων, στα πρακτικά της ως άνω απόφασης δεν επέφερε την επικαλουμένη από τους αναιρεσείοντες ακυρότητα της διαδικασίας, και συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' παραπάνω λόγος αναιρέσεως κατά το εν λόγω σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι στο σκεπτικό το δικαστήριο με ίδιους συλλογισμούς και αναφορά στα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, χωρίς ασάφειες αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού ούτε φωτοτυπία του κατηγορητηρίου όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες. Επομένως, ο συναφής 4ος λόγος αναιρέσεως , από το άρθρο 510 παρ1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, τις από 20-6-2011, αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 1294/2011 και 1295/2011) των 1) Α. Μ. του Γ., και 2) Α. - Φ. Τ. συζ. Α. Μ., αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 4148/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ( Πλημ/των), Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων που ανέρχονται σε πεντακόσια(500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Ψευδορκία μάρτυρα, ψευδής καταμήνυση συκοφαντική δυσφήμηση. Ο δόλος πρέπει να αιτιολογείται ειδικά. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως ότι λήφθηκαν υπόψη προανακριτικές καταθέσεις του αναιρεσείοντα χωρίς να αναγνωστούν, γιατί οι καταθέσεις αυτές αφορούν έγγραφα που αποτελούν τη βάση, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης για τις παραπάνω πράξεις καθώς και για την ηθική αυτουργία. | null | null | 0 |
Αριθμός 1653/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Λ. του Ε. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Δρυμή, για αναίρεση της υπ'αριθ.11306/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Μ. Ζ. του Γ. . Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 436/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να έχει επεκτατικό αποτέλεσμα ως προς τον Μ. Ζ. του Γ. .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να απολογηθεί για την κατηγορία που του αποδίδεται. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ο διευθύνων την συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο κατηγορούμενος, επί της ενοχής και έπειτα επί της ποινής. Η παράλειψη του διευθύνοντος τη συζήτηση, να καλέσει τον κατηγορούμενο προς απολογία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων, που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία παράβαση ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 11306/2010, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, η οποία εκδόθηκε έπειτα από έφεση του αναιρεσείοντα κατά της υπ` αριθ. 2441,2442, 2443/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, ο αναιρεσείων, Α. Λ. και οι συγκατηγορούμενοί του Μ. Ζ. και Ε. Γ. , κηρύχθηκαν ένοχοι των αξιοποίνων πράξεων, α) της υποβάθμισης του περιβάλλοντος (άρθρο 28 παρ.1β'Ν. 1650/86) και β) μεταβολής του Αιγιαλού, χωρίς άδεια της αρμοδίας Αρχής (άρθρο 29 παρ.1Ν. 2971/2001) οι 1ος και 2ος και μεταβολής του Αιγιαλού, χωρίς άδεια της αρμοδίας Αρχής (άρθρο 29 παρ.1Ν. 2971/2001) ο 3ος, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών για κάθε πράξη και συνολική έντεκα (11) μηνών οι 1ος και 2ος, ανασταλείσες επί τριετία. Από την επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω απόφασης, προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, ο αναιρεσείων καθώς και οι παραπάνω συγκατηγορούμενοί του, εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, από την έναρξη της διαδικασίας, κατά τη συνεδρίαση της 13-12-2010, και διόρισαν δικηγόρους προκειμένου να τους υπερασπιστούν. Το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις των κατ/νων και άρχισε η αποδεικτική διαδικασία με την εξέταση μαρτύρων κατηγορίας. Η συνεδρίαση διεκόπη για την 20-12-2010, οπότε η συνεδρίαση συνεχίστηκε με την παρουσία και αύθις των κατηγορουμένων. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ο διευθύνων τη συζήτηση, δεν έδωσε τον λόγο σε κανέναν κατηγορούμενο, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, προκειμένου να απολογηθούν, όπως είχε υποχρέωση από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, αλλά έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα της έδρας ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε επί της ενοχής των κατηγορουμένων, μετά δε την αγόρευση του Εισαγγελέα έδωσε το λόγο στους συνηγόρους υπεράσπισης των κατηγορουμένων οι οποίοι αγόρευσαν. Έτσι όμως επήλθε απόλυτη ακυρότητα, που απορρέει από τη μη τήρηση των κατά τα άνω διατάξεων οι οποίες καθορίζουν τα της υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αφού η απολογία του κατηγορουμένου αποτελεί κυρίως και πρωταρχικά θεμελιώδες μέσο υπεράσπισης και παράλληλα μέσο απόδειξης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός 1ος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, λόγος αναίρεσης, οπότε παρέλκει, μετά ταύτα, ως αλυσιτελής, η έρευνα του 2ου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τους λοιπούς συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντα, οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση, λόγω του κατ` άρθρο 469 Κ.Π.Δ. επεκτατικού αποτελέσματος, δεδομένου ότι ο προαναφερθείς λόγος, δεν αρμόζει αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 10-3-2011 (με αριθμό πρωτ. 609/2011) αίτηση του Α. Λ. του Ε. για αναίρεση της υπ` αριθμό 11306/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.
Αναιρεί την υπ` αριθμό 11306/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.
Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα και στους συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντα, Μ. Ζ. και Ε. Γ. , αλλά μόνο ως προς τον γενόμενο δεκτό 1ο λόγο αναίρεσης, της απόλυτης ακυρότητας, που επήλθε από τη μη απολογία τους στο ακροατήριο.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τους παραπάνω, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα να απολογηθεί μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας. Δεκτή η αναίρεση . επεκτατικό αποτέλεσμα και για τους μη ασκήσαντες συγκατηγορούμενους. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1650/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στην 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Κ., του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρο περί αναιρέσεως της 416/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 59/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 242 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που αποτελεί έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτούνται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, και τέτοιος θεωρείται και ο πρόεδρος της Κοινότητας, β) ο υπάλληλος αυτός να είναι αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, γ) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, και δη δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, ήτοι έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται μ' αυτό, έναντι πάντων, δ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης, δημόσιας ή ιδιωτικής, σχέσεως ή καταστάσεως, ψευδές δε είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψή του και ε) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ότι από τα περιστατικά αυτά είναι ενδεχόμενο να παραχθούν οι έννομες αυτές συνέπειες και στην εκ προοιμίου αποδοχή του ενδεχομένου αυτού. Για τη συγκρότηση της έννοιας αυτής της πράξεως, δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το νόμο, ούτε η καθολοκληρία συμπλήρωση και αποπεράτωσή του. Το έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση που προσαπαιτείται για την ολοκλήρωση του εγγράφου η προσυπογραφή του από άλλα πρόσωπα εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 106§1 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", με τίτλο "αρμοδιότητες του προέδρου της Κοινότητας, "ο πρόεδρος της Κοινότητας α) ...,β) ...,γ) ..., δ) ...,ε) είναι προϊστάμενος των υπηρεσιών της Κοινότητας και τις διευθύνει, στ) είναι προϊστάμενος όλου του προσωπικού της Κοινότητας και εκδίδει τις πράξεις που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις για το διορισμό, τις υπηρεσιακές μεταβολές και την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου, ζ) ...,η) προσλαμβάνει και απολύει το ημερομίσθιο προσωπικό μέσα στα όρια των πιστώσεων του προϋπολογισμού και των αποφάσεων του συμβουλίου, θ)...ι) εκδίδει πιστοποιητικά προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως των δημοτών, ια) ...ιβ) ...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο πρόεδρος της Κοινότητας είναι καθ' ύλην αρμόδιος να εκδίδει αντίγραφα οποιωνδήποτε εγγράφων, σχεδίων κ.λπ. που υπάρχουν στο αρχείο της Κοινότητας ή οποιαδήποτε, σχετικά με τη δραστηριότητα της Κοινότητας, πιστοποιητικά, είτε ο ίδιος απευθείας, αφού είναι η εκτελεστική αρχή της Κοινότητας και εκπρόσωπος αυτής, είτε αναπληρώνοντας ή υποκαθιστώντας τον αρμόδιο υπάλληλο αυτής. Είναι, επομένως, αρμόδιος να εκδίδει πιστοποιητικά εργασίας για τους εργαζόμενους στην Κοινότητα. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 8§1 του π.δ. 31/1990 "μηχανήματα εκτέλεσης Τεχνικών Έργων-Άδειες χειριστών", "οι ενδιαφερόμενοι για την απόκτηση αδείας μηχανοδηγού - χειριστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, πρέπει να υποβάλουν στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενεργείας και Τεχνολογίας, τα ακόλουθα δικαιολογητικά: (α)...(στ) τα κατά περίπτωση απαιτούμενα πιστοποιητικά προϋπηρεσίας, στα οποία πρέπει απαραίτητα ν` αναγράφονται με λεπτομέρεια στα στοιχεία του συνεργείου επισκευής μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων, τα ακριβή στοιχεία του μηχανήματος ή των μηχανημάτων, ο τόπος εργασίας, το είδος της υπηρεσίας την οποία εκτελούσε ο υποψήφιος, ο ακριβής αριθμός των ημερομισθίων του, η ακριβής χρονολογία της υπηρεσίας του, καθώς και το ονοματεπώνυμο και ο αριθμός της αδείας του αδειούχου χειριστή υπό την επίβλεψη του οποίου εργάσθηκε σαν βοηθός ο υποψήφιος. Τα πιστοποιητικά αυτά πρέπει να είναι θεωρημένα για την ακρίβεια του περιεχομένου από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και ελλείψει ταύτης από την κατά τόπους αρμόδια Αστυνομική Αρχή, ύστερα από γνωμάτευση των κατά τόπους Επαγγελματικών Οργανώσεων....". Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς βεβαιώσεως, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα κατωτέρω: Στο Κεραμίδι Μαγνησίας στις 16.3.2007 ο κατηγορούμενος, έχοντας την ιδιότητα του Προέδρου της Κοινότητας Κεραμιδίου Μαγνησίας, δηλαδή ιδιότητα του υπαλλήλου, που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ορισμένων δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση συνέταξε έγγραφη βεβαίωση με αριθμό πρωτοκόλλου 467/16.3.2007, με την οποία πιστοποίησε ότι ο Α. Σ., "εργάζεται για λογαριασμό της Κοινότητας Κεραμιδίου από την 1.1.2002 και συνεχίζει να εργάζεται έως και σήμερα (ενν. ο χρόνος σύνταξης του εγγράφου) ως χειριστής μηχανήματος (σκαπτικού JCB110hp)". Ωστόσο, το γεγονός που βεβαίωσε ήταν ψευδές, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα ο εν λόγω Α. Σ. δεν υπήρξε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα υπάλληλος της ως άνω Κοινότητας με την ιδιότητα του χειριστή μηχανήματος, αλλά απασχολούνταν αποκλειστικά ως υδραυλικός (βλ....). Η βεβαίωση που εξέδωσε ο κατηγορούμενος και η οποία ανάγονταν στον κύκλο των υπηρεσιακών του καθηκόντων διότι αφορούσε τη συνδέουσα με την Κοινότητα σύμβαση εργασίας του Α. Σ., μπορούσε να παράγει έννομες συνέπειες, οι οποίες συνίσταντο στο ότι ο τελευταίος (Α. Σ.) εμφανιζόταν ως έχων προϋπηρεσία στο χειρισμό αντίστοιχων μηχανημάτων, ακολούθως δε κατέστη δυνατή κατ` άρθρο 8 παρ. 1 του Π. Δ/τος 31/1990 η συμμετοχή του στις εξετάσεις για την απόκτηση άδειας ικανότητας χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων. Διαφορετικά δεν θα είχε δικαίωμα συμμετοχής. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 242§1 του ΠΚ και 106§1 του ν. 3463/2006, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση α)ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος Κοινότητας, ήταν υπάλληλος με την έννοια του νόμου, β) ότι είχε αρμοδιότητα να συντάξει την επίδικη βεβαίωση, γ) ότι η τελευταία αποτελούσε δημόσιο έγγραφο, δ) ότι στο έγγραφο αυτό βεβαιώθηκε ψευδές περιστατικό (ότι ο Α. Σ. εργαζόταν στην Κοινότητα ως χειριστής σκαπτικού μηχανήματος), το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες (τη συμμετοχή του Α. Σ. σε εξετάσεις για τη χορήγηση αδείας ικανότητας χειριστή μηχανήματος) και ε) ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε δόλο. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αυτός, ως εκτελεστική αρχή της Κοινότητας, ήταν καθ` ύλην αρμόδιος να εκδίδει οποιοδήποτε πιστοποιητικό ή βεβαίωση, δηλ. και βεβαίωση ότι υπάλληλος της Κοινότητας είχε προϋπηρεσία σε κάποια ειδικότητα ανεξάρτητα από την ιδιότητα του απασχολουμένου με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. β) Η βεβαίωση που εξέδωσε, έστω και αν αυτή δεν περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 8§1 εδ. στ του π. δ. 31/1990 ή δεν είχε θεωρηθεί από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και, ελλείψει ταύτης, από την κατά τόπον αρμόδια Αστυνομική Αρχή, ύστερα από γνωμάτευση της τοπικής Επαγγελματικής Οργανώσεως, μπορούσε, κατά τα προαναφερθέντα να παράγει έννομα αποτελέσματα, τα οποία και, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, παρήγαγε, εφόσον με αυτήν κατέστη δυνατή η συμμετοχή του Α. Σ. στις ως άνω εξετάσεις. Και γ) η επίμαχη βεβαίωση είναι δημόσιο έγγραφο, καθόσον συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον δημόσιο υπάλληλο (τον αναιρεσείοντα) και προοριζόταν για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη του γεγονότος της προϋπηρεσίας του Α. Σ. ως χειριστή σκαπτικού μηχανήματος που βεβαιώθηκε με αυτήν έναντι πάντων. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 242§1 του ΠΚ, 106§1 του ν. 3463/2006 και 8§1 εδ. στ του π. δ. 31/1990, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 24/22 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Β. Κ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 416/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Καταδικαστική απόφαση για ψευδή βεβαίωση. Στοιχεία εγκλήματος. Ο πρόεδρος της Κοινότητας έχει αρμοδιότητα να εκδίδει πιστοποιητικά ότι υπάλληλοι της Κοινότητας είχαν προϋπηρεσία σε κάποια ειδικότητα. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 242§1 ΠΚ, 106§1 του ν. 3463/2006 και 8§1 εδ. στ του π.δ. 31/1990. Απόρριψη αιτήσεως. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1649/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου .
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Θεσ/νίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με αιτούντα τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσ/νίκης και εγκαλούντα τον Ζ. Κ. του Χ. , κατοίκου ... και με εγκαλουμένους: 1) Σ. Κ., Εφέτη Θεσσαλονίκης 2) Μ. Κ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης 3) Α. Φ., Πρωτοδίκη Θεσσαλονίκης 4) Π. Σ., Πρωτοδίκη Θεσσαλονίκης και 5)Μ. Π., Δικ. Υπάλληλο Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Η αίτηση αυτή με αριθμό 5142/13.5.2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 642/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου με αριθμό203/18.10.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, με το υπ' αριθμ. 5142/13-5-2011 έγγραφό του, ζητεί τον Κανονισμό αρμοδιότητος, κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υποθέσεως, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 136 περίπτ. ε' και 137§1γ' του Κ.Π.Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε' του Κ.Π.Δ., όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ., Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Χαλκίδος, με την υπ' αριθμ. 12/14-1-2011 διάταξή του, απέρριψε ως αβάσιμες τις από 26-5-2008 μηνύσεις των δικηγόρων Θεσσαλονίκης Ζ. Κ. του Χ., Γ. Π. του Α. κ.τ.λ. κατά των 1) Σ. Κ., νυν Εφέτου Εφετείου Θεσσαλονίκης, 2) Μ. Κ. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης κ.τ.λ., για παράβαση καθήκοντος και νόθευση δημοσίου εγγράφου (άρθρα 259, 242§2 Π.Κ.) Κατά της διατάξεως αυτής ο εκ των εγκαλούντων Ζ. Κ. άσκησε κατά το άρθρο 48 Κ.Π.Δ. προσφυγή, για την εξέταση της οποίας αρμόδιος είναι ο Εισαγγελεύς Εφετών Θεσσαλονίκης. Στο ομώνυμο όμως Εφετείο, υπηρετεί όπως αναφέρθηκε, ως Εφέτης, ο πρώτος των μηνυομένων Σ. Κ.. Νόμιμο, επομένως, είναι, να υπάρξει κατά τις διατάξεις των άρθρων 132, 134, 135 και 136 περίπτ. ε' Κ.Π.Δ. Κανονισμός αρμοδιότητας, για όλους τους εγκαλουμένους λόγω συναφείας, σύμφωνα με τα κατωτέρω προτεινόμενα. Τοιουτοτρόπως, Προτείνομεν α) Να οριστούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι α) ο Εισαγγελεύς Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, δια να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 7/2011 προσφυγής του Ζ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 12/2011 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκιδικής, και β) Οι Δικαστικές αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και του Πρωτοδικείου Κοζάνης, καθώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση." Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 του ίδιου Κώδικα δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Εν προκειμένω, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκιδικής με την 12/14/1.2011 διάταξη του, απέρριψε ως αβάσιμες τις από 26 Μαΐου 2008 μηνύσεις των δικηγόρων Θεσσαλονίκης Ζ. Κ., Γ. Π., Γ. Τ., και Α. Σ. κατά των 1) Σ. Κ., τέως Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και νυν Εφέτη Θεσσαλονίκης, 2) Μ. Κ. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, 3) Α. Φ., Πρωτοδίκη Θεσσαλονίκης, 4) Π. Σ., Πρωτοδίκη Θεσσαλονίκης και 5) Μ. Π. Δικαστικής Υπαλλήλου Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για παράβαση καθήκοντος και νόθευση δημοσίου εγγράφου (άρθρα 259, 242 παρ. 2 Π.Κ.). Κατά της ως άνω διατάξεως ο εγκαλών Ζ. Κ. άσκησε την κατά το άρθρο 48 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας 7/5/4/2011 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, ο οποίος με το με αριθμό πρωτοκόλλου 5142/13.5.2011 έγγραφο του (αίτηση) προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος, ως αρμόδιος, Εισαγγελεύς Εφετών για να κρίνει την παραπάνω προσφυγή του εγκαλούντος, διότι ο πρώτος μηνυόμενος δικαστικός λειτουργός είναι Εφέτης και υπηρετεί στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το ως άνω έγγραφο του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, για όλους τους μηνυομένους λόγω συνάφειας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο, πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, στις δικαστικές αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και Πρωτοδικείου Κοζάνης και στις αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ,
κατά παραπομπή ως αρμόδιο να αποφανθεί επί της 7/5.4.2011 προσφυγής του Ζ. Κ. του Χ., κατοίκου ... κατά της 12/14.1.2011 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής, με την οποία απορρίφθηκαν ως αβάσιμες οι από 26 Μαΐου 2008 μηνύσεις των δικηγόρων Θεσσαλονίκης Ζ. Κ., Γ. Π., Γ. Τ., και Α. Σ. κατά των 1) Σ. Κ., τέως Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και νυν Εφέτη Θεσσαλονίκης, 2) Μ. Κ. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, 3) Α. Φ., Πρωτοδίκη Θεσσαλονίκης, 4) Π. Σ., Πρωτοδίκη Θεσσαλονίκης και 5) Μ. Π. Δικαστικής Υπαλλήλου Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για παράβαση καθήκοντος και νόθευση δημοσίου εγγράφου, τον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, τις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και του Πρωτοδικείου Κοζάνης και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Βούλευμα. Κανονισμός Αρμοδιότητας. Αιτών: Ο Εισαγγελεύς Εφετών Θεσσαλονίκης. Παραπέμπεται η υπόθεση από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης στον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού της υποθέσεως, ορίζονται αρμόδιες οι Δικαστικές αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και Πρωτοδικείου Κοζάνης και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1647/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ν. του Τ., κατοίκου ... που δεν παρέστη περί αναιρέσεως της με αριθμό ΒΤ4737/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά
Το Τριμελές Πλημ/κειο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 183/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 4 Μαΐου αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Θεσπρωτίας Ε. Ν., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, αντίγραφο δε της κλήσεως αυτής, όπως προκύπτει από το από 23 Σεπτεμβρίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ., επιδόθηκε και στον δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Σκούτα, τον οποίο ο αναιρεσείων όρισε ως αντίκλητο. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 3 Ιανουαρίου 2011 αίτηση του Α. Ν. του Τ., κατοίκου ..., για αναίρεση της ΒΤ 4737/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
Αριθμός 1648/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1568/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Με κατηγορούμενο τον Τ. Λ. του Δ., κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην 36/ 16 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση- έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1018/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα (ενός μηνός). Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ).
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του Ποινικού Κώδικα, αν από την απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη για την οποία απαιτείται να περάσουν δέκα έτη), θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν όμως μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από, δόλο για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε γα εκτίσει κατά τον χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Η απόλυση δηλαδή υπό τον όρο της ανακλήσεως δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεώς της, το οποίο επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση . Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 του Ποινικού Κώδικα, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου κώδικα για τον καθορισμό εκτιτέας συνολικής ποινής σε περίπτωση συρροής στερητικών της ελευθερίας ποινών, εφαρμόζονται και όταν κάποιος πριν εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή. Από τις παραπάνω διατάσεις σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία ορίζει ότι "αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού κώδικα για τη συρροή", συνάγεται ότι αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο, συμπέσω ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη, μία ή περισσότερες, από δόλο πράξεις, παρόλο ότι η ποινή έχει ανασταλεί και οι νέες συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, αποτελούμενη από τη βαρύτερη τούτων, επαυξανόμενη ανάλογα για κάθε μία από τις λοιπές που συντρέχουν, αλλά η νέα ή νέες ποινές, συγχωνευόμενες αυτές μεταξύ τους, αν είναι περισσότερες, θα αποτιθούν χωριστά, μετά την έκτιση ολόκληρου του υπόλοιπου της προηγούμενης ποινής που είχε ανασταλεί και έπρεπε ο κατάδικος να εκτίσει, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 του Ποινικού Κώδικα, αποκλείοντας τη συγχώνευση με τη νέα ποινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 3 εδ. τελευταίο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "κατά της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον κατηγορούμενο ή των εισαγγελέα". Η αναίρεση είναι επιτρεπτή για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ τω ν οποίων και εκείνος της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' ΚΠΔ). Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής-διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Ουσιαστική ποινική διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 551 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συν ολικής ποινής (ΟλΑΠ 3/2010).
Εν προκειμένω, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τον αναιρετικό έλεγχο, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο Τ. Λ. του Δ. καταδικάστηκε με την 1222/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €), για παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών, εξέτισε δε στη δικαστική φυλακή Θεσσαλονίκης πραγματική ποινή ενός (1) έτους, δύο (2) μηνών και δώδεκα (12) ημερών, καθώς και εκατό σαράντα πέντε (145) ημέρες ευεργετικού υπολογισμού και με το 344/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απολύθηκε στις 7.4.2005 με υπόλοιπο ποινής δύο (2) έτη, τέσσερις (4) μήνες και τέσσερις (4) ημέρες, υπό τον όρο της ανακλήσεως και με τις υποχρεώσεις α) να διαμένει στο ... και β) να εμφανίζεται στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής της μόνιμης διαμονής του, οποιαδήποτε ημέρα, μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, ήτοι από 7 Απριλίου 2005 μέχρι 7 Απριλίου 2008. Κατά της παραπάνω 1222/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο καταδικασθείς άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 719-720/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση, ο εκκαλών καταδικάσθηκε στις πρωτόδικες ποινές. Ήδη, κρατείται αυτός από 12.2.2008 στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Κομοτηνής, εκτίοντας 1) την 721- 722/8.3.2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε κάθειρξη πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €), για κατοχή και εισαγωγή σε αστυνομικό τμήμα ναρκωτικών ουσιών, με χρόνο τελέσεως τις 23 Φεβρουαρίου 2009, 2) την 689-690/8.3.2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση τεσσάρων(4) ετών και χρηματική ποινή χιλίων ευρώ (1000 €) για αγορά και παραλαβή δεμάτων ναρκωτικών, με χρόνο τελέσεως τις 20 Απριλίου 2005 και 3) την 410-411/23.2.2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε κάθειρξη έξι (6) ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000), για κατοχή ναρκωτικών, με χρόνο τελέσεως τις 5 Φεβρουαρίου 2008. Δηλαδή, η τελευταία πράξη τελέστηκε, κατά το στάδιο της δοκιμασίας του. Στη συνέχεια, ο εν λόγω κατάδικος υπέβαλε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 18 Απριλίου 2011 αίτηση του, με την οποία ζήτησε τη συγχώνευση όλων των ποινών που επιβλήθηκαν σ' αυτόν με τις παραπάνω αποφάσεις. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 97 του Ποινικού Κώδικα και 551 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δέχθηκε την αίτηση και συγχώνευσε με την προσβαλλόμενη 1568/2011 απόφαση του όλες τις ποινές που του επιβλήθηκαν με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, καθορίζοντας συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή δεκαεπτά χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (17.500 €). Όμως, δεν έπρεπε να προσμετρηθεί στη συνολική ποινή που καθορίστηκε με την παραπάνω 1568/2011 απόφαση, η ποινή που επιβλήθηκε με την 719/-720/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατ' έφεση της 1222/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη υπό τον όρο της ανακλήσεως με το 344/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης το υπόλοιπο οποίας (2 έτη, 4 μήνες και 4 ημέρες) έπρεπε να εκτιθεί αθροιστικά, διότι κατά τον χρόνο της δοκιμασίας, ο ανωτέρω κρατούμενος διέπραξε νέο έγκλημα από δόλο, για το οποίο καταδικάστηκε αμετακλήτως με την 410-414/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε κάθειρξη έξι (6) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €). Έτσι κρίνοντας το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 105 και 108 του Ποινικού Κώδικα και πρέπει, ως εκ τούτου, κατά παραδοχή του ως άνω μοναδικού λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 1568/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Γίνεται δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά συγχωνευτικής αποφάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως | null | null | 0 |
Αριθμός 1652/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στην 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, για αναίρεση της 10/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Σ. Π. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Και ο αναιρεσείων, ζητεί την επανεξέταση των λόγων αναιρέσεως που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1052/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 370 και 514 του ΚΠοινΔ συνάγεται, ότι τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να ανακαλέσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως, δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, όπως επίσης δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως. Όμως, στην περίπτωση, κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να εξετάσει λόγο αναιρέσεως, που παραδεκτώς είχε προταθεί, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις ανωτέρω διατάξεις, διότι επί του λόγου που δεν εξετάσθηκε δεν υπάρχει απόφαση. Δεν μπορεί, όμως, ο Άρειος Πάγος να επανεξετάσει λόγο αναιρέσεως τον οποίο ερεύνησε και απέρριψε εσφαλμένα, είτε ως απαράδεκτο είτε ως αβάσιμο. Η δυνατότητα επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως, που φέρονται ότι δεν ερευνήθηκαν, ούτε απορρίφθηκαν, με την προηγούμενη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί έχουν προταθεί παραδεκτώς και είναι αυτοτελείς και διαφορετικοί από άλλους λόγους που απορρίφθηκαν, επιπλέον δε ότι δεν αφορούν βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει από ρητή για καθένα απ' αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της, είναι δε αδιάφορη η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας της σχετικής με την απόρριψη αυτή κρίσεως. Εξάλλου, το διατακτικό της οριστικής αποφάσεως, με την οποία απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως και η οποία έχει προφανώς την έννοια ότι δεν κρίθηκε βάσιμος κανένας παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, αφορά, ακόμη και χωρίς ειδική απορριπτική σκέψη στο αιτιολογικό, και στους απαράδεκτους λόγους, καθώς και σ' αυτούς που το πραγματικό τους ταυτίζεται με άλλους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι ασκήθηκαν συνδυαστικά με εκείνους και κρίθηκαν ρητά απορριπτέοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της ένδικης από 22-9-2011 (με αριθ. πρωτ. 7186/2011) αιτήσεως, με την οποία ζητείται η επανεξέταση προγενέστερης, από 22-3-2011, απορριφθείσης αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, ως προς τους αναφερόμενους λόγους της, τους οποίους, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, καίτοι προβλήθηκαν παραδεκτώς, παρέλειψε να εξετάσει ή δεν εξέτασε κατά ένα μέρος τους και, συνεπώς, δεν απέρριψε η εκδοθείσα σχετικώς υπ` αριθ. 1212/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου και, περαιτέρω, ζητείται η, κατά παραδοχήν των λόγων αυτών, αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ` αριθ. 10/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, ο ήδη αιτών κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ` εξακολούθηση και ψευδούς καταμηνύσεως κατ` εξακολούθηση σε βάρος της εγκαλούσας Σ. Π. και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 22-3-2011 αίτηση αναιρέσεως, με τους λόγους της οποίας, τρεις τον αριθμό, αναλυόμενους σε μερικότερες καθένας "περιπτώσεις", πρόβαλε τις πλημμέλειες 1) της υπερβάσεως εξουσίας, 2) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που προβλέπουν και τιμωρούν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και 3)της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω της μη σύννομης παραστάσεως της πολιτικώς ενάγουσας, σε συνδυασμό με την προσβολή του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη κατ` άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1212/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε αυτήν και τους προσθέτους λόγους αυτής (οι οποίοι είχαν ασκηθεί με το από 29.4.2011 δικόγραφο και ως προς τους οποίους ο αναιρεσείων δεν επανέρχεται με την κρινόμενη αίτηση). Με τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αίτηση, δεν ερευνήθηκαν από την ως άνω υπ` αριθ. 1212/2011 απόφαση, εν όλω ή εν μέρει, ο ήδη αιτών -αναιρεσείων πρόβαλε, κατά το ουσιώδες μέρος αυτών, πλην άλλων, τα οποία δεν προσβάλλονται, τα ακόλουθα: Α) Με τον πρώτο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, λόγο: Ότι το Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, η οποία συνίστατο στο ότι προχώρησε αυτό στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, παρά το ότι 1) η έφεση της Εισαγγελέως α) ήταν αναιτιολόγητη ως προς τον αναιρεσείοντα, γιατί ενώ ήταν κατηγορούμενος για την τέλεση των ενδίκων πράξεων από κοινού με τη σύζυγό του και αθωώθηκαν πρωτοδίκως με κοινή αιτιολογία και οι δύο, ασκήθηκε αυτή μόνο σε βάρος του, β) παρέλειψε να λάβει υπόψη της να αξιολογήσει και την χωρίς όρκο κατάθεση της φερόμενης ως πολιτικώς ενάγουσας, γ) δεν εξηγεί ποια αποδεικτικά μέσα εσφαλμένως εκτίμησε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τι αντίθετο προέκυψε από αυτά ούτε αντέκρουσε, με συλλογισμούς, την κρίση του Δικαστηρίου για την αθωότητά του και δ) δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά, αποδεικτικά μέσα και νομικούς συλλογισμούς ως προς την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και 2) η παράσταση της εγκαλούσας ως πολιτικώς ενάγουσας δεν ήταν σύννομη, γιατί αυτή ήταν εμμέσως ζημιωθείσα από τις πράξεις του αναιρεσείοντος, πράγμα που είχε δεχθεί και το Δικαστήριο και, παρά ταύτα, απέρριψε σχετική ένστασή του για αποβολή της. Β) Με τον δεύτερο, από το άρθρο510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο: Ότι το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 220§1 και 229 του ΠΚ και συγκεκριμένα: 1) Ως προς το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ` εξακολούθηση: α) Ότι η σύνταξη του επιδίκου συμβολαίου αγοραπωλησίας από τη συμβολαιογράφο, έστω και αν οι δηλώσεις του αναιρεσείοντος προς αυτήν ήταν ψευδείς, δεν συνιστά υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, γιατί η συμβολαιογράφος απλώς καταχώρησε τις δηλώσεις και δεν είχε αρμοδιότητα να βεβαιώσει την αλήθεια των δηλουμένων, β) δεν νοείται υφαρπαγή της οικοδομικής αδείας με εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων του Πολεοδομικού Γραφείου Νάξου, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ήταν η προσκόμιση και υποβολή σ` αυτούς του συμβολαίου, η σύνταξη του οποίου δεν συνιστά υφαρπαγή, γ) η οικοδομική άδεια, ως διοικητική πράξη, ήταν ανακλητή, πλην δεν ανακλήθηκε και, επομένως, παράγει τα αποτελέσματά της και νομίμως ο αναιρεσείων, με βάση αυτή, προέβη σε ανοικοδόμηση. 2) Ως προς το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως: Ότι δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση αυτού, γιατί η πολιτικώς ενάγουσα καταδικάσθηκε αμετακλήτως (με τις υπ` αριθ. 765/2004 και 224/2007 αποφάσεις του Μονομελούς και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου αντιστοίχως) για την αυθαίρετη κατασκευή τοιχίου, αλλά και αμετακλήτως αναγνωρίστηκε (με τις υπ` αριθ. 34/2006 και 37/2007 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου) ότι είχε καταλάβει παρανόμως την επίδικη εδαφική λωρίδα, παραλλήλως δε διατάχθηκε η από μέρους της κατεδάφιση του τοιχίου. Γ) Με τον τρίτο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, λόγο: Ότι η εγκαλούσα παρέστη παράνομα ως πολιτικώς ενάγουσα στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, γιατί αυτή, όπως εκτίθεται και στον πρώτο λόγο, ήταν εμμέσως ζημιωθείσα από τις πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων, και, επομένως, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1212/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση στο σύνολό της. Ειδικότερα, αφού παρατίθενται στην απορριπτική αυτή απόφαση νομικές σκέψεις περί του παραδεκτού της εφέσεως του εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, της έννοιας της διατάξεως του άρθρου 220§1 του ΠΚ που προβλέπει περί της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, της παραστάσεως πολιτικής αγωγής όταν ασκείται έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, καθώς και σκέψεις περί των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η', Δ', Ε' και Α' του ΚΠοινΔ, γίνονται δεκτά, στη συνέχεια, τα ακόλουθα κατά λέξη: "Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 393/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, ο αναιρεσείων και οι λοιποί τότε συγκατηγορούμενοί του κηρύχθηκαν αθώοι της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατά συναυτουργία και κατά συρροή, της χρήσης ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία και της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση. Τα πληρούντα τις ως άνω πράξεις αντικειμενικά στοιχεία συνίστανται, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της ως άνω αποφάσεως και προσδιορίζονται στη διαμάχη μεταξύ του αναιρεσείοντος, της πολιτικώς ενάγουσας κυρίως αλλά και μεταξύ άλλων προσώπων, αν το μεταβιβασθέν ακίνητο στον αναιρεσείοντα με το υπ' αριθμ. ... /16.7.2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής συζύγου Γρηγορίου Κουτσοπούλου, είχε πρόσωπο μήκους 24,85 μ. σε δημοτική - κοινόχρηστη οδό πλάτους 2,50 - 2,60 μέτρων ή το ακίνητο αυτό συνορεύει νοτίως και επί πλευράς μήκους 25,20 μέτρων με ιδιωτικό δρόμο (δουλεία διόδου) πλάτους 2 μέτρων. Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Νάξου άσκησε εμπροθέσμως την από 17.6.2008 έφεση, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 15/2008 σχετική έκθεση του αρμοδίου Γραμματέα, το πλήρες περιεχόμενο της οποίας έχει ως ακολούθως: "... Από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (στις οποίες πρέπει να τονισθεί ότι περιλαμβάνεται πρόδηλα και η χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, που δεν μνημονεύεται ρητά στην έφεση της ως άνω Εισαγγελέα) όλα γενικά τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά: Α) Ο κατηγορούμενος Κ. Γ. κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις πραγμάτωσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: "1) Στην Αθήνα, την 16-7-2003, πέτυχε με εξαπάτηση, να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα: Εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς και εξαπάτησε τη Συμβολαιογράφο Αθηνών, Παρασκευή, σύζ. Γρηγορίου Κουτσοπούλου, το γένος Γεωργίου Χατζηαντωνίου, ότι δήθεν η προκάτοχός του - πωλήτρια, Ι. Τ. , ... , είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της, ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, που βρίσκεται ... και επί δήθεν δημοτικής οδού, το οποίο, δήθεν, κατά νεότερη μέτρηση και σύμφωνα με το από Ιουλίου 2003 - ψευδές κατά περιεχόμενο - τοπογραφικό διάγραμμα του συγκατηγορουμένου του, αγρονόμου-τοπογράφου Μηχανικού, Σ. Ζ., το οποίο προσκόμισε ενώπιον της συμβολαιογράφου, είναι δήθεν άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει έκταση 344 τ.μ. και συνορεύει δήθεν μεταξύ άλλων, νότια, σε πρόσωπο 24,85 μέτρων, με δημοτική οδό, πλάτους 2,50 - 2,60 μέτρων, αναφέροντας στη συνέχεια στην ως άνω συμβολαιογράφο τους τίτλους κτήσεως αυτού και ότι το εν λόγω οικόπεδο, με τη συγκεκριμένη δήθεν έκταση, εμβαδόν και όρια, η Ι. Τ., πωλεί και μεταβιβάζει στον ίδιο και τη σύζυγο του, Ά. Ν. και έτσι, έπεισε την εν λόγω συμβολαιογράφο, να συντάξει το με αριθμ. .../16-7-2003, συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ένδικου ακινήτου, στο οποίο, μεταξύ άλλων, προσάρτησε και το προαναφερόμενο, από Ιουλίου 2003, τοπογραφικό διάγραμμα, αφού πρώτα το συνυπέγραψαν άπαντες οι συμβαλλόμενοι. Πλην όμως, όλα όσα ανέφερε ενώπιον της Συμβολαιογράφου, ο Γ. Κ., για την κατάσταση και τα όρια του ακινήτου, ήταν εν γνώσει του ψευδή, καθόσον, όπως προκύπτει από τους προηγούμενους τίτλους κτήσης του ακινήτου (συμβολαιογραφικά έγγραφα), καθώς και από τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα που τους συνόδευαν και προσαρτήθηκαν σε αυτούς, και συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από ..., το συγκεκριμένο ακίνητο, έχει πραγματική έκταση 354,62 τ.μ. και συνορεύει, μεταξύ άλλων, νοτίως, και επί πλευράς, μήκους 25,20 μέτρων, με ιδιωτικό δρόμο (δουλεία διόδου), πλάτους 2 μέτρων. Ο παραπάνω κατηγορούμενος, με την προπεριγραφόμενη ενέργειά του, πέτυχε με εξαπάτηση της πιο πάνω συμβολαιογράφου, να συνταχθεί το ως άνω, με αριθμ. ... /16-7-2003, συμβόλαιο και να βεβαιωθεί σε αυτό, ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο, είχε δήθεν πρόσωπο μήκους 24,85 μ., σε δημοτική - κοινόχρηστη οδό, πλάτους 2,50 - 2,60 μέτρων και ότι ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, περιστατικά εντελώς αναληθή και έχοντα έννομες συνέπειες, μολονότι γνώριζε ότι τούτο ήταν ψευδές, αφού, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, η ως άνω οδός, όπως περιγραφόταν στα συμβόλαια (και στα σχετικά με αυτά, τοπογραφικά διαγράμματα) των δικαιοπαρόχων του (των οποίων, όπως ο ίδιος ανέφερε στην απολογία ίου, είχε λάβει γνώση), ήταν στην πραγματικότητα ιδιωτική οδός (και όχι δημοτική), πλάτους 2 μέτρων (και όχι 2,50-2,60 μέτρων) και ειδικότερα η συγκεκριμένη αυτή εδαφική λωρίδα, όπως και ο ίδιος γνώριζε, δημιουργήθηκε κατά το έτος 1960, σε βάρος του ακινήτου του Μ. Λ. (δικαιοπαρόχου και πατέρα της πρώτης κατηγορουμένης), του οποίου αποτελούσε τμήμα και αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του ακινήτου του Γ. Α. (και ήδη Ν. Α.), κατ' επέκταση δε, αποτελούσε δουλεία διόδου, με δουλεύον ακίνητο, το ένδικο ακίνητο, το οποίο, πώλησε η Ι. Τ. στον ίδιο και στη σύζυγό του, τούτο δε έπραξε με σκοπό να βεβαιωθούν τα αναληθή αυτά περιστατικά στο πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, με την χρήση του οποίου, ως και του προσαρτηθέντος σε αυτό τοπογραφικού διαγράμματος του συγκατηγορουμένου του Σ. Ζ., να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια πολεοδομία για έκδοση οικοδομικής άδειας και ανοικοδόμηση επ' αυτού. 2) Στη Νάξο Κυκλάδων, την 3-5-2004, πέτυχε με εξαπάτηση, να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα: Την 24-12-2003, υπέβαλε στο Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου, την με ίδια ημεροχρονολογία, αίτηση του για χορήγηση οικοδομικής άδειας για κατασκευή διορόφου συγκροτήματος τεσσάρων (4) διαμερισμάτων και μονοκατοικίας με υπόγειο στο προπεριγραφόμενο ακίνητο, το οποίο αγόρασε κατά τα εκτεθέντα στο στοιχείο 1. Με την εν λόγω αίτηση του προς την Πολεοδομία, συνυπέβαλε ως απαραίτητα δικαιολογητικά, μεταξύ άλλων, αφενός μεν, το ως άνω, με αριθμ. ... /16-7-2003, ψευδές κατά το προαναφερόμενο περιεχόμενό του, συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ένδικου ακινήτου, το οποίο, με τον προεκτεθέντα στο στοιχείο αυτό, τρόπο, είχε υφαρπάξει, αφετέρου δε, το από Ιουλίου 2003, ομοίως ψευδές κατά περιεχόμενο, τοπογραφικό διάγραμμα του συγκατηγορουμένου του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Σ. Ζ., με βάση τα οποία το ένδικο ακίνητο, εμφανιζόταν να συνορεύει (έχει πρόσωπο), στη νότια αυτού πλευρά, δήθεν, με δημοτική - κοινόχρηστη οδό, πλάτους 2,50 - 2,60 μέτρων και να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, γεγονός εντελώς αναληθές, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το ακίνητο αυτό, στη νότια αυτού πλευρά, συνόρευε με ιδιωτική οδό - δουλεία διόδου (με δουλεύον, το ίδιο αυτό, ακίνητο), πλάτους 2 μέτρων, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να ανοικοδομηθεί. Με την ενέργειά του αυτή, ο κατηγορούμενος, πέτυχε να εκδοθεί στο όνομά του (και στο όνομα της συζύγου του), η με αριθμ. 297 /3-5-2004, οικοδομική άδεια από το Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου, με την οποία είχαν το δικαίωμα να κατασκευάσουν διώροφο συγκρότημα 4 διαμερισμάτων και μονοκατοικία με υπόγειο, για την έκδοση της οποίας (οικοδομικής άδειας), οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Π. Γ. Νάξου, παραπλανηθέντες και εξαπατηθέντες από τον ως άνω κατηγορούμενο, έλαβαν υπόψη τους, με βάση το υποβληθέν συμβόλαιο και το προσαρτηθέν σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, τις διατάξεις του από 14-7-1988 Προεδρικού Διατάγματος (...), σύμφωνα με το οποίο, τα οικόπεδα που βρίσκονται εντός του οικισμού Βίβλου Νάξου Κυκλάδων, είναι οικοδομήσιμα, εφόσον, με ελάχιστο εμβαδόν 300 τ.μ. και ελάχιστο πρόσωπο 12 μέτρων, έχουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο ή σε χώρο που έχει τεθεί σε κοινή χρήση. Σύμφωνα με το ίδιο, ως άνω άρθρο, ..., κατά συνέπεια των προαναφερόμενων, το ένδικο οικόπεδο δεν ήταν δυνατόν να ανοικοδομηθεί, καθόσον, αφενός μεν, δεν είχε πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο, αφετέρου δε, δεν τέθηκε με συμβολαιογραφική πράξη σε κοινή χρήση, έκταση συνολικού πλάτους 4 μέτρων για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου... Γ) ...Δ) Ο κατηγορούμενος, Γ. Κ., στη Νάξο Κυκλάδων, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς και ανέφερε γι' αυτόν, ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτές και συγκεκριμένα: 1) την 23-12-2004, υπέβαλε στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Νάξου, την από 20-12-2004 "αναφορά - αίτησή" του, με την οποία κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς την πολιτικώς ενάγουσα Σ. Π. για δήθεν αυθαίρετη κατάληψη δημοτικής - κοινόχρηστης οδού, μολονότι γνώριζε ότι η συγκεκριμένη οδός είναι ιδιωτική και είχε παραχωρηθεί ως δουλεία διόδου, σε βάρος του δικού του ακινήτου. Ειδικότερα, με την ως άνω "αναφορά - αίτησή" του κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς την πολιτικώς ενάγουσα, Σ. Π., με σκοπό να προκαλέσει την ποινική της δίωξη, ότι : "Με το ... /16-7-2003 συμβόλαιο αγόρασα το περιγραφόμενο σε αυτό ακίνητο....Προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα ανέγερσης οικοδομής παραχώρησα λωρίδα οδού πλάτους 2,50 - 2,60 μέτρων και μήκους 24,85 μέτρων νοτίως του οικοπέδου μας ... Ξαφνικά, όταν άρχισα οικοδομικές εργασίες επί του οικοπέδου μου, βάσει νόμιμης οικοδ. άδειας, στα σημεία ... οι ιδιοκτήτες της οικίας Σ. και Δ. Π., στα νότια όρια του δρόμου αυτού τοποθέτησαν πλέγματα 70 cm κατά μήκος και προς το εσωτερικό της οδού αυτής. Πριν ένα μήνα περίπου, έχτισε τοίχο με τούβλα αποκόπτοντας την πρόσβαση του δρόμου αυτού ...". 2) Την 12-1-2005, υπέβαλε εκ νέου αναφορά ("υπόμνηση") στο Δήμο Νάξου, σε βάρος της ως άνω πολιτικώς ενάγουσας, με την οποία την κατήγγειλε εκ νέου, εν γνώσει του ψευδώς για δήθεν αυθαίρετη κατάληψη δημοτικής - κοινόχρηστης οδού, που αφορά την πιο πάνω δουλεία διόδου. Συγκεκριμένα, με την ως άνω καταγγελία του, ανέφερε εν γνώσει του ψευδώς, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της πιο πάνω πολιτικώς ενάγουσας, ότι: "Όπως γνωρίζετε έχω υποβάλλει σχετικά με την παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη κοινοχρήστων χώρων από την Π. Σ.... Από την αναμενόμενη απάντησή σας προσδοκώ να ενημερώσω τις εισαγγελικές και λοιπές Αρχές, για την απόδοση ευθυνών ώστε ή διάνοιξη των κοινόχρηστων χώρων που σας αναφέρω να συντελεστεί άμεσα ...". Επισημαίνεται δε, ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Γ. Κ. ότι εκτός από το πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο συγκατηγορούμενός του, επιπλέον και τα τοπογραφικά διαγράμματα της πολιτικώς ενάγουσας Σ. Π. , περιέγραφαν την ένδικη οδό ως δημοτική, δεν αναιρεί τη δική του ευθύνη και το δόλο του, καθόσον, όπως ο ίδιος ανέφερε στην απολογία του, γνώση των τοπογραφικών αυτών διαγραμμάτων, έλαβε αμέσως μετά τις σε βάρος του υποβληθείσες μηνύσεις και ενώ είχε διαπράξει όλες τις προαναφερόμενες πράξεις που του αποδίδονται. Εξίσου αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός αμφότερων των κατηγορουμένων ότι δηλαδή, διέλαβαν ότι η ένδικη οδός, η οποία οδηγούσε στην ερειπωμένη οικία του Α., ήτοι, σε αδιέξοδο, ήταν δημοτική, ενόψει του ότι όπως διαπίστωσαν, "η οικία της πολιτικώς ενάγουσας, είχε παράθυρα προς αυτήν", είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός τους αυτός, διότι, η εν λόγω κατασκευή (άνοιγμα παραθύρων), δεν αποτελεί κριτήριο και γνώμονα σε ένα μέτριο και συνετό άνθρωπο για τον χαρακτηρισμό μιας οδού ως δημοτικής, καθόσον, μπορεί η ύπαρξη παραθύρων να ήταν αυθαίρετη, λαμβανομένης υπόψη της θέσης και της κατάστασης της συγκεκριμένης οδού, όπως αυτή αποτυπώνεται στις πολυάριθμες φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, από τις οποίες προκύπτει αναμφισβήτητα και από μη ειδικό ακόμη, ότι η εν λόγω οδός δεν είναι δημοτική. Τέλος, το ότι η ως άνω οδός ουδέποτε ήταν δημοτική αλλά, αντίθετα αποτελούσε δουλεία διόδου σε βάρος του ακινήτου το οποίο αγόρασε ο πρώτος κατηγορούμενος με τη σύζυγο του, το αποδέχθηκε αναμφίβολα και ο ίδιος, στη σχετική αγωγή που άσκησε σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας καθώς και σε όλα τα δικόγραφα του που υπέβαλε ενόψει της ανοιγείσας αυτής δίκης, στοιχείο από το οποίο αποδεικνύεται και ενισχύεται η γνώση του για την κατάσταση της οδού και η εντεύθεν στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των αδικημάτων που του αποδίδονται. Κατά συνέπεια των προαναφερομένων, από όλα τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, κατά τους προαναφερόμενους τόπους και χρόνους, τέλεσαν με πρόθεση τις αποδιδόμενες σε αυτούς, ως άνω, αξιόποινες πράξεις.
Για τους λόγους αυτούς αιτούμαι την παραδοχή της παρούσας έφεσης, ...". Την ως άνω έφεση της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Νάξου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αιτιολογημένη και συνεπώς παραδεκτή, την ερεύνησε κατ' ουσίαν και ήχθη σε καταδικαστική απόφαση για τον αναιρεσείοντα στον οποίο επέβαλε την ως άνω αναφερόμενη ποινή φυλάκισης. Ήδη ο αναιρεσείων πλήττει με την κρινόμενη αίτησή του αναίρεσης την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επικαλούμενος ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο με το να κρίνει αιτιολογημένη την έφεση της προμνημονευόμενης Εισαγγελέα, δεν έχει την από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά γίνεται σ' αυτήν μια γενική και αοριστόλογη έκθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά την άποψή του προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ως άνω δικογράφου της έφεσης, εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην ως άνω αθωωτική απόφαση, με αναφορά στα προκύψαντα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων πραγματικών γεγονότα τα οποία συγκροτούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των αξιοποίνων πράξεων της υφαρπαγής της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες ζητεί την επανεξέταση της υποθέσεως και την ενοχή του κατηγορουμένου. Με τα δεδομένα αυτά, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση, απέρριψε την περί απαραδέκτου αυτής ένσταση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα δεν υπερέβη θετικά την εξουσία του.
Συνεπώς, πρέπει ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 10/2011 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσον αφορά τον αναιρεσείοντα που ήταν κατηγορούμενος στο δεύτερο βαθμό μαζί με τον Σ. Ζ.). "Ο κατηγορούμενος Γ. Κ., κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα: στην Αθήνα, την 16.7.2003, εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς και εξαπάτησε τη Συμβολαιογράφο Αθηνών, Παρασκευή συζ. Γρηγορίου Κουτσοπούλου, ότι δήθεν η δικαιοπάροχός του πωλήτρια ... είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, που βρίσκεται στα όρια του οικισμού ..., και επί δήθεν δημοτικής οδού, το οποίο δήθεν, με νεότερη μέτρηση και σύμφωνα με το από Ιουλίου 2003 - ψευδές κατά περιεχόμενο - τοπογραφικό διάγραμμα του συγκατηγορουμένου του, Σ. Ζ., αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, το οποίο προσκόμισε ενώπιον της Συμβολαιογράφου, είναι δήθεν άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει έκταση 344 τετ. μ. και συνορεύει δήθεν μεταξύ άλλων, νότια σε πρόσωπο 24,85 μ. με δημοτική οδό, πλάτους 2,50 - 2, 60 μέτρ. και ότι το εν λόγω οικόπεδο, με τη συγκεκριμένη δήθεν έκταση, εμβαδόν και όρια, η Ι. Τ. πωλεί και μεταβιβάζει στον ίδιο και τη σύζυγό του Ά. Ν. και έτσι, έπεισε τη συμβολαιογράφο να συντάξει το αριθμ. ... /16.7.2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ένδικου ακινήτου στο οποίο, μεταξύ άλλων, προσάρτησε και το προαναφερόμενο, από Ιουλίου 2003, τοπογραφικό διάγραμμα, αφού το συνυπέγραψαν άπαντες. Όλα όσα, όμως, ανέφερε ενώπιον της Συμβολαιογράφου ο Α' κατηγορούμενος, για την κατάσταση και τα όρια του ακινήτου, ήταν εν γνώσει του ψευδή, αφού, όπως προκύπτει από τους προηγούμενους τίτλους κτήσης του ακινήτου καθώς και από τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα που τους συνόδευαν και προσαρτήθηκαν σε αυτούς, και, συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από: 1) ... 4) ..., το επίδικο ακίνητο έχει πραγματική έκταση 354,62 τ.μ. και συνορεύει, μεταξύ άλλων, νοτίως και επί πλευράς μήκους 25,20 μ. με ιδιωτικό δρόμο (δουλεία διόδου) πλάτους 2 μέτρων. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος, με την προπεριγραφόμενη ενέργειά του πέτυχε, με εξαπάτηση της πιο πάνω Συμβολαιογράφου να συνταχθεί το αρ. ... /16.7.2003 συμβόλαιο και να βεβαιωθεί σ' αυτό ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο είχε δήθεν πρόσωπο μήκους 24,85 μ. σε δημοτική - κοινόχρηστη οδό πλάτους 2,50-2,60 μ. και ότι ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, περιστατικά εντελώς αναληθή και έχοντα έννομες συνέπειες, μολονότι γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές αφού η ανωτέρω οδός, όπως περιγράφετο στα συμβόλαια και στα σχετικά με αυτά τοπογραφικά διαγράμματα των δικαιοπαρόχων του των οποίων, όπως ο ίδιος ανέφερε στην απολογία του, είχε λάβει γνώση - στην πραγματικότητα ήταν ιδιωτική οδός και όχι δημοτική, πλάτους 2 μέτρων και όχι 2,50-2,60 μ. και ειδικότερα η συγκεκριμένη αυτή εδαφική λωρίδα, όπως και ο ίδιος γνώριζε, δημιουργήθηκε κατά το έτος 1960, σε βάρος του ακινήτου του Μ. Λ. (δικαιοπαρόχου και πατέρα της Ι. Τ.) του οποίου αποτελούσε τμήμα και αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του ακινήτου του Γ. Α., κατ' επέκταση δε αποτελούσε δουλεία διόδου, με δουλεύον ακίνητο το ένδικο ακίνητο, το οποίο πώλησε η Ι. Τ. στον α' κατηγορούμενο και τη σύζυγό του, τούτο δε έπραξε με σκοπό να βεβαιωθούν τα αναληθή αυτά περιστατικά στο πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, με τη χρήση του οποίου καθώς και του προσαρτηθέντος σε αυτό τοπογραφικού διαγράμματος του Σ. Ζ., να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια Πολεοδομία για έκδοση οικοδομικής άδειας και ανοικοδόμηση επ' αυτού. Ο ίδιος ως άνω Α' κατηγορούμενος, επίσης, στη Νάξο, στις 3.5.2004, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ήτοι, την 24.12.2003 υπέβαλε στο Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου, αίτησή του για χορήγηση οικοδομικής άδειας για κατασκευή διώροφου συγκροτήματος 4 διαμερισμάτων και μονοκατοικίας με υπόγειο στο προπεριγραφόμενο ακίνητο το οποίο είχε αγοράσει. Με την αίτησή του αυτή συνυπέβαλε ως απαραίτητα δικαιολογητικά, μεταξύ άλλων, αφενός μεν το αρ. .../16.7.2003 ψευδές κατά το περιεχόμενό του συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ένδικου ακινήτου, το οποίο με τον προεκτεθέντα τρόπο είχε υφαρπάξει, αφετέρου δε, το από Ιουλίου 2003, ομοίως ψευδές κατά περιεχόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Β' κατηγορουμένου Σ. Ζ., τοπογράφου - μηχανικού, με βάση τα οποία, το ένδικο ακίνητο εμφανιζόταν να συνορεύει στη νότια πλευρά, δήθεν με δημοτική - κοινόχρηστη οδό, πλάτους 2,50 - 2,60 μ. και να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, γεγονός αναληθές, διότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το ακίνητο αυτό στη νότια του πλευρά συνόρευε με ιδιωτική οδό - δουλεία διόδου, πλάτους 2 μέτρων, κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσε να ανοικοδομηθεί. Με την ενέργειά του αυτή, ο Α' κατηγορούμενος πέτυχε να εκδοθεί στο όνομά του (και σ' αυτό της συζύγου του) η αρ. 297/3.5.2004 οικοδομική άδεια από το Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου, με την οποία θα μπορούσαν να κατασκευάσουν διώροφο συγκρότημα 4 διαμερισμάτων και μονοκατοικία με υπόγειο, για την έκδοση της οποίας (οικοδ. αδείας) οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Πολεοδ. Γραφείου Νάξου, παραπλανηθέντες και εξαπατηθέντες από τον ως άνω κατηγορούμενο, έλαβαν υπόψη τους, με βάση το υποβληθέν συμβόλαιο και το προσαρτηθέν σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, τις διατάξεις του από 14.7.1988 (ΦΕΚ 504Δ/14.7.1988...), σύμφωνα με το οποίο, .... Κατά συνέπεια, το ένδικο οικόπεδο, δεν θα ήταν δυνατόν να ανοικοδομηθεί, καθόσον, αφενός μεν, δεν είχε πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο, αφετέρου δε, δεν τέθηκε με συμβολαιογραφική πράξη σε κοινή χρήση, έκταση συνολικού πλάτους 4 μέτρων, για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου ...Ο Α' κατηγορούμενος, εξάλλου, στη Νάξο, κατά τους πιο κάτω χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς και ανέφερε γι' αυτόν, ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτές και συγκεκριμένα: 1) Την 23.12.2004 υπέβαλε στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Νάξου την από 20.12.2004 αναφορά - αίτησή του, με την οποία κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς την πολιτικώς ενάγουσα, ... , για δήθεν αυθαίρετη κατάληψη δημοτικής - κοινόχρηστης οδού, μολονότι γνώριζε ότι η συγκεκριμένη οδός είναι ιδιωτική και είχε παραχωρηθεί ως δουλεία διόδου σε βάρος του δικού του ακινήτου. Ειδικότερα, με την ως άνω αναφορά - αίτησή του, κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς την πολιτικώς ενάγουσα, ... , με σκοπό να προκαλέσει την ποινική της δίωξη, ότι "... Με το ... /16.7.2003 συμβόλαιο ... αγόρασα το περιγραφόμενο σε αυτό ακίνητο ... . Προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα ανέγερσης οικοδομής παραχώρησα λωρίδα οδού πλάτους 2,50 μ. - 2,60 μ. και μήκους 24,85 μ. νοτίως του οικοπέδου μας ... . Ξαφνικά, όταν άρχισα οικοδομικές εργασίες επί του οικοπέδου μου, βάσει νόμιμης οικοδομικής άδειας, στα σημεία ... οι ιδιοκτήτες της οικίας Σ. και Δ. Π. , στα νότια όρια του δρόμου αυτού ...". 2) Την 12.1.2005 υπέβαλε εκ νέου αναφορά ("υπόμνηση") στο Δήμο Νάξου σε βάρος της ως άνω πολιτικώς ενάγουσας, με την οποία την κατήγγειλε εκ νέου, εν γνώσει του ψευδώς για δήθεν αυθαίρετη κατάληψη δημοτικής - κοινόχρηστης οδού, που αφορά την πιο πάνω δουλεία διόδου. Συγκεκριμένα, με την ως άνω καταγγελία του, ανέφερε εν γνώσει του ψευδώς, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της πολιτικώς ενάγουσας ότι: "... Όπως γνωρίζετε έχω υποβάλλει ... σχετικά με την παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη κοινοχρήστων χώρων από την Σ. Π. ... Από την αναμενόμενη απάντησή σας προσδοκώ να ενημερώσω τις εισαγγελικές και λοιπές Αρχές, για την απόδοση ευθυνών, ώστε η διάνοιξη των κοινόχρηστών χώρων σας αναφέρω, συντελεστεί άμεσα ...". Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του Α' κατ/νου Γ. Κ., ότι εκτός από το πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο συγκατηγορούμενός του, επιπλέον και τα τοπογραφικά διαγράμματα της πολιτικώς ενάγουσας Σ. Π., περιέγραφαν την ένδικη οδό ως δημοτική, δεν αναιρεί τη δική του ευθύνη και το δόλο του, καθόσον όπως ο ίδιος ανέφερε, γνώση των προαναφερομένων τοπογραφικών διαγραμμάτων, έλαβε μετά την έναρξη της αντιδικίας του με την πολιτικώς ενάγουσα και αφού ήδη είχαν υποβληθεί σε βάρος του μήνυσης. Επίσης, αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός των ως άνω (α-β) κατηγορουμένων ότι, δηλαδή, διέλαβαν ότι η ένδικη οδός η οποία οδηγούσε στην ερειπωμένη οικία του Α., ήτοι σε αδιέξοδο, ήταν δημοτική, ενόψει του ότι, όπως διαπίστωσαν, "η οικία της πολιτικώς ενάγουσας είχε παράθυρα προς αυτήν", είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός τους αυτός, διότι η εν λόγω κατασκευή (άνοιγμα παραθύρων) δεν αποτελεί κριτήριο και γνώμονα σε ένα μέτριο και συνετό άνθρωπο για το χαρακτηρισμό μιας οδού ως δημοτικής, καθόσον μπορεί η ύπαρξη παραθύρων να ήταν αυθαίρετη, λαμβανομένης υπόψη της θέσης και της κατάστασης της συγκεκριμένης οδού, όπως αυτή αποτυπώνεται στις επιδειχθείσες στο δικαστήριο φωτογραφίες που λήφθηκαν υπόψη και από τις οποίες προκύπτει αναμφισβήτητα ότι η εν λόγω οδός σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι δημοτική. Τέλος, το ότι η ως άνω οδός ουδέποτε ήταν δημοτική αλλά, αντίθετα, αποτελούσε δουλεία διόδου σε βάρος του ακινήτου το οποίο αγόρασε ο Α' κατηγορούμενος με τη σύζυγό του, το αποδέχθηκε αναμφίβολα και ο ίδιος στη σχετική αγωγή που άσκησε σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας καθώς και σε όλα τα δικόγραφά του που υπέβαλε ενόψει της ανοιγείσας αυτής δίκης, στοιχείο από το οποίο αποδεικνύεται και ενισχύεται η γνώση του για την κατάσταση της οδού και η εντεύθεν στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων που του αποδίδονται. Κατά συνέπεια των όσων προαναφέρθηκαν και τα οποία προέκυψαν ως αληθή και βάσιμα, τόσο από τις καταθέσεις στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου των ... όσο και από την ανάγνωση των εγγράφων της δικογραφίας, ενώ ο μάρτυρας υπερασπίσεως του Α' κατηγορουμένου είναι μόνιμος κάτοικος Αθηνών και δεν έχει άμεση αντίληψη των περιστατικών στα οποία βασίζεται η υπό κρίση διαφορά, ό,τι δε αυτός γνωρίζει είναι από όσα του έχει αναφέρει ο ίδιος ο Α' κατηγορούμενος, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, ήτοι της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και όχι κατά συρροή, κατ' επιτρεπτή μεταβολή του κατηγορητηρίου (Α' κατηγορούμενος) και της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση (Α' κατηγορούμενος) ... ". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση...Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2α, 94, 98, 220 παρ. 1 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς αμφότερα τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε επισημαίνονται τα ακόλουθα όσον αφορά το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης α) σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων ενεργώντας εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στη συμβολαιογράφο Αθηνών Παρασκευή Κουτσοπούλου - Χατζηαντωνίου με την ιδιότητά του ως συναγοραστής (η ετέρα συναγοράστρια ήταν η σύζυγός του Ά. Ν.) ότι το πωλούμενο από την Ι. Τ. οικόπεδο, που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού Τριπόδων Νάξου και στην περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος Βίβλου, του Δήμου Νάξου, στη θέση ..., ότι συνορεύει, μεταξύ άλλων, νότια σε πρόσωπο 24,85 μέτρων δήθεν με δημοτική οδό πλάτους 2,50-2,60 μέτρων, β) με επιμέλεια και ευθύνη και του αναιρεσείοντος προσαρτήθηκε στο ως άνω συμβόλαιο το σχετικό από Ιουλίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Σ. Ζ. (συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος), που προσυπέγραψαν άπαντες οι συμβαλλόμενοι, στο οποίο εμφανίζεται αναληθώς η ως άνω έκταση ως δημοτική - κοινόχρηστη οδός, γ) η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος, εξαιτίας των προαναφερομένων περιστατικών, εξαπατήθηκε κατά τη σύνταξη του προμνημονευόμενου συμβολαίου της και βεβαίωσε το αναληθές περιστατικό ως προς το νότιο σύνορο του πωληθέντος οικοπέδου και ειδικότερα την ιδιότητα αυτού ως δημοτικής - κοινόχρηστης οδού ενώ το αληθές ήταν ότι επρόκειτο περί ιδιωτικής οδού και αποτελούσε δουλεία διόδου σε βάρος του ακινήτου του ... και υπέρ του ομόρου ακινήτου (δεσπόζοντος) του ... Όσον αφορά τη χρήση του πλαστού εγγράφου: Τα ως άνω δύο έγγραφα, αναληθή εν μέρει ως προς τα σ' αυτά βεβαιούμενα στοιχεία, υπέβαλε μαζί με άλλα δικαιολογητικά ο αναιρεσείων στο Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου και πέτυχε με την παραπλάνηση και εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων της εν λόγω υπηρεσίας να εκδοθεί η υπ' αριθμ. 297/3.5.2004 οικοδομική άδεια, με την οποία είχε δικαίωμα αυτός (αναιρεσείων) και η συνιδιοκτήτρια του οικοπέδου σύζυγός του Ά. Ν. να κατασκευάσουν επί του οικοπέδου αυτού διώροφο συγκρότημα 4 διαμερισμάτων και μονοκατοικία με υπόγειο, με την προϋπόθεση, ότι το εν λόγω οικόπεδο είχε ελάχιστο πρόσωπο 12 μέτρων σε κοινόχρηστο χώρο ή σε χώρο που είχε τεθεί νομότυπα σε κοινή χρήση, το οποίο όμως δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση με το αγορασμένο από τους αναιρεσείοντα και σύζυγό του Ά. Ν. οικόπεδο. Και τέλος, όσο αφορά το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης, σαφώς και ορισμένως αναφέρονται στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης οι δύο περιπτώσεις της ψευδούς καταμήνυσης της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας Σ. Π. (την 23.12.2004 υποβάλλοντας την από 20.12.2004 αναφορά της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Νάξου και την 12.1.2005 με την υποβολή εν νέου αναφοράς (υπομνήματος) του προς το Δήμο Νάξου), με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη αυτής για τέλεση αξιοποίνων πράξεων σχετικών με την καταπάτηση από εκείνη μέρους της φερόμενης ως δημοτικής κοινόχρηστης οδού, ανεξαρτήτως του ότι δεν επιτεύχθηκε ο σκοπό του αυτός.
Συνεπώς όλες οι περί του αντιθέτου των προεκτιθεμένων αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες στο σύνολό τους ως αβάσιμες. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ αναφερόμενοι ως δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και αμφότεροι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης από την ίδια ως άνω απόφαση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου των ως άνω λόγων αναιρέσεως, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό προς την υπ' αριθμ. 398/2008 πρωτόδικη (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου) το Εφετείο Αιγαίου καίτοι επιλήφθηκε της υποθέσεως, συνεπεία εφέσεως της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Νάξου κατά την άνω αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα και τον επίσης αθωωθέντα συγκατηγορούμενό του ..., επέτρεψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του την παράσταση της παραστάσεως Σ. Π. του Ιωάννη ως πολιτικώς ενάγουσας στον πρώτο βαθμό, εκτός του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεώς της, και για το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας (...). Η τοιαύτη παράσταση της Σ. Π. στο δεύτερο βαθμό είναι σύννομη και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε εκ της ανωτέρω παράστασης της πολιτικώς ενάγουσας κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου η σχετική με τον λόγο αυτό αιτίαση του αναιρεσείοντος ως προς την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για παραβίαση της εκ του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αρχής για δίκαιη δίκη, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών εκ μέρους του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Μετά από όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι ...".
Από το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής προκύπτουν, σε σχέση με τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους της από 22.3.2011 αιτήσεως αναιρέσεως, στους οποίους αφορά η ένδικη αίτηση, τα ακόλουθα: Α) Ο Άρειος Πάγος ερεύνησε και ρητώς απέρριψε τον περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων λόγο, ως προς τον οποίο δέχθηκε ότι το δικάσαν Εφετείο, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94, 98, 220 παρ. 1 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Στην παραδοχή αυτή περιλαμβάνεται, έστω και αν δεν αναφέρεται ρητά, και απόρριψη της αιτιάσεως του αναιρεσείοντος ότι δεν στοιχειοθετείτο η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, για το λόγο ότι η συμβολαιογράφος που συνέταξε το επίδικο συμβόλαιο δεν είχε αρμοδιότητα να ελέγξει και να βεβαιώσει αν οι δηλώσεις, ενώπιον αυτής, του αναιρεσείοντος ήταν αληθείς, δεν ασκεί δε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επιρροή αν η κρίση αυτή του Αρείου Πάγου είναι ορθή ή όχι. Το αυτό ισχύει και ως προς την υφαρπαγή της οικοδομικής αδείας με τη χρήση του ως άνω συμβολαίου, ενώ το γεγονός ότι η εν λόγω οικοδομική άδεια δεν ανακλήθηκε δεν αίρει το αξιόποινο της πράξεως που τέλεσε ο αναιρεσείων και η σχετική αιτίαση που πρότεινε αυτός δεν ήταν νόμιμη, οπότε ο Άρειος Πάγος δεν υπεχρεούτο να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα. Και ναι μεν, στη σελίδα 34 της υπ` αριθ. 1212/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, γίνεται λόγος, όσον αφορά την υφαρπαγή της οικοδομικής αδείας, για "χρήση πλαστού εγγράφου", πλην τούτο οφείλεται σε ατυχή έκφραση, από το σύνολο δε των σχετικών με τη "χρήση" παραδοχών προκύπτει ότι επρόκειτο για τα δύο έγγραφα (συμβόλαιο και τοπογραφικό διάγραμμα), τα οποία δεν ήταν βεβαίως πλαστά, αλλά ήταν αναληθή εν μέρει ως προς τα σ` αυτά βεβαιούμενα στοιχεία και υποβλήθηκαν στο Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου, από το οποίο εκδόθηκε η οικοδομική άδεια. Ακόμη, απέρριψε την αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 229§1 του ΠΚ, αφού η πολιτικώς ενάγουσα είχε καταδικασθεί αμετακλήτως για αυθαίρετη κατασκευή τοιχίου και αναγνωρίστηκε αμετακλήτως ότι αυτή είχε παρανόμως καταλάβει την επίδικη εδαφική λωρίδα, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε τις ως άνω αναφορές "με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της πολιτικώς ενάγουσας για τέλεση αξιοποίνων πράξεων σχετικών με την καταπάτηση από εκείνη μέρους της φερόμενης ως δημοτικής κοινόχρηστης οδού, ανεξαρτήτως του ότι δεν επιτεύχθηκε ο σκοπό του αυτός", δεν δέχθηκε, δηλαδή, ότι η πολιτικώς ενάγουσα είχε καταδικασθεί αμετακλήτως για τις πράξεις που περιέχονταν στις αναφορές και ότι, επομένως, δεν στοιχειοθετείτο το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, το οποίο τέλεσε ο αναιρεσείων σε βάρος της. Β) Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος ερεύνησε και ρητώς απέρριψε όλες τις αιτιάσεις σχετικά με το παραδεκτό της εφέσεως, την οποία είχε ασκήσει η Εισαγγελέας κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα α) δέχθηκε ότι στα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονταν στην έφεση περιλαμβανόταν και η χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, έστω και αν δεν αναφερόταν ρητά σ` αυτήν, β) η αιτίαση ότι ασκήθηκε έφεση μόνο σε βάρος του αναιρεσείοντος, παρά το ότι η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση αφορούσε και τη σύζυγό του, η οποία κατηγορείτο για από κοινού τέλεση της πράξεως με αυτόν, δεν ήταν νόμιμη, γιατί αφορούσε ζήτημα ουσιαστικής κρίσεως, και το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει, γ) κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, στην έφεση εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην ως άνω αθωωτική απόφαση, με αναφορά στα προκύψαντα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων πραγματικών γεγονότα, τα οποία συγκροτούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των αξιοποίνων πράξεων της υφαρπαγής της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες ζητεί την επανεξέταση της υποθέσεως και την ενοχή του κατηγορουμένου και δ) δεν απαιτείτο η αξιολόγηση ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, το οποίο είχε εκτιμηθεί εσφαλμένα από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Γ) Τέλος, ο Άρειος Πάγος ερεύνησε και ρητώς απέρριψε την, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, αιτίαση σχετικά με την παράσταση της εγκαλούσας ως πολιτικώς ενάγουσας, με την παραδοχή (η ορθότητα της οποίας, όπως προεκτέθηκε, δεν κρίνεται στα πλαίσια της ένδικης αιτήσεως) ότι η παράσταση αυτής ήταν σύννομη και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ο δε αναιρεσείων δεν είχε στερηθεί από την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος, ενώ η αιτίαση για παραβίαση της εκ του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αρχής για δίκαιη δίκη ήταν απαράδεκτη. Η δε, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, αιτίαση ως προς την παράσταση της πολιτικής αγωγής καταλαμβάνεται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, από την απορριπτική κρίση επί της αιτιάσεως για απόλυτη ακυρότητα, αν και χωρίς ειδική απορριπτική σκέψη, αφού το πραγματικό της ταυτίζεται με το πραγματικό εκείνης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού ο Άρειος Πάγος δεν παρέλειψε να ερευνήσει τους προταθέντες, με την από 22.3.2011 αίτηση, λόγους αναιρέσεως, που, κατά την κρινόμενη αίτηση, δεν ερευνήθηκαν ως προς ορισμένες, με αυτούς προτεινόμενες, αιτιάσεις, με την υπ` αριθ. 1212/2011 απόφασή του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η περί επανεξετάσεως των λόγων αυτών ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών - αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Σεπτεμβρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 7186/2011) αίτηση του Γ. Κ. του Α., για επανεξέταση των αναφερομένων στο σκεπτικό λόγων αναιρέσεως αυτού, κατά της υπ` αριθ. 10/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα-αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Εάν ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, να επανέλθει και να τον εξετάσει, διότι επί μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα από αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας. Δεν μπορεί να επανεξεταστεί λόγος, ο οποίος ερευνήθηκε και απορρίφθηκε εσφαλμένα. Το διατακτικό της αποφάσεως, με την οποία απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, αφορά, ακόμη και χωρίς ειδική απορριπτική σκέψη στο αιτιολογικό, και στους απαράδεκτους λόγους, καθώς και σ' αυτούς που το πραγματικό τους ταυτίζεται με άλλους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι ασκήθηκαν συνδυαστικά με εκείνους και κρίθηκαν ρητά απορριπτέοι. Απόρριψη αιτήσεως επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως, γιατί ο Άρειος Πάγος είχε κρίνει επί όλων των λόγων που είχαν προταθεί και είχε απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της, έστω και αν ορισμένες αιτιάσεις, που προβλήθηκαν στα πλαίσια των λόγων αυτών, δεν απορρίφθηκαν με χωριστή απορριπτική σκέψη. | null | null | 2 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1662/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2011 προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος G. ή G. T. ή T. του N., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Φυλακή Κασσάνδρας ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1831-1832/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2011 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 600/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό130/19.5.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: " Ι. Εισάγω, ενώπιον του Δικαστηρίου Σας σε Συμβούλιο σύμφωνα με τα άρθρα 525, 527 παρ. 1 και 3, και 528 παρ. 1 εδάφ. α' του ΚΠΔ, την από 19-4-2011 αίτηση του T. ή T. G. ή G. του N. και της M., που κρατείται στην Φυλακή της Κασσάνδρας, με την οποία ζητάει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του που περατώθηκε με την 1831-1832/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση τετελεσμένες και σε απόπειρα και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε ετών ενώ διατάχθηκε η απέλασή του από την χώρα, και εκθέτω τα εξής:
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για κακούργημα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς όφελος του αν, εκτός των άλλων, μετά την καταδίκη αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, από τα οποία προκύπτει φανερά ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1094/2006 ΠΧ! 2007.411, ΑΠ 1139/2003 ΠΔ! 2004.1325, Π. Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος "Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν ά. 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ! ΙΓ! 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007. σελ. 214 και 215). Εξάλλου δεν είναι επιτρεπτή η αίτηση επανάληψης του καταδικασθέντος κατηγορουμένου με την οποία ζητά να επαναληφθεί η διαδικασία επειδή προέκυψαν νέα γεγονότα από τα οποία συνάγεται ότι εσφαλμένα διατάχθηκε η απέλασή του αφού με αυτή δεν αμφισβητεί την ενοχή του και την καταδίκη του ( ΑΠ 2197/2002 Ποιν. Λόγος 2002.2460). Αρμόδιο για την αξιολόγηση τέτοιας αιτήσεως επαναλήψεως από τον καταδικασθέντα για κακούργημα από το Πενταμελές Εφετείο είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο.
ΙΙΙ. Ο αιτών με την παραπάνω αίτησή του ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του επειδή κατά την κρίση του εσφαλμένα διατάχθηκε η απέλασή του ως μέτρο ασφαλείας λόγω της καταδίκης του ενώ από νεώτερα στοιχεία που επικαλείται δεν έπρεπε να διαταχθεί αυτή επειδή έχει την ιδιότητα του ομογενούς από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Το αίτημά του αυτό, σύμφωνα με όσα παραπάνω (
ΙΙ) εκτέθηκαν, δεν δικαιολογεί την επανάληψη της διαδικασίας αφού με αυτό δεν προσβάλλεται το κεφάλαιο της καταδίκης του και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί. Ανεξάρτητα όμως από αυτό και εντελώς επικουρικά ο αιτών ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι είναι ομογενής. Επίσης και τα στοιχεία που τώρα επικαλείται για την ιδιότητα αυτή, και συγκεκριμένα: α) το πιστοποιητικό γεννήσεως του της 27-9-2000 β) την 163/11-1-2006 αίτηση την μητέρας του Μάρθας για απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας γ) το πιστοποιητικό λύσης του γάμου της μητέρας του από 20-8-2001 δ) το πιστοποιητικό γέννησης της αδελφής του Οξάνα και απόκτησης δημοτικότητας στην Θεσσαλονίκη από 23-7-2009 ε) το δελτίο ταυτότητας αυτής από 3-3-2005 στ) την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από αυτή στις 30-1-2004 ζ) το δελτίο ταυτότητας από 2-8-2004 του αδελφού Σάββα, ήσαν γνωστά σ' αυτόν και παρά ταύτα δεν τα προσκόμισε στο δικαστήριο στις 20-9-2009 και δεν τα επικαλέστηκε παρά το ότι υπήρχαν. Ακόμα και η βεβαίωση 10571/2-3-2011 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης που προσκομίζει, σύμφωνα με την οποία η μητέρα του Μάρθα έχει την ιδιότητα του ομογενούς, δεν σημαίνει ότι και ο ίδιος αυτόματα είναι ομογενής. Τέλος όλα αυτά τα στοιχεία, εκτός του ότι δεν είναι ικανά να ανατρέψουν την απέλαση που διατάχθηκε, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσουν φανερά στην αθώωση του αιτούντα κατηγορουμένου που είναι απαραίτητος στοιχείο αποδοχής της παραπάνω αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας. Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή επαναλήψεως της διαδικασίας είναι απαράδεκτη και επικουρικά αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντα τα δικαστικά έξοδα από 250 ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/23-12-2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 19-4-2011 αίτηση του T. ή T. G. ή G. του N. και της M., που κρατείται στην Φυλακή της Κασσάνδρας, με την οποία ζητάει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του που περατώθηκε με την 1831-1832/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση τετελεσμένες και σε απόπειρα και ειδικότερα κατά του κεφαλαίου αυτής με το οποίο διατάχθηκε η απέλασή του από την χώρα και Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντα τα δικαστικά έξοδα από 250 ευρώ." Αθήνα, 18 Μαΐου 2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε Τον αιτούντα που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και, Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες πέντε περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και "αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Εξάλλου δεν είναι επιτρεπτή η αίτηση επανάληψης της ποινικής διαδικασίας, με την οποία ο καταδικασθείς κατηγορούμενος ζητεί να επαναληφθεί η διαδικασία επειδή προέκυψαν νέα γεγονότα από τα οποία συνάγεται ότι εσφαλμένα διατάχθηκε η απέλασή του από τη Χώρα, εφόσον με αυτή δεν αμφισβητεί την ενοχή του και την καταδίκη του. Αρμόδιο δε προς εκδίκαση μιας τέτοιας αίτησης επανάληψης της ποινικής διαδικασίας για κακούργημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αιτών, από το Πενταμελές Εφετείο, είναι σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. Με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του, επειδή, κατά την κρίση του εσφαλμένα διατάχθηκε η απέλασή του, ως μέτρο ασφαλείας, λόγω της καταδίκης του, ενώ από νεότερα στοιχεία, που επικαλείται, δεν έπρεπε να διαταχθεί αυτή, διότι έχει την ιδιότητα του ομογενούς από την πρώην Σοβιετική Ένωση και συγκεκριμένα από τη Γεωργία. Από την με επίκληση προσκομιζόμενη αμετάκλητη απόφαση 1831-1832/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει, ότι, με αυτή, ο αιτών καταδικάστηκε για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση τετελεσμένες και σε απόπειρα και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε ετών, επί πλέον δε διατάχθηκε κατ' αυτού, ως αλλοδαπού, η απέλασή του από τη Χώρα, ως μέτρο ασφαλείας. Ενόψει των παραπάνω, εφόσον ο αιτών, με την κρινόμενη αίτησή του, δεν επικαλείται νέα άγνωστα γεγονότα ή αποδείξεις, που να αποδεικνύουν την αθωότητά του, όπως απαιτεί το προαναφερθέν άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, αλλά βάλλει κατά του μέρους της απόφασης που, πλην της κύριας ποινής κάθειρξης πέντε ετών, επέβαλε σ' αυτόν το προδιαληφθέν μέτρο ασφαλείας, η αίτηση αυτή τυγχάνει απαράδεκτη και πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 15 Μαρτίου 2011, αίτηση του G. ή G. T. ή T. του N., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Φυλακή Κασσάνδρας, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με τη 1831-1832/2009 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, ώστε ν’ απαληφθεί η περί απέλασης από τη χώρα του αιτούντος - καταδικασθέντος διάταξη της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, λόγω ελληνικής καταγωγής αυτού. Ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι από εκείνους που περιοριστικά διαλαμβάνονται στο άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη. | null | null | 1 |
Αριθμός 1633/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 7078/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενο τον Ι. Β. του Κ. κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρήστο Μυλωνόπουλο, Αντώνιο Αργυρό και Βασίλειο Χειρδάρη και πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Κ. του Ν., κάτοικο ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Ανδρουλάκη και Ιωάννη Παπαδογιαννάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 3/3 Φεβρουαρίου 2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 169/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους του πολιτικώς ενάγοντος και του κατηγορουμένου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεως του. Δεν απαιτείται, όμως, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να είναι η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του. Εξάλλου κατά το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να εγνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 367 Π.Κ. προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων των άρθρων 361 και 362 ΠΚ αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν η προσβλητική της τιμής ή της υπόληψης εκδήλωση του δράστη γίνεται για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αποτελεί in concreto το επιβαλλόμενο, κατ' αντικειμενική κρίση, αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση του καθήκοντος, τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η κατ' άλλο τρόπο πραγματοποίησή τους. Όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής ή υβριστικής εκδήλωσης και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη όταν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις που έγινε προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. Η παραδοχή του ως άνω ισχυρισμού, περί άρσεως του αδίκου των άνω πράξεων, που είναι αυτοτελής, με την έννοια ότι η αποδοχή του άγει στην κατάλυση της κατηγορίας και την αθώωση του κατηγορουμένου, επιβάλλει στο δικαστήριο, να διαλάβει στην απόφασή του, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αυτός δεν υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για την διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.7078/2010 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Ι. Β., της αποδιδόμενης σ'αυτόν αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης. Από την άνω απόφαση προκύπτει ότι, το παραπάνω Δικαστήριο, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων ομοίων με τις προεκτεθείσες, δέχθηκε, αφού εκτίμησε τα αναφερόμενα σ'αυτή, κατ'είδος, αποδεικτικά μέσα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω ενδιαφέροντα και έχοντα σχέση με τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως:
"Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 ο εγκαλών και ο κατηγορούμενος ήταν καθηγητές στο Ε.Μ.Π. του Εργαστηρίου Μεταλλικών Κατασκευών του τομέα Δομοστατικής. Τον μήνα Μάϊο του 2003 και οι δύο ήταν διδάσκοντες του Εργαστηρίου Μεταλλικών Κατασκευών. Ο εγκαλών ήταν διευθυντής του Εργαστηρίου Μεταλλικών Κατασκευών. Κατά τον μήνα Μάϊο κάθε έτους συντάσσονται οι καταστάσεις για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος, με τα ονόματα των διδασκόντων ανά μάθημα με τα αντίστοιχα διδακτικά βιβλία για κάθε ένα από αυτά. Ο εγκαλών ως Διευθυντής του Εργαστηρίου Μεταλλικών κατασκευών συνέτασσε κάθε χρόνο τις καταστάσεις αυτές.
Η Γενική Συνέλευση του Τομέα Δομοστατικής, στο οποίο υπάγεται το Εργαστήριο Μεταλλικών Κατασκευών στις 9.5.2003 ενέκρινε την εκτύπωση και διανομή στους σπουδαστές των διδακτικών βιβλίων και σημειώσεων για τη διδασκαλία των μαθημάτων του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004, χωρίς να υπάρχουν καταστάσεις.
Στις 15.5.2003 διαμορφώθηκε στο άνω Εργαστήριο μία κατάσταση σύμφωνα με την οποία για το μάθημα Σιδηρές κατασκευές Ι δυο παραλλήλων τμημάτων, για το 7° Εξ., ο κατηγορούμενος ήταν συντονιστής, ήταν επίσης αυτός και διδάσκων, ενώ δεν ήταν διδάσκων ο εγκαλών, του μαθήματος αυτού. Ως διδακτικό βοήθημα για το μάθημα αυτό αναφερόταν στην κατάσταση αυτή το βιβλίο του εγκαλούντος Σιδηρές Κατασκευές.
Για το μάθημα Σιδηρές II του 8ου εξαμήνου δύο επίσης παραλλήλων τμημάτων, με τους ίδιους διδάσκοντες και συντονιστή, όπως και για το 7° εξάμηνο, ως διδακτικά βοηθήματα αναφέρονται τα βιβλία του εγκαλούντος Σιδηρές Κατασκευές II και Κοίλες Διατομές και οι Σημειώσεις Εργαστηρίου του Ξ. Λιγνού.
Στη συνέχεια συντάχθηκε από το εργαστήριο η από 5.6.2003 κατάσταση, σύμφωνα με την οποία για το μάθημα Σιδηρές Κατασκευές Ι με δύο παράλληλα τμήματα και για το 7° εξάμηνο διδάσκοντες ήταν οι αναφερόμενοι και στην από 15.5.2003 κατάσταση, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος και διδακτικά βιβλία για το μάθημα αυτό ήταν δύο. Σιδηρές Κατασκευές Ι του εγκαλούντος και Σιδηρές Κατασκευές του Κατηγορουμένου. Το δεύτερο αυτό βιβλίο του κατηγορουμένου ήταν υπό έκδοση.
Για το 8° εξάμηνο, για το μάθημα Σιδηρές Κατασκευές II, με δύο παράλληλα τμήματα, διδάσκοντες ήταν οι ίδιοι όπως και στο 7° εξάμηνο, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος. Διδακτικά βιβλία δε ήταν το βιβλίο του εγκαλούντος Σιδηρές Κατασκευές II και το βιβλίο Σιδηρές Κατασκευές Ι των Ι.Β. (κατηγορουμένου), Ι.Ε., Γ.Ι.. Αντίγραφο της κατάστασης αυτής χορηγήθηκε από την γραμματέα του άνω Εργαστηρίου Μ. Α., στον κατηγορούμενο και τον εγκαλούντα.
Στις 17.6.2003 ο εγκαλών ζήτησε από την Γραμματέα Μ. Α. την κατάσταση διδασκόντων, μαθημάτων και προτεινομένων βιβλίων για να την αποστείλει στον Τομέα Δομοστατικής για έγκριση. Τότε διαπίστωσε ότι η κατάσταση αυτή περιείχε και το βιβλίο του κατηγορουμένου "Σιδηρές Κατασκευές", το οποίο δεν είχε αντιληφθεί όταν υπέγραψε την από 5.6.2003 (κατάσταση) λόγω απορροφήσεως του σε τηλεφωνική επικοινωνία, όπως δέχθηκε η αναγνωσθείσα 7612/2009 απόφαση του Τρ. Εφ. Αθ. Ο εγκαλών διέγραψε το βιβλίο του κατηγορουμένου από την κατάσταση και στη θέση του ενέταξε το βιβλίο "Σιδηρές Κατασκευές" των Ι. Β., Ι.Ε., Γ. Ι.. Το βιβλίο αυτό στην από 5.6.2003 κατάσταση, της οποίας, όπως προεκτέθηκε, είχε λάβει αντίγραφο ο κατηγορούμενος ήταν το δεύτερο προτεινόμενο διδακτικό βιβλίο, για το 8° εξάμηνο στο μάθημα Σιδηρές Κατασκευές
ΙΙ.
Στην κατάσταση από 17.6.2003 για το 8° εξάμηνο, αντί του βιβλίου "Σιδηρές Κατασκευές II" των Ι. Β., Ι. Ε., Γ. Ι., που ήταν το δεύτερο βιβλίο της κατάστασης από 5.6.2003 αναγράφεται το βιβλίο του εγκαλούντος "Δυναμική των Συνεχών Ελαστικών Συστημάτων". Η κατάσταση αυτή του Εργαστηρίου Μεταλλικών Κατασκευών, υποβλήθηκε στον Τομέα Δομοστατικής για έγκριση από τη Γενική Συνέλευση του Τομέα.
Ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του ως συντονιστή των μαθημάτων Σιδηρές Κατασκευές Ι και II 7ου και 8ου εξαμήνου, είχε προτείνει προς διανομή τα βιβλία που είχαν συμπεριληφθεί στην κατάσταση από 5.6.2003. Για το 7° εξάμηνο, δεύτερο προτεινόμενο βιβλίο ήταν το υπό έκδοση βιβλίο του "Σιδηρές Κατασκευές".
Ο εγκαλών απέστειλε προς τον Δ/ντή του Τομέα Δομοστατικής το από 25.6.2003 έγγραφο, με το οποίο τον ενημέρωνε για την αποστολή του αμέσως προηγουμένως αναφερθέντος εγγράφου του κατηγορουμένου. Σημείωνε δε στο έγγραφο αυτό ότι η πρόταση για διδακτικά βοηθήματα γίνεται αποκλειστικά από τον διδάσκοντα κάθε μαθήματος, ανεξαρτήτως βαθμίδος και όχι από τον συντονιστή.
Κατά τη Γενική Συνέλευση του Τομέα Δομοστατικής, στην οποία ήταν παρόντες ο εγκαλών και ο κατηγορούμενος, ο κατηγορούμενος προσκόμισε το υπό έκδοση βιβλίο του, το οποίο ζήτησε να συμπεριληφθεί στα προς διανομή διδακτικά βοηθήματα. Ο εγκαλών επικαλέσθηκε πληροφορίες για ύπαρξη λαθών και ζήτησε να μη γίνει η διανομή του, πριν αναγνωσθεί από μέλη ΔΕΠ. Αποφασίσθηκε δε από τα παριστάμενα μέλη της Γ.Σ. να επανέλθει το θέμα στον Τομέα προς έγκριση, μετά από συνεννόηση των μελών ΔΕΠ του Εργαστηρίου Μεταλλικών Κατασκευών, που εμπλέκονται στα εν λόγω μαθήματα.
Ο εγκαλών ως Δ/ντής του Εργαστηρίου Μεταλλικών κατασκευών εξέλαβε την εντολή του Τομέα σαν εντολή κρίσης του βιβλίου του κατηγορουμένου. Αντιμετώπισε άρνηση ορισμένων από τα μέλη του Εργαστηρίου, στα οποία απευθύνθηκε και αφού αντάλλαξε απόψεις με άλλα μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) του Τομέα, σχετικά με τον τρόπο που έπρεπε να κριθεί η καταλληλότητα του βιβλίου του κατηγορουμένου, αποφάσισε να ακολουθήσει την διαδικασία των ανωνύμων κρίσεων, η οποία ακολουθείται διεθνώς για κρίσεις εργασιών προς δημοσίευση σε περιοδικά και από εκδοτικούς οίκους για βιβλία που πρόκειται να εκδώσουν. Την άποψη αυτή εξέφρασαν εγγράφως, ο καθηγητής Ι. Κ. με το αναγνωσθέν από 14.10.2003 έγγραφο του και το μέλος ΔΕΠ του Τομέα Δομοστατικής Βλάσης Κ.ς, με το από 21.10.2003 έγγραφο του.
Ο Δ/ντής του Τομέα Δομοστατικής με το 641/20.10.2003 έγγραφο του, που αναγνώσθηκε, ζήτησε από τον εγκαλούντα την εισαγωγή προς συζήτηση, σε σχετική συνεδρίαση των Μελών του Εργαστηρίου (Σιδηρών Κατασκευών) το θέμα που αφορούσε την διανομή συγγραμμάτων ακαδημαϊκού έτους 2003-2004, κατόπιν της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης του Τομέα.
Στις 4.12.2003 ο κατηγορούμενος απέστειλε προς τον Δ/ντή του Τομέα Δομοστατικής Γ. Μ. έγγραφο με θέμα "Συγγράμματα Σιδηρών Κατασκευών". Με το έγγραφο αυτό εξέθετε ότι με το 641/20.10.2003 έγγραφο του (Γ. Μ.υ) είχε ζητήσει την εισαγωγή για συζήτηση σε συνεδρίαση των μελών του εργαστηρίου το θέμα της διανομής συγγραμμάτων. Ότι στην από 4.12.2003 συνεδρίαση της Γ.Σ. του Τομέα Δομοστατικής δεν συζητήθηκε το θέμα αυτό, παρόλο τον επείγοντα χαρακτήρα, αφού βρίσκονται στο μέσο του εξαμήνου. Ότι στη Γ.Σ. υποστηρίχθηκε ότι έχει ληφθεί απόφαση από τη Γ.Σ. και τον Τομέα για τη διανομή συγγραμμάτων των μαθημάτων αυτών, ήδη από τον Μάϊο του 2003. Ζητούσε δε να τον ενημερώσει αν υπάρχει απόφαση του Τομέα Δομοστατικής για τη διανομή συγγραμμάτων, στα μαθήματα Σιδηρών Κατασκευών Ακαδ. Έτους 2003-2004 από τον Μάϊο. Ζητούσε επίσης να τον ενημερώσει, αν όντως υπάρχει απόφαση, γιατί απέστειλε την επιστολή στον εγκαλούντα και αν δεν υπάρχει γιατί δεν εισήγαγε για συζήτηση το θέμα στη Γ.Σ. του Τομέα. Την επιστολή αυτή κοινοποίησε και προς τον Καθηγητή Ε. Π., ο οποίος ήταν Δ/ντής του Τομέα Δομοστατικής κατά την περίοδο εκείνη.
Ο Δ/ντής του Τομέα Δομοστατικής Γ. Μ.ς, με το 705/10.12.2003 έγγραφο του, που αναγνώσθηκε, αφού του αναφέρει ότι αποπειράται (ο κατηγορούμενος) να τον εμπλέξει σε ένα θέμα όπου προσπαθεί να παραμείνει αμέτοχος σχετικά με την από 20.10.2003 επιστολή προς τον εγκαλούντα. Στη συνέχεια εκθέτει ότι την επιστολή αυτή απέστειλε επειδή το είχε ζητήσει προφορικά ο κατηγορούμενος και ότι την απέστειλε ανεξάρτητα από το αν υπήρχε απόφαση διανομής των βιβλίων. Εξέθετε επίσης ότι σε προφορικές οχλήσεις του προς τον εγκαλούντα τον είχε ενημερώσει ότι θα έχει σύντομα την γνώμη του εργαστηρίου τόσο για το πρόβλημα της διάθεσης του βιβλίου του κατηγορουμένου, όσο και για τα λάθη που εντοπίσθηκαν σε ορισμένα κεφάλαια του, για τα οποία αναφέρει ότι, όπως ο εγκαλών του είπε, είχε ενημερώσει τον κατηγορούμενο για λάθη που εντοπίσθηκαν, σε ορισμένα κεφάλαια του βιβλίου του.
Κατά τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης του Τομέα Δομοστατικής στις 4.3.2004 κατά την οποία ήταν παρόντες και ο κατηγορούμενος και ο εγκαλών, ο Δ/ντής ανακοίνωσε ότι ο εγκαλών απέστειλε επιστολή την 10/02 όπου αναφέρει ότι δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση της κριτικής του βιβλίου του κατηγορουμένου. Κατά τη Γ.Σ. του Εργαστηρίου Μεταλλικών Κατασκευών της 4 Μαΐου 2004 ο εγκαλών, σύμφωνα με το αναγνωσθέν πρακτικό ανέφερε ότι έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία κρίσεως της καταλληλότητας ως διδακτικού βοηθήματος του βιβλίου του κατηγορουμένου, με κάποια καθυστέρηση που δεν οφείλεται στον ίδιο, με το αξιοκρατικό σύστημα της διεθνώς εφαρμοζόμενης κριτικής των προς δημοσίευση εργασιών από κριτές και ότι: Εκπληρώνοντας το ανατεθέν σε αυτόν από τον Τομέα έργο θα στείλει τις σχετικές κριτικές στα μέλη ΔΕΠ σε κλειστούς φακέλους.
Σχετικά με το θέμα αυτό, κατά την υπογραφή του πρακτικού έχει σημειωθεί παρατήρηση από τον κατηγορούμενο ότι το θέμα αυτό απηχεί τις προσωπικές απόψεις του εγκαλούντος, ο οποίος ενημέρωσε μόνο τους καθηγητές, μετά την αποχώρηση των υπολοίπων μελών ΔΕΠ. Παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό έχει καταχωρήσει και ο καθηγητής Ι. Ε.. Εκθέτει ότι δεν πάρθηκε τέτοια απόφαση στον Τομέα, ότι δεν καταγράφεται εξ άλλου στα πρακτικά και δεν συζητήθηκε η εφαρμογή του αναφερόμενου συστήματος κριτικής για το συγκεκριμένο βιβλίο. Επί των παρατηρήσεων αυτών έχει καταχωρισθεί απάντηση του εγκαλούντος, ο οποίος εκθέτει ότι οι παρατηρήσεις των δύο μελών ΔΕΠ δεν διατυπώθηκαν κατά την συνεδρίαση αυτή και ότι η ακολουθηθείσα διαδικασία κρίσης του βιβλίου είχε ανακοινωθεί στη Γ.Σ. του Τομέα στις 4.3.2004.
Ο εγκαλών απέστειλε προς τον κατηγορούμενο την από 5.5.2004 επιστολή με την οποία ανέφερε τα εξής: "... Εν συνεχεία αποφάσεις του Τομέα Δομοστατικής και της από 20.10.2003 συνημμένης επιστολής του Διευθυντού του Τομέα αυτού Καθηγητού κ. Γ. Μ.υ, δια της οποίας ζητήθηκε η γνώμη του Εργαστηρίου μας για την καταλληλότητα του ως άνω βιβλίου ως διδακτικού βοηθήματος για τις σιδηρές κατασκευές (υπάρχει και ιδιόχειρο σημείωμα σας προς εμένα για επίσπευση της διαδικασίας), σας διαβιβάζω (όπως ήδη σας γνώρισα κατά τη συνεδρίαση του Εργαστηρίου της 4.5.04) επτά κριτικές μελών ΔΕΠ, συνταχθείσες σύμφωνα με το διεθνώς εφαρμοζόμενο σύστημα κρίσεως εργασιών που υποβάλλονται προς δημοσίευση. Αν υπάρχουν αντιρρήσεις, παρακαλώ, γνωρίσατε μου μέχρι τα τέλη του μηνός Μαΐου τις σχετικές απόψεις σας, τις οποίες θα διαβιβάσω στους αντιστοίχους κριτές. Με τις απαντήσεις των τελευταίων θα κλείσει ο σχετικός φάκελος, ο οποίος θα διαβιβασθεί στον Τομέα Δομοστατικής, όπου ολοκληρώνεται το ανατεθέν εις εμένα έργο. Με την ευκαιρία αυτή θα εκτιμούσα πολύ, εάν μου γνωρίζατε (με αφορμή σχετική συζήτηση κατά την ως άνω συνεδρίαση του Εργαστηρίου μας) τυχόν λάθη που διαπιστώσατε στα βιβλία μου "Σιδηρών Κατασκευών Ι και
ΙΙ" (διδακτικά βοηθήματα από 20ετίας και πλέον), τα οποία είχατε διεξέλθει κατά το παρελθόν, όπως προκύπτει και από τις ευχαριστίες που σας απευθύνω στους σχετικούς προλόγους των". Η επιστολή αυτή κοινοποιήθηκε και στον Δ/ντή του Τομέα Δομοστατικής Καθηγητή Γ. Μ..
Στη Γ.Σ. του Τομέα Δομοστατικής της 13ης Μαΐου 2004 ο Δ/ντής του Τομέα Δομοστατικής ανακοίνωσε την υποβολή στον Τομέα της κριτικής από διάφορους κριτές του συγγράμματος του κατηγορουμένου, που είχε αναλάβει μετά από εντολή της Σχολής ο καθηγητής κ. Κ..
Ο κατηγορούμενος απέστειλε στον εγκαλούντα την από 27.5.2004 επιστολή του με την οποία ανέφερε τα εξής "... Μια απλή ανάγνωση της αναφερομένης επιστολής του Διευθυντή του Τομέα Δομοστατικής δείχνει το αυθαίρετο της ερμηνείας σας ότι δήθεν σας ανατίθεται "έργο" κρίσης του βιβλίου "Σιδηρές Κατασκευές". Στην πραγματικότητα η εντολή, η οποία σας εδόθη ήταν η σύγκληση σε συνεδρίαση των Μελών του Εργαστηρίου Μεταλλικών Κατασκευών, με την ιδιότητα σας ως Διευθυντού, ώστε να συζητηθεί το θέμα της διανομής συγγραμμάτων ακαδ. Έτους 2003-2004 στο μάθημα των Σιδηρών Κατασκευών. Την εντολή αυτή, κατά παράβαση των καθηκόντων σας, ουδέποτε εκτελέσατε, με συνέπεια το θέμα να συζητηθεί με καθυστέρηση μηνών στον Τομέα, χωρίς εισήγηση του Εργαστηρίου.
Η απρόκλητη αποστολή βιβλίου άλλου συναδέλφου σε "κριτές", χωρίς μάλιστα την ενημέρωση του συγγραφέα, αποτελεί βεβαίως ενέργεια κακοήθη, αντιδεοντολογική και αντισυναδελφική, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση κινούμενη για ευνόητους λόγους από ταπεινά ελατήρια. Κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από καμία θεσμοθετημένη διαδικασία στο ΕΜΠ, ούτε έχει ξαναγίνει στο Εργαστήριο μας και, εξ όσων γνωρίζω στο Τομέα και τη Σχολή μας. Αλλά η απλή ανάγνωση των "σχολίων" και του ιταμού ύφους των περισσοτέρων από αυτά δείχνει την μεθόδευση της διαδικασίας. Πρόκειται όχι για διεθνές, αλλά για κουνάδειο "σύστημα" κρίσης όπου οι "κριτές" δεν κρίνουν όλο το έργο, αλλά στοιχισμένοι και ζυγισμένοι "σχολιάζουν" ο καθένας τις σελίδες 1-167, 108-166, 163-191, 198-255 κλπ.
Εξ άλλου είναι γνωστές οι εναγώνιες προσπάθειες σας προς αναζήτηση τέτοιου είδους "κριτών" ατόμων διατεθειμένων να υπογράψουν έτοιμα σχόλια, τα οποία εσείς ο ίδιος τους υποβάλατε. Αυτό συμβαίνει κατά την παγία σας τακτική, στις ατελείωτες αντιπαραθέσεις σας με τρίτους, (αλήθεια και ποιοι δεν ανήκουν σ' αυτή τη κατηγορία;), να ζητάτε να υπογράφουν άλλοι και μάλιστα κατά προτίμηση άτομα που βρίσκονται υπό την κρίση σας, δικά σας κείμενα, ώστε εσείς να φαίνεστε αμέτοχος και αμόλυντος. Θα μου επιτρέψετε δε να πω, ότι τις συνέπειες της μη υπογραφής, ως ένας από εκείνους που συστηματικά αντιστεκόταν στις πιέσεις σας, τις γνωρίζω από πρώτο χέρι.
Κατόπιν των ανωτέρω ενθυμούμενος το ένδοξο και γνωστό σε όλους παρελθόν σας μπορείτε να συμπληρώσετε το "φάκελο" μου, όπως είχατε δηλώσει προ καιρού στον Τομέα, και να τον διαβιβάσετε, όπου εσείς νομίζετε.
Επειδή όμως μου το ζητάτε θα εκφράσω τις απόψεις μου για τα βιβλία σας "Σιδηρές Κατασκευές Ι και
ΙΙ". Έχοντας διδάξει τα τελευταία 17 χρόνια τα μαθήματα των Σιδηρών Κατασκευών, στη διδασκαλία των οποίων εσείς ήσασταν απών, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι το περιεχόμενο των βιβλίων σας ελάχιστη σχέση έχει κατ' αρχήν με τη διδασκόμενη ύλη. Πράγματι οι Σιδηρές Κατασκευές ως μάθημα τεχνολογικού περιεχομένου, πλην των απαραίτητων θεωρητικών βάσεων, οφείλουν να στηρίζονται σε Κανονισμούς και Προδιαγραφές, σε ότι αφορά τα δομικά υλικά, την ανάλυση και τη διαστασιολόγηση. Έτσι η ύλη των μαθημάτων βασίζεται στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την Ελληνική Νομοθεσία. Στα βιβλία σας όμως, σε έκταση καλύπτουσα το συντριπτικό ποσοστό της ύλης, αναλύονται οι Αμερικανικές προδιαγραφές, και μάλιστα δύο διαφορετικών εκδόσεων, με επιτρεπόμενες τάσεις (ποιος τις εφαρμόζει άραγε πλέον;) και με οριακές καταστάσεις. Αντιθέτως στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, τους οποίους όπως αναφέρετε στο πρόλογο των βιβλίων σας επιμελήθηκαν ένας συνάδελφος και εγώ, γίνεται μια σύντομη μόνο αναφορά με ελάχιστα παραδείγματα εφαρμογής.
Η διάσταση μεταξύ διδασκόμενης ύλης και περιεχομένου των βιβλίων προκαλεί σύγχυση στους φοιτητές, η οποία εκφράζεται με κάθε τρόπο στις παραδόσεις. Εξ άλλου, όπως γνωρίζετε, υπάρχει στο Ίδρυμα θεσμοθετημένη διαδικασία έκφρασης της άποψης των φοιτητών για τα συγγράμματα, μέσω του διανεμομένου ερωτηματολογίου. Σας είναι βέβαια γνωστό ότι η βαθμολογία και τα σχόλια των φοιτητών είναι ταπεινωτικά για τα βιβλία σας, πράγμα το οποίο επηρεάζει δυσμενώς τη διδασκαλία. Ενδεικτικά σας επισυνάπτω το διάγραμμα του ερωτηματολογίου ενός ακαδ. Έτους, με σχετικά ευμενή αποτελέσματα για το βιβλίο σας (υπάρχουν και πολύ χειρότερα) από το οποίο φαίνεται ότι περί το 50% των φοιτητών βαθμολογούν το βιβλίο σας μεταξύ 1 και 2 (με άριστα το 10). Για σύγκριση επισυνάπτω και τη βαθμολογία του βιβλίου μου των Συμμίκτων Κατασκευών για να αντιληφθείτε τη διαφορά μεταξύ βιβλίων και "βιβλίων". Ενδιαφέρον έχουν όμως και τα σχόλια των φοιτητών στα ερωτηματολόγια, όπως "να δώσει βιβλίο που να συμβαδίζει με αυτά που κάνει και όχι την Αρχαιολογία" ή "βαθμολογώ το βιβλίο Κ. με 1 διότι δεν υπάρχει στην κλίμακα το απόλυτο μηδέν".
Θα μπορούσε όμως κανείς να υποστηρίξει ότι τα βιβλία σας δεν βρίσκουν ανταπόκριση στους φοιτητές αλλά στην πράξη. Ως γνωστόν, συγγραφή βιβλίων τεχνολογικού περιεχομένου ειδικότητας Πολιτικού Μηχανικού από "άκαπνους" Μηχανικούς δεν είναι δυνατή, αλλά απαιτεί και την πρακτική ενασχόληση του συγγραφέα με το αντικείμενο. Σε ότι με αφορά, η εμπειρία μου στην πράξη και η μακρόχρονη σταδιοδρομία μου ως εκπροσώπου της Ελλάδος και μέλους Επιτροπών σύνταξης των Ευρωπαϊκών Κανονισμών Σιδηρών Κατασκευών είναι κοινώς γνωστή εντός και εκτός Ιδρύματος. Ενδιαφέρον θα ήταν λοιπόν να γνωρίζαμε την αντίστοιχη δική σας εμπειρία της τελευταίας 20ετίας. Έτσι σε αντίθεση με τα βιβλία σας, τα οποία, ως "bon pour l' orient", δεν έχουν καμία ανταπόκριση στην πράξη, τα δικά μου ως συγγραφέα ή συν-συγγραφέα βρίσκονται σχεδόν σε κάθε τραπέζι Έλληνα Μηχανικού ασχολούμενου με το αντικείμενο, κυκλοφορούν δε όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, όπου εκδίδονται από έγκριτο γερμανικό εκδοτικό οίκο. Αυτό ισχύει και για το βιβλίο μου των Σιδηρών Κατασκευών, του οποίου οι πωλήσεις, παρόλα τα "σχόλια" ημιμαθών ψευτοθεωρητικών, αν συνεχιστούν με τον ίδιο ρυθμό θα προκαλέσουν σύντομα μια δεύτερη διορθωμένη έκδοση. Από αυτή τη σκοπιά τα υποβληθέντα "σχόλια" θα υποβοηθήσουν στη διόρθωση των όποιων λαθών. Παρενθετικά αναφέρω ότι για το βιβλίο των Συμμίκτων Κατασκευών μετά 6 χρόνια κυκλοφορίας 2 ελληνικές και 1 γερμανική έκδοση, έλαβα πρόσφατα από φοιτητή, μετά από σχετική παρακίνησή μου στη τάξη, 8 σελίδες λαθών, ενώ για τα βιβλία με δύο διακεκριμένους συναδέλφους μετά από πολλές εκδόσεις ακόμα διορθώνουμε λάθη.
Και ενώ την ύλη των Ευρωπαϊκών προδιαγραφών επιμελήθηκαν συνεργάτες σας, εσείς ως βαθύς γνώστης των Αμερικανικών Κανονισμών διαφόρων μάλιστα περιόδων και εκδόσεων, ως αναλύεται λεπτομερώς στα βιβλία σας. Όπως διαπίστωσα δε πρόσφατα, η εγκυρότητα των ερμηνειών σας σε ότι αφορά τους κανονισμούς φαίνεται και από το γεγονός ότι αμερικανικά βιβλία ευρύτατης κυκλοφορίας έχουν αναγράψει σχεδόν κατά λέξη τα δικά σας. Μάλιστα στα ξένα βιβλία επιλύονται σχεδόν αυτούσια τα λυμένα παραδείγματα εφαρμογής του βιβλίου σας, με αλλαγές των διατομών από Ευρωπαϊκού σε ανάλογες Αμερικανικού τύπου και των διαστάσεων, φορτίων κ.λπ. από το μετρικό στο αγγλοσαξωνικό σύστημα. Αλλά εκτεταμένη αντιγραφή υπάρχει και στα θεωρητικά ζητήματα. Ενδεικτικά σας επισυνάπτω σε αντιπαραβολή τα σχήματα του Κεφαλαίου της στρέψης του δικού σας με το ευρύτατης κυκλοφορίας και θεωρούμενο, έγκριτο βιβλίο Steel Structures των Salmon Jοhnson. Κατόπιν τούτου σκοπεύω να ενημερώσω τα Όργανα του Ιδρύματος για να προχωρήσουν, μετά από ενδελεχέστατη μελέτη, σε ενέργειες προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, ώστε να υποστούν οι απατεώνες τις συνέπειες των πράξεων τους και να αποσυρθούν από τη κυκλοφορία τα προϊόντα αντιγραφής. Εσείς δε να μπορείτε απρόσκοπτα να συνεχίζετε τη μελέτη του χάους, τον αγώνα για επαναφορά του μονοτονικού συστήματος της γλώσσας των βιβλίων σας και τις λοιπές δραστηριότητές σας...".
Την επιστολή αυτή κοινοποίησε ο κατηγορούμενος στα μόνιμα μέλη ΔΕΠ του Εργαστηρίου Μεταλλικών Κατασκευών.
Το βιβλίο του κατηγορουμένου "Σιδηρές Κατασκευές" κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Κλειδάριθμος" τον Σεπτέμβριο του έτους 2003, Τον μήνα Σεπτέμβριο έλαβε γνώση της έκδοσης του βιβλίου αυτού και ο εγκαλών, όπως προκύπτει από το από 16.9.2003 έγγραφο του κατηγορουμένου ως συντονιστή των μαθημάτων Σιδηρές Κατασκευές Ι, II 7ου και 8ου εξαμήνου 2003-2004, προς τον Τομέα Δομοστατικής από το οποίο προκύπτει ότι επισυνάπτεται το νεοεκδοθέν βιβλίο.
Ο κατηγορούμενος με ιδιόχειρο σημείωμα του προς τον εγκαλούντα στις 2.12.2003 ανέφερε ότι η τελική έκδοση περιέχει μόνο διορθώσεις χαρακτήρα editorial σε σχέση με αυτό που έχει ο εγκαλών. Τον παρακαλούσε δε για την όσο δυνατόν συντομότερη συζήτηση, γιατί δεν έχουν ακόμα πάρει απόφαση για τα βιβλία και βρίσκονται στο μέσον του εξαμήνου.
Ο εγκαλών ανέθεσε την κριτική του βιβλίου σε ανωνύμους κριτές. Σε ορισμένους από αυτούς παρέδωσε μέρος του υπό κρίση βιβλίου και σε ορισμένους ολόκληρο το βιβλίο. Όπως προκύπτει από την κατάθεση του στο ακροατήριο, στους κριτές απευθύνθηκε αυτός στις αρχές Σεπτεμβρίου. Όπως προκύπτει από την κατάθεση του ιδίου οι ανώνυμοι κριτές, στους οποίους απευθύνθηκε, είναι οι Μ., Π., Ι., ο ίδιος ο εγκαλών, ο οποίος συνέταξε την 5η κριτική, και άλλοι τρεις, των οποίων δεν απεκάλυψε τα ονόματα, διότι πρόκειται περί αναπληρωτών καθηγητών, στους οποίους είχε δεσμευθεί να μην αποκαλύψει τα ονόματα τους.
Το σύστημα της κριτικής από ανωνύμους κριτές έχει εφαρμοσθεί για βιβλία που επρόκειτο να εκδώσει το Πολυτεχνείο, εφαρμόζεται δε διεθνώς για κρίσεις άρθρων που υποβάλλονται για δημοσίευση σε επιστημονικά περιοδικά ή συνέδρια. Σε βιβλία που πρόκειται να εκδοθούν τηρείται η διαδικασία αυτή από τον εκδοτικό οίκο. Για βιβλία όμως που έχουν ήδη εκδοθεί η κρίση αφορά όλο το βιβλίο και δημοσιεύεται ενυπόγραφα. Η διαδικασία, η οποία ακολουθήθηκε από τον εγκαλούντα, δεν έχει εφαρμοσθεί στο παρελθόν για κανένα άλλο βιβλίο, το οποίο μάλιστα πρότεινε διδάσκων καθηγητής. Το γεγονός ότι την κατάσταση που περιελάμβανε το βιβλίο του κατηγορουμένου ως προτεινόμενο διδακτικό βοήθημα υπέβαλε αυτός ως συντονιστής δεν διαφέρει, αφού προϋπόθεση του να είναι κάποιος συντονιστής είναι να είναι και διδάσκων. Δεν είχε εφαρμοσθεί η μέθοδος αυτή ούτε και σε κανένα άλλο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα. Πρώτη φορά ακολουθήθηκε για την κρίση του βιβλίου του κατηγορουμένου.
Ο κατηγορούμενος δεν είχε λάβει γνώση της διαδικασίας που τηρείται για την κρίση του βιβλίου του μέχρι να λάβει την από. 5.5.2003 επιστολή του εγκαλούντος με τις κριτικές. Ότι δηλαδή ακολουθείται η διαδικασία των ανωνύμων κριτών, ούτε και ο ίδιος είχε συμφωνήσει ούτε και ερωτηθεί για το αν δεχόταν να κριθεί το βιβλίο του με τον τρόπο αυτό. Αυτό συνάγεται από τη διατύπωση του από 2.12.03 πρόχειρου σημειώματος του, το οποίο ομιλεί για συζήτηση και τέτοια θα ήταν η συζήτηση στο Εργαστήριο Σιδηρών Κατασκευών, όπου είχε παραπεμφθεί από τον Τομέα. Αλλά και από το περιεχόμενο του άνω 705/10.12.2003 εγγράφου του Δ/ντή του Τομέα Δομοστατικής Γ. Μ.υ, στο οποίο εκτίθεται ότι ο εγκαλών τον είχε ενημερώσει ότι σύντομα θα έχει τη γνώμη του εργαστηρίου, για το πρόβλημα της διάθεσης του βιβλίου του κατηγορουμένου και για τα λάθη που εντοπίσθηκαν. Και στο έγγραφο αυτό δεν γίνεται μνεία για παράδοση ανωνύμων κρίσεων, αλλά για γνώμη του εργαστηρίου, την οποία και ο κατηγορούμενος ανέμενε. Από τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Τομέα Δομοστατικής, που προηγήθηκαν της 5.5.05 (4.3.2004), κατά την οποία ήταν παρών ο κατηγορούμενος, δεν προκύπτει ότι ανακοινώθηκε ο τρόπος κρίσεως που ακολουθεί και, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των πρακτικών που προεκτέθηκε, ο δ/ντής ανακοίνωσε ότι του απέστειλε επιστολή ο εγκαλών ότι δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση της κριτικής του βιβλίου. Δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση το γεγονός ότι την 4.5.2005 (προηγούμενη ημέρα της σύναψης της επιστολής προς τον κατηγορούμενο του εγκαλούντος) γίνεται μνεία στα πρακτικά του εργαστηρίου ότι έχει ακολουθηθεί το διεθνώς αναγνωρισμένο σύστημα κριτικής των προς δημοσίευση βιβλίων, αφού τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο καθηγητής Ι. Ε., διατύπωσαν τις προαναφερθείσες παρατηρήσεις στο πρακτικό αυτό.
Ο κατηγορούμενος όταν έλαβε την επιστολή από 5.5.04 του εγκαλούντος και τις ανώνυμες κριτικές που την συνόδευαν και διαπίστωσε την ύπαρξη αρνητικών κριτικών μόνο, το ότι το βιβλίο του δεν είχε δοθεί ολόκληρο σε όλους τους κριτές, και το ότι αυτές δεν ήταν επώνυμες, ταράχθηκε, θεώρησε τον εαυτό του προσβεβλημένο ως άνθρωπο και κυρίως ως Πανεπιστημιακό. Τότε προσπάθησε να συλλέξει πληροφορίες, για να αντιληφθεί τι ακριβώς είχε γίνει σχετικά με την διαδικασία που ακολουθήθηκε για την κριτική του βιβλίου.
Κατά το διάστημα αυτό ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε από την μάρτυρα γραμματέα του εγκαλούντος Β. Μ. ότι τις δύο κριτικές που είχε ο κατηγορούμενος στο γραφείο του και οι οποίες ήταν οι κριτικές με τον αριθμό 5 και η κριτική με τον αριθμό 6, είχε γράψει η ίδια από χειρόγραφο κείμενο που της είχε παραδώσει ο εγκαλών και αγανάκτησε όταν συγκέντρωσε όλες τις πληροφορίες. Μελέτησε δε και το βιβλίο του εγκαλούντος, για το οποίο του είχε ζητηθεί να εκφράσει τις απόψεις του ο εγκαλών.
Ο εγκαλών κατά το διάστημα που ζήτησε ο κατηγορούμενος να περιληφθεί στα διδακτικά βοηθήματα το βιβλίο του "Σιδηρές Κατασκευές" είχε και ο ίδιος τα βιβλία "Σιδηρές Κατασκευές Ι και
ΙΙ". Τα βιβλία αυτά όπως έχει προεκτεθεί ήταν το πρώτο προτεινόμενο στην κατάσταση του Εργαστηρίου για το μάθημα των Σιδηρών Κατασκευών και δεύτερο προτεινόμενο ήταν το βιβλίο του κατηγορουμένου για το 7° και 8° εξάμηνο του διδακτικού έτους 2003-2004. Μετά την παραπομπή για κρίση στο Εργαστήριο από τον Τομέα του βιβλίου του κατηγορουμένου, όπως προεκτέθηκε, δεν διανεμήθηκε το βιβλίο αυτό στους φοιτητές κατά το διδακτικό έτος 2003-2004, παρά μόνο κατά το διδακτικό έτος 2005-2006.
Το βιβλίο του εγκαλούντος σιδηρές κατασκευές ήταν το πρώτο που είχε ασχοληθεί με τις Σιδηρές Κατασκευές. Περιλαμβανόταν στα διδακτικά βιβλία του Πολυτεχνείου από τότε που εκδόθηκε. Το βιβλίο αυτό του εγκαλούντος ανήκε στα βοηθητικά διδακτικά βιβλία από το έτος 1979 έως 1984, που ο ίδιος δίδασκε το μάθημα των Σιδηρών Κατασκευών, αλλά και μεταγενέστερα από το έτος 1984 και εντεύθεν, που το μάθημα αυτό δίδασκε ο κατηγορούμενος. Το βιβλίο αυτό ανήκε διαρκώς στα βοηθητικά διδακτικά βιβλία του μαθήματος αυτού. Το βιβλίο αυτό, όπως προεκτέθηκε, ήταν το πρώτο εκδοθέν βιβλίο στην Ελλάδα, που αντικείμενο έχει τις Σιδηρές Κατασκευές. Πρόκειται για αξιόλογο διδακτικό βιβλίο, το οποίο όμως δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στο θεωρητικό μέρος του μαθήματος αυτού. Το βιβλίο αυτό ασχολείται λιγότερο με τα τεχνολογικά και κανονιστικά θέματα. Επί των πρακτικών θεμάτων εφαρμόζει τον Αμερικανικό Κώδικα και όχι τον Ευρωπαϊκό, ο οποίος αποτελεί νόμο του κράτους από το έτος 1996. Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κυκλοφορούσε η τρίτη έκδοση του βιβλίου του, όπως προκύπτει από την κατάθεση του ιδίου. Η έκδοση αυτή, το βιβλίο αυτό περιελάμβανε και Ευρωκώδικα. Όπως όμως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Ε. και Π. Κ., οι αναφορές στον Ευρωκώδικα είναι ελάχιστες και στο βιβλίο αυτό περιέχονται μετατροπές από εκατοστά σε ίντσες από τον Αμερικανικό Κώδικα. Κατά τον μάρτυρα αυτόν, ο φοιτητής που έτσι μπορεί να κάνει λάθος ως προς την εφαρμοσιμότητα. Ότι έχει επιστημονική αξία ως προς την θεωρητική βάση του, ότι περιέχει ελάχιστο Ευρωκώδικα και ότι αν ένα έργο γίνει σε ίντσες από μηχανικό είναι άκρως επικίνδυνο και μη εφαρμόσιμο. Οι δύο αυτοί μάρτυρες είναι γνώστες του αντικειμένου των σιδηρών κατασκευών, έχοντες ενεργό επαγγελματική ενασχόληση με σιδηρές κατασκευές σημαντικές.
Περί μετατροπής από τον Αμερικανικό κώδικα κατέθεσε και ο μάρτυρας υπεράσπισης Ε. Γ., ο οποίος κατέθεσε ότι την καταγραφή σε ίντσες δεν μπορεί να γίνει εφαρμογή σε Ελληνικό έργο. Ότι το βιβλίο του εγκαλούντος είναι περισσότερο θεωρητικό και ότι το πρακτικό του μέρος είναι ελάχιστο. Κατέθεσε επίσης και ο μάρτυρας υπεράσπισης Ι. Π., ο οποίος κατέθεσε ότι ο φοιτητής που έχει διδαχθεί αυτό το βιβλίο δεν μπορεί να εκπονήσει μεταλλική κατασκευή. Ότι το βιβλίο του εγκαλούντος έχει μεγαλύτερη βαρύτητα στο θεωρητικό μέρος και όχι στο πρακτικό κατέθεσε και ο μάρτυρας υπεράσπισης Σ. Λ..
Ο Πολιτικώς ενάγων είναι διακεκριμένο μέλος του πνευματικού κόσμου. Είναι Ακαδημαϊκός, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, αλλά και Ακαδημαϊκός στο Εξωτερικό. Διετέλεσε καθηγητής του Πολυτεχνείου επί πολλά έτη μέχρι και την συνταξιοδότηση του τον Ιούλιο του 2004. Ήδη είναι ομότιμος καθηγητής. Διετέλεσε επίσης Καθηγητής σε Αμερικανικό Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια επισκέπτης καθηγητής Αμερικανικών Πανεπιστημιακών Σχολών. Διακρίθηκε πολλές φορές στο εξωτερικό και του απονεμήθηκε το μετάλλιο Blaise Pascal, για το έτος 2010 στην επιστήμη του μηχανικού από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Επιστημών. Ο εγκαλών έχει συγγράψει βιβλία και έχει δημοσιεύσει άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Από το έτος 1982, που δεν είχε εκ του νόμου την δυνατότητα να εκπονεί τεχνικές μελέτες, λόγω της ιδιότητας του ως τακτικού καθηγητή του ΕΜΠ, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Έκτοτε έχει ασχοληθεί και έχει λάβει μέρος σε μεγάλα έργα, υπό την ιδιότητα του Τεχνικού Συμβούλου κυρίως. Ειδικότερα το 1992 σχετικά με τα αίτια των ζημιών και των ληπτέων μέτρων, που αφορούσαν την μεταλλική οδογέφυρα του Ισθμού της Κορίνθου ,του Τεχνικού Συμβούλου για το έργο της Επισκευής και ανακαίνισης της υφισταμένης μεταλλικής Γέφυρας του Ισθμού Κορίνθου. Ορίσθηκε μέλος της Επιτροπής Εισήγησης για Ανάθεση σε Διεθνή Διαγωνισμό του έργου Κατασκευής Τμημάτων του Αυτοκινητοδρόμου Ισθμός Γολότα, μέρος του οποίου ήταν και η κατασκευή γέφυρας ζεύξεως Στερεάς Ελλάδος -Πελοποννήσου. Ήταν και μέλος της Υποεπιτροπής αξιολόγησης των τεχνικών προσφορών. Του είχε ανατεθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ η διερεύνηση της Στατικής λειτουργίας και επάρκειας μεταλλικής γέφυρας στον Κηφισό. Από τον ΟΣΕ η έρευνα για την επάρκεια αντοχής της μεταλλικής σιδηροδρομικής γέφυρας Μπογιατίου. Από τον Όμιλο "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε.", του είχαν ανατεθεί υπηρεσίες Τεχνικού Συμβούλου, στη γέφυρα Αχελώου (στο υδροηλεκτρικό έργο Μεσοχώρας). Τεχνικός Σύμβουλος ήταν επίσης στο έργο της κατασκευής σύμμικτης οδικής γέφυρας στη σιδηροδρομική γραμμή Αθήνας - Θεσσαλονίκης στα Οινόφυτα. Επίσης ήταν Τεχνικός Σύμβουλος για τη διερεύνηση νέας λύσης του κεντρικού καμπύλου ανοίγματος γέφυρας από τρία ανοίγματα στη διασταύρωση του αυτοκινητοδρόμου Αθηνών Κορίνθου με τη Λ. Κηφισού. Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Τεχνικού Συμβουλίου της Ακαδημίας Αθηνών υπευθύνου για όλα τα έργα αρμοδιότητος Πολ. Μηχανικού, που σχετίζονται με την συντήρηση του μεγάρου της Ακαδημίας Αθηνών και όλων των κτιρίων της, στα οποία στεγάζονται ερευνητικά Κέντρα της Ακαδημίας Αθηνών. Ασχολήθηκε υπό την ιδιότητα του αυτή, με τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων σχετικά με την στατική επάρκεια διαφόρων κατασκευών, όπως τον έλεγχο επάρκειας στήριξης των αγαλμάτων της Αθηνάς και του Απόλλωνος. Ήταν τεχνικός σύμβουλος της Ακαδημίας στην κατασκευή του οικοδομικού έργου στέγασης του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών εκτάσεως 25.000 ΓΠ2. Διενήργησε επίσης αυτός Τεχνικές Πραγματογνωμοσύνες. Ο εγκαλών έλαβε μέρος κυρίως ως Τεχνικός Σύμβουλος σε έργα, τα οποία ήταν σημαντικά. Ο Σύμβουλος δεν εκπονεί μελέτες έργων, είναι άτομο το οποίο έχει πείρα και ελέγχει αν τα πράγματα πάνε καλά. Ελέγχει τον μελετητή, μπορεί όμως και να μην έχει εμπειρία ένας σύμβουλος. Ο Σύμβουλος δεν ελέγχει την μελέτη. Την ευθύνη για το έργο έχει ο μελετητής και ο επιβλέπων και ο Σύμβουλος συμβουλεύει σχετικά με το έργο.
Το βιβλίο του εγκαλούντος Σιδηρές κατασκευές, σε πολλά σημεία του είναι διατυπωμένο ως προς τα θεωρητικά τμήματα με πανομοιότυπο τρόπο με εκείνον του βιβλίο των Αμερικανών των Charles Salmon και John Johnson. Το βιβλίο αυτών (τελευταίων), είναι διεθνούς κυκλοφορίας έργο και είχε εκδοθεί η πρώτη έκδοση του πολύ πριν από την πρώτη έκδοση βιβλίου του εγκαλούντος. Κατά τον χρόνο αποστολής της επίδικης επιστολής από τον κατηγορούμενο κυκλοφορούσε η τρίτη έκδοση του βιβλίου του εγκαλούντος και η τέταρτη των Salmon - Johnson.
Επίσης πολλά από τα σχήματα είναι τοποθετημένα με την ίδια σειρά που είναι στο βιβλίο των Αμερικανών συγγραφέων και στο βιβλίο του εγκαλούντος. Όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα πραγματογνωμοσύνη 30% των σχημάτων, που είναι αποτυπωμένα στο βιβλίο του εγκαλούντος είναι κοινά με τα σχήματα που είναι αποτυπωμένα στο βιβλίο των Salmon & Johnson. Αυτά είναι 56. Από τα 56 αυτά σχήματα οι Salmon & Johnson αναφέρουν τρίτη πηγή στον υπότιτλο σχημάτων. Ο εγκαλών αναφέρει την ίδια τρίτη πηγή με τους Salmon - Johnson στον υπότιτλο τριών σχημάτων, ενώ στα τέσσερα άλλα που οι Salmon - Johnson παραπέμπουν σε τρίτη πηγή αυτός δεν παραπέμπει. Δεν αναφέρει δε ο εγκαλών στα υπόλοιπα 49 σχήματα καμμία πηγή αλλά ούτε και οι Αμερικανοί αναφέρουν. Πολλά από τα σχήματα αυτά είναι κοινότυπα. Η διάταξη τους όμως, δηλαδή η σειρά με την οποία έχουν τοποθετηθεί στο σχήμα, οδηγεί στη σκέψη ότι το ένα από τα δύο βιβλία χρησιμοποίησε το σχήμα του άλλου. Σε 16 περιπτώσεις παραδειγμάτων κινήσεων χρησιμοποιούνται οι ίδιοι αριθμοί στους μεν Salmon & Johnson με το αγγλοσαξωνικο σύστημα μονάδων ενώ στο βιβλίο του εγκαλούντος με το μετρικό.
Υπάρχει κοινή ανάπτυξη πολλών θεμάτων στα δύο βιβλία σε μεγάλη έκταση. Τα κείμενα, οι εξισώσεις και η σειρά τους είναι η ίδια. Τα σχήματα που αποτυπώνονται με τον ίδιο τρόπο, εμπίπτουν στη λογική του κοινοτύπου. Όμως κανείς δεν θα τα αποτύπωνε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα Ε. Γ., ο οποίος διενήργησε και την πραγματογνωμοσύνη. Από την κατάθεση του ίδιου μάρτυρα προκύπτει ότι σε περιπτώσεις ιδίων σχημάτων που έχουν λεπτομέρειες, στο βιβλίο του εγκαλούντος δεν αναφέρεται από πού έχει ληφθεί το σχήμα, ενώ αναφέρεται στο βιβλίο των Αμερικανών στο αντίστοιχο σχήμα η πηγή από την οποία έχει ληφθεί. Ο εγκαλών στο βιβλίο του παραπέμπει σε κάθε κεφάλαιο σε βιβλιογραφία, συμπεριλαμβάνεται δε και το βιβλίο των Salmon & Johnson. Σε ορισμένα από τα κεφάλαια όπου υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ των σχημάτων παραθέτει εκθέτες, που αντιστοιχούν στο βιβλίο των Salmon & Johnson. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις υπάρχουν εκθέτες περισσότεροι, και στα σχήματα δεν υπάρχει παραπομπή, ώστε δεν προκύπτει από ποιον έχει ληφθεί το κάθε σχήμα. Η ομοιότητα που υπάρχει στα δύο αυτά βιβλία σε πολλά σημεία δίνει την εντύπωση ότι έχει γίνει αντιγραφή από το ένα βιβλίο στο άλλο, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Γ., Ι. Π., Σπ. Λ..
Ο κατηγορούμενος, όπως και ο Πολιτικώς ενάγων, είναι αξιόλογο μέλος της Επιστημονικής Κοινότητας. Είναι Τακτικός Καθηγητής του ΕΜΠ από το έτος 2003. Διδάσκει στο ΕΜΠ για πολλά έτη. Είναι επίσης επισκέπτης Καθηγητής σε δύο Γερμανικά Πανεπιστήμια. Έχει συγγράψει ο ίδιος μόνος και μαζί με άλλους συναδέλφους του 7 βιβλία, σχετικά με το αντικείμενο της ειδικότητας του. Έχει εκπονήσει πλήθος μελετών 47, πολλές από τις οποίες αφορούν μεγάλα έργα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γερμανία. Έχουν γίνει 42 επιστημονικές δημοσιεύσεις δικές του ή σε συνεργασία με άλλους, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Έχει κάνει ο ίδιος ή σε συνεργασία με άλλους συναδέλφους του 94 ανακοινώσεις σε Συνέδρια, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης διότι το αναφερόμενο στην επιστολή "η απρόσκλητη αποστολή βιβλίου άλλου συναδέλφου σε "κριτές" χωρίς μάλιστα την ενημέρωση του συγγραφέα" είναι αληθές. Πράγματι όπως προεκτέθηκε ο κατηγορούμενος δεν είχε ενημερωθεί και η αποστολή του βιβλίου σε ανωνύμους κριτές ήταν απρόκλητη, αφού δεν υπήρχε τέτοια εντολή προς τον εγκαλούντα από τον Τομέα Δομοστατικής στις 1.7.2003. Τα αναφερόμενα αποτελούν βεβαίως ενέργεια κακοήθη, αντιδεοντολογική και αντισυναδελφική, στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελούν αξιολογικές κρίσεις του κατηγορουμένου. Αυτός θεωρεί κακοήθη, αντιδεοντολογική και αντισυναδελφική τη συμπεριφορά του εγκαλούντος. Η κρίση του αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο εγκαλών τήρησε μια διαδικασία για την κρίση του βιβλίου του κατηγορουμένου, η οποία δεν έχει ποτέ άλλοτε εφαρμοσθεί σε Ελληνικό Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα για βιβλίο. Από το ότι την διαδικασία αυτή των ανωνύμων κριτών δεν του την είχε υποδείξει ο Τομέας. Από το ότι ο εγκαλών δεν είχε ενημερώσει τον κατηγορούμενο ότι θα ακολουθούσε τέτοια διαδικασία. Από το ότι ναι μεν ακολουθήθηκε αυτή η πρωτόγνωρη για διδακτικό βιβλίο διαδικασία, αλλά το βιβλίο δεν δόθηκε ολόκληρο σε κάθε κριτή, αλλά τεμαχίσθηκε και ορισμένοι από αυτούς έκριναν επί τμήματος μόνο.
Ως προς το αναφερόμενο στην επιστολή "αποτελεί βεβαίως ενέργεια ... κινούμενη για ευνόητους λόγους από ταπεινά ελατήρια" διότι ο κατηγορούμενος θεωρούσε ότι ο εγκαλών κινήθηκε από ταπεινά ελατήρια. Αυτό δεν ανταποκρίνεται μεν στην αλήθεια δηλαδή ο εγκαλών δεν ωθήθηκε στην πράξη αυτή της διαδικασίας της ανώνυμης κριτικής από ταπεινά ελατήρια, αλλά διότι αντιμετώπισε κάποια άρνηση από ορισμένα μέλη της ΔΕΠ του Εργαστηρίου να συμμετάσχουν στη διαδικασία κρίσης και κατόπιν συνεννόησης με τους προαναφερθέντες Ι. Κ. και Β. Κ., ακολούθησε την διαδικασία αυτή, που όπως προεκτέθηκε δεν έχει τηρηθεί άλλη φορά για διδακτικό βιβλίο. Ο κατηγορούμενος δικαιολογημένα πίστευε ότι ο εγκαλών έχει κινηθεί από ταπεινά ελατήρια και η κρίση του αυτή δικαιολογείται να σχηματισθεί από το ότι ο εγκαλών, ο οποίος είχε βιβλίο επίσης Σιδηρών Κατασκευών, όπως του κατηγορουμένου, το οποίο διενέμετο για πολλά χρόνια και είχε διανεμηθεί και κατά το διδακτικό έτος 2003-2004, ενώ του είχε δοθεί η εντολή από τον Τομέα να λάβει απόφαση το Εργαστήριο Μεταλλικών Κατασκευών δεν συγκάλεσε το Εργαστήριο προκειμένου να ληφθεί τέτοια απόφαση, αλλά ακολούθησε την προαναφερθείσα διαδικασία, η οποία ήταν χρονοβόρα και διήρκεσε 1 περίπου έτος από την ημέρα που δόθηκε εντολή από τον Τομέα και είχε ως αποτέλεσμα να μη διανεμηθεί το βιβλίο του κατηγορουμένου, παρά τις οχλήσεις του για επίσπευση, κατά το 8° εξάμηνο του διδακτικού έτους 2004. Επίσης ενώ αυτός είχε βιβλίο με το ίδιο αντικείμενο, δεν εξαιρέθηκε από τη διαδικασία κρίσης, αλλά απετέλεσε έναν από τους κριτές. Από το ότι ο εγκαλών ενώ είχε εκδοθεί το βιβλίο του κατηγορουμένου και αυτός έλαβε γνώση της έκδοσης του, εξακολούθησε την τήρηση της διαδικασίας των ανωνύμων κρίσεων, που δεν τηρείται σε δημοσιευμένο βιβλίο. Το ότι ο κατηγορούμενος πίστευε ότι ο εγκαλών κινήθηκε από ταπεινά ελατήρια συνάγεται και από το πρώτο μέρος της επιστολής του, που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, με το οποίο του αναφέρει ότι δεν του είχε ανατεθεί το έργο κρίσης του βιβλίου του, αλλά η εντολή για σύγκληση των μελών του Εργαστηρίου, ώστε να συζητηθεί το θέμα της διανομής για το Ακαδ. έτος 2003-2004, την οποία δεν εκτέλεσε, με συνέπεια τη συζήτηση στον Τομέα με καθυστέρηση μηνών και χωρίς Εισήγηση του Εργαστηρίου. Για τα αναφερόμενα "Αλλά η απλή ανάγνωση των "σχολίων" και του ιταμού ύφους περισσοτέρων από αυτά δείχνει τη μεθόδευση της διαδικασίας". Αυτά αποτελούν αξιολογικές κρίσεις του κατηγορουμένου. Δικαιολογείται να θεωρεί αυτός τη διαδικασία μεθοδευμένη ώστε να την χαρακτηρίσει έτσι, από το ότι δεν ακολουθήθηκε η εντολή του Τομέα. Τεμαχίσθηκε το βιβλίο του και δεν κρίθηκε ολόκληρο από όλους. Υπήρχαν κριτές που δεν ασχολούνται με τις σιδηρές κατασκευές, δεν απευθύνθηκε ο εγκαλών και στον Ι. Ε., ο οποίος είναι φίλος του κατηγορουμένου, αλλά ήταν ο κατ' αρχήν ειδικός, μετά τον εγκαλούντα, να προβεί στην κρίση του βιβλίου ως ειδικός με το αντικείμενο.
Για τα αναφερόμενα στην επιστολή του κατηγορουμένου "Εξάλλου είναι γνωστές οι εναγώνιες προσπάθειες σας για την αναζήτηση τέτοιου είδους "κριτών" ατόμων διατεθειμένων να υπογράψουν έτοιμα σχόλια, τα οποία εσείς ο ίδιος τους υποβάλατε. Αυτό συμβαίνει κατά την πάγια σας τακτική, στις ατέλειωτες αντιπαραθέσεις σας με τρίτους (αλήθεια και ποιοι δεν ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία;) να ζητάτε να υπογράφουν άλλοι και μάλιστα κατά προτίμηση άτομα που βρίσκονται υπό την κρίση τη δική σας κείμενα ώστε εσείς να φαίνεστε αμέτοχος και αμόλυντος. Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι τις συνέπειες της μη υπογραφής, ως ένας από εκείνους που συστηματικά αντιστέκονται στις πιέσεις σας, τις γνωρίζω από πρώτο χέρι".
Ως προς το σκέλος που αναφέρεται στην αναζήτηση κριτών ατόμων διατεθειμένων να υπογράψουν έτοιμα Σχόλια που τους υπέβαλε ο εγκαλών, διότι ο κατηγορούμενος πίστευε αυτά ως αληθή, μετά την πληροφορία που είχε από τη Γραμματέα του εγκαλούντος ότι από χειρόγραφο του είχε αντιγράψει το κείμενο που αντιστοιχεί σε δύο κριτικές, ως προς τα αναφερόμενα περί ατέλειωτων αντιπαραθέσεων με τρίτους, διότι το γεγονός είναι αληθές. Δηλαδή υπήρχαν στο παρελθόν αντιπαραθέσεις με τρίτους, όπως συνάγεται από το ότι ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς τον εγκαλούντα αναφέρεται σε προσωπική του εμπειρία, το οποίο δεν θα μπορούσε να κάνει, αν δεν είχε βάση. Αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Κ. και Ι. Ε., αλλά και από την αναγνωσθείσα από 28.9.04 επιστολή του τελευταίου προς τον κατηγορούμενο.
Ως προς τα αναφερόμενα "Κατόπιν των ανωτέρω ενθυμούμενος το ένδοξο και γνωστό σε όλους παρελθόν σας, μπορείτε να συμπληρώσετε "το φάκελο μου" όπως είχατε δηλώσει προ καιρού στον Τομέα και να τον διαβιβάσετε όπου εσείς νομίζετε. Ως προς το σκέλος αυτό το ότι γίνεται αναφορά στη συμπλήρωση του φακέλου αποτελεί απάντηση του κατηγορουμένου στην επιστολή του εγκαλούντος ο οποίος στην από 5-5-2004 επιστολή ζητάει από τον κατηγορούμενο να του γνωστοποιήσει τις απόψεις του και με τις απαντήσεις των κριτών να κλείσει ο σχετικός φάκελος. Είχε γίνει δε και σχετική αναφορά στον τομέα από τον εγκαλούντα, περί συμπλήρωσης φακέλου. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Από τα εκτιθέμενα στην επιστολή του κατηγορουμένου, για τα οποία αυτός κατηγορείται, τα αναγραφόμενα 1) "Αποτελεί βεβαίως ενέργεια κινούμενη για ευνόητους λόγους από ταπεινά ελατήρια", 2) "Εξάλλου είναι γνωστές οι εναγώνιες προσπάθειες σας ... γνωρίζω από πρώτο χέρι" είναι φράσεις που περιέχουν γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος, και έλαβαν γνώση αυτών και τα τρίτα πρόσωπα προς τα οποία κοινοποιήθηκε η επιστολή αυτή. Είναι δηλαδή αυτά δυσφημιστικά γεγονότα, αλλά αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 367 § 1 α, γ'.
Ειδικότερα, ως προς τα αναφερόμενα στις δύο πρώτες περιπτώσεις 1 και 2, ο κατηγορούμενος ανέγραψε στην επιστολή αυτή όσα αναφέρονται και στις δύο αυτές περιπτώσεις, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, προκειμένου να υπερασπισθεί το βιβλίο του, να καταγγείλει την ακολουθηθείσα διαδικασία κρίσης του βιβλίου και, την οποία εκείνος θεωρούσε μεθοδευμένη και κινούμενη από ταπεινά ελατήρια και να σχηματίσουν άποψη τα μέλη του Εργαστηρίου, τα οποία είχε πληροφορηθεί ότι είχαν λάβει γνώση, του ότι ακολουθήθηκε η διαδικασία της ανώνυμης κριτικής για το βιβλίο του και τα οποία ήταν εκείνα, τα οποία θα έπρεπε να έχουν άποψη για το βιβλίο του, αφού στο μάθημα το οποίο αφορούσε ήταν του Εργαστηρίου αυτού.
Τα αναφερόμενα δεν έχουν υπερβεί το αναγκαίο μέτρο, προκειμένου να επιτύχει ο κατηγορούμενος τον λόγο για τον οποίο έκανε τις αναφορές αυτές στην επιστολή του, αλλά είναι γραμμένη απλώς με οξύ ύφος, που οφείλεται στο γεγονός ότι προσεβλήθη από τη διαδικασία, που είχε προηγηθεί και από το περιεχόμενο των κριτικών, που είχαν μόνο αρνητικά σχόλια και απαξίωναν το βιβλίο, για το οποίο είχε κοπιάσει να το συγγράψει και το οποίο φοβόταν ότι θα δυσκολευόταν να περιληφθεί στα διδακτικά βοηθήματα, και ενώ ήταν διδάσκων του μαθήματος των Σιδηρών Κατασκευών....ούτε από τις λοιπές λέξεις που περιέχονται στην επιστολή του κατηγορουμένου προκύπτει σκοπός εξύβρισης του εγκαλούντος υπό τις περιστάσεις που εγγράφει η επιστολή, μετά από διαδικασία που θεωρούσε αυτός, όπως προεκτέθηκε μεθοδευμένη, αντισυναδελφική, αντιδεοντολογική." Σύμφωνα με τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε, αφού περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε αθώο τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα το Δικαστήριο διέλαβε στην άνω απόφαση την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, εκτίθενται δε στην απόφαση οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο διατυπούμενο στο διατακτικό του απαλλακτικό πόρισμά του.
Οι προβαλλόμενες με την αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες, διότι: α)από την παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η απρόκλητη αποστολή από τον εγκαλούντα του βιβλίου του "σε κριτές", χωρίς ενημέρωση του συγγραφέα, αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ενέργεια κινούμενη, για ευνόητους λόγους από ταπεινά ελατήρια, είναι αληθής με την ειδικότερη παραδοχή ότι ο εγκαλών δεν συγκάλεσε τα μέλη του Εργαστηρίου Μεταλλικών Κατασκευών, όπως του είχε δοθεί εντολή από τον Τομέα Δομοστατικής, για την κρίση του βιβλίου του κατηγορουμένου, αλλά ακολούθησε τη διαδικασία των ανώνυμων κριτών, η οποία δεν είχε εφαρμοσθεί ποτέ σε Ελληνικό Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, και η οποία ήταν χρονοβόρα, που διήρκεσε ένα έτος, με αποτέλεσμα να μην διανεμηθεί το βιβλίο του κατηγορουμένου κατά το 8ο εξάμηνο του διδακτικού έτους 2004, ότι ο εγκαλών είχε όμοιο βιβλίο με αυτό του κατηγορουμένου το οποίο και διανεμήθηκε κατά το άνω εξάμηνο και ότι ο εγκαλών δεν εξαιρέθηκε από τη διαδικασία κρίσεως του βιβλίου του κατηγορουμένου αν και είχε όμοιο, κατά τα άνω, βιβλίο. β)Προκύπτει σαφώς, από τις παραδοχές τις άνω αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο δέχεται ως αληθή τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ο εγκαλών αναζητούσε ως κριτές άτομα που είναι διατεθειμένα να υπογράψουν έτοιμα σχόλια με την αναφορά ότι ο εγκαλών παρέδωσε στην γραμματέα του χειρόγραφο κείμενο που αντιστοιχούσε σε δύο κριτικές του βιβλίου του κατηγορουμένου προκειμένου να το αντιγράψει. γ)σαφώς δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι....το ένδοξο παρελθόν του εγκαλούντος.....στο οποίο συμπερασματικός αναφέρεται ο κατηγορούμενος με την περικοπή στην επιστολή του "Κατόπιν των ανωτέρω ενθυμούμενος το ένδοξο και γνωστό σε όλους παρελθόν σας, μπορείτε να συμπληρώσετε το "φάκελό" μου όπως είχατε δηλώσει προ καιρού στον Τομέα και να τον διαβιβάσετε όπου εσείς νομίζετε", αφορά την προηγηθείσα διαδικασία που ακολούθησε ο εγκαλών για την κρίση του βιβλίου του κατηγορουμένου με τους ανώνυμους κριτές, καθώς και το ότι και στο παρελθόν ο εγκαλών ήλθε σε αντιπαράθεση με άλλους συναδέλφους του για παρόμοια θέματα, έχοντα μάλιστα ο κατηγορούμενος προσωπική αντίληψη και όχι σε άλλη συμπεριφορά του εγκαλούντος που αφορά άλλη χρονική περίοδο. Επίσης αιτιολογείται στην απόφαση τι εννοεί ο κατηγορούμενος με την φράση "μπορείτε να συμπληρώσετε το φάκελό μου", με την παραδοχή ότι αυτό αποτελεί απάντηση του κατηγορουμένου στην από 5-5-2004 επιστολή του εγκαλούντος, με την οποία ζητούσε από τον κατηγορούμενο να γνωστοποιήσει τις απόψεις του ώστε να κλείσει ο φάκελός του. Περαιτέρω αιτιολογείται πλήρως από το Δικαστήριο της ουσίας, το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του κατηγορουμένου σε σχέση με τους ανωτέρω υπό στοιχείο α' β' και γ' αναφερόμενους ισχυρισμούς του (ταπεινά ελατήρια του εγκαλούντος, αναζήτηση κριτών (συμπερασματικές απόψεις και κρίσεις για το παρελθόν του εγκαλούντος) με τις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος με τις εκδηλώσεις αυτές ήθελε να υπερασπισθεί το βιβλίο του και να καταγγείλει την ακολουθηθείσα από τον εγκαλούντα διαδικασία, που για πρώτη φορά εφαρμοζόταν, για την κρίση του βιβλίου του, την οποία θεωρούσε αιτιολογημένα μεθοδευμένη και κινούμενη από ταπεινά ελατήρια του εγκαλούντα και ότι κοινοποίησε την επιστολή στα μέλη του εργαστηρίου για να λάβουν γνώση, τα οποία και θα είχαν άποψη για την κρίση του βιβλίου του. Επίσης το Δικαστήριο, σαφώς αιτιολογεί ότι τα αναφερόμενα στις άνω περικοπές της επιστολής, που περιλαμβάνουν αληθή γεγονότα και συμπερασματικές απόψεις και κρίσεις, είναι μεν διατυπωμένα με οξύ ύφος, δεν υπερβαίνουν όμως το αναγκαίο μέτρο, ούτε είναι δυσανάλογα με την εξυπηρέτηση του σκοπού έκδοσης του βιβλίου, ούτε ότι μπορούσε να επιτύχει το σκοπό αυτό με άλλο μέσο, με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος καθηγητής του Ε.Μ.Π. προσεβλήθη από την προηγηθείσα διαδικασία και τις κρίσεις των ανώνυμων κριτών που περιείχαν αρνητικά σχόλια και απαξίωναν το βιβλίο του και φοβόταν ότι δεν θα περιληφθεί στα διδακτικά βοηθήματα. Επίσης, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό εξυβρίσεως του εγκαλούντος, υπό τις άνω περιστάσεις που εγγράφει η επιστολή, μετά από τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την κρίση του βιβλίου του, την οποία θεωρούσε μεθοδευμένη αντιδεοντολογική και αντισυναδελφική. Έτσι το Δικαστήριο εξειδικεύει τον τρόπο εκδήλωσης και τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα άνω διαλαμβανόμενα στην επιστολή του. Οι ανωτέρω σχολιαζόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και οι παρατιθέμενες αιτιολογίες συγκροτούν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτούσε η, για τον άνω λόγο, αθωωτική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, συνακολούθως δε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση ασκήσεως αίτησης αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, δεν εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγους αναιρέσεως εκ των αναφερομένων στο άρθρο 511 παρ.1 του ΚΠοινΔ, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, πέραν του ότι καθίσταται χείρων η θέση του κατηγορουμένου, τούτο αντίκειται στο άρθρο 20 του Συντάγματος και 6 παρ.1β της ΕΣΔΑ, αφού δεν παρέχεται στον κατηγορούμενο ο χρόνος και η αναγκαία ευκολία προς προετοιμασία της υπεράσπισής του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ.3/3-2-2011 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί
αναιρέσεως της υπ'αριθ.7078/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απόρριψη του λόγου αναιρέσεως της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά απαλλακτικής αποφάσεως, ως αβασίμου. | null | null | 2 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1632/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ. Α. του Χ. , κατοίκου ... και 2. Χ. Α. του Δ. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Παπαγεωργίου, περί αναιρέσεως της 90245/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 315/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αναίρεση,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε, συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρηση της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, συμφωνά με το άρθρο 85 ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρείται (υπό δ') "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του". Για την περίσταση αυτή (υπό δ'), πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 90245/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για παράβαση του άρθρου 1§1 και 2 του ΑΝ 86/1967, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκα-οκτώ (18) μηνών ο καθένας, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή του δευτέρου τούτων και ανασταλείσα του πρώτου, ο εκπροσωπήσας αυτούς πληρεξούσιος δικηγόρος τους, προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά στο δικαστήριο τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπο των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου, ότι στη πράξη τους ωθήθηκαν από όχι ταπεινά αίτια, καις της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84§2 εδ.α', β' και δ' ΠΚ αντίστοιχα). Το άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τους δυο πρώτους αυτοτελείς ισχυρισμούς ως βασίμους και απέρριψε σιγή του τρίτου. Σχετικά με τον άνω ισχυρισμό που απορρίφθηκε σιγή οι κατηγορούμενοι επικαλέσθηκαν τα εξής: "Παρ'όλη την οικτρή οικονομική κατάσταση, στην οποία περιήλθαμε λόγω της πτωχεύσεως και την εντεύθεν ολική κατάρρευση του ομίλου των εταιρειών μας, καταβάλαμε τεράστιες προσπάθειες και τελικώς καταφέραμε να καταβάλουμε στο ΙΚΑ τμήμα των οφειλομένων έναντί μου και συγκεκριμένα καταβάλαμε κατά το έτος 2006 είκοσι-πέντε χιλιάδες δέκα ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτά (25.010,95 ευρώ), όπως αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα τριπλότυπα εισπράξεως του Γ' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών σχετ.4". Ο ως άνω ισχυρισμός όπως διατυπώνεται, είναι αόριστος, αφού τα άνω επικαλούμενα δεν συνδέονται με ειλικρινή μετάνοια των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ούτε με το ότι αυτοί επεδίωξαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, που δεν απήντησε στον εν λόγω ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της αναιτιολόγητης απορρίψεως αυτού, όπως αντιθέτως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αφού δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ'αυτόν, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση την επ'αυτού απορριπτική κρίση του.
Επομένως οι εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. ... του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση των Χ. Α. του Δ. και Χ. Α. του Χ. , περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 90245/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 1§1 ΑΝ 86/1969 και απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη σιγή του αυτοτελούς ισχυρισμού περί ειλικρινούς μετάνοιας, αφού ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1631/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Κ.-Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δήμου, περί αναιρέσεως της 68197/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 346/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στη δήλωση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται κατά το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιες είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας. Εξάλλου, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικός ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη υπ'αριθ. 975/10-12-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, πλήττεται η υπ'αριθ. 68197/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η υπ'αριθ. 10525/2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ. 124700/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με τις αιτιάσεις: "1. δεν έγινε δεκτό το εμπρόθεσμο της εφέσεως παρά το ότι κατατέθηκαν έγγραφα που αποδείκνυαν το αντίθετο (...), 2.δεν έγινε δεκτό αίτημα αναβολής στο πρόσωπο του συνηγόρου". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι παραπάνω πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του και ο δεύτερος δεν προσδιορίζουν σε τι συνίστανται οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της. Είναι επομένως, εντελώς αόριστη και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αφού δεν περιέχει ούτε ένα παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§1, 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ. 975/10-12-2010 αίτηση του Κ. Κ.-Κ. του Π., περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 68197/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως, διότι δεν περιέχει κανένα ορισμένο λόγο αναιρέσεως. | null | null | 0 |
Αριθμός 1627/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτη, Αιμιλίας Λίτινα), σύμφωνα με την 199/29-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Γ. Β. του Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο και 2)Π. Κ. του Κ., σύζυγος Α., ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1024/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Π. Β. του Θ., 2)Ε. Α. Ν., 3)Μ. Γ. Α., 4)Α. Β. του Κ., 5)Κ. Μ. του Α., 6)Μ. Ζ. συζ. Γ. και 7)Ν. Κ. του Α. και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ι. Β. του Ε. και 2)Μ. Β. του Ε..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ'αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Ιουνίου 2010 και 14 Ιουνίου 2010 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 839/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 374/2-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγουμε, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, τις αντίστοιχες με αριθμούς 16/22.6.2010 και 70/14.6.2010 αιτήσεις (δηλώσεις) των: α) Γ. Β. του Π. και β) Π. Κ. του Κ., για αναίρεση του 1024/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Α. Αίτηση αναιρέσεως του Γ. Β. του Π.. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου του 476 ΚΠΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 παρ. 2 του Ν. 3160/2003, "κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι, κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ, "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 του ΚΠΔ, πριν αντικατασταθεί κατά τα ανωτέρω, όριζε ότι "κατά της αποφάσεως ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο (ΑΠ 286/2010, ΑΠ 452/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, Γ. Β. του Π., παραπέμφθηκε με το 187/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της απάτης στο δικαστήριο από κοινού κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την με αριθμό εκθέσεως 34/9.1.2009 έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το 1024/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για το λόγο ότι στην έκθεση της εφέσεώς του δεν διατυπώνονταν οι λόγοι για τους οποίους άσκησε το ένδικο αυτό μέσο, πλην της αναφοράς ότι "οι λόγοι θα εκτεθούν με υπόμνημα που θα κατατεθεί στο μέλλον". Κατά του βουλεύματος δε αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε την υπό κρίση με αριθμό εκθέσεως 16/22.6.2010 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως. Όμως, σύμφωνα τα προεκτεθέντα, κατά του εν λόγω βουλεύματος δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Β. Αίτηση αναιρέσεως της Π. Κ. του Κ.. Ι. Με το προσβαλλόμενο 1024/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε η 35/1.9.2009 έφεση της ως άνω αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο 187/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της απάτης στο δικαστήριο από κοινού κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρα 1, 13 στοιχ. γ' και στ', 14, 18α, 26 παρ. 1α, 27, 45, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 3, 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 των άρθρων 216 και 386 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 2 και 4, αντιστοίχως, του Ν. 2721/1999).
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το παραπάνω εφετειακό βούλευμα, ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - και την έλλειψη νόμιμης βάσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την υπέρβαση εξουσίας (άρθρα 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ. α' και 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' και στ' του ΚΠΔ) κι επομένως, πρέπει, να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ) από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξεως και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ή διάπραξη πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μεταθέσεως στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νοθεύσεως να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία αυτός επιδιώκει, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής ζημίας ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της ζημίας. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 1359/2010, ΑΠ 1735/2009).
ΙV. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου (ΑΠ 1244/2010, ΑΠ 230/2010, ΑΠ 1453/2009). Υπό την έννοια αυτή, το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς δημόσια αρχή, πείθοντας έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της δραστηριότητάς της, από τις οποίες ζημιώνεται άλλος. Επομένως, απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση που έχει ως συνέπεια τη βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του ή τρίτου (ΑΠ 1359/2010, ΑΠ 1724/2009, ΑΠ 765/2009), καθώς και όταν υποστηρίζεται, ύστερα από συναπόφαση και συμπαιγνία των αντιδίκων, με ψευδή δικαστική ομολογία ή τεκμήριο ομολογίας (με την ερημοδικία του εναγόμενου), αφού και στην περίπτωση αυτή προσάγεται ή γίνεται επίκληση ψευδούς αποδεικτικού μέσου "προσυνεννοημένη και συμπαικτική ομολογία" (ΑΠ 1062/2006). Η απάτη επί Δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του ή άλλου στην περίπτωση ασκήσεως "συμπαικτικής" αγωγής ή αιτήσεως. Η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά την παράγραφο 3 στοιχ. α' του ίδιου άρθρου όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, "αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Από το συνδυασμό εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων της πολιτικής δίκης, περιλαμβάνεται και η ομολογία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 485/2010, ΑΠ 221/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. H σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Oλ.ΑΠ 50/1990). V. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως (άμεσος δόλος) ή το σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), όπως συμβαίνει στα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης (ΑΠ 1359/2010, ΑΠ 221/2010, ΑΠ 705/2009, ΑΠ 684/2008). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1387/2010, ΑΠ 454/2010, ΑΠ 1554/2009). Η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (Ολ.ΑΠ 1227/1979, ΑΠ 1274/2010, ΑΠ 915/2010). Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος και αναφέρεται στα στοιχεία του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1471/2010, ΑΠ 1448/2010, ΑΠ 924/2009). VI. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις και επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά τους, πραγματικά περιστατικά: "Οι εγκαλούντες (Μ. Β. του Ε. και Ι. Β. του Ε.) είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου (του υπολοίπου 2/8 εξ αδιαιρέτου ανήκοντος στη μητέρα τους Μ. χήρα Ε. Β.) ενός ακινήτου, στη Θέση "..." της Κτηματικής Περιφέρειας του Δήμου Μαρμαρίου Ευβοίας, εντός σχεδίου πόλεως, εκτάσεως 52.602,12 μ2. Το ακίνητο αυτό, σύμφωνα με το από Ιουλίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Α., συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Π., βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Β., δυτικά με θάλασσα και νότια με ιδιοκτησία Οικοδομικού Συνεταιρισμού Καλλιτεχνών, περιήλθε δε στους εγκαλούντες και τη μητέρα τους κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά, από κληρονομία του πατέρα τους Ε. Β. (αληθούς κυρίου), την οποία αυτοί αποδέχθηκαν νομίμως. Προτιθέμενοι οι εγκαλούντες να εκποιήσουν τμήμα του ακινήτου αυτού, διαπίστωσαν το έτος 2002, ότι την επίδικη έκταση νέμονταν επιλήψιμα μερικοί εκ των κατηγορουμένων και μάλιστα την νέμονταν κατά διακριτά τμήματα. Ειδικότερα, είχε καταληφθεί τμήμα του ως άνω ακινήτου τους, εκτάσεως 13.429 μ2, που εμφαίνεται στο από 14.2.2004, συνταχθέν από τον Σ. Μ., αντίγραφο του από 20.9.1961 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού υπομηχανικού Ν. Κ. (10ου των κατηγορουμένων) με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Σ-Ρ-Π-Α και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Β., νότια με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου, ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Π. και δυτικά με θάλασσα. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα- κατηγορουμένη, Π. συζ. Α. Κ., νέμεται και κατέχει τα διακριτά τμήματα με αριθμούς 65 και 70 κατ' ιδανικά μέρη μαζί με τις Ε. Α., Μ. συζ. Α. Γ. και Α. Κ. Β. (3η, 4η και 5η των κατηγορουμένων). Περαιτέρω, προέκυψε ότι το έτος 1998 στο Μαρμάρι Ευβοίας η εκκαλούσα - κατηγορουμένη Π. συζ. Α. Κ. και οι ως άνω συγκατηγορούμενοί της (1ος - 8ος) συνήλθαν στο ξενοδοχείο "ΔΕΛΦΙΝΙ", ιδιοκτησίας Α. Μ. και τελώντας εν γνώσει ότι η ως άνω επίδικη έκταση (13.429 μ2) ανήκει κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στους εγκαλούντες και τη μητέρα τους, θέλησαν να την ενσωματώσουν στην όμορη ιδιοκτησία τους (η οποία τους ανήκει ως κληρονόμους του Γ. Β.). Για να επιτευχθεί ο ανωτέρω σκοπός, ανέθεσαν στον Ν. Κ. (10ο των κατηγορουμένων) να συντάξει τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο θα εμφανιζόταν η ιδιοκτησία τους αλλά και η επίδικη έκταση ως ενιαίο ακίνητο. Στη συνέχεια με βάση το σχεδιάγραμμα αυτό και ύστερα από αλλεπάλληλες συναντήσεις που είχαν, συμφώνησαν να χωρίσουν την όλη έκταση σε διακριτά τμήματα, ώστε καθένας να λάβει από αυτά ένα ή περισσότερα, αξίας ανάλογης με το ιδανικό μερίδιο καθενός στην κοινωνία (συγκυριότητα). Ακολούθως, προέβησαν στη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού στο οποίο περιέχονται οι όροι της άτυπης αυτής διανομής και μάλιστα περιγραφόταν καθένα από τα διακριτά τμήματα της διανεμηθείσας (ατύπως) εκτάσεως με βάση το συνταχθέν τον ίδιο χρόνο τοπογραφικό διάγραμμα. Προκειμένου δε να κατοχυρώσουν την επίπλαστη νομιμοφανή εγκυρότητα των ανωτέρω πράξεών τους και αντιλαμβανόμενοι ότι οι εγκαλούντες θα διεκδικούσαν τα νόμιμα δικαιώματά τους βάσει των νομίμων τίτλων που κατείχαν για την επίδικη έκταση, αποφάσισαν να θέσουν ως ημερομηνία συντάξεως του διανεμητηρίου ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά και του τοπογραφικού διαγράμματος όχι την ημερομηνία που πραγματικά συμφώνησαν την ανωτέρω άτυπη διανομή, ήτοι το έτος 1998 κατά την οποία συνήλθαν στο Μαρμάρι Ευβοίας και συμφώνησαν τα παραπάνω, αλλά προγενέστερη. Η εκκαλούσα κατηγορουμένη και οι συγκατηγορούμενοί της (1ος - 8ος) δηλαδή έλαβαν από κοινού την απόφαση να προχρονολογήσουν τα δύο έγγραφα, προκειμένου στην περίπτωση εκείνη που οι εγκαλούντες αμφισβητούσαν την κυριότητα εκείνων εκ των κατηγορουμένων που έλαβαν διακριτά τμήματα, περιλαμβανόμενα στην επίδικη έκταση, να προσκόμιζαν τα άνω έγγραφα (σχεδιάγραμμα-συμφωνητικό) που θα στήριζαν τους ισχυρισμούς τους για το ότι η διανομή είχε γίνει από το έτος 1961, ότι καθένας τους νέμεται από τότε καθένα από τα διακριτά τμήματα, συνεπώς και τα διακριτά τμήματα που περιέχονται εν όλω ή εν μέρει στην ιδιοκτησία των εγκαλούντων και ότι καθένας είχε αποκτήσει κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία σε καθένα από τα διακριτά τμήματα με την αδιάκοπη επί 20ετία άσκηση υλικών πράξεων νομής ήδη από το έτος 1961. Καθώς ωστόσο για κάποιους από αυτούς το έτος 1961 το οποίο θα έθεταν ως χρονολογία συντάξεως των δύο ως άνω εγγράφων, δεν ήταν όλοι τους συγκύριοι στην όμορη ιδιοκτησία, αλλά οι δικαιοπάροχοί τους, καθώς σ' αυτούς είχε περιέλθει το δικαίωμα της συγκυριότητας με καθολική διαδοχή μεταγενέστερα από το έτος 1961, μερίμνησαν ώστε στο ιδιωτικό συμφωνητικό (διανεμητήριο) να φαίνεται ότι τη διανομή έκαναν οι τότε συγκύριοι και φρόντισαν να υπάρχουν οι υπογραφές των συγκυρίων αυτών, δηλαδή των προσώπων που τότε, το έτος 1961 ήταν συνιδιοκτήτες εξ αδιαιρέτου του ακινήτου. Επειδή όμως ορισμένοι εκ των συγκυρίων του έτους 1961 δεν ήταν εν ζωή τον πραγματικό χρόνο που συντάχθηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό (1998) αφού τέθηκαν υπογραφές από εκείνους εκ των κατηγορουμένων που ήταν και εν ζωή και το έτος 1998, οι δε κατηγορούμενοι που δεν ήταν οι ίδιοι συγκύριοι το έτος 1961, αλλά οι δικαιοπάροχοί τους, φρόντισαν να τεθούν οι υπογραφές και τα ονοματεπώνυμα των δικαιοπαρόχων τους ώστε να καταστεί αληθοφανές συμφωνητικό και να δίνεται η εντύπωση ότι αυτοί (δικαιοπάροχοι που είχαν ήδη αποβιώσει) είχαν υπογράψει το συμφωνητικό στις 20.9.1961. Έτσι οι υπογραφές του Θ. Β. (11ος συμβαλλόμενος), της Σ. χήρας Γ. Μ. (2η συμβαλλόμενη), του Κ. Β. (1ος συμβαλλόμενος) και του Ε. Β. (6ος συμβαλλόμενος), τα ονόματα των οποίων αναγράφονται τόσο στο άνω συμφωνητικό ως συγκυρίων όσο και στο τοπογραφικό διάγραμμα δεν είναι γνήσιες, αλλά πλαστές, εφόσον όλοι αυτοί είχαν αποβιώσει πριν το έτος 1998 όταν και έγινε η σύνταξη του διανεμητηρίου συμφωνητικού που προχρονολογήθηκε, φέρονται δε ως πλαστογραφηθείσες από τον πρώτο κατηγορούμενο Γ. Β. του Π. (βλ. σχετικά την από 9.9.2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ.). Χαρακτηριστικές εν προκειμένω είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων Π. Ψ., Δ. Β., Γ. Β. και Κ. Μ. αναφορικά με τον τρόπο με το οποίο η εκκαλούσα κατηγορουμένη και οι ως άνω συγκατηγορούμενοί της (1ος έως 8ος) ξεκινώντας από το ξενοδοχείο "ΔΕΛΦΙΝΙ" ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους και το επίδικο εδαφικό τμήμα. Ειδικότερα, ο Κ. Μ. καταθέτει "ενώ το ... ήταν χωρισμένο σε τρία σύνορα, αυτός (Γ. Β.) το έκανε δύο, στα τεμάχια στη θάλασσα έβγαλε το σύνορο και το οικειοποιήθηκε, ενώ αυτό το κτήμα ήταν των μηνυτών, Μ. και Ι. Β.....Το συμφωνητικό το έφτιαξαν το 1998", ενώ η Π. Ψ. εκθέτει "πολλές φορές ήρθε ο Γ. Β., ο αδελφός μου με ένα τοπογραφικό και ένα συμφωνητικό του έτους 1961 από τον μηχανικό Κ. για να τα υπογράψει....εγώ όμως δεν τα υπέγραψα γιατί όπως μου είπε ο δικηγόρος μου αυτό ήταν απάτη, διότι δεν είναι δυνατόν να υπογράψουμε εκ των υστέρων μία διανομή του 1960...". Επίσης ο Δ. Β. αναφέρει "γνώριζαν όταν το έκαναν ότι το επίδικο κομμάτι ανήκε στα παιδιά του Ε. Β....δεν υπάρχει περίπτωση οι μηνυόμενοι και οι πατεράδες τους να είχαν διανείμει την περιουσία το 1961, εγώ θα το ήξερα, διότι συζητούσαν οι πατεράδες μας γι' αυτά, αν είχε γίνει διανομή το 1961 δεν θα υπήρχε λόγος να γίνει συνάντηση στο ξενοδοχείο στο Μαρμάρι για να συζητήσουν τη διανομή του 1961", ενώ η Γ. Β. επισημαίνει "μου τηλεφώνησε πάλι ο Γ. Β. του Π., ο ανεψιός μου και μου είπε να πάω στο συμβολαιογραφείο του Σιάγκα στο Μαρμάρι, να βάλω μία υπογραφή, δεν θυμάμαι για ποιο θέμα....Πράγματι πήγα και είδα μαζεμένα όλα τα άτομα που είχαν μαζευτεί και στο ξενοδοχείο του Μ. την ημέρα της διανομής, τα άτομα αυτά ήταν ο Γ. Β. του Π....και οι τέσσερις κόρες του Κ. Β. (του παππά), δηλαδή και η Π. Κ. (εκκαλούσα)...". Το γεγονός ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής, συντάχθηκε στην πραγματικότητα το έτος 1998 και όχι στις 20.9.1961, καθόσον το έτος 1961 δεν είχε πραγματοποιηθεί διανομή, συνάγεται περαιτέρω και από το ότι ορισμένοι κατηγορούμενοι εμφανίζονται στο χρονικό διάστημα 1961-1998 να μεταβιβάζουν, να αποδέχονται δωρεές και να προβαίνουν σε πράξεις αποδοχής κληρονομίας ποσοστών εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, χωρίς να γίνεται καθόλου μνεία της άτυπης δήθεν διανομής του έτους 1961 και επιπρόσθετα εάν είχαν αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία διακριτά τμήματα του όλου ακινήτου, θα έπρεπε στις νομικές αυτές πράξεις να μεταβιβάζεται η κυριότητα διακριτών τμημάτων του όλου ακινήτου. Περαιτέρω, προέκυψε ότι η εκκαλούσα κατηγορουμένη Π. συζ. Α. Κ. και οι ως άνω συγκατηγορούμενοί της (1ος - 8ος) αποφάσισαν από κοινού να κατασκευάσουν δικαστική αντιδικία με την άσκηση αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, με σκοπό όπως συμπαικτικά προκαλέσουν την έκδοση αποφάσεως η οποία θα αναγνώριζε τα δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας σε καθένα από τα διακριτά τμήματα στα οποία διένειμαν την ως άνω έκταση, δηλαδή την έκταση η οποία εκτός από την ιδιοκτησία τους περιελάμβανε και τμήμα της ιδιοκτησίας των εγκαλούντων. Με την έκδοση δε αποφάσεως από το Δικαστήριο που θα αναγνώριζε ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι (ενάγοντες) είναι κύριοι αντίστοιχα των διακριτών τμημάτων στα οποία χωρίστηκε η όλη έκταση με βάση το συμφωνητικό διανομής εύλογα θα δημιουργείτο στους καλόπιστους τρίτους η πεποίθηση ότι ο καθένας από τους ανωτέρω είναι αποκλειστικός κύριος του διακριτού εκείνου τμήματος που με τη διανομή περιήλθε σ' αυτόν. Έτσι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει στη συμφωνία του έτους 1998, άσκησαν ως ενάγοντες αγωγή κατά της Ε. συζ. Ν. Α. (3ης των κατηγορουμένων) ως εναγόμενης. Στην από 1.9.1998 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ιστόρησαν ότι με άτυπη διανομή ήδη από το έτος 1961 είχε διανεμηθεί η ιδιοκτησία που τους ανήκε εξ αδιαιρέτου, στην οποία όμως παράνομα και δόλια συμπεριέλαβαν και την επίδικη έκταση που ανήκε στους εγκαλούντες, ότι καθένας από αυτούς έλαβε στη νομή του το διακριτό τμήμα που συμφωνήθηκε να λάβει με την άτυπη διανομή της 20.9.1961, ότι ο καθένας τους νεμήθηκε αδιάλειπτα από το έτος 1961 καθένα από αυτά και ότι με την άσκηση της νομής επί 20ετία και πλέον απέκτησε ο καθένας αποκλειστική κυριότητα σ' αυτά. Μάλιστα κάθε ενάγων, από εκείνους που δεν ήταν συγκύριοι το έτος 1961, ανέφερε στην αγωγή ότι τη νομή στο αντίστοιχο διακριτό τμήμα είχε αποκτήσει ο δικαιοπάροχός του, ο οποίος είχε υπογράψει το διανεμητήριο και ότι μετά το θάνατο αυτού συνέχισε να ασκεί τη νομή δικαιοπαρόχου του, την οποία συνυπολόγισε στο χρόνο της δικής του νομής και έτσι έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Με την άνω αγωγή ισχυρίστηκαν οι ως άνω κατηγορούμενοι (και η εκκαλούσα) προκειμένου να θεμελιώσουν το έννομο συμφέρον τους στην άσκηση αυτής, ότι δήθεν η εναγόμενη Ε. συζ. Ν. Α. (3η των κατηγορουμένων) αμφισβητούσε το κύρος της διανομής που είχε γίνει στις 20.9.1961. Το αίτημα της αγωγής ήταν να αναγνωριστεί το δικαίωμα καθενός σε διακριτό τμήμα της ιδιοκτησίας τους, στην οποία όμως, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμπεριληφθεί και η επίδικη έκταση, η οποία συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της ιδιοκτησίας των εγκαλούντων. Οι ενάγοντες στη δίκη εκείνη επικαλέστηκαν ψευδώς με τις προτάσεις που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της αγωγής, τόσο το ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής στο οποίο είχε τεθεί ως ημερομηνία συντάξεως η 20.9.1961, όσο και το τοπογραφικό διάγραμμα που είχε εκπονήσει ο Ν. Κ. (10ος των κατηγορουμένων) το οποίο απεικόνιζε τη διανομή που είχε συμφωνηθεί, δηλαδή απεικόνιζε τα διακριτά εδαφικά τμήματα που περιέρχονταν σε καθένα από τους κοινωνούς με την άτυπη αυτή διανομή. Η αλήθεια όμως είναι ότι τόσο το ιδιωτικό συμφωνητικό της δήθεν διανομής όσο και το τοπογραφικό διάγραμμα συντάχθηκαν όχι στις 20.9.1961, αλλά πολύ μεταγενέστερα, δηλαδή το έτος 1998, προχρονολογήθηκαν δε για να παραπλανηθεί το Δικαστήριο που θα δίκαζε την αγωγή και που θα αξιολογούσε στην ουσία τους αγωγικούς ισχυρισμούς και για να πεισθεί ότι πράγματι είχε γίνει άτυπη διανομή το έτος 1961 και ότι συνεπώς είχε αποκτηθεί από τους ενάγοντες (κατηγορουμένους) η κυριότητα σε καθένα διακριτό τμήμα της εκτάσεως που περιγραφόταν στην αγωγή με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, με την ως άνω αγωγή, οι ενάγοντες (εκκαλούσα και οι συγκατηγορούμενοί της 1ος - 8ος) απέβλεπαν στη δημιουργία νόμιμου τίτλου για την κυριότητά τους στην όλη έκταση την οποία διένειμαν δήθεν το έτος 1961, δηλαδή στην έκδοση δικαστικής αποφάσεως, έστω και μεταξύ αυτών των διαδίκων, ότι το καταληφθέν τμήμα της ιδιοκτησίας των εγκαλούντων αποτελούσε εσαεί αναπόσπαστο τμήμα της δικής τους όμορης ιδιοκτησίας και ότι ο καθένας με τη διανομή έλαβε στην αποκλειστική νομή του το αντίστοιχο διακριτό τμήμα και το νεμήθηκε επί 20ετία με συνέπεια να γίνει κύριος. Η εναγόμενη (3η των κατηγορουμένων) συμμετέχοντας και αυτή στο όλο σχέδιο και έχοντας προσυνεννοηθεί με τους ενάγοντες (λοιπούς συγκατηγορουμένους της) ερημοδίκησε στη δίκη που διεξήχθη επί της αγωγής αυτής. Έτσι το Δικαστήριο συνήγαγε από την συμπαικτική ερημοδικία της, τεκμήριο ομολογίας και πλήρη απόδειξη για το ότι είναι δήθεν αληθείς οι ισχυρισμοί των εναγόντων (ανωτέρω κατηγορουμένων). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 203/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας που αναγνώρισε, στηριχθείσα στο τεκμήριο ομολογίας, ότι οι ενάγοντες είναι κύριοι των περιγραφόμενων στην αγωγή διακριτών τμημάτων της συνολικής εκτάσεως, μέρος της οποίας όμως ανήκε στην ιδιοκτησία των εγκαλούντων, όπως προαναφέρθηκε. Συνακόλουθα, με την άσκηση της ανωτέρω εικονικής και την έκδοση επ' αυτής της υπ' αριθμ. 203/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο κατά συναυτουργία, καθώς η προφανής συμπαιγνία μεταξύ των διαδίκων (ανωτέρω κατηγορουμένων) και η προσυνεννοημένη ερημοδικία έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης στους εγκαλούντες και στη μητέρα τους, αφού περιέρχεται σε αμφισβήτηση και χάνεται το δικαίωμα κυριότητάς τους στην επίδικη έκταση των 13.429 τετρ. μέτρων, αξίας όπως προέκυψε 500.000 ευρώ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο μέσω της προαναφερόμενης εικονικής δίκης, την οποία δημιούργησαν η εκκαλούσα κατηγορουμένη Π. συζ. Α. Κ. και οι συγκατηγορούμενοί της, με τη συνδρομή του Ν. Κ., παραπλανήθηκε με την εκ μέρους τους αθέμιτη και συμπαικτική αποσιώπηση των αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύθηκε περαιτέρω με την επίκληση και την προσαγωγή εκ μέρους αυτών ψευδών αποδεικτικών στοιχείων με τις από 4.2.1999 προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της αγωγής, ήτοι του ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής (άτυπης) και του τοπογραφικού διαγράμματος που είχαν σκόπιμα προχρονολογηθεί (1961) για να χρησιμεύσουν στην εικονική αυτή δίκη.
Συνεπώς, η εκκαλούσα κατηγορουμένη και οι συγκατηγορούμενοί της ενήργησαν εν προκειμένω βάσει σχεδίου και όχι ευκαιριακά με υποδομή και οργανωμένη ετοιμότητα και με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως. Προκύπτει δε με βάση τα προεκτεθέντα ο σκοπός τους να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Η εκκαλούσα κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι δεν συμμετείχε στην κατάρτιση του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής, ότι αγνοούσε την άσκηση της από 1.9.1998 αγωγής κατά της Ε. Α., όπου το όνομά της συγκαταλέγεται μεταξύ των εναγόντων εν αγνοία της, ότι δεν είχε δώσει πληρεξουσιότητα στον υπογράψαντα την αγωγή αυτή και παραστάντα κατά τη συζήτησή της δικηγόρο Ιωάννη Τριμίντζιο και ότι δεν έχει μεταγράψει την υπ' αριθμ. 203/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου για να κατοχυρώσει δικαίωμα ιδιοκτησίας στην επίδικη έκταση. Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως κρίνονται ως αβάσιμοι, αφού, όπως προέκυψε η εκκαλούσα ήταν παρούσα μαζί με τις αδελφές της (όλες οι κόρες του παππά Κ. Β.) στη συνάντηση που έγινε στο ξενοδοχείο "ΔΕΛΦΙΝΙ" στο Μαρμάρι Ευβοίας όπου συναποφασίστηκε η κατάρτιση του συμφωνητικού της διανομής, ούτε άλλωστε προκύπτει να προέβη η τελευταία σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή ενέργεια προς τον ως άνω δικηγόρο για τη δήθεν άνευ εντολής, εκπροσώπησή της στην εικονική δίκη, η δε μεταγραφή της ως άνω δικαστικής αποφάσεως ως τίτλου ιδιοκτησίας μπορεί να επέλθει και σε μεταγενέστερο χρόνο. Ειδικά η γνώση της εκκαλούσας για την άτυπη αυτή διανομή προκύπτει και από το ότι στο υπ' αριθμ. .../1996 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμ/φου Καρύστου Σοφίας Μπέκα εμφανίζεται ως πωλητής ο Α. Κ., σύζυγος της εκκαλούσας, ο οποίος μεταβιβάζει στον Δ. Π. Β. αγροτεμάχιο 1248 τετρ. μέτρων στη θέση "..." που αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως (αδιανέμητης) ενώ στην επακολουθήσασα υπ' αριθμ. .../1997 πράξη διορθώσεως - συμπληρώσεως της ίδιας συμ/φου (σχετικά με τους τίτλους ιδιοκτησίας) ο ίδιος πωλητής εμφανίζεται ως κύριος του πωλουμένου από άτυπη διανομή του 1961, τα δε όρια αυτού προσδιορίζονται εκ νέου με δεδομένο πλέον την διανεμημένη δήθεν έκταση. Με βάση όλα τα παραπάνω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για τη στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατηγορίας κατά της εκκαλούσας - κατηγορουμένης, Π. συζ. Α. Κ. για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη βλάβη τρίτων που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ και της απάτης στο Δικαστήριο από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ. Επομένως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμά του παρέπεμψε την εκκαλούσα κατηγορουμένη Π. συζ. Α. Κ. στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου για να δικαστεί ως υπαίτια των ανωτέρω πράξεων, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα προκύπτοντα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού πραγματικά περιστατικά και πρέπει να απορριφθούν όσα αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία. Κατ' ακολουθία και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην εισαγγελική πρόταση στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας και το παρόν Συμβούλιο συμπληρωματικά αναφέρεται, πρέπει....να απορριφθεί η κρινόμενη υπ' αριθμ. 35/1.9.2009 έφεση της εκκαλούσας κατηγορουμένης Π. συζ. Α. Κ. ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα...". Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Συμβούλιο, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της απάτης στο δικαστήριο από κοινού κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, για τα οποία παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στοιχ. γ' και στ', 14, 18α, 26 παρ. 1α, 27, 45, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 3, 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 των άρθρων 216 και 386 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 και 4 αντιστοίχως του Ν. 2721/1999, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά και έτσι δεν στέρησε το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη επί μέρους αιτιάσεις: α) το πληττόμενο βούλευμα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 386, δεχόμενο ότι στοιχειοθετείται το από το άρθρο αυτό προβλεπόμενο έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο στην περίπτωση αθέμιτης συμπαιγνίας των αντιδίκων (εικονική δίκη), οι οποίοι ενεργώντας κατόπιν συναποφάσεως, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας ξένη περιουσία, υποβάλλουν στο δικαστήριο ψευδείς ισχυρισμούς, υποστηριζόμενους με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών εγγράφων, αλλά και γνησίων μεν, ανακριβών όμως ως προς το περιεχόμενό τους, και την αποσιώπηση των αληθινών γεγονότων, καθώς και με ψευδή ομολογία ή ψευδές εκ της προσυννενοημένης ερημοδικίας τεκμήριο ομολογίας (άρθρ. 339 και 352 του ΚΠολΔ), συνεπεία των οποίων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση από την οποία βλάπτεται η περιουσία τρίτων, αφού και η ομολογία αποτελεί αποδεικτικό μέσο, β) προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο όλα τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κλπ), γ) αιτιολογείται ιδιαίτερα η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου που απαιτείται για τη συγκρότηση των εγκλημάτων για τα οποία παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στο ακροατήριο, με την παράθεση των πραγματικών που θεμελιώνουν τη γνώση αυτής ως προς την πλαστότητα του ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής και του ψευδούς κατά το περιεχόμενο τοπογραφικού διαγράμματος που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, καθώς και ο πρόσθετος σκοπός αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους των κατηγορουμένων και τότε αντιδίκων, με την αναγνώρισή τους, κατά παραπλάνηση του δικαστηρίου, ως κυρίων όλης της περιγραφόμενης στην αγωγή εκτάσεως, δ) αναφέρεται το συνολικό όφελος που επιδίωξαν και πέτυχαν οι κατηγορούμενοι, με αντίστοιχη ζημία των εγκαλούντων, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, αλλά και εκείνο των 73.000 ευρώ και προσδιορίζεται στο συνολικό ποσό των 500.000 ευρώ, εφόσον δε η πράξη της απάτης στο δικαστήριο τελέστηκε κατά συναυτουργία δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορισθεί από το Συμβούλιο ποιο ακριβώς μέρος του άνω ποσού αποκόμισε ο κάθε συναυτουργός, ούτε τίθεται εν προκειμένω θέμα παραγραφής της πράξεως, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα και ε) η αιτίαση ότι χρόνος υπογραφής του φερόμενου ως πλαστού ιδιωτικού συμφωνητικού της δήθεν διανομής δεν είναι το έτος 1998, όπως προσδιορίζεται στο πληττόμενο βούλευμα, αλλά προγενέστερος αναγόμενος στη δεκαετία του 1980, όπως αυτή ισχυρίστηκε στην έφεσή της, είναι απαράδεκτη, διότι πλήττεται με αυτήν η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, οι διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τις οποίες υπό την επίκληση των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει, να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 εδ. δ', 312, 316 παρ. 2, 318 και 319 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η ανάγκη ή μη συμπληρώσεως της ανακρίσεως (ή προανακρίσεως) και η διάταξη περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως απόκειται στην κυριαρχική εκτίμηση του Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν υπόκειται κατά τούτο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση όμως απορρίψεως αιτήματος, που έχει υποβληθεί από τον εισαγγελέα ή τους διαδίκους, για τη διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προκειμένου να διεξαχθεί συγκεκριμένη ανακριτική ενέργεια, σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, το Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Η αιτιολογία πάντως αυτή, για την απόρριψη, έστω και σιωπηρώς, του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση ή προανάκριση, θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που το Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που με πληρότητα παραθέτει και εκτιμά το Συμβούλιο(ΑΠ 1234/2010, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 765/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 484 παρ. 1 δ' και ζ' του ίδιου Κώδικα, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της υπερβάσεως εξουσίας (αρνητικής) και της ελλείψεως αιτιολογίας, λόγω απορρίψεως σιωπηρώς του αιτήματος που διατύπωσε η αναιρεσείουσα με την έφεσή της και με το από 3.11.2009 υπόμνημά της για εξέταση ως μαρτύρων της θυγατρός της Π. Κ. και του συζύγου της Α. Κ., με διεξαγωγή συμπληρωματικής κύριας ανακρίσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Συμβούλιο, μετά από εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων που με πληρότητα παραθέτει, αποφαίνεται οριστικά επί της κατηγορίας και αιτιολογεί πλήρως την κρίση του για την συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής αυτής και την παραπομπή της στο ακροατήριο για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της, ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθούν οι αντίστοιχες με αριθμούς 16/22.6.2010 και 70/14.6.2010 αιτήσεις (δηλώσεις) των: α) Γ. Β. του Π. και β) Π. Κ. του Κ., για αναίρεση του 1024/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 28 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, εισάγονται, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι αντίστοιχες 16/22.6.2010 και 70/14.6.2010 αιτήσεις (δηλώσεις των α) Γ. Β. του Π. και β) Π. Κ. του Κ., για αναίρεση του 1024/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Α. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Γεωργίου Βούλη.
Επειδή, κατά την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 476 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 38 παρ. 2 του Νόμου 3160/2003 "κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεση τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το Μόντι κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η παραπάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 του ανωτέρω Κώδικα, πριν αντικατασταθεί κατά τα παραπάνω, όριζε ότι "κατά της αποφάσεως ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή εκφράστηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη εκείνου που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, Γ. Β. του Π., παραπέμφθηκε με το 187/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα), προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000€) και β) της απάτης στο δικαστήριο από κοινού και κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (15.000€). Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε τη με αριθμό εκθέσεως 34/9.1.2009 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το 1024/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διότι στην έκθεση της εφέσεως δεν διατυπώνονταν οι λόγοι για τους οποίους άσκησε το ένδικο αυτό μέσο, πλην της αναφοράς ότι "οι λόγοι θα εκτεθούν με υπόμνημα, που θα κατατεθεί στο μέλλον". Κατά του βουλεύματος αυτού, ο κατηγορούμενος άσκησε την υπό κρίση με αριθμό εκθέσεως 16/22.6.2010 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως. Όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά του εν λόγω βουλεύματος δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
Β. Επί της αιτήσεως της Π. Κ. Επειδή, με το προσβαλλόμενο 1024/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε η 35/1.9.2009 έφεση της παραπάνω κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο 187/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το οποίο παραπέμφθηκε η ως άνω αναιρεσείουσα, μαζί με άλλους συγκατηγορουμένους της ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα), προκειμένου να δικασθεί για της αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000 €) και β) της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, από κοινού, κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000€), ήτοι για πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 στοιχ. γ' και ς', 14, 18α', 27, 45, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 3, 386 παρ. 1 και 3 του Ποινικού Κώδικα, όπως η παράγραφος 3 των άρθρων 216 και 386 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 και 4, αντιστοίχως, του Νόμου 2721/1999.
Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το παραπάνω βούλευμα, ασκήθηκε νομίμως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση, περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη νόμιμης βάσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την υπέρβαση εξουσίας (άρθρα 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 482 παρ. 1, στοιχ. α' και 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' και ς' του ΚΠΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν.
Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του Ποινικού Κώδικα, όπως η παράγραφος 3 συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Νόμου 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 του Νόμου 2721/1999 "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του Ποινικού Κώδικα, από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου, που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου), που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξεως και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ή διάπραξη πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μεταθέσεως, στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως, με μόνη την υλική πράξη της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το όφελος που σκοπήθηκε ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νοθεύσεως να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία αυτός επιδιώκει, αφού, κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής ζημίας ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτήν η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο επελεύσεως του οφέλους ή της ζημίας. Για τα παραπάνω συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία με οποιανδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, με τη συστηματική ένταξη της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων.
Επειδή, πατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλο ν παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Με την έννοια αυτή, το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς δημόσια αρχή, πείθοντας έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της δραστηριότητας της, από τις οποίες ζημιώνεται άλλος. Επομένως, απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή, που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση που έχει ως συνέπεια τη βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του ή τρίτου, καθώς και όταν υποστηρίζεται, ύστερα από συναπόφαση και συμπαιγνία των αντιδίκων, με ψευδή δικαστική ομολογία ή τεκμήριο ομολογίας (με την ερημοδικία του εναγομένου) αφού και στην περίπτωση αυτή προσάγεται ή γίνεται επίκληση ψευδούς αποδεικτικού μέσου "προσυνεννοημένη και συμπαικτική ομολογία". Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του ή άλλου στην περίπτωση "συμπαικτικής" αγωγής ή αιτήσεως. Η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά την παράγραφο 3 στοιχ. α' του ίδιου άρθρου όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Νόμου β2721/1999 "αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος του ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν ντο ποσό των 15.000 ευρώ". Από τον συνδυασμό εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προκύπτει ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων της πολιτικής δίκης, περιλαμβάνεται και η ομολογία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. ς' του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 24°08/1996 "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, κατά το άρθρο 45 του Ποινικού Κώδικα "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την "ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει, κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα στη θέληση της παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε γι' αυτόν αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως (άμεσος δόλος) ή τον σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), όπως συμβαίνει στα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη για τη συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του συμβουλίου. Η σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου ή συμπληρωματικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και η σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος και αναφέρεται στα στοιχεία του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εγκαλούντες (Μ. Β. του Ε. και Ι. Β. του Ε.) είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου (του υπολοίπου 2/8 εξ αδιαιρέτου ανήκοντος στη μητέρα τους Μ. χήρα Ε. Β.) ενός ακινήτου, στη θέση "..." της κτηματικές περιφέρειας του δήμου Μαρμαρίου Ευβοίας, εντός σχεδίου πόλεως εκτάσεως 52.602,12 μ2. Το ακίνητο αυτό, σύμφωνα με το από Ιουλίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Α., συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Π., βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Β., δυτικά με θάλασσα και νότια με ιδιοκτησία Οικοδομικού συνεταιρισμού Καλλιτεχνών, περιήλθε δε στους εγκαλούντες και τη μητέρα τους κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά, από κληρονομιά του πατέρα τους Ε. Β. (αληθούς κυρίου), την οποία αυτοί αποδέχθηκαν νομίμως. Προτιθέμενοι οι εγκαλούντες να εκποιήσουν τμήμα του ακινήτου αυτού, διαπίστωσαν το έτος 2002, ότι την επίδικη έκταση νέμονταν επιλήψιμα μερικοί εκ των κατηγορουμένων και μάλιστα την νέμονταν κατά διακριτά τμήματα. Ειδικότερα, είχε καταληφθεί τμήμα του ως άνω ακινήτου τους, εκτάσεως 13.429 μ2, που εμφαίνεται στο από 14.2.2004, συνταχθέν από τον Σ. Μ., αντίγραφο του από 20.9.1961 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού υπομηχανικού Ν. Κ. (10ου των κατηγορουμένων) με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Σ-Ρ-Π-Α και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Β., νότια με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου, ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Π. και δυτικά με θάλασσα. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα - κατηγορουμένη Π. σύζ. Α. Κ. νέμεται και κατέχει τα διακριτά τμήματα με αριθμούς … και … κατ' ιδανικά μέρη μαζί με τις Ε. Α., Μ. σύζ. Α. Γ. και Α. Κ. Β. (3η, 4η και 5η των κατηγορουμένων). Περαιτέρω, προέκυψε ότι το έτος 1998, στο Μαρμάρι Ευβοίας, η εκκαλούσα - κατηγορουμένη Π. σύζ. Α. Κ. και οι ως άνω συγκατηγορούμενοί της (1ος - 8ος) συνήλθαν στο ξενοδοχείο "ΔΕΛΦΙΝΙ", ιδιοκτησίας Α. Μ. και τελώντας εν γνώσει ότι η ως άνω επίδικη έκταση (13.429 μ2) ανήκει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στους εγκαλούντες και τη μητέρα τους, θέλησαν να την ενσωματώσουν στην όμορη ιδιοκτησία τους (η οποία τους ανήκει ως κληρονόμους του Γ. Β.). Για να επιτευχθεί ο ανωτέρω σκοπός, ανέθεσαν στον Ν. Κ. (10° των κατηγορουμένων) να συντάξει τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο θα εμφανιζόταν η ιδιοκτησία τους, αλλά και η επίδικη έκταση ως ενιαίο ακίνητο, στη συνέχεια με βάση το σχεδιάγραμμα αυτό και ύστερα από αλλεπάλληλες συναντήσεις που είχαν, συμφώνησαν να χωρίσουν την όλη έκταση σε διακριτά τμήματα, ώστε καθένας να λάβει από αυτά ένα ή περισσότερα, αξίας ανάλογης με το ιδανικό μερίδιο καθενός στην κοινωνία (συγκυριότητα). Ακολούθως, προέβησαν στη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού στο οποίο περιέχονται οι όροι της άτυπης αυτής διανομής και μάλιστα περιγραφόταν καθένα από τα διακριτά τμήματα της διανεμηθείσας (ατύπως) εκτάσεως με βάση το συνταχθέν τον ίδιο χρόνο τοπογραφικό διάγραμμα. Προκειμένου δε να κατοχυρώσουν την επίπλαστη νομιμοφανή εγκυρότητα των ανωτέρω πράξεων τους και αντιλαμβανόμενοι ότι οι εγκαλούντες θα διεκδικούσαν τα νόμιμα δικαιώματα τους, βάσει των νομίμων τίτλων που κατείχαν για την επίδικη έκταση, αποφάσισαν να θέσουν ως ημερομηνία συντάξεως του διανεμητηρίου ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά και του τοπογραφικού διαγράμματος όχι την ημερομηνία που πραγματικά συμφώνησαν την ανωτέρω άτυπη διανομή, ήτοι το έτος 1998, κατά την οποία συνήλθαν στο Μαρμάρι Ευβοίας και συμφώνησαν τα παραπάνω, αλλά προγενέστερη. Η εκκαλούσα κατηγορουμένη και οι συγκατηγορούμενοί της (1ος - 8ος) δηλαδή έλαβαν από κοινού την απόφαση να προχρονολογήσουν τα δύο έγγραφα (σχεδιάγραμμα - συμφωνητικό) που θα στήριζαν τους ισχυρισμούς τους για το ότι η διανομή είχε γίνει από το έτος 1961, ότι καθένας τους νέμεται από τότε καθένα από τα διακριτά τμήματα, συνεπώς και τα διακριτά τμήματα που περιέχονται εν όλω ή εν μέρει στην ιδιοκτησία των εγκαλούντων και ότι καθένας είχε αποκτήσει κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία σε καθένα από τα διακριτά τμήματα με την αδιάκοπη επί εικοσαετία άσκηση υλικών πράξεων νομής ήδη από το έτος 1961. Καθώς ωστόσο για κάποιους από αυτούς το έτος 1961 το οποίο θα έθεταν ως χρονολογία συντάξεως των δύο ως άνω εγγράφων, δεν ήταν όλοι τους συγκύριοι στην όμορη ιδιοκτησία, αλλά οι δικαιοπάροχοι τους, καθώς σ' αυτούς είχε περιέλθει το δικαίωμα της συγκυριότητας με καθολική διαδοχή μεταγενέστερα από το έτος 1961, μερίμνησαν ώστε στο ιδιωτικό συμφωνητικό (διανεμητήριο) να φαίνεται ότι τη διανομή έκαναν οι τότε συγκύριοι και φρόντισαν να υπάρχουν οι υπογραφές των συγκυρίων αυτών, δηλαδή των προσώπων που τότε, το έτος 1961 ήταν συνιδιοκτήτες εξ αδιαιρέτου του ακινήτου. Επειδή όμως ορισμένοι εκ των συγκυρίων του έτους 1961 δεν ήταν εν ζωή τον πραγματικό χρόνο που συντάχθηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό (1998) αφού τέθηκαν υπογραφές από εκείνους εκ των κατηγορουμένων που ήταν και εν ζωή και το έτος 1998, οι δε κατηγορούμενοι που δεν ήταν οι ίδιοι συγκύριοι το έτος 1961, αλλά οι δικαιοπάροχοι τους, φρόντισαν να τεθούν οι υπογραφές και τα ονοματεπώνυμα των δικαιοπαρόχων τους ώστε να καταστεί αληθοφανές συμφωνητικό και να δίνεται η εντύπωση ότι αυτοί (δικαιοπάροχοι που είχαν ήδη αποβιώσει) είχαν υπογράψει το συμφωνητικό στις 20.9.1961. Έτσι, οι υπογραφές του Θ. Β. (11ος συμβαλλόμενος), της Σ. χήρας Γ. Μ. (2η συμβαλλόμενη), του Κ. Β. (1ος συμβαλλόμενος) και του Ε. Β. (6ος συμβαλλόμενος), τα ονόματα των οποίων αναγράφονται τόσο στο άνω συμφωνητικό ως συγκυρίων όσο και στο τοπογραφικό διάγραμμα δεν είναι γνήσιες, αλλά πλαστές, εφόσον όλοι αυτοί είχαν αποβιώσει πριν το έτος 1998, όταν και έγινε η σύνταξη του διανεμητηρίου συμφωνητικού που προχρονολογήθηκε, φέρονται δε ως πλαστογραφηθείσες από τον πρώτο κατηγορούμενο Γ. Β. του Π. (βλ. σχετικά την από 9.9.2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ.)Χαρακτηριστικές εν προκειμένω είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων Π. Ψ., Δ. Β., Γ. Β. και Κ. Μ. αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο η εκκαλούσα κατηγορουμένη και οι ως άνω συγκατηγορούμενοί της (1ος έως 8ος) ξεκινώντας από το ξενοδοχείο "ΔΕΛΦΙΝΙ" ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους και το επίδικο εδαφικό τμήμα. Ειδικότερα, ο Κ. Μ. καταθέτει "ενώ το ... ήταν χωρισμένο σε τρία σύνορα, αυτός (Γ. Β.) το έκανε δύο, στα τεμάχια στη θάλασσα έβγαλε το σύνορο και το οικειοποιήθηκε, ενώ αυτό το κτήμα ήταν των μηνυτών, Μ. και Ι. Β....Το συμφωνητικό το έφτιαξαν το 1998", ενώ η Π. Ψ. εκθέτει "πολλές φορές ήρθε ο Γ. Β., ο αδελφός μου με ένα τοπογραφικό και ένα συμφωνητικό του έτους 1961 από τον μηχανικό Κ. για να τα υπογράψει...εγώ όμως δεν τα υπέγραψα γιατί όπως μου είπε ο δικηγόρος μου αυτό ήταν απάτη, διότι δεν είναι δυνατόν να υπογράψουμε εκ των υστέρων μία διανομή του 1960...". Επίσης, ο Δ. Β. αναφέρει "γνώριζαν όταν το έκαναν ότι το επίδικο κομμάτι ανήκε στα παιδιά του Ε. Β.... δεν υπάρχει περίπτωση οι μηνυόμενοι και οι πατεράδες τους να είχαν διανείμει την περιουσία το 1961, εγώ θα το ήξερα, διότι συζητούσαν οι πατεράδες μας γι' αυτά, αν είχε γίνει διανομή το 1961 δεν θα υπήρχε λόγος να γίνει συνάντηση στο ξενοδοχείο στο Μαρμάρι για να συζητήσουν τη διανομή του 1961", ενώ η Γ. Β. επισημαίνει "μου τηλεφώνησε πάλι ο Γ. Β. του Π., ο ανεψιός μου και μου είπε να πάω στο συμβολαιογραφείο του Σιάγκα στο Μαρμάρι, να βάλω μία υπογραφή, δεν θυμάμαι για ποιο θέμα...Πράγματι πήγα και είδα μαζεμένα όλα τα άτομα που είχαν μαζευτεί και στο ξενοδοχείο του Μ. την ημέρα της διανομής, τα άτομα αυτά ήταν ο Γ. Β. του Π....και οι τέσσερις κόρες τού Κ. Β. (του παπά), δηλαδή και η Π. Κ. (εκκαλούσα)...". Το γεγονός ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής συντάχθηκε στην πραγματικότητα το έτος 1998 και όχι στις 20.9.1961, καθόσον το έτος 1961 δεν είχε πραγματοποιηθεί διανομή, συνάγεται περαιτέρω και από το ότι ορισμένοι κατηγορούμενοι εμφανίζονται στο χρονικό διάστημα 1961 - 1998 να μεταβιβάζουν, να αποδέχονται δωρεές και να προβαίνουν σε πράξεις αποδοχής κληρονομιάς ποσοστών εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, χωρίς να γίνεται καθόλου μνεία της άτυπης δήθεν διανομής του έτους 1961 και επιπρόσθετα εάν είχαν αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία διακριτά τμήματα του όλου ακινήτου, θα έπρεπε στις νομικές αυτές πράξεις να μεταβιβάζεται η κυριότητα διακριτών τμημάτων του όλου ακινήτου. Περαιτέρω, προέκυψε ότι η εκκαλούσα κατηγορουμένη Π. σύζ. Α. Κ. και οι ως άνω συγκατηγορούμενοί της (1ος - 8ος) αποφάσισαν από κοινού να κατασκευάσουν δικαστική αντιδικία με την άσκηση αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, με σκοπό όπως συμπαικτικά προκαλέσουν την έκδοση αποφάσεως, η οποία θα αναγνώριζε τα δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας σε καθένα από τα διακριτά τμήματα στα οποία διένειμαν την ως άνω έκταση, δηλαδή την έκταση, η οποία εκτός από την ιδιοκτησία τους περιελάμβανε και τμήμα της ιδιοκτησίας των εγκαλούντων. Με την έκδοση δε αποφάσεως από το Δικαστήριο που θα αναγνώριζε ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι (ενάγοντες) είναι κύριοι αντίστοιχα των διακριτών τμημάτων στα οποία χωρίστηκε η όλη έκταση με βάση το συμφωνητικό διανομής, εύλογα θα εδημιουργείτο στους καλόπιστους τρίτους η πεποίθηση ότι ο καθένας από τους ανωτέρω είναι αποκλειστικός κύριος του διακριτού εκείνου τμήματος που με τη διανομή περιήλθε σ' αυτόν. Έτσι, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει στη συμφωνία του έτους 1998, άσκησαν ως ενάγοντες αγωγή κατά της Ε. συζ. Ν. Α. (3ης των κατηγορουμένων) ως εναγομένης. Στην από 1.9.1998 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ιστόρησαν ότι με άτυπη διανομή ήδη από το έτος 1961 είχε διανεμηθεί η ιδιοκτησία που τους ανήκε εξ αδιαιρέτου, στην οποία όμως παράνομα και δόλια συμπεριέλαβαν και την επίδικη έκταση που ανήκε στους εγκαλούντες, ότι καθένας από αυτούς έλαβε στη νομή του το διακριτό τμήμα που συμφωνήθηκε να λάβει με την άτυπη διανομή της 20.9.1961, ότι ο καθένας τους νεμήθηκε αδιάλειπτα από το έτος 1961 καθένα από αυτά και ότι με την άσκηση της νομής επί εικοσαετία και πλέον απέκτησε ο καθένας αποκλειστική κυριότητα σ' αυτά. Μάλιστα κάθε ενάγων, από εκείνους που δεν ήταν συγκύριοι το έτος 1951, ανέφερε στην αγωγή ότι τη νομή στο αντίστοιχο διακριτό τμήμα είχε αποκτήσει ο δικαιοπάροχος του, ο οποίος είχε υπογράψει το διανεμητήριο και ότι μετά το θάνατο αυτού συνέχισε να ασκεί τη νομή δικαιοπαρόχου του, την οποία συνυπολόγισε στο χρόνο της δικής του νομής και έτσι έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Με την άνω αγωγή ισχυρίστηκαν οι ως άνω κατηγορούμενοι (και η εκκαλούσα) προκειμένου να θεμελιώσουν το έννομο συμφέρον τους στην άσκηση αυτής, ότι δήθεν η εναγομένη Ε. σύζ. Ν. Α. (3η των κατηγορουμένων) αμφισβητούσε το κύρος της διανομής που είχε γίνει στις 20.9.1961. Το αίτημα της αγωγής ήταν να αναγνωριστεί το δικαίωμα καθενός σε διακριτό τμήμα της ιδιοκτησίας τους, στην οποία όμως, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμπεριληφθεί και η επίδικη έκταση, η οποία συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της ιδιοκτησίας των εγκαλούντων. Οι ενάγοντες στη δίκη εκείνη επικαλέστηκαν ψευδώς με τις προτάσεις που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της αγωγής, τόσο το ιδιωτικό συμφωνητικό της διανομής, στο οποίο είχε τεθεί ως ημερομηνία συντάξεως η 20.9.1961, όσο και το τοπογραφικό διάγραμμα, που είχε εκπονήσει ο Ν. Κ. (10ος των κατηγορουμένων), το οποίο απεικόνιζε τη διανομή που είχε συμφωνηθεί, δηλαδή απεικόνιζε τα διακριτά εδαφικά τμήματα που περιέρχονταν σε καθένα από τους κοινωνούς με την άτυπη αυτή διανομή. Η αλήθεια όμως είναι ότι τόσο το ιδιωτικό συμφωνητικό της δήθεν διανομής, όσο και το τοπογραφικό διάγραμμα συντάχθηκαν όχι στις 20.9.1961, αλλά πολύ μεταγενέστερα, δηλαδή το έτος 1998, προχρονολογήθηκαν δε για να παραπλανηθεί το Δικαστήριο που θα δίκαζε την αγωγή και πολύ θα αξιολογούσε στην ουσία τους αγωγικούς ισχυρισμούς και για να πεισθεί ότι πράγματι είχε γίνει άτυπη διανομή το έτος 1961 και ότι συνεπώς είχε αποκτηθεί από τους ενάγοντες (κατηγορουμένους) η κυριότητα σε καθένα διακριτό τμήμα της εκτάσεως που περιγραφόταν στην αγωγή με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, με την ως άνω αγωγή, οι ενάγοντες (εκκαλούσα και οι συγκατηγορούμενοί της 1ος - 8ος) απέβλεπαν στη δημιουργία νόμιμου τίτλου για την κυριότητα τους στην όλη έκταση την οποία διένειμαν δήθεν το έτος 1961, δηλαδή στην έκδοση δικαστικής αποφάσεως, έστω και μεταξύ αυτών των διαδίκων, ότι το καταληφθέν τμήμα της ιδιοκτησίας των εγκαλούντων αποτελούσε εσαεί αναπόσπαστο τμήμα της δικής τους όμορης ιδιοκτησίας και ότι ο καθένας με τη διανομή έλαβε στην αποκλειστική νομή του το αντίστοιχο διακριτό τμήμα και το νεμήθηκε επί εικοσαετία με συνέπεια να γίνει κύριος. Η εναγομένη (3η των κατηγορουμένων) συμμετέχοντας και αυτή στο όλο σχέδιο και έχοντας προσυνεννοηθεί με τους ενάγοντες (λοιπούς συγκατηγορουμένους της) ερημοδίκησε στη δίκη που διεξήχθη επί της αγωγής αυτής. Έτσι, το Δικαστήριο συνήγαγε για την συμπαικτική ερημοδικία της, τεκμήριο ομολογίας και πλήρη απόδειξη για το ότι είναι δήθεν αληθείς οι ισχυρισμοί των εναγόντων (ανωτέρω κατηγορουμένων). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 203/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που αναγνώρισε, στηριχθείσα στο τεκμήριο ομολογίας, ότι οι ενάγοντες είναι κύριοι των περιγραφόμενων στην αγωγή διακριτών τμημάτων της συνολικής εκτάσεως, μέρος όμως της οποίας ανήκε στην ιδιοκτησία των εγκαλούντων, όπως προαναφέρθηκε. Συνακόλουθα, με την άσκηση της ανωτέρω εικονικής και την έκδοση επ' αυτής της υπ' αριθμ. 203/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο κατά συναυτουργία, καθώς η προφανής συμπαιγνία μεταξύ των διαδίκων (ανωτέρω κατηγορουμένων) και η προσυνεννοημένη ερημοδικία έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης στους εγκαλούντες και στη μητέρα τους, αφού περιέρχεται σε αμφισβήτηση και χάνεται το δικαίωμα κυριότητας τους στην επίδικη έκταση των 13.429 τετρ. μέτρων, αξίας όπως προέκυψε 500.000 ευρώ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο μέσω της προαναφερόμενης εικονικής δίκης, την οποία δημιούργησαν η εκκαλουσα κατηγορουμένη Π. σύζ. Α. Κ. και οι συγκατηγορουμενοι της, με τη συνδρομή του Ν. Κ., παραπλανήθηκε με την εκ μέρους τους αθέμιτη και συμπαικτική αποσιώπηση των αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύθηκε περαιτέρω με την επίκληση και την προσαγωγή εκ μέρους αυτών ψευδών αποδεικτικών στοιχείων με τις από 4.2.1999 προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της αγωγής, ήτοι του ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής άτυπης) και του τοπογραφικού διαγράμματος που είχαν σκόπιμα προχρονολογηθεί (1961) για να χρησιμεύσουν στην εικονική αυτή δίκη.
Συνεπώς, η εκκαλούσα κατηγορουμένη και οι συγκατηγορούμενοι της ενήργησαν εν προκειμένω βάσει σχεδίου και όχι ευκαιριακά με υποδομή και οργανωμένη ετοιμότητα και με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως. Προκύπτει δε με βάση τα προεκτεθέντα ο σκοπός τους να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Η εκκαλούσα κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι δεν συμμετείχε στην κατάρτιση του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής, ότι αγνοούσε την άσκηση της από 1.9.1998 αγωγής κατά της Ε. Α., όπου το όνομα της συγκαταλέγεται μεταξύ των εναγόντων εν αγνοία της, ότι δεν είχε δώσει πληρεξουσιότητα στον υπογράψαντα την αγωγή αυτή και παραστάντα κατά τη συζήτηση της δικηγόρο Ιωάννη Τριμίντζιο και ότι δεν έχει μεταγράψει την υπ' αριθμ. 203/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου για να κατοχυρώσει δικαίωμα ιδιοκτησίας στην επίδικη έκταση. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί κρίνονται ως αβάσιμοι, αφού, όπως προέκυψε, η εκκαλούσα ήταν παρούσα μαζί με τις αδελφές της (όλες οι κόρες τού παππά Κ. Β.) στη συνάντηση που έγινε στο ξενοδοχείο "ΔΕΛΦΙΝΙ" στο Μαρμάρι Ευβοίας όπου συναποφασίστηκε η κατάρτιση του συμφωνητικού της διανομής, ούτε άλλωστε προκύπτει να προέβη η τελευταία σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή ενέργεια προς τον ως άνω δικηγόρο για τη δήθεν άνευ εντολής, εκπροσώπηση της στην εικονική δίκη, η δε μεταγραφή της ως άνω δικαστικής αποφάσεως ως τίτλου ιδιοκτησίας μπορεί να επέλθει και σε μεταγενέστερο χρόνο. Ειδικά, η γνώση της εκκαλούσας για την άτυπη αυτή διανομή προκύπτει και από το ότι στο υπ' αριθμ. .../1996 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Καρύστου Σοφίας Μπέκα εμφανίζεται ως πωλητής ο Α. Κ., σύζυγος της εκκαλούσας, ο οποίος μεταβιβάζει στον Δ. Π. Β. αγροτεμάχιο 1248 τετρ. μέτρων στη θέση "..." που αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως (αδιανέμητης) ενώ στην επακολουθήσασα υπ' αριθμ. .../1997 πράξη διορθώσεως - συμπληρώσεως της ίδιας συμβολαιογράφου (σχετικά με τους τίτλους ιδιοκτησίας) ο ίδιος πωλητής εμφανίζεται ως κύριος του πωλουμένου από άτυπη διανομή του 1961, τα δε όρια αυτού προσδιορίζονται εκ νέου με δεδομένο πλέον την διανεμημένη δήθεν έκταση. Με βάση όλα τα παραπάνω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για τη στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατηγορίας κατά της εκκαλούσας - κατηγορουμένης Π. συζ. Α. Κ. για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη βλάβη τρίτων που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ και της απάτης στο Δικαστήριο από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα του παρέπεμψε την εκκαλούσα κατηγορουμένη Π. σύζ. Α. Κ. στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου για να δικαστεί ως υπαίτια των ανωτέρω πράξεων δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα προκύπτοντα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού πραγματικά περιστατικά και πρέπει να απορριφθούν όσα αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία. Κατ' ακολουθίαν και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας και το παρόν Συμβούλιο συμπληρωματικά αναφέρεται, πρέπει...να απορριφθεί η κρινόμενη υπ' αριθμ. 35/1.9.2009 έφεση της εκκαλούσας κατηγορουμένης Π. συζ. Α. Κ. ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα...". Με τις παραδοχές του αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού με συνολικό όφελος και συνολική αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 703.000 ευρώ και β) της απάτης στο δικαστήριο από κοινού, κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος και συνολική αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, για τα οποία παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,13 στοιχ. γ' και ς', 14, 18α, 26 παρ. 1α, 27, 45, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 3, 386 παρ. 1 και ν3 του Ποινικού Κώδικα, όπως η παράγραφος 3 των άρθρων 216 και 386 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 και 4 αντιστοίχως του Νόμου 2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά και έτσι δεν στέρησε το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα και αναφορικά με τις προσβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα επί μέρους αιτιάσεις: α) Το πληττόμενο βούλευμα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 386 του Ποινικού Κώδικα, δεχόμενο ότι στοιχειοθετείται το από το άρθρο αυτό προβλεπόμενο έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο στην περίπτωση αθέμιτης συμπαιγνίας των αντιδίκων (εικονική δίκη), οι οποίοι ενεργώντας ύστερα από συναπόφαση, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας ξένη περιουσία, υποβάλλουν στο δικαστήριο ψευδείς ισχυρισμούς, υποστηριζόμενους με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών εγγράφων, αλλά και γνησίων μεν, ανακριβών όμως ως προς το περιεχόμενο τους, και την αποσιώπηση των αληθινών γεγονότων, καθώς και με ψευδή ομολογία ή ψευδές από την προσυνεννοημένη ερημοδικία τεκμήριο ομολογίας, συνεπεία των οποίων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση από την οποία βλάπτεται η περιουσία τρίτων, αφού και η ομολογία αποτελεί αποδεικτικό μέσο. β) Προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο όλα τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κλπ), γ) Αιτιολογείται ιδιαίτερα η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου που απαιτείται για τη συγκρότηση των εγκλημάτων για τα οποία παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στο ακροατήριο, με την παράθεση των πραγματικών που θεμελιώνουν τη γνώση αυτής ως προς την πλαστότητα του ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής και του ψευδούς κατά το περιεχόμενο τοπογραφικού διαγράμματος, που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, καθώς και ο πρόσθετος σκοπός αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους των κατηγορουμένων και τότε αντιδίκων, με την αναγνώριση τους, με παραπλάνηση του Δικαστηρίου, ως κυρίων όλης της περιγραφόμενης στην αγωγή εκτάσεως, δ) Αναφέρεται το συνολικό όφελος που επιδίωξαν και πέτυχαν οι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, με αντίστοιχη ζημία των εγκαλούντων, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, αλλά και εκείνο των 73.000 ευρώ και προσδιορίζευται στο συνολικό ποσό των 500.000 ευρώ, εφόσον δε η πράξη της απάτης στο δικαστήριο τελέστηκε κατά συναυτουργία, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορισθεί από το Συμβούλιο ποιο ακριβώς μέρος τού άνω ποσού αποκόμισε ο κάθε συναυτουργός, ούτε τίθεται εν προκειμένω ζήτημα παραγραφής της πράξεως, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα και ε) Η αιτίαση ότι χρόνος υπογραφής του φερόμενου ως πλαστού ιδιωτικού συμφωνητικού της δήθεν διανομής δεν είναι το έτος 1998, όπως προσδιορίζεται στο πληττόμενο βούλευμα, αλλά προγενέστερος, αναγόμενος στη δεκαετία του 1980, όπως αυτή ισχυρίστηκε στην έφεση της, είναι απαράδεκτη, διότι πλήττεται με αυτήν η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου - Επειδή, ενόψει όλων των παραπάνω εκτιθεμένων, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με της οποίες, υπό την επίκληση των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Επειδή, περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 εδ. δ', 312, 316 παρ. 2, 318 και 319 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η ανάγκη ή μη συμπληρώσεως της ανακρίσεως (ή προανακρίσεως) και η διάταξη περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως απόκειται στην κυριαρχική εκτίμηση του δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν υπόκειται κατά τούτο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση όμως απορρίψεως αιτήματος, που έχει υποβληθεί από τον εισαγγελέα ή τους διαδίκους για τη διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προκειμένου να διεξαχθεί συγκεκριμένη ανακριτική ενέργεια, σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, το Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Η αιτιολογία πάντως αυτή για την απόρριψη, έστω και σιωπηρώς του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση ή προανάκριση, θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση, που το Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικώς επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία με πληρότητα παραθέτει και εκτιμά το Συμβούλιο.
Εν προκειμένω, ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και ζ' του ίδιου Κώδικα τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω απορρίψεως σιωπηρώς του αιτήματος που διετύπωσε η αναιρεσείουσα με την έφεση της και με το από 3.11.2009 υπόμνημα της για εξέταση ως μαρτύρων της θυγατέρας της, Π. Κ. και του συζύγου της Α. Κ., με διεξαγωγή συμπληρωματικής κύριας ανακρίσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Συμβούλιο, μετά από εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων, τα οποία παραθέτει, αποφαίνεται οριστικά επί της κατηγορίας και αιτιολογεί πλήρως την κρίση του για τη συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής αυτής και την παραπομπή της στο ακροατήριο για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσειουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την 16/22.6.2010 αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Γ. Β. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση του 1024/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Απορρίπτει την 70/14.6.201 αίτηση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Π. συζύγου Α. Κ., το γένος Κ. Β., κατοίκου ... για αναίρεση του αυτού ως άνω 1024/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Δύο αναιρέσεις. Α) Πρώτη αίτηση: απορρίπτεται ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της. Β). Πλαστογραφία με χρήση από κοινού σε βαθμό κακουργήματος και απάτη από κοινού στο Δικαστήριο σε βαθμό κακουργήματος. Λόγοι αναιρέσεως: εσφαλμένη ερμηνεία και κακή, εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει ως αβάσιμη. | null | null | 0 |
Αριθμός 1628/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτη Αιμιλίας Λίτινα), σύμφωνα με την 8/12-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Γ. Μ. του Δ., 2)Δ. Μ. του Ι., 3)Ι. Μ. του Δ. και 4)Χ. Μ. του Δ., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1994/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την "Χ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ" που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αθήνα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Οκτωβρίου 2010 τέσσερις (4) αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1381/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 412/8-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας , σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., : α) την 129/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Ι. Μ. κατοίκου ... (...) β) την 131/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Ι. Μ. κατοίκου ... (...) γ) την 130/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Δ. Μ. κατοίκου ... (...) και δ) την 132/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Δ. Μ. κατοίκου ... (...), οι οποίες ασκήθηκαν για λογαριασμό τους από τον δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Σαμαρά (ΑΜ ΔΣΑ: 20304 ) σύμφωνα με τις από 14-10-2010 εξουσιοδοτήσεις όλων προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτώνται, κατά του 1994/21-9-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 3245/2007 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία: α) κατά των παραπάνω τριών πρώτων αναιρεσειόντων για εξακολουθητική απάτη από κοινού και κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημιά συνολικά άνω των 15.000 ευρώ και β) κατά του τέταρτου από αυτούς για άμεση συνέργεια στην αμέσως παραπάνω πράξη. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο 1994/2010 βούλευμα του, αφού αποδέχθηκε την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας "Α.Ε. Χ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ", παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν οι μεν τρεις πρώτοι Δ., Ι. και Γ. Μ. για εξακολουθητική απάτη από κοινού και κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημιά συνολικά άνω των 15.000 ευρώ ο δε τέταρτος από αυτούς Χ. Μ. για άμεση συνέργεια στην αμέσως παραπάνω πράξη. Ειδικότερα οι τρεις πρώτοι από αυτούς Δ., Ι. και Γ. Μ. παραπέμφθηκαν για να δικαστούν για το ότι " στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 28-3-1997 έως και 10-11-2003 από κοινού με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών σε πράξεις που συνιστούν επιζήμια διάθεση περιουσίας. Τέλεσαν δε την πράξη αυτή κατ' επάγγελμα, το δε συνολικό όφελος που αποκόμισαν και η αντίστοιχη συνολική ζημία που προξένησαν στην παρακάτω παθούσα ανώνυμη εταιρεία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: 1. Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 28-3-1997 έως και 28-7-2003 από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο τους παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού ..., Θ. Χ. του Κ. ότι, δήθεν ο Ι. Μ. είναι φερέγγυος έμπορος με μεγάλο κύκλο πελατείας, ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για την εξόφληση από αυτόν (Ι. Μ.) του τιμήματος των πωλουμένων από την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία στην ατομική του επιχείρηση εμπορευμάτων (υφασμάτων) και ότι τα παραδοθέντα στην εκκαλούσα εταιρεία αξιόγραφα (συν/κές και επιταγές) ήταν αξιόχρεα, ενώ όλοι τους γνώριζαν ότι τα αληθινά ήταν ότι ο Ι. Μ. δεν ήταν φερέγγυος έμπορος, ότι αυτός βρισκόταν τότε σε κακή οικονομική κατάσταση, ότι δεν είχε την δυνατότητα να εξοφλήσει το τίμημα των πωλουμένων από την εκκαλούσα εταιρεία στην ατομική του επιχείρηση εμπορευμάτων και ότι τα παραδοθέντα στην εκκαλούσα εταιρεία αξιόγραφα (συν/κές και επιταγές) δεν ήταν αξιόχρεα, με αποτέλεσμα να πείσουν τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας εταιρείας, Θ. Χ., να πωλήσει και να παραδώσει στην ατομική επιχείρηση του Ι. Μ., στην οποία συμμετείχαν αφανώς και οι Δ. και Γ. Μ., εμπορεύματα (υφάσματα) επί πιστώσει και συγκεκριμένα να πείσουν τον Θ. Χ.: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 28-3-1997 μέχρι και τις αρχές του έτους 2003 να πωλήσει και να παραδώσει στην ατομική επιχείρηση του Ι. Μ. εμπορεύματα (υφάσματα) επί πιστώσει, συνολικής αξίας 73.027,93 ευρώ, β) κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα να πωλήσει και να παραδώσει και πάλι στην ατομική επιχείρηση του Ι. Μ. εμπορεύματα (υφάσματα) επί πιστώσει, συνολικής αξίας 10.312,76 ευρώ και γ) κατά το χρονικό διάστημα από 27-10-1999 έως και τις 28-7-2003 να πωλήσει και να παραδώσει και πάλι στην ατομική επιχείρηση του Ι. Μ. εμπορεύματα (υφάσματα) επί πιστώσει, συνολικής αξίας 107.701,73 ευρώ, για την εξόφληση των οποίων ο Ι. Μ. παρέδωσε στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία συν/κές και επιταγές, εκδοθέντων των αντίστοιχων τιμολογίων-δελτίων αποστολής, οι οποίες όμως (συν/κές και επιταγές) δεν εξοφλήθηκαν, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία κατά το συνολικό ποσό των 191.042,42 ευρώ (73.027,93 ευρώ + 10.312,76 ευρώ + 107.701,73 ευρώ), με αντίστοιχη ωφέλεια των ως άνω κατηγορουμένων (τριών πρώτων) και 2. Στην Αθήνα, στις 10-11-2003 από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο τους, προκειμένου να πείσουν την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία να συνεχίσει την πώληση εμπορευμάτων (υφασμάτων) στην ατομική επιχείρηση του Ι. Μ., παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, Θ. Χ. ότι, δήθεν είχαν ανεύρει χρηματοδότη για την εμπορική τους δραστηριότητα τον Χ. Μ. του Δ. (τέταρτο των κατηγορουμένων) ο οποίος, δήθεν, ετύγχανε φερέγγυος έμπορος και δεχόταν να αναδεχθεί και να εγγυηθεί προσωπικώς το μέχρι τότε υφιστάμενο χρέος τους. Με τις εν λόγω δε ψευδείς παραστάσεις τους έπεισαν τον Θ. Χ. να υπογράψει, με την ρηθείσα ιδιότητα του, το από 10-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας και του Χ. Μ., που ενεργούσε ατομικά και ως αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος του Ι. Μ., αλλά στην πραγματικότητα και όλων των λοιπών κατηγορουμένων, με το οποίο: α) Το οφειλόμενο χρέος τους προς την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία καθορίστηκε συμβιβαστικώς στο ποσό των 191.435,45 ευρώ και η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία συνομολόγησε άφεση χρέους για τους οφειλόμενους μέχρι τότε τόκους υπερημερίας, ποσού 30.489,25 ευρώ και β) η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να συνεχίσει την πώληση εμπορευμάτων της (υφασμάτων της) στον Ι. Μ.. Σε εκτέλεση δε της εν λόγω συμφωνίας και αφού ο Ι. Μ. οπισθογράφησε στην εκκαλούσα εταιρεία συν/κές και επιταγές, ποσού 73.027,23 ευρώ και ο Δ. Μ. συν/κές και επιταγές, ποσού 26.800 ευρώ, με παρασχεθείσες από όλους τους διαβεβαιώσεις προς τον Θ. Χ., ότι, δήθεν, οι παραδοθείσες συν/κές και επιταγές έχουν αντίκρισμα και ότι η ατομική επιχείρηση του Ι. Μ., πραγματοποιεί κέρδη και ότι έχουν ήδη δρομολογήσει την εξόφληση των χρεών τους προς την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, έπεισαν την τελευταία να πωλήσει και να παραδώσει στον Ι. Μ. και άλλα εμπορεύματα (υφάσματα) με πίστωση του τιμήματος και συγκεκριμένα: 1) Στις 19-11-2003 με το με αριθμό 820/19-11-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 11.935,75 ευρώ, 2) στις 15-7-2004 με το με αριθμό 494/15-7-2004 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 152,81 ευρώ και 3) στις 12-8-2004 με το με αριθμό 95/12-8-2004 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 2.250,85 ευρώ, δηλαδή υφάσματα συνολικής αξίας 14.339,41 ευρώ (11.935,75 ευρώ + 152,81 ευρώ + 2.250,85 ευρώ), ποσόν (14.339,41 ευρώ), το οποίο και δεν καταβλήθηκε τελικά από τους τρεις πρώτους κατηγορούμενους, ούτε και από τον Χ. Μ. στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί αυτή κατά το συνολικό ποσό των 44.828,66 ευρώ (30.489,25 ευρώ + 14.339,41 ευρώ), με αντίστοιχη ωφέλεια όλων των κατηγορουμένων, συμπεριλαμβανομένου και του Χ. Μ.. Με τον τρόπο δε αυτό, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως, οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, δημιούργησαν στην εκκαλούσα εταιρεία εύλογη εντύπωση μελλοντικής εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων τους και την έπεισαν να τους χορηγήσει εμπορεύματα (υφάσματα) με πίστωση, ενώ όλοι τους γνώριζαν από την αρχή ότι η οικονομική κατάσταση του Ι. και του Χ. Μ. ήταν κακή και η εν γένει δραστηριότητα τους δεν ήταν κερδοφόρος, αλλά βεβαρημένη με πολλά χρέη, ότι κανένας από αυτούς δεν ήταν φερέγγυος, ότι ο Χ. Μ. που παρουσίασαν ως φερέγγυο και αναδέχθηκε το χρέος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του και ότι τα αξιόγραφα που παρέδιδαν στην εκκαλούσα εταιρεία γνώριζαν εκ των προτέρων ότι δεν θα πληρωθούν, όπως και πράγματι δεν πληρώθηκαν. Προέβησαν δε στις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι (τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι) παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο και πράγματι αποκόμισαν, συνολικού ποσού 235.871,08 ευρώ (191.042,42 ευρώ + 30.489,25 ευρώ + 14.339,41 ευρώ) με αντίστοιχη συνολική ζημία της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τα προαναφερθέντα ψευδή περιστατικά. Τέλεσαν δε την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της, αλλά και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει για την τέλεση της, συνισταμένη στην από κοινού κατάστρωση οργανωμένου εγκληματικού σχεδίου για την παραπλάνηση της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος προς βιοπορισμό. Το συνολικό δε όφελος που αποκόμισαν οι ως άνω κατηγορούμενοι και η αντίστοιχη συνολική ζημία που προξένησαν στην πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ". Επίσης ο τέταρτος από αυτούς Χ. Μ. παραπέμφθηκε για να δικαστεί για το ότι " στην Αθήνα, στις 10-11-2003 με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους Δ. Μ., Ι. Μ. και Γ. Μ. (τρεις πρώτους των κατηγορουμένων, αντίστοιχα) κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση της ως άνω (υπό στοιχ. Α2) μερικότερης κακουργηματικής πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, αν και γνώριζε ότι οι τρεις πρώτοι συγκατηγορούμενοί του είχαν παραστήσει ψευδώς στον νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας "Χ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ", Θ. Χ., προκειμένου να τον πείσουν να συνεχίσει η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία την πώληση εμπορευμάτων (υφασμάτων) με πίστωση του τιμήματος στην ατομική επιχείρηση του Ι. Μ., στην οποία συμμετείχαν αφανώς και οι κατηγορούμενοι Δ. Μ. και Γ. Μ., ότι έχουν ανεύρει αυτόν (Χ. Μ.) ως χρηματοδότη του Ι. Μ., ότι αυτός (Χ. Μ.) ετύγχανε φερέγγυος έμπορος και ότι δέχεται να αναδεχτεί και να εγγυηθεί προσωπικά το μέχρι τότε υφιστάμενο χρέος τους προς την ως άνω ανώνυμη εταιρεία, εν τούτοις αυτός (Χ. Μ.) επιβεβαίωσε και ο ίδιος προσωπικά τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά, ως αληθή, στον Θ. Χ. και υπέγραψε με τον τελευταίο το προαναφερόμενο με ημερομηνία 10-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο: α) Το οφειλόμενο χρέος τους προς την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία καθορίστηκε συμβιβαστικώς στο ποσό των 191.435,45 ευρώ και η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον Θ. Χ., συνομολόγησε άφεση χρέους για τους οφειλόμενους μέχρι τότε τόκους υπερημερίας ποσού 30.489,25 ευρώ και β) η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να συνεχίσει την πώληση εμπορευμάτων της (υφασμάτων) στον Ι. Μ.. Σε εκτέλεση δε της εν λόγω συμφωνίας και αφού ο Ι. Μ. οπισθογράφησε στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία συν/κές και επιταγές ποσού 73.027,23 ευρώ και ο Δ. Μ. συν/κές και επιταγές ποσού 26.800 ευρώ, για τις οποίες (συν/κές και επιταγές) όλοι τους διαβεβαίωσαν τον Θ. Χ. ότι, δήθεν, έχουν αντίκρισμα, ότι, δήθεν, η ατομική επιχείρηση του Ι. Μ., πραγματοποιεί κέρδη και ότι έχουν ήδη δρομολογήσει την εξόφληση των χρεών τους προς την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, έπεισαν την τελευταία να πωλήσει και να παραδώσει στον Ι. Μ. και άλλα εμπορεύματα της (υφάσματα) με πίστωση του τιμήματος και συγκεκριμένα: 1) Στις 19-11-2003 με το με αριθμό 820/19-11-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 11.935,75 ευρώ, 2) στις 15-7-2004 με το με αριθμό 494/15-7-2004 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 152,81 ευρώ και 3) στις 12-8-2004 με το με αριθμό 95/12-8-2004 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 2.250,85 ευρώ, δηλαδή υφάσματα συνολικής αξίας 14.339,41 ευρώ (11.935,75 ευρώ + 152,81 ευρώ + 2.250,85 ευρώ), ποσόν (14.339,41 ευρώ), το οποίο και δεν καταβλήθηκε τελικά από τους τρεις πρώτους κατηγορούμενους, ούτε και από τον Χ. Μ. στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία. Με τον τρόπο δε αυτό ο Χ. Μ. παρέσχε άμεση συνδρομή στους τρεις πρώτους συγκατηγορουμένους του, αφενός μεν να προβεί η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία σε άφεση του παραπάνω χρέους τους προς αυτήν και αφετέρου να δημιουργηθεί στην ίδια (εκκαλούσα εταιρεία), βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως, εύλογη εντύπωση μελλοντικής εκπληρώσεως της οφειλής από πώληση εμπορευμάτων και να παραπεισθεί αυτή (εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία) να πωλήσει και να παραδώσει στην ατομική επιχείρηση του Ι. Μ. και άλλα εμπορεύματα με πίστωση του τιμήματος, παρότι γνώριζε από την αρχή ότι η οικονομική του κατάσταση ήταν κακή, ότι δεν ήταν φερέγγυος και ότι δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του. Αυτός όμως (Χ. Μ.), αν και γνώριζε από την αρχή τα ψεύδη των τριών πρώτων συγκατηγορουμένων του, εν τούτοις τους συνέδραμε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, για να παραπείσουν την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία να προβεί στις ανωτέρω πράξεις, με σκοπό να αποκομίσουν οι εν λόγω συγκατηγορούμενοί του, αλλά και ο ίδιος προσωπικά παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο και πράγματι αποκόμισαν, συνολικού ποσού 44.828,66 ευρώ (30.489,25 ευρώ + 14.339,41 ευρώ), με αντίστοιχη ζημία της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τα προαναφερθέντα ψευδή περιστατικά. Τέλεσε δε την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχε διαμορφώσει για την τέλεση της (άμεση και αποτελεσματική βοήθεια στους τρεις πρώτους συγκατηγορούμενούς του για την παραπλάνηση της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την υπογραφή από αυτόν του ρηθέντος με ημερομηνία 10-11-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού), προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος προς βιοπορισμό. Το συνολικό δε όφελος που συναποκόμισαν οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, αλλά και ο ίδιος προσωπικά (Χ. Μ.) και η αντίστοιχη συνολική ζημία που υπέστη η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ". Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε: α) σε όλους τους κατηγορουμένους την 1-10-2010 με θυροκόλληση, όπως προκύπτει από τα σχετικά αποδεικτικά του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Α. Γ. και β) στον αντίκλητο δικηγόρο της Γ. Σαμαρά στις 5-10-2010, όπως προκύπτει από τα σχετικά αποδεικτικά της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Γ. Β., και αυτοί στις 15-10-2010 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), άσκησαν τις παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών επικαλούμενοι ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των α. 45 , 46 , 98 και 386 παρ. 3 του ΠΚ. Επειδή οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και παραδεκτές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν στην ουσία τους.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται εις το παρελθόν ή εις το παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωσιν της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης που έχει ήδη λάβει την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιούται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 1636/2006, ΑΠ 55/2004, ΑΠ 224/2002). Επίσης έχει κριθεί ότι και η φερεγγυότητα αποτελεί γεγονός στα πλαίσια του εγκλήματος της απάτης (ΑΠ 1004, 281, 173, 76/2010). Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 281, 176, 132, 14/2010). Τέλος το έγκλημα αυτό τελείται κατ' εξακολούθηση αν περισσότερες πράξεις εξαπάτησης οδηγήσουν σε περισσότερες περιπτώσεις πλάνης του εξαπατηθέντος με συνέπεια αυτός να προβεί σε διαφορετικές κάθε φορά πράξεις διάθεσης (ΑΠ 840/2007, ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 967/2006). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 208, 145, 14, 1/2010). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1464/2003, ΑΠ 2253/2002). Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση ( Ολ. AΠ 3/2008, Ολ.ΑΠ 1/2002, ΑΠ 901/2006).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, αναφερόμενο εξ' ολοκλήρου στην σχετική πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ", εδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού ... και έχει ως αντικείμενο εργασιών της την χονδρική πώληση υφασμάτων σε τρίτους. Η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία από το έτος 1991 έως και το έτος 1993 συνεργαζόταν εμπορικά με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ε.Π.Ε.", η οποία διατηρούσε τότε εμπορικό κατάστημα στην … και επί της οδού ... στην οποία και πουλούσε εμπορεύματα (υφάσματα) με πίστωση του τιμήματος. Στην εν λόγω Ε.Π.Ε. μετείχαν τότε οι Δ. Μ. του Ι. και Ι. Μ. του Δ. (δύο πρώτοι των κατηγορουμένων αντίστοιχα). Τον Οκτώβριο του έτους 1993 η ως άνω Ε.Π.Ε., ενώ όφειλε στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία από υπόλοιπο τιμήματος πωλήσεων υφασμάτων το ποσό των 7.293.000 δρχ. διέκοψε την εμπορική της δραστηριότητα. Στη συνέχεια ανέλαβε να συνεχίσει την εμπορία λιανικής πώλησης υφασμάτων, ως ατομική επιχείρηση, ο Ι. Μ., στην επιχείρηση του οποίου συμμετείχαν αφανώς και οι Δ. Μ. του Ι. και Γ. Μ. του Δ. (πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων αντίστοιχα). Μάλιστα για το σκοπό αυτό ο Ι. Μ. άνοιξε τότε εμπορικό κατάστημα σε παρακείμενο της αρχικής επιχείρησης ακίνητο και συγκεκριμένα στην οδό Αγ. Μελετίου αρ. 173. Η εκκαλούσα εταιρεία συνέχισε έκτοτε να πωλεί στην ως άνω ατομική επιχείρηση του Ι., Μ. εμπορεύματα (υφάσματα) επί πιστώσει και: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 28-3-1997 μέχρι και τις αρχές του έτους 2003 πώλησε και παρέδωσε στον Ι. Μ. υφάσματα, συνολικής αξίας 73.027,93 ευρώ, β) κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα πώλησε και παρέδωσε και πάλι στον Ι. Μ. υφάσματα, συνολικής αξίας 10.312,76 ευρώ και γ) κατά το χρονικό διάστημα από 27-10-1999 έως και τις 28-7-2003 πώλησε και παρέδωσε και πάλι στον Ι. Μ. υφάσματα, συνολικής αξίας 107.701,73 ευρώ, για την εξόφληση των οποίων ο τελευταίος παρέδωσε στην εκκαλούσα εταιρεία συν/κές και επιταγές, εκδοθέντων των αντίστοιχων τιμολογίων - δελτίων αποστολής. Προέβη δε στις ανωτέρω πωλήσεις επί πιστώσει η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία πεισθείσα από τις διαβεβαιώσεις και των τριών πρώτων κατηγορουμένων ότι, δήθεν, ο Ι. Μ. είναι φερέγγυος έμπορος, με μεγάλο κύκλο πελατείας, ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για την εξόφληση από αυτόν (Ι. Μ.) των πωλουμένων επί πιστώσει εμπορευμάτων και ότι τα παραδοθέντα στην εκκαλούσα εταιρεία αξιόγραφα (συν/κές και επιταγές) είναι αξιόχρεα, ενώ οι ως άνω διαβεβαιώσεις τους ήταν εν γνώσει τους ψευδείς, καθόσον τα αληθινά ήταν ότι ο Ι. Μ. δεν ήταν φερέγγυος έμπορος, ότι βρισκόταν τότε σε κακή οικονομική κατάσταση, ότι δεν είχε την δυνατότητα να εξοφλήσει το τίμημα των πωλουμένων σε αυτόν εμπορευμάτων και ότι τα παραδοθέντα στην εκκαλούσα εταιρεία αξιόγραφα δεν ήταν αξιόχρεα, καθόσον δεν εξοφλήθηκαν, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί αυτή (εκκαλούσα εταιρεία) συνολικά κατά το ποσό των 191.042,42 ευρώ (73.027,93 ευρώ + 10.312,76 ευρώ + 107.701,73 ευρώ), με αντίστοιχη ωφέλεια των τριών πρώτων κατηγορουμένων. Στη συνέχεια, στις 10-11-2003 οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι (Δ. Μ., Ι. Μ. και Γ. Μ., αντίστοιχα), προκειμένου να συνεχίσει η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία την πώληση εμπορευμάτων (υφασμάτων) με πίστωση του τιμήματος στην ατομική επιχείρηση του Ι. Μ., στην οποία, όπως προανέφερα, συμμετείχαν αφανώς και οι κατηγορούμενοι Δ. Μ. και Γ. Μ., ενεργώντας από κοινού παρέστησαν ψευδώς στον νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας εταιρείας Θ. Χ., ότι, δήθεν, είχαν ανεύρει χρηματοδότη για την εμπορική τους δραστηριότητα, τον Χ. Μ. (τέταρτο των κατηγορουμένων), ο οποίος, δήθεν, ετύγχανε φερέγγυος έμπορος και δεχόταν να αναδεχθεί και να εγγυηθεί προσωπικώς το μέχρι τότε υφιστάμενο χρέος τους. Με τις εν λόγω δε ψευδείς παραστάσεις τους έπεισαν τον Θ. Χ. να υπογράψει, με την ρηθείσα ιδιότητα του, το από 10-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας και του Χ. Μ., που ενεργούσε ατομικά και ως αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος του Ι. Μ., αλλά στην πραγματικότητα και όλων των λοιπών κατηγορουμένων, με το οποίο: α) Το οφειλόμενο χρέος τους προς την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία καθορίστηκε συμβιβαστικώς στο ποσό των 191.435,45 ευρώ και η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία συνομολόγησε άφεση χρέους για τους οφειλόμενους μέχρι τότε τόκους υπερημερίας, ποσού 30.489,25 ευρώ και β) η εκκαλούσα εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να συνεχίσει την πώληση εμπορευμάτων της (υφασμάτων της) στον Ι. Μ.. Σε εκτέλεση δε της εν λόγω συμφωνίας και αφού ο Ι. Μ. οπισθογράφησε στην εκκαλούσα εταιρεία συν/κές και επιταγές ποσού 73.027,23 ευρώ και ο Δ. Μ. συν/κές και επιταγές ποσού 26.800 ευρώ, με παρασχεθείσες από όλους τους διαβεβαιώσεις προς τον Θ. Χ., ότι, δήθεν, οι παραδοθείσες συν/κές και. επιταγές έχουν αντίκρισμα και ότι, δήθεν, η ατομική επιχείρηση του Ι. Μ., η οποία κατ' ουσίαν ανήκε και στους τρείς πρώτους κατηγορούμενους, πραγματοποιεί κέρδη και ότι έχουν ήδη δρομολογήσει την εξόφληση των χρεών τους, προς την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, έπεισαν την τελευταία να πωλήσει και να παραδώσει στον Ι. Μ. και άλλα εμπορεύματα (υφάσματα) με πίστωση του τιμήματος και συγκεκριμένα: 1) Στις 19-11-2003 με το με αριθμό 820/19-11-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 11.935,75 ευρώ, 2) στις 15-7-2004 με το με αριθμό 494/15-7-2004 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 152,81 ευρώ και 3) στις 12-8-2004 με το με αριθμό 95/12-8-2004 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 2.250,85 ευρώ (Βλ. σχετ. την με αριθμό 2357/2005 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία και μνημονεύονται τα προαναφερόμενα τιμολόγια - δελτία αποστολής), δηλαδή υφάσματα συνολικής αξίας 14.339,41 ευρώ (11.935,75 ευρώ + 152,81 ευρώ + 2.250,85 ευρώ), ποσόν (14.339,41 ευρώ) το οποίο και δεν καταβλήθηκε τελικά από τους τρεις πρώτους κατηγορούμενους, ούτε και από τον Χ. Μ. στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί αυτή κατά το συνολικό ποσό των 44.828,66 ευρώ (30.489,25 ευρώ + 14.339,41 ευρώ), με αντίστοιχη ωφέλεια όλων των κατηγορουμένων, συμπεριλαμβανομένου και του Χ. Μ.. Με τον τρόπο δε αυτό, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς κατά-στάσεως, οι τρείς πρώτοι κατηγορούμενοι, δημιούργησαν στην εκκαλούσα εταιρεία εύλογη εντύπωση μελλοντικής εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων τους και την έπεισαν να τους χορηγήσει εμπορεύματα (υφάσματα) με πίστωση, ενώ όλοι τους γνώριζαν από την αρχή ότι η οικονομική κατάσταση του Ι. και του Χ. Μ. ήταν κακή και η εν γένει δραστηριότητα τους δεν ήταν κερδοφόρος, αλλά βεβαρημένη με πολλά χρέη, ότι κανένας από αυτούς δεν ήταν φερέγγυος, ότι ο Χ. Μ. που παρουσίασαν ως φερέγγυο και αναδέχτηκε το χρέος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του και ότι τα αξιόγραφα που παρέδιδαν στην εκκαλούσα εταιρεία γνώριζαν εκ των προτέρων ότι δεν θα πληρωθούν, όπως και πράγματι δεν πληρώθηκαν. Προέβησαν δε στις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι (τρείς πρώτοι κατηγορούμενοι) παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο και πράγματι αποκόμισαν, συνολικού ποσού 235.871,08 ευρώ (191.042,42 ευρώ + 30.489,25 ευρώ + 14.339,41 ευρώ) με αντίστοιχη συνολική ζημία της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τα προαναφερθέντα ψευδή περιστατικά. Σημειωτέον, ότι στην ως άνω μερικότερη πράξη της απάτης, που φέρονται ότι τέλεσαν στην Αθήνα στις 10-11-2003 οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, τους βοήθησε κατά άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο ο Χ. Μ. του Δ. (τέταρτος των κατηγορουμένων), ο οποίος επιβεβαίωσε και ο ίδιος προσωπικά στον Θ. Χ. τα περί φερεγγυότητος αυτού, παρότι γνώριζε από την αρχή ότι η οικονομική του κατάσταση δεν ήταν καλή, ότι δεν ήταν φερέγγυος και ότι δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του. Ο ίδιος δε (Χ. Μ.), αν και γνώριζε από την αρχή τα ψεύδη των παραπάνω συγκατηγορουμένων του, εν τούτοις τους συνέδραμε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, για να παραπείσουν την εκκαλούσα εταιρεία να προβεί στις ανωτέρω πράξεις, με σκοπό να αποκομίσουν οι ρηθέντες συγκατηγορούμενοί του, αλλά και ο ίδιος προσωπικά παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ποσού 44.828,66 ευρώ (30.489,25 ευρώ + 14.339,41 ευρώ) με αντίστοιχη ζημία της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, η οποία, όπως προανέφερα, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τα ειρημένα ψευδή περιστατικά, των τριών πρώτων κατηγορουμένων. Όλοι δε οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται κατ' επάγγελμα, καθόσον από την κατ' επανάληψη τέλεση της πράξεως της απάτης εκ μέρους των τριών πρώτων κατηγορουμένων, αλλά και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει για την τέλεση της και οι τέσσερις κατηγορούμενοι, συνισταμένη για τους μεν τρεις πρώτους εξ' αυτών στην από κοινού κατάστρωση οργανωμένου εγκληματικού σχεδίου για την παραπλάνηση της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, για τον δε τέταρτο εξ' αυτών (άμεσο συνεργό) στην από μέρους του άμεση και αποτελεσματική βοήθεια προς τους τρεις πρώτους συγκατηγορούμενούς του προς παραπλάνηση της εκκαλούσας εταιρείας με την υπογραφή από αυτόν του ρηθέντος με ημερομηνία 10-11-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος προς βιοπορισμό. Το συνολικό δε όφελος που αποκόμισαν όλοι οι κατηγορούμενοι (και οι τέσσερις) και η αντίστοιχη συνολική ζημία που υπέστη η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Με τα δεδομένα δε αυτά στην προκειμένη περίπτωση προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων για τις πράξεις που τους αποδίδονται, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, θα πρέπει να γίνει και ουσιαστικά δεκτή η με αριθμό 644/26-11-2007 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Χ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού ... κατά του με αριθμό 3245/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, να μεταρρυθμιστεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν όλοι οι κατηγορούμενοι ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς (για τα κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών, που είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο στην προκειμένη περίπτωση (άρθρα 1 περ. ε', 8 παρ.1γ', 9 παρ.1, 111§1, 119§1, 122§1, 309§1ε', 313, 316§2, όπως αντικ. με το άρθρο 22 του Ν. 3160/2003, 317§1, όπως αντικ. με το άρθρο 23 του ίδιου νόμου και 318 Κ.Π.Δ.) για να δικασθούν για τις αποδιδόμενες σε αυτούς κακουργηματικές πράξεις: α) της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (σε βάρος των τριών πρώτων κατηγορουμένων) και β) της άμεσης συνέργειας σε απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (σε βάρος του τέταρτου κατηγορουμένου), που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα: 1, 2§1, 13στ', όπως προστέθηκε με το άρθρο 1§1 του Ν. 2408/1996, 14, 16, 17, 18, 26§1α', 27, 45, 46§1β', 49§2, 51, 52, 60, 63, 79, 98§2, όπως η §2 προστέθηκε με το άρθρο 14§11 του Ν. 2721/1999 και 386§§1 και 3 εδ. α' Π.Κ., όπως η §3 του τελευταίου άρθρου αντικ. από το άρθρο 14§4 του Ν. 2721/1999, όπως ειδικότερα οι πράξεις αυτές περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας". Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας κατά του πρωτοδίκου απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει: α) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση αναφερόμενο επιτρεπτά εξολοκλήρου στην αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών β) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά γ) τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο και δ) τις σκέψεις με τις οποίες έχει υπαγάγει ορθά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 45, 46, 98 και 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Συγκεκριμένα αυτό αναφέρει: α) τις αλλεπάλληλες ψευδείς παραστάσεις των αναιρεσειόντων προς τον εκπρόσωπο της παθούσας Α.Ε. για φερεγγυότητα του αγοραστή, των συνεργατών του, και του χρηματοδότη του αγοραστή β) την αλήθεια που αυτοί γνώριζαν και ήταν η αφερρεγγυότητα αυτών και η έλλειψη κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτών γ) την παραπλάνηση του παθόντα και δ) την διάθεση από αυτόν εμπορευμάτων αξίας 191.042,42 ευρώ λόγω της αρχικής παραπλάνησης και ε) την διάθεση από αυτόν τόσο εμπορευμάτων αξίας 14.339,41 ευρώ όσο και την παραίτηση από αυτόν απαιτητών τόκων ύψους 30.489,25 ευρώ λόγω της μεταγενέστερης παραπλάνησης. Επίσης αυτό σαφώς αναφέρει: α) τα στοιχεία κάθε μερικότερης πράξης, β) την μορφή της συμμετοχής του τέταρτου κατηγορούμενου και την συνδρομή στο πρόσωπό του, σύμφωνα με το α. 49 του Π.Κ., των στοιχείων εξαιτίας των οποίων η συμμετοχή του έχει την μορφή κακουργήματος, γ) τον κοινό δόλο των κατηγορουμένων και δ) την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της οποίας εκθέτει τα στοιχεία (υποδομή) και την μορφή του εγκληματικού σχεδίου. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι σε μεγάλη έκταση το σκεπτικό με το διατακτικό συμπίπτουν πλήν όμως αυτό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας επειδή τα πραγματικά περιστατικά που περιέχουν ήταν αυτά που αποδείχθηκαν (ΑΠ 1760/2008, ΑΠ 719/2006, ΑΠ 380/2006). Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για εσφαλμένη αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ή μη αναφορά των στοιχείων των αξιογράφων που δόθηκαν για να καλύψουν την αξία των εμπορευμάτων προσβάλουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Συμβουλίου και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (ΑΠ 474/2004 ΠΧ! 2005. 152, ΑΠ 151/2002 ΠΧ! 2002.884). Με βάση τα δεδομένα αυτά οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως των κατηγορουμένων είναι αβάσιμες στην ουσία τους και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν σ' αυτούς τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν στην ουσία τους: α) η 129/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Ι. Μ. κατοίκου ... (...) β) η 131/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Ι. Μ. κατοίκου ... (...) γ) η 130/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Δ. Μ. κατοίκου ... (...) και δ) η 132/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Δ. Μ. κατοίκου ... (...) κατά του 1994/21-9-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσείοντων τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 7 Δεκεμβρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, εισάγονται, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι αντίστοιχες 129/15.10.2010, 131/15.10.2010, 130/15.10.2010 και 132/15.10.2010 αιτήσεις των α) Δ. Ι. Μ.. β) Ι. Ι. Μ., γ) Γ. Δ. Μ. και Χ. Δ. Μ., για αναίρεση του 1994/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το ως αν βούλευμα επιδόθηκε στους κατηγορουμένους την 1η Οκτωβρίου 2010 με θυροκόλληση και στον αντίκλητο δικηγόρο τους στις 5 Οκτωβρίου 2010 και οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών στις 15 Οκτωβρίου 2010, δηλαδή εμπροθέσμως, περιέχουν δε ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Είναι επομένως νομότυπες, εμπρόθεσμες και παραδεκτές και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν και από την άποψη της ουσιαστικής τους βασιμότητας.
Επειδή, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλο ν παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποί να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα και με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης, ου έχει ήδη λάβει την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Επίσης, έχει κριθεί ότι η φερεγγυότητα αποτελεί γεγονός στα πλαίσια του εγκλήματος της απάτης. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ήδη δε 15.000 ευρώ, είτε, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. ς' του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 2408/1996 "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, το έγκλημα αυτό τελείται κατ' εξακολούθηση, αν οι περισσότερες πράξεις εξαπατήσεως οδηγήσουν σε περισσότερες περιπτώσεις πλάνης εκείνου που εξαπατήθηκε, με συνέπεια αυτός να προβεί σε διαφορετικές κάθε φορά πράξεις διαθέσεως.
Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη για τη συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του συμβουλίου. Η σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου ή συμπληρωματικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και η σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος και αναφέρεται στα στοιχεία του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ" εδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού ... και έχει ως αντικείμενο εργασιών της την χονδρική πώληση υφασμάτων σε τρίτους. Η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία από το έτος 1991 έως και το έτος 1993 συνεργαζόταν εμπορικά με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΕΠΕ", η οποία διατηρούσε τότε εμπορικό κατάστημα στην Αθήνα και επί της οδού ..., στην οποία και πουλούσε εμπορεύματα (υφάσματα) με πίστωση του τιμήματος. Στην εν λόγω ΕΠΕ μετείχαν τότε οι Δ. Μ. του Ι. και Ι. Μ. του Δ. (δύο πρώτοι των κατηγορουμένων αντίστοιχα). Τον Οκτώβριο του έτους 1993 η ως άνω ΕΠΕ, ενώ όφειλε στην ανώνυμη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία από υπόλοιπο τιμήματος πωλήσεων υφασμάτων το ποσό των 7.293.000 δραχμών, διέκοψε την εμπορική της δραστηριότητα. Στη συνέχεια ανέλαβε να συνεχίσει την εμπορία λιανικής πώλησης υφασμάτων, ως ατομική επιχείρηση, ο Ι. Μ., στην επιχείρηση του οποίου μετείχα ν αφανώς και οι Δ. Μ. του Ι. και Γ. Μ. του Δ. (πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων αντίστοιχα). Μάλιστα για το σκοπό αυτό ο Ι. Μ. άνοιξε τότε εμπορικό κατάστημα σε παρακείμενο της αρχικής επιχείρησης ακίνητο και συγκεκριμένα στην οδό Αγ. Μελετίου αρ. 173. Η εγκαλούσα εταιρεία συνέχισε έκτοτε να πωλεί στην ως άνω ατομική επιχείρηση του Ι. Μ. εμπορεύματα (υφάσματα) επί πιστώσει και α) Κατά το χρονικό διάστημα από 28.3.1997 μέχρι και τις αρχές του έτους 2003 πώλησε και παρέδωσε στον Ι. Μ. υφάσματα, συνολικής αξίας 73.027,93 ευρώ,. β) κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα πώλησε και παρέδωσε και πάλι στον Ι. Μ. υφάσματα, συνολικής αξίας 10.312,76 ευρώ και γ) κατά το χρονικό διάστημα από 27.10.1999 έως και 28.7.2003 πώλησε και παρέδωσε και πάλι στον Ι. Μ. υφάσματα, συνολικής αξίας 107,701,73 ευρώ, για την εξόφληση των οποίων ο τελευταίος παρέδωσε στην εκκαλούσα εταιρεία συναλλαγματικές και επιταγές, εκδοθέντων των αντίστοιχων τιμολογίων - δελτίων αποστολής. Προέβη δε στις ανωτέρω πωλήσεις επί πιστώσει η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, πεισθείσα από τις διαβεβαιώσεις και των τριών πρώτων κατηγορουμένων ότι, δήθεν, ο Ι. Μ. είναι φερέγγυος έμπορος, με μεγάλο κύκλο πελατείας, ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για την εξόφληση από αυτόν (Ι. Μ.) των πωλουμένων επί πιστώσει εμπορευμάτων και ότι τα παραδοθέντα στην εκκαλούσα αξιόγραφα (συναλλαγματικές και επιταγές) είναι αξιόχρεα, ενώ οι ως άνω διαβεβαιώσεις τους ήταν εν γνώσει τους ψευδείς, καθόσον τα αληθινά ήταν ότι ο Ι. Μ. δεν ήταν φερέγγυος έμπορος, ότι βρισκόταν τότε σε κακή οικονομική κατάσταση, ότι δεν είχε την δυνατότητα να εξοφλήσει το τίμημα των πωλουμένων σε αυτόν εμπορευμάτων και ότι τα παραδοθέντα στην εκκαλούσα εταιρεία αξιόγραφα δεν ήταν αξιόχρεα, καθόσον δεν εξοφλήθηκαν, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί αυτή (εκκαλούσα εταιρεία) συνολικά κατά το ποσό των 191.042,42 ευρώ (73.027,93 ευρώ + 10.312,76 ευρώ + 107.701,73 ευρώ), με αντίστοιχη ωφέλεια των τριών πρώτων κατηγορουμένων. Στη συνέχεια, στις 10.11.2003 οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι (Δ. Μ., Ι. Μ. και Γ. Μ. αντίστοιχα), προκειμένου να συνεχίσει η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία την πώλησε εμπορευμάτων (υφασμάτων) με πίστωση του τιμήματος στην ατομική επιχείρηση του Ι. Μ., στην οποία, όπως προανέφερα, συμμετείχαν αφανώς και οι κατηγορούμενοι Δ. Μ. και Γ. Μ., ενεργώντας από κοινού παρέστησαν ψευδώς στον νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας εταιρείας Θ. Χ. ότι, δήθεν, είχαν ανεύρει χρηματοδότη για την εμπορική τους δραστηριότητα, τον Χ. Μ. (τέταρτο των κατηγορουμένων), ο οποίος δήθεν ετύγχανε φερέγγυος έμπορος και δεχόταν να αναδεχθεί και να εγγυηθεί προσωπικώς το μέχρι τότε υφιστάμενο χρέος τους. Με τις εν λόγω δε ψευδείς παραστάσεις τους έπεισαν τον Θ. Χ. να υπογράψει, με την ρηθείσα ιδιότητα του, το από 10.11.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας και του Χ. Μ., που ενεργούσε ατομικά και ως αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος του Ι. Μ., αλλά στην πραγματικότητα και όλων των λοιπών κατηγορουμένων, με το οποίο: α) Το οφειλόμενο χρέος τους προς την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία καθορίστηκε συμβιβαστικώς στο ποσό των 191.435,45 ευρώ και η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία συνομολόγησε άφεση χρέους για τους οφειλόμενους μέχρι τότε τόκους υπερημερίας, ποσού 30.489,25 ευρώ και β) η εκκαλούσα εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να συνεχίσει την πώληση εμπορευμάτων της (υφασμάτων της) στον Ι. Μ.. Σε εκτέλεση δε της εν λόγω συμφωνίας και αφού ο Ι. Μ. οπισθογράφησε στην εκκαλούσα εταιρεία συναλλαγματικές και επιταγές ποσού 73.027,23 ευρώ και ο Δ. Μ. συναλλαγματικές και επιταγές ποσού 26.000 ευρώ, με παρασχεθείσες από όλους τους διαβεβαιώσεις προς τον Θ. Χ. ότι, δήθεν, η ατομική επιχείρηση του Ι. Μ., η οποία κατ' ουσίαν ανήκε και στους τρεις πρώτους κατηγορουμένους, πραγματοποιεί κέρδη και ότι έχουν ήδη δρομολογήσει την εξόφληση των χρεών τους προς την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, έπεισαν την τελευταία να πωλήσει και να παραδώσει στον Ι. Μ. και άλλα εμπορεύματα (υφάσματα) με πίστωση του τιμήματος και συγκεκριμένα: 1) Στις 19.11.2003 με το με αριθμό 820/19.11.2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 11.935,75 ευρώ, 2) στις 15.7.2004 με το με αριθμό 494/15.7.2004 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 152,81 ευρώ και 3) στις 12.8.2004 με το με αριθμό 95/12.8.2004 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής υφάσματα, συνολικής αξίας 2.250,85 ευρώ (βλ. σχετ. την με αριθμό 2357/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία και μνημονεύονται τα προαναφερόμενα τιμολόγια - δελτία αποστολής), δηλαδή υφάσματα συνολικής αξίας 14.339,41 ευρώ (11.935,75 ευρώ + 152,81 ευρώ + 2.250,85 ευρώ) ποσόν (14.339,41 ευρώ), το οποίο και δεν καταβλήθηκε τελικά, από τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους, ούτε και από τον Χ. Μ. στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί αυτή κατά το συνολικό ποσό των 44.828,66 ευρώ (30.489,25 ευρώ + 14.339,41 ευρώ) με αντίστοιχη ωφέλεια όλων των κατηγορουμένων, συμπεριλαμβανομένου και του Χ. Μ.. Με τον τρόπο δε αυτό, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως, οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι δημιούργησαν στην εκκαλούσα εταιρεία εύλογη εντύπωση μελλοντικής εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων τους και την έπεισαν να τους χορηγήσει εμπορεύματα (υφάσματα) με πίστωση, ενώ όλοι τους γνώριζαν από την αρχή ότι η οικονομική κατάσταση του Ι. και του Χ. Μ. ήταν κακή και η εν γένει δραστηριότητα τους δεν ήταν κερδοφόρος, αλλά βεβαρημένη με πολλά χρέη, ότι κανένας από αυτούς δεν ήταν φερέγγυος, ότι ο Χ. Μ. που παρουσίασαν ως φερέγγυο και αναδέχτηκε το χρέος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του και ότι τα αξιόγραφα που παρέδιδαν στην εκκαλούσα εταιρεία γνώριζαν εκ των προτέρων ότι δεν θα πληρωθούν, όπως και πράγματι δεν πληρώθηκαν. Προέβησαν δε στις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι (τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι) παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο και πράγματι αποκόμισαν, συνολικού ποσού 235.871,08 ευρώ (191.042,42 ευρώ + 30.489,25 ευρώ + 14.339,41 ευρώ) με αντίστοιχη συνολική ζημία της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τα προαναφερθέντα ψευδή περιστατικά. Σημειωτέον ότι στην ως άνω μερικότερη πράξη της απάτης, που φέρονται ότι τέλεσαν στην Αθήνα στις 10.11.2003 οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, τους βοήθησε κατά άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο ο Χ. Μ. του Δ. (τέταρτος των κατηγορουμένων), ο οποίος επιβεβαίωσε και ο ίδιος προσωπικά στον Θ. Χ. τα περί φερεγγυότητος αυτού, παρότι γνώριζε από την αρχή ότι η οικονομική του κατάσταση δεν ήταν καλή, ότι δεν ήταν φερέγγυος και ότι δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του. Ο ίδιος δε (Χ. Μ.), αν και γνώριζε από την αρχή τα ψεύδη των παραπάνω συγκατηγορουμένων του, εν τούτοις τους συνέδραμε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, για να παραπείσουν την εκκαλούσα εταιρεία να προβεί στις ανωτέρω πράξεις, με σκοπό να αποκομίσουν οι ρηθέντες συγκατηγορούμενοί του, αλλά και ο ίδιος προσωπικό παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 44.828,66 ευρώ (30.489, 25 ευρώ + 14.339,41 ευρώ) με αντίστοιχη ζημία της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τα ειρημένα ψευδή περιστατικά των τριών πρώτων κατηγορουμένων. Όλοι δε οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται κατ' επάγγελμα, καθόσον από την κατ' επανάληψη τέλεση της πράξεως της απάτης εκ μέρους των τριών πρώτων κατηγορουμένων, αλλά και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει για την τέλεση της και οι τέσσερις κατηγορούμενοι, συνισταμένη για τους τρεις πρώτους εξ αυτών στην από κοινού κατάστρωση οργανωμένου εγκληματικού σχεδίου για την παραπλάνηση της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, για τον δε τέταρτο εξ αυτών (άμεσο συνεργό) στην από μέρους του άμεση και αποτελεσματική βοήθεια προς τους τρεις πρώτους συγκατηγορούμενούς του προς παραπλάνηση της εκκαλούσας εταιρείας με την υπογραφή από αυτόν του ρηθέντος με ημερομηνία 10.11.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος προς βιοπορισμό. Το συνολικό δε όφελος που αποκόμισαν όλοι οι κατηγορούμενοι (και οι τέσσερις) και η αντίστοιχη συνολική ζημία που υπέστη η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Με τα δεδομένα δε αυτά στην προκειμένη περίπτωση προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων για τις πράξεις που τους αποδίδονται, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, θα πρέπει να γίνει και ουσιαστικά δεκτή η με αριθμό 644/26.11.2007 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Χ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού ... κατά του με αριθμό 3245/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να μεταρρυθμιστεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν όλοι οι κατηγορούμενοι ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς (για τα κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών, που είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο στην προκειμένη περίπτωση (άρθρα 1 περ. ε', 8 παρ. 1γ', 9 παρ. 1, 111 παρ. 1, 119 παρ. 1, 122 παρ. 1, 309 παρ. 1ε', 313, 316 παρ. 2, όπως αντικ. με το άρθρο 22 του Ν. 3160/2003, 317 παρ. 1, όπως αντικ. με το άρθρο 23 του ίδιου νόμου και 318 Κ.Π.Δ.) για να δικασθούν για τις αποδιδόμενες σε αυτούς κακουργηματικές πράξεις: α) της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (σε βάρος των τριών πρώτων κατηγορουμένων) και β) της άμεσης συνέργειας σε απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ σε βάρος του τέταρτου κατηγορουμένου, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 2 παρ. 1,13 στ', όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 α', 27, 45, 46 παρ. 1 β' 49 παρ. 2, 51, 52, 60, 63, 79, 98 παρ. 2, όπως η παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 2721/1999 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' Π.Κ., όπως η παρ. 3 του τελευταίου άρθρου αντικ. από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 όπως ειδικότερα οι πράξεις αυτές περιγράφονται στο διατακτικό". Με τις παραδοχές του αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της εξακολουθητικής απάτης από κοινού και κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία συνολικά άνω των 15.000 ευρώ ως προς τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους και β) της άμεσης συνέργειας στην ως άνω πράξεις ως προς τον τέταρτο κατηγορούμενο, για τα οποία παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις αναφερόμενες στο βούλευμα ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά και έτσι δεν στέρησε το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το ως άνω βούλευμα αναφέρει α) τις αλλεπάλληλες ψευδείς παραστάσεις των αναιρεσειόντων προς τον εκπρόσωπο της παθούσας ανώνυμης εταιρείας για φερεγγυότητα του αγοραστή, των συνεργατών του και του χρηματοδότη τού αγοραστή, β) την αλήθεια που αυτοί γνώριζαν και ήταν η αφερεγγυότητα αυτών και η έλλειψη κινητής και ακίνητης περιουσίας τους, γ) την παραπλάνηση της παθούσας και δ) τη διάθεση των εμπορευμάτων, αξίας 191.042,42 ευρώ λόγω της αρχικής παραπλανήσεως καθώς επίσης ε) τη διάθεση από την παθούσα εταιρεία τόσον εμπορευμάτων 14.339,41 ευρώ, όσο και την παραίτηση από αυτήν απαιτητών τόκων ύψους 30.489,25 ευρώ, λόγω της μεταγενέστερης παραπλανήσεως. Επίσης, το προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρει α) τα στοιχεία κάθε μερικότερης πράξεως, β) τη μορφή της συμμετοχής του τέταρτου κατηγορουμένου και τη συνδρομή στο πρόσωπο του, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Ποινικού Κώδικα, των στοιχείων εξαιτίας των οποίων η συμμετοχή του έχει τη μορφή κακουργήματος, γ) τον κοινό δόλο των κατηγορουμένων και δ) την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως, της οποίας εκθέτη τα στοιχεία και την μορφή του εγκληματικού σχεδίου. Τέλος, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για εσφαλμένη αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ή μη αναφορά των στοιχείων των αξιόγραφων που δόθηκαν για να καλύψουν την αξία των εμπορευμάτων προσβάλλουν την αναιρετικά περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Επειδή, ενόψει όλων των παραπάνω εκτιθεμένων, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις ως αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει α) την 129/15.10.2010 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Ι. Μ., κατοίκου ..., β) την 131/15.10.2010 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Δ. Μ., κατοίκου ..., γ) την 130/15.10.2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Δ. Μ., κατοίκου ... και δ) την 132/15.10.2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Δ. Μ., κατοίκου ... κατά του 1994/21.9.2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Βούλευμα συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων αναιρέσεως. Κακουργηματική απάτη, από κοινού και κατ' εξακολούθηση και άμεση συνέργεια σ' αυτήν. Λόγοι αναιρέσεως: εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει. | null | null | 0 |
Αριθμός 1628/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. (Κ.) συζ. Ν. Τ., θυγ. Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημήνικο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ LTD", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ε. Β. του Γ., κατοίκου ..., και 3. Σ. Μ. του Α., κατοίκου .... Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γρηγοριάδη και η 3η παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3236/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7075/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-4-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 4-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 999§4 του ΚΠολΔ ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι αναφερόμενες στην ίδια διάταξη διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και η επίδοση από τον δικαστικό επιμελητή εκτός των άλλων και στον οφειλέτη περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο 999§1 και 3α' του ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 159, 160, 161 και 933 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μόνο η παντελής έλλειψη (παράλειψη) επιδόσεως της ανωτέρω περιλήψεως ή η εκπρόθεσμη επίδοσή της επάγεται την ακυρότητα του πλειστηριασμού (που πλήττει δηλαδή ευθέως τον ίδιο τον πλειστηριασμό), η οποία και μπορεί να προταθεί με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934§1γ' του ΚΠολΔ, ήτοι μέσα σε προθεσμία ενενήντα ημερών αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. Κάθε άλλη, απλώς άκυρη, επίδοση της περίληψης, ως ιδιαίτερη και αυτοτελής ενδιάμεση πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, της οποίας το ελάττωμα πλήττει την επιχειρηθείσα αυτή πράξη και όχι ευθέως τον πλειστηριασμό, παράγει τις συνέπειές της σαν να ήταν έγκυρη μέχρις ότου κηρυχθεί άκυρη με δικαστική απόφαση κατόπιν προσβολής της με ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934§§1β' και 2 του ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, που είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακύρωσης (αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης που επιβάλλεται από το άρθρο 934§1 του ΚΠολΔ) και υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης, σύμφωνα με το άρθρο 159 περ. 3 του ΚΠολΔ (βλ. Ολομ. ΑΠ 3/2007). Εάν η ενδιάμεση αυτή ακυρότητα δεν προσβληθεί εμπροθέσμως, ως ανωτέρω, δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και η διενέργεια του πλειστηριασμού (ΑΠ 658/2007). Τέτοια απλώς άκυρη επίδοση, που δεν εξομοιώνεται με έλλειψη επιδόσεως, υπάρχει και όταν η κατασχετήρια έκθεση επιδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 124§2 του ΚΠολΔ στο κατάστημα του οφειλέτη και παραλαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 129§1 του ίδιου ΚΠολΔ από τον συνεργάτη του οφειλέτη λόγω απουσίας του τελευταίου, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του οφειλέτη - ανακόπτοντος αυτό δεν είναι το κατάστημά του και ο παραλήπτης του επιδοθέντος εγγράφου δεν είναι συνεργάτης του. Η ακυρότητα επομένως αυτή, και υπό την προϋπόθεση ότι προκάλεσε, κατά την κρίση του δικαστηρίου, βλάβη στον διάδικο που την προτείνει, πρέπει να προβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934§1β' του ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού, σε αντίθετη δε περίπτωση, εάν δηλαδή δεν συμβεί τούτο, δεν κωλύεται η διενέργεια του πλειστηριασμού, κατά τα προεκτεθέντα (ΑΠ 103/2004).
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα της προσβληθείσης με την ένδικη ανακοπή της αναιρεσείουσας διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως και πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας της που συντελέστηκε με την υπ' αριθμ. .../11-1-2006 έκθεση δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού και την υπ' αριθμ. .../26-1-2006 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Αθηνών Ευστ. Μπολτσή, με το να δεχθεί (το Εφετείο) ότι η επίδοση της υπ' αριθμ. .../2005 β' επαναληπτικής περίληψης της αναφερόμενης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου, βάσει της οποίας διενεργήθηκε ο ανακοπτόμενος αναγκαστικός πλειστηριασμός, στο επί της οδού ... αρ. 366 κατάστημα με τον τίτλο "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ Μ. Λ. Ο.Ε.", από το οποίο είχε ήδη αποσυστεγασθεί η αναιρεσείουσα, και στην εκεί εργαζόμενη και φερόμενη ως συνεργάτιδα της αναιρεσείουσας Ρ. Λ., αντί του προσωπικού της φαρμακείου επί της οδού ... αρ. 142, στον Πειραιά, συνιστά (η επίδοση αυτή) περίπτωση απλώς άκυρης επίδοσης που έπρεπε να προβληθεί με ανακοπή εντός της προθεσμίας του άρθρου 934§1β' του ΚΠολΔ (μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού) και δεν ισοδυναμεί με (παντελή) έλλειψη επιδόσεως, ώστε να μπορεί να προταθεί στην προθεσμία του άρθρου 934§1 γ' του ΚΠολΔ (ενενήντα ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης), όπως έπραξε η αναιρεσείουσα με την ένδικη ανακοπή της, η οποία και απορρίφθηκε από το Εφετείο ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), κατόπιν των ως άνω παραδοχών του. Υπό τις παραδοχές όμως αυτές του Εφετείου και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, νομίμως (εγκύρως) εχώρησε ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός, αφού η επικαλούμενη ακυρότητα της επίδοσης δεν προβλήθηκε με ανακοπή εντός της ειρημένης προθεσμίας του άρθρου 934§§1β' και 2 του ΚΠολΔ, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, και το Εφετείο που δεν κήρυξε άκυρη τη διενέργεια του πλειστηριασμού και την επακολουθήσασα κατακύρωση του ακινήτου στους δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη ως άνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, τα δε αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο από τη διάταξη αυτή λόγο της αιτήσεως της είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με τους δεύτερο και τρίτο, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται, αντίστοιχα, η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις προμνησθείσες παραδοχές του παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 20§1 και 25§1 του Συντάγματος που διασφαλίζουν το δικαίωμα της ακροάσεως και της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αντίστοιχα, και των άρθρων 1, 6§1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη και σεβασμό της περιουσίας του προσώπου βάσει της αρχής της αναλογικότητας, αφού (ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα) με τον προαναφερθέντα τρόπο επιδόσεως, που κρίθηκε ότι δεν ισοδυναμεί με έλλειψη επιδόσεως, η αναιρεσείουσα στερήθηκε της δυνατότητας να λάβει γνώση της προσβαλλόμενης αυτής πράξης και εντεύθεν του χρόνου της διενέργειας του πλειστηριασμού, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αμυνθεί και να υποστεί βλάβη στην περιουσία της (πλειστηριασμός ακινήτου). Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της ως άνω επιδόσεως της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, και δη μέσα στη νόμιμη προθεσμία, και απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2009 αίτηση της Α. Ν. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 7075/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Δικονομία Πολιτική. Εκτέλεση αναγκαστική. Ακυρότητα. Μόνο η παντελής έλλειψη επιδόσεως στον οφειλέτη της κατασχετήριας έκθεσης ή η εκπρόθεσμή επίδοσή της επάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού που μπορεί να προσβληθεί στην προθεσμία του άρθρου 934§1γ΄ ΚΠολΔ. Κάθε άλλη, απλώς άκυρη, επίδοση της έκθεσης, ως ιδιαίτερη και αυτοτελής, ενδιάμεση πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, παράγει τις συνέπειές της μέχρις ότου κηρυχθεί άκυρη κατόπιν προσβολής της με ανακοπή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934§§1β΄ και 2 ΚΠολΔ. Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση. | null | null | 2 |
Αριθμός 1629/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2007του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2009 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την υπ' αριθμ. 8297/7-4-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας ..., με τις συνημμένες σ' αυτήν από 7-4-2010 και 8-4-2010 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Α.Τ. ... και βεβαίωση παραδόσεως συστημένης επιστολής με έγγραφη ειδοποίηση στο Ταχυδρομείο Λαμίας του ίδιου δικαστικού επιμελητή αντίστοιχα, τα οποία ο αναιρεσείων προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 76/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, και με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με παραγγελία του πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως (άρθρ.568 παρ.4 του ΚΠολΔ). Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του κληθέντος κατά τα ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου και δεν έλαβε μέρος στη συζήτησή της.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 513 παρ.2 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αν προσβληθεί με έφεση η οριστική απόφαση θεωρείται ότι έχουν προσβληθεί μαζί και οι μη οριστικές που έχουν προηγουμένως εκδοθεί και αν η έφεση δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους, α)οι ως άνω μη οριστικές αποφάσεις θεωρούνται συνεκκληθείσες κατά τις μη οριστικές τους διατάξεις εφόσον επί των διατάξεων αυτών στηρίχθηκε η οριστική απόφαση, και β)αν η απόφαση που εκδόθηκε πριν από την οριστική περιέχει και οριστικές διατάξεις δεν θεωρείται και ως προς τις διατάξεις αυτές συνεκκληθείσα παρά μόνο αν η έφεση απευθύνεται ρητώς και κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ 1823/2008, 203/2001). Είναι δε οριστική διάταξη αυτή που δέχεται ή απορρίπτει, για λόγους τυπικούς ή ουσιαστικούς, κεφάλαιο της αγωγής, αίτημα δηλαδή για παροχή έννομης προστασίας (ΑΠ 2008/2009). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.10 και 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αντίστοιχα, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα. Ο αναιρεσίβλητος, με την από 30-5-2000 αγωγή του, την οποία άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας, ζήτησε μεταξύ των άλλων να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων-εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 30.000.000 δραχμών ως ιδιαίτερη, κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, αποζημίωσης λόγω της σωματικής βλάβης και εντεύθεν αναπηρίας (ακρωτηριασμός αριστερού ποδός) που του προκάλεσε από αμέλεια ο αναιρεσείων κατά τον χειρισμό αγροτικού μηχανήματος (θεριζοαλωνιστική μηχανή), όπως ειδικότερα εξέθετε στην αγωγή του. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας με την υπ' αριθμ. 225/2001 εν μέρει οριστική απόφασή του απέρριψε ως αόριστο το ανωτέρω κεφάλαιο της αγωγής και έταξε αποδείξεις κατά τα λοιπά ενώπιον του ορισθέντος εισηγητή-δικαστή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 341 παρ.3, 345, 396 και 406 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από τον ν.2915/2001 και είχαν εφαρμογή εν προκειμένω, το ίδιο δε δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 98/2007 οριστική του απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τα λοιπά, πλην του ήδη απορριφθέντος κατά τα ανωτέρω, κεφάλαια της αγωγής τα οποία είχαν κριθεί ορισμένα και νόμιμα και ως προς τα οποία είχε ταχθεί θέμα αποδείξεως. Κατά της τελευταίας αυτής (οριστικής) αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος-ενάγων άσκησε στο Εφετείο Λαμίας την από 25-11-2007 έφεσή του, με τον δεύτερο λόγο της οποίας παραπονείται κατά της απόφασης αυτής, της οποίας ζήτησε την εξαφάνιση, ότι εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη της (η εκκαλουμένη οριστική απόφαση) και απέρριψε σιωπηρώς το ειρημένο αγωγικό αίτημά του για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 του ΑΚ. Επί της εφέσεως αυτής (και της αντίθετης εφέσεως του αναιρεσείοντος) εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 76/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, με την οποία, και ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο της αγωγής, το Εφετείο έκρινε παραδεκτό τον προαναφερθέντα δεύτερο λόγο της εφέσεως, απορρίπτοντας και τον περί του αντιθέτου, επειδή η έφεση δεν στρεφόταν και κατά της προεκδοθείσης ως άνω εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Πρωτοδικείου, με οριστική διάταξη της οποίας είχε απορριφθεί το εξεταζόμενο κεφάλαιο της αγωγής, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-εφεσιβλήτου, εν συνεχεία δε (το Εφετείο) έκρινε ορισμένη την αγωγή και ως προς το κεφάλαιο αυτό, και, στηριζόμενο στις αποδείξεις που είχαν διαταχθεί και διεξαχθεί πρωτοδίκως σύμφωνα με την προρρηθείσα υπ' αριθμ. 225/2001 εν μέρει οριστική απόφαση, δέχθηκε εν μέρει και δή για το ποσό των 56.000 ευρώ το ανωτέρω κονδύλιο της αγωγής ως και κατ' ουσίαν βάσιμο, το οποίο και υποχρέωσε, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο 1ον) υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, αφού παρά τον νόμο δεν κήρυξε (απέρριψε ως) απαράδεκτο τον προαναφερθέντα δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος (λόγος) στρεφόταν μόνο κατά της οριστικής υπ' αριθμ. 98/2007 αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όχι δε και κατά της υπ' αριθμ. 225/2001 εν μέρει οριστικής, με οριστική διάταξη της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, είχε απορριφθεί το εξεταζόμενο κεφάλαιο της αγωγής και η οποία δεν θεωρείται, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, συνεκκληθείσα με την οριστική απόφαση που προσέβαλε ο αναιρεσίβλητος με την έφεσή του, εφόσον η έφεση αυτή δεν στρέφεται ρητώς και κατά της εν μέρει οριστικής αυτής απόφασης, και 2ον) υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τον ν. 2915/2001, αφού και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα α) παρά τον νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ανωτέρω ισχυρισμό-αίτημα της αγωγής για επιδίκαση ιδιαίτερης, κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, αποζημίωσης, τον οποίο και δέχθηκε κατ' ουσίαν, χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτόν, όπως είχε υποχρέωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 2α', 341, 345, 396, 406, 522 και 535 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από τον ν. 2915/2001 και είχαν εφαρμογή εν προκειμένω σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου ν. 2915/2001, ενώ β) για τα ανωτέρω "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις που είχαν διαταχθεί για άλλα θέματα (τα λοιπά κεφάλαια της αγωγής) με την προειρημένη υπ' αριθμ. 225/2001 εν μέρει οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που ισοδυναμεί με παραδοχή πραγμάτων χωρίς απόδειξη. Επομένως οι αντίστοιχοι, από τους ανωτέρω αριθμούς 14 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος (σκέλος πρώτο) και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις ειρημένες, από τους αριθμούς αυτούς, αναιρετικές πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Και πρέπει, κατά παραδοχήν αυτών των λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 76/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 10 και 14 ΚΠολΔ. Έφεση. Συνεκκαλούνται και οι προεκδοθείσες μη οριστικές αποφάσεις, εκτός αν περιέχουν και οριστικές διατάξεις, οπότε πρέπει η έφεση να απευθύνεται ρητώς και κατ’ αυτών. Έννοια οριστικής διάταξης της απόφασης. Αναιρεί. | null | null | 0 |
Αριθμός 1624/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου R. S. του I., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 604/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 524/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία α)27 Σεπτεμβρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. και β)από 31 Μαΐου 2011 αποδεικτικό επίδοσής του ίδιου πιο πάνω Επιμελητή προς τον αντίκλητο του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος (αναιρεσείων) κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει, την από 26.3.2011, αίτηση του R. S. του I., κατοίκου ..., για αναίρεση της 604/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
Αριθμός 1623/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Σ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 355/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 501/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 5.9.2011 αποδεικτικό επιδόσεως της Επιμελήτριας Δικαστηρίων Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Α. Σ. περί επιδόσεως στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο με θυροκόλληση στη δηλωθείσα στην αίτηση αναιρέσεως διεύθυνση κατοικίας του της 501/11.5.2011 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και από το από 7.9.2011 αποδεικτικό της ίδιας ως άνω Επιμελήτριας Δικαστηρίων περί επιδόσεως στον ορισθέντα ως αντίκλητο του αναιρεσείοντος δικηγόρο Θεόδωρο Πιπιλή αντιγράφου της παραπάνω κλήσεως του αυτού ως άνω Εισαγγελέα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 31 Μαρτίου 2011 δήλωση-αίτηση του Ν. Σ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 355/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
Αριθμός 1616/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μανιάτη.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς τους: 1) Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων (ΟΤΟΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο και 2) Σύλλογο Υπαλλήλων Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (ΣΥΕΤΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο. Δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις υπέρ αυτού διά των προτάσεών τους πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη προς κοινοποίηση διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1418/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3116/2007 και 957/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και των προς κοινοποίηση διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση, να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας. Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει. Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του άρθρου 672 ΑΚ, θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατά την οποία το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών. Ακολουθεί ότι η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της εργασιακής σχέσης, αφού με την πρώτη και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσεως επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη. Η καταγγελία αυτή, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας, ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο επίσης ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρήσεως των δικαιωμάτων και απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου, έχει δε καθιερωθεί με την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο ενάγων προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την εναγομένη στις 24-9-1973 ως ημερομίσθιος ανειδίκευτος εργάτης, στη συνέχεια στις 13-11-1974 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της Τράπεζας με το βαθμό του δοκίμου και τοποθετήθηκε στο Υποκατάστημα της Αιδηψού. Ακολούθησαν μικρά χρονικά διαστήματα προσωρινών αποσπάσεών του στα Υποκαταστήματα Λιβαδειάς και Αλιβερίου. Στις 24-5-1974 μετατέθηκε στο κατάστημα Αλιβερίου, όπου το έτος 1978 του ανατέθηκαν δοκιμαστικά και από το έτος 1981 οριστικά καθήκοντα ταμιολογιστή (teller). Από το έτος 1990 μέχρι το έτος 1994 του ανατίθετο κατά διάφορα χρονικά διαστήματα η αναπλήρωση του διευθυντή του καταστήματος Αλιβερίου, ενώ από 18-7-1996 του ανέθεσαν καθήκοντα Διευθυντή στο κατάστηµα αυτό µέχρι τις 14-7-2000 οπότε ο ενάγων μετατέθηκε στο κατάστηµα Χαλκίδος ως Εντεταλμένος. Στις 16-8-2000 τέθηκε στη διάθεση της Περιφερειακής Διεύθυνσης ΣΤ' µέχρι τις 26-11-2001, οπότε η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της συµβάσεως εργασίας του ενάγοντος, σύμφωνα µε τα άρθρα 33 παρ. 1γ' του Κανονισμού Εργασίας αυτής και 672 ΑΚ, επικαλούμενη την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Ο ενάγων, εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως Διευθυντής του καταστήματος Αλιβερίου, ακολούθησε αστάθμιστη πιστοδοτική τακτική, αναλαμβάνοντας ανεπίτρεπτες πρωτοβουλίες και προβαίνοντας σε αδικαιολόγητες παρεκκλίσεις από τις γενικές και ειδικές οδηγίες της Κεντρικής Υπηρεσίας της εναγομένης Τράπεζας και τα προβλεπόμενα στον Κανονισµό Πιστοδοτήσεων, µε δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντα της Τράπεζας. Ειδικότερα: Α) προέβη σε χορηγήσεις, αποδέχθηκε εγγυήσεις κ.λπ. χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που προβλέπονται από τον Κανονισµό Πιστοδοτήσεων. Για πλήθος χρηµατοδοτηθέντων πελατών αγνοήθηκαν σοβαροί αποτρεπτικοί παράγοντες, όπως η ύπαρξη δυσμενών στοιχείων σηµαντικού ύψους, η περιορισμένη και σε ορισμένες φορές ανύπαρκτη πιστοληπτική ικανότητα των πιστούχων, η υπερχρηματοδότηση των επιχειρήσεων κ.α., ενώ σημειώθηκαν και υπερβάσεις των ευχερειών (χορηγήσεων) της Μονάδος, αλλά και των εγκεκριμένων από τις Κεντρικές Υπηρεσίες ορίων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πιστούχου ΟΕ Α. Σ.. & ΣΙΑ, όπου κατά τη χρηματοδότησή της υπερέβη κατά 44,8 εκ. δρχ. την ευχέρεια του καταστήματος, παρά το γεγονός ότι η Περιφερειακή Διεύθυνση που υπάγεται το κατάστημα είχε απορρίψει πρότασή του για µία "κατ' αρχήν" αποδοχή χρηματοδότησης του συγκεκριμένου επενδυτικού προγράμματος και της ΟΕ Β. Α., της οποίας εταιρίας το σύνολο σχεδόν του υπέγγυου χαρτοφυλακίου της αποτελείτο από επιταγές και συναλλαγματικές, που δεν προήρχοντο από πραγματικές εμπορικές συναλλαγές, αλλά ήταν επιταγές και συναλλαγματικές "ευκολίας" ή επρόκειτο "για ανταλλαγές υπογραφών", τις οποίες η Τράπεζα αποδέχθηκε κατ' επανάληψη σε ενέχυρο και χρηματοδότησε. Β) Επέδειξε υπέρμετρη ανοχή σε υπερήμερους πελάτες, στάση που προκάλεσε επανειλημμένες αυστηρές παρατηρήσεις από τις Κεντρικές Υπηρεσίες, ενώ ανέλαβε αστάθμιστες πρωτοβουλίες και παρέλειψε να προβεί σε επιβαλλόμενες ενέργειες για τη διασφάλιση των απαιτήσεων της εναγομένης. Σε πολλές περιπτώσεις οι λογαριασμοί των δανειοληπτών συντηρήθηκαν σε ενήμερη μορφή με ανανεώσεις των ληξιπρόθεσμων ή αναχορηγήσεις, παρόλο που ήταν επιβεβλημένη η λήψη μέτρων για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεων της Τράπεζας. Μεταξύ των περιπτώσεων ανορθόδοξης πιστοδοτικής πολιτικής του ενάγοντος ήταν και η διενέργεια έμμεσων χρηματοδοτήσεων προς ορισμένες προβληματικές επιχειρήσεις - πιστούχους του καταστήματος Αλιβερίου. Μάλιστα για να διευκολυνθούν ταμειακά οι δύο εταιρείες ενδιαφέροντος των αδελφών Γ. (ΑΤΕ "ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ και ΕΕ "Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ"), οι οποίες λόγω των χρόνιων και σοβαρών προβλημάτων τους και των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς την Τράπεζα δεν διέθεταν πλέον πιστοληπτική ικανότητα, ο ενάγων χορήγησε δάνεια σε τέσσερις τουλάχιστον άλλους πελάτες, το προϊόν των οποίων διοχετεύτηκε στις παραπάνω εταιρείες και δεν το έλαβαν οι δανειολήπτες. Έτσι χρηματοδότησε έμμεσα τις εταιρείες αυτές καίτοι τούτο ρητώς απαγορεύεται από τους τραπεζικούς κανόνες. Ίδιας μορφής χρηματοδότηση έλαβε χώρα και στην περίπτωση της ΑΕ "ΘΕΑΜΑΤΙΚΗ" με χορήγηση 4 εκατ. δρχ. προς τη Β. Γ.. Γ) Μεθόδευσε την αποδέσμευση υπέγγυου ακινήτου συνιδιοκτησίας των εταίρων πτωχής πιστούχου εταιρείας της Μονάδας, χωρίς την έγκριση της Τράπεζας και του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το οποίο αγόρασε στη συνέχεια ο ίδιος με αποτέλεσμα η Τράπεζα να εισπράξει υποδεέστερο ποσό της αξίας του ακινήτου. Δ) Διευκολύνθηκε οικονομικά μέσω ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού πιστούχου του καταστήματος. Μάλιστα στις 23-4-1998 διενεργήθηκε χρηματοδότηση δρχ. 2.825.000 προς την παραπάνω πιστούχο. Από αυτό το ποσόν 1.361.6000 δρχ. εξοφλήθηκε με ισόποση οφειλή του ενάγοντα προς τη Διεύθυνση Προσωπικού από δάνειο για αγορά μετοχών ενώ το υπόλοιπο ποσό της χρηματοδότησης κατατέθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό μισθοδοσίας του. Ε) Αναμίχθηκε σε συναλλαγές τριών πελατών, δεδομένου ότι διήλθαν από τον τρεχούμενο λογαριασμό μισθοδοσίας του ποσά που προορίζονταν για την διεκπεραίωση συναλλαγών τους, των οποίων ήδη είχαν σφραγιστεί, ελλείψει υπολοίπου, προηγούμενες επιταγές και οι οποίοι στη συνέχεια εξέδωσαν νέες ακάλυπτες επιταγές σηµαντικού ύψους. Ακολούθως η εναγομένη µετά την διαπίστωση των παραπάνω, µε την µε αριθ. 354-14-7-2000 Πράξη Διοικήσεως, τοποθέτησε τον ενάγοντα ως Εντεταλμένο στο κατάστηµα Χαλκίδας από τη θέση του Διευθυντή του κατ/τος Αλιβερίου που κατείχε, ενώ ανακλήθηκε το δικαίωµα πρώτης υπογραφής που του είχε χορηγηθεί. Παράλληλα κλήθηκε στις 15-9-2000 από την εναγομένη σε απολογία και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Προσωπικού της εναγομένης του επέβαλε την ποινή της προσωρινής παύσης 15 ηµερών µε στέρηση των αποδοχών του. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι στις περιπτώσεις που υπερέβαινε τα καθορισμένα από την Τράπεζα όρια χρηματοδότησης, ελάµβανε την έγκριση της Κεντρικής Υπηρεσίας εκ των υστέρων, είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι εκ των υστέρων του δόθηκαν τέτοιες εγκρίσεις. Περαιτέρω και ο ισχυρισμός του ότι στις εν λόγω περιπτώσεις δεν είχε προλάβει να υποβάλει αίτηµα στην Κεντρική Υπηρεσία για να εγκριθεί η υπέρβαση, κρίνεται απορριπτέος. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι για την κατά τα παραπάνω αύξηση των δανειοδοτήσεων ελάµβανε πιστοδοτικές κατευθύνσεις και οδηγίες από τις Κεντρικές Υπηρεσίες, και συνεπώς ουδεµία ευθύνη μπορεί να του αποδοθεί, πλην όμως και ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιµος, καθόσον, τακτική της Τράπεζας είναι να χρηματοδοτεί επιχειρήσεις µε γνώμονα τη διασφάλιση της ομαλής αποπληρωμής των χορηγούμενων δανείων και σ' αυτή τη κατεύθυνση κινούνταν και οι οδηγίες της Τράπεζας προς τους Διευθυντές των καταστημάτων. Ο ισχυρισμός του ότι ο Προϊστάμενος και οι Εισηγητές Χορηγήσεων που συνυπέγραψαν όλα τα έγγραφα για τα οποία αυτός κλήθηκε σε απολογία δεν τιμωρήθηκαν συνεπώς ορθώς αυτός ενήργησε είναι επίσης απορριπτέος, αφού κρίθηκε κατά τον διενεργηθέντα παραπάνω Τακτικό έλεγχο ότι έπρεπε να καταλογιστούν σ' αυτούς μειωµένες ευθύνες και τους εγένετο έγγραφη παρατήρηση από την Περιφερειακή Διοίκηση. Στη συνέχεια το καλοκαίρι του 2001 στον ημερήσιο Ευβοϊκό και πανελλήνιο τύπο έλαβαν χώρα δημοσιεύματα αλλεπάλληλα περί "λειτουργίας παρατράπεζας στην Εθνική Αλιβερίου ..." και περί "... οικονοµικού σκανδάλου", ενώ το ίδιο θέµα προβλήθηκε σε τηλεοπτικές εκπομπές των σταθµών ΤΗΛΕΑΣΤΥ και ΕΧΤΡΑ από τον Πρόεδρο της Ένωσης Καταναλωτών - Δανειοληπτών. Συγκεκριμένα στα δημοσιεύματα αυτά αναφέρεται ότι "... ο Διευθυντής έπειθε τους πελάτες να δανείζονται επ' ονόµατί τους ή να αυξάνουν τα όρια των πιστοδοτήσεών τους πέραν των αναγκών τους και τα ποσά των χρηματοδοτήσεων τα διαχειριζόταν ο ίδιος, δήθεν χωρίς ευθύνη των δανειοληπτών αλλά µε πλήρη προσωπική του ευθύνη. Τα ποσά που εκταμιεύονταν τα χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Δ/ντής, για να χρηματοδοτήσει ανάγκες άλλων πελατών και φίλων του". Βάσει των αναφερομένων στην παραπάνω εφημερίδα υποβλήθηκε μηνυτήρια αναφορά στην Εισαγγελία Χαλκίδας από τον Πρόεδρο της παραπάνω Ένωσης Καταναλωτών Δανειοληπτών, Χ. Χ. µε την οποία μηνύθηκε η λειτουργία "παρατράπεζας ... στο κατάστημα του Αλιβερίου", στην εφημερίδα δε αυτή παρατέθηκαν αποσπάσματα της μηνυτήριας αναφοράς δυνάµει των οποίων κατονομάστηκε ο ενάγων ως "...δράστης απάτης σε βάρος δανειοληπτών, ο αριθµός των οποίων εκτιμάται ότι υπερβαίνει τους 60, ενώ οι αποδέκτες των φερομένων άτυπων εξωτραπεζικών χρηματοδοτήσεων πρέπει να είναι περίπου 15 ...", ακόμη δε ότι "... το συνολικό ποσό της φερόμενης τράπεζας εκτιµάται ότι μπορεί να είναι ακόμα και της τάξεως του 1-2 δις ...", ότι ... οι δανειολήπτες δεν γνωρίζουν σε τι ύψος ανέρχονται οι οφειλές τους σύμφωνα µε τα βιβλία της Τράπεζας, µετά τις φερόμενες πλασματικές πράξεις των ορίων και τις εκταμιεύσεις που φέρονται ότι έχουν γίνει εν αγνοία τους από τον Κ. Μ. (ενάγοντα) ...". Στη συνέχεια η εναγομένη λόγω των παραπάνω δημοσιευμάτων διέταξε έκτακτο έλεγχο (επιθεώρηση) και επανεξέταση των πιστοδοτήσεων του καταστήματος Αλιβερίου. Ο εν λόγω έλεγχος διενεργήθηκε κατά το χρονικό διάστηµα από 5-7-2001 µέχρι 10-8-2001 και εστιάσθηκε κυρίως σε συγκεκριμένες επιχειρηματικές πιστοδοτήσεις για τις οποίες συνέτρεχαν ενδείξεις ότι το προϊόν των χρηματοδοτήσεων διοχετεύθηκε εµµέσως σε άλλους πιστούχους της Μονάδας (Υπερχρεωμένες προβληματικές επιχειρήσεις) και δε διατέθηκε για τις ανάγκες των επιχειρήσεων των συμβληθέντων δανειοληπτών. Βάσει της τελευταίας έκτακτης επιθεώρησης προέκυψε ότι ο ενάγων είχε μεθοδεύσει σε έκταση πολύ μεγαλύτερη από την αρχικώς παραπάνω διαπιστωθείσα, τη διενέργεια έµµεσων χρηματοδοτήσεων. Συγκεκριμένα ενώ κατά τον προηγούμενο έλεγχο διαπιστώθηκε η διοχέτευση µε τον τρόπο αυτό κεφαλαίων προς 2 μόνον επιχειρήσεις, τα οποία τυπικά είχαν λάβει πέντε (5) άλλοι πελάτες, µε τα νεότερα στοιχεία που προέκυψαν µετά την μετακίνηση του ενάγοντα στην Χαλκίδα, αύξησαν τον αριθμό των επιχειρήσεων που ωφελήθηκαν εµµέσως σε πέντε (5) και των τυπικά συμβληθέντων σε 24 τουλάχιστον. Την έκταση αυτή ο ενάγων ως Διευθυντής του καταστήματος συγκάλυπτε επιμελώς, ενεργώντας ακόμη και ως ταµειολογιστής ο ίδιος µε διάφορες μεθοδεύσεις και "τακτοποιήσεις" λογαριασμών, όπως ανανεώσεις, αναχορηγήσεις ή και μετακυλήσεις κεφαλαίων από τον ένα πιστούχο στον άλλο, προκειμένου να απεικονίζονται πλασµατικά ενήµεροι οι ουσιαστικά παγιοποιημένοι κίνδυνοι και έτσι να µην μπορεί να διαπιστωθεί η αταξία των λογαριασµών σε σχετικό έλεγχο. Ειδικότερα σημαντικότατο τµήµα των κεφαλαίων που χορηγήθηκαν σε 24 πιστούχους είχαν ως τελικούς αποδέκτες τις εξής επιχειρήσεις: 1) "Γ. Γ. και ΣΙΑ" ΕΕ - "ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ" ΑΕ. Ενώ από τον παραπάνω τακτικό έλεγχο - λογιστικό 31-1-2000 διαπιστώθηκε ότι οι επιχειρήσεις αυτές των αδελφών Γ. χρηματοδοτούνταν εµµέσως από το προϊόν χρηματοδοτήσεων προς 4 τουλάχιστον άλλα πρόσωπα, µε την έκτακτη επιθεώρηση προέκυψαν χρηματοδοτήσεις άλλων 11 προσώπων, το προϊόν των οποίων δεν εισπράχθηκε από τους ίδιους, αλλά διοχετεύθηκε στις επιχειρήσεις Γ.. Τέτοιες ενδείξεις αποτελούν οι εγγυήσεις που παρείχαν οι φορείς των εταιριών "Γ. Γ. και ΣΙΑ" ΕΕ και "ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ" ΑΕ, οι ληξιπρόθεσμες επιταγές ή συν/κες, έκδοσης/αποδοχής των ιδίων εταιριών που υφίσταντο σε ενέχυρο και που προέρχονταν από αλλεπάλληλες αντικαταστάσεις προηγούμενων, τα βάρη που ενεγράφησαν συναινετικά επί ακινήτων των αδελφών Γ.. Μάλιστα αρχές του 2001, η ΕΕ "Γ. και ΣΙΑ" παραδέχθηκε εγγράφως ότι οι συγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις αποτελούσαν έμμεση πιστοδότησή της και αναγνώρισαν και ανέλαβαν τις εν λόγω οφειλές. Το υπόλοιπο των έμμεσων πιστοδοτήσεων προς τις παραπάνω επιχειρήσεις Γ. υπολογίστηκε από την εναγομένη στις 29-6-2001 σε 96,1 εκατομμύρια δρχ. που εκατανέμετο στους προαναφερθέντες 15 πιστούχους. 2) "ΑΦΟΙ Β. Α." ΟΕ. Η εταιρεία αυτή ήταν ο τελικός αποδέχτης των χορηγήσεων που διενεργήθηκαν προς 5 τουλάχιστον - πιστούχους της Μονάδας, το δε υπόλοιπο των ανειλημμένων (εμμέσως) κινδύνων ανερχόταν σε 12,9 εκατ. δρχ. και εκατανέμετο σε 3 οφειλέτες, αφού οι συναφείς απαιτήσεις των υπολοίπων δύο είχαν εξοφληθεί. 3) "ΥΙΟΙ Β. Γ." ΟΕ. Η εταιρία αυτή πιστοδοτήθηκε από το κατάστημα Αλιβερίου και εμμέσως με το προϊόν χρηματοδοτήσεων που διενεργήθηκαν προς 4 άλλους πιστούχους. Στις 29-6-2001 το υπόλοιπο των ανειλημμένων εμμέσως κινδύνων ανερχόταν σε 28,2 εκατομ. δρχ. 4) "ΘΕΑΜΑΤΙΚΗ" ΑΕ. Η εταιρεία πιστοδοτήθηκε εμμέσως: α) με χρηματοδότηση ύψους 4 εκατομ. δρχ. και β) με χρηματοδότηση 10.000.000 δρχ. που χορηγήθηκε στις 16-10-1998, στις δε 29-6-2001 το υπόλοιπο των ανειλημμένων εµµέσως κινδύνων ανερχόταν σε 11,5 εκατ. δρχ. 5) "Α και Ν Λ." Α.ΤΕ.Β.Ε. Οι έµµεσες χρηματοδοτήσεις προς την εταιρεία αυτή διενεργήθηκαν µέσω δύο άλλων πιστούχων και στις 29-6-2001 ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο εµφάνιζε η µία 7,3 εκατ. δρχ. Συνεπώς οι σε οριστική καθυστέρηση κίνδυνοι από την άμεση χρηματοδότηση των παραπάνω 5 εταιρειών στις 29-6-2001 ανέρχονταν σε 388,3 εκατ. δρχ. και οι κίνδυνοι από τις έµµεσες χρηματοδοτήσεις προς τις ίδιες εταιρίες που κατανέµονταν στους προαναφερθέντες 24 ενεργούς πιστούχους εµφάνιζαν συνολικό υπόλοιπο 156 εκατ. δρχ., η δε ζηµία της τράπεζας που διεφαίνετο ανερχόταν σε 200.000.000 δρχ. περίπου. Ο ενάγων συνομολογεί τις γενόµενες απ' αυτόν ως Διευθυντή του καταστήματος Αλιβερίου υπερβάσεις ως προς τον τρόπο της δανειοδότησης ορισμένων πιστούχων της τράπεζας και ισχυρίζεται ότι ενεργούσε στο πλαίσιο των εντολών της ίδιας της εναγομένης και αναλάμβανε κινδύνους πάντοτε ακολουθώντας τα θεσπισμένα από κανονισµό τραπεζικά κριτήρια και εν πάση περιπτώσει υπήρξε το "εξιλαστήριο θύµα" της εναγομένης σε περίοδο "πολέµου των πανωτοκίων" προκειμένου να αποσείσει η τελευταία τα καταγγελλόμενα κάποιων διαμαρτυρομένων σε βάρος των πιστωτικών τραπεζικών ιδρυµάτων. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιµοι, διότι δεν πρόκειται απλώς περί εµµέσων χρηματοδοτήσεων εν αγνοία της Τράπεζας για τον πραγματικό σκοπό τους, αλλά περί μεθόδευσης, µε πρωτοβουλία του Διευθυντή του καταστήματος, µη επιτρεπομένων χρηματοδοτήσεων προς τρίτα πρόσωπα (άµεσα συμβαλλόμενα), µε σκοπό το προϊόν του να κατευθυνθεί σε αφερέγγυες επιχειρήσεις για τις οποίες η Διοίκηση της Τράπεζας δεν ενέκρινε τουλάχιστον από το έτος 1998 και έκτοτε περαιτέρω πιστοδοτήσεις.
Συνεπώς αυτό που διαφοροποίησε τις έµµεσες χρηματοδοτήσεις που διενήργησε ο ενάγων από µια απλή περίπτωση που το προϊόν του δανείου που λαµβάνει ένα πρόσωπο προορίζεται για τις ανάγκες άλλου εν αγνοία των υπηρεσιών της Τράπεζας, είναι η γνώση και ο καθοριστικός ρόλος του στη διενέργεια των χρηματοδοτήσεων αυτών και οπωσδήποτε η έκταση που έλαβε η εν λόγω μεθόδευση µε όλα αυτά τα επακόλουθα. Ο ενάγων εξάλλου ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα δεν υπέστη ουδεμία ζημία από τις επίδικες έμμεσες χρηματοδοτήσεις, αφού όλα τα σχετικά δάνεια εξοφλήθηκαν και η εναγομένη εισέπραξε τις απαιτήσεις της καθώς και τους σχετικούς τόκους υπερημερίας και για το λόγο αυτό κηρύχθηκε αθώος με την 4334/2004 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, κατηγορηθείς μετ' άλλων πιστούχων για απιστία κατ' εξακολούθηση, με το σκεπτικό ότι αυτός δεν γνώριζε τις επίδικες έμμεσες χρηματοδοτήσεις των τρίτων, τα δάνεια δε που χορήγησε και που το μείζον τμήμα τους καταβλήθηκαν, τα χορήγησε σε χαμηλού κινδύνου δοκιμασμένους πελάτες που είχαν τις προϋποθέσεις και ικανά περιουσιακά στοιχεία, οι περισσότεροι των οποίων εξακολουθούν να χρηματοδοτούνται από την Ε.Τ.Ε.". Και οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι διότι κατ' αρχήν μεν όλες οι οφειλές των παραπάνω δανείων δεν εξυπηρετήθηκαν κανονικά (εμπροθέσμως) και στη συνέχεια δε η είσπραξη των απαιτήσεων της εναγομένης έγινε και έκτοτε γίνεται στα πλαίσια ρυθμίσεων, διακανονισμών και δικαστικών ενεργειών, η ιδιαιτερότητα δε των συναλλαγών αυτών για τα τραπεζικά δεδομένα έγκειται στο γεγονός ότι ενώ η είσπραξη επισφαλών απαιτήσεων όλων των καταστημάτων της τράπεζας έχουν μεταφερθεί από τα υποκαταστήματα σε ειδική υπηρεσία (Ειδικές Μονάδες Καθυστερήσεων), το παραπάνω κατάστημα Αλιβερίου είναι το μοναδικό στην Ελλάδα που έχει διατηρήσει τους φακέλους επισφαλειών ακριβώς λόγω των προαναφερθεισών ιδιαιτεροτήτων που αυτές παρουσιάζουν, ούτε εξάλλου επηρεάζεται καταλυτικά η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί της συνδρομής σπουδαίου λόγου για την επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος από την αθωωτική παραπάνω ποινική απόφαση, εφόσον η ποινική εκείνη δίωξη απαιτούσε άλλες προϋποθέσεις για την ποινική τυχόν καταδίκη του απ' αυτές της κρινόμενης υπόθεσης. Μετά δε τη διαπίστωση των παραπάνω περιστατικών η εναγομένη προέβη όπως προαναφέρθηκε στην από 26-11-2001 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος για σπουδαίο λόγο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω ενέργειες του ενάγοντος συνιστάμενες σε χρηματοδοτήσεις σε πελάτες με δυσμενή σοβαρά στοιχεία αποτρεπτικά για την ανάληψη κινδύνου που δεν αξιολογήθηκαν ανάλογα και μάλιστα παρά την έλλειψη ουσιαστικά "Δελτίων συνεργασίας" ή έστω πρόσφατα οικονομικών στοιχείων, χορηγήσεις έναντι Ρ/Ε (επιταγές ή συν/κες) προφανώς αμφίβολης εμπορικότητας και ευθύνης αφερέγγυων ενεχομένων, συχνές χρηματοδοτήσεις παρά την έλλειψη πιστ/κών ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας, επανειλημμένες ανανεώσεις και αναχορηγήσεις παγιοποιημένων οφειλών, καθώς και έμμεσες χρηματοδοτήσεις με συνέπεια την εικονική ενημερότητα και την πλασματική ρευστότητα των χορηγήσεων και συχνές υπερβάσεις των πιστοδοτικών ευχερειών, δεν αρμόζουν σε τραπεζικό υπάλληλο που κατέχει την υπεύθυνη θέση του Διευθυντού, κλονίζουν την ασφάλεια των συναλλαγών και το κύρος της εναγομένης στο κοινό και βλάπτουν οπωσδήποτε έναντι των τρίτων πελατών της τράπεζας, τη φήµη και την αξιοπιστία της ως µεγάλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού που έχει τη δυνατότητα να προστατεύει τα συμφέροντά τους τουλάχιστον από πράξεις των υπαλλήλων της. Από την εν λόγω ουσιώδη αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος ήταν δυνατόν να κλονισθεί και πράγµατι κλονίστηκε δικαιολογημένα η εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπό του, διαταράχθηκε η οµαλή συνεργασία των διαδίκων και εύλογα κατέστη µη επιθυμητή από την εναγομένη η συνέχιση της εργασιακής σύµβασης του ενάγοντος. Ενόψει των παραπάνω, δεν µπορούσε να αξιωθεί κατά την καλή πίστη από την εναγομένη η διατήρηση του ενάγοντος στην υπηρεσία της, λόγω της κλονισμένης πλέον εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, αλλά ήταν αναγκαίο η καταγγελία της σύµβασης εργασίας του, αφού τα προαναφερθέντα περιστατικά συνιστούν πράγµατι, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο και δεν ήταν αρκετή η λήψη, αντί της καταγγελίας, ηπιότερων µέτρων και ειδικότερα η επιβολή κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής πλέον της επιβληθείσης προσωρινής παύσης 15 ηµερών, διότι µε την επιβολή της ποινής αυτής δεν ήταν βέβαιο ότι αυτός θα απέφευγε στο µέλλον παρόµοια συμπεριφορά. Η καταγγελία αυτή είναι σύµφωνη µε τον κανονισµό εργασίας της εναγομένης που χορηγεί σ' αυτήν το δικαίωµα να καταγγείλει τη σύµβαση εργασίας των µισθωτών της για σπουδαίο λόγο, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, αφού όπως προαναφέρθηκε, ο λόγος αυτός είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από την πειθαρχική διαδικασία και το λόγο λύσεως της συµβάσεως συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος. Επίσης η µη υποβολή μηνύσεως σε βάρος του ενάγοντος από την εναγομένη δεν αναιρεί την εγκυρότητα της καταγγελίας της συµβάσεως για σπουδαίο λόγο. Το γεγονός ότι ο ενάγων µέχρι τη διαπίστωση των ανωτέρω περιστατικών δεν είχε απασχολήσει άλλη φορά την Τράπεζα, δεν µπορεί να µετριάσει τη σοβαρότητα των πράξεών του και να αναιρέσει τον κλονισµό της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς το πρόσωπό του, δεδομένου ότι ο κλονισµός αυτός επέρχεται ανεξάρτητα από το αν προκλήθηκε ζηµία στην εναγομένη τράπεζα ενώ οι παραπάνω παραδοχές δεν αναιρούν τον κίνδυνο επαναλήψεως τέτοιων πράξεων. Οι παραπάνω αντισυμβατικές και αντικανονικές ενέργειες, στις οποίες προέβη ο ενάγων, εκμεταλλευόμενος τη θέση εργασίας που του εµπιστεύθηκε η εναγομένη, αποτελούν αντικειμενικούς λόγους, οι οποίοι αποτρέπουν την τελευταία να εµπιστευτεί τον ενάγοντα σε οποιαδήποτε άλλη τραπεζική εργασία. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων διέπραξε τις πιο πάνω παραβάσεις, ότι η συμπεριφορά του συνιστά σπουδαίο λόγο δικαιολογούντα την καταγγελία της συμβάσεώς του, ότι η καταγγελία ήταν το µόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέτρο για την προστασία των συμφερόντων της και δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ενόψει της πολλαπλότητας και βαρύτητας της παραπάνω συμπεριφοράς του και τέλος ότι η καταγγελία αυτή επέφερε τη λύση της συμβάσεως, στη συνέχεια δε εξαφάνισε την 1418/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 281, 288, 361 και 653 ΑΚ, 5 του ν. 2112/1920, 7 του ν. 3198/1955 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, διέλαβε δε στην απόφασή του και την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία. Τούτο δε, διότι τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, συνιστούν κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο για την αναιρεσίβλητη λόγο προς καταγγελία της συνδεούσης αυτήν με τον αναιρεσείοντα εργασιακής συμβάσεως, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και στην οποία (καταγγελία) είχε δικαίωμα να προβεί, παρά και την προβλεπόμενη, από τον, κατά το αναιρετήριο, έχοντα ισχύ νόμου, κανονισμό της, πειθαρχική διαδικασία, το δε ληφθέν από αυτήν μέτρο, δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα και ανελέγκτως δεκτή γενομένη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατά την εκπλήρωση των από την εργασιακή σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεών του. Επομένως, οι δεύτερος, (κατά το πρώτο μέρος του), και πέμπτος (κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του), από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του τον Κανονισμό Πιστοδοτήσεων της αναιρεσίβλητης τις γενικές και ειδικές οδηγίες της Κεντρικής Υπηρεσίας της και τις εγκυκλίους που εκδίδονται από αυτήν, δίχως την επίκληση και προσαγωγή των, διότι τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν αποδεικτικά έγγραφα, με την έννοια της παραπάνω διάταξης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1β και γ', 256 παρ. 1 περ. δ' και 666 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, ήτοι αυτούς που εισάγονται στη δίκη υπό μορφή ενστάσεως ή αντενστάσεως, προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (αρθρ. 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης ..." συνάγεται, ότι ο εφεσίβλητος παραδεκτώς προτείνει, ως υπεράσπισή του κατά της εφέσεως, και ισχυρισμούς, που δεν πρότεινε ή πρότεινε απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν μεταβάλλουν την βάση της αγωγής. Έτσι, μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του, στο εφετείο, για πρώτη φορά, και τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του και στη συνέχεια δέχθηκε, ως βάσιμο, τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος λύθηκε με καταγγελία για σπουδαίο λόγο, δίχως την προφορική επίκλησή του από αυτήν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και την καταχώρησή του στα πρακτικά. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και των, από 21-4-2005 και 20-11-2007, αντίστοιχα, προτάσεων της αναιρεσίβλητης, οι τελευταίες (προτάσεις) κατατέθηκαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και ο ισχυρισμός, περί λύσεως της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο, περιέχεται στις προτάσεις αυτές, όμως δεν προκύπτει ότι έγινε προφορική ανάπτυξή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του. Επομένως, η ένσταση αυτή της εναγομένης - αναιρεσίβλητης δεν είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να θεωρείται νόμιμος και η επαναφορά αυτής ενώπιον του Εφετείου. Όμως, με τις προτάσεις της, που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της, από 20-10-2005 εφέσεως του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, ως μη νόμιμη, η εναγομένη -εφεσίβλητη ισχυρίσθηκε, προς απόκρουση της εφέσεως και διατήρηση της πρωτοδίκου αποφάσεως, ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας, λύθηκε για σπουδαίο λόγο, για τη θεμελίωση δε αυτού επικαλέστηκε τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, πράγματι, σπουδαίο λόγο, για την καταγγελία της σύμβασης. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος προτάθηκε από την εναγομένη τότε εφεσίβλητη, προς απόκρουση της, κατ' αυτής εφέσεως, συνιστά, κατά την διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, παραδεκτή προβολή της παραπάνω ενστάσεως, ενώπιον του Εφετείου, έστω και αν δεν είχε προταθεί, νομίμως, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος και κατ' ουσία βάσιμος δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, ο παραπάνω, περί του αντιθέτου, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ανάμεσα στα οποία, το από 16 Αυγούστου 2001 πόρισμα, το οποίο συνέταξε ο Α. Λ., η από 22 Ιουλίου 2002 έκθεση του Α. Λ., το από 9-12-2003 απολογητικό υπόμνημα των Κ. Κ. και Λ. Μ., το από 2-12-2003 απολογητικό υπόμνημα των Ι. Σ. και Σ. Τ., το από 9-12-2003 απολογητικό υπόμνημα του Ν. Σ., η από 1-12-2003 απολογία του Ι. Γ., το από 28-3-2002 απολογητικό υπόμνημα του Δ. Κ., το από 9-12-2003 απολογητικό υπόμνημα του Ν. Π., η από 3-12-2003 απολογία του Π. Κ., η από 4-12-2003 απολογία του Ν. Σ., η 4334/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, η 199/21-10-2000 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, η ένορκη κατάθεση του Θ. Π. και το από 11-7-2002 σημείωμά του, η εμπιστευτική επιστολή 23/10-7-2000, το 60/9-12-1999 εμπιστευτικό έγγραφο, η 32/4-5-1998 εμπιστευτική επιστολή και το από 31-10-2003 σημείωμα του επιθεωρητή Α. Λ.. Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος (κατά το δεύτερο μέρος του, αληθώς από τον παρακάτω αριθμό), λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 9-9-2009, αίτηση αναιρέσεως κατά της 957/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα, να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών, δεν αφαιρεί από αυτόν το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας. Ο εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του, στο εφετείο, για πρώτη φορά, και τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο. Για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων. | null | null | 0 |
Αριθμός 1614/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ζ. του Α., υπαλλήλου του ΥΠΕΞ, υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδας στη Μόσχα (Ρωσία), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3151/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8111/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9-2-2004 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1281/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 8111/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 6011/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 20-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθ. 4 §1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα καθιερώνει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 3/2006). Περαιτέρω, με το άρθ. 6 §1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (αρθ. 28 §1 του Συντάγματος) ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...", ενώ με το αρθ. 1 του Πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και έχει την αυτή κατ' αρθ. 28 §1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάζεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το αρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 6/2007). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αρθ. 6 §1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, και του αρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, που να δικαιολογούν την σχετική ρύθμιση. Εξάλλου, κατά το αρθ. 90 §3 ν. 2362/1995 η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες, κάθε είδους, απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ με το αρθ. 91 εδ. α' του ιδίου νόμου ορίζεται, ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του ν. 2362/1995 σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, η οποία (παραγραφή) είναι σε κάθε περίπτωση διετής για τις ως άνω αξιώσεις, έστω και αν αυτές βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του αρθ. 91 εδ. α' του ως άνω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου της παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την περιεχόμενη στο αρθ. 91 εδ. α' ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το αρθ. 250 αριθ. 6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων καθώς και από τον οριζόμενο στο αρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Εξάλλου, με την καθιέρωση της διετούς αυτής παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων του Δημοσίου έναντι αυτού σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, ως προς την διάρκεια της ισχύουσας έναντι των ιδιωτικών υπαλλήλων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι αυτού σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους. Κατά συνέπεια η διάταξη αυτή του άρθ. 90 §3 ν. 2362/1995 (που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις προαναφερθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου) δεν αντίκειται στην κατ' αρθ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009, ως προς την διάταξη του αρθ. 48 §3 ν.δ. 496/1974 που προβλέπει διετή επίσης παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων ΝΠΔΔ κατ' αυτών). Περαιτέρω, η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται: (Α) Στην προαναφερομένη διάταξη του αρθ. 6 §1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, καθόσον η καθιερουμένη ως άνω βραχυπρόθεσμη παραγραφή ουδόλως εμποδίζει τους διαδίκους να παρουσιάσουν, μέσα στα πλαίσια του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος, όλους τους ισχυρισμούς που θεωρούν πρόσφορους για την υποστήριξη των απόψεων και των συμφερόντων τους, ούτε συνεπάγεται στέρηση ή αποκλεισμό δικονομικών δικαιωμάτων (βλ. και απόφαση του ΕΔΔΑ της 25-6-2009 στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος). (Β) Στις διατάξεις του αρθ. 1 του Πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την απόσβεση ή κατάργησή τους διά της αναδρομικής ισχύος νόμου) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους. Άλλωστε, από την προαναφερθείσα διάταξη της §2 του αρθ. 1 του ως άνω Πρωτοκόλλου που ορίζει ότι "Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του αρθ. 48 §3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει διετή επίσης παραγραφή για αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών). (Γ) Στις διατάξεις του Συντάγματος, αρθ. 2 §1 που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του προσώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, και αρθ. 25 §1, το οποίο αφορά την προστασία από το Κράτος των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και τους θεμιτούς περιορισμούς τους με σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας, διότι η καθιέρωση της ως άνω βραχυπρόθεσμης παραγραφής έγινε για την προστασία του προαναφερομένου γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και ουδόλως συνιστά, βέβαια, παραβίαση της αρχής της προστασίας του ατόμου και της αναλογικότητας. (Δ) Στις διατάξεις της ΕΣΔΑ, αρθ. 13 που ορίζει ότι "παν πρόσωπον, του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των", καθόσον η θέσπιση της παραγραφής αυτής ουδόλως αποκλείει, παρεμποδίζει ή περιορίζει την προσφυγή ενώπιον των εθνικών και δη δικαστικών αρχών, με την οποία δεν έχει σχέση, και αρθ. 14, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία, άλλωστε, ουδεμία έχει σχέση. (Ε) Στις διατάξεις του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (1) αρθ. 2 §3 α και β που ορίζει (κατά τρόπο ουσιαστικά όμοιο με το αρθ. 13 της ΕΣΔΑ) ότι τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγγυώνται ότι (α) κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο Σύμφωνο αυτό παραβιασθούν, θα έχει στην διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και εάν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους, και (β) η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους θ' αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και να προωθήσουν την δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, καθόσον οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα κράτη την υποχρέωση να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ότι η αρμόδια και δη δικαστική αρχή θ' αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν απαγορεύουν, όμως, στα κράτη να θέτουν διατάξεις για παραγραφή και δη βραχυπρόθεσμη με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον, οι οποίες δεν αναιρούν την ύπαρξη σχετικής πρόσφορης προσφυγής και δεν αποκλείουν ούτε παρεμποδίζουν την δυνατότητα άσκησής της στην αρμόδια δικαστική αρχή για την προστασία των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος, ούτε, βέβαια, την τελευταία ν' αποφανθεί επ' αυτής (2) αρθ. 14, το οποίο επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος αρθ. 6 §1 της ΕΣΔΑ και αφορά κυρίως, όπως και εκείνο την εξασφάλιση δίκαιης δίκης από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο κλπ. και για τους πιο πάνω αναφερομένους λόγους, ειδικότερα δε διότι η διάταξη αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα και ν' αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο κατά τον ίδιο τρόπο, επί ομοίων περιπτώσεων, αλλά δεν απαγορεύει την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, εφόσον μάλιστα η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται και επιβάλλεται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και (3) αρθ. 26, το οποίο ορίζει, κατά τρόπο παρόμοιο με το αρθ. 14 της ΕΣΔΑ, ότι όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου, καθώς και ότι ως προς το ζήτημα αυτό ο νόμος πρέπει ν' απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης, διότι η διετής αυτή παραγραφή (α) θεσπίσθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους δημοσίου συμφέροντος (β) ισχύει και εφαρμόζεται αδιακρίτως και χωρίς εξαιρέσεις ως προς όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου που έχουν παρόμοιες αξιώσεις και (γ) ουδεμία σχέση έχει με τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, ούτε βασίζεται σε αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων ενάγων, ο οποίος υπηρετούσε ως υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών στην αλλοδαπή, δικαιούται το επίδομα τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για το χρονικό διάστημα από 1-3-1996 μέχρι 31-12-1999 το οποίο και επιδίκασε σ' αυτόν, απέρριψε όμως την αγωγή του για τις αξιώσεις του από την ίδια αιτία για το χρονικό διάστημα από 1-3-1994 έως 31-12-1996 γιατί αυτές είχαν υποπέσει στην διετή παραγραφή των άρθρων 91 παρ. 1 του Ν.Δ. 321/1969 και 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, αφού κατά την άσκηση της αγωγής είχε παρέλθει διετία και πλέον από το τέλος του οικονομικού έτους που γεννήθηκαν οι εν λόγω αξιώσεις του. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ορθά έκρινε ότι ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του αρθ. 90 §3 ν. 2362/1995, την οποία και εφάρμοσε, και ότι αυτή δεν αντίκειται στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 4 §1, 2 §1, 25 §1 του Συντάγματος, 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής που κυρώθηκαν με το ν.δ 53/1974, 2 §3 α' και β', 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων Πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 23/04). Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία, να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26.6/10.7.1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητά του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς αυτές του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, αλλά ούτε και προς τα άρθρα 14 παρ. 1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκδηλώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του (Ολ.ΑΠ 3/2006). Επομένως, οι, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον δέχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 23.422 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής και όχι από τη γένεση των εν λόγω αξιώσεων του, καθώς και όχι αντί του νόμιμου επιτοκίου υπερημερίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 του Ν. 876/1979 και στις κατ' εξουσιοδότηση αυτής, εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2010 αίτηση του Γ. Ζ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6011/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Παραγραφή αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κρίση ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ η ρύθμιση με βάση την οποία θεσπίζεται διετής, βραχυπρόθεσμη εν σχέσει με τις λοιπές παραγραφές, για τις απαιτήσεις οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Τόκος υπερημερίας του Δημοσίου. Η ρύθμιση με βάση την οποία ο τόκος υπερημερίας ανέρχεται σε ποσοστό 6% από την επίδοση της αγωγής είναι νόμιμη και δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Απορρίπτει αίτηση. | null | null | 0 |
Αριθμός 1619/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΩΝ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ" (ΚΕΘΙ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κώτσο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2) Κ. Γ. - Μ. και 3) Θ. Ζ. του Δ., 2. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Τσαμολιά, η οποία δήλωσε ότι ανακαλεί την από 30-9-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις υπέρ αυτών προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετες παρεμβάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2024/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 20-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3 4 και 5 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο: α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου. β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμίαν. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: 1) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και 2) η σύμβαση έργου ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλ. ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο. Εξάλλου, η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στα άρθρα, 9 ν. 1232/1982, 9 παρ. 6 ν. 1256/1982, 51 πα. 1 ν. 1892/1990, μεταξύ των οποίων και το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ., γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 ν. 1649/1986, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 18 ν. 1868/1989, οι δε προσλήψεις που γίνονται μετά την 10.10.89, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ν. 1868/1989, χωρίς τη διατύπωση αυτή είναι άκυρες. Εξαίρεση όμως ισχύει για τους νομικούς συμβούλους, δηλ. τους δικηγόρους, οι οποίοι, άσχετα από τον τίτλο που κατέχουν και το χαρακτηρισμό που τους δόθηκε κατά την πρόσληψή τους ή και μεταγενέστερα, δεν ασχολούνται κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τον εντολέα τους, με τη δικαστική εκπροσώπηση και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονται αποκλειστικά στην παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων σ` αυτόν και τα όργανά του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους, για τους οποίους δεν ισχύει η παραπάνω διαδικασία προσλήψεώς τους. Στις περιπτώσεις αυτές επομένως οι δικηγόροι μπορούν να προσλαμβάνονται χωρίς τις παραπάνω διατυπώσεις (ΑΠ 229/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία Κέντρο Ερευνών για θέματα Ισότητας (Κ.Ε.Θ.Ι.) ιδρύθηκε το 1994 με τη διάταξη του άρθρο 5 του νόμου 1835/1989 όπως αντικαταστάθηκε συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν 2266/1994 και 26 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 και 8 του Ν 3094/2003 και λειτουργεί με έδρα την Αθήνα και παραρτήματα στη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, το Βόλο και το Ηράκλειο υπό την εποπτεία και χρηματοδότηση της Γενικής Γραμματείας Ισότητας του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Κατά τον ιδρυτικό νόμο του Κ.Ε.Θ.Ι., όπως ισχύει σήμερα με τις τροποποιήσεις και αντικαταστάσεις, βασικός σκοπός του είναι "η διεξαγωγή επιστημονικών μελετών και ερευνών για θέματα ισότητας των φύλων, καθώς και η προαγωγή της ισότητας ευκαιριών στην απασχόληση και την οικονομική ανάπτυξη με το σχεδιασμό, την εφαρμογή, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση γενικά προγραμμάτων συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης, ιδίως για γυναίκες και γενικά τη διάδοση και εφαρμογή της πολιτικής ισότητας ευκαιριών και για τα δύο φύλλα". Στα πλαίσια του άνω σκοπού το Κ.Ε.Θ.Ι. μεταξύ των άλλων προσχώρησε από την ίδρυσή του στη δημιουργία Κέντρου Πληροφόρησης και Συμβουλευτικής Γυναικών, την οποία στελέχωσε άμεσα με εξειδικευμένο προσωπικό από ψυχολόγους, κοινωνιολόγους κοινωνικούς λειτουργούς και δικηγόρους. Το τμήμα Νομικής Συμβουλευτικής στελεχώνονταν από δικηγόρους, που παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε καθημερινή βάση και με καθορισμένο ωράριο. Προϋπόθεση για την πρόσληψή τους ήταν η κατοχή αδείας ασκήσεως επαγγέλματος και πραγματική δικηγορική εμπειρία τουλάχιστον ενός έτους σε θέματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου (ενδεικτικά: ασφαλιστικά μέτρα μετοίκησης, προσωρινής επιμέλειας και διατροφής, διαζύγιο, διαθήκες κ.λ.π.) εργατικού δικαίου (ενδεικτικά: συμβάσεις, μισθοί, ΣΣΕ, ασφαλιστικά θέματα, προστασία μητρότητας κ.λ.π.) ποινικού δικαίου (ενδεικτικά: ενδοοικογενειακή βία, σεξουαλική παρενόχληση, κακοποίηση κλπ), διοικητικού δικαίου (ενδεικτικά: διαδικασία νομιμοποίησης οικονομικών μεταναστριών και προσφύγων, ενστάσεις, προσφυγές, επιδόματα Κοινωνικής Πρόνοιας κλπ) καθώς και σε θέματα ισότητας των δύο φύλων. Το αναιρεσείον ενόψει του επιδιωκόμενου από αυτό κοινωφελούς και δημόσιου σκοπού και της στενής και άμεσης σχέσης και εξάρτησής του από τη κεντρική κρατική διοίκηση, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με δημόσιο χαρακτήρα και εμπίπτει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετήθηκε με την παρ. 6 του άρθρο 1 του Ν. 1256/1982, όπως ισχύει σήμερα. Η πρώτη και η δεύτερη αναιρεσίβλητες είναι δικηγόροι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ο τρίτος αναιρεσίβλητος είναι δικηγόρος εγγεγραμμένος στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά. Αυτοί με τις ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις μισθώσεως έργου ορισμένου χρόνου που συνήψαν με το αναιρεσείον κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως το έτος 2004 στα πλαίσια των κατωτέρω επιδοτουμένων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγραμμάτων παρείχαν σ' αυτό τις νομικές υπηρεσίες τους. Ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα Φ. Μ.: 1) δυνάμει της από 24-2-2000 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε εγγράφως με το εναγόμενο, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της συμβούλου για τις γυναίκες που ανήκουν σε πληθυσμιακές ομάδες κοινωνικού αποκλεισμού, στα πλαίσια του επιδοτούμενου προγράμματος "Καταπολέμηση Αποκλεισμού από την αγορά εργασίας". Ως αμοιβή του έργου συμφωνήθηκε το ποσό των 7.310.000 δραχμών συνολικά. Η συμφωνηθείσα διάρκεια ήταν από 1-3-2000 έως την 31-7-2001. 2) Δυνάμει της από 3-9-2001 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου, που συνήψε με το αναιρεσείον εγγράφως, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της παροχής πληροφόρησης και συμβουλευτικής σε άνεργες γυναίκες στα πλαίσια του επιδοτούμενου προγράμματος "Δράσεις πληροφόρησης και συμβουλευτικής γυναικών για την απασχόληση και την κοινωνική ένταξη". Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό του 1.720.000 δραχμών και η συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου ήταν από 3-9-2001 μέχρι την 31-12-2001. 3) Δυνάμει της από 30-12-2001 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου, που συνήψε με το εναγόμενο εγγράφως, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της ερευνήτριας στη μελέτη "Αποτύπωση και ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών και δημογραφικών χαρακτηριστικών της σύγχρονης Ελληνίδας και χωρικές διαφοροποιήσεις τους το πορτραίτο της σύγχρονης Ελληνίδας". Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο στο ποσό των 600 ευρώ συνολικά και η συμφωνηθείσα διάρκεια ήταν από 1-1-2002 έως 28-2-2002.4) Δυνάμει της από 4-3-2002 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου, που συνήψε με το αναιρεσεόν εγγράφως, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της συμβούλου απασχόλησης και κοινωνικής ένταξης στα πλαίσια του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Γ' Κ.Π.Σ.) και του επιδοτούμενου Προγράμματος "Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση του Υπουργείου Εργασίας". Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο στο ποσό των 13.487 ευρώ συνολικά και η συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου ήταν από 4-3 -2002 μέχρι την 31-12-2002 και με το από 23-12-2002 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό παρετάθη η διάρκεια του έργου μέχρι 31-3-2003 με πρόσθετη αμοιβή 6.221,56 ευρώ 5) Δυνάμει της από 7-5-2003 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της συμβούλου πληροφόρησης για νομικά θέματα του "Κέντρου Εξυπηρέτησης και Πληροφόρησης Γυναικών", το οποίο λειτουργεί στο αναιρεσείον στα πλαίσια του επιδοτούμενου προγράμματος "Πολιτεία" του Υπουργείου Εσωτερικών. Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 6.221,56 ευρώ και η συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου μέχρι την 31-8-2003. 7) Δυνάμει της από 1-9~2003 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο εγγράφως, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της συμβούλου για θέματα που αφορούν την απασχόληση στα πλαίσια του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Γ' Κ.Π.Σ.) και του επιδοτούμενου προγράμματος "Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση του συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου μέχρι την 31-12- 2003. 7) Παράλληλα δυνάμει της από 1-9-2003 (δεύτερης) σύμβασης του έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο, ανέλαβε το έργο της συμβούλου πληροφόρησης στα πλαίσια του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και του επιδοτούμενου προγράμματος "ΠΟΛΙΤΕΙΑ" του Υπουργείου Εσωτερικών. Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 1.694 ευρώ και η συμφωνηθείσα διάρκεια της συμβάσεως ήταν από 1-9- 2003 μέχρι την 31-12-2003. 8) Δυνάμει της από 2-1- 2004 συμβάσεως έργου, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της συμβούλου για θέματα που αφορούν την απασχόληση στα πλαίσια του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και του επιδοτούμενου προγράμματος "ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ του Υπουργείου Εργασίας". Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 20.196 ευρώ και η συμφωνηθείσα διάρκεια της συμβάσεως από 2-1-2004 μέχρι την 31-12-2004.
Περαιτέρω, η δεύτερη ενάγουσα Κ. Γ. - Μ.: 1) Δυνάμει της από 1-10-2001 σύμβασης έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της παροχής πληροφόρησης και συμβουλευτικής σε άνεργες γυναίκες, στα πλαίσια του επιδοτούμενου προγράμματος "Δράσεις πληροφόρησης και συμβουλευτικής γυναικών για την απασχόληση και την κοινωνική ένταξη". Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 600.000 δραχμών και η συμφωνηθείσα χρονική διάρκεια μέχρι την 31-12- 2001. 2) Δυνάμει της από 30-12-2001 συμβάσεως, έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της ερευνήτριας στη μελέτη "Αποτύπωση και ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών και δημογραφικών χαρακτηριστικών της - σύγχρονης Ελληνίδας και χωρικές διαφοροποιήσεις τους - το πορτραίτο της σύγχρονης Ελληνίδας". Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 600 ευρώ και η συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου από 1-1-2002 έως 28-2-200. 3) Δυνάμει της από 4-3-2002 σύμβασης έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της συμβούλου απασχόλησης και κοινωνικής ένταξης, στα πλαίσια του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και του επιδοτούμενου προγράμματος "Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση του Υπουργείου Εργασίας". Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 8.556 ευρώ και η συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου μέχρι την 31-12-2002. Δυνάμει του από 23-12- 2002 τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού παρατάθηκε η διάρκεια του έργου έως την 31-3-2003. 4) Δυνάμει της από 7-5-2003 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου, που συνήψε με το εναγόμενο εγγράφως ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της συμβούλου πληροφόρησης στα πλαίσια του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και του επιδοτούμενου προγράμματος "ΠΟΛΙΤΕΙΑ" του Υπουργείου Εσωτερικών. Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 3.052,08 ευρώ και η συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου μέχρι την 31-8- 2003. 5) Δυνάμει της από 1-9-2003 σύμβασης έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο εγγράφως, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της συμβούλου πληροφόρησης για νομικά θέματα του "Κέντρου Εξυπηρέτησης και Πληροφόρησης Γυναικών", το οποίο λειτουργεί στο Κ.Ε.Θ.Ι. στα πλαίσια του προγράμματος "Πολιτεία" του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο στο ποσό των 1.722 ευρώ συνολικά και η συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου μέχρι την 31-12-2003. 6) Δυνάμει της από 2-1-2004 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου, που συνήψε με το εναγόμενο εγγράφως, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της συμβούλου για θέματα που αφορούν την απασχόληση στα πλαίσια του Υπουργείου Εσωτερικών. Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 14.856 ευρώ και η συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου μέχρι την 31-12- 2004.
Τέλος, ο τρίτος ενάγων Θ. Ζ.: 1) Δυνάμει της από 1-10-2001 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου, που συνήψε εγγράφως με το εναγόμενο, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο του συμβούλου απασχόλησης και κοινωνικής ένταξης σε άνεργες γυναίκες, στα πλαίσια του επιδοτούμενου προγράμματος "Δράσεις πληροφόρησης και συμβουλευτικής γυναικών για την απασχόληση και την κοινωνική ένταξη". Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 600.000 δραχμών και η συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου μέχρι την 31-12-2001. 2) Δυνάμει της από 30-12-2001 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο εγγράφως, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο του ερευνητή στη μελέτη "Αποτύπωση και ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών και δημογραφικών χαρακτηριστικών της σύγχρονης Ελληνίδας και χωρικές διαφοροποιήσεις τους. Το πορτραίτο της σύγχρονης Ελληνίδας". Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 600 ευρώ και η συμφωνηθείσα χρονική διάρκεια μέχρι την 28-202002. 3) Δυνάμει της από 4-3-2002 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο εγγράφως ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο του Συμβούλου απασχόλησης και κοινωνικής ένταξης, στα πλαίσια του επιδοτούμενου προγράμματος "Απασχόληση. και Επαγγελματική Κατάρτιση του Υπουργείου Εργασίας". Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 12.340 ευρώ και η συμφωνηθείσα χρονική διάρκεια μέχρι την 31-12- 2002. Δυνάμει του από 23-12-2003 τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού, παρατάθηκε η διάρκεια του έργου έως την 31-3-2003. 4) Δυνάμει της από 7-5-2003 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε εγγράφως με το εναγόμενο, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο του συμβούλου πληροφόρησης για νομικά θέματα του "Κέντρου Εξυπηρέτησης και Πληροφόρησης Γυναικών" στα πλαίσια του προγράμματος "ΠΟΛΙΤΕΙΑ" του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 4.343,36 ευρώ, η συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου μέχρι την 31-8-2003. 5) Δυνάμει της από 1-9-2003 συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο του συμβούλου πληροφόρησης για νομικά θέματα του "Κέντρου Εξυπηρέτησης και Πληροφόρησης Γυναικών" το οποίο λειτουργεί στο Κ.Ε.Θ.Ι., στα πλαίσια του επιδοτούμενου προγράμματος "ΠΟΛΙΤΕΙΑ" του Υπουργείου. Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 1.369 ευρώ. Η καταβολή της ως άνω συμφωνηθείσας αμοιβής τελεί υπό την αίρεση της ομαλής ροής της χρηματοδότησης του προγράμματος. Η συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου ήταν έως 31-12-2003. 6) Δυνάμει της από 1-9-2003 (δεύτερης) συμβάσεως έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο, ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο του συμβούλου για νομικά θέματα που αφορούν την απασχόληση, στα πλαίσια επιδοτούμενου προγράμματος "ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ" του Υπουργείου Εργασίας. Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 4.602,87 ευρώ και η χρονική διάρκεια έως την 31-12-2003. 7) Δυνάμει της από 2-1-2004 σύμβασης έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο του συμβούλου για νομικά θέματα που αφορούν την απασχόληση, στα πλαίσια του επιδοτούμενου προγράμματος "Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση του Υπουργείου Εργασίας". Η συμφωνηθείσα αμοιβή του έργου ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 14.088 ευρώ και η συμφωνηθείσα χρονική διάρκεια έως την 31-12-2004. Μετά τις 31-12-2004 δεν καταρτίσθηκαν άλλες συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον. Σε όλο το διάστημα από 2000 έως το 2004, οι αναιρεσίβλητοι στα πλαίσια επιδοτούμενων προγραμμάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προσέφεραν στο αναιρεσείον τις νομικές υπηρεσίες τους με την παροχή για λογαριασμό του νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων στις γυναίκες, που προσήρχοντο σ' αυτό και δεν ασχολούνταν καθόλου με τη δικαστική εκπροσώπηση του και το χειρισμό των δικαστικών υποθέσεων του. Αυτοί εισέπραξαν τη συμφωνηθείσα αμοιβή, που καταβαλλόταν υπό τη μορφή μηνιαίων αποδοχών, για τις οποίες εκδίδονταν αποδείξεις πληρωμής. Κατά την πρόσληψη των αναιρεσιβλήτων απαιτείτο μεν η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και η πραγματική δικηγορική εμπειρία τουλάχιστον ενός έτους σε θέματα οικογενειακού δικαίου, ισότητας φύλων κλπ, αλλά για την πρόσληψη δεν τηρήθηκε η διαδικασία (προκήρυξη κ.λ.π.) που ορίζεται με το άρθρο 11 του ν. 1649/86, όμως οι αναιρεσίβλητοι ασχολήθηκαν μόνο με την παροχή νομικών συμβουλών σε γυναίκες που προσέρχονταν στο αναιρεσείον και δεν ασχολήθηκαν καθόλου με τη δικαστική εκπροσώπηση του και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού, που δεν επιτρεπόταν άλλωστε και είχε αναληφθεί από άλλους. Επομένως οι συμβάσεις έργου, που συνήψαν οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι με το εναγόμενο-αναιρεσείον, θεωρούνται ως συμβάσεις έμμισθης δικηγορικής εντολής αορίστου χρόνου, για τις οποίες δεν απαιτείτο η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 18 του ν. 1868/1989 και μάλιστα δεδομένου ότι είχαν όλες παρεμφερές αντικείμενο (νομική συμβουλευτική) και συνήφθηκαν διαδοχικώς για τον κάθε ενάγοντα, πρέπει να θεωρηθούν ως ενιαία σύμβαση δικηγορικής εντολής για τον καθένα από αυτούς. Εφόσον το εναγόμενο χωρίς καταγγελία των συμβάσεων αυτών και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων, κατέστη υπερήμερο και οφείλει τις νόμιμες αποδοχές που οφείλονται ακόμη και σε περίπτωση άκυρης έμμισθης δικηγορικής αμοιβής. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη μετά από παραδοχή της έφεσης που είχαν ασκήσει κατ' αυτής οι αναιρεσίβλητοι δέχτηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 3, 4 και 5 και 94 του Κώδικα περί δικηγόρων καθώς και το άρθρο 11 παρ. 1 και 2 του ν. 1649/1986, αφού σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, οι αναιρεσίβλητοι προσελήφθησαν και απασχολήθηκαν στο αναιρεσείον ως νομικοί σύμβουλοι, απασχολήθηκαν δε αποκλειστικά για την παροχή νομικών συμβουλών σε θέματα οικογενειακού, εργατικού, ποινικού και διοικητικού δικαίου για θέματα που αφορούσαν τις γυναίκες που προσήρχοντο στο αναιρεσείον για την επίλυση θεμάτων τους, καθώς και για την παροχή γνωμοδοτήσεων σε σχέση με τα θέματα αυτά και ως εκ τούτου οι συμβάσεις τους φέρουν το χαρακτήρα της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων στην κρινόμενη υπόθεση και ως εκ τούτου οι, δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του και ο τρίτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως καθώς και με το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του εναγομένου αναιρεσείοντος περί ακυρότητας των συμβάσεων έμμισθης εντολής των αναιρεσιβήτων, γιατί δεν είχε προηγηθεί η εγκυρότητα της διαδικασίας προσλήψεως και β) ότι η όποια παροχή των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων δεν έγινε προς το Κ.Ε.Θ.Ι. και τα όργανα αυτού, αλλά αφορούσε υπηρεσίες προς τρίτους στα πλαίσια συγκεκριμένων επιδοτούμενων προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων διεθνών οργανισμών. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν, ο μεν πρώτος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από τις ως άνω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας των συμβάσεων εντολής λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης από το άρθρο 18 του ν. 1868/1989 διαδικασίας, ερευνήθηκε από το Εφετείο και απορρίφθηκε, ο δε δεύτερος ως απαράδεκτος αφού η προβαλλόμενη με αυτόν ως άνω αιτίαση δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2010 αίτηση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΩΝ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ" (ΚΕΘΙ), για αναίρεση της 2024/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Η σύμβαση έργου και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, επειδή αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχολήσεως του δικηγόρου, εάν συναφθούν, θεωρούνται εξ υπαρχής ως συμβάσεις εμμίσθου δικηγορικής εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο. Η πρόσληψη εμμίσθων δικηγόρων από νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από τα άρθρα 1 ν. 1232/1982, 1 παρ. 6 ν. 1256/1982 και 51 παρ. 1 ν. 1892/1990, γίνεται με επιλογή, μετά από προκήρυξη, κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 ν. 1649/1986. Συνεπώς, οι προσλήψεις εμμίσθων δικηγόρων και ν.π. του δημοσίου τομέα, οι οποίες γίνονται χωρίς την ανωτέρω διατύπωση, είναι άκυρες. Εξαιρούνται οι προσλήψεις εμμίσθων δικηγόρων - νομικών συμβούλων, οι οποίοι, ανεξαρτήτως του τίτλου που κατέχουν και το χαρακτηρισμό που τους δόθηκε αρχικώς ή και μεταγενεστέρως, δεν ασχολούνται, κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους έναντι του εντολέως τους, με τη δικαστική εκπροσώπηση και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονται αποκλειστικώς στην παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων σε αυτόν και τα όργανά του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους, για τους οποίους δεν ισχύει η ανωτέρω διαδικασία προσλήψεώς τους. Περιστατικά. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως εκ της ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1, 19 και 8. Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση. | null | null | 0 |
Αριθμός 1620/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ζ. του Α., υπαλλήλου του ΥΠΕΞ, υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδας στη Μόσχα (Ρωσία), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3151/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8111/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο τότε αναιρεσείων (ήδη αναιρεσίβλητος) με την από 9-2-2004 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1281/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 8111/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 6011/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-9-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 20-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α` του ίδιου νόμου "επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α` του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 91 εδ.', και επομένως κατισχύει αυτής (Ολ.ΑΠ 29/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι "οι αναφερόμενες στο χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 16-2-1997 αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου που αφορούν προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη (επίδομα τέκνου) δεν έχουν υποπέσει στην κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού διετή παραγραφή, αφού η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη (άρθρο 91 εδ. α` του ν. 2362/1995), εν προκειμένω δε από την 31/12/1997 (άρθρο 241 παρ. 1, 243 παρ. 3 του ΑΚ), μη συμπληρωθείσα μέχρι την κατά την επίδοση της ένδικης αγωγής στις 16-2-1999 στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο", και επιδίκασε σ' αυτόν τις εν λόγω αξιώσεις. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, εφόσον υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους (1997), μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι προαναφερόμενες ένδικες αξιώσεις, και όχι, όπως θα έπρεπε, από το χρόνο της γενέσεώς τους, από τον οποίο χρόνο και μέχρι την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος επίδοση της ένδικης αγωγής (16-2-1999), είχε ήδη συμπληρωθεί διετία και ως εκ τούτου είχαν ήδη παραγραφεί οι αξιώσεις αυτές. Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Με την παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998 (άρθρ. 150 §1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ` όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων". Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β`/31-3- 1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.1256/1982 και 3 παρ. 8 του 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επί πλέον στο κεφάλαιο Γ` αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι` αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παραγρ. Ε` και ΣΤ` της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι` αυτό λόγοι. Ακολούθως, με την ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ 2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γεν. Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του ν.419/1976. Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ` της Φ 083-58/1988 και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών. Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Με την τελευταία αυτή ΚΥΑ καθορίστηκε στην παρ. Γ` ότι : "Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως, εκτός του αρχαιοτέρου εκ των Συμβούλων Πρεσβείας ή του μοναδικού που υπηρετεί σε Πρεσβεία ή Μόνιμη Αντιπροσωπεία, του οποίου το ποσοστό αυξάνεται κατά 30%, αποκλειομένων από τη ρύθμιση αυτή των τυχόν λαμβανόντων επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ανωτέρας βαθμίδας. Στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 §§ 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 §§ 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α. ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του. Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 § 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 § 5 του ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσει το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρ. 43 § 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες (ΑΠ 319/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής ο αναιρεσίβλητος ο οποίος υπηρετούσε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-1-1999 δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ως κλητήρας στην Πρεσβεία της Μόσχας, ζητούσε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει ως προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη (επίδομα τέκνου) τα αναφερόμενα ποσά τα οποία ορθώς υπολόγιζε σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, για ολόκληρο το ως άνω χρονικό διάστημα, δηλαδή και μετά την ισχύ του ν. 2594/1998 (24-3-1998), με βάση το ύψος του ποσού του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής που ορίζονταν από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις που αφορούσαν τους υπηρετούντες με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου υπαλλήλους του ΥΠΕΞ. Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή ως προς το ως άνω κεφάλαιο αυτής ήταν νόμιμη και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τα αιτούμενα ποσά και για το χρονικό διάστημα από 24-3-1998 μέχρι 31-1-1999, ορθά ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Και τούτο γιατί όπως ήδη αναφέρθηκε σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών όπως ο αναιρεσείων, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την απόρριψη της ένστασης παραγραφής για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 16-2-1997 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 6011/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά την αναφερόμενη στο αιτιολογικό έκταση.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των εκατό πενήντα (150) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Η παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι διετής ακόμα και για αυτές που στηρίζονται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Έναρξη της παραγραφής αυτής. Επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο Εξωτερικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Προϋποθέσεις χορηγήσεως προσαυξήσεως του εν λόγω επιδόματος με το επίδομα οικογενειακών βαρών μετά την ισχύ του ν. 2594/1998. Αναιρεί εν μέρει. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1603/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ροϊνιώτη, περί αναιρέσεως της 368/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Μ. του Π., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 514/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 224§2 του ΠΚ με τη σ' αυτό ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για ψευδορκία μάρτυρα, αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση η αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών. Τέλος, κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται, στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 368/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων για ψευδορκία μάρτυρα σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Στο Ναύπλιο στις 23.6.2003 ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ναυπλίου Ευανθίας Αερίδου, κατόπιν αιτήσεως του Χ. Μ. και Π. Μ. και συνετάγη η υπ' αριθμ. 157/2003 ένορκη βεβαίωση της ανωτέρω Ειρηνοδίκου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο σε κατ' έφεση δίκη κατέθεσε ψευδώς ότι "Από ιδία αντίληψη γνωρίζω ότι όλα τα επίδικα ανήκαν στον Π. Μ. που πέθανε το ...... και μέχρι του θανάτου του νεμόταν όλα τα επίδικα. Όταν πέθανε, γιατί τ' άλλα του παιδιά Χ. και Α. δεν αναμείχθηκαν στην κληρονομιά αυτή περιήλθε στο γιό του Δ. ο οποίος συνέχισε να τα νέμεται. Επέβλεπε τα επίδικα και τα προστάτευε από κάθε επέμβαση τρίτου, όσο χρόνο βρισκόταν στην Ελλάδα. Επίσης γνωρίζω ότι με τον Π. Μ. είχε ανοίξει δίκη με την οποία συμβιβάστηκε". Όλα τ' ανωτέρω ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους του, ενώ η αλήθεια ήταν ότι όσα κατάθεσε ο κατηγορούμενος δεν ήταν δυνατόν να ήταν προϊόν ιδίας αντιλήψεως εφόσον ο κατηγορούμενος γεννήθηκε το ... και τα γεγονότα αφορούσαν τον προ της γεννήσεως του χρόνο, ότι τα κτήματα τα οποία αναφέρονται στην επίδικη κατάθεση του κατηγορουμένου δεν τα νεμόταν ο Π. Μ., αλλά τα κατείχε ως νομέας από το 1920 ο Ι. Μ., με κληρονομική διαδοχή συνέχισε τη νομή ο Π. Μ. μέχρι το έτος ... που απεβίωσε, ο δε Δ. Μ. είχε φύγει από την Ελλάδα για την Αμερική το 1913 όταν ήταν επτά ετών. Επέστρεψε το 1972 και απεβίωσε στην Αμερική το ..., και το αναφερόμενο από τον κατηγορούμενο ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού δεν ήταν έγκυρο. Ας σημειωθεί ότι και ο κατηγορούμενος σε σχετικό τοπογραφικό αναφέρει ότι συνορεύει με τον Π. Κ., ομολογώντας την αλήθεια των ανωτέρω.
Συνεπώς και επειδή ο κατηγορούμενος γνώριζε τ' αληθή ως άνω περιστατικά και παρά ταύτα κατέθεσε ψευδώς όταν εξετάστηκε ως μάρτυρας στο Ναύπλιο στις 27.6.2003 ενώπιον της Ειρηνοδίκου, θα πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος όπως στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27§1, 224§2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθενται τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται το ψεύδος της κατάθεσής του είναι αβάσιμη, διότι από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όλα αναιξερέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς (του κατηγορουμένου εκπροσωπουμένου δια συνηγόρου μη απολογηθέντος) προκύπτουν σαφώς τα αποδεικτικά αυτά μέσα στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα την αιτιολογίας, μνεία από ποια εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πλήρως αιτιολογεί ποια ήταν τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο κατηγορούμενος εν γνώσει της αναληθείας τους με την αναφορά.... "ενώ η αλήθεια ήταν ότι όσα κατέθεσε ο κατηγορούμενος δεν ήταν δυνατόν να είναι προϊόν ιδίας αντιλήψεως εφόσον ο κατηγορούμενος γεννήθηκε το ... και τα γεγονότα αφορούσαν τον προ της γεννήσεώς του χρόνο, ότι τα κτήματα τα οποία αναφέρονται στην επίδικη κατάθεση του κατηγορουμένου δεν τα νεμόταν ο Π. Μ.....", για δε την γνώση του δεν απαιτείτο παράθεση άλλων σχετικών περιστατικών αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αληθή πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνονται σε προσωπική αντίληψη του ίδιου του κατηγορουμένου. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510§21 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 224 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Απριλίου 2011 αίτηση του Ι. Κ. του Π., περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 362/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. | null | null | 1 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1597/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Φ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 50-54/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ά. Κ. του Χ., κάτοικο ..., η οποία δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 475/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 4-5-2011 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γιαννιτσών Β. Θ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 1/11/2011, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη με αρ. εκθ. 2/29-3-2011 αίτησή του. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 2/29-3-2011 αίτηση του Φ. Μ. του Κ. περί αναιρέσεως της 50, 51, 52, 53, 54/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης . Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
Αριθμός 1596/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου B.-B. J. M. L. του A. S., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 190/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον B. N. του L..
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 437/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 11 Απριλίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του υπαλλήλου του Καταστήματος Κρατήσεως Κέρκυρας Χ. Λ. σε συνδυασμό με το με αριθ.πρωτ.2221/2011 διαβιβαστικό έγγραφο του ως άνω Καταστήματος Κρατήσεως, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλήν όμως δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2011, αίτηση του B.-B. J. M. L. για αναίρεση της 190/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 2 |
Αριθμός 1595/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Η., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 490, 491, 510, 511/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Μ. του Β., κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 425/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 29 Σεπτεμβρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά Γ. Ι. ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-10-2010 αίτηση του Κ. Σ. του Η. για αναίρεση της 490, 491, 510,511/2010 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1593/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Η. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μεσσαριτάκη, περί αναιρέσεως της 187-188/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 412/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε, ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, οπότε και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1Β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ.1 του άρθρου 20, του Ν. 3904/23-12-2010, "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας". Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "το δικαστήριο, πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δέκα πέντε το πολύ ημέρες ....". Η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της δίκης απόκειται μεν στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα γιατί, διαφορετικά, προκαλείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και ιδρύεται ο προαναφερθείς (από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα) λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, από την σαφή διατύπωση της ως άνω διάταξης προκύπτει, ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο δέχεται την ύπαρξη "σημαντικών αιτίων", η παραδοχή αυτή δεν συνεπάγεται αναγκαίως και υποχρεωτικώς την αναβολή της δίκης, αλλά παρέχεται στο δικαστήριο η εναλλακτική ευχέρεια και δυνατότητα της διακοπής της δίκης μέχρι την άρση του σημαντικού αιτίου, το οποίο δυσχεραίνει ή παρεμποδίζει την πρόοδο της δίκης, μετά από στάθμιση του είδους, της φύσης και της διάρκειας του σημαντικού αυτού αιτίου. Η επιλογή της λύσης της διακοπής της δίκης, για την οποία δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, αντί του αιτήματος αναβολής, δεν σημαίνει την μη αποδοχή των περιστατικών που προβάλλονται ως συνιστώντα το σημαντικό αίτιο αναβολής, αφού, όπως προαναφέρθηκε, και η δυνατότητα της διακοπής της δίκης ή της συνεδρίασης, αντί της αναβολής, προβλέπεται ακριβώς σε περίπτωση συνδρομής σημαντικών αιτίων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης, 187-188/2011, απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, ο αναιρεσείων παραστάθηκε αυτοπροσώπως, υπέβαλε ενστάσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν και στη συνέχεια, ζήτησε την αναβολή της δίκης λόγω αποχής του συνηγόρου του Απ. Φίλη (άρθρο 349 ΚΠΔ). Η Πρόεδρος, μετά την απορριπτική πρόταση του Εισαγγελέα επί του ως άνω αιτήματος, συνέστησε στον κατηγορούμενο να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του, και να διακοπεί η υπόθεση για την επομένη ημέρα, 9-2-2011. Ο κατηγορούμενος, ενημέρωσε το δικαστήριο ότι ο συνήγορός του, δεν μπορούσε να εμφανισθεί την επομένη, 9-2-9011, γιατί είχε άλλο δικαστήριο στην Αθήνα. Την επομένη ημέρα, μετά τη διακοπή της δίκης, το δικαστήριο συνεδρίασε και προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως. Από όλα όσα αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι το δικαστήριο, εκτιμώντας ως σημαντικό αίτιο, το λόγο που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος, για αναβολή της δίκης, προέκρινε, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα και με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τη διακοπή της δίκης, προς αντιμετώπιση του σχετικού σημαντικού αιτίου. Τη σχετική κρίση του για διακοπή της δίκης, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει, κατά τα εκτεθέντα, πολλώ μάλλον, αφού το αίτημα του κατηγορουμένου, να μην διακοπεί η δίκη για την επομένη ημέρα, ήταν παντελώς αόριστο, αφού δεν προσδιοριζόταν σε ποιο δικαστήριο των Αθηνών θα παρίστατο ο συνήγορός του και για ποια υπόθεση, ώστε να κριθεί αν δικαιολογείτο η διακοπή σε άλλη δικάσιμο. Επομένως, δεν χώρισε έλλειψη ακροάσεως του αναιρεσείοντος, αφού το δικαστήριο απάντησε στο αίτημα του για αναβολή και ο σχετικός, 10ος, από το άρθρο 510 παρ.1Β' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ, "αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ` αυτή διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει, να συντρέχουν, α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, ή την κηρύσσει απαράδεκτη β) ταυτότητα προσώπων και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, περί υπάρξεως δεδικασμένου, που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του Κ.ΠΔ και αν δεν έχει προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατ` άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Π.Δ. (πρβλ. Ολ. Α.Π. 7/2002, Α.Π. 279/2010 αντίθ. ΑΠ 268/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, ο κατηγορούμενος δεν πρόβαλε τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου, που κατ` αυτόν προέκυπτε από τη με αριθμό 1164,1168,1169/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάστηκε για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου, που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ.1 του ΚΠΔ, μη προταθείς στο Δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη. Στην κρινόμενη περίπτωση, ελλείπει το βασικό στοιχείο της ταυτότητας της πράξεως, στις δύο περιπτώσεις, επί των οποίων έκριναν η παραπάνω, με αριθμό 1164, 1168, 1169/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, (συκοφαντική δυσφήμηση η πρώτη και ψευδορκία και ψευδής καταμήνυση η δεύτερη), με αποτέλεσμα, να μη συντρέχει περίπτωση υπάρξεως δεδικασμένου, εκ του άρθρου 57 ΚΠΔ, αφού το δεδικασμένο που επήλθε για την πράξη της συκοφαντική δυσφήμησης, δεν καταλαμβάνει και τις πράξεις της ψευδορκίας και ψευδούς καταμήνυσης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και ο συναφής λόγος αναιρέσεως, που περιέχεται στον 1ο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 ιδίου κώδικος, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά την διάταξη του άρθρου 170 παρ.2 στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του εζήτησε να ασκήσει δικαίωμα, που ρητά του παρέχεται υπό του νόμου και το δικαστήριο του αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση. Τοιούτο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 349 του ΚΠΔ, υποβάλει αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να προσκομίσει έγγραφα. Η παραδοχή ή μη τοιούτου αιτήματος του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, κατά τρόπο ορισμένο υποβληθέντος, με αναφορά των στοιχείων που το θεμελιώνουν, εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο οφείλει να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, εάν το δικαστήριο του αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο κατηγορούμενος και νυν αναιρεσείων, δεν ζήτησε από τον διευθύνοντα την συζήτηση την άδεια να υποβάλει κάποιο αίτημα, ισχυρισμό ή ένσταση που αφορούσαν το αντικείμενο της ποινικής δίκης, ότι αυτός του το αρνήθηκε και ότι κατόπιν αυτού προσέφυγε στο δικαστήριο, το οποίο δεν του επέτρεψε την άσκηση του δικαιώματός του αυτού, ή δεν απήντησε καθόλου. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα να προσκομισθούν τα αναγνωσθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφα καθώς και αίτημα αναβολής της δίκης μέχρι να προσκομιστούν αυτά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' λόγος αναιρέσεως (4ος) λόγω ελλείψεως ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ, διότι το δικαστήριο αρνήθηκε την άσκηση των άνω δικαιωμάτων του, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 141 και 142 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι στα πρακτικά της ποινικής δίκης καταχωρούνται, εκτός άλλων, και οι δηλώσεις, προτάσεις, ενστάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, επομένως και οι ισχυρισμοί τους και τα πρακτικά της δίκης, αποδεικνύουν όλα όσα καταχωρούνται σε αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις του διευθύνοντος τη συζήτηση, μέχρι να προσβληθούν για πλαστότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, επικαλείται και τα εξής: α) ότι στα πρακτικά, επιλεκτικά, δεν αναφέρονται οι λόγοι τους οποίους αυτός επικαλέστηκε και για τους οποίους ζήτησε να δηλώσουν αποχή από την άσκηση των καθηκόντων τους, η Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας (2ος λόγος αναιρέσεως), β) ότι καίτοι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, αποφάνθηκε ότι ορθώς απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής που αυτός είχε υποβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εν τούτοις στα πρακτικά του, (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου), δεν έχει καταχωρηθεί η σχετική ένστασή του και οι λόγοι που θεμελίωναν αυτήν, αλλοιουμένων των πρακτικών (7ος λόγος αναιρέσεως), γ) ότι το δικαστήριο αποφάνθηκε, ότι ορθά απορρίφθηκε με τη με αριθμό 2571/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, η υποβληθείσα αίτηση εξαίρεσης, χωρίς να υπάρχουν στη δικογραφία η εν λόγω απόφαση και τα πρακτικά, χωρίς να γίνεται αναφορά στα πρακτικά των λόγων που αυτός επικαλέστηκε για τη στοιχειοθέτηση της ως άνω ένστασής του, δημιουργώντας σοβαρή αλλοίωση αυτών( 8ος λόγος αναίρεσης), δ) ότι το δικαστήριο απέρριψε την ένστασή του περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω κακής σύνθεσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να γίνεται αναφορά στα πρακτικά, λόγω αλλοίωσης αυτών, των λόγων που αυτός επικαλέστηκε για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ένστασής του όπως κατάθεση μηνυτήριας αναφοράς κ.λ.π. (9ος λόγος), ε) ότι εμφανίζονται ως αναγνωστέα τα με αριθμούς 1 έως 68 έγγραφα, ενώ αυτά δεν αναγνώστηκαν και δεν υπήρχαν στη δικογραφία, αφού είχαν χαθεί (12ος λόγος αναιρέσεως), στ) ότι στις 9-2-2011, δεύτερη ημέρα της διαδικασίας, υπέβαλε ένσταση ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος, χωρίς να καταχωρηθούν στα πρακτικά οι λόγοι που επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασης, αλλοιουμένων των πρακτικών (11ος λόγος αναιρέσεως), ζ) ότι εμφανίζονται ως αναγνωστέα 101 έγγραφα, ενώ αυτά δεν αναγνώστηκαν και δεν υπήρχαν στη δικογραφία αφού είχαν χαθεί (13ος λόγος αναιρέσεως). Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, αφού τα πρακτικά συνεδριάσεως απεικονίζουν τις δηλώσεις και τα αιτήματα, όπως φαίνεται ότι έγιναν και αφού δεν έγινε διόρθωση αυτών, ούτε προσβλήθηκαν αυτά, ως πλαστά, έπεται ότι οι ως άνω προβαλλόμενοι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κατηγορουμένου για ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ακρόασης από τη μη απάντηση του δικαστηρίου στους υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του, τα αιτήματα και τις ενστάσεις του, ανεξάρτητα από την αοριστία τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 143 του Κ.Π.Δ: "1. Σε περίπτωση που υπάρχει ειδικός στενογράφος γραμματέας τηρούνται στενογραφημένα πρακτικά ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή ενός από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα. Η σχετική αίτηση μπορεί να υποβληθεί ακόμη και όσο διαρκεί η αποδεικτική διαδικασία στο δικαστήριο, που αποφαίνεται αμέσως και αμετακλήτως. Αν το δικαστήριο δεχτεί την αίτηση, καθορίζει το ποσό της δαπάνης, που πρέπει να καταβληθεί αμέσως στο γραμματέα του δικαστηρίου από το διάδικο που υπέβαλε την αίτηση. Με έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να μετακληθεί για ορισμένη δίκη στενογράφος γραμματέας από άλλο δικαστήριο".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για να δημιουργηθεί ακυρότητα της διαδικασίας, από τη μη τήρηση στενογραφημένων πρακτικών, πρέπει να υπάρχει στενογράφος υπάλληλος, να ζητήθηκε η τήρηση αυτών από τον κατηγορούμενο, να αρνήθηκε ο διευθύνων τη συζήτηση, να προσέφυγε ο κατηγορούμενος στο δικαστήριο και αυτό να μην απάντησε ή να απάντησε αναιτιολόγητα. Κατ` ακολουθία, ο 3ος λόγος αναιρέσεως, ότι κατά παράβαση του άρθρου 143 Κ.Π.Δ. απορρίφθηκε το υποβληθέν στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, αίτημα, για στενογράφηση των πρακτικών της δίκης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι υπήρχε στο Εφετείο Ναυπλίου ειδικός στενογράφος γραμματέας. Άλλωστε και το δικαστήριο, αιτιολογημένα, για τον ως άνω λόγο, (ελλείψει ειδικού στενογράφου γραμματέα), απέρριψε το εν λόγω αίτημα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 του ΚΠΔ, "όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα, διήλθε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσης, με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης, προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναίρεσης που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση, είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον 5ο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ακυρότητα της πρωτόδικης με αριθμό 2271, 2431, 2576/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου γιατί τον καταδίκασε στηριζόμενο σε κατάθεση μόνο του συγκ/νου του, κατά παράβαση του άρθρου 211Α του Κ.Π.Δ. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ως απαράδεκτος, αφού πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση. Για τον ίδιο λόγο, είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που περιέχονται στον ως άνω, 1ο λόγο αναίρεσης, κατά τις οποίες το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου κατά τη συνεδρίαση της 16-6-2010, χρησιμοποίησε, κατά παράβαση των δικονομικών κανόνων, την ένορκη κατάθεσή του ως μάρτυρα στη με αριθμό 2273/2010 απόφαση, ως απολογία του στις με αριθμό 2575 και 2576 αποφάσεις. Επειδή, κατά το αρθρ. 229 παρ.1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι` αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ` αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του καταμηνύσαντος ψευδώς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224§2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτόν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 187-188/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, που αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό της, εκτίθεται ότι, από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα, από την ένορκη επ` ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, την ένορκη επ` ακροατηρίου κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης και από τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα εξής: "Όσα γεγονότα κατέθεσε την 13.1.2003 ο Ι. Γ. ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου αστυνομικού στο ΑΤ Λουτρακίου κρίθηκε αμετακλήτως ότι είναι αληθή με τις υπ' αριθ. 2273/1.6.2010, 2428/14.6.2010, και 2578/16.6.2010 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου (βλ. το υπ' αριθ. 4012/29.9.2010 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου περί αμετακλήτου).
Συνεπώς η υποβολή από τον κατηγορούμενο στις 4.3.3002 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου της ΑΒΜ Γ 03/44 μήνυσης σε βάρος του Ι. Γ. για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα ως και η ένορκη επιβεβαίωση του περιεχομένου της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου έλαβαν χώρα κατόπιν δολίας προαίρεσης δηλαδή κατατέθηκαν και επιβεβαιώθηκαν ενσυνειδήτως της αναληθείας τους από τον κατηγορούμενο τούτο, μάλιστα πέραν των άλλων αποδεικτικών μέσων, έγγραφα και κατάθεση του Γ., ενισχύεται από το περιεχόμενο της απολογίας του κατηγορουμένου, εμμένοντας με σταθερότητα στην δήθεν τελεσθείσα από τον Γ. ψευδορκία, όπερ καταδεικνύει ότι πληρούται η υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς καταμήνυσης". Περαιτέρω, στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής εκτίθενται τα εξής: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην Κόρινθο κατά τους κάτωθι χρόνους τέλεσε τα ακόλουθα αξιόποινα αδικήματα που τιμωρούνται κατά νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: Α) Εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ή ανέφερε γι' αυτόν ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτές και συγκεκριμένα στην Κόρινθο στις 4.3.2003 κατέθεσε ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου την από 1.3.2003 και υπό ΑΒΜ Γ03/44 μήνυση του κατά του νυν εγκαλούντος Ιωάννου Γ. του Γεωργίου δια της οποίας εν γνώσει της αναληθείας τους, ανέφερε περί του ως άνω μηνυτού τα εξής ψευδή γεγονότα, ότι δηλαδή ο εγκαλών κατέθεσε ψευδώς και εκ δόλου τα αναφερόμενα ενόρκως στην από 13.1.2003 κατάθεση του ενώπιον του ενεργούντος την αστυνομική προανάκριση ανακριτικού υπαλλήλου - αστυνομικού του Αστυνομικού τμήματος Λουτρακίου γεγονότα ήτοι ότι "ο κατηγορούμενος στις 25.8.2002 εγκατέλειψε το τροχόσπιτο του και μία σκηνή στο κάμπινγκ Ηραίου Περαχώρας, στο οποίο καθόταν χωρίς να με πληρώνει επί δυόμιση μήνες με την οικογένειά του, τα πεθερικά του και τον κουνιάδο του, χωρίς να μου πληρώνει τον λογαριασμό του κάμπινγκ... του έκανα εξώδικο στις 27 Αυγούστου για να πληρώσει το λογαριασμό και να πάρει το τροχόσπιτο του εντός τριών ημερών και όχι μόνο δεν ήλθε αλλά αναγκάστηκα να του κάνω ασφαλιστικά μέτρα στις 20.12.2002 τα οποία δεν εκδικάστηκαν διότι μεταξύ 16 έως 18 Δεκεμβρίου πήρε το τροχόσπιτο.... στις 2.1.2003 του υπέβαλα πάλι ασφαλιστικά μέτρα τα οποία εγνώριζε ο Παταγιάννης..." ενώ η αλήθεια είναι ότι ο κατηγορούμενος πράγματι διέμεινε στην εν λόγω κατασκήνωση (κάμπινγκ) ιδιοκτησίας του εγκαλούντος με την οικογένειά του, τα πεθερικά του και τον κουνιάδο του, ότι δεν επλήρωσε το λογαριασμό της κατασκήνωσης, ότι εγκατέλειψε το τροχόσπιτό του και μια σκηνή στον χώρο του και γι' αυτό του κοινοποιήθηκε από τον εγκαλούντα το από 26.8.2002 εξώδικο περί πληρωμής του λογαριασμού ενοικιάσεως χώρου του κάμπινγκ και περί λήψεως του τροχόσπιτου και της σκηνής από τον χώρο του κάμπινγκ, ότι όντως κατετέθηκαν από τον νυν εγκαλούντα τρεις αιτήσεις περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η πρώτη εξ αυτών η οποία εκδικαζόταν στις 20.12.2002, η δευτέρα η οποία κατετέθη στις 3.1.2003 και εκδικαζόταν στις 31.1.2003 και η τρίτη από 3.2.2003 η οποία εκδικαζόταν στις 21.3.2003 εφ' ής εξεδόθη η υπ' αριθμόν 355/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου. Τούτο δε έπραξε ο κατηγορούμενος με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του ως άνω εγκαλούντος για την ως άνω ψευδώς καταγγελλομένη πράξη, αφού ασκήθηκε σε αυτόν ποινική δίωξη για ψευδορκία, παραπεμπομένου τούτου για να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Β) Εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση και αναφερόμενος στον όρκο που είχε δώσει, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα ή απέκρυψε την αλήθεια και συγκεκριμένα στην Κόρινθο στις 4.3.2003 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Κορίνθου κατά την κατάθεση της από 1.3.2003 και υπό ΑΒΜ Γ 03/44 μήνυσή του κατά του νυν εγκαλούντος Ι.Γ. του Γ. κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας του όσα αναφέρονται και ιστορούνται αναλυτικώς στο υπό στοιχείο Α του παρόντος κατηγορητηρίου".
Με τις παραδοχές αυτές του σκεπτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται από το διατακτικό, το δικάσαν δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών στοιχείων των παραπάνω εγκλημάτων, της ψευδούς καταμηνύσεως, όσο και της ψευδορκίας μάρτυρα. Επίσης για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφορικά με τα αποδεικτικά μέσα δεν απαιτείτο να μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και τι προκύπτει από το καθένα από αυτά και ήταν αρκετή η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τούτων. Τέλος, από το αναφερόμενο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, "όσα γεγονότα κατέθεσε την 13-1-2003, ο Ι. Γ. ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου ... κρίθηκε αμετακλήτως ότι είναι αληθή", δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν από το Εφετείο, τα έγγραφα και η κατάθεση του μάρτυρα όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Επομένως, ο 15ος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως σε σχέση με την μη αναφορά των αληθινών και ψευδών περιστατικών και τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 321 παρ.1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία. Η έλλειψη των στοιχείων αυτών συνεπάγεται ακυρότητα, η οποία, αν δεν προταθεί από τον κατηγορούμενο, καλύπτεται (άρθρα 173 παρ.1, 174 ΚΠΔ), ενώ αν προταθεί και απορριφθεί, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 6ο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι εσφαλμένα η προσβαλλομένη απόφαση, απαντώντας επί της υποβληθείσας από μέρους του ένστασης, ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αναφέρει, ότι ή ένσταση αυτή, την οποία είχε υποβάλλει από τον πρώτο βαθμό, δεν επαναφέρεται παραδεκτά με λόγο εφέσεως, ενώ από την επισκόπηση του Εφετηρίου προκύπτει ότι περιλαμβάνεται ο λόγος αυτός (ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος), μεταξύ των λοιπών λόγων έφεσης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως προβαλλόμενος αλυσιτελώς, γιατί από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, καίτοι ανέφερε πράγματι, ότι απαράδεκτα προτάθηκε η εν λόγω ένσταση, αφού το Εφετήριο δεν περιείχε τέτοιο λόγο έφεσης, εν τούτοις την ερεύνησε, κατ` ουσία και με πλήρη αιτιολογία, αποφάνθηκε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε αυτήν, αφού δέχθηκε ότι στο κλητήριο θέσπισμα διαλαμβάνονται όλα τα από τον νόμο στοιχεία που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος (βλ. σελ.3 προσβαλλομένης απόφασης).
Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώστηκε και η με αριθμό 2273/2010 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και το πιστοποιητικό περί αμετακλήτου αυτής, έγγραφα τα οποία προσκόμισε ο μηνυτής Ι. Γ.. (βλ. σελ. 4 και 9 προσβαλλομένης απόφασης). Στην ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων δεν αντέλεξε κανένας παράγοντας της δίκης, συνεπώς και ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά. Επομένως, δεν δημιουργείται ακυρότητα από την ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων. Το Τριμελές, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις του κατηγορούμενου ότι αυθαίρετα και χωρίς να ερωτηθεί, λήφθηκαν υπόψη, προς στήριξη της περί ενοχής του, κρίσης του και κατά τα αναφερόμενα στην αίτησή του επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο 14ος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της αίτησης του παραπάνω αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τα παραπάνω, ανεξάρτητα από την αοριστία του ως άνω, λόγου αναιρέσεως, αφού δεν εξειδικεύεται το αναγνωσθέν έγγραφο, ήτοι, το ως άνω νούμερο και το έτος έκδοσης της προσκομισθείσας και αναγνωσθείσας απόφασης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-3- 2011 (με αριθμό πρωτ. 610/2011) αίτηση του Π. Η. του Ε. για αναίρεση της με αριθμό 187-188/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (Πλημμελημάτων). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης, για έλλειψη ακροάσεως, αφού το δικαστήριο προέκρινε αντί αναβολής, τη διακοπή της δίκης. Αν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα κρίθηκε και στους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσης, με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης που ασκήθηκε κατ’ αυτής και κάθε λόγος αναίρεσης που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος. Αίτημα για τήρηση στενογραφημένων πρακτικών. Απορρίπτει. Ένσταση δεδικασμένου, παραδεκτά προτείνεται το πρώτον με λόγο αναίρεσης. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1592/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Μιλτιάδη Ανρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Π., του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μεσσαριτάκη περί αναιρέσεως της 1164, 1168, 1169/2010 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 21 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους, που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 8/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αποριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι παρέχεται το δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή του αιτήματος αυτού απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, όταν απορρίπτει το αίτημα αναβολής, πρέπει, να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του. Διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, η δε στη συνέχεια εκδίκαση της υποθέσεως και καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως με τη μορφή της υπέρβασης εξουσίας. Έλλειψη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, που απορρίπτει το περί αναβολής αίτημα, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Το αίτηµα όμως για την αναβολή της δίκης, για να είναι υπόχρεο το δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την τυχόν απόρριψή του, πρέπει να υποβάλλεται µε σαφήνεια και να είναι ορισµένο. Η παράλειψη απάντησης του δικαστηρίου σε υποβληθέν ορισμένο και νόμιμο αίτηµα αναβολής, συνιστά έλλειψη ακρόασης, επαγόµενη ακυρότητα, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη καταδικαστική, για συκοφαντική δυσφήμηση, απόφαση 1164,1168,1169/2010 του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και από τα πρακτικά αυτής προκύπτουν τα εξής. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσείοντος, στην αρχή της διαδικασίας ο αυτοπροσώπως χωρίς συνήγορο παριστάμενος κατηγορούμενος, ζήτησε αναβολή της δίκης, λέγοντας κατά λέξη " θέλω αναβολή της δίκης, έχω δικαστική απόφαση που τον αθωώνει και τον καταδικάζει, αθωώθηκε αλλά ασκήθηκε έφεση από τον εισαγγελέα, έχω υποβάλει έφεση για την 2571/2010, η συγκεκριμένη απόφαση δεν υπάρχει, ζητώ να προσκομισθεί, έχω κάνει αίτηση να μου δοθεί η από 28-5-2010 υπηρεσία Κορίνθου για να διαπιστωθεί αν ο Μ. είχεν οριστεί από την πρόεδρο ή από μόνος του θέλησε να με δικάσει, ζητώ να προσκομισθούν οι υπ'αριθμ. 496/1987 και 450/1991 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου με κατηγορούμενο τον Ι. Γ. για να αποδείξω την αξιοπιστία του μάρτυρα ". Τα παραπάνω αιτήματα αναβολής απορρίφθηκαν από το δικαστήριο με την αιτιολογία " η προσκόμιση των αιτουμένων αποφάσεων δεν κρίνεται απαραίτητη από το δικαστήριο (βλ. σελ. 8 πρακτικών)". Όμως τα παραπάνω αιτήματα αναβολής υποβλήθηκαν κατά τρόπο αόριστο, αφού δεν προσδιόριζεν ο αιτών κατηγορούμενος ποίο θέμα αφορούσαν οι ζητούμενες αποφάσεις και τα έγγραφα και ποίο το περιεχόμενό τους και αν και πώς συνδέονται με τη σε βάρος του κατηγορουμένου εκδικαζόμενη κατηγορία, για να κρίνει το δικαστήριο αν ήταν συναφή με την εκδικαζόμενη υπόθεση και αν ήταν ουσιώδη και αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας και επομένως το δικαστήριο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν ήταν υπόχρεο να απαντήσει στα αόριστα αυτά αιτήματα και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, 1ος , 3ος, 4ος και 7ος, για έλλειψη ακροάσεως από τη μη απάντηση και τη μη αιτιολογημένη απόρριψη των αιτημάτων αναβολής, είναι απορριπτέοι.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "η απόφαση που δέχεται την εξαίρεση δεν προσβάλλεται µε ένδικο µέσο. Η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση µπορεί να προσβληθεί µε έφεση, αν και η οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης προσβάλλεται µε έφεση και µόνο ταυτόχρονα µε αυτή". Από το συνδυασµό των παραπάνω διατάξεων και εκείνων του άρθρου 504 ΚΠΔ, προκύπτει ότι κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθµίου δικαστηρίου, το οποίο κατά την εκδίκαση έφεσης απέρριψε αίτηση εξαιρέσεως µέλους της σύνθεσής του, δεν επιτρέπεται στους διαδίκους να ασκήσουν το ένδικο µέσο της αναιρέσεως και αν ακόµα η οριστική επί της κατηγορίας απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ή και αν ασκήθηκε κατ' αυτής αναίρεση.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το 2ο λόγο αναιρέσεώς του προβάλλει ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε υποβληθείσα υπ'αυτού στο ακροατήριο αίτηση εξαιρέσεως της προεδρεύουσας στο δικάζον την έφεσή του Τριμελές Εφετείο, αλλά σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όπου ο νόµος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο µέσο της αίτησης αναίρεσης επιτρέπεται µόνο κατά της απόφασης η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται µε έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθµίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισµένο έγκληµα πέρασε και από τους δύο βαθµούς ουσιαστικής κρίσης, µε το ένδικο µέσο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται µόνο η απόφαση του δευτεροβαθµίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωµατωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθµό, µετά την τυπική παραδοχή της έφεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναίρεσης που πλήττει την πρωτοβάθµια απόφαση είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον 5ο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ακυρότητα της πρωτόδικης 2272,2429,2575/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου για κακή σύνθεση του δικαστηρίου και ακυρότητα της διαδικασίας. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, κατά τα παραπάνω, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως πλήττων την πρωτόδικη απόφαση και ο 9ος πρόσθετος λόγος ότι "αναιτιολόγητα απορρίφθηκε αίτημα αναβολής της δίκης που υπέβαλε ο αναιρεσείων στις 16-10-2010 στην πρωτόδικη απόφαση λόγω αποχής του δικηγόρου του". Ομοίως για τον ίδιο παραπάνω λόγο και ο 4ος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, "ότι δεν προσκομίστηκε η από 28-5-2010 υπηρεσία της προεδρεύουσας του Πρωτοδικείου Κορίνθου, από το οποίο αποδεικνυόταν η κακή σύνθεση του δικαστηρίου", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αφορά κακή σύνθεση του πρωτόδικου δικαστηρίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 366 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούµενο να απολογηθεί για την κατηγορία που του αποδίδεται. Κατά την απολογία του ο κατηγορούµενος πρέπει να µη διακόπτεται, εκτός αν επιμένει να αποµακρύνεται από το θέµα, και να µην εµποδίζεται στην αφήγηση περιστατικών που αποκρούουν την κατηγορία". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, όταν ο απολογούμενος κατηγορούμενος δεν απομακρύνεται από το θέμα ή επαναλαμβάνει τα ίδια, η παραβίαση του δικαιώµατος απολογίας του κατηγορουµένου, με διακοπή αυτής, συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 του ΚΠΔ και θεµελιώνει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Ο διευθύνων δεν υποχρεούται από κάποια διάταξη νόμου να καταχωρεί στα πρακτικά τις υποβαλλόµενες ερωτήσεις, παρά µόνο τις διδόµενες απαντήσεις και δικαιούται να διακόπτει την απολογία του κατηγορουμένου αν απομακρύνεται από το θέμα και ομιλεί για άσχετα ζητήματα. Όμως, οι διάδικοι δικαιούνται να προσφύγουν σε ολόκληρο το δικαστήριο, κατά τα άρθρα 335 παρ.2 του ΚΠΔ, κατά των διατάξεων του διευθύνοντος κατά του τρόπου της υπό του διευθύνοντος υποβολής ερωτήσεων και εξέτασης του απολογούµενου κατηγορουµένου, κατά της απόρριψης ορισµένης ερωτήσεως, ως και του σκόπιµου ή νοµίµου κάποιων υποβαλλοµένων, ακόµα και υπό του διευθύνοντος, ερωτήσεων ή σε περίπτωση μη νόμιμης διακοπής της απολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μετά από μακράς διάρκειας απολογία, περίπου με καταχώρηση μίας και ημίσεος σελίδας, και ενώ ο κατηγορούμενος κατέθετε "έχουν πλαστογραφήσει την ημερομηνία κατάθεσης, θέλω να αποδείξω τις παρεμβάσεις της Ελληνικής δικαιοσύνης", η διευθύνουσα τη συζήτηση διέκοψε την απολογία του και κήρυξε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, σημειουμένου " διότι ο κατηγορούμενος λέει άλλα πράγματα", προφανώς εννοουμένου ότι καταθέτει και έχει απομακρυνθεί από το θέμα, όπως είχε δικαίωμα, κατά το άρθρο 334 παρ.1 του ΚΠΔ, ενώ από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι έχουν καταχωρηθεί οι απαντήσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, όχι δε και οι υποβαλλόμενες ερωτήσεις του κατηγορουμένου. Επομένως, οι 10ος και 21ος λόγοι αναιρέσεως ότι "διεκόπη η απολογία του από την πρόεδρο και δεν πήρε καμία απόφαση για την υποβολή της ένστασής του ", και ο συναφής 5ος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ότι "οι λόγοι αποδεικνύονται από τα πρόχειρα πρακτικά", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι κατά της διάταξης της διευθύνουσας περί διακοπής της απολογίας του, προσέφυγε σε ολόκληρο το δικαστήριο και αυτό δεν του απάντησε, τα δε πρακτικά της ποινικής δίκης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 141 και 142 του ΚΠΔ, αποδεικνύουν τα καταχωρούμενα σε αυτά, µέχρι να διορθωθούν ή να προσβληθούν για πλαστότητα και μόνο στην τελευταία αυτή διαδικασία μπορεί να χρησιμεύσουν τα πρόχειρα πρακτικά. Επίσης ο 9ος λόγος αναιρέσεως ότι δεν αναγράφονται στα πρακτικά οι ερωτήσεις του κατηγορουμένου προς τους μάρτυρες κατηγορίας, όπως ζήτησε, είναι κατά τα προαναφερθέντα απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν είναι υποχρεωτική η αναγραφή στα πρακτικά των υποβαλλομένων ερωτήσεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 374 παρ. 3 του ΚΠΔ ορίζεται ότι " η σειρά του εκθέµατος δεν µπορεί να αλλάξει παρά µόνο µε απόφαση του δικαστηρίου, που δηµοσιεύεται κατά την έναρξη της συνεδριάσεως και αφορά υπόθεση στην οποία όλοι οι διάδικοι είναι παρόντες. Μπορεί όµως, το δικαστήριο, µε απόφασή του και κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως, να µεταθέσει τη συζήτηση για ορισµένη υπόθεση σε επόµενο αριθµό της σειράς, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα για εξαιρετικούς λόγους". Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι την µετάθεση σειράς αποφασίζει το δικαστήριο, ήτοι αποφασίζει και τη µη µετάθεση και την απόρριψη σχετικού αιτήµατος κάποιου διαδίκου πάλιν το δικαστήριο, πλην όµως, αν αποφασίσει µόνος ο διευθύνων τη συζήτηση, ο βλαπτόµενος έχει δικαίωµα κατά το άρθρο 335 παρ.2 του ΚΠΔ να προσφύγει σε ολόκληρο το δικαστήριο, άλλως ουδεµία ακυρότητα επέρχεται. Επομένως, ο συναφής 24ος λόγος αναιρέσεως ότι άλλαξε η σειρά εκδίκασης της υποθέσεως του κατηγορουμένου χωρίς καμία απόφαση, εκδικάζοντας πρώτα τη με αριθ. πιν. 8 υπόθεση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ποίο αριθμό είχε η υπόθεσή του, ούτε ότι υπήρξεν απόφαση αλλαγής της σειράς, ούτε ότι μετά την απόρριψη σχετικού αιτήματός του από την διευθύνουσα τη συζήτηση, προσέφυγε για το ζήτημα αλλαγής της σειράς του εκθέματος σε ολόκληρο το δικαστήριο και αυτό δεν απάντησε ή απάντησε αναιτιολόγητα.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1164,1168,1169/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για συκοφαντική δυσφήμηση, το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών διατηρεί και εκμεταλλεύεται camping στη θέση ... του Δήμου ... .Περί το μήνα Ιούνιο του 2002 ο κατηγορούμενος συμφώνησε μαζί του να τοποθετήσει εκεί, για τις θερινές διακοπές το τροχόσπιτο του. Λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων όμως και κυρίως λόγω του επιθετικού χαρακτήρα του κατηγορούμενου, γρήγορα άρχισαν οι προστριβές μεταξύ τους, με αποτέλεσμα ο μεν κατηγορούμενος να προβαίνει σε σειρά καταγγελιών σε βάρος του εγκαλούντος προς τις αρμόδιες υπηρεσίες (ΕΟΤ, ΣΔΟΕ, ΔΕΗ, Νομαρχία, Αστυνομία), οι οποίες προέβησαν σε σειρά ελέγχων σε σχέση με τη λειτουργία της παραπάνω επιχειρήσεως (βλ. ενδεικτικά τα υπ'αρ. 23 έως 30 αναγνωστέα έγγραφα), η επιχείρηση του εγκαλούντος να υφίσταται ζημία λόγω φυγής πελατών εξαιτίας των εντάσεων που δημιουργούντο, ο δε εγκαλών να απαιτεί από τον κατηγορούμενο να απομακρύνει το τροχόσπιτο του. Ο τελευταίος ωστόσο ηρνείτο να το απομακρύνει, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να ασκήσει την υπ' αρ. 593/2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου. Λίγες ημέρες όμως πριν την εκδίκαση της υποθέσεως, που είχε οριστεί για τις 20/12/2002. και συγκεκριμένα σε μια από τις ημέρες μεταξύ 16 έως 18/12/2002 και κατά τις βραδινές ώρες ο κατηγορούμενος, έχοντας προφανώς ως σκοπό να καταστήσει τη συζήτηση της αιτήσεως ως "άνευ αντικειμένου" (και ως εκ τούτου απορριπτέα), αλλά και να ξεκινήοει μια νέου είδους ποινική αντιπαράθεση με τον εγκαλούντα (με την απόδοση σ' αυτόν της ατιμωτικής πράξης της κλοπής), απομάκρυνε το τροχόσπιτο του από το camping του εγκαλούντος, ισχυριζόμενος ότι αυτός του το έκλεψε, αν και βέβαια κανένα λόγο δεν είχε ο εγκαλών, ώστε να πράξει κάτι τέτοιο, αφού, ύστερα από έριδες και φιλονικίες 5 περίπου μηνών, η υπόθεση του έβαινε προς εκδίκαση και λόγω της φύσεως της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων ανεμένετο σύντομη έκδοση εκτελεστής αποφάσεως (και πάντως πολύ πριν το κρίσιμο σημείο της ενάρξεως της νέας τουριστικής περιόδου), ενώ ούτε είχε κανένα λόγο να ιδιοποιηθεί παρανόμως το τροχόσπιτο του μηνυτού, τοποθετώντας το μάλιστα σε κοινή θέα, σε άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας του πλησίον του camping, όπου διατηρούσε ταβέρνα (δηλαδή σε πολυσύχναστη περιοχή). Παρών κατά τη στιγμή της απομάκρυνσης του τροχόσπιτου από τον μηνυτή ήταν ο μάρτυς Δ. Λ., ο οποίος με πειστικότητα κατέθεσε πως κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και κατά τις βραδινές ώρες και ενώ ο ίδιος ευρίσκετο στο camping στο δικό του τροχόσπιτο, ξύπνησε από το θόρυβο, που προκλήθηκε από την απομάκρυνση του τροχόσπιτου του κατηγορουμένου. Ανήσυχος τράβηξε την κουρτίνα για να δει τι συμβαίνει, καθησυχάστηκε πάντως διακρίνοντας τη χαρακτηριστική σιλουέτα του κατηγορούμενου, που του ήταν γνωστή από το προηγούμενο χρονικό διάστημα (εξάλλου λόγω της έντονης αντιδικίας του με τον ιδιοκτήτη ο μηνυτής είχε γίνει πλέον γνωστός στους θαμώνες του camping). Το γεγονός ότι ήταν χειμώνας και επομένως εποχή χωρίς έντονη τουριστική κίνηση δεν αναιρεί από μόνο του τη δυνατότητα παρουσίας του μάρτυρος στο χώρο του camping, διότι η περιοχή δεν απέχει μακριά χιλιομετρικά και χρονικά από τη μόνιμη κατοικία του στον ..., ο ίδιος ήταν ερασιτέχνης αλιεύς και μόνιμος πελάτης του camping με δικό του κλειδί εισόδου, ώστε να μπορεί να μεταβεί οποιαδήποτε εποχή του χρόνου τo επιθυμεί. Ακολούθως ο κατηγορούμενος στις 31-3-2003 στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της από 23-12-2002 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που είχε καταθέσει ο εγκαλών σε βάρος του με αίτημα τη ρύθμιση της κατάστασης και την απομάκρυνση του τροχόσπιτου από το camping, ισχυρίστηκε ψευδώς ότι ο εγκαλών του είχε κλέψει το τροχόσπιτο και το είχε τοποθετήσει σε άλλο ακίνητο που διατηρεί στην ίδια περιοχή με το camping. Είναι δε προφανές ότι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του παραπάνω γεγονότος που διέδωσε, αφού ο ίδιος απομάκρυνε το τροχόσπιτο από το κάμπινγκ του μηνυτή, ενώ προφανές είναι επίσης ότι το παραπάνω γεγονός (της κλοπής) που διέδωσε είναι ικανό να βλάψει τη τιμή και την υπόληψη του μέσου συνετού ανθρώπου, Ενδεικτικό δε είναι επίσης, σε σχέση με τις όλες ενέργειες του κατηγορουμένου, που ξεφεύγουν από τα όρια της δεδικαιολογημένης υπερασπίσεως των συμφερόντων του (όπως ο ίδιος διατείνεται) ότι και αργότερα ,όταν πλέον εκλήθη από την αστυνομία να παραλάβει το τροχόσπιτο του, με διάφορες προφάσεις που δεν αντέχουν στη βάσανο της κοινής λογικής (όπως ότι μέσα μπορεί να είχαν τοποθετηθεί ναρκωτικά από τον εγκαλούντα )ηρνείτο να το παραλάβει. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της κατηγορίας που του αποδίδεται ,κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 και 362, 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο περιέχει ίδιες σκέψεις σαφείς και ορισμένες και δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, παρατίθεται τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτού, με την έννοια της βεβαιότητας, για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία ισχυρίστηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Ειρηνοδικείου Κορίνθου ότι ο εγκαλών του έχει δήθεν κλέψει το τροχόσπιτο και ότι το ψευδές αυτό γεγονός μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, β) Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί, όπως αναφέρθηκε να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου και οι σχετικές αντίθετες αιτιάσεις ότι το δικαστήριο στηρίχθηκε μόνο σε συγκεκριμένα έγγραφα, απέρριψε την κατάθεση του μάρτυρος υπερασπίσεως, στηρίχθηκε στην κατάθεση του ενός μάρτυρος κατηγορίας, είναι απορριπτέες .
Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, 14ος, 15ος, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος, 20ος, 21ος, 22ος και 23ος του κυρίου δικογράφου και 6ος, 7ος και 10ος των προσθέτων λόγων, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής, αντιφατική και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η εκ μέρους του αναιρεσείοντος περαιτέρω αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας.
Ο 14ος λόγος αναιρέσεως ότι έπρεπε το δικαστήριο να εξετάσει τους μάρτυρες κατ'αντιπαράσταση λόγω αντιφάσεων προς τις πρωτόδικες καταθέσεις του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθεται ότι ζητήθηκε η εξέταση αυτή και το αίτημα απορρίφθηκε αναιτιολόγητα, η δε άρνηση του διευθύνοντος τη συζήτηση να προβεί σε κατ' αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων, όταν ζητείται, κατά τα άρθρα 335 παρ.2, 357 παρ.4 και 225 παρ.1 του ΚΠΔ, αντιµετωπίζεται µε προσφυγή στο Δικαστήριο και δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε ιδρύει, κατά της αποφάσεως που εκδίδεται ακολούθως, κανένα από τους περιοριστικά αναφερόµενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 142Α του ΚΠΔ, που προστέθηκε µε το άρθρο 9 ν. 3346/2005: "1. Ενώπιον των δικαστηρίων που εκδικάζουν κακουργήµατα, µπορεί να εφαρµοστεί και το σύστηµα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων µε φωνοληψία. 2. Η φωνοληπτική τήρηση των πρακτικών γίνεται από τον Γραµµατέα του Δικαστηρίου και υπό τις οδηγίες του Δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση µε µαγνητοφώνηση και αποµαγνητοφώνηση ή άλλες τεχνικές φωνοληψίας που διενεργούνται µε τη χρήση κατάλληλων µηχανικών µέσων και, εφόσον παρίσταται αναγκαίο, µε τη συνδροµή βοηθητικού προσωπικού. 3. Οι υλικοί φορείς του ήχου όπως ψηφιακοί δίσκοι και κασέτες παράγονται, µε την ενσωµάτωση του ήχου, σε ένα πρωτότυπο το οποίο φυλάσσεται στο αρχείο του δικαστηρίου για τη διασφάλιση της δυνατότητας επαλήθευσης προς το αποµαγνητοφωνηµένο ή µε άλλες τεχνικές εκτυπωµένο κείµενο και σε ένα κυρωµένο αντίτυπο, το οποίο χρησιµοποιείται για την εργασία της αποµαγνητοφώνησης και εκτύπωσης. 4. Η µηχανική εγγραφή (φωνοληψία) κατά τη διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου αποτελεί για τις ανάγκες του άρθρου 142 παρ. 1 τα πρόχειρα πρακτικά. 5. Το αποµαγνητοφωνηµένο ή µε άλλες τεχνικές εκτυπωµένο κείµενο υπογράφεται από το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση και από τον γραµµατέα, τίθεται στη δικογραφία και συνιστά το κατά την έννοια του άρθρου 142 παρ. 2 κείµενο των πρακτικών", κατά δε το άρθρο 143 του ΚΠΔ, ορίζεται: "1. Σε περίπτωση που υπάρχει ειδικός στενογράφος γραµµατέας τηρούνται στενογραφηµένα πρακτικά ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή ενός από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα. Η σχετική αίτηση µπορεί να υποβληθεί ακόµη και όσο διαρκεί η αποδεικτική διαδικασία στο δικαστήριο, που αποφαίνεται αµέσως και αµετακλήτως. Αν το δικαστήριο δεχτεί την αίτηση, καθορίζει το ποσό της δαπάνης, που πρέπει να καταβληθεί αµέσως στο γραµµατέα του δικαστηρίου από το διάδικο που υπέβαλε την αίτηση. Με έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης µπορεί να µετακληθεί για ορισµένη δίκη στενογράφος γραµµατέας από άλλο δικαστήριο".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η πρώτη διάταξη για μαγνητοφώνηση των πρακτικών τέθηκε για τη διασφάλιση της ακριβούς απόδοσης των συµβαινόντων στο ακροατήριο µιας ποινικής για κακούργηµα µόνο δίκης, ώστε να ελέγχεται καλύτερα η απόφαση από τα ανώτερα δικαστήρια και όχι σε δίκες που αφορούν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πλημμελήματα. Επίσης από τη δεύτερη διάταξη τήρησης στενογραφημένων πρακτικών, προκύπτει ότι για να δημιουργηθεί ακυρότητα της διαδικασίας αν δεν τηρηθούν στενογραφημένα πρακτικά, πρέπει να υπάρχει στενογράφος υπάλληλος, να ζητήθηκε η τήρηση αυτών από τον κατηγορούμενο, να αρνήθηκε ο διευθύνων τη συζήτηση, να προσέφυγεν ο κατηγορούμενος σε ολόκληρο το δικαστήριο και αυτό να μην απάντησε ή να απάντησε αναιτιολόγητα. Επομένως οι 6ος και 8ος αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως ότι κατά παράβαση του άρθρου 143 ΚΠΔ απορρίφθηκε υποβληθέν στο ακροατήριο αίτημα του αναιρεσείοντος για μαγνητοφώνηση και στενογράφηση των πρακτικών της δίκης και για παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της δίκης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι υπήρχεν στο Εφετείο Ναυπλίου ειδικός στενογράφος γραμματέας, στη δε άρνηση της διευθύνουσας να ικανοποιήσει το υποβληθέν αίτημά του, αυτός προσέφυγε σε ολόκληρο το δικαστήριο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 141 και 142 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι στα πρακτικά της ποινικής δίκης καταχωρούνται, εκτός άλλων, και οι δηλώσεις, προτάσεις, ενστάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, εποµένως και οι ισχυρισµοί τους και τα πρακτικά της δίκης, αποδεικνύουν όλα όσα καταχωρούνται σε αυτά, µεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις του διευθύνοντος τη συζήτηση, µέχρι να προσβληθούν για πλαστότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται, και τα εξής: ότι ανέγραψαν στην απόφαση αναληθώς ότι του υπέβαλαν σχετικές ερωτήσεις μετά από την κήρυξη λήξης της διαδικασίας ( 11ος λόγος αναιρέσεως), ότι δεν αναγράφεται σε κανένα σημείο ανάπτυξη της κατηγορίας και πού στηρίχτηκε ο εισαγγελέας για να ζητήσει την ενοχή του ( 12ος λόγος αναιρέσεως), ότι υπάρχουν σαφέστατες αλλοιώσεις και αφαιρέσεις αναφερομένων στοιχείων από την απολογία του και από την αντίκρουση της πρότασης του εισαγγελέα (13ος λόγος αναιρέσεως), ότι ζήτησε να αναγνωσθεί και να γραφτεί η από 26-5-2003 κατάθεση του Ι. Γ. και δεν καταγράφηκε στα πρακτικά (1ος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως), ότι αφαιρέθηκε η ανάγνωση της αίτησης εξαίρεσης της προεδρεύουσας (2ος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως), ότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά η προσκόμιση και ανάγνωση της 2571/2010 απόφασης του αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου (3ος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως), ότι χρησιμοποίησαν τη δοθείσα ένορκη κατάθεσή του στο πρωτόδικο δικαστήριο ως απολογία και την απολογία του Ι. Γ. στην 2578/2010 πρωτόδικη απόφαση ως ένορκη κατάθεση στην εξεταζομένη αναίρεση ( 8ος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού τα πρακτικά συνεδριάσεως απεικονίζουν τις δηλώσεις, όπως φαίνεται ότι έγιναν και αφού δεν έγινε διόρθωση αυτών, ούτε προσεβλήθησαν αυτά ως πλαστά, έπεται ότι οι ως άνω και οι λοιποί προβαλλόµενοι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κατηγορουµένου, κύριοι και πρόσθετοι, για ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη δημοσιότητας και παραβίαση δεδικασμένου αόριστα, για παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων αόριστα και για έλλειψη ακρόασης, από τη µη απάντηση του Δικαστηρίου στους υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισµούς του, τα αιτήματα και τις ενστάσεις του, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιµοι.
Όσον αφορά τον τελευταίο 11ο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι " εκδίκασαν πρώτα τη δική μου υπόθεση ( βλ. 2575/2010) και μετά την εκδίκαση της υπόθεσης του Ι. Γ. για ψευδορκία( βλ. απόφαση 2578/2010), ενώ έπρεπε να υπάρχει τελεσιδικία της 2578/2010 απόφασης και μετά να εκδικασθεί η δική μου υπόθεση", πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται αν είχε υποβληθεί στο δικάσαν Εφετείο τέτοιος ισχυρισμός, ούτε το περιεχόμενο των παραπάνω αποφάσεων, για να κριθεί αν υπήρχε ζήτημα ποινικού προδικαστικού ζητήματος, σύµφωνα µε το άρθρο 59 ΚΠΔ, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο, ήταν υποχρεωµένο, να συµµορφωθεί µε την επιταγή του άρθρου αυτού για αναβολή ή να ανασταλεί η δίκη, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 366 παρ.2 του ΠΚ. Χωρίς δε την υποβολή σχετικού αιτήµατος για αναβολή (αναστολή) της δίκης το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προβεί, αυτεπαγγέλτως, στην αναβολή (αναστολή) και αν δεν το κάνει δεν παραβιάζεται το δικαίωµα υπεράσπισης του κατηγορουµένου και δεν ιδρύεται ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Α' σε συνδυασµό µε 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια, ελλείψει αιτήµατος, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Β', λόγος, για έλλειψη ακρόασης, ούτε τέλος ιδρύεται ο κατ άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Α' σε συνδυασµό µε 171 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, αφού, χωρίς την έρευνα και την κατάφαση της εξάρτησης των δύο δικών, δεν γεννάται υποχρέωση αναβολής (αναστολής) της δίκης µέχρι περατώσεως αµετακλήτως της ετέρας ποινικής δίκης.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2010 αίτηση-δήλωση του Η. Π. του Ε. μετά των από 21-4-2011 Προσθέτων Λόγων αυτής, περί αναιρέσεως της 1164, 1168, 1169/2010 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Συκοφαντική δυσφήμηση. 1) Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης, για έλλειψη ακροάσεως και περαιτέρω υπέρβαση εξουσίας με την καταδίκη του αναιρεσείοντος. 2) Κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο κατά την εκδίκαση έφεσης απέρριψε αίτηση εξαιρέσεως μέλους της σύνθεσής του, δεν επιτρέπεται στους διαδίκους να ασκήσουν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και αν ακόμα η οριστική επί της κατηγορίας απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ή και αν ασκήθηκε κατ' αυτής αναίρεση. 3) Αν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσης, με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης που ασκήθηκε κατ΄αυτής και κάθε λόγος αναίρεσης που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος. 4) Ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν αναγράφονται στα πρακτικά οι ερωτήσεις του κατηγορουμένου προς τους μάρτυρες κατηγορίας, όπως ζήτησε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν είναι υποχρεωτική η αναγραφή στα πρακτικά των υποβαλλομένων ερωτήσεων. 5) Η διάταξη του 142 Α ΚΠΔ για μαγνητοφώνηση των πρακτικών τέθηκε για τη διασφάλιση της ακριβούς απόδοσης των συμβαινόντων στο ακροατήριο μιας ποινικής για κακούργημα μόνο δίκης, ώστε να ελέγχεται καλύτερα η απόφαση από τα ανώτερα δικαστήρια και όχι σε δίκες που αφορούν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πλημμελήματα. Επίσης από τη διάταξη 143 ΚΠΔ τήρησης στενογραφημένων πρακτικών, προκύπτει ότι για να δημιουργηθεί ακυρότητα της διαδικασίας αν δεν τηρηθούν στενογραφημένα πρακτικά, πρέπει να υπάρχει στενογράφος υπάλληλος, να ζητήθηκε η τήρηση αυτών από τον κατηγορούμενο, να αρνήθηκε ο διευθύνων τη συζήτηση, να προσέφυγε ο κατηγορούμενος σε ολόκληρο το δικαστήριο και αυτό να μην απάντησε ή να απάντησε αναιτιολόγητα. 6) Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Δ, Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Οι λοιποί προβαλλόµενοι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κατηγορουµένου, κύριοι και πρόσθετοι, για ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη δημοσιότητας και παραβίαση δεδικασμένου αόριστα, για παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων αόριστα και για έλλειψη ακρόασης, από τη µη απάντηση του Δικαστηρίου στους υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισµούς του, τα αιτήματα και τις ενστάσεις του, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιµοι. Απορρίπτεται ως αόριστος ο ενδέκατος λόγος αναίρεσης. | null | null | 2 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1591/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Λ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκουράκη, περί αναιρέσεως της 2957/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 774/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το αρθρ. 13 εδ.γ του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας μετά χρήσεως και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανέλεγκτος, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 5/1/2009 κατάρτισε πλαστή βεβαίωση αποδοχών, δήθεν εκδοθείσα από την ανώνυμη εταιρεία "ΜΕΜΝΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην οδό ... στην Αθήνα, όπου αναγράφονταν ότι αυτός (κατηγορούμενος) εργαζόταν στην εταιρεία αυτή για το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 έως 31/12/2002 και έλαβε αποδοχές κατά το έτος αυτό συνολικού ύψους 53.219,53 € με σκοπό να παραπλανήσει με αυτήν τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΙΖ' ΔΟΥ Αθηνών, όπου θα υπέβαλε την φορολογική του δήλωση, οικονομικού έτους 2003, περί του ότι εργάστηκε στην εταιρεία αυτή και έλαβε το συνολικό ως άνω ποσό αποδοχών με το οποίο θα προσδιορίζονταν ο πληρωτέος απ' αυτόν φόρος εισοδήματος. Ακολούθως στις 5/1/2004 συνυπέβαλε την εν λόγω ψευδή βεβαίωση μαζί με τη σχετική δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους στην ΙΖ' ΔΟΥ Αθηνών με αποτέλεσμα με την εκκαθάριση της δήλωσης του να προκύπτει φόρος εισοδήματος 105.03 €. Τα παραπάνω προκύπτουν από την υπ' αριθμ. πρωτ. 35188/5771/19-12-2005 ανακοίνωση της ΔΟΥ ΙΖ' Αθηνών κι από την υπ' αριθμ. πρωτ. 51/26.11.2004 επιστολή της "ΓΕΤΕΜ ΑΕ" - η τελευταία απορρόφηση της "ΜΕΜΝΩΝ ΑΕ" - στην οποία αναφέρεται ότι ο άνω κατηγορούμενος δεν εργάστηκε ποτέ στην "ΜΕΜΝΩΝ ΑΕ" για το διάστημα που αναγράφει η πλαστή βεβαίωση. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν καταρτίστηκε από τον ίδιο η πλαστή βεβαίωση και χρησιμοποιήθηκε για έκτακτη συναλλαγή από τον Δ. Κ. δεν είναι πειστικός. Αντίθετα ο κατηγορούμενος είχε λόγο να καταρτίσει την πλαστή βεβαίωση προκειμένου να εμφανίσει εισόδημα στην Ελλάδα για να μπορέσει να δανειοδοτηθεί από Τράπεζα για αγορά διαμερίσματος. Με βάση τα παραπάνω ο κατηγορούμενος τέλεσε ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 216§1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση α) ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστό έγγραφο (βεβαίωση αποδοχών της εταιρίας "ΜΕΜΝΩΝ ΑΕ") με σκοπό την παραπλάνηση άλλων (των υπαλλήλων της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., όπου θα υπέβαλε τη φορολογική του δήλωση), με τη χρήση του, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, είχε εισόδημα από εργασία του στην Ελλάδα, ώστε να επιτύχει τη δανειοδότηση του για αγορά διαμερίσματος), και β) ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, υποβάλλοντας το, μαζί με τη φορολογική του δήλωση οικονομικού έτους 2003, στην ΙΖ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, αφού, όπως αναφέρθηκε, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, αιτιολογείται δε επαρκώς πώς κατάληξε το Δικαστήριο στην κρίση ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατάρτισε την επίμαχη πλαστή βεβαίωση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης δικαιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σημείο, με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το συμπέρασμα, στο οποίο κατάληξε το Δικαστήριο, είναι αντίθετο με το αποδεικτικό υλικό, ότι, δηλαδή, εκτιμήθηκαν εσφαλμένα τα αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 228/14 Ιουνίου 2011 αίτηση του Α. Λ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2957/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Όχι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Απαράδεκτη η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων. Απόρριψη αιτήσεως. | null | null | 0 |
Αριθμός 1594/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της ΒΤ6820/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγων το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 124/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ.α'ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 23 Φεβρουαρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Υπ/κα Τ. Ι. του Α.Τ.Κατσαικά Ιωαννίνων η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 12-4-2011 κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την στην αρχή της παρούσας σημειούμενη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Ιανουαρίου 2011 αίτηση της Κ. Ν. του Γ. για αναίρεση της ΒΤ6820/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 1 |
Αριθμός 1603/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ε. Α. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Πολέμη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-1999 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 619/2001 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7607/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια, με αίτηση του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η 2087/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 7607/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν, εκδόθηκε η 5649/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί και πάλι ο αναιρεσείων με την από 11-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 559 αρ.18 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Ως εκ τούτου, αν η απόφαση αναιρεθεί, αποβάλλει κάθε ισχύ και, συνεπώς, παύει να αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 614/2008). Ακόμη, κατά το άρθρο 580 παρ.4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Και τέλος, κατά το άρθρο 581 παρ.2 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 137/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 21-12-1999 αγωγή, ο αναιρεσείων, ως εργαζόμενος στην υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (νοσοκομείου) με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου, ζήτησε την επιδίκαση διαφορών μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 μέχρι 30-11-1999, συνολικού ποσού 15.246.276 δραχμών. Η αγωγή έγινε δεκτή με την 619/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας το αναιρεσίβλητο άσκησε έφεση. Η έφεση έγινε δεκτή με την 7607/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και κατά της οποίας ο αναιρεσείων άσκησε την από 21-4-2004 αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση αναιρέσεως έγινε δεκτή με την 2087/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και η τότε προσβληθείσα απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει, διότι κρίθηκε ότι το Εφετείο α) παρά το νόμο δεν είχε λάβει υπ' όψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς τις ένδικες αξιώσεις αυτού, οι οποίες ενέπιπταν στο χρονικό διάστημα από 1-6-1997 μέχρι 31-12-1997, παραγομένου από την τελεσίδικη 3440/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί επί προηγουμένης αγωγής του ιδίου και είχε επιδικάσει όμοιες αξιώσεις για το από 1-1-1992 μέχρι 31-5-1997 χρονικό διάστημα, που προέκυπταν από το ίδιο μισθολογικό καθεστώς, στο οποίο θεμελιώνεται και η ένδικη, από 21-12-1999 αγωγή και το οποίο δεν είχε μεταβληθεί μέχρι την 31-12-1997, με συνέπεια να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 λόγος αναιρέσεως και β) παρά το νόμο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975, κατά την οποία "Από 1ης Ιανουαρίου 1976 εις το απασχολούμενο προσωπικό των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων του ν.δ. 2592/1953 επί οκτάωρο ημερησίως καταβάλλεται αμοιβή δια μίαν ώρα ημερησίως υπολογιζόμενη κατά τις διατάξεις του εδαφίου γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του ν.δ. 4548/1966 και από 1-1-1977 αμοιβή για δύο ώρας ημερησίως" και η οποία, ως μη αποτελούσα επίδομα, αλλά κίνητρο προσέλκυσης (ΑΕΔ 10/2005), δεν είχε καταργηθεί με το άρθρο 19 του ν. 1505/1984, με συνέπεια να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 λόγος αναιρέσεως. Μετά την παραπομπή της υπόθεσης, ως προς το αναιρεθέν μέρος, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη 5649/2009 απόφαση αυτού, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε και πάλι ως μη νόμιμη, διότι κρίθηκε ότι α) αβασίμως ο αναιρεσείων είχε θέσει ζήτημα δεδικασμένου από την 3440/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επειδή η εν λόγω απόφαση, ως προς το μέρος με το οποίο είχε κάνει δεκτή την προηγουμένη αγωγή του αναιρεσείοντος και το οποίο αυτός επικαλείτο για να θεμελιώσει τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό, είχε αναιρεθεί με την 1110/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και είχε παύσει να παράγει έννομες συνέπειες υπέρ του αναιρεσείοντος και β) η διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975, στην οποία ο αναιρεσείων επιχειρούσε να θεμελιώσει μέρος των αιτουμένων διαφορών μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών, δεν είχε μεν καταργηθεί με το άρθρο 19 του ν. 1505/1984, αλλά είχε παύσει να ισχύει μετά την εισαγωγή του άρθρου 10 παρ.1 και 4 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" (που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ΚΠολΔ 533 παρ.2), όπου αφ' ενός ορίζεται περιοριστικά ποια επιδόματα διατηρούνται, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η ως άνω παροχή και αφ' ετέρου προβλέπεται ότι όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που είχαν χορηγηθεί με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ' όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου. Με αυτά που δέχθηκε και εν όψει του προηγηθέντος διαδικαστικού ιστορικού, το Εφετείο δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την αναιρετική, 2087/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα του δεδικασμένου, το Δικαστήριο της παραπομπής έλαβε υπ' όψη τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αλλά τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχθέν ότι η τελεσίδικη απόφαση, επί της οποίας γινόταν προσπάθεια να θεμελιωθεί ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός, είχε παύσει να υφίσταται μετά την αναίρεσή της με την 1110/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Και περαιτέρω, ως προς το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975, το Δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε μεν ότι αυτό δεν είχε καταργηθεί με το άρθρο 19 του ν. 1505/1984, όπως, πράγματι, διέλαβε η αναιρετική απόφαση, αλλ' ότι είχε αποβάλει την ισχύ του σύμφωνα με τις νεότερες διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 4 του ν. 2470/1997 (ΣτΕ 152/2009), ζήτημα εφαρμογής των οποίων δεν είχε τεθεί κατά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
2. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς, που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι' αυτό ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν για τη θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις. Ως εκ τούτου, αν ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως δεν είχε προταθεί νόμιμα και προκύπτει τούτο από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ο Άρειος Πάγος θα ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως τη μη νόμιμη προβολή του και θα απορρίψει το σχετικό λόγο αναιρέσεως, ως απαράδεκτο (ΑΠ 1482/2006). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 2470/1997 "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μικρότερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά την έναρξη της ισχύος του, η τυχόν διαφορά διατηρείται ως προσωπική μέχρι την κάλυψή της από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών".
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφ' ενός παραβίαση της διάταξης του άρθρου 29 του ν. 2470/1997, την οποία παρέλειψε να εφαρμόσει το Εφετείο και να δεχθεί την ένδικη αγωγή για τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών εκ του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975 ως προσωπική διαφορά υπέρ του αναιρεσείοντος σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ήτοι αναιρετική πλημμέλεια κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ και αφ' ετέρου έλλειψη παραδοχής ως προς το ότι οι συνολικές αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά την 1-1-1997 ήσαν μεγαλύτερες του συνόλου των αποδοχών που αυτός λάμβανε κατά την 31-12-1996, ήτοι αναιρετική πλημμέλεια κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ. Ο αναιρεσείων, όμως, ουδόλως επικαλείται ότι είχε προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τον ισχυρισμό ότι δικαιούταν να λάβει τις αιτούμενες διαφορές σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 2470/1997, τις προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου αυτός είχε τη δικονομική υποχρέωση να προτείνει ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που επιτρέπουν την προβολή του ως άνω ισχυρισμού για πρώτη φορά κατά την αναιρετική δίκη. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος ως προς το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ.2 και ως προς το δεύτερο μέρος αυτού είναι απαράδεκτος διότι η προβολή του προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υφίσταται όταν αυτό απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως στην ένδικη περίπτωση (ΑΠ 1401/2002).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-6-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 5649/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 25η Οκτωβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 8η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Αναιρετικοί λόγοι. Η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό και δεν εκτείνεται στην ουσιαστική έρευνα της διαφοράς. Λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος. Η παροχή του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975 καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 και 4 του ν. 2470/1997. Απορρίπτει. | null | null | 0 |
Αριθμός 1590/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 120/2010 και 159/2010 δυο βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με συγκατηγορούμενους τους: 1.Ά.-Α. Σ. του Ι., 2.Π. Ο. του Χ., 3.Α. Δ. του Α., 4.Τ. Κ. του Χ. και 5.Γ. Β. του Δ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με τα ως άνω βουλεύματά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτά, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεσή τους, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Απριλίου 2010 και 9 Ιουνίου 2010 αιτήσεις του, καθώς και την με αριθμό 3 και ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 2011 έκθεση παραίτησης με την οποία αυτός παραιτείται από την από 9 Ιουνίου 2010 αίτηση αναίρεσης, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 685/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 172/29.6.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 476§1α', 485 § 1α', 513§1α' Κ.Π.Δ., τις υπ' αριθμ. 7/10 και 9/10 αιτήσεις αναιρέσεως του κατ/νου Σ. Π. του Γ. και Κ., κατοίκου ... (...), κατά των υπ' αριθμ. 120/10 και 159/10 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα εξής: ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗ (7/10) α) Από τις διατάξεις των άρθρ. 596 §1, 601 §1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με το άρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα, η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το άρθρ. 38 εδ. α' τούτου, αφού στο άρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ. (Ολ. Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, αν ο κατ/νος ασκήσει μετά την 23-12-10 αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, εκδοθέντος μετά την 23-12-10, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο 'Αρειος Πάγος θα κηρύξει αυτή απαράδεκτη (476§1, 485 §1 Κ.Π.Δ.), λόγω του ότι ο κατ/νος δεν νομιμοποιείται (δεν έχει το δικαίωμα) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, αφού το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., που του χορηγούσε αυτό το δικαίωμα, έχει καταργηθεί από 23-12-10 ex nunc. Αν όμως ο κατ/νος ασκήσει αίτηση αναίρεσης, είτε πριν είτε μετά την 23-12-10, αλλά κατά παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος, που εκδόθηκε πριν την 23-12-10, το ασκηθέν τούτο ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, (τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων παραδοχής του), αφού, όπως προεκτέθηκε, ο Ν. 3904/10 δεν έδωσε ex tunc αναδρομική ισχύ στο άρθρ. 34 εδ. γ', οπότε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ, που του χορηγούσε το δικαίωμα (τον νομιμοποιούσε) ν' ασκήσει αναίρεση, στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να ισχύει. β) Η προκειμένη αναίρεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, κατ' άρθρ. 473 §1 Κ.Π.Δ., ήτοι προ πάσης επιδόσεως του βουλεύματος στον αναιρεσείοντα, (επίδοση στον ίδιο την 27-4-10 και άσκηση αναίρεσης την 26-4-10), προσέτι δε και νομοτύπως, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, δια πληρεξουσίου. (465 §1, 474 §1 Κ.Π.Δ.). γ)Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το με αριθμό 766/09 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Πειραιώς τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος άμεσης κακουργηματικής κατ' εξακολούθηση συνέργειας σε κατ' εξακολούθηση κακουργηματική τοκογλυφία (46 §1 β',98, 404 §§2,3 Π.Κ.), με συγκατηγορουμένους φυσικούς αυτουργούς, τους Α. - Α. Σ., Π. Ο., Α. Δ., Τ. Κ. και επί πλέον τον Γ. Β., ως άμεσο συνεργό. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι κατηγορουμένοι Σ., Κ., Β. και ο αναιρεσείων Σ. Π., άσκησαν τις 74/09, 73/09, 75/09 και 80/09 εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε το με αριθμό 120/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο έκανε τυπικά δεκτές και απέρριψε, το μεν κατ' ουσίαν τις εφέσεις των Κ., Σ. και Π., το δε εν μέρει την έφεση του Β. , επικυρώνοντας κατά τα άλλα το πρωτόδικο βούλευμα, αναδιατυπώνοντας ως προς τον Π.,( με διόρθωση του διατακτικού του, κατ' επιτρεπτή μεταβολή κατηγορίας),την κακουργηματική κατ' εξακολούθηση άμεση συνέργεια, στην πράξη όμως της κακουργηματικής τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση και μη. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά. (482 §§ 1 α'- 2, 317 §1 α' Κ.Π.Δ.). Ειδικότερα στην αίτηση αναίρεσης διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η απόλυτη ακυρότητα, η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ως και η υπέρβαση εξουσίας. (474 §2, 484 §1 εδ. α',β',δ',στ' Κ.Π.Δ.). Κατά συνέπεια, ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. δ) Απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρ. 171 §1 δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρ. 484 §1 α' Κ.Π.Δ., επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μεταξύ τούτων περιλαμβάνεται και το υπό του άρθρ.309 §2 του ΚΠΔ, (ως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως του προσβαλλομένου με αναίρεση βουλεύματος), παρεχόμενο δικαίωμα στο διάδικο να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισή του προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το συμβούλιο εφετών είναι υποχρεωμένο κατά την προαναφερθείσα διάταξη, να διατάξει την εμφάνιση του διαδίκου ενώπιόν του. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. (Α.Π. 1847/08, Π.Χρ. ΝΘ' 725). Αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρ. 171 §1 δ' ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, κατ' άρθρ. 484 §1 α' ΚΠΔ. (Α.Π. 1226/08, Π.Χρ. ΝΘ' 443). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, έκρινε, ότι είναι περιττή η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιόν του και έτσι απέρριψε τη σχετική αίτησή του. Την κρίση του δε αυτή στήριξε στα κατ' είδος του σκεπτικού του αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και με καθολική επιτρεπτή αναφορά, στις σκέψεις της πρότασης της Εισαγγελέως (Α.Π. 1226/08). Συγκεκριμένα, η Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, που δέχθηκε και το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, για τον λόγο ότι: <<Ο Π. Σ. με την υπ' αριθμ. 80/7-10-2009 έφεσή του ζήτησε ακόμη, την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον σας, για παροχή των αναγκαίων διευκρινίσεων επί ζητημάτων που αναλύει μ' αυτή. Όμως η από 7/10/2009 αίτησή του περί αυτοπρόσωπης εμφάνισής του στο Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι ο εκκαλών (με την έφεσή του) εξέθεσε διεξοδικά και πλήρως τις απόψεις του στα κρίσιμα και ενδιαφέροντα για την υπόθεση ζητήματα της ουσίας, ώστε η παρουσία του στο Συμβούλιο να μην προσφέρει τίποτε ουσιαστικό στην εκτίμηση της υπόθεσης>>. (βλ. σελ. 58 του βουλεύματος). Με βάση τις παραδοχές αυτές του βουλεύματος, ορθά και πλήρως αιτιολογημένα (Α.Π. 1861/09), το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του προς παροχή διευκρινίσεων και ο προβληθείς απ' αυτόν πρώτος λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας, (171 §1δ', 309 §2 ΚΠΔ, 6 § 3γ' ΕΣΔΑ), λόγω αναιτιολόγητης απόρριψης του ανωτέρω αιτήματός του, ήτοι επιγραμματικής απόρριψης αυτού (Α.Π.416/09), είναι απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος. ε) Λόγοι για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι (μεταξύ άλλων), η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 ΚΠΔ και η υπέρβαση εξουσίας. (484 §1 β', δ' , στ' ΚΠΔ). 1)Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το συμβούλιο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. (Α.Π. 479/11). 2) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 §1 δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. 1471/09 Π.Χρ. Ξ' 655). Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου και τι από αυτό συνήγαγε το συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική του κρίση. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Αρκεί μόνο να προκύπτει, ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τα άρθρα 177 §1 και 178 ΚΠΔ. (Α.Π. 206/11). 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (Α.Π. 1374/09). Η δε υπό του κατ/νου αντίθετη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, από αυτή που έλαβε χώρα από το συμβούλιο εφετών, δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικώς, ως αναγόμενη στην περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου (Α.Π. 1539/09 Π.Χρ. Ξ' 478). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος. (Α.Π. 479/11). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π. 1705/08, Π.Χρ. ΝΘ' 651). 3) Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το Δικαστικό Συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος, ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την άσκησή της στην συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση), ή όταν παραλείπει (το Δικαστικό Συμβούλιο) να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (αρνητική υπέρβαση). (Ολ.Α.Π. 9/01 Π.Χρ. ΝΑ' 788). στ) Από τις διατάξεις των άρθρων 404 §§ 2 α', 3 - 13 στ' ΠΚ προκύπτει, ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και ως τέτοιο, μπορεί να τελείται με τη συνομολόγηση ή με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η παραλαβή αξιογράφων που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς να προσαπαιτείται να επακολουθεί και η είσπραξη του αναγραφόμενου σε αυτά ποσού. Κατ' επάγγελμα δε θεωρείται ότι πράττει ο δράστης τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη με σκοπό να ποριστεί από αυτές εισόδημα. Τούτο δε συμβαίνει στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (98 Π.Κ.), γιατί ενυπάρχει το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά και όταν τελεί μια πράξη, αλλά από την τέλεση αυτής, ενόψει και της διάρκειας και των λοιπών περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος βάσει σχεδίου. Δεν απαιτείται δε προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το αδίκημα αυτό. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, κατά συνήθεια τελείται η τοκογλυφία, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής συνάγεται, ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Είναι δε επιτρεπτή η σώρευση και των δύο αυτών επιβαρυντικών περιστάσεων. (Α.Π. 251/10 Π.Χρ. ΞΑ 107). Το έγκλημα της τοκογλυφίας του άρθρ. 404 §2 α' Π.Κ., θεωρείται συντελεσμένο και αποπερατωμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής συμβάσεως και μάλιστα κατά την αρχική σύναψη, ή τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμποσούνται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ενιαίως στο νέο οριστικοποιηθέν κεφάλαιο. (Α.Π. 793/08, Π.Χρ. ΝΘ' 251). Δεδομένου δε ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας του άρθρ. 404 § 2 α' Π.Κ. είναι έγκλημα διακινδύνευσης της περιουσίας και υπαλλακτικώς μικτό, η αντικειμενική υπόσταση αυτού πραγματώνεται (τελείται) με την συνομολόγηση του τοκογλυφικού δανείου και όχι και με την λήψη των παράνομων τόκων και συνεπώς, αν ο δράστης και συνομολογήσει και λάβει τοκογλυφικά ωφελήματα, δεν τελεί δύο εγκλήματα αλλά ένα και μόνον, ήτοι αυτό της συνομολόγησης τοκογλυφικών ωφελημάτων, καθόσον μια και μόνον άδικη πράξη πραγματώνεται. Η λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων καθίσταται αξιόποινη, δηλαδή αποκτά αυτοτελή υπόσταση ως έγκλημα λήψης τοκογλυφικών ωφελημάτων, όταν της λήψης των τοκογλυφικών ωφελημάτων, δεν προηγηθεί, δι' οιονδήποτε λόγον, συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων. (Α.Π. 318/00 Ποιν. Νμλγ 2000, 91 - Α.Π. 1860/01 Ποιν. Νμλγ 2001, 467 - Β. Πιλάφης, Μελέτη, Π.Χρ. ΛΔ' 237 - Μπουρόπουλος, Π.Κ. τ. Γ' 1964 σελ. 153). Περαιτέρω η τοκογλυφία μπορεί να πραγματωθεί, κατ' άρθρ. 404 § 2 β' Π.Κ. και με την επιδίωξη της εκπλήρωσης των τοκογλυφικών οφελημάτων (Α.Π. 829/06, Π.Χρ. ΝΖ' 229), η οποία μπορεί να εκδηλωθεί και με την κατάθεση αιτήσεως από τον δράστη στο αρμόδιο δικαστήριο για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του θύματος, βάσει συν/κής που ενσωματώνει τοκογλυφικούς τόκους. (Α.Π. 604/00, Π. Χρ. ΝΑ' 17). Οι ανωτέρω τρόποι τελέσεως της τοκογλυφίας (404 §2 α' και β' Π.Κ. ), είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν εφόσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική και όχι φαινομένη συρροή, δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, κατά την έννοια του άρθρ. 98 Π.Κ., εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, δηλαδή περισσότερες πράξεις που περιέχουν πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκληματικής πράξης από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 404 Π.Κ. και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτονται από την ενότητα του δόλου του δράστη. (Α.Π. 793/08, Α.Π. 829/06). Τοκογλυφία δε δια παρενθέτω προσώπου είναι δυνατή (Α.Π. 1067/95, Π.Χρ. ΜΣΤ' 188). Τέλος, για να κριθεί κάποιος ως άμεσος κακουργηματικός συνεργός στην πράξη της κακουργηματικής τοκογλυφίας (κατ' επάγγελμα - συνήθεια, 404 §3 Π.Κ.), πρέπει και σ' αυτόν να συντρέχουν οι ανωτέρω περιστάσεις, κατ' άρθρ. 49 §2 Π.Κ., διότι άλλως, αν δεν συντρέχουν αυτές στο πρόσωπο του αμέσου συνεργού, τότε αυτός κρίνεται ως άμεσος συνεργός στο βασικό έγκλημα της τοκογλυφίας (404 §§ 1 και 2 Π.Κ.), το οποίο είναι πλημ/μα, έστω ακόμα και αν γνώριζε ότι ο δράστης της τοκογλυφίας δρα κακουργηματικά (πρβλ. Α.Π. 67/09 και Α.Π. 471/08, Π.Χρ. ΝΘ' 153). ζ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς που το εξέδωσε , δέχθηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, τα εξής: <Η Β. Σ. διατηρεί κατ/μα γυναικείων ενδυμάτων στο ... από το έτος 1994 μέχρι και σήμερα. Κατά το έτος 2000 άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και αναγκάστηκε να στραφεί σε δανεισμό. Είχε λάβει δάνεια από Τράπεζες που δυσκολευόταν να αποπληρώσει τις δόσεις τους. Έτσι ήταν καταχωρημένη στο πρόγραμμα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ των Τραπεζών και αδυνατούσε να καταφύγει σε δανεισμό από Τράπεζα. Πληροφορήθηκε τότε από τις πελάτισσές της Ε. Π. και Μ. Γ. - Π., ότι μέσω του γραφείου του δικηγόρου Σ. Π. επί της οδού ..., μπορούσε να βρει κεφάλαια "από κύκλωμα προσώπων που χρησιμοποιούσαν διαθέσιμα κεφάλαια τους για χορηγήσεις δανείων", σε περιπτώσεις που, όπως η δική της, ήταν ανέφικτος ο τραπεζικός δανεισμός. Μετέβη μαζί με την Ε. Π. σ' αυτό το γραφείο. Υπήρχε πινακίδα εξωτερικά με το όνομα του Σ. Π. ως δικηγόρου. Στο γραφείο στεγάζονταν ακόμη και ο γυιός του ο Γ. Π., δικηγόρος, στη δε ρεσεψιόν ήταν μια κυρία ονόματι Σ. και υπήρχαν μέσα και άλλα γραφεία στα οποία δεν εισήλθε. Στον Σ. Π. ανέφερε το ποσό που είχε ανάγκη, ύψους 30.000.000 δρχ. και την ρώτησε σχετικά με την υφιστάμενη ακίνητη περιουσία της για να εγγραφούν προσημειώσεις υποθήκης για τα δάνεια. Της είπε ότι θα προσπαθήσει να ανεύρει τα χρήματα αυτά. Μετά την έστειλε στο χώρο διασκέψεων του ανωτέρω δικηγορικού γραφείου, όπου ήταν ο Γ. Β. και έδωσε σ' αυτόν αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας ακινήτου της στο ..., έκτασης 1498 τ.μ. Ο Σ. Π. της είχε προηγουμένως αναφέρει, ότι προτιμούσε το ακίνητο αυτό, για να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης για τα δάνεια που θα της έδιναν γνωστοί του, επειδή είχε την αποκλειστική κυριότητά του, (εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα ακίνητά της στα οποία ήταν συγκύρια μαζί με τον σύζυγό της, αλλά και διότι το ακίνητο αυτό υπερκάλυπτε την αξία των δανείων, είχε αντικειμενική αξία 70.000.000 δρχ. περίπου και τώρα περί τα 500.000 ευρώ). Μετά από 2-3 ημέρες την κάλεσε στο γραφείο του ο Σ.Π., ο οποίος στο μεταξύ είχε ελέγξει από άποψη εμπραγμάτων βαρών το ανωτέρω ακίνητο και είχε διαπιστώσει ότι είχε εγγραφεί μια προσημείωση της Τράπεζας EUROBANK ύψους 10.000.000 δρχ., για επαγγελματικό δάνειο που είχε λάβει, (το ήμισυ του οποίου την εποχή εκείνη είχε ήδη αποπληρώσει). Σήμερα πλήρως το έχει εξοφλήσει, χωρίς όμως να έχει εξαλειφθεί ακόμη η προσημείωση, το δε ακίνητό της δεν είχε άλλο εμπράγματο βάρος. Αφού ο Σ.Π. είχε διαπιστώσει την ύπαρξη επαρκούς ακίνητης περιουσίας της για να εξασφαλίσει τα αιτούμενα απ' αυτή ποσά, προέβη, με τη μεσολάβησή του, σε δανεισμούς με τόκο, από τους Α. - Α. Σ., Π. Ο., Α. Δ. και Τ. Κ.. Από την Σ. Α. - Α. έλαβε την 8/10/2001 δάνειο ύψους 15.000.000 δρχ. (44.020 ευρώ) και την 21/11/2001 δάνειο ύψους 5.000.000 δρχ. (14.673 ευρώ). Για τα δάνεια αυτά, με τη μεσολάβηση του Σ. Π., ο οποίος δεν την άφησε να έλθει σε άμεση επαφή με την ανωτέρω δανείστρια, συμφωνήθηκε προφορικά και αφού η δανείστρια φρόντισε μέσω του Σ. Π. να λάβει από την Β.. τις απαραίτητες εξασφαλίσεις για το κεφάλαιο των δανείων και τους συμφωνηθέντες τοκογλυφικούς τόκους, με προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου της και με συν/κές που την έβαλε δια του εκπροσώπου της και αποδέχθηκε, να έχουν διάρκεια ενός έτους και επιτόκιο 26%. Ανανεώθηκαν δε για ένα έτος την 1/12/2002 και για ένα ακόμη έτος την 1/12/2003, ενώ από 1/12/2002 οπότε ενοποιήθηκε το κεφάλαιο τους, συμφωνήθηκε να έχουν επιτόκιο 22% ετησίως, τη στιγμή που το νόμιμο επιτόκιο που τυπικά ανεγράφη στις σχετικές συμβάσεις δανείων, που υπέγραψε καθ' όλη τη διάρκεια των δανείων, κυμαίνονταν μεταξύ 8% και 9,75%. Από 8/10/2001 έως 8/11/2004 η Β. Σ. προέβη για τα δάνεια αυτά σε καταβολές προς τη δανείστρια, συνολικού ύψους 13.138 ευρώ, ενώ από τους συμφωνηθέντες τόκους της ίδιας περιόδου, συνολικού ύψους 41.025 ευρώ, οι νόμιμοι τόκοι ανέρχονταν σε 15.209 ευρώ και οι τοκογλυφικοί σε 25.816 ευρώ. Η Α. - Α. Σ. πέραν του κεφαλαίου των παραπάνω δανείων που είχε εξασφαλισμένο με προσημείωση σε ακίνητο της Β. Σ., επεδίωξε να εισπράξει και το σύνολο των τοκογλυφικών τόκων, καθώς την 1/7/2005 και την 4/10/2005 υπέβαλε, στο Μονομελές Πρωτ/κείο Πειραιά, τις υπ' αριθμ. 715/1-7-2005 και 1119/4-10-2005 αιτήσεις της για έκδοση Δ/γών Πληρωμής εναντίον της, προσκομίζοντας στο Δικαστήριο συν/κές ποσού 14.673 και 44.020 ευρώ, με ημερομηνίες λήξης την 8/11/2004, οι οποίες ενσωμάτωναν τους ως άνω τοκογλυφικούς τόκους. Πέτυχε υπέρ αυτής την έκδοση των υπ' αριθμ. 656/2005 και 1097/2005 Δ/γών Πληρωμής του Δικαστή του παραπάνω Δικαστηρίου, με τις οποίες διατάχθηκε η Β.. να καταβάλει τα ποσά αυτά, πλέον τόκων και εξόδων..... Από την Π. Ο. έλαβε την 13/3/2002 δάνειο 29.347 ευρώ. Το δάνειο αυτό, με τη μεσολάβηση του εκπροσώπου της δανείστριας Σ. Π., ο οποίος δεν την άφησε πάλι να έλθει σε άμεση επαφή με την ανωτέρω, συμφωνήθηκε προφορικά και αφού η δανείστρια φρόντισε μέσω του Σ. Π. να λάβει από την Β.. τις απαραίτητες εξασφαλίσεις για το κεφάλαιο του δανείου και τους συμφωνηθέντες τοκογλυφικούς τόκους, με προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου και με συν/κές που την έβαλε δια του Σ. Π. και αποδέχθηκε, να έχει διάρκεια ενός έτους και επιτόκιο 26%. Ανανεώθηκε δε για ένα έτος την 13/3/2003 και ακολούθως παρατάθηκε η προθεσμία πληρωμής του έως την 26/11/2003, ενώ συμφωνήθηκε να έχει επιτόκιο 31,1% ετησίως, τη στιγμή που το νόμιμο επιτόκιο, που τυπικά ανεγράφη στη σχετική σύμβαση δανείου που υπέγραψε, κυμαίνονταν μόλις μεταξύ 8% και 9,25%. Η Β.. προέβη γι' αυτό το δάνειο από 13/3/2002 έως 26/11/2003 σε καταβολές προς τη δανείστρια συνολικού ύψους 13.656 ευρώ, ενώ από τους συμφωνηθέντες τόκους της ίδιας περιόδου συνολικού ύψους 15.578 ευρώ, οι νόμιμοι τόκοι ανέρχονταν σε 4.367 ευρώ και οι τοκογλυφικοί σε 11.211 ευρώ. Η Π. Ο., πέραν του κεφαλαίου του ανωτέρω δανείου που είχε εξασφαλισμένο με προσημείωση στο ακίνητο, επιδίωξε να εισπράξει το σύνολο των παραπάνω τοκογλυφικών τόκων. Παρότι γνώριζε ότι η ευρισκόμενη στην κατοχή της συν/κή ποσού 29.347 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 13/3/2003, έκδοσής της , αποδοχής της Β. Σ., ενσωμάτωνε τοκογλυφικούς τόκους, οπισθογράφησε αυτήν παραδίδοντάς την στον Α. Δ., ο οποίος στην συνέχεια υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την υπ' αριθμ. 875/28-7-2005 αίτηση για την έκδοση Δ/γής Πληρωμής εναντίον της, προσκομίζοντας στον Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου το προαναφερόμενο αξιόγραφο..... Από τον Α. Δ., εμφανιζόμενο στην Β.. από τον Σ. Π. ως νόμιμο εκπρόσωπο της αγγλικής εταιρείας, αποκλειστικών συμφερόντων του, με την επωνυμία "DAISY FUTURES LTD", έλαβε την 29/5/2003 δάνειο 14.674 ευρώ. Το δάνειο αυτό, με τη μεσολάβηση του Σ. Π., ο οποίος δεν την άφησε να έλθει σε άμεση επαφή με τον ανωτέρω δανειστή, συμφωνήθηκε προφορικά και αφού ο δανειστής φρόντισε μέσω του Σ. Π. να λάβει από την Β.. τις απαραίτητες εξασφαλίσεις για το κεφάλαιο του δανείου και τους συμφωνηθέντες τοκογλυφικούς τόκους, με προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου της με συν/κές που υποχρεώθηκε και αποδέχθηκε, να έχει διάρκεια ενός έτους. Ανανεώθηκε δε την 30/5/2004 και έως την 4/9/2004, ενώ από την αρχή συμφωνήθηκε να έχει επιτόκιο 40% ετησίως, τη στιγμή που το νόμιμο επιτόκιο, που τυπικά ανεγράφη στις σχετικές συμβάσεις δανείων που υπέγραψε, κυμαινόταν μόλις μεταξύ 8% και 8,5%. Από 29/5/2003 έως 4/9/2004 η Β.. προέβη γι'αυτό το δάνειο σε καταβολές προς το δανειστή συνολικού ύψους 8.094 ευρώ, από δε τους συμφωνηθέντες τόκους της ίδιας περιόδου συνολικού ύψους 7.450 ευρώ, οι νόμιμοι τόκοι ανέρχονταν σε 1.491 ευρώ και οι τοκογλυφικοί σε 5.959 ευρώ. Ο Α. Δ., πέραν του κεφαλαίου του ανωτέρω δανείου που είχε εξασφαλισμένο με προσημείωση στο παραπάνω ακίνητό της, επεδίωξε να εισπράξει το σύνολο των τοκογλυφικών τόκων, διότι την 28/7/2005 υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά την υπ' αριθμ. 873/28-7-2005 αίτησή του για έκδοση Δ/γής Πληρωμής εναντίον της εγκαλούσας, προσκομίζοντας στο Δικαστήριο συν/κή ποσού 14.674 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 29/5/2004, η οποία ενσωμάτωνε τα ανωτέρω τοκογλυφικά ωφελήματα. Πέτυχε υπέρ αυτού την έκδοση και της υπ' αριθμ. 858/2005 Δ/γής Πληρωμής του Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου..... Την 10/11/2003 έλαβε η Σ. Β. δάνειο 6.000 ευρώ από την Τ. Κ.. Το δάνειο αυτό, με τη μεσολάβηση του εκπροσώπου της δανείστριας Σ. Π., ο οποίος δεν την άφησε πάλι να έλθει σε άμεση επαφή με την ανωτέρω δανείστρια, συμφωνήθηκε προφορικά και αφού η δανείστρια φρόντισε μέσω του Σ. Π. να λάβει από την Β. Σ. την απαραίτητη εξασφάλιση για το κεφάλαιο του δανείου και τους συμφωνηθέντες τοκογλυφικούς τόκους, με συν/κές που την έβαλε δια του Σ. Π. και αποδέχθηκε, να έχει διάρκεια ενός έτους και επιτόκιο 10%, τη στιγμή που το νόμιμο επιτόκιο που τυπικά ανεγράφη στη σχετική σύμβαση δανείου ανερχόταν σε 8% ετησίως. Από 10/11/2003 έως 10/11/2004 η Β. Σ. προέβη γι' αυτό το δάνειο σε καταβολές προς τη δανείστρια συνολικού ύψους 4.850 ευρώ, από δε τους συμφωνηθέντες τόκους της ίδιας περιόδου συνολικού ύψους 600,00 ευρώ, οι νόμιμοι τόκοι ανέρχονταν σε 480,18 ευρώ και οι τοκογλυφικοί σε 119,82 ευρώ. Τη σύμβαση για το ανωτέρω δάνειο της την έφερε ο Γ.Β. στο κατ/μα της, ήταν χειρόγραφη, προερχόταν δε από το γραφείο του Σ. Π.. Όπως είχε συνεννοηθεί η Β. Σ. με τον Σ. Π., θα κατέθετε σε λογαριασμό της Τ. Κ. στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 6.600 ευρώ σε 12 μηνιαίες δόσεις των 550 ευρώ η καθεμία, οι οποίες κάλυπταν το κεφάλαιο και τους τοκογλυφικούς τόκους, εκτός από την προμήθεια 10% του Σ. Π., που την είχε λάβει, προαφαιρώντας την από το κεφάλαιο του δανείου>>. Περαιτέρω, αναφερόμενο ειδικότερα το βούλευμα στις μαρτυρικές καταθέσεις, δέχεται ότι: <<Οι συμφωνίες για όλα τα ανωτέρω δάνεια πραγματοποιούνταν μόνο με τον Σ. Π. και αφού μετέβαινε η Β. Σ. στο δικηγορικό γραφείο του, χωρίς την παρουσία του Γ. Β., που εμφανιζόταν να εκτελεί τις εντολές που του έδινε ο πρώτος. Όταν υπέγραφε η Β. Σ. ενώπιον του Σ. Π. την εκάστοτε σύμβαση και ελάμβανε τα χρήματα, κατά την ημέρα της εκάστοτε ανανέωσης, έδινε στον Σ. Π. μια συν/κή αποδοχής της με ημερομηνία λήξης ένα χρόνο μετά, παρότι η έγγραφη σύμβαση ανέφερε διάρκεια του δανείου ένα μήνα, της έλεγε δε ο Σ. Π. ότι το θέμα ήταν τυπικό. Η Β. Σ. χορηγούσε σ' αυτόν και συν/κές αποδοχής της, μηνιαίες ή διμηνιαίες, που ανέγραφαν μόνο ημερομηνία και ποσό, αφορούσαν δε αποκλειστικά τους τοκογλυφικούς τόκους και τους επιμέριζαν ανά μήνα ή δίμηνο (100.000 δρχ. το μήνα ή 200.000 δρχ. το δίμηνο). Τους τοκογλυφικούς τόκους που δεν αναφέρονταν στην έγγραφη σύμβαση δανείου, τους κατέθεσε η Β. Σ. κατ' εντολή του Σ. Π. σε λογαριασμό του Γ. Β., ενώ τους νόμιμους τόκους τους πλήρωνε στην Τράπεζα..... Στην αίθουσα διασκέψεων του γραφείου του Σ. Π. στον 5ο όροφο, (όπου στεγαζόνταν μέχρι το έτος 2003 ή 2004 και μετά μετακόμισε σε μικρότερο γραφείο στο 2ο όροφο), είχε συναντήσει η Β. Σ., όταν πήγε για το δάνειο που θα ελάμβανε από τον Α. Δ. και άλλη μια κυρία, να περιμένει για δάνειο μέσω του γραφείου του ανωτέρω. Μάλιστα πήγε μαζί της στο Πρωτ/κείο Πειραιά και έδωσε την συναίνεσή της κι αυτή για προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου της. Τότε συνοδεύονταν από τον δικηγόρο γυιό του, Π. Γ. και την οδηγούσε στο Πρωτοδικείο για τις προσημειώσεις, όπως και μια άλλη δικηγόρος αργότερα. Ακολουθείτο διαδικασία εκταμίευσης των δανείων από την Β. Σ. μέσω του Σ. Π.. Ο τελευταίος καλούσε την Β. Σ. στο γραφείο του, "έκοβε" στο όνομά του (σε διαταγή εμού του ιδίου) από μπλοκ επιταγών του μια επιταγή της CITIBANK με όλο το κεφάλαιο του δανείου, μετά την οπισθογραφούσε και της την παρέδιδε, πήγαινε η ίδια συνοδευόμενη από το συνεργάτη του Γ. Β. στο κατάστημα της CITIBANK που ήταν απέναντι από το γραφείο του, εισέπραττε δε το ποσό της επιταγής, επιστρέφοντας όμως στο γραφείο του, του έδινε από τα χρήματα που είχε εκταμιεύσει την προμήθεια του 10%, καθώς και ότι έξοδα είχαν γίνει, χωρίς να της δίνει γι' αυτά απόδειξη και έφευγε με το υπόλοιπο του κεφαλαίου των δανείων. Περαιτέρω ακολουθείτο η διαδικασία αποπληρωμής των τοκογλυφικών τόκων. Τις συν/κές αποδοχής της Β. Σ., τις οποίες κρατούσε όλες ο Σ. Π., πήγαινε η πρώτη και εξοφλούσε είτε στο γραφείο του, είτε σε Τράπεζες που της υπεδείκνυε ή στο κατ/μα της στο ..., που κατ' εντολή του προσήρχετο για να τις εισπράξει ο συνεργάτης του Γ. Β.. Μετά την εξόφλησή τους στον Σ. Π. ή στο συνεργάτη του Γ. Β. οι συν/κές δεν της δίδονταν. Ο Σ. Π. της έλεγε ότι θα της πάρει από τους δανειστές και θα της τις φέρει, ενώ ο Γ. Β. της έλεγε ότι δεν τις έχει, θα τις πάρει από τον Σ. Π., τέτοια εντολή έχει και ότι αποδεικνύει την εξόφλησή τους μόνο με παραστατικά κατάθεσής τους. Ως προς τις συν/κές αποδοχής της που έδινε ο Σ. Π. σε Τράπεζες αφορώσες μόνο το πρώτο δάνειο που έλαβε από την Α. - Α. Σ., όταν η Β. Σ. πήγαινε στις Τράπεζες και τις πλήρωνε και τις ελάμβανε στα χέρια της, για πρώτη φορά έβλεπε ότι ανέγραφαν ως δικαιούχους τους ανωτέρω δανειστές της, τους οποίους ουδέποτε είχε συναντήσει..... Στις 12 μηνιαίες συν/κές που αποδεχόταν η Β. Σ. προς εξασφάλιση των τοκογλυφικών τόκων των δανείων, ο ετήσιος τόκος χωριζόταν σε δώδεκα ισόποσα, που άρχιζε να καταβάλλει από τον πρώτο μήνα, παρέμεναν δε αυτές στην κατοχή του Σ. Π., ο οποίος της είχε δώσει προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του και προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του Γ. Β. για να καταβάλλει μηνιαίως τα ποσά των συν/κών. Για το δάνειο 6.000 ευρώ που η Β. Σ. έλαβε από την Τ. Κ. δεν εκδόθηκε Δ/γή Πληρωμής σε βάρος της, ούτε ενεγράφη προσημείωση υποθήκης σε ακίνητό της. Έγινε χρήση από τη δανείστρια "του ίδιου κυκλώματος και της ίδιας μεθοδολογίας τοκογλυφικής δανειοδότησης", ώστε να μην έλθει ( η Β. Σ.) σε επαφή μαζί της και να εξασφαλιστούν οι τοκογλυφικοί τόκοι με την μεσολάβηση του γραφείου του Σ. Π. και με σύμβαση. Η χειρόγραφη σύμβαση συντάχθηκε και της προσκομίστηκε προς υπογραφή στο κατ/μα της (Β. Σ.) στο ... από τον Σ. Π. δια του συνεργάτη του Γ. Β...... Κατά τη σύναψη των δανείων ο Σ. Π. προσωπικά ελάμβανε την προμήθεια του 10% σε μετρητά. Η Β. Σ. για τα παραπάνω δάνεια έλαβε το ποσό του κεφαλαίου τους, μειωμένο κατά το ως άνω ποσό της προμήθειας του Σ. Π., καθώς και κατά το ποσό των εξόδων για χαρτοσήμανση και προσημειώσεις. Τις αιτήσεις των δανειστών της για έκδοση Δ/γών Πληρωμής προς είσπραξη των τοκογλυφικών τόκων, ο Σ. Π. δεν τις κατέθετε ο ίδιος ως πληρεξούσιος δικηγόρος των ανωτέρω, ούτε και δίκαζε ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους στις δίκες επί των ανακοπών της κατά των Δ/γών αυτών Πληρωμής που εκδίδονταν σε βάρος της. Ο Σ. Π. μεριμνούσε προς τούτο σε συνεννόηση με τους γνωστούς του δανειστές, αφού οι συν/κές για τις οποίες εκδίδονταν οι Δ/γές Πληρωμής ήταν στα χέρια του και προφανώς σκόπιμα απέφευγε να εμφανίζεται ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αιτούντων δανειστών της. Από τους ανωτέρω δανειστές η Α. Σ. και η Τ. Κ. ήταν φίλες, ενώ και οι άλλοι δύο, Α. Δ. και Π. Ο., γνωρίζονταν μεταξύ τους, αφού η τελευταία του οπισθογράφησε την με ημερομηνία 29/5/2004 συν/κή αποδοχής της ποσού 14.674 ευρώ, για την οποία αυτός αμέσως μετά, ως νόμιμος κομιστής της, υπέβαλε αίτηση για έκδοση Δ/γής Πληρωμής εναντίον της Β. Σ...... Με τον δικηγόρο γυιό του Σ. Π. πήγε στο Πρωτοδικείο Πειραιά για την προσημείωση υποθήκης σε ακίνητό της, εχρησιμοποιείτο δε και μια άλλη δικηγόρος που είχε στο γραφείο του όταν μετακόμισε στο 2ο όροφο του ίδιου κτιρίου (το έτος 2003 ή 2004 και αφού η Β. Σ. είχε λάβει τα δάνεια από τον Α. Δ. και την Π. Ο.). Όμως στο λογαριασμό του τελευταίου καταθέτονταν τα χρήματα στα οποία είχε πρόσβαση, εμφανιζόμενος αυτός αντί του Σ. Π. ώστε να μην γίνεται αντιληπτή η προέλευσή τους και εν γνώσει του εχρησιμοποιείτο το ονοματεπώνυμο του για να μη φαίνεται ο ίδιος ο Σ. Π. ως εμπλεκόμενος με τα δάνεια. Στο γραφείο του Σ. Π. στον 5ο όροφο δούλευαν αρκετά άτομα, αφότου όμως κατέβηκε στο 2ο όροφο εργαζόταν μόνο μια κυρία ως γραμματέας.....Ο Μ. Α. χρειάστηκε το έτος 1998 χρήματα προς αντιμετώπιση οικογενειακών προβλημάτων υγείας και κατέφυγε σε δανεισμό.... Πήγε στον Σ. Π. με την σύζυγό του και έλαβαν μέσω αυτού και στο όνομά της ένα δάνειο 8.000.000 δρχ, από τον Α. Δ.....Από το ποσό των 8.000.000 δρχ. του δανείου ελήφθη από τον Π. Σ. μόνο το ποσό των 6.220.000 δρχ., ενώ πληρώθηκαν έξι (6) μήνες για τόκους και έγινε χρέωση με συν/κές για άλλους έξι (6) μήνες σχετικά με τόκους (οι οποίοι πληρώθηκαν), διότι φαινόταν στη σύμβαση ο νόμιμος τόκος, αλλά με βάση τις συν/κές που είχαν υπογραφεί ο τόκος ήταν 24% (στα έγγραφα ήταν 12% ο τόκος και πληρώθηκε στον Σ.Π. το άλλο 12%)...... Οι συνεννοήσεις για τα δάνεια γίνονταν όλες με τον Σ. Π. στο γραφείο. Αυτός διατηρούσε μεγάλο γραφείο στον 5ο όροφο του ακινήτου στην οδό ... και το έτος 2003 μετακόμισε σε ένα μικρότερο γραφείο στο 2ο όροφο της ίδιας οικοδομής, όπου απ' έξω είχε πινακίδα με το όνομα του γυιού του δικηγόρου Γ. Π. και έτερης δικηγόρου ονόματι Φ...... Το σύστημα με το οποίο έγινε ο δανεισμός, ήταν η συγγραφή μιας σύμβασης εκ μέρους του Σ. Π., στην οποία αναγραφόταν ως ποσό το αρχικό κεφάλαιο με το νόμιμο τότε τόκο. Ο επιπλέον τοκογλυφικός τόκος δεν εμφανιζόταν στη σύμβαση. Ο δανειζόμενος υπέγραφε μια συν/κή διάρκειας ενός μηνός με το σύνολο του ποσού και δώδεκα μηνιαίες δόσεις, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο νόμιμο τόκο και οι οποίες κατετίθεντο σε Τράπεζα το χρόνο που θα ερχόταν. Ο επιπλέον τοκογλυφικός τόκος μοιραζόταν κι αυτός σε δώδεκα ισόποσες δόσεις, οι οποίες άρχιζαν να πληρώνονται από τον επόμενο μήνα και τις κατέθετε (δόσεις) ο δανειζόμενος, ή σε λογαριασμό ενός συνεργάτη του Σ. Π., του Γρ.Β. , ή πλήρωνε το ποσό σε μετρητά (επισκεπτόταν ο Γ. Β. την Β. Σ. στο κατ/μα) και γινόταν καταβολή χρημάτων πάντα χωρίς να δίνεται απόδειξη από τον Σ. Π. ή τον Γ. Β.. Επί του συνόλου των ποσών, ο Σ. Π. έπαιρνε αμοιβή 10% από τον δανειολήπτη και αν ο δανειζόμενος ήταν φερέγγυος και συνεπής, είχε το περιθώριο ανανέωσης της περιόδου δανεισμού για άλλο ένα έτος, ή και δύο ή και τρία, ανάλογα με το πόσο απαιτείτο. Η Β. Σ. αφού υπέγραψε την πρώτη σύμβαση, ουδέποτε συνάντησε τη δανείστρια Α. - Α. Σ. ή τον εκάστοτε επόμενο δανειστή, ενέγραψε υποθήκη (προσημείωση) επί ενός οικοπέδου αξίας 450.000 ευρώ στο Ντράφι για τα ποσά αυτά>>. 'Ετι περαιτέρω το βούλευμα, αναφερόμενο στις εκδοθείσες μέχρι τότε αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων (που μνημονεύει), επί ανακοπών κατά των προαναφερομένων διαταγών πληρωμής, δέχεται ότι: <<Η Β. Σ. κατέφυγε σε εξωτραπεζικό δανεισμό, απευθυνθείσα προς τούτο στο γραφείο του Σ. Π., ο οποίος είχε διατελέσει δικηγόρος Πειραιά και διατηρούσε επί της οδού ... δικηγορικό γραφείο. Ο ανωτέρω συνδεόταν με κύκλωμα προσώπων, τα μέλη του οποίου προέβαιναν σε κατ' επάγγελμα χορηγήσεις δανείων σε ιδιώτες, σε περιπτώσεις εμπόρων όπου λόγω εγγραφής τους στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ δεν ήταν εφικτός ο τραπεζικός τους δανεισμός. Αυτός εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος όλων των παραπάνω προσώπων, συναλλασσόταν με τους υποψηφίους δανειολήπτες, ενώ αυτοί δεν έρχονταν καθόλου σε επαφή με τους δανειστές τους, για την διαμεσολάβηση του δε αυτή ελάμβανε από κάθε συναλλαγή προμήθεια της τάξης του 10%. Προς τούτο διέθετε οργάνωση, η οποία του επέτρεπε να διατηρεί έλεγχο επί των καταβολών που αφορούσαν τους ως άνω δανεισμούς, κάνοντας χρήση ιδιαίτερα των υπηρεσιών του συνεργάτη του Γ. Β., ο δε έλεγχος αυτός συνίστατο στην κατάθεση, σε λογαριασμούς δικούς του και του ανωτέρω συνεργάτη του, των ποσών των δόσεων των δανείων από τους δανειολήπτες..... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω συνάγεται ότι ο Σ. Π. και οι εκπροσωπούμενοι από αυτόν, προέβαιναν σε κατ' επάγγελμα εξωτραπεζικό δανεισμό, ενώ όλη η ως άνω παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα του ανωτέρω δικηγόρου ήταν γνωστή στους επιχειρηματικούς κύκλους..... Οι δανειοδοτήσεις προς την Β. Σ. έγιναν "μέσω ενός μηχανισμού", τον οποίο διηύθυνε ο Σ. Π., ο οποίος συνδεόταν με χρηματοδότες, κατήρτιζε τις συμβάσεις, επιμελείτο των εμπραγμάτων ασφαλίσεων των δανείων, προέβαινε σε προφορικές συμφωνίες διαφορετικές των εγγράφως συμφωνηθέντων, σε ανανεώσεις των δανείων, σε έκδοση συν/κών για εξασφάλιση καταβολής του κεφαλαίου και των μηνιαίων τόκων (συμβατικών ή μη)>>. Δέχεται περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφερόμενο στην κατ/νη Σ., που ισχύει και για τους λοιπούς κατ/νους, (αφού προηγουμένως μνημονεύει κατά χρόνο τα δελτία καταθέσεως τραπεζών και τις συν/κές με ημερομηνία λήξης, από τα οποία και τις οποίες προκύπτει η κατάθεση χρημάτων από την Σ., σε λογαριασμό του Π. ή του Β., και δι' αυτών στους δανειστές της), ότι << Κατά τη συνομολόγηση των προαναφερομένων δανείων και προς διασφάλιση της καταβολής των τοκογλυφικών τόκων, οι κατ/νοι προνόησαν δια του εκπροσώπου των Σ. Π., 1) για την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με την εγκαλούσα, που ανέγραφε ως συμφωνηθέντα τόκο το νόμιμο, αντί να αναγράφει τον πραγματικά συμφωνηθέντα τοκογλυφικό τόκο, 2) για την αποδοχή από την εγκαλούσα μιας ισόποσης με το κεφάλαιο του δανείου συν/κής, λήξης κατά την ημερομηνία χορήγησης του δανείου, 3) για την αποδοχή από την εγκαλούσα δώδεκα συν/κών έως του συνολικού ποσού του ετήσιου νόμιμου τόκου του δανείου , με ημερομηνία λήξης εκάστης ανά μήνα, 4) για την πληρωμή από την εγκαλούσα, σε μετρητά, με κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς του Σ. Π. ή του συνεργάτη του Γ. Β. , 12 μηνιαίων δόσεων έως το συνολικό ποσό του ετήσιου τοκογλυφικού τόκου κάθε δανείου και 5) για την συναινετική εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο προαναφερόμενο ακίνητο της Β. Σ. έως το κεφάλαιο του δανείου,(σελ.42)>>. Περαιτέρω, ως προς τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το βούλευμα δέχθηκε ότι, << Ο Π. Σ. αρνείται ότι είχε συμμετοχή στην υπό κρίση υπόθεση της τοκογλυφίας, καθόσον είχε συνταξιοδοτηθεί από το έτος 2000 και δεν υπήρχε δικηγορικό γραφείο, αναφέροντας στην έφεσή του Π.Δ/τα, πιστοποιητικά της Δ.Ο.Υ. Πειραιά, τις μηδενικές καταναλώσεις της ΔΕΗ του γραφείου του, βεβαιώσεις του ΔΣ Πειραιά. Στο 45/6-3-2000 ΦΕΚ τευχ.Γ' αναφέρεται η Υπουργική Απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση παραίτησής του από την δικηγορία (βλ. και το 25251/15-3-2000 έγγραφο Υπουργείου Δικαιοσύνης, την από 25/2/09 επανεκτύπωση βεβαίωσης διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της Α' Δ.Ο.Υ. Πειραιά). Στο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με βάση την τροποποιητική δήλωση για το οικονομικό έτος 2000 αναγράφεται ο Π. Σ. ως δικηγόρος. Είχε προσκομίσει τα από 22/12/03, από 22/8/03, 20/10/03, 21/7/03 εκκαθαριστικά λογαριασμού ΔΕΗ στο όνομα Π. Β. για ακίνητο της οδού ... τελικού ποσού πληρωμής 99 ευρώ, 107 ευρώ, 130,46 ευρώ, 170 ευρώ αντίστοιχα. Προσκόμισε λογαριασμούς του ΟΤΕ για ακίνητο στην οδό ... στο όνομα του Π. Γ. και για χρονικό διάστημα από 23/4/03 - 26/6/03, 27/6/03 - 27/8/03, 23/4/03- 26/6/03, ποσού αντίστοιχα 44 ευρώ, 27 ευρώ, 3 ευρώ. Με το υπ' αριθμ. .../15-9-2009 συμβόλαιο ο Σ. Π. μεταβίβασε στην Β. Κ. οριζόντιες ιδιοκτησίες με αριθμούς 51,52,53,54,55,56 του ΣΤ' ορόφου της πολυκατοικίας της .... Όμως από την απολογία του την 27/6/2008 εξάγεται ότι γινόταν χρήση του γραφείου του, αφού σ' αυτό παρέμειναν ως δικηγόροι ο γυιός του Γ., η Π. Φ. και η Γ. Γ. και μετέπειτα περνούσε και ο ίδιος από εκεί. Εκ των κατατεθέντων υπό των μαρτύρων, εξάγεται ότι ο Σ. Π. χρησιμοποιούσε τούτο για την δραστηριότητα του σε σχέση με τα δάνεια..... Στην υπό κρίση υπόθεση σημασία έχει ότι έλαβαν χώρα, σύναψη δανειακών συμβάσεων με τοκογλυφικούς τόκους, ανανέωση αυτών, επιδίωξη - εκπλήρωση των τοκογλυφικών ωφελημάτων σε βάρος των δανειζομένων και όχι περί του αν έγινε καταβολή του κεφαλαίου του δανείου. Ο Σ. Π. προέβη σε ενέργειες άνευ των οποίων δεν θα καθίστατο δυνατή η συνομολόγηση των τοκογλυφικών ωφελημάτων, γενομένων και καταβολών σε λογαριασμό του. Σ' αυτόν απευθύνονταν οι δανειολήπτες για τη σύναψη δανείων, για την ανεύρεση δανειστών. Από δε τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις εξάγεται, ότι ελάμβανε προμήθεια 10% επί των χορηγουμένων δανείων και ότι συνεργαζόταν με τον Γ. Β. για τις συμφωνίες δανείων με τοκογλυφικά ωφελήματα. Με το από 27/6/08 υπόμνημά του ισχυρίζεται ότι εφ' όσον προσκομίσει η Β. Σ. τα έγγραφα των δανειακών συμβάσεων, θα αποδεχθεί ότι σε όλες τις ανωτέρω συμβάσεις το συμφωνημένο επιτόκιο είναι το νόμιμο, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ανυπαρξία τοκογλυφίας. Όμως αφού δεν είχε ανάμειξη σ' αυτές τις συμβάσεις, διερωτάται κανείς πως γνώριζε το περιεχόμενο αυτών. Ακόμη σε σύμβαση δανείου με τοκογλυφικό τόκο, κατά την κοινή πείρα και λογική δεν αναγράφεται αυτός ο τόκος, διότι αμέσως δια του ιδίου εγγράφου αποδεικνύεται η τέλεση της τοκογλυφίας. Εκ των παραπάνω καταθέσεων και των δικαστικών αποφάσεων συνάγεται, ότι ως προς αυτό υπήρχε προφορική συμφωνία και προέβαινε ο δανειζόμενος σε αποδοχή συν/κών, εκτός από την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο του. Θεωρεί ότι η προσαγωγή συν/κών με μόνη την υπογραφή του αποδέκτη δεν αποτελεί απόδειξη, εφ' όσον η αντίδικος θα ήταν δυνατόν να "κατασκευάσει". Όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός αυτός και εκ των παραπάνω στοιχείων προκύπτουν το ύψος των δανείων, ο συμβατικός και τοκογλυφικός τόκος. Ο Σ. Π. στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 8/10/01 έως 28/7/05 παρείχε άμεση συνδρομή στους δανειστές Α. - Α. Σ., Α. Δ., Π. Ο. και Τ. Κ. κατά την τέλεση απ' αυτούς και κατά τη διάρκεια της αξιόποινης πράξης της τοκογλυφίας σε βάρος της εγκαλούσας Β. Σ., την οποία τελούσαν άπαντες κατ' επάγγελμα και οι τρεις πρώτοι και κατά συνήθεια. Ο Σ. Π. μέσω γραφείου χορηγήσεων δανείων που διατηρούσε, (κεκαλυμμένα εντός του χώρου του δικηγορικού του γραφείου), συνέδραμε τους ανωτέρω κατά την τέλεση της κακουργηματικής εκ μέρους τους τοκογλυφίας σε βάρος της Β. Σ., ως αυτή περιγράφεται πιο πάνω και υποδεικνύοντας κατ' αρχήν σ' αυτούς την εγκαλούσα ως υποψήφια δανειολήπτρια, συντάσσοντας ως εκπρόσωπος των ανωτέρω προσώπων τις προπεριγραφόμενες συμβάσεις δανείων με την εγκαλούσα, εξασφαλίζοντας την καταβολή του κεφαλαίου των δανείων και των τοκογλυφικών τόκων τους με συν/κές αποδοχής της εγκαλούσας, για τις οποίες στην περίπτωση που δεν πληρωνόντουσαν, εκδίδονταν Δ/γές Πληρωμής, επιμελουμένου των εμπραγμάτων ασφαλίσεων των δανείων κατόπιν ελέγχου της ακίνητης περιουσίας της τελευταίας, προβαίνοντας σε ανανεώσεις και παρατάσεις πληρωμής των δανείων, ελέγχοντας τις εκάστοτε καταβολές της που αφορούσαν την αποπληρωμή των δανείων και των τόκων τους, κάνοντας χρήση και υπηρεσιών και τραπεζικού λογαριασμού του συνεργάτη του Γ. Β.. Στις πράξεις του προέβη εν γνώσει του δόλου των δανειστών προς καταβολή σ' αυτόν από την Β. Σ. προμήθειας 10% επί του χορηγούμενου ποσού κάθε δανείου, άνευ των οποίων καθίστατο ανέφικτη η τέλεση της κυρίας πράξης. Η Α. - Α. Σ., η Ο. Π. και ο Α. Δ. (πλην της Τ. Κ.) ενήργησαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτής και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, προκύπτει σαφώς σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους>>. η) Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, αυτό, διορθώνοντας το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος (766/09), απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος (ως και τις εφέσεις των Σ., Κ. και εν μέρει του Β.), παραπέμποντας αυτόν αρμοδίως για άμεση κακουργηματική συνέργεια κατ' εξακολούθηση, σε κακουργηματική τοκογλυφία, (κατ' εξακολούθηση και μη, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και μη), μόνον για συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων και επιδίωξη εκπλήρωσης - είσπραξης αυτών, (όχι και για λήψη τούτων), ως προκύπτει από τον συνδυασμό σκεπτικού - διατακτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος. θ) Μ' αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, ως προς την συνομολόγηση, κατά την παροχή δανείων, τοκογλυφικών ωφελημάτων, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ορθά εφαρμόζοντας τον νόμο, χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, αφού λεπτομερώς εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά το ανωτέρω έγκλημα, δηλαδή αναφέρονται στο σκεπτικό και διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, η παθούσα, οι δανειστές της, τα ποσά και ο χρόνος σύναψης δια συμβάσεων (εγγράφων) των δανείων, οι χρόνοι παράτασης και ανανέωσης αυτών, η συνομολόγηση των παρανόμων τόκων, το ύψος του νόμιμου και παράνομου επιτοκίου, το ποσό των νομίμων τόκων και το ποσό των παράνομων τόκων, οι συν/κές και τα καταθετήρια των τραπεζών, που αποδεικνύουν καταβολή χρημάτων από την παθούσα στους δανειστές της μέσω Π. και Β., δεν ήταν δε απαραίτητο να αιτιολογήσει επαρκώς τι ποσό, (και με ποιές ειδικότερα συν/κές ή σε αυτούσιο χρήμα), η παθούσα κατέβαλε στους δανειστές της από κεφάλαιο, νόμιμους και παράνομους τόκους, διότι δεν παραπέμπονται αυτοί για λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, αλλά για συνομολόγηση τέτοιων, (συνομολόγηση - λήψη μια πράξη). Εναργώς δε το βούλευμα εκθέτει όλα τα στοιχεία που στοιχειοθετούν την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των πράξεων των δανειστών, ως και των κατ' επάγγελμα και συνήθεια τέλεση των πράξεων του αμέσου συνεργού αναιρεσείοντος, (κάλυψη στο γραφείο του γυιού του δικηγόρου, γραφείο στον δεύτερο όροφο, διάρκεια και λοιπές περιστάσεις). Επί πλέον δε, εφόσον το βούλευμα δέχεται, ότι ο αναιρεσείων λάμβανε προμήθεια 10% για κάθε σύμβαση δανείου, κατήρτιζε αυτός χωρίς ο ίδιος να υπογράφει τούτες αλλά οι δανειστές, καθόριζε ως εκπρόσωπος των δανειστών τον παράνομο τόκο, τον χρόνο εξοφλήσεως του δανείου, τις προσημειώσεις, τις συν/κές, την έκδοση δι' άλλων δικηγόρων διαταγών πληρωμής, ορθά με πρόθεση ως άμεσο κακουργηματικό συνεργό στις άνω πράξεις παρέπεμψε αυτόν (Α.Π. 1860/01), αφού οι δανειστές δι' αυτού, ως παρενθέτου προσώπου, ενήργησαν κακουργηματικές τοκογλυφικές πράξεις. Επομένως, όλοι οι λόγοι της αναίρεσής του, περί αντιποίησης δικηγορικού επαγγέλματος (δεν ασκήθηκε τέτοια ποινική δίωξη κατ'αυτού), περί ελλείψεως προθέσεως, περί ελλείψεως υπογραφών του στις συμβάσεις, περί μη λήψης υπόψη των εγγράφων που προσκόμισε και που αποδεικνύουν την έλλειψη της ιδιότητας του δικηγόρου και άρα κατ'αυτόν μη έχοντος γραφείο για να τελεί τοκογλυφικές πράξεις, περί μη υπογραφής αυτού στις συν/κές, περί απαλλαγής της ευθύνης του Β. (που δεν ευσταθεί), ως και περί έλλειψης της αντιπροσώπευσης των δανειστών κατ'άρθρ. 211 Α.Κ. και τέλος ότι η παραπομπή του στηρίχθηκε σε δύο καταθέσεις μαρτύρων, είναι στην ουσία τους αβάσιμοι, διότι αφενός μεν πρόκειται περί διαφορετικής εκτίμησης υπ'αυτού πραγματικών περιστατικών από αυτά που δέχθηκε το συμβούλιο, αφετέρου δε περί αναγωγής στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου εφετών και τέλος στην έννοια της αντιπροσώπευσης των δανειστών περιλαμβάνεται και το παρένθετο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους. Το αν δε εξαίρονται οι καταθέσεις των δύο μαρτύρων, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και οι άλλες, ούτε, επειδή εξαίρονται λεπτομερώς ορισμένα αποδεικτικά μέσα, σημαίνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά (απολογίες). Με βάση τα ανωτέρω, η υπό κρίση αναίρεση, ως προς την συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, πρέπει ν' απορριφθεί. ι) Ως προς την επιδίωξη εκπλήρωσης - είσπραξης όμως των τοκογλυφικών ωφελημάτων, το βούλευμα διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, με αποτέλεσμα το ανέφικτο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (404 § 2β'Π.Κ.). Και τούτο διότι: Ενώ αναφέρεται στο βούλευμα (σκεπτικό - διατακτικό), ότι οι κατ/νοι Σ. , Ο. και Δ., με την άμεσο συνέργεια των Π. και Β., κατά την σύναψη των δανείων των 15.000.000 δρχ. (44.020 ευρώ), των 5.000.000 δρχ. (14.673 ευρώ), των 29.347 ευρώ και των 14.674 ευρώ, ελάμβαναν από την Β. Σ., δια του Π., ισόποσες συν/κές με το κεφάλαιο κάθε δανείου, στις οποίες δεν ενσωματώνονταν παράνομοι τόκοι και ενώ κατά το ίδιο βούλευμα, οι αναφερόμενες σ'αυτό αιτήσεις για διαταγές πληρωμής και οι επ' αυτών εκδοθείσες διαταγές πληρωμής και οι αντίστοιχες επί ανακοπών εκδοθείσες αποφάσεις δικαστηρίων, αναφέρουν και πραγματεύονται μόνο τα ανωτέρω ποσά, που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο του κάθε δανείου, χωρίς τους παράνομους τόκους, εν τούτοις αντιφατικά το ίδιο βούλευμα δέχεται, ότι οι ανωτέρω κατ/νοι και συνεπώς και ο άμεσος αυτών συνεργός Π. (και Β.), ενώ γνώριζαν, ότι οι συν/κές αυτές ενσωμάτωναν τοκογλυφικά ωφελήματα, επεδίωξαν δια των ανωτέρω διαταγών πληρωμής την εκπλήρωση - είσπραξη αυτών. Η αντίφαση αυτή δημιουργεί κενό, ως προς την εφαρμογή ή μη του άρθρ. 404 §2 β' Π.Κ., καθόσον το κεφάλαιο δεν είναι παράνομο, οι τόκοι είναι παράνομοι. Οι συν/κές αφορούν μόνον κεφάλαιο και όχι παράνομους τόκους. Εμφιλοχωρεί όθεν αντίφαση στο βούλευμα ως προς τις συν/κές που αφορούσαν μόνον το κεφάλαιο, γιατί ενσωμάτωναν ταυτόχρονα και τα τοκογλυφικά ωφελήματα. Αποτέλεσμα η αντίφαση αυτή έχει, να μην μπορεί αναιρετικά να κριθεί, αν πρόκειται ή όχι περί διάπραξης εγκλήματος τοκογλυφίας δια της επιδίωξης της εκπλήρωσης τοκογλυφικών ωφελημάτων, υπαρχούσης μετά ταύτα εκ πλαγίου παραβάσεως του νόμου (484 § 1 β' ΚΠΔ). Επειδή δε στην πράξη αυτή (404 § 2β'Π.Κ.) ο αναιρεσείων παραπέμπεται για άμεση συνέργεια, για να κριθεί αν στοιχειοθετείται ή όχι αυτή, πρέπει να κριθεί πρώτα αν στοιχειοθετείται το έγκλημα τούτο και ως προς τους φυσικούς αυτουργούς, της έρευνας επεκτεινομένης και σ' αυτούς, κατ' άρθρ. 469 ΚΠΔ, αφού η ποινική ευθύνη του αμέσου συνεργού, εξαρτάται από την ποινική ευθύνη των φυσικών αυτουργών. Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί εν μέρει, ήτοι ως προς μόνο το έγκλημα της επιδίωξης της εκπλήρωσης - είσπραξης τοκογλυφικών ωφελημάτων, κατά τις βάσιμες περί τούτου αιτιάσεις του δευτέρου και τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως του αιτούντος - κατ/νου. ια) Ο αναιρεσείων με την υπό κρίση από 26-4-10 αναίρεσή του, ζητά την αυτοπρόσωπη, κατ' άρθρο 485 §1β' ΚΠΔ, ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου εμφάνισή του. Για το αίτημά του τούτο, κρινόμενο είτε με την κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης ισχύσασα διάταξη του άρθρ. 309 §2 ΚΠΔ, είτε με την ισχύουσα τώρα, μετά την αντικατάστασή της από το άρθρ 18 §2 Ν.3904/23-12-10, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ως τούτο στην αναίρεσή του είναι διατυπωμένο, ο αναιρεσείων δεν ζητά την υποχρεωτική ενώπιον του Συμβουλίου εμφάνισή του, αλλά εκφράζει ευχή ως προς αυτό. <<Επειδή αιτούμαι και προσφέρομαι να εμφανισθώ αυτοπροσώπως ενώπιον υμών, εάν τούτο κριθεί (από το Συμβούλιο) αναγκαίο >>. Ανεξαρτήτως τούτου και πριν τον Ν. 3904/10 και μετά απ' αυτόν, η εμφάνιση στο συμβούλιο κατόπιν αιτήματος του διαδίκου ήταν υποχρεωτική. Για να είναι όμως υποχρεωτική (και τότε και τώρα), πρέπει το αίτημά του να είναι παραδεκτό και ορισμένο και όχι απαράδεκτο και αόριστο (Α.Π. 816/98 Π.Χρ. ΜΘ' 422 και Α.Π. 1664/84 Π.Χρ. ΛΕ' 503). Στην προκειμένη περίπτωση, το ανωτέρω αίτημα του αναιρεσείοντος, (εφόσον κριιθεί ότι δεν αποτελεί ευχή), είναι μεν παραδεκτό (νόμιμο) κατ' άρθρ. 485 §1β ' ΚΠΔ, όμως δε στην ουσία του είναι αόριστο, γιατί δεν προσδιορίζει το θέμα, (διασαφήσεις και ποιες ως προς λόγο ή λόγους της αναιρέσεως), για το οποίο θέλει να ακουσθεί, (αυτός προ του Ν. 3904/10 - ο συνήγορός του μετά τον Ν 3904/10), επί πλέον δε, μετά τον Ν. 3904/10 (596, 601 ΚΠΔ), δεν προσδιορίζει το εξαιρετικόν της περίπτωσης, με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ώστε να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να του επιτρέψει (μετά του συνηγόρου του) την ενώπιόν του εμφάνιση. Με βάση αυτά, το ανωτέρω αίτημα του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να γίνει τυπικά δεκτή και α) Να απορριφθεί εν μέρει στην ουσία της, η υπ' αριθμ. 7/10 αίτηση αναίρεσης του κατ/νου Σ. Π. του Γ. και Κ., κατοίκου ... (...), κατά του υπ' αριθμ. 120/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, κατά το μέρος που αφορά το έγκλημα της άμεσης συνέργειας στην συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων.
Β) Να γίνει εν μέρει δεκτή στην ουσία της, η υπ' αριθμ. 7/10 αίτηση αναίρεσης του κατ/νου Σ. Π. του Γ. και Κ., κατοίκου ... (...), κατά του υπ' αριθμ. 120/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, κατά το μέρος που αφορά το έγκλημα της άμεσης συνέργειας στην επιδίωξη της εκπλήρωσης - είσπραξης τοκογλυφικών ωφελημάτων. Β) Να αναιρεθεί, το ανωτέρω υπ' αριθμ. 120/10 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, κατά το μέρος τούτο (Α β) και μόνον. Γ) Να παραπεμφθεί στο Εφετείο Πειραιώς η παρούσα υπόθεση (519 ΚΠΔ) προς νέα κρίση, του Δικαστικού Συμβουλίου συγκροτουμένου από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗ (9/10) α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 476 §1 α , 485 §1, 513§1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν ο ασκών αυτή δεν έχει εκ του νόμου το δικαίωμα (δεν νομιμοποιείται) να την ασκήσει. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ' 751). β) Από τις διατάξεις των άρθρ. 596 §1, 601 §1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με την διάταξη του άρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το άρθρ. 38 εδ. α' τούτου, αφού στο άρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ. (Ολ. Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, το άρθρο 482 ΚΠΔ, στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να ισχύει. γ) Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού (482 ΚΠΔ), προκύπτει ότι, κατά των βουλευμάτων του συμβουλίου εφετών, που εκδίδονται κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του εφετείου και αφορούν απόρριψη αιτήσεως του κατ/νου για αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους (Α.Π. 1943/03), ως και εκείνων που απορρίπτουν αίτηση του κατ/νου για άρση των περιοριστικών όρων (Α.Π. 1532/86, Π.Χρ. ΛΖ'194), ή αντικατάσταση αυτών με άλλους (282 επ. ΚΠΔ), δεν επιτρέπεται αναίρεση, αφού εκ του άνω άρθρου δεν χορηγείται τέτοιο δικαίωμα στον κατ/νο, χωρίς εκ τούτου να προσβάλλεται η αρχή της δίκαιης δίκης, που κατοχυρώνεται στο άρθρ. 6 §1 της ΕΣΔΑ, ούτε το άρθρο 20 §1 του Συντάγματος. (Α.Π. 610/03). δ) Από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής : Το Συμβούλιο Πλημ/κών Πειραιώς, με το 766/09 βούλευμά του, παρέπεμψε τον κατ/νο Σ. Π. ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Πειραιώς, για να δικασθεί ως υπαίτιος άμεσης κακουργηματικής συνέργειας κατ' εξακολούθηση, σε κακουργηματική τοκογλυφία τεσσάρων φυσικών αυτουργών (46 §1 β, 98, 404 §§2, 3 Π.Κ.), διατήρησε δε την 37/08 Διάταξη του ΣΤ' Ανακριτή Πειραιώς, με την οποία του επιβλήθηκαν οι περιοριστικοί όροι της εγγυοδοσίας εκ 12.000 ευρώ ως και της απαγόρευσης εξόδου του από την χώρα. Ο κατ/νος τούτος άσκησε έφεση. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το 120/16-4-10 βούλευμά του απέρριψε στην ουσία την έφεσή του, διορθώνοντας ως προς αυτόν το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος (766/09), κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, (κακουργηματική άμεση συνέργεια κατ' εξακολούθηση, σε τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση και μη, κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και μη). Μετά την έκδοση του εφετειακού ανωτέρω βουλεύματος (120/10), ο κατ/νος Σ. Π. υπέβαλε, δια πληρεξουσίου, την από 26-04-2010 αίτηση στο Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, για άρση των περιοριστικών όρων, που τέθηκαν σ' αυτόν με την ανωτέρω 37/08 Ανακριτική Διάταξη. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, απέρριψε στην ουσία την αίτησή του, εκδίδοντας το 159/28-5-10 βούλευμά του. Κατά του βουλεύματος τούτου (159/10), άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας (484 §1 α, δ, στ ΚΠΔ), που συνίστανται κατ' αυτόν στο ότι, ουδέποτε αυτός υπέβαλε αίτηση στο Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, για άρση των ανωτέρω περιοριστικών όρων, που τέθηκαν σ' αυτόν με την 37/08 Ανακριτική ανωτέρω Διάταξη. ε) Ανεξαρτήτως του ότι ο υπ' αυτού προτεινόμενος λόγος αναίρεσης δεν ευσταθεί στην ουσία του, αφού με πληρεξούσιο που χορήγησε στον γυιό του δικηγόρο Γ. Π., αυτός για λογαριασμό του υπέβαλε αίτηση στο Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, για άρση των ανωτέρω περιοριστικών όρων, η αίτηση αναίρεσης κατά του ανωτέρω βουλεύματος (159/10) είναι απαράδεκτη, καθόσον ο κατ/νος τούτος, δεν νομιμοποιείται (δεν δικαιούται) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου. στ) Κατόπιν τούτων πρέπει, κατ' άρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ακουσθεί αυτός ως διάδικος, επιβληθούν δε τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας (583 §1 ΚΠΔ), στον ανωτέρω αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 9/10 αίτηση αναίρεσης του κατ/νου Σ. Π. του Γ. και Κ., κατοίκου ... (...), κατά του υπ' αριθμ. 159/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Β) Να επιβληθούν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας στον ανωτέρω αναιρεσείοντα. Αθήνα 29-6-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως του ιδίου κατηγορουμένου κατά των 120/2010 και 159/2010 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που αφορούν την ιδία υπόθεση, ασκήθηκαν νομότυπα στις 26-4-2010 και στις 9-6-2010 αντίστοιχα, προ της καταργήσεως του ενδίκου τούτου μέσου κατά βουλευμάτων, που προβλεπόταν στο άρθρο 482 παρ.1 α του ΚΠΔ, δια του άρθρου 34 εδ.γ του ν.3904/23-12-2010, προ πάσης επιδόσεως των βουλευμάτων, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς ως εκδοθέντων των δύο αυτών βουλευμάτων στις 16-4-2-10 και στις 28-5-2010 αντίστοιχα, προ της ενάρξεως ισχύος κατά την 23-12-2010 του ανωτέρω νέου νόμου και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συνάφειας και να ερευνηθούν περαιτέρω.
Α. Επί της πρώτης με αριθμ. εκθ. 9/9-6-2010 αιτήσεως αναιρέσεως.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. Τ, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τη με αρ. 3/4-10-2011 έκθεση παραιτήσεως του, που έγινε ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Παπαδόπουλου, έχοντος την προσαρτώμενη στην έκθεση σχετική προς τούτο από 2-9-2011 ειδική εξουσιοδότηση, παραιτήθηκε από την με αριθμ. εκθ. 9/9-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του, που έχει ασκηθεί από αυτόν, κατηγορούμενο, με δήλωση ενώπιον της γραμματέως βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς, για αναίρεση του 159/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που απέρριψε αίτηση του για άρση επιβληθέντων σε αυτόν περιοριστικών όρων. που του είχαν επιβληθεί με διάταξη του Ανακριτή Πρωτοδικείου Πειραιώς, διατηρηθείσα σε ισχύ με το 766/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο, ανεξάρτητα του ότι εισήχθη στο Συμβούλιο τούτο για να απορριφθεί ως απαράδεκτο, για το λόγο ότι από το άρθρο 482 του ΚΠΔ δεν επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο κατά τέτοιου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που εκδίδεται κατά το ενδιάμεσο διάστημα μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως και αφορά απόρριψη αιτήσεως για άρση τεθέντων περιοριστικών όρων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, προεχόντως λόγω της παραπάνω παραίτησης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Β. Επί της δεύτερης με αριθμ 7/26-4-2010 αιτήσεως αναιρέσεως, στρεφόμενης κατά του με αριθ. 120/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που απέρριψε στην ουσία εφέσεις, πλην άλλων και του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, παραπεμπομένου με το πρωτόδικο 766/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς για κακουργηματική κατ' εξακολούθηση άμεση συνεργεία σε πράξη κακουργηματικής τοκογλυφίας.
1.Απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ', που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ.1 εδ. α του ΚΠΔ, επάγεται και η μη τήρηση και παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 309 παρ 2 του ΚΠΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως του άνω προσβαλλόμενου βουλεύματος(16-4-2010), με την οποία παρέχεται δικαίωμα στον διάδικο να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνιση του προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο κατά την προαναφερθείσα διάταξη να διατάξει την εμφάνιση του διαδίκου ενώπιον του. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεως της να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα, με αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σε αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, στην οποία το Συμβούλιο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά προβαίνει, προκύπτει ότι ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την 80/2009 έφεση του ζήτησε να εμφανιστεί αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς για την παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την ουσία της υποθέσεως και την βασιμότητα των λόγων της εφέσεως του. Το αίτημά του, που είναι νόμιμο (ΚΠΔ 309 παρ. 2), το εν λόγω Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην απορριπτική εισαγγελική πρόταση, το απέρριψε, με την αιτιολογία ότι "ο εκκαλών εξέθεσε διεξοδικά και πλήρως τις απόψεις του στα κρίσιμα και ενδιαφέροντα για την υπόθεση ζητήματα της ουσίας, ώστε η παρουσία του στο Συμβούλιο να μην προσφέρει τίποτε ουσιαστικό στην εκτίμηση της υπόθεσης". Με βάση τα παραπάνω το Συμβούλιο Εφετών με επαρκή αιτιολογία απέρριψε το παραπάνω αίτημα του εκκαλούντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και ο προβαλλόμενος συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
2.Τέλος, το νέο αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 309 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 18 του ν. 3904/23-12-2010, με τη διατύπωση στο κείμενο του δικογράφου της αναιρέσεως "αιτούμαι και προσφέρομαι να εμφανισθώ αυτοπροσώπως ενώπιον υμών εάν τούτο κριθεί αναγκαίο", πρέπει να απορριφθεί αφού δεν υποβάλλεται ευθέως αίτημα αλλά κατ' εκτίμηση ευχή του αναιρεσείοντος, αν κριθεί από το Συμβούλιο αναγκαίο, άλλωστε το αίτημα αυτό είναι αόριστο γιατί ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει το θέμα και για ποίο λόγο αναιρέσεως ακριβώς επιθυμεί την παροχή διασαφήσεων, ώστε να κριθεί αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που καθιστούν υποχρεωτική κατά το παραπάνω άρθρο την εμφάνιση του ιδίου αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο.
3.Από τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2α,β, 3 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας είναι υπαλλακτικώς, μικτό και ως τέτοιο, μπορεί να τελείται και με τη συνομολόγηση ή και με την επιδίωξη λήψης τοκογλυφικών ωφελημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η παραλαβή αξιόγραφων που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς να προσαπαιτείται και η είσπραξη του αναγραφόμενου σε αυτά ποσού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Τούτο δε συμβαίνει και στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 ΠΚ), γιατί ενυπάρχει το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά και όταν ο δράστης τελεί μία πράξη, αλλά από την τέλεση αυτής, ενόψει και της διάρκειας και των λοιπών περιστάσεων που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος βάσει σχεδίου δράσης. Κατά συνήθεια δε τέλεση, σύμφωνα με την παραπάνω ιδία διάταξη, συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας θεωρείται τετελεσμένο και αποπερατωμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής σύμβασης και μάλιστα κατά την αρχική σύναψη ή και τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση της σύμβασης, έστω και αν στο οφειλόμενο ποσόν κεφαλαίου συμποσούνται και μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και αν εμφανίζονται ενιαία στο νέο οριστικοποιηθέν κεφάλαιο. Η αντικειμενική δε υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος πραγματώνεται και με τη συνομολόγηση και μόνον της σύμβασης τοκογλυφικού δανείου, χωρίς να απαιτείται και λήψη- είσπραξη των παράνομων τόκων. Η τοκογλυφία μπορεί να πραγματωθεί και με την επιδίωξη της εκπλήρωσης των τοκογλυφικών ωφελημάτων, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί και με την κατάθεση αίτησης του δανειστή στο αρμόδιο δικαστήριο για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του δανειολήπτη, με βάση συναλλαγματική που ενσωματώνει τοκογλυφικούς τόκους. Οι παραπάνω τρόποι τέλεσης της τοκογλυφίας είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική και όχι φαινόμενη συρροή, δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, εφόσον οι περισσότερες μερικότερες αυτοτελείς πράξεις τοκογλυφίας περιέχουν πλήρη τα στοιχεία του άνω άρθρου 404 ΠΚ και απέχουν χρονικά μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτονται από την ενότητα του δόλου του δράστη(ΑΠ 793/2008). Τοκογλυφία είναι δυνατή και δια παρένθετου προσώπου. Τέλος, για να κριθεί ο δράστης ένοχος άμεσης συνέργειας σε πράξη κακουργηματικής τοκογλυφίας, σε βαθμό κακουργήματος και ο ίδιος, πρέπει, κατ' άρθρο 49 παρ. 2 του ΠΚ, να συντρέχουν και στο πρόσωπο του ιδίου οι άνω περιστάσεις του άρθρου 13 εΔ.τ του ΠΚ, άλλως διαπράττει πλημμέλημα, έστω και αν γνωρίζει ότι ο δράστης της τοκογλυφίας δρά κακουργηματικά ως παραπάνω (ΑΠ 67/2009).
Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 τταρ.1 στοιχ.δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων, του εγκλήματος στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου και τι από αυτό συνήγαγε το συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική κρίση του. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πόσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Αρκεί μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τα άρθρα 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, Τέλος κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που υπάρχει, όσον αφορά την εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το συμβούλιο αποδίδει στην εφαρμοσθείσα διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο 120/2010 βούλευμα του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και λοιπών συγκατηγορουμένων του κατά του 120/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο αυτός και λοιποί συγκατηγορούμενοί του παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Πειραιώς για να δικασθούν για κακουργηματική τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, ο αναιρεσείων δε για κακουργηματική πράξη, άμεσης συνέργειας στην ανωτέρω κακουργηματική πράξη τοκογλυφίας των άλλων, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα του εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν κατά την διενεργηθείσα κύρια ανάκριση προέκυψαν τα ακόλουθα κατά λέξη που σημειώνονται στην εισαγγελική πρόταση: "Η Β. Σ. διατηρεί κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων στο ... από το έτος 1994 μέχρι και σήμερα. Κατά το έτος 2000 άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και αναγκάστηκε να στραφεί σε δανεισμό. Είχε λάβει δάνεια από Τράπεζες που δυσκολευόταν να αποπληρώσει τις δόσεις τους. Έτσι ήταν καταχωρημένη στο πρόγραμμα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" των Τραπεζών και αδυνατούσε να καταφύγει σε δανεισμό από Τράπεζα.
Πληροφορήθηκε τότε από τις πελάτισσες της Ε. Π. και Μ. Γ.-Π. ότι μέσω του γραφείου του δικηγόρου Σ. Π. επί της οδού ... μπορούσε να βρει κεφάλαια "από κύκλωμα προσώπων που χρησιμοποιούσαν διαθέσιμα κεφάλαια τους για χορηγήσεις δανείων" σε περιπτώσεις που, όπως η δική της, ήταν ανέφικτος ο τραπεζικός δανεισμός (βλ. την από 6/6/2008 ανωμοτί κατάθεση Β. Σ.). Μετέβη μαζί με την Ε. Π. σ' αυτό το γραφείο. Καταθέτει ότι' υπήρχε πινακίδα εξωτερικά με το όνομα του Σ. Π. ως δικηγόρου, στο γραφείο στεγάζονταν ακόμη και γυιός του ο Γ. Π., δικηγόρος, στη δε ρεσεψιόν ήταν μία κυρία ονόματι Σ. και υπήρχαν μέσα και άλλα γραφεία στα οποία δεν εισήλθε (η εγκαλούσα). Στον Σ. Π. ανέφερε το ποσό που είχε ανάγκη ύψους 30.000.000 δρχ. και την ρώτησε σχετικά με την υφιστάμενη ακίνητη περιουσία της για να εγγραφούν προσημειώσεις υποθήκης για τα δάνεια. Της είπε ότι θα προσπαθήσει να ανεύρει τα χρήματα αυτά. Μετά την έστειλε στο χώρο διασκέψεων του ανωτέρω δικηγορικού γραφείου, όπου ήταν ο Γ. Β. και έδωσε σ' αυτόν αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας ακινήτου της στο ..., έκτασης 1498 τ.μ. Ο Σ. Π. της είχε προηγουμένως αναφέρει ότι προτιμούσε το ακίνητο αυτό για να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης για τα δάνεια που θα της έδιναν γνωστοί του, επειδή είχε την αποκλειστική κυριότητα του (εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα ακίνητα της στα οποία ήταν συγκύρια μαζί με το σύζυγο της, αλλά και διότι το ακίνητο αυτό υπερκάλυπτε την αξία των δανείων, είχε αντικειμενική αξία 70.000.000 δρχ. περίπου και τώρα περί τα 500.000 ευρώ).
Μετά από 2-3 ημέρες την κάλεσε στο γραφείο του ο Σ. Π., ο οποίος στο μεταξύ είχε ελέγξει από άποψη εμπραγμάτων βαρών το ανωτέρω ακίνητο και είχε διαπιστώσει ότι είχε εγγραφεί μία προσημείωση της Τράπεζας EUROBANK ύψους 10.000.000 δρχ. για επαγγελματικό δάνειο που είχε λάβει (το ήμισυ του οποίου την εποχή εκείνη είχε ήδη αποπληρώσει, όπως μνημονεύει). Όπως η ανωτέρω καταθέτει, σήμερα πλήρως το έχει εξοφλήσει, χωρίς όμως να έχει εξαλειφθεί ακόμη η προσημείωση, το δε ακίνητο της δεν είχε άλλο εμπράγματο βάρος. Αφού ο Σ. Π. είχε διαπιστώσει την ύπαρξη επαρκούς ακίνητης περιουσίας της για να εξασφαλίσει τα αιτούμενα απ' αυτή ποσά, προέβη, με τη μεσολάβηση του, σε δανεισμούς με τόκο από τους Ά.-Α. Σ., Π. Ο., Α. Δ. και Τ. Κ..
Από την Σ. Ά.-Α. έλαβε την 8/10/2001 δάνειο ύψους 15.000.000 δρχ. (44.020 ευρώ) και την 21/11/2001 δάνειο ύψους 5.000.000 δρχ. (14.673 ευρώ). Για τα δάνεια αυτά, με τη μεσολάβηση του Σ. Π., ο οποίος δεν την άφησε να έλθει σε άμεση επαφή με την ανωτέρω δανείστρια, συμφωνήθηκε προφορικά και αφού η δανείστρια φρόντισε μέσω του Σ. Π. να λάβει από την Β. Σ. τις απαραίτητες εξασφαλίσεις για το κεφάλαιο των δανείων και τους συμφωνηθέντες τοκογλυφικούς τόκους με προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου της και με συναλλαγματικές που την έβαλε δια του εκπροσώπου της και αποδέχθηκε, να έχουν διάρκεια ενός έτους και επιτόκιο 26%. Ανανεώθηκαν δε για ένα έτος την 1/12/2002 και για ένα ακόμη έτος την 1/12/2003, ενώ από 1/12/2002 οπότε ενοποιήθηκε το κεφάλαιο τους, συμφωνήθηκε να έχουν επιτόκιο 22% ετησίως, τη στιγμή που το νόμιμο επιτόκιο που τυπικά ανεγράφη στις σχετικές συμβάσεις δανείων που υπέγραψε καθ' όλη τη διάρκεια των δανείων κυμαίνονταν μεταξύ 8% και 9,75%. Από 8/10/2001 έως 8/11/2004 η Β. Σ. προέβη για τα δάνεια αυτά σε καταβολές προς τη δανείστρια συνολικού ύψους 13.138 ευρώ, ενώ από τους συμφωνηθέντες τόκους της ίδιας περιόδου, συνολικού ύψους 41.025 ευρώ, οι νόμιμοι τόκοι ανέρχονταν σε 15.209 ευρώ και οι τοκογλυφικοί σε 25.816 ευρώ. Η Ά.-Α. Σ. πέραν του κεφαλαίου των παραπάνω δανείων που είχε εξασφαλισμένο με προσημείωση σε ακίνητο της Β. Σ., επεδίωξε να εισπράξει και το σύνολο των τοκογλυφικών τόκων, καθώς την 1/7/2005 και την 4/10/2005 υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά τις υπ' αριθ. 715/1-7-2005 και 1119/4-10-2005 αιτήσεις της για έκδοση Διαταγών Πληρωμής εναντίον της, προσκομίζοντας στο Δικαστήριο συναλλαγματικές ποσού 14.673 και 44.020 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 8/11/2004, οι οποίες ενσωμάτωναν τους ως άνω τοκογλυφικούς τόκους. Πέτυχε υπέρ αυτής την έκδοση των υπ' αριθ. 656/2005 και 1097/2005 Διαταγών Πληρωμής του Δικαστή του παραπάνω Δικαστηρίου, με τις οποίες διατάχθηκε η Β. Σ. να καταβάλλει τα ποσά αυτά, πλέον τόκων και εξόδων.
Οι Διαταγές Πληρωμής ακυρώθηκαν με τις υπ' αριθ. 4075/2006 και 4074/2006 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η δεύτερη εκ των οποίων επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 606/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, ενώ επί έφεσης κατά της πρώτης ως άνω απόφασης δεν έχει ακόμη εκδοθεί απόφαση από το Εφετείο Πειραιά.
Από την Π. Ο. έλαβε την 13/3/2002 δάνειο 29.347 ευρώ. Το δάνειο αυτό, με τη μεσολάβηση του εκπροσώπου της δανείστριας Σ. Π., ο οποίος δεν την άφησε πάλι να έλθει σε άμεση επαφή με την ανωτέρω, συμφωνήθηκε προφορικά και αφού η δανείστρια φρόντισε μέσω του Σ. Π. να λάβει από την Β. Σ. τις απαραίτητες εξασφαλίσεις για το κεφάλαιο του δανείου και τους συμφωνηθέντες τοκογλυφικούς τόκους με προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου και με συναλλαγματικές που την έβαλε δια του Σ. Π. και αποδέχθηκε να έχει διάρκεια ενός έτους και επιτόκιο 26%. Ανανεώθηκε δε για ένα έτος την 13/3/2003 και ακολούθως παρατάθηκε η προθεσμία πληρωμής του έως την 26/11/2003, ενώ συμφωνήθηκε να έχει επιτόκιο 31,1% ετησίως, τη στιγμή που το νόμιμο επιτόκιο που τυπικά ανεγράφη στη σχετική σύμβαση δανείου που υπέγραψε κυμαίνονταν μόλις μεταξύ 8% και 9,25%.
Η Β. Σ. προέβη γι' αυτό το δάνειο από 13/3/2002 έως 26/11/2003 σε καταβολές προς τη δανείστρια συνολικού ύψους 13.656 ευρώ, ενώ από τους συμφωνηθέντες τόκους της ίδιας περιόδου συνολικού ύψους 15.578 ευρώ, οι νόμιμοι τόκοι ανέρχονταν σε 4.367 ευρώ και οι τοκογλυφικοί σε 11.211 ευρώ. Η Π. Ο., πέραν του κεφαλαίου του ανωτέρω δανείου που είχε εξασφαλισμένο με προσημείωση στο ακίνητο, επιδίωξε να εισπράξει το σύνολο των παραπάνω τοκογλυφικών τόκων. Παρότι γνώριζε ότι η ευρισκόμενη στην κατοχή της συναλλαγματική ποσού 29.347 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 13/3/2003, έκδοσης της, αποδοχής της Β. Σ., ενσωμάτωνε τοκογλυφικούς τόκους, οπισθογράφησε αυτήν παραδίδοντας την στον Α. Δ., ο οποίος στην συνέχεια υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την υπ' αριθ. 875/28-7-2005 αίτηση για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής εναντίον της, προσκομίζοντας στο Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου το προαναφερόμενο αξιόγραφο.
Πέτυχε υπέρ αυτού την έκδοση της υπ' αριθ. 858/2005 Διαταγής Πληρωμής, με την οποία διατάχθηκε η Β. Σ. να καταβάλλει το ποσό της ανωτέρω συναλλαγματικής, πλέον τόκων και εξόδων.
Από τον Α. Δ., εμφανιζόμενο στην Β. Σ. από τον Σ. Π. ως νόμιμο εκπρόσωπο της αγγλικής εταιρείας, αποκλειστικών συμφερόντων του, με την επωνυμία "DAISY FUTURES LTD", έλαβε την 29/5/2003 δάνειο 14.674 ευρώ. Το δάνειο αυτό, με τη μεσολάβηση του Σ. Π., ο οποίος δεν την άφησε να έλθει σε άμεση επαφή με τον ανωτέρω δανειστή, συμφωνήθηκε προφορικά και αφού ο δανειστής φρόντισε μέσω του Σ. Π. να λάβει από την Β. Σ. τις απαραίτητες εξασφαλίσεις για το κεφάλαιο του δανείου και τους συμφωνηθέντες τοκογλυφικούς τόκους με προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου της, με συναλλαγματικές που υποχρεώθηκε και αποδέχθηκε, να έχει διάρκεια ενός έτους. Ανανεώθηκε δε την 30/5/2004 και έως την 4/9/2004, ενώ από την αρχή συμφωνήθηκε να έχει επιτόκιο 40% ετησίως, τη στιγμή που το νόμιμο επιτόκιο που τυπικά ανεγράφη στις σχετικές συμβάσεις δανείων που υπέγραψε κυμαινόταν μόλις μεταξύ 8% και 8,5%.
Από 29/5/2003 έως 4/9/2004 η Β. Σ. προέβη γι' αυτό το δάνειο σε καταβολές προς το δανειστή συνολικού ύψους 8.094 ευρώ, από δε τους συμφωνηθέντες τόκους της ίδιας περιόδου συνολικού ύψους 7.450 ευρώ, οι νόμιμοι τόκοι ανέρχονταν σε 1.491 ευρώ και οι τοκογλυφικοί σε 5.959 ευρώ. Ο Α. Δ., πέραν του κεφαλαίου του ανωτέρω δανείου που είχε εξασφαλισμένο με προσημείωση στο παραπάνω ακίνητο της, επεδίωξε να εισπράξει το σύνολο των τοκογλυφικών τόκων, διότι την 28/7/2005 υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά την υπ' αριθ. 873/28-7-2005 αίτηση του για έκδοση Διαταγής Πληρωμής εναντίον της εγκαλούσας, προσκομίζοντας στο Δικαστήριο συναλλαγματική ποσού 14.674 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 29/5/2004, η οποία ενσωμάτωνε τα ανωτέρω τοκογλυφικά ωφελήματα.
Πέτυχε υπέρ αυτού την έκδοση και της υπ' αριθ. 858/2005 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου. Η Διαταγή αυτή Πληρωμής ακυρώθηκε με την υπ'αριθ. 2167/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία έχει προσβληθεί με έφεση από τον Α. Δ., αλλά δεν έχει ακόμη εκδοθεί απόφαση.
Την 10/11/2003 έλαβε η Σ. Β. δάνειο 6.000 ευρώ από την Τ. Κ.. Το δάνειο αυτό, με τη μεσολάβηση του εκπροσώπου της δανείστριας Σ. Π., ο οποίος δεν την άφησε πάλι να έλθει σε άμεση επαφή με την ανωτέρω δανείστρια, συμφωνήθηκε προφορικά και αφού η δανείστρια φρόντισε μέσω του Σ. Π. να λάβει από την Β. Σ. την απαραίτητη εξασφάλιση για το κεφάλαιο του δανείου και τους συμφωνηθέντες τοκογλυφικούς τόκους με συναλλαγματικές που την έβαλε δια του Σ. Π. και αποδέχθηκε, να έχει διάρκεια ενός έτους και επιτόκιο 10%, τη στιγμή που το νόμιμο επιτόκιο που τυπικά ανεγράφη στη σχετική σύμβαση δανείου ανερχόταν σε 8% ετησίως.
Από 10/11/2003 έως 10/11/2004 η Β. Σ. προέβη γι' αυτό το δάνειο σε καταβολές προς τη δανείστρια συνολικού ύψους 4.850 ευρώ, από δε τους συμφωνηθέντες τόκους της ίδιας περιόδου συνολικού ύψους 600,00 ευρώ, οι νόμιμοι τόκοι ανέρχονταν σε 480,18 ευρώ και οι τοκογλυφικοί σε 119,82 ευρώ. Τη σύμβαση για το ανωτέρω δάνειο της την έφερε ο Γ. Β. στο κατάστημά της και δεν γνωρίζει ποίος την έγραψε, διότι ήταν χειρόγραφη, προερχόταν δε από το γραφείο του Σ. Π.. Όπως είχε συνεννοηθεί η Β. Σ. με τον Σ. Π., θα κατέθετε σε λογαριασμό της Τ. Κ. στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 6.600 ευρώ σε 12 μηνιαίες δόσεις των 550 ευρώ η καθεμία, οι οποίες κάλυπταν το κεφάλαιο και τους τοκογλυφικούς τόκους, εκτός από την προμήθεια 10% του Σ. Π., που την είχε λάβει, προαφαιρώντας την από τα κεφάλαια του δανείου.
Οι συμφωνίες για όλα τα ανωτέρω δάνεια πραγματοποιούνταν μόνο με τον Σ. Π. και αφού μετέβαινε η Β. Σ. στο δικηγορικό γραφείο του, χωρίς την παρουσία του Γ. Β., που εμφανιζόταν να εκτελεί τις εντολές που του έδινε ο πρώτος (όπως καταθέτει η εγκαλούσα). Όταν υπέγραφε η Β. Σ. ενώπιον του Σ. Π. την εκάστοτε σύμβαση και ελάμβανε τα χρήματα, κατά την ημέρα της εκάστοτε ανανέωσης, έδινε στον Σ. Π. μία συναλλαγματική αποδοχής της με ημερομηνία λήξης ένα χρόνο μετά, παρότι η έγγραφη σύμβαση ανέφερε διάρκεια του δανείου ένα μήνα, της έλεγε δε ο Σ. Π. ότι το θέμα ήταν τυπικό. Η Β. Σ. χορηγούσε σ' αυτόν και συναλλαγματικές αποδοχής της, μηνιαίες ή διμηνιαίες, που ανέγραφαν μόνο ημερομηνία και ποσό, αφορούσαν δε αποκλειστικά τους τοκογλυφικούς τόκους και τους επιμέριζαν ανά μήνα ή δίμηνο (100.000 δρχ. το μήνα ή 200.000 δρχ. το δίμηνο). Τους τοκογλυφικούς τόκους που δεν αναφέρονταν στην έγγραφη σύμβαση δανείου, τους κατέθετε η Β. Σ. κατ' εντολή του Σ. Π. σε λογαριασμό του Γ. Β., ενώ τους νόμιμους τόκους τους πλήρωνε στην Τράπεζα. Μόνο στο δάνειο από τον Α. Δ. κατέθεσε μία ή δύο δόσεις στο λογαριασμό του Σ. Π. και στο απόκομμα της Τράπεζας που έδειξε στον τελευταίο για να της δώσει πίσω τη συναλλαγματική της, σημείωσε αυτός με μολύβι (για κο Δ.) και δίπλα ανέφερε το λογαριασμό Τράπεζας του Α. Δ. και της είπε πλέον ότι θα πληρώνει στο λογαριασμό του τελευταίου.
Η Β. Σ. ευρίσκετο σε εξαιρετική οικονομική ανάγκη όταν πήρε τα δάνεια δεν είχε αναφέρει στον άντρα της, που είναι 72 ετών, ότι είχε καταφύγει σε τοκογλυφικό δάνειο, διότι νόμιζε ότι θα το αντιμετώπιζε. Μόνο όταν άρχισε να πηγαίνει και να δίνει προανακριτικές καταθέσεις μετά τους ισχυρισμούς της για τοκογλυφία σε βάρος της με τις ανακοπές της, του το ανέφερε. Στη συνέχεια η Β. Σ. άρχισε να ανησυχεί από τη θέση του Σ. Π. και των ανωτέρω δανειστών, καθώς εξοφλούσε τις συναλλαγματικές και όπως καταθέτει, προβάλλοντας δικαιολογίες ο Σ. Π. δεν της τις έδινε. Της έλεγε ότι άλλες τις έχει στο σπίτι του, άλλες σε ένα χρηματοκιβώτιο, ότι θα τις συγκέντρωνε και θα της τις έφερνε. Όσο κατέβαλε, της ανέφερε ότι τα χρήματα που έδινε, ήταν μόνο τόκοι και έπρεπε να καταβάλλει και άλλα.
Στην αίθουσα διασκέψεων του γραφείου του Σ. Π. στον 5° όροφο (όπου στεγάζονταν μέχρι το έτος 2003 ή 2004 και μετά μετακόμισε σε μικρότερο γραφείο στο 2° όροφο) είχε συναντήσει η Β. Σ., όταν πήγε για το δάνειο που θα ελάμβανε από τον Α. Δ. κι άλλη μία κυρία να περιμένει για δάνειο μέσω του γραφείου του ανωτέρω. Μάλιστα πήγε μαζί της στο Πρωτοδικείο Πειραιά και έδωσε την συναίνεση της κι αυτή για προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου της. Τότε συνοδεύονταν από τον δικηγόρο γυιό του, Π. Γ. και την οδηγούσε στο Πρωτοδικείο για τις προσημειώσεις, όπως και μία άλλη δικηγόρος αργότερα.
Ακολουθείτο διαδικασία εκταμίευσης των δανείων από την Β. Σ. μέσω του Σ. Π.. Ο τελευταίος καλούσε την Β. Σ. στο γραφείο του, "έκοβε" στο όνομα του (σε διαταγή εμού του ιδίου) από μπλοκ επιταγών του μία επιταγή της CITIBANK με όλο το κεφάλαιο του δανείου, μετά την οπισθογραφούσε και της την παρέδιδε, πήγαινε η ίδια συνοδευόμενη από το συνεργάτη του Γ. Β. στο κατάστημα της CITIBANK που ήταν απέναντι από το γραφείο του, εισέπραττε δε το ποσό της επιταγής, επιστρέφοντας όμως στο γραφείο του, του έδινε από τα χρήματα που είχε εκταμιεύσει την προμήθεια του 10%, καθώς και ό,τι έξοδα είχαν γίνει, χωρίς να της δίνει γι' αυτά απόδειξη και έφευγε με το υπόλοιπο του κεφαλαίου των δανείων.
Περαιτέρω ακολουθείτο η διαδικασία αποπληρωμής των τοκογλυφικών τόκων. Τις συναλλαγματικές αποδοχής της Β. Σ., τις οποίες κρατούσε όλες ο Σ. Π., πήγαινε η πρώτη και εξοφλούσε είτε στο γραφείο του, είτε σε Τράπεζες που της υπεδείκνυε ή στο κατάστημα της στο ... που κατ' εντολή του προσήρχετο για να τις εισπράξει ο συνεργάτης του Γ. Β.. Μετά την εξόφληση τους στον Σ. Π. ή στο συνεργάτη του Γ. Β. οι συναλλαγματικές δεν της δίδονταν. Ο Σ. Π. της έλεγε ότι θα τις πάρει από τους δανειστές και θα της τις φέρει, ενώ ο Γ. Β. της έλεγε ότι δεν τις έχει, θα τις πάρει από τον Σ. Π., τέτοια εντολή έχει και ότι αποδεικνύει την εξόφληση τους μόνο με παραστατικά κατάθεσης τους.
Ως προς τις συναλλαγματικές αποδοχής της που έδινε ο Σ. Π. σε Τράπεζες αφορώσες μόνο το πρώτο δάνειο που έλαβε από την Ά.-Α. Σ., όταν η Β. Σ. πήγαινε στις Τράπεζες και τις πλήρωνε και τις ελάμβανε στα χέρια της, για πρώτη φορά έβλεπε ότι ανέγραφαν ως δικαιούχους τους ανωτέρω δανειστές της, τους οποίους ουδέποτε είχε συναντήσει. Μία φορά μίλησε στο τηλέφωνο με την Ά. Σ., όταν ζήτησε η Β. Σ. την ανανέωση δανείου, μετά από ένα χρόνο από τη λήξη του και της είπε ότι δέχεται να γίνει αυτό. Όταν η Β. Σ. ελάμβανε τα δάνεια ο Σ. Π. δεν της έδινε τα τηλέφωνα των ανωτέρω δανειστών, ούτε και η ίδια τα ζητούσε. Όμως πληροφορήθηκε τον αριθμό τηλεφώνου της Ά.-Α. Σ. από αναγνώριση κλήσης που έχει στο κατάστημά της, καθώς η δανείστρια την πήρε τηλέφωνο μία φορά και της ζήτησε να πληρώσει δύο-τρία γραμμάτια μαζεμένα, διότι σπούδαζε η κόρη της στην Αγγλία και τα είχε ανάγκη και έτσι έπραξε. Στις 12 μηνιαίες συναλλαγματικές που αποδεχόταν η Β. Σ. προς εξασφάλιση των τοκογλυφικών τόκων των δανείων, ο ετήσιος τόκος χωριζόταν σε δώδεκα ισόποσα, που άρχιζε να καταβάλλει από τον πρώτο μήνα, παρέμεναν δε αυτές στην κατοχή του Σ. Π., ο οποίος της είχε δώσει προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του και προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του Γ. Β. για να καταβάλλει μηνιαίως τα ποσά των συναλλαγματικών.
Για το δάνειο 6.000 ευρώ που η Β. Σ. έλαβε από την Τ. Κ. δεν εκδόθηκε Διαταγή Πληρωμής σε βάρος της, ούτε ενεγράφη προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο της. Έγινε χρήση από τη δανείστρια "του ίδιου κυκλώματος και της ίδιας μεθοδολογίας τοκογλυφικής δανειοδότησης", ώστε να μην έλθει (η Β. Σ.) σε επαφή μαζί της και να εξασφαλιστούν οι τοκογλυφικοί τόκοι με την μεσολάβηση του γραφείου του Σ. Π. και με σύμβαση. Η χειρόγραφη σύμβαση συντάχθηκε και της προσκομίστηκε προς υπογραφή στο κατάστημα της (Β. Σ.) στο ... από τον Σ. Π. δια του συνεργάτη του Γ. Β.. Ο τελευταίος της είπε ότι η Τ. Κ. και η Ά.-Α. Σ. ήταν φίλες, κάτι για το οποίο δεν την είχε ενημερώσει ο Σ. Π. κατά τη επαφή τους για το δάνειο.
Στις καταβολές που προέβη η Β. Σ. και αναφέρονται σε ανακοπές της, δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα, φόροι των δανείων, προμήθεια δικηγόρων, συμβολαιογράφων, τα οποία επιπλέον και εξ ολοκλήρου επιβαρύνθηκε από την αρχή και χωρίς απόδειξη από τον Σ. Π., αφού, με μέριμνα του, αφαιρέθηκαν εξ αρχής τα ποσά αυτά από το κεφάλαιο των δανείων που της χορηγήθηκαν μέσω αυτού. Κατά τη σύναψη των δανείων ο Σ. Π. προσωπικά ελάμβανε την προμήθεια του 10% σε μετρητά. Η Β. Σ. για τα παραπάνω δάνεια έλαβε το ποσό του κεφαλαίου τους, μειωμένο κατά το ως άνω ποσό της προμήθειας του Σ. Π., καθώς και κατά το ποσό των εξόδων για χαρτοσήμανση, προσημειώσεις. Τις αιτήσεις των δανειστών της για έκδοση Διαταγών Πληρωμής προς είσπραξη των τοκογλυφικών τόκων, ο Σ. Π. δεν τις κατέθετε ο ίδιος ως πληρεξούσιος δικηγόρος των ανωτέρω, ούτε και δίκαζε ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους στις δίκες επί των ανακοπών της κατά των Διαταγών αυτών Πληρωμής που εκδίδονταν σε βάρος της.
Η Β. Σ. καταθέτει ότι ο Σ. Π. μεριμνούσε προς τούτο σε συνεννόηση με τους γνωστούς του δανειστές αφού οι συναλλαγματικές για τις οποίες εκδίδονταν οι Διαταγές Πληρωμής ήταν στα χέρια του, όπως ο ίδιος την διαβεβαίωνε και ότι προφανώς σκόπιμα απέφευγε να εμφανίζεται ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αιτούντων δανειστών της.
Από τους ανωτέρω δανειστές η Ά. Σ. και η Τ. Κ. ήταν φίλες (όπως της είπε ο Γ. Β.), ενώ και οι άλλοι δύο, Α. Δ. και Π. Ο., γνωρίζονταν μεταξύ τους, αφού η τελευταία του οπισθογράφησε την με ημερομηνία 29/5/2004 συν/κή αποδοχής της ποσού 14.674 ευρώ, για την οποία αυτός αμέσως μετά, ως νόμιμος κομιστής της, υπέβαλε αίτηση για έκδοση Δ/γής Πληρωμής εναντίον της Β. Σ..
Ο συνεργάτης του Σ. Π., Γ. Β., χρησιμοποιήθηκε σ' όλα τα δάνεια που έλαβε (πλην αυτού από την Τ. Κ.) για να κατατεθούν σε τραπεζικό λογαριασμό του ποσά που η Β. Σ. κατέβαλε για τόκους.
Ο Β. Γ. εργαζόταν ως υπάλληλος του Σ. Π.. Ενώ από την κατάθεση της Β. Σ. αρχικά εξάγεται η συμμετοχή του (Γ. Β.) στη λήψη των απ' αυτής δανείων, στη συνέχεια η ίδια ομιλεί για τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο ανωτέρω και ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στη σύναψη μέσω του Σ. Π. των τοκογλυφικών δανείων με τους δανειστές. "Δεν μπορώ επομένως να του αποδώσω κάποια μομφή για τοκογλυφία σε βάρος μου, ποτέ δεν είχαμε καμία σχετική συζήτηση, όλα τα συμφώνησα με το δικηγόρο Σ. Π.". Με τον δικηγόρο γυιό του Σ. Π. πήγε (όπως προελέχθη), στο Πρωτοδικείο Πειραιά για την προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο της, εχρησιμοποιείτο δε και μία άλλη δικηγόρος που είχε στο γραφείο του όταν μετακόμισε στο 2° όροφο του ίδιου κτιρίου (το έτος 2003 ή 2004 και αφού η Β. Σ. είχε λάβει τα δάνεια από τον Α. Δ. και την Π. Ο.). Καταθέτει ότι αυτοί εκτελούσαν εντολές που τους έδινε ο Σ. Π., όπως και ο Γ. Β.. Όμως στο λογαριασμό του τελευταίου καταθέτονταν τα χρήματα στα οποία είχε πρόσβαση, εμφανιζόμενος αυτός αντί του Σ. Π. ώστε να μη γίνεται αντιληπτή η προέλευση τους και εν γνώσει του εχρησιμοποιείτο το ονοματεπώνυμο του για να μη φαίνεται ο ίδιος ο Σ. Π. ως εμπλεκόμενος με τα δάνεια. Στο γραφείο του Σ. Π. στον 5° όροφο δούλευαν αρκετά άτομα, αφότου όμως κατέβηκε στο 2° όροφο εργαζόταν μόνο μία κυρία ως γραμματέας (βλ. την από 6/6/08 χωρίς όρκο 4 κατάθεση Β. Σ.).
Ο Μ. Α. χρειάστηκε το έτος 1998 χρήματα προς αντιμετώπιση οικογενειακών προβλημάτων υγείας και κατέφυγε σε δανεισμό. Τότε από ένα γνωστό του ασφαλιστή στη Λεωφ. Συγγρού πληροφορήθηκε ότι στον Πειραιά (...) υπάρχει ένα δικηγορικό γραφείο του Σ. Π. και συνεργατών που δίνει δάνεια, αρκεί να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο μεγάλης αξίας.
Καταθέτει ότι πήγε στον Σ. Π. με την σύζυγο του και έλαβαν μέσω αυτού και στο όνομα της ένα δάνειο 8.000.000 δρχ. από τον Α. Δ. και δη από την εταιρεία του LYNCROFT που λειτουργούσε τυπικά στην Αγγλία, με προσημείωση υποθήκης επί του σπιτιού του στην οδό ....
Από το ποσό των 8.000.000 δρχ. του δανείου ελήφθη από τον Π. Σ. Μόνο το ποσό των 6.220.000 δρχ., ενώ πληρώθηκαν έξι (6) μήνες για τόκους και έγινε χρέωση με συναλλαγματικές γι' άλλους έξι (6) μήνες σχετικά με τόκους (οι οποίοι πληρώθηκαν), διότι φαινόταν στη σύμβαση ο νόμιμος τόκος, αλλά με βάση τις συναλλαγματικές που είχαν υπογραφεί ο τόκος ήταν 24% (στα έγγραφα ήταν 12% ο τόκος και πληρώθηκε στον Σ. Π. το άλλο 12%).
Αφού το έτος 2000 πέθανε η σύζυγος του, η οικονομική του κατάσταση χειροτέρεψε. Προέβη σε σύναψη δεύτερου δανείου ποσού 15.000.000 δρχ. από τον Α. Δ. (και την ίδια ανωτέρω εταιρεία του) μέσω του Σ. Π. και "απ' αυτά δεν πήρα δραχμή στο χέρι, όλα τα παρακράτησε ο Π. για έξοδα, προμήθεια και αποπληρωμή του πρώτου δανείου". Το υπόλοιπο του πρώτου δανείου ανήλθε σε 15.000.000 δρχ., ενώ είχε ήδη προβεί (ο Α. Μ.) σε καταβολές 29.000 ευρώ.
Μόλις δε ο Σ. Π. αποχώρησε του από το γραφείο και παρέδωσε στο δικηγόρο Κ. Α. την καρτέλα των οφειλετών του Α. Δ., στο Νο 4 της καρτέλας δεν ανέφερε όλα τα ποσά που (Μ. Α..) είχε δώσει (ενώ του είχε ήδη καταβάλει 29.000 ευρώ, έγραψε μόνο 11.000 ευρώ). Μετά ο Α. Δ. φιλονίκησε με τον δικηγόρο Κ. Α. (που δεν είχε σχέση με την τοκογλυφική δραστηριότητα του) και ο δικηγόρος Κ. Γ. παρέλαβε την καρτέλα των οφειλετών του Α. Δ..
Ο Μ. Α.. πήρε και άλλο δάνειο 73.368 ευρώ από τον Α. Δ.. Όταν του είπε ο τελευταίος ότι θα φτάσουν στα Δικαστήρια, ο Α. Δ. του ανέφερε ότι τη συναλλαγματική των 73.000 ευρώ την έδωσε η LYNCROFT στην εταιρεία DAISY που δεν την ξέρει. Όμως οι εταιρείες αυτές είναι δικών του συμφερόντων και ευρίσκονται στην ίδια διεύθυνση στην Αγγλία. Τούτο έγινε για να μη δείξει ότι ο Α. Δ. του έδινε τοκογλυφικά δάνεια και να εμφανίζεται ότι πήρε τη συναλλαγματική από τη LYNCROFT, την οποία δήθεν δε γνωρίζει.
Ο Μ. Α. καταθέτει ότι παρέλαβε συνολικά 6.220.000 δρχ. και 1.600 ευρώ την τελευταία φορά (για το δάνειο των 73.000 ευρώ) και συνολικά έχει πληρώσει για 100.000.000 δρχ. Μάλιστα για τούτο προέβη στην πώληση ενός σπιτιού στην Ίο, όπου έμεναν οι γονείς του, αντί 60.000 ευρώ τον Μάρτιο του έτους 2007.
Από τότε που ο Π. Σ. παρέδωσε στον Κ. Α. τις υποθέσεις των οφειλετών του Α. Δ., δεν τον ξαναενόχλησε. Πήγε ο Μ. Α.. στο σπίτι του Π. Σ.. στην … και του είπε ότι θα καταθέσει μήνυση εναντίον του. Τότε αυτός του έδωσε τη δήλωση απολογισμού με τον όρο να μην κάνει μήνυση εναντίον του, διότι πλέον, όπως του είπε, είχε φιλονικήσει με τον Α. Δ. και είχε παραδώσει στον Κ. Α. όλους τους φακέλους των 44 οφειλετών του από τοκογλυφικά δάνεια (κατάσταση με τους οφειλέτες αυτούς του παρέδωσε ο Σ. Π. και περιλαμβάνεται δε σ' αυτήν και η Β. Σ.). Αυτό βοήθησε τον Μ. Α.., διότι δεν θα γνώριζε ότι οι ανωτέρω εταιρείες ανήκουν στον δανειστή του. Το σφάλμα του Α. Δ. ήταν ότι όταν "δεν τα έβρισκε στα χρήματα με τους δικηγόρους του" (όπως με τον Σ. Π.) μάλωνε μ' αυτούς και άλλαζε δικηγόρο. Έτσι έμαθε ο Μ. Α.. από τον δικηγόρο Σ. Π. ότι ο Α. Δ. είχε πουλήσει ένα ναυπηγείο στο Σκαραμαγκά και είχε 200.000.000 δρχ. που τα διέθετε για τοκογλυφικά δάνεια, ότι ποτέ δεν έφερε τα χρήματα από την Αγγλία, όπως του έλεγε αρχικά ο Σ. Π. και ότι "ήταν τυπικές μόνο αυτές οι εταιρείες" του Α. Δ.. Ο Σ. Π. δεν του έλεγε τίποτα για προμήθεια του, του έδινε συνέχεια έναντι και αυτός τον πίεζε (Μ. Α..) να του παρέχει κι άλλα χρήματα. Τα μετρητά που έδινε στον Π. Σ., τα έγγραφε ο τελευταίος με μολύβι επί των συναλλαγματικών που δεν του τις επέστρεφε, ούτε όταν τις εξοφλούσε (ο Μ. Α..).
Στις συν/κές που αποδεχόταν ο Μ. Α.. έγραφε ο 4ος εκκαλών μόνο την ημερομηνία και το ποσό. Αργότερα που αποχώρησε ο Π. Σ., τα χρήματα τα κατέβαλε (ο Α. Μ.) στον δικηγόρο Κ. Γ. που του έδινε αποδείξεις και τα κατέθετε και σε τραπεζικούς λογαριασμούς του Α. Δ.. Πληροφορήθηκε ότι η σύντροφος του Α. Δ., Π. Ο., έδωσε χρήματα για το τελευταίο δάνειο που έλαβε (ο Μ. Α..). Οι συνεννοήσεις για τα δάνεια γίνονταν όλες με το Σ. Π. στο γραφείο. Αυτός διατηρούσε μεγάλο γραφείο στον 5° όροφο του ακινήτου στην οδό ... και το έτος 2003 μετακόμισε σε ένα μικρότερο γραφείο στο 2° όροφο της ίδιας οικοδομής, όπου απ' έξω είχε πινακίδα με το όνομα του γυιού του δικηγόρου Γ. Π. και έτερης δικηγόρου ονόματι Φ..
Εκεί ο Μ. Α.. γνώρισε μία φορά τον Γ. Β.. Δεν ξέρει γιατί ήταν εκεί και εάν ήταν υπάλληλος του Σ. Π.. Ο Γ. Β. αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας (καρκίνο, όπως του ανέφερε) και καθώς συζητούσαν τη δύσκολη οικονομική του θέση του (Μ. Α..), του είπε να τον βοηθήσει με κάποιον γνωστό του στην Τράπεζα να πάρει δάνειο, αλλά όταν του έδειξε τα εκκαθαριστικά, του εξήγησε (ο Γ. Β.) ότι δεν είχε περιθώρια (ο Μ. Α.) να λάβει ούτε ένα καταναλωτικό δάνειο. Όλα ο Μ. Α.. τα συμφώνησε με τον Σ. Π. και με το γυιό του τελευταίου συναντήθηκε μία μόνο φορά για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο του. Για την τοκογλυφία σε βάρος του από τον Α. Δ. έχει καταθέσει μήνυση, η οποία εκκρεμεί στον Α' Ανακριτή Πειραιά (βλ. την κατάθεση του Μ. Α., την με ΑΒΜ Α06/1378 μήνυση, τρεις συναλλαγματικές ποσού 73.368 ευρώ, 500.000 δρχ., 8.000.000 δρχ. αντίστοιχα, τα από 22/11/2005, 23/11/2005, 23/11/2005, 10/1/2006, 13/3/2006, 20/4/2006 αποδεικτικά κατάθεσης της ALPHA ΒΑΝΚ, τις από 9/1/2006, από 26/4/2006 αποδείξεις είσπραξης, την από 21/11/2005 απόδειξη).
Από τη δήλωση απολογισμού παραλαβή εγγράφων-αξιογράφων προκύπτει ότι η Ζ. Μ. είχε πάρει δύο δάνεια από την Π. Ο., τα οποία ανανεώθηκαν για ένα έτος και οι συναλλαγματικές για κεφάλαιο, τόκους ευρίσκοντο στα χέρια του Α. Δ. και πληρώνονταν σε λογαριασμό αυτού στην ALPHA Τράπεζα Πίστεως και ότι τα δανειστικά συμβόλαια εσυνάπτοντο πάντα με τη μεσολάβηση του Γ. Β. που συμμετείχε σε όλες τις διαπραγματεύσεις για τους όρους των δανείων. Η συναλλαγή μεταξύ Σ. Π. και των Ζ. Μ., Α. Μ. εξάγεται από την από 20/9/02 απόδειξη, τις από 14/5/04, από 22/4/04 αποδείξεις τραπεζικής συναλλαγής της CITIBANK και την από 24/9/99 απόδειξη. Η Ό. Κ. είναι αρχιτέκτονας, φίλη και πελάτισσα της Β. Σ. επί πολλά έτη. Αυτή καταθέτει ότι το Φθινόπωρο του έτους 2001 η Β. Σ. ήταν σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, έχοντας προβλήματα με τις Τράπεζες και αδυναμία δανεισμού λόγω δυσμενών οικονομικών συνθηκών, ότι πληροφορηθείσα η φίλη της από δύο επιχειρηματίες, την Π. και την Π., την ύπαρξη ενός δικηγορικού γραφείου στον Πειραιά του Σ. Π., μέσω του οποίου και άλλοι επιχειρηματίες και έμποροι είχαν δανειοδοτηθεί με ευκολότερο τρόπο, απευθύνθηκε σ' αυτόν, ο οποίος, αφού έλεγξε την περιουσιακή της κατάσταση μέσω του Ε9, την ενημέρωσε ότι είχε τη δυνατότητα να τη δανειοδοτήσει από διάφορους πελάτες του.
Καταθέτει ότι τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του έτους 2001 η Β. Σ. δανείστηκε περίπου 20.000.000 δρχ., 15.000.000 δρχ. και 5.000.000 δρχ. από την Ά.-Α. Σ., στις αρχές της επόμενης χρονιάς πήρε δύο δάνεια από άλλον ύψους 15.000.000 δρχ. περίπου.
Το σύστημα με το οποίο έγινε ο δανεισμός, εκ μέρους του Σ. Π., στην οποία αναγραφόταν ως ποσό το αρχικό κεφάλαιο με το νόμιμο τότε τόκο, ο οποίος ήταν 9,25%. Ο επιπλέον τοκογλυφικός τόκος δεν εμφανιζόταν στη σύμβαση. Ο δανειζόμενος υπέγραφε μία συναλλαγματική διάρκειας ενός μηνός με το σύνολο του ποσού και δώδεκα μηνιαίες δόσεις, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο νόμιμο τόκο και οι οποίες κατετίθεντο σε Τράπεζα το χρόνο που θα ερχόταν. Ο επιπλέον τοκογλυφικός τόκος μοιραζόταν κι αυτός σε δώδεκα ισόποσες δόσεις, οι οποίες άρχιζαν να πληρώνονται από τον επόμενο μήνα και τις κατέθετε (δόσεις) ο δανειζόμενος ή σε λογαριασμό ενός συνεργάτη του Σ. Π., του Γ. Β. ή πλήρωνε το ποσό σε μετρητά (επισκεπτόταν ο Γ. Β. την Β.. στο κατάστημα) και γινόταν καταβολή χρημάτων πάντα χωρίς να δίνεται απόδειξη από τον Σ. Π. ή τον Γ. Β.. Επιβεβαιώνει ότι επί του συνόλου των ποσών, ο Σ. Π. έπαιρνε αμοιβή 10% από το δανειολήπτη και αν ο δανειζόμενος ήταν φερέγγυος και συνεπής, είχε το περιθώριο ανανέωσης της περιόδου δανεισμού για άλλο ένα έτος, ή και δύο ή και τρία, ανάλογα με το πόσο απαιτείτο, ότι η Β. Σ. αφού υπέγραψε την πρώτη σύμβαση, ουδέποτε συνάντησε τη δανείστρια Ά.-Α. Σ. ή τον εκάστοτε επόμενο δανειστή, ενέγραψε υποθήκη (προσημείωση) επί ενός οικοπέδου 3.000 τ.μ. αξίας 450.000 € στο … για τα ποσά αυτά. Κατέθετε η Β. Σ. όλα τα ποσά έτσι ακριβώς όπως είχε συμφωνηθεί. Τον πρώτο χρόνο δεν μπόρεσε να αποπληρώσει το δάνειο, οπότε το ανανέωσε με τόκο 22% και δεύτερη φορά το ανανέωσε το επόμενο έτος πάλι με περίπου τόκο 22%.
Στη δεύτερη ανανέωση το Νοέμβριο του 2003 και έχοντας πάλι η Β. Σ. αδυναμία να πληρώσει το αρχικό ποσό, η Ά.-Α. Σ. ζήτησε γι' άλλο ένα έτος ανανέωση του συνολικού ποσού δανείου των 20.000.000 δρχ. με τόκο για το επόμενο έτος 22% και περίπου 13.000 ευρώ, από το οποίο έπρεπε να της καταβληθούν τα 6.000 ευρώ προκαταβολικά, κάνοντας και μία μικρή έκπτωση στο ποσό.
Όμως και πάλι η Β. Σ. δεν είχε την δυνατότητα να δώσει το ποσό των 6.000 ευρώ και δανείστηκε από άλλη πελάτισσα του Σ. Π., την Τ. Κ. το εν λόγω ποσό, πληρώνοντας τόκο 10%. Η ίδια διαδικασία και οι ίδιες συμφωνίες ακολουθήθηκαν και για τα άλλα δύο δάνεια που έλαβε η Β. Σ. την 13/3/2002 από την Π. Ο. και την 29/5/2003 από την αγγλική εταιρία "DAISY FUTURES LTD" μέσω του γραφείου του Σ. Π..
Την ίδια περίοδο, καθώς η Ό. Κ. διατηρούσε γραφείο συμβούλων επιχειρήσεων στο ..., είχε και η ίδια ανάγκη μετρητών. Απευθύνθηκε στον Σ. Π. για να της ανεύρει κεφάλαια. Ο Γ. Β. την ενημέρωσε πλήρως για τον τρόπο με τον οποίο θα ολοκληρωνόταν η διαδικασία, ακριβώς με τους ίδιους ανωτέρω όρους, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε άτομο να χορηγήσει κεφάλαια προς δανεισμό.
Υποστηρίζει ότι η Β. Σ. ποτέ δεν είχε άμεση επαφή με τους δανειστές, αλλά πάντα ερχόταν σε επαφή μ' αυτούς δανειστές ή ο Σ. Π. ή ο Γ. Β. (βλ. κατάθεση Κ. Ό.).
Από τις πιο κάτω αποφάσεις των Πολ. Δικαστηρίων αποδεικνύεται η τοκογλυφική δραστηριότητα των κατ/νων σε σχέση με την Β. Σ.. Με την υπ' αριθ. 4075/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ακυρώθηκε η υπ' αριθ. 656/2005 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά εκδοθείσα κατόπιν αίτησης της Ά. Σ. κατά της Β. Σ., κρίθηκε δε ως άκυρη η σύμβαση δανείου μεταξύ των ανωτέρω, όπως και η εκδοθείσα χάριν καταβολής αυτού συναλλαγματική.
Σ' αυτή την απόφαση αναφέρεται ότι η Β. Σ. κατέφυγε σε εξωτραπεζικό δανεισμό, απευθυνθείσα προς τούτο στο γραφείο του Σ. Π., ο οποίος έχει διατελέσει δικηγόρος Πειραιά και διατηρούσε επί της οδού ... δικηγορικό γραφείο, ότι "Ο ανωτέρω συνδεόταν με κύκλωμα προσώπων τα μέλη του οποίου προέβαιναν σε κατ' επάγγελμα χορηγήσεις δανείων σε ιδιώτες", σε περιπτώσεις εμπόρων όπου λόγω εγγραφής τους στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ δεν ήταν εφικτός ο τραπεζικός τους δανεισμός. Αυτός εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος όλων των παραπάνω προσώπων, συναλλασσόταν με τους υποψηφίους δανειολήπτες, ενώ αυτοί δεν έρχονταν καθόλου σε επαφή με τους δανειστές τους, για την διαμεσολάβηση του δε αυτή ελάμβανε από κάθε συναλλαγή προμήθεια της τάξης του 10%. Προς τούτο διέθετε οργάνωση, η οποία του επέτρεπε να διατηρεί έλεγχο επί των καταβολών που αφορούσαν τους ως άνω δανεισμούς κάνοντας χρήση ιδιαίτερα των υπηρεσιών του συνεργάτη του Γ. Β., ο δε έλεγχος αυτός συνίστατο στην κατάθεση σε λογαριασμούς δικούς του και του ανωτέρω συνεργάτη του των ποσών των δόσεων των δανείων από τους δανειολήπτες. Η Β. Σ. στα πλαίσια λειτουργίας "του ιδίου κυκλώματος" δανείστηκε μέσω του ανωτέρω προσώπου από την Π. Ο. και από εδρεύουσα στο Λονδίνο εταιρεία διάφορα ποσά. Την 21/11/2001 η Β. Σ. χωρίς να έλθει σε καμία επαφή με την Ά.-Α. Σ., την οποία, ως συνομολογήθηκε, δεν γνωρίζει ούτε κατ' όψιν και χωρίς οποιαδήποτε διαπραγμάτευση μαζί της, συνήψε έγγραφη σύμβαση εντόκου δανείου ποσού 5.000.000 δραχμών ή 14.673 ευρώ, με ετήσιο επιτόκιο κατά την γραπτή σύμβαση 9,25%, ενώ στην πραγματικότητα με 26% ετησίως, αποδοτέο, κατά μεν την γραπτή σύμβαση εντός μηνός από της χορήγησης του, δηλαδή την 21/12/2001, ενώ κατά την προφορική συμφωνία εντός έτους.
Την 8/10/2001 η Β. Σ. είχε λάβει από την Ά. Σ. με την διαμεσολάβηση του ιδίου δικηγόρου, άλλο δάνειο ύψους 15.000.000 δραχμών ή 44.020 ευρώ με τις ίδιες επί μέρους συμφωνίες, ενώ κατά μήνα Νοέμβριο του 2003 οι αυτοί συμβαλλόμενοι, με την διαμεσολάβηση του Σ. Π., προέβησαν σε ανανέωση του ενοποιηθέντος κεφαλαίου δανείου από (15.000.000 + 5.000.000) 20.000.000 δρχ. ή 58.694 ευρώ, με ετήσιο επιτόκιο 22%. Κατά την τελευταία αυτή ανανέωση η Ά.-Α. Σ. εξέδωσε την 22/11/2003 και η Β. Σ. αποδέχθηκε συναλλαγματική ποσού 14.673 ευρώ, με ημερομηνία λήξης 8/11/2004, βάσει της οποίας η πρώτη πέτυχε την έκδοση της Διαταγής Πληρωμής.
Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά αποδείχθηκε (κατά την δικ. απόφαση) ότι η Ά.-Α. Σ. προέβη στον δανεισμό παρανόμως "ως μέλος κυκλώματος" δανείζοντος κατ' επάγγελμα χωρίς ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδας, όπως τούτο ρητώς απαιτείται κατά νόμο και δη με το άρθρο 4 Ν 2076/1992.
Με την υπ' αριθ. 2167/07 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ακυρώθηκε η υπ' αριθ. 858/2005 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εκδοθείσα κατόπιν αίτησης του Α. Δ. σε βάρος της Β. Σ., κρινουμένων ως ακύρων των μεταξύ τους συμβάσεων δανείου και των συναλλαγματικών χάριν καταβολής των οποίων εκδόθηκαν.
Με την υπ' αριθ. 2167/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτό πάλι ότι ο Σ. Π. μεσολαβούσε για τη χορήγηση δανείων, εμφανιζόμενος ως εκπρόσωπος όλων των παραπάνω προσώπων και συναλλασσόταν με τους υποψήφιους δανειολήπτες, λαμβάνοντας από κάθε συναλλαγή, για τη διαμεσολάβηση του αυτή, προμήθεια 10%. Για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω δραστηριότητας του, διέθετε οργάνωση, που του επέτρεπε περαιτέρω να τηρεί έλεγχο στις γενόμενες καταβολές, που αφορούσαν στους ανωτέρω δανεισμούς, καθόσον οι δανειολήπτες κατέθεταν τα ποσά των δόσεων των παραπάνω δανείων είτε στο γραφείο του είτε σε λογαριασμούς του συνεργάτη του Γ. Β. (παραστατικά κατάθεσης στους λογαριασμούς του ανωτέρω στην Τράπεζα Ergasias και στην Alpha Bank).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω συνάγεται ότι ο Σ. Π. και οι εκπροσωπούμενοι απ' αυτόν, συμπεριλαμβανομένου και του Α. Δ. "προέβαιναν σε κατ' επάγγελμα εξωτραπεζικό δανεισμό, ενώ όλη η ως άνω παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα του ανωτέρω δικηγόρου ήταν γνωστή στους επιχειρηματικούς κύκλους". Η Β. Σ. "στα πλαίσια λειτουργίας του άνω κυκλώματος", δανείστηκε, μέσω του ανωτέρω προσώπου, από την Π. Ο. και από την εταιρεία "DAISY FUTURES LTD", που εδρεύει στο Λονδίνο και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δ. Α. και χωρίς να έλθει σε επαφή με τα παραπάνω πρόσωπα, τα οποία δεν γνώριζε, διάφορα ποσά.
Ειδικότερα (κατά την δικ. απόφαση) α) την 13/3/2002 συνήψε με την Π. Ο., σύμβαση δανείου ποσού 29.347 ευρώ, με ετήσιο επιτόκιο, κατά την ανωτέρω έγγραφη σύμβαση, 10%, ενώ στην πραγματικότητα ήταν 31,1%, αποδοτέο, κατά μεν την ως άνω σύμβαση, εντός μηνός από την χορήγηση του, δηλαδή την 13/4/2002, ενώ κατά προφορική συμφωνία, εντός ενός έτους, ενώ κατά το χρόνο λήξης του παραπάνω δανείου οι ως άνω συμβαλλόμενοι, με τη μεσολάβηση του Σ. Π., ανανέωσαν την προαναφερόμενη σύμβαση για ένα έτος ακόμη και για την εξασφάλιση των τόκων του επόμενου αυτού έτους, η Β. Σ. αποδέχθηκε συναλλαγματικές, ενώ για το παραπάνω ποσό εκδόθηκε από την Π. Ο. την 13/3/2002 η μία εκ των συναλλαγματικών ισόποση του ως άνω δανείου, αποδοχής της Β. Σ. με ημερομηνία λήξης την 13/3/2003, η οποία συναλλαγματική μεταβιβάστηκε στη συνέχεια λόγω οπισθογράφησης στον Α. Δ., κατέθετε δε τις δόσεις σε λογαριασμό του ίδιου του Σ. Π., στη CITIBANK και β) την 29/5/2003 συνήψε με την εταιρεία DAISY FUTURES LTD, που εδρεύει στο Λονδίνο, σύμβαση δανείου ποσού 14.674 ευρώ, με ετήσιο επιτόκιο, κατά την ανωτέρω έγγραφη σύμβαση, 8,5%, ενώ στην πραγματικότητα ήταν 40%, αποδοτέο, κατά μεν την σύμβαση, εντός μηνός από την χορήγηση του, δηλαδή την 29/6/2003, ενώ κατά προφορική συμφωνία, εντός ενός έτους, για το παραπάνω ποσό εκδόθηκε από την εταιρεία την 29/5/2003 και η έτερη συναλλαγματική ισόποση του ανωτέρω δανείου, αποδοχής της Β. Σ. με ημερομηνία λήξης την 29/5/2004, η οποία συναλλαγματική μεταβιβάστηκε στη συνεχεία λόγω οπισθογράφησης στον Δ. Α., εκπρόσωπο της εταιρείας αυτής, κατέθετε δε τις δόσεις σε λογαριασμό του ίδιου του Σ. Π., στη CIΤΙΒΑΝΚ, ή εξοφλούσε αντίστοιχες των δόσεων συναλλαγματικές, που εξέδωσε ο Α. Δ. σε διαταγή της ανωτέρω εταιρείας.
Για την ασφάλεια δε των δανείων αυτών ενεγράφησαν και αντίστοιχες προσημειώσεις υποθήκης υπέρ των Π. Ο. και της εταιρείας DAISY FUTURES LTD σε ακίνητο της Β. Σ. και δη με τις υπ' αριθ. 1487/2002 και 3881/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Ο Α. Δ. γνώριζε για τις παράνομες ως άνω δραστηριότητες, καθόσον αποτελούσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της παραπάνω συμβαλλόμενης εταιρείας, όπως επίσης γνώριζε και για τη δανειακή σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ της Π. Ο. και της Β. Σ., διότι όλοι οι ανωτέρω εμπλεκόμενοι γνωρίζονταν μεταξύ τους.
Επίσης η Β. Σ. είχε προβεί και σε άλλες δανειακές συμβάσεις, μέσω του γραφείου του ως άνω δικηγόρου και δη με την Ά. Σ.. Ο Α. Δ., νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρείας, προέβη στον δανεισμό παρανόμως "ως μέλος κυκλώματος, δανείζοντας κατ' επάγγελμα", χωρίς ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδας, όπως ρητά απαιτείται από το άρθρο 4 του Ν 2076/1992, ενώ εξάλλου και η εταιρεία την οποία εκπροσωπεί δεν αποτελεί Πιστωτικό Ίδρυμα, με την έννοια του παραπάνω Νόμου, ούτε αποδείχθηκε ότι εμπίπτει στις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 11§1 της Οδηγίας 2000/12 ΕΚ. Κατά της υπ' αριθ. 2167/07 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ασκήθηκε από τον Α. Δ. η από 1/11/2007 έφεση με αριθ. 1431.
Με την υπ' αριθ. 385/2006 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Διαδ. Ασφαλ. Μέτρων) είχε ανασταλεί η εκτέλεση της υπ' αριθ. 656/05 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού μέχρι έκδοσης τελεσίδικης απόφασης επί ανακοπής της Σ. Β.., διότι πιθανολογήθηκαν ότι ο δικηγόρος Σ. Π. διέθετε στον Πειραιά επί της οδού ... γραφείο στο οποίο εχορηγούντο δανειοδοτήσεις και δη με τοκογλυφικό τόκο έναντι προμήθειας 10% επί του χορηγουμένου ποσού.
Επαναλαμβάνεται ότι αυτός συνεργαζόταν με διάφορα πρόσωπα που είχαν διαθέσιμα προς δανειοδότηση κεφάλαια και τη μεσολάβηση του καταρτίζονταν οι συμβάσεις δανείου, στο γραφείο δε του ως άνω δικηγόρου απευθύνθηκε η Σ. Β. προς χορήγηση δανείων όπου με τη μεσολάβηση του έλαβε διάφορα ποσά από τους Π. Ο., Τ. Κ., την Ά. Σ. και την εταιρία DAISY FUTURES LTD, στο ίδιο γραφείο απευθύνθηκε και η Α. Κ., απ' όπου έλαβε δάνειο από την Χ. Α., ότι η Β. Σ. έλαβε δάνειο από την Ά. Σ. με τη μεσολάβηση του Σ. Π. την 21/11/2001 ποσού 5.000.000 δρχ. ή 14.673 ευρώ με επιτόκιο 26% ετησίως και το Δεκέμβριο του 2002 ποσού 15.000.000 δρχ. με επιτόκιο 22% ετησίως. Το Νοέμβριο του 2003 ανανεώθηκε η εξόφληση των ως άνω δανείων και προς είσπραξη αυτών εκδόθηκαν διάφορες συναλλαγματικές μεταξύ των οποίων και η συναλλαγματική με ημερομηνία έκδοσης την 22/11/2003, λήξης την 8/11/2004, αποδοχής της Β. Σ., ποσού 14.673 ευρώ.
Οι ως άνω δανειακές συμβάσεις, καθώς η συναλλαγματική που ενσωμάτωνε απαίτηση των δανειακών αυτών συμβάσεων (κεφάλαιο και τοκογλυφικούς τόκους) ήταν άκυρες, εφόσον και ο μεσολαβήσας προς κατάρτιση αυτών με καταβολή προμήθειας Σ. Π. και η Ά. Σ. συνεργαζόταν με τον τελευταίο προς σύναψη δανειακών συμβάσεων κατ' επάγγελμα και δη με τοκογλυφικούς τόκους, διαθέτοντας τα απαιτούμενα κεφάλαια. Επομένως η δανειακή σύμβαση, απαίτηση την οποία ενσωμάτωνε η' επίδικη συν/κή, καταρτίστηκε με άτομα που κατ' απαγόρευση του Νόμου συνάπτουν κατ' επάγγελμα τέτοιες συμβάσεις δανείου.
Ασκήθηκε έφεση από την Ά. Σ. και από τον Π. Σ. κατά της υπ' αριθ. 4075/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 606/07 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της Ά. Σ. και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης του Σ. Π.. Με την απόφαση αυτή έγινε πάλι δεκτό ότι ο Σ. Π. συνδεόταν με ομάδα προσώπων τα μέλη της οποίας προέβαιναν σε κατ' επάγγελμα χορηγήσεις δανείων σε ιδιώτες, σε περιπτώσεις εμπόρων, όπου λόγω εγγραφής τους στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ δεν ήταν εφικτός ο τραπεζικός τους δανεισμός, εμφανιζόμενος δε ως εκπρόσωπος όλων των παραπάνω προσώπων, συναλλασσόταν με τους υποψηφίους δανειολήπτες, ενώ οι τελευταίοι δεν έρχονταν καθόλου σ' επαφή με τους δανειστές τους, για τη διαμεσολάβηση του δε αυτή ελάμβανε από κάθε δανειοδότηση προμήθεια 10% επί του χορηγουμένου ποσού.
Προς τούτο διέθετε οργάνωση, η οποία του επέτρεπε να διατηρεί έλεγχο επί των καταβολών που αφορούσαν τους ως άνω δανεισμούς κάνοντας χρήση ιδιαίτερα των υπηρεσιών του συνεργάτη του Γ. Β., ο δε έλεγχος αυτός συνίστατο στην κατάθεση σε λογαριασμούς δικούς του και του πιο πάνω συνεργάτη του των ποσών των δόσεων των δανείων από τους δανειολήπτες. Οι δανειοδοτήσεις προς την Β. Σ. έγιναν "μέσω ενός μηχανισμού", τον οποίο διηύθυνε ο Σ. Π., ο οποίος συνδεόταν με χρηματοδότες, κατήρτιζε τις συμβάσεις, επιμελείτο των εμπραγμάτων ασφαλίσεων των δανείων, προέβαινε σε προφορικές συμφωνίες διαφορετικές των εγγράφων συμφωνηθέντων, σε ανανεώσεις των δανείων, σε έκδοση συναλλαγματικών για εξασφάλιση καταβολής του κεφαλαίου και των μηνιαίων τόκων (συμβατικών ή μη).
Σε όλες δε τις παραπάνω διαδικασίες με απουσία των δανειστών, προκύπτει ότι η Ά.-Α. Σ. δάνειζε μεγάλα χρηματικά ποσά σε άγνωστα πρόσωπα, μέσω δικηγορικού γραφείου, προκειμένου να διασφαλίσει τις συναλλαγές της, αποσκοπώντας τον πορισμό εισοδήματος.
Κατά την ως άνω δικαστική απόφαση η Ά. Σ. προέβη στη χορήγηση του δανείου των 5.000.000 δρχ. ή 14.673 ευρώ κατ' επάγγελμα, κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν 2076/1992.
Συνεπώς είναι άκυρη η παραπάνω δανειακή σύμβαση, όπως και η επίδικη συναλλαγματική που εκδόθηκε χάριν καταβολής της εν λόγω σύμβασης δανείου.
Η ίδια η Ά. Σ. με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ισχυρίσθηκε ότι διέθεσε στο δικηγόρο Σ. Π. τις οικονομίες που είχε από την μακροχρόνια εργασία της ως μικροεμπόρου κοσμημάτων, ώστε με σύμβαση νόμιμη δανείου να δανείσει με το νόμιμο τόκο τα χρήματα της αυτά και με τη σχετική εμπράγματη εξασφάλιση, αποδεχόμενη έτσι ότι είχε σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, όλη δε η παραπάνω διαμορφωθείσα υποδομή και τα ομολογούμενα από αυτήν υποδηλώνουν την πρόθεση της για επανειλημμένη χορήγηση δανείων με σκοπό το οικονομικό όφελος (βλ. την υπ' αριθ. 606/2007 απόφαση Εφετείου Πειραιά).
Με την υπ' αριθ. 606/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιά κρίθηκε ότι η κατ' επάγγελμα χορήγηση δανείων από πρόσωπα που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα, κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν 2076/1992, δημιουργεί ακυρότητα της δανειακής σύμβασης κατά το άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικείμενης στις αναγκαστικού δικαίου εν λόγω διατάξεις.
Με την υπ' αριθ. 1238/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά απορρίφθηκε αίτηση της Β. Σ. περί αναστολής εκτέλεσης της υπ' αριθ. 1097/2005 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της Ά. Σ..
Με τις υπ' αριθ. 5763/2001 και 6685/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατόπιν αίτησης της Σ. Ά.-Α. διατάχθηκε η εγγραφή υπέρ αυτής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου της Β. Σ..
Με την υπ' αριθ. 85/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά ακυρώθηκε η υπ' αριθ. 1045/2005 Διαταγή Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Πειραιά εκδοθείσα κατόπιν αίτησης της Ά. Σ. σε βάρος της Β. Σ..
Με την απόφαση αυτή έγινε εκ νέου δεκτό ότι η Β. Σ. προσέφυγε στο δικηγορικό γραφείο του Σ. Π. στον Πειραιά, με την μεσολάβηση του οποίου καταρτίζονταν δανειακές συμβάσεις με διάφορα πρόσωπα που διέθεταν κεφάλαια για δανειοδότηση του, όπου και με τη μεσολάβηση του οποίου έλαβε η Β. Σ. ως δάνειο από την Ά. Σ. τα παραπάνω ποσά την 21/11/2001 και την 8/10/2001. Επαναλαμβάνεται ότι με τη μεσολάβηση του ίδιου δικηγόρου την 13/3/2002 έλαβε από την Π. Ο. ποσό 29.347 ευρώ και την 29/5/2003 από την εταιρεία DAISY FUTURES LTD με έδρα το Λονδίνο ποσό 14.674 ευρώ. Για τα ως άνω ποσά δανείου υπεγράφησαν μεταξύ αυτής ως δανειολήπτριας και των ως άνω δανειστών δανειακές συμβάσεις, για εξασφάλιση δε της επιστροφής τους διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητη περιουσία της. Για την αποπληρωμή των ως άνω δανείων ανεγράφη στις δανειακές συμβάσεις να εξοφληθεί το ποσό του δανείου μέσα σ' ένα χρόνο με δικαίωμα παράτασης και με ετήσιο επιτόκιο 9,25% και 10% αντίστοιχα.
Όμως στην πραγματικότητα συμφωνήθηκε η καταβολή μηνιαίως τόκων με επιτόκιο 22% ετησίως για την πληρωμή των οποίων τόκων συνολικού κεφαλαίου 58.694€ επί ένα έτος με επιτόκιο 22% ετησίως, η Β. Σ. υποχρεώθηκε να καταβάλλει 12.912,69 ευρώ, το οποίο στρογγυλοποιήθηκε στο ποσό των 4.000.000 δρχ. ή 11.730 ευρώ από το οποίο προκατέβαλε 6.000 ευρώ και το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 12 μηνιαίες δόσεις με την έκδοση 12 συναλλαγματικών ποσού 477 ευρώ η καθεμία.
Προς πληρωμή μάλιστα του ποσού των 6.000 ευρώ η Β. Σ. με την υπόδειξη και μεσολάβηση του ως άνω δικηγόρου Σ. Π. δανείστηκε το ποσό των 6.000 ευρώ πλέον τόκων 600 ευρώ για ένα έτος για εξασφάλιση του οποίου αποδέχθηκε 12 ισόποσες συναλλαγματικές.
Αποδεικνύεται ότι ο Σ. Π. και η Σ. Ά. συνεργάζονταν για τη σύναψη δανειακών τοκογλυφικών συμβάσεων κατ' επάγγελμα διαθέτοντας τα απαραίτητα προς τούτο κεφάλαιο. Κατά συνέπεια η απαίτηση της Β. Σ. από τη δανειακή σύμβαση, καθώς και οι συν/κές αφού καταρτίστηκαν από άτομα που συνάπτουν κατ' επάγγελμα τέτοιες συμβάσεις χωρίς να είναι πιστωτικά ιδρύματα, αντιβαίνουν τις απαγορευτικές διατάξεις του άρθ. 4 παρ. 7 του Ν 2076/992, η οποία είναι δημόσιας τάξης και είναι άκυρη σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 174 ΑΚ σε συνδυασμό με την διάταξη του αρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα (βλ. την υπ' αριθ. 85/06 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά - Διαδ. Πιστ. Τίτλων).
Με την υπ' αριθ. 4074/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ακυρώθηκε η υπ' αριθ. 1097/2005 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου εκδοθείσα κατόπιν αίτησης της Ά. Σ. σε βάρος της Β. Σ., τυγχάνουσες άκυρες η σύμβαση δανείου και η χάριν καταβολής αυτή συναλλαγματική.
Με την ίδια απόφαση έγινε δεκτό ότι κατά τα έτη 2001-2003 η Β. Σ. βρέθηκε σε αδυναμία να συνάψει τραπεζικό δανεισμό για τις ανάγκες της εμπορίας της και κατέφυγε σε εξωτραπεζικό δανεισμό, απευθυνθείσα προς τούτο στο γραφείο του Σ. Π., ότι "Ο ανωτέρω συνδεόταν με κύκλωμα προσώπων τα μέλη του οποίου προέβαιναν σε κατ' επάγγελμα χορηγήσεις δανείων σε ιδιώτες, σε περιπτώσεις εμπόρων όπου λόγω εγγραφής τους στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ δεν ήταν εφικτός ο τραπεζικός τους δανεισμός. Αυτός εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος όλων των παραπάνω προσώπων". Μνημονεύεται πάλι ότι η Β. Σ. χωρίς να έρθει σε καμία επαφή με την Ά. Σ., την οποία δεν γνωρίζει ούτε κατ' όψιν και χωρίς οπουδήποτε διαπραγμάτευση μαζί της την 8/10/2001 συνήψε έγγραφη σύμβαση εντόκου δανείου ποσού 15.000.000 δρχ. ή 44.020 ευρώ, με ετήσιο επιτόκιο κατά την γραπτή σύμβαση 9,75%, ενώ στην πραγματικότητα με 18,3%, αποδοτέο, κατά μεν την γραπτή σύμβαση εντός μηνός από της χορήγησης του, ενώ κατά την προφορική συμφωνία εντός έτους.
Επαναλαμβάνονται τα' αναφερόμενα στην υπ' αριθ. 4075/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά τα περί ανανέωσης ενοποιηθέντος κεφαλαίου δανείου 58.694 € με ετήσιο τόκο 22%.
Κατά την τελευταία ανανέωση η Ά. Σ. εξέδωσε και η Β. Σ. αποδέχθηκε συναλλαγματική ποσού 44.020 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 9/11/2003, βάσει της οποίας η πρώτη πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 4074/06 Δ/γής Πληρωμής. Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι η Ά. Σ. προέβη στον ανωτέρω δανεισμό παρανόμως "ως μέλος κυκλώματος" δανείζοντας κατ' επάγγελμα χωρίς ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τούτο ρητώς απαιτείται κατά νόμο και δη με το άρθρο 4 Ν 2076/1992 (βλ. την υπ' αριθ. 4074/2006 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά - Διαδ. Πιστ. Τίτλων). Με την υπ' αριθ. 196/19-3-2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιά απορρίφθηκαν οι εφέσεις της Ά. Σ. και του Σ. Π. κατά της υπ' αριθ. 4074/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Την 30/3/2006 ο Β. Γ. είχε καταθέσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά για τον δανεισμό της Β. Σ., περί κατάθεσης χρημάτων στον λογαριασμό του εκ μέρους της Β. Σ., τα οποία μετέφερε στον Σ. Π. και του έδινε την συναλλαγματική, ότι του έλεγε η Β. Σ. να κρατήσει τις συναλλαγματικές, χωρίς ν' αναφέρει την αιτία, ότι είχε λάβει (αυτός) 7-8 συναλλαγματικές, ότι η Β. Σ. το έτος 2003 κατέβαλε χρήματα σ' αυτόν. Την 15/5/2006 ο Γ. Β. κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά ότι του έβαζαν χρήματα στο λογαριασμό του, τα οποία αντιστοιχούσαν στις συναλλαγματικές και τα έδινε στον Σ. Π., ότι οι αμοιβές του γραφείου επιβάρυναν την Β. Σ., ότι ο Σ. Π. πήρε την ευθύνη για τα δάνεια και νομίζει ότι τους τόκους πήγαινε η τελευταία στο γραφείο του ανωτέρω και τους κατέβαλε.
Την 21/9/2005 ο ίδιος κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά περί κατάθεσης χρημάτων σε λογαριασμό του για να δοθούν στην Ά. Σ., ότι ελάμβανε συναλλαγματικές, τις οποίες τις "έσκισε" αφού δεν τις ήθελε η Β. Σ. (χωρίς ν' αναφέρει τον λόγο), ότι τα χρήματα τα έδινε στην Ά. Σ. και η σύμβαση δανείου καταρτίσθηκε στο γραφείο του Σ. Π.. Ο Σ. Π. απέστειλε στον δικηγόρο Γ. Θ. την από 18/4/2006 επιστολή του με την οποία ισχυρίζεται ότι με την Ά. Σ. είχαν προ πολλών ετών φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις, ότι τον μήνα Ιούνιο του έτους 2001 προσήλθε η Ά. Σ. στο γραφείο του και ζήτησε την διακοπή των φιλικών και επαγγελματικών σχέσεων τους και την παράδοση των φακέλων της και των δικογραφιών στον δικηγόρο Δ. Μ., επί πλέον δια του κοινού γνωστού τους Γ. Β. του διεμήνυσε να διαγράψει από τον ηλεκ. υπολογιστή του όλα τα έγγραφα που αφορούσαν τις υποθέσεις της, το οποίο και έπραξε, ότι στα τέλη του παρελθόντος έτους 2005 πληροφορήθηκε μέσω του Γ. Β. ότι η πρώην πελάτισσα του Ά. Σ. είχε αντιδικία με κάποια Β. Σ. για διάφορες συναλλαγές που έλαβαν χώρα την 21/11/2001 και εν συνεχεία του απέστειλαν φωτοτυπία μίας ανακοπής της τελευταίας. "Επειδή όμως το περιεχόμενο της Ανακοπής ήτο ψευδέστατο αναφερόμενο εις εμέ παραχρήμα ως γνωρίζετε κατέθεσα κατ' αυτής μήνυση και αγωγή.
Κύριε Θ. Κατά τον επίδικο χρόνο τον αναφερόμενο στην ανακοπή δεν υπήρξα δικηγόρος της κας Σ. ουδέ καν δικηγόρος διότι είχα προ 10 και πλέον μηνών συνταξιοδοτήθη και ουδέποτε εισέπραξα δια λογαριασμό της κας Σ. από την κα Σ. χρηματικό ποσό. Με αυτό το ιστορικό, σας παρακαλώ θερμά να παύσετε του λοιπού να με προσεπικαλείτε σε εκκρεμείς δίκες και επίσης παρακαλώ να παραιτηθείτε των προσεπικλήσεων εναντίον μου κατά της δικασίμου".
Στη συνέχεια ο δικηγόρος Γ. Θ. του απέστειλε την από 16/5/2006 επιστολή του. Σ' αυτή αναφέρει ότι "1. Θα ενθυμείσθε ασφαλώς ότι πριν σας κοινοποιήσω για λόγους καθαρά πληρέστερης δικανικής υποστήριξης των υποθέσεων Σ. κατά Σ. και λόγω του περιεχομένου των ανακοπών, οι οποίες ρητά ανέφεραν το όνομα σας τόσον ως καταρτίσας τη σύμβαση δανεισμού όσον και την καταβολή χρημάτων, συνεννοήθηκα μαζί σας για την κίνηση μου αυτή και δεν είχατε καμία αντίρρηση. Μάλιστα μου είπατε χαρακτηριστικά ότι θα παραστώ για να καταθέσω τη μήνυση και αγωγή εναντίον της Σ. για τα όσα ψευδή και συκοφαντικά όπως τα χαρακτηρίσατε αναφέρει εναντίον σας.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι η μόνιμη μάρτυρας της Σ. ευκρινέστατα καταθέτει ενώπιον των ακροατηρίων της εκδικάσεως των υποθέσεων αντίθετα απ' όσα εσείς αναφέρετε και τούτο ως αντιλαμβάνεσθε ως δικηγόρος μας δημιούργησε και την ανάγκη των προσεπικλήσεων.
Έτσι, η θέση σας αυτή διήρκεσε μέχρι και τη συζήτηση της πρώτης προσεπικλήσεως από τις τρεις που σας κοινοποίησα και που αντιστοιχούσαν στις τρεις ανακοπές της Σ. και μάλιστα την 30 Μαρτίου 2006, ότε και παρέστη στο Δικαστήριο πληρεξούσιος σας ο κ Π..
Αιφνιδίως 18 ημέρες μετά, άγνωστο γιατί, μεταλλάξατε τη θέση σας και μου κοινοποιήσατε την προμνησθείσα επιστολή καίτοι όπως γνωρίζετε ως συνταξιούχος δικηγόρος οι πράξεις μου δεν είναι προσωπικές αλλά της εντολίδος μου Ά. Σ., η οποία και έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο στην ουσιαστική πορεία της υποθέσεως. Παρά δε ότι εκδώσατε εντολή κοινοποίησης και προς αυτήν εν τούτοις δεν εκοινοποιήθη η εν λόγω επιστολή". Ο Π. Σ. κατέθεσε κατά της Β. Σ. και της Ό. Κ. στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την με γεν. αριθμό κατάθ. 43887/2006 αγωγή ζητώντας να υποχρεωθούν εις ολόκληρον εκάστη να του καταβάλλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 € εντόκως από της κοινοποίησης της (αγωγής) μέχρι εξόφλησης. Προσκομίσθηκαν οι καταρτισθείσες μεταξύ της Ά. Σ. και της Β. Σ. συμβάσεις δανείου από 21/11/2001, 8/10/2001, μεταξύ της Ο. Π. και της Β. Σ. η από 13/3/2002 σύμβαση δανείου, μεταξύ της Β. Σ. και τη DAISY FUTURES LTD χρηματοοικονομική σύμβαση-σύμβαση δανείου, μεταξύ της Χ. Α. και της Ε. Κ. η από 17/10/2007 σύμβαση δανείου, μεταξύ της Β. Σ. και της Τ. Κ. η από 10/3/2003 σύμβαση δανείου.
Είχε εκδοθεί η 01000007-1 επιταγή της CITIBANK σε διαταγή Β. Σ., ποσού 29347 €, συρόμενη επί του 084 005 000 50535 23350 λογαριασμού του Π. Σ., το ποσό της οποίας αντιστοιχεί στην από 13/3/2002 σύμβαση δανείου μεταξύ Ο. Π. και της Β. Σ.. Από την τελευταία έχουν γίνει καταβολές στην Σ. Ά., όπως προκύπτει από τα από 2/10/2003, 3/11/2003, 5/9/2003, 19/11/2003, 3/2/2004, 25/8/2003, 17/9/2003, 2/12/2003 δελτία καταθέσεων της CITIBANK, τις από 4/3/2004, 16/4/2004, 18/5/2004, 25/6/2004, 21/7/2004, 3/9/2004 αποδείξεις τραπεζικής συναλλαγής της CIΤΙΒΑΝΚ. Από τα από 16/4/2003, 29/7/2003, 24/9/2003, 21/10/2003, 25/11/2003, 18/7/2003 δελτία καταθέσεων, την από 10/3/2004 απόδειξη τραπεζικής συναλλαγής της CIΤΙΒΑΝΚ εξάγεται ότι έγινε καταβολή χρημάτων από την Σ. Β. σε λογαριασμό του Σ. Π..
Προσκομίσθηκαν συναλλαγματικές με μόνο υπογραφή στη θέση του αποδέκτη, με ημερομηνία λήξης την 5/8/2003, 5/5/2003, ποσού εκάστη 514 €, με ημερομηνία λήξης την 21/12/2002 ποσού 269 €, 21/1/2003 ποσού 269 €, 21/2/2003 ποσού 269 €, 21/3/2003 ποσού 269 €, με ημερομηνία λήξης την 21/4/2003, 21/5/2003, 21/6/2003, 21/7/2003, 21/8/2003, 21/10/2003 ποσού 269 € η καθεμία και με λευκά τα υπόλοιπα στοιχεία τους.
Από το από 7/1/2003 δελτίο κατάθεσης της Eurobank, από τα από 12/2/2003, 28/2/2003, 11/4/2003, 12/5/2003, 30/5/2003, 4/7/2003, 20/8/2003 αποδεικτικά κατάθεσης της ALPHA BANK προκύπτει κατάθεση χρημάτων στο λογαριασμό του Β. Γ..
Από τα από 9/5/2002, 13/6/2002, 10/7/2002, 30/7/2002, 30/8/2002 γραμμάτια είσπραξης της Τράπεζας Ergasias προκύπτει κατάθεση ποσών από την Σ. Β. σε λογαριασμό του Β. Γ..
Καταθέσεις έγιναν σε λογαριασμό του Β. Γ. στην Τράπεζα Ergasias την 18/9/2002, την 26/9/2002, στην Eurobank την 25/10/2002, 16/10/2002, 11/10/2002, 1/11/2002, στην ALPHA BANK την 3/2/2003, στην Eurobank την 23/11/2002, την 13/12/2002, την 7/3/2003, στην ALPHA BANK την 13/1/2003, την 21/2/2003, την 23/4/2003, την 24/3/2003, την 25/5/2003, την 20/6/2003, την 11/7/2003, την 8/7/2003, την 15/7/2003 (βλ. δελτία κατάθεσης της Eurobank-Ergasias, τα δελτία κατάθεσης Eurobank, αποδεικτικά κατάθεσης της ALPHA BANK).
Από τις από 13/1/2004, 17/2/2004, 4/5/2004, 24/6/2004, 16/9/2004, 1/10/2004 αποδείξεις είσπραξης της ΕΤΕ, τα από 21/10/2004, 2/11/2004 γραμμάτια είσπραξης της ΕΤΕ προκύπτουν καταβολές χρηματικών ποσών σε λογαριασμό των Κ. Τ. και Πηνελόπης. Προσκομίστηκαν συναλλαγματικές με υπογραφή στη θέση του αποδέκτη με ημερομηνία λήξης 10/11/2003, 3/12/2002, 16/12/2002, 5/2/2003, 26/2/2003, 5/3/2003, 5/4/2003, 26/4/2003, 5/6/2003, 26/6/2003, 5/7/2003, 26/8/2003, 5/9/2003, 26/10/2003, με συμπληρωμένο το ποσό και λευκές ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία τους. Ακόμη προσκομίστηκαν οκτώ συναλλαγματικές με ημερομηνία λήξης την 30/12/2001, 21/1/2002, 28/2/2002, 21/3/2002, 30/4/2002, 21/5/2002, 21/7/2002, 21/9/2002, αποδοχής της Σ. Β. χωρίς να φέρει υπογραφή στη θέση του εκδότη και χωρίς την αναγραφή του ονόματος του λήπτη, πέντε συναλλαγματικές με ημερομηνία λήξης την 26/11/2001, 26/2/2002, 26/5/2002, 26/7/2002, 26/9/2002 χωρίς την υπογραφή του εκδότη και με λήπτη την Ά. Σ.. Προσκομίστηκαν 10 συναλλαγματικές με πλήρη στοιχεία εκδοθείσες από την Ά. Σ. και αποδοχής Β. Σ. με ημερομηνία λήξης την 5/11/2001, 5/12/2001, 5/1/2002, 5/2/2002, 5/3/2002, 5/4/2002, 5/5/2002, 5/6/2002, 5/7/2002 (βλ. και το από 11/1/2002 αποδεικτικό ανάληψης της ALPHA BANK, την από 8/8/2002 Γενική Λογιστική εγγραφή της ALPHA BANK).
Η Ά.-Α. Σ. συνήψε δια του Σ. Π., ο οποίος λειτουργούσε ως εκπρόσωπος της, με την εγκαλούσα Β. Σ., την 8/10/2001 και την 21/11/2001, ενεργώντας η μεν εγκαλούσα ως οφειλέτης, η δε Ά.-Α. Σ. ως δανείστρια συμβάσεις δανείων χρηματικών ποσών 15.000.000 δρχ. και 5.000.000 δρχ. αντίστοιχα, τα οποία έπρεπε να καταβληθούν εντός έτους, αλλά και κατά την ανανέωση αυτών την 1/12/2002 και έως την 8/11/2004, συνομολόγησε με την εγκαλούσα ως τόκο για τα ως άνω δάνεια συνολικού ποσού 20.000.000 δρχ. (58.694 ευρώ) και για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, το συνολικό χρηματικό ποσό των 41.025 € περίπου.
Συγκεκριμένα συνομολόγησε ποσοστό τόκου 26% ετησίως για το χρονικό διάστημα από 8/10/2001 έως 30/11/2002 και ποσοστό τόκου 22% ετησίως για το χρονικό διάστημα από 1/12/2002 έως 8/11/2004.
Κατά το ως άνω δε χρονικό διάστημα έλαβε από την εγκαλούσα, έναντι του κεφαλαίου των δανείων και των τόκων τους, το συνολικό χρηματικό ποσό των 13.138 ευρώ δια της εκ μέρους της καταβολής χρηματικών ποσών στον Σ. Π., στο συνεργάτη του Γ. Β., σε τραπεζικούς λογαριασμούς τους που της υπέδειξε σε εξόφληση διαφόρων συναλλαγματικών (που η Β. Σ. είχε υποχρεωθεί να αποδεχθεί και να παραδώσει για λογαριασμό της στον προαναφερόμενο για την ως άνω αιτία) ανερχόμενων συνολικά των συνομολογηθέντων τοκογλυφικών τόκων των παραπάνω δανείων για το ανωτέρω διάστημα σε 25.816 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων τους συνολικού ποσού 15.209 ευρώ, τα οποία (συνομολογηθέντα ποσοστά τόκων) υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ανερχόταν από 8% έως 9,75% ετησίως.
Κατά δε τη συνομολόγηση των παραπάνω δανείων και προς διασφάλιση της καταβολής των προαναφερόμενων τοκογλυφικών τόκων, δια του Σ. Π., ο οποίος ενεργούσε ως εκπρόσωπος της (Ά. Σ.) προνόησε 1) για την κατάρτιση εγγράφων συμβάσεων με την Β. Σ., που ανέγραφαν ως συμφωνηθέντα τόκο το νόμιμο, αντί να αναγράφουν τον πιο πάνω πραγματικά συμφωνηθέντα τοκογλυφικό τόκο, 2) για την αποδοχή από την εγκαλούσα μίας ισόποσης με το κεφάλαιο κάθε δανείου συναλλαγματικής, λήξης την 8/11/2001, 3) για την αποδοχή από την εγκαλούσα δώδεκα συναλλαγματικών έως του συνολικού ποσού του ετήσιου νόμιμου τόκου κάθε δανείου, λήξης εκάστης ανά μήνα, 4) για την πληρωμή από την Β. Σ. σε μετρητά, με κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς των Σ. Π. και Γ. Β., δώδεκα μηνιαίων δόσεων έως το συνολικό ποσό του ετήσιου τοκογλυφικού τόκου κάθε δανείου και 5) για τη συναινετική εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης σε ακίνητο της Β. Σ. στο ... Αττικής, έκτασης 2.924,15τ.μ. έως το κεφάλαιο κάθε δανείου, πλέον τόκων και εξόδων.
Ακόμη η Ά. Σ. την 1/7/2005 και την 4/10/2005 επεδίωξε την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από την πιο πάνω απαίτηση και δη παρότι γνώριζε ότι οι ευρισκόμενες στην κατοχή της συναλλαγματικές ποσού 14.673 ευρώ και 4.020 ευρώ λήξης την 8/11/2004, έκδοσης της και αποδοχής της εγκαλούσας ενσωμάτωναν τα τοκογλυφικά ωφελήματα υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά τις υπ' αριθ. 715/1-7-2005 και 1119/4-10-2005 αιτήσεις για την έκδοση Διαταγών Πληρωμής κατά της Β. Σ., προσκομίζοντας στο Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού τα ανωτέρω έγγραφα και πέτυχε την έκδοση υπέρ αυτής των με υπ' αριθ. 656/2005 και 1097/2005 Διαταγών Πληρωμής σε βάρος της εγκαλούσας.
Η Ά.-Α. Σ. προέβη σε σύναψη δανείων την 8/10/2001, 21/11/2001, όπως και σε ανανέωση αυτών την 1/12/2002 και έως την 8/11/2004 συνομολογήσασα περιουσιακά ωφελήματα υπερβαίνοντα το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Για την τοκογλυφία δε ως έγκλημα διακινδύνευσης δεν απαιτείται και η λήψη των ωφελημάτων. Για τη διασφάλιση της καταβολής των τοκογλυφικών τόκων έλαβαν χώρα οι προαναφερόμενες ενέργειες.
Η ίδια ισχυρίζεται με την έφεση της ότι ελάμβανε μόνο το νόμιμο τόκο και ουδεμία γνώση είχε περί των ενεργειών και δραστηριοτήτων του Σ. Π.. Στη συνέχεια διατείνεται ότι δεν έχει πάρει ούτε το νόμιμο τόκο, ούτε έχει εισπράξει το κεφάλαιο από τις συμβάσεις δανείου. Όμως από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι γνώριζε και προέβη σε σύναψη συμβάσεων δανείων με τοκογλυφικούς τόκους, σε είσπραξη των τοκογλυφικών ωφελημάτων. Επιρρίπτει ευθύνη στον Σ. Π., δηλώνοντας ότι η σχέση που την συνέδεε μ' αυτόν ήταν μία σχέση εμπιστοσύνης, φιλική και με την ιδιότητα του δικηγόρου, ο οποίος έχει την κατά νόμον υποχρέωση να ενημερώνει περί των ενεργειών και πεπραγμένων του τον πελάτη του, ο ίδιος δε για να την πείσει περί του νομίμου των ενεργειών του της υπέδειξε μία έντοκη νόμιμη σύμβαση δανείου.
Η Ά.-Α. Σ. ζήτησε τον διορισμό πραγματογνώμονα - λογιστή για προσδιορισμό του ακριβούς χρηματικού ποσού που κατέβαλε σ' αυτή η δανειολήπτρια και αν το ποσό αυτό υπερέβαινε κατά το χρόνο που υποβλήθηκε το συμφωνηθέν επιτόκιο.
Όμως εκ των προαναφερομένων εξάγεται ότι έλαβαν χώρα συγκεκριμένα γεγονότα που στοιχειοθετούν την αποδιδομένη στην Ά.-Α. Σ. πράξη της τοκογλυφίας, καταβολών χρηματικών ποσών γενομένων γι' αυτή σε λογαριασμούς του Σ. Π., του Γ. Β. στην ίδια μέσω αυτών, σε λογαριασμό της.
Η Ά.-Α. Σ. διατείνεται ότι πιθανόν κάποια φορά να τον χρησιμοποίησε ως δικηγόρο τον Σ. Π. σε μία αγοραπωλησία σπιτιού πριν το έτος 2000. Στο γραφείο του Σ. Π. πήγαινε φιλικά συνήθως μία φορά το μήνα και κατέληγαν σε ένα καφέ από κάτω. Κάποια στιγμή της είπε ότι είχε μία πελάτισσα με οικονομικό πρόβλημα, της μίλησε (ο Σ. Π.) για το νόμιμο επιτόκιο 9,5% και κάτι ετησίως, ενώ το επιτόκιο που έδιναν τότε οι Τράπεζες ήταν χαμηλότερο, ότι τα χρήματα τα έπαιρνε από τον Σ. Π., μέσω ενός συνεργάτη του ονόματι Γ. Β. που της τα μετέφερε σπίτι της αφού τα πλήρωνε η Β. Σ..
Ισχυρίζεται ότι μετά τα δάνεια στην Β. Σ. δεν πήγε ξανά στο γραφείο του Σ. Π., ούτε κάτω από το γραφείο του για καφέ. Στην είσοδο της πολυκατοικίας ο Σ. Π. είχε ταμπέλα με το όνομα του ως δικηγόρου και ποτέ δεν της είπε ότι συνταξιοδοτήθηκε. Δεν θυμάται πότε σταμάτησαν να συναντώνται, όταν δημιούργησε πάντως έναν καινούργιο δεσμό, τότε σταμάτησαν.
Για το ποσό των 15.000.000 δρχ. που συνολικά έδωσε στον Σ. Π., της παρέδωσε τις δύο συμβάσεις δανείου, αλλά δεν θυμάται αν αυτό έγινε αυθημερόν ή λίγο αργότερα. Οι συμβάσεις αυτές ήταν υπογεγραμμένες από την Β. Σ., αλλά δεν θυμάται αν τις υπέγραψε ποτέ, ή αν της ζήτησε να τις υπογράψει ο Σ. Π.. Δεν θυμάται τι ποσό ελάμβανε κάθε μήνα για τόκους από τον Γ. Β. που τον έστελνε ο Σ. Π..
Υποστηρίζει για την εγγραφή προσημείωσης σε ακίνητο της Β. Σ., έγινε έλεγχος από τον Σ. Π., ότι τις ανανεώσεις των δανείων τις αποφάσιζε ο ανωτέρω βάσει εξουσιοδότησης που του είχε κάνει από παλιά, ότι μέσω του γραφείου του είχε δώσει και σε μία άλλη δάνειο κάτω των 5.000.000 δρχ., ότι ο Γ. Β. ήταν συνεργάτης του, έμπιστο του πρόσωπο, δεν ήταν πάντως δικηγόρος και ήταν πάντα αυτός που της έφερνε τα χρήματα των τόκων. (βλ. την από 27/6/2008 απολογία Ά.-Α. Σ.).
Η Τ. Κ. διατείνεται ότι έχει διαμερίσματα και παίρνει μισθώματα περί στις 2.000 ευρώ μηνιαίως, ότι της ζήτησε η πρώτη της ξαδέλφη Ά. Σ. να διευκολύνει με άτοκο δάνειο ύψους 6.600 ευρώ την Β. Σ., την οποία η ξαδέλφη της δεν γνώριζε, αλλά ήταν πελάτισσα του Σ. Π. και το ποσό των 6.600 ευρώ το έδωσε στην ξαδέλφη της, για να τα διαβιβάσει στην Β. Σ..
Ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε απόδειξη για τα χρήματα που της κατέβαλε, της έδωσε (η Ά. Σ.) όμως τη σύμβαση, που όπως της είπε, είχε γραφεί από το γραφείο του Σ. Π.. Θυμάται ότι πήρε για εξασφάλιση της συναλλαγματικές και δεν θυμάται ποίος της τις έδωσε, όπως δεν θυμάται τον τρόπο που έδωσε τα χρήματα στην ξαδέλφη της και διαβιβάστηκαν στην Β. Σ.. Υποστηρίζει ότι για τον Σ. Π. της είχε πει η ξαδέλφη της πριν ακόμη χορηγήσει το ανωτέρω δάνειο, ότι και εκείνη του είχε δώσει χρήματα της και τον εμπιστευόταν και δεν υπήρχε περίπτωση να χαθούν τα χρήματα αυτά. (βλ. την από 27/6/08 απολογία Κ. Τ.ς). Εκ των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η Τ. Κ. δια του εκπροσώπου της Σ. Π. και του γραφείου χορήγησης δανείων που διατηρούσε επί της οδού ..., μεταξύ της ως δανείστριας και της εγκαλούσας Β. Σ., ως οφειλέτης, την 10/11/2003 συνήψε σύμβαση δανείου χρηματικού ποσού 6.000 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί εντός έτους, συνομολόγησε με την Β. Σ. ως τόκο για το ως άνω δάνειο και για το χρονικό διάστημα από 10/11/2003 έως 10/11/2004, το συνολικό χρηματικό ποσό των 600 ευρώ.
Συγκεκριμένα συνομολόγησε ποσοστό τόκου 10% ετησίως και μάλιστα έλαβε από την εγκαλούσα, έναντι του δανείου και των τόκων του, το συνολικό ποσό των 4.850 ευρώ, δια της εκ μέρους της καταβολής χρηματικών ποσών σε τραπεζικό λογαριασμό της δανείστριας ανερχομένων συνολικά των συνομολογηθέντων τοκογλυφικών τόκων του δανείου για το ανωτέρω διάστημα σε 119,82 ευρώ, πλέον των νόμιμων τόκων ποσού 480,18 ευρώ. Το δε ανωτέρω ποσοστό συνομολογηθέντων τόκων υπερέβαινε το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ανερχόταν σε 8% ετησίως. Κατά δε τη συνομολόγηση του ως άνω δανείου και προς διασφάλιση της καταβολής των πιο πάνω τοκογλυφικών τόκων η Τ. Κ. προνόησε δια του εκπροσώπου της Σ. Π. 1) για την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με την Β. Σ., που ανέγραφε ως άτοκο το ανωτέρω δάνειο και ως χορηγούμενο κεφάλαιο 6.600 ευρώ, αντί του αληθούς 6.000 ευρώ και 2) για την πληρωμή από την εγκαλούσα, με κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό της παραπάνω δανείστριας, 12 μηνιαίων δόσεων των 550 ευρώ για το κεφάλαιο του δανείου και τους τόκους περιλαμβανομένων και των τοκογλυφικών.
Η Π. Ο. συνήψε την 13/3/2002 δια του Σ. Π., ως εκπροσώπου της, σύμβαση δανείου χρηματικού ποσού 29.347 ευρώ, ως δανείστρια και με οφειλέτη την εγκαλούσα Β. Σ., το οποίο έπρεπε να καταβληθεί εντός έτους, αλλά και κατά την ανανέωση αυτού (δανείου) την 13/3/2003 και έως την 26/11/2003, συνομολόγησε με την εγκαλούσα ως τόκο για το ανωτέρω δάνειο και για το παραπάνω χρονικό διάστημα (13/3/2002 έως 26/11/2003) το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.578 ευρώ περίπου. Συνομολόγησε ποσοστό τόκου 31,1% ετησίως και κατά το ανωτέρω διάστημα έλαβε από την εγκαλούσα δια του προαναφερομένου εκπροσώπου της, έναντι των τόκων των δανείων, το συνολικό ποσό των 13.656 ευρώ, δια της εκ μέρους της (εγκαλούσας) καταβολής χρηματικών ποσών σ' αυτήν στο συνεργάτη του Σ. Π., Γ. Β., σε τραπεζικούς λογαριασμούς των ως άνω προσώπων που της υπέδειξε αυτός (Σ. Π.) σε εξόφληση διαφόρων συναλλαγματικών που είχε αποδεχθεί και παραδώσει για λογαριασμό της δανείστριας και για την ως άνω αιτία ανερχόμενων συνολικά των συνομολογηθέντων τοκογλυφικών τόκων του δανείου για το ανωτέρω διάστημα σε 11.211 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων τους ποσού 4.367 ευρώ, τα οποία (συνομολογηθέντα ποσοστά τόκων) υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ανερχόταν από 8% έως 9,25% ετησίως. Κατά δε τη συνομολόγηση του ως άνω δανείου και προς διασφάλιση της καταβολής των τοκογλυφικών τόκων, η παραπάνω κατηγορουμένη προνόησε δια του Σ. Π. 1) για την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με την εγκαλούσα, που ανέγραφε ως συμφωνηθέντα τόκο το νόμιμο, αντί να αναγράφει τον ως άνω πραγματικά συμφωνηθέντα τοκογλυφικό τόκο, 2) για την αποδοχή από την εγκαλούσα μίας ισόποσης με το κεφάλαιο του δανείου συναλλαγματικής, λήξης κατά την ημερομηνία χορήγησης του δανείου, 3) για την αποδοχή από την εγκαλούσα δώδεκα συναλλαγματικών έως του συνολικού ποσού του ετήσιου νόμιμου τόκου του δανείου, με ημερομηνία λήξης εκάστης ανά μήνα, 4) για την πληρωμή από την εγκαλούσα σε μετρητά, με κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς του Σ. Π., του συνεργάτη του Γ. Β., δώδεκα μηνιαίων δόσεων έως το συνολικό ποσό του ετήσιου τοκογλυφικού τόκου κάθε δανείου και 5) για τη συναινετική εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο της Β. Σ. στο ... Αττικής, έκτασης 2924,15τ.μ. έως το κεφάλαιο του δανείου. Επιπλέον την 28/7/2005 επεδίωξε την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από την πιο πάνω απαίτηση. Παρότι γνώριζε ότι η ευρισκόμενη στην κατοχή της συναλλαγματική ποσού 29.347 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 13/3/2003, έκδοσης της, αποδοχής της εγκαλούσας, ενσωμάτωνε τα περιγραφόμενα ως άνω τοκογλυφικά ωφελήματα, οπισθογράφησε αυτήν παραδίδοντας την στον Α. Δ., ο οποίος υπέβαλε άμεσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την υπ' αριθ. 875/28-7-2005 αίτηση για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής κατά της εγκαλούσας, προσκομίζοντας στο Δικαστή του παραπάνω Δικαστηρίου το ανωτέρω αξιόγραφο και πέτυχε την έκδοση υπέρ αυτού της υπ' αριθ. 858/2005 Διαταγής Πληρωμής, με την οποία η εγκαλούσα διατάχθηκε να καταβάλλει το ποσό της συναλλαγματικής, πλέον τόκων και εξόδων.
Στον Πειραιά την 29/5/2003 ο Α. Δ. συνήψε δια του εκπροσώπου του Σ. Π. και του γραφείου χορήγησης δανείων που διατηρούσε ο τελευταίος επί της ανωτέρω οδού, μεταξύ της εταιρείας αποκλειστικών συμφερόντων του "DAISY FUTURES LTD", που εκπροσωπούσε νόμιμα, ως δανείστριας και της εγκαλούσας Β. Σ., ως οφειλέτης, σύμβαση δανείου χρηματικού ποσού 14.674 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί εντός έτους, αλλά και κατά την ανανέωση αυτού (δανείου) την 30/5/2004 και έως την 4/9/2004, συνομολόγησε με την εγκαλούσα, ως τόκο για το πιο πάνω δάνειο και για το χρονικό διάστημα από 29/5/2003 έως 4/9/2004, το συνολικό χρηματικό ποσό των 7.450 ευρώ.
Συνομολόγησε ποσοστό τόκου 40% ετησίως και δη κατά το ως άνω διάστημα έλαβε από την εγκαλούσα, έναντι των τόκων του δανείου, το συνολικό χρηματικό ποσό των 8.094 ευρώ, δια την εκ μέρους της καταβολής χρηματικών ποσών στον Σ. Π., στο συνεργάτη του Γ. Β., σε τραπεζικούς λογαριασμούς που της υπέδειξαν οι τελευταίοι σε εξόφληση διαφόρων συναλλαγματικών που είχε αποδεχθεί και παραδώσει για την ανωτέρω αιτία, ανερχομένων συνολικά των τοκογλυφικών τόκων του δανείου που συνομολόγησε για το ως άνω διάστημα σε 5.959 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων τους ποσού 1.491 ευρώ, τα οποία (ποσοστά τόκων που συνομολόγησε) υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που κατά το προρρηθέν χρονικό διάστημα ανερχόταν από 8% έως 8,50% ετησίως.
Κατά δε τη συνομολόγηση του προαναφερομένου δανείου και προς διασφάλιση της καταβολής των τοκογλυφικών τόκων ο κατηγορούμενος προνόησε δια του εκπροσώπου του Σ. Π. 1) για την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με την εγκαλούσα, που ανέγραφε ως συμφωνηθέντα τόκο το νόμιμο, αντί να αναγράφει τον πραγματικά συμφωνηθέντα τοκογλυφικό τόκο, 2) για την αποδοχή από την εγκαλούσα μίας ισόποσης με το κεφάλαιο του δανείου συναλλαγματικής, λήξης κατά την ημερομηνία χορήγησης του δανείου 3) για την αποδοχή από την εγκαλούσα δώδεκα συναλλαγματικών έως του συνολικού ποσού του ετήσιου νόμιμου τόκου του δανείου, με ημερομηνία λήξης εκάστης ανά μήνα, 4) για την πληρωμή από την εγκαλούσα, σε μετρητά, με κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς του Σ. Κ., του συνεργάτη του Γ. Β. 12 μηνιαίων δόσεων και 5) για την συναινετική εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο προαναφερόμενο ακίνητο της Β. Σ. έως το κεφάλαιο του δανείου. Την 28/7/2005 επεδίωξε την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από την πιο πάνω απαίτηση και ειδικότερα, παρότι γνώριζε ότι η ευρισκόμενη στην κατοχή του συναλλαγματική ποσού 14.674 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 29/5/2004, έκδοσης του αποδοχής της εγκαλούσας ενσωμάτωνε τα ως άνω τοκογλυφικά ωφελήματα, υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την υπ' αριθ. 875/28-7-2005 αίτηση για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής κατά της εγκαλούσας, προσκομίζοντας στο Δικαστή του παραπάνω Δικαστηρίου το ανωτέρω αξιόγραφο και πέτυχε την έκδοση υπέρ του της υπ' αριθ. 858/2005 Διαταγής Πληρωμής, με την οποία η εγκαλούσα διατάχθηκε να του καταβάλλει το ποσό της ως άνω συναλλαγματικής, πλέον τόκων και εξόδων.
Όλοι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις κατ' επάγγελμα.
Ο Γ. Β. βεβαιώνει ότι άτομα δανείστηκαν από τον Σ. Π.. Ισχυρίζεται ότι έτυχε να γνωρίσει μόνο την Β. Σ. στην αναμονή του γραφείου του Σ. Π., την συνάντησε 2-3 φορές εκεί, ότι η Β. Σ. τον παρακάλεσε, επειδή όφειλε χρήματα στον Σ. Π., να της δώσει ένα τραπεζικό λογαριασμό του για να του καταθέσει χρήματα. Απ' ό,τι κατάλαβε, περισσότερο τον εμπιστευόταν η Β. Σ. παρά ο Σ. Π., όταν συγκεντρώθηκε δε κάποιο ποσό το πήγε στον Σ. Π., του έδωσε ισόποσες συναλλαγματικές και τις παρέδωσε στη Β. Σ..
Οι ανωτέρω ενέργειες αποδεικνύουν τη σχέση εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ του Γ. Β. και Σ. Π.. Ακόμη δεν εξηγεί ο Γ. Β. γιατί να του δείξει η Β. Σ. την παραπάνω εμπιστοσύνη εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος για την είσπραξη των χρημάτων αφού δεν ήταν γνωστός της από παλιά. Ισχυρίζεται ότι τότε ο Σ. Π. δεν του είχε πει ότι είχε συνταξιοδοτηθεί, πάντα ήταν στο γραφείο έως το έτος 2002, ότι στο γραφείο αναγραφόταν απ' έξω "Σ. Π. και συνεργάτες". Τη δανείστρια Ά. Σ. την γνωρίζει, διότι η κόρη του και η κόρη της ήταν συμμαθήτριες και είχαν επισκέψεις στα σπίτια τους. Η Ά. Σ. μία ημέρα που ήταν σπίτι του, έτυχε να τον επισκεφθεί ο Σ. Π., εκεί γνωρίστηκαν αμφότεροι και αργότερα έμαθε από την ίδια και τη σύζυγο του ότι συζούσαν.
Υποστηρίζει ότι τον Α. Μ. τον γνώρισε στο γραφείο του Σ. Π., όπου του έλεγε ότι πήγαινε τακτικά. Δεν θυμάται αν του έδειξε τα εκκαθαριστικά του για να του πει αν μπορεί να δανειοδοτηθεί από Τράπεζες. Διατείνεται ότι έως τότε είχε μεγάλες συναλλαγές με τις Τράπεζες και σημαντικές γνωριμίες και δεν αποκλείεται να του έδειξε εκκαθαριστικά. Αρνείται ότι γνωρίζει την Ο. Π. και την Κ. Τ.. Τον Α. Δ. τον γνώρισε στο γραφείο του Σ. Π.. Ομολογεί ότι ήταν έμπιστο πρόσωπο του Σ. Π. και δεν καταλαβαίνει γιατί ο τελευταίος κατέθεσε απολογούμενος ότι δεν ήταν έμπιστο του πρόσωπο (ο Γ. Β.). Θεωρεί ότι είναι ψέμα αυτό που λέγει η Ά. Σ., ότι της μετέφερε πάντα στο σπίτι της τα χρήματα που πλήρωνε η Β. Σ. για τα δάνεια, αφού συζούσε με τον Σ. Π.. Την αρχιτέκτονα Ό. Κ. δεν θυμάται να την ξέρει (βλ. την από 1/10/2008 απολογία του Γ. Β.).
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι διευκόλυνε αυτούς κατά τη διάρκεια της ως άνω πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης της κακουργηματικής τοκογλυφίας, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ως εσωτερικός συνεργάτης γραφείου χορηγήσεων δανείων που διατηρούσε (κεκαλυμμένα εντός χώρου δικηγορικού του γραφείου) επί της οδού ... ο Σ. Π. και ενώ γνώριζε ότι ο τελευταίος υπέδειξε στους ανωτέρω δανειστές την εγκαλούσα Β. Σ. ως υποψήφια δανειολήπτρια και ακολούθως εμφανίστηκε στην τελευταία ως εκπρόσωπος τους, συνέταξε τις συμβάσεις τοκογλυφικού δανείου μεταξύ αυτών και της Β. Σ., ενώ γνώριζε ότι οι Ά.-Α. Σ., Α. Δ. και Π. Ο. σκόπευαν να διαπράξουν στον Πειραιά και κατά το διάστημα από 8/10/2001 έως 28/7/2005 την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής τοκογλυφίας σε βάρος της Β. Σ., φροντίζοντας να μην έλθουν σε άμεση επαφή με την τελευταία αλλά να έρχεται αυτή σε άμεση επαφή μόνο με τον ίδιο ή με τον Γ. Β., να αναγράφεται στις συμβάσεις δανείων που συνέτασσε, ως συμφωνηθείς, μόνο ο νόμιμος τόκος και όχι ο τοκογλυφικός που στην πραγματικότητα συμφωνούσε με την εγκαλούσα για λογαριασμό των παραπάνω, να εξασφαλίζει την καταβολή του κεφαλαίου των δανείων και των τοκογλυφικών τόκων τους με συναλλαγματικές αποδοχής της εγκαλούσας, να επιμελείται των εμπραγμάτων ασφαλίσεων των δανείων κατόπιν ελέγχου της ακίνητης περιουσίας της (εγκαλούσας), να προβαίνει σε ανανεώσεις τους και σε παρατάσεις πληρωμής τους και να ελέγχει τις εκάστοτε καταβολές της εγκαλούσας που αφορούσαν την αποπληρωμή των δανείων και των τόκων τους.
Ο Γ. Β., σε συνεννόηση με τον Σ. Π., ήλθε επανειλημμένα σε προσωπική επαφή με την εγκαλούσα, της εξέθεσε εκτενώς τους όρους της τοκογλυφικής δανειοδότησης της από τους δανειστές με τη μεσολάβηση του ανωτέρω γραφείου χορήγησης δανείων, εισέπραττε (ο Γ. Β.) απ' αυτήν μηνιαίες δόσεις των τοκογλυφικών δανείων, είτε σε μετρητά, χωρίς να της χορηγεί απόδειξη εξόφλησης, επισκεπτόμενος αυτή στο χώρο εργασίας της, είτε με κατάθεση των χρημάτων των δόσεων αυτών σε τραπεζικούς λογαριασμούς, του με αριθ. 386002310002082 στην Τράπεζα ALPHA BANK και του με αριθ. 0026.0305.00.0100077991 στην Τράπεζα EUROBANK.
Απέδιδε τα χρηματικά ποσά που εισέπραττε στο Σ. Π. ως εκπρόσωπο των δανειστών και πάντα με την απουσία των τελευταίων και με την κάλυψη που τους παρείχε ο ίδιος και το γραφείο χορηγήσεων δανείων με το οποίο συνεργαζόταν για να διασφαλίζονται οι συναλλαγές τους. Στις ανωτέρω πράξεις του προέβη τελώντας εν γνώσει του δόλου των δανειστών, του Σ. Π., προκειμένου να καταβάλλεται από την εγκαλούσα δανειολήπτρια στο Σ. Π. και στο γραφείο του με το οποίο συνεργαζόταν προμήθεια 10% επί του χορηγούμενου ποσού κάθε δανείου. Ο Π. Σ. αρνείται ότι είχε συμμετοχή στην υπό κρίση υπόθεση της τοκογλυφίας, καθόσον είχε συνταξιοδοτηθεί από το έτος 2000 και δεν υπήρχε δικηγορικό γραφείο, αναφέροντας στην έφεση του Π.Δ/τα, πιστοποιητικά της Δ.Ο.Υ. Πειραιά, τις μηδενικές καταναλώσεις της ΔΕΗ του γραφείου του, βεβαιώσεις του Δ.. Πειραιά. Στο 45/6-3-2000 ΦΕΚ τεύχ. Γ' αναφέρεται η Υπουργική Απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση παραίτησης του από την δικηγορία (βλ. και το 25251/15-3-2000 έγγραφο Υπουργείου Δικαιοσύνης, την από 25/2/09 επανεκτύπωση βεβαίωσης διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της Α' Δ.Ο.Υ. Πειραιά). Στο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με βάση την τροποποιητική δήλωση για το οικον. έτος 2000 αναγράφεται ο Π. Σ. ως δικηγόρος. Είχε προσκομίσει τα από 22/12/2003, από 22/8/2003, 20/10/2003, 21/7/2003 εκκαθαριστικά λογαριασμού ΔΕΗ στο όνομα Π. Β. για ακίνητο της οδού ... τελικού ποσού πληρωμής 99€, 107€, 130,466€, 170€ αντίστοιχα. Προσκόμισε λογαριασμούς του ΟΤΕ για ακίνητο στην οδό ... στο όνομα του Π. Γ. και για χρονικό διάστημα από 23/4/2003-26/6/2003, 27/6/2003-27/8/2003, 23/4/2003-26/6/2003, ποσού αντίστοιχα 44€, 27€, 3€. Με το υπ' αριθ. .../15-9-2009 συμβόλαιο ο Σ. Π. μεταβίβασε στην Β. Κ. οριζόντιες ιδιοκτησίες με αριθμούς 51, 52, 53, 54, 55, 56, του ΣΤ' ορόφου της πολυκατοικίας της .... Όμως από την απολογία του την 27/6/2008 εξάγεται ότι γινόταν χρήση του γραφείου του αφού σ' αυτό παρέμειναν ως δικηγόροι ο γυιός του …, η Π. Φ. και η Γ. Γ. και μετέπειτα περνούσε και ο ίδιος από εκεί. Εκ των ανωτέρω κατατεθέντων υπό των μαρτύρων εξάγεται ότι ο Σ. Π. χρησιμοποιούσε τούτο για την δραστηριότητα του σε σχέση με τα δάνεια. Διατείνεται ότι ο Β. Γ. ήταν πελάτης του γραφείου προ του έτους 2000, ήταν συνταξιούχος του ΤΕΒΕ πολλά χρόνια πριν και ερχόταν αραιά και που στο γραφείο για να συζητήσουν σαν φίλοι και ότι ποτέ δεν του είχε πει να κάνει κάποιες δουλειές για το γραφείο, ότι ήταν "κολλητός της Σ. και της Σ.", ότι ξέρει τη Σ. Ά. (με την οποία είχαν παλιά δεσμό) και το Δ. Α., ότι οι συμβάσεις δανείου που αφορούν την κατηγορία δεν συντάχθηκαν απ' αυτόν και ίσως συντάχθηκαν από κάποιους από τους δικηγόρους που στεγάζονταν στο γραφείο του μετά την αποχώρηση του και η μόνη αμοιβή που μπορεί να πήρε το πρώην γραφείο του εικάζει ότι θα ήταν για τις παραστάσεις των δικηγόρων, τους ελέγχους τίτλων και τα έξοδα του υποθηκοφυλακείου.
Στην υπό κρίση υπόθεση σημασία έχει ότι έλαβαν χώρα σύναψη δανειακών συμβάσεων με τοκογλυφικούς τόκους, ανανέωση αυτών, επιδίωξη - εκπλήρωση των τοκογλυφικών ωφελημάτων σε βάρος των δανειζομένων και όχι περί του αν έγινε καταβολή του κεφαλαίου του δανείου. Ο Σ. Π. προέβη σε ενέργειες άνευ των οποίων δεν θα καθίστατο δυνατή η συνομολόγηση των τοκογλυφικών ωφελημάτων, γενομένων και καταβολών σε λογαριασμό του. Σ' αυτόν απευθύνονταν οι δανειολήπτες για τη σύναψη δανείων, για την ανεύρεση δανειστών. Από δε τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις εξάγεται ότι ελάμβανε προμήθεια 10% επί των χορηγουμένων δανείων και ότι συνεργαζόταν με τον Γ. Β. για τις συμφωνίες δανείων με τοκογλυφικά ωφελήματα.
Με το από 27/6/2008 υπόμνημα του ισχυρίζεται ότι εφ' όσον προσκομίσει η Β. Σ. τα έγγραφα των δανειακών συμβάσεων, θα αποδειχθεί ότι σ' όλες τις ανωτέρω συμβάσεις το συμφωνημένο επιτόκιο είναι το νόμιμο, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ανυπαρξία τοκογλυφίας. Όμως αφού δεν είχε ανάμειξη σ' αυτές τις συμβάσεις, διερωτάται κανείς πως γνώριζε το περιεχόμενο αυτών. Ακόμη σε σύμβαση δανείου με τοκογλυφικό τόκο, κατά την κοινή πείρα και λογική δεν αναγράφεται αυτός ο τόκος, διότι αμέσως δια του ιδίου εγγράφου αποδεικνύεται η τέλεση της τοκογλυφίας.
Εκ των παραπάνω καταθέσεων και των δικαστικών αποφάσεων συνάγεται ότι ως προς αυτό υπήρχε προφορική συμφωνία και προέβαινε ο δανειζόμενος σε αποδοχή συναλλαγματικών, εκτός από την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο του. Θεωρεί ότι η προσαγωγή συναλλαγματικών με μόνη την υπογραφή του αποδέκτη δεν αποτελεί απόδειξη εφ' όσον η αντίδικος θα ήταν δυνατόν να "κατασκευάσει". Όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός αυτός και εκ των παραπάνω στοιχείων προκύπτουν το ύψος των δανείων, ο συμβατικός και τοκογλυφικός τόκος.
Ο Σ. Π. στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 8/10/2001 έως 28/7/2005 παρείχε άμεση συνδρομή στους δανειστές Ά.-Α. Σ., Α. Δ., Π. Ο. και Τ. Κ. κατά την τέλεση απ' αυτούς και κατά τη διάρκεια της αξιόποινης πράξης της τοκογλυφίας σε βάρος της εγκαλούσας Β. Σ., την οποία τελούσαν άπαντες κατ' επάγγελμα και οι τρεις πρώτοι και κατά συνήθεια.
Ο Σ. Π. μέσω γραφείου χορηγήσεων δανείων που διατηρούσε (κεκαλυμμένα εντός του χώρου του δικηγορικού του γραφείου) συνέδραμε τους ανωτέρω κατά την τέλεση της κακουργηματικής εκ μέρους τους τοκογλυφίας σε βάρος της Β. Σ. ως αυτή περιγράφεται πιο πάνω και υποδεικνύοντας κατ' αρχήν σ' αυτούς την εγκαλούσα ως υποψήφια δανειολήπτρια, συντάσσοντας ως εκπρόσωπος των ανωτέρω προσώπων τις προπεριγραφόμενες συμβάσεις δανείων με την εγκαλούσα, εξασφαλίζοντας την καταβολή του κεφαλαίου των δανείων και των τοκογλυφικών τόκων τους με συναλλαγματικές αποδοχής της εγκαλούσας, για τις οποίες στην περίπτωση που δεν πληρωνόντουσαν, εκδίδονταν Διαταγές Πληρωμής, επιμελουμένου των εμπράγματων ασφαλίσεων των δανείων κατόπιν ελέγχου της ακίνητης περιουσίας της τελευταίας, προβαίνοντας σε ανανεώσεις και παρατάσεις πληρωμής των δανείων, ελέγχοντας τις εκάστοτε καταβολές της που αφορούσαν την αποπληρωμή των δανείων και των τόκων τους, κάνοντας χρήση και υπηρεσιών και τραπεζικού λογαριασμού του συνεργάτη του Γ. Β..
Στις πράξεις του προέβη εν γνώσει του δόλου των δανειστών προς καταβολή σ' αυτόν από την Β. Σ. προμήθειας 10% επί του χορηγούμενου ποσού κάθε δανείου, άνευ των οποίων καθίστατο ανέφικτη η τέλεση της κυρίας πράξης. Η Ά.-Α. Σ., η Ο. Π. και ο Α. Δ. (πλην της Τ. Κ.) ενήργησαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτής και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, προκύπτει σαφώς σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους.
Εκ των ανωτέρω δεν δημιουργείται πεποίθηση ότι ο Β. Γ. παρείχε συνδρομή κατά την τέλεση της τοκογλυφίας την 10/11/2003 με αυτουργό την Τ. Κ., μη περιλαμβανόμενο το γεγονός αυτό στην απαγγελθείσα κατηγορία από τον Ανακριτή σε βάρος του ανωτέρω. Με βάση τα προεκτεθέντα στοιχειοθετούνται τ' αδικήματα 1) κατά της Ά.-Α. Σ. του Ι. της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (αρθρ. 13στ', 98, 404§§3 - 2 στοιχ. α', β' ΠΚ), 2) κατά της Τ. Κ. του Χ. της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα (αρθρ. 13στ', 404 §§ 3-2 στοιχ. α' ΠΚ), κατ' ακριβέστερο νομικό χαρακτηρισμό από τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, 3)κατά του Π. Σ. του Γ. της άμεσης συνέργειας τελεσθείσα εξακολουθητικός σε τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση και μη, κατ' επάγγελμα και μη, κατά συνήθεια (με αυτουργούς την Α. Σ., την Π. Ο., τον Α. Δ., την Τ. Κ.) (αρθρ. 13 στ', 46§1 β, 98, 404§§3-2 στοιχ.α', β',ΠΚ), κατ' ακριβέστερο νομικό προσδιορισμό από άμεση συνεργεία σε τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, 4) κατά του Β. Γ. του Δ. της άμεσης συνέργειας τελεσθείσα εξακολουθητικώς σε τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (με αυτουργούς την Α. Σ., την Π. Ο., τον Α. Δ.) (αρθρ. 13στ', 46§1 β, 404§§3-2 στοιχ. α', β' ΠΚ), κατ' ακριβέστερο νομ. χαρακτηρισμό από άμεση συνεργεία σε τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού προέκυψαν ικανά και συγκεκριμένα περιστατικά προς θεμελίωση της υπόστασης αντικειμενικής και υποκειμενικής των εν λόγω αξιόποινων πράξεων. Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά δεν έσφαλε περί την ερμηνεία του Νόμου, περί την υπαγωγή των περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου και εκτίμησε ορθώς τις αποδείξεις, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης που του προσκομίσθηκαν και δέχθηκε με το εκκαλούμενο βούλευμα του ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος 1) της εκκαλούσας Σ. Ά.-Α. του Ι. για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, 2) της εκκαλούσας Τ. Κ. του Χ. για τοκογλυφία κατ' επάγγελμα, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό από τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, 3) του εκκαλούντος Π. Σ. του Γ. για άμεση συνεργεία τελεσθείσα εξακολουθητικώς σε τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση και μη, κατ' επάγγελμα και μη, κατά συνήθεια (με αυτουργούς την Ά.-Α. Σ., την Π. Ο., τον Α. Δ., την Τ. Κ.), κατ' ακριβέστερο νομικό χαρακτηρισμό από άμεση συνεργεία σε τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, 4) του εκκαλούντος Β. Γ. του Δ. για άμεση συνεργεία τελεσθείσα εξακολουθητικός σε τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (με αυτουργούς την Ά.-Α. Σ., την Π. Ο., τον Α. Δ.), κατ' ακριβέστερο νομικό χαρακτηρισμό από άμεση συνεργεία σε τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τ' άρθρα 1, 13στ', 14, 16, 17, 18, 26§1α, 27§1α, 46§1β, 51, 52, 57, 60, 63, 65, 79, 98, 404 §§ 3-2 στοιχ. α', β' του Ποιν. Κώδικα και συνεπώς οι εφέσεις που αυτοί άσκησαν και υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι κατά το μέρος που αφορά τις ανωτέρω πράξεις ουσιαστικά αβάσιμες και ως τέτοιες πρέπει, κατ' αρθρ. 317§1, 319§3 ΚΠΔ ν' απορριφθούν αφού δε διορθωθούν και επαναδιατυπωθούν κατ' άρθρο 145, 319§4 ΚΠΔ οι σε βάρος των εκκαλούντων Τ. Κ., Π. Σ. και Β. Γ. κατηγορίες για τις ως άνω πράξεις στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος, αφού όμως κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 145§§1, 2, 319§4 ΚΠΔ να διαταχθεί η συμπλήρωση του εκκαλουμένου βουλεύματος στο σκεπτικό και δη στον 9° στίχο της πίσω σελίδας του 9ου φύλλου να προστεθεί το άρθρο "46§1β" του ΠΚ μετά το άρθρο 27 και η παράγραφος 1 δίπλα από το άρθρο 27, η διόρθωση του εκκαλουμένου βουλεύματος στο σκεπτικό του ως προς το άρθρο "404 παρ. 1,2 στοιχ. α', β' και 3" που ευρίσκεται στον 9° στίχο της πίσω όψης του 9ου φύλλου απαλειφομένων του αριθμού "1" μετά την "παρ." του άρθρου "404", της λέξης "και" μετά την φράση "στοιχ. α' , β'", αναδιατυπωθέντος του άρθρου τούτου "404 παρ. 3-2 στοιχ. α', β'", να επικυρωθεί αυτό (βούλευμα) κατά το κεφάλαιο που αφορά τις ανωτέρω πράξεις και ως προς όλες τις λοιπές διατάξεις που αφορούν τους ανωτέρω εκκαλούντες κατ' άρθρο 319§3 ΚΠΔ".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διορθώνοντας παραδεκτά το διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, παραπέμποντας τον αναιρεσείοντα για άμεση συνεργεία κατ' εξακολούθηση σε κακουργηματική τοκογλυφία τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και μη, κατά την παροχή δανείων, μόνο για συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων και επιδίωξη είσπραξης τοκογλυφικών ωφελημάτων, τελεσθείσα σε βάρος της δανειολήπτριας Β. Σ., διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο ακροατήριο, με τη μορφή της άμεσης συνέργειας, υποδεικνύοντας στους λοιπούς για τοκογλυφία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, όπως και ο ίδιος, κατ' εξακολούθηση, συμπαραπεμπόμενους συγκατηγορούμενούς του, τους ενδιαφερόμενους για δανεισμό χρημάτων και μεσολαβώντας ως εκπρόσωπος των δανειστών αντί προμηθείας, συντάσσοντας συμβάσεις και λοιπά έγγραφα, μέσω γραφείου χορηγήσεων τοκογλυφικών δανείων, κεκαλυμμένα εντός του χώρου του τότε Δικηγορικού του Γραφείου, τις αποδείξεις από τις οποίες τα συνήγαγε, καθώς επίσης και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδάφ. στ', 46 παρ.1β, 49 παρ.2, 404 παρ.2 στοιχ. α, β και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ως προς τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά των παραδοχών του προσβαλλόμενου βουλεύματος γίνονται δεκτά τα εξής: Αναφέρονται στο αιτιολογικό και το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα πραγματικά περιστατική που στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις ανωτέρω πράξεις τοκογλυφίας και τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος δικηγόρου με τη μορφή της άμεσης συνέργειας, αναφέρεται η παθούσα εγκαλούσα, οι δανειστές της, οι χρόνοι δανείων, οι χρόνοι παρατάσεως και ανανεώσεων των δανείων, η συνομολόγηση μη νόμιμων τόκων, το ύψος του νόμιμου και παράνομου επιτοκίου, τα επί μέρους ποσά κεφαλαίων και νόμιμων και παράνομων τόκων, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ειδικά τι ποσά και με ποίες συναλλαγματικές ή μετρητά η εγκαλούσα προέβη σε καταβολές, αφού δεν παραπέμπονται και για λήψη- είσπραξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, αλλά για απλή συνομολόγηση δανείων με τοκογλυφικούς τόκους και επιδίωξη είσπραξης αυτών με βάση συναλλαγματικές που έλαβαν και κάλυπταν όχι το κεφάλαιο των δανείων, αλλά τα παράνομα τοκογλυφικά ωφελήματα. Επίσης εξειδικεύονται επαρκώς και πλήρως αιτιολογημένα οι κατ' εξακολούθηση διαμεσολαβητικές ενέργειες και πράξεις του κατηγορουμένου δικηγόρου, άμεσου συνεργού, σε γνώση τελούντος ότι πρόκειται για συνομολόγηση, αρχική και κατά ανανέωση-παράταση, τοκογλυφικών δανείων, με τόκους υπερβαίνοντας το τότε κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, χωρίς τις οποίες πράξεις διαμεσολάβησης αυτού, ως παρενθέτου προσώπου και όχι απλά νομικού συμπαραστάτη δεν θα ήταν δυνατή η τέλεση της ανωτέρω κακουργηματικής τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος της εγκαλούσας Β. Σ. από τους δανειστές της. Επίσης αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος και με λεπτομέρειες οι συγκεκριμένες ενέργειες αυτού που συνιστούν άμεση συνεργεία και η παρ' αυτού τέλεση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια της άμεσης συνέργειας του αναιρεσείοντος και των λοιπών αυτουργών της τοκογλυφίας, που χρησιμοποιούσαν αυτόν ως αντιπρόσωπο - παρένθετο πρόσωπο. Ήτοι οι αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, για μη ειδική αιτιολόγηση, μη λήψη υπόψη εγγράφων, για στήριξη μόνο στις καταθέσεις δύο μαρτύρων κατηγορίας, για αντιποίηση δικηγορικού επαγγέλματος και έλλειψη δικηγορικής ιδιότητας αυτού, λόγω αφαίρεσης της αδείας του και εκ τούτου έλλειψης γραφείου που τελούντο οι συνιστώσες άμεση συνεργεία μεσολαβητικές πράξεις, περί μη υπογραφής των συναλλαγματικών και περί έλλειψης αντιπροσώπευσης των δανειστών, είναι απορριπτέα ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του συμβουλίου.
Όσον αφορά την κατηγορία για την επί μέρους πράξη της επιδίωξης εκπλήρωσης- είσπραξης τοκογλυφικών ωφελημάτων, που πήγαζαν από την σύμβαση τοκογλυφικών δανείων, την 1-7-2005 και την 4-10-2005, με την υποβολή αίτησης και την έκδοση υπέρ της αυτουργού Ά. - Α. Σ., των 656/2005 και 1097/2005 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, (ήδη ακυρωθεισών λόγω τοκογλυφίας) με βάση δύο συναλλαγματικές αυτής, λήπτριας και κομίστριας, ποσών 14.673 ευρώ και 4.020 ευρώ, σε βάρος της εκδότριας και αποδέκτριας των συναλλαγματικών εγκαλούσας, και την 28-7-2005 ομοίως με την υποβολή αίτησης και την έκδοση υπέρ των αυτουργών της 858/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, (ήδη ακυρωθείσας λόγω τοκογλυφίας) με βάση συναλλαγματική αυτής ποσού 29.347 ευρώ, υπέρ αυτουργού δανείστριας Π. Ο. και 14.674 ευρώ υπέρ αυτουργού δανειστή Α. Γ., που χρησιμοποιούσαν τον αναιρεσείοντα ως εκπρόσωπο τους - παρένθετο πρόσωπο, σε βάρος της εκδότριας και αποδέκτριας εγκαλούσας και δεν υπάρχει καμία αντίφαση, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του Συμβουλίου, τόσον του αιτιολογικού που αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση, όσον και του διατακτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος, οι συναλλαγματικές αυτές σαφώς ενσωμάτωναν σε γνώση του αναιρεσείοντος αποκλειστικά τοκογλυφικά ωφελήματα δανείων εξοφληθέντων κατά το κεφάλαιο με τμηματικές καταβολές και όχι κεφάλαιο και παράνομους τόκους μαζί. Δεν συνιστά δε αντίφαση το ότι τα δανεισθέντα ποσά ισούνται με τα παραπάνω ποσά των τοκογλυφικών τόκων, αφού απλώς συνέπιπταν, αναφέρεται δε σαφώς στο αιτιολογικό ότι οι συναλλαγματικές εκδόθηκαν προς διασφάλιση των ως άνω τοκογλυφικών τόκων και όχι των ποσών του κεφαλαίου των δανείων, "ισόποσες με το κεφάλαιο των δανείων, ενσωμάτωναν τοκογλυφικά ωφελήματα" και δεν αφορούν το κεφάλαιο που κατά τις παραδοχές είχεν εισπραχθεί προηγουμένως, έπεται ότι η αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία για το ζήτημα αυτό, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, πλήττουσα σε κάθε περίπτωση την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Συμβουλίου περί τα άνω πράγματα. Η παραδοχή δε ότι ο αναιρεσείων ήταν άμεσος συνεργός διότι ενεργούσε ως παρένθετο πρόσωπο και ως εκπρόσωπος των αυτουργών δανειστών, αποτελεί ουσιαστική κρίση περί τα πράγματα και δεν ανήκε η κρίση αυτή στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων επικαλούμενος υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί των αντιθέτων λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β', δ' και στ' ΚΠΔ για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την με αριθμ. εκθ. 9/9-6-2010 αίτηση του Σ. Π. του Γ. για αναίρεση του 159/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Απορρίπτει ως αβάσιμη την με αριθμ. εκθ. 7/2010 αίτηση του Σ. Π. του Γ. για αναίρεση του 120/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Δύο αιτήσεις αναίρεσης κατά βουλευμάτων Συμβουλίου Εφετών. Α. Απορρίπτει πρώτη αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη, λόγω παραίτησης. Β. Απορρίπτει δεύτερη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 18 του ν. 3904/23-12-2010. με τη διατύπωση στο κείμενο του δικογράφου της αναιρέσεως «αιτούμαι και προσφέρομαι να εμφανισθώ αυτοπροσώπως ενώπιον υμών εάν τούτο κριθεί αναγκαίο», πρέπει να απορριφθεί αφού δεν υποβάλλεται ευθέως αίτημα αλλά κατ' εκτίμηση ευχή του αναιρεσείοντος. αν κριθεί από το Συμβούλιο αναγκαίο, άλλωστε το αίτημα αυτό είναι αόριστο γιατί ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει το θέμα και για ποιο λόγο αναιρέσεως ακριβώς επιθυμεί την παροχή διασαφήσεων, ώστε να κριθεί αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που καθιστούν υποχρεωτική κατά το παραπάνω άρθρο την εμφάνιση του ιδίου αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο. | null | null | 2 |
Αριθμός 1589/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μαρούγκα, για αναίρεση της υπ'αριθ.637/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Α. του Ι., κάτοικο …, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 23 Σεπτεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 405/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τη διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα της ποινής της στερήσεως των πολιτικών του δικαιωμάτων επί ένα έτος και να απαλειφθεί η ανωτέρω διάταξη, ν'απορριφθούν δε οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο αυτό συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, άμεσος δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής και σκοπός να προκληθεί η δίωξη του μηνυομένου για αξιόποινη πράξη. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά στερείται η απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων, σχετικών με αυτήν (γνώση), περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως σε βάρος του Κ. Α. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα, και σε αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων διαρκείας ενός (1) έτους. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής:...ο Κ. Α. απέστειλε προς τον Σταύρο Κουμεντάκη - δικηγόρο και προς την ΚΟΝΤΑΛΕΞΗΣ ΑΧΕ την από 14.1.2002 εξώδικη δήλωσή του, με αφορμή την οποία ο κατηγορούμενος Η. Μ. κατέθεσε, την 17.3.2003, εναντίον του προαναφερομένου Κ. Α., Αναφορά - Αίτηση προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (αριθμ. πρωτ. 13025/17.3.2003), στην οποία, πλην άλλων, περιέλαβε και τα εξής: "1) Στις υποθέσεις ΑΒΜ ΙΑΟ1/7363 και ΑΒΜ 12002/7796, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον της 16ης ανακρίτριας κας Ιωάννας Λάμπρου, και οι οποίες αφορούν τις εκρήξεις που προκλήθηκαν στο κτίριο της ΑΚΤΙΒ στις 8/1/2001, στις 20/1/2001 και στις 15/7/2001, κατηγορούμενος είναι, μεταξύ άλλων, ο Κ. Α., ως κύριος υποκινητής των ερευνώμενων εγκλημάτων. Στις υποθέσεις αυτές, ο ρυθμός διεκπεραιώσεως της ανάκρισης επιταχύνεται υπερβολικά ή επιβραδύνεται αδικαιολόγητα, χωρίς εμφανείς εξωτερικές αιτίες... Το Συμβούλιο Εφετών, στο οποίο περιήλθε το παραπάνω υλικό, με την παραπάνω έφεσή μου, επέστρεψε την υπόθεση στην ανάκριση, με το Βούλευμα του με αρ. 1/2003. Η υπόθεση εχρεώθη πάλι στην 16η ανακρίτρια. Αμέσως μετά, για την υπόθεση ΑΒΜ 12002/7796, εξεδόθησαν τα Βουλεύματα 221/2003 και 222/2003 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επί τη βάσει των οποίων εξεδόθησαν τα εντάλματα 1, 2, 3, 4 και 5/2003 της ως άνω ανακρίτριας, με τα οποία διατάσσεται η προσωρινή κράτηση του Α. και των λοιπών συγκατηγορουμένων του. Αμέσως ο Α. και οι συγκατηγορούμενοί του (όσοι δεν εκρατούντο ήδη), έσπευσαν να εξαφανιστούν, και έκτοτε φυγοδικούν. Όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο των Βουλευμάτων 1/2003 του Συμβουλίου Εφετών και 221/2003 και 222/2003 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, οι κατηγορούμενοι για την έκρηξη της υπόθεσης ΑΒΜ ΙΑΟ 1/7363 είναι οι ίδιοι δράστες των εκρήξεων της υπόθεσης ΑΒΜ 12002/7796. Τα παραπάνω διαπίστωσα στην από 3/2/03 αίτηση μου εμού του ιδίου και της συζύγου μου Α. Μ., προς την 16η ανακρίτρια, ζητώντας της να επεκτείνει, ..., την ποινική δίωξη για τις εκρήξεις της 8/1/01 και της 20/1/01, για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και σχηματίστηκε η δικογραφία ΑΒΜ ΙΑ01/7363, και κατά των Κ. Α.,...Πλην όμως και παρόλο που, από την έκδοση του Βουλεύματος 1/2003 του Συμβουλίου Εφετών μέχρι σήμερα, έχει παρέλθει ήδη χρόνος πλέον του διμήνου, οι φάκελοι των υποθέσεων αυτών έχουν "παγώσει" στο γραφείο της ίδιας ανακρίτριας, και ουδεμία ανακριτική ενέργεια έχει γίνει σχετικώς. 2)Στην υπόθεση ΑΒΜ Β01/515, που εκκρεμεί ενώπιον της 14ης ανακρίτριας, κας Ιωάννας Γυφτοπούλου, και η οποία αφορά μήνυση του σχετιζομένου με τον Α. και υποκινούμενου από αυτόν μηνυτή μου Γ. Ζ., κατηγορήθηκα, ότι, την 17η Σεπτεμβρίου 1999, από κοινού με τον ταμία της ΑΣΠΙΣ ΒΑΝΚ Ν. Ζ. (δήθεν) προέβην σε απάτη ύψους 290.000.000 δρχ. εις βάρος του μηνυτή. Για την υπόθεση αυτή, με την 5/9/2002 αίτηση μου ενώπιον της παραπάνω ανακρίτριας, ζήτησα από την ανακρίτρια να εξετασθούν επί τού καίριου θέματος των συμβάντων της για το οποίο κατηγορήθηκα, οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Υποκαταστήματος Αιγάλεω της Τράπεζας ΑSΡΙS ΒΑΝΚ,..., καθόσον η μη εξέταση τους συνιστούσε πελώριο κενό της δικογραφίας, ενώ αντιθέτως η εξέταση τους ήταν προδήλως απαραίτητη για την έρευνα του υπερασπιστικού μου ισχυρισμού ότι η απάτη αυτή δεν συνέβη. Η εν λόγω ανακρίτρια, παρά το ότι, με την υπ' αριθμ. 49/02 διάταξή της, μου επέβαλε τους περιοριστικούς όρους της παροχής εγγύησης ποσού 200.000 Ευρώ και της απαγόρευσης εξόδου από την Χώρα (ποσό το οποίο, αφού μειώθηκε, με βάση νεότερες διατάξεις, αναγκάστηκα να καταβάλω) καθυστέρησε αδικαιολόγητα να καλέσει τον εν λόγω ταμία. Αποτέλεσμα της παραπάνω αδικαιολόγητης καθυστέρησης ήταν, βέβαια, να έχει εκδικαστεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διαρκούσης της παραπάνω εκκρεμότητος, η συναφής προς την παραπάνω μήνυση αγωγή του Ζ. (όπου, ως δικηγόροι του Ζ. παρέστησαν οι δικηγόροι του Α. Παναγιώτης Τριάντος και Αλέξιος Παπαντωνίου). Παρά δε το ότι όχλησα επανειλημμένως,...την 14η ανακρίτρια να επισπεύσει την ανάκριση εξετάζοντας τους υπευθύνους της Τράπεζας, που κατηγορήθηκαν ως συνεργοί μου, η ως άνω ανακρίτρια εξακολούθησε να καθυστερεί αδικαιολόγητα την κλήτευσή τους. Αποτέλεσμα της κατά τα παραπάνω εξάμηνης καθυστέρησης στην πρόοδο της ανάκρισης και στην ανακριτική έρευνα των σχετικών υπερασπιστικών μου ισχυρισμών (άρθρο 274 ΚΠοινΔ) ήταν να εκδικαστεί στο ακροατήριο η παραπάνω αγωγή του Ζ. στις 26/2/2003 (...), χωρίς να έχει απολογηθεί ο παραπάνω ταμίας της Τράπεζας. Η εκδίκαση της αστικής υπόθεσης αυτής κατά την παραπάνω ημερομηνία ήταν, βέβαια, γνωστή πολλούς μήνες πριν. Πράγματι ο εν λόγω ταμίας απολογήθηκε μόλις στις 3/3/2003, δηλαδή μετά εξάμηνο από την πρώτη κατά τα παραπάνω αίτηση μου, κατόπιν, δε, της απολογίας του αφέθη ελεύθερος και χωρίς περιοριστικούς όρους, εφόσον διαπιστώθηκε, βεβαίως, ότι δεν ετελέσθη το έγκλημα για το οποίο είχαμε κατηγορηθεί από κοινού εγώ και αυτός. Στο μεταξύ, βεβαίως, είχε περατωθεί (στις 26/2/2003) η επ' ακροατηρίω συζήτηση της συναφούς αστικής υποθέσεως, εκκρεμούσης της ανακρίσεως, και ισχυόντων των παραπάνω εις βάρος μου περιοριστικών όρων, πράγμα που δημιουργεί στην παραπάνω αστική μου υπόθεση ένα αδικαιολόγητα δυσμενές στοιχείο εναντίον μου. 3)Στην υπόθεση ΑΒΜ Γ2000/1796, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του 22ου ανακριτή, κου Νικολάου Μήλιου, κατηγορούμαι ότι υπεξαίρεσα ποσόν 15.700.000 δρχ., το οποίο μου είχε δοθεί, όπως προκύπτει από την αβμΓ2000/1796 μήνυση των μηνυτών Δ. Κ. κ.τ.λ. (...), με την επιταγή 72073492/2-12-98 της Ιονικής Τράπεζας, η οποία εκδόθηκε με εντολή τους από το υποκατάστημα της (0670) στην Πάτρα. Στην υπόθεση αυτή, συγκατηγορούμενός μου ήταν ο συνεργαζόμενος με τον Α. Δ. Π., συνεπικουρούμενος από τον δικηγόρο του Α. Φραγκίσκο Βαρθαλίτη.
Εν προκειμένω, ο 22ος ανακριτής κος Νικόλαος Μήλιος εξέδωσε σχεδόν ταυτόχρονα δύο απολύτως αντιφατικές μεταξύ τους διατάξεις. Με την διάταξη 5/2003 (...), μου επέβαλε περιοριστικούς όρους, κρίνοντας ότι είχαν προκύψει σοβαρές ενδείξεις ότι υπεξαίρεσα το ποσόν της παραπάνω επιταγής. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο ίδιος ανακριτής, με την από 5/3/2003 διάταξη του, απέρριψε την από 19/2/2003 αίτηση μου να ερευνήσει την ως άνω επιταγή, ήτοι να ζητήσει και να λάβει φωτοτυπία των δύο όψεων της, καθώς και σε ποιου τον λογαριασμό πιστώθηκε, κρίνοντας ότι είχε προκύψει από την ανάκριση ότι την επιταγή αυτή δεν την είχα εισπράξει εγώ, και συνεπώς η ενέργεια αυτή ήταν περιττή! Τότε, όμως, για ποια πράξη μου επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι; 4) Στην υπόθεση ΑΒΜΓ2001/1135, με μηνυτές τους συσχετιζόμενους, μέσω του Παπαλεξόπουλου, με τον Α. Δ., Π. και Κ. Κ., κατηγορήθηκα με βάση ένα κατηγορητήριο του τακτικού ανακριτή κου Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, νομικώς πλημμελέστατο, δεδομένου ότι, δι' αυτού, κατηγορούμαι ότι διαδοχικά διέπραξα απάτη και υπεξαίρεση του ιδίου ποσού, ... ενώ αντιθέτως προέκυψε, με βάση βέβαια γραπτά στοιχεία, τα οποία προσκόμισα, το πλήρως αναξιόπιστο των μηνυτών και του κυρίου μαρτυρά τους, Δ. Π., το οποίο είχε ήδη διαπιστωθεί με τις προηγούμενες αποφάσεις 6201/2002 και 7326/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παρ' όλ' αυτά, επιβλήθηκαν, με τις από 13/3/2003 διατάξεις του παραπάνω ανακριτή, οι περιοριστικοί όροι σ' εμένα τον ίδιο της εγγυοδοσίας 150.000 ευρώ,... Κοινό στοιχείο στις παραπάνω αναφερόμενες υποθέσεις είναι είτε η ευθεία, θρασεία και απροκάλυπτη εκβιαστική παρέμβαση του Α. στο ανακριτικό έργο, είτε εμφανείς δυσλειτουργίες της δικαστικής κρίσης, επιλεκτικές επιταχύνσεις ή επιβραδύνσεις του ανακριτικού έργου, αντιφατικές μεταξύ τους διατάξεις, αποφάσεις υπερβαίνουσες σαφώς τα ακραία όρια της δικαστικής κρίσης, οι οποίες υποδηλώνουν άμεση ή έμμεση παρέμβαση υπέρ του Α. και των συνδεομένων με αυτόν προσώπων και εναντίον μου. Επισημαίνεται, εξάλλου, το γεγονός ότι, οι εν λόγω ανακριτές είναι ενήμεροι του συνολικού ιστορικού των παραπάνω υποθέσεων, δεδομένου ότι τα σχετικά στοιχεία κοινοποιούνται προς αυτούς από τους ενδιαφερομένους διαδίκους, και διαλαμβάνονται στις οικείες δικογραφίες. Ορισμένοι, μάλιστα, μου δήλωσαν ευθέως ότι μου επιβάλλουν περιοριστικούς όρους εν όψει και ότι και οι προηγούμενοι συνάδελφοί τους μου είχαν υποβάλει παρόμοιους. Στο φως αυτού του δεδομένου θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι πρώτοι, τουλάχιστον, περιοριστικοί όροι, επιβλήθηκαν από ανακρίτρια (την 19η) η οποία σαφώς δεν έκρινε ελεύθερα, καθώς παρακολουθιόταν, πιεζόταν και εκβιαζόταν χυδαία και απροκάλυπτα από τον Α..... Οι περιοριστικοί αυτοί όροι, και εν τω συνόλω αυτών λαμβανόμενοι, είναι προφανώς απολύτως αδικαιολόγητοι, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της προηγουμένης δεσμεύσεως της περιουσίας μου. Κατά τρίτον, η θέση αλλεπάλληλων περιοριστικών όρων, και ιδίως υψηλών χρηματικών εγγυήσεων εις βάρος μου, εξυπηρετούν άμεσα τα σχέδια του Α. και της οργανωμένης ομάδας του, δεδομένου ότι περιέρχονται στα χέρια των μηνυτών, ανακοινώνονται από τηλεοράσεως και δια του Τύπου, περιφέρονται στα δικαστήρια και εν γένει χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατα καταδικαστικών αποφάσεων εναντίον μου, καταρρακώνοντας άνευ ουδενός νομίμου λόγου το τεκμήριο αθωότητας μου. Τονίζεται ότι ο Α. είναι άτομο που διαπράττει τέτοιες πράξεις παρακολουθήσεως και εκβιάσεως εν γένει κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Πράγματι, τέτοιες μέθοδοι είναι συνήθεις στο συγκεκριμένο άτομο, όπως συνάγεται ότι έχει δημιουργήσει οργανωμένη υποδομή για κάτι τέτοιο, καθόσον έχει προβεί σε παρακολουθήσεις και εκβιασμούς όχι μόνον των δικαστικών κ.τ.λ. λειτουργών που έχουν εμπλακεί σε συγκεκριμένες υποθέσεις που τον αφορούν, αλλά και εμού του ιδίου, στελεχών των εταιρειών μου, ατόμων του φιλικού περιβάλλοντος μου, δικηγόρων μου κ,τ.λ. ... Εξάλλου, ο ίδιος ο Α. έχει βγει στην τηλεόραση κι έχει παινευτεί για τις μεθόδους του αυτές, έχει δε απειλήσει εμένα και άλλους δημοσίως, όπως προκύπτει από τα παρακάτω αποσπάσματα εκπομπών στις οποίες εμφανίστηκε ο Α. στο τηλεοπτικό κανάλι ΕΞΤΡΑ:...Επισημαίνεται ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του Α. έχουν κριθεί ψευδείς, από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την αρ. 6001/2003 απόφαση του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο Α. όχι μόνον αρέσκεται να παρακολουθεί τους πάντες, αλλά και να τους ειδοποιεί γι" αυτό, ιδιωτικώς, με εξώδικα, ή και δια του Τύπου, με προφανή σκοπό να τους εκφοβίσει και να τους εκβιάσει (...) καθώς και να αναφέρεται σε κάθε πιθανή Αρχή, απαιτώντας, καταμηνύοντας, συκοφαντώντας και εκβιάζοντας. Η συστηματική χρήση από μέρους του Α. τέτοιων μεθόδων παρακολουθήσεως και απειλών διαπιστώνεται, εξάλλου, και στο Βούλευμα 222/03 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Επειδή προκύπτει ότι ο Κ. Α. έχει παρεισφρύσει και επηρεάσει αθεμίτως την ανάκριση, διαπράττοντας επανειλημμένως το έγκλημα της εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος, δηλαδή την πράξη του άρθρου 385 περ. β εδ. 2 ΠΚ. Επειδή προκύπτει ότι ο Κ. Α. έχει, με τις παραπάνω πράξεις του, εκβιάσει και επηρεάσει δικαστικούς λειτουργούς, μεταξύ άλλων και την 19η ανακρίτρια κα Κωνσταντίνα Μπουρμπούλια, των οποίων έγινε παρανόμως γνώστης και έκανε χρήση περιστατικών αναγομένων στην προσωπική τους ζωή (ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων τους), με αποτέλεσμα να έχει επηρεάσει όχι μόνον την παραπάνω ανακρίτρια, αλλά και γενικότερα τα όργανα της ποινικής προδικασίας, και να έχει επιτύχει μεροληπτική υπέρ αυτού και εναντίον μου διεξαγωγή της ποινικής προδικασίας, παράνομη παραμονή του ως διαδίκου στην προδικασία, και δυσμενείς, βαριές και επώδυνες διατάξεις, αποφάσεις κ.τ.λ. εις βάρος μου". Αναφορικώς προς τ' αμέσως ανωτέρω καταγγελλόμενα από τον κατηγορούμενο εις βάρος του Κ. Α., σχετικώς με τις δικαστικές ενέργειες των προαναφερομένων Ανακριτών και του Δικαστικού Συμβουλίου Αθηνών (όπως οι ενέργειες αυτές εκτενώς περιγράφονται και στο διατακτικό της παρούσης), ήτοι ότι οι δικαστικοί αυτοί λειτουργοί ενήργησαν κατόπιν εκβιαστικών πιέσεων του άνω Κ. Α., αυτά δεν απεδείχθησαν αληθή, αλλ' αντιθέτως, ψευδή. Ειδικότερον, αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενοι δικαστικοί λειτουργοί (ανακριτές και συμμετέχοντες στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών) ενήργησαν σύμφωνα με το νόμο και την συνείδηση τους τις ενώπιον τους υποθέσεις, χωρίς να αποδεικνύεται ότι επηρεάστηκαν στην κρίση τους από οιαδήποτε ενέργεια του άνω Κ. Α.. Ο κατηγορούμενος, εν γνώσει της αναλήθειας των ανωτέρω αναφερομένων περιστατικών, ήτοι (ότι) ο ανωτέρω Κ. Α. προσπάθησε να εκβιάσει και να επηρεάσει την κρίση των δικαστικών αυτών λειτουργών προκειμένου να έχουν ευνοϊκή έκβαση γι' αυτόν οι υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον τους και στις οποίες ήταν κατηγορούμενος, τα διέλαβε στη μήνυση του, προκύπτει δηλαδή ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου, καθώς και ο σκοπός του να προκληθεί η δίωξη του άνω Κ. Α., με την άσκηση εναντίον του ποινικής διώξεως για την αναφερομένη αξιόποινη πράξη της εκβίασης. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί αυτός ένοχος, κατά τα στο διατακτικό της παρούσης ειδικότερον αναφερόμενα".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229§1 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η ψευδής καταμήνυση, η υποβολή, δηλαδή, στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών της υπ' αριθ. πρωτ. 13025/17.3.2003 αναφοράς - αιτήσεως του αναιρεσείοντος κατά του εγκαλούντος Κ. Α., καθώς και ότι τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν, ότι, δηλαδή, ο εγκαλών προέβη σε εκβιαστικές πιέσεις δικαστικών λειτουργών για να προβούν αυτοί στις ως άνω ενέργειες ώστε να έχουν ευνοϊκή έκβαση γι" αυτόν οι υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον τους και στις οποίες ο αναιρεσείων ήταν κατηγορούμενος, ήταν ψευδή, αιτιολογείται δε ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, καθώς και ο σκοπός αυτού να προκληθεί η δίωξη του εγκαλούντος για την αξιόποινη πράξη της εκβιάσεως. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Επαρκώς αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι τα από αυτόν καταγγελθέντα σε βάρος του εγκαλούντος ήταν ψευδή με την παραδοχή ότι οι ως άνω δικαστικοί λειτουργοί (ανακριτές και συμμετέχοντες στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών) διεξήγαγαν σύμφωνα με το νόμο και την συνείδηση τους τις ενώπιον τους υποθέσεις και δεν επηρεάστηκαν στην κρίση τους από οιαδήποτε ενέργεια του Κ. Α.. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαία πρόσθετη αιτιολογία ως προς τη γνώση, τοσούτω μάλλον, καθόσον δεν προκύπτει οποιαδήποτε παραδοχή του Δικαστηρίου ότι ο Κ. Α. παραπέμφθηκε να δικασθεί ή καταδικάσθηκε για την καταγγελθείσα από μέρους του αναιρεσείοντος εκβίαση ούτε ότι αποδείχθηκαν περιστατικά που να έχουν σχέση με εκβιασμούς δικαστικών λειτουργών ούτε ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος επικαλέστηκε στοιχεία που να αποδεικνύουν το αληθές των εκβιασμών, β) Το γεγονός ότι στην επίμαχη αίτηση - αναφορά διαλαμβάνονται και άλλα περιστατικά, τα οποία δεν στοιχειοθετούν αξιόποινη πράξη και μάλιστα αυτή της εκβιάσεως, για την οποία μηνύθηκε ο εγκαλών, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή, γ) Δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και μάλιστα της υπ' αριθ. 7/2008 αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, του υπ' αριθ. 2123/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, των υπ' αριθ. 73547 και 75009/2010 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, της υπ' αριθ. 549/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, της υπ' αριθ. 252/2008 διατάξεως της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, των ενόρκων καταθέσεων δικαστικών λειτουργών, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και της καταθέσεως της μάρτυρος υπερασπίσεως Σ. - Μ. Λ. με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ούτε ήταν αναγκαίο να παρατίθεται τι προέκυψε χωριστά από κάθε αποδεικτικό μέσο ούτε να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, τυχόν δε εσφαλμένη αξιολόγηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων δεν αποτελεί παραδεκτό αναιρετικό λόγο, γιατί αναφέρεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως της κυρίας αιτήσεως και πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 23.9.2011) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 του ΚΠοινΔ, 914 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες μόνο εκείνοι που ζημιώνονται "αμέσως" από το έγκλημα ή υφίστανται ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από αυτό και όχι και εκείνοι που βλάπτονται εμμέσως. Ειδικότερα, το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως ναι μεν στρέφεται κατά της απονομής της δικαιοσύνης, δεν είναι, όμως, άσχετο και με την προστασία του καταμηνυομένου προσώπου, αφού αυτό υφίσταται τις άμεσες συνέπειες της ψευδούς μηνύσεως. Επομένως, εκείνος, ο οποίος καταμηνύθηκε ψευδώς, είναι αμέσως ζημιωθείς από το έγκλημα και δικαιούται να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων εναντίον του δράστη της κατ' αυτού ψευδούς καταμηνύσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πρωτόδικης υπ' αριθ. 87738/2010, 90109Α/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και των ενσωματωμένων σ' αυτήν πρακτικών, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κάσσης Παναγιώτης, ο οποίος δήλωσε ότι, δυνάμει της από 29.10.2010 εξουσιοδοτήσεως, ο πολιτικός ενάγων (Κ. Α. του Ι.) διόρισε αυτόν δικηγόρο για να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να τον εκπροσωπήσει ως πολιτικώς ενάγοντα κατά του κατηγορουμένου και ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει το ποσό των 44 ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος. Την παράσταση αυτή, κατά της οποίας δεν προβλήθηκε καμιά αντίρρηση, δέχθηκε το Δικαστήριο και, μετά την καταδίκη του αναιρεσείοντος, επιδίκασε στον παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα το ανωτέρω αιτηθέν ποσό των 44 ευρώ. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εμφανίστηκε ο πολιτικός ενάγων Κ. Α., χωρίς να επαναλάβει την περί παραστάσεως του ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση (γιατί, τελικά, παρέστη χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο), αλλά και χωρίς να παραιτηθεί από την ασκηθείσα πρωτοδίκως πολιτική αγωγή, επιδίκασε και πάλι, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, το ανωτέρω πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 44 ευρώ. Ο εν λόγω πολιτικώς ενάγων ήταν ο αμέσως ζημιωθείς από την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αυτός υπέστη τις άμεσες συνέπειες της ψευδούς μηνύσεως, ήτοι την πιθανότητα να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη και, επομένως, ενομιμοποιείτο ενεργητικά να ασκήσει την πολιτική αγωγή. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνιστάμενη στο ότι ο Κ. Α. δεν ενομιμοποιείτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, γιατί η προαναφερόμενη πράξη δεν πλήττει αμέσως αυτόν, αλλά τους αναφερόμενους στην από 17.3.2003 αναφορά - αίτηση δικαστικούς λειτουργούς, και μόνο αντανακλαστικές δυσμενείς συνέπειες θα μπορούσε να επιφέρει στη σφαίρα των συμφερόντων του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του ΠΚ, "όταν ο δράστης καταδικάζεται σε φυλάκιση, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπει ειδικά ο νόμος, επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη αν: α) η ποινή που επιβλήθηκε είναι τουλάχιστον ενός έτους και β) η πράξη που έχει τελεσθεί, φανερώνει από τα αίτια, το είδος, τον τρόπο εκτέλεσης της και όλες τις άλλες περιστάσεις ηθική διαστροφή του χαρακτήρα του δράστη". Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι για την επιβολή της παρεπόμενης ποινής της στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων, επί καταδίκης σε φυλάκιση, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά και οι δύο ως άνω προϋποθέσεις. Αν, συνεπώς, η κύρια ποινή φυλακίσεως που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο είναι μικρότερη του ενός έτους, δεν μπορεί να του επιβληθεί και η ανωτέρω παρεπόμενη ποινή της στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων, έστω και αν η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε αυτός, φανερώνει ηθική διαστροφή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, όπως αναφέρθηκε, σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα, για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως. Ταυτοχρόνως, το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η πράξη αυτή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου φανερώνει ηθική διαστροφή του, του επέβαλε και την παρεπόμενη ποινή της αποστερήσεως των πολιτικών του δικαιωμάτων επί ένα (1) έτος. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 61 του ΠΚ. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά (αλλά προτείνεται και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κρίση για την επιβολή της παρεπόμενης ποινής), είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως δε, μη συντρεχούσης περιπτώσεως παραπομπής της υποθέσεως για νέα συζήτηση, πρέπει να απαλειφθεί, με την παρούσα απόφαση, η περί επιβολής της ως άνω παρεπόμενης ποινής της στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση μετά των προσθέτων αυτής λόγων πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 637/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών κατά τη διάταξη της, με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο η παρεπόμενη ποινή της αποστερήσεως των πολιτικών του δικαιωμάτων για ένα (1) έτος.
ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ την ανωτέρω διάταξη της ίδιας αποφάσεως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 23 Φεβρουαρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 1754/2011) αίτηση του Η. Μ. του Α., περί αναιρέσεως της ίδιας ως άνω (υπ' αριθ. 637/2011) αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, μετά των από 23 Σεπτεμβρίου 2011 προσθέτων λόγων αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση. Απόρριψη λόγων για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως. Νόμιμη η παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος εκείνου που καταμηνύθηκε ψευδώς, αφού είναι αμέσως ζημιωθείς από το έγκλημα. Αναίρεση κατά τη διάταξης για στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, γιατί η ποινή φυλακίσεως που επιβλήθηκε είναι μικρότερη του έτους. Απάλειψη της σχετικής διατάξεως. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων κατά τα λοιπά. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1587/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γκότση περί αναιρέσεως της 87279/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 307/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ'αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς τους στους κατά την παράγρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 3 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους και να τα καταβάλλει μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 αποφάσεως, απαιτείται να προσδιορίζεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση από εργοδότη προσωπικού ασφαλισμένου στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και η συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ'αυτόν και η μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό.(Ολ.ΑΠ 1/1996). Σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία και ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος, μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Τέλος, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 87279/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για παράβαση του Α.Ν. 86/1967, το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα με την ιδιότητα του Προέδρου της εταιρείας με την επωνυμία "Γ.Α.Κ. ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ε.Π.Ε." αν και απασχολεί ως εργοδότης, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 ως 30-9-2006 με σχέση εξαρτημένης εργασίας, με αμοιβή, προσωπικό ασφαλισμένο στο Τ.Α.Τ.Τ.Α, δεν κατέβαλε στον εν λόγω λογαριασμό κοινωνικής ασφάλισης για εργοδοτικές εισφορές ποσό 45.238 ευρώ και για εργατικές ποσό 177.364,82 ευρώ. Όμως, πρέπει να αναγνωριστεί σε αυτόν η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, γιατί ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά και ειδικότερα λόγω της πεποίθησής του ότι υπολογίζεται εσφαλμένα από τον ανωτέρω οργανισμό των οφειλομένων εργοδοτικών εισφορών, λόγο για τον οποίο έχει ασκήσει κατ' εκείνου την από 30-4-2007 2 αγωγές του, με τις οποίες ζητεί την επιστροφή ποσών 326.320 και 168.720,90 ευρώ που παρανόμως, όπως ισχυρίζεται, παραγράφεται το Τ.Α.Τ.Τ.Α. από τις εισπράξεις της εταιρείας δια μέσου του Πρακτορείου Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου". Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κυρήχθηκε ένοχος του ότι: " Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 1-1-2007 τυγχάνοντας πρόεδρος της Γ.Α.Κ. ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ αν και απασχόλησε, ως εργοδότης, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 30-9-2006, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, με αμοιβή, προσωπικό ασφαλισμένο στο Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικού Τύπου Αθήνας (Τ.Α.Τ.Τ.Α.), δηλ. σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και ώφειλε για την ασφάλιση του προσωπικού του να καταβάλει στον Οργανισμό αυτό τις παρακάτω εισφορές μέσα σε (30) μέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στο οποίο παρεσχέθηκε η εργασία, εν τούτοις:
Α) Δεν κατέβαλε στον Οργανισμό αυτό τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) που τον βαρύνουν και που ανέρχονται στο ποσό των 45.238 ευρώ από τότε που έγινα απαιτητές, και Β) Δεν κατέβαλε στον Οργανισμό αυτό τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) τις οποίες παρεκράτησε με σκοπό να τις αποδόσει στον Οργανισμό αυτό από τότε που έγιναν απαιτητές από τους σ'αυτόν εργαζομένους οι οποίες βαρύνουν αυτόν και που ανέρχονται δε αυτές στο ποσό των 177.364,82 ευρώ. Έτσι κατέστη τιμωρητέως για υπεξαίρεση".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν κατ'έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 87279/2010 απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94 παρ.1του ΠΚ και 1 παρ.1,2 του α.ν. 86/1967 σε συνδ. με 375 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται αντιφατική και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι .
Κατ' άρθρον 470 ΚΠΔ "Στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσον εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του είτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται ...", η παραβίαση δε της άνω διατάξεως ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της υπερβάσεως εξουσίας. Χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου - εκκαλούντος επέρχεται και όταν το δικαστήριο, το οποίο κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος, παρά το ότι δέχθηκε συνδρομή ελαφρυντικής περιστάσεως, δεν επέβαλε μικρότερη ποινή. Εξάλλου, η αρχή της αναλογικότητας που αναγνωρίζεται με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα, είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η παραβίαση της αρχής αυτής πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής, που έχει επιβληθεί ή της μικρής ή μεγάλης απαξίας της αξιοποίνου πράξεως, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου, για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας (ΟλΑΠ 14/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 120734/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων καταδικάστηκε στον πρώτο βαθμό, χωρίς αναγνώριση κάποιας ελαφρυντικής περίστασης, σε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για καθεμία πράξη και σε συνολική ποινή φυλακίσεως 24 μηνών( 18 + 6 μήνες) και συνολική χρηματική ποινή 15.000 ευρώ( 10.000 + 5.000 ευρώ). Με την προσβαλλόμενη 87279/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δικάσαντος κατ' έφεση, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, τον καταδίκασε για την ιδία ακριβώς παράβαση του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945 και ενώ του αναγνώρισε το πρώτον την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ. β του ΠΚ, που επιβάλει κατά το άρθρο 83 περ. δ και ε του ΠΚ, επιβολή ποινής μειωμένης, του δικαστηρίου δικαιουμένου πλέον να επιμετρήσει την ποινή φυλακίσεως ελεύθερα σε πλαίσιο φυλακίσεως χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς, τη δε χρηματική ποινή δυναμένου απλώς και να μην την επιβάλει καθόλου, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 16 μηνών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για καθεμία πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως 21 μηνών( 16 + 5 μήνες) και χρηματική ποινή 14.000 ευρώ ( 10.000 ευρώ + 4.000 ευρώ). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις του ΠΚ ( αρ. 79, 83, 84 ΠΚ) και δε χειροτέρευσε τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου, αφού του επέβαλε μικρότερη ποινή φυλακίσεως και μικρότερες συνολικές ποινές, τόσον φυλακίσεως όσον και χρηματικής ποινής από ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά και την παραδοχή ελαφρυντικής περιστάσεως, η δε μη επιβολή χρηματικής ποινής ήταν στην δυνητική διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και δεν υπερέβη εκ τούτου αυτό την εξουσία του, ούτε παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει του ανωτέρω ύψους της ποινής, που επιβλήθηκε και της απαξίας των δύο αξιοποίνων πράξεων που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και του ύψους των ποσών των εισφορών που δεν απέδωσε αυτός στο ασφαλιστικό ταμείο.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, περί υπερβάσεως εξουσίας λόγω της χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, περί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, με την επιβολή ποινής φυλακίσεως μικρότερης μόνον κατά 10% από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 79 παρ.3, 83 και 84 του ΠΚ, είναι αβάσιμος.
Επίσης, το γεγονός ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ως χρόνος κατά τον οποίο ο αναιρεσείων ετύγχανε Πρόεδρος της εργοδότριας Ε.Π.Ε. από 1-1-2003 μέχρι 1-1-2007 και ότι συνέχεια αναφέρεται διευκρινιστικά ως χρόνος τελέσεως του εγκλήματος ο χρόνος απασχολήσεως του προσωπικού από 1-1-2003 μέχρι 30-9-2006, ενώ στο αιτιολογικό αναφέρεται ομοίως ο ίδιος χρόνος απασχολήσεως του προσωπικού από 1-1-2003 μέχρι 30-9-2006, χωρίς να αναφέρεται ο ακριβής χρόνος τελέσεως, δε συνάγεται υπέρβαση εξουσίας, ούτε μερική αντίφαση μεταξύ του χρόνου τελέσεως και του χρόνου απασχολήσεως του προσωπικού ούτε επηρεάζεται η πενταετής παραγραφή των αξιοποίνων πλημμεληματικών πράξεων που καταδικάστηκε και επομένως ο σχετικός, για υπέρβαση εξουσίας, πρώτος, με αρ. 1α, λόγος της κρινόμενης δηλώσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο συναφής για υπέρβαση εξουσίας με αρ. 1 β λόγος αναιρέσεως, ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για ποσόν εργατικών εισφορών 177.364,82 ευρώ, ενώ η πραγματική οφειλή του ανέρχεται σε μικρότερο ποσό 132.098 ευρώ, όπως κατ'αυτόν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό (κατάθεση μάρτυρος), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δέχθηκε στο αιτιολογικό και στο διατακτικό υπεξαίρεση εργατικών εισφορών ποσού 177.364,82 ευρώ Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠολΔ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-1-2011 αίτηση-δήλωση του Γ. Κ. του Α., περί αναιρέσεως της 87279/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στην 1 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε, Η ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, υπέρβαση εξουσίας. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1588/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γκανιά Σπυρίδωνα περί αναιρέσεως της 1338/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειδικείου Ξάνθης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Τ. Μ. του Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Μπορδόκα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 21 Σεπτεμβρίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων, και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 331/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει το από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το δικαστήριο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε παραδεκτά την από 21-2-2011 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως και τους από 21-9-2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης 1338/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης με την οποία καταδικάστηκε για το έγκλημα της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής. Η άνω αίτηση αναιρέσεως περιέχει, πλην άλλων, ως λόγους αναιρέσεως ορισμένους και νόμιμους, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 358 του ΠΚ, ασκήθηκε δε και εμπροθέσμως.
Συνεπώς, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και οι προβαλλόμενοι κατ'άρθρο 509 παρ.2 του ΚΠΔ εμπρόθεσμα πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2, η οποία επιφέρει ακυρότητα, της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατ' άρθρο 170 παρ.2 στοιχ. α' ΚΠΔ στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικής αιτήσεως. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ.1 του ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και σε περίπτωση παραλείψεως αναγνώσεως, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκομίσθηκε και του οποίου την ανάγνωση εζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του κατά την ακροαματική διαδικασία να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το δικαστήριο και σε περίπτωση παραλείψεως τούτου να αποφανθεί ή παρά το νόμο απορρίψεως της προσφυγής, τότε υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ.
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του προσήγαγε και ζήτησε την ανάγνωση και των ακολούθων εγγράφων και δη α) του υπ'αριθ. πρωτ. 101/17-1-2006 εγγράφου- αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης, β) της υπ'αριθ. 89/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, γ) της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, απευθυνομένης από 26-7-2007 τακτικής αγωγής διατροφής και ανάθεσης γονικής μέριμνας των τέκνων της εγκαλούσας- πολιτικώς ενάγουσας, δ) των υπ' αριθ. 175/2007 και 221/2007 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, εκουσίας δικαιοδοσίας και ε) της υπ' αριθ.131/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, το δικαστήριο της ουσίας ούτε ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά, ούτε απάντησε επί του αιτήματός του τούτου και συνεπώς δημιουργήθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ακροάσεως του κατηγορουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης 1338/2010 αποφάσεως, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, προκύπτει ότι δια του από 1-1-2010 δικογράφου αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατέθεσε στο δικαστήριο αυτοτελείς ισχυρισμούς που ανέπτυξε και προφορικά και έχουν ως εξής:1/.Προσάγω ως αναγνωστέα υπ' αριθμό …/6-9-1994 ληξιαρχική πράξη γάμου του ληξιάρχου της τότε Κοινότητος Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, από την οποία αποδεικνύεται ο τελεσθείς στις 20 Αυγούστου 1994 γάμος μου με την εγκαλούσα. Στην ως άνω ληξιαρχική πράξη γάμου γίνεται η εξής ρητή μνεία:"... ενεφανίσθη ο Μ. Σ..........προσκομίσας την ... από 20/8/1994 δήλωσιν του... Ιμάμη Ι. Χ. αυτής ενορίας του Ιερού... Τεμένους Κιμμερίων...".Αποδεικνύεται, εν ολίγοις, ότι ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε κατά τους ιερούς κανόνες της Μουσουλμανικής θρησκείας, ενώπιον του θρησκευτικού λειτουργού (Ιμάμη) του Ιερού Τεμένους Κιμμερίων Νομού Ξάνθης.2/.. Προσάγω ως αναγνωστέα από 20 Αυγούστου 1994 Δήλωσιν Γάμου υπό Ιμάμη της Μουφτείας Ξάνθης, η οποία έχει ως εξής: "ΜΟΥΦΤΕΙΑ ΞΑΝΘΗΣ Εν Ξάνθη αυτής 20 Αυγούστου 1994 ΔΗΛΩΣΙΣ ΓΑΜΟΥ ΥΠΟ ΙΜΑΜΗ ΤΕΜΕΝΟΣ ΚΙΜΜΕΡΙΩΝ - ΞΑΝΘΗΣ Δηλώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Ι. Χ. του Σ., Ιμάμης του Τεμένους Κιμμερίων - Ξάνθης, ότι σήμερον την 20η του μηνός Αυγούστου του έτους 1994 και περί ώραν 11η π.μ. ετέλεσα τον γάμον των κάτωθι συζύγων: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΑΜΒΡΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΥΜΦΗΣ Επώνυμον: Μ. Επώνυμον: Τ. Όνομα: Σ. Όνομα: Μ.... Θρήσκευμα: Μουσουλμάνος Θρήσκευμα: Μουσουλμάνος Υπηκοότης: Ελληνική Υπηκοότης: Ελληνική Κατοικία: … Κατοικία: … ..... Ο ανωτέρω γάμος ετελέσθη εν Κιμμέρια κατά τους τύπους της Μουσουλμανικής ημών Θρησκείας. Η παρούσα χορηγείται ατελώς προς χρήσιν του Ληξιαρχείου Δήμου ...ή Κοινότητος Κιμμερίων Ξάνθης. Ο τελέσας τον γάμον Ιμάμης Οι συζευχθέντες". Αποδεικνύεται, εν ολίγοις, ότι ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε κατά τους ιερούς κανόνες της Μουσουλμανικής θρησκείας, ενώπιον του θρησκευτικού λειτουργού (Ιμάμη) του Ιερού Τεμένους Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, με τη σύνταξη της σχετικής δηλώσεως της Μουφτείας Ξάνθης. 3. Προσάγω ως αναγνωστέα από 20 Αυγούστου 1994 "Βεβαίωση Γάμου" του Ιμάμη Κιμμερίων Νομού Ξάνθης Ι. Χ., η οποία έχει ως εξής: "ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΓΑΜΟΥ. Εγώ, ο Ι. Χ., Ιμάμης Κιμμερίων Ξάνθης, δηλώνω ότι ενώπιον εμού και των μαρτύρων, εμφανίσθηκαν η Μ. θυγατέρα Τ. Τ., κάτοικος ..., Ελληνίδα υπήκοος και θρησκεύματος Μωαμεθανή, και ο Σ. Μ. του Χ., κάτοικος ..., Έλληνας υπήκοος και θρησκεύματος Μωαμεθανός, και δήλωσαν ότι επιθυμούν να παντρευτούν με θρησκευτικό γάμο, όπως προβλέπεται από το Μουσουλμανικό Δίκαιο, και επειδή δεν υπήρξε αντίρρηση από κανέναν εγώ τέλεσα τον γάμο τους.
Πληρεξούσιος της συζύγου Πληρεξούσιος του συζύγου Τ. Τ. Μ. Χ. Μάρτυρες: Μάρτυρες:
Τ. Χ. Π. Χ. Τ. Α. Τ. Χ. Συμφωνία Γάμου: Μόνο πενήντα μία χρυσές "Ρεσάτ" λίρες. Συμφωνία αρραβώνας: Ένα σύνολο χρυσού κολιέ, ένα ρολόι χειρός, μία χρυσή αλυσίδα χειρός, ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια, δύο δαχτυλίδια χρυσά, μία χρυσή αλυσίδα περιλαίμιου, δύο σύνολα φορεμάτων, ένα στρώμα, ένα πάπλωμα και 35 κιλά χαλκό. Κιμμέρια 20 Αυγούστου1994. Ο ΙΜΑΜΗΣ ΚΙΜΜΕΡΙΩΝ". Αποδεικνύεται, εν ολίγοις, ότι ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε κατά τους ιερούς κανόνες της Μουσουλμανικής θρησκείας, ενώπιον του θρησκευτικού λειτουργού (Ιμάμη) του Ιερού Τεμένους Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, με τη σύνταξη της σχετικής βεβαιώσεως γάμου (νικιάχ).4/. Προσάγω ως αναγνωστέα από 27-8-2008 βεβαίωση του Ιμάμη Κιμμερίων Νομού Ξάνθης" Ι. Χ, η οποία έχει ως εξής: "Εγώ ο Ιμάμης των Κιμμερίων Ξάνθης Ι. Χ. του Σ. πιστοποιώ ότι ο γάμος του Μ. Σ. και της Τ. Μ. (20-8-1994) είναι θρησκευτικός βάσει των νόμων του Ισλάμ." Αποδεικνύεται, εν ολίγοις, ότι ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε κατά τους ιερούς κανόνες της Μουσουλμανικής θρησκείας.5/. Σύμφωνα με το άρθρο 1367 ΑΚ: "Ο γάμος τελείται είτε με τη σύγχρονη δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν σ' αυτό (πολιτικός γάμος) είτε με ιερολογία από ιερέα της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας ή από λειτουργό άλλου δόγματος ή θρησκεύματος γνωστού στην Ελλάδα............ Οι προϋποθέσεις της ιεροτελεστίας και κάθε θέμα σχετικό με αυτήν διέπονται από το τυπικό και τους κανόνες του δόγματος ή του θρησκεύματος σύμφωνα με το οποίο γίνεται η ιεροτελεστία, εφόσον δεν είναι αντίθετοι με τη δημόσια τάξη. Ο θρησκευτικός λειτουργός είναι υποχρεωμένος να συντάξει αμέσως σχετική πράξη...".Εν ολίγοις, ο γάμος μου με την εγκαλούσα πρόκειται για θρησκευτικό γάμο, καθόσον τελέσθηκε κατά τους ιερούς κανόνες της Μουσουλμανικής θρησκείας, ενώπιον του αναγνωριζομένου δημοσίου λειτουργού (Ιμάμη) του Ιερού Τεμένους Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, με τη σύνταξη της σχετικής βεβαιώσεως γάμου και της σχετικής δηλώσεως της Μουφτείας Ξάνθης, καθώς και της σχετικής ληξιαρχικής πράξεως γάμου. Ειδικότερα: Σύμφωνα με τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, ο γάμος είναι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ήτοι ο μουσουλμανικός γάμος δεν απαιτεί ιερολογία, αλλά μόνο επίσημη δήλωση μπροστά σε δύο άρρενες μάρτυρες ή έναν άρρενα και δύο θήλεις, η οποία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από τον άλλο μελόνυμφο. Ο άνδρας υποχρεούται να προσφέρει στη γυναίκα ένα είδος δωρεάς και να της εξασφαλίσει διατροφή ως αντιπαροχή για το δικαίωμα του να έχει μαζί της συζυγικές σχέσεις. Έτσι, ως προς τη διαδικασία, έχουμε την πρόταση γάμου από τον άνδρα, αποδοχή της πρότασης από τη γυναίκα ή τον κηδεμόνα της (walli) στο όνομα του Αλλάχ (fatima) με παρουσία των κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα μαρτύρων και καθορισμός της δωρεάς (nikah).Ο θρησκευτικός λειτουργός (Ιμάμης ή Μουφτής) έχει περιορισμένη συμμετοχή στην τέλεση του γάμου, ήτοι εκφωνεί την ί3τ.ϋΐ3, εκτός αν αυτή εκφωνηθεί από τον νν3ϋ, και συντάσσει τη σύμβαση γάμου, η οποία περιέχει τα στοιχεία των νεόνυμφων, την ημερομηνία σύναψης και την αναλυτική καταγραφή της δωρεάς.Βασικός κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζει το θέμα των οικογενειακών σχέσεων των ελλήνων μουσουλμάνων είναι το άρθρο 4 του Ν. 147/1914 "περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις. εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως", όπου ορίζεται ότι: "Τα του γάμου των εις μουσουλμανικόν ... θρήσκευμα ανηκόντων, ήτοι τ' αφορώντα εις την νόμιμον σύστασιν και την διάλυσιν του γάμου και εις τας συνεστώτος αυτού προσωπικός σχέσεις των συζύγων και των συγγενικών δεσμών διέπονται υπό του ιερού αυτών νόμου και κρίνονται κατ'αυτόν...".Η εκ του άρθρου 4 του Ν. 147/1914 αρμοδιότητα του Μουφτή για τον γάμο ταυτίζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 1367 παρ. 1 ΑΚ αρμοδιότητα. Η εκ του ΑΚ αρμοδιότητα ανατίθεται στον Μουφτή με την ιδιότητα του θρησκευτικού λειτουργού και όχι του Ιεροδίκη. Η διάκριση μεταξύ Μουφτή-θρησκευτικού λειτουργού και Μουφτή-Ιεροδίκη προκύπτει σαφώς από την αντιδιαστολή που κάνει ο νομοθέτης μεταξύ των θρησκευτικών καθηκόντων του Μουφτή (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 1920/1991: "Ο Μουφτής ασκεί στην περιφέρεια : του ...τα θρησκευτικά καθήκοντα που απορρέουν από τον ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Διορίζει, εποπτεύει και παύει τους μουσουλμάνους θρησκευτικούς λειτουργούς, τελεί ή επικυρώνει θρησκευτικούς γάμους μεταξύ μουσουλμάνων...") και των δικαιοδοτικών καθηκόντων του (άρθρο 5 παρ. 2 Ν. 1920/1991: "Ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφέρειας του επί γάμων...").Εν ολίγοις, αναφορικά με τον γάμο, η αρμοδιότητα του Μουφτή βασίζεται σε άλλη νομική βάση από εκείνη του Μουφτή-Ιεροδίκη.
Συνεπώς, είναι. συντρέχουσα με αυτή των άλλων αναγνωρισμένων μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών, ήτοι αυτή των Ιμάμηδων, τους οποίους ο Μουφτής διορίζει, εποπτεύει ή παύει. Οι πράξεις αμφοτέρων, δε, ελέγχονται από τον ληξίαρχο, κατ' εφαρμογή του Ν. 344/1976 "περί ληξιαρχικών πράξεων", κατά το άρθρο 16 του οποίου: "1. Ο θρησκευτικός λειτουργός, ο τελέσας ή συμπράξας εις ιεροπραξίαν ...γάμου, υποχρεούται να σύνταξη επί τόπου, άμα τω πέρατι της ιεροπραξίας, δήλωσιν περιέχουσαν πάντα τα στοιχεία της οικείας ληξιαρχικής πράξεως, υπογραφομένην υπ' αυτού. 2. Τη δήλωση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο υπογράφουν επίσης επί μεν θρησκευτικού γάμου οι σύζυγοι και ο παράνυμφος...".Εξάλλου, και η γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 1920/1991 ρητά οδηγεί στο συμπέρασμα της μη αποκλειστικής άσκησης της θρησκευτικής αρμοδιότητας από 'τον Μουφτή, καθόσον αναφέρεται ότι "...τελεί ή επικυρώνει θρησκευτικούς γάμους..." και όχι ΤΟΥΣ θρησκευτικούς γάμους. Εξάλλου, σε σχέση με την τηρούμενη διαδικασία τέλεσης του μουσουλμανικού θρησκευτικού γάμου, ο όρος "τελεί" αναφέρεται στην εκφώνηση εκ μέρους του μουσουλμάνου θρησκευτικού λειτουργού της fatima, ενώ ο όρος "επικυρώνει" αναφέρεται μόνον στη σύνταξη της σύμβασης γάμου, όταν η fatima εκφωνήθηκε από τον walli, και όχι στην δήθεν επικύρωση των θρησκευτικών γάμων που τελέσθηκαν από Ιμάμη, ήτοι τον έτερο μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό. Περαιτέρω, από καμμία διάταξη δεν επιβάλλεται να δηλωθεί στον Μουφτή ο από άλλον μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό τελεσθείς γάμος, ο οποίος δηλώνεται νομίμως στον αρμόδιο ληξίαρχο. Το γεγονός ότι ο Μουφτής δεν είναι επιφορτισμένος με αποκλειστική αρμοδιότητα τέλεσης ή επικύρωσης των θρησκευτικών γάμων προκύπτει και από το ότι η νομολογία (ΑΠ 1723/1980 ΕΕΝ 1981, 725) δέχεται (ορθώς) ότι η διάταξη του άρθρου 4 Ν. 147/1914 εισάγει προσωπικό δίκαιο εν γένει και όχι προσωπικό δίκαιο τοπικού χαρακτήρα, ήτοι ο Ιερός Νόμος είναι το προσωπικό δίκαιο εν γένει των Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών, ανεξάρτητα δηλαδή αν οι τελευταίοι κατοικούν στη Δ. Θράκη (όπου υφίστανται Μουφτήδες) ή στην υπόλοιπη Ελλάδα. Το ζήτημα αντιμετωπίσθηκε με αφορμή αίτηση διατροφής (για τη ίδια και τον γιο της) διαζευγμένης μουσουλμάνας μητέρας. Όταν νυμφεύθηκε την αιτούσα, ο σύζυγος (Έλληνας από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου) ασπάσθηκε το Ισλάμ. Η δε αιτούσα (αιγυπτιακής καταγωγής) απέκτησε με τον γάμο της την ελληνική υπηκοότητα. Και οι δύο διάδικοι ήταν , κάτοικοι Αθηνών από το έτος 1965. Ο Άρειος Πάγος απεφάνθη ότι ο Μουφτής Ξάνθης είναι αρμόδιος για την επίλυση της διαφοράς, χαρακτηρίζοντας τον Μουφτή ως "νόμιμο δικαστή" των Μουσουλμάνων Ελλήνων Πολιτών (άρθρο 8 παρ. 1 Συντάγματος) "...επί των ωρισμένων τούτων προσώπων, ανεξάρτητα του τόπου κατοικίας αυτών...". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του Ν. 344/1976, "1. Προς βεβαίωσιν της αστικής καταστάσεως του φυσικού προσώπου τηρούνται, εις έκαστον ληξιαρχείον βιβλία ... γάμων ... 2. Τα ληξιαρχικά βιβλία είναι δημόσια. 3. Εις τα ληξιαρχικά βιβλία καταχωρίζονται οι πράξεις, αι έχουσαι αντικείμενον την βεβαίωσιν .γάμου του φυσικού προσώπου, την μεταβολήν του περιεχομένου ή την διόρθωσιν τοιαύτης ληξιαρχικής πράξεως...... 5. Τα κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου βιβλία αριθμούνται και μονογραφούνται υπό του κατά τόπον αρμοδίου Ειρηνοδίκου...". Κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου "1. Αι ληξιαρχικοί πράξεις καταχωρίζονται εις τα ληξιαρχικά βιβλία κατ' αύξοντα αριθμόν...". Κατά το άρθρο 12 του ιδίου νόμου "1. Η κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου καταρτιζόμενη ληξιαρχική πράξις γάμου αποδεικνύει.β. Μέχρι αποδείξεως του εναντίου, τα γεγονότα, των οποίων ο ληξίαρχος βέβαιοι ότι έλαβε γνώσιν εκ των δηλώσεων των εμφανισθέντων......... 4. Επί πλειόνων ληξιαρχικών πράξεων αφορωσών εις το αυτό γεγονός ως επικρατέστερα Θεωρείται η εγκύρως συνταχθείσα προγενεστέρα τοιαύτη, των λοιπών κηρυσσομένων ανίσχυρων δια πράξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών ή, όπου δεν εδρεύει Εισαγγελεύς, του Ειρηνοδίκου, εις την περιφέρειαν των οποίων υπάγεται το ληξιαρχείον όπου έχει καταχωρηθεί η κηρυσσομένη ως ανίσχυρος πράξις". Κατά δε το άρθρο 7 του ιδίου νόμου "1. Η επιθεώρησις των ληξιαρχείων ενεργείται υπό του Εισαγγελέως Πρωτοδικών, δυναμένου ν' αναθέτη ταύτην, προκειμένου μεν περί ληξιαρχείων της έδρας του Πρωτοδικείου εις Αντεισαγγελέα, προκειμένου δε περί ληξιαρχείων εκτός της έδρας• τομ^ Πρωτοδικείου, εις τον κατά τόπον αρμόδιον Ειρηνοδίκην, υποχρεουμένων εις σύνταξιν, εις διπλούν, ιδιαιτέρας εκθέσεως επιθεωρήσεως δι' έκαστον ληξιαρχείον. 2. Η επιθεώρησις, των μεν εις την έδραν του Πρωτοδικείου ληξιαρχείων, ενεργείται εντός του πρώτου διμήνου από της λήξεως εκάστου εξαμήνου, των δε λοιπών, εντός του πρώτου τετραμήνου από της λήξεως εκάστου έτους. 3. Οι ενεργούντες την επιθεώρησιν συντάσσουν ιδιαιτέρας ατομικός εκθέσεις, εις διπλούν, δι' έκαστον ληξίαρχον περί των εκ της επιθεωρήσεως διαπιστωθέντων και ιδία περί των διαπιστωθεισών παραβάσεων, των εχουσών χαρακτήρα πειθαρχικού παραπτώματος ή δυναμένων ν' αποδωθούν εις ηλαττωμένην επάρκειαν και ικανότητα του υπαιτίου..." Εν προκειμένω, δε, ασκήθηκε ο κατά τα ως άνω προβλεπόμενος έλεγχος της υπ' αριθμό 30 61/6-9-1994 ληξιαρχικής πράξης γάμου του ληξιάρχου της τότε Κοινότητος Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, που αφορά τον γάμο μου με την εγκαλούσα, διαπιστώθηκε ότι αυτός τελέσθηκε εγκύρως από μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό, καθώς επίσης διαπιστώθηκε ότι ο ληξίαρχος δεν προέβη σε καμμία παράβαση ή αμέλεια κατά τη σύνταξη και καταχώρηση της άνω ληξιαρχικής πράξης, η οποία καταχωρήθηκε εγκύρως στα δημόσια ληξιαρχικά βιβλία. Μετά ταύτα, η άνω ληξιαρχική πράξη, ως δημόσιο έγγραφο, αποτελεί, ως προς όλες τις αστικού τύπου έννομες συνέπειες, πλήρη απόδειξη, κατ' άρθρο 440 ΚΠολΔ. 6/. Προσάγω ως αναγνωστέο υπ' αριθμό πρωτοκ. 22564/23-4-2007 πιστοποιητικό του Δημάρχου Ξάνθης περί της οικογενειακής μου κατάστασης, από το οποίο προκύπτει ότι ο θρησκευτικός γάμος μου με την εγκαλούσα αναγνωρίζεται ρητά από την Ελληνική Δημοκρατία, επί 16 έτη μέχρι και σήμερα, ως νόμιμος, έγκυρος και υφιστάμενος, καθώς επίσης ότι από αυτόν αποκτήθηκαν δύο παιδιά, ο Τ., ηλικίας σήμερα 15 ετών, και η Α., ηλικίας σήμερα 12 ετών.7/. Προσάγω ως αναγνωστέα την υπ' αριθμό πρωτοκ. 173/00/Φ.56/10-5-2000 Γνωμάτευση (ρήτρα - φετβά) του Μουφτή Κομοτηνής, η οποία έχει ως εξής:
"ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΟΥΦΤΕΙΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΗ ΕΡΩΤΗΜΑ: Σύμφωνα με το Ιερό Οικογενειακό Δίκαιο του Ισλάμ, δύναται η έγγαμος σύζυγος να διαζευγνύει τον σύζυγόν αυτής; ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Σύμφωνα με το Ιερό Οικογενειακό Δίκαιο του Ισλάμ, το δικαίωμα του διαζυγίου, αν δεν έχει δοθεί και στην σύζυγο κατά την προγαμιαία συμφωνία κατά την τέλεση του γάμου (Νικιάχ), ΑΝΗΚΕΙ στον σύζυγο, ο οποίος μόνο εκείνος για διαφόρους σοβαρούς λόγους δύναται να διαζευγνύει την σύζυγο του, πάντα βέβαια υποχρεούμενος να καταβάλει την αποζημίωση της λύσης του γάμου και το αντίτιμο των δωρεών (μιχρ) που έχουν συμφωνηθεί και συνομολογηθεί, κατά την τέλεση του γάμου τους, που είναι καταχωρημένα εθιμικά και στην άδεια γάμου τους..................Ούτως στα Ιερονομικά Συγγράμματα Κομοτηνή, 10ην Μαΐου 2000 Ο Μουφτής Κομοτηνής "8/. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 2345/1920, ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 9 του ν., 1920/1991, με τον οποίο κυρώθηκε η από 24-12-1990 Πράξη νομοθετικού περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων" Θρησκευτικών Λειτουργών", όμως στο άρθρο 5 παρ. 2 αυτού (ν. 1920/1991) επαναλήφθηκε πανομοιότυπη η διάταξη του άρθρου 10 του καταργηθέντος ; νόμου, 11 παρ. 9 της συνθήκης των Αθηνών (1-11-1913), η οποία κυρώθηκε με το ν. ΔΣΙΓ/1913, 4 του ν. 147/1914, 1, 6 Εισ.ΝΑΚ., συνάγεται ότι οι διαπροσωπικές οικογενειακές σχέσεις των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό νόμο. Ειδικότερα: Η εφαρμογή του ιερού Μουσουλμανικού νόμου στους Μουσουλμάνους Έλληνες υπηκόους κατοχυρώθηκε με διεθνείς υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε η Ελληνική πολιτεία. Η σύμβαση Ελλάδος - Τουρκίας της 10ης Ιουνίου 1881, που κυρώθηκε με τον νόμο ΞΛΖ της 11 Μαρτίου 1882 (αρθρ. 3 και 8), εξασφάλισε για πρώτη φορά στους Έλληνες Μουσουλμάνους την εφαρμογή του μουσουλμανικού δικαίου. Στη συνέχεια το αρθρ. 1.1 της συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Νοεμβρίου 1913, που κυρώθηκε με τον νόμο ΔΣΙΓ της 14 Νοεμβρίου 1913, καθιέρωσε τον απόλυτο σεβασμό των εθίμων των κατοίκων των χωρών που εκχωρήθηκαν στην Ελλάδα και καθόρισε σε ποιες σχέσεις θα ασκούν δικαιοδοσία μεταξύ των Μουσουλμάνων οι Μουφτήδες. Η παραπάνω διάταξη διατηρήθηκε σε ισχύ και από το άρθρο 4 εδάφ. 2 του νόμου 147/1914, που καθόρισε ότι ως προς τους Μουσουλμάνους ισχύουν ακόμη οι περί αυτών ειδικοί όροι της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας τελευταίας συνθήκης, δηλαδή της συνθήκης των Αθηνών του 1913. Ο μετέπειτα νόμος 2345/1920 επανέλαβε στο αρθρ. 10 εδάφ. 1 τις διατάξεις του άρθρου 11 της συνθήκης των Αθηνών. Συγκεκριμένα για, τη δικαιοδοσία των Μουφτήδων καθόρισε ότι "οι Μουφτήδες πλην καθαρώς θρησκευτικών καθηκόντων κατά τον ιερόν νόμον ασκούσι δικαιοδοσίαν μεταξύ Μουσουλμάνων επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών (νεφακά), επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφ' όσον διέπονται υπό του ιερού, Μουσουλμανικού νόμου και έχουν γνωμοδοτικήν αρμοδιότητα επί παντός ζητήματος, θρησκευτικού, κληρονομικού ή οικογενειακού των Μωαμεθανών δικαίου". Τελικά η συνθήκη των Σεβρών του 1920, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 29 Σεπτ./30 Οκτωβ. 1923 (αρθρ. 14 παρ. 1) και η συνθήκη της Λωζάννης του 1923, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 25 Αυγούστου 1923 (αρθρ. 42 και 45), εξασφάλισαν και πάλι την εφαρμογή των μουσουλμανικών εθίμων και του ιερού μουσουλμανικού νόμου στους μουσουλμάνους στο θρήσκευμα υπηκόους. Αυτό το καθεστώς δεν ανέτρεψε ο Αστικός Κώδικας του 1940, που τέθηκε σε εφαρμογή στις 23 Φεβρουαρίου 1946. Το άρθρο 6 του ΕισΝ του ΑΚ δεν κατάργησε το άρθρο 4 του νόμου 147/1914 όσον αφορά τους Μουσουλμάνους, ενώ αντίθετα σαφώς κατάργησε τούτο ως• προς τους Έλληνες Ισραηλίτες, αλλά ούτε και το νόμο 2345/1920 περί δικαιοδοσίας των Μουφτήδων. Ακόμη δε και πιο πρόσφατα, ο νομοθέτης, με το άρθρο 8 του ΕισΝ του ΚπολΔ (α.ν. 657/1971), διατήρησε σε ισχύ τις διατάξεις του αρθρ. 10 του νόμου 2345/1920 "περί δικαιοδοσίας των Μουφτήδων των εν τω Κρατεί Μουσουλμάνων".Ήδη δε, με το άρθρο 9 του ν. 1920/1991, με τον οποίο κυρώθηκε η από 24-12-1990 Πράξη νομοθετικού περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", καταργήθηκε ο ν. 2345/1920. Όμως στο άρθρο 5 παρ. 2 του νέου ν. 1920/1991 επαναλήφθηκε πανομοιότυπη η διάταξη τού άρθρου 10 του καταργηθέντος ν. 2345/1920.Το άρθρο 5 παρ. 2 του 1920/1991 έχει ως εξής: "Ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφέρειας του επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών.................. εφ' όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο".
Συνεπώς, οι διαπροσωπικές σχέσεις (γάμος, διαζύγιο, διατροφή, κηδεμονία ανηλίκων τέκνων κ.λ.π.) των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, κατόπιν και ρητής προσφάτου νομοθετικής επιταγής. Περαιτέρω, το διαπροσωπικό δίκαιο των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων, καθιερωθέν με τις προαναφερθείσες κι επικυρωθείσες δια Νόμων διεθνείς συνθήκες, αποτελεί κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει πάσης αντιθέτου διατάξεως Νόμου. ΟΡΑΤΕ: Ολομ ΑΠ 322/1960 ΕΕΝ 1960,. 583 - ΑΠ 105/1937 ΕΕΝ 4, 485 -ΑΠ 220/1967 ΝοΒ 15, 975 - ΑΠ 1723/1980 ΕΕΝ 1991, 725 - ΑΠ 1293/1997 ΤΝΠ Νόμος - ΑΠ 1041/2000 ΕλΔνη 2001, 427 - ΑΠ 1097/2007 ΧρΙΔ 2008, 228 - ΕφΘρακης 10/1965 - ΕφΘράκης 59/1986 - ΕφΘράκης 285/1995 - ΕφΘράκης 475/1998 - ΕφΘράκης 243/2000 - ΕφΘράκης 262/2002 - ΕφΘράκης 55/2004 - ΕφΘράκης 38/2005 - ΕφΘράκης 439/2005 - ΕφΘράκης 411/2006 - ΜΠρΞάνθης 115/1995 (τακτ. διαδ.) - ΜΠρΞάνθης 6/1997 (τακτ. διαδ.) - ΜΠρΞάνθης 7/1998 (τακτ. διαδ.) - ΜΠρΞάνθης 55/1998 (τακτ. διαδ.) - ΜΠρΞάνθης 23/2000 (τακτ. διαδ.) - ΜπρΞάνθης 13/2001 (τακτ. διαδ'.) - ΜΠρΞάνθης 36/2002 (τακτ. διαδ.) - ΜπρΞάνθης 98/2002 (τακτ. διαδ.) - ΜΠρΞάνθης 123/2002 (τακτ. διαδ.) - ΜΠρΞάνθης 126/2002 (τακτ. διαδ.).Οι διεθνείς συνθήκες από τις οποίες επιβάλλεται η εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου επί ορισμένων εννόμων σχέσεων των κατοικούντων στην Ελλάδα Μωαμεθανών Ελλήνων υπηκόων, αποτελούν κατ1 άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν πάσης αντιθέτου διατάξεως νόμου.
Συνεπώς οι περί εκδικάσεως των σχετικών διαφορών αναφερόμενες διατάξεις δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και κυρίως στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 8 παρ. 1 αυτού, κατά τις οποίες οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου και κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέληση του τον δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος. ΟΡΑΤΕ: ΑΠ 1723/1980 ΕΕΝ 1991,725. Οι ανωτέρω νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες εξασφαλίσθηκαν με τις προαναφερθείσες συνθήκες των Σεβρών και της Λωζάνης, είναι προστατευτικές από άποψη εφαρμοστέου δικαίου για τους Μουσουλμάνους στο θρήσκευμα Έλληνες υποκόους, αποτελούν, δε, ειδικό δίκαιο, που εφαρμόζεται με βάση τις διατάξεις του διαπροσωπικού δικαίου και δεν αντίκεινται, ούτε στην αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία δεσμεύεται οι κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που τη δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος και στη συμπορευόμενη με αυτό διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της συμβάσεως περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου, με τις οποίες θεσπίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας, ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει, ούτε προς το συμπορευόμενο με αυτό δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και της "δίκαιης δίκης",- που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 αυτής Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, και η οποία εγγυάται σε κάθε άτομο το δικαίωμα να ερευνά το δικαστήριο κάθε αμφισβήτηση σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις . του αστικού χαρακτήρα, καθιερώνοντας τη "δίκαιη δίκη" υπό την έννοια της δικονομικής ισότητας των διαδίκων. ΟΡΑΤΕ: ΑΠ 1097/2007 ΧρΙΔ.2008, 228.Τα ανωτέρω, δε, ισχύουν ανεξάρτητα από το σε ποιον τόπο και ενώπιον ποίου θρησκευτικού λειτουργού τελέσθηκε ο γάμος, αρκεί αυτός (γάμος) να "ιερολογήθηκε" σύμφωνα με τον Ιερό των μουσουλμάνων νόμο. ΟΡΑΤΕ: ΑΠ 1723/1980 ΕΕΝ 1991, 725 (αφορά θρησκευτικό μεταξύ μουσουλμάνων γάμο, που τελέσθηκε στην Αίγυπτο, ήτοι γάμο που δεν τελέσθηκε από Έλληνα θρησκευτικό λειτουργό και πολύ περισσότερο για γάμο που δεν τελέσθηκε από Έλληνα Μουφτή ούτε και δηλώθηκε ενώπιον Έλληνα Μουφτή). Εν ολίγοις, σε ότι αφορά τον γάμο μου με την εγκαλούσα, εφαρμοστέο τυγχάνει το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, του οποίου η εφαρμογή είναι υποχρεωτική, δικαιοδοσία, δε, για τις από αυτόν γεννώμενες διαφορές, έχει ο Μουφτής Ξάνθης. 9/. Κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006 εμφανίσθηκα ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης και υπέβαλα προφορική αίτηση λύσης του γάμου μου με την εγκαλούσα. Πλην όμως, ο Μουφτής Ξάνθης αρνήθηκε παράνομα και αδικαιολόγητα να δεχθεί να προσδιορίσει προς συζήτηση και να συζητήσει την αίτηση μου, δηλώνοντας μου ότι υφίσταται ήδη σε βάρος μου απόφαση του διατροφής υπέρ της εγκαλούσας. Ευθύς αμέσως, ήτοι στις 19-9-2006, κοινοποίησα στον Μουφτή Ξάνθης την από 18-9-2006 εξώδικη κλήση μετά διαμαρτυρίας κι επιφυλάξεως, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, δια της οποίας υπέβαλα και εγγράφως την αίτηση μου για την λύση του γάμου μου με την εγκαλούσα, το ακριβές περιεχόμενο τις οποίας έχει ως εξής: "...Όπως γνωρίζετε, αναιτιολόγητα και κατά παράβαση καθήκοντος αρνείσθε να αποδεχθείτε την κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο αίτηση μου για λύση του γάμου μου με την Μ. Τ. του Τ. και της Α., κάτοικο ..., που τελέσθηκε κατά τους Ιερούς Κανόνες στις 20-8-1994 στα Κιμμέρια Νομού Ξάνθης, και για αναγνώριση - καθορισμό της επιτροπείας των εξ αυτού γεννηθέντων τέκνων μου, ήτοι του άρρενος Τ., ετών 11 (γεννήθηκε αυτής 18-5-1995) και του θήλεως Α., ετών 8 (γεννήθηκε αυτής 21-8-1998). Αντ' αυτού με απειλείτε ότι θα υπογράψετε ήδη συνταχθείσα (όπως ισχυρίζεσθε), ερήμην μου και εν αγνοία μου, κατά παράβαση καθήκοντος, σε βάρος μου απόφαση για καταβολή διατροφής 2.000 ευρώ το μήνα στην ως άνω σύζυγο μου. Κατόπιν των ανωτέρω, διαμαρτυρόμενος έντονα για την ως άνω συμπεριφορά κι επιφυλασσόμενος ρητά για κάθε νόμιμο δικαίωμα μου, σας υποβάλλω δια της παρούσης και εγγράφως την κατά τα ως άνω αίτηση μου και σας καλώ: 1) Να ορίσετε τόπο και χρόνο για την συζήτηση αυτής ενώπιον σας. 2) Να αποφύγετε κάθε ενέργεια και ιδιαίτερα έκδοση οποιασδήποτε απόφασης, χωρίς προηγούμενη κλήτευση των διαδίκων και κοινοποίηση σε αυτούς του περιεχομένου κάθε υποβληθείσας ή υποβληθησομένης ενώπιον σας αιτήσεως και με μνεία των εφαρμοζομένων εν προκειμένω διατάξεων του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, ώστε να είναι δυνατή η εκ μέρους μας άσκηση των δικαιωμάτων μας και ο έλεγχος της συνταγματικότητας της όποιας αποφάσεως σας...-".Κατόπιν αυτού, και σε απόδειξη της σε βάρος μου συμπαιγνίας, τη συνεργεία του Μουφτή Ξάνθης και της εγκαλούσας, όπως αυτή αναπτύσσεται και αποδεικνύεται κατωτέρω, μου κοινοποιήθηκε, στις 26-9-2006 και ώρα 16:20 μ.μ., μία προχρονολογημένη αίτηση της εγκαλούσας προς τον Μουφτή Ξάνθης, στρεφόμενη σε βάρος μου, η οποία φέρεται να συντάχθηκε δήθεν στις 12-9-2006, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, προκειμένου να φαίνεται ότι κατατέθηκε στον Μουφτή Ξάνθης πριν την κοινοποίηση σε αυτόν της ως άνω εξωδίκου κλήσης μου, το ακριβές όμως αντίγραφο αυτής, που μου κοινοποιήθηκε, φέρει την αποκαλυπτική ημερομηνία 26-9-2006, που είναι και η ημέρα επίδοσης της σε μένα. Το περιεχόμενο, δε, της ως άνω αιτήσεως, στα κύρια σημεία του, έχει ως εξής: "...Στις 20-8-1994 στα Κιμμέρια Ξάνθης με τον σύζυγο μου Μ. (επώνυμο) Σ. (όνομα) του Χ. και της Τ., τελέσαμε νόμιμο γάμο σύμφωνα με τους κανόνες του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου συνταχθείσας1 προς τούτο της με αριθμό 30-Η-1994 ληξιαρχικής πράξης γάμου του ληξιάρχου Κιμμερίων. Από τον γάμο μας αυτό στις 18-5-1995 αποκτήσαμε το πρώτο τέκνο μας τον Τ. ηλικίας σήμερα 11 ετών και στις 21-8-1998 αποκτήσαμε τον Α. ηλικίας σήμερα 8 ετών. Επειδή με τον σύζυγο μου κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα προέκυψαν στην έγγαμη σχέση μας έριδες και διαπληκτισμοί............
Επειδή το τελευταίο διάστημα του 1,5 μήνα ευρισκόμαστε σε διάσταση με τον σύζυγο μου Επειδή εγώ δεν εργάζομαι πουθενά .αφού δεν έχω την δυνατότητα να εργασθώ, αφού δεν γνωρίζω καμία τέχνη στην οποία μπορώ να παρέχω τις υπηρεσίες μου, αλλά ούτε και έχω αγρούς ή άλλα ακίνητα στο όνομα μου από τους οποίους θα δύναμαι να αποκτήσω εισοδήματα............ Επιπρόσθετα όλων αυτών δεν έχω, ούτε εγώ, ούτε τα ανήλικα τέκνα μας κατοικία στην οποία να μπορούμε να καλύψουμε τις στεγαστικές μας ανάγκες και για το λόγο αυτό αναγκάζομαι να νοικιάζω σπίτι στα Κιμμέρια Ξάνθης και καταβάλλω μηνιαίως 250 ΕΥΡΩ ως μίσθωμα. Η οικονομική μας κατάσταση επιδεινώνεται επειδή εγώ δεν είμαι πουθενά ασφαλισμένη και τα παιδιά μας έχουν ανάγκη από ιατροφαρμακευτική φροντίδα όπως και έχουν ανάγκη δαπανών για την εκπαίδευση τους αφού πηγαίνουν στο Δημοτικό Σχολείο και έχουν αυξημένα έξοδα. Μέχρι σήμερα δε για την εξασφάλιση της διατροφής μας και των αναγκών μας για ιατροφαρμακευτική φροντίδα και τις ανάγκες εκπαίδευσης των παιδιών μας αναγκάζομαι να ζητώ δανεικά χρήματα από τους γονείς μου, τους συγγενείς και φίλους μας. Επειδή εξαιτίας των ανωτέρω και της αδιαφορίας του συζύγου μου για την διατροφή μας, δεν έχω την δυνατότητα να διατρέψω τόσο τον εαυτό μου, όσο και τα ανήλικα τέκνα μας, ενώ αντίθετα ο σύζυγος μου δύναται να διατρέψει τόσο τον εαυτό του όσο και εμάς σύμφωνα με την υποχρέωση που έχει από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, αφού εργάζεται και διατηρεί στα … επιχείρηση χονδρικού εμπορίου εμφιαλωμένου υγραερίου & ξυλάνθρακα και τα ετήσια έσοδα του ΕΥΡΩ. Επίσης ο σύζυγος μου είναι κάτοχος πολλών οχημάτων που χρησιμοποιεί για τις επαγγελματικές του ανάγκες αλλά και για την προσωπική του χρήση και τα εισοδήματα του είναι αρκετά ώστε να καλύπτει τις προσωπικές του ανάγκες, αλλά και εκείνες τις δικές μου και των τέκνων μας. Επειδή μέσα στα πλαίσια αυτής δικαιοδοσίας σας ως Μουφτής Ξάνθης δύνασθε να υποχρεώσετε το σύζυγο μου να μου χορηγήσει μηνιαία διατροφή τόσο για την εξασφάλιση της δικής μου διατροφής, όσο και για την εξασφάλιση της διατροφής των ανηλίκων τέκνων μας, χωρίς να διακινδυνεύει η διατροφή του συζύγου μου από το χρονικό διάστημα που ξεκίνησε η διάσταση μας. Επειδή πρέπει να υποχρεωθεί ο σύζυγος μου με απόφαση που θα εκδώσει ο Μουφτής να μου παραχωρήσει όλα τα αντικείμενα που ήδη υπάρχουν εντός αυτής (είδη οικοσκευής) για την κάλυψη των αναγκών τόσο των δικών μου όσο και των ανηλίκων. Επειδή σύμφωνα με τα παραπάνω δικαιούμαι να μου καταβάλλει ο σύζυγος μου διατροφή, τόσο για μένα όσο και για τα ανήλικα τέκνα μας για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της διάστασης, αλλά και μετά από την ενδεχόμενη λύση του γάμου μας και μέχρι την ενηλικίωση των ανηλίκων τέκνων μας. Α) Να μου αποδοθεί η γονική μέριμνα και επιμέλεια των ως άνω ανηλίκων τέκνων μας και Β) Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με απόφαση που θα εκδώσει ο σοφολογιότατος Μουφτής Ξάνθης να μου καταβάλει μηνιαία διατροφή τόσο για μένα και τα ανήλικα τέκνα μας που διαβιούν μαζί μου, τουλάχιστον το ποσό των 1.800 ΕΥΡΩ σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα και να μου παραδώσει όλα τα είδη οικοσκευής και τα προσωπικά μας είδη (εμένα και των ανηλίκων μας) που βρίσκονται στην οικία μας και που είναι απαραίτητα για την κάλυψη των αναγκών τόσο των δικών μου όσο και των ανηλίκων...".Εν ολίγοις, φέρεται να υποβάλεται, το πρώτον δήθεν, εκ μέρους της εγκαλούσας και ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης, αίτηση σε βάρος μου για ανάθεση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων μας στην εγκαλούσα, για καταβολή σε αυτήν διατροφής και για παράδοση σε αυτήν κινητών πραγμάτων. Κατόπιν τούτου, ευθύς αμέσως, ήτοι στις 27-9-2006 και ώρα 11:00 π.μ., κοινοποίησα στον Μουφτή Ξάνθης την από 27-9-2006 εξώδικη κλήση μετά διαμαρτυρίας και επιφυλάξεως, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, με το εξής περιεχόμενο: "...Όπως γνωρίζετε, αναιτιολόγητα και κατά παράβαση καθήκοντος αρνηθήκατε να αποδεχθείτε την κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο αίτηση μου για λύση του γάμου μου με την Μ. Τ. του Τ. και της Α., κάτοικο ..., που τελέσθηκε κατά τους Ιερούς Κανόνες στις 20-8-1994 στα Κιμμέρια Νομού Ξάνθης, και για αναγνώριση της επιτροπείας και κηδεμονίας των εξ αυτού γεννηθέντων τέκνων μου, ήτοι του άρρενος Τ., ετών 11 (γεννήθηκε αυτής 18-5-1995) και του θήλεως Α., ετών 8 (γεννήθηκε αυτής 21-8-1998). Αντ' αυτού με απειλήσατε ότι θα υπογράψετε ήδη συνταχθείσα (όπως ισχυρισθήκατε), ερήμην μου και εν αγνοία μου, κατά παράβαση καθήκοντος, σε βάρος μου απόφαση για καταβολή διατροφής 2.000 Ευρώ το μήνα στην ως άνω σύζυγο μου. Κατόπιν των ανωτέρω, διαμαρτυρόμενος έντονα για την ως άνω συμπεριφορά κι επιφυλασσόμενος ρητά για κάθε νόμιμο δικαίωμα μου, σας κοινοποίησα την από 18-9-2006 εξώδικη κλήση μου μετά διαμαρτυρίας κι επιφυλάξεως και με την οποία σας υπέβαλα και εγγράφως την κατά τα ως άνω αίτηση μου και σας κάλεσα: 1) Να ορίσετε τόπο και χρόνο για τη συζήτηση αυτής ενώπιον σας. 2) Να αποφύγετε κάθε ενέργεια και ιδιαίτερα έκδοση οποιασδήποτε απόφασης, χωρίς προηγούμενη κλήτευση των διαδίκων και κοινοποίηση σε αυτούς του περιεχομένου κάθε υποβληθείσας ή υποβληθησομένης ενώπιον σας αιτήσεως και με μνεία των εφαρμοζομένων εν προκειμένω διατάξεων του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, ώστε να είναι δυνατή η εκ μέρους μας άσκηση των δικαιωμάτων μας και ο έλεγχος της συνταγματικότητας της όποιας αποφάσεως σας. Όμως, ούτε και κατόπιν αυτού ορίσατε τόπο και χρόνο για συζήτηση της αιτήσεως μου. Αυτό δε, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα να εμφανίζεται η σύζυγος μου ως δικαιούχος διατροφής, ενώ, κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, η σύζυγος δικαιούται διατροφή (νεφακά) για χρονικό διάστημα εκατό ημερών από τη λύση του γάμου, χρονικό διάστημα που θα επιτρέψει στη σύζυγο να τεθεί υπό την προστασία άλλου συζύγου. Όλως περιέργως, δε, προέκυψε μία προχρονολογημένη έγγραφη αίτηση ενώπιον σας της συζύγου μου, συνταχθείσα δήθεν στις 12-9-2006, το ακριβές όμως αντίγραφο της οποίας; που μου κοινοποιήθηκε, φέρει την αποκαλυπτική ημερομηνία 26-9-2006, η οποία μου επιδόθηκε στις 26-9-2006 και ώρα 16:20 μ. μ. Επί του ως άνω αντιγράφου δε, υπάρχει η εξής χειρόγραφη αναφορά: "Η συζήτηση της Αίτησης θα γίνει Τετάρτη 27/9/06 ώρα 12:00". Την αναφορά αυτή δεν ακολουθεί αυτοτελής υπογραφή και σφραγίδα σας, ώστε να προκύπτει εάν πράγματι ετέθη από εσάς τον ίδιο. Εξάλλου, σε αυτή ουδόλως αναφέρεται ο τόπος συζήτησης της αίτησης, ο φερόμενος δε, ως χρόνος προσδιορισμού της συζήτησης, λίγες μόλις ώρες μετά την κοινοποίηση αυτής, μόνον εύλογος δεν είναι, συνεπώς δε, δεν έχω κλητευθεί νόμιμα. Με την ως άνω αίτηση δε, επιβεβαιώνεται το περιεχόμενο της προγενέστερης απειλής σας, καθόσον με αυτή ζητείται, μεταξύ άλλων, επιδίκαση διατροφής "...τουλάχιστον το ποσό των 1.800 ΕΥΡΩ...".Περαιτέρω, κατά παράβαση καθήκοντος παραλάβατε την ως άνω αίτηση, καθόσον με αυτή ζητείται η ρύθμιση της χρήσης κινητών πραγμάτων, με παραχώρηση της οικοσκευής μας στην σύζυγο μου, σχέση όμως η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του Μουφτή, κατ' άρθρο 5 παρ. 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 1920/1991. Επίσης δε, κατά παράβαση καθήκοντος παραλάβατε την ως άνω αίτηση, καθόσον με αυτή ζητείται η ανάθεση γονικής μέριμνας και επιμέλειας ανηλίκων τέκνων, έννοιες όμως οι οποίες δεν έχουν σχέση με το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο και δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία του Μουφτή, κατ' άρθρο 5 παρ. 2 της• Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 1920/1991, καθόσον, κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, αναγνωρίζονται οι σχέσεις της επιτροπείας και της κηδεμονίας, επίτροπος δε και κηδεμόνας των αρρένων τέκνων μετά το έβδομο έτος της ηλικίας τους και των θηλέων τέκνων μετά το έννατο έτος της ηλικίας τους είναι ο πατέρας, πριν δε, η μητέρα. Επίσης δε, κατά παράβαση καθήκοντος παραλάβατε την ως άνω αίτηση, καθόσον με αυτή εμφανίζεται η αιτούσα σύζυγος μου να ενεργεί και για λογαριασμό του άρρενος τέκνου μας Τ., ηλικίας 1 1 ετών, ενώ όμως, κατά τα ανωτέρω, επίτροπος και κηδεμόνας αυτού είμαι εγώ και η σύζυγος μου δεν νομιμοποιείται να τον εκπροσωπεί δικαστικά. Είναι εν ολίγοις προφανές ότι ενεργείτε κατά παράβαση καθήκοντος, με σκοπό να προσπορίσετε όφελος στην σύζυγο μου και να προκαλέσετε βλάβη σε μένα. Κατόπιν των ανωτέρω, διαμαρτυρόμενος έντονα, ακόμη μία φορά, για την ως άνω συμπεριφορά κι επιφυλασσόμενος./ ρητά για κάθε νόμιμο δικαίωμα μου, σας καλώ για τελευταία φορά: 1) Να ορίσετε τόπο και χρόνο για τη συζήτηση της αιτήσεως μου ενώπιον σας. 2) Να / απέχετε από τη συζήτηση της ως άνω αναφερομένης αιτήσεως της συζύγου μου. 3) Να αποφύγετε κάθε ενέργεια και ιδιαίτερα έκδοση οποιασδήποτε απόφασης, χωρίς προηγούμενη κλήτευση των διαδίκων και κοινοποίηση σε αυτούς του περιεχομένου κάθε υποβληθείσας ή υποβληθησομένης ενώπιον σας αιτήσεως και με μνεία των εφαρμοζομένων εν προκειμένω διατάξεων του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, ώστε να είναι δυνατή η εκ μέρους μας άσκηση των δικαιωμάτων μας και ο έλεγχος αυτής συνταγματικότητας της όποιας αποφάσεως σας...".Ακολούθως, δε, στις 21-12-2006, μου κοινοποιήθηκε αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της υπ' αριθμό 318/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή η υπ' αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης και την οποία προσάγω ως αναγνωστέα. Ευθύς ανέτρεξα στην σχετική δικογραφία, που φυλάσσεται στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, και διαπίστωσα τα εξής: Η εγκαλούσα υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης την από 13-10-2006 (αριθμ. εκθ. καταθ. 370/23-10-2006) αίτηση της, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, με αίτημα να κηρυχθεί εκτελεστεί (ορθότερα να αναγνωρισθεί το δεδικασμένο) η υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα. Η άνω υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, την οποία για πρώτη φορά αντίκρισα, εκδόθηκε παράνομα στις 28-8-2006, σε υποτιθέμενη συνεδρίαση του Ιερονομικού Δικαστηρίου της Μουφτείας Ξάνθης, χωρίς την δική μου παρουσία και χωρίς την προηγούμενη κλήτευση μου να παραστώ σε αυτή, με παρούσα, όμως, την εγκαλούσα, εμφανιζόμενη να παρίσταται μετά δύο πληρεξουσίων δικηγόρων, το δε περιεχόμενο της έχει ως εξής:"
Αριθμός 122. Πρωτόκολλο. Στο Ιερονομικό Δικαστήριο της Μουφτείας Ξάνθης εμφανίσθηκε η Τ. Μ. του Τ. και της Α., κάτοικος ..., σύζυγος του Μ. Σ. του Χ.. Κατά τη συνεδρίαση του σήμερα στις 27-8-2006 παριστάμενη μετά δύο συνηγόρων της η σύζυγος η Μ. κόρη του Τ. εμφανιζόμενη η ίδια λαβούσα το λόγο κατέθεσε κατά περίληψη τα εξής: "Σοφολογιότατε τον Αύγουστο του έτους 1994 ήλθαμε σε γάμο κοινωνία και από τον γάμο μας αυτό αποκτήσαμε δύο τέκνα, ονόματι του άρρενος "Τ." ηλικίας 11 ετών και της θηλαίας "Α.", ηλικίας οκτώ". Η παριστάμενη Μ. ζήτησε διατροφή για τον εαυτό της και για τα ανήλικα τέκνα της. Αναφέρθηκε στο 12ετή παρελθόν τους και στα νόμιμα και μη νόμιμα γεγονότα. Δυστυχώς από αυτά ανακύπτουν πολύ κακές συμπεριφορές. Δήλωσε ότι ο σύζυγος της έχει συμπεριφερθεί κατά τον χυδαιότερο τρόπο και σε αυτήν και στα παιδιά και δεν έφθασε μονάχα εκεί, προχώρησε σε επιθετικές και προσβλητικές συμπεριφορές και σε έντονο ξυλοδαρμό. Επίσης ενώπιον της και φανερά της δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν την θέλει, ότι την απεχθάνεται. Πέραν τούτου συνήψε σε εξώγαμο δεσμό κατά αντίθεση με το ιερονομικό δίκαιο και εγκληματικό τρόπο με άλλη γυναίκα. Δήλωσε δε ότι την διαζευγνύει. Κατόπιν το δικαστήριο τούτο σκεπτόμενη σύμφωνα με το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο, διαπίστωσε την αλήθεια των παραπάνω και ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ Υποχρεώνει τον σύζυγο να καταβάλλει στην σύζυγο μηνιαία διατροφή το ποσό των χιλίων οκτακοσίων Ευρώ (1.800 Ε) τις οποίες θα δίνει στην σύζυγο δια μέσω της Μουφτείας. Αναθέτει την επιμέλεια των παραπάνω ανηλίκων στην μητέρα τους. Διατάζει την παράδοση των προσωπικών αντικειμένων της συζύγου, και Παρέχει το δικαίωμα στον σύζυγο να βλέπει δύο φορές τον μήνα τα παιδιά του, να τα παίρνει σπίτι για 24 ώρες και θα τα επιστρέφει.28-8-2006 - Ο Μουφτής Ξάνθης Μ. Ε. Σ. " Εν ολίγοις, εκδόθηκε ένα μήνα πριν (28-6-2006) την κοινοποίηση σε μένα της ως άνω δήθεν από 12-9-2006 (ψευδ)αιτήσεως της εγκαλούσας προς τον Μουφτή Ξάνθης, που μου κοινοποιήθηκε στος 29-9-2006, με την οποία .φέρεται ψευδώς να υποβάλεται, το πρώτον δήθεν, εκ μέρους της εγκαλούσας και ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης, αίτηση σε βάρος μου για ανάθεση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων μας στην εγκαλούσα, για καταβολή σε αυτήν διατροφής και για παράδοση σε αυτήν κινητών πραγμάτων. Όπως είναι προφανές, η άνω (ψευδ)αίτηση αποτελεί προϊόν μεθόδευσης και κατατέθηκε και επιδόθηκε για να προσδώσει νομιμοφάνεια στην σε βάρος μου συμπαιγνία και ατυχή νομική "έμπνευση". Επιχειρήθηκε, δηλαδή, με μία συνεδρίαση παρωδεία στις 27-9-2006, μεταγενέστερη της δήθεν συνεδρίαση της 28ης-8-2006, κατά την οποία ήδη είχε εκδοθεί η σε βάρος μου υπ' αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, χωρίς ποτέ να κλητεύθηκα και φυσικά να παραστώ, να δοθεί νομιμοφάνεια στην σε βάρος μου συμπαιγνία. Σε κάθε περίπτωση, δε, εγώ στις 26-9-2006 κλητεύθηκα για την συνεδρίαση της 27ης-9-2006, κατά την οποία εκδόθηκε το από 7-9-2006 προσάρτημα και όχι η υπ' αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης. Ουδέποτε, δε, κλητεύθηκα για τη δήθεν συνεδρίαση της 28ης-8-2006, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμό 122/29-9-2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης. Η πρώτη μου ενέργεια, μετά την πλήρη αποκάλυψη των ανωτέρω παρανόμων ενεργειών, ήταν να διαμαρτυρηθώ έντονα στον Μουφτή Ξάνθης, η οποία διαμαρτυρία μου ως φαίνεται θορύβησε τον Μουφτή Ξάνθης, καθόσον ακολούθησε εκ μέρους του μία "διπλωματική" κίνηση, ήτοι εξέδωσε ο Μουφτής Ξάνθης, οίκοθεν, χωρίς δημόσια συνεδρίαση και χωρίς αίτημα ουδενός, το υπ' αριθμό πρωτοκ. 101/17-12006 έγγραφο του, που τιτλοφορεί "απόφαση", με το οποίο ανακάλεσε και ακύρωσε αυτεπαγγέλτως την προηγούμενη υπ' αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του και το από 27-9-2006 προσάρτημα, με το αβάσιμο και αστήρικτο νομικά "επιχείρημα" ότι δήθεν ο γάμος μου με την εγκαλούσα δεν δηλώθηκε στον Μουφτή Ξάνθης και ως εκ τούτου θεωρείται δήθεν "πολιτικός γάμος". Είναι προφανές ότι η κίνηση αυτή επιλέχθηκε για να "αντιμετωπισθούν" οι έννομες συνέπειες της προγενέστερης σε βάρος μου παράνομης συμπεριφοράς του, πλην όμως είναι και αυτή παράνομη. Επιχειρήθηκε, δε, η μία παράνομη ενέργεια να καλυφθεί με μία άλλη παράνομη ενέργεια. Σε κάθε περίπτωση, δε, επί της ουσίας του περιεχομένου της ως άνω (νέας) δήθεν "αποφάσεως" του Μουφτή Ξάνθης, επισημαίνω τα εξής: α) Η ως άνω "απόφαση" του Μουφτή Ξάνθης ουδέποτε κηρύχθηκε εκτελεστή από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, και συνεπώς από αυτή δεν εκπορεύεται δεδικασμένο, κατ' άρθρο άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 1920/1991.
β) Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 της από 24-12-1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, "ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφέρειας του επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφ' όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο", κατά δε , το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 5, "7~ο δικαστήριο ερευνά μόνον αν η απόφαση εκδόθηκε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του Μουφτή και αν οι διατάξεις που εφαρμόσθηκαν αντίκεινται στο Σύνταγμα". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι τα ζητήματα του οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, που ανήκουν στη δικαιοδοσία του Μουφτή ως ιεροδίκη, είναι σαφώς καθορισμένα και περιορισμένα. Τούτο, αφού οι διατάξεις αυτές εισάγουν εξαιρετικό δίκαιο, του οποίου η διασταλτική ερμηνεία ή ανάλογη εφαρμογή είναι ανεπίτρεπτη. Ύστερα από αυτά, συνάγεται ότι η απόφαση του Μουφτή, η οποία αναφέρεται στην ανάκληση ή ακύρωση ή αναστολή άλλης αποφάσεως του Μουφτή, δεν υπάγεται στις αποφάσεις εκείνες του Μουφτή που κηρύσσονται εκτελεστές από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του Μουφτή. ΟΡΑΤΕ: ΜονΠρΞάνθης 155/2007 (εκούσια δικαιοδοσία) Συμπερασματικά, δε: Η ως άνω "απόφαση" του Μουφτή Ξάνθης δεν παράγει έννομες συνέπειες. Ο γάμος μου με την εγκαλούσα είναι θρησκευτικός κατά το μουσουλμανικό θρησκευτικό δόγμα. Κατά της υπ' αριθμό 318/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία) άσκησα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης την από 3-1-2007 (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. 11/9-1-2007) τριτανακοπή μου, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, καθόσον στην συζήτηση της αιτήσεως, επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, δεν κλητεύθηκα ποτέ, προκειμένου να παραστώ και να συμμετέχω σε αυτή, ούτε με επιμέλεια της εγκαλούσας ούτε μετά από διαταγή του δικαστηρίου, ούτε δε και με άλλο τρόπο έλαβα γνώση αυτής, ώστε δεν άσκησα παρέμβαση, με αποτέλεσμα να μη λάβω την ιδιότητα του διαδίκου και η ως άνω απόφαση να εκδοθεί χωρίς να ακουστώ, ζητώντας να ακυρωθεί αυτή (απόφαση).
Πρώτος και εκ των δύο κυρίων λόγος της τριτανακοποπής μου ήταν ο εξής: κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος: "Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη...". Περαιτέρω, δε, το διαπροσωπικό δίκαιο των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και οι μεταξύ των προσώπων αυτών διαφορές, που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 της από 24-12-1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, εκδικάζονται από τον Μουφτή, ο οποίος αποτελεί δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας και τον κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του Συντάγματος φυσικό δικαστή των εν λόγω προσώπων. Επομένως, οι αποφάσεις του, ως δικαστικές, οφείλουν, κατά ρητή επιταγή του Συντάγματος, να είναι ειδικά εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες. Έλλειψη της απαιτούμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ο νομικός κανόνας που εφαρμόσθηκε, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήχθησαν αυτά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η κηρυχθείσα όμως εκτελεστή υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης στερείται παντελώς της απαιτουμένης ως άνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιλογίας, καθόσον, εκτός από μία γενική και αόριστη αναφορά στο περιεχόμενο της υποβληθείσας εκ μέρους της εγκαλούσας προφορικής αιτήσεως (στην οποία, σημειωτέον, δεν περιλαμβάνεται αίτημα για ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων μας και για απόδοση των προσωπικών της αντικειμένων, πλην όμως η απόφαση περιέχει διατάξεις και για αυτά), ουδέν άλλο αναφέρει, παρά μόνο προβαίνει στην τυπική και αόριστη αναφορά "...διαπίστωσε την αλήθεια των παραπάνω...", χωρίς να αναφέρει ποιοί είναι εν προκειμένω οι εφαρμοστέοι κανόνες του ιερού μουσουλμανικού δικαίου, ποια ακριβώς πραγματικά περιστατικά διαπίστωσε, με ποιο τρόπο έκανε τη διαπίστωση αυτή και σε ποια αποδεικτικά μέσα στηρίχθηκε, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε ο Μουφτής στην κρίση του, περαιτέρω, δε, δεν αναφέρει από την εκτίμηση ποιων πραγματικών περιστατικών οδηγήθηκε στην κρίση του περί επιδίκασης ως μηνιαίας διατροφής της εγκαλούσας του υπέρογκου ποσού των 1.800 Ευρώ, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο μηνιαίο μισθό και δεν καθορίζει για ποιο χρονικό διάστημα επιδικάζεται διατροφή, τέλος, δε, δεν αναφέρει από την εκτίμηση ποιων πραγματικών περιστατικών οδηγήθηκε στην κρίση του περί ανάθεσης της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων μας στην εγκαλούσα. Ως εκ τούτου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως της εγκαλούσας για κήρυξη εκτελεστής της υπ' αριθμό 122/2006 αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης, στα πλαίσια του ελέγχου συνταγματικότητας αυτής, κατ' άρθρο 5 παρ. 3 της από 24-12-1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, όφειλε να εξετάσει και να εφαρμόσει την ως άνω παραβιασθείσα συνταγματική διάταξη και να απορρίψει την αίτηση, καθόσον, μάλιστα, η κατά τα ως άνω έλλειψη αιτιολογίας προκύπτει ευθέως από το ίδιο το περιεχόμενο της αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης. Η έλλειψη αιτιολογίας, δε, ανάγεται στη σύμπλευση της απόφασης του Μουφτή με το Σύνταγμα και δεν αφορά την ανέλεγκτη κρίση του Μουφτή περί του εάν ορθώς ή όχι εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον• του αποδείξεις. Επί της τριτανακοπής μου εκδόθηκε η υπ' αριθμό 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Σοφία Πλατάκη, ήτοι την Προεδρεύουσα και του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε τον άνω λόγω τριτανακοπής μου, κρίνοντας ως εξής: "...Ο προβαλλόμενος λόγος αυτός λόγος είναι μη νόμιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον στην παράγραφο 3 του άρθρου 93 του Συντάγματος, καθορίζεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων των πολιτικών, διοικητικών και ποινικών δικαστηρίων και δεν αφορά η παραπάνω ρύθμιση τις αποφάσεις του Μουφτή, ο οποίος έχει μεν δικαστικές αρμοδιότητες μόνο για τους Έλληνες και Ελληνίδες υπηκόους που είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, δηλαδή ασκεί δικαστικές αρμοδιότητες για μία ορισμένη μερίδα Ελλήνων. Επομένως οι αποφάσεις που εκδίδει ο Μουφτής, δεν αποτελούν δικαστική απόφαση κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 93 του Συντάγματος...".Εν ολίγοις, λέγεται ότι η "ορισμένη μερίδα" των Ελλήνων πολιτών "που είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα" δεν έχουν δικαίωμα καν σε δικαστική απόφαση, πολύ περισσότερο, δε, δεν αναφέρεται σε αυτούς η συνταγματική επιταγή για αιτιολογημένη δικαιοδοτική κρίση, που το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος αναγνωρίζει, κατά την άνω απόφαση και δικαστή, στην πλειοψηφική "μη μερίδα" των υπολοίπων Ελλήνων πολιτών. Εν ολίγοις, κατά την άνω απόφαση και δικαστή, το γεγονός και μόνο ότι είμαι μουσουλμάνος και ανήκω στη θρησκευτική μουσουλμανική μειονότητα των Ελλήνων πολιτών, ήτοι για λόγους αποκλειστικά θρησκευτικών πεποιθήσεων, με εξαιρεί αυτομάτως από την απόλαυση της άνω συνταγματικής επιταγής. Και ενώ το διαπροσωπικό δίκαιο των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και οι μεταξύ των προσώπων αυτών διαφορές, που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 της από 24-12-1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, εκδικάζονται από τον Μουφτή, ο οποίος αποτελεί δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας και τον κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του Συντάγματος φυσικό δικαστή των εν λόγω προσώπων, και ενώ στην παρ. 2 του αρθρ. 5 της από 24.12.1990 Πράξεως νομοθετικού " περιεχομένου "περί' Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", η οποία κυρώθηκε με τον νόμο 1920/1991, ρητά ορίζεται ότι "ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία", στη δε παρ. 3 του ιδίου άρθρου ότι ο Μουφτής εκδίδει "αποφάσεις επί υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας", οι οποίες κηρύσσονται εκτελεστές με δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ήτοι, ως εκ τούτων οι αποφάσεις του Μουφτή είναι δικαστικές αποφάσεις, το δε Μονομελές Πρωτοδικείο, προκειμένου να κηρύξει εκτελεστή την απόφαση του Μουφτή, προβαίνει σε έλεγχο συνταγματικότητας αυτής, κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 5 παρ. 3 της από 24-12-1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, κατά την άνω απόφαση και δικαστή οι αποφάσεις του Μουφτή δεν είναι δικαστικές αποφάσεις, επειδή αφορούν "ορισμένη μερίδα" των Ελλήνων πολιτών "που είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα", οι οποίοι, αυτομάτως, περιέρχονται σε θέση ανισότητας εν σχέση με την χριστιανική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, κατά παράβαση της άλλης συνταγματικής επιταγής του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και έχουν ίσα δικαιώματα, αλλά και της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός, καθώς και της υπερνομοθετικής επιταγής του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, που ορίζει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου δέον να εξασφαλίζονται ασχέτως διακρίσεως θρησκείας ή συμμετοχής σε εθνική μειονότητα. Δεύτερος και εκ των δύο κυρίων λόγος της τριτανακοποπής μου ήταν ο εξής: Όπως προκύπτει από την ίδια την κηρυχθείσα εκτελεστή υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, αυτή εκδόθηκε στις 28-8-2006, σε δήθεν συνεδρίαση του Ιερονομικού Δικαστηρίου της Μουφτείας χωρίς την δική μου παρουσία και χωρίς την προηγούμενη κλήτευση μου να παραστώ σε αυτή. Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας όλων όσων βρίσκονται υπό την δικαιοδοσία της Ελληνικής Πολιτείας κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, όπου ορίζεται ότι: ".Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει•". Στη δε διεθνή δικαιοταξία υφίσταται αντίστοιχη διάταξη, ήτοι το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όπου ορίζεται ότι: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικής φύσεως...". Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας είναι πρώτα από όλα δικαίωμα σε προηγούμενη δικαστική ακρόαση, με την έννοια ότι πρέπει να παρέχεται η δικονομική δυνατότητα άσκησης του πριν ακόμη το δικαστήριο αρχίσει να συλλέγει το πραγματικό και αποδεικτικό υλικό της δίκης. Για το λόγο αυτό όλοι οι διάδικοι πρέπει να κλητεύονται εξ αρχής με τον προσήκοντα τρόπο σε όλες τις συνεδριάσεις του δικαστηρίου αλλά και σε όλες τις φάσεις της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν ουδέποτε κληθεί ένας διάδικος, τότε παραβιάζεται η ουσία του δικαιώματος του στη δικαστική ακρόαση (αδυναμία πρόσβασης σε δικαστήριο). [ΕυρΔΔΑ, Απόφαση Τσιρώνης κατά Ελλάδας, 6.12.2001, παρ. 28]. Αν πάλι κληθεί καθυστερημένα, δεν θεραπεύεται η παραβίαση του δικαιώματος του, διότι βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε δυσμενέστερη θέση από τον αντίδικο του. Η αρχή της ισότητας των όπλων περιέχεται στην έννοια της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Περιλαμβάνει την υποχρέωση να δίδεται εύλογη δυνατότητα σε κάθε διάδικο μέρος να παρουσιάσει την υπόθεση του μέσα σε συνθήκες που δεν το θέτουν σε καθαρά μειονεκτική κατάσταση σε σύγκριση με τον αντίδικο του. [ΕυρΔΔΑ, Απόφαση Hentrich κατά Γαλλίας, 22.9.1994, παρ. 56 - ΕυρΔΔΑ, Απόφαση Bonisch κατά Αυστρίας, 6.5.1985, παρ. 32 -ΕυρΔΔΑ, Απόφαση De Haes et Gijsels κατά Βελγίου, 24.2.1997, παρ. 53 -ΕυρΔΔΑ, Απόφαση Niderost-Huber κατά Ελβετίας, 18.2.1997, παρ. 23]. Κοντολογίς, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας προσβάλλεται αν ο διάδικος δεν κληθεί εξ αρχής στη συνεδρίαση του δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση του. Οι ανωτέρω διαπιστώσεις λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία αν η παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής ακρόασης συντελείται στο πλαίσιο εκδίκασης διαφοράς οικογενειακού δικαίου. Αν και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή) δεν υπαγορεύει ρητά συγκεκριμένες δικονομικές εγγυήσεις για την επίλυση των διαφορών αυτών, στο μέτρο που η δικαστική ή άλλη επίλυση τους ισοδυναμεί με επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος, είναι επιβεβλημένο τα υποκείμενα του δικαιώματος να έχουν την ευχέρεια να συμμετέχουν στις διαδικασίες λήψης όλων των σχετικών αποφάσεων για την προάσπιση των συμφερόντων του. [ΕυρΔΔΑ, Απόφαση Τ.Ρ. And Κ.Μ., 10.5.2001, παρ. 78-83 - ΕυρΔΔΑ, Απόφαση Ρ, C. Εt S., 16.7.2002, παρ. 136-138 - ΕυρΔΔΑ, Απόφαση Ηοppe, 5.12.2002, παρ. 52 -ΕυρΔΔΑ, Απόφαση Sahin, 8.7.2003, παρ. 71 - ΕυρΔΔΑ, Απόφαση Κοσμοπούλου κατά Ελλάδας, παρ. 49]. Κατόπιν των ανωτέρω, είναι προφανές ότι στερήθηκα το δικαίωμα μου σε προηγούμενη ακρόαση και σε δίκαιη δίκαιη, καθόσον ουδέποτε κλητεύθηκα, σε εύλογο μάλιστα χρόνο, προκειμένου να παραστώ κατά την συνεδρίαση του Ιεροδικείου της Μουφτείας Ξάνθης στις 28-8-2006, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης. Προσέτι, δε, η υποτιθέμενη κλήτευση μου για την συνεδρίαση της 27ης-9-2006, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της γενομένης ερήμην μου συνεδρίασης της 28ης-8-2006 και της κατ' αυτήν λήψης και έκδοσης της υπ' αριθμό 122/28-8-2006 αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης, δεν θεραπεύει την παραβίαση του δικαιώματος μου. Ως εκ τούτου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως της εγκαλούσας για κήρυξη εκτελεστής της υπ' αριθμό 122/2006 αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης, στα πλαίσια του ελέγχου συνταγματικότητας αυτής, κατ' άρθρο 5 παρ. 3 της από 24-12-1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, όφειλε να εξετάσει και να εφαρμόσει τις ως άνω παραβιασθείσες συνταγματικές και εκ διεθνών συνθηκών εκπορευόμενες διατάξεις και να απορρίψει την αίτηση, καθόσον, μάλιστα, η μη συμμετοχή, μου στη δίκη ενώπιον του Ιεροδικείου και η μη κλήτευση μου σε αυτή προκύπτουν ευθέως από το ίδιο το περιεχόμενο της αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης. Κατά την ανάπτυξη, δε, του άνω λόγου της τριτανακοπής μου, και σε ότι αφορά την συνεδρίαση της 27ης-9-2006, κατά την οποία εκδόθηκε το από 27-9-2006 προσάρτημα και όχι η υπ' αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, επικουρικά ανέφερα ότι η υποτιθέμενη κλήτευση μου για την συνεδρίαση της 27ης-9-2006, προ είκοσι (20) μόλις ωρών, αφενός μεν δεν έγινε σε εύλογο χρόνο, ώστε να δύναμαι πράγματι να ασκήσω το δικαίωμα μου με την προσήκουσα προετοιμασία, αφετέρου, δε, δεν καθόριζε τον τόπο της συνεδρίασης, με αποτέλεσμα, ούτως ή άλλως, να μην είναι ούτε έγκαιρη, ούτε έγκυρη. Όπως προειπώθηκε, επί της τριτανακοπής μου εκδόθηκε η υπ' αριθμό 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Σοφία Πλατάκη, ήτοι την Προεδρεύουσα και του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε τον άνω λόγω τριτανακοπής μου, κρίνοντας ως εξής: "...Η υπ' αριθμ. 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης φαίνεται ότι εκδόθηκε στις 28-8-2006, ενώ η συμπληρωματική αυτής, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της, εκδόθηκε στις 27-9-2006. Από το σώμα της εκδοθησομένης απόφασης δεν φαίνεται εάν ο τριτανακόπτων κλήθηκε κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, όμως προκύπτει ότι στη δεύτερη συνεδρίαση της 27-9-2006 ο τριτανακόπτων εκλήθη την προηγούμενη της συζήτησης, ήτοι την 26-9-2006, όπως και ο ίδιος ομολογεί, πλην όμως δεν παρέστη. Ο ίδιος επικαλείται ότι δεν κλήθηκε εντός ευλόγου προθεσμίας, πλην όμως από καμμία διάταξη δεν προκύπτει η υποχρέωση κλητεύσεως εντός ευλόγου προθεσμίας για την ενώπιον του Μουφτή διαδικασία, ο ίδιος δε προτίμησε να απαντήσει με την από 27-9-2006 εξώδικο του προς τον Μουφτή Ξάνθης, η οποία κοινοποιήθηκε λίγο πριν την συνεδρίαση και όχι με κάποια αναβολή για να μπορέσει να έχει εύλογο χρόνο για την δικαστική του ακρόαση. Επομένως από τα παραπάνω συνάγεται ότι ακόμη και την προηγουμένη της δεύτερης συνεδρίασης της 27-9-2006 που αφορά την πιο πάνω απόφαση, ο τριτανακόπτων εκλήθη να παραστεί και επομένως δεν στερήθηκε του δικαιώματος ακρόασης...". Εν ολίγοις, κατακρεουργήθηκε το δικαίωμα μου της προηγούμενης δικαστικής μου ακρόασης, καθόσον, με αυθαίρετο τρόπο και λογικά άλματα, προσπερνάται το γεγονός ότι πράγματι δεν κλήθηκα κατά την δήθεν•συνεδρίαση της 28ης-8-2006, κατά την οποία και εκδόθηκε η υπ' αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, επειδή δήθεν κλήθηκα για την συνεδρίαση της 27ης-9-2006, κατά την οποία εκδόθηκε το από 27-9-2006 προσάρτημα και όχι η υπ' αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης. Ήδη αντιληφθείς, όμως, την σε βάρος μου συμπαιγνία, με αυτουργούς τον Μουφτή Ξάνθης και την εγκαλούσα, και ιδιαίτερα την προσπάθεια "διαφυγής" του Μουφτή Ξάνθης από τις ποινικές, αστικές και διοικητικές ευθύνες του, με την έκδοση του υπ' αριθμό πρωτοκ. 101/17-12006 εγγράφου του, δια του οποίου εμφανίζεται να ανακαλεί οίκοθεν την υπ' αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του και το από 27-9-2006 προσάρτημα, για τον λόγο ότι δήθεν ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε από Ιμάμη και δεν δηλώθηκε στον Μουφτή Ξάνθης, καθιστάμενος δήθεν έτσι πολιτικός γάμος, και για να μη μείνει τίποτε αιωρούμενο, ώστε -να δυνηθώ να ασκήσω ακολούθως τα ουσιαστικά και δικονομικής φύσης δικαιώματα μου, περιέλαβα στην τριτανακοπή μου και τον εξής κατά λέξη εκτιθέμενο λόγο: "...Γ/α να ασκεί δικαιοδοσία ο Μουφτής επί γάμων, διαζυγίων και διατροφών θα πρέπει ο γάμος να έχει συναφθεί σύμφωνα με τον Ιερό Νόμο και από τον ίδιο. Σε διαφορετική περίπτωση, π.χ. σύναψη γάμου από Ιμάμη κάποιου Ισλαμικού Τεμένους, είναι μεν έγκυρος ο γάμος, κατά το άρθρο 1367 ΑΚ, αλλά για τη λύση του και τη ρύθμιση του δικαιώματος διατροφής αρμόδιος είναι ο τακτικός πολιτικός δικαστής.
Εν προκειμένω, ο γάμος μου με την καθ' ης η παρούσα τελέσθηκε στις 20-8-1994 από τον Ιμάμη του Ιερού Τεμένους Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, με σχετική δήλωση του οποίου δηλώθηκε στον Ληξίαρχο της τότε Κοινότητος Κιμμερίου Νομού Ξάνθης και συντάχθηκε η υπ' αριθμό 30 61/6-9-1994 ληξιαρχική πράξη γάμου αυτού, ουδέποτε δε, δηλώθηκε ή καταχωρήθηκε στα βιβλία της Μουφτείας Ξάνθης. Ως εκ τούτου, ο Μουφτής δεν έχει δικαιοδοσία επί ζητημάτων που ανακύπτουν από τον γάμο αυτό, όπως• για ρύθμιση των δικαιωμάτων διατροφής κ.λ.π.
Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως της καθ' ης η παρούσα για κήρυξη εκτελεστής της υπ' αριθμό 122/2006 αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης, στα πλαίσια του ελέγχου εάν αυτή εκδόθηκε στα όρια της δικαιοδοσίας του Μουφτή ή όχι, κατ' άρθρο 5 παρ. 3 της από 24-12-1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, όφειλε να απορρίψει την αίτηση, καθόσον ο Μουφτής Ξάνθης δεν είχε δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης" και την έκδοση της ως άνω αποφάσεως...". Έτσι, με τον τρόπο αυτό, έδωσα την ευκαιρία στο Δικαστήριο να άρει με καταλυτικό τρόπο τις αβάσιμες αιτιάσεις του Μουφτή Ξάνθης και, εφαρμόζοντας το Νόμο, να καταστήσει σαφές ότι τα ανωτέρω είναι αβάσιμα.
Πλην όμως, όπως προειπώθηκε, επί της τριτανακοπής μου εκδόθηκε η υπ' αριθμό 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Σοφία Πλατάκη, ήτοι την Προεδρεύουσα και του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία αγνόησε εντελώς τον άνω λόγο τριτανακοπής και δεν απάντησε καθόλου σε αυτόν, προσβάλλοντας βάναυσα με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα μου της πρόσβασης σε δικαστήριο και της παροχής δικαστικής προστασίας, στα οποία δικαιώματα πρωτίστως εμπεριέχεται η εκδίκαση των αιτήσεων μου και η αιτιολογημένη απάντηση (απόρριψη ή αποδοχή) επί αυτών, κατά παράβαση και της άλλης συνταγματικής επιταγής του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του.
Επίσης, δε, αντιληφθείς, όπως προείπα, την σε βάρος μου συμπαιγνία, με αυτουργούς τον Μουφτή Ξάνθης και την εγκαλούσα, και ιδιαίτερα την προσπάθεια "διαφυγής" του Μουφτή Ξάνθης από τις ποινικές, αστικές και διοικητικές ευθύνες του, με την έκδοση του υπ' αριθμό πρωτοκ. 101/17-12006 εγγράφου του, δια του οποίου εμφανίζεται να ανακαλεί οίκοθεν την υπ' αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του και το από 27-9-2006 προσάρτημα, για τον λόγο ότι δήθεν ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε από Ιμάμη και δεν δηλώθηκε στον Μουφτή Ξάνθης, καθιστάμενος δήθεν έτσι πολιτικός γάμος, και για να μη μείνει τίποτε αιωρούμενο, ώστε να δυνηθώ να ασκήσω ακολούθως τα ουσιαστικά και δικονομικής φύσης δικαιώματα μου, περιέλαβα στην τριτανακοπή μου και τον εξής κατά λέξη εκτιθέμενο λόγο: "...Η υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης ανακλήθηκε και ακυρώθηκε, αυτεπαγγέλτως, με νεότερη απόφαση του Μουφτή Ξάνθης και συγκεκριμένα με την υπ' αριθμό πρωτοκ. 101/2006 από 17-1-2006 απόφαση ανάκλησης και κ; ακύρωσης προηγούμενης αποφάσεως, καθόσον ο Μουφτής Ξάνθης διεπίστωσε εκ των υστέρων, οίκοθεν, έλλειψη αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του.........Επομένως, κατόπιν τούτου, η υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης στερείται πλέον εκτελεστότητος, ως ανακληθείσα και ακυρωθείσα, και η κηρύξασα αυτήν (εκτελεστότητα) προσβαλλομένη απόφαση στερείται πλέον νομίμου βάσεως...".
Πλην όμως, όπως προειπώθηκε, επί της τριτανακοπής μου εκδόθηκε η υπ' αριθμό 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Σοφία Πλατάκη, ήτοι την Προεδρεύουσα και του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία, ως προς τον άνω λόγο τριτανακοπής, έκρινε ως εξής: "...Σύμφωνα με την παρ. 2 του αρθρ. 5 της από 24.12.1990 Πράξεως νομοθετικού περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", η οποία κυρώθηκε με τον νόμο 1920/1991, "ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφέρειας του επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφ' όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον ιερό Μουσουλμανικπο Νόμο", κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, "οι εκδιδόμενες από τον Μουφτή αποφάσεις επί υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δεν μπορούν να εκτελεστούν,. ούτε αποτελούν δεδικασμένο, αν δεν κηρυχθούν εκτελεστές από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του Μουφτή, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Το δικαστήριο ερευνά μόνον αν η απόφαση εκδόθηκε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του Μουφτή και αν οι διατάξεις που εφαρμόσθηκαν αντίκεινται στο Σύνταγμα", όχι όμως και το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως αν με αυτή έγινε ορθή εφαρμογή ή μη του ιερού μουσουλμανικού νόμου, αν τήρησε το προσήκον είδος διαδικασίας και τους δικονομικούς τύπους ή αν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι με την υπ' αριθμ. 101/2006 απόφαση ο ίδιος ο Μουφτής κρίνει ότι δεν είχε δικαιοδοσία στην μεταξύ των διαδίκων διαφορά, καθόσον δεν διέπεται από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, αφού ο μεταξύ τους γάμος δεν θεωρείται θρησκευτικός και επομένως ότι αρμόδια για την επίλυση της διαφοράς είναι τα Ελληνικά Δικαστήρια. Το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει το αν ο Μουφτής έπρεπε ή δεν έπρεπε να ασκήσει δικαιοδοσία, διότι έτσι θα υπεισέρχονταν σε θέματα ουσίας και ορθής εφαρμογής του ιερού μουσουλμανικού νόμου, γεγονός που απαγορεύεται σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθησαν...". Αφού, δηλαδή, η άνω απόφαση και δικαστής, αγνόησε τον αμέσως ως άνω λόγο τριτανακοπής και αρνήθηκε να διατυπώσει το αυτονόητο, νόμιμο και αποδεικνυόμενο, ήτοι ο γάμος μου με την εγκαλούσα είναι θρησκευτικός, γεγονός που αυτομάτως άγει σε δικαιοδοσία του αρμοδίου Μουφτή, ακολούθως ανάγει το ζήτημα της δικαιοδοσίας σε υποτιθέμενο ζήτημα ουσίας και έμμεσα το τοποθετεί στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας των δικαιοδοτικών οργάνων, τα οποία εμφανίζονται με τον τρόπο αυτό να επιλέγουν πότε επιθυμούν να ασκούν την δικαιοδοσία τους και πότε όχι και να "βαφτίζουν" κατά το δοκούν συγκεκριμένες, διάφανες και μη επιδεχόμενες ερμηνειών υφιστάμενες έννομες σχέσεις, όπως. ο θρησκευτικός μουσουλμανικός γάμος. Κι ενώ, δε, κλήθηκε, κατά την ρητή διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της από 24.12.1990 Πράξεως νομοθετικού περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", η οποία κυρώθηκε με τον νόμο 1920/1991, να ερευνήσει αν η απόφαση του Μουφτή εκδόθηκε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του, αποποιείται την αποστολή της αυτή και εκχωρεί την σχετική κρίση στον ίδιο τον "κρινόμενο" Μουφτή.
Εν ολίγοις, η επί της τριτανακοπής μου εκδοθείσα υπ' αριθμό 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Σοφία Πλατάκη, ήτοι την Προεδρεύουσα και του παρόντος Δικαστηρίου,, έθεσε τις βάσεις για την μέχρι σήμερα κλιμακωτή βάναυση παραβίαση των ουσιαστικών και δικονομικής φύσης δικαιωμάτων μου, με κορύφωση την ακραία παραβίαση του δικαιώματος μου σε δίκαιη δίκη, όπως ειδικότερα παρακάτω αναπτύσσεται. Οι δε ως άνω παραδοχές και κρίσεις αυτής δεν πρόκειται για απλά σφάλματα ή για κακή εκτίμηση αποδείξεων, αλλά για πλήρη απαξίωση και προσβολή των άνω αναλυτικά αναφερομένων θεμελιωδών δικαιωμάτων μου, κατά τρόπον που υποδηλώνει είτε δικαιοδοτική ανεπάρκεια, έλλειψη γνώσης και έλλειψη σεβασμού στο Σύνταγμα και στις Διεθνείς Συνθήκες, είτε δόλια διαστροφή της αλήθειας, γεγονός που αποτελεί περιεχόμενο υποβληθησομένων αρμοδίως αναφοράς και ενδίκων μέσων. Πάντως, με τον τρόπο αυτό, περιεβλήθη με "ασπίδα προστασίας" ο Μουφτής Ξάνθης για την σε βάρος μου παράνομη συμπεριφορά του. Σε ότι αφορά την εγκαλούσα, προσέφυγε πλέον στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, ασκώντας αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η επίμαχη υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), συγκροτηθέντος από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Μιχαήλ Κακαμανούδη, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, με την οποία ο άνω δικαστής έκρινε ως εξής: "...Κατ' αρχάς το αίτημα που τίθεται a priori στην ένδικη υπόθεση έγκειται στο αν το παρόν δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης, διότι εδώ πρόκειται περί Ελλήνων μεν πολιτών, αλλά θρησκεύματος μουσουλμανικού που τέλεσαν μεν γάμο κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, στη συνέχεια όμως αυτός ανακλήθηκε, όπως εκτίθεται στην αίτηση. Επί του ζητήματος αυτού η κρίση του παρόντος δικαστηρίου είναι καταφατική, διότι, ναι μεν, κατά το προμνησθέν και αναλυτικώς εκτεθέν ως άνω άρθρο 5 παρ. 2 ν. 1920/91, ο Μουφτής έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία επί όμοιων υποθέσεων, όπως τα αιτήματα της ένδικης αίτησης, όμως, όπως εκτίθεται στην αίτηση και προαποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η αριθμ. 122/06 προμνησθείσα απόφαση του Μουφτή Ξάνθης που κηρύχθηκε εκτελεστή με την αριθμ. 318/06 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσιας δικαιοδοσίας), ανακλήθηκε με την αριθμ. 101/06 απόφαση του ιδίου Μουφτή, ο οποίος αποφάνθηκε ότι δεν έχει καμιά αρμοδιότητα και δικαιοδοσία επί των θεμάτων όπως τα θέματα της παρούσας αίτησης, ακολούθως δε (συνεπεία της άνω ανακλητικής απόφασης του Μουφτή) ακυρώθηκε με την 92/07 προμνησθείσα απόφαση και η αριθμ. 318/06 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσιας δικαιοδοσίας) που κήρυξε εκτελεστή την αριθμ. 122/06 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης και συνεπώς, εφόσον ο ίδιος ο Μουφτής αποφάνθηκε ότι δεν έχει δικαιοδοσία και • αρμοδιότητα εκδίκασης θεμάτων όπως της ένδικης αίτησης, εφόσον πρόκειται περί Ελλήνων πολιτών, δικαιοδοσία έχει το παρόν δικαστήριο, απορριπτόμενων των αντιθέτων ισχυρισμών του καθού. Διαφορετικά, αν ήθελε γίνει δεκτή η θέση του καθού περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου, υφίσταται κενό, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο Μουφτής Ξάνθης απεκδύθηκε της δικαιοδοσίας του, η αναπλήρωση δε αυτού του κενού, δεν μπορεί παρά να επιτευχθεί με τη συνδρομή δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου, το οποίο μάλιστα καλείται να δικάσει υπό την επείγουσα μορφή των ασφαλιστικών μέτρων χωρίς τη δικονομική πολυτέλεια π.χ. αναμονής μιας τελεσίδικης απόφασης επί αναγνωριστικής, ενδεχομένως, αγωγής ως προς τη μορφή του γάμου των διαδίκων δηλαδή αν αυτός ήταν θρησκευτικός κατά τον τύπο του μουσουλμανικού δικαίου ή πολιτικός, όπως αποφαίνεται ο ίδιος ο Μουφτής Ξάνθης στην προμνησθείσα αριθμ. 101/06 απόφασή του ή ανυπόστατος κατά την άποψη του παρόντος δικαστηρίου, (βλ. αρθρ. 1367, 1372 παρ. 2 ΑΚ)...". Εν ολίγοις, η άνω απόφαση και δικαστής, αφού πρώτου διαλαμβάνει εσφαλμένα ότι ανακλήθηκε ο ίδιος ο γάμος μου, δεν προβαίνει σε ευθύ ή παραπίμπτοντα έλεγχο περί του είδους ή του κύρους του γάμου μου με την εγκαλούσα και κατασκευάζει ένα "νομικό επιχείρημα", σύμφωνα με το οποίο δύναται ο φυσικός δικαστής εκάστου Έλληνα πολίτη να αυτοσχεδιάζει και να αυτοαποποιείται κατά βούληση την ιδιότητα του αυτή. Αναφερόμενος δε και επαναλαμβάνοντας τις πλημέλειες της άνω υπ' αριθμό 92/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μου στερεί τον κατ' άρθρο 8 του Συντάγματος φυσικό μου δικαστή, που είναι ο Μουφτής Ξάνθης, και να καλύπτει δι' αυτού του τρόπου τις παραβάσεις στις οποίες αυτές περιέπεσε. Το διακύβευμα που ανέκυψε από την παράνομη• συμπεριφορά του Μουφτή Ξάνθης και της εγκαλούσας σε βάρος μου δεν είναι να στερηθώ χωρίς τη θέληση μου τον φυσικό μου δικαστή, αλλά ο έλεγχος (ποινικός, πειθαρχικός κ.λ.π.) αυτού. Προκειμένου να καλυφθεί ο επίορκος φυσικός δικαστής δεν θα στερηθώ εγώ το θεμελιώδες δικαίωμα μου. Σε ότι αφορά, δε, την εκ μέρους μου άσκηση των δικαιωμάτων μου, δεδομένων πλέον των άνω κρίσεων, προσέφυγα για την λύση του γάμου μου με την εγκαλούσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, ενώπιον του οποίου άσκησα την από 21-4-2007 (αύξ. αριθμ. εκθ. καταθ. 65/30-5-2007) αγωγή διαζυγίου, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, στην οποία εξέθεσα στα ουσιώδη σημεία τους τα ανωτέρω και της οποίας το περιεχόμενο έχει κατά λέξη ως εξής: "...Με την εναγομένη είμαστε τυπικά σύζυγοι, ο δε γάμος μας τελέσθηκε στα Κιμμέρια Νομού Ξάνθης την 20η Αυγούστου 1994, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους, νια τον οποίο συντάχθηκε "αρμοδίως η υπ' αριθμό 3061/6-9-1994 ληξιαρχική πράξη γάμου του ληξιάρχου της τότε Κοινότητος _ "", Κιμμερίων Νομού Ξάνθης. Από τον γάμο* μας αυτό αποκτήσαμε δύο τέκνα ήτοι α) τον Τ., που γεννήθηκε την 1&1 Μαΐου 1995 στην Ξάνθη και β) την Α., που γεννήθηκε την 21η Αυγούστου 1998 στην Ξάνθη, η δε κοινή μας διαμονή (οικογενειακή στέγη) βρισκόταν πάντοτε στα Κιμμέρια Νομού Ξάνθης. Η έγγαμη συμβίωση μας, όμως, διεκόπη οριστικά το καλοκαίρι του έτους 2006, λόγω ακραίας και οριστικής ρήξης στις μεταξύ μας σχέσεις, που επέφερε οριστική ρήξη και σε κάθε μεταξύ μας συναισθηματικό δεσμό, για λόγους που, κατ' αρχήν, αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο και τη συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία αδιαφορούσε πλήρως για τις συναισθηματικές μου ανάγκες, εκδήλωνε ψυχρότητα και συναισθηματική αδιαφορία, καθώς και αποχή από κοινή κλίνη και διακοπή κάθε σαρκικής επαφής: Μετά την ως άνω οριστική ρήξη της σχέσης μας, το καλοκαίρι του έτους 2006, αμφότεροι εγκαταλείψαμε την οικογενειακή μας στέγη, η δε εναγομένη εγκαταστάθηκε σε άλλη κατοικία, κι έτσι διεκόπη οριστικά η έγγαμη συμβίωση μας, αλλά και κάθε είδους σχέση ή επαφή μεταξύ μας. Μάλιστα δε, ήδη έχω συνδεθεί συναισθηματικά με νέα σύντροφο, με την οποία προτίθεμαι να συνάψω άμεσα γάμο, ήτοι με την Σ. Μ. Α. του Χ. και της Ο., κάτοικο ..., με την οποία αναπτύξαμε έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό, που τον διακρίνουν η αμοιβαία τρυφερότητα, αγάπη και αφοσοίωση. Περαιτέρω δε, η εναγομένη έχει εκδηλώσει ρητά, με ενέργειες της, την πρόθεση της για διάζευξη μας, καθόσον: Υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης την από 13-10-2006 (αριθμ. εκθ. καταθ. 370/23-10-2006) αίτηση της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 318/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή η υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, το περιεχόμενο της οποίας (αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης) είχε ως εξής: Η ως άνω απόφαση του Μουφτή Ξάνθης ανακλήθηκε και ακυρώθηκε, αυτεπαγγέλτως, με νεότερη απόφαση του Μουφτή Ξάνθης και συγκεκριμένα με την υπ' αριθμό πρωτοκ. 101/2006 από 17-1-2006 απόφαση ανάκλησης και ακύρωσης προηγούμενης αποφάσεως, καθόσον ο Μουφτής Ξάνθης διεπίστωσε εκ των υστέρων, οίκοθεν, έλλειψη αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του. Το ακριβές περιεχόμενο της ως άνω ανακλητικής αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης έχει ως εξής: "Από έρευνα στα βιβλία αυτής Μουφτείας προέκυψε ότι ο γάμος της Μ. Τ. του Τ. και της Α. και του Σ. Μ. του Χ. και της Τ., κατοίκων ..., δεν έχει δηλωθεί στη Μουφτεία Ξάνθης και δεν έχει καταχωρηθεί ως θρησκευτικός γάμος. Επομένως θεωρείται πολιτικός γάμος και ο Μουφτής δεν έχει καμία αρμοδιότητα και δικαιοδοσία. Για το λόγο αυτό ανακαλείται και ακυρώνεται η υπ' αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του Ιερονομικού Δικαστηρίου..."...Περαιτέρω δε, η εναγομένη, στις 13-9-2006, ενέγραψε σε βάρος μου υποθήκη στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας μου, επικαλούμενη υποτιθέμενη αξίωση από αποκτήματα. Επειδή, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, είναι φανερό ότι επήλθε ισχυρός κλονισμός των μεταξύ εμού και της εναγομένης σχέσεων, από λόγους που αφορούν αρχικά μεν αποκλειστικά την εναγομένη, στη συνέχεια δε και τους δυο μας, ώστε βάσιμα η τυπική εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης μας να είναι αφόρητη τόσο για μένα όσο και για την εναγομένη. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να λυθεί ο γάμος μου με την εναγομένη. Επικουρικά δε, εφόσον ήθελε κριθεί ότι, παρά την εν προκειμένω υφισταμένη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, προκείμενου περί Μουσουλμάνων Ελλήνων, πολιτών, όπως αμφότεροι οι διάδικοι, εφαρμοστέο από αυτά (τακτικά πολιτικά δικαστήρια) τυγχάνει το Ιερό Μουσουλμανικό Οικογενειακό Δίκαιο, και πάλι συντρέχει λόγος διαζυγίου, καθόσον, κατά τους κανόνες αυτού (Ιερού Μουσουλαμνικού Οικογενειακού Δικαίου), σε περίπτωση που η κοινή συμβίωση μεταξύ των συζύγων είναι πλέον αδύνατη, ο σύζυγος δικαιούται να χωρίσει την σύζυγο, με την προϋπόθεση να καταβάλει το ποσό που της έχει υποσχεθεί κατά την τέλεση του γάμου (νικιάχ). Με την παρούσα δε, δηλώνω ρητά ότι χωρίζω με την εναγομένη, προσφερόμενος στην καταβολή του νικιάχ, ανερχομένου σε πενήντα μία χρυσές "Ρεσάτ" λίρες. Επομένως, επικουρικά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να λυθεί ο γάμος μου με την εναγομένη, με την καταβολή εκ μέρους μου στην εναγομένη-του χρηματικού ισοτίμου πενήντα μίας χρυσών "Ρεσάτ" λιρών......".Επί της άνω αγωγής μου, δε, εκδόθηκε η υπ' αριθμό 89/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία γαμικών διαφορών), προεδρεύοντος του Προέδρου Πρωτοδικών Μιχαήλ Κακαμανούδη, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, η οποία απέρριψε την αγωγή μου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, καθόσον κρίθηκε ομόφωνα, ορθότατα και νόμιμα, ότι για τη λύση του γάμου μου με την εγκαλούσα δικαιοδοσία έχει ο Μουφτής Ξάνθης, και με καταδίκασε μάλιστα και στην εκ 500 ευρώ δικαστική δαπάνη της εγκαλούσας. Όμως, ο ίδιος δικαστής, ήτοι ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Μιχαήλ Κακαμανούδης, όταν κλήθηκε να κρίνει επί δικού μου αιτήματος, εξέφρασε εκ διαμέτρου αντίθετη κρίση με την κρίση που εξέφρασε όταν κλήθηκε να κρίνει επί αιτήματος της εγκαλούσας. Η συμπεριφορά, δε, αυτή δεν πρόκειται,για απλά σφάλματα ή για κακή εκτίμηση αποδείξεων, αλλά για πλήρη απαξίωση και προσβολή των παρακάτω αναφερομένων θεμελιωδών δικαιωμάτων μου, κατά τρόπον που υποδηλώνει είτε δικαιοδοτική ανεπάρκεια, έλλειψη γνώσης και έλλειψη σεβασμού στο Σύνταγμα, είτε δόλια σε βάρος μου συμπεριφορά, γεγονός που αποτελεί περιεχόμενο υποβληθησομένων αρμοδίως αναφοράς και ενδίκων μέσων. Εν ολίγοις, όταν εγώ προσέφυγα σε Πολιτικό Δικαστήριο, η αγωγή μου απορρίφθηκε λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, ενώ όταν προσέφυγε σε Πολιτικό Δικαστήριο η εγκαλούσα, η αίτηση της εσφαλμένα εκδικάσθηκε από αυτό, λόγω δήθεν υφισταμένης δικαιοδοσίας του. Έτσι όμως, παραβιάζεται το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 και το άρθρο 20 παρ. του Συντάγματος, καθόσον αντιμετωπιζόμεθα με διαφορετικό τρόπο οι διάδικοι και διαμορφώνεται για την ίδια έννομη σχέση και τους ίδιους διαδίκους διαφορετικό κάθε φορά καθεστώς δικαιοδοσίας και παροχής έννομης προστασίας. Εκτός από εμένα, όμως, και η εγκαλούσα προσέφυγε περαιτέρω, με τακτική αγωγή διατροφής και ανάθεσης γονικής μέριμνας τέκνων, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, ενώπιον του οποίου άσκησε την από 26-7-2007 (αύξ. αριθ. εκθ. καταθ. 125/1-8-2007) αγωγή της, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, της οποίας το περιεχόμενο έχει στα κρίσιμα ουσιώδη σημεία του κατά λέξη ως εξής: "...Στις 20-8-1994 στα Κιμμέρια Ξάνθης με τον σύζυγο μου Μ. (επώνυμο) Σ. (όνομα) του Χ. και της Τ., τελέσαμε νόμιμο γάμο σύμφωνα με τους κανόνες του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου συνταχθείσας προς τούτο της με αριθμό 30-Η-1994 ληξιαρχικής πράξης γάμου του ληξιάρχου Κιμμερίων. Από τον γάμο μας αυτό στις 18-5-1995 αποκτήσαμε το πρώτο τέκνο μας τον Τ. ηλικίας σήμερα 12 ετών και στις 21-8-1.998 αποκτήσαμε την Α. ηλικίας σήμερα 9 ετών.... Επειδή μολονότι είχαμε τελέσει νόμιμο θρησκευτικού τύπου γάμο κατά τους τύπους της Μουσουλμανικής Θρησκείας και απευθυνθήκαμε ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης τόσο για την λύση του γάμου όσο και για την διευθέτηση των μεταξύ μας ως συζύγων διαφορών μας με την διατροφή και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων μας, ενώ αρχικά εξεδόθη η με αριθμό 122/28-8-2006 απόφαση του ιερονομικού Δικαστηρίου και το συμπλήρωμα αυτής με ημερ. 27-9-2006 για την διευθέτηση των θεμάτων αυτών κατόπιν εξεδόθη από την Μουφτεία Ξάνθης η με ημερ. 17 Νοεμβρίου 2006 απόφαση ανάκλησης και ακύρωσης της προηγούμενης απόφασης (με αριθμό 122/06) λόγω του ότι ο γάμος μου θεωρήθηκε πολιτικός επειδή δεν έχει καταχωρηθεί ως θρησκευτικός γάμος στη Μουφτεία Ξάνθης, επομένως θεωρείται πολιτικός και ο Μουφτής δεν έχει καμία αρμοδιότητα και δικαιοδοσία..."Επί της άνω αγωγής της εγκαλούσας εκδόθηκε υπ' αριθμό 125/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (ειδική διαδικασία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Ευαγγελία Μπάλλα, η οποία αφού έκρινε ορθά ότι "...οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους κανόνες του Ιερού Νόμου των Μουσουλμάνων, ήτοι με πρόταση του εναγομένου και αποδοχή της ενάγουσας στο όνομα του Αλλάχ (fatima), ενώπιον δύο αρρένων μαρτύρων και καθορισμό της δωρεάς (nikah), ενώπιον του Ιμάμη Κιμμερίων, θρησκευτικού λειτουργού της μουσουλμανικής θρησκείας , στις 20-8-1994, ο οποίος καταχωρήθηκε ως θρησκευτικός στο ληξιαρχείο Κιμμερίων Ν. Ξάνθης...•", καθώς καθότι "...ο γάμος όμως είναι έγκυρος ως θρησκευτικός, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε στη Μουφτεία...", έκρινε, αυτή τη φορά, εσφαλμένα, ότι ο Μουφτής δεν έχει δήθεν δικαιοδοσία, διότι δεν αποτελεί φυσικό δικαστή κατά την έννοια των άρθρων 87 επ. του Συντάγματος, στερείται των κατά το Σύνταγμα προσόντων του δικαστή, αφού δεν διορίζεται όπως προβλέπει το Σύνταγμα, δεν είναι ισόβιος και δεν απολαύει της κατά το Σύνταγμα λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, ότι οι άνω αναφερόμενες διατάξεις δεν υπερισχύουν των διατάξεων του Συντάγματος, που αφορούν την διάκριση των λειτουργιών και την ανεξαρτησία του δικαστηρίου, ούτε και των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ότι η Ελλάδα δεν έχει καμμία διεθνή δέσμευση να εφαρμόσει τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, ότι οι υποθέσεις επιμέλειας και οι υποθέσεις διατροφής της συζύγου πέραν του τριμήνου δεν περιλαμβάνονται στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και ότι η αποκλειστική δικαιοδοσία του Μουφτή προσβάλλει την θρησκευτική ελευθερία, διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό καθεστώς μεταξύ των ελλήνων μουσουλμάνων, και ως εκ τούτου αντιβαίνει στο άθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Παρά την διαφορετική προς την υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κρίση της, ήτοι παρά το γεγονός ότι ορθώς έκρινε ότι ο γάμος μου με την εγκαλούσα είναι υποστατός και έγκυρος, απέρριψε το υποβληθέν νομότυπα αίτημα μου για ανάκληση των ασφαλιστικών μέτρων, που διατάχθηκαν με την υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), θεμελιώνοντας την απορριπτική κρίση της στην υποτιθέμενη δικαιοδοσία των Πολιτικών Δικαστηρίων και στο γεγονός ότι .εάν εκαλείτο. να λάβει τα ίδια ασφαλιστικά μέτρα θα τα ελάμβανε. Όμως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, συγκροτούμενο από την ίδια Πρωτοδίκη Ευαγγελία Μπάλλα, εξέδωσε, πριν της έκδοση ως άνω απόφασης, δεκάδες αποφάσεις με αντίθετο περιεχόμενο, ενδεικτικά, δε, αναφέρονται οι εκδοθείσες κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009 είκοσι οκτώ (28) συνολικά αποφάσεις, επί αιτήσεων για κήρυξη εκτελεστών αποφάσεων του Μουφτή Ξάνθης, ήτοι οι υπ' αριθμούς 43/2007, 46/2007, 117/2007, 174/2007, 175/2007, 221/2007, 241/2007, 317/2007, 318/2007, 380/2007, 408/2007, 3/2008, 84/2008, 107/2008, 222/2008, 238/2008, 239/2008, 268/2008, 366/2008, 367/2008, 380/2008, 384/2008, 27/2009, 55/2009, 115/2009, 190/2009,. 300/2009, 301/2009, 302/2009, 303/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία) με τις οποίες επικύρωσε τις αποφάσεις του Μουφτή Ξάνθης (πλην μίας αναβλητικής, με την οποία διέταξε την κλήτευση διαδίκου) και δεν έκρινε ότι δήθεν ο Μουφτής δεν έχει δικαιοδοσία, δεν αποτελεί φυσικό δικαστή και η δικαιοδοσία του αντιβαίνει στις αναφερόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση διατάξεις. Αντιθέτως, δέχθηκε ότι οι κηρυχθείσες εκτελεστές αποφάσεις του Μουφτή Ξάνθης εκδόθηκαν μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας αυτού, επί διαφορών μεταξύ Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών, κατοίκων της περιφερείας του, επί υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, και ότι οι διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου που εφαρμόσθηκαν δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα. Μάλιστα, δε, ενδεικτικά αναφέρεται ότι εξέδωσε και την υπ' αριθμό 31/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (τακτική διαδικασία) επί αγωγής περί κλήρου, ήτοι επί κληρονομικής διαφοράς μεταξύ Ελλήνων μουσουλμάνων πολιτών, με την οποία έκρινε ότι δικαιοδοσία επ' αυτής έχει ο Μουφτής Ξάνθης και την οποία προσάγω ως αναγνωστέα. Το πλέον αξιοσημείωτο, όμως, είναι το γεγονός ότι και μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης, εξέδωσε την υπ' αριθμό 131/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), με την οποία και πάλι κήρυξε εκτελεστή απόφαση του Μουφτή Ξάνθης και δεν έκρινε ότι δήθεν ο Μουφτής δεν έχει δικαιοδοσία, δεν αποτελεί φυσικό δικαστή και η δικαιοδοσία του αντιβαίνει στις αναφερόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση διατάξεις. Αντιθέτως, δέχθηκε ότι η κηρυχθείσα εκτελεστή απόφαση του Μουφτή Ξάνθης εκδόθηκε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας αυτού, επί διαφοράς μεταξύ Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών, κατοίκων της περιφερείας του, επί υποθέσεως αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, και ότι οι διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου που εφαρμόσθηκαν δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα. Εν ολίγοις, η κρίση της επί της αγωγής της εγκαλούσας δεν οφείλεται στην ανέλεγκτη ανεξάρτητη νομική θέση της, αλλά οφείλεται σε προφανή δόλια διαφορετική αντιμετώπιση μόνον εμού, ώστε να καλυφθούν δι' αυτού του τρόπου, με νέα παράβαση, οι προγενέστερες σε βάρος μου παραβάσεις. Ενόψει, δε, της ανωτέρω άπαξ μεταβολής της κρίσης της, μόνον στην δική μου υπόθεση, δεν δύναμαι στην περίπτωση αυτή να πιθανολογήσω απλώς δικαιοδοτική ανεπάρκεια ή έλλειψη γνώσης. Πλέον, διογκώνονται σε βάρος μου τα "σφάλματα" και οι αντιφάσεις, προκειμένου να καλυφθούν οι σε βάρος μου παραβάσεις των ιδίων των δικαιοδοτικών οργάνων της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό ενισχύεται και καταδεικνύεται από το γεγονός ότι τα ανωτέρω αναφέρθηκαν σε δύο ποινικές δίκες, κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι καταδικαστικές καταδικαστικές σε βάρος μου υπ' αριθμούς 794/6-3-2009 και 2.871/13-11-2009 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, κατά τις οποίες ο Εισαγγελέας της Έδρας, ο ίδιος και στις δύο περιπτώσεις, ήτοι ο Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Διονύσιος Λαμπρίδης, Εισαγγελέας Έδρας και του παρόντος Δικαστηρίου, ουδέν έπραξε, παρά την κατ' άρθρο 36 ΚΠΔ υποχρέωση του για κίνηση της σχετικής ποινικής διαδικασίας όταν πληροφορείται με οποιονδήποτε τρόπο ότι διαπράχθηκε αξιόποινη πράξη. 10/. Συμπερασματικά: Σε ότι αφορά τον γάμο μου με την εγκαλούσα, εφαρμοστέο τυγχάνει το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, του οποίου η εφαρμογή είναι υποχρεωτική, δικαιοδοσία, δε, επί υποθέσεων διατροφής της εγκαλούσας και των τέκνων μας, έχει ο Μουφτής Ξάνθης και όχι τα Πολιτικά Δικαστήρια.
Συνεπώς, η υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) εκδόθηκε αφ' ενός από στερούμενο δικαιοδοσίας δικαστήριο, στερώντας μου τον κατ' άρθρο 8 του Συντάγματος φυσικό μου δικαστή, αφετέρου, δε, χωρίς να εφαρμόσει έστω η ίδια το οικογενειακό διαπροσωπικό μου δίκαιο, ήτοι το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, προσέτι, δε, αποτελεί η ίδια αποτέλεσμα μη σύννομων σε βάρος μου ενεργειών.
Προσάγω, δε, στο σημείο αυτό, ως αναγνωστέα, την από 5-2-2007 γνωμοδότηση (ΦΕΤΒΑ) του ιδίου του Μουφτή Ξάνθης, στην οποία βεβαιώνονται τα εξής: "...Κατά το θρησκευτικό μας δόγμα (αίρεση Χανεφή), εάν υπάρχει τέκνο, η επιμέλεια του ανήκει στην μητέρα του μέχρι να γίνει 7,5 το πολύ 10χρονών, ενώ ο "πατέρας ...... καταβάλει το ποσό των 250 Ευρώ ως διατροφή .Η επιμέλεια του τέκνου, μετά το 10° έτος της ηλικίας του ανήκει στον πατέρα..." Στο Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, συγχρόνως με τη λύση του γάμου ρυθμίζεται το ζήτημα της "κηδεμονίας" των ανηλίκων τέκνων. Σύμφωνα με τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, η "κηδεμονία" των αγοριών μέχρι ηλικίας επτά (7) ετών, των δε κοριτσιών μέχρι ηλικίας εννέα (9) ετών, ανήκει στη μητέρα. Στη συνέχεια και μέχρι την ενηλικίωση, την κηδεμονία τους αναλαμβάνει ο πατέρας. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, όμως, με την υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση του (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), υπέπεσε σε μείζον σφάλμα, ήτοι εφαρμόζοντας τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι αυτές του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, παραβιάζοντας τις ως άνω Διεθνείς Συνθήκες, 'οι οποίες μάλιστα τυγχάνουν Συνθήκες Ειρήνης, ήτοι με τον σεβασμό και την εφαρμογή τους συνδέεται η ασφάλεια και η ειρήνευση των λαών των συμβαλλομένων χωρών, και καταπατώντας τα εξ αυτών προστατευόμενα δικαιώματα μου, εκτρεπόμεμο από τις διεθνείς δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ: "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως . υπό δικαστηρίου .το οποίον θα αποφασίση .επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως.. Σύμφωνα δε, με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ: "Παν πρόσωπον ... έχει το δικαίωμα πραγματικής [=αποτελεσματικής] προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής...".
Εν προκειμένω, όμως,, ενώ, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, εγώ είμαι αυτός που πρώτος προσέφυγα στον Μουφτή Ξάνθης, αυτός αρνήθηκε παράνομα να εκδικάσει την αίτηση μου για λύση του γάμου, στη συνέχεια, δε, χωρίς προηγούμενη ακρόαση μου (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), εξέδωσε παράνομα σε βάρος μου απόφαση διατροφής και κηδεμονίας των ανηλίκων τέκνων μου, την οποία ακολούθως επίσης με παράνομη αιτιολογία ανακάλεσε, παραπέμποντας έμμεσα την διαφορά στα Πολιτικά Δικαστήρια, τα οποία, με τη σειρά τους, παρέπεμψαν εκ νέου την υπόθεση στον Μουφτή Ξάνθης. Έτσι όμως, δεν δύναται να γίνει λόγος για "δίκαιη δίκη" και πολύ περισσότερο για "αποτελεσματική προσφυγή", καθόσον, στην περίπτωση μου, ισχύει το γεγονός ότι δεν δύναμαι τελικά να αξιώσω δικαστική προστασία από καμμία εθνική αρχή. Εν ολίγοις, στην πραγματικότητα, ενώ υποτίθεται ότι έχω προστατευόμενο δικαίωμα στην αναγνώριση και κήρυξη της λύσης του γάμου μου με την εγκαλούσα και στην κηδεμονία των ανηλίκων τέκνων μου, συνακόλουθα δε και στην διατροφή αυτών, καθόσον, εφόσον έχω την κηδεμονία αυτών, έχω εγώ και όχι η εγκαλούσα την εν γένει φροντίδα της διατροφής τους, και ότι δικαιούμαι και δύναμαι να αξιώσω δικαστική προστασία του δικαιώματος μου αυτού, δεν πρόκειται για πραγματική αλλά για προσχηματική δυνατότητα.
Συνεπώς, παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ. Εν τούτοις, ενώ οι εθνικές αρχές αρνούνται κατά τα ανωτέρω, να κρίνουν οριστικά επί της υποθέσεως μου, βρίσκομαι κατηγορούμενος και κινδυνεύω με οριστική καταδίκη και στέρηση της ελευθερίας μου, για δήθεν παραβίαση μίας απόφασης με προσωρινή ισχύ (άρθρο 695 ΚΠολΔ), κατά της οποίας δεν επιτρέπονται ένδικα μέσα (άρθρο 695 ΚΠολΔ), χωρίς καμμία απολύτως εγγύηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση μετά την μέλλουσα οριστική κρίση της υπόθεσης, και η οποία απόφαση, με τη σειρά της, είναι και η ίδια προϊόν παραβίασης των εφαρμοζομένων στην περίπτωση μου διατάξεων, κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα (έλλειψη δικαιοδοσίας, μη εφαρμογή μουσουλμανικού δικαίου).
Υπ' αυτές τις συνθήκες, όμως, παραβιάζεται επιπλέον και η αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι άγομαι σε οριστική ποινική καταδίκη από τις ίδιες εθνικές αρχές (δικαστήρια), που αρνούνται, κατά τα ανωτέρω, να επιλυφθούν και επιλύσουν οριστικά τις σχετικές προσφυγές μου.Εν κατακλείδει, προσβάλλεται το δικαίωμα μου σε δίκαιη δίκη κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Η φερόμενη ως δήθεν άρνηση μου να εφαρμόσω την παράνομη υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) δεν οφείλεται σε κακοβουλία μου ως προς την υποχρέωση μου καταβολής διατροφής στα τέκνα μου, τα οποία φροντίζω να διατρέφω, καλύπτοντας τις σχετικές ανάγκες τους, άμεσα, και όχι με καταβολή των ορισθέντων ποσών στην εγκαλούσα, αλλά πρόκειται για την έσχατη ενέργεια προάσπισης των κατακρεουργημένων δικαιωμάτων μου, καθόσον με τις συνδυασμένες ενέργειες των δικαιοδοτικών οργάνων της Ελληνικής Δημοκρατίας προσβάλλεται βάναυσα η προστατευόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος αξία μου ως ανθρώπου. Αφού τα δικαιοδοτικά όργανα της Ελληνικής Δημοκρατίας εξέδωσαν κατά παράβαση καθήκοντος την υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση Του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), στη συνέχειας κρύπτονται πίσω από το τυποποιημένο επιχείρημα της τυπικής ισχύος της αποφάσεως αυτής, ώστε να με καταδικάζουν. Δικάζομαι δε και καταδικάζομαι από τους δημιουργούς των ψευδοπροϋποθέσεων της υποτιθέμενης ενοχής μου, οι δε καταδίκες μου αποτελούν το όχημα της συγκάλυψης των παραβάσεων των ιδίων των οργάνων απονομής δικαιοσύνης. Η δε παραβίαση του δικαιώματος μου σε δίκαιη δίκη είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Η Ελληνική Δημοκρατία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας κι ως εκ τούτου αποδέχθηκε και κύρωσε την Συνθήκη Περί Ιδρύσεως Της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως αυτή τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία υπεγράφη στις 2-10-1997, και τη Συνθήκη της Νίκαιας, η οποία υπεγράφη στις 26-2-2001 και τέθηκε σε ισχύ στις 1-2-2003, στην Ελλάδα δε, η κύρωση της έγινε με τον Ν. 3001/2002 (ΦΕΚ Α' 73/8-4-2002). Περαιτέρω, με το ΝΔ 53/1974 (ΦΕΚ Α' 256/20-9-1974), η Ελληνική Δημοκρατία κύρωσε την εν Ρώμη την 4η Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία διατυπώθηκε στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Οι διεθνείς αυτές συμβάσεις, μετά την επικύρωση τους και τη θέση τους σε ισχύ, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν κάθε άλλης διάταξης νόμου, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ: "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως υπό δικαστηρίου το οποίον θα αποφασίση ... επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".Η δε υποχρέωση προστασίας του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εκτείνεται τόσο στον ουσιαστικό έλεγχο επί ποινικής κατηγορίας όσο και στον νομικό και συνακόλουθα και στον αναιρετικό έλεγχο. ΟΡΑΤΕ: ΕΔΑΔ, Υπόθεση Perlana κατά Ελλάδας, Απόφαση της 22.02.2007, ΕφημΔΔ 2007, 331.
Συνεπώς, για όσα αναλυτικά εκτέθηκαν, δεν είναι βάσιμη η εναντίον μου ποινική κατηγορία της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής, δεδομένου ότι διώκομαι κατά παράβαση των ως άνω αναλυτικά αναφερομένων δικαιωμάτων μου ως Έλληνα πολίτη και ως ανθρώπου, τόσο δε η δημιουργία των προϋποθέσεων του αποδιδόμενου σε μένα ποινικού αδικήματος, ήτοι η έκδοση της υπ' αριθμό 2.308/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), όσο και, ακολούθως, η ποινική διαδικασία, από την σε βάρος μου άσκηση ποινικής δίωξης μέχρι και την παρούσα κατ' έφεση δίκη, διεξάγεται κατά προφανή παραβίαση του δικαιώματος μου σε δίκαιη δίκη, και πρέπει να κηρυχθώ αθώος. Από τα πρακτικά συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει περαιτέρω ότι δια των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ζήτησε την ανάγνωση εκ των παραπάνω εγγράφων, που διατείνεται ότι ζήτησε την ανάγνωση και δεν αναγνώσθηκαν, μόνον όσον αφορά τα παραπάνω υπό στοιχεία β και γ έγγραφα, αναφέροντας απλώς στο από 58 σελίδες έγγραφο αυτοτελών ισχυρισμών, στις σελίδες 55 και 56 αόριστα ότι "προσάγονται ως αναγνωστέα", χωρίς επομένως να υποβάλλεται σαφές αίτημα ανάγνωσης, ενώ τα λοιπά έγγραφα τα αναφέρει διηγηματικά στις σελίδες 45,47,51, 59 και 60 των πρακτικών, χωρίς οιοδήποτε αίτημα ανάγνωσης, περαιτέρω, αφού δεν βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι τα έγγραφα αυτά πράγματι προσκομίστηκαν και παραδόθηκαν στην διευθύνουσα προς ανάγνωση, τη χρονική αυτή στιγμή κατάθεσης στην έδρα του πολυσέλιδου εγγράφου αυτοτελών ισχυρισμών, που δεν προκύπτει άλλωστε ότι αναγνώσθηκαν, ούτε προκύπτει ότι ο συνήγορος παρέδωσε αργότερα τα έγγραφα αυτά κατά την ανάγνωση των αναγνωστέων εγγράφων της υποθέσεως για ανάγνωση. Επιπλέον, από τα ίδια τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά, που δεν περιλαμβάνονται στα αναφερόμενα στα πρακτικά ως αναγνωστέα και αναγνωσθέντα έγγραφα, ότι προσκομίστηκαν από το συνήγορο του κατηγορουμένου και δεν αναγνώσθηκαν, περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι κατά της αρνήσεως της διευθύνουσας τη συζήτηση αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα του κατηγορουμένου να τα αναγνώσει ή της παρέλειψης να αποφανθεί επί αιτήματος αναγνώσεως ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του προσέφυγε στο δικαστήριο και αυτό, παρά το νόμο, απέρριψε την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτής (ΑΠ 558, 1773/2010, 756,1259/2009).
Επομένως, ο ως παραπάνω σχετικός πρώτος πρόσθετος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ακροάσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούµενο δικαιωµάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόµο υποχρέωση του δικαστή να δηµιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωµάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούµενη σχετική αίτηση του κατηγορουµένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358, 369 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή, όπως µετά την εξέταση κάθε µάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές µε τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συµπερασµάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόµενη υπόθεση (ΑΠ 606, 930/2010, 1969/2010, 867/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξέταση στο ακροατήριο της μοναδικής μάρτυρος κατηγορίας και πολιτικώς ενάγουσας η διευθύνουσα τη συζήτηση της υποθέσεως δεν έδωσε μεν το λόγο στον κατηγορούμενο ή στο συνήγορό του, προκειμένου να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαίωμά του, δηλαδή να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο μοναδικής μάρτυρος κατηγορίας της πολιτικώς ενάγουσας, αλλά δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε ο λόγος αυτός και δε δόθηκε.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη µη παροχή εκ µέρους της διευθύνουσας τη συζήτηση, αυτεπάγγελτα, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, το λόγο σε αυτόν, µετά την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο μοναδικής μάρτυρος κατηγορίας της πολιτικώς ενάγουσας, για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά µε την αξιοπιστία αυτής και έτσι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιµος.
Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 128 ΚΠΔ κατά την οποία όταν τα συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για όλα με μία μόνο απόφαση, δεν έχει τεθεί επί ποινή ακυρότητος. Η παραδοχή όμως ή όχι του αιτήματος ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αλλά την περίπτωση που το απορρίψει οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του. Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν ο κατηγορούμενος υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθεί κατά το άρθρο 352 ΚΠΔ μάρτυρας και εξεταστεί στο ακροατήριο οπότε, αν το δικαστήριο παραλείψει να απαντήσει στο αίτημα επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ελλείψει ακροάσεως (άρθρο 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠΔ, ΑΠ 315/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, προσκόμισε στο δικαστήριο το με αρ. ΒΩΑ 2008/629 κατηγορητήριο και το ΑΝ.ΕΦ/2009/167 Α εισαγωγικό της δίκης έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ξάνθης στις 23-10-2010, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, κατ'έφεση, που αναγνώσθηκαν και ζήτησε την αναβολή της δίκης για συνεκδίκαση, για την οικονομία της δίκης και για το ενιαίο της κρίσεως.
Το δικαστήριο απέρριψε το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου με την παρακάτω αιτιολογία: " επειδή η υπόθεση έχει αναβληθεί ήδη μία φορά και επειδή η εκκαλούμενη απόφαση ήδη συνεκδίκασε πρωτοδίκως τρεις υποθέσεις του κατηγορουμένου που κρίθηκαν συναφείς, το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής για συνεκδίκαση με τη συναφή υπόθεση που εκδικάζεται ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης στις 23-11-2010". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, εκτίθενται σε αυτοί οι λόγοι για τους οποίους δεν ενδείκνυται η συνεκδίκαση των υποθέσεων, η παραδοχή δε ή όχι του αιτήματος αναβολής, κατά τα προεκτεθέντα, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο συναφής τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠΔ, για αναιτιολόγητη απόρριψη του υποβληθέντος ως άνω αιτήματος αναβολής και για υπέρβαση εξουσίας από τη στη συνέχεια πρόοδο της δίκης και καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ.1 στοιχ. δ' και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσηµη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισµα. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο εφέσεως κατά της εκκλητής αποφάσεως. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος εφέσεως καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης 1338/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, σε συνδυασμό με την 446/13-11-2009 έφεση του αναιρεσείοντος, που άσκησε κατά της 2871/13-11-2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, που επιτρεπτώς επισκοπείται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του εν λόγω λόγου αναιρέσεως, ο τελευταίος εμφανίστηκε και προέβαλε ακυρότητα των τριών κλητηρίων θεσπισμάτων, που συνεκδικάστηκαν λόγω συναφείας, συνιστάμενη στο ότι είναι αόριστα και δεν γίνεται ακριβής περιγραφή σ' αυτό των πράξεων που του αποδίδονται, αφού δεν προσδιορίζεται αν αυτός είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα τα χρηματικά ποσά διατροφής που υποχρεώθηκε, δεν αναφέρονται περιστατικά του δόλου και δη της κακοβουλίας αυτού, δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά στερήσεων που υπέπεσαν τα ανήλικα και βοήθειας άλλων που αναγκάσθηκαν να ζητήσουν και δέχθηκαν για να διατραφούν.
Την ακυρότητα αυτή πρότεινε ο κατηγορούμενος παραδεκτά το πρώτον στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε με την 2871/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης και το λόγο αυτό ακυρότητας που πρόβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως στην με αρ. 446/2009 έκθεση εφέσεως, που άσκησε κατά της παραπάνω αποφάσεως, πρότεινε και ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, το οποίο στη συνέχεια την απέρριψε, με την εξής αιτιολογία: " Από την επισκόπηση των κλητηρίων θεσπισμάτων προκύπτει ότι αυτά περιέχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία, κατά το άρθρο 321 ΚΠΔ και ειδικότερα τον ακριβή καθορισμό της πράξης η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Τα στοιχεία δε που επικαλείται ο κατηγορούμενος ότι λείπουν και έτσι καθιστούν αυτά αόριστα, δεν είναι από τα απαραίτητα στοιχεία του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά είναι στοιχεία τα οποία πρέπει να αποδειχθούν, ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να οδηγηθεί σε καταδικαστική κρίση για τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις και τα οποία είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην τυχόν καταδικαστική απόφαση για την πληρότητά της". Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ανωτέρω κλητηρίων θεσπισμάτων, από 9-6-2008, από 23-1-2009 και από 5-5-2009 τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το δικαστήριο τούτο, για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, διαλαμβάνονται σ' αυτά τα τρία κλητήρια θεσπίσματα όλα τα απαραίτητα στοιχεία, κατά το άρθρο 321 ΚΠΔ και ειδικότερα γίνεται ο ακριβής καθορισμός της πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου 358 του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Αναφέρεται ειδικότερα ότι τα καθυστερούμενα συγκεκριμένα ποσά διατροφής για τη σύζυγό του και τα δύο ανήλικα τέκνα του δεν κατέβαλε από κακοβουλία, με αποτέλεσμα να περιέλθουν η εγκαλούσα και τα τέκνα του σε στερήσει και η εγκαλούσα να αναγκασθεί να ζητήσει τη βοήθεια τρίτων. Τα παραπάνω δε επί πλέον ως παραπάνω στοιχεία που επικαλείται ο κατηγορούμενος ότι λείπουν και έτσι καθιστούν αυτά αόριστα, δεν είναι από τα απαραίτητα στοιχεία του κλητηρίου θεσπίσματος, διότι η διατύπωση της διωκόµενης πράξεως στο κλητήριο θέσπισµα πρέπει να είναι λιτή, απαλλαγµένη από περιττά στοιχεία, πλατειασµούς και σχοινοτενείς εκφράσεις, ώστε να δύναται ο κατηγορούµενος ευχερώς να εντοπίζει την πράξη για την οποία κατηγορείται, αναφέρεται δε και η ποινική διάταξη που την προβλέπει, ώστε να ενημερωθεί ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του για τα λοιπά στοιχεία, αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως αυτής, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να αναλύονται.
Συνεπώς ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠΔ, για ακυρότητα των κλητηρίων θεσπισμάτων που δικάστηκε ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 ΠΚ, " όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται: α) υποχρέωση διατροφής από τον νόμο, που ιδρύεται με βάση τον δεσμό του γάμου μεταξύ των συζύγων, διαζευγμένων συζύγων, συγγενών εξ αίματος κατ' ευθείαν γραμμή ή αδελφών και θετών τέκνων, β) η υποχρέωση να έχει αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς, που διατηρεί την ισχύ της μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση διατροφής, έστω και αν μεταβληθούν οι όροι διατροφής, γ) δόλος, ήτοι δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή από κακοβουλία, δηλαδή ευδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεως του δράστη προς την υποχρέωση, οφειλόμενη σε κακεντρέχεια και κακή θέληση να στερηθεί ο δικαιούχος τα αναγκαία προς το ζην, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα και δεν αρκεί λησμοσύνη ή οικονομική αδυναμία, η δε οικονομική δυνατότητα του υπόχρεου κρίνεται σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής υποχρεώσεως, βάσει όμως ήδη εκδοθείσας σε βάρος του δικαστικής αποφάσεως, της οποίας έλαβε γνώση ο δράστης και γνώση ότι ο δικαιούχος θα περιέλθει σε στερήσεις ή θα αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων για τη διατροφή του και δ) ο δικαιούχος να υποστεί πράγματι στερήσεις ή να αναγκασθεί να ζητήσει ή να δεχθεί βοήθεια άλλων. Περαιτέρω η παραβίαση της υποχρεώσεως προς διατροφή τελείται κατ' εξακολούθηση για απέχοντα χρονικώς διαστήματα (μηνών), αν δε η στέρηση αφορά περισσότερα από ένα πρόσωπα, όπως δύο ανήλικα τέκνα, πρόκειται για ισάριθμα εγκλήματα σε αληθινή συρροή, δηλαδή για αυτοτελή εγκλήματα, (όσα και τα δικαιούχα πρόσωπα) που τελέσθηκε το καθένα κατ' εξακολούθηση. Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, που υποχρεώνει κάποιον σε καταβολή διατροφής, έστω και προσωρινά, δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής, πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ.1 του ΚΠΔ, αν είναι υποστατή, αν ισχύει και είναι εκτελεστή, έστω προσωρινά, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όμως δεν ελέγχει και την ορθότητά της (ΑΠ 1747/2010, 1923/2002).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1338/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για παραβίαση υποχρέωσης διατροφής δύο ανηλίκων τέκνων του, κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με την υπ'αριθμ. 2308/2007 απόφαση του Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εγκαλούσα Μ. Τ. Μ. του Τ., ατομικά για την ίδια το ποσό των 400 ευρώ το μήνα και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους Τ. και Α., στην οποία είχε ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια του προσώπου αυτών, το ποσό των 400 και 300 ευρώ αντίστοιχα το μήνα, προκαταβολικά από την επίδοση της με αριθμό καταθέσεως 2869/1684/21-9-2007 αίτησης. Ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της απόφασης αυτής, αφού του επιδόθηκε, δηλαδή στις 8-^^008 με την υπ'αριθμ.10732Β/2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Β. Β.. "Εντούτοις από κακοβουλία, ήτοι από κακεντρέχεια και κακή θέληση, για να στερήσει τους ανωτέρω δικαιούχους από ότι χρειάζονται για να ζήσουν και όχι από αδυναμία του να δώσει ότι τους οφείλει, δεδομένου ότι εργάζεται κανονικά, καθώς διατηρεί επιχείρηση εμπορίας υγραερίου και έχει εισοδήματα, δεν κατέβαλε ολόκληρη την οφειλόμενη διατροφή που αντιστοιχεί στα χρονικά διαστήματα από 6-6-2008 έως 6-7-2008 και από 6-8-2008 έως 6-3-2009 και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 8.800 ευρώ για όλους τους δικαιούχους. Συνέπεια δε της κακόβουλης αυτής παραβίασης της υποχρέωσης του, ήταν οι ως άνω δικαιούχοι της διατροφής (σύζυγος και ανήλικα τέκνα) να υποστούν στερήσεις και να αναγκαστούν να δεχτούν τη βοήθεια άλλου προσώπου και συγκεκριμένα του πατέρα της εγκαλούσας, γιατί η εγκαλούσα αδυνατούσε να καλύψει όλες τις ανάγκες της ιδίας και των ανηλίκων τέκνων τους. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση για τα χρονικά διαστήματα από 6-6-2008 έως 6-7-2008 και από 6-8-2008 έως 6-3-2009. Επιπλέον και όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι η αξίωση διατροφής (συζύγου και τέκνων) μεταξύ μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών δεν ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων αλλά στη δικαιοδοσία του Μουφτή και ότι επομένως η υπ' αριθμ. 2308/2007 εκδόθηκε από στερούμενο δικαιοδοσίας δικαστήριο, πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία για την εκδίκαση της παραπάνω υπόθεσης, αφού αφενός επρόκειτο για ασφαλιστικά μέτρα, ήτοι προσωρινή ρύθμιση οποιαδήποτε κατάστασης, αφετέρου το άρθρο 5( παρ. 2 του ν. 1920/1991, το οποίο εισάγει κανόνα δικονομικού δικαίου, όπου αναφέρεται ότι ο Μουφτής έχει δικαιοδοσία σε θέματα ...διατροφών, δεν μπορεί να θεμελιώσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου με την έννοια του εφαρμοστέου δικαίου, η δε αξίωση διατροφής του ισλαμικού δικαίου, αφορά την αξίωση διατροφής της συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και ένα τρίμηνο μετά την αποπομπή, ενώ για την διατροφή ανηλίκων δεν προβλέπεται αντίστοιχο δικαίωμα από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο. Επομένως το δικαίωμα διατροφής των ανηλίκων και μετά τη διάσταση, ρυθμίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1338/2010 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 , 94, 98, 358 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δέχθηκε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης είχε δικαιοδοσία να δικάσει την αίτηση διατροφής μεταξύ Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών και απέρριψε επαρκώς αιτιολογημένα τον αντίθετο σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, είναι λεκτέα τα εξής: Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου και δη η 2308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το εφαρμοσθέν Ελληνικό δίκαιο και επιδίκασε στη σύζυγο και στα δύο ανήλικα τέκνα του κατηγορουμένου διατροφή, έστω και προσωρινά και για παραβίαση της οποίας υποχρεώσεως καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής, το ποινικό δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει μόνο και την τυπική ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ.1 του ΚΠΔ, σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όχι όμως και την ορθότητά της, τυχόν δε ζήτημα δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του Μουφτή Ξάνθης, λόγω του ότι και οι δύο διάδικοι είναι Έλληνες πολίτες Μουσουλμάνοι Ξάνθης και το ζήτημα εγκυρότητας ή ακυρότητας του γάμου των αντιδίκων συζύγων, που έγινε ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης, βάσει του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, το ζήτημα ποίος από τους γονείς έχει την κηδεμονία των ανηλίκων τέκνων τους και αν ο Μουφτής ήταν αποκλειστικά αρμόδιος να επιληφθεί των απαιτήσεων διατροφής των ανηλίκων τέκνων κατά του κατηγορουμένου πατρός τους, αφορούσαν προδικαστικό ζήτημα, όχι του ποινικού δικαστηρίου, αλλά του πολιτικού δικαστηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που επιδίκασε τη διατροφή, στο οποίο πολιτικό δικαστήριο και έπρεπε να τεθούν τα ζητήματα δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας, η δε παραπάνω πολιτική απόφαση με αριθμό 2308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, είναι τυπικά έγκυρη και υποστατή, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι έχει ανατραπεί ή ανακληθεί στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 696, 697 και 698 του Κ.Πολ.Δ. και επομένως, μη κρινόμενη για την ορθότητά της στα πλαίσια της ποινικής δίκης παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής δέσμευε το ποινικό δικαστήριο, ως προς την υποχρέωση διατροφής του κατηγορουμένου και ορθά σύμφωνα με το νόμο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκαν οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και περαιτέρω με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ο οποίος παραστάθηκε με συνήγορο χωρίς να παραβιασθεί οιοδήποτε υπερασπιστικό του δικαίωμα και απαντήθηκαν όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του και τα υποβληθέντα αιτήματα. Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος, εκδικάζοντας αναίρεση κατά ποινικής αποφάσεως Ελληνικού δικαστηρίου, περιορίζεται στην έρευνα του λόγου αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας μόνον εάν το ποινικό δικαστήριο της ουσίας του οποίου την απόφαση κρίνει, υπερέβη την δικαιοδοσία του κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και αν όχι το πολιτικό δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση περί διατροφής υπερέβη τη δικαιοδοσία του (ΑΠ 1556/2006).
Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και λόγοι αναιρέσεως, που περιέχονται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, και παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1, 13 της ΕΣΔΑ, για μη δίκαιη δίκη από την έκδοση παράνομης πολιτικής αποφάσεως, και για μη αποτελεσματική προσφυγή του στα πολιτικά δικαστήρια και τη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση ποινική του καταδίκη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις για έλλειψη κακοβουλίας μη εφαρμογής της εν λόγω δικαστικής αποφάσεως που τον υποχρέωσε σε καταβολή διατροφής λόγω των παραπάνω νομικών αμφισβητήσεων αυτού, ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως και πρέπει να απορριφθούν.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων, στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-2-2011 αίτηση δήλωση του Σ. Μ. του Χ. και τους από 21-9-2011 προσθέτους λόγους αυτού, για αναίρεση της 1338/2010 αποφάσεως του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στην 1 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Παραβίαση υποχρέωσης διατροφής ανηλίκων τέκνων (358 ΠΚ) κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α, Δ, Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. 2) Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, που υποχρεώνει κάποιον σε καταβολή διατροφής, έστω και προσωρινά, δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής, πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ.1 ΚΠΔ, αν είναι υποστατή, αν ισχύει και είναι εκτελεστή, έστω προσωρινά, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όμως δεν ελέγχει και την ορθότητά της. 3) Η διατύπωση της διωκόμενης πράξεως στο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να είναι λιτή, απαλλαγμένη από περιττά στοιχεία, πλατειασμούς και σχοινοτενείς εκφράσεις, ώστε να δύναται ο κατηγορούμενος ευχερώς να εντοπίζει την πράξη για την οποία κατηγορείται, να αναφέρεται δε η αξιόποινη πράξη κατά τρόπο ορισμένο ως και η ποινική διάταξη που την προβλέπει, ώστε να ενημερωθεί ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του για τα λοιπά στοιχεία, αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως αυτής, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να αναλύονται. Απορρίπτει αίτηση. | null | null | 1 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1585/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-πολιτικώς ενάγοντα Γ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1629/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με κατηγορούμενους τους 1.Π. Π. του Δ. και 2.Β. Π. του Δ..
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 960/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου με αριθμό 201/ 18.10.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 506 εδ. γ' του Κ.Π.Δ., ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να ζητήσει την αναίρεση αθωωτικής αποφάσεως, μόνο αν κατεδικάσθη σε αποζημίωση και στα έξοδα. Στη προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 1/2011 αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσης ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ο πολιτικώς ενάγων Γ. Τ. στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1629/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποία αθωώθησαν οι κατηγορούμενοι Π. Δ. Π. και Β. Δ. Π., οι οποίοι κατηγορούντο για αυτοδικία και αγροτική φθορά κατά συναυτουργία. Δια τον, ήδη, όμως, προαναφερθέντα λόγο, ο αναιρεσείων, ως πολιτικώς ενάγων, δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει αναίρεση της αθωωτικής αποφάσεως, κατά της οποίας προσάπτει ότι εσφαλμένως οι κατηγορούμενοι αθωώθησαν. Κατόπιν αυτού, Π ρ ο τ ε ί ν ε τ α ι Να απορριφθεί η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 506 στοιχ. γ' ΚΠΔ ο πολιτικώς ενάγων δικαιούται, να ζητήσει την αναίρεση αθωωτικής απόφασης μόνον αν μ' αυτή καταδικάστηκε σε αποζημίωση και στα έξοδα, κατ' άρθρο 71 ίδιου Κώδικα. Επομένως, εφόσον ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά της αθωωτικής απόφασης, η, με δήλωση του, ως πολιτικώς ενάγοντος, εγκαλούντος Γ. Τ., ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ασκηθείσα από 21 Ιουνίου 2011 αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 1629/2001 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποία αθωώθηκαν οι κατηγορούμενοι Π. Δ. Π. και Β. Δ. Π., για τις αξιόποινες πράξεις της αυτοδικίας από κοινού και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού, που κατηγορούντο, χωρίς να καταδικαστεί σε αποζημίωση και στα έξοδα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος (κατά την περί τούτου επί του φακέλου της δικογραφίας επισημείωση του Γραμματέα), ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 21 Ιουνίου 2011, αίτηση του Γ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1629/2011 αθωωτικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, εφόσον ο πολιτικώς ενάγων δε δικαιούται ν’ ασκήσει αναίρεση κατά δικαστικής απόφασης, με την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος και δεν καταδικάστηκε εκείνος σε αποζημίωση και στα έξοδα. | null | null | 2 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1583/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 3842/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης, με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΥΡΩΚΑΜΠΤΙΚΗ Α.Ε." νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 341/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 12 Ιουλίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Υπαρχιφύλακα του Α' ΑΤ Λάρισας Χ. Μ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίασή της που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, πλην όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση του Β. Κ. του Χ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3842/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
Αριθμός 1582/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Ε. του Ε., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1438, 1439/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 128/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Γραμματέα του ΓΚΚ Γρεβενών Κ. Ε.
ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 20-5-2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με την υπ'αριθ.890/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Ιανουαρίου 2011, αίτηση του Δ. Ε. του Ε. για αναίρεση της 1438, 1439/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 2 |
Αριθμός 1575/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 και 9 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητούμενου M. Q. του A., Αλβανού υπηκόου, ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλλιπολίτη, κατά της υπ'αριθμ. 18/2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο Κράτος της Αλβανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 6/28 Ιουλίου 2011 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς Μαρίας Μάντη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 207/2011. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ.1 ΚΠΔ κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται σ'αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον εισαγγελέα ν'ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η ένδικη με αριθμό 6/28-7-2011 έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως την πιο πάνω ημερομηνία με δήλωση ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς κατά της 18/28-7-2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου-εκκαλούντος M. Q. του A. και της A., Αλβανού υπηκόου, για να εκτίσει ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, που του επιβλήθηκε με την 119/3-6-2008 απόφαση του Δικαστηρίου της Δικαστικής Περιφέρειας Μπεράτ της Αλβανίας, για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία. Γι'αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατ'ουσίαν. Κατά το άρθρο 436 ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (ΚΠΔ 437-456), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος 17-8-1998, από δε την κύρωσή της διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των παραπάνω Κρατών, στο άρθρο 2 παρ.1 αυτής, ορίζει ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ'ελάχιστον όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα εξής: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσκομισθούν α)το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους β)έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ)αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της προδιαληφθείσας Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως και περί εκδόσεως του ΚΠΔ (436 έως 456), το Συμβούλιο Εφετών δε μπορεί να προβεί σε έρευνα για την ύπαρξη ή όχι στοιχείων ενοχής του εκζητούμενου ή για το νομότυπο ή μη της κλήτευσής του ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη από εκείνη της εκτελεστής απόφασης του αλλοδαπού δικαστηρίου, προς εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοση του εκζητούμενου. Στην προκείμενη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε στο ακροατήριο και η κατάθεσή του διαλαμβάνεται στα πρακτικά συνεδριάσεως, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του προφορικά, καθώς και με την έφεση ενώπιον του Συμβουλίου, αποδεικνύονται τ'ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές Δικαστικές Αρχές του Αλβανού υπηκόου M. Q. του A., για να εκτίσει ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η οποία επιβλήθηκε σ'αυτόν με την 119/3-6-2008 απόφαση του Δικαστηρίου της Δικαστικής Περιφέρειας Μπεράτ της Αλβανίας, που κατέστη τελεσίδικη και εκτελεστή στις 10-10-2008 κατά το συνοδεύον την αίτηση από 21-10-2008 ένταλμα της Εισαγγελίας του Δικαστηρίου της Δικαστικής Περιφέρειας Μπεράτ της Αλβανίας για την πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία. Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, δυνάμει του 3/19-7-2011 εντάλματος σύλληψης του Προέδρου Εφετών Πειραιώς, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Αλβανίας, η 792/1 από 28-6-2011 ρηματική διακοίνωση της Αλβανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, και η 233/3 από 23-6-2011 σχετική αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, με το 61283 ΦΕΑ 1340/30-6-2011 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με την αίτηση αυτή συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση της οποίας στην Ελληνική έγινε επισήμως από το πρωτότυπο αλβανικό κείμενο, και συγκεκριμένα: 1)η προαναφερθείσα 119/3-6-2008 εκτελεστή ποινική απόφαση του Δικαστηρίου της Δικαστικής Περιφέρειας Μπεράτ της Αλβανίας, 2)η εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα, που αφορά την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο εκζητούμενος και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 134 παρ.2 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα, που αναφέρεται στην αξιόποινη πράξη και την προβλεπόμενη ποινή, για την οποία καταδικάστηκε ο εκζητούμενος, η διάταξη δε αυτή επισυνάπτεται στην αίτηση σε πρωτότυπο και σε μετάφραση στην Ελληνική, η οποία, όπως βεβαιώνεται, έγινε επισήμως από το αλβανικό κείμενο, 3)το από 13-1-2011 πιστοποιητικό γέννησης του εκζητούμενου του Ληξιαρχείου της Κοινότητας Περοντί Περιφέρειας Μπεράτ. Δηλαδή προσκομίζονται όλα τα έγγραφα που προβλέπονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη για την οποία έχει καταδικαστεί ο εκζητούμενος είναι αξιόποινη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία και συγκεκριμένα προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 45 και 372 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, σε βαθμό πλημμελήματος. Περαιτέρω από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνάγεται ότι ο εκκαλών είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο από τις Αλβανικές Αρχές, για το οποίο έχει χωρήσει η παραπάνω καταδίκη, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε και ο ίδιος κατά την προσαγωγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, αμέσως μετά τη σύλληψή του στις 7-6-2011, δυνάμει της ερυθράς αγγελίας αναζήτησης της ΙΝΤΕΡΠΟΛ, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση επιτρεπτώς της, από 9-6-2011, έκθεσης προσαγωγής και βεβαίωσης ταυτότητας, συνταχθείσας κατά το άρθρο 446 ΚΠΔ. Ως εκ τούτου δε συντρέχει καμιά από εκείνες τις περιπτώσεις που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση ή το άρθρο 438 ΚΠΔ, οι οποίες αποκλείουν την έκδοση. Τα ειδικότερα δε περιστατικά της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο εκζητούμενος αναφέρονται λεπτομερώς στην πιο πάνω καταδικαστική απόφαση, η οποία έχει τελεσιδικήσει, ήτοι κατέστη εκτελεστή, όπως απαιτεί η πιο πάνω Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Οι ισχυρισμοί του, που αποτελούν και τους λόγους της έφεσής του, και ειδικότερα α)ότι κακώς απορρίφθηκε η ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας την οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, συνίστατο δε αυτή, κατά τον ίδιο, στο ότι κακώς δεν κλήθηκε να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης έκδοσης με κλήση, αλλά εξαναγκάστηκε να παραστεί σ'αυτή ως κρατούμενος, ενόψει του ότι κατά παράβαση του άρθρου 449 παρ.2 ΚΠΔ διατάχθηκε η σύλληψή του, δυνάμει του 3/19-7-20011 εντάλματος σύλληψης του Προέδρου Εφετών Πειραιώς, ενώ ήδη με το 151/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς είχε αντικατασταθεί με περιοριστικούς όρους, κατά το άρθρο 449 παρ.1 ΚΠΔ, η προσωρινή του κράτηση η οποία είχε διαταχθεί αρχικά με ένταλμα σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς β)ότι δεν είναι το πρόσωπο που εκζητείται και γ)ότι παρά το νόμο το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσής του, καθόσον εκκρεμεί στις Ελληνικές Αρχές αίτησή του για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου. Οι λόγοι αυτοί (μοναδικοί) έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι: Α' ο πρώτος γιατί στηρίζεται σε μη ισχύουσα προϋπόθεση, ειδικότερα δε στο ότι το διωκτικό έγγραφο, δυνάμει του οποίου ο εκκαλών συνελήφθη και στη συνέχεια απολύθηκε με περιοριστικούς όρους, ήταν ένα και το αυτό, προϋπόθεση, όμως, που δε συντρέχει εν προκειμένω, αφού αυτός συνελήφθη αρχικά δυνάμει της 793 ΦΕ 707/9-6-2011 εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά το άρθρο 16 παρ.1, 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως και το άρθρο 445 παρ.2 ΚΠΔ, ευθύς μόλις περιήλθε στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς η ερυθρά αγγελία αναζήτησης του εκζητούμενου-εκκαλούντος, νομίμως, κατά το άρθρο 16 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, μέσω της ΙΝΤΕΡΠΟΛ, πριν αποσταλεί δια της διπλωματικής οδού το επίσημο αίτημα έκδοσης από τις Αλβανικές Αρχές, ενώ μετά την αντικατάσταση της αρχικής προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους, δυνάμει του 151/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, περιήλθε στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς το επίσημο αίτημα από τις Αλβανικές Αρχές, με το οποίο εζητείτο η έκδοση του εκκαλούντος, οπότε αυτός νομίμως συνελήφθη και πάλι με το 3/19-7-2011 ένταλμα σύλληψης του Προέδρου Εφετών Πειραιώς. Το ένταλμα τούτο εκδόθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 16 παρ.5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως και 445 παρ.1 ΚΠΔ, η δε ενέργεια αυτή του Προέδρου Εφετών Πειραιώς υπήρξε απολύτως νόμιμη και επιβεβλημένη από τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ.5 της προδιαληφθείσας Σύμβασης και 445 παρ.3 εδ.β'ΚΠΔ. Β'ο δεύτερος γιατί, όπως ήδη προαναφέρθηκε, προκύπτει από την επισκόπηση της από 9-6-2011 έκθεσης προσαγωγής και βεβαίωσης ταυτότητας, που συντάχθηκε, κατά το άρθρο 446 ΚΠΔ, ο εκζητούμενος-εκκαλών κατά την προσαγωγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, αμέσως μετά τη σύλληψή του στις 7-6-2011, δυνάμει της ερυθράς αγγελίας αναζήτησης της ΙΝΤΕΡΠΟΛ, δεν αμφισβήτησε ότι ήταν το πρόσωπο που διωκόταν με την αγγελία αυτή. Εάν, εξάλλου, ο εκκαλών με το λόγο αυτό υπονοεί ότι δεν είναι το πρόσωπο που διέπραξε την αξιόποινη πράξη, και πάλι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού όταν η έκδοση ζητείται στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως (ν.4165/1961) στο άρθρο 12 παρ.2 της οποίας προσδιορίζονται σαφώς τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλει το αιτούν την έκδοση μέρος, οι διατάξεις των άρθρων 443 παρ.1 και 450 παρ.2 ΚΠΔ δεν εφαρμόζονται, δηλαδή το Συμβούλιο δεν έχει δικαίωμα να ερευνήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας ή το νομότυπο ή μη της κλήτευσής του ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη εκείνης. Και Γ'ο τρίτος γιατί από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο εκκαλών έχει ζητήσει πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα. Σύμφωνα με όλες τις προηγούμενες σκέψεις, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις κατά την προδιαληφθείσα διεθνή σύμβαση και το άρθρο 438 ΚΠΔ, για την έκδοση του εκκαλούντος στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας, προκειμένου αυτός να εκτίσει την ποινή του.
Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος δεν έσφαλε και γι'αυτό οι αντίθετοι ισχυρισμοί του, καθώς και η έφεση στο σύνολό της πρέπει ν'απορριφθούν, ως αβάσιμοι κατ'ουσίαν, επιβληθούν δε σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
Για τους λόγους αυτούς Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ'ουσίαν την 6/28-7-2011 έφεση κατά της 18/2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπερ της έκδοσης στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου-εκκαλούντος M. Q. του A. και της A., Αλβανού υπηκόου, που γεννήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1987 στο ... της Αλβανίας. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Έκδοση στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως (ν. 4165/1961). Απορρίπτει έφεση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1574/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Η. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 1640/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 480/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 29 Απριλίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητού Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Τρικάλων, Α. Κ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Μαρτίου 2011, αίτηση του Η. Χ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1640/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1586/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ν. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ιωσηφέλλη, περί αναιρέσεως της 514, 515, 516, 517/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Α. του Ι., ως δικαστικού συμπαραστάτη του Δ. Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1626/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, η πολιτική αγωγή, µε την οποία επιδιώκεται χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, µπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπο που έχουν το δικαίωµα αυτό, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηµατική ικανοποίηση, µπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Το δικαστήριο ερευνά και αυτεπάγγελτα, κατά το άρθρο 87 ΚΠΔ, τα στοιχεία νοµιµοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος και την κατά τρόπο νοµότυπο γενόµενη εκ µέρους του δήλωση και άσκηση της πολιτικής αγωγής, κατά τα άρθρα 83 και 84 του ΚΠΔ. Στο εφετείο, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. τελ. του ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή ερευνάται αυτεπάγγελτα και επιδικάζεται ποσό, αν είχε επιδικασθεί στον πρώτο βαθµό και αν ακόµα απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων ή και όταν εµφανίζεται ως µάρτυρας, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς βέβαια να παραιτείται µε σχετική δήλωσή του της πολιτικής αγωγής, ανεξάρτητα αν επαναλαµβάνει ή όχι στο εφετείο τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι, ο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραστάς Α. Α., δια του αδελφού του δικαστικού συμπαραστάτη αυτού, ενώ δεν παραστάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγων, του επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ποσόν 45 ευρώ, όσο και στον πρώτο βαθμό. Από τα πρακτικά της πρωτόδικης 111,112,113/2009 αποφάσεως του ΜΟΔ Θηβών και της προσβαλλόμενης 514,515,516,517/2010 αποφάσεως του ΜΟΕ Αθηνών, προκύπτει ότι ο Δ. Α., παρέστη νομότυπα στον πρώτο βαθμό ως πολιτικώς ενάγων μετά συνηγόρου και του επιδικάστηκε νόμιμα κατ'άρθρο 932 του ΑΚ, το ποσό 45 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την πράξη της κατάχρησης σε ασέλγεια , για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, στη δε δίκη ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ο ίδιος πολιτικώς ενάγων, δε δήλωσε μεν παράσταση πολιτικής αγωγής, ούτε τον εκπροσώπησε κάποιος δικηγόρος, ούτε εξετάσθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας και στο τέλος μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, επιδικάστηκε στον ίδιο πολιτικώς ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση το ίδιο αιτηθέν και επιδικασθέν και πρωτοδίκως ποσό.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, κατά το άνω άρθρο 502 παρ. 1 εδ. τελ. του ΚΠΔ, αφού δεν προκύπτει από τα πρακτικά παραίτηση του πολιτικώς ενάγοντος από την πολιτική αγωγή, παραδεκτά και σύννομα ερευνήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η παραπάνω παραδεκτά ασκηθείσα στον πρώτο βαθμό πολιτική αγωγή και νόμιμα επιδικάστηκε το άνω ποσόν, παρά τη μη δήλωση σε αυτό εκ νέου παράστασης πολιτικής αγωγής και ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για υπέρβαση εξουσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση, παρά τη μη παράσταση πολιτικής αγωγής σε αυτό, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι .
Κατά το άρθρο 211 εδ. α του ΚΠΔ, με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 ΚΠΔ, και όχι απόλυτη, καλυπτόμενη επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι επήλθε ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, από το γεγονός ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε, επέτρεψε την εξέταση, ως μάρτυρα, του αστυνομικού Ν. Π., ο οποίος είχε ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα στα πλαίσια προανακριτικής έρευνας της αστυνομίας της Κερατέας. Όμως, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι κατά την εξέταση του ως άνω μάρτυρα αστυνομικού, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεν προβλήθηκε από μέρους του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, οποιαδήποτε αντίρρηση.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας από την εξέταση του ως άνω μάρτυρα αστυνομικού και υπέρβαση εξουσίας και που αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται " όποιος με κατάχρηση της παραφροσύνης άλλου ή της από οποιαδήποτε αιτία προερχόμενης ανικανότητάς του να αντισταθεί, ενεργεί επ'αυτού εξώγαμη συνουσία ή παρά φύση ασέλγεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τη διάταξη αυτή, που προστατεύει τη γενετήσια ελευθερία των προσώπων, που λόγω παραφροσύνης ή της κατάστασής τους είναι ανίκανα και δεν μπορούν να αντισταθούν ή να αυτοπροσδιορισθούν, προκύπτει ότι απαιτείται η ύπαρξη δόλου, έστω και ενδεχόμενου, που περιλαμβάνει τη θέληση τέλεσης εξώγαμης συνουσίας ή παρά φύση ασέλγειας και τη γνώση της κατάστασης του προσώπου, από την οποία ο δράστης, άνδρας ή γυναίκα, μπορεί να συναγάγει ότι το πρόσωπο, ο παθών, άνδρας ή γυναίκα ομοίως, κατά το χρόνο της πράξης, βρίσκεται σε μία τέτοια κατάσταση αδυναμίας αντίστασης. Ως παραφροσύνη νοείται κάθε μορφής διανοητική ατέλεια ή ολιγοφρένεια που εμποδίζει το θύμα να αντιληφθεί τον κοινωνικό χαρακτήρα της εναντίον του πράξης, με τα μέτρα σκέψης του φυσιολογικού ανθρώπου.
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 514,515,516,517/2010 απόφαση του Μ.Ο. Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για κατάχρηση σε ασέλγεια, κατ'εξακολούθηση, εκμεταλλευόμενος τη διανοητική αδυναμία του παθόντος, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, τα έγγραφα τα οποία ανεγνώσθηκαν σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο Δ. Α. του Ι., κάτοικος ... που έχει γεννηθεί το έτος 1968 από τη γέννησή του πάσχει από βαρειά νοητική καθυστέρηση, εξαιτίας της οποίας αδυνατεί εξ ολοκλήρου να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του. Για το λόγο αυτό, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3275/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, ο Δ. Α., έχει τεθεί υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, έχει δε οριστεί δικαστικός συμπαραστάτης του ο αδελφός του Α. Α. του Ι. Διαμένει με τους γονείς του στην ... επί της οδού ..., από τη συνεχή παρακολούθηση, φροντίδα και βοήθεια των τελευταίων. Λόγω της βαρύτητας της καταστάσεώς του και της ανικανότητάς του να διαχειρίζεται τις προσωπικές του υποθέσεις, ο Δ. Α., σπάνια απομακρυνόταν από την κατοικία του μόνος του, εκτός του ότι μόνος του μετέβαινε και παρέμενε σε κουρείο πλησίον της κατοικίας του που διατηρούσε κατά το έτος 2005 εκεί ο Δ. Κ.. Στο χώρο του κουρείου αυτού, ο Δ. Α. εγνώρισε τον κατηγορούμενο Ν. του Π. που είχε γεννηθεί το έτος 1944, κάτοικο ... επί της οδού .... Ο τελευταίος ήταν επαγγελματίας υδραυλικός και διατηρούσε εργαστήριο στην ... επί της οδού ..., αλλά από το έτος 2003, είναι συνταξιούχος του ΤΕΒΕ λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Τον χώρο επί της οδού ..., χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος ως χώρο αποθήκευσης επαγγελματικών εργαλείων και αντικειμένων καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2005. Κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα προ της 15-6-2005, ο Δ. Α. όταν η μητέρα του τον έπλενε, δυσανασχετούσε και διαμαρτυρόταν έντονα για πόνους στην πρωκτιαία περιοχή του σώματός του. Όταν η μητέρα του ρώτησε το Δ. να του εξηγήσει τι έχει συμβεί, εμβρόντητη τον άκουσε να της περιγράφει αυθόρμητα επανειλημμένα περιστατικά σεξουαλικής ικανοποίησης εκ μέρους του κατηγορουμένου Γ. Ν.. Συγκεκριμένα, ο Δ., αβίαστα περιέγραψε στη μητέρα του ότι ο κατηγορούμενος τον πήγε στο κατάστημά του, τον χάϊδεψε στο στήθος και στα γεννητικά του όργανα και στον πρωκτό του και ότι έβαζε το γεννητικό του όργανο στο πρωκτό του. Οι γονείς του παθόντος ζήτησαν απ' αυτόν να τους δείξει το μαγαζί του κατηγορουμένου όπου εγίνοντο οι ασελγείς πράξεις και εκείνος τότε τους οδήγησε στο κατάστημα του κατηγορουμένου. Μια μέρα μετά την αποκάλυψη του ως άνω γεγονότος, η μητέρα του Δ. είπε σ' αυτόν να βγεί έξω στην αυλή του σπιτιού τους στην …, αλλ' εκείνος αρνήθηκε και της είπε "όχι μαμά, είναι έξω ο Ν. με το αυτοκίνητο και με περιμένει". Οι γονείς του Δ. απευθήνθηκαν στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής των και προς διερεύνηση της υποθέσεως διατάχθηκε ιατροδικαστική έκθεση του παθόντος η οποία διερευνήθηκε στις 21-6-2005 από τους ορισθέντες ιατροδικαστές Σ. Μ. και Γ. Ν.-Λ.. Οι ιατροδικαστές αυτοί στην από 21-6-2005 ιατροδικαστική τους έκθεση βεβαιώνουν "από τη γενόμενη κλινική εξέταση του πρωκτού και της περιπρωκτικής χώρας διαπιστώνονται τα κάτωθι:-Εξάλειψη των πτυχών του βλεννογόνου κατά την 6η και 2η, 3η ώρα, χάλαση του τόνου του έξω σφιγκτήρος μυός, ακράτεια κοπράνων κατά την δακτυλική εξέταση. Συμπέρασμα :από την γενόμενη κλινική εξέταση ο ανωτέρω (Δ. Α.) 1) δεν φέρει κακώσεις σώματος 2)παρατηρούνται ευρήματα που συνηγορούν υπέρ προηγηθείσας κατ' επανάληψη παρά φύσης συνουσίας. Στοιχεία προσφάτου παρά φύση συνουσίας δεν ανευρέθηκαν και δια το λόγο αυτό δεν ελήφθη πρωκτικό έκκριμα για την ανίχνευση σπέρματος. Άτομο με ανάγκες (νοητική στέρηση)". Στις 15-6-2005, όταν καταγγέλθηκε το γεγονός από τους γονείς του Δ. στο Αστυνομικό Τμήμα Κερατέας, αξιωματικός υπηρεσίας ήταν ο εξετασθείς μάρτυς αστυνομικός Ν. Π., ο οποίος λίγο αργότερα συνομίλησε στο Αστυνομικό Τμήμα με τον Δ. τον οποίο έφεραν εκεί οι γονείς του. Σε σχετικές ερωτήσεις του ως άνω αστυνομικού, ο Δ. απάντησε ότι γνώριζε τον Ν., ότι ο τελευταίος ξεντυνόταν, πήγαινε από πίσω του και ερχόταν σε συνουσία μαζί του βάζοντας το γεννητικό του όργανο στον πρωκτό του, κάνοντας συγχρόνως τις χαρακτηριστικές κινήσεις της σεξουαλικής πράξης. Ως δράστη της ασέλγειας σε βάρος του, ο Δ., ενώπιον του άνω αστυνομικού Ν. Π., ανενδοίαστα ανέφερε το όνομα "Γ. Ν.". Αστυνομικοί του Αστυνομικού Τμήματος Κερατέας υπέδειξαν πρώτα στο Δ. ως δράστη της εις βάρος του κατ' εξακολούθηση ασέλγειας τον γυιό του Ν. Γ., Ν. Π.. Ο Δ. όμως αρνήθηκε ότι αυτός ήταν ο δράστης επιμένοντας, χωρίς αντιφάσεις, στο όνομα Γ. Ν.. Όταν ο Δ. αντίκρισε τον κατηγορούμενο στο Αστυνομικό τμήμα, ένιωσε τρόμο όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο αστυνομικός Ν. Π.. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι αυτός είναι ο δράστης της ως άνω κατ' εξακολούθηση ασέλγειας σε βάρος του Δ. Α. υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι ήταν και βιολογικά αδύνατο να πράξει τούτο λόγω σεξουαλικής ανικανότητάς του. Προς τούτο επικαλείται την αναγνωσθείσα χωρίς ημεροχρονολογία ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ιατρού Χ. Κ., ειδικού ιατροδικαστή ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν αδύνατον το διάστημα που πραγματοποιήθηκαν οι ως άνω πράξεις να τις έχει διαπράξει λόγω φυσικής ανικανότητας, εξαιτίας της βαρύτατης κατάστασης της υγείας του και της φαρμακευτικής αγωγής που ελάμβανε στο εν λόγω χρονικό διάστημα. Πρέπει πρώτα να σημειωθεί ότι η ως άνω ιατροδικαστική γνωμοδότηση που δεν φέρει ημεροχρονολογία, συνετάγη, κατά δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, τον Ιούνιο του έτους 2010. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αυτός είχε νοσηλευθεί στο καρδιολογικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Μελισσίων "Αμαλία Φλένιγκ" από 21-11-2002 έως 3-12-2002 για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και διαπιστώθηκε στεφανιαία νόσος δύο αγγείων. Λόγω της βαρύτητας της καρδιολογικής του καταστάσεως η Α/βαθμια Υγειονομική Επιτροπή τον έκρινε ανίκανο προς εργασία με ποσοστό αναπηρίας 67%. Συνεστήθη στον πάσχοντα συνεχής καρδιολογική παρακολούθηση, λήψη φαρμακευτικής αγωγής και αποφυγή κόπωσης. Παρά τα προβλήματα της υγείας του, ο κατηγορούμενος διαψεύδοντας και τον γνωμοδοτούντα ιατρό Χ. Κ., είχε τη φυσική ικανότητα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή κατά φύση και παρά φύση με άλλα άτομα κατά τη διάρκεια του έτους 2005. Για την ικανότητά του να συνουσιάζεται με τη σύζυγό του, αδιάψευστη μάρτυς είναι η ίδια η σύζυγός του Α. Ν. η οποία εξεταζόμενη ως μάρτυς ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου, κατέθεσε επί λέξει: "έχω πει ότι ο άνδρας μου είχε σπάνια στύση. Μετά το έμφραγμα δεν είχε καθόλου. Το 2002 είχε υποστεί το καρδιακό επεισόδιο. Το 2005 πολύ σπάνια ερχόταν σε επαφή ο άνδρας μου και μάλιστα μόνο με παρότρυνση δική μου".Για την ικανότητά του να συνουσιάζεται παρά φύση αδιάψευστος μάρτυρας είναι ο παθών ο Δ. Α. ο οποίος παρά τη βαριά νοητική υστέρηση, απαρέγκλιτα υποδεικνύει χωρίς ενδοιασμούς ως δράστη της εις βάρος του ασέλγειας μόνον τον κατηγορούμενο Γ. Ν. και παράλληλα θέλοντας να αποδώσει προς τα έξω με ακρίβεια το βίωμά του, κάνει με το σώμα του τις κινήσεις της σεξουαλικής πράξης. Απ' όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο ομοφώνως πείθεται ότι ο κατηγορούμενος στην ... κατά το χρονικό διάστημα του τελευταίου προ της 15-6-2005 εξαμήνου, σε ημερομηνίες που δεν διευκρινίστηκαν επακριβώς, ο κατηγορούμενος, ενεργών με πρόθεση, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο Δ. Α. παρουσιάζει εκ γενετής νοητική υστέρηση και ότι λόγω της αδυναμίας αυτής δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον κοινωνικό χαρακτήρα της εναντίον του πράξης με τα μέτρα σκέψης του φυσιολογικού ανθρώπου, ούτε σε κάθε περίπτωση να σχηματίσει, εξωτερικεύσει ή ενεργοποιήσει για την άμυνά του επαρκή βούληση αντίστασης, επανειλημμένα ενήργησε επ' αυτού παρά φύση ασέλγεια καθώς κατ' επανάληψη ήλθε μαζί του σε παρά φύση συνουσία. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται, κατάχρησης σε ασέλγεια κατ' εξακολούθηση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 , 98, 338 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, είναι λεκτέα τα εξής: Τα αποδεικτικά μέσα αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, η δε αναφορά του αιτιολογικού στην κατάθεση του θύματος ή στην κατάθεση συγκεκριμένου αστυνομικού μάρτυρος Ν. Π., δε σημαίνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη οι λοιπές καταθέσεις μαρτύρων και δη υπερασπίσεως, στους οποίους και ρητά αναφέρεται το δικαστήριο στην αρχή του παραπάνω αιτιολογικού. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το δικαστήριο δέχθηκε ως ουσιώδη και αληθή την κατάθεση του άνω μάρτυρος αστυνομικού Ν. Π. και εσφαλμένα εκτίμησε τις λοιπές μαρτυρικές καταθέσεις, ενώ ουδείς από τους λοιπούς μάρτυρες κατηγορίας εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά στην κατάθεση του πάσχοντος από διανοητική καθυστέρηση παθόντος, ότι δράστης είναι ο κατηγορούμενος, ενώ δράστες είναι άλλοι, όπως κάποιοι πνευματικά καθυστερημένοι στην …, με τα ονόματα Σ., Σ. και Γ. Σ. και οι συναφείς στον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι ο Αρχιφύλακας του ΑΤ Κερατέας που έλαβε την κατάθεση των μαρτύρων και του παθόντος είναι ανεψιός της μητέρας του παθόντος και αυτός μεθόδευσε τη σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία, χωρίς να γίνεται επίκληση ότι έχει προταθεί κατά τα άρθρα 14 παρ.2 και 25 ΚΠΔ ένσταση εξαιρέσεως του προανακτιτικού αυτού υπαλλήλου ή κάποια ακυρότητα στην προδικασία, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που κατέληξε με επαρκή αιτιολογία και χωρίς αντιφάσεις ότι δράστης είναι ο κατηγορούμενος και όχι τα παραπάνω τρίτα πρόσωπα.
Επομένως, οι συναφείς με τα παραπάνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ' του ΚΠΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ακυρότητα της διαδικασίας, ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 45/8.12.2010 αίτηση του Γ. Ν. του Π., για αναίρεση της 514,515,516,517/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Κατάχρηση σε ασέλγεια κατ' εξακολούθηση. 1)Στο Εφετείο, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. τελ. ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή ερευνάται αυτεπάγγελτα και επιδικάζεται ποσό, αν είχε επιδικασθεί στον πρώτο βαθμό και αν ακόμα απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων ή και όταν εμφανίζεται ως μάρτυρας, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς βέβαια να παραιτείται με σχετική δήλωση του της πολιτικής αγωγής, ανεξάρτητα αν επαναλαμβάνει ή όχι στο εφετείο τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. 2) Κατά το άρθρο 211 εδ. α ΚΠΔ, με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 ΚΠΔ, και όχι απόλυτη, καλυπτόμενη επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. 3) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. | null | null | 2 |
Αριθμός 1572/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση-Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 6683/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1613/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 εδ γ' ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αν με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ α' ΚΠοινΔ αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, από το με ημερομηνία 18 Ιανουαρίου 2001 αποδεικτικό επίδοσης του υπαρχιφύλακα του Τ.Τ.Αίγινας Π. Π., προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανιστεί κατά τη συνεδρίαση της 13ης Απριλίου 2011, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, όπως προκύπτει από την 680/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2010 αίτηση του Σ. Σ. του Χ. για αναίρεση της 6683/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που είναι διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
Αριθμός 1571/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1592/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 900/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.1 Π.Κ. "υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοιο έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία γενικώς και αφηρημένως μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως, υποκειμενικούς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του Π.Κ. "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνον η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξη του, αφού ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον λογικά σημαίνει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτων (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον ότι η βούληση του δράστη με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Έτσι, μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει μια τέτοια αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή της σκοπούμενης βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος ή η βλάβη δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος.
Υπάλληλος κατ' άρθρο 13 εδ. α του ΠΚ, είναι και ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ως ασκών κοινοτική υπηρεσία, ο οποίος έχει, κατ' άρθρο 39 του ν. 2647/1996, αρμοδιότητα για την έκδοση βεβαιώσεων.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1592/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ψευδούς βεβαιώσεως και παραβάσεως καθήκοντος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 24 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής (για τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του): "Με αφορμή της από 10.1.2005 καταγγελίας του Κ. Κ. προς το Α.Τ. ..., της από 1.12.2004 ομοίως του Β. Χ. προς το Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, Εισαγγελέα Πρωτοδικών και Εφετών, της από 28.1.2005 ομοίας του Γ. Π. προς το Δ/ντή Δασών Αν. Αττικής και των από 7.11.2005 και 11.12.2005 ομοίων της "Οικολογικής Εξόρμησης Αττικής" προς τους Υφ. ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., Νομάρχη Αν. Αττικής κ.λ.π., περί εκχερσώσεων καταλήψεων δασικών εκτάσεων που είχαν κηρυχθεί αναδασωτέες και ανέγερσης εντός αυτών αυθαιρέτως κτισμάτων από τους αδελφούς Ι. και Α. Τ. στη θέση "..." στην Κοινότητα ..., διενεργήθηκε έλεγχος από το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημοσίας Διοίκησης και συνετάγη η από Οκτωβρίου 2007 Έκθεση - Επιθεώρηση Ελέγχου με τις ακόλουθες διαπιστώσεις. Ως προς τον Ι. Τ. αυτός προέβη α) τον Ιούνιο του 2002 σε κατάτμηση ιδιωτικής δασικής έκτασης με συνιδιοκτησία δημοσίου, εκχέρσωση αυτής και ..., β) τον Αύγουστο του 2002 σε ανέγερση ισόγειας οικίας ... και δύο λαμαρινοκατασκευών ... τ.μ. και 24 τ.μ. και γ) το Σεπτέμβριο του 2005 στην κατασκευή στεγάστρων 82,8 τ.μ. Για τις παράνομες αυτές πράξεις της κατάτμησης και εκχέρσωσης δασικής έκτασης, η οποία πρέπει να σημειωθεί λόγω παλαιότερης πυρκαγιάς είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ' αριθμ. 4177/18.11.1993 απόφαση του Νομάρχη Αν. Αττικής και της ανέγερσης αυθαιρέτων κτισμάτων, είχαν υποβληθεί από το δεύτερο των κατηγορουμένων (Γ. Π.), οι από 584/2.8.2002 και 651/19.8.2002 μηνύσεις. Η πρώτη των κατηγορουμένων (Β. Σ.) ως προϊσταμένη του Δασονομείου ... απέστειλε τις μηνύσεις στο Δασαρχείο Πεντέλης στις 27.10.2004 ενώ τα απαραίτητα για την άσκηση των ποινικών διώξεων συνοδεύοντα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα και εκθέσεις αυτοψίας συνέταξε στις 12.10.2000 και 21.11.2005 και τα απέστειλε στο Δασαρχείο Πεντέλης στις 22.11.2005. Η ιδία για το αυθαίρετο κτίσμα του στεγάστρου υπέβαλε στις 15.2.2006 μήνυση και την απέστειλε στο Δασαρχείο Πεντέλης στις 22.12.2006. Ως προς τον Α. Τ., αυτός προέβη στις ακόλουθες παράνομες ενέργειες: α) Το Δεκέμβριο του 2004 στην κατάτμηση τμήματος ιδιωτικής δασικής έκτασης με συνιδιοκτησία του Δημοσίου η οποία είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ' αριθμ. 4177/1993 απόφαση του Νομάρχη Αν. Αττικής, στην εκχέρσωση αυτής, την περίφραξή της, την κατασκευή τοιχίου στήριξης μήκους 56 τ.μ., την κατασκευή ισόγειας οικίας 80 τ.μ., κατασκευή δεξαμενής και τοποθέτηση συστήματος ανεμογεννήτριας για παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, β) το Φεβρουάριο του 2005 συνέχισε τις αυθαίρετες εργασίες στην οικοδομή (τοποθέτηση θυρών, παραθύρων, διαμόρφωση προαυλίου χώρου) και γ) το Μάρτιο του 2005 στην κατασκευή βεράντας διαστάσεων 4Χ70 μ. περιμετρικά της οικοδομής. Για την αντιμετώπιση των παρανόμων αυτών ενεργειών η πρώτη κατηγορουμένη στις 11.1.2005 συνέταξε μήνυση την οποία απέστειλε στο Δασαρχείο Πεντέλης στις 9.11.2005 μαζί με την έκθεση αυτοψίας και τοπογραφικού διαγράμματος, ενώ ο τρίτος των κατηγορουμένων (Χ. Τ.) ως διοικητής του Α.Τ. ... από 12.1.2003, μερίμνησε να υποβληθούν μηνύσεις στις 5.2.2005 για την αυθαίρετη ισόγειο οικοδομή, στις 25.3.2005 για τις μεταγενέστερες αυθαίρετες εργασίες και στις 30.3.2005 να επιτευχθεί αυτόφωρη σύλληψη για συνέχιση παρανόμων οικοδομικών εργασιών. Περαιτέρω λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα 2002-2006 στο Δασονομείο Πεντέλης η νεοδιορισθείσα πρώτη κατηγορουμένη αντιμετώπισε μεγάλη εκκρεμότητα διεκπεραίωσης παλαιοτέρων υποθέσεων, την έλλειψη προσωπικού και υλικοτεχνικής υποδομής (στέρηση Δ.Χ. αυτοκινήτου), την μεγάλη έκταση φύλαξης δασών (180.000 στρ. περίπου), την απαλλαγή της από την πειθαρχική ποινή της επίπληξης (βλ. από 19.12.08 Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων Περιφέρειας Αττικής), το δικαστήριο σχημάτισε τη δικανική πεποίθηση ότι δεν ενήργησε με πρόθεση να παραβεί τα καθήκοντά της να μην αποστείλει εγκαίρως τις μηνύσεις κατά των Ι. και Α. Τ. στο Δασαρχείο Πεντέλης και να τους ωφελήσει. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί αθώα. Ως προς το δεύτερο των κατηγορουμένων αυτός εμπρόθεσμα και έγκαιρα υπέβαλε τις μηνύσεις κατά των Ι. και Α. Τ., ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι παράνομες ενέργειες του Α. Τ. έλαβαν χώρα το 2004 - 2005 και όχι το 2002, και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξης. Ως προς τον τρίτο των κατηγορουμένων Χ. Τ., για τις πολεοδομικές παραβάσεις του Α. Τ. υπεβλήθησαν (3) μηνύσεις και μία αυτόφωρη διαδικασία, ενώ για τις τοιαύτες του Ι. Τ. το 2002 δεν ήταν διοικητής του Α.Τ. ..., ούτε προέκυψε ότι έλαβε γνώση αυτών κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ούτε και αυτής της κατασκευής του στεγάστρου το 2005. Πρέπει να σημειωθεί ότι το αναφερόμενο στο κατηγορητήριο υπό στοιχ. Β.3 ισόγειο κτίσμα διαστάσεων 7Χ10Χ3μ. αφορά τον Α. Τ. και έχει υποβληθεί σχετική μήνυση. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Περαιτέρω, ως προς τον τέταρτο των κατηγορουμένων (Σ. Κ.), Πρόεδρο κατά την περίοδο 2002-2004 της Κοινότητας ..., ενώ εγνώριζε ότι η περιοχή "...", όπου είχαν ανεγερθεί τα αυθαίρετα κτίσματα του Ι. Τ., είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ' αριθμ. 4177/1993 απόφαση του Νομάρχη Αν. Αττικής και είχε απαγορευθεί μεταξύ των άλλων η εκχέρσωση και βοσκή ζώων (βλ. υπ' αριθμ. 7583/1994 απόφαση Δασάρχη Πεντέλης) για μια εικοσαετία, με πρόθεση να ωφελήσει τον Ι. Τ. προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: α) εξέδωσε την υπ' αριθμ. 446/26.2.2004 βεβαίωση προς τη ΔΕΗ Κηφισιάς με θέμα "Ηλεκτροδότηση της αυθαίρετης κατασκευής του Ι. Τ." στην οποία βεβαίωνε ψευδώς ότι το αυθαίρετο αυτό του Ι. Τ. καλύπτει τις προϋποθέσεις της κατηγορίας α' του ν.3212/2003 και μπορεί να συνδεθεί με το δίκτυο της ΔΕΗ. Αυτό όμως ήταν αναληθές, γιατί σύμφωνα ε το άρθρο 4 παρ. 6 και 23 του ν. 3212/2003, η δυνατότητα σύνδεσης με το δίκτυο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος των αυθαιρέτων κτισμάτων που είχαν ανεγερθεί μέχρι 30.9.2003, ήταν, μεταξύ των άλλων, η μη ανέγερσής τους μέσα σε δάση και δασικές εκτάσεις, όπως συνέβαινε με τα κτίσματα του Ι. Τ., ο οποίος τα ανήγειρε αφού εκχέρσωσε ιδιωτική δασική έκταση και θα μπορούσε με την έκδοση της ως άνω βεβαίωσης να πετύχει την ηλεκτροδότηση του αυθαιρέτου κτίσματος. Περαιτέρω στις 22.12.2004 συγκάλεσε το Κοινοτικό Συμβούλιο και με εισήγησή του έγινε ομόφωνα δεκτή η αίτηση του Ι. Τ. για χορήγηση παροχής νερού στο αυθαίρετο κτίσμα για πότισμα των αιγοπροβάτων του. Απέκρυψε όμως από τα μέλη του Κοινοτικού Συμβούλου (οι 5ος - 11ος κατηγορούμενοι) ότι η περιοχή είχε κηρυχθεί αναδασωτέα και απαγορευόταν η βοσκή ζώων, ενώ οι τελευταίοι πίστευαν ότι η παροχή νερού θα εξυπηρετούσε το πότισμα οικοσίτων αιγοπροβάτων, κάτι που δεν συνέβαινε, αφού ο Ι. Τ. διατηρούσε ποιμνιοστάσιο με τουλάχιστον 50 αιγοπρόβατα και έτσι πέτυχε να υδροδοτηθεί τόσο το ποιμνιοστάσιό του, όσο και το αυθαίρετο κτίσμα. Με βάση τα περιστατικά αυτά να κηρυχθεί ένοχος ο πέμπτος των κατηγορουμένων των πράξεων της ψευδούς βεβαίωσης παράβασης καθήκοντος. Να κηρυχθούν αθώοι οι 5ος έως 11ος των κατηγορουμένων της πράξης της παράβασης καθήκοντος, καθόσον πεπλανημένα πίστευαν ότι ενεργούν νομίμως με το να χορηγηθεί η παροχή νερού στον Ι. Τ. καθόσον δεν γνώριζα ότι τα κτίσματά του είχαν ανεγερθεί σε εκχερσωθείσα και αναδασωτέα περιοχή στην οποία απαγορευόταν η βοσκή των ζώων". Στη συνέχεια ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Α) στη ..., την 26-2-2004, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α Π.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 263α' ΠΚ, που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς σε τέτοιο έγγραφο περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του Προέδρου της Κοινότητας ... εξέδωσε, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 38708/7-10-2003 έγγραφο Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., την υπ' αριθ. 446/26-2-2004 βεβαίωση προς τη ΔΕΗ Κηφισιάς, με κοινοποίηση στο Πολεοδομικό Γραφείο Καπανδριτίου και θέμα: "Ηλεκτροδότηση της αυθαίρετης κατασκευής του Ι. Τ. του Ε.", στην οποία βεβαίωσε ψευδώς ότι το αυθαίρετο ισόγειο κτίσμα του Ι. Τ., επιφάνειας 45 τμ και ύψους τριών (3) μέτρων που βρίσκεται στην περιοχή "..." …, καλύπτει τις προϋποθέσεις τις κατηγορίας (α) του Ν. 3212/2003 και επομένως, μπορεί να προχωρήσει η σύνδεση με το δίκτυο της Δ.Ε.Η., ενώ το αληθές, το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, ήταν, ότι η περιοχή στην οποία είχε ανεγερθεί το ανωτέρω αυθαίρετο κτίσμα είναι ιδιωτική δασική έκταση υπέρ κληρονόμων Η. με συνιδιοκτησία του Δημοσίου κατά 10%, όπως διαπίστωσε το Δασονομείο Αγίου Στεφάνου Αττικής, η οποία έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ' αριθμ.4177/1993 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και συνεπώς δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 παρ.6 και 23 Ν. 3212/2003, με το οποίο παρασχέθηκε κατ' εξαίρεση η δυνατότητα προσωρινής σύνδεσης με τα δίκτυα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και ύδρευσης αυθαιρέτων κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί μέχρι την 30-9-2003 "εφόσον δεν βρίσκονται μέσα σε κοινόχρηστους χώρους, σε ρεύματα, σε αρχαιολογικούς χώρους, στον αιγιαλό ή την παραλία, σε δάση, δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, ή σε ζώνες απολύτου προστασίας περιοχής που προστατεύεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1650/1986 ...". Το γεγονός δε αυτό, το οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ο κατηγορούμενος, είχε έννομες συνέπειες, καθόσον με βάση τη βεβαίωση αυτή ο Ι. Τ. μπορούσε να πετύχει την ηλεκτροδότηση του αυθαίρετου κτίσματος του. Β) στη ..., την 22-12-2003, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α' ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 263α' ΠΚ, με πρόθεση και από κοινού παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με την ιδιότητα του Προέδρου της Κοινότητας ..., έλαβε κατόπιν συναπόφασης, την υπ' αριθμ. 144/2004 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου ..., με την οποία χορήγησε στον Ι. Τ. του Ε. παροχή νερού με τις τιμές του ισχύοντος κανονισμού ύδρευσης για το ποιμνιοστάσιο του, που βρίσκεται στην θέση "..." στην εκτός σχεδίου περιοχή της Κοινότητας αποκλειστικά και μόνο για το πότισμα των αιγοπροβάτων του, χωρίς αυτό να αποτελέσει δικαιολογητικό για την τυχόν δικαστική χρήση ή νομιμοποίηση ιδιοκτησίας, ενώ γνώριζε ότι η συγκεκριμένη περιοχή έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 4177/1993 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 86 Δασική Απαγορευτική Διάταξη Αναδασωτέας Δασικής Εκτάσεως του Δασάρχη Πεντέλης (αριθμ. πρωτ. 7583/14-4-1994), σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται για μία εικοσαετία σ' ολόκληρη την έκταση η βοσκή κάθε ζώου, όπως επίσης γνώριζε ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 70 παρ.1 Ν. 998/1979, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 29 παρ.1 Ν. 2081/1992, "ο ιδιοκτήτης και ο κάτοχος ποιμνίου που συλλαμβάνεται με το ποίμνιο του μέσα σε αναδασωτέα έκταση ή που δεν λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να μην εισέρχονται ζώα μέσα σε αναδασωτέα έκταση, καθώς, και αυτός που επιτρέπει τη βοσκή, σε τρίτους, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από 100.000 μέχρι 1.000.000 δραχμές". Προέβη δε στην ανωτέρω πράξη του. από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με σκοπό να ωφελήσει τον Ι. Τ., ο οποίος κατόπιν της ανωτέρω αποφάσεως, όχι μόνο πέτυχε να υδροδοτηθεί το ποιμνιοστάσιο που παράνομα διατηρούσε εντός της ως άνω αναδασωτέας έκτασης, αλλά παράλληλα και η αυθαίρετη κατοικία, που είχε παράνομα ανεγείρει εντός της ιδίας αναδασωτέας έκτασης".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1592/2011 απόφαση του, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, την επιβαλλόμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχουν δε ασάφειες και αντιφάσεις μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Ειδικότερα, α) ενόψει δηλωθείσας από τον κατηγορούμενο σχετικής αμφισβήτησης του δασικού χαρακτήρα των εκτάσεων της εν λόγω περιοχής και ισχυρισμού του ότι δεν περιλαμβάνονται στην ανωτέρω απόφαση κήρυξης αναδασωτέων εκτάσεων, λόγω χαρακτηρισμού τους ως αγροτικών προ της πυρκαϊάς του 1993, δεν αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Προέδρου της Κοινότητας ..., αιρετού οργάνου ΟΤΑ και δη δεν εκτίθεται στο αιτιολογικό πραγματικά περιστατικά γνώσεως και από ποία αποδεικτικά μέσα συνάγεται η γνώση αυτού, με θέληση ψευδούς βεβαιώσεως, για τα ψευδή γεγονότα που βεβαίωσε σε δημόσιο έγγραφο προς ΔΕΗ, ότι δήθεν το αυθαίρετο κτίσμα του Ι. Τ. κάλυπτε τις προϋποθέσεις της κατηγορίας α' του ν. 3212/2003 και μπορούσε να ηλεκτροδοτηθεί, χωρίς να διευκρινίζει συγκεκριμένα ποίες προϋποθέσεις και όρους έπρεπε να τηρεί, ενώ τούτο, δηλαδή η ηλεκτροδότηση απαγορευόταν, αφού η περιοχή της Κοινότητας του "..." ..., όπου είχεν ανεγερθεί το αυθαίρετο κτίσμα του Ι. Τ., είχε χαρακτηρισθεί αναδασωτέα με την 4177/1993 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, μετά από πυρκαϊά, β) στο αιτιολογικό, όσον αφορά την παράβαση καθήκοντος, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος πρόεδρος της Κοινότητας ... στις 22-12-2004 συγκάλεσε το Κοινοτικό Συμβούλιο και με εισήγηση του έγινε ομόφωνα δεκτή η αίτηση του Ι. Τ. για χορήγηση παροχής νερού στο αυθαίρετο κτίσμα για πότισμα των αιγοπροβάτων του, απέκρυψε όμως από τα συγκατηγορούμενα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου ότι η περιοχή είχε κηρυχθεί αναδασωτέα και απαγορευόταν η βοσκή ζώων, ενώ οι τελευταίοι πίστευαν ότι η παροχή νερού εξυπηρετούσε το πότισμα οικόσιτων αιγοπροβάτων, κάτι που δε συνέβαινε, αφού ο Ι. Τ. διατηρούσε ποίμνιο 50 αιγοπροβάτων, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος τους παραπλάνησε και έτσι αποφάσισαν όλοι μαζί την παράνομη υδροδότηση στο ποιμνιοστάσιο και στο αυθαίρετο κτίσμα του Ι. Τ., ενώ στο διατακτικό αναφέρεται αντιφατικά ότι ο κατηγορούμενος στις 23-12-2003 (δεν παραπλάνησε κανένα), αλλά αντίθετα από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του κοινοτικούς συμβούλους, κατόπιν συναπόφασης, έλαβαν την απόφαση, με την οποία το Κοινοτικό Συμβούλιο χορήγησε την παροχή νερού για το ποιμνιοστάσιο του Ι. Τ., δημιουργούμενης και ασάφειας ως προς το χρόνο τελέσεως, ενόψει του ότι μάλιστα, μπορεί να επηρεαστεί η παραγραφή, αν ο χρόνος είναι 22-12-2003 (διατακτικού) και όχι 22-12-2004 (αιτιολογικού), γ) δημιουργείται ασάφεια αν ο κατηγορούμενος πρόεδρος της Κοινότητας ... παρέβη τα καθήκοντα του και από ποία διάταξη νόμου προκύπτει αντίστοιχη υποχρέωση του και δη για το αν παρέβη το καθήκον του γιατί απέκρυψε από τους κοινοτικούς συμβούλους ότι απαγορεύεται η υδροδότηση ποιμνιοστασίου και επιτρέπεται η υδροδότηση οικόσιτων ζώων ή γιατί απέκρυψε από τους κοινοτικούς συμβούλους που συναποφάσισαν ότι απαγορεύεται η υδροδότηση σε αυθαίρετα κτίσματα και ποιμνιοστάσια, λόγω του ότι βρίσκονταν σε περιοχή που έχε κηρυχθεί με απόφαση του Νομάρχη αναδασωτέα.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι συναφείς, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1592/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα Σ. Κ. του Β..
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Παράβαση Καθήκοντος Προέδρου Κοινότητας (259 ΠΚ). Ψευδής Βεβαίωση (242 παρ.1 ΠΚ). Βάσιμος λόγος αναιρέσεως και αναιρεί για ασάφειες αντιφάσεις αιτιολογικού - διατακτικού καταδίκης του αναιρεσείοντος. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για ασάφειες, αντιφάσεις αιτιολογικού και διατακτικού και γιατί δεν εκτίθεται από πού συνάγεται η γνώση του κατηγορουμένου για το ψευδές των βεβαιούμενων γεγονότων. | null | null | 0 |
Αριθμός 1567/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ρ. του Σ., 2) Γ. Σ. του Α., 3) Α. Τ. του Σ., 4) Σ. Τ., 5) Α. Τ., 6) Α. Φ., 7) Σ. Χ., 8) Δ. Φ., 9) Γ. Β. και 10) Χ. Μ., όλων κατοίκων … . Οι 1ος, 2ος και 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζιάγκο, ενώ οι 4ος, 5η, 6η, 7η, 8ος, 9η και 10ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 628/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3594/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-1-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Μόνο δε αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Αν δεν αποδεικνύεται η συνδρομή μιας από τις προϋποθέσεις αυτές και ο απών διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα στη μετ' αναβολή δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση όχι μόνο γι' αυτόν αλλά και για όλους τους διαδίκους. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 94 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Ενώ, εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 104 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως και ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Η έλλειψη πληρεξουσιότητας τόσο προς το δικηγόρο που παραστάθηκε στο ακροατήριο για λογαριασμό του επισπεύδοντος, όσο και προς το δικηγόρο του, που επέσπευσε τη συζήτηση, υπογράφοντας τη σχετική κλήση, συνεπάγεται, κατά το ανωτέρω άρθρο 104 του ΚΠολΔ, την ακυρότητα της κλήσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 16-3-2010 η εκδίκαση της αιτήσεως αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 2-11-2010 και κατ' αυτήν για την προκειμένη δικάσιμο της 4-10-2011. Κατά την τελευταία δικάσιμο το αναιρεσείον και οι τέταρτος, πέμπτη, έκτος, έβδομη, όγδοος, ένατη και δέκατος από τους αναιρεσίβλητους δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον και οι απολειπόμενοι, αναιρεσίβλητοι είχαν επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχαν κλητευθεί σ' αυτήν νόμιμα και εμπρόθεσμα ή είχαν παραστεί νομίμως, κατ' αυτήν και κατά την προηγούμενη της παρούσας δικάσιμο, μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, έχοντος πληρεξουσιότητα. Επίσης, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτη από τους αναιρεσείοντες, που παραστάθηκαν νόμιμα και κατέθεσαν προτάσεις, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου των Κωνσταντίνου Ζιάγκου, δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν έκθεση περί επιδόσεως στους παραπάνω απολειπόμενους διαδίκους, αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως μετά κλήσεως, προκειμένου αυτοί να παραστούν στη συζήτηση κατά την προκειμένη, μετ' αναβολή, δικάσιμο της 4-10-2011, για την περίπτωση που επισπεύδουν αυτοί (παραστάντες αναιρεσίβλητοι) τη συζήτηση, ούτε αντίγραφο του επιδοθέντος σ' αυτούς αντίστοιχου δικογράφου με την επ' αυτού επισημείωση του άρθρου 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την περίπτωση που η συζήτηση επισπεύδεται από τους απόντες αναιρεσείον και απολιπόμενους αναιρεσίβλητους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 22-1-2007 αιτήσεως αναιρέσεως της µε αριθμό 3594/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Η έλλειψη πληρεξουσιότητας τόσο προς το δικηγόρο που παραστάθηκε στο ακροατήριο για λογαριασμό του επισπεύδοντος, όσο και προς το δικηγόρο του, που επέσπευσε τη συζήτηση, υπογράφοντας τη σχετική κλήση, συνεπάγεται, κατά το ανωτέρω άρθρο 104 ΚΠολΔ, την ακυρότητα της κλήσης. | null | null | 2 |
Αριθμός 1566/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.3154/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Κ. Γ. του Ε. και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ι. Τ. του Σ., 2)Ε. Τ. του Ι. και 3)Μ. συζ. Ι. Τ., κάτοικοι όλοι …, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Κουτσουλέλο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 220/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, που επιβάλλουν την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στις δικαστικές αποφάσεις αναφέρονται όχι στη δημοσίευση της αποφάσεως που γίνεται προφορικά, κατ'άρθρο 371 παρ.1 του ΚΠοινΔ, σε δημόσια συνεδρίαση, αλλά στην επακολουθούσα, με βάση τα πρακτικά της δίκης, έγγραφη διατύπωση αυτής που στη συνέχεια υπογράφεται από το δικαστή ο οποίος διηύθυνε τη συζήτηση και το γραμματέα μέσα στην προθεσμία του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠοινΔ. Γι'αυτό η μη απαγγελία των αιτιολογιών της αποφάσεως κατά τη δημοσίευση αυτής, που γίνεται προφορικά στο ακροατήριο ούτε παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 371 παρ.1 του ΚΠοινΔ συνιστά που να συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε κανένα λόγο εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 510 παρ.1 ίδιου Κώδικα ιδρύει. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι κατά την προφορική στο ακροατήριο απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως, το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόφασή του αυτή, αλλά αρκέσθηκε στις λέξεις "ένοχος ως πρωτοδίκως" πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 302 παρ.1 του ΠΚ, "Όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται : α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφ'όσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιούται στην μη καταβολή της προσηκούσης, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) από την οποία επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος δεν αρκεί η ύπαρξη κάποιας γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε και απλής ηθικής προς τούτο υποχρεώσεως, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνιστάται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι'ιδίων ενεργειών του δράστη που αμέσως επενεργούν, ως να υπέχει, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητού της διαφυλάξεως του, δια του άνω αποτελέσματος, προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρος, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου προς ενέργεια , γ) από ειδική σχέση, δυναμένη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός ανεδέχθη εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση και, στην περίπτωση που εκπηγάζει από ειδική, επιτακτικού χαρακτήρος, ουσιαστική διάταξη, πρέπει να προσδιορίζεται ο επιτακτικός αυτός κανόνας δικαίου. Περαιτέρω, στο άρθρου 290 Π.Κ. ορίζονται τα εξής: "§1. Όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται:α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος. §2. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του απ' αυτές προβλεπομένου εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η καθ' οιονδήποτε τρόπο διατάραξη, με πράξη ή παράλειψη, της ασφάλειας της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες , έτσι ώστε να είναι δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο ή να επήλθε θάνατος, υποκειμενικός δε για μεν την περίπτωση της παρ. 1 του ανωτέρου άρθρου δόλος (άμεσος ή ενδεχόμενος), για δε την περίπτωση της παρ. 2 αμέλεια υπό την ανωτέρω έννοια. Το έγκλημα αυτό συντελείται με μόνη η δημιουργία της δυνατότητος επελεύσεως του κινδύνου χωρίς να απαιτείται και η πραγματική επέλευση του. Στην περίπτωση δε της εξ' αμελείας τελέσεως του ανωτέρω εγκλήματος είναι δυνατή η πραγματική συρροή με την ανθρωποκτονία εξ' αμελείας, της τελευταίας αξιοποίνου πράξεως μη απορροφωμένης από την πρώτη, υποκείμενης σε αυτοτελή ποινική αξιολόγηση. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κωδικός, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στην συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθενται, τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των, αρκεί να προκύπτει ανενδοιάστως ότι για τον σχηματισμό της περί της ενοχής του κατηγορουμένου, κρίσεως το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνον, επιλεκτικώς, ορισμένα από αυτά. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν, η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι το πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.3154/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων, και ο συγκατηγορούμενος του Κ. Γ., κηρύχθηκαν ένοχοι ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της διατάραξης της ασφάλειας της συγκοινωνίας στους δρόμους από αμέλεια, και τους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα, κατ'είδος αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα: "Την 30 Νοεμβρίου 2003 και περί ώρα 6.30'στην Καλλιθέα Αττικής ο Σ. Τ., οδηγώντας την υπ'αριθμ.... δίκυκλη μοτοσικλέτα, εκινείτο επί της οδού 25 Μαρτίου με κατεύθυνση προς την οδό Θεσ/νίκης. Όταν έφτασε στη συμβολή των οδών Θεσ/νίκης-25 Μαρτίου-Αρχιμήδους, όπου ο φωτισμός δεν ήταν επαρκής, διότι ακόμη δεν είχε ξημερώσει καλά, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως πέντε (5) σιδερένια κολωνάκια ύψους 0,70μ. και πλάτους 0,10 μ. το καθένα με διάκενο μεταξύ τους 0,90μ., τα οποία είχαν τοποθετηθεί κατά πλάτος στην προέκταση της οδού Θεσ/νίκης, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με σφοδρότητα στον πρώτο από αριστερά πάσσαλο, να ανατραπεί και να πέσει στο πεζοδρόμιο της οδού, να χτυπήσει στο κεφάλι στην τσιμεντένια βάση και στα παρτέρια του σταθμού του ΗΣΑΠ Καλλιθέας και να υποστεί βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατός του. Τα ανωτέρω κολωνάκια τοποθετήθηκαν περί τις αρχές του τρίτου δεκαημέρου του Νοεμβρίου 2003, μετά από εντολή των κατηγορουμένων και μετά συνεννόηση του Δημάρχου κατηγορουμένου με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΗΣΑΠ, από εργάτες του ΗΣΑΠ (βλ. την απολογία του Β. Λ. στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης). Και τούτο διότι οι κατηγορούμενοι, ο πρώτος με την ιδιότητα του Δημάρχου Καλλιθέας και ο δεύτερος ως προϊστάμενος των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Καλλιθέας, ο οποίος είχε την ευθύνη για το οδικό δίκτυο του Δήμου, ενδιαφέρθηκαν να εκτελέσουν την υπ'αριθμ.460/2003 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Καλλιθέας σχετικά με την πεζοδρόμηση της οδού Θεσ/νίκης. Η έναρξη όμως της πεζοδρόμησης με τον τρόπο αυτό δεν ήταν νόμιμη, διότι η ανωτέρω δημοτική απόφαση δεν αναρτήθηκε στο Δημοτικό Κατάστημα, δεν κοινοποιήθηκε στους περιοίκους, δεν δημοσιεύθηκε σε δύο εφημερίδες, ούτε διαβιβάστηκε ο φάκελος προς έγκριση στη Νομαρχία Αθηνών ή στο ΥΠΕΧΩΔΕ και δεν έγινε σχετική δημοσίευση στο ΦΕΚ. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι τοποθέτησαν με εργάτες του Δήμου τις πινακίδες Ρ48 (υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας προς τα δεξιά) και Ρ55 (πεζόδρομος) και όχι εργάτες του ΗΣΑΠ, διότι ο ΗΣΑΠ δεν έχει αρμοδιότητα για την τοποθέτηση πινακίδων σε δρόμους του οδικού δικτύου και δεν διαθέτει προφανώς τέτοιες πινακίδες. Επίσης η τοποθέτηση των πινακίδων αυτών δεν έγινε στη σωστή θέση, αφού τοποθετήθηκαν μετά τα κολωνάκια και όχι πριν από αυτά, ώστε να είναι εμφανείς στους οδηγούς οχημάτων, όπως όφειλαν αυτοί να πράξουν, διότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο λόγω του κινδύνου που δημιούργησαν με την ανωτέρω ενέργειά τους (τοποθέτηση κολωνακίων) για τη ζωή των οδηγών αυτών (αρθρ.15 ΠΚ). Ο κατηγορούμενος Δήμαρχος ισχυρίζεται ότι με την υπ'αριθμ.150/21-1-2003 απόφασή του είχε αναθέσει τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και τη Διεύθυνση Πολεοδομίας στον Αντιδήμαρχο Π. Γ. και συνεπώς ότι δεν έχει ευθύνη για την πεζοδρόμηση. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι από την ανωτέρω απόφασή του δεν προκύπτει ότι του είχε αναθέσει και την εκτέλεση της ως άνω απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, αρμοδιότητα την οποία έχει κατά τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων. Άλλωστε ο ίδιος ενδιαφέρθηκε προσωπικά για την πεζοδρόμηση της ανωτέρω οδού σε εκτέλεση της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, αφού ήλθε σε συνεννόηση σχετικά με την τοποθέτηση των κολωνακίων με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΗΣΑΠ, που εκείνο το χρόνο απασχολείτο με την ανάπλαση του χώρου του σταθμού του ΗΣΑΠ Καλλιθέας. Βρέθηκε βέβαια στο δείγμα αίματος του θύματος οινόπνευμα σε συγκέντρωση 2,26γραμ. και 1000κ.εκ. (λίτρο αίματος), πλην όμως η πρόσκρουση επί του κολωνακίου της μοτοσικλέτας δεν οφείλεται στην επήρεια του οινοπνεύματος, αφού η πτώση της προκλήθηκε από την ύπαρξη του εμποδίου αυτού, που απέκλεισε την πορεία του και συνεπώς κάθε αντίθετος ισχυρισμός των κατηγορουμένων κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Άλλωστε στο σημείο αυτό το θύμα δεν είχε αναπτύξει ταχύτητα και τα κολωνάκια ήταν χρώματος γκρι με ελαφρύ φωσφοριζέ χρωματισμό, ήταν δε αντιληπτά από τους οδηγούς, λόγω του μη επαρκούς φωτισμού, σε απόσταση περίπου δύο (2) μέτρων. Γι'αυτό και το θύμα δεν αντιλήφθηκε αυτά εγκαίρως, ώστε να προλάβει να φρενάρει (βλ. σχετικά κατάθεση Γ. Γ. στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης). Εξάλλου την ευθύνη των κατηγορουμένων ενισχύει και το γεγονός ότι μόλις πληροφορήθηκαν το θανατηφόρο ατύχημα έβγαλαν τα κολωνάκια και τις πινακίδες, με την επιμέλεια του δευτέρου κατηγορουμένου. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, οι κατηγορούμενοι φέρουν υπαιτιότητα για το θάνατο του Σ. Τ., διότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν προκάλεσαν με τις ενέργειές τους και τις παραλείψεις τους το θάνατο του ανωτέρω, αξιόποινο αποτέλεσμα που δεν πρόβλεψαν. Ειδικότερα, ενδιαφερόμενοι να εκτελέσουν την υπ'αριθμ.460/2003 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Καλλιθέας και μάλιστα πριν ολοκληρωθεί η προαναφερόμενη νόμιμη διαδικασία για την έγκρισή της από την αρμόδια Αρχή και τη σχετική δημοσίευση στο ΦΕΚ, αυθαίρετα και παράνομα ανέθεσαν με εντολή τους και τοποθετήθηκαν από εργάτες του ΗΣΑΠ κολωνάκια κατά πλάτος της οδού Θεσ/νίκης, χωρίς να ειδοποιήσουν τους περιοίκους για την ενέργειά τους αυτή και χωρίς να τοποθετήσουν τις ανωτέρω πινακίδες πριν από τα κολωνάκια, ώστε αυτές να είναι εμφανείς στους οδηγούς οχημάτων, παρότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να το πράξουν λόγω του κινδύνου που δημιούργησαν για τις ζωές των οδηγών οχημάτων που κινούνται στην ανωτέρω οδό, με αποτέλεσμα ο Σ. Τ. με την ανωτέρω μοτοσικλέτα του να προσκρούσει στον πρώτο από αριστερά σε σχέση με την πορεία του πάσσαλο που είχε τοποθετηθεί στην οδό Θεσ/νίκης, να ανατραπεί και να πέσει βιαίως στο πεζοδρόμιο της εν λόγω οδού, να κτυπήσει το κεφάλι του και να υποστεί βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του, αποτέλεσμα το οποίο αυτοί δεν πρόβλεψαν. Επίσης, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν αυτοί ανέθεσαν παρανόμως σε άλλους την τοποθέτηση των ανωτέρω κολωνακίων κατά πλάτος της παραπάνω οδού, με συνέπεια να την αποκλείσουν και να διαταράξουν έτσι την ασφάλεια της συγκοινωνίας στην οδό. Από την πράξη τους αυτή και υπό τα προαναφερόμενα περιστατικά επήλθε ο θάνατος του ανωτέρω προσώπου, αποτέλεσμα το οποίο αυτοί δεν πρόβλεψαν". Με αυτά που δέχθηκε το άνω δικαστήριο, διέλαβε στο σκεπτικό, αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό της αποφάσεως, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ.1, 290 1β, 2 ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως η εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, αναφέρει το περιστατικό της αμέλειας του αναιρεσείοντος, ο οποίος ως Δήμαρχος του Δήμου ..., αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, λόγω του κινδύνου που δημιούργησε για τη ζωή των οδηγών, με την τοποθέτηση των κολωνακίων κατά πλάτος της οδού Θεσσαλονίκης για την πεζοδρόμηση αυτής, δεν τοποθέτησε όπως όφειλε, με τους εργάτες του Δήμου, τις ρυθμιστικές πινακίδες Ρ-48 (υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας προς τα δεξιά) και Ρ-55 (πεζόδρομος) πριν από τα κολωνάκια, αλλά μετά από αυτά, ώστε να είναι εμφανείς στους οδηγούς των οχημάτων, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί των κολωνακίων ο οδηγός της υπ'αριθ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας Σ. Τ. ο οποίος έβαινε επί της οδού 25ης Μαρτίου με κατεύθυνση προς την οδό Θεσσαλονίκης. Επίσης αναφέρει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πράξης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος (θάνατος του οδηγού).
Οι προβαλλόμενες ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες διότι: α) δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ότι δεν τέλεσε της αποδιδόμενες σ'αυτόν πράξεις διότι με την υπ'αριθ.150/21-1-2003 απόφασή του είχε αναθέσει την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Καλλιθέας στον Αντιδήμαρχο Π. Γ., αλλά συνιστά άρνηση της κατηγορίας. Επομένως δεν απαιτείτο ειδική, προς τούτο πρόταση του Εισαγγελέα, ο οποίος όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού ανέπτυξε την κατηγορία πρότεινε την ενοχή του αναιρεσείοντος και ούτε είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Παρά ταύτα, όμως, το Δικαστήριο απέκρουσε αιτιολογημένα τον ως άνω ισχυρισμό με την παραδοχή κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε αναθέσει και την εκτέλεση του άνω έργου στον Π. Γ., για την εκτέλεση άλλωστε του οποίου (πεζοδρόμηση της οδού Θεσσαλονίκης) ενδιαφέρθηκε προσωπικά ο ίδιος ο αναιρεσείων επικοινωνώντας με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΗΣΑΠ. β)το Δικαστήριο της ουσίας σαφώς δέχθηκε την μη συνειδητή αμέλεια με τις παραδοχές ....ότι ο από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν (αναφερόμενο το Δικαστήριο και στην αμέλεια του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Κ. Γ.)......δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια...και της διατάραξης συγκοινωνιών. γ)Από το περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος στην απολογία του συγκατηγορουμένου του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Β. Λ.. δ)Το Δικαστήριο της ουσίας, με τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό περιστατικά, πλήρως αιτιολογεί την αμέλεια του κατηγορουμένου, η δε τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος οδηγού δεν ασκεί επιρροή στην περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου. ε) Είναι αδιάφορη και δεν ασκεί επιρροή στην περί αμέλειας κρίση του Δικαστηρίου, η αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι η πεζοδρόμηση της οδού Θεσσαλονίκης, με την τοποθέτηση των κολωνακίων και των ρυθμιστικών πινακίδων, άρχισε πριν η υπ'αριθ.460/2003 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Καλλιθέας (περί πεζοδρόμησης της άνω οδού) αποκτήσει τυπική ισχύ (με τη δημοσίευση στο οικείο ΦΕΚ κτλ) καθόσον η αναφορά αυτή έγινε για να τονισθεί η προχειρότητα με την οποία ενήργησε ο κατηγορούμενος για την πεζοδρόμηση της άνω οδού. στ)Με την παραδοχή ότι τα τοποθετηθέντα στο πλάτος της οδού Θεσσαλονίκης κολωνάκια χρώματος γκρι με ελαφρύ φωσφοριζέ χρωματισμό, τα οποία ήταν αντιληπτά από τους οδηγούς σε απόσταση δύο περίπου μέτρων, με συνέπεια να αποκλείουν την οδό και να διαταράσσουν την ασφάλεια της συγκοινωνίας στην άνω οδό, πλήρως αιτιολογείται η αποδοθείσα εξ αμελείας διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών.
Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε'του ΚΠοινΔ, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 28 και 290 του Π.Κ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, οι διαλαμβανόμενες στους άνω λόγους, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παράγραφος 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγου αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις, εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητα του, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα πραγματοποιήθηκε η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την υπ'αριθ.150/21-1-2003 απόφαση του αναιρεσείοντος Δημάρχου, την οποία το Δικαστήριο αντέκρουσε για να αχθεί στην καταδικαστική του κρίση. Το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητος του λόγου αναιρέσεως, δεν είναι καταχωρημένο στην οικεία θέση των αναγνωσθέντων εγγράφων. Όμως, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, ο κατηγορούμενος, αρνούμενος την ενοχή του, επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ίδιος το άνω έγγραφο, όπως και στην ένδικη αίτησή του τονίζει. Έτσι, ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας το περιεχόμενο του άνω εγγράφου, μπορούσε, εάν ήθελε να σχολιάσει αυτό με δηλώσεις, παρατηρήσεις η εξηγήσεις καταχωρημένες στα πρακτικά και συνεπώς καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'του ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 28 Ιανουαρίου 2011 αίτηση του Κ. Α. του Ι. περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.3154/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια και διατάραξη της ασφάλειας συγκοινωνιών από αμέλεια. Η μη απαγγελία των αιτιολογιών της αποφάσεως κατά την προφορική δημοσίευση δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 371§1 ΚΠΔ που να συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε λόγο αναιρέσεως. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, εκ πλαγίου παραβιάσεως του νόμου και απόλυτης ακυρότητας (εκ της λήψεως υπόψη εγγράφου, που δεν φέρεται καταχωρημένο στα αναγνωσθέντα έγγραφα, το οποίο όμως προσκόμισε και επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος). | null | null | 1 |
Αριθμός 1563/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Στέργιο Κίκα, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Ν. Β., 2) Β. Γ. Μ., 3) Ν. Δ. Α., 4) Δ. Α. Σ. και 5) Χ. Γ. Σ., κατοίκων .... Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Χρήστου Σιάμπα, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 9-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς 2443-2444-2445-2446/17-9-2010, 2450-2451-2452-2453/20-9-2010 και 2457-2458/21-9-2010 εκθέσεις επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Τριπόλεως ..., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και της από 18-3-2010 κλήσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου κατά την προσδιορισθείσα αρχική δικάσιμο της 7-12-2010, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους. Επομένως εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία τους, αφού η εγγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως και δεν ήταν απαραίτητη η εκ νέου κλήτευση τους (άρθρα 576 παρ. 2, 575, 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ). Επειδή για το παραδεκτό της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως προσκομίζεται η 308/2008 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2298/2005, όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 2721/1999.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων 648, 649, 669, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή όπως ήδη αναφέρθηκε παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ , όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος ανήκει στο δικαστήριο το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 559, 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων η σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας). Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη αφενός με το ΠΔ 81/2003 το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004 το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004. Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος) το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920 αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης κατά την προαναφερθείσα έννοια και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001) χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος: 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001 ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ. 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Η Διεύθυνση Ελέγχου Συντηρήσεως Έργων (ΔΕΣΕ) Τριπόλεως της Περιφέρειας Πελοποννήσου είναι δημόσια υπηρεσία του εναγομένου, λειτουργεί από το έτος 1978 και είναι αρμόδια για την συντήρηση του μήκους χιλίων πενήντα (1.050) χιλιομέτρων Εθνικού Οδικού Δικτύου (ΕΟΔ) των Νομών Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας,Λακωνίας και Μεσσηνίας. Η συντήρηση αυτή συνίσταται στην καθ' όλη διάρκεια του έτους επούλωση λάκκων του ασφαλτοτάπητα, οριζόντια και κάθετη σήμανση των οδών, κοπή αυτοφυούς βλαστήσεως για να μη παρεμποδίζεται η ορατότητα στις οδούς, απομάκρυνση προϊόντων κατολισθήσεων και καταπτώσεων βράχων επί των οδών, αποχιονισμό οδών κ.λ.π. και απαιτεί, ως εκ της φύσεώς της αυτής, την συνεχή ύπαρξη και διατήρηση προσωπικού καταλλήλου προς τούτο, που θα επεμβαίνει αμέσως για την θεραπεία των εμφανιζομένων προβλημάτων. Η επιτέλεση του έργου αυτού, από του έτους 1994 τουλάχιστον και εντεύθεν, γινόταν τόσο με το μόνιμο εργατοτεχνικό προσωπικό της υπηρεσίας αυτής, όσο και με προσωπικό διαφόρων ειδικοτήτων, που προσλαμβανόταν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Μάλιστα η υπηρεσία αυτή είχε διατυπώσει προς τις αρμόδιες αρχές την ανάγκη προσλήψεως μόνιμου προσωπικού για την αντιμετώπιση των αναγκών της επικαλούμενη ότι η προς τούτο ανάγκη με την πάροδο του χρόνου καθίστατο επιτακτική λόγω μειώσεως του μονίμου προσωπικού της λόγω συνταξιοδοτήσεως και εξ άλλων λόγων αποχωρήσεως. Μεταξύ των πρoσληφθέντων για την εξυπηρέτηση του σκοπού της υπηρεσίας αυτής και για την κάλυψη των αναγκών της είναι και οι αναιρεσίβλητοι οι οποίοι προσελήφθησαν με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες καταρτίζονταν συμφώνως προς το άρθρο 21 του ν.2190/1994, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με τον ν.2225/1994 ρητώς χαρακτηριζόμενες ως ορισμένου χρόνου και διεπόμενες, κατά τα επίσης ρητώς συμφωνηθέντα, από τους ανωτέρω Νόμους και παρείχαν την εργασία της ειδικότητάς τους, με βάση την οποίαν προσελήφθησαν, στην περιοχή αρμοδιότητας της ΔΕΣΕ Περιφέρειας Πελοποννήσου ως εξής: Ο πρώτος αυτών Κ. Β. του Ν. προσελήφθη ως τεχνίτης σκυροδέματος και παρείχε την εργασία του κατά τα χρονικά διαστήματα: α) από 3-1-2000 έως 31-8-2000, β) από 1-2-2001 έως 30-9-2001, γ) από 9-9-2002 έως 8-5-2003 και δ) από 16-7-2003 έως 15-3-2004. Η δεύτερη Β. Μ. του Γ. προσελήφθη και παρείχε την εργασία της κατά τα χρονικά διαστήματα: α) από 15-11-1996 έως 14-7-1997 ως εργάτρια στο ΕΟΔ αρμοδιότητα της ανωτέρω υπηρεσίας, β) από 3-1-2000 έως 31-8-2000 ως φύλακας του κεντρικού εργοταξίου της προαναφερομένης υπηρεσίας στην Τρίπολη και γ) από 16-7-2003 έως 15-3-2004 ως εργάτρια του κεντρικού εργοταξίου της αυτής ως άνω υπηρεσίας στην Τρίπολη. Ο τρίτος τούτων Ν. Α. του Δ. προσελήφθη ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων της περιοχής αρμοδιότητας της ως άνω υπηρεσίας και παρείχε την εργασία του κατά τα χρονικά διαστήματα: α) από 1-2-2001 έως 30-9-2001, β) από 9-9-2002 έως 8-5-2003 και γ) 16-7-2003 έως 15- 3-2004. Ο τέταρτος Δ. Σ. του Α. προσελήφθη ως χειριστής μηχανήματος έργου και παρείχε την εργασία του κατά τα χρονικά διαστήματα: α) από 1-8-1995 έως 31-3- 1996, β) από 15-11-1996 έως 14-7-1997, γ) από 1-12-1997 έως 31-7-1998, δ) 3-1-2000 έως 31-8-2000, ε) 9-9-2002 έως 8-5-2003 και στ) από 1-10-2003 έως 31-5-2004. Και ο τελευταίος αυτών Χ. Σ. του Γ. προσελήφθη ως οδηγός αυτοκινήτου Γ' και Ε' κατηγορίας και παρείχε την εργασία του κατά τα χρονικά διαστήματα: α) από 16-2-2001 έως 15-10-2001, β) από 9-9-2002 έως 8-5-2003 και γ) από 18-9-2003 έως 17-5-2004. Οι εν λόγω έγγραφες συμβάσεις προσλήψεως των διαδίκων κατά τα αναφερόμενα σ' αυτές, καταρτίζονταν κάθε φορά, για ορισμένο χρόνο και προς αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή προσκαίρων αναγκών της εν λόγω υπηρεσίας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στην περιοχή της αρμοδιότητάς της, διέπονταν από το άρθρο 21 του ν. 2190/1994, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με τον ν. 2225/1994 και ότι αυτές (ως άνω συμβάσεις) θα λύονται "αυτοδικαίως" μόλις συμπληρωθεί ο συμφωνηθείς χρόνος των οκτώ (8) μηνών παροχής της εργασίας τους, ενώ η ανανέωση, παράταση ή μετατροπή αυτών σε αορίστου χρόνου είναι άκυρη. Έτσι μετά το πέρας του συμφωνημένου κάθε φορά χρόνου παροχής της εργασίας του, το αναιρεσείον δεν απεδέχετο την εργασία των αναιρεσιβλήτων, θεωρώντας ότι αυτοδικαίως η σύμβαση με καθένα από αυτούς είχε λήξει. Όμως υπό τα εκτεθέντα περιστατικά, αποδεικνύεται, ότι οι εν λόγω διαδοχικές προσλήψεις των ανωτέρω εργαζομένων έγιναν όχι για την κάλυψη πρόσκαιρων, απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών του αναιρεσείοντος, αλλά για την κάλυψη και εξυπηρέτηση των προαναφερομένων παγίων, συνεχών και διαρκών αναγκών αυτού προς συντήρηση του ΕΟΔ αρμοδιότητας της ΔΕΣΕ Τριπόλεως, ο τοιούτος χαρακτήρας των οποίων (αναγκών) είναι σύμφωνος προς το είδος, και τον σκοπό της υπηρεσίας αυτής του αναιρεσείοντος και εξυπηρετείται απολύτως από την ειδικότητα με βάση την οποίαν κάθε αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε. Η κρίση αυτή ενισχύεται και εκ του γεγονότος της επανειλημμένης προσλήψεως των αναιρεσιβλήτων με την ίδια ειδικότητα κάθε φορά και επί μακρό χρονικό διάστημα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν αποτυπώνει την πραγματική φύση της εργασιακής τους σχέσης, η οποία είναι εκείνη της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, το οποίο χρειαζόταν σε σταθερή βάση τις υπηρεσίες τους. Μετά ταύτα απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσεβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι αυτοί συνδέονται με το αναιρεσείον με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου από της αρχικής προσλήψεως τους αναγνωριζομένης δε της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων τους να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και των άρθρων 103 παρ. 2, 7, 8 του Συντάγματος, 19 παρ. 11 β' του ν. 1404/1983 και 5, 11 του ΠΔ 164/2004. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμό 77/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 4η Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Δημόσιο. Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο τομέα. Εργαζόμενοι με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας με πλήρη από το έτος 2000 έως 15-3-2004, οι οποίες στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Κρίση ότι οι ως άνω συμβάσεις έχουν τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, οι οποίες μπορούν να μετατραπούν σε τέτοια, δεδομένου ότι καταρτίστηκαν: α) πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ β) των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001 και απαγορεύουν την μετατροπή τους και γ) των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως. | null | null | 0 |
Αριθμός 1561/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Δήμο Χίου, νήσου Χίου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συµβάσεως εργασίας έχουν άµεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασµό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συµβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόµο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε. νοµοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την, ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους µέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόµου. Για το λόγο αυτόν δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νόμιμων αποδοχών του εργαζόμενου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠολΔ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη µεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελµα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου ως άνω ν. 1876/1990, οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συµβάσεις εργασίας (επομένως και οι εξομοιούμενες µε αυτές, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του ίδιου νόµου, διαιτητικές αποφάσεις) δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι µέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύµβαση εργασίας ατοµικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύµβαση εργασίας µε κοινούς εξουσιοδοτημένους εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του εν λόγω νόµου. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 11 του ίδιου νόµου, µε απόφασή του, που εκδίδεται µετά από γνώµη του Ανώτατου Συµβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας µπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύµβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος. Η επέκταση οµοιοεπαγγελµατικής συλλογικής σύµβασης εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, µε την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10, "κατά την οποία κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύµβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής µε ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύµβαση εργασίας". Ακόµη, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11, "την επέκταση µπορεί να ζητήσει και αρµόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών µε αίτησή της, που υποβάλλει στον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού και, στην περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία υποβολής της". Από τις ως άνω παρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι η συλλογική σύµβαση εργασίας ισχύει µόνο έναντι των µελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύµβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν µε τις δραστηριότητές τους να είναι µέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή τους. Την επέκταση µπορεί να ζητήσει και η αρµοδία συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών µε αίτησή της προς τον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση αυτή ισχύει από τη χρονολογία εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού (όχι αναδρομικώς) και, στην περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει αίτηση, από τη χρονολογία υποβολής της. Ειδικότερα, ο χρόνος διάρκειας της δεσμεύσεως από την κηρυσσόµενη ως γενικώς υποχρεωτική συλλογική σύµβαση εργασίας ταυτίζεται, µε το χρόνο ισχύος της τελευταίας, αρχίζει όµως όχι από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος αυτής, αλλά από το χρόνο (χρονολογία) δημοσιεύσεως της σχετικής υπουργικής αποφάσεως, η οποία επεκτείνει την ισχύ της, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε η εν λόγω υπουργική απόφαση αποκτά νοµική ισχύ. Ακόµη, αν η κήρυξη ως υποχρεωτικής της κλαδικής ή οµοιοεπαγγελµατικής Σ.Σ.Ε. αποφασιστεί ύστερα από αίτηση αρµόδιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 1876/1990, τότε η έναρξη της δεσμεύσεως από την επέκταση αρχίζει από τη χρονολογία υποβολής της εν λόγω αιτήσεως. Τέλος, ενόψει και της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι "η απόφαση του διαιτητή εξομοιώνεται µε συλλογική σύµβαση εργασίας και ισχύει από την εποµένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση", για την κατάθεση και την έναρξη της τυπικής ισχύος των διαιτητικών αποφάσεων, σε περίπτωση κηρύξεώς τους ως γενικώς υποχρεωτικών, εφαρμόζονται κατ' αναλογία όλες οι παραπάνω διατάξεις που αφορούν τις Σ.Σ.Ε. Ενόψει αυτών η ιδιότητα του µέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής. Το στοιχείο αυτό όµως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των Σ.Σ.Ε. δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλ' αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του. Στην περίπτωση αυτήν, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως µελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεστεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του µε τις προτάσεις, σύµφωνα µε το άρθρο 224 εδ. β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει, σύµφωνα µε τους ορισµούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι µέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τούτο όµως δεν απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία η ισχύς της Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, µε την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής µε υπουργική απόφαση, και πέραν από τα πρόσωπα που είναι µέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή της, όπως είναι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, ενώ για το προηγούμενο της κηρύξεως της Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., ως γενικώς υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική από το χρόνο κηρύξεως της ως γενικώς υποχρεωτικής. Εξάλλου στοιχεία της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη κατ' αρ. 216 παρ. 1α KΠολΔ, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλα οφειλόμενα από τον εργασιακή σύμβαση ποσά, όπως προσαυξήσεις νυχτερινής εργασίας, αμοιβή υπερεργασίας, νόμιμης ή παράνομης υπερωριακής εργασίας κτλ. είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα, τούτο δε ισχύει και επί αγωγής οδηγού φορτηγού εργαζομένου υπό το καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 40 ωρών, με την οποία ασκούνται τέτοιες αξιώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του ΒΔ της 28-1/14-2-1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων", 1 ν. 435/1976, 13 της 12/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984, 6 της 40/1985 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 19533/1985, 6 της από 14-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας που δημοσιεύθηκε με την 11770/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνεπάγεται το νομικά αβάσιμο της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως μη νόμιμης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη νοµική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόµος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώµατος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνεπάγεται την αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως αόριστης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 12-12-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος εξέθεσε σ' αυτήν ότι δυνάµει συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε µεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας στη Στυλίδα, στις 3-6-2003, προσλήφθηκε από την τελευταία, που διατηρούσε και εκμεταλλευόταν επιχείρηση μεταφοράς προϊόντων, για να εργάζεται στην επιχείρηση της αυτήν ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου άνω των 6 τόνων, έχοντας τα νόµιµα προσόντα και άδεια ικανότητας οδηγού Ε' κατηγορίας, αντί μηνιαίου ποσού που προβλέπεται από τις οικείες κλαδικές Σ.Σ.Ε., ότι εργάστηκε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας από την πρόσληψή του έως τις 31-8-2005, κατά την οποία απολύθηκε, ότι κατά το εν λόγω (επίδικο) χρονικό διάστημα αφενός πραγματοποίησε τις λεπτομερώς αναφερόμενες ώρες υπερεργασίας, υπερωριακής απασχολήσεως και υπερωριακής απασχολήσεως (νόμιμης και μη νόμιμης) και αφετέρου εργάστηκε κατά τα αναφερόμενα Σάββατα και Κυριακές. Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή ο αναιρεσίβλητος, όπως το αίτημα της περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 97.931,14 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως αμοιβή ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, αποζημίωση λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, εργασίας κατά το Σάββατο, την Κυριακή και το ρεπό του και τέλος, ως αποζημίωση για τη μη χορήγηση άδειας. Έτσι όπως είχε η ένδικη αγωγή ήταν πράγματι ορισμένη, αφού υπήρχε σ' αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σαφής έκθεση των γεγονότων που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκησή της από τον αναιρεσίβλητο κατά της αναιρεσείουσας, ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ορισμένο αίτημα, ιδίως δε εκτίθετο στην εν λόγω αγωγή η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το επάγγελμα και η ειδικότητα του αναιρεσιβλήτου εργαζομένου, η επιχείρηση την οποία, ασκούσε η αναιρεσείουσα, στην οποία εργαζόταν, ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονταν οι αποδοχές, παρετίθεντο δε λεπτομερώς οι ημέρες και οι ώρες παροχής της εργασίας του, με ειδική μάλιστα αναφορά ως προς την υπερεργασία και την υπερωριακή εργασία των ωρών αυτών κατά ημέρα και κατά εβδομάδα, κατά τις Κυριακές, τα Σάββατα και τις ημέρες των ρεπό, κατά τα οποία εργάσθηκε, δηλαδή κατά τρόπον ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση ποιες στην πραγματικότητα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. οφείλονταν ή όχι τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή χρηματικά ποσά, κατά αυτεπάγγελτη εφαρμογή των εν λόγω Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., την εφαρμογή των οποίων επέσυραν τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Επομένως, η αγωγή περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία που την θεμελιώνουν και δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της κατηγορίας που υπαγόταν το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο ενάγων. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του αρ. 559 KΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, την οποία η αναιρεσείουσα προέβαλε και ενώπιον του Εφετείου, συνισταμένη στο ότι στην αγωγή δεν προσδιορίζονταν 1) η κατηγορία στην οποία υπαγόταν το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο ενάγων και 2) οι εφαρμοστέες Kλαδικές ΣΣΕ και οι καταβλητέες με βάση αυτές αποδοχές και ακόμη δεν γινόταν αναφορά αν οι καταβαλλόμενες στον αναιρεσίβλητο αποδοχές ταυτίζονται με τις ελάχιστες προβλεπόμενες, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ΒΔ της 28-01/04-02-1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγού αυτοκινήτου" (ΦΕΚ Α' 35), τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες, (Α' Β' και Γ'), από τις οποίες η κατηγορία Α' περιλαμβάνει "τα μη εξυπηρετούντα ορισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία)", στη Β' κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κλπ και στην κατηγορία Γ' τα φορτηγά των λοιπών ανώνυμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων επιχειρήσεων πάσης φύσεως. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 του πιο πάνω ΒΔ η απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων (Γ') κατηγορίας δεν επιτρέπεται, να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, παρά μόνο καθό μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας, κατά δε το ΒΔ 882/61 και λόγω συσσωρεύσεως εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέρα δηλαδή του οκταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ' ανώτατο όριο. Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 435/76 προκύπτει, ότι η απασχόληση του μισθωτού, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη, κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ΝΔ 515/70 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή. Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/84 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/84, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/85 του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29.11.85) με την ΥΑ 19533/85 (ΦΕΚ 179, Α'), καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργάσιμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων. Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14.2.84 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.84 (ΦΕΚ Β', 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/83. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργάσιμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.75 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.133/75), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας. Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/1970 αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόλησης πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως. Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως. Από 1-4-2001,μετά την ισχύ του Ν. 2874/2000, η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι 43 ωρών εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (άρθρ. 4 παρ. 2 και 4 του πιο πάνω νόμου). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε τέτοια ώρα απασχόλησης ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου, κατά αρθρ. 4 παρ. 5 του ίδιου νόμου. Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του 748/1966 β.δ. και 904 Α.Κ. συνάγεται ότι σε εκείνον που παρέσχε νόμιμη την εργασία του κατά τις Κυριακές πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή για την ταυτότητα του νομικού λόγου (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως, λόγω εξαντλήσεως της 5νθήμερης εβδομαδιαίας, εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από τους άνω κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις άνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ' αυτές εργασθέντα μισθωτό.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία μεταφορών έχει την έδρα της στο Γέρακα Χίου και αντικείμενο δραστηριότητας τη μεταφορά εμπορευμάτων και προϊόντων σε διάφορα μέρη της Ελλάδος. Στις 3-6-2003 προσέλαβε τον ενάγοντα, ο οποίος είναι κάτοχος άδειας οδήγησης Ε' κατηγορίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου άνω των 6 τόνων κατηγορίας Γ, κατά την έννοια των διατάξεων του β.δ. της 28/2-1938. Ως τόπος παροχής εργασίας του ενάγοντα συμφωνήθηκε η πόλη της Στυλίδας, όπου είχε και μόνιμη κατοικία επί της .... Το φορτηγό που οδηγούσε, ιδιοκτησίας της εναγομένης, το παραλάμβανε από τη Στυλίδα. Ειδικότερα ο ενάγων από την πόλη της Στυλίδας παραλάμβανε πάντα από το συνάδελφό του, που δούλευε στην προηγούμενη βάρδια, το φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε και εκεί το επέστρεφε μετά τη λήξη της εργασίας του και εκεί δεχόταν τηλεφωνικά τις οδηγίες της εργοδότριάς του εναγομένης. Ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι τις 31-8-2005, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2003 μέχρι 30-12-2003 ανέρχονταν στο ποσό των 925,09 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 30-6-2004, στο ποσό των 955,23 ευρώ και κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 μέχρι 30-8-2005 στο ποσό των 1.045,89 ευρώ. Κατά την παροχή της εργασίας του παραλάμβανε το με αριθμ. κύκλο. ... φορτηγό αυτοκίνητο της εναγομένης από την πόλη της Στυλίδας όπου ήταν μόνιμα σταθμευμένο και λαμβάνοντας τηλεφωνικές οδηγίες από την εναγομένη, μετέβαινε στον Ταύρο Αττικής, όπου η τελευταία διατηρεί υποκατάστημα και εκεί φόρτωνε τα προς μεταφορά προϊόντα, κυρίως γάλα, τα οποία στη συνέχεια μετέφερε σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, ήτοι Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Ασπρόπυργο Αττικής, Μάνδρα κλπ., ενώ, μετά το τέλος του δρομολογίου, επέστρεφε πάντα το φορτηγό αυτοκίνητο στην πόλη της Στυλίδας, προκειμένου αυτό να παραληφθεί από συναδέλφους του, οι οποίοι συνέχιζαν το δρομολόγιο. Κατά το διάστημα της εργασίας του απασχολείτο καθημερινά στην εναγομένη, όλες τις ημέρες της εβδομάδος, από Δευτέρα έως και Κυριακή, πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και πέραν των 8 ωρών ημερησίως, πραγματοποιώντας ιδιόρρυθμες και παράνομες υπερωρίες, δεδομένου ότι για την τελευταία αυτή απασχόλησή του δεν είχε τηρηθεί ή προβλεπομένη από το νόμο διαδικασία, αφού η εναγομένη δεν είχε εγγράφως αναγγείλει στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας την επικείμενη υπερωριακή εργασία και δεν τηρούσε το ειδικό βιβλίο υπερωριών. Επίσης, ενώ στον κλάδο του ενάγοντος είχε καθιερωθεί η 5νθήμερη εβδομαδιαία εργασία, αυτός εργαζόταν επί 7 ημέρες την εβδομάδα, χωρίς να του χορηγείται εβδομαδιαία αναπληρωματική ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της αντίστοιχης εβδομάδος (ρεπό), η οποία να περιλαμβάνει ολόκληρο το 24ωρο. Με τις παραδοχές αυτές, στη συνέχεια, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά της 266/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία, με τις ίδιες παραδοχές, αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στον αναιρεσίβλητο, για τις εν λόγω αιτίες, ήτοι ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, παράνομη υπερωρία, εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές και μη χορήγηση ρεπό, το ποσό των 42.081,32 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκείνες του άρθρου 904 του ΑΚ και ο, περί του αντιθέτου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή περιέχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως, γιατί δεν έχει νόμιμες και επαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος του ύψους των ελαχίστων νομίμων μηνιαίων αποδοχών, που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ειδικότερα δεν αναφέρεται στην απόφαση διάταξη νόμου, ΣΣΕ ή ΔΑ, αναφορικά με αυτές. Με τα δεδομένα αυτά ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη έλλειψη ανάγεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά την παραπάνω διάταξη. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 8-1-2009, αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 171/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε. νομοθετική (κανονιστική) εξουσία και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής. Το Εφετείο, επιδικάζοντας αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση κλπ. δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ. Ο λόγος της αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν έλλειψη ανάγεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. | null | null | 1 |
Αριθμός 1559/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΚΟ ΑΠΟΜΑΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ" (ΝΑΤ), που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Βλαχογιάννη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6360/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 402/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξάλλου, ως προς τα Κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Μ. Βρετανία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13 Νοεμβρίου 2008, ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/07 Κανονισμού (άρθρα 2 ως 7, 10, 19 και 20) τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ' ευθείας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των ενδιαφερομένων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου Κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5ης Νοεμβρίου 1965. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής ..., β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις, η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί και γ) κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του, παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόμη και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφόσον η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, από τη διαβίβαση της προς επίδοση πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Αγγλία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία συζητήθηκε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου η κρινόμενη από 17-9-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 402/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, εμφανίστηκε μόνον το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, εκπροσωπούμενο από τον νομίμως διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο του, δεν εμφανίστηκε όμως ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι κάτοικος γνωστής διαμονής, στην Αγγλία. Εξάλλου, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, με την από 13.10.2010 πράξη του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηλία Γιαννακάκη, δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε η 20-9-2011, προθεσμία δε για την κοινοποίηση της αίτησης στον αναιρεσίβλητο ενενήντα (90) ημέρες πριν τη δικάσιμο. Δεν αποδεικνύεται, ούτε το παριστάμενο αναιρεσείον επικαλείται ή προσκομίζει βεβαίωση, κατά το άρθρο 10 του νέου κανονισμού 1393/2007, από την οποία να προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με κλήση προς συζήτηση αυτής, κατά την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον γνωστής διαμονής στη αλλοδαπή (Αγγλία) αναιρεσίβλητο. Στο φάκελο της δικογραφίας βρίσκονται τα υπ' αρ. 178/19-1-2011 και 1018/ 10-3-2011 έγγραφα, τα οποία διαβιβάστηκαν προς την Προϊσταμένη της Δνσης του Αρείου Πάγου, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στα οποία αναφέρεται, αντίστοιχα, 1) ότι αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης παραλήφθηκαν από τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου προς επίδοση στον αναιρεσίβλητο και 2) ότι δεν πραγματοποιήθηκε η επίδοση του παραπάνω δικογράφου στον αναιρεσίβλητο, δίχως μάλιστα να αναφέρεται ο λόγος της μη επίδοσης. Στο παραπάνω δεύτερο έγγραφο επισυνάπτεται και η με αρ. πρωτ. SFP 2011-313/20-2-2011 έγγραφη (στην Αγγλική γλώσσα και δίχως την μετάφρασή της στην Ελληνική) απάντηση των αρμοδίων αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου. Από τα ανωτέρω, όμως, έγγραφα δεν αποδεικνύεται, εν προκειμένω, νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τα οριζόμενα ως άνω στον νέο υπ' αριθμ. 1393/2007 Κανονισμό και συνεπώς, πρέπει, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17-9-2009 αίτησης του ΝΠΔΔ "ΝΑΥΤΙΚΟ ΑΠΟΜΑΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ", για αναίρεση της 402/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Αγγλία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. | null | null | 0 |
Αριθμός 1557/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΑΣ", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιουρούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Γ., 2) Β. Δ., 3) Σ. Δ., 4) Γ. Δ., 5) Α. Κ., 6) Ν. Κ., 7) Β. Μ., 8) Γ. Μ., 9) Ν. Π., 10) Α. Π., 11) Μ. Σ., 12) Σ. Τ., 13) Μ. Τ., 14) Μ. Τ., 15) Ι. Τ., 16) Σ. Χ., 17) Σ. Χ., 18) Ρ. Ψ., 19) Π. Α., 20) Γ. Γ., 21) Χ. Γ., 22) Φ. Γ., 23) Β. Γ., 24) Χ. Κ., 25) Σ. Μ., 26) Π. Ν., 27) Σ. Σ., 28) Σ. Τ., 29) Ε. Χ., 30) Σ. Σ., 31) Β. Φ., 32) Σ. Ζ. και 33) Κ. Μ., κατοίκων όλων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 167/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 346/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 9-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η διάταξη του άρθρ. 4§1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρ. 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρ. 87§§1 και 2, 93§4 και 120§2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρ. 80§1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ ολ. 28/1992, 13/91). Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 13§1 του Ν. 2738/99, η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών, μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ενόλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρ. 14§2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρ. 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις". Ειδικότερα, πενήντα πέντε (55) συνολικά κοινές Υπουργικές Αποφάσεις και επί πλέον, 1) με τη 2/44212/0022/ΦΕΚ Β' 1266/27-9-2002 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του αρμόδιου Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή σε όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και με τη 2/35486/0022/ΦΕΚ Β`1081/4-8-2003 ΚΥΑ των προαναφερθέντων, η οποία συμπληρώθηκε με τη 2/55350/1022/ΦΕΚ Β 173/24-11-2003 όμοια, χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή σε όλους τους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τον Ν. 2470/1997, δηλαδή στους υπαλλήλους του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου, του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου, της Ελληνικής Οδοντιατρικής Εταιρείας, της Μέσης Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Αθηνών "Α. ΦΛΕΜΙΝΓΚ" και όλων των Πε-Συ Υγείας της Χώρας. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των ανωτέρω Υπουργείων, Οργανισμών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ. Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της αρχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρ. 24§2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίσθηκε μεταξύ άλλων ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρ. 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28§4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, οι οποίοι υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ. Ότι οι προαναφερθέντες εργαζόμενοι δεν έλαβαν την ένδικη μισθολογική παροχή του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση, όπως ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, το είδος της εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζομένων και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρ. 14 και 22 του Συντ.) και ακόμη ότι μετά την κατάργηση του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων με το άρθρ. 28§4 του Ν. 3205/2003, η ένδικη μισθολογική παροχή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις κατά τα προβλεπόμενα από την ίδια διάταξη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε κριθεί ομοίως ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται το ως άνω επίδομα των 176 ευρώ, κατά παραδοχή της εφέσεως που άσκησε το αναιρεσείον και της αντεφέσεως που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι δέχτηκε εν μέρει την αγωγή επιδικάζοντας στον καθένα τα αναφερόμενα ποσά, ορθά υπολογίζοντας την εν λόγω πρόσθετη παροχή και για τον υπολογισμό των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και αποδοχών άδειας, δεδομένου κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, η παροχή αυτή έχει αποκτήσει το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει χωρίς άλλη προϋπόθεση τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων που αφορά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 4§1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002 και 28§4 του Ν. 3205/2003 και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Αναπτυξιακός Σύνδεσμος Δυτικής Αθήνας", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 346/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 4η Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Παροχή 176 και 88 ευρώ των υπαλλήλων του δημοσίου, νπδδ και OTA. Όλοι οι ανωτέρω υπάλληλοι που αμείβονται με βάση το ενιαίο μισθολόγιο, λαμβάνουν ως τμήμα του μισθού την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 και εντεύθεν δεν δικαιούνται να λαμβάνουν ή λαμβάνουν μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι λαμβάνουν κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσής τους, συνεπώς η μη καταβολή αυτής σε υπαλλήλους του αναιρεσείοντος νπδδ, οι οποίοι αμείβονται με βάση το ενιαίο μισθολόγιο και εργάζονται σε αυτό από το έτος 2002, συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. | null | null | 1 |
Αριθμός 1566/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Τ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΕΦΕΡΙΤΑ ΑΒΕΕ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΡΤΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καψόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2559/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3736/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά δε το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που έχουν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας όπως και την υπέρβασή της.
Συνεπώς, η έλλειψη πληρεξουσιότητας, τόσο προς το δικηγόρο που παραστάθηκε στο ακροατήριο, για λογαριασμό του επισπεύδοντος, όσο και προς το δικηγόρο του, που επέσπευσε τη συζήτηση, υπογράφοντας τη σχετική κλήση, συνεπάγεται, κατά το ανωτέρω άρθρο 104 του ΚΠολΔ, την ακυρότητα της κλήσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα σχετικά έγγραφα και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων, κατά την δικάσιμο, προς συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, της 4-10-2010, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η συζήτηση της υπόθεσης για την δικάσιμο αυτή επισπεύθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Μανιαδάκη, με εντολή του οποίου, ως φερομένου πληρεξούσιου του αναιρεσείοντος, αντίγραφο της αίτησης, με τις κάτω από αυτό συνημμένες πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 18-7-2011, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως, που επιδόθηκε σ' αυτήν, με την επ' αυτού επισημείωση του άρθρου 139 παρ. 3 του ΚΠολΔ, του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., που προσκομίζεται από την τελευταία. Όμως δεν γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζεται σχετικό πληρεξούσιο και έτσι δεν αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε τη συζήτηση, ο οποίος, να σημειωθεί, είναι και άλλος από εκείνο (Μανώλη Φωτάκη), που υπέγραψε το δικόγραφο της αναίρεσης, την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης και να υπογράψει την κάτω από αντίγραφο αυτής κλήση προς την αναιρεσίβλητη, για συζήτηση κατά την παραπάνω δικάσιμο, κι' επομένως η επίσπευση της συζήτησης από τον αναιρεσείοντα είναι άκυρη. Ούτε όμως προκύπτει ότι ο απολειπόμενος αναιρεσείων κλητεύθηκε από την αναιρεσίβλητη, η οποία παραστάθηκε και εκπροσωπήθηκε, νομίμως, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Καψόπουλο, με βάση το υπ' αριθμ. .../3-10-2011 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Μάνδρου. Αυτή κατέθεσε προτάσεις και σ' αυτές δεν γίνεται επίκληση, ούτε άλλωστε προσκομίζεται σχετική έκθεση αρμοδίου δικαστικού επιμελητή. Κατόπιν τούτων, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-11-2009 αιτήσεως, για αναίρεση της με αριθμό 3736/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Η έλλειψη πληρεξουσιότητας, τόσο προς το δικηγόρο που παραστάθηκε στο ακροατήριο, για λογαριασμό του επισπεύδοντος, όσο και προς το δικηγόρο του, που επέσπευσε τη συζήτηση, υπογράφοντας τη σχετική κλήση, συνεπάγεται, κατά το ανωτέρω άρθρο 104 του ΚΠολΔ, την ακυρότητα της κλήσης. | null | null | 2 |
Αριθμός 1568/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΚΛΩΤΣΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Κ. του Κ., κατοίκου .... Για την 1η των αναιρεσειόντων παραστάθηκε ο σύνδικος δικηγόρος Γεώργιος Σταματέκος, αφού η ως άνω εταιρεία με την 487/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχτηκε σε κατάσταση πτώχευσης, ενώ ο 2ος των αναιρεσειόντων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο. Δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την υπέρ αυτού προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου, αλλά και διά των προτάσεών του, πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2719/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος και όγδοος, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 124 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) "δια την σύμπραξιν του δικηγόρου προς επίτευξη συμβιβασμού περιλαμβάνουσαν πάσας εν γένει τα προς τούτο ενεργείας μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου επί των πάσης φύσεως διαφορών, είτε εισαχθεισών προς δικαστικήν, διοικητικήν ή διαιτητικήν κρίσιν, είτε μη, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού του συμβιβασμού και των αντικειμένων τούτου αποτιμωμένων σε χρήμα ως εξής: Μέχρι δραχμών 1.000 προς 10%, από 1001 μέχρι δραχμών 100.000 προς 7% και από 100.001 και πέραν προς 5%". Κατά την αληθή έννοια της άνω διατάξεως, το κατ' αυτήν δικαίωμα του δικηγόρου προς λήψη αμοιβής για τη σύμπραξή του σε συμβιβασμό προϋποθέτει σύμφωνα και με το άρθρο 871 του ΑΚ σύμπραξη αυτού σε σύναψη συμβάσεως δια της οποίας οι συμβαλλόμενοι με αμοιβαίες υποχωρήσεις διαλύουν έριδα αυτών ή αβεβαιότητα για έννομη σχέση επί της οποίας επιτρέπεται κατά νόμο συμβιβασμός. Εξάλλου ως ποσό συμβιβασμού βάσει του οποίου καθορίζεται η αμοιβή του συμπράξαντος προς επίτευξή τούτου δικηγόρου νοείται το ποσό στο οποίο με αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών καθορίστηκε η απαίτηση του εντολέα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 169 του ίδιου κώδικα, "Δι' εργασίας ανατεθείσας κοινώς εις πλείονας Δικηγόρους, έκαστος τούτων δικαιούται να λάβη παρά του κοινού εντολέως πλήρη αμοιβήν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, εξαιρουμένης της περιπτώσεως του άρθρου 124". Στην περίπτωση αυτή (του άρθρου 124), ισχύει, συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ, κατά την οποία "αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας, κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος". Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη εφαρμογή. Κατά δε την έννοια του αριθμού 19 του ίδιου ως άνω άρθρου και Κώδικα, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η παράθεση των παραδοχών είναι σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι πράγματι εξασφαλίζει δίκαιη δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η πρώτη των εναγομένων ημεδαπή ανώνυµη εταιρεία µε την επωνυμία "ΔΙΑΔΟΧΟΙ Α. Κ. Α.Ε.", της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος τυγχάνει Αντιπρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου και νόµιµος εκπρόσωπός της, από το έτος 1969 υπήρξε αποκλειστικός εµπορικός αντιπρόσωπος ηχοσυστηµάτων αυτοκινήτων στην Ελλάδα της αλλοδαπής (Βελγικής) εταιρείας "PΙONEER" και από το 1990 της νεοϊδρυθείσας Βελγικής ανώνυµης εταιρείας µε την επωνυμία "PΙONEER EUROPE Ν.V", µε διαδοχικές ανανεούµενες µετά τη λήξη τους συµβάσεις εµπορικής συνεργασίας τριετούς διάρκειας. Με τη λήξη όµως της τελευταίας συµβάσεως, στις 31.3.2003, η αλλοδαπή εταιρεία αρνήθηκε την περαιτέρω ανανέωση της μεταξύ αυτής και της εν λόγω εναγομένης ημεδαπής εταιρείας υφισταμένης πολυετούς συνεργασίας τους, µε αποτέλεσµα η τελευταία (εναγόμενη), να καταθέσει την από 28.7.2003 προσφυγή της ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εµπορικού Επιμελητηρίου (ΙCC) στο Παρίσι, επιδιώκοντας και την επιδίκαση ποσού 7.500.000 ευρώ, λόγω αποζημίωσης, αλλά και ως χρηµατική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, να αρχίσει δε έκτοτε η διεξαγωγή της µε αριθ. 12836/MS Διαιτητικής Δίκης µε ορισθέντες διαιτητές τους καθηγητές Πανεπιστημίου Η. Σ. και Κ. Κ., επιδιαιτητή τον Α. Γ., επίσης καθηγητή Πανεπιστημίου, και γραμματέα τη Δικηγόρο Μ. Γ.. Η διαιτητική διαδικασία ενώπιον του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου περατώθηκε στις 5.1.2005, οπότε ακολούθησε η διάσκεψη των Διαιτητών. Και ενώ βρισκόταν στο στάδιο αυτό η διαιτητική διαδικασία, περί τα μέσα Μαΐου του έτους 2005, ο δεύτερος των εναγομένων, με την ιδιότητά του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, και διαβλέποντας ότι η υπόθεση πιθανόν να μην έχει θετική έκβαση για την εταιρεία του, αν και είχε ήδη τρεις άλλους νομικούς παραστάτες και δη τους δικηγόρους Β. Α., Θ. και Σ. Π., επισκέφθηκε τον ενάγοντα δικηγόρο στο δικηγορικό του γραφείο στην Αθήνα, προκειμένου να ζητήσει την παροχή και των δικών του υπηρεσιών, ως ηυξηµένης εµπειρίας Δικηγόρου στο χειρισµό τόσο ποινικών, όσο και αστικής φύσεως, υποθέσεων και την υποστήριξη από το σηµείο τούτο και εφεξής των εννόµων συμφερόντων της εταιρείας στην ανακύψασα μεταξύ αυτής και της προαναφερθείσας βελγικής εταιρείας διαφορά τους, κατά τον εκάστοτε, κατά την κρίση του, ενδεδειγμένο δικαστικό ή εξώδικο τρόπο, μεταφέροντάς του δε και σοβαρές υπόνοιες μεροληψίας, σε βάρος του διαιτητή Κ. Κ., σύµφωνα µε τις οποίες αυτός συνδεόταν µε το νοµικό της παραστάτη Β. Χ., αφού υπήρξε επόπτης και επιβλέπων καθηγητής στην εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής του τελευταίου, καθώς και Πρόεδρος της Επιτροπής Καθηγητών της Νοµικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, η οποία ενέκρινε την εν λόγω διδακτορική του διατριβή. Ο ενάγων δέχθηκε την πρόταση και µετά πρώτη εξέταση των µέχρι τότε νοµικών και πραγματικών δεδομένων, ως άµεση, ενδεδειγμένη και προσήκουσα ενέργεια προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εναγόμενης εντολέως του, έκρινε την υποβολή αίτησης εξαίρεσης του διαιτητή Κ. Κ., τόσον ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εµπορικού Επιμελητηρίου (ΙCC), όσο και ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Για τη σύνταξη δε και κατάθεση των σχετικών δικογράφων συμφωνήθηκε ως δικηγορική αµοιβή του το συνολικό ποσό των 12.500 ευρώ. Επιφυλάχθηκε, ωστόσο, για περαιτέρω δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές του και για τον καθορισµό της συνολικής αµοιβής του, µετά τη διεξοδική μελέτη και έρευνα όλων των υπαρχόντων στοιχείων της σχετικής υπόθεσης της εντολέως του, που του ετέθησαν υπόψη. Σε εκτέλεση της αρχικής ως άνω δοθείσας εντολής ο ενάγων συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 6.6.2005 αίτηση της εναγομένης εταιρίας περί εξαίρεσης του Διαιτητή Κ. Κ., η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση στη δικάσιµο της 21.10.2005 και επιδόθηκε νόµιµα σε όλα τα µέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ενώ παράλληλα συνέταξε και κατέθεσε στη Γραμματεία του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εµπορικού Επιμελητηρίου αντίστοιχη αίτηση εξαίρεσης του ίδιου ως άνω διαιτητή από την προειρημένη Επιτροπή Διαιτητών. Μετά από αυτά, κατεβλήθη από το νόµιµο εκπρόσωπο της εναγομένης η συμφωνημένη πρoεκτεθείσα δικηγορική του αµοιβή εκ ποσού 12.500 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρεία ζήτησε στη συνέχεια από τον ενάγοντα την εξακολούθηση της παρακολούθησης της υπόθεσής της και τη νομική υποστήριξη των συμφερόντων της σ' αυτή, ο ενάγων δε εμπιστευόμενος τις διαβεβαιώσεις του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ότι η τελευταία θα του καταβάλει τη δικηγορική του αµοιβή, στα πλαίσια της γενικής ως άνω εντολής που του είχε δοθεί του χειρισµού κατά τον ενδεδειγμένο, κατά την κρίση του, τρόπο της επίδικης υπόθεσης της εντολέως του, προς υπεράσπιση των συμφερόντων της, προέβη στη συνέχεια στις αναφερόμενες στην απόφασή του δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, που είχαν ως αποτέλεσµα, παρά το γεγονός ότι στις 2-9-2005 δημοσιεύτηκε απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που ήταν αρνητική για τα συμφέροντα της εντολέως του, αφού, κατά πλειοψηφία και για τους ειδικότερα αναφερόμενους σ' αυτή λόγους απέρριπτε στο σύνολό της την προσφυγή της κατά της αντιδίκου της βελγικής εταιρείας, συμψηφίζοντας μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα, να συμβάλλουν και αυτές, παράλληλα και σε συνδυασµό µε τις λοιπές ενέργειες των προαναφερόμενων αρχικών δικηγόρων της, ώστε να οδηγηθεί τελικά η εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία, αν και νικήσασα διάδικος στη διαιτητική δίκη, στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, και να επιτευχθεί εξώδικος συµβιβασµός μεταξύ των τότε διαδίκων μερών, ο οποίος αποτυπώθηκε στο από 20-10-2005 Ιδιωτικό Συμφωνητικό, που υπεγράφη στην Αμβέρσα του Βελγίου, και σύµφωνα µε το οποίο η τώρα εναγομένη και ήδη εφεσίβλητος εταιρεία έλαβε χρηµατική αποζημίωση ύψους 1.000.000 ευρώ, έναντι 7.000.000 ευρώ, που διεκδικούσε, ενώ συγχρόνως υποχρεώθηκε να επιστρέψει ορισμένα εμπορεύματα στην αλλοδαπή εταιρεία. Ο εν λόγω συµβιβασµός δεν µπορεί να υποστηριχθεί βασίµως ότι υπήρξε περισσότερο επιζήµιος για τα συμφέροντα της εναγομένης εταιρείας από το περιεχόμενο της εκδοθείσας απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου επί της ασκηθείσας ενώπιον του ως άνω προσφυγής της, αφού η εν λόγω προσφυγή απερρίφθη στο σύνολο της ως αβάσιμη. Ειδικότερα ο ενάγων, μετά την πρoεκτεθείσα εντολή που έλαβε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης για την ανάθεση του χειρισμού της υπόθεσης με την αντιδικία της βελγικής αλλοδαπής εταιρείας, δεν περιορίστηκε μόνο στην κατάθεση των αρχικών δύο δικογράφων, αλλά προέβη και στις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, (τις οποίες το Εφετείο, αναλυτικά, παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση), οι οποίες, όπως δέχεται, οδήγησαν στην πλέον ικανοποιητική για την εντολέα του διευθέτηση, δια του επιτευχθέντος, ως άνω, συμβιβασμού της μεταξύ αυτής και της βελγικής εταιρείας αντιδικίας τους. Το ότι οι προαναφερθείσες ενέργειες του ενάγοντος και κυρίως οι σκοπούσες στην αναζήτηση ενδεχομένων ποινικών ευθυνών των εμπλεκομένων άμεσα ή έμμεσα στην αντιδικία της εναγομένης εντολέως του με την αλλοδαπή εταιρεία προσώπων συνέβαλαν, τελικά, στην επίτευξη του προαναφερθέντος εξώδικου συμβιβασμού, παρά την έκδοση της αντίθετης προς τα συμφέροντα αυτής (εναγομένης) προεκτεθείσης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, συνάγεται άλλωστε, και από τη ρητή δήλωση των μερών, που έχουν συνυπογράψει το προμνησθέν από 20-10-2005 Ιδιωτικό Συμφωνητικό σύμφωνα με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη στην υπό στοιχ. παρ. 19.17 εδάφιο β' του ως άνω συμφωνητικού, συναποδέχθηκαν ότι "η περιεχόμενη στο παρόν συμφωνία και συμβιβασμός συνιστά πλήρη, ολοσχερή και συνολική επίλυση όλων ανεξαιρέτως των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων και των εδώ αναφερομένων τρίτων προσώπων που άνοιξαν με τις πιο πάνω αγωγές, αιτήσεις, προσφυγή και μηνύσεις στα πολιτικά δικαστήρια, στη Διαιτησία του ICC και στα ποινικά δικαστήρια". Με βάση συνεπώς τα εκτεθέντα, εφόσον ο εν λόγω επίμαχος συμβιβασμός αποδείχθηκε ότι επιτεύχθηκε και με ενέργειες του ενάγοντος, πέραν των αμοιβαίων υποχωρήσεων τόσο της εναγομένης εντολέως του, όσο και της αντιδίκου της, εδικαιούτο ο ενάγων δικηγόρος να λάβει την από το άρθρο 124 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων προβλεπόμενη ελάχιστη αμοιβή, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό 100% μέχρι του ποσού των 2,93 ευρώ, σε ποσοστό 7% μέχρι του ποσού των 293,47 ευρώ και σε ποσοστό 5% για το υπερβάλλον ποσό, των ποσοστών αυτών υπολογιζόμενων επί του ποσού του συμβιβασμού, ήτοι των 1.000.000 ευρώ και να ανέλθει στο συνολικό ποσό των 50.005,96 (2,93 Χ 10% + 290,54 Χ 7% + 999.706,60 Χ 5%) ευρώ. Επομένως, αφού συνέτρεξαν στην προκειμένη περίπτωση οι όροι του άρθρου 871 ΑΚ πρέπει να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 124 του Κωδικός περί δικηγόρων, που ορίζει την αμοιβή του δικηγόρου που συμπράττει στην επίτευξη συμβιβασμού, μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου, βάσει της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς και ειδικότερα σε ποσοστό 5% για το πέραν των 100.000 δραχμών. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, το οποίο, στη συνέχεια, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, περαιτέρω, έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να του επιδικασθούν, ως δικηγορική αμοιβή, τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην απόφασή του ανεπαρκείς, αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα της επίτευξης του συμβιβασμού, οι οποίες δεν στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 124, 169 του Κώδικα περί Δικηγόρων, 480 και 871 Α.Κ., που εφαρμόσθηκαν, διότι, αν και στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει η παραδοχή ότι για τον χειρισμό των υποθέσεων της δεύτερης αναιρεσείουσας είχε δοθεί εντολή και σε άλλους δικηγόρους και ότι ο ενάγων προέβη στη συνέχεια στις συγκεκριμένες δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του, που είχαν ως αποτέλεσµα, παρά το γεγονός ότι στις 2-9-2005 δημοσιεύτηκε απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που ήταν αρνητική για τα συμφέροντα της εντολέως του, αφού, κατά πλειοψηφία και για τους ειδικότερα αναφερόμενους σ' αυτή λόγους απέρριπτε στο σύνολό της την προσφυγή της κατά της αντιδίκου της βελγικής εταιρείας, συμψηφίζοντας μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα, να συμβάλλουν και αυτές, παράλληλα και σε συνδυασµό µε τις λοιπές ενέργειες των προαναφερόμενων αρχικών δικηγόρων της, ώστε να οδηγηθεί τελικά η εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία, αν και νικήσασα διάδικος στη διαιτητική δίκη, στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, και να επιτευχθεί εξώδικος συµβιβασµός μεταξύ των τότε διαδίκων μερών, όμως επιδίκασε το σύνολο της αμοιβής στον ενάγοντα δίχως να αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του αυτή. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19, τέταρτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2719/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Το δικαίωμα του δικηγόρου προς λήψη αμοιβής για τη σύμπραξή του σε συμβιβασμό προϋποθέτει σύμπραξη αυτού σε σύναψη συμβάσεως δια της οποίας οι συμβαλλόμενοι με αμοιβαίες υποχωρήσεις διαλύουν έριδα αυτών ή αβεβαιότητα. Για εργασίες ανατεθείσες κοινώς εις πλείονας Δικηγόρους, έκαστος τούτων δικαιούται να λάβη παρά του κοινού εντολέως πλήρη αμοιβήν εξαιρουμένης της περιπτώσεως του άρθρου 124 Κώδ. Δικηγ. Στην περίπτωση αυτή (του άρθρου 124), ισχύει συνεπώς η διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ. | null | null | 0 |
Αριθμός 1553/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Στέργιο Κίκα, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Τ. Ν. Μ., κατοίκου ..., 3) Γ. Ν. Σ., κατοίκου ..., 4) Α. Σ. Κ., κατοίκου ..., 5) Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 6) Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Δ. Χ. Μ., κατοίκου ..., 8) Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 9) Ε. Μ. - Κ. του Δ., κατοίκου ... και 10) Ι. Τ. του Π., κατοίκου .... Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Περαιτέρω, όμως, όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. 4381Δ', 4380Δ', 4379Δ', 4378Δ', 4377Δ' και 4382Δ'/11-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πύργου Ηλείας, Π. Π. και τις υπ' αρ. 8581/10-11-2010 και 8615/19-11-2010 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας Ν. Σ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) και της κλήσεως προς εμφάνιση κατά την παραπάνω δικάσιμο της 20-9-2011, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους 1) Σ. Δ., 2) Τ. Μ., 3) Γ. Σ., 4) Α. Κ., 5) Δ. Κ., 6) Σ. Σ., 7) Δ. Μ. και 8) Ε. Μ. - Κ.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις 5297 Δ', 5298 Δ', 5299Δ', 5293Δ', 5294Δ', και 5295Δ'/15-4-2011 εκθέσεις επιδόσεως του παραπάνω δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πύργου Ηλείας, Π. Π., ακριβές αντίγραφο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) και της κλήσεως προς εμφάνιση κατά την παραπάνω δικάσιμο της 20-9-2011, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους α) Γ. Γ., ) Κ. Γ. και γ) Φ. χήρα Γ. Γ., μοναδικούς, εξ αδιαθέτου, κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου Γ. Γ., (βλέπε την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Ζαχάρως, το ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών και τα 24/2011 και 273/2011 πιστοποιητικά του γραμματέως του Πρωτοδικείου Ηλείας, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον), δ) Π. χήρα Ι. Τ., ε) Π. Τ. και στ) Δ. Τ., μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου Ι. Τ. (βλέπε την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αμαλιάδος, το ..., πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών και τα 774/2011 και 775/2011 πιστοποιητικά του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον). Επομένως, όλοι οι αναιρεσίβλητοι και οι υπεισελθόντες στη θέση των παραπάνω αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους.
Για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε στις 22-10-2008, έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη, από το άρθρο 12 του ν. 2298/2005, όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαταστάθηκαν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1008 (η παρ. 1) και 42 του ν. 2721/1999 (η παρ. 2) προδικασία (καταργηθείσα ήδη με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009 για τις ασκούμενες έκτοτε), αφού προσκομίζεται η 1489/2008 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του κράτους. Κατά το άρθρο 648 παρ.1 του ΑΚ, με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Την έννοια των όρων "εργοδότης" και "μισθωτός" απέδωσε το άρθρο 1 του ν. 3239/1955 "περί συλλογικών διαπραγματεύσεων" κατά το οποίο "εργοδότης" μεν θεωρείται παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου, ως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, όπερ χρησιμοποιεί την εργασίαν άλλων φυσικών προσώπων, δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτός δε ο παρέχων εις εργοδότην εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής, υπολογιζομένης, είτε κατά χρονικήν διάρκειαν, είτε κατά μονάδα ή κατ' αποκοπήν ή ποσοστά. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του ισχύοντος Συντάγματος, η απορρέουσα από αυτές αρχή της ισότητας στη μισθολογική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας από άποψη βαθμού, χρόνου υπηρεσίας, τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, είδους προσφερόμενης εργασίας και εν γένει υπηρεσιακής απόδοσης, μη επιτρεπομένης οποιασδήποτε αδικαιολόγητης διάκρισης υπέρ μιας κατηγορίας μισθωτών εις βάρος άλλης, τυγχάνει εφαρμοστέα ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτήρα της σχέσης με την οποία παρέχεται η εργασία ως δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Τούτο δε γιατί το τυπικό και μόνο κριτήριο δεν αρκεί για να καταστήσει δικαιολογημένη την εισαγόμενη από τον κοινό νομοθέτη δυσμενή εις βάρος κατηγορίας μισθωτών διάκριση και υπέρ άλλης, αλλά πρέπει, για να είναι αυτή συνταγματικά δικαιολογημένη να στηρίζεται και σε γενικότερα ουσιαστικά, αντικειμενικά κριτήρια που την δικαιολογούν, πρέπει δηλαδή να συντρέχουν και λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που υπαγορεύουν στην συγκεκριμένη περίπτωση την ευμενή μεταχείριση μιας κατηγορίας μισθωτών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1 και 2 του κωδ. Ν. 2490/1953 σε συνδυασμό προς το άρθρο 6 παρ. 1 ν. 1256/1982, 8 Π.Δ. 437/1985 και 3 παρ. 2 Π.Δ. 332/1983, ο Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός (Α.Σ.Ο.), που συστήθηκε με το από 10-8-1925 Ν.Δ. και έχει ήδη διαλυθεί με το Ν. 2538/1997 αποτελούσε αυτόνομη οικονομική οργάνωση, έχοντας διφυή χαρακτήρα, μετέχοντας του δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, λειτουργούσε χάριν των γενικότερων κοινωνικών σκοπών, όπως αυτοί καθορίζονται, στο άρθρο 2 του προαναφερόμενου Κωδ. Νόμου και ειδικότερα προς προστασία της σταφιδοπαραγωγής γενικώς, έχοντας καθαρά κοινωφελή και όχι κερδοσκοπικό χαρακτήρα, τελώντας υπό την άμεση εποπτεία του Υπουργείου Γεωργίας και ανήκοντας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Δεν αποτελούσε νομικό πρόσωπο δημοσίου, αλλά ιδιωτικού δικαίου, πλην όμως συνιστούσε κρατικό οργανισμό υπό την ευρεία έννοια, γι' αυτό και τελούσε υπό την άμεση εποπτεία της πολιτείας. Διοικείτο από το Διοικητικό Συμβούλιο, τη Διοικούσα Επιτροπή και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο (άρθρα 5, 6, 10 Κωδ. Νόμου). Στην αρμοδιότητα της διοικούσας Επιτροπής υπαγόταν ό,τι αφορούσε στην εν γένει υπηρεσία και μισθολογική κατάταξη του προσωπικού, καταρτίζοντας ή τροποποιώντας το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού, εγκρινόμενο με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Εμπορίου, που δημοσιευόταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 11 παρ. 1 του Κωδ. Νόμου), μετά δε το Π.Δ. 332/1983, με απόφαση του οικείου Νομάρχη, δημοσιευμένη ως ανωτέρω και στη συνέχεια, βάσει του άρθρου 4 ν. 2240/1990 και 14 ν. 2297/1995 με απόφαση Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος δημοσιευμένης ομοίως ως ανωτέρω. Με τον εκάστοτε ισχύοντα δε κανονισμό προσωπικού του Α.Σ.Ο., νόμιμα εγκεκριμένο και δημοσιευμένο και υπέχοντα ισχύ νόμου, το υπαλληλικό προσωπικό αυτού είχε υπαχθεί από άποψη τυπικών και ουσιαστικών προσόντων διορισμού, βαθμολογικής, μισθολογικής εξέλιξης και συνταξιοδότησης υπό καθεστώς ταυτόσημο με το διέπον τους τακτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του δημοσίου και ειδικότερα του Υπουργείου Γεωργίας και των από αυτό εποπτευομένων Ν.Π.Δ.Δ. Ειδικότερα, το μισθολόγιο των τακτικών διοικητικών υπαλλήλων και του επιστημονικού προσωπικού του Α.Σ.Ο. ταυτιζόταν με εκείνο που ίσχυε για τους μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου, αφού το προσωπικό αυτού με τον κανονισμό του και τις τροποποιήσεις του είχε υπαχθεί πλήρως από άποψη μισθοδοσίας στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, που διεπόταν από το Ν.1505/1984, λαμβάνοντας κάθε παροχή που προβλεπόταν για τους υπαλλήλους αυτούς του αντίστοιχου βαθμού, κλάδου και κατηγορίας. Περαιτέρω, με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής, που κυρώθηκε με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας (αριθμ. 16512/21-7-1997 όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 23708/24-10-1997 όμοια απόφαση) το προσωπικό του Α.Σ.Ο. υπήχθη στο νέο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων που διέπεται από το ν. 2470/1997, το άρθρο 3 παρ. 2 παρ. β του οποίου ορίζει ότι "οι υπάλληλοι που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ανήκουν στις κατηγορίες..... β) ΤΕ ή ΠΕ χωρίς πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ ή ΑΕΙ, αντίστοιχα, εξελίσσονται στο ΜΚ με εισαγωγικό το 27° και καταληκτικό το 10°", με δε την υπ' αριθμ. 2026439/3480/022/97 κοινή απόφαση όλων των Υπουργών (ΦΕΚ Β' 462/6-6-97) επεκτάθηκαν από 1-1-1997 οι διατάξεις του ν. 2470/97 και, ειδικότερα, του άρθρου 3 και έχουν ανάλογη εφαρμογή και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ. Στην προκειμένη περίπτωση, το, ως εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, κρίνοντας, ύστερα από έφεση των αναιρεσιβλήτων, επί αγωγής των κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και κατά της, μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη, Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηλείας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα παρακάτω: Οι ενάγοντες, οι οποίοι κατέχουν απολυτήριο εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου, προσλήφθηκαν προ του έτους 1980 και υπηρετούσαν στον Α.Σ.Ο., ως υπάλληλοι με καταληκτικό βαθμό το βαθμό του τμηματάρχη Α' δηλαδή τον αντίστοιχο καταληκτικό βαθμό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας ΑΡ (σήμερα ΤΕ), με προσόν το απολυτήριο εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου. Μετά την ισχύ του ν.1504/1984 "περί ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων" και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 7 περ. γ' που όριζε ότι: "Οι υπάλληλοι που, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, ανήκουν στον κλάδο... γ) ΑΡ με απολυτήριο λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου εξελίσσονται μέχρι και το 7° μισθολογικό κλιμάκιο. Για την κατάταξή τους σε μισθολογικό κλιμάκιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24, εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο θεωρείται το 22°". Με απόφαση της Διοικούσας επιτροπής του Α.Σ.Ο. και την Α12501/9-4-1985 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, τροποποιήθηκε ο κανονισμός προσωπικού του Α.Σ.Ο. με την προσθήκη στο άρθρο 2 της παρ. 8 γ', η οποία όρισε για τους υπαλλήλους αυτού ότι " .... γ) οι υπάλληλοι που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος ανήκουν στον κλάδο ΑΡ με απολυτήριο λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου εξελίσσονται μέχρι και το 7° μισθολογικό κλιμάκιο με εισαγωγικό το 22° και καταληκτικό το 7ο". Προς εφαρμογή των ανωτέρω, με την υπ' αριθμ. 244/13-5-1985 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου του Α.Σ.Ο, όλοι οι ενάγοντες κατατάχθηκαν στην κατηγορία ΑΡ με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 22° και καταληκτικό το 7°, κατά πλήρη αντιστοιχία με τα ισχύοντα για τους δημοσίους υπαλλήλους. Στη συνέχεια με το ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 3 παρ. 2 περ. β ορίστηκε ότι "οι υπάλληλοι οι οποίοι υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ανήκουν στις κατηγορίες .... β) ΤΕ ή ΠΕ χωρίς πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ ή ΑΕΙ αντίστοιχα ή ισότιμο μ' αυτά εξελίσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια με εισαγωγικό το 27° και καταληκτικό το 10°", ενώ με το άρθρο 13 του ίδιου νόμου χορηγήθηκε κίνητρο απόδοσης, το οποίο για την κατηγορία ΤΕ ή ΠΕ χωρίς πτυχίο ΑΕΙ ή ΤΕΙ ορίστηκε σε 53.000 δραχμές το μήνα, για δε την κατηγορία ΔΕ ορίστηκε σε 48.000 δραχμές το μήνα. Μετά τη θέση σε ισχύ του, ως άνω, νόμου, με σχετική απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής Α.Σ.Ο. και ακολούθως με την υπ' αριθμ. 16512/21-7-1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και την υπ' αριθ. 23708/24-10-97 τροποποιητική αυτής, τροποποιήθηκε ο κανονισμός προσωπικού του Α.Σ.Ο., και περιλήφθηκε σ' αυτόν ρύθμιση που όριζε ότι "οι υπάλληλοι που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος στις κατηγορίες β) ΤΕ ή ΠΕ χωρίς πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ ή ισότιμο μ' αυτά εξελίσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια με εισαγωγικό το 27ο και καταληκτικό το 10°", και στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 278/27-11-1997 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου του Α.Σ.Ο. οι ενάγοντες από 1-1-1997 εντάχθηκαν σε κλιμάκια με εισαγωγικό το 27ο και καταληκτικό το 100. Ακολούθως, μετά τη διάλυση του Α.Σ.Ο. με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2538/1997 και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του ίδιου νόμου, που καθόρισε τη διαδικασία απορρόφησης του υπηρετούντος σ' αυτόν (Α.Σ.Ο.) προσωπικού είτε από τη συσταθείσα διάδοχο ανώνυμη εταιρία, είτε από το Υπουργείο Γεωργίας είτε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση των αντίστοιχων περιοχών σε κενές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με βάση τα τυπικά προσόντα που προβλέπονται για τις θέσεις αυτές, τα έτη υπηρεσίας, τον τόπο κατοικίας και κοινωνικούς λόγους και αν δεν υπάρχουν κενές θέσεις την κατάταξη σε προσωποπαγείς θέσεις αντίστοιχες με την ειδικότητα την οποία ο υπάλληλος είχε προσληφθεί, οι ενάγοντες ζήτησαν με αίτησή τους να μεταφερθούν στο πρώτο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας. Με βάση τις εν λόγω αιτήσεις, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 346394/9-9-1998 (ΦΕΚ 180/30-9-1998) κοινή απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και των Υφυπουργών Εσωτερικών, Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, με την οποία οι ενάγοντες μεταφέρθηκαν από τον Α.Σ.Ο. σε προσωποπαγείς θέσεις, αντίστοιχες με την ειδικότητα με την οποία είχαν πρoσληφθεί και με τα τυπικά τους προσόντα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Σε εκτέλεση της ανωτέρω Υπουργικής απόφασης, με αποφάσεις του Νομάρχη Ηλείας, οι ενάγοντες τοποθετήθηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηλείας στην κατηγορία ΔΕ με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 28ο και καταληκτικό το 11ο και όχι στην κατηγορία ΤΕ αντίστοιχη της κατηγορίας ΑΡ με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 27ο και καταληκτικό το 10ο, όπως είχαν τοποθετηθεί και υπηρετούσαν στον Α.Σ.Ο., με αποτέλεσμα να λαμβάνουν κατώτερες αποδοχές από εκείνες που ελάμβαναν στον Α.Σ.Ο. και με εκείνες που λαμβάνουν άλλοι συνάδελφοί τους της ίδιας κατηγορίας και με τα ίδια προσόντα, αφού, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη εκτίθενται, η εξέλιξή τους θα έπρεπε να ήταν η ίδια με αυτή των συναδέλφων τους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., εφαρμοζόμενης και στη δική τους περίπτωση της ευνοϊκής ρύθμισης του άρθρου 3 παρ. 3 περ. β' του ν. 2470/1997, η οποία μάλιστα με την υπ' αριθμ. 20264349/3480/022/1997 K.Υ.Α. επεκτάθηκε και στο προσωπικό που εργάζεται στο Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ. και στους Ο.ΤΑ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Δεδομένου λοιπόν του ότι όλοι οι ενάγοντες - εκκαλούντες κατά το χρόνο υπηρεσίας τους στον Α.Σ.Ο. είχαν υπαχθεί στο ίδιο μισθολογικό και βαθμολογικό καθεστώς των τακτικών υπαλλήλων του Δημοσίου και κατόπιν εφαρμογής και σ' αυτούς του ν. 2470/1997 κατετάγησαν, όπως όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι της αντίστοιχης κατηγορίας, στον κλάδο ΤΕ (αντίστοιχο του ΑΡ), η κατάταξή τους στη νέα τους υπηρεσία στην κατηγορία ΔΕ και σε μικρότερα μισθολογικά κλιμάκια από αυτά που κατείχαν σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους τους όμοιας κατηγορίας, που υπηρετούσαν στο Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ. και στους Ο.ΤΑ, χωρίς να υπαγορεύεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και χωρίς να δικαιολογείται από τη μετάταξή τους στην υπηρεσία της πρώτης εναγομένης, αποτελεί δυσμενή διάκριση σε βάρος τους και αντίκειται προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Πρέπει συνεπώς, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω αρχής, να εφαρμοσθεί και σ' αυτούς η ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 3 παρ. 3 περ. β' του ν. 2470/1997 και να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες κατά τη μεταφορά τους στην πρώτη εναγομένη έπρεπε να καταταχθούν σε θέσεις του κλάδου ΤΕ χωρίς πτυχίο ανώτερης σχολής, με πτυχίο εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου και να μισθοδοτούνται από την 1-10-1998 μέχρι σήμερα με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 27ο και καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο το 10ο. Στη συνέχεια, με βάση τα περιστατικά αυτά, το Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί, ως αόριστη, η αγωγή των, δέχθηκε αυτήν ως προς τους εναγομένους, δηλαδή και ως προς το αναιρεσείον και αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, κατά τη μεταφορά τους από τον Α.Σ.Ο. στην πρώτη εναγομένη, μη διάδικο στην αναιρετική δίκη, έπρεπε να καταταχθούν σε θέσεις του κλάδου ΤΕ χωρίς πτυχίο ανώτερης σχολής, με πτυχίο εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου και να μισθοδοτούνται από την 1-10-1998 μέχρι σήμερα με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 27ο και καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο το 10ο, επιβάλλοντας σε βάρος των εναγομένων και τη δικαστική δαπάνη. Με την κρίση του αυτή το, ως Εφετείο, δικάσαν, Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, το αναιρεσείον δεν συνδέεται με τους αναιρεσίβλητους με σύμβαση εργασίας και έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτό, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης. Αντίθετα από τις ίδιες παραδοχές προκύπτει ότι μοναδικός εργοδότης αυτών είναι η, μη διάδικος στην αναιρετική δίκη, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας, εφόσον γίνεται δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι τοποθετήθηκαν με απόφαση του Νομάρχη Ηλείας από την Α.Σ.Ο., στην οποία μέχρι τότε υπηρετούσαν, σε προσωποπαγείς θέσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηλείας, η οποία αποτελεί ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και συνεπώς μόνο ως προς αυτήν συντρέχει παθητική νομιμοποίηση. Επομένως, ο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της (ως προς το αναιρεσείον), η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω έρευνα από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του KΠολΔ.), να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, ως προς το αναιρεσείον, την 147/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι, πρώην εργαζόμενοι στην Α.Σ.Ο. τοποθετήθηκαν με απόφαση του Νομάρχη Ηλείας από την Α.Σ.Ο., στην οποία μέχρι τότε υπηρετούσαν, σε προσωποπαγείς θέσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηλείας, η οποία αποτελεί ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι μοναδικός εργοδότης των αναιρεσιβλήτων είναι η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας και συνεπώς, ως προς αυτήν συντρέχει παθητική νομιμοποίηση και όχι και ως προς το Δημόσιο. | null | null | 0 |
Αριθμός 1552/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Ζαχαρoπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Παππά, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 772/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-5-2010 αίτησή του και τους από 3-3-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 27-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 223/2007 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας κατά παραδοχή των πρώτου και έκτου πρόσθετων λόγων αναίρεσης και αφού απορριφθούν οι λοιποί λόγοι του αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ.1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, σαφής δε και ορισμένη είναι, ειδικότερα, η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών" (Ολομ.ΑΠ 9/2000).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το ακίνητο εμβαδού 600 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." ..., φερόμενο ως τμήμα μείζονος ακινήτου ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος-ανακόπτοντος και για την (αυθαίρετη) χρήση του οποίου εκ μέρους του τελευταίου εκδόθηκε εις βάρος του το ανακοπτόμενο υπ' αριθμ. ΚΥ/842/8-6-2002 πρωτόκολλο αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Κερκύρας, περιλαμβάνεται (το ως άνω ακίνητο) στο υπ' αριθμ. ΒΚ-505 ακίνητο του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ως τμήμα παλαιού αιγιαλού (δημόσιο κτήμα), και βάσει της παραδοχής αυτής απέρριψε, αφού δέχθηκε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί τα αντίθετα, την ένδικη ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου, αφού έλαβε (το Εφετείο) υπόψη και τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που υπέβαλε το αναιρεσίβλητο κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αναιρεσίβλητο αναφέρει σ' αυτές κατά λέξη "Στην κρινόμενη περίπτωση αποδείχθηκε περίτρανα τόσο από την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία, όσο και από τα έγγραφα τα οποία νομίμως και εμπροθέσμως προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τα οποία νομίμως και εμπροθέσμως προσκομίζονται και στο δικαστήριό σας, ότι συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έγκυρη έκδοση πρωτοκόλλου". Η κατ' αυτόν τον τρόπο όμως επίκληση των εγγράφων ως αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου-εκκαλούντος ενώπιον του Εφετείου δεν είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, σύννομη, δηλαδή σαφής και ορισμένη (ειδική), αφού τα επικαλούμενα έγγραφα δεν αναφέρονται καθόλου στις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, ούτε γίνεται αναφορά στις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των πρωτόδικων προτάσεών του, τις οποίες να προσκόμισε στο Εφετείο και στις οποίες να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων. Επομένως ιδρύεται εν προκειμένω ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.11 περ.β' του ΚΠολΔ, τον οποίο προβάλλει ο αναιρεσείων με τον πρώτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που έχει ασκήσει νόμιμα και εμπρόθεσμα ο αναιρεσείων (άρθρ.569 παρ.1-2 του ΚΠολΔ). Και πρέπει, κατά παραδοχήν αυτού του λόγου, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ.580 παρ.3 του ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε το αναιρεσίβλητο στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ.176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ, 22 του ν.3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 223/2007 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Δικονομία Πολιτική. Πότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ για τη λήψη υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίστηκαν. Τρόπος επικλήσεων εγγράφων ως αποδεικτικών μέσων ενώπιον του Εφετείου. Αναιρεί. | null | null | 0 |
Αριθμός 1551/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1101/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1397/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-7-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 28-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5024/19-2-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ., με τις συνημμένες σ' αυτήν από 19-2-2010 έκθεση εγχειρίσεως θυροκολληθέντος δικογράφου και βεβαίωση παραδόσεως στον εντεταλμένο υπάλληλο του επί της οδού ... καταστήματος των ΕΛΤΑ ειδοποιήσεως για τον αναιρεσείοντα Π. Ν., του ίδιου δικαστικού επιμελητή, τα οποία η αναιρεσίβλητη προσκομίζει και επικαλείται, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1397/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης και με κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ) στον αναιρεσείοντα, με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, και αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του κληθέντος ως ανωτέρω και απολιπομένου αναιρεσείοντος.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή εθνικού δικαίου, παραβιάζεται δε ο κανόνας δικαίου αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7 και 8/2006). Εξάλλου από τον συνδυασμό των άρθρων 574, 575 και 576 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρ. 44 του π.δ. 34/1995), προκύπτει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραχωρήσει στον μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο για τη χρήση αυτή καθ' ολη τη διάρκεια της μίσθωσης, ότι ο μισθωτής υποχρεούται εις αντάλλαγμα να καταβάλλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε και ότι αν κατά το χρόνο της παράδοσης του μισθίου στον μισθωτή αυτό έχει ή κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσει ελάττωμα που εμποδίζει μερικώς ή ολικώς την συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα), ο μισθωτής έχει δικαίωμα να μειώσει ή να μην καταβάλει το μίσθωμα, αναλόγως του βαθμού της ελαττώσεως της χρήσης του μισθίου εξαιτίας του ελαττώματος (ΑΠ 992/04, 399/04,605/01), αποτελεί δε πραγματικό ελάττωμα του μισθίου υπό την προεκτεθείσα έννοια κάθε κατάσταση του μισθίου που αναφέρεται στην υλική υπόστασή του και επηρεάζει τη συμφωνηθείσα χρήση του (ΑΠ 992/04). Έτσι δεν αποτελεί πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, η ύπαρξη του οποίου να παρέχει στον μισθωτή τα ανωτέρω δικαιώματα, η άρνηση του εκμισθωτή να χορηγήσει στον μισθωτή βεβαίωση ότι μέρος του μισθίου, το οποίο ο τελευταίος έχει υπεκμισθώσει σε τρίτον, αποτελεί τμήμα του όλου μισθίου ακινήτου και η συνεπεία της άρνησης αυτής μη καταβολή από τον τρίτο υπομισθωτή στον υπεκμισθωτή του μεταξύ τους συμφωνηθέντος μισθώματος για το υπεκμισθωθέν μέρος του μισθίου, αφού για το έγκυρο της υπεκμισθώσεως και την εξ αυτής υποχρέωση του υπομισθωτή να καταβάλει το μίσθωμα στον υπεκμισθωτή δεν απαιτείται η χορήγηση τέτοιας βεβαιώσεως.
Εν προκειμένω, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την από 8-11-2007 ανακοπή του κατά της υπ'αριθμ. ... διαταγής αποδώσεως μισθίου του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρ. 662 Α επ. ΚΠολΔ) ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι δεν κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη-εκμισθώτρια το συμφωνηθέν μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο ακίνητο που είχε μισθώσει για την άσκηση σ' αυτό της εμπορικής του δραστηριότητας για το λόγο ότι η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να του χορηγήσει βεβαίωση για το ότι μέρος του μισθίου ακινήτου, εμβαδού 300 τ.μ., επί συνολικού εμβαδού του ακινήτου 1350 τ.μ., το οποίο (μέρος) ο αναιρεσείων είχε υπεκμισθώσει στον Α. Δ., αποτελούσε τμήμα του όλου αυτού μισθίου ακινήτου, με αποτέλεσμα ο ανωτέρω υπομισθωτής να μην καταβάλλει στον αναιρεσείοντα-υπεκμισθωτή το συμφωνηθέν μεταξύ τους μίσθωμα και να στερηθεί έτσι ο τελευταίος τη χρήση του τμήματος αυτού. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό αυτόν -λόγο της ανακοπής που είχε αχθεί ενώπιόν του με την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την ανακοπή, με το αιτιολογικό ότι τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν συνιστούν πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που να παρέχει στον αναιρεσείοντα μισθωτή δικαίωμα μειώσεως ή μη καταβολής του μισθώματος, για την οποία είχε εκδοθεί εις βάρος του η ανακοπτόμενη διαταγή αποδόσεως μισθίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ με την μη εφαρμογή των ειρημένων διατάξεων των άρθρων 574-576 του ΑΚ και 44 του π.δ. 34/1995, οι οποίες και δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, αφού και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν αποτελούν πράγματι πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που να τον απαλλάσει από την υποχρέωση καταβολής (ολοκλήρου) του συμφωνηθέντος μισθώματος και να αίρει τη δυστροπία του ως προς την καθυστέρηση αυτή, για την οποία και διατάχθηκε η απόδοση της χρήσης του μισθίου με την ανακοπτόμενη διαταγή. Επομένως ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 520 παρ. 2 και 654 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως μπορούν να ασκηθούν και με τις προτάσεις, για να είναι όμως παραδεκτοί πρέπει, εκτός των άλλων, να αφορούν κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση ή που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά. Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις της εκκαλουμένης οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό ζήτημα για την παραδοχή τους, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των συνεχομένων αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 2381/2001).
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, άσκησε πρόσθετους λόγους εφέσεως με τους οποίους ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την παραδοχή της ανακοπής του υποστηρίζοντας με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ότι έχει υποβάλει την από 28-11-2008 έγκλησή του κατά της αναιρεσίβλητης-καθ'ης η ανακοπή και κατά του συζύγου της Χ. Π. για ψευδορκία μάρτυρα του δεύτερου και απάτη και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία της πρώτης, που φέρεται να τέλεσαν κατά τη συζήτηση της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του υπομισθωτή Α.Δ. στο Ειρηνοδικείο Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 14-3-2007, επειδή, όπως ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων (εκκαλών), το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή του στηριζόμενο στην κατάθεση αυτή, και με το δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από αυτόν και ειδικότερα τις από 5-2-2007 και 28-1-2008 εξώδικες διαμαρτυρίες-δηλώσεις του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους αυτούς λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι οι λόγοι αυτοί δεν συνέχονται αναγκαίως με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου της εφέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η πρωτοβάθμια απόφαση επειδή με αυτήν απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο ισχυρισμός του-λόγος της ανακοπής ότι η κατά τα ανωτέρω άρνηση της καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητης) να του χορηγήσει βεβαίωση ότι το υπεκμισθωτέν ως άνω μέρος του ακινήτου αποτελεί τμήμα του όλου μισθίου ακινήτου δεν συνιστά πραγματικό ελάττωμα του μισθίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει δηλαδή ως απαράδεκτους τους προταθέντες ως ανωτέρω πρόσθετους λόγους εφέσεως, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι εφέσεως δεν συνέχονται πράγματι, και δη αναγκαίως, υπό την προεκτεθείσα έννοια, με τον ειρημένο κύριο λόγο της έφεσης , και ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.14 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επομένως και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183,191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2009 αίτηση του Π. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1397/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Δικονομία Πολιτική. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1α΄ ΚΠολΔ. Έφεση. Πότε είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως. Έννοια αναγκαίως συνεχομένων κεφαλαίων προς εκκληθέντα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης. Μίσθωση πράγματος. Υποχρεώσεις συμβαλλομένων. Έννοια πραγματικού ελαττώματος μισθίου. Δικαιώματα μισθωτή σε περίπτωση υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση. | null | null | 1 |
Αριθμός 1550/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπρο-πούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Γεωργόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φωτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 351/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-9-2009 αίτησή του και τους από 31-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά παραδοχήν του δεύτερου, του αναιρετηρίου και του πρώτου και εν μέρει τρίτου, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ λόγων αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί προβαλλόμενοι λόγοι.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού της αναίρεσης και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ (Ολομ.ΑΠ 2/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ.2 εδ.γ' του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του ν.2915/2001, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Εάν επομένως ο διάδικος επικαλεσθεί και προσκομίσει προς απόδειξη ισχυρισμού του νομίμως ληφθείσα ως ανωτέρω, ένορκη βεβαίωση, το δικαστήριο οφείλει να τη λάβει υπόψη και να την συνεκτιμήσει μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση, διαφορετικά υποπίπτει στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (εκκαλούντος και εφεσιβλήτου-εναγομένου), ο τελευταίος, προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου περί προσβολής της προσωπικότητάς του από την αναφερόμενη στην αγωγή επιστολή τού αναιρεσείοντος, επικαλέστηκε, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και την υπ' αριθμ. .../21-3-2006 ένορκη βεβαίωση της Γ. Ρ. που δόθηκε νομίμως στη συμβολαιογράφο Λευκάδας Ιωάννα Κοκμοτού και την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ο ίδιος προσκόμισε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώ περί του αντιθέτου δεν υπάρχει βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση. Από την ίδια αυτή (προσβαλλόμενη) απόφαση, όπου αναφέρεται ότι "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξη και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη πρακτικά του, και από όλα τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα, για ορισμένα των οποίων γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά", σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, όπου δεν μνημονεύεται πουθενά η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα αυτή, με επίκληση, ένορκη βεβαίωση-αποδεικτικό μέσο, όπως είχε υποχρέωση από τις προμνησθείσες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 346 και 270 παρ. 2γ' του ΚΠολΔ. Έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο, του αναιρετηρίου, και πρώτο και εν μέρει τρίτο, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 παρ. 11γ' του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως. Επομένως και κατά παραδοχήν αυτών των λόγων, μετά την οποία και παρέλκει η έρευνα των λοιπών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ), και, τέλος να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ.176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 351/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο αυτό δικαστήριο (Εφετείο Πατρών), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Οκτωβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Δικονομία Πολιτική. Αναιρετικοί λόγοι. Πότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11γ΄ ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αναιρεί. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1546/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητής, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Λ. Σ. του Σ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νέστωρα Αποστολακίδη, περί αναιρέσεως της 526/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας, με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Γ. του Β. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γκιούγκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 353/2011.
Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρ. 337 παρ.1 ΠΚ, όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή του άρ. 337 παρ.1 ΠΚ προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές κατά τρόπο βάναυσο της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής. Σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις, οι "ασελγείς χειρονομίες" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της "ασελγούς πράξεως". Οι "προτάσεις" μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες που πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 526/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος, προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ' εξακολούθηση και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δυο (2) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί μια τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Κατά το χρονικό διάστημα από 21-3-2007 έως 7-7-2007 και κατά τις ειδικότερες ημερομηνίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο η κατηγορουμένη από το κινητό της τηλέφωνο με αριθμό κλήσης ... (βλ. σχετικό έγγραφο από 24-10-2007 της COSMOTE προς το Τμήμα Ασφαλείας Διδυμοτείχου), με απόκρυφη κλήσεων, έστελνε γραπτά μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο του εγκαλούντος (το οποίο ήταν επαγγελματικό του και το γνώριζαν πλήθος πελατών του ως ταξιτζή του Διδυμοτείχου) χυδαίου και προσβλητικού χαρακτήρα με φράσεις ερωτικού περιεχομένου και με ασελγείς προτάσεις που αφορούσαν ασελγείς πράξεις όπως αυτές αναφέρονται αναλυτικά στο κατηγορητήριο, προσβάλλοντάς τον και μειώνοντας προφανώς και προδήλως την αξιοπρέπεια (ατομική και οικογενειακή) του εγκαλούντος και σοκάροντάς τον με την χυδαιότητά τους, με πρόθεση και με σκοπό να επιτύχει όλα τα παραπάνω, και επιπλέον δημιουργώντας προβλήματα στο γάμο του αφού περιήλθαν και σε γνώση της γυναίκας του που εξετάσθηκε στο ακροατήριο και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της αποδιδόμενης σ' αυτήν αξιόποινης πράξεως, ήτοι της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ' εξακολούθηση, της οποίας (πράξεως) πληρούται η υπόσταση τόσο κατά τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά της στοιχεία". Στην συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα της προαναφερόμενης πράξης και ειδικότερα, του ότι: "στους παρακάτω χρόνους με ασελγείς προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσέβαλε βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής. Συγκεκριμένα η κατηγορουμένη κατά το έτος 2007 τηλεφωνούσε και έστελνε μηνύματα γραπτού περιεχομένου στο κινητό του εγκαλούντα Γ. Α. , όπου τον προσέβαλε καθημερινά με φράσεις ερωτικές που μείωναν την αξιοπρέπειά του, τον σόκαραν με την χυδαιότητά τους και επιπλέον δημιουργούσαν προβλήματα στο γάμο του. Ειδικότερα:
-Την 6-7-2007 και ώρα 12.12 αριθμός τηλεφώνου ... γραπτό μήνυμα, "γειάσου γλυκέ μου, λατρευτέ μου, σε πεθύμησα παιχνιδιάρη μου, απόψε που θα έχει δροσούλα να σε ρουφήξω και να γαμηθούμε πολύ. Πεθύμησα το μωρούλι μου το παιχνιδιάρικο. Φιλάκια παντού, να σε πάρω μια π ".
-Την 4-5-2007 και ώρα 22.13 αριθμός τηλεφώνου ... μήνυμα: "Τι θέλεις, μήπως μια π , πολύ αγκαλίτσα να αγαπηθούμε".
-Την 6-7-2007 και ώρα 12.26 αριθμός τηλεφώνου ... μήνυμα: "σήμερα είσαι κούκλος πουτσαρά μου. Είσαι για σπέσιαλ π
".
-Την 7-7-2007 και ώρα 00.05 αριθμός τηλεφώνου ... μήνυμα: "Πιες το ποτάκι σου και έλα να σε πάρω μια πίπα, τόσο που σ' αρέσει".
-Την 6-5-2007 και ώρα 02.16 αριθμός τηλεφώνου ... μήνυμα: "Θέλω να με γαμήσεις, έχω καβλώσει πολύ τώρα".
-Την 21-3-2007 και ώρα 12.47 αριθμός τηλεφώνου ... μήνυμα: "Αν σ' έκανα χαλάστρα επαγγελματική να σου δώσω τα χρήματα. Θέλω το καλό σου και το ξέρεις. Εγώ δεν θα σου κάνα κακό. Καμία σχέση το ένα με το άλλο. Ηρέμησε".
-Την 24-6-2007 και ώρα 02.23 αριθμός τηλεφώνου ... μήνυμα: "Και τι έγινε Κι ύστερα σου λένε φταίει ο πούστης ή η πουτάνα".
-Την 30-6-2007 και ώρα 14.02 αριθμός τηλεφώνου ... μήνυμα: "Γειάσου γλύκα, που κυκλοφορείς αλάνι μου, πουτσαρά μου χθες ήμουν σ ".
Προσβάλλοντας έτσι βάναυσα την αξιοπρέπεια του ανωτέρω μηνυτή στο πεδίο της γενετήσιας ζωής. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 και 337 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα) -παρέστη με πληρεξούσιο η κατηγορουμένη- από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας, Α. Π. του Δ. , καθώς και τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Α. Γ. του Β. . Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι: Τα όποια προς αυτόν μηνύματά της με το παραπάνω, περιεχόμενο, ενείχαν πρόθεση εκδήλωσης των συναισθημάτων της, έστω και με έντονο τρόπο προς αυτόν και όχι πρόθεση της απομείωσής του και ότι στα μηνύματά της υπάρχουν εκφράσεις αποδοχής και θαυμασμού προς αυτόν, με σκοπό να προκαλέσει το ερωτικό ενδιαφέρον του μηνυτού της, είναι δε ο τρόπος αυτός μάλλον συνήθης, και δεν ξεφεύγει από τα όρια μιας έντονης ερωτικής πράξης. Αβάσιμα όμως καθόσον όλα τα παραπάνω αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που καταδικάστηκε και ειδικότερα, αυτά αποτελούν προτάσεις για ασελγείς πράξεις με τη γνώση και τη θέληση της αναιρεσείουσας των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή να προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου, που ενδεχόμενα αλλά και πράγματι προσέβαλαν βάναυσα αντικειμενικά την αξιοπρέπεια του μηνυτή, στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαρτίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2/2011 ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας) αίτηση της Λ. Σ. του Σ. , για αναίρεση της με αριθμό 526/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Βάναυση προσβολή του άλλου κατ’ εξακολούθηση με προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις και προσβάλλουν την αξιοπρέπειά του, στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του - αρκεί και ενδεχόμενος δόλος- για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αρκεί να λάβουν χώρα και προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές κατά τρόπο βάναυσο του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής - οι προτάσεις μπορούν να γίνουν και ρητά και πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή - ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας, διακρινόμενη από τη συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων - η κατηγορουμένη έστελνε γραπτά μηνύματα στο κινητό του πολιτικώς ενάγοντος, ερωτικού περιεχομένου και με ασελγείς προτάσεις, που αφορούσαν ασελγείς πράξεις, προσέβαλε τη γενετήσια ζωή του, με πρόθεση να επιτύχει τα αναγραφόμενα στα μηνύματά της. Αβάσιμα επικαλείται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1545/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Α.,κατοίκου ...,που δεν παρέστη περί αναιρέσεως της με αριθμό 1094/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής. Με πολιτικώς ενάγοντες:1)Χ. Β. του Σ. και 2) Δ. Β. του Σ., κάτοικοι …, οι οποίοι αμφότεροι δεν παρέστησαν.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2011αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 237/2011.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.ΠοινΔ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 10 Απριλίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Γ. Τ., Αστυφύλακα του Α.Τ Αρναίας, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα με παράδοση της κλήσεως στα χέρια του, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Ιανουαρίου 2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του Α. Κ. του Α., για αναίρεση της 1094/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 2 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1543/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Φ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 7783/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1529/2010.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσο στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 1η Φεβρουαρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης της Α. Σ., Επιμελήτριας Δικαστηρίων Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 4ης Μαΐου 2011. Τότε, με την 738/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Ν. Φ. του Θ., για αναίρεση της 7783/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
Αριθμός 1542/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Παναγιώτη Λαμπρόπουλου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ε. Α. του Θ., 2) Κ. Α. του Α., 3) Θ. Α. του Η., 4) Δ. Α. του Γ., 5) Ι. Β. του Κ., 6) Ε. Β. του Ι., 7) Ν. Β. του Γ., 8) Β. Γ. του Γ., 9) Ε. Γ. του Β., 10) Β. Γ. του Σ., 11) Γ. Γ. του Ν., 12) Κ. Γ. του Θ., 13) Χ. Γ. του Η., 14) Α. Γ. του Γ., 15) Γ. Γ. του Κ., 16) Α.-Μ. Γ. του Α., 17) Δ. Δ. του Ν., 18) Α. Δ. του Γ., 19) Α. Δ. του Ν., 20) Ι. Δ. του Γ., 21) Δ. Ζ. του Ε., 22) Μ. Θ. του Χ., 23) Α. Κ. του Δ., 24) Ε. Κ. του Α., 25) Μ. Κ. του Κ., 26) Ζ. Κ. του Α., 27) Σ. Κ. του Κ., 28) Ν. Κ. του Π., 29) Χ. Κ. του Κ., 30) Ρ. Κ. του Σ., 31) Β. Κ. του Α., 32) Α. Κ. του Δ., 33) Μ. Κ. του Π., 34) Α. Κ. του Α., 35) Γ. Κ. του Γ., 36) Β. Κ. του Α., 37) Γ. Κ. του Θ., 38) Α. Κ. του Δ., 39) Δ. Λ. του Δ., 40) Μ. Λ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε παραστάθηκαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 194/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5224/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-8-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 110 παρ.2 και 576 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, αφού ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της δικονομικής απουσίας, συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Για να συμβεί αυτό, όμως, ερευνάται αν απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση ή ο αντίδικος αυτού. Στην πρώτη περίπτωση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση. Εάν ο παριστάμενος διάδικος δεν αποδεικνύει τον τρόπο επίσπευσης της συζήτησης, με την προσκομιδή, κατά περίπτωση, ενός εκ των ως άνω εγγράφων, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη, όπως και όταν διαπιστώνεται ότι η κλήτευση του απολειπόμενου στη συζήτηση παραλείφθηκε εντελώς ή υπήρξε μη νόμιμη ή εκπρόθεσμη.
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 6-8-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος, περί αναιρέσεως της 5224/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στην ως άνω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, διότι το αναιρεσείον, που παραστάθηκε νομίμως κατ' αυτήν, δεν προσκομίζει, κατά περίπτωση, το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως προς συζήτηση), που τυχόν του επιδόθηκε από τους αναιρεσίβλητους ή την έκθεση επιδόσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως προς συζήτηση), που τυχόν αυτό επέδωσε προς εκείνους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η διεξαχθείσα συζήτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6-8-2009 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Ε. Α. κλπ, περί αναιρέσεως της 5224/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 11η Οκτωβρίου 2011. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 25η Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Αναιρεσίβλητοι ερήμην. Δεν αποδεικνύεται ούτε αν αυτοί επισπεύδουν τη συζήτηση ούτε αν κλήθηκαν από το αναιρεσείον. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. | null | null | 2 |
Αριθμός 1538/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της υπ' αριθμ. 1007/2011 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενους τους: 1) Β. Π. του Ι. και 2) Δ. Δ. του Ν., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και με πολιτικώς ενάγουσα την Χ. Γ. του Α., κάτοικο ... που δεν παρέστη.
Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την διόρθωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουνίου 2011 αίτησή του, κατόπιν της υπ' αριθμ. 95/2011 πράξεως της Προεδρεύουσας του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Αιμιλίας Λίτινα, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 767/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση διόρθωσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του αρθρ. 145 § § 1 και 2 ΚΠΔ, όταν στην απόφαση ή στη διάταξη υπάρχουν λάθη και παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικαστής που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση τους, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο (§1). Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ή διάταξη ύστερα από κλήτευση των διαδίκων που εμφανίστηκαν ... (§2). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες περί ενδίκων μέσων, σαφώς συνάγεται ότι ως διόρθωση της απόφασης εννοείται η αποκατάσταση της πραγματικής βούλησης του δικαστηρίου, με την αποβολή στοιχείων ξένων προς αυτήν που παρεισέφρησαν στο κείμενο της ή με την παράθεση σ' αυτό στοιχείων αναγκαίων που παραλείφθηκαν από αυτό, από παραδρομή ή αβλεψία ή από άλλη παρόμοια αιτία και όχι η άρση των σφαλμάτων που δημιουργούν ακυρότητα ή των ουσιαστικών σφαλμάτων, τα οποία είναι αντικείμενο της κρίσης του ανώτερου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά από άσκηση ένδικου μέσου. Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση της διόρθωσης είναι η ύπαρξη ή παράλειψη τέτοιου στοιχείου και η αιτία στην οποία οφείλεται αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η με αριθμό 95/23-6-2011 πράξη του Προέδρου του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αρ. πρωτ. 154/2011), κοινοποιηθείσης της σχετικής κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στους κατηγορουμένους Β. Π. και Δ. Δ. (όπως προκύπτει από τα από 5-8-2011 αποδεικτικά επίδοσης του Αρχ/κα Σ. Α. του Α.Τ. …) και στον αντίκλητο τους Ζήση Στεργίου Κων/νου, δικηγόρο Αθηνών (όπως προκύπτει από τα από 29-7-2011, αποδεικτικά επίδοσης του ..., Επιμελητή Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου). Έχει επίσης επιδοθεί ίδια κλήση στην πολιτικώς ενάγουσα Χ. Γ., όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ... του Α.Τ. …, χωρίς όμως οι παραπάνω να παρίστανται κατά την παρούσα συζήτηση, η οποία θα προχωρήσει ερήμην τους (άρθρα 145 παρ. 2 εδ. β', 155, 160, 161και 166 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
Με την πράξη αυτή ζητείται η διόρθωση της 1007/2011 απόφασης του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, γιατί στο ιστορικό της, καθώς και στο διατακτικό, από παραδρομή παρεισέφρησαν λάθη, συνεπεία των οποίων η αναφερόμενη σε αυτήν πράξη, της παράβασης καθήκοντος, κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το διάστημα από 6-5-2005 έως 21-11-2005, να φέρεται ότι εξαλείφθηκε με παραγραφή, ενώ το ορθό είναι ότι δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής, για καμιά από τις μερικότερες πράξεις του διαστήματος από 6-5-2005 έως 21-11-2005. Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται για εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, και είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις γι' αυτό και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, με τη με αριθμό 145/2010, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας κηρύχθηκαν ένοχοι για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα για το διάστημα από 6-5-2005 έως 21-11-2005. Κατά της απόφασης αυτής, οι παραπάνω άσκησαν την από 22-10-2010 αίτηση αναίρεσης. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1007/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, της οποίας η διόρθωση ζητείται, με την οποία, αναιρέθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στη συνέχεια, η ίδια εκείνη απόφαση 1007/2011 κατά την σαφώς εκφρασθείσα βούληση του Δικαστηρίου που δεν εξέδωσε το μεν έπαυσε την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το διάστημα από 6-5-2005 μέχρι 9-6-2005 κατά το σκεπτικό, και αντιφατικά προς την εκφρασθείσα βούλησή του μέχρι 5-6-2005 κατά το διατακτικό, κατά τα λοιπά δε παρέπεμψε την υπόθεση, για το υπόλοιπο διάστημα, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, για την επανεξέταση της. Όμως, στην ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου παρεισέφρησαν τα ακόλουθα λάθη: 1) Στο τέλος του σκεπτικού και αφού έγινε ανάλυση, των περί παραγραφής διατάξεων του Π.Κ. και του Κ.Π.Δ, έγινε δεκτό, ότι: Στην προκειμένη περίπτωση, οι μερικότερες πράξεις της παράβασης καθήκοντος που τελέσθηκαν στο διάστημα από 6-5-2005 έως 9-6-2011 και τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, εξαλείφθηκαν με παραγραφή, καθόσον από 6-5-2005 μέχρι τη διάσκεψη επί της αίτησης αναίρεσης (9-6-2011), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Το ορθόν είναι ότι δεν παρήλθε οκταετία από του ως άνω χρόνου (6-5-2005), οπότε αρχίζει ο χρόνος τέλεσης της παραπάνω πράξης της παράβασης καθήκοντος, μέχρι 9-6-2011, οπότε έλαβε χώρα η διάσκεψη και η δημοσίευση της απόφασης και συνεπώς, δεν επήλθε παραγραφή, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η παραπάνω απόφαση. 2) Στο διατακτικό αναγράφηκε "Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το ότι οι κατηγορούμενοι: Κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-2005 έως 5-6-2005, με πρόθεση ως υπάλληλοι κατά την έννοια του Ποινικού Κώδικα παρέβησαν με πρόθεση τα καθήκοντα τους που προβλέπονται από το νόμο με σκοπό να βλάψουν άλλον ... ." Το ορθόν είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι δεν παραγράφηκε η ως άνω αξιόποινη πράξη, για καμιά από τις μερικότερες πράξεις του ως άνω διαστήματος.
Από όλα όσα αναφέρθηκαν, συνάγονται τα παρακάτω: Το εκδόν την απόφαση, της οποία ζητείται η διόρθωση, καίτοι στο σκεπτικό δέχεται, εσφαλμένα, όπως στη συνέχεια θα εκτεθεί, ότι πράξη της παράβασης καθήκοντος έχει παραγραφεί κατά το διάστημα από 6-5-2005 μέχρι 9-6-2011, οπότε έλαβε χώρα η διάσκεψη και η δημοσίευση της απόφασης, της οποίας η διόρθωση ζητείται, στο διατακτικό, από προφανή παραδρομή, δέχεται ότι η πράξη έχει παραγραφεί για το διάστημα από 6-5-2005 μέχρι 5-6-2011. Κατά το σημείο λοιπόν αυτό πρέπει να διορθωθεί το διατακτικό της παραπάνω απόφασης και να διευκρινισθεί ότι η παραγραφή αφορά το διάστημα από 6-5-2005 μέχρι 9-6-2011, όπως αναλύεται στο σκεπτικό, δεκτής γενομένης της αίτησης κατά το σημείο αυτό.
Περαιτέρω, από σφάλμα αποφάνθηκε, ότι η παραπάνω κατ' εξακολούθηση πράξη, έχει παραγραφεί για το διάστημα από 6-5-2005 έως 9-6-2005, και έπαυσε για το διάστημα αυτό την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. Και είναι μεν προφανές, ότι η κατά τα άνω παύση της ποινικής δίωξης για το διάστημα που αναφέρθηκε, οφείλεται σε σφάλμα, (εσφαλμένο αριθμητικό υπολογισμό), πλην δεν μπορεί να θεραπευθεί με την κατά την έννοια του άρθρου 145 ΚΠΔ διόρθωση του, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν, εφόσον πρόκειται για ουσιαστικό σφάλμα, που με τη διόρθωση του επέρχεται ουσιώδης μεταβολή στην απόφαση και αλλοιώνεται το περιεχόμενο της. Και τούτο γιατί όπως έχει νυν η απόφαση, έχει παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, για το διάστημα από 6-5-2005 έως 9-6-2005, ενώ κατά τα λοιπά, ήτοι (για το διάστημα πέραν της 9-6-2005), έχει παραπεμφθεί, μετά την αναίρεση, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, ενώ αν γίνει δεκτή η αίτηση και απαλειφθεί η διάταξη περί παύσης της δίωξης λόγω παραγραφής, θα αλλοιωθεί το περιεχόμενο της απόφασης, αφού ο κατ/νος θα παραπεμφθεί για όλο το διάστημα ήτοι από 6-5-2005 έως 21-11-2005, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο, όπως προαναφέρθηκε. Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες νόμιμες προϋποθέσεις για διόρθωση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση κατά το σημείο της αυτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται εν μέρει την 95/2011 Πράξη του Προέδρου του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για διόρθωση της με αριθμό 1007/2011 απόφασης ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Διορθώνει την παραπάνω απόφαση, ως προς το διατακτικό της, ως ακολούθως:
Από το εσφαλμένο: "Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το ότι οι κατηγορούμενοι: ... Στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-2005 έως 5-6-2005 ... εγκαλούσα", στο ορθό: "Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το ότι οι κατηγορούμενοι: ... Στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-2005 έως 9-6-2005 ... εγκαλούσα".
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Διόρθωση απόφασης. Δέχεται αίτηση, μόνο για διευκρίνιση διατακτικού σε σχέση με σκεπτικό. Απορρίπτει κατά τα λοιπά, καθόσον με την αιτούμενη διόρθωση αλλοιώνεται το περιεχόμενο της απόφασης της οποίας η διόρθωση ζητείται. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1537/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές:Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλουμένους: 1) Β. Φ. Αντιεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης 2) Γ. Σ. του Κ.. Με εγκαλούσα την Ε. Π. του Χ., κάτοικου ... Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 7340/28.6.2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 831/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 200/6.10.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την υπ' αριθ. πρωτ. 7340/28-6-2011 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης με την ανωτέρω αναφορά του κατέστησε γνωστό ότι η Ε. Π. του Χ., κάτοικος ..., υπέβαλε την υπ' αριθ. 100/2011 προσφυγή της, κατά της υπ' αριθμ. 86/2011 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η από 2-3-2010 έγκλησή της και κατά του Β. Φ., Αντεισαγγελέα Εφετών, ο οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης και ζήτησε την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλη ισόβαθμη Εισαγγελία.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137§1γ' Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως, πρέπει, να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος (ΑΠ 766/2007). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η Ε. Π. με το από 2-3-2010 Υπόμνημα - Αναφορά - Καταγγελία, κατήγγειλε και τον Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης Β. Φ. για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.) Η παραπάνω καταγγελία θεωρήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ότι αποτελεί έγκληση και μετά από την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη (άρθρο 47 Κ.Π.Δ.), με την υπ' αριθ. 86/2011 διάταξή του. Κατά της διατάξεως αυτής η εγκαλούσα άσκησε την υπ' αριθ. 100/2011 προσφυγή της στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 48 Κ.Π.Δ. Επί της προσφυγής αυτής είναι αρμόδιος να αποφανθεί εισαγγελικός λειτουργός της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης. Μεταξύ όμως αυτών περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος Β. Φ., Αντεισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης. Επομένως συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως ως προς όλους τους εγκαλουμένους σε άλλον Εισαγγελέα Εφετών και δη αυτόν του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της παραπάνω προσφυγής, κατ' άρθρο 48 Κ.Π.Δ., και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και δικαστικές αρχές.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η υπ' αριθ. 100/2011 προσφυγή της Ε. Π., κατά της υπ' αριθ. 86/2011 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου να αποφανθεί αυτός επί της παραπάνω προσφυγής, και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και δικαστικές αρχές." Αθήνα 5 Οκτωβρίου 2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος (στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει, ακόμη, ασκηθεί ποινική δίωξη) είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 ΚΠοινΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, εγκαλούμενο κ.λπ., προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΚΙΝΗΣΗ ΑΤΕ", που εδρεύει στο Δήμο Απολλωνίας Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από την Διευθύνουσα Σύμβουλο και Πρόεδρο αυτής Ε. Π. του Χ., υπέβαλε την από 2.3.2010 έγκληση (υπόμνημα - αναφορά - καταγγελία) κατά του Β. Φ., Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, (και κατά του Γ. Σ. του Κ., Προϊσταμένου του Τμήματος Εγκαταστάσεων Εξυπηρέτησης Οχημάτων - Επικοινωνιών της Διευθύνσεως Μεταφορών - Επικοινωνιών Δυτικής Θεσσαλονίκης) για παράβαση καθήκοντος. Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την υπ` αριθ. 86/2011 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως, η εγκαλούσα άσκησε την υπ` αριθ. 100/27.5.2011 προσφυγή της, ζητώντας να ασκηθεί σε βάρος (μόνο) του εγκαλουμένου Β. Φ. η δέουσα ποινική δίωξη. Ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, λόγω του ότι ο εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, δηλαδή στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122 - 125 του ΚΠοινΔ, δικαστήριο, και μάλιστα από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (περ. γ).
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθμ. 7340/28.6.2011 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και να παραπεμφθεί η ως άνω προσφυγή από τις αρμόδιες Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις αντίστοιχες του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας για τη δικαστική της διερεύνηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την υπ` αριθ. 7340/28.6.2011 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης.
Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της υπ` αριθ. 100/27.5.2011 προσφυγής της Ε. Π. του Χ. κατά της υπ` αριθ. 86/2011 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, αντί των αρμοδίων Δικαστικών, Ανακριτικών και Εισαγγελικών Αρχών του Εφετείου Θεσσαλονίκης, τις αντίστοιχες του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις1 Νοεμβρίου 2011.Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Κανονισμός αρμοδιότητας. Προσφυγή κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έγκληση κατά Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, για παράβαση καθήκοντος. Παραπέμπει την προσφυγή στις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. | null | null | 0 |
Αριθμός 1543/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΖΗΤΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ - Τεχνική Κατασκευαστική Εταιρεία", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Ελευσίνα Αττικής και 2) Γ. Ζ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν η πρώτη διά και ο δεύτερος μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Ανδρεοπούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Τ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Τριαντάφυλλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1037/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 235/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση ενός αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να προσδιορίσει το κατά την ανέλεγκτη κρίση του εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που έπρεπε να επιδικασθεί στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα), ο οποίος είχε τραυματισθεί στο δεξιό οφθαλμό κατά τη διάρκεια της παροχής εξαρτημένης εργασίας σε οικοδομικό έργο που είχε αναλάβει και εκτελούσε η πρώτη από τους αναιρεσείοντες, εταιρία περιορισμένης ευθύνης της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος από αυτούς (εναγομένους), χρειάσθηκε να σταθμίσει μεταξύ των άλλων περιστατικών και τις συνέπειες που είχε ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου επί της οράσεως του δεξιού οφθαλμού αυτού. Για τη στάθμιση αυτή, αξιολόγησε και την από 2-11-2007 βεβαίωση νοσηλείας του περιφερειακού γενικού νοσοκομείου "Γ. Γεννηματάς", ως προς το περιεχόμενο της οποίας δέχθηκε ότι δι' αυτού βεβαιώνεται ότι "η ορατότητα [του αναιρεσιβλήτου στο δεξιό οφθαλμό] έχει εκμηδενισθεί". Στην εν λόγω βεβαίωση, όμως, ως προς το ζήτημα της μετά τον τραυματισμό οράσεως του αναιρεσιβλήτου, αναφέρεται ότι "η παρούσα υποκειμενική οπτική του οξύτητα είναι δεξιός οφθαλμός αντίληψη κινουμένης χειρός, αριστερός 10/10". Και, όπως επισημαίνεται από τους αναιρεσείοντες, η μηδενική όραση είναι κατάσταση διαφορετική από την αντίληψη κινουμένης χειρός, δεδομένου του ότι, κατά την αντίστοιχη ιατρική διαβάθμιση, η μηδενική όραση υποδηλώνει την κατάσταση της μη αντίληψης του φωτός, ενώ μεταξύ αυτής και της κατάστασης της αντίληψης κινουμένης χειρός μεσολαβούν κατά σειρά οι καταστάσεις της αντίληψης φωτός χωρίς προβολές και της αντίληψης φωτός με ορθές προβολές. Ως εκ τούτου, αν το Δικαστήριο της ουσίας είχε αναγνώσει ορθά το περιεχόμενο της ως άνω βεβαιώσεως, θα έπρεπε να δεχθεί όχι ότι η όραση του αναιρεσιβλήτου έχει εκμηδενισθεί, αλλά ότι έχει μειωθεί σημαντικά, πράγμα το οποίο θα μπορούσε, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση ως προς τον προσδιορισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω παραμόρφωση και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψη και αξιολόγησε, εκτός των άλλων, και "τις με επίκληση προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων υπ' αριθ. 2724/2-2-2007 (του ενάγοντος) 737/29-10-2007 και 751 - 754/2-11-2007 (των εναγομένων), οι οποίες έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση των διαδίκων εκατέρωθεν". Η αναφορά αυτή, που παρατίθεται κατά λέξη, καλύπτει και τις ένορκες βεβαιώσεις 752 και 753/2-11-2007, οι αριθμοί των οποίων υπονοείται ότι περιλαμβάνονται μεταξύ των αριθμών 751 και 754, που παρατίθενται στο κείμενο της προσβαλλομένης απόφασης διαχωριζόμενοι με παύλα (-). Ακόμη, από τη ρητή αναφορά στο κείμενο της προσβαλλομένης απόφασης της κατάθεσης του εξετασθέντος Αναστάσιου Αντωνίου, συνάγεται ότι αξιολογήθηκε και η 736/29-10-2007 ένορκη βεβαίωση, η οποία αποδίδεται σ' αυτόν. Ουδόλως προκύπτει, όμως, ότι λήφθηκαν υπ' όψη και αξιολογήθηκαν οι ένορκες βεβαιώσεις 735, 738 και 739/29-10-2007, τις οποίες επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις αυτών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου τους και περί των οποίων ούτε ρητή μνεία γίνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ούτε έμμεση αναφορά. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω παράλειψη και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις και χωρίς να είναι απαραίτητη η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 235/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στους αναιρεσείοντες δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 11η Οκτωβρίου 2011. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 25η Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αριθμός 1543/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΖΗΤΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ - Τεχνική Κατασκευαστική Εταιρεία", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Ελευσίνα Αττικής και 2) Γ. Ζ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν η πρώτη διά και ο δεύτερος μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Ανδρεοπούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Τ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Τριαντάφυλλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1037/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 235/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση ενός αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να προσδιορίσει το κατά την ανέλεγκτη κρίση του εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που έπρεπε να επιδικασθεί στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα), ο οποίος είχε τραυματισθεί στο δεξιό οφθαλμό κατά τη διάρκεια της παροχής εξαρτημένης εργασίας σε οικοδομικό έργο που είχε αναλάβει και εκτελούσε η πρώτη από τους αναιρεσείοντες, εταιρία περιορισμένης ευθύνης της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος από αυτούς (εναγομένους), χρειάσθηκε να σταθμίσει μεταξύ των άλλων περιστατικών και τις συνέπειες που είχε ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου επί της οράσεως του δεξιού οφθαλμού αυτού. Για τη στάθμιση αυτή, αξιολόγησε και την από 2-11-2007 βεβαίωση νοσηλείας του περιφερειακού γενικού νοσοκομείου "Γ. Γεννηματάς", ως προς το περιεχόμενο της οποίας δέχθηκε ότι δι' αυτού βεβαιώνεται ότι "η ορατότητα [του αναιρεσιβλήτου στο δεξιό οφθαλμό] έχει εκμηδενισθεί". Στην εν λόγω βεβαίωση, όμως, ως προς το ζήτημα της μετά τον τραυματισμό οράσεως του αναιρεσιβλήτου, αναφέρεται ότι "η παρούσα υποκειμενική οπτική του οξύτητα είναι δεξιός οφθαλμός αντίληψη κινουμένης χειρός, αριστερός 10/10". Και, όπως επισημαίνεται από τους αναιρεσείοντες, η μηδενική όραση είναι κατάσταση διαφορετική από την αντίληψη κινουμένης χειρός, δεδομένου του ότι, κατά την αντίστοιχη ιατρική διαβάθμιση, η μηδενική όραση υποδηλώνει την κατάσταση της μη αντίληψης του φωτός, ενώ μεταξύ αυτής και της κατάστασης της αντίληψης κινουμένης χειρός μεσολαβούν κατά σειρά οι καταστάσεις της αντίληψης φωτός χωρίς προβολές και της αντίληψης φωτός με ορθές προβολές. Ως εκ τούτου, αν το Δικαστήριο της ουσίας είχε αναγνώσει ορθά το περιεχόμενο της ως άνω βεβαιώσεως, θα έπρεπε να δεχθεί όχι ότι η όραση του αναιρεσιβλήτου έχει εκμηδενισθεί, αλλά ότι έχει μειωθεί σημαντικά, πράγμα το οποίο θα μπορούσε, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση ως προς τον προσδιορισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω παραμόρφωση και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψη και αξιολόγησε, εκτός των άλλων, και "τις με επίκληση προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων υπ' αριθ. 2724/2-2-2007 (του ενάγοντος) 737/29-10-2007 και 751 - 754/2-11-2007 (των εναγομένων), οι οποίες έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση των διαδίκων εκατέρωθεν". Η αναφορά αυτή, που παρατίθεται κατά λέξη, καλύπτει και τις ένορκες βεβαιώσεις 752 και 753/2-11-2007, οι αριθμοί των οποίων υπονοείται ότι περιλαμβάνονται μεταξύ των αριθμών 751 και 754, που παρατίθενται στο κείμενο της προσβαλλομένης απόφασης διαχωριζόμενοι με παύλα (-). Ακόμη, από τη ρητή αναφορά στο κείμενο της προσβαλλομένης απόφασης της κατάθεσης του εξετασθέντος Α. Α., συνάγεται ότι αξιολογήθηκε και η 736/29-10-2007 ένορκη βεβαίωση, η οποία αποδίδεται σ' αυτόν. Ουδόλως προκύπτει, όμως, ότι λήφθηκαν υπ' όψη και αξιολογήθηκαν οι ένορκες βεβαιώσεις 735, 738 και 739/29-10-2007, τις οποίες επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις αυτών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου τους και περί των οποίων ούτε ρητή μνεία γίνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ούτε έμμεση αναφορά. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω παράλειψη και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις και χωρίς να είναι απαραίτητη η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 235/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στους αναιρεσείοντες δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 11η Οκτωβρίου 2011. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 25η Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Εργατικό ατύχημα. Παραμόρφωση εγγράφου ως προς το αληθινές περιεχόμενο ιατρικής βεβαιώσεως σχετικά με την έκταση των συνεπειών του τραυματισμού ενάγοντος – αναιρεσιβλήτου. Μη λήψη υπ’ όψη ενόρκων βεβαιώσεων. Αναιρεί. | null | null | 0 |
Αριθμός 1544/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 27η Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Θ. (T.) Μ. (M.) του Α. (A.), κατοίκου ... και 2) Ε. Γ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Μαρκέτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Α. ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΡΜΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία τελεί υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 παρ.1 του ν. 1892/1990 και ως εκ τούτου εκπροσωπείται νομίμως από τον εκκαθαριστή, που είναι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Μάριου Παναγιωτόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1087/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 681/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-4-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη εφ' όσον τηρηθεί ο έγγραφος τύπος και καταβληθεί η αποζημίωση, που οφείλεται κατά νόμο από τον εργοδότη. Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ίδιου νόμου, κάθε αξίωση του μισθωτή προς καταβολή ή συμπλήρωση της εν λόγω αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός εξαμήνου, αφ' ότου η αξίωση κατέστη απαιτητή. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η εν λόγω προθεσμία είναι αποσβεστική και αρχίζει από τη στιγμή της καταγγελίας, ενώ η άπρακτη πάροδος αυτής επιφέρει την απώλεια του αντίστοιχου δικαιώματος του μισθωτή. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 255 εδ. α' και 279 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποσβεστικής προθεσμίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, σύμφωνα με τις οποίες η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Η σημασία της αναστολής έγκειται στο ότι ο χρόνος, κατά τον οποίο διήρκεσε ο λόγος αυτής, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής ή της αποσβεστικής προθεσμίας. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής ή εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά αποτελούν νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείοντες, ως μισθωτοί και ενάγοντες, με την ένδικη, από 21-3-2006 αγωγή τους, άσκησαν κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, ως εργοδότριας και εναγομένης, την αξίωσή τους για καταβολή της κατά νόμο αποζημιώσεως, λόγω της από 3-3-2006, εκ μέρους της τελευταίας, σιωπηρής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας που μέχρι τότε ίσχυαν μεταξύ τους. Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη την 31-3-2006, με εγχείριση του κατά νόμο αντιγράφου σε υπάλληλο αυτής, που βρέθηκε από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή να εργάζεται στην έδρα της και το παρέλαβε. Η αναιρεσίβλητη, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ισχυρίσθηκε ότι η επίδοση αυτή ήταν άκυρη και δεν παρήγαγε αποτελέσματα, διότι με την 1675/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε την 10-3-2006, η ίδια είχε τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ.1 του ν. 1892/1990 και η εκπροσώπησή της είχε ανατεθεί στον ορισθέντα εκκαθαριστή, που είναι η "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", προς την οποία και μόνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.3 του ν. 1386/1983, όπως ισχύουν, η επίδοση μπορούσε να επιχειρηθεί εγκύρως. Ο ισχυρισμός αυτός είχε τη λειτουργία ενστάσεως. Οι αναιρεσείοντες αντέτειναν στην ένσταση ότι, λόγω της χρονικής εγγύτητας των ως άνω γεγονότων, κατά την επίδοση της αγωγής αγνοούσαν τις εξελίξεις, ότι τις πληροφορήθηκαν εντός του θέρους του έτους 2006 και ότι επέδωσαν εκ νέου την αγωγή προς τον ορισθέντα εκκαθαριστή την 13-9-2006. Και ακόμη, ότι μέχρι την 12-7-2006 η "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" δεν είχε αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων της ως εκκαθαριστής με αποτέλεσμα αυτοί, ακόμη και αν το επιθυμούσαν, να μην είναι σε θέση να επιδώσουν την αγωγή προσηκόντως. Ο ισχυρισμός αυτός είχε τη λειτουργία αντενστάσεως, αφού αληθής υποτιθέμενος καθιστούσε αδύνατη τη νομότυπη άσκηση της αγωγής μέσα στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955. Όπως προκύπτει, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο παρέλειψε να τον αξιολογήσει και περιορίσθηκε να δεχθεί ότι η μεν από 31-3-2006 επίδοση της αγωγής ήταν άκυρη, η δε από 13-9-2006 επίδοση ήταν εκπρόθεσμη, με συνέπεια να κρίνει ότι έχει αποσβεσθεί η ένδικη αξίωση των αναιρεσειόντων. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπ' όψη πράγμα που είχε προταθεί νομίμως, ήτοι τα ως άνω περιστατικά, τα οποία είχαν προβληθεί από τους αναιρεσείοντες ενώπιόν του και στοιχειοθετούσαν την αντένσταση αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 255 εδ. α' ΑΚ. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παράλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 681/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στους αναιρεσείοντες δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 11η Οκτωβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 25η Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Σύμβαση εργασίας, αξίωση αποζημίωσης λόγω καταγγελίας. Πάροδος αποσβεστικής προθεσμίας. Αντένσταση αναστολής της προθεσμίας λόγω αδυναμίας εμπροθέσμου επιδόσεως της αγωγής προς τον ορισθέντα ειδικό εκκαθαριστή. Πράγμα που προτάθηκε νομίμως και δεν λήφθηκε υπ’ όψη. Αναιρεί. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1536/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 547/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 488/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 166/21.6.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠΔ, την από 15-3-2011 αίτηση του κατηγορουμένου Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 29-3-2011, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 547/14-12-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, με τριετή αναστολή, για τις πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας κατά συρροή, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 18 Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως, όταν αυτή ασκείται με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και αν η δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό από τη Γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει) από τότε που θα επιδοθεί η καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο, τον οποίο διόρισε ο ίδιος για να τον εκπροσωπήσει με έγγραφη δήλωσή του (ΑΠ 2022/2006). Περαιτέρω τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσομένη έκθεση ασκήσεώς της γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1052/2007, ΑΠ 2078/2006). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη ως άνω υπ'αριθμ. 547/14-12-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, εξεδόθη με εκπροσωπηθέντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ράλλη, του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας, τον οποίο είχε προς τούτο νομίμως διορίσει με την από 14-12-2010 έγγραφη εξουσιοδότηση. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων την 24 Ιανουαρίου 2011, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέα του Εφετείου Καλαμάτας. Παρά ταύτα όμως ο αναιρεσείων την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως άσκησε εκπροθέσμως και συγκεκριμένα την 29-3-2011, όταν και επιδόθηκε η σχετική δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας, χωρίς μάλιστα να επικαλείται συγκεκριμένους λόγους ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω:
Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 15-3-2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 547/14-12-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας. Και
Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 476 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, όταν αυτή ασκείται με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό από τη Γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο αρχίζει από τότε που θα επιδοθεί η καθαρογραφημένη τελεσίδικη απόφαση στο ως άνω ειδικό βιβλίο. Παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο, τον οποίο διόρισε ο ίδιος για να τον εκπροσωπήσει, με έγγραφη δήλωση του. Περαιτέρω, τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 475 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως της γίνεται επίκληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση της, καθώς και των αποδεικτικών μέσων, που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη ως άνω 547/14.12.20010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκδόθηκε με τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα εκπροσωπηθέντα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ράλλη, του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας, τον οποίο είχε προς τούτο διορίσει νομίμως με την από 14 Δεκεμβρίου 2010 έγγραφη εξουσιοδότηση. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων στις 24 Ιανουαρίου 20011, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέως του Εφετείου Καλαμάτας. Παρά ταύτα όμως, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εκπροθέσμως και συγκεκριμένα στις 29 Μαρτίου 2011, όταν και επιδόθηκε η σχετική δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας εικοσαήμερης προθεσμίας, χωρίς μάλιστα να επικαλείται συγκεκριμένους λόγους ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, και μετά την κατά τη διάταξη του άρθ. 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δικ. επίδοση του αντίκλητου Δικηγόρου του αναιρεσείοντος (βλ. σημείωση της αρμόδιας Γραμματείας) πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως και 4 να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 15 Μαρτίου 2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., κατά της 547/14.12.2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της. | null | null | 1 |
Αριθμός 1535/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Λ. του Λ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1461/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Τ. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 370/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 7 Απριλίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ροδόπης Ν. Ι., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, αντίγραφο δε της κλήσεως αυτής, όπως προκύπτει από το από 6 Μαΐου 2001 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., επιδόθηκε και στον δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Βώβο, τον οποία ο αναιρεσείων όρισε ως αντίκλητο. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 13 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Ι. Λ. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1461/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1533/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδριωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Ν. του Κ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος περί αναιρέσεως της 547/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 96/2011.
Αφού άκουσε Τον αυτοπροσώπως παραστάντα αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
II. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 547/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκε (κατά πλειοψηφία) ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την απολογία του κατηγορουμένου, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "ο κατηγορούμενος στις 13-1-2004 στη Μαλακάσα-Αττικής από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και κατά τις περιστάσεις ηδύνατο να καταβάλλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και ειδικότερα οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ όχημα στο 37ο χιλιόμετρο Αθηνών-Λαμίας δεν επέδειξε σύνεση και προσοχή ιδιαιτέρως ενόψει των δυσμενών καιρικών συνθηκών και την ολισθηρότητα του οδοστρώματος και ανέπτυξε υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα επιλέγοντας να προσπεράσει αντικανονικά και από τη δεξιά πλευρά προπορευόμενο όχημα, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος σε σημείο όπου ο δρόμος εμφανίζει στροφή αριστερής κατευθύνσεως το οποίο εξετράπη από το οδόστρωμα προκαλώντας κατά τον τρόπο αυτό το θάνατο του επιβαίνοντος συνοδηγού Χ. Κ. . Τα ανωτέρω προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από την από 13-1-2004 έκθεση αυτοψίας του Αρχ/κα Ι. Σ. του Τ.Τ. Μαλακάσας και το επισυναπτόμενο σ' αυτή σχεδιάγραμμα. Επομένως στοιχειοθετείται πλήρως η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Να αναγνωρισθεί δε σ' αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. α ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξης έζησε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίου". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1β, 28, 302 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, [έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία κατηγορουμένου (μάρτυρες δεν εξετάστηκαν)], από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Η ειδική μνεία στην αιτιολογία, στην έκθεση αυτοψίας του Αρχ/κα Ι. Σ. του Τ.Τ. Μαλακάσας, δεν σημαίνει ότι δεν συνεκτιμήθηκαν τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, με το σχετικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και ειδικότερα, ότι η πληττόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθόσον δεν εκθέτει με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, δεν αιτιολογεί επαρκώς την αμελή συμπεριφορά του και δεν προσδιορίζει επακριβώς και με σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα τα οποία οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στην παραπάνω καταδικαστική του κρίση είναι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά τα λοιπά, οι διαλαμβανόμενες στην αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, κατά τις οποίες, "από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν απεδείχθη ότι εγώ επιχείρησα να προσπεράσω αντικανονικά από δεξιά..... από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι εγώ είχα αναπτύξει υπερβολική για τις συνθήκες του δρόμου ταχύτητα, από κανένα στοιχείο προέκυψε ότι οι καιρικές συνθήκες ήσαν δυσμενείς, απλώς λόγω προηγηθείσης βροχόπτωσης σε συνδυασμό με την κακή ποιότητα του οδοστρώματος η οδός ήταν ολισθηρή... από κανένα στοιχείο δεν απεδείχθη ότι η αριστερή στροφή .... επηρέασε το ατύχημα " είναι απορριπτέες, ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, καθόσον με αυτές πλήττεται απαραδέκτως, η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, σύμφωνα με όσα, επίσης στην μείζονα σκέψη εκτίθενται.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-12-2010 (με αριθμό πρωτ. 2726/2010) αίτηση του Χ. Ν. του Κ. για αναίρεση της με αριθμό 547/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης Πραγματικά περιστατικά. Αυτοκινητικό ατύχημα. Αντικανονική προσπέραση προπορευομένου οχήματος από δεξιά. Θάνατος συνεπιβάτη . Ποινική Δικονομία Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μέσα αποδείξεως. Συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα. Αιτιάσεις, που αφορούν την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, προτείνονται απαραδέκτως. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1532/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικολάου Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα .
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 234/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών , με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 527/2011.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο την 161/9.6.2011 πρότασή της, μαζί με τη σχετική δικογραφία στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. την αριθμ. 4/2-3-2011 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., οδός ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Α. Λαφαζάνο, δυνάμει της από 25-2-2011 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του αριθμ. 234/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 7-6-2010 αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αριθμ. 91791/6-6-2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για τις πράξεις της αυτοδικίας και υφαίρεσης και εκθέτω τα ακόλουθα:Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στον αναιρεσείοντα στις 20-4-2011 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο στις 21-2-2011 (βλ. σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως) η δε αίτηση ασκήθηκε την 2.3.2011 ενώπιον της Γραμματέας του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνη η αριθμ. 4/2-3-2011 έκθεση, στην οποία διατυπώνεται ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκε και συγκεκριμένα η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ ΚΠοινΔ).Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού στρέφεται κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε αίτηση του αναιρεσείοντα για επανάληψη υπέρ αυτού της διαδικασίας, που περατώθηκε με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (άρθρο 528 παρ. 1 εδ τελευτ. του ΚΠοινΔ). Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 525 ΚΠοινΔ αναγκαία προϋπόθεση της επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας είναι να έχει αυτή περατωθεί με αμετάκλητη καταδικαστική, για κακούργημα ή πλημμέλημα, απόφαση. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 546 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αμετάκλητη είναι η απόφαση, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο ή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε. Υπό την έννοια του ανωτέρω άρθρου, αμετάκλητη είναι η απόφαση όταν α) κατ'αυτής, εξ υπαρχής, δεν χωρεί, εκ του νόμου, ένδικο μέσο (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από τη δημοσίευση της ) ή β) το επιτρεπόμενο, κατ' αυτής, ένδικο μέσο δεν ασκήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου μέσου ) ή γ) το επιτρεπόμενο κατ' αυτής, ένδικο μέσο, ασκηθέν εμπροθέσμως, απορρίφθηκε, για οποιονδήποτε λόγο, δηλαδή, είτε ως απαράδεκτο, είτε ως αβάσιμο (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από την έκδοση της απορριπτικής του ενδίκου μέσου αποφάσεως). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Ν. 3346/2005 (ΦΕΚ Α-140/17-6-2005), "επιβληθείσες ποινές με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος διάρκειας μέχρι έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν οπωσδήποτε εκτιθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρον ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσης ποινής, κατά τις γενικές διατάξεις το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την καταδίκη για τη νέα πράξη. Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα ή δημόσιου κατήγορου κατά περίπτωση" σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 32. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ενόσω η απόφαση κατ' εφαρμογήν του άρθρου 32 του Ν. 3346/2005 βρίσκεται στο αρχείο, η τυχόν ασκηθείσα κατ' αυτής νόμιμη και εμπρόθεσμη έφεση δεν εισάγεται προς συζήτηση και αν εισαχθεί κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της, ούτε χωρεί κατ' αυτής αναίρεση. Αν, όμως συντρέξει περίπτωση πληρώσεως του όρου υπό τον οποίο τελεί η ανωτέρω παραγραφή, τότε ανασύρεται από το αρχείο η απόφαση και η τυχόν ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση και συζητείται η τελευταία κατά δε της επ' αυτής αποφάσεως συγχωρείται αναίρεση και έτσι καθίσταται αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και εκτελείται η μη εκτιθείσα ποινή μετά την έκτιση της νέας αμετάκλητης ποινής.
Συνεπώς αν κατά τη διάρκεια του παραπάνω δεκαοκταμήνου πληρωθεί ο όρος υπό τον οποίο τελεί η παραπάνω παραγραφή, που επιτρέπει την ανάσυρση από το αρχείο της απόφασης και την εκ νέου ενεργοποίηση της, μόνο τότε καθίσταται αμετάκλητη η απόφαση, διαφορετικά, αν δεν συντρέξει η παραπάνω περίπτωση και παρέλθει το δεκαοκτάμηνο η καταδικαστική απόφαση δεν καθίσταται αμετάκλητη, εξαλείφεται η ποινή που επεβλήθη με αυτή στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο, με την παραγραφή, κατ'άρθρο 568 ΚΠοινΔ, δεν ανασύρεται πλέον από το αρχείο και καθίσταται ανενεργής, χωρίς συνέπειες σε βάρος του καταδικασθέντος.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο με αριθμό 234/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την αριθμ. 91791/6-6-2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για τις πράξεις της αυτοδικίας και υφαίρεσης (άρθρα 331, 378 σε συνδυασμό με 375 παρ. 1α ΠΚ), η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 6-6-2005 νόμιμη και εμπρόθεσμη έφεση, η οποία όμως δεν εισήχθη για συζήτηση, διότι δημοσιεύθηκε στις 17-6-2005 ο Ν. 3346/2005 κατ' εφαρμογήν του άρθρου 32 παρ. 1 και 2 του οποίου η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο με την αριθμ. ΓΦ05/1293/25-9-2007 πράξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Με την από 7-6-2010 αίτησή του ο ήδη αναιρεσείων-αιτών ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την ανωτέρω απόφαση για το λόγο ότι από τα αναφερόμενα στην αίτηση νέα και άγνωστα στο δικαστή που τον δίκασε γεγονότα και αποδείξεις γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος των πλημμελημάτων για τα οποία καταδικάστηκε. Η αίτηση αυτή ήταν απαράδεκτη, σύμφωνα με τις σκέψεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης και του εννόμου συμφέροντος (άρθρο 463 ΚΠΔ) για το παραδεκτό αυτής, διότι εφόσον παρήλθε το δεκαοκτάμηνο από τη δημοσίευση του Ν. 3346/2005, το οποίο αφετηριάζεται από την 17-6-2005, χρονολογία δημοσιεύσεως του Ν. 3346/2005, κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 του οποίου η απόφαση τέθηκε στο αρχείο, χωρίς να έχει συντρέξει περίπτωση πληρώσεως του όρου υπό τον οποίο τελούσε η παραπάνω παραγραφή, που επέτρεπε την ανάσυρση από το αρχείο της απόφασης και την εκ νέου ενεργοποίηση της, ώστε να καταστεί αυτή αμετάκλητη, η απόφαση αυτή με αριθμό 91791/2005 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν κατέστη αμετάκλητη, εξαλείφθηκε η ποινή, που επεβλήθη με αυτή στον αιτούντα-καταδικασθέντα, με την παραγραφή και δεν δημιουργεί πλέον συνέπειες σε βάρος του καταδικασθέντος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, ορθά απέρριψε την αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία.
Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπερέβη αρνητικά την εξουσία του διότι δέχθηκε ότι η αίτηση ήταν απαράδεκτη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, συνακόλουθα δε να απορριφθεί και η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:
1) Να απορριφθεί η με αριθμό 4/2-3-2011 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., οδός ..., κατά του αριθμ. 234/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα." Αθήνα 24-5-2011 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 525 ΚΠΔ απαραίτητη προϋπόθεση επανάληψης ποινικής διαδικασίας είναι να έχει περατωθεί η τελευταία με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, για κακούργημα ή πλημμέλημα . Αμετάκλητη δε είναι, σύμφωνα με το άρθρο 546 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη διαδικασία το επιτρεπόμενο κατ' αυτής ένδικο μέσο ή ασκήθηκε τούτο εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε. Υπό την έννοια του πιο πάνω άρθρου αμετάκλητη είναι η απόφαση, όταν 1) κατ' αυτής εξ αρχής δε χωρεί, εκ του νόμου , ένδικο μέσο (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από τη δημοσίευσή της ) η 2) το επιτρεπόμενο κατ' αυτής ένδικο μέσο δεν ασκήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση του ένδικου μέσου) η 3) το επιτρεπόμενο κατ' αυτής ένδικο μέσο, ενώ ασκήθηκε εμπρόθεσμα, απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, ήτοι είτε ως απαράδεκτο είτε ως αβάσιμο (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από την έκδοση της απορριπτικής του ένδικου μέσου απόφασης).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 Ν.3346/2005, που ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έγινε στις 17 Ιουνίου 2005, "επιβληθείσες ποινές με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος διάρκειας μέχρι έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν οπωσδήποτε εκτιθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρον ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, κατά τις γενικές διατάξεις το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την καταδίκη για τη νέα πράξη. Οι μη εκτελεσθείσα κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμοδίου Εισαγγελέα η δημόσιου κατηγόρου κατά περίπτωση", σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 32. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθ' ου χρόνο η απόφαση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 Ν.3346/2005 βρίσκεται στο αρχείο, η τυχόν ασκηθείσα κατ' αυτής νόμιμη και εμπρόθεσμη έφεση δεν εισάγεται προς συζήτηση και, αν εισαχθεί κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της , ούτε χωρεί κατ' αυτής αναίρεση. Αν, όμως, συντρέξει περίπτωση πλήρωσης του όρου υπό του οποίο τελεί η παραπάνω παραγραφή, τότε ανασύρεται από το αρχείο η απόφαση και τυχόν ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση και συζητείται η τελευταία κατά δε της επ' αυτής απόφασης συγχωρείται αναίρεση και έτσι καθίσταται αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και εκτελείται η μη εκτιθείσα ποινή μετά την έκτιση της νέας αμετάκλητης ποινής.
Επομένως, αν κατά τη διάρκεια του προαναφερθέντος δεκαοκτάμηνου πληρωθεί ο όρος υπό τον οποίο τελεί η πιο πάνω παραγραφή, που επιτρέπει την ανάσυρση από το αρχείο της απόφασης και την εκ νέου ενεργοποίησή της, μόνο τότε καθίσταται αμετάκλητη η απόφαση, αλλοιώς, αν δε συντρέξει η παραπάνω περίπτωση και παρέλθει το δεκαοκτάμηνο η καταδικαστική απόφαση δεν καθίσταται αμετάκλητη, εξαλείφεται η ποινή που επιβλήθηκε με αυτή στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο, με την παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 568 στοιχ. α' ΚΠΔ, δεν ανασύρεται πλέον από το αρχείο και καθίσταται ανενεργής, χωρίς συνέπειες σε βάρος του καταδικασθέντος. Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκησή της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που τον παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτώς από τον Άρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αιτών-αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την 91791/6.6.2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της αυτοδικίας (ΠΚ331) και της υφαίρεσης (ΠΚ 378 σε συνδ. με 375 παρ. 1 εδ. α'), η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την, από 6.6.2005, νόμιμη και εμπρόθεσμη έφεση, η οποία όμως δεν εισήχθη προς συζήτηση, επειδή στις 17.6.2005 δημοσιεύθηκε ο Ν.3346/2005, κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 1 και 2 του οποίου η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο με την πράξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ΓΦ05/1293/25.9.2007. Με την από 7.6.2010,αίτηση του ο αναιρεσείων ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την προδιαληφθείσα απόφαση, λόγω του ότι από τα αναφερόμενα στην αίτηση νέα και άγνωστα στο δικαστή που τον δίκασε γεγονότα και αποδείξεις γίνεται φανερό, όπως αυτός διατείνεται, ότι είναι αθώος των πλημμελημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε.
Σύμφωνα, όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη, καθόσον δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης, αλλά και του εννόμου συμφέροντος (ΚΠΔ463), για το παραδεκτό αυτής, αφού, εφόσον παρήλθε το δεκαοκτάμηνο από τη δημοσίευση του Ν.3346/2005, ήτοι από τις 17.6.2005, χρονολογία, όπως προαναφέρθηκε, δημοσίευσης του Ν.3346/2005, κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 του οποίου η απόφαση τέθηκε στο αρχείο, χωρίς να έχει συντρέξει περίπτωσης πλήρωσης του όρου υπό τον οποίο τελούσε η πιο πάνω παραγραφή, που θα επέτρεπε την ανάσυρση από το αρχείο της απόφασης και την εκ νέου ενεργοποίησή της, ώστε να καταστεί αυτή αμετάκλητη, η απόφαση αυτή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών 91791/2005 δεν κατέστη αμετάκλητη, εξαλείφθηκε η ποινή, που επιβλήθηκε με αυτή στον αιτούντα- καταδικασθέντα- αναιρεσείοντα, με την παραγραφή, και πλέον ουδόλως δημιουργεί συνέπειες σε βάρος του καταδικασθέντος- αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που με το προσβαλλόμενο βούλευμα του 234/2011, δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε, ως απαράδεκτη, την αίτηση του αναιρεσείοντος ορθώς έκρινε και ουδόλως υπερέβη την εξουσία του και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης για υπέρβαση (αρνητική) εξουσίας του Συμβουλίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 ΠΑΡ. 1, 583 ΠΑΡ. 1)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 2 Μαρτίου 2011, αίτηση του Γ. Σ. του Ι., κατοίκου …, για αναίρεση του 234/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα(250)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2011.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Βούλευμα, που απορρίπτει ως απαράδεκτη, λόγω παραγραφής της ποινής και έτσι μη καταστάσας αμετάκλητης της απόφασης που την επέβαλε και τεθείσας στο αρχείο με πράξη του Εισαγγελέα, σύμφωνα με το Ν. 3346/2005, αίτηση επανάληψης της ποινικής διαδικασίας. Ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου Εφετών είναι αβάσιμος. Απορρίπτει αίτηση. | null | null | 0 |
Αριθμός 1531/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ. Χ. του Γ., 2) Σ. συζύγου Χ. Χ., αμφοτέρων κατοίκων Μονάχου Γερμανίας και 3) Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φωκά, για αναίρεση της με αριθμό 4389/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Φ. του Λ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Μαρτίου 2011, τρείς (3) τον αριθμό, χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 362/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση οι, από 4-3-2011, αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ. Χ. του Γ., Σ. Χ. του Ι. και Α. Ά. του Γ. κατά της 4389/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκαν ο πρώτος τούτων σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και καθένας από τους λοιπούς σε ποινή φυλάκισης τριών μηνών για ψευδορκία μάρτυρα. Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν.
Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 224 παρ.2 ΠΚ με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ.1 στοιχ.α'ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξης στην οποία παρακινείται ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός εάν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθεται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά νόμο συνθέτουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαίο, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ'αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις πιο πάνω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Β' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 4389/2010 απόφασή του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων σ'αυτή (απόφαση) αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1980, με συμβόλαια αγοράς ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων και ο πρώτος κατηγορούμενος, που είναι συγγενείς (η αδελφή του τελευταίου είναι σύζυγος του πρώτου), κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ο καθένας, έκτασης 500 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του, μεγαλύτερης έκτασης, υπ'αριθμ.... κληροτεμαχίου που βρίσκεται στη .... Μετά την αγορά του ακινήτου τους οι ανωτέρω προέβησαν, άτυπα, σε πρόχειρη οριοθέτηση της χρήσης αυτών, τοποθετώντας ως όριο, μικρό διαχωριστικής συρματόπλεγμα που έφθανε μέχρι το σημείο που αρχίζουν οι λυόμενες κατοικίες που καθένας από αυτούς είχε εγκαταστήσει στην έκταση που είχε αγοράσει για να τη χρησιμοποιήσει ως θερινή κατοικία. Μεταξύ των δύο κατοικιών είχε αφεθεί, με κοινή συναίνεση, εδαφική λωρίδα γής (διάδρομος) διαστάσεων 7μ. (μήκους) Χ 1μ. (πλάτους), στον οποίο βλέπουν οι δύο πλάγιες όψεις και των δύο κτισμάτων, μέσω παραθύρων, ώστε να φωτίζεται επαρκώς το εσωτερικό τους. Το διάδρομο τον άφησαν και για το λόγο ότι στο μέρος που βρίσκεται πίσω από τα δύο τμήματα, εγκαταστάθηκε η οικογένεια της θυγατέρας του εγκαλούντος Μ. Ζ., η οποία επίσης χρησιμοποιεί με την οικογένειά της το κτίσμα που έκτισε για θερινή κατοικία, ώστε να επικοινωνεί αυτή με την οικογένεια του πατέρα της, εγκαλούντος. Το καλοκαίρι του 2001 οι μέχρι τότε αρμονικές σχέσεις των ανωτέρω διαταράχθηκαν, με αφορμή το καθεστώς κυριότητας της άνω εδαφικής λωρίδας, για την οποία ο καθένας από αυτούς υποστήριζε ότι ενέπιπτε στη δική του έκταση. Τον Ιούνιο του 2001, ο τρίτος κατηγορούμενος, κατόπιν σχετικής εντολής του πρώτου κατηγορουμένου, που εκείνο το διάστημα βρισκόταν στη Γερμανία όπου διαμένει, προέβη στην ανέγερση τοιχίου, εντός της διαχωριστικής, των δύο ακινήτων, εδαφικής λωρίδας, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος. Μετά από αυτά, τον Αύγουστο του 2001, η σύζυγος και η θυγατέρα του εγκαλούντος Μ. Χ. και Μ. Ζ., προέβησαν στην κατεδάφιση του άνω τοιχίου και αρχές Μαρτίου 2004 ο εγκαλών, μετά προηγούμενη διάνοιξη χάνδακα στην ίδια θέση, προέβη στην κατασκευή περίφραξης από οπλισμένο σκυρόδεμα μήκους 8μ. υποκείμενη του εδάφους κοντά-0,40μ, χωρίς να υπερκείται αυτού και πλάτους 0,30μ. Ενόψει των άνω πράξεων οι ήδη διαταραγμένες σχέσεις των ανωτέρω, εξελίχθηκαν σε οξύτατη αντιδικία, με την κατάθεση εκατέρωθεν αιτήσεων λήψης ασφαλιστικών μέτρων, αγωγών και μηνύσεων. Μεταξύ αυτών και οι από 2214/2003 και 27/4/2004 εγκλήσεις που ο πρώτος κατηγορούμενος υπέβαλε σε βάρος του εγκαλούντος ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με την πρώτη των οποίων ισχυρίσθηκε ότι στις 6/8/2001, 13/8/2001 και 6/9/2001, ....ο ανωτέρω (εγκαλών) προέβη στην καταστροφή του διαχωριστικού των ιδιοκτησιών τους τοιχίου, που είχε κατασκευαστεί το 1980 και τον Σεπτέμβριο του 2001 προέβη στην κατάληψη 11 τ.μ. του ακινήτου του, δημιουργώντας νέα συρμάτινη περίφραξη, ενώ με τη δεύτερη, αφού ισχυρίσθηκε και πάλι ότι στις ίδιες άνω ημεροχρονολογίες ο εγκαλών προέβη στην καταστροφή του άνω τοιχίου που είχε κατασκευασθεί το 1980, εξέθεσε και ότι, στις αρχές Μαρτίου του 2004, προέβη στη διαμόρφωση του χώρου του ακινήτου που του είχε καταλάβει το Σεπτέμβριο του 2001, πραγματοποιώντας εκσκαφές και ανοίγοντας χάνδακα διαστάσεων 9,90μ. Χ 0,80μ. Χ 0,50μ. Με βάση την πρώτη των άνω εγκλήσεων σε βάρος του εγκαλούντος και της συζύγου του Μ. Χ., ασκήθηκε ποινική δίωξη για αυτοδικία, η εξέλιξη της οποίας δεν προέκυψε. Η δεύτερη έγκληση τέθηκε στο αρχείο, σύμφωνα με το Ν.3340/2005, όπως προκύπτει από την από 3/4/2009 βεβαίωση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που αναγνώστηκε, ήδη όμως με βάση προγενέστερη έγκληση του πρώτου κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος, ασκήθηκε κατά του τελευταίου ποινική δίωξη για αυθαίρετη κατασκευή (αρθ.17 παρ.1 και 8α Ν.1337/1983), δηλαδή για την κατασκευή περίφραξης, την 1/3/2004, από οπλισμένο σκυρόδεμα μήκους 8μ. υποκείμενη του εδάφους κοντά-0,40μ, χωρίς να υπέρκειται αυτού και πλάτους 0,30μ. και με την 15197/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, αυτός κρίθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών (σχετ. η απόφαση του άνω Δικαστηρίου επί του από 2/3/2004 κατηγορητηρίου, που αναγνώστηκε στο παρόν Δικαστήριο), δεν προέκυψε δε η προσβολή της με ένδικο μέσο. Με βάση τα όσα αποδείχθηκαν, τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην πρώτη έγκληση και κατά το μέρος που αυτά επαναλαμβάνονται και με την δεύτερη έγκληση, ήταν γεγονότα καθολοκληρία ψευδή, που ο ανωτέρω πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε και έγιναν από τον τελευταίο με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος για τις πράξεις της αυτοδικίας και της αυθαίρετης κατασκευής. Η γνώση του άνω κατηγορουμένου ως προς το ψευδές του ισχυρισμού του, ότι ο εγκαλών κατεδάφισε το διαχωριστικό τοιχίο που είχε ανεγερθεί από το 1980, προκύπτει από το γεγονός ότι ο ίδιος είχε προσωπική αντίληψη της πραγματικής κατάστασης που υπήρχε ανάμεσα στη δική του ιδιοκτησία και την όμορη του εγκαλούντος, αφού κατά τακτά χρονικά διαστήματα ερχόταν στην Ελλάδα και επισκεπτόταν την άνω κατοικία του, θα είχε δε αντιδράσει σε προγενέστερο διάστημα διαπιστώνοντας τα όσα ανωτέρω επικαλείται, αποδείχθηκε όμως ότι η αντιδικία του με τον εγκαλούντα ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2001, μετά δηλαδή την κατασκευή, κατ'εντολή του, από τον τρίτο κατηγορούμενο του παραπάνω τοιχίου. Από τον ίδιο τρίτο κατηγορούμενο, που είχε και την επίβλεψη της πιο πάνω εξοχικής κατοικίας του πρώτου κατηγορουμένου, ο τελευταίος αντλούσε γι'αυτήν πληροφορίες και συνεπώς γνώριζε ότι στη κατεδάφιση του τοιχίου προέβησαν η σύζυγος και η θυγατέρα του εγκαλούντος, τον Αύγουστο του 2001 και όχι ο εγκαλών. Τα ανωτέρω έγιναν δεκτά και με την 3437/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ'αυτής αναίρεσης με την 345/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε επί της από 7/9/2001 έγκλησης του πρώτου κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος, με αφορμή το ίδιο παραπάνω τοιχίο. Επίσης, από τη συνεκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων, δεν αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2001 κατέλαβε τμήμα του ακινήτου του πρώτου κατηγορουμένου 11 τ.μ. και ότι αρχές Μαρτίου 2004 προέβη στη διαμόρφωση του χώρου αυτού του ακινήτου του, πραγματοποιώντας εκσκαφές σ'αυτό, ανοίγοντας χάνδακα διαστάσεων 9,90μ. Χ0,80μ. Χ0,50μ. για τη δημιουργία νέας συρμάτινης περίφραξης του ακινήτου του. Από μόνο το γεγονός ότι ο εγκαλών καταδικάστηκε για το ότι στις 1/3/2004 προέβη στην κατασκευή, μετά από εκσκαφή, περίφραξης από οπλισμένο σκυρόδεμα διαστάσεων 8μ. Χ 0,40μ. Χ 0,30μ. (και όχι των άνω επικαλουμένων από τον πρώτο κατηγορούμενο διαστάσεων), δεν συνάγεται ότι η άνω κατασκευή έγινε εντός του ακινήτου του παραπάνω κατηγορουμένου, αφού η καταδίκη του εγκαλούντος αφορούσε μόνο την χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής τέλεση της κατασκευής, χωρίς να προκύπτει η κυριότητα του ακινήτου στο οποίο έγινε αυτή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη, ενώ εξεταζόταν, ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσελιά-Παπαϊωάννου, στα πλαίσια της υπ' αριθμ.7576/2003 ένορκης βεβαίωσης, που δόθηκε προς αντίκρουση της υπ'αριθμ.κατ.138/2003 αγωγής, που ο εγκαλών είχε καταθέσει κατά του πρώτου κατηγορουμένου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βασιλικών, ζητώντας το διακανονισμό των ορίων των δύο ακινήτων, κατέθεσε ότι ο εγκαλών, το 2001 προέβη στη καταστροφή του διαχωριστικού των ιδιοκτησιών τους τοιχίου, που είχε κατασκευασθεί το 1980 και ακολούθως, κατέλαβε έκταση 11 τ.μ. αυθαίρετα από το ακίνητο του πρώτου κατηγορουμένου, συζύγου της. Ο τρίτος κατηγορούμενος στις 9/12/2003, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βασιλικών, στα πλαίσια της συζήτησης της άνω περιεχομένου αγωγής του εγκαλούντος σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου, κατέθεσε ότι στο μέσο των ακινήτων το 1980 τοποθετήθηκε φράκτης, τον οποίο κατέστρεψε το 2001 ο εγκαλών. Αποδείχθηκε ακόμη ότι, τόσο η δεύτερη όσο και ο τρίτος, κατηγορούμενοι, όπως ρητά κατέθεσε ο εγκαλών στο Δικαστήριο τούτο, αλλά και ενόψει της σχέσης τους με τον πρώτο κατηγορούμενο (η 2η σύζυγός του και ο 3ος, αυτός που έκτισε το τοιχίο το 2001 και επιστατούσε την οικία), γνώριζαν την αλήθεια, ότι δηλαδή ο εγκαλών ούτε το τοιχίο κατέστρεψε ούτε τέτοιο υπήρχε το 1980, αλλά για πρώτη φορά κατασκευάστηκε το 2001 από τον τρίτο κατηγορούμενο κατ'εντολή του πρώτου και παρόλα αυτός κατέθεσαν τα άνω ψευδή. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος επωφελούμενος από τη συζυγική σχέση με τη δεύτερη και για την εξασφάλιση αποδεικτικού ερείσματος των αβάσιμων ισχυρισμών του στην άνω αντιδικία του με τον εγκαλούντα, με σχετικές προτροπές προκάλεσε στην ανωτέρω την απόφαση να καταθέσει εν γνώσει της ψευδώς όσα κατέθεσε κατά την άνω εξέτασή της κατά τη σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης. Με βάση τα παραπάνω οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατά την αντικειμενική και την υποκειμενική τους υπόσταση τις αξιόποινες πράξεις, ο πρώτος της ψευδούς καταμήνυσης και κατ'εξακολούθηση (1α πράξη, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα (1α πράξη) και οι δεύτεροι και τρίτος της ψευδορκίας μάρτυρα και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το προδιαληφθέν Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες τον πρώτο τούτων για τα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και καθένα από τους λοιπούς για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών στον πρώτο και ποινή φυλάκισης τριών μηνών σε καθένα από τους δεύτερη και τρίτο, οι οποίες (ποινές) ανεστάλησαν για τρία χρόνια. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτά, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 46 παρ.1 στοιχ.α', 229 παρ.1, 224 παρ.2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρεται και πλήρως αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ύπαρξη του άμεσου δόλου των αναιρεσειόντων με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, τα οποία δικαιολογούν τη γνώση ότι η καταμήνυση ήταν ψευδής αναφορικά με τον πρώτο απ'αυτούς και τα ενόρκως κατατεθέντα επίσης ψευδή, αναφορικά με τους δεύτερη και τρίτο, ενώ καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας στη ψευδορκία της δεύτερης αναιρεσείουσας, αναφέρονται ποια ήταν τα αληθή γεγονότα σε σχέση προς εκείνα που το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ήταν ψευδή, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε τούτο ότι ο πρώτος αναιρεσείων (Χ.Χ.) προκάλεσε στη δεύτερη αναιρεσείουσα (σύζυγό του) την απόφαση προς διάπραξη απ' αυτή της πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα. Επομένως, οι περί του αντιθέτου μοναδικοί και ταυτόσημοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα προδιαληφθέντα άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών, πιο πάνω, ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ν' απορριφθούν, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1), τα οποία πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις, από 4 Μαρτίου 2011, αιτήσεις των Χ. Χ. του Γ. και Σ. Χ. του Χ., κατοίκων Μονάχου Γερμανίας, και Α. Ά. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 4389/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση κατ’ εξακολούθηση, ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία στη ψευδορκία μάρτυρα. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αιτήσεις. | null | null | 0 |
Αριθμός 1528/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ - ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΑΙΡΟ-ΤΕΛ Α.Ε" μετονομασθείσα ήδη σε "ΑΙΡΟ - ΤΕΛ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε" καθισταμένης νδιαδόχου αυτής που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Κουτσουλέλο. Της αναιρεσιβλήτου: Π. συζ. Ε. Ζ., το γένος Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο-Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιανουαρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3538/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1699/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 28 Μαΐου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ δευτέρου, τρίτου και τετάρτου, κατά το οικείο μέρος τους, που αναφέρονται στην ένσταση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας για το ποσό 190.947,09 ευρώ, λόγων αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατά νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995) και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Α.Π. 1137/2001, 416/1999). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, την 15888/10-10-2007 ενώπιον Ειρηνοδίκη βεβαίωση του Δ. Φ., καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, όπως ιδίως α) τα από 25-1-2001 και 8-7-2002 ιδιωτικά συμφωνητικά πώλησης και μεταβίβασης μετοχών και οι τραπεζικές επιταγές με αρ. .../28-12-2001, .../20-1-2002 και .../20-3-2002, για τα οποία γίνεται και ειδική αναφορά στο αιτιολογικό της απόφασης. Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) Το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 25-1-2001 και 8-7-2002 ιδιωτικών συμφωνητικών πώλησης μετοχών, καταλήγοντας έτσι σε εσφαλμένα συμπεράσματα για το μέγεθος των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η αναιρεσείουσα έναντι της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας. Επομένως, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποιο ήταν το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο ως περιεχόμενο των ιδιωτικών αυτών συμφωνητικών, ώστε από τη σύγκρισή τους με το παρατιθέμενο ως αληθινό περιεχόμενο αυτών να κριθεί αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος του Εφετείου ή εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους, οι ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108, 338 παρ. 1 και 559 αριθμ. 11 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δ., η προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων, ακόμη και όταν διατάχθηκε από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 107 του ίδιου Κώδικα, γίνεται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι, επομένως, αφού μπορούν να μην προσκομίσουν ή να μην επικαλεστούν ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επιτρέπει για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων, μπορούν και να συμφωνήσουν τη μη χρησιμοποίηση, δηλαδή τη μη προσαγωγή και επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων στις μεταξύ τους δίκες. Η ίδια περίπτωση συντρέχει και όταν συμφωνείται η χρήση ορισμένου μόνον αποδεικτικού μέσου, οπότε αποκλείονται τα υπόλοιπα. Η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, αν το αποδεικτικό μέσο που καθορίζεται ως αποκλειστικό είναι απρόσφορο να παράσχει την οικεία απόδειξη, πράγμα που συμβαίνει και όταν υφίσταται εξαρχής αντικειμενική αδυναμία αποκτήσεως ή προσαγωγής του στο δικαστήριο. Διότι τότε η συμφωνία αντίκειται στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη και ειδικότερα στους κανόνες αφενός των άρθρων 179 περίπτ. Α του Α.Κ. και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και αφετέρου των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ. Ν.Δ. 53/19-9-1974), αφού δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του συμβαλλομένου (και δυνάμει διαδίκου) να αξιώσει την παροχή από το αρμόδιο δικαστήριο δίκαιης και αποτελεσματικής έννομης προστασίας, η οποία προϋποθέτει δυνατότητα του ενδιαφερομένου όχι να προσφύγει απλώς στο δικαστήριο, ασκώντας αγωγή ή άλλο ένδικο βοήθημα, αλλά και να προσκομίσει σ' αυτό όσα αποδεικτικά μέσα είναι απαραίτητα για τη διάγνωση της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 27/1993). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ. Α.Π. 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε, κατά ένα μέρος δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης για την καταβολή τιμήματος πώλησης μετοχών, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 25-1-2001, σύμφωνα με ομόχρονο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο θεωρήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων αγοραπωλητήρια σύμβαση μετοχών. Κατά τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε, ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη θα μεταβιβάσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω πωλήσεως, 1.530 ανώνυμες μετοχές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.Ι. Π." και ήδη "Α.Ε. ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", σε σύνολο 1.610 μετοχών, ονομαστικής αξίας 12.500 δραχμών εκάστη, που έχει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της, στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ-ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΑΙΡΟΤΕΛ Α.Ε.", αντί του - ισόποσου σε 453.000.000 δραχμές - συνολικού τιμήματος των 1.329.420 ευρώ και 39 λεπτών. Ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη στο παραπάνω έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται η Μ. θυγατέρα Ε. Ζ. με την ιδιότητα που είχε ως Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνουσα Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ)" και ήδη "Α.Ε. ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ, ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και διακριτικό τίτλο "AIROTEL ACHAIA S.A.", όπως μετονομάσθηκε μετά την από 14-12-2001 τροποποίηση του καταστατικού και της επωνυμίας, που δημοσιεύθηκαν στο υπ' αριθμ. 11165/17-12-2001 σχετικό Φ.Ε.Κ. . Το συμφωνηθέν τίμημα της αγοραπωλησίας των αποκτηθεισών για την εναγομένη αγοράστρια εταιρεία μετοχών, που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων στο ισόποσο των 1.329.420,39 ευρώ, ορίσθηκε καταβλητέο στην ενάγουσα: πωλήτρια ως εξής: Με την υπογραφή του συμβολαίου καταβολή 63.000.000 δραχμών, όλο δε το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος που θα προέκυπτε μετά τις καταβολές των αναλογούντων για φόρο ποσών έπρεπε να καταβληθεί σε 12 μηνιαίες δόσεις των 5.500.000 δραχμών εκάστη από 25-1-2001 έως 25-12-2001 (συνολικά 66.000.000 δραχμές). Την.30-6-2001 το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Την 30-1-2001 το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Σε 12 μηνιαίες δόσεις των 6.000.000 δραχμών εκάστη από 25-1-2002 έως 25-12-2002 (συνολικά 72.000.000 δραχμές). Σε 6 μηνιαίες δόσεις των 8.000.000 δραχμών εκάστη από 30-5-2002 έως 30-12-2002 (συνολικά 48.000.000 δραχμές). Την 30-6-2002 το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Την 30-9-2002 το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Την 31-3-2003 το ποσό των 44.000.000 δραχμών (όρος 3.3 του συμφωνητικού). Η ενάγουσα-εφεσίβλητη πωλήτρια, πράγματι, μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, με την υπογραφή της προαναφερομένης συμβάσεως, όλες τις προαναφερθείσες 1.530 ανώνυμες μετοχές της ανωτέρω εταιρείας και τις παρέδωσε νομότυπα στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Ε. Β., όπως, εξ άλλου, δεν αμφισβητείται σχετικά από την εναγομένη-εκκαλούσα εταιρεία. Περαιτέρω, με το ίδιο παραπάνω έγγραφο συμφωνητικό, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων έγκυρη δικονομική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία: "η εμπρόθεσμη, καταβολή όλων των παραπάνω δόσεων θα αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο με γραπτή απόδειξη της πωλήτριας ή σε περίπτωση γραπτής υπόδειξης από αυτήν Τράπεζας στην Ελλάδα με το παραστατικό της τράπεζας, από το οποίο και μόνο θα αποδεικνύεται η εμπρόθεσμη κατάθεση του ποσού της εκάστοτε οφειλομένης δόσης στον λογαριασμό αυτό, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου και αυτού ακόμη του όρκου και της ομολογίας" (άρθρο 3.4 εδάφιο πρώτο του συμφωνητικού σελίδα 5). Αυτή η έγγραφη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, αναφορικά με τον τρόπο που θα αποδεικνύεται (αποκλειστικά) η εμπρόθεσμη καταβολή όλων των παραπάνω συμφωνημένων δόσεων της συμβάσεώς τους, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου (μαρτύρων κ.λ.π.), συνιστά έγκυρη δικονομική σύμβαση, ως μη αντικειμένη στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, αφού, ούτε δεσμεύει υπέρμετρα και απρόσφορα την εναγομένη, ούτε μπορούσε να της προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη, οφειλομένη σε αντικειμενική της αδυναμία αποκτήσεως ή προσαγωγής του συμφωνηθέντος αποδεικτικού μέσου, δηλαδή της σχετικής έγγραφης αποδείξεως.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης-εκκαλούσας, αναφορικά με την ισχύ, την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173, 200 και 288 του Α.Κ., ως προς το ζήτημα αυτό, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξ άλλου, σύμφωνα με τον όρο 3.4 εδάφιο τρίτο του ίδιου παραπάνω συμφωνητικού, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής μίας εκ των μηνιαίων δόσεων του πιστωθέντος τιμήματος και μετά την πάροδο 15 ημερών από τη λήξη της κάθε δόσεως, θα καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όλες οι επόμενες οφειλόμενες δόσεις. Με την υπογραφή του παραπάνω συμφωνητικού η εναγομένη αγοράστρια εταιρεία παρέδωσε στην ενάγουσα πωλήτρια και η τελευταία παρέλαβε δύο επιταγές, τις υπ' αριθμ. .../30-6-2001 και .../30-11-2001 της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 40.000.000 δραχμών η καθεμία, που εκδόθηκαν με τη ρήτρα "ουχί εις διαταγήν", πληρωτέες στις 30-6-2001 και στις 30-11-2001, αντίστοιχα, ενώ, περαιτέρω, συμφωνήθηκε, ότι αυτές θα παραμείνουν εις χείρας της πωλήτριας, η οποία απαγορεύεται να τις οπισθογραφήσει, διότι αποτελούν εγγύηση καταβολής των ως άνω δόσεων της 30-6-2001 και 30-11-2001 του πιστωθέντος τιμήματος, αλλά επιτρέπεται να εμφανισθούν προς είσπραξη μόνο στην περίπτωση της μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των παραπάνω δόσεων του τιμήματος. Περαιτέρω, κατά την υπογραφή του προαναφερθέντος εγγράφου συμφωνητικού, συμφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, ότι η εναγομένη αγοράστρια θα παραδώσει στην ενάγουσα-πωλήτρια, στις 30-11-2001, τρεις επιταγές, ποσού 40.000.000 δρχ. η πρώτη, 40.000.000 δρχ. η δεύτερη και 44.000.000 δραχμών η τρίτη, πληρωτέες στις 30-6-2002, 30-9-2002 και 31-3-2003, αντίστοιχα, οι οποίες θα εκδοθούν με τη ρήτρα "ουχί εις διαταγήν" και θα παραμείνουν εις χείρας της πωλήτριας. Επιπλέον, συμφωνήθηκε, ότι η ενάγουσα πωλήτρια απαγορεύεται μεν να τις οπισθογραφήσει ή να τις κυκλοφορήσει, διότι αποτελούν εγγύηση καταβολής των ως άνω δόσεων της 30-6-2002, 30-9-2002 και 31-2-2003 του πιστωθέντος τιμήματος, αλλά επιτρέπεται, ωστόσο, να εμφανισθούν προς είσπραξη μόνο στην περίπτωση της μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των παραπάνω δόσεων του τιμήματος (όροι 3.5 - 3.6 του συμφωνητικού). Η εναγομένη αγοράστρια εταιρεία, κατά την υπογραφή του προαναφερθέντος συμφωνητικού και για τη μερική εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, κατέβαλε το ισάξιο των 184.886,28 ευρώ ποσό των 63.000.000 δραχμών, καθώς, επίσης, και το ισάξιο των 16.140,88 ευρώ ποσό των 5.500.000, ενώ ανέλαβε να καταβάλει, όπως και κατέβαλε, το ποσό των 67.938,37 ευρώ (357.605,19 δρχ.) για τον φόρο μεταβιβάσεως των μετοχών. Τα ποσά αυτά αφαιρέθηκαν από το συνολικό τίμημα και συνομολογείται από την ενάγουσα, με το δικόγραφο της αγωγής της, ότι καταβλήθηκαν από την εναγομένη (προσηκόντως και σύμφωνα με τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες). Στη συνέχεια, όπως και η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί, η εναγομένη κατέβαλε, προσηκόντως (όχι ως προς τον συμφωνηθέντα χρόνο αλλά ως προς τον συμφωνηθέντα τρόπο), διάφορα επί μέρους ποσά, τα οποία αφορούσαν συμφωνημένες μεταξύ των διαδίκων δόσεις αποπληρωμής του προαναφερθέντος τιμήματος, κατά το από μήνα Φεβρουάριο έτους 2001 έως και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2002 διάστημα, που δεν αμφισβητεί η εναγομένη, συνολικού ύψους 441.511,028 ευρώ στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της ενάγουσας στην Τράπεζα Εργασίας. Όλα τα παραπάνω καταβληθέντα ποσά η ενάγουσα συνυπολόγισε και αφήρεσε από το αιτούμενο με την αγωγή της ποσό [(1.329.420,39 - 184.886,28 - 67.938,37 -441.511,02) = 635.084,72]. Η ενάγουσα - εφεσίβλητη, όμως, παρέλειψε να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής της και τη μηνιαία δόση του Ιανουαρίου 2001, για την οποία έλαβε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 5.500.000 δραχμών, μολονότι, σχετικά με την καταβολή αυτή, έχει χορηγήσει ενυπόγραφη έγγραφη απόδειξη με ημερομηνία 25-1-2001, δηλαδή μία απόδειξη του παραπάνω ποσού, που καλύπτεται με την υπογραφή της, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη-εκκαλούσα. Ωστόσο, η ενάγουσα-εφεσίβλητη, με την από 16-10-2007 προσθήκη-αντίκρουση, που κατέθεσε πρωτόδικα, προκειμένου να συμπληρώσει τους ισχυρισμούς της, σε σχέση με τις από 11-10-2007 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε πρωτόδικα, συνομολόγησε, ευθέως και άμεσα, ότι έχει εξοφληθεί, και ως προς το ποσό αυτό, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, "λόγω παραδρομής και συγχύσεως" δεν συμπεριέλαβε ως καταβληθέν προς αυτή από την εναγομένη στο δικόγραφο της αγωγής της. Κατόπιν τούτου, το προς εξόφληση υπόλοιπο ποσό, που απέμεινε ως οφειλόμενο από την εναγομένη στην ενάγουσα κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2002, για το παραπάνω συμφωνηθέν τίμημα, ανήρχετο σε 618.943 ευρώ και 83 λεπτά [(1.329.420,39 - 184.886,28 - 67.938,37 - 441.511,028 - 16.140,88) - 618.943,832]. Με το από 8-7-2002 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, τροποποιήθηκε ο όρος 3.3 του προαναφερθέντος αρχικού εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού με ημερομηνία 25-1-2001, ως προς τον τρόπο καταβολής του υπολειπομένου τιμήματος, το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί ως εξής: 1. Από τον μήνα Δεκέμβριο του 2002, σε έξι μηνιαίες δόσεις ποσού 17.700 ευρώ εκάστη, 2) Από 23 Ιουλίου 2003 και εφεξής σε μηνιαίες δόσεις ποσού 17.700 ευρώ εκάστη, μέχρι την οριστική εξόφληση. Όπως αποδείχθηκε πλήρως κατά τον μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα τρόπο, αλλά και σύμφωνα και με τα όσα η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί στις από 11-10 -2007 έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε πρωτόδικα (βλ. σελίδες 3 και 4 αυτών των προτάσεών της), η εναγομένη εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από 30-7 -2002 έως και 29-11-2004, προέβη σε καταβολές επιμέρους ποσών, σε εκτέλεση της αμέσως παραπάνω συμφωνίας των διαδίκων, συνολικού ύψους 375.305,19 ευρώ, δια μέσου των υπ' αριθμ.: 1) ... λογαριασμού της ενάγουσας στην Τράπεζα Εργασίας και 2) υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της ενάγουσας στην Τράπεζα Eurobank, όπως, άλλωστε, αποδεικνύεται και από τη σχετική κίνηση αυτών των λογαριασμών της ενάγουσας, ακριβή αντίγραφα των οποίων η ίδια η ενάγουσα - εφεσίβλητη προσκομίζει και επικαλείται.
Συνεπώς, μετά από τις καταβολές αυτές, απέμεινε προς εξόφληση το ποσό των 243.638,642 (618.943,832 μείον 375.305,19) ευρώ. Έκτοτε, η εναγομένη διέκοψε τις περαιτέρω πληρωμές των συμφωνημένων δόσεων και από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 δεν έχει καταβάλει άλλα ποσά, προς αποπληρωμή του ως άνω οφειλομένου τιμήματος των 375.305,19 ευρώ, έχοντας καταστεί υπερήμερη, ως προς όλο το ποσό αυτό, από τις 10-2-2005, οπότε παρήλθε η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων δεκαπενθήμερη προθεσμία για τη μηνιαία δόση μηνός Ιανουαρίου του έτους 2005, η οποία ήταν καταβλητέα στις 25-1-2005. Η εναγομένη-εκκαλούσα υποστηρίζει, όμως, ότι έχει προβεί σε περαιτέρω μερική εξόφληση του τιμήματος, ποσού 90.832,40 ευρώ δια μέσου των υπ' αριθμ. ..., ... και ... επιταγών της Τράπεζας Εργασίας, εκδόσεως της εναγομένης, ποσού 32.137,84 ευρώ η πρώτη, 29.347,28 ευρώ η δεύτερη και 29.347,28 ευρώ η τρίτη, τις οποίες η ενάγουσα έλαβε μεν ως εγγύηση, κατά τα προαναφερθέντα, όμως, τελικά, τις εισέπραξε. Οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγομένης - εκκαλούσας πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθώς αυτή ουδέν έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζει, από το οποίο να αποδεικνύεται, άμεσα ή έμμεσα, ότι, πράγματι, η ενάγουσα-εφεσίβλητη εισέπραξε τα ποσά των επιταγών αυτών και ότι η εναγομένη της κατέβαλε τα ποσά αυτά. Επομένως, η προβαλλόμενη από την εναγομένη-εκκαλούσα ένσταση εξοφλήσεως (μερικής καταβολής του οφειλομένου τιμήματος) πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς το προαναφερθέν ποσό και να αφαιρεθεί και τούτο από τις - ως άνω λοιπές, συνομολογηθείσες και από την ενάγουσα, - καταβολές της εναγομένης, σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν. Ως προς την ένσταση της εναγομένης - εκκαλούσας εταιρείας, περί συμψηφισμού των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας - εφεσίβλητης με ανταπαιτήσεις της, ύψους 190.947,59 ευρώ, που φέρεται να έχει σε βάρος της (ενάγουσας-εφεσίβλητης) και απορρέουν από καταβολές στις οποίες προέβη για την εκπλήρωση υποχρεώσεων της εκ τρίτου συμβαλλόμενης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν. Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ)" και που φέρονται ότι προέκυψαν μετά την κατάρτιση του από 25-1-2001 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τους όρους 4.2 και 5.3 του ως άνω συμφωνητικού αναγράφονται επακριβώς τα εξής: "Η αγοράστρια ... δηλώνει ότι οι οικονομικοί της σύμβουλοι έχουν ελέγξει τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας και τις υπάρχουσες σ' αυτά μέχρι σήμερα εγγραφές. Η εκ τρίτου συμβαλλόμενη δηλώνει ρητά στην αγοράστρια ότι όλες οι εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας αφορούν τις μέχρι σήμερα συναλλαγές της και απεικονίζουν την πραγματική οικονομική κατάστασή της και ότι δεν υφίστανται άλλες υποχρεώσεις και απαιτήσεις, εκτός των όσων έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία. Τις δηλώσεις αυτές της εκ τρίτου συμβαλλόμενης εγγυάται ως αληθείς και η πωλήτρια (όρος 4.2) .... Αν μετά την υπογραφή του παρόντος και τη μεταβίβαση και παράδοση των πωλούμενων μετοχών από την πωλήτρια στην αγοράστρια, εμφανιστεί ως υποχρέωση της εταιρείας, προερχόμενη από τις δηλώσεις και διαβεβαιώσεις της εκ τρίτου συμβαλλόμενης και της πωλήτριας του παραπάνω όρου 4, 4.1, 4.2, 4.3, 4.4 και 5.2, όπως και για την υφιστάμενη για όλα τα έτη μέχρι σήμερα υπέρ του Δήμου Πατρέων, φορολογίας ΤΑΠ, συμπεριλαμβανομένων και των τυχόν προστίμων και προσαυξήσεων, ανεξαρτήτως ύψους και χρόνου επιβολής, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών και την καταβολή και εξόφληση των οφειλόμενων χρηματικών ποσών αναλαμβάνει η πωλήτρια. Η αγοράστρια υποχρεούται να γνωστοποιεί έγκαιρα με την επίδοση των παραστατικών τα παραπάνω στην πωλήτρια και στην περίπτωση που η πωλήτρια αρνηθεί την εκπλήρωση των παραπάνω υποχρεώσεών της, η αγοράστρια θα προβαίνει στην εξόφληση αυτών και τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά θα τα συμψηφίζει με ανάλογα χρηματικά ποσά των δόσεων του πιστούμενου τιμήματος" (όρος 5.2 του ίδιου παραπάνω συμφωνητικού). Με την υπ' αριθμ. 952/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εργατικών Διαφορών) και την υπ' αριθμ. 8861/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Τμήμα 5°) επιδικάσθηκε, τελεσίδικα, υπέρ της Β.-Κ. Γ. και σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΊΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", ως διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν. Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ)", αφού έγινε πρωτόδικα εν μέρει δεκτή η εργατική αγωγή της πρώτης (Β.-Κ. Γ.) κατά της δεύτερης ως άνω εταιρείας και απορρίφθηκε ουσιαστικά η έφεση της παραπάνω εταιρείας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, το ποσό των 19.647,66 ευρώ, νομιμοτόκως και κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτές, για δεδουλευμένες αποδοχές έτους 2000, αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2000, επίδομα αδείας του έτους 2000 και για αποζημίωση απόλυσης το έτος 2000. Έτσι, σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών, καταβλήθηκε στην προαναφερθείσα Β.-Κ. Γ. το συνολικό ποσό των 29.450 ευρώ από την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που είναι, σαφώς, διαφορετικό νομικό πρόσωπο σε σχέση με την εναγομένη εταιρεία, με την οποία δεν ταυτίζεται, όπως αποδεικνύεται και από τη σύγκριση των επωνυμιών, που έχουν οι εταιρείες αυτές. Με την από 2-8-2002 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και δυνάμει της υπ' αριθμ. 57/2002 αποφάσεως του αρμόδιου Νομάρχη Αχαΐας, έγινε συμπλήρωση και διόρθωση της υπ' αριθμ. 1/1988 Π.Ε του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου επέκτασης Καστελλόκαμπου με τα ορθά στοιχεία που προέκυψαν μετά τον έλεγχο των υποβληθέντων στοιχείων από τους ενδιαφερομένους και η εγγραφή στον διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα της ΠΕ της ιδιοκτησίας της ως άνω εταιρείας με στοιχεία Ο.Τ. 152 αρ. οικοπέδου 01 εμβαδού 4.568,55 τετρ. μέτρων. Σύμφωνα με την παραπάνω διορθωτική απόφαση προέκυψε χρέος, λόγω εισφοράς σε χρήμα, επ' ονόματι και για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, ίσο με 835,71 τ.μ., για το οποίο καταβλήθηκε το ποσό των 107.377,65 ευρώ από την ίδια ως άνω εταιρεία. Επιπροσθέτως, στην άνω εταιρεία είχε βεβαιωθεί οφειλή ποσού 36.654,78 ευρώ προς τον Δήμο Πατρέων, η οποία μειώθηκε στο ποσό των 18.327,39 ευρώ, το οποίο πληρώθηκε από την ίδια εταιρεία. Όλα, δηλαδή, τα παραπάνω ποσά αποδείχθηκε, ότι καταβλήθηκαν από την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που είναι διάδοχος της προαναφερθείσας εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν. Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ)". Όλες δε αυτές οι καταβολές έγιναν, διότι, προφανώς, αν και αδιάφορο εν προκειμένω, υπήρχε επαρκές ενεργητικό στο ταμείο της εταιρείας κατά την υπογραφή του αρχικού συμφωνητικού, που υπερκάλυπτε τις μεταγενέστερα αναφυείσες υποχρεώσεις της εταιρείας. Μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί υπό αίρεση αναδοχή χρέους, ότι η ως άνω εταιρεία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ)" θα απαλλασσόταν των χρεών της, που, ενδεχομένως, θα ανέκυπταν μετά την υπογραφή του από 25-1-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι στη θέση αυτής θα υπεισήρχετο η ενάγουσα, ως αποκλειστικά υπεύθυνη για την πληρωμή των χρεών αυτών και συνεπώς πρόκειται για σωρευτική αναδοχή χρέους (άρθρο 477 ΑΚ) και όχι για στερητική αναδοχή χρέους (άρθρο 471 ΑΚ). Ως προς το ζήτημα αυτό, πάντως, πρέπει να σημειωθούν ακόμη και τα εξής: Στο από 25-1-2001 αρχικό έγγραφο ως άνω συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, μολονότι γίνεται ρητή αναφορά για ύπαρξη ενεργητικού αποθέματος της παραπάνω εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.Ι. Π. ΑΕ", ωστόσο, δεν αναγράφεται το ακριβές ποσό στο οποίο ανήρχετο κατά την υπογραφή στο ταμείο της. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 5.2 του παραπάνω συμφωνητικού, αναγράφονται τα εξής: "Όλες οι άλλες όμως υποχρεώσεις της εταιρείας οι οποίες εμφανίζονται σήμερα στα βιβλία και στοιχεία της όπως και ο φόρος εισοδήματος του έτους 2000 θα εξοφληθούν από το Ταμείο της. Στην περίπτωση που το ποσό των χρημάτων το οποίο βρίσκεται σήμερα στο ταμείο της εταιρείας, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των......δραχμών, κατά δήλωση της εκ τρίτου συμβαλλόμενης (σε μετρητά, καταθέσεις και απαιτήσεις, εφόσον εισπραχθούν) θα χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση των υποχρεώσεων της εταιρείας, οι οποίες έχουν δημιουργηθεί μέχρι την 25 Ιανουαρίου 2001. Αν το ποσό αυτό δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων των παραπάνω υποχρεώσεων αυτών, η πωλήτρια δηλώνει ότι θα καταβάλλει το ισόποσο στο ταμείο της εταιρείας στο όνομα της αγοράστριας, άλλως η αγοράστρια θα το συμψηφίζει με ίσο ποσό του πιστουμένου τιμήματος". Είναι γεγονός, ότι τα διάδικα μέρη δεν αναφέρουν το ακριβές ύψους του ενεργητικού αποθεματικού, που υπήρχε, κατά την υπογραφή, στα ταμεία της παραπάνω εταιρείας και το οποίο παρέλαβε η εναγομένη εταιρεία. Η μεν ενάγουσα αρκείται σε μια γενική αναφορά περί του ότι "την 25-1-2001 η εταιρεία διατηρούσε ενεργητικό στο ταμείο της τής τάξεως κάποιων δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών" [το ακριβές ύψος του οποίου η εναγομένη απέφυγε να καταγραφεί στο ιδιωτικό συμφωνητικό - (βλ.σχ. β' σελίδα της από 4-3-2009 προσθήκης-αντίκρουσης της εφεσίβλητης)]. Η εναγομένη-εκκαλούσα εταιρεία ουδέν απολύτως αναφέρει. Είναι, όμως, βέβαιο, ότι υπήρχε ενεργητικό στο ταμείο της παραπάνω εταιρείας, από το οποίο, κατά λογική ακολουθία, καλύφθηκαν οι προαναφερθείσες υποχρεώσεις. Εξ άλλου, είχε προβλεφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 5.3 εδάφια 2° και 3° του παραπάνω συμφωνητικού, ότι "η αγοράστρια υποχρεούται να γνωστοποιεί έγκαιρα με την επίδοση των παραστατικών τα παραπάνω στην πωλήτρια και στην περίπτωση που η πωλήτρια αρνηθεί την εκπλήρωση των παραπάνω υποχρεώσεών της, η αγοράστρια θα προβαίνει στην εξόφληση αυτών και τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά θα τα συμψηφίζει με ανάλογα χρηματικά ποσά των δόσεων του πιστουμένου τιμήματος. Αν με την εξόφληση των τυχόν υποχρεώσεων της εταιρείας που θα υπάρχουν μέχρι την 25 Ιανουαρίου 2001 και όταν αυτές εξοφληθούν από την εταιρεία, παραμείνει ενεργητικό υπόλοιπο στο ταμείο της εταιρείας, αυτό θα ανήκει στην πωλήτρια.". Τέτοια όμως γνωστοποίηση δεν αποδείχθηκε ότι έγινε, ούτε, άλλωστε, η εναγομένη-εκκαλούσα επικαλείται κάτι τέτοιο. Με βάση συνεπώς όλα όσα προαναφέρθηκαν η μεν ένσταση συμψηφισμού πρέπει να απορριφθεί εξ ολοκλήρου ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε ένσταση μερικής εξοφλήσεως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατά τα προαναφερθέντα ποσά.
Συνεπώς, το πρωτόδικο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση που εξέδωσε, απέρριψε εξ ολοκλήρου την ένσταση μερικής εξοφλήσεως της εναγομένης εταιρείας ως ουσιαστικά αβάσιμη, αναφορικά και με το παραπάνω ποσό, έσφαλε και γι' αυτό πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της αναιρεσίβλητης (για το ποσό των 243.683 ευρώ), αφού προηγουμένως δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένσταση της αναιρεσείουσας για μερική εξόφληση της οφειλής της και απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού με ανεδεχθείσες από την αναιρεσίβλητη οικονομικές υποχρεώσεις της Ανώνυμης Εταιρίας Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων Ν. Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ): 1) Δεν παραβίασε κατ' αποτέλεσμα τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 288 του ΑΚ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ (κυρ. Ν.Δ. 53/1974) όσον αφορά το ουσιαστικού δικαίου ατομικό δικαίωμα για την παροχή δίκαιης δίκης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, διότι η προβλεπόμενη με συμφωνία των διαδίκων έγγραφη απόδειξη της δανείστριας (πωλήτριας) ή με έγγραφη υπόδειξη αυτής παραστατικών τράπεζας τα οποία αποτελούν, κατ' αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορα μέσα απόδειξης καταβολών προς εξόφληση χρηματικών απαιτήσεων, δεν συνιστά υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας της οφειλέτιδας (αγοράστριας) για την επιδίωξη δίκαιης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ώστε να θεωρηθεί το συμφωνηθέν αποδεικτικό μέσο απρόσφορο για την εξασφάλιση αυτής της προστασίας. 2) Παραβίασε όμως η προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 471 και 440 του ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στον υπαγωγικό συλλογισμό της για την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας προς συμψηφισμό των απαιτήσεων της τελευταίας για μέρος του τιμήματος αγοράς των μετοχών, ποσού 190.947,09 ευρώ με ισόποση ανταπαίτηση εκείνης (αναιρεσείουσας) λόγω εξόφλησης χρεών της εκ τρίτου συμβαλλόμενης εταιρίας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν. Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ), τα οποία χρέη αναδέχθηκε η αναιρεσίβλητη, εφόσον γεννήθηκαν μετά τις 25-1-2001. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι περιεχόμενο της τριμερούς συμφωνίας, κατά τους 4.2 και 5.3 όρους του από 25-1-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, ήταν η αναδοχή, από την πωλήτρια των μετοχών αναιρεσείουσα-ενάγουσα, όλων των μετά την πώληση (25-1-2001) παραμενόντων ανεξόφλητων από την εκ τρίτου συμβαλλόμενη χρεών σε τρίτους, περιλαμβανομένων και των μέχρι τότε προς το Δήμο Πατρέων γεννηθέντων: 1) Με ανεπαρκή αιτιολογία προσδίδει στη σύμβαση αυτή χαρακτήρα σωρευτικής (και όχι στερητικής) αναδοχής χρέους, ενώ από το περιεχόμενο των όρων αυτών της σύμβασης διαφαίνεται σαφώς η βούληση των συμβαλλομένων, αφενός μεν να προβεί σε εκκαθάριση των μέχρι την πώληση χρεών η εκδότρια τούτων εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία, ώστε να μην υποτιμηθεί με αυτά η αξία των αγοραζομένων μετοχών από την αναιρεσείουσα, λόγω μη υπολογισμού τέτοιων επιβαρύνσεων κατά τη διαπραγμάτευση και τη διαμόρφωση του τιμήματος της πώλησης των μετοχών, αφετέρου δε να αναλαμβάνει (με την αναδοχή χρέους) το κόστος της εξόφλησης αυτών των χρεών η επωφελούμενη από την υπερτίμηση των μετοχών αναιρεσίβλητη πωλήτρια τούτων, ενόψει και του ότι αντιπροσώπευαν κατά πολύ υπέρτερο ποσοστό από το ήμισυ του μετοχικού κεφαλαίου (1.530 σε σύνολο 1.610 μετοχών), ενώ δεν προκύπτει από κανένα σημείο των ως άνω όρων της έγγραφης συμφωνίας να ευθύνεται η εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία (ή διάδοχός της) και μετά την πώληση των μετοχών, από κοινού με την αναιρεσίβλητη πωλήτρια για τα εγγυημένα μέχρι την πώληση των μετοχών χρέη της εταιρίας, απομειώνοντας την πραγματική αξία των μετοχών αυτών σε βάρος των συμφερόντων της αναιρεσείουσας αγοράστριας και μόνον. 2) Με αντιφατική αιτιολογία δέχεται άλλοτε μεν ότι το περιεχόμενο της σύμβασης αναδοχής χρέους ήταν να προβαίνει η αγοράστρια σε εξόφληση των αναδεχόμενων χρεών που θα αρνείται να καταβάλλει, ειδοποιούμενη η πωλήτρια και άλλοτε ότι θα πιστώνει η πωλήτρια το ανάλογο ποσό στο ταμείο της εταιρίας στο όνομα της αγοράστριας, και διαφορετικά η τελευταία θα το συμψηφίζει με ίσο ποσό του πιστούμενου τιμήματος. Επομένως οι προβαλλόμενοι δεύτερος και τρίτος, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, ενώ είναι βάσιμοι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται από τον Εισηγητή-Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω, οι προβαλλόμενοι με αφετηρία τα αυτά, κατά βάση, ως άνω περιστατικά, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 1.699/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο της ένστασης συμψηφισμού της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας - εναγομένης, για ανταπαίτησή της κατά της αναιρεσίβλητης - εφεσίβλητης - ενάγουσας ποσού 190.947,9 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.)
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 1.699/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Δικονομικές συμφωνίες αποκλεισμού της χρήσης αποδεικτικών μέσων με περιορισμό σε ένα μόνο από αυτά. Προϋποθέσεις εγκυρότητας να μην αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη. Ένσταση συμψηφισμού: ανεπαρκής αιτιολογία. Βάσιμος λόγος από 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δικ. | null | null | 2 |
Αριθμός 1520/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Π. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.25/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Μ. Χ. του Ν. και 2) Ν. Φ. του Ι..
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 444/2011.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 160/9-6-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"(Ι) Εισάγω στο Δικαστήριό σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του ΚΠΔ, την υπ' αρ. 1/18-3-2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π. Π. του Α., κατοίκου ..., που ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελεήμονα-Θεοδόσιο Αποστολά κατά του υπ'αρ. 25/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και εκθέτω τα ακόλουθα:
(ΙΙ) Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμη την υπ' αρ. 4/28-9-2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του 109/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου να δικαστεί για: άμεση συνέργεια σε υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει συνολικά τα 73.000 ευρώ. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 11-3-2011 (βλ. συνημ. αποδεικτικό επίδοσης).
(ΙΙΙ) Η αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακούργημα από τον κατηγορούμενο επιτρεπόταν σύμφωνα με το αρ. 482 παρ. 1α του ΚΠΔ μέχρι τις 23-12-2010. Το δικαίωμα αυτό του κατηγορουμένου από την ημερομηνία αυτή καταργήθηκε με το αρ. 34 του Ν. 3904/23-12-2010. Το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου κατά παραπεμπτικού βουλεύματος κρίνεται με βάση το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως αυτού και όχι το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος (Ολ. ΑΠ 1282/1990 ΠΧ 1992.921). Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά παραπεμπτικών βουλευμάτων για κακούργημα που εκδόθηκαν μετά τις 23-12-2010. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 401/2006).
(ΙV) Επειδή η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 18-3-2011 χωρίς ο αναιρεσείων να έχει σχετικό δικαίωμα αφού αυτό καταργήθηκε στις 23-12-2010, πρέπει το Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ. 513 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρ. 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006, 123827/23-12-2010 (ΦΕΚ Β' 1991/23-12-2010), Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: (α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και (β) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα νόμιμα δικαστικά έξοδα από 250 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αρ. 1/18.3.2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π. Π. του Α., κατοίκου ... κατά του υπ' αριθμ. 25/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. (Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση του βουλεύματος αυτού και (Γ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα ύψους 250 ευρώ. Αθήνα 13-5-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Π. Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το άρθρο 482 ΚΠΔ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, καταργήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 34 στοιχ.γ' Ν. 3904/2010, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο 38 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από τις 23 Δεκεμβρίου 2010. Επομένως, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, η, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον της Γραμματέας του Εφετείου Δωδεκανήσου, ασκηθείσα από 18 Μαρτίου 2011 αίτηση αναίρεσης κατά του 25/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, που απέρριψε την, από 28.9.2010, έφεση του κατηγορούμενου κατά του 109/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το οποίο, αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου για να δικαστεί ως υπαίτιος κακουργήματος (άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 18 Μαρτίου 2011, αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Π. Π. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση του 25/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που απέρριψε έφεση του κατηγορουμένου, που παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα. Δεν υπόκειται σε αναίρεση μετά την κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠΔ από το άρθρο 34 στοιχ. γ΄ Ν. 3904/2010. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. | null | null | 0 |
Αριθμός 1529/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γ. Γεωργέλλη Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Ά. Σ. του Χ., 2. Χ. Σ. του Α. και 3. Ο., συζύγου Χ. Σ., το γένος Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ακριτίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Δ. Φ. του Γ. και 2. Α. Τ. του Μ., συζύγου Δ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ταμβάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Μαΐου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1914/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 13 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 923 παρ. 1 του ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 2447/1996, "όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία, που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει, ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση". Εποπτεία, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευομένου, αναλόγως με τις περιστάσεις, ασκείται δε κατ' αρχήν, προκειμένου περί ανηλίκου, από τους έχοντες τη γονική μέριμνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1510 του ΑΚ. Με τις πιο πάνω διατάξεις, καθιερώνεται τεκμήριο μαχητό σε βάρος του γονέα (εποπτεύοντος) για την ύπαρξη πταίσματος του περί την άσκηση της εποπτείας, το μέτρο της οποίας εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως την ηλικία, την ωριμότητα, τη μόρφωση, αλλά και την κατάσταση της υγείας (σωματικής και πνευματικής) εποπτεύοντος και επoπτευομένου. Το τεκμήριο αυτό μπορεί να ανατραπεί, εφόσον ο εποπτεύων γονέας επικαλεστεί, ότι άσκησε στη συγκεκριμένη περίπτωση την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία παρά την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας δεν μπορούσε να αποτραπεί. Το ίδιο ισχύει (ανατροπή του τεκμηρίου) και όταν ο πατέρας ισχυριστεί και αποδείξει, ότι εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή η άσκηση της εποπτείας ή όταν η ζημία προκλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που την εποπτεία στον ανήλικο ασκούσε άλλος κατόπιν συμβάσεως με τον πατέρα του. Στην τελευταία περίπτωση, ο πατέρας δεν ελευθερώνεται οπωσδήποτε από τη δική του ευθύνη, παρά μόνο εάν έχει βεβαιωθεί, ότι ο τρίτος έχει τις αναγκαίες ικανότητες για να αναλάβει την εποπτεία και είχε ελέγξει, ότι αυτός εκπληρώνει προσηκόντως την υποχρέωση που ανέλαβε ή εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή η παράλληλη άσκηση της εποπτείας από τον πατέρα και του ελέγχου του τρίτου (Α.Π. 731/2008, 1328/2007, 1366/2003). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 336 § 1 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτούνται: α) ο εξαναγκασμός κάποιου ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία, που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι άλλον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ' ανάγκη το θύμα να αντιστάθηκε σθεναρά, αλλά αρκεί ότι η ασελγής πράξη τελείται παρά την αντίθετη θέλησή του, που εξωτερικεύθηκε και έγινε εμφανώς από δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και ότι αυτός άσκησε σωματική βία που εξουδετέρωσε την βούληση του θύματος να αντισταθεί. Επιπλέον απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω πράξεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο οποίος περιλαμβάνει ακόμη τη γνώση ότι ο παθών δεν συναινεί στην τέλεση αυτής (ΑΠ 1608/07, 1785/2009). Κατά δε το άρθρο 932 του ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ...". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ. Α.Π. 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 9-6-2002, ημέρα Κυριακή και ώρα 21:00 περίπου, ο ηλικίας 8 ετών Μ. Φ., (γεν. την 27-4-1994), μετέβη με τον μεγαλύτερο αδελφό του, Γ., ηλικίας 10 ετών, στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας της Μεγάλης Παναγίας Ν. Χαλκιδικής, προκειμένου να παρακολουθήσουν παιδική θεατρική παράσταση, που θα δινόταν στο χώρο αυτό, περί ώρα 21:30. Αναμένοντας την έναρξη της παράστασης πήγαν με φίλους τους στο προαύλιο του παρακείμενου δημοτικού σχολείου, όπου έπαιξαν ποδόσφαιρο. Ακολούθως, ο Γ. Φ. και οι φίλοι του αποχώρησαν, αφήνοντας τον ανήλικο Μ. μόνο του στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου. Τότε, τον πλησίασε ο ομοχώριός του και γνώριμός του, πρώτος εναγόμενος, ηλικίας κατά το χρόνο εκείνο 17 ετών, (γεν. την 28-7-1985) και κάθισε για λίγο μαζί του, συζητώντας για αθλητικά. Στη συνέχεια, όμως, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι επικρατούσε σκοτάδι και στο προαύλιο δεν υπήρχε κανένας άλλος, πλην του ιδίου και του ανηλίκου Μ., τον έπιασε από τα χέρια και τον οδήγησε βιαίως, σε απόμερο σημείο, όπισθεν του νηπιαγωγείου, όπου ο αύλειος χώρος περιβάλλεται από τοίχο ύψους 2,5 μ., περίπου. Εκεί, ασκώντας σωματική βία και συγκεκριμένα χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, ακινητοποίησε τον ανήλικο, κρατώντας τον από τα χέρια, του κατέβασε με τη βία το παντελόνι και το εσώρουχό του και τον εξανάγκασε να ανεχθεί ασελγή πράξη. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος προσπάθησε να εισαγάγει το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του ανωτέρω ανηλίκου, πιέζοντάς το για να εισέλθει, με σκοπό την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του, μολονότι αυτός έκλαιγε και του ζητούσε να σταματήσει διότι πονούσε. Αφού ικανοποίησε τη γενετήσια επιθυμία του πάνω στο σώμα του ανηλίκου, ντύθηκαν αμφότεροι και ο πρώτος εναγόμενος έδωσε σ' αυτόν το χρηματικό ποσό των 8,30 ευρώ, λέγοντάς του να μην πει τίποτε στους γονείς του. Στη συνέχεια, ο ανήλικος Μ. μετέβη σε καφετερία, όπου υπήρχαν ηλεκτρονικά παιγνίδια και ο πρώτος εναγόμενος τον ακολούθησε και έπαιξαν μαζί. Εκεί τους βρήκε ο πατέρας του ανήλικου Μ., Δ. Φ., περί ώρα 11:00, ο οποίος αναζητούσε το γιο του, ανήσυχος για την απουσία του. Τις επόμενες ημέρες οι οικείοι του ανηλίκου Μ. και κυρίως η γιαγιά του, Π. Φ., παρατήρησαν κάποια ύποπτη αλλαγή στη συμπεριφορά του. Ο ανήλικος ήταν στεναχωρημένος, αμίλητος, απομονωνόταν και αντιδρούσε στα αγγίγματα και τους εναγκαλισμούς τους. Με υπομονή και επιμονή η γιαγιά του, Π. Φ., κατάφερε να αποσπάσει από τον εγγονό της το μυστικό που τον στεναχωρούσε και έτσι, το ανωτέρω συμβάν κατέστη γνωστό στην οικογένεια του ανήλικου θύματος. Όπως μάλιστα, εξομολογήθηκε ο τελευταίος στη γιαγιά του, το ίδιο είχε πράξει σε βάρος του ο πρώτος εναγόμενος, στο ίδιο απόμερο και σκοτεινό σημείο και στις αρχές του μηνός Απριλίου του ίδιου έτους, εξαναγκάζοντάς τον, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, να ανεχθεί τις ίδιες ως άνω ασελγείς πράξεις. Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο οδηγείται πλην των άλλων κυρίως από τη σαφή κατάθεση της μάρτυρος, Π. Φ., γιαγιάς του ανηλίκου, που υπήρξε και η πρώτη αποδέκτης της περιγραφής από τον ανήλικο εγγονό της του βιασμού και της αποπλάνησής του. Τα ανωτέρω κατέθεσε, επανειλημμένως, με λεπτομέρεια και πειστικότητα και ο ίδιος ο ανήλικος παθών κατά τη διάρκεια της ποινικής προδικασίας, αλλά και ενώπιον του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Χαλκιδικής, το οποίο με την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 3/2004 απόφασή του δέχθηκε ότι ο ανήλικος τότε Ά. Σ., στις αρχές Απριλίου 2002 και την 9-6-2002, τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις του βιασμού και της αποπλάνησης ανηλίκου νεώτερου των 10 ετών. Τα ίδια κατέθεσε ο ανήλικος, χωρίς παρεκκλίσεις, και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την επίσης προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 15/2006 απόφασή του, κήρυξε τον πρώτο εναγόμενο ποινικά υπεύθυνο για τις ανωτέρω πράξεις, επιβάλλοντάς του ποινή φυλακίσεως 2 ετών για καθεμία από αυτές, τελεσθείσες κατ' εξακολούθηση και συνολικά ποινή φυλακίσεως 3 ετών. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων Σ. Κ., ομοχώριου των διαδίκων, ο οποίος κατέθεσε γενικώς περί του ήθους της οικογένειας των εναγομένων. Και ναι μεν, από την υπ' αριθμ. πρωτ. 1802/13-6-2002 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού Δ. Ψ., αν. καθηγητή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εξέτασε τον ανήλικο Μ. Φ. στις 13-6-2002, προκύπτει ότι δεν έλαβε χώρα διείσδυση του πέους στον πρωκτό του ανηλίκου παθόντος, αφού ο πρόδρομος του πρωκτού ήταν φυσιολογικός, όπως και ο τόνος των σφιγκτήρων μυών, ενώ δεν παρατηρήθηκαν κακώσεις ή άλλα στοιχεία παρά φύσιν ασέλγειας, τούτο, όμως, δεν αποκλείει την τέλεση βιασμού, ο οποίος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στοιχειοθετείται και με τον εξαναγκασμό σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως. Εξάλλου, από την ίδια ιατροδικαστική έκθεση προκύπτει ότι δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν έλαβαν χώρα ασελγείς προστριβές. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος γεννήθηκε την 28-7-1985, κατά τον άνω χρόνο ήταν 17 ετών και είχε πλήρη συνείδηση της μεγάλης απαξίας της πράξεώς του, η οποία παρίσταται πιο έντονη, αφενός λόγω της επανειλημμένης τελέσεώς της και, αφετέρου, λόγω της αδιαφορίας του στα κλάματα και τις παρακλήσεις του ανηλίκου θύματός του. Ωστόσο, δεν επέδειξε κανένα δείγμα μετανοίας, αφού μέχρι την τελευταία στιγμή αρνήθηκε την πράξη του και ισχυρίστηκε ότι τα ανωτέρω είναι κατασκευάσματα της οικογένειας Φ. για να τον εκδικηθούν, είτε λόγω διαφορών που είχαν σε παλαιότερο χρόνο σχετικά με κάποιο ποδήλατο, είτε διότι, όταν ήταν μαθητής, ανέτρεψε έναν κουβά με νερό, με τον οποίο η γιαγιά του ανηλίκου ενάγοντος, Π. Φ., καθάριζε το σχολείο τους. Οι γονείς του ανηλίκου πρώτου εναγομένου, δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι, ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού και έχοντες το δικαίωμα της επιμελείας και της επιβλέψεώς του, περιλαμβάνουσας και την προφύλαξη αυτού από διάφορους κινδύνους, όπως και από τον κίνδυνο τελέσεως από μέρους του αδικοπραξιών και αξιόποινων πράξεων, δεν άσκησαν στο μέτρο των δυνατοτήτων τους την προσήκουσα εποπτεία, όπως αυτή επιβαλλόταν από τις περιστάσεις. Ο ανήλικος γιος τους είχε επιδείξει, επανειλημμένως, στο παρελθόν απείθαρχη και παραβατική συμπεριφορά, όπως άλλωστε και ο ίδιος απολογούμενος κατέθεσε στην προσκομιζόμενη από 13-6-2002 προανακριτική του απολογία, χωρίς οι εναγόμενοι γονείς του να τον προφυλάξουν, καθοδηγώντας τον σε συμμόρφωση σύμφωνη με τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς. Αντιθέτως, όπως κατέθεσε η μάρτυρας, γιαγιά του παθόντος ενάγοντος, φρόντιζαν πάντοτε να συγκαλύπτουν τις όποιες παραβάσεις του. Επίσης, συνήθιζε να επιδιώκει τη συντροφιά ανήλικων παιδιών πολύ μικρότερών του στην ηλικία, γεγονός που σχολιαζόταν στο μικρό κύκλο του χωριού τους και γνώριζαν και οι εναγόμενοι γονείς του, χωρίς όμως να το αξιολογήσουν αναλόγως, να το διερευνήσουν και να νουθετήσουν το ανήλικο τέκνο τους. Στην κατάθεσή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Θεσσαλονίκης, ο δεύτερος εναγόμενος κατέθεσε ότι την 9-6-2002, επιστρέφοντας με το γιο του από το κτήμα τους, περί ώρα 18:00, τον άφησε στην αλάνα του χωριού "για να παίξει μπάλα με άλλα παιδιά". Τα παιδιά αυτά, όμως, όπως προκύπτει και από την ως άνω απολογία του πρώτου εναγομένου κατά την προανάκριση, ήταν ο Χ. Τ., 11 ετών, ο Χ. Σ., 11 ετών, ο Α. Β., 13 ετών, ο Σ. Β., 10 ετών και οι Ν. και Ι. Σ., 12 και 5 ετών αντίστοιχα, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος, στην κατάθεσή του ενώπιον του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Χαλκιδικής, παραδέχθηκε ότι ο γιος του "έκανε παρέα" με μικρά παιδιά, ισχυριζόμενος ότι "στο χωριό τα παιδιά παίζουν όλα μαζί". Η συμπεριφορά αυτή του ανηλίκου και η επιλογή φίλων κατά πολύ μικρότερών του σε ηλικία, θα προβλημάτιζε το μέσο συνετό γονέα, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου. Παρά ταύτα όμως, οι εναγόμενοι γονείς του δεν άσκησαν την προσήκουσα, εν όψει των περιστάσεων, εποπτεία στο ανήλικο τέκνο τους, μολονότι είχαν αυτή τη δυνατότητα, δεδομένου και ότι ζούσαν σε μια μικρή κοινωνία, που διευκολύνει ποικιλοτρόπως την επίβλεψη και επιτήρηση των ανηλίκων τέκνων από τους γονείς τους. Η ελλειμματική εποπτεία και καθοδήγηση του ανήλικου τέκνου τους, διαφαίνεται και από την αδιαφορία που επέδειξαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι γονείς απέναντι στην οικογένεια Φ., μετά την αποκάλυψη των αποτρόπαιων πράξεων του τέκνου τους. Όπως κατέθεσε η μάρτυρας, γιαγιά του παθόντος, ο δεύτερος εναγόμενος, σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον πατέρα του ανήλικου Μ., αντέδρασε προσβλητικά και προκλητικά, υπαινισσόμενος ότι ο τελευταίος προκάλεσε μόνος του το βιασμό του. Κατ' ακολουθία αυτών, η ένσταση των δευτέρου και τρίτης των εναγομένων για άσκηση εκ μέρους τους της προσήκουσας εποπτείας επί του ανηλίκου τέκνου τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος με τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις του τραυμάτισε ψυχικά τον ανήλικο Μ. Φ. και προσέβαλε την προσωπικότητά του στον τομέα της γενετήσιας ελευθερίας και της ανάπτυξης του συναισθηματικού του κόσμου. Τα γεγονότα αυτά στιγμάτισαν τον ανήλικο σε μία ιδιαιτέρως τρυφερή ηλικία και κατέλιπαν στην ψυχή του φοβίες και ανασφάλειες, θα απαιτηθεί δε πολύς χρόνος και αμέριστη στήριξη και αγάπη από τους οικείους του, προκειμένου να επουλωθούν τα τραύματά του. Ενόψει όλων αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ανήλικος Μ. Φ. υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, ύψους 100.000 ευρώ, ποσό το οποίο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο και ανάλογο της ηθικής βλάβης που υπέστη, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, των εν γένει συνθηκών, της έντασης του δόλου του πρώτου εναγομένου και του πταίσματος των δευτέρου και τρίτης από αυτούς ως προς την παραμέληση της εποπτείας του, της ανηλικότητας του παθόντος και του πρώτου εναγομένου, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 923, 926, 932, 297, 299, 346 του ΑΚ και 336 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) Η κατά την 9-6-2002, από τον τότε 17ετή πρώτο αναιρεσείοντα, γυιό των δύο λοιπών αναιρεσειόντων-εναγομένων, εκμετάλλευση της αδυναμίας αντιστάσεως του ηλικίας τότε μόλις 8 ετών ανηλίκου γυιού των αναιρεσιβλήτων Μ. Φ. και ο εξαναγκασμός του με σωματική βία να ανεχθεί παρά φύση ασέλγεια, ήτοι προσπάθεια εισόδου, στον πρωκτό του, τού γεννητικού μορίου του πρώτου αναιρεσείοντος προς ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του, πράξη που είναι άδικη και συνιστά το έγκλημα του βιασμού (άρθρο 336 παρ. 1 ΠΚ), χωρίς να ασκεί επιρροή για τη συγκρότησή του το αν εισχώρησε το γεννητικό μόριο του πρώτου αναιρεσείοντος στον πρωκτό του ανηλίκου παθόντος ή αν ολοκλήρωσε εκείνος την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. 2) Η από τους δύο λοιπούς αναιρεσείοντες γονείς του πρώτου παραμέληση της εποπτείας αυτού, στα πλαίσια άσκησης της γονικής τους μέριμνας, με την παράλειψη νουθεσίας και καθοδήγησής του από έκνομες, ηθικώς επίμεμπτες και κοινωνικώς αποδοκιμαζόμενες συμπεριφορές, μολονότι μάλιστα είχαν ενδείξεις παραβατικότητάς του και εκδηλώσεών του αντίθετων με τα κοινωνικά πρότυπα, όπως η επιλογή των φίλων και συμπαικτών του από άτομα πολύ μικρότερης από αυτόν ηλικίας (και υποδιπλάσιας), με τα οποία δεν υπήρχε πάντοτε κοινότητα ενδιαφερόντων ή εμφανών επιδιώξεων, περιστατικά τα οποία καθιστούσαν αβάσιμη την ένσταση των δύο τελευταίων αναιρεσειόντων, ότι άσκησαν τη δέουσα εποπτεία στον ανήλικο γυιό τους ή ότι η αδικοπραξία του, παρά την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας, δεν θα μπορούσε να αποτραπεί. 3) Η ηθική και κοινωνική μείωση και το συνεπαγόμενο ψυχικό άλγος που προξενήθηκε στο ανήλικο τέκνο των αναιρεσιβλήτων από τη σε βάρος του αδικοπραξία, που δικαιολογούσε την επιδίκαση, ως χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του, του ποσού των 100.000 ευρώ. Επομένως οι αντίθετοι πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. και τέταρτος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Kατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, όταν αυτά λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν χρησιμοποιούνται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των αποδείξεων ή την ερμηνεία των δικαιοπραξιών (Ολ. Α.Π. 23/1988, Α.Π. 1609/1987, 377/1998). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, α) ποιά διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, β) ο κανόνας δικαίου, στου οποίου την εξειδίκευση εσφαλμένα δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν και γ) σε τι συνίσταται η παράβαση. Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι θα έπρεπε να μην απορρίψει την ένσταση των δύο τελευταίων αναιρεσειόντων από το άρθρο 923 του ΑΚ, διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε ένα 17ετές τέκνο είναι μειωμένες οι δυνατότητες εποπτείας από τους γονείς του, όταν πρόκειται για τις τοπικές και χρονικές συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η αδικοπραξία του γυιού εκείνων, η οποία δεν θα μπορούσε να αποτραπεί από αυτούς. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο σε τί συνίσταται η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 923 του ΑΚ ή την υπαγωγή σ' αυτή των πραγματικών γεγονότων, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή του πλήσσεται η από το Εφετείο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και η αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως της παραμορφώσεως εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δικ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Για το ορισμένο του ως άνω λόγου αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει, αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) Το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, για το ότι υπάρχουν ή όχι τα κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Με τον τέταρτο και τελευταίο, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναίρεσης μέμφεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου της 1.802/13-6-2002 ιατροδικαστικής εκθέσεως του ιατρού Δ. Ψ., παραθέτοντας μεμονωμένες φράσεις αυτής και το κατά την κρίση των αναιρεσειόντων συμπέρασμα στο οποίο έπρεπε να οδηγηθεί το Εφετείο. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποιό ήταν το ακριβές περιεχόμενο της επίμαχης ιατροδικαστικής έκθεσης και τί δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτής το Εφετείο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, ούτε αν την κρίση του σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το ως άνω έγγραφο, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 13 Νοεμβρίου 2009 αίτηση των Ά. Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της 1914/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Αγωγή χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης από αδικοπραξία λόγω βιασμού 8ετούς ανηλίκου τέκνου αναιρεσιβλήτων εναγόντων από 17ετή πρώτο εναγόμενο – αναιρεσείοντα, του οποίου οι δύο λοιποί αναιρεσείοντες – εναγόμενοι γονείς του παρέλειψαν να ασκήσουν εποπτεία (923 ΑΚ). Λόγοι αναίρεσης: 1) από άρθρ. 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔ, αβάσιμος διότι υπάρχει πλήρης αιτιολογία Εφετείου ως προς εφαρμογή άρθρων 914, 923, 926, 932 Α.Κ. και 336 περ. Α. Π.Κ., 2) παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας ως πρ. 923 Α.Κ. (559 αρ. 1 ΚΠολΔ) αόριστος λόγος, 3) παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου (359 αρ.20 ΚΠολΔ) αόριστος λόγος. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1534/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου I. K. του M. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 1480/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους: 1. M. R. του M., 2. J. A. του G. M., 3. H. H. του H. και 4. R. S. I. του A. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 282/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μεταξύ των λόγων αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 510 § 1 Κ.Π.Δ. περιλαμβάνεται, υπό στοιχείο Η' και η υπέρβαση εξουσίας η οποία υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Έτσι στην περίπτωση που το δικαστήριο κήρυξε εαυτό καθ' ύλη αναρμόδιο, ενώ ήταν κατά το νόμο αρμόδιο, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του, (Ολ. Α.Π.10/2005), ενώ στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο ενώ ήταν αναρμόδιο καθ' ύλη δεν κήρυξε την αναρμοδιότητά του αλλά δίκασε την υπόθεση, υπερβαίνει θετικά την εξουσία του. Και στις δύο ως άνω περιπτώσεις, ιδρύεται ο προαναφερθείς, από άρθρο 510 § 1 υπό στοιχείο Η' Κ.Π.Δ, λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 119 και 120 του ΚΠΔ, το Δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ' ύλη αρμοδιότητά του σε κάθε στάδιο της δίκης, και αν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο παραπέμπει την υπόθεση, στο αρμόδιο δικαστήριο. Κατά το άρθρο 121 του ΚΠΔ, το δικαστήριο που δικάζει κατ' έφεση, αν κρίνει ότι το δικαστήριο που δίκασε σε πρώτο βαθμό ήταν αναρμόδιο επειδή το έγκλημα υπαγόταν σ` αυτό ή σε κατώτερο δικαστήριο, ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και δικάζει ανέκκλητα το ίδιο την υπόθεση στην ουσία (άρθρ. 502 παρ.3) σε κάθε άλλη περίπτωση καθ' ύλη αναρμοδιότητας ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Εξάλλου η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε γραπτώς και ανέπτυξε και προφορικά την ένσταση ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, (18-12-2005) ήταν ανήλικος , ως γεννηθείς την 15-9-1988 και κατά συνέπεια αναρμοδίως καθ' ύλη δικάστηκε από το πρωτοβάθμιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, υπαγόμενος στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα πρακτικά της δίκης, το ως άνω δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και μάρτυρες) απέρριψε κατά πλειοψηφία, την υποβληθείσα κατά τα άνω υπό του συνηγόρου υπερασπίσεως ένσταση αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως αβάσιμη, με την παρακάτω αιτιολογία: "Σύμφωνα με τα προσκομισθέντα από τον συνήγορο του τετάρτου κατηγορουμένου και αναγνωσθέντα ως άνω έγγραφα με τους αριθμούς ... και ... , ήτοι α)αντίγραφο πιστοποιητικού γεννήσεως και β)α.α. 903 πιστοποιητικό αποχωρήσεως από το σχολείο, στο πρωτότυπο και σε νόμιμη μετάφραση, το αναγραφόμενο σε αυτά πρόσωπο με τα στοιχεία Μ. (όνομα πατρός) Ι. Κ. (όνομα τέκνου), και στην Πακιστανική M. I. K. , έχει γεννηθεί στο Ραντήρ (..............) του Πακιστάν την 15-9-1988. Τα στοιχεία αυτά του αναφερομένου προσώπου ταυτίζονται με τα αντίστοιχα στοιχεία του ανωτέρω τετάρτου κατηγορουμένου, δεν αναγράφεται όμως στα εν λόγω έγγραφα και το όνομα της μητέρας του κατηγορουμένου αυτού, που είναι M. . Από τα έγγραφα αυτά επομένως δεν αποδεικνύεται, ότι το φερόμενο ως γεννηθέν την 15-9-1988 πρόσωπο είναι ο τέταρτος κατηγορούμενος. Ο ίδιος αυτός κατηγορούμενος όταν εξετάστηκε με διερμηνέα αμέσως μετά τη σύλληψή του και ρωτήθηκε σχετικά απάντηση εκτός των άλλων ότι γεννήθηκε το έτος 1984 (από 18-12-2005 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου με διερμηνέα) το ίδιο δε και ειδικότερα ότι γεννήθηκε την1-1-1984 δήλωσε και κατά την απολογία του επίσης με διερμηνέα στον Ανακριτή την 19-12-2005 (από την ίδια ημερομηνία απολογία κατηγορουμένου με διερμηνέα), ενώ κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην οποία παρέστη με συνήγορο υπερασπίσεως της δικής του επιλογής, δεν ανέφερε τίποτε για την ηλικία του και ειδικότερα ότι δεν είχε γεννηθεί το έτος 1984 όπως εφέρετο, και κατά δήλωσίν του μάλιστα μέχρι τότε. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου ότι ο ..................... κατηγορούμενος γεννήθηκε την 1-1-1984 και όχι την 15-9-1988, όπως νομίμως και το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ισχυρίστηκε. Οι σχετικές καταθέσεις των ως άνω εξετασθέντων τεσσάρων μαρτύρων ελέγχονται μη πειστικές, ενόψει ιδίως των προαναφερθεισών απολογιών του κατηγορουμένου και της ασαφούς εικόνος που οι μάρτυρες αυτοί έχουν ως προς τον χρόνο γεννήσεως του κατηγορουμένου, όπως τούτο προκύπτει από τις καταθέσεις τους αυτές. Επομένως ο ισχυρισμός του τετάρτου κατηγορουμένου ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων (18-12-2005 και με δίμηνο πριν από την ημερομηνία αυτή) ήταν ανήλικος, ως γεννηθείς την 15-9-1988, και ότι κατά συνέπειαν αναρμοδίως καθ' ύλην δικάστηκε από το πρωτοβάθμιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, υπαγόμενος στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων ανηλίκων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατά την πλειοψηφούσα ως άνω γνώμη των μελών του δικαστηρίου ενώ κατά τη γνώμη δυο μελών του και δη των Εφετών Βασιλικής Μπαζάκη-Δρακούλη και Σοφίας Οικονόμου, αποδεικνύεται (από τα ανωτέρω στοιχεία ότι ο κατηγορούμενης γεννήθηκε πράγματι την 1-1-1988 και έπρεπε να παραπεμφθεί ως προς αυτόν η υπόθεση για να δικαστεί στο αρμόδιο δικαστήριο ανηλίκων".
Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, απέρριψε την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος, με την παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφασή του, δεχθέν ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης δεν ήταν ανήλικος, αλλά ενήλικος υπαγόμενος στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης και υπέρβασης εξουσίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι διαλαμβανόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις, κατά τις οποίες, "...πλήρως αποδεικτικώς βεβαιώθηκε, δυνάμει των αδιαμφισβήτητων εγγράφων στοιχείων τα οποία με επιμέλειά μου προσκομίστηκαν .... ότι γεννήθηκα στο Πακιστάν την 15-9-1988.... και κατά τον χρόνο που φέρεται να τελέστηκαν οι πράξεις... βρισκόμουν στην ηλικία των δέκα επτά ετών", είναι απορριπτέες, ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, καθόσον πλήττεται απαραδέκτως, η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Οι λοιποί λόγοι περί παραβίασης των ατομικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1, 87 παρ.2 και 93 παρ.4 του Συντάγματος του άρθρου 48 παρ.1 του Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ένωσης, καθόσον δεν διασφαλίστηκε ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισής του και υποβλήθηκε σε δημοσιότητα ενώ ήταν ανήλικος, είναι απορριπτέοι, καθόσον ερείδονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν ανήλικος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-1-2011 (με αριθμό πρωτ. 267/2011) αίτηση του K. I. του M. για αναίρεση της με αριθμό 1480/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Αρμοδιότητα υλική. Ένσταση περί ανηλικότητας του κατ/νου στο Εφετείο. Απόρριψη σχετικής ένστασης με πλήρη αιτιολογία. Αναίρεση κατά της απόφασης, λόγω επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα καθ' ύλη αναρμοδιότητας του δικάσαντος Δικαστηρίου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. | null | null | 0 |
Αριθμός 1535/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σούλιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της "Κοινοπραξίας Ασφαλτικών Έργων", που εδρεύει στη Φιλοθέη Αττικής (Γραφεία ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ) και εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπείται νομίμως, 2. Ι. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπαρμπούρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 3. της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, υπό την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Λεβέντη, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την α) από 1 Νοεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 2) την από 24 Δεκεμβρίου 2002 προσεπίκληση - παρεπίμπτουσα αγωγή της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ως και 3) την από 21 Ιανουαρίου 2003 πρόσθεση παρέμβαση της καθ'ής η προσεπίκληση παρεμπιπτόντως πρώτη των αναιρεσιβλήτων - προσθέτως παρεμβαίνουσα, που κατατέθηκαν στο αυτό ως άνω δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1644/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3. 3685/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο αναιρεσείων, με την από 30 Απριλίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔικ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔικ. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ' είδος αναφερόμενα κατά νόμο επιτρεπτά (ΑΠ 544/2005, 190/1995) και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1137/2001, 416/1999). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις αρ. 5/2001, 19845-19246/2001 ένορκες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής διαδικασίας, που προηγήθηκε. Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα: α) Πρόχειρο Σχεδιάγραμμα Τροχαίου Ατυχήματος της Αστυν. Υπηρεσίας Μαλακάσας και β) με αρ. 4, 6, 8 και 10 φωτογραφίες που συνοδεύουν την Τεχνική έκθεση Δαλλιάτση. Επομένως οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔικ, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο κατά τρόπο αντιφατικό με τον προηγούμενο (τρίτο) από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο το ως άνω σχεδιάγραμμα και εσφαλμένως δεν προσδόθηκε σ' αυτό η αυξημένη αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου, είναι απαράδεκτος. Επίσης απαράδεκτος λόγω αντιφατικότητας είναι και ο έκτος από το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου περί βάρους αποδείξεως ως προς τα προαναφερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα με τους εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔικ ως άνω τρεις λόγους αναιρέσεως.- Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ συνάγεται, ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ειδικότερα, όταν ο δράστης δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε είχε υποχρέωση να λάβει πριν και μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης καταστάσεως κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης, της επιστήμης και της κοινής πείρας, μέτρο, έστω και μη προβλεπόμενο από ειδική διάταξη νόμου, προς προστασία των τρίτων από την πρόκληση σε αυτούς οποιασδήποτε ζημίας (Α.Π. 50/2002, 831/2005). Η υπαιτιότητα με τη μορφή είτε του δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε της αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη της προσοχής, την οποία θα όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος από τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις. Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράληψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί, με την κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 1128/2000). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 12-13/1995, 1/1999). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων ως ουσιαστικά αβάσιμη, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 16.1.1999 και περί ώρα 18:30 ο εκκαλών, Σ. Μ., οδηγώντας το με αριθμ. Κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και κινούμενος μ' αυτό στην αριστερή λωρίδα του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών Λαμίας (ΝΕΟΑΛ) με ταχύτητα 100 χιλιομέτρων ανά ώρα, προσέκρουσε, στο ύψος του 50ου χιλιομέτρου (περιοχή Μαλακάσας) της εν λόγω οδού, στα στοιχεία της σήμανσης, για την οποία θα γίνει λόγος αμέσως παρακάτω, που είχε τοποθετηθεί στο σημείο αυτό, από την, εκτελούσα εργασίες αποκατάστασης του ασφαλτοτάπητα, πρώτη εφεσίβλητη, "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΣΦΑΛΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ", την επίβλεψη των οποίων (εργασιών) είχε αναθέσει αυτή στον προστηθέντα πολιτικό μηχανικό, δεύτερο εφεσίβλητο, Ι. Μ., με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του, να ανατραπεί και να υποστεί αυτός μεν ελαφρά σωματική βλάβη, το όχημά του δε εκτεταμένες υλικές ζημίες. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι στο σημείο αυτό του ατυχήματος, λόγω των εκτελουμένων ως άνω εργασιών και της εξ αυτών ανάλογης ρύθμισης της κυκλοφορίας εφαρμόστηκε από την ως άνω εργολάβο κοινοπραξία σε συνεννόηση με την τροχαία Μαλακάσας, η εγκριθείσα από το ΥΠΕΧΩΔΕ κατάλληλη σήμανση (βλ. σχέδιο προσωρινής σήμανσης εργασιών) η οποία, ειδικότερα, για το προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας, περιελάμβανε την τοποθέτηση δεξιά και αριστερά αυτού 1)πινακίδων: α) περιορισμού του αριθμού των κυκλοφοριακών λωρίδων από τρεις σε μία β) ανωτάτου ορίου ταχύτητας 80 χιλιομέτρων ανά ώρα και γ) εκτέλεσης έργων στην οδό (αρθ. 4 Π-70, Ρ-32 και Κ-20 αντίστοιχα), 2)πλαστικών κώνων με σημείο έναρξης το αριστερό μέρος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και λήξης τη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή της μεσαίας και δεξιάς λωρίδας 3)αναλάμποντος βέλους μεγάλων διαστάσεων, που υπεδείκνυε την ακολουθητέα πορεία και 4)ερυθρών πλαστικών στοιχείων ορθογωνίου σχήματος με νερό (βλ. από 16.11.1999 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος τροχαίας Μαλακάσας). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ατύχημα αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια του εκκαλούντος οδηγού, συνιστάμενη στο ότι, αν και αυτός ήταν υποχρεωμένος αφενός να οδηγεί με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή (άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2696/99) και να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη, πλην άλλων, και την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού (άρθρο 19 παρ. 1, 2 V. 2696/99) και αφετέρου να συμμορφώνεται προς τις επιβαλλόμενες από τις σχετικές πινακίδες σήμανσης υποχρεώσεις, δεν έπραξε, αν και μπορούσε τα παραπάνω, όπως σε ανάλογη περίπτωση θα έπραττε κάθε συνετός οδηγός, αλλά, οδηγώντας χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ελαττώσει την ταχύτητα των 100χ/ων, με την οποία εκινείτο, στο καθοριζόμενο με τη σχετική πινακίδα για το σημείο αυτό ανώτατο όριο των 80 χ/ων, την οποία έπρεπε να μειώσει ακόμη περισσότερο ενόψει των εκτελουμένων επί της οδού εργασιών και του επικειμένου περιορισμού λωρίδων, παράλειψε να μετακινηθεί προοδευτικά από την αριστερή λωρίδα, στην οποία εκινείτο και στην οποία αφορούσε ο αναγγελόμενος με την ως άνω πινακίδα περιορισμός, προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, στην οποία και μόνο ήταν επιτρεπτή η κίνηση, με αποτέλεσμα την πρόσκρουση του οχήματός του στις πινακίδες, που αποτελούσαν την τοποθετημένη στο σημείο αυτό σήμανση, και, κατά τα προαναφερθέντα, αφενός τον ελαφρό τραυματισμό του ιδίου και αφετέρου την πρόκληση σοβαρών υλικών ζημιών στο όχημά του. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος οδηγού ότι η υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα βαρύνει αποκλειστικά την ως άνω εργολήπτρια κοινοπραξία για το λόγο ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η τελευταία παρέλειψε να τοποθετήσει τις πινακίδες περιορισμού των κυκλοφοριακών λωρίδων σε απόσταση 600 και 200 μέτρων πριν από το σημείο έναρξης των έργων όπως προβλεπόταν από το εγκριθέν από το ΥΠΕΧΩΔΕ σχέδιο, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, και ανεξάρτητα από το ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν απεδείχθηκε η επικαλούμενη παράλειψη, η συνδρομή αυτής, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτός ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος ενόψει και της καθ' ομολογίαν του ιδίου του εκκαλούντος, υφισταμένης, "χίλια μέτρα πριν από το σημείο έναρξης των έργων, σχετικής προειδοποιητικής πινακίδας περιορισμού των κυκλοφορια-κών λωρίδων από τρεις σε μία (Π-70) προς την οποία, αν είχε συμμορφωθεί ο εκκαλών, θα είχε μετακινήσει το όχημά του προοδευτικά από την αριστερή και μεσαία λωρίδα, στις οποίες εκτελούνταν οι εργασίες ασφαλτόστρωσης, στη δεξιά, που ήταν ελεύθερη από κάθε εμπόδιο, αποτρέποντας, κατά τον τρόπο αυτό, κάθε πιθανότητα πρόκλησης, από το λόγο αυτό, ατυχήματος. Απορριπτέος επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται και ο περαιτέρω ισχυρισμός του εκκαλούντος κατά τον οποίο η ευθύνη της εργολήπτριας κοινοπραξίας απορρέει και από την τοποθέτηση, εντός του αποκλεισμένου για την κυκλοφορία των οχημάτων τμήματος της αριστερής και μεσαίας λωρίδας, για τη συγκράτηση των βλαστικών ως άνω κώνων σιδηράς, σε σχήμα Π, βέργας, η οποία προκάλεσε τη ρήξη του οπισθίου δεξιού ελαστικού στην οποία, κατ' αυτόν, οφείλεται η εκτροπή του οχήματός του, καθόσον, και ανεξάρτητα της μη απόδειξης της ύπαρξης του εν λόγω αντικειμένου, η τυχόν αποδοχή αυτού (ισχυρισμού) δεν διαφοροποιεί την ευθύνη του, καθόσον το αντικείμενο αυτό, που είχε τοποθετηθεί για τη συγκράτηση των πλαστικών τριγωνικών κώνων της σήμανσης του οδοστρώματος βρισκόταν, και κατά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος στην κατά τα άνω αποκλεισμένη για τα οχήματα ζώνη κυκλοφορίας, στην οποία ανεπιτρέπτως εισήλθε το όχημα του εκκαλούντος, παρά το γενόμενο με την παραπάνω σήμανση αποκλεισμό της αριστερής και της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας και την ύπαρξη σχετικά με αυτόν (αποκλεισμό) μεγάλης φωτιζόμενης πινακίδας με ένδειξη βέλους δεξιά, η οποία ήταν επαρκής για την επισήμανση του αρχομένου περιορισμού των λωρίδων από τρεις σε μία. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της υπάρξεως στο χώρο του ατυχήματος της κατά νόμο προβλεπόμενης σήμανσης ενισχύεται και από το υπό στοιχ. ΑΠ_ΑΘ/ΦΚΑ ΘΒ4/ΜΕ7/9914 17-12-02 έγγραφο της Γεν. Γραμ. Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, με το οποίο βεβαιώνεται ότι "η υλοποίηση εκτροπής της κυκλοφορίας στον τόπο εκτέλεσης των εργασιών ήταν σύμφωνη με το υποβληθέν σχέδιο σήμανσης και τις σχετικές παρατηρήσεις", ευχερώς εντεύθεν συναγομένου ότι η εφαρμογή της σήμανσης αυτής βρέθηκε, ύστερα από διενεργηθέντα έλεγχο της αρμοδίας ως άνω υπηρεσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ αντίστοιχη μ' αυτή του σχεδίου". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 297-299 932 και 346 ΑΚ, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού αναφέρονται: α) Η από τους δυο πρώτους αναιρεσιβλήτους - εναγομένους τοποθέτηση κατάλληλης σήμανσης για προειδοποίηση και καθοδήγηση των χρησιμοποιούντων το μη επισκευαζόμενο από αυτούς τμήμα της δημόσιας οδού, στο οποίο ανετράπη το οδηγούμενο από τον αναιρεσείοντα αυτοκίνητο και η ανυπαρξία συνεπώς του αναγκαίου για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης τους προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος στοιχείου της παράνομης συμπεριφοράς ως αιτίας του επιζήμιου αποτελέσματος. β) Οι πλημμελείς χειρισμοί του αναιρεσείοντος κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του (ανάπτυξη υπερβολικής ταχύτητας) που δεν επέτρεψε τον έγκαιρο εντοπισμό του κινδύνου και την επιτυχή διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού. Επομένως οι αντίθετοι δεύτερος, τέταρτος και όγδοος, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος που υπό την επίκλησή τους πλήσσεται η από το Εφετείο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και η αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ).- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 559 αρ.12 του ΚΠολΔικ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, της παραβίασης από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, γ) ποία η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο αποδεικτικό μέσο, διαφορετική από την οριζόμενη με το νόμο και δ) το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 354/1999, 441/1993, 575/1980). Με τον έβδομο από το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά για τη θέση των τριγωνικών κώνων, που είχαν τοποθετηθεί από τους δυο πρώτους αναιρεσιβλήτους κατά μήκος του οδοστρώματος προς διαχωρισμό του επισκευαζόμενου τμήματος αυτού από το ελεύθερο για την κυκλοφορία, αξιολόγησε ως ομολογία και συνήγαγε δυσμενή κρίση για την ύπαρξη αποκλειστικής υπαιτιότητάς του για τη ζημία του, ενώ δεν είχε πρόθεση να ομολογήσει. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με ποιο τρόπο διατυπώθηκαν από τον αναιρεσείοντα τα περιστατικά που φέρονται ότι εκτιμήθηκαν από το Εφετείο ως ομολογία, ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενό τους, ποιες ήταν οι αντίστοιχες παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου με το σφάλμα της απόφασης, όπως και η λυσιτελής επίκλησή του, η οποία δεν υφίσταται όταν προσβάλλεται επάλληλη αιτιολογία, ενώ υπάρχει άλλη αιτιολογία, μη πληττόμενη που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔικ, της παρά το νόμο λήψης υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται όταν δεν αφορά αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά αφορά τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα ή τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002) ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 3/1997). Επομένως ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη ότι έλαβε υπόψη τα ως άνω περιστατικά ως προς τη θέση των τριγωνικών κώνων, τα οποία εκτίμησε ως ομολογία του αναιρεσείοντος, εφόσον δεν αφορά αυτοτελή ισχυρισμό, είναι (ο λόγος αυτός αναιρέσεως) απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 30-4-2010 αίτηση του Σ. Μ. για αναίρεση της 3685/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης κοινοπραξίας επισκευής δημόσιας οδού από τοποθέτηση σήμανσης για επισκευαζόμενα τμήματα της οδού. Αβάσιμη αγωγή. Ορθή και αιτιολογημένη απόφαση Εφετείου που αποδίδει στον ενάγοντα την αποκλειστική ευθύνη του τραυματισμού του. Απορριπτέοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 (αβάσιμος), αρ.12 (αόριστος) και αρ.8 απαράδεκτος. | null | null | 0 |
Αριθμός 1518/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε στο συμβούλιο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδρικόπουλο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 6/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Με πολιτικώς ενάγων το "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 392/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή με αριθμό 218/7-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Κατά του Β. Κ. ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος -375 παρ. 1, 2α, β Π.Κ. - . Μετά το πέρας της ανάκρισης Το συμβούλιο Πλημ/κων Κερκύρας με το υπ' αριθμ. 95/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του Β. Κ. του Ι. για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ, που του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχος, και που φέρεται ότι τέλεσε στην Κέρκυρα στις 10-4-2000 σε βάρος της εταιρίας "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε." - η οποία κηρύχθηκε σε πτώχευση με ημερομηνία παύσης πληρωμών την 9-2-2000 με την 275/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι κρίθηκε ότι υφίστατο αλληλόχρεος λογαριασμός μεταξύ κατηγορουμένου - παθούσης εταιρείας και συνεπώς δεν συνέτρεχε το στοιχείο "ξένο" του άρθρου 375 ΠΚ που αφορούσε πωλήσεις εντύπων κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Δεκεμβρίου 1999. Κατά του άνω βουλεύματος άσκησε στις 31-7-2009 έφεση ο Γεώργιος Παλαιολόγος ως πληρεξούσιος του δηλώσαντος παράσταση πολιτικής αγωγής λόγω ηθικής βλάβης συνδίκου της πτώχευσης δικηγόρου Α. Κ. και το συμβούλιο Εφετών Κερκύρας με το υπ' αριθμ. 47/2009 βούλευμα του έκρινε αυτή τυπικά δεκτή και, επειδή δεν υπήρχε πρόταση του οικείου Εισαγγελέα διότι αυτός πρότεινε να κηρυχθεί αυτή απαράδεκτη διότι ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο - απείχε να αποφανθεί επί της ουσιαστικής ή μη βασιμότητάς της. Στη συνέχεια, αφού υπεβλήθη η οικεία εισαγγελική πρόταση, το άνω συμβούλιο Εφετών Κερκύρας με καθολική - επιτρεπτή από το νόμο - αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών εξέδωσε το 6/2010 βούλευμα και έκρινε αυτή και ουσιαστικά βάσιμη και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο να δικαστεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Κερκύρας " ... για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στην Κέρκυρα στις 10.4.2000, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο και δη αντικείμενα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που τα είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αφότου κατάρτισε με την εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με τη επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε.", την από 24.5.1984 έγγραφη σύμβαση αορίστου χρόνου και την από 13.6.1994 έγγραφη ανανέωση της προηγούμενης, με τις οποίες ανέλαβε την υποχρέωση αφενός μεν να πωλεί για λογαριασμό της ανωτέρω αντισυμβαλλομένης του στο Νομό Κέρκυρας όλα τα έντυπα (εφημερίδες, περιοδικά κλπ) με τα οποία η τελευταία τον εφοδίαζε και αφετέρου να αποδίδει σ' αυτήν, κάθε δέκα ημέρες τα ποσά που ως εντολοδόχος της εισέπραττε από τις διενεργηθείσες στο μεταξύ πωλήσεις, έχοντας προηγουμένως με βάση τους όρους των προαναφερομένων συμβάσεων αφαιρέσει και παρακρατήσει από το κατά το ανωτέρω εκάστοτε διαμορφούμενο ποσό την αντίστοιχη αμοιβή του, η οποία ανέρχονταν σε 20% επί των αναγραφομένων στα πωληθέντα έντυπα τιμών, αφαιρουμένου του φόρου προστιθέμενης αξίας, αυτός, αν και εισέπραξε, υπό την ως άνω ιδιότητα του το συνολικό χρηματικό ποσό των 48.353.408 δραχμών (ήδη 141.902,88 ευρώ), που αντιστοιχούσε στην, μετ' αφαίρεση της αμοιβής του αλλά και της ήδη συμψηφισθείσας και, κατά την έναρξη ισχύος της ανωτέρω σύμβασης, καταβληθείσας εκ μέρους του εγγυήσεως, τελική αξία των πωληθέντων μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999 εντύπων ιδιοποιήθηκε παράνομα το προαναφερόμενο ποσό των 48.353.408 δραχμών (ή 141.902,88 ευρώ), που υπερβαίνει εκείνο των 73.000 ευρώ, καθώς δεν το απέδωσε στην εγκαλούσα εταιρεία που του το ζήτησε με εξώδικη έγγραφη όχλησή της, η οποία του γνωστοποιήθηκε στις 31 Μαρτίου του 2000, αλλά αντίθετα το παρακράτησε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του εκδηλώνοντας τη βούλησή του να το ιδιοποιηθεί στις 10.4.2000 οπότε και άφησε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που του είχε τάξει η τελευταία για απόδοσή του σ' αυτή". Συγκεκριμένα το άνω συμβούλιο με το ρηθέν βούλευμά του δέχθηκε ότι "... Από τα συλλεγέντα στοιχεία της κυρίας ανακρίσεως και συγκεκριμένα από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και το συνοδεύον αυτή υπόμνημα του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 275/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε." (ΠΕΑΤ ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...), κηρύχθηκε σε πτώχευση με ημερομηνία παύσης των πληρωμών την 9.2.2000, ενώ ο εγκαλών Α. Κ., δικηγόρος Αθηνών, διορίστηκε προσωρινός και στη συνέχεια οριστικός σύνδικος της εν λόγω πτώχευσης, με τις υπ' αριθμ. 604/2001 και 1260/2001 αποφάσεις του παραπάνω δικαστηρίου αντίστοιχα. Δυνάμει της από 24.5.1984 σύμβασης αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ της προαναφερομένης εταιρείας και του κατηγορουμένου Β. Ι. Κ., κατοίκου ..., η οποία ανανεώθηκε με την από 13.6.1994 όμοια που δεν τροποποίησε την ανωτέρω κατά τα ουσιώδη σημεία της, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση της πώλησης στην περιοχή της Κέρκυρας εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων αθηναϊκού τύπου, τα οποία διακινούσε το ως άνω Πρακτορείο, έναντι αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 20% μείον ΦΠΑ, επί των εκάστοτε αναγραφομένων επί των πωλουμένων εντύπων τιμών. Στην αμοιβή αυτή περιλαμβάνονταν και όλα τα έξοδα του κατηγορουμένου για την εκτέλεση της σύμβασης, δηλαδή τα γενικά του έξοδα, τα έξοδα διαφήμισης και προώθησης των εντύπων, τα έξοδα της επιστροφής των αδιάθετων εντύπων στην Αθήνα, η αμοιβή και οι ασφαλιστικές εισφορές των εφημεριδοπωλών και περιπτερούχων και γενικά κάθε άλλη δαπάνη. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής (9ος και 4ος όρος), ο εγκαλούμενος εισέπραττε τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στην αξία των πωληθέντων από αυτών εντύπων για λογαριασμό της ανωτέρω αντισυμβαλλομένης εταιρείας Π.Ε.Α.Τ. ΑΕ, ακολούθως δε στο τέλος κάθε δεκαημέρου, όφειλε να εμβάζει ή να παραδίδει στο ταμείο αυτής την αξία των πωληθέντων κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα εντύπων, όπως αυτή διαμορφωνόταν μετά την παρακράτηση της αμοιβής του. Ακόμη μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα όφειλε να αποστέλλει στην Π.Ε.Α.Τ. ΑΕ όλα τα έντυπα που τυχόν έμειναν αδιάθετα κατά τον αμέσως προηγούμενο μήνα, συνοδεύοντας υποχρεωτικά αυτά με κατάσταση στην οποία θα αναγράφονταν τα κατά το μήνα εκείνον παραληφθέντα, πωληθέντα και επιστρεφόμενα έντυπα (7ος όρος της σύμβασης). Η αντισυμβαλλόμενη από την άλλη υποχρεούτο στο τέλος κάθε μήνα να αποστείλει στον κατηγορούμενο εκκαθάριση του μεταξύ τους λογαριασμού για τον προηγούμενο μήνα, την οποία ο τελευταίος είχε το δικαίωμα να αμφισβητήσει εγγράφως μέσα σε οκτώ ημέρες το πολύ. Επίσης με άλλο συμβατικό όρο, ο κατηγορούμενος δεν επιτρεπόταν να συνάψει άλλη σύμβαση με άλλο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, ανταγωνιστική στο σκοπό της επίδικης σύμβασης, να ασκήσει την ίδια επιχείρηση είτε ατομικά είτε με συμμετοχή του σε εταιρεία, καθώς και να μεταφέρει το κατάστημα του σε άλλη θέση, χωρίς την έγγραφη συναίνεση της Π.Ε.Α.Τ. ΑΕ. Στις 31.12.1999 η εγκαλούσα εταιρεία ασκώντας συμβατικό δικαίωμα έκλεισε τον μεταξύ αυτής και του εγκαλουμένου λογαριασμό, ο οποίος εμφάνιζε χρεωστικό σε βάρος του τελευταίου υπόλοιπο ανερχόμενο σε 48.353.408 δρχ, ή 141.902,88 ευρώ και η σχετική εκκαθάριση των μηνών Ιανουαρίου 1999 έως και το Δεκέμβριο του ίδιου έτους αποστάλθηκε σ' αυτόν, ο οποίος ενώ όφειλε να ελέγξει την εκκαθάριση εντός 8 ημερών και να διατυπώσει εγγράφως τις τυχόν αντιρρήσεις του, δεν έπραξε κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι έχει αναγνωρίσει σιωπηρώς το χρέος του. Περαιτέρω, η αυτή εταιρεία με την από 31.3.2000 εξώδικη πρόσκληση κάλεσε τον κατηγορούμενο να της αποδώσει το παραπάνω χρηματικό ποσό που για λογαριασμό της εισέπραξε τάσσοντας του προθεσμία μέχρι την 10.4.2000, πλην, ο τελευταίος εκώφευσε, για τον οποίο λόγο και υπέβαλλε εναντίον του την παρούσα μήνυση για διακεκριμένη υπεξαίρεση. Στην ανακριτική του απολογία ο κατηγορούμενος διατείνεται, ότι δεν στοιχειοθετείται το παραπάνω ποινικό αδίκημα σε βάρος του, γιατί λείπει ο ουσιώδης όρος της ιδιότητας του κινητού πράγματος ως ξένου, αφού το χρηματικό ποσό που αναφέρεται, καταβλήθηκε σ' αυτόν δυνάμει αλληλόχρεου λογαριασμού, και κατά συνέπεια του μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα, βάσει νομίμου δικαιολογητικού λόγου. Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός του, τον οποίο εσφαλμένα υιοθέτησε και το εκκαλούμενο βούλευμα, δεν ευσταθεί νομικά, καθόσον, απλή και μόνον ανάγνωση των προαναφερομένων συμβατικών του δεσμεύσεων και κυρίως εκείνων όπου ρητά αναγράφεται, ότι η πώληση των εντύπων γίνεται για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας και, περαιτέρω, η απόδοση στο ταμείο της του εισπραχθέντος τιμήματος λαμβάνει χώρα εντός τακτών χρονικών διαστημάτων, και δη μετά πάροδο εκάστου δεκαήμερου ύστερα από αφαίρεση της αμοιβής του, καταδεικνύουν, ότι ο τελευταίος ενεργούσε ως εντολοδόχος αυτής και επομένως διέπραξε υπεξαίρεση διακεκριμένη (άρ. 375 παρ.2 εδ. α, β ΠΚ), από τη στιγμή που μετά την όχληση του (10.4.2000) εξωτερίκευσε τη βούληση να μην αποδώσει στην εντολέα του, το, με βάση τις τότε συνθήκες αγοράς, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 48.353.408 δρχ, ή 141.902,88 ευρώ που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, αλλά να το ενσωματώσει στην περιουσία του, υπό την επιβαρυντική μάλιστα περίπτωση του εδαφίου β του αρ. 375παρ.2 ΠΚ, δοθέντος, ότι το συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ (ΑΠ 1110/2008, ΠΧ ΝΘ.358, ΑΠ 1208/2008, ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝ 479597). Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός του λογαριασμού στην ένδικη σύμβαση ως "αλληλόχρεου" δεν είναι αρκετός για να προσδώσει σ' αυτόν την έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού κατά την έννοια του νόμου, δεδομένου, ότι πρέπει να υφίσταται η δυνατότητα της δημιουργίας από το κάθε μέρος απαιτήσεων και οφειλών. Δηλαδή οι απαιτήσεις και οι οφειλές πρέπει να προκύπτουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην καθορίζουν από την αρχή ποιο από τα μέρη της σύμβασης αυτής θα είναι οφειλέτης ή πιστωτής του άλλου, όταν θα γίνει η τελική εκκαθάριση των δοσοληψιών. Έτσι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού όταν σύμφωνα με τη φύση της ο ένας καθίσταται μόνο πιστωτής και ποτέ οφειλέτης και ο άλλος μόνον οφειλέτης και ποτέ πιστωτής (ΑΠ 1/2002, ΔΕΕ 2002.608, ΑΠ 558/1981, ΕΕμπΔ ΛΓ.377), όπως στην προκειμένη περίπτωση, που ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να καταστεί ποτέ πιστωτής, ως ευθέως εξάγεται και από τις επιμέρους μηνιαίες εκκαθαρίσεις άλλοτε άλλων χρηματικών ποσών προς την εταιρεία που πάντοτε εμφαίνεται ως οφειλέτης, οι οποίες, παρότι καταχωρούνται αναλυτικά και στο εκκαλούμενο, ωστόσο κατά το σχηματισμό της κρίσης του, δεν φαίνεται να αξιολογούνται δεόντως. Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις περί της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ιδιότητας του εντολοδόχου, εσφαλμένη ωσαύτως τυγχάνει και η δεύτερη παραδοχή του εκκαλουμένου βουλεύματος, ότι τα χρήματα από τις πωλήσεις των εντύπων αποκτούσε κατά κυριότητα ο κατηγορούμενος ως έμμεσος αντιπρόσωπος με βάση τη μεταξύ τους σχέση της εμπορικής παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας (ΑΚ 1034), καθότι, τέτοιο είδος συμβάσεως, ουδόλως εξάγεται από τα στοιχεία της υπογραφείσας συμφωνίας, η δε επίκληση της μνημονευόμενης μη τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπ' αριθμ. 2865/2008 σύμφωνα με την οποία αναγνωρίστηκε ως άνω η φύση της μεταξύ τους σχέσης, δεν μπορεί να αναιρέσει την ως άνω παραδοχή, τόσο μάλλον, καθόσον, υφίσταται πλειάδα άλλων δικαστικών αποφάσεων επί του αυτού μάλιστα θέματος που συμπορεύονται απόλυτα με την τελευταία (ενδεικτικά 64/2008, 3017/2008, 183/2009, 1453/2009 βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ροδόπης του πρώτου και Αθηνών των λοιπών, συνημμένα). Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται φανερό, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής (αρ. 309 παρ. 1ε, 313 ΚΠΔ) σε βάρος του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σ' αυτόν έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ που του είχαν εμπιστευθεί υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου, και το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,14, 18, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 375 παρ.1, και 2 α και β ΠΚ) και πρέπει αυτός να παραπεμφθεί για να δικαστεί ενώπιον του αρμοδίου καθύλη και κατά τόπο ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1ε, 8 παρ. 1γ, 111, 119, 122, 309 παρ 1ε, 317, 318 ΚΠΔ". Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 29.1.1020 [βλ. το από 29.1.2010 αποδεικτικό του Επιμελητή Δικαστηρίων ... προς τον αντίκλητο του κατηγορουμένου]. Η φερομένη επίδοση στον ίδιο τον κατηγορούμενο επίδοση της 22-2-2010 αναφέρει ότι επεδόθη άσχετο βούλευμα [=51/09] του συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Κατ' αυτού δε άσκησε ο ανωτέρω κατηγορούμενος στις 8.2.2010 ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Κερκύρας την υπ' αριθμ. 1/2010 αίτηση αναίρεσης δια πληρεξουσίου και δη της δικηγόρου Αθανασίας Βρυώνη δυνάμει της από 5-2-2010 εξουσιοδότησής του. Συγκεκριμένα, στην έκθεση αναιρέσεως αναφέρεται ότι "εμφανίστηκε η Αθανασία Βρυώνη ... η οποία ενεργεί ως πληρεξουσία δικηγόρος και αντίκλητος του Β. Κ. ... και δήλωσε ότι ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό και ως πληρεξουσία και αντίκλητος του κατηγορουμένου δυνάμει της από 5-2-2010 εξουσιοδοτήσεως αναιρεσιβάλλει ενώπιον του Αρείου Πάγου το με αριθμό 6/18.1.2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας ... για τους παρακάτω νόμιμους, βάσιμους και αληθινούς λόγους ...". Η αναφερόμενη από 5-2-2010 εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου αναφέρει ότι "ο κάτωθι υπογράφων ... με την παρούσα μου δηλώνω ότι διορίζω αντίκλητό μου στην Κέρκυρα την δικηγόρο Κέρκυρας Αθανασία Βρυώνη ... καθώς επίσης με την παρούσα εξουσιοδοτώ την δικηγόρο Κερκύρας Αθανασία Βρυώνη ... όπως αντ' εμού και για λογαριασμό μου μεταβεί εις την Γραμματεία του Εφετείου Κερκύρας και καταθέσει την από 8 Φεβρουαρίου έτους 2009 αίτηση αναίρεσής μου κατά του με αριθμό 6/18-1-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, να υπογράψει την σχετική έκθεση εγχείρισης και κάθε σχετικό έγγραφο και γενικώς να πράξει ότι απαιτείται προς εκτέλεση και περαίωση της άνω εντολής". Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αναίρεση έχει ασκηθεί από πρόσωπο που δεν δικαιούται σε άσκηση αυτής -αφού δεν είναι ούτε κατηγορούμενος ούτε έχει νομική εξουσιοδότηση από τον κατηγορούμενο για άσκηση αυτής. Συγκεκριμένα, ενώ στην άνω εξουσιοδότηση παρέχεται αυτή " όπως αντ' εμού και για λογαριασμό μου ... καταθέσει την από 8 Φεβρουαρίου έτους 2009 αίτηση αναίρεσης ... και υπογράψει τη σχετική έκθεση εγχείρισης", πράγμα που προϋποθέτει ήδη έτοιμη αίτηση αναίρεσης και δη την από 8 Φεβρουαρίου 2009 του εξουσιοδοτούντος, η άνω εμφανίστηκε στον γραμματέα και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση, ήτοι χωρίς να έχει τέτοια εξουσιοδότηση, και χωρίς να προσκομίσει την από 8 Φεβρουαρίου 2009 αναίρεση του εξουσιοδοτούντος κατηγορουμένου. Πρόκειται δηλ. για διαφορετικά πράγματα. Η σύγχυση επιτείνεται δεδομένου ότι γίνεται αναφορά στην από 8 Φεβρουαρίου 2009 αναίρεση κατά του 6/18.1.2010 βουλεύματος, δηλ. μεταγενεστέρου της 8.2.2009. Με άλλες λέξεις στην άνω εξουσιοδότηση δεν δίνεται και δη σαφής εντολή για άσκηση αναίρεσης. Έτσι, ενόψει της διάταξης του άρθρου 465 παρ. 1 και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη. Επικουρικά:
ΙΙ) Στην άνω έκθεση αναίρεσης προβάλλονται οι εξής λόγοι αναίρεσης: α) υπέρβαση εξουσίας διότι η έφεση ήταν απαράδεκτη αφού ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ασκήσεώς της και δη ότι η αξίωση λόγω ηθικής βλάβης ανήκε στην ΑΕ και όχι στον σύνδικο, β) εσφαλμένη ερμηνεία -εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 375 ΠΚ και δη δεν δέχεται αλληλόχρεο λογαριασμό κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. γ) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη ότι έλαβε υπόψη μια εξώδικη έγγραφη όχληση της εγκαλούσας "ΠΕΑΤ Α.Ε." - που γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο την 31-3-2000 της οποίας δεν έγινε επίκληση από την εγκαλούσα εταιρία, ούτε προσκομίσθηκε. Επομένως πρόκειται για ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο. Επειδή το έγκλημα της υπεξαίρεσης τελεί και ο εντολοδόχος που ιδιοποιήθηκε ό,τι περιήλθε στην κατοχή του συνεπεία της εντολής [βλ. άρθρο 719 ΑΚ και ΑΠ 1425/2007, ΑΠ 1425/2002, ΑΠ 1708/2003, ΑΠ 891/2004 κ.α.], εάν δε το ιδιοποιηθέν ποσό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ τελεί υπεξαίρεση, σε βαθμό κακουργήματος - παρ. 1 εδ. τελ, παρ. 2 εδ. τελ. του άρθρου 375 ΠΚ. Χρόνος τελέσεως είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος [βλ. ΑΠ 230/2008 κ.α.]. Επειδή, ενόψει της φύσεως του Αρείου Πάγου ως ακυρωτικού δικαστηρίου, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης η [φερομένη] εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων [και μαρτύρων], η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης εγγράφων κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ουσιαστική κρίση του συμβουλίου [βλ. ΑΠ 567/2006, ΑΠ 276/2007, ΑΠ 1668/2007 κ.α.]. Επομένως δεν ελέγχεται αναιρετικά εάν όντως τα δεκτά γενόμενα δεν προκύπτουν από τα αποδεικτικά μέσα, ή προκύπτουν τα αντίθετα [βλ. ΑΠ 1542/2006, ΑΠ 380/2006, ΑΠ 1842/2008, πρβλ ΑΠ 33/89 κ.α.]
Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ' έκαστον, ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται προς άλληλα ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου τούτων [βλ. ΑΠ 680/2009 κ.α.]. Ενόψει των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος είναι απαράδεκτος, αφού το συμβούλιο δεν δέχεται ότι συντρέχει αλληλόχρεος λογαριασμός και συνεπώς δεν ελέγχεται η σχετική κρίση του. Επίσης ο τρίτος λόγος είναι απαράδεκτος αφού το συμβούλιο δεν δέχεται ότι υπάρχει το συγκεκριμένο αναφερόμενο έγγραφο. Άλλωστε η κρίσιμη περικοπή ρητά προκύπτει και από αυτή ταύτη την ανακριτική απολογία του αναιρεσείοντος - βλ. και καταθέσεις Α., Γ.. Σε σχέση με τον πρώτο λόγο κατ' αρχήν ο λόγος είναι απαράδεκτος διότι δεν στρέφεται κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος, αφού, τούτο δεν ερεύνησε το τυπικά δεκτό της έφεσης αλλά τούτο είχε ερευνηθεί και γίνει δεκτόν με το προηγηθέν υπ' αριθμ. 47/2009 βούλευμα του αυτού συμβουλίου, το οποίο και δεν συν-προσβλήθηκε με την αίτηση αναίρεσης, δεδομένου ότι επί βουλευμάτων δεν ισχύει το άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠΔ - που ισχύει επί αποφάσεως - αλλά δέον να συν-προσβάλλονται και τα προπαρασκευαστικά βουλεύματα. Άλλωστε το προσβαλλόμενο βούλευμα δεσμευόταν από το προηγηθέν 47/2009 βούλευμα του αυτού συμβουλίου κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 502 παρ. 6 ΚΠΔ, όπως δέχθηκε η Ολομέλεια Αρείου Πάγου [βλ. ΑΠ 1/2010 Ολ., Ποιν.Δ. 2010 σελ. 148]. Σε σχέση με τον λόγον αυτόν, επικουρικά θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Επειδή από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά σαφώς προκύπτει ότι το έγκλημα για το οποίο το πρωτόδικο [=95/2009] βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κων Κερκύρας απεφήνατο να μη γίνει κατηγορία φέρεται ότι στρέφεται κατά της εταιρείας "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΑΕ " με χρόνο τέλεσης 10-4-2000 αλλά για χρονική περίοδο Ιανουαρίου - Δεκεμβρίου 1999, Η άνω εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ' αριθμ. 275/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με χρόνο παύσεως των πληρωμών την 9.2.2000 [και οριστικό σύνδικο τον εγκαλούντα]. Επομένως ναι μεν ο χρόνος τέλεσης είναι μετά την πτώχευση, πλην όμως πρόκειται στην ουσία για απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία. Έτσι η υπό κρίση αξιόποινη πράξη στρέφεται κατά της παραπάνω ΑΕ, η οποία τελεί υπό πτώχευση κατά τον χρόνο τέλεσης [και εξακολουθεί να υπάρχει υπό πτώχευση]. Όπως είναι γνωστόν από της δημοσιεύσεως στο ακροατήριο της απόφασης για την κήρυξη της πτώχευσης ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης-διαχείρισης και διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας, την οποία αναλαμβάνει ο σύνδικος -άρθρα 17 παρ. 1, 4 και 16 παρ. 1, 5 πτωχευτικού Κώδικα = άρθρο 2 παρ. 1 α.ν. 635/37 βλ. και ΑΠ 1781/2001 ΕΕμπΔ 2003 σελ. 147, ΑΠ 1503/94 ΕΕμπΔ 1995 σελ. 304, ΑΠ 1458/2001 ΕΕμπΔ 2003 σελ. 145, ΑΠ 1/2006 ΕΕμπΔ 2006 σελ. 436, Σπυριδάκη - Πτωχευτικό (2008) σελ. 142 επ -. Η πτωχευτική περιουσία δεν περιέρχεται στην ομάδα των πιστωτών καθ'εαυτή από την δημοσίευση της απόφασης περί κηρύξεως της πτωχεύσεως αλλά εξακολουθεί να ανήκει στον πτωχεύσαντα οφειλέτη. Τα καθήκοντα του συνδίκου καθορίζονται από το βασικό σκοπό της πτώχευσης που έγκειται στην ισότιμη και την κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών, η δε ενεργητική και παθητική του νομιμοποίηση φέρει τη μορφή του μη δικαιούχου ή μη υποχρέου διαδίκου - βλ. ΑΠ 42/2005 - β τακτική ολομέλεια - ΕλΔνη 2005 σελ. 1054. Ο σύνδικος δεν εκπροσωπεί κανέναν αλλά ασκεί ιδίω ονόματι, δυνάμει της εξουσίας που απονέμει ο νόμος, δραστηριότητα επί ξένης περιουσίας, υφισταμένης απλώς οργανικής εκπροσώπησης της πτώχευσης αφηρημένως και αορίστως [βλ. Ρόκα - πτωχευτικό (1978) 106 με παραπομπές στη σημ. 22 Τσιριτσάνη - Ρόκα ΝοΒ 26.650-1, Κοτσίρη - πτωχευτικό (2008) 449, Ψυχομάνη- πτωχευτικό (2007) σελ. 233 -] - άρθρα 80 παρ. 1 εδ. β, 3, 108 πτωχευτικού κώδικα. Ο ίδιος συνεπώς νομιμοποιείται ενεργητικά στη διεξαγωγή δίκης, οποιασδήποτε, που αφορά την πτωχευτική περιουσία, στο όνομα του διεξάγει τις δίκες αυτές, νομιμοποιούμενος προς τούτο "ως μη δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος" - όπως ελέχθη [βλ. και Ψυχομάνη ο.π. σελ. 109, Ρόκας ο.π. σελ. 134, ΑΠ 177/98 Ελ Δνη 1998. 854 κ.α.] Έτσι το λειτούργημα του συνδίκου είναι προσωποπαγές και δεν μπορεί ο σύνδικος να εκπροσωπηθεί από άλλον ή να αναθέσει την άσκηση του λειτουργήματός του σε άλλον -πρβλ. 465 παρ. 2 ΚΠΔ και Μαργαρίτη - ένδικα μέσα (2005) σελ. 153, Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ. 137, Ζησιάδης, ποινική τομ γ σελ. 124 -. Εξ άλλου η ομάδα των πιστωτών δεν αποτελεί "νομική προσωπικότητα" [βλ. ΑΠ 479/68 ΝοΒ 1969 σελ. 597, Κοτσίρη ο.π. σελ. 273, 276, Ρόκας ο.π. σελ. 144, Ψυχομάνη ο.π. σελ. 124, Σπυριδάκη ο.π. σελ. 181]. Επομένως δεν μπορεί να υποστεί και ηθική βλάβη ως τέτοια ούτε και από πράξεις που τελέσθησαν πριν από τη συγκρότησή της, από δε την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση οι πτωχευτικοί πιστωτές δεν μπορούν να ασκήσουν ή συνεχίσουν κατά του οφειλέτη πτωχεύσαντος τα ατομικά καταδιωκτικά τους δικαιώματα, σε σχέση με πτωχευτικές απαιτήσεις - βλ. άρθρο 25 πτωχευτικού κώδικα [βλ. και ΑΠ 808/90 ΕΕμπΔ 1991 σελ. 713]. Όπως, είναι γνωστόν η εταιρία [ναι μεν διαλύεται αλλά] διατηρεί τη νομική προσωπικότητά της κατά τη διάρκεια της πτώχευσης. Όταν το έγκλημα στρέφεται κατά νομικού προσώπου ηθική βλάβη δικαιούται τούτο, επομένως μόνη η πτωχεύσασα ΑΕ δύναται να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για την ηθική βλάβη που υπέστη για έγκλημα που τελέστηκε σε βάρος της - βλ. ΑΠ 1998/2003 Π.Χρ.ΝΔ 741, ΑΠ 338/94, ΠΧρ ΜΔ.392 ΑΠ 21/93 ΠΧρ ΜΓ.148= Υπεράσπιση 1993 σελ. 568 με σύμφωνες παρατηρήσεις Μαργαρίτη και όχι ο σύνδικος [ή πιστωτής], η δε εταιρεία παρίσταται όπως προβλέπει ο νόμος. Να σημειωθεί εδώ ότι η άνω άποψη είχε γίνει δεκτή και παλαιότερα [βλ. ΑΠ 273/54 ΠΧρ Δ.479, ΑΠ 297/73 ΠΧρ ΚΓ.522]. Έτερο είναι το ζήτημα ποιος έχει δικαίωμα παράστασης πολιτικής κατά του πτωχεύσαντος για έγκλημα που τελέστηκε από αυτόν περί ου -βλ. το άρθρο 177 παρ. 1 πτωχευτικού κώδικα-. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει εδώ νόμιμη παράσταση πολιτικής αγωγής λόγω ηθικής βλάβης αφενός μεν και αφετέρου υπάρχει άσκηση εφέσεως από μη δικαιούμενο πρόσωπο. Έτσι όντως υπάρχει υπέρβαση εξουσίας - και συνεπώς είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 1/2020 αίτηση αναίρεσης του Β. Κ. κατά του υπ' αριθμ. 6/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού. Αθήνα 12-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τη με αριθμό 1/8-2-2010 έκθεση αιτήσεως αναιρέσεως του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Κέρκυρας, στις 08.02.2010 εμφανίστηκε στον άνω Γραμματέα η Αθανασία Βρυώνη, Δικηγόρος Κέρκυρας και δήλωσε ότι ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό και ως πληρεξούσια και αντίκλητος του κατηγορουμένου (Β. Κ. του Ι.), δυνάμει της από 05.02.2010 εξουσιοδοτήσεως, αναιρεσιβάλλει ενώπιον του Αρείου Πάγου το με αριθμό 6/18-1-2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας ... για τους παρακάτω βάσιμους και αληθινούς λόγους. Όπως προκύπτει από την επισυναφθείσα στην άνω αίτηση αναιρέσεως, από 05-02-2010 εξουσιοδότηση-δήλωση, σε αυτή αναφέρεται ότι: "ο υπογράφων, Β. Κ. του Ι. (κατηγορούμενος) ... δηλώνει ότι διορίζει αντίκλητό του στην Κέρκυρα τη δικηγόρο Κέρκυρας Αθανασία Βρυώνη ... καθώς επίσης με την παρούσα εξουσιοδοτεί τη δικηγόρο Κέρκυρας Αθανασία Βρυώνη ... όπως αντ' εμού και για λογαριασμό μου μεταβεί εις τη Γραμματεία του Εφετείου Κέρκυρας και καταθέσει την από 8 Φεβρουαρίου έτους 2009 αίτηση αναίρεσής μου κατά του με αριθμό 6/18-01-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Κέρκυρα 05.02.2010. Ο εξουσιοδοτών" Από το κείμενο της παραπάνω εξουσιοδοτήσεως, προκύπτει ότι από προφανή παραδρομή έχει αναγραφεί "... και καταθέσει την από 8 Φεβρουαρίου έτους 2009 αίτηση αναίρεσής μου κατά του με αριθμό 6/18-1-2010 βουλεύματος ...", αντί του ορθού ν' ασκήσει την από 8 Φεβρουαρίου έτους 2010 αίτηση αναίρεσής μου ..." όπως άλλωστε προκύπτει η ημεροχρονολογία αυτή επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αφού είναι αδύνατη λογικά η σύνταξη αναίρεσης κατά βουλεύματος πριν αυτό εκδοθεί. Επομένως, η εν λόγω αίτηση, έχει ασκηθεί νομότυπα και παραδεκτά, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 465 παρ.1 και 476 παρ.1 ΚΠΔ και εμπρόθεσμα. Πρέπει να σημειωθεί εξ' άλλου ότι η κρινόμενη αναίρεση, όπως ορθά εκτιμάται το δικόγραφο αυτής στρέφεται όχι μόνο κατά του υπ' αριθμ. 6/18-1-2010 οριστικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, το οποίο παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας για να δικασθεί ως υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαίρεσης, αλλά και κατά του έστω και μη ρητά μνημονευομένου υπ' αριθμ. 45/2009 προδικαστικού βουλεύματος το οποίο έκανε τυπικά δεκτή την από 3/7/2009 έφεση του Γ. Π., ορισμένου συνδίκου της πτωχεύσασας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε." (Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε.), αφού τόσο από τα στην αρχή της αίτησης αναίρεσης, όσο και με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης διαλαμβανόμενα το σφάλμα που αποδίδεται σ' αυτό (οριστικό βούλευμα) είναι ότι δεν ανακάλεσε το προηγούμενο βούλευμα του το οποίο έκανε δεκτή έφεση του από μέρους του πολιτικώς ενάγοντος συνδίκου της ως άνω πτωχεύσασας εταιρίας και εξαφάνισε το πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Κέρκυρας, το οποίο είχε αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ώστε αντίθετη εκδοχή θα καθιστούσε την απαίτηση ν' αναγράφεται ρητά στην αίτηση αναίρεσης ως προσβαλλόμενο το προηγούμενο, προπαρασκευαστικό βούλευμα του τυπολατρική και αντίθετη με την διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Η κρίση αυτή του Συμβουλίου τούτου δεν αντιστρατεύεται στην άποψη που εξέφρασε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), αφού η τελευταία αντιμετώπισε περίπτωση βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών που είχε προηγουμένως αναιρεθεί από βούλευμα του Αρείου Πάγου, δεκτής γενομένης αιτήσεως αναίρεσης με την οποία όμως δεν είχε προβληθεί λόγος υπέρβασης εξουσίας από μη νομιμοποιούμενο προς άσκηση της εκκαλέσαντα το πρωτοβάθμιο βούλευμα.
Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Συμβουλίου από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68 και 84 του ΚΠΔ, 914 και 932 ΑΚ και 64 παρ.2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκείνος που υπέστη από την εγκληματική σε βάρος του πράξη άμεσο ζημία για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης νομιμοποιείται να παραστεί κατά του υπαιτίου ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων και να ενασκήσει τις αξιώσεις του. Ηθική βλάβη μπορεί να υποστεί και το νομικό πρόσωπο από τον αντίκτυπο που έχει στην πίστη, το κύρος και τη φήμη του η άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος αυτού, στην δήλωση του εκπροσώπου του οποίου, όταν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Περαιτέρω, κατά το άρ.63 ΚΠΔ η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα καθώς και για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνεται και η πτωχεύσασα ανώνυμη εταιρεία, η οποία μπορεί να παραστεί για την ηθική βλάβη που υπέστη από τα διαπραχθέντα σε βάρος της αδικήματα. Ειδικά δε αν το έγκλημα έχει τελεστεί μετά την πτώχευση, σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, ως πολιτικώς ενάγων νομίμως παρίσταται ο σύνδικος της πτωχεύσεως (Μπενάκη, Η πολιτική αγωγή στην ποινική δίκη, 1982 σελ. 129 επ.), αφού από την κήρυξη της πτώχευσης ο πτωχεύσας δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ή παθητικά στις δίκες που σχετίζονται με την πτωχευτική περιουσία, αλλά εκπροσωπείται από το σύνδικο, που αυτοδίκαια νομιμοποιείται ενεργητικά, παθητικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, επειδή το έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ που του είχαν εμπιστευθεί υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου (άρ. 375 παρ.1, και 2α, β ΠΚ) σε βάρος της πτωχευσάσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε," (ΠΕΑΤ ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...), φέρεται ότι τελέστηκε συμφωνά με το κατηγορητήριο του ανακριτή Κέρκυρας μετά την πτώχευση αυτής που έλαβε χώρα την 9.2.2000, ήτοι στις 10.4.2000, ορθώς παρέστη ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου Β. Ι.Κ., για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για λογαριασμό της πτωχεύσασας εταιρείας ο νομίμως ορισθείς σύνδικος αυτής δικηγόρος Αθηνών Α. Κ.. Επομένως, η υπ' αριθμ. 19/3.7.2009 έφεση του Γ. Π., Δικηγόρου Κέρκυρας, ως πληρεξουσίου του μηνυτή Α. Κ., δικηγόρου και οριστικού συνδίκου της πτωχευσάσης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε" (ΠΕΑΤ ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...) δυνάμει της από 29.7.2009 εξουσιοδοτήσεως, κατά του υπ' αριθμ.95/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, με το οποίο το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Β. Κ. του Ι., για το έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ που του είχαν εμπιστευθεί υπό την ιδιότητα του ως εντολοδόχου (άρ. 375 παρ.1, και 2 α, β ΠΚ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα καθ' υπέρβαση εξουσίας έκρινε και πρέπει να αναιρεθεί γιατί το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε πως ορθώς παρέστη ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου, Β. Ι. Κ., για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για λογαριασμό της πτωχεύσασας εγκαλούσας εταιρίας ο νομίμως ορισθείς σύνδικος αυτής, δικηγόρος Αθηνών, Α. Κ., ενώ όφειλε να κηρύξει την εν λόγω έφεση του οριστικού συνδίκου, ως απαράδεκτη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη γνώμη όμως της Προεδρεύουσας Αιμιλίας Λίτινα όταν δεν συντρέχει περίπτωση νομιμοποίησης του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος ακόμα και αν η πολιτική αγωγή είχε δηλωθεί νομοτύπως και πάλι αυτός δεν δικαιούται να ασκήσει έφεση, είτε τον είχε αποβάλλει το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ως μη νομιμοποιούμενο είτε εσφαλμένως δεν τον είχε αποβάλλει. Περαιτέρω κατά το άρθρο 63 ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνεται και η πτωχεύσασα ανώνυμη εταιρεία, η οποία μπορεί να παραστεί για τη ηθική βλάβη που υπέστη από τα διαπραχθέντα σε βάρος της αδικήματα με το νόμιμο εκπρόσωπο της (τελευταίος της Πρόεδρος του ΔΣ), ενόψει του ότι η απαίτησή της αυτή δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από τα άρ.684 και 694 του Εμπορικού Νόμου πολιτικές απαιτήσεις, για τις οποίες κατά τα άρ.533 και 534 του ίδιου νόμου (που ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο), νομιμοποιείται μόνον ο σύνδικος αυτής. Κατά συνέπεια η ασκηθείσα από τον οριστικό σύνδικο της πτωχεύσασας εταιρείας από 3/7/2009 έφεση κατά του υπ' αριθμ. 95/2009 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Κέρκυρας ως ασκηθείσα από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ήταν απαράδεκτη και στο Συμβούλιο Πλημ/κών Κέρκυρας που έκρινε αυτή παραδεκτή και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης υπερέβη την εξουσία του και έπρεπε κατά την μειοψηφούσα γνώμη να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ως άνω έφεση.
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 375 ΠΚ "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ) όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ, 3α' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β' του Ν. 2721/1999. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ, για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία μπορεί να έχει είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η πραγματική (de facto) άσκηση αυτής. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του αυτής. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και γιο τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρ. 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999). Όταν το έγκλημα της υπεξαίρεσης έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαιτείται ο προσδιορισμός της αξίας αυτού, διότι τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, επί συνδρομής της οποίας προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή. Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (ειδικότερα δε, από τα συλλεγέντα στοιχεία της κυρίας ανακρίσεως και συγκεκριμένα, από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και το συνοδεύον αυτήν υπόμνημά του) δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 275/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε."(ΠΕΑΤ ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...), κηρύχθηκε σε πτώχευση με ημερομηνία παύσης των πληρωμών την 9.2.2000, ενώ ο εγκαλών Α. Κ., δικηγόρος Αθηνών, διορίστηκε προσωρινός και στη συνέχεια οριστικός σύνδικος της εν λόγω πτώχευσης, με τις υπ' αριθμ. 604/2001 και 1260/2001 αποφάσεις του παραπάνω δικαστηρίου αντίστοιχα. Δυνάμει της από 24.5.1984 σύμβασης αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ της προαναφερομένης εταιρείας και του κατηγορουμένου Β. Ι. Κ., κατοίκου ..., η οποία ανανεώθηκε με την από 13.6.1994 όμοια που δεν τροποποίησε την ανωτέρω κατά τα ουσιώδη σημεία της, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση της πώλησης στην περιοχή της Κέρκυρας εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων αθηναϊκού τύπου, τα οποία διακινούσε το ως άνω Πρακτορείο, έναντι αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 20% μείον ΦΠΑ, επί των εκάστοτε αναγραφομένων επί των πωλουμένων εντύπων τιμών. Στην αμοιβή αυτή περιλαμβάνονταν και όλα τα έξοδα του κατηγορουμένου για την εκτέλεση της σύμβασης, δηλαδή τα γενικά του έξοδα, τα έξοδα διαφήμισης και προώθησης των εντύπων, τα έξοδα της επιστροφής των αδιάθετων εντύπων στην Αθήνα, η αμοιβή και οι ασφαλιστικές εισφορές των εφημεριδοπωλών και περιπτερούχων και γενικά κάθε άλλη δαπάνη. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής (9ος και 4ος όρος), ο εγκαλούμενος εισέπραττε τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στην αξία των πωληθέντων από αυτών εντύπων για λογαριασμό της ανωτέρω αντισυμβαλλομένης εταιρείας Π.Ε.Α.Τ. ΑΕ, ακολούθως δε στο τέλος κάθε δεκαημέρου, όφειλε να εμβάζει ή να παραδίδει στο ταμείο αυτής την αξία των πωληθέντων κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα εντύπων, όπως αυτή διαμορφωνόταν μετά την παρακράτηση της αμοιβής του. Ακόμη μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα όφειλε να αποστέλλει στην Π.Ε.Α.Τ, ΑΕ όλα τα έντυπα που τυχόν έμειναν αδιάθετα κατά τον αμέσως προηγούμενο μήνα, συνοδεύοντας υποχρεωτικά αυτά με κατάσταση στην οποία θα αναγράφονταν τα κατά το μήνα εκείνον παραληφθέντα, πωληθέντα και επιστρεφόμενα έντυπα (7ος όρος της σύμβασης). Η αντισυμβαλλόμενη από την άλλη υποχρεούτο στο τέλος κάθε μήνα να αποστείλει στον κατηγορούμενο εκκαθάριση του μεταξύ τους λογαριασμού για τον προηγούμενο μήνα, την οποία ο τελευταίος είχε το δικαίωμα να αμφισβητήσει εγγράφως μέσα σε οκτώ ημέρες το πολύ. Επίσης με άλλο συμβατικό όρο, ο κατηγορούμενος δεν επιτρεπόταν να συνάψει άλλη σύμβαση με άλλο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, ανταγωνιστική στο σκοπό της επίδικης σύμβασης, να ασκήσει την ίδια επιχείρηση είτε ατομικά είτε με συμμετοχή του σε εταιρεία, καθώς και να μεταφέρει το κατάστημά του σε άλλη θέση, χωρίς την έγγραφη συναίνεση της Π.Ε.Α.Τ. ΑΕ. Στις 31.12.1999 η εγκαλούσα εταιρεία ασκώντας συμβατικό δικαίωμα έκλεισε τον μεταξύ αυτής και του εγκαλουμένου λογαριασμό, ο οποίος εμφάνιζε χρεωστικό σε βάρος του τελευταίου υπόλοιπο ανερχόμενο σε 48.353.408 δρχ, ή 141.902,88 ευρώ και η σχετική εκκαθάριση των μηνών Ιανουαρίου 1999 έως και το Δεκέμβριο του ίδιου έτους αποστάλθηκε σ' αυτόν, ο οποίος ενώ όφειλε να ελέγξει την εκκαθάριση εντός 8 ημερών και να διατυπώσει εγγράφως τις τυχόν αντιρρήσεις του, δεν έπραξε κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι έχει αναγνωρίσει σιωπηρώς το χρέος του. Περαιτέρω, η αυτή εταιρεία με την από 31.3.2000 εξώδικη πρόσκλησή κάλεσε τον κατηγορούμενο να της αποδώσει το παραπάνω χρηματικό ποσό που για λογαριασμό της εισέπραξε τάσσοντάς του προθεσμία μέχρι την 10.4.2000, πλην, ο τελευταίος εκώφευσε, για τον οποίο λόγο και υπέβαλλε εναντίον του την παρούσα μήνυση για διακεκριμένη υπεξαίρεση. Στην ανακριτική του απολογία ο κατηγορούμενος διατείνεται, ότι δεν στοιχειοθετείται το παραπάνω ποινικό αδίκημα σε βάρος του, γιατί λείπει ο ουσιώδης όρος της ιδιότητας του κινητού πράγματος ως ξένου, αφού το χρηματικό ποσό που αναφέρεται, καταβλήθηκε σ' αυτόν δυνάμει αλληλόχρεου λογαριασμού, και κατά συνέπεια του μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα, βάσει νομίμου δικαιολογητικού λόγου. Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός του, τον οποίο εσφαλμένα υιοθέτησε και το εκκαλούμενο βούλευμα, δεν ευσταθεί νομικά, καθόσον, απλή και μόνον ανάγνωση των προαναφερομένων συμβατικών του δεσμεύσεων και κυρίως εκείνων όπου ρητά αναγράφεται, ότι η πώληση των εντύπων γίνεται για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας και, περαιτέρω, η απόδοση στο ταμείο της του εισπραχθέντος τιμήματος λαμβάνει χώρα εντός τακτών χρονικών διαστημάτων, και δη μετά πάροδο εκάστου δεκαήμερου ύστερα από αφαίρεση της αμοιβής του, καταδεικνύουν, ότι ο τελευταίος ενεργούσε ως εντολοδόχος αυτής και επομένως διέπραξε υπεξαίρεση διακεκριμένη (άρ. 375 παρ.2 εδ. α, β ΠΚ), από τη στιγμή που μετά την όχληση του (10.4.2000) εξωτερίκευσε τη βούληση να μην αποδώσει στην εντολέα του, το, με βάση τις τότε συνθήκες αγοράς, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 48.353.408 δρχ, ή 141.902,88 ευρώ που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, αλλά να το ενσωματώσει στην περιουσία του, υπό την επιβαρυντική μάλιστα περίπτωση του εδαφίου β του άρ. 375 παρ.2 ΠΚ, δοθέντος, ότι το συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ. (ΑΠ 1110/2008 ΠΧ ΝΘ.358, ΑΠ 1208/2008, ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝ 479597). Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός του λογαριασμού στην ένδικη σύμβαση ως "αλληλόχρεου" δεν είναι αρκετός για να προσδώσει σ' αυτόν την έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού κατά την έννοια του νόμου, δεδομένου, ότι πρέπει να υφίσταται η δυνατότητα της δημιουργίας από το κάθε μέρος απαιτήσεων και οφειλών. Δηλαδή οι απαιτήσεις και οι οφειλές πρέπει να προκύπτουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην καθορίζουν από την αρχή ποιο από τα μέρη της σύμβασης αυτής θα είναι οφειλέτης ή πιστωτής του άλλου, όταν θα γίνει η τελική εκκαθάριση των δοσοληψιών. Έτσι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού όταν σύμφωνα με τη φύση της ο ένας καθίσταται μόνο πιστωτής και ποτέ οφειλέτης και ο άλλος μόνον οφειλέτης και ποτέ πιστωτής (ΑΠ 1/2002 ΔΕΕ 2002.608, ΑΠ 558/1981, ΕΕμπΔ ΛΓ.377), όπως στην προκειμένη περίπτωση, που ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να καταστεί ποτέ πιστωτής, ως ευθέως εξάγεται και από τις επιμέρους μηνιαίες εκκαθαρίσεις άλλοτε άλλων χρηματικών ποσών προς την εταιρεία που πάντοτε εμφαίνεται ως οφειλέτης, οι οποίες, παρότι καταχωρούνται αναλυτικά και στο εκκαλούμενο, ωστόσο κατά το σχηματισμό της κρίσης του, δεν φαίνεται να αξιολογούνται δεόντως. Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις περί της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ιδιότητας του εντολοδόχου, εσφαλμένη ωσαύτως τυγχάνει και η δεύτερη παραδοχή του εκκαλουμένου βουλεύματος, ότι τα χρήματα από τις πωλήσεις των εντύπων αποκτούσε κατά κυριότητα ο κατηγορούμενος ως έμμεσος αντιπρόσωπος με βάση τη μεταξύ τους σχέση της εμπορικής παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας (ΑΚ 1034), καθότι, τέτοιο είδος συμβάσεως, ουδόλως εξάγεται από τα στοιχεία της υπογραφείσας συμφωνίας, η δε επίκληση της μνημονευόμενης μη τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπ' αριθμ. 2865/2008 σύμφωνα με την οποία αναγνωρίστηκε ως άνω η φύση της μεταξύ τους σχέσης, δεν μπορεί να αναιρέσει την ως άνω παραδοχή, τόσο μάλλον, καθόσον, υφίσταται πλειάδα άλλων δικαστικών αποφάσεων επί του αυτού μάλιστα θέματος που συμπορεύονται απόλυτα με την τελευταία (ενδεικτικά 64/2008, 3017/2008, 183/2009, 1453/2009 βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ροδόπης του πρώτου και Αθηνών των λοιπών, συνημμένα). Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη, της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (48.353.408 δραχμών ή 141.202,88 ευρώ), που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α', 27 παρ.1, 375 παρ.2α 1 ΠΚ, ως η παρ.2 αντικ/κε με αρθρ.1 παρ.9 Ν. 2409/1976 και 14 παρ.2 εδ.β' Ν. 2721/1999. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και εξαφανίζοντας εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε τον κατηγορούμενο ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την άνω κακουργηματική αξιόποινη πράξη, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Κέρκυρας για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος και εντολοδόχος της μηνύτριας ήδη πτωχευσάσης ανώνυμης εταιρίας έναντι ανάλογης προμήθειας με σύμβαση υποπρακτόρευσης, είχε αναλάβει την πώληση εντύπων, που διακινούσε η τελευταία, στο Νομό Κέρκυρας και, για την εξυπηρέτηση των άνω συμβληθέντων, τηρείτο μεταξύ τους λογαριασμός, ο οποίος δεν ήταν αλληλόχρεος, διότι δεν έλαβε χώρα μεταξύ τους. Για να καταλήξει δε στη μη ύπαρξη αλληλόχρεου λογαριασμού αναλύει την έννοια του δεχόμενο ότι για την ύπαρξη αλληλόχρεου λογαριασμού και ανεξάρτητα, από τον διδόμενο μεταξύ των μερών χαρακτηρισμό για τη σχέση που συνδέει αυτά, απαιτείται να υπάρχει η δυνατότητα από τις μεταξύ τους συναλλαγές να προκύψουν εκατέρωθεν απαιτήσεις και οφειλές, κατά τρόπο ώστε να μην είναι εκ των προτέρων γνωστό ποιος από αυτούς κατά την τελική εκκαθάριση των δοσοληψιών του, θα είναι οφειλέτης ή πιστωτής του άλλου, από το οποίο συνέπεται ότι δεν υπάρχει τέτοιος λογαριασμός όταν, κατά τη φύση της συμβάσεως ο ένας καθίσταται μόνο πιστωτής και ουδέποτε οφειλέτης, ο δε άλλος μόνο οφειλέτης και ποτέ πιστωτής, δυνάμενος απλά να εξοφλεί τμηματικά το χρέος του, των εκάστοτε καταβολών γενομένων προς αντίστοιχη απαλλαγή από το χρέος, όπως όταν πελάτης εμπόρου αγοράζει με πίστωση διάφορα είδη και καταβάλλει κατά διαστήματα διάφορα ποσά σε μερική εξόφληση της εντεύθεν οφειλής του, οπότε δεν υπάρχει μεταξύ τους σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού αποκλείεται η δυνατότητα να καταστεί ο πωλητής οφειλέτης του αγοραστή, ο δε τελευταίος πιστωτής του πωλητή. Κατά συνέπεια εφόσον ο κατηγορούμενος ήταν οφειλέτης, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό από αυτόν και την εγκαλούσα Α.Ε., ο επίδικος λογαριασμός δεν ήταν αλληλόχρεος και ο χαρακτηρισμός του ως τέτοιου στην επίδικη σύμβαση, χρησιμοποιήθηκε ως μια πλεοναστική διατύπωση κρίσεως, από τη διαπίστωση της υπάρξεως ενός προς εξυπηρέτηση των συμβαλλομένων με σύμβαση υποπρακτόρευσης μεταξύ τους.
Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σ' αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, δεύτερος είναι αβάσιμος και πρέπει ως τέτοιος να απορριφθεί. Τέλος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται κατ' εκτίμηση του δικογράφου το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά τον χρόνο τέλεσης της υπεξαίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος δεδομένου ότι την κρίση του περί του χρόνου που κατά τον οποίο το Εφετείο δέχθηκε ότι οχλήθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αλλά και εκδήλωσε την βούληση του να μην επιστρέψει τα εισπραχθέντα και οφειλόμενα στην πτωχεύσασα εταιρεία χρηματικά ποσά στήριξε επαρκώς στα μνημονευόμενα στο προοίμιο αυτού κατ' είδος αποδεικτικά μέσα. Κατόπιν των ανωτέρω και ενόψει του ότι ο λόγος της υπερβάσεως εξουσίας κρίνεται βάσιμος κατ' ουσίαν, η περί της παραδοχής του, όμως, απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3810/1957, το οποίο διατηρείται σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις (όπως συνάγεται από το άρθρο 111 παρ. 1 περ. θ' του Ν. 1756/1988) σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του Ν. 1756/1988 όπως ισχύει, προκειμένου να αποφανθεί επί του λόγου αυτού, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον περί υπερβάσεως εξουσίας λόγο της από 8/2/2010 αίτησης του Β. Κ. του Ι., περί αναιρέσεως του 6/18-1-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Και
Απορρίπτει τους λοιπούς λόγους της ανωτέρω αιτήσεως κατά του αυτού βουλεύματος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Παραδεκτή άσκηση αναίρεσης και κατά του προδικαστικού βουλεύματος που έκανε τυπικά δεκτή την έφεση και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης με λόγο αναίρεσης την υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου της ουσίας, που έκανε τυπικά δεκτή την άσκηση έφεσης από τον σύνδικο της πτωχεύσασας. Παραδεκτή κατά την πλειοψηφία άσκηση εφέσεως από οριστικό σύνδικο της πτωχεύσασας - εγκαλούσας εταιρίας για λογαριασμό αυτής. Μειοψηφία Προεδρεύουσας Αρεοπαγίτου, παραπομπή στην Ολομέλεια. Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχε εμπιστευθεί στο δράστη λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου - μεταξύ της εγκαλούσας και ήδη πτωχεύσασας εταιρίας και του κατηγορουμένου, είχε καταρτισθεί σύμβαση υποπρακτορεύσεως - ο κατηγορούμενος παρακράτησε παράνομα και ιδιοποιήθηκε το ποσό της αξίας των εντύπων που του απέστειλε η εγκαλούσα και ανερχόταν στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των . ευρώ, το οποίο είχε εισπράξει ως εντολοδόχος. Αβάσιμοι οι λόγοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη αιτιολογίας. | null | null | 0 |
Αριθμός 1517/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρτσόγλου - Πετρουλάκη, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Ζαχαροπούλου, για αναίρεση της με αριθμό 544/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "M. AUTO POWER Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Φεβρουαρίου 2011, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 222/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς την έλλειψη αιτιολογίας και ν' απορριφθεί ως προς την έλλειψη νόμιμης βάσης, ειδικότερα δε: Ως προς τον Ε' λόγο για έλλειψη νομίμου βάσεως: Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος προβάλλεται πλεοναστικώς δεδομένου ότι διαλαμβάνει όλα όσα έχουν ήδη προβληθεί με τις αιτιάσεις κατά της αποφάσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας. Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΝΟΜΙΜΟΥ ΒΑΣΕΩΣ (ΕΚ ΠΛΑΓΙΟΥ ΠΑΡΑΒΑΣΗ). Στα πλαίσια των λόγων αναιρέσεως των αρ. 484§1β (κατά βουλευμάτων) και 510§1 Ε (κατά αποφάσεων) ΚΠΔ, όπου αναιρετικό λόγο αποτελεί η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα ή στην απόφαση αντίστοιχα, ο ΑΠ διαμόρφωσε την αποκαλούμενη εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και επομένως το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά και ειδικότερα όταν δεν εκτίθενται σαφώς, πλήρως και ορισμένως τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, ή όταν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού ή όταν το διατακτικό περιέχει αντίφαση ώστε να μην γίνεται δυνατός ο έλεγχος από τον ΑΠ της ορθής ή όχι εφαρμογής του νόμου. Στις αποφάσεις υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση της διατάξεως όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση σαφώς, πλήρως και συγκεκριμένως τα πραγματικά περιστατικά όσα κατά την κρίση του δικαστηρίου προέκυψαν, ή εμφιλοχώρησαν λογικά κενά ή κατά την έκθεση τους ανακύπτει αντίφαση μεταξύ διατακτικού και αιτιολογικού που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον ΑΠ της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (ΑΠ 364/2007, ΑΠ 1390/2005 σε Π.Δ/σύνη 2006/719). Συνηθισμένη περίπτωση παραδοχής του άνω λόγου κατά τον ΑΠ είναι όταν στην περίπτωση της αμέλειας (αρ. 28 ΠΚ) δεν προκύπτει σαφώς εάν το δικαστήριο δέχεται ενσυνείδητη ή ασυνείδητη αμέλεια (ΑΠ 1838/2002 σε Π.Χρ ΝΓ.708). Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, της έλλειψης νομίμου βάσεως δεν προβλέπεται από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά πρόκειται για μεταφορά αστικοδικονομικού μεγέθους, η έλλειψη νομίμου βάσεως του άρθρου 559§19 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν είναι τίποτε άλλο από την έλλειψη αιτιολογίας της Πολιτικής Δικονομίας. Ως λόγος της ποινικής αναιρέσεως, με δεδομένη την πρόβλεψη του αρ. 510§1Δ ΚΠΔ και την ευρύτατη εφαρμογή της, ορθά ο Ν. Ανδρουλάκης παρατηρεί τι έχει να προσθέσει η "έλλειψη νομίμου βάσεως" και μάλιστα ως έλλειψη αιτιολογίας αλλά η εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ωστόσο ο ΑΠ δεν ακολουθεί την ίδια μεθοδολογική ομοιομορφία, έτσι υπάρχει απόφαση (914/2004 σε Π.Χρ ΝΕ.425) που φαίνεται να δέχεται συρροή και των δύο λόγων. Μεγάλο μέρος την νομολογίας δέχεται ότι στον λόγο Ε' της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου εμπίπτει και η εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα. Υπάρχει όμως και μέρος του ΑΠ που δέχεται ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας σε περίπτωση αντιφάσεων αιτιολογικού και διατακτικού (ΑΠ 826/2006 σε Π.χρ ΝΖ.228) όπου δέχτηκε ότι η απάτη τελέστηκε με παρασιώπηση. Η ΑΠ 881/2000 σε Π.Χρ ΝΑ.159 δέχτηκε έλλειψη αιτιολογίας από την ασάφεια ως προς τον χρόνο τελέσεως της πράξεως διότι αναφέρεται διαφορετικός χρόνος στο αιτιολογικό από το διατακτικό. Με την ΑΠ 1353/2000 σε Π.Δ/σύνη 2001.220 έγινε δεκτό ότι υπήρξε έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως των πραγματικών περιστατικών του σκεπτικού με το διατακτικό. Ο Β. Ζησιάδης, δέχεται όμως ότι η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αιτιολογίας στην απόφαση και στο βούλευμα, δεν ταυτίζεται με την έλλειψη νομίμου βάσεως διότι η έλλειψη αιτιολογίας δεν προηγείται της ελλείψεως νομίμου βάσεως μόνο ιστορικά αλλά λογικά και χρονικά, όταν λείπει η αιτιολογία, δεν μπορεί να ελεγχθεί με ποιους συλλογισμούς και κρίσεις οδηγήθηκε ο δικαστής στο διατακτικό του βουλεύματος και της αποφάσεως, ενώ όταν λείπει η νόμιμη βάση δεν μπορεί το ακυρωτικό να διαγνώσει, ποια πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκαν και έγιναν δεκτά, αν βάσει αυτών εφαρμόστηκε ο ποινικός νόμος, αν η αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη που δεν αποκλείεται να είναι. Όμως οι Ανδρουλάκης και Καρράς δέχονται ότι η έλλειψη νομίμου βάσεως ταυτίζεται με την έλλειψη αιτιολογίας. Αλλά και ο Ι. Γιαννίδης υποστηρίζει ότι η έλλειψη αιτιολογίας και η έλλειψη νομίμου βάσεως είναι έννοιες υπάλληλες. Το σύνολο των περιπτώσεων νομίμου βάσεως είναι υποσύνολο των περιπτώσεων ελλείψεως αιτιολογίας, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις ελλείψεως αιτιολογίας που δεν συνιστούν έλλειψη νομίμου βάσεως. Η παράλληλη χρησιμοποίηση της έλλειψης αιτιολογίας και της έλλειψης νομίμου βάσεως αποτελεί άστοχη μεταφορά στην ποινική αναιρετική διαδικασία του αρ. 559§19 Κ.Πολ.Δ, δεν έχουν πρακτική σημασία στην περιοχή της ποινικής δικονομίας, οπού κυριαρχεί αναιρετικός λόγος έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ακόμη επισημαίνεται ότι πρακτικά ο ΑΠ χρησιμοποιεί τις έννοιες της έλλειψης αιτιολογίας και έλλειψης νομίμου βάσεως ως επάλληλες, δηλαδή τεμνόμενες που δεν συμβιβάζεται με την έννοια ότι η τελευταία είναι υπάλληλη στην έλλειψη αιτιολογίας. Η έλλειψη νομίμου βάσεως ταυτίζεται ως προς την έλλειψη δυνατότητας υπαγωγής αλλά ποιος θα ήθελε να ισχυριστεί, ότι ελάττωμα της υπαγωγής αφήνει άθικτη την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν σημαίνει μόνο ορθά κατασκευασμένες προκείμενες αλλά και λογικά αιτιολογημένο πόρισμα. Ενώ αναιτιολόγητη συγκρότηση π.χ της ελάσσονος προτάσεως ενδεχομένως να σημαίνει μόνο έλλειψη αιτιολογίας και όχι εκ πλαγίου παράβαση, αφού δεν θίγεται, ενδεχομένως, πάλι ο υπαγωγικός συλλογισμός του οποίου η τυπική ορθότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το Ακυρωτικό και είναι σε ... περιττή η διατύπωση την νομολογίας ότι συντρέχει η έλλειψη αιτιολογίας με την έλλειψη νομίμου βάσεως αφού αρκεί η έλλειψη αιτιολογίας. Αντίθετα, ο επίτιμος Αντιπρόεδρος του ΑΠ Χ.Χριστοφορίδης υποστηρίζει ότι οι άνω έννοιες είναι διαφορετικές, ο δε Μητσόπουλος ενώ διακρίνει τον αποδεικτικό από το νομικό συλλογισμό, αναφέρει μάλιστα και τους κανόνες της τυπικής λογικής, οι οποίοι διέπουν την απόδειξη, δέχεται περαιτέρω ότι η έλλειψη νομίμου βάσεως σημαίνει ύπαρξη συλλογιστικού σφάλματος που ανάγεται στην άμεση σχέση των αποδεικτικών λόγων προς το συμπέρασμα του αποδεικτικού συλλογισμού. Κατά την άποψη μου είναι ορθότερα τα υποστηριζόμενα από τους Ανδρουλάκη, Καρρά και Γιαννίδη ότι δηλαδή η έλλειψη νομίμου βάσεως ταυτίζεται με την έλλειψη αιτιολογίας και δεν προσθέτει τίποτα στην τελευταία, αλλά αποτελεί μεταφορά στην ποινική δίκη του αντίστοιχου λόγου αναιρέσεως της Πολιτικής Δικονομίας όπου οι δύο αυτές έννοιες ταυτίζονται. Δεν θα πρέπει δε να διαλάθει της προσοχής ότι οι δικαστές του ακυρωτικού δικάζουν και πολιτικές υποθέσεις, δίκαζαν δε πολύ περισσότερες από αυτές, σε σχέση με τις ποινικές υποθέσεις στους προηγούμενους βαθμούς. Ακόμα ενώ για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η απόφαση ή το βούλευμα δεν θα πρέπει να περιέχει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, ανάλογα γίνονται δεκτά και για την θεμελίωση του αναιρετικού λόγου της ελλείψεως νομίμου βάσεως, ωστόσο ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά διακόπτουν ή αναιρούν την αλληλουχία (συνοχή) δικανικού συλλογισμού και κατ' επέκταση την αιτιολόγηση.
Συνεπώς ο προβαλλόμενος λόγος υπάγεται στην έννοια της ελλείψεως αιτιολογίας για την οποία ισχύουν όσα ήδη εξετέθησαν ανωτέρω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του, με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 9 του νόμου 2408/1996, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, η ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Περαιτέρω, με το άρθρο 14 παρ. 3 του νόμου 2721/1999, στην μεν παράγραφο 1 του άνω άρθρου 375 προστέθηκε εδάφιο, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία της πράξης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ. ήδη δε εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000 €), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών", στη δε παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου εδάφιο κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές, ήδη δε εβδομήντα τρεις χιλιάδες ευρώ (73.000 €) τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε πριν την προσθήκη σ' αυτή δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 11 του Νόμου 2721/1999 "αν περισσότερες πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλει μία και μόνο ποινή". Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Τέλος με την παράγραφο 11 του άρθρου 14 του Νόμου 2721/1999 προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο άρθρο 98 του Ποινικού Κώδικα, που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε".
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Για το χαρακτηρισμό κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, που τελέστηκε μετά την ισχύ του Ν. 2408/1996 (4.6.1996) και πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999 (3-6-1999), ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, αναλόγως της αξίας του αντικειμένου του λαμβάνεται υπόψη κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις και όχι το άθροισμα του συνόλου των μερικότερων πράξεων, β) Κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, διατηρεί την αυτοτέλεια της ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος, αναλόγως της αξίας του αντικειμένου, γ) Οι νεότερες διατάξεις του Ν. 2721/1999 δεν μπορούν να εφαρμοσθούν και στα εγκλήματα της υπεξαιρέσεως που τελέστηκαν πριν την ισχύ του νόμου αυτού, διότι είναι δυσμενέστερες από τις προηγούμενες, δ) Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, αν οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν από τις 3 Ιουνίου 1999, που άρχισε να ισχύει ο Ν. 2721/1999, η κρίση για το αν το αντικείμενο τους είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας θα γίνει με βάση το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξεως, διότι όπως προαναφέρθηκε, οι νέες ρυθμίσεις του Ν. 2721/1999 είναι δυσμενέστερες (Ολ.ΑΠ 5/2002). Επομένως, στην περίπτωση αυτή, για να χαρακτηρισθεί η κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση ως κακούργημα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2408/1996 και του άρθρου 98 ίδιου Κώδικα, όπως αυτό είχε αρχικά, απαιτείται, αφενός προσδιορισμός όλων των μερικότερων πράξεων κατά χρόνο και ποσόν και αφετέρου η συνδρομή του πρόσθετου στοιχείου της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου κάθε μερικότερης πράξης. Και ε) σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, αν οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν μετά την ισχύ του Ν. 2721/1999, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, υπό την προϋπόθεση ότι ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 544/2010 απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: O κατ/νος τέλεσε την αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με το με αριθμό .../17-2-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Απ. Κούτσου που δημοσιεύτηκε νόμιμα, ο κατηγορούμενος (Α. Μ. του Π.), ο Δ. Κ. του Σ., και η Χ. συζ. Δ. Κ. συνέστησαν την εγκαλούσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Μ. ΑUΤO ΡΟWΕR ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΑ ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΧΟΦΟΡΩΝ" με έδρα τη Λάρισα, διάρκεια τριάντα (30) χρόνια και σκοπό την εισαγωγή-εξαγωγή- αντιπροσώπευση-εμπορία και πώληση πάσης φύσεως λιπαντικών και ειδών αυτοκινήτων και τροχοφόρων. Το κεφάλαιο της εταιρίας ορίστηκε σε 16.000.000 δραχ. Και διαιρέθηκε σε 1600 εταιρικά μερίδια αξίας 10.000 δραχμών το καθένα. Από αυτά τα εταιρικά μερίδια ανέλαβαν α) ο κατηγορούμενος 800, β) ο Δ. Κ. 400, και γ) η Χ. Κ. 400 εταιρικά μερίδια. Νόμιμος εκπρόσωπος και ταμίας της εταιρίας για όλη τη διάρκεια της ορίστηκαν ο κατηγορούμενος και ο Δ. Κ. οι οποίοι θα ενεργούσαν είτε από κοινού είτε ο καθένας χωριστά, θα εκπροσωπούσαν την εταιρία και θα ενεργούσαν στο όνομα της κάθε πράξη διαχείρισης και διάθεσης που ανάγονταν στο σκοπό της εταιρίας. Στην Πραγματικότητα όμως οι παραπάνω αρμοδιότητες είχαν ανατεθεί μόνον στον κατηγορούμενο ... [Όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος από 17-2-1998 που ιδρύθηκε η εταιρία μέχρι 31-12-2001 που ανέλαβε καθήκοντα διαχειριστής ο Γ. Κ. ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 22.391925 δραχμ. Δηλαδή 65713,65 ευρώ σημειώνοντας ότι στα υπόλοιπα ταμείου της κάθε χρονιάς, προσθέτοντας και εκείνα της προηγούμενης χρονιάς και τα οποία ήταν συγκεκριμένα, το έτος 1998 ποσού 880.000 δραχμ. Το έτος 1999 ποσού 829.785 δρχμ. Το έτος 2000 ποσού 20.823356 δρχ., και το έτος 2001 ποσού 22391925 δραχμ. ή 65713,65 ευρώ. Η ύπαρξη του παραπάνω ταμειακού ελλείμματος προκύπτει από τον ισολογισμό του έτους 2002 στο οποίο αναγράφεται στο σημείο "Απαιτήσεις κατά οργάνων διοίκησης" το συνολικό ποσό των 65713,65 ευρώ ... Από τις ανωτέρω καταθέσεις προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε το παραπάνω ποσό που ανήκε στην εταιρία και ότι παρόλο που παραδέχθηκε την ύπαρξη του παραπάνω ελλείμματος υποσχέθηκε στους άλλους εταίρους ότι θα καλύψει το έλλειμμα αυτό αναβαθμίζοντας μάλιστα το πτυχίο που είχε μέχρι τότε (πλοιάρχου Γ') ώστε να αυξηθεί ο μισθός του, ουδέποτε απέδωσε στην εγκαλούσα εταιρία το υπεξαιρεθέν από αυτόν ποσό, το οποίο ποσό και ιδιοποιήθηκε παράνομα (βλέπε τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων που υπάρχουν στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού)... Το προαναφερόμενο ποσό (65713,65 ευρώ) που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος και το οποίο περιήλθε στην κατοχή του επειδή του το είχαν εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Για όλους τους παραπάνω λόγους πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως (δηλαδή της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση να του αναγνωριστεί δε όπως και πρωτοδίκως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ καθόσον μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Επίσης πρέπει να του αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ καθόσον επέδειξε ειλικρινή μετάνοια για την πράξη του και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, καταβάλλοντας ένα μέρος από το υπεξαιρεθέν ποσό στο ταμείο της εταιρίας. Το αίτημα για την αναγνώριση του ελαφρυντικού της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι επί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, σε σχέση με τη βαρύτητα της πράξης του συμπεριφέρθηκε καλά ... Περαιτέρω, στο διατακτικό δέχθηκε τα παρακάτω: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον κατηγορούμενο για το ότι στη Λάρισα, κατά το χρονικό διάστημα από 17-2-1998 έως 31-12-2001, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του και το οποίο του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ενώ είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα, ενώ, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ήταν διαχειριστής της εγκαλούσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "Μ. ΑUΤΟ ΡΟWER ΕΠΕ", που εδρεύει στη Λάρισα, ιδιοποιήθηκε παράνομα, σε ημερομηνίες που δεν διακριβώθηκαν στην ανάκριση, το συνολικό ποσό των 65.713,65 Ευρώ, που αντιστοιχεί στο ταμειακό υπόλοιπο της εταιρίας για το ανωτέρω χρονικό διάστημα και το οποίο περιήλθε στην κατοχή του, επειδή του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή της περιουσίας της ως άνω εταιρίας, το ποσό δε αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο, δέχθηκε ότι η πράξη τελέστηκε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μετανοίας (αρθρ. 84 παρ. 2 α' και δ' ΠΚ) και επέβαλε στον κατηγορούμενο, ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική.
Ενόψει των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναπτύχθηκαν, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 375 παρ. 2 του ΠΚ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ είναι εφαρμοστέα ως ευμενέστερη διάταξη για τις προγενέστερες της ισχύος του Ν. 1721/1999 πράξεις. Έτσι, ενώ δέχεται ότι το κρινόμενο έγκλημα της υπεξαιρέσεως, τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, από 17-2-1998 έως 31-12-2001, δηλαδή και πριν την ισχύ των διατάξεων του Νόμου 2721/1999, εν τούτοις, δεν εξειδικεύει τις μερικότερες πράξεις, οι οποίες τελέστηκαν πριν από τον νόμο 2721/1999 και για τις οποίες πρέπει να αναφέρει ότι κάθε μία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ούτε αναφέρει για τις μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν μετά την ισχύ του ως άνω νόμου ότι η συνολική αξία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στην οποία και επέβλεπε ο αναιρεσείων.
Εξάλλου η προσβαλλομένη απόφαση, περιέχει αντιφάσεις και ασάφειες. Έτσι ενώ διαφαίνεται στο σκεπτικό ως χρόνος τέλεσης των επί μέρους πράξεων του διαστήματος από 17-2-1998 έως 31-12-2001, το τέλος κάθε έτους, στο διατακτικό δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 65.713,65 Ευρώ σε ημερομηνίες που δεν διακριβώθηκαν στην ανάκριση.
Κατ' ακολουθία πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' προβλεπόμενος, τρίτος λόγο αναίρεσης, ως προς τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (αρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 544/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Κακουργηματική υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Τροποποίηση του αρ. 375 ΠΚ με το ν. 2721/3-6-1999. Επιεικέστερος - δυσμενέστερος ποινικός νόμος. Κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Μερικότερες πράξεις. Μετά την ισχύ του ν. 2721/1999 δεν απαιτείται όπως εκάστη πράξη έχει αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, αλλά αρκεί η συνολική αξία να υπερβαίνει το όριο στο οποίο απέβλεπε ο δράστης. Δυσμενέστερη η νεότερη διάταξη και, ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζεται για τελεσθείσες προ της ισχύος της πράξεις. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση απόφασης. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Πράξεις τελεσθείσες πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999 και πράξεις τελεσθείσες μετά την ισχύ αυτού. Αναιρεί προσβαλλομένη απόφαση για τον ως άνω λόγο, καθ' όσον καίτοι κάποιες πράξεις τελέστηκαν πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999, δεν τις εξειδικεύει και δεν τις αναφέρει για κάθε μία χωριστά ότι είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. | null | null | 1 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1516/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Θ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ό οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 180, 181, 182/010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 217/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349§1 εδ. α, β, γ, δ, ε, στ και ζ του ΚΠοινΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης υπ` αριθ. 180, 181, 182/19.11.2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς (πριν, δηλ., από την έναρξη ισχύος του ν. 3904/2010), "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, μόνον αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται αναλυτικά και αιτιολογημένα στην απόφαση της αναβολής. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία ανακοινώνει το δικαστήριο στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτή κλητεύονται μόνον οι απόντες". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, αίτημα για τρίτη αναβολή της δίκης κατ` αρχήν δεν είναι νόμιμο, στο δικαστήριο δε απόκειται να κρίνει, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, ότι συντρέχει εντελώς εξαιρετική περίπτωση για την αναβολή και ότι, αλλιώς, είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης, και με την αναγκαία προϋπόθεση ότι το κώλυμα δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή, περί των οποίων κρίνει κατ' ουσίαν ανέλεγκτα το Δικαστήριο. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για σημαντικά αίτια πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Αν δε το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα της αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως και την απόρριψη της εφέσεως του κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτης, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας. Όμως, στην περίπτωση που ζητείται τρίτη (ή περαιτέρω) αναβολή, αιτιολογία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαιτείται, μόνο για να δοθεί η αναβολή ή να διακοπεί η δίκη, όχι δε και όταν απορρίπτεται το σχετικό αίτημα, αφού αυτό, κατ` αρχήν, δεν είναι νόμιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 180, 181, 182/2010 απόφασή του, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Πειραιώς, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή εξακοσίων (600) ευρώ για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη, οπλοχρησία και παράνομη οπλοφορία, μετά την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της δίκης, λόγω ανυπερβλήτου αιτίου εμφανίσεώς του στο ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών - κατηγορούμενος, αλλά εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Παρουξής, ο οποίος ανήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος αδυνατούσε λόγω ασθενείας του να παραστεί στο δικαστήριο και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Προς απόδειξη αυτού, ο ανωτέρω κατέθεσε την από 18.11.2010 ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου Αιγίνης "Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ", η οποία αναγνώσθηκε, ζήτησε δε και την εξέταση της μάρτυρος Ε. Κ., η οποία κατέθεσε ενόρκως τα εξής: "Ο κατηγορούμενος είναι σύζυγός μου. Στις 17 Νοεμβρίου εισήχθη στο νοσοκομείο με δύσπνοια. Είναι πολύ χάλια, μετά το θάνατο του 21ου παιδιού μας. Ο σύζυγός μου πάσχει από εμπύρετο οξεία βρογχίτιδα. Για το λόγο αυτό ζητά την αναβολή της υπόθεσης". Το αίτημα αυτό, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, δεν ήταν νόμιμο, αφού η υπόθεση είχε ήδη αναβληθεί δύο φορές, και το δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει, και μάλιστα να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Αιτιολογία, όπως αναφέρθηκε, απαιτείτο μόνο για την παραδοχή του αιτήματος. Παρά ταύτα, απέρριψε το κατά τον τρόπο αυτό υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, κατ` άρθρ. 349 ΚΠΔ λόγω ασθενείας του, που σημειωτέον αν γινόταν δεκτό, θα επρόκειτο περί τρίτης αναβολής, πρέπει να απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμο, καθ` όσον το Δικαστήριο δεν πείσθηκε περί της ασθενείας αυτού ή περί της αδυναμίας του να χορηγήσει πληρεξούσιο σε δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει στην προκειμένη δίκη. Επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί κατ` ουσίαν, διότι επέρχεται συντόμως παραγραφή των πλημ/κών πράξεων (χρόνος τελέσεως 2-1-2003". Στη συνέχεια δε, κατόπιν αιτήσεως του αυτού ως άνω δικηγόρου για ολιγόωρη διακοπή για να προσκομίσει νομιμοποιητικά έγγραφα, διέκοψε, όπως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είχε ευχέρεια, τη δίκη για 11/2 ώρα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την απόρριψη του αιτήματος για την τρίτη αναβολή και της διακοπής της δίκης για 11/2 ώρα, αφού επαναλήφθηκε η συνεδρίαση, ο δικηγόρος Ιωάννης Παρουξής δήλωσε ότι δεν μπόρεσε να νομιμοποιηθεί, γιατί ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο νοσοκομείο της Αίγινας και ήταν αδύνατον στην προθεσμία που του χορηγήθηκε να πάρει από αυτόν (κατηγορούμενο) το πληρεξούσιο, ακολούθως δε ζήτησε τη διακοπή της δίκης για άλλη ημέρα. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "Το αίτημα που υπέβαλε ο δικηγόρος Ι. Παρουξής περί νέας διακοπής της δίκης για να προσκομίσει στο Δικαστήριο πληρεξούσιο προς εκπροσώπηση του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί, κατ` ουσίαν, διότι ήδη χορηγήθηκε προθεσμία 11/2 ωρών σ` αυτόν για να προσκομίσει τα νομιμοποιητικά του έγγραφα και διακοπή της δίκης, που παρήλθε άπρακτη, η δε τοιαύτη διακοπή που αιτείται κρίνεται ότι υποβάλλεται παρελκυστικά, καθόσον η μη παράσταση του δικηγόρου οφείλεται στην μη πληρωμή αυτού για τις υπηρεσίες του ως δικηγόρου". Ο αναιρεσείων, με τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ως άνω κρίση για την απόρριψη του (νέου) αιτήματος για διακοπή της δίκης, συνισταμένη στο ότι α) δεν μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη ούτε αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την κρίση του και β) κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής κρίθηκε ως επαρκές χρονικό διάστημα για την προσκόμιση του πληρεξουσίου η προθεσμία της 11/2 ώρας, δεδομένου ότι αυτός ήταν κλινήρης στο Νοσοκομείο "Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ" στην Αίγινα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος α) κατά το στοιχ. α ως αβάσιμος, για τον ίδιο λόγο που κρίθηκε απορριπτέο το σκέλος του που αφορά στην απόρριψη του αιτήματος αναβολής, εφόσον το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι συνέτρεχε λόγος (τρίτης) αναβολής και στην κρίση του υπέκειτο το ζήτημα αν θα διέκοπτε και για πόσο χρόνο ή θα προχωρούσε στην εκδίκαση της υποθέσεως και β) κατά το στοιχ. β ως απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ήτοι την κρίση του ότι ο απαιτούμενος χρόνος για την αποστολή του πληρεξουσίου ήταν αυτός της 11/2 ώρας.
Μετά από αυτά, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι, μετά την αναιτιολόγητη απόρριψη των αιτημάτων αναβολής και (δεύτερης) διακοπής, προχώρησε στην απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτης, εφόσον, όπως αναφέρθηκε, δεν απαιτείτο αιτιολογία για την απόρριψη των αιτημάτων αυτών, αφού η αιτιολογία ήταν αναγκαία μόνο για την παραδοχή του αιτήματος για τη χορήγηση (τρίτης) αναβολής, ενώ η διακοπή εναπόκειτο στην κρίση του Δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από υπ' αριθ. 1/7 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση του Θ. Κ. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 180, 181, 182/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απόφαση με την οποία, μετά την απόρριψη αιτημάτων (τρίτης) αναβολής και διακοπής της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, απορρίφθηκε η έφεση του κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη. Έννοια διατάξεων άρθρου 349§1 (πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 3904/2010). Το δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να αιτιολογήσει την απόρριψη των ως άνω αιτημάτων, αλλά μόνο την, λόγω εντελώς εξαιρετικής περιπτώσεως, παραδοχή τους. Απόρριψη λόγων περί ελλείψεως αιτιολογίας και αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Απόρριψη αιτήσεως. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1515/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσο Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Καρέλα, 2. Μ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπουγά, 3. Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 4. Σ. Μ. του Κ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κουγιτέα, περί αναιρέσεως της 452/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (μετ. Χαλκίδος). Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Κ. Α. και Γ. Σ..
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (μετ. Χαλκίδος), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20, 21 και 31 Ιανουαρίου 2011 (δύο) αιτήσεις τους αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 202/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης των Ν. Μ. και Σ. Μ. και να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης των Ι. Π. και Μ. Τ..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι από 20-1-2011, 21-1-2011, 31-1-2011 και 31-1-2011, αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 4/20-1-2011,4/21-1-2011, 814/1-2-2011και 815/1-2-2011 αντίστοιχα) των 1) Ι. Π. του Γ., κατοίκου … και νυν κρατουμένου στις φυλακές Χαλκίδας, 2) Μ. Τ. του Σ., κατοίκου … 3) Ν. Μ. του Δ., κατοίκου … και 4) Σ. Μ. του Κ. , κατοίκου …, αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 452/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ( Πλημ/των) που συνεδρίασε στη Χαλκίδα, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του ν. 2910/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 του ν. 3153/2003 (ΦΕΚ Α' 153/19.6.2003) και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου τέλεσης της πράξης, " Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το άνω αδίκημα, είναι υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με έκαστο, των άνω, τρόπων, από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους ή τους εξασφαλίζουν κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, ενεργούντες με δόλο.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ` είδος (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς κα αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη δόλου, δεν είναι κατ` αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως "η εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της διατάξεως του άρθρου 55 παρ. 1 του προαναφερθέντος ν. 2910/2001 δεν είναι αναγκαίο κατ` αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σ` αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημ/των) που συνεδρίασε στη Χαλκίδα και δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 452/2010 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ` είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Π., που γεννήθηκε το έτος 1949 και ασκεί το επάγγελμα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου ΤΑΞΙ, το οποίο είχε νοικιάσει από το Γραφείο Ενοικιάσεων ΤΑΞΙ του Π. Μ., ιδιοκτησίας του Χ. Χ., ο δεύτερος κατηγορούμενος Ν. Μ., που γεννήθηκε το έτος 1966 και ασκεί το επάγγελμα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου ΤΑΞΙ, ιδιοκτησίας Μ. Σ., ο τρίτος κατηγορούμενος Κ. Α., που γεννήθηκε το έτος 1966 και ασκεί το επάγγελμα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου ΤΑΞΙ, ιδιοκτησίας του Δ. Ξ., ο τέταρτος κατηγορούμενος Γ. Σ., που γεννήθηκε το έτος 1972 και ασκεί το επάγγελμα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου ΤΑΞΙ, ιδιοκτησίας του Α. Σ., ο πέμπτος κατηγορούμενος Τ. Μ., που γεννήθηκε το έτος 1972 και ασκεί το επάγγελμα του οδηγού αυτοκινήτου ΤΑΞΙ, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του συγκατηγορουμένου του Σ. Μ. και ο έκτος κατηγορούμενος Σ. Μ., που γεννήθηκε το έτος 1955 και ασκεί το επάγγελμα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου ΤΑΞΙ, το οποίο είχε νοικιάσει από το Γραφείο Ενοικιάσεων ΤΑΞΙ του Π. Μ., ιδιοκτησίας της Κ. Λ., ενεργώντας από κοινού μετά από συναπόφαση, προώθησαν στο εσωτερικό της χώρας και διευκόλυναν κατά συρροή τη μεταφορά των αλλοδαπών σ' αυτή. Ειδικότερα, τις βράδυνες ώρες της 11-9-2004, ξεκίνησαν από τον Σταθμό Υπεραστικών Λεωφορείων στον Κηφισό, Αττικής, με σκοπό να παραλάβουν από το Δημοτικό Διαμέρισμα Πήλι Κηρέως του Ν. Ευβοίας, 24 υπηκόους Ιράκ, οι οποίοι είχαν αποβιβαστεί στη θαλάσσια περιοχή από άγνωστο σκάφος νυκτερινές ώρες της 10-9-2004 και οι οποίοι δεν είχαν τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα και με προορισμό την Αθήνα (Σταθμό Υπεραστικών Λεωφορείων) και από εκεί το Ναύπλιο, αντί αγνώστου αμοιβής από κάθε αλλοδαπό. Όταν έφθασαν στην εν λόγω περιοχή οι κατηγορούμενοι Ν. Μ., Κ. Α. και Σ. Μ., επιβίβασαν στα παραπάνω αυτοκίνητα ΤΑΞΙ που οδηγούσαν, από οκτώ (8) αλλοδαπούς (ενήλικους και παιδιά) σε κάθε αυτοκίνητο, υπηκόους Ιράκ, οι οποίοι δεν είχαν τα απαραίτητα κατά νόμο ταξιδιωτικά έγγραφα και μεταφέροντας τους με τα αυτοκίνητα αυτά, τους προωθούσαν στο εσωτερικό της χώρας με προορισμό την Αθήνα. Την ίδια ώρα ο πέμπτος κατηγορούμενος Τ. Μ., αφού προηγουμένως είχε σταθμεύσει το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του συγκατηγορουμένου του Σ. Μ. στον δρόμο μεταξύ Πήλι και Βλαχίας, επιβιβάστηκε ως συνοδηγός στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ταξί που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Π. και στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι αυτοί (Ι. Π. και Τ. Μ.) κινούμενοι με το αυτοκίνητο αυτό έλεγχαν με προσοχή την παραπάνω περιοχή απ' όπου οι συγκατηγορούμενοί τους Ν. Μ., Κ. Α. και Σ. Μ., επρόκειτο να παραλάβουν τους ως άνω 24 αλλοδαπούς, με σκοπό να ειδοποιήσουν με τα κινητά τους τηλέφωνα, τους συγκατηγορουμένους τους αυτούς, με τους οποίους επικοινωνούσαν, αν αντιλαμβάνονταν την παρουσία αστυνομίας κατά τη διάρκεια της παραλαβής και επιβίβασης των αλλοδαπών στα παραπάνω αυτοκίνητα των συγκατηγορουμένων τους, διευκολύνοντας έτσι αυτούς στην παραλαβή, μεταφορά και κίνηση των αλλοδαπών. Έτσι, οι κατηγορούμενοι Ι. Π. και Τ. Μ., παρείχαν με πρόθεση στους παραπάνω συγκατηγορουμένους τους Ν. Μ., Κ. Α. και Σ. Μ., άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της παραπάνω άδικης πράξης που αυτοί διέπραξαν. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος Γ. Σ., με πρόθεση παρέσχε στους παραπάνω συγκατηγορουμένους του Ν. Μ., Κ. Α. και Σ. Μ., συνδρομή πριν από την τέλεση της ανωτέρω άδικης πράξης που αυτοί διέπραξαν και ειδικότερα συνόδευσε αυτούς από την Αθήνα μέχρι τη Νέα Αρτάκη, Ν. Ευβοίας, οδηγώντας, όπως προαναφέρθηκε, το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου ΤΑΞΙ, ιδιοκτησίας του πατέρα του Α. Σ. και έλεγχε με, προσοχή την περιοχή, με σκοπό να ειδοποιήσει με το κινητό του τηλέφωνο τους παραπάνω συγκατηγορουμένους του Ν. Μ., Κ. Α. και Σ. Μ., οι οποίοι θα παραλάμβαναν τους αλλοδαπούς, αν κατά τη παραλαβή, μεταφορά και κίνηση των αλλοδαπών, αντιλαμβανόταν την παρουσία αστυνομίας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι αστυνομικά όργανα του Τμήματος Ασφαλείας Χαλκίδας, που είχε την πληροφορία ότι αυτοκίνητα ΤΑΞΙ κινούνται από το Μαντούδι προς την Αθήνα, μεταφέροντας λαθρομετανάστες και ανέμεναν στη θέση Λιανή Άμμος - Χαλκίδας, στη χ/θ 2 της Ε.Ο. Χαλκίδας - Αιδηψού, απ' όπου θα περνούσαν προκειμένου να μεταβούν στην Αθήνα, από ώρα 04.20' έως 05.00' πρωινή συνέλαβαν διαδοχικά τους παραπάνω τρεις κατηγορουμένους, με τη σειρά: το Σ. Μ. πρώτο, τον Κ. Α. δεύτερο και το Ν. Μ. τρίτο, οι οποίοι μετέφεραν με τα παραπάνω αυτοκίνητα ΤΑΞΙ, από οκτώ (8) λαθρομετανάστες ο καθένας. Μετά από λίγη ώρα στο ίδιο μέρος συνελήφθησαν και οι κατηγορούμενοι Ι. Π. και Τ. Μ. που ακολουθούσαν τα παραπάνω αυτοκίνητα των συγκατηγορουμένων τους με τους λαθρομετανάστες, επιβαίνοντες στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο ΤΑΞΙ. Επίσης, το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο ΤΑΞΙ, εντοπίστηκε στη χ/θ 17 της Ε.Ο. Χαλκίδας - Αιδηψού, οδηγούμενο από τον τέταρτο κατηγορούμενο Γ. Σ., ο οποίος στη θέα των αστυνομικών έκλεισε το κινητό τηλέφωνο του και έτσι δεν κατέστη δυνατό να ελεγχθούν οι συνομιλίες που είχε πραγματοποιήσει με το τηλέφωνο αυτό. Αντίθετα, από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στα υπόλοιπα πέντε κατασχεθέντα κινητά τηλέφωνα των λοιπών κατηγορουμένων διαπιστώθηκαν συνομιλίες μεταξύ τους κατά τη διάρκεια μεταφοράς των λαθρομεταναστών. Τέλος το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του έκτου κατηγορουμένου Σ. Μ., περί ώρα 13.30' της 11-9-2004; εντοπίστηκε από αστυνομικούς του Α.Τ. Μαντουδίου, στο δρόμο Πηλίου - Βλαχιάς, όπου, όπως προαναφέρθηκε, το είχε σταθμεύσει ο συγκατηγορούμενός του Τ. Μ.. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, αλλά ιδίως και από την κατάθεση του μάρτυρα - αστυφύλακα Δ. Β., ο οποίος παρευρισκόταν κατά τον έλεγχο και τη σύλληψη των κατηγορουμένων και αναφέρει ότι επρόκειτο περί λαθρομεταναστών, υπηκόων Ιράκ και όσα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι περί του αντιθέτου, ήτοι ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει αντικειμενικά ότι πρόκειται περί Ιρακινών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν πως οι μεταφερόμενοι ήταν αλλοδαποί και δεν διέθεταν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν είχαν δικαίωμα, εισόδου στη χώρα, είχαν δε εισέλθει στο ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γνώση η οποία προκύπτει από το σχεδιασμό της όλης επιχείρησης, την από τους κατηγορουμένους Ι. Π., Τ. Μ. και Γ. Σ., εκτέλεση του έργου του ελέγχου της περιοχής με υποχρέωση ειδοποίησης των ετέρων κατηγορουμένων για την παρουσία της αστυνομίας στο δρόμο τους, από το γεγονός ότι η μεταφορά των λαθρομεταναστών αποφασίστηκε τις βράδυνες ώρες, ώστε η παρουσία τους να μην γίνει αντιληπτή από την αστυνομία και από τη συμμετοχή τους στην όλη επιχείρηση αντί άγνωστης αμοιβής που θα ελάμβαναν από κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι τους έστειλε να μεταφέρουν τους λαθρομετανάστες κάποιος ονόματι Ν. Δ., εργατομεσίτης, αγνώστων λοιπών στοιχείων και ότι αυτός τους διαβεβαίωσε ότι είναι αλλοδαποί που εργάζονται στα χωράφια και ότι δεν τους βόλευε να πάρουν λεωφορείο από το Προκόπι Ευβοίας, δεν κρίνεται αληθής, αφού δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Εξάλλου, ο πέμπτος κατηγορούμενος Τ. Μ. για τη θεμελίωση του περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμού του (άρθρο 30 Π.Κ.), πρόβαλε ότι "από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως μου ισχυρίστηκα ότι δεν γνώριζα ότι πρόκειται για λαθρομετανάστες, αλλά πίστευα ότι πρόκειται για αλλοδαπούς εργάτες, που βρίσκονταν νόμιμα στη χώρα και είχαν τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα για τη νόμιμη είσοδο τους και παραμονή τους στην ελληνική επικράτεια. Άλλωστε η παραλαβή των αλλοδαπών από τους συγκατηγορουμένους μου έγινε πλησίον της Αθήνας και όχι πλησίον των συνόρων της χώρας και όλοι μεταφέρονταν κατά τρόπο εμφανή, εντός των οχημάτων (ΤΑΧΙ), δίχως προσπάθεια αποκρύψεώς τους". Ο ισχυρισμός του αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι τόσο αυτός όσο και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, γνώριζαν ότι πρόκειται για λαθρομετανάστες, οι οποίοι δεν διέθεταν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, γι' αυτό και είχαν λάβει τα μέτρα που προαναφέρθηκαν για να μη γίνουν αντιληπτοί από την αστυνομία κατά τη μεταφορά και την προώθησή τους στη Χώρα.
Επίσης και ο τρίτος κατηγορούμενος Κ. Α., για τη θεμελίωση του περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμού του πρόβαλε το ότι "οι στο όχημα που οδηγούσε επιβιβασθέντες είχαν μαζί τους νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα (διαβατήριο) πράγμα που δημιούργησε σ' αυτόν (κατηγορούμενο) την εύλογη πεποίθηση έστω και πεπλανημένα ότι εκτελούσε νόμιμη μεταφορά επιβατών". Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από το υπ' αριθμ. 1057/9/913 θ/11-1-2009 έγγραφο του Τμήματος Ασφαλείας Χαλκίδας, που διαβάστηκε στο ακροατήριο. προκύπτει ότι ένας εκ των μεταφερομένων από τον κατηγορούμενο λαθρομεταναστών κατείχε το υπ' αριθμ. ... Ιρακινό διαβατήριο, το οποίο έδειξε στον κατηγορούμενο και στη συνέχεια αυτό βρέθηκε στο παραπάνω αυτοκίνητο του και κατασχέθηκε από την εν λόγω υπηρεσία και ακολούθως απεστάλη στο Τελωνείο προς φύλαξη. Το γεγονός ότι ένας εκ των παραπάνω λαθρομεταναστών έδειξε στον κατηγορούμενο το εν λόγω διαβατήριο, δεν αρκεί για να θεμελιώσει τη βασιμότητα του πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμού του και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και έκτος των κατηγορουμένων, Ν. Μ., Κ. Α. και Σ. Μ., αντίστοιχα, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις της διευκόλυνσης μεταφοράς και προώθησης στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, από κοινού (άρθρο 55 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2910/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 3153/2003), οι δε πρώτος και πέμπτος των κατηγορουμένων Ι. Π. καν Τ. Μ., αντίστοιχα, άμεσης συνέργειας (άρθρο 46 παρ. 1 β' του Π.Κ.) και ο τέταρτος κατηγορούμενος Γ. Σ., απλής συνέργειας (άρθρο 47 του Π.Κ.) στις παραπάνω πράξεις της διευκόλυνσης μεταφοράς και προώθησης στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, όπως και πρωτοδίκως, όχι όμως με την επιβαρυντική περίσταση της με σκοπό παράνομου κέρδους τέλεσης της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκαν πρωτοδίκως, αλλά για την προβλεπομένη από το άρθρο 55 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2910/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 37 του Ν. 3153/2003, βασική μορφή του αδικήματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα. Αυτό δε γιατί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 1975/1991 επιβαρυντική περίσταση της με σκοπό παράνομου κέρδους τέλεσης της πράξης έχει απαλειφθεί με τον ήδη ισχύοντα Ν. 2910/2001, το άρθρο 55 παρ. 1 περ. β' του οποίου προβλέπει μόνο τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης και της διάπραξης της από υπάλληλο ή από τουριστικό ή ναυτιλιακό ή ταξιδιωτικό πράκτορα.
Περαιτέρω, οι συνήγοροι του τρίτου κατηγορουμένου Κ. Α. και του πέμπτου κατηγορουμένου Τ. Μ., πριν από την έναρξη της αποδεικτική διαδικασίας ανέπτυξαν προφορικώς και υπέβαλαν εγγράφως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε', δηλαδή ότι οι κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους. Ειδικότερα: Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου Τ. Μ. επικαλέσθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετά την απόλυση του από το στρατό απέκτησε επαγγελματικό δίπλωμα και άρχισε να εργάζεται ως οδηγός ταξί. Με την προσωπική του εργασία και μόνο κατάφερε να αγοράσει το 1/4 εξ αδιαιρέτου αυτοκινήτου ταξί, από το οποίο εξασφαλίζει εντίμως τα αναγκαία για τη διαβίωση της οικογένειας του. Προσπαθεί επίσης να προσφέρει κάθε δυνατή βοήθεια στη σύζυγό του, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και ουδέποτε κατά το παρελθόν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή σε παράνομες πράξεις, όπως προκύπτει δε από το ποινικό του μητρώο δεν έχει καταδικαστεί ποτέ στο παρελθόν ούτε έχει απασχολήσει για, οποιοδήποτε λόγο τις αρχές. Επίσης έχει σταθερή εργασία και κατοικεί μόνιμα με τη σύζυγο του στην οδό ... στο … σε διαμέρισμα που αγόρασε με στεγαστικό δάνειο, τις δόσεις του οποίου αποπληρώνει από την εργασία του από την οποία καλύπτει και τις υποχρεώσεις του προς το δημόσιο και τρίτους.
Επίσης, ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου Κ. Α. επικαλέσθηκε ότι ο κατηγορούμενος διήγαγε ατομικά, οικογενειακά, επαγγελματικά και εν γένει κοινωνικά έντιμη ζωή χωρίς να παρουσιάσει ποτέ αντικοινωνικές πράξεις.... Η επαγγελματική του θέση καν η μόνιμη κατοικία του, αποτελούν κύριες και αναμφισβήτητες συνιστώσες της ζωής του στην περιοχή της κατοικίας του στην Αθήνα και στην γενέτειρα του …. Δεν υπάρχει καμία σοβαρή καταδίκη στο ποινικό του μητρώο. Δεν προκύπτει από την προηγούμενη ζωή του κατηγορουμένου, να έχει απασχολήσει τις αρχές ή να έχει δημιουργήσει επεισόδια στον κοινωνικό του περίγυρο.
Όμως στα παραπάνω περιστατικά δεν θεμελιώνεται ο ισχυρισμός αυτός των κατηγορουμένων περί προτέρου εντίμου βίου τους, καθόσον, δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο (το οποίο δεν υφίσταται εν προκειμένω, αφού ο πρώτος έχει 4 καταδίκες και ο δεύτερος 2 καταδίκες για διάφορες πράξεις στο παρελθόν) ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς τους για την οποία να ελέγχθηκαν από τις αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές αρχές. Δεν αρκεί, ακόμη, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου η εκ μέρους των κατηγορουμένων μέχρι τότε που τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκαν, συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας τους προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως αυτών και των οικογενειών τους, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ και επομένως πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι ίδιοι κατηγορούμενοι Τ. Μ. και Κ. Α. συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις παραπάνω πράξεις τους. Περί αυτού δεν υπάρχει κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο. Τα περιστατικά που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, δηλαδή ότι τήρησαν τους περιοριστικούς όρους που ο Ανακριτής τους είχε επιβάλει αμέσως μετά την απολογία τους με σχετικές διατάξεις του, η ισχύ των οποίων διατηρήθηκαν με το υπ' αριθμ. 136/2005 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, καθώς και ότι εργάζονταν κανονικά όλο το χρονικό διάστημα που τελούσαν υπό καθεστώς προσωπικής ελευθερίας, δεν αρκούν για τη θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού τους. Εξάλλου, η επίδειξη καλής συμπεριφοράς και η χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση των, κατηγορουμένων εντός των φυλακών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του σε αυτές δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας Επομένως, το αίτημα των κατηγορουμένων για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Π.Κ., πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο (και αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του 2ου αναιρεσείοντος, Μ. Τ., του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α', και ε' του ΠΚ και περί πραγματικής πλάνης) κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους των αξιοποίνων πράξεων: 1) Τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων, της παράνομης προώθησης στο εσωτερικό της χώρας υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, κατά συρροή, και 2) τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων, της άμεσης συνέργειας στην παράνομη προώθηση στο εσωτερικό της χώρας υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, και τους επέβαλε ποινή φυλάκισης 1 έτους και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για κάθε έναν από τους 24 μεταφερόμενους αλλοδαπούς, συνολική δε ποινή φυλάκισης, 8 ετών και 8 μηνών και συνολική χρηματική ποινή, 51.000 ευρώ, σε καθένα. Ως προς τους λόγους αναίρεσης πρέπει να σημειωθούν τα παρακάτω: 1) Επί της αίτησης αναίρεσης του τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων, Ν. Μ. και Σ. Μ..
Με αυτά που δέχθηκε, κατά τα άνω, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αφορά τους παραπάνω, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων, αυτουργούς της κατά τα άνω πράξεως, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά , τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, α, 27 παρ.1 , 94 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρα 55 παρ. 1 εδ.α' του Ν. 2910/2001. Ειδικότερα, πλήρως αιτιολογείται ο δόλος των αναιρεσειόντων και η απ` αυτούς τέλεση της πράξης της παράνομης προώθησης στο εσωτερικό της χώρας των λαθρομεταναστών, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών υποδηλούντων τον δόλο αυτών, προσθέτως δε, αναλυτικά και με πλήρη αιτιολογία εξειδικεύονται οι ενέργειες στις οποίες οι αναιρεσείοντες προέβησαν , προκειμένου να πραγματώσουν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω διωκομένου εγκλήματος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας η πληττόμενη απόφαση περιέλαβε σ` αυτή ειδικές και εκτενείς σκέψεις για το δόλο των ως άνω αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων, δεχόμενη ότι αυτοί γνώριζαν, ότι οι μεταφερόμενοι ήταν αλλοδαποί, λαθρομετανάστες, υπήκοοι Ιράκ και δεν διέθεταν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, είχαν δε εισέλθει στο Ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γνώση η οποία προκύπτει από το σχεδιασμό της όλης επιχείρησης. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται τα ονόματα των λαθρομεταναστών και οι εκθέσεις σύλληψης αυτών, αφού αυτά δεν αποτελούν στοιχεία της κατηγορίας. Εξάλλου η ειδική αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα Αστυφύλακα Δ. Β. προς σχηματισμό της κρίσης του, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού στο σκεπτικό γίνεται αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα. Οι λοιπές αιτιάσεις των ως άνω αναιρεσειόντων είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Επομένως, ο σχετικός λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως των παραπάνω, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς όλες τις εκφάνσεις του (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
1) Επί της αίτησης αναίρεσης του πρώτου και δεύτερου των αναιρεσειόντων, Ι. Π. και Μ. Τ.. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένα παροχή συνδρομής στον αυτουργό, με τη γνώση ότι παρέχεται κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης, συνδεόμενη προς αυτή κατά τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή, με βεβαιότητα, η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, με αυτά που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό, της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, όπως αυτά ήδη εκτέθηκαν παραπάνω, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και καθόσον αφορά, τους ως άνω, πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων, άμεσους συνεργούς, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας, όπως αυτή αναλύθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της άδικης πράξης που οι αυτουργοί διέπραξαν, ήτοι στην παράνομη μεταφορά - προώθηση στο εσωτερικό της χώρας των λαθρομεταναστών, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών υποδηλούντων τον δόλο αυτών, προσθέτως δε αναλυτικά και με πλήρη αιτιολογία εξειδικεύονται οι ενέργειες στις οποίες οι παραπάνω αναιρεσείοντες προέβησαν, προκειμένου να πραγματώσουν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω διωκομένου εγκλήματος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας η πληττόμενη απόφαση περιέλαβε σ` αυτή ειδικές και εκτενείς σκέψεις για το δόλο των ως άνω αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, δεχόμενη ότι αυτοί ήθελαν να συνδράμουν τους αυτουργούς , γνώριζαν ότι οι μεταφερόμενοι ήταν αλλοδαποί λαθρομετανάστες υπήκοοι Ιράκ και δεν διέθεταν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, είχαν δε εισέλθει στο Ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γνώση η οποία προκύπτει, από το σχεδιασμό της όλης επιχείρησης, αφού ξεκίνησαν όλοι μαζί οι κατηγορούμενοι, έξι (6) τον αριθμό, επαγγελματίες οδηγοί ταξί, βραδινές ώρες από την Αθήνα, οδηγώντας διαφορετικό ταξί έκαστος, από την εκτέλεση από αυτούς ( 1ο και 2ο αναιρεσείοντα) του έργου της επιτήρησης της περιοχής, καθ όν χρόνο οι παραπάνω αυτουργοί, τρεις (3) τον αριθμό, επιβίβαζαν στα ταξί τους, τους λαθρομετανάστες, διευκολύνοντας τους συγκ/νους τους στην παραλαβή και επιβίβαση των αλλοδαπών στα προαναφερθέντα αυτοκίνητα, ελέγχοντας την περιοχή και επικοινωνώντας μαζί τους με κινητά τηλέφωνα για την παρουσία της Αστυνομίας, ( βρέθηκαν κλήσεις στα κινητά τηλέφωνά τους) και τέλος συνοδεύοντας τα αυτοκίνητα στα οποία είχαν επιβιβαστεί οι λαθρομετανάστες, ακολουθώντας αυτά μέχρι και του χρόνου που συνελήφθησαν. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται τα ονόματα των λαθρομεταναστών και οι εκθέσεις σύλληψης αυτών, αφού αυτά δεν αποτελούν στοιχεία της κατηγορίας.Προσέτι αναφέρονται οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, α, 27 παρ.1 , 46 παρ.1β, 94 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρα 55 παρ. 1 εδ.α' του Ν. 2910/2001, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, ειδικότερα δε, τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. β'του Π.Κ, περί άμεσης συνέργειας. Επίσης αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του περί ενοχής, ήτοι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων, ενώ το γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά σε καθένα από αυτά δεν καθιστά την αιτιολογία ελλιπή.
Συνεπώς, ο από τον 1ο και 2ο των αναιρεσειόντων προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος, (1ος για τον 1ο αναιρεσείοντα και 2ος για τον 2ο αναιρεσείοντα) περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς όλες τις εκφάνσεις του ( άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ. ), είναι αβάσιμος κατ` ουσία και απορριπτέος. Ωσαύτως είναι απορριπτέος ο προβαλλόμενος από τον 2ο αναιρεσείοντα, 1ος αναιρετικός λόγος περί εσφαλμένης ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 46 παρ.1 περ. β'του Π.Κ (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'του Κ.Π.Δ.). Η επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, με την προϋπόθεση, ότι οι ισχυρισμοί, είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας και προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί (αυτοτελείς), είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Όταν προβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου, κατά τρόπο ορισμένο, ο αυτοτελής ισχυρισμός, το δικαστήριο οφείλει, εάν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του, διαλαμβάνοντας αρνητικά περιστατικά ειδικά και συγκεκριμένα, διαφορετικά ιδρύεται o αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ' Κ.Π.Δ. για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. B' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης ( σελ. 5-19 και 32-33) προκύπτει ότι ο πρώτος από τους ως άνω αναιρεσείοντες, Ι. Π., δεν προέβαλλε αυτοτελή ισχυρισμό, περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α', και ε' του ΠΚ.
Συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του εν λόγω ισχυρισμού, και ο σχετικός ( άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του Κ.Π.Δ.) λόγος αναίρεσης, του ως άνω αναιρεσείοντα, ότι κακώς απορρίφθηκε ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο συνήγορος του δεύτερου αναιρεσείοντος, Μ. Τ., προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί πλάνης, όπως αυτός αναλύθηκε στο κατά τα άνω σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, τον οποίο κατέθεσε γραπτώς και στη συνέχεια ανέπτυξε και προφορικά. Επίσης, προέβαλε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α'και ε' του Π.Κ. τον οποίο κατέθεσε γραπτώς και στη συνέχεια ανέπτυξε και προφορικά. Όπως προκύπτει, επίσης από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης ( σελ. 37), το δικαστήριο με σαφή και ειδική αιτιολογία απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό περί πλάνης, δεχθέν μεταξύ άλλων ότι " ο κατ/νος και οι συγκ/νοί του γνώριζαν ότι πρόκειται για λαθρομετανάστες, οι οποίοι δεν διέθεταν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, γι` αυτό είχαν λάβει τα μέτρα που προαναφέρθηκαν για να μη γίνουν αντιληπτοί από την αστυνομία κατά τη μεταφορά και προώθησή τους στη χώρα". Επίσης με σαφή και ειδική αιτιολογία απέρριψε και τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, περί ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α'και ε' του Π.Κ. (σελ.40-41). Τέλος με σαφή και ειδική αιτιολογία, (σελ.51), όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 82 παρ.2 Π.Κ, μετέτρεψε τις επιβληθείσες στους κατηγορούμενους ποινές, προς 10 Ευρώ ημερησίως, κατ` εφαρμογή των Υπουργικών αποφάσεων που διαλαμβάνονται στην παραπάνω αιτιολογία, σε συνδυασμό με το άρθρο 82 παρ.3 του Π.Κ. Επομένως, οι σχετικοί 3ος και 4ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του παραπάνω 2ου αναιρεσείοντα, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι λοιπές αιτιάσεις των ως άνω αναιρεσειόντων ( 1ου και 2ου) είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 20-1-2011, 21-1-2011, 31-1-2011 και 31-1-2011, αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 4/20-1-2011,4/21-1-2011, 814/1-2-2011και 815/1-2-2011 αντίστοιχα) των 1) Ι. Π. του Γ., 2) Μ. Τ. του Σ. 3) Ν. Μ. του Δ. και 4) Σ. Μ. του Κ. , αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 452/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ( Πλημ/των) που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Αλλοδαποί. Άμεση συνέργεια στην παράνομη μεταφορά - προώθηση στο εσωτερικό της χώρας υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξεως. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Ισχυρισμός περί πλάνης. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί. Απορρίπτει αίτηση. | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1514 /2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Π. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα περί αναιρέσεως της με αριθμό 2756/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία " G4S ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΞΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χαβρέ.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 203/11.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375§1 του ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα καθ' όν χρόνον βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 375§2 εδ. α του ΠΚ, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου, ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και, επί πλέον, ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, έχει όμως την κατοχή τους κατά την έννοια της διάταξης του άρθ. 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. Υπό την έννοια αυτή εντολέας είναι και η εταιρία, η οποία, με την προϋπάρχουσα ιδιότητα του εντολοδόχου, στο πλαίσιο οικείας συμβάσεως μεταξύ εκείνης και του Ελληνικού Δημοσίου ως κυρίου χρηματικών ποσών, έχει αναλάβει την ασφαλή μεταφορά των ίδιων χρηματικών ποσών και αναθέτει, στη συνέχεια, για την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της από την ίδια σύμβαση, σε υπάλληλό της την περαιτέρω εντολή της συνοδείας της χρηματαποστολής, την οποία εμπιστεύεται σ' αυτόν. Το γεγονός δε ότι ο τελευταίος και δράστης υπεξαιρέσεως συνδέεται με αυτήν με σύμβαση εργασίας δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως περαιτέρω εντολοδόχου της ως προς τη συλλογή και μεταφορά των χρηματικών ποσών, και ως κατόχου τους κατά τη συλλογή και μεταφορά τους αλλά και κατά την ιδιοποίησή τους, ούτε ασκεί επιρροή το ότι τα χρήματα δεν ανήκουν, κατά κυριότητα, στην εντολέα εταιρία, η οποία, σε κάθε περίπτωση, με την αρχική ιδιότητά της ως εντολοδόχου στην αρχική σύμβαση μεταφοράς, ευθύνεται έναντι του κυρίου των χρημάτων Ελληνικού Δημοσίου για τα οποιαδήποτε πταίσματα του εντολοδόχου υπαλλήλου της κατά την εκτέλεση της αρχικής εντολής, αλλά και πλήττεται αυτοτελώς με την τέλεση της προαναφερθείσας υπεξαίρεσης εκ μέρους του υπαλλήλου της που πλήττει την πίστη , τη φήμη και την αξιοπιστία της κατά την εκτέλεση του έργου της που προαναφέρθηκε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία "GROUP 4 SECURICOR Ιδιωτική Επιχείρηση παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Διαχείρισης Αξιών Α.Ε.", πράξη που τέλεσε με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος εργαζόταν από το 1997 στην εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "GROUP 4 SECURICOR Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Διαχείρισης Αξιών Α.Ε.", η οποία ασκούσε επιχείρηση ασφαλούς μεταφοράς με τεθωρακισμένα οχήματα ειδικού τύπου χρημάτων, αξιών, πολυτίμων λίθων, εγγράφων κ.λπ., ως εντεταλμένος συνοδός χρηματαποστολών. Με σύμβαση που είχε συνάψει η πολιτικώς ενάγουσα με το Ελληνικό Δημόσιο, είχε αναλάβει την υποχρέωση να συλλέγει σε καθημερινή βάση μετρητά και επιταγές από τα ταμεία μεγάλου αριθμού Δ.Ο.Υ. με τα οχήματά της και να τα μεταφέρει στο Εθνικό Νομισματοκοπείο στο Χολαργό - Αττικής. Όπως αποδείχθηκε τα τεθωρακισμένα οχήματα της πολιτικώς ενάγουσας συγκεντρώνονταν στο γκαράζ αυτής που βρισκόταν στην οδό ... στο ... και εκεί οι επικεφαλής συνοδοί των χρηματαποστολών των οχημάτων παρέδιδαν τους σάκους με τις αξίες στον εντεταλμένο συνοδό χρηματαποστολών, ο οποίος ήλεγχε το συνοδευτικό δελτίο κάθε σάκου και στη συνέχεια τοποθετούσε αυτοπροσώπως όλους του σάκους ανά δέκα σε ένα μεγαλύτερο συγκεντρωτικό σάκο, τον οποίο σφράγιζε ο ίδιος με μονοσήμαντη αριθμημένη ταινία - σφραγίδα ασφαλείας. Στη συνέχεια συνέτασσε συγκεντρωτικό δελτίο παραλαβής και παράδοσης, στο οποίο αναφερόταν το περιεχόμενο κάθε συγκεντρωτικού σάκου και μετά από αυτά παρέδιδε το συγκεντρωτικό σάκο και το δελτίο, το οποίο υπέγραφε ως παραδίδων, στον επικεφαλής συνοδό του τεθωρακισμένου οχήματος, ο οποίος μετέφερε τους συγκεντρωτικούς σάκους στο θησαυροφυλάκιο της πολιτικώς ενάγουσας, το οποίο βρισκόταν στη ... επί της οδού ..., προς φύλαξη. Την επομένη ημέρα οι σφραγισμένοι συγκεντρωτικοί σάκοι παραδίδονταν σε άλλον υπεύθυνο συνοδό χρηματαποστολής, ο οποίος με τεθωρακισμένο όχημα μετέφερε αυτούς στο χώρο του Εθνικού Νομισματοκοπείου στο Χολαργό, όπου τον ανέμενε ο συνάδελφός του, ο οποίος την προηγούμενη ημέρα είχε τοποθετήσει τους σάκους στους συγκεντρωτικούς σάκους και ο οποίος παραλάμβανε πάλι με άλλο δελτίο παραλαβής και παράδοσης, που εκδιδόταν από τον υπεύθυνο του θησαυροφυλακίου της πολιτικώς ενάγουσας τους συγκεντρωτικούς σάκους και τους πήγαινε ο ίδιος στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο του Εθνικού Νομισματοκοπείου, όπου αποσφραγιζόταν και ανοιγόταν από τον ίδιο και στη συνέχεια παρέδιδε έναν προς ένα του επιμέρους σάκους στους εντεταλμένους υπαλλήλους του Εθνικού Νομισματοκοπείου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 22-3-2001 και περί ώρα 16.50' ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατ' εντολή της πολιτικώς ενάγουσας παραλάμβανε στο γκαράζ αυτής τους σάκους που μετέφεραν εκεί τα τεθωρακισμένα οχήματα αυτής από τις διάφορες Δ.Ο.Υ., παρέλαβε από το υπ' αριθμ. Α 31 όχημα της πολιτικώς ενάγουσας τους τελευταίους σάκους της ημέρας, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. Λ 31 - 757/01 δελτίο παράδοσης και παραλαβής. Μεταξύ των τελευταίων σάκων περιλαμβάνονταν και δύο σάκοι προερχόμενοι από τη Δ.Ο.Υ. Κορωπίου, οι οποίοι έφεραν ταινίες ασφαλείας - σφραγίδες και από τους οποίους ο ένας περιείχε το χρηματικό ποσό των 20.905.000 δραχμών σε μετρητά και ο άλλος περιείχε επιταγές. Από τους σάκους αυτούς αυτός που περιείχε τα μετρητά, τοποθετήθηκε κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου σε συγκεντρωτικό σάκο μαζί με άλλους σάκους από άλλες Δ.Ο.Υ. και αφού τον σφράγισε ο ίδιος, συνέταξε ο ίδιος το υπ' αριθμ. ΤΕ 10694/01 δελτίο παραλαβής και παράδοσης και στη συνέχεια παρέδωσε το συγκεντρωτικό σάκο στο συνοδό του με αριθμό Α 26 οχήματος της πολιτικώς ενάγουσας, για να μεταφερθεί μαζί με άλλους συγκεντρωτικούς σάκους στο θησαυροφυλάκιο της πολιτικώς ενάγουσας, που αναφέρθηκε. Το όχημα αυτό με τους συγκεντρωτικούς σάκους έφθασε στο θησαυροφυλάκιο της πολιτικώς ενάγουσας την 17.40' ώρα και ο παραπάνω συγκεντρωτικός σάκος παραδόθηκε στον Ι. Κ., ο οποίος την ημέρα αυτή ήταν υπεύθυνος του θησαυροφυλακίου και ο οποίος την επομένη ημέρα το πρωί, δηλαδή την 23-3-2001, παρέδωσε τον προαναφερθέντα συγκεντρωτικό σάκο με το υπ' αριθμ. Α 16 0766/01 δελτίο παράδοσης και παραλαβής στο πλήρωμα του με αριθμό Α 8 οχήματος της πολιτικώς ενάγουσας, προκειμένου να μεταφερθεί στο Εθνικό Νομισματοκοπείο, όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος θα παραλάμβανε, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρθηκε, τους συγκεντρωτικούς σάκους, μεταξύ των οποίων και τον προαναφερθέντα συγκεντρωτικό σάκο. Μετά την παραλαβή του προαναφερθέντα συγκεντρωτικού σάκου από τον κατηγορούμενο και αφού διαπιστώθηκε ότι η σφραγίδα που είχε τεθεί από τον ίδιο επί αυτού ήταν ανέπαφη, ο ίδιος ο κατηγορούμενος έσπασε τη σφραγίδα στον ειδικά διαμορφωμένο για το σκοπό αυτό χώρο του Εθνικού Νομισματοκοπείου, προκειμένου να παραδώσει το περιεχόμενό του στους παριστάμενους υπαλλήλους του Εθνικού Νομισματοκοπείου. Μετά το πέρας της παράδοσης του περιεχομένου του παραπάνω συγκεντρωτικού σάκου διαπιστώθηκε ότι έλειπε ο σάκος της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου, ο οποίος περιείχε το χρηματικό ποσό των 20.905.000 δραχμών και ο οποίος έπρεπε να έχει εξαχθεί από τους πρώτους, γιατί, όπως αποδείχθηκε, ήταν από τους τελευταίους σάκους χρονικά που είχε παραλάβει την προηγουμένη ημέρα ο κατηγορούμενος. Όπως αποδείχθηκε όλη η διαδικασία της παραλαβής των σάκων από τις Δ.Ο.Υ. στις 22-3-2001 στο γκαράζ της πολιτικώς ενάγουσας, της συσκευασίας αυτών σε μεγαλύτερους συγκεντρωτικούς σάκους και της παράδοσης των τελευταίων προς μεταφορά στο θησαυροφυλάκιο της πολιτικώς ενάγουσας έγινε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και εξελίχθηκε ομαλά, χωρίς να υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα. Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της φύλαξης του επίμαχου συγκεντρωτικού σάκου στο θησαυροφυλάκιο της πολιτικώς ενάγουσας ουδεμία παραβίαση αυτού υπήρξε, πράγμα το οποίο επιβεβαιώθηκε από το ότι δεν βρέθηκε παραβιασμένη η σφραγίδα ασφαλείας που είχε τεθεί επί αυτού από τον κατηγορούμενο κατά την παραλαβή του στο Εθνικό Νομισματοκοπείο. Πράγματι στις 23-3-2001 που ο κατηγορούμενος παρέλαβε στον ειδικό χώρο του Εθνικού Νομισματοκοπείου τον επίμαχο συγκεντρωτικό σάκο έσπασε ο ίδιος τη σφραγίδα ασφαλείας που είχε τεθεί επί αυτού, χωρίς να διαπιστώσει παραβίαση αυτής. Στη συνέχεια αυτός άρχισε την παράδοση του περιεχομένου του, δηλαδή των σάκων που είχε τοποθετήσει μέσα σ' αυτόν ο ίδιος. Στη διάρκεια της διαδικασίας αυτής διαπιστώθηκε ότι έλειπε ο σάκος της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου που αναφέρθηκε. Από το γεγονός ότι η παράδοση και η παραλαβή τόσο του σάκου της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου που απωλέσθηκε, όσο και του συγκεντρωτικού σάκου, μέσα στον οποίο τοποθετήθηκε αυτός (σάκος της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου) κατά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, πραγματοποιήθηκαν, όπως αποδείχθηκε, κανονικά με απαραβίαστες τις σφραγίδες ασφαλείας που είχαν τοποθετηθεί σ' αυτούς σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στις 22-3-2001 ο κατηγορούμενος ήταν το μόνο πρόσωπο, το οποίο ως εντεταλμένος από την πολιτικώς ενάγουσα, είχε την αποκλειστική ευθύνη για την παραλαβή των επί μέρους σάκων και την εν συνεχεία συσκευασία αυτών σε συγκεντρωτικούς σάκους και τη σφράγιση αυτών (συγκεντρωτικών σάκων), πράγμα το οποίο και έκανε πράγματι αυτός μόνος του, χωρίς τη συμμετοχή άλλου προσώπου, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο σάκος της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου που απωλέσθηκε, δεν τοποθετήθηκε από τον κατηγορούμενο στο συγκεντρωτικό σάκο, αλλά παρακρατήθηκε από αυτόν με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του περιεχομένου του ήτοι του ποσού των 20.905.000 δραχμών, πράγμα το οποίο και έκανε αυτός, αφού ούτε ο επίμαχος σάκος, ούτε το παραπάνω ποσό βρέθηκαν ποτέ. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι ο κατηγορούμενος μετά το πέρας στη εργασίας του στις 22-3-2001 επέστρεψε εκ νέου στο χώρο του γκαράζ της πολιτικώς ενάγουσας μετά από μιάμιση ώρα περίπου και πήρε ένα μοτοποδήλατο, το οποίο χρησιμοποιείται για τη μεταφορά μικροαντικειμένων και το οποίο είχε ζητήσει από τον υπεύθυνο των οχημάτων της εταιρείας να του δοθεί, χωρίς να δικαιολογήσει για ποιο λόγο χρειάσθηκε το μοτοποδήλατο αυτό και το σπουδαιότερο χωρίς να δικαιολογήσει το λόγο για τον οποίο δεν πήρε το μοτοποδήλατο αμέσως μετά το πέρας της εργασίας του, αλλά επέστρεψε μιάμιση ώρα αργότερα στο γκαράζ και το πήρε. Δεν ανατρέπεται δε η κρίση αυτή του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι ο συγκεντρωτικός σάκος, στο οποίο ο κατηγορούμενος έπρεπε να έχει τοποθετήσει το σάκο που απωλέσθηκε, έφερε ένα μικρό σκίσιμο στο κάτω μέρος, γιατί αποδείχθηκε, αφενός μεν ότι το σκίσιμο αυτό ήταν πολύ μικρό και δεν χωρούσε να περάσει από αυτό ο σάκος που απωλέσθηκε και αφετέρου ότι ο σάκος που απωλέσθηκε είχε παραληφθεί τελευταία και συνεπώς δεν μπορεί να τοποθετήθηκε στο κάτω μέρος του συγκεντρωτικού σάκου. Η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος του εγκλήματος αυτού ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375§§2 και 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση α) ότι το ως άνω ποσό των 20.909.000 δρχ. περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου και ο τρόπος με τον οποίο περιήλθε αυτό, β) ότι ο τελευταίος το ιδιοποιήθηκε παράνομα, γ) ότι η αξία του ποσού που υπεξαιρέθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και δ) ότι το ποσό αυτό περιήλθε στον κατηγορούμενο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας και σε τι συνίστατο η εντολή αυτή. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά τη συνοδεία των χρηματαποστολών, ενεργούσε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ως (περαιτέρω) εντολοδόχος της (αρχικής εντολοδόχου του Ελληνικού Δημοσίου) πολιτικώς ενάγουσας, έναντι της οποίας και ευθυνόταν για τη συλλογή των χρηματικών ποσών που εμπιστεύθηκαν σ' αυτόν και την παράδοση των σάκων στο Εθνικό Νομισματοκοπείο, καμιά δε έννομη επιρροή δεν ασκεί το ότι τα χρήματα που υπεξαιρέθηκαν ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο. β) Αιτιολογείται η περιέλευση του σάκου που υπεξαιρέθηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τις παραδοχές ότι, κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου, αυτός είχε παραλάβει και τον επίδικο σάκο και μάλιστα ο σάκος αυτός ήταν από τους τελευταίους που είχε παραλάβει στις 22.3.2001, και ότι ο σάκος αυτός τοποθετήθηκε στον συγκεντρωτικό σάκο, τον οποίο σφράγισε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. γ) Αιτιολογείται η παράνομη ιδιοποίηση με την παραδοχή ότι ο εν λόγω σάκος δεν βρέθηκε μέσα στο συγκεντρωτικό, κατά το άνοιγμα αυτού, ενώ την παραλαβή των επί μέρους σάκων και τη συσκευασία τους ενεργούσε μόνος του ο κατηγορούμενος, επαρκώς δε στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού με τις σκέψεις που εκτίθενται στο τέλος του σκεπτικού, όπως αυτές αναφέρονται παραπάνω. δ) Αιτιολογείται η έννομη σχέση που συνέδεε τον κατηγορούμενο με την πολιτικώς ενάγουσα, ότι, δηλαδή, εργαζόταν αυτός σ' εκείνην ως εντεταλμένος συνοδός χρηματαποστολών, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο όφειλε να ενεργεί, όπως δε αναφέρθηκε η εργασιακή του με αυτήν σχέση δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως (περαιτέρω) εντολοδόχου όσον αφορά τη συλλογή και μεταφορά των σάκων, την οποία του είχε αναθέσει η εγκαλούσα και όχι το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή, άλλως ερμηνεία, των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 375§ 1, 2 του ΠΚ και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 2172/1993, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως, αυτή, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 του ΚΠοινΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Στη δήλωση του εκπροσώπου του νομικού προσώπου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθ. 407/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και των ενσωματωμένων σ' αυτή πρακτικών, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίστηκε ο Π. Α., κάτοικος ..., ο οποίος δήλωσε ότι είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Group 4 SECURICOR Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας και Διαχείρισης Αξιών Ανώνυμη Εταιρεία" με τον διακριτικό τίτλο "G4S CASH SERVICES S.A.", η οποία παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του κατηγορουμένου και ζητά χρηματική ικανοποίηση σαράντα (40) ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης που της προκλήθηκε από την κρινόμενη πράξη του και ότι διορίζει πληρεξούσιο της ως άνω εταιρείας τον παρόντα δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Χαβρέ, ο οποίος δήλωσε ότι αποδέχεται τον διορισμό του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα το ανωτέρω ποσό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπου ήχθη κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Χαβρές, ο οποίος δήλωσε ότι ο Κ. Σ., ο οποίος είναι παρών και ο οποίος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "G4S Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας και Διαχείρισης Αξιών Ανώνυμη Εταιρεία" με τον διακριτικό τίτλο "G4S CASH SERVICES S.A.", τον διορίζει, σύμφωνα με το από 13-10-2010 πρακτικό συνεδρίασης της παραπάνω εταιρίας, το οποίο αναγνώσθηκε, πληρεξούσιο δικηγόρο της παραπάνω εταιρείας και ότι αυτή είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και της επιδικάσθηκε το χρηματικό ποσό των 40 ευρώ, που είχε ζητήσει, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία έπαθε από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου, για την οποία κατηγορείται αυτός, επιφυλάχθηκε δε να ζητήσει μεγαλύτερο ποσό στα πολιτικά Δικαστήρια και ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και στο Δικαστήριο τούτο και ζητάει την επιδίκαση του ίδιου ποσού ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία έπαθε από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου. Η δήλωση αυτή της παθούσας εταιρίας είναι νόμιμη και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να γίνει ιδιαίτερη εξειδίκευση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης, γιατί είναι φανερό ότι αυτή αναφέρεται στον αντίκτυπο που έχει η άδικη πράξη της υπεξαιρέσεως, την οποία φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων, κατά την εκτέλεση της εντολής προς συλλογή και μεταφορά των σάκων με τα χρηματικά ποσά των διαφόρων Δ.Ο.Υ., στην πίστη, το κύρος, τη φήμη και την υπόληψη της εν λόγω εταιρίας με την εμφάνισή της να μην ασκεί την δέουσα εποπτεία επί των υπαλλήλων της, ενόψει και του σκοπού της εταιρίας (μεταφορά χρημάτων με τεθωρακισμένα οχήματα), οπότε η ζημία που υπέστη αυτή δεν είναι έμμεση, αλλά άμεση συνέπεια της πράξεως της υπεξαιρέσεως από μέρους του κατηγορούμενου υπαλλήλου της, τοσούτω μάλλον, καθόσον η πολιτικώς ενάγουσα είχε άμεση υποχρέωση αποζημιώσεως του Ελληνικού Δημοσίου για την μη απόδοση του χρηματικού ποσού που υπεξαιρέθηκε, όσο και αξίωση κατά του δράστη για ανόρθωση της οποιασδήποτε ζημίας της. Ούτε ήταν αναγκαίο, εφόσον η δήλωση επαναλήφθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίθηκε αυτή στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στην έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πολιτικώς ενάγουσας, γιατί α) δεν περιλαμβάνεται στη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, β) δεν αναφέρεται σε τι συνίστατο η ηθική βλάβη και ποιο ήταν το έννομο αγαθό που βλάφθηκε και γ) η ζημία της πολιτικώς ενάγουσας ήταν έμμεση, αφού αμέσως ζημιωθείσα ήταν η Δ.Ο.Υ. Κορωπίου, στην οποία ανήκε το ποσό που υπεξαιρέθηκε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, η οποία συνίσταται στο ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως χωρίς να διαπιστώσει αν ο φερόμενος ως εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας Κ. Σ. ήταν πράγματι παρών, ώστε να δύναται να διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά αρκέστηκε στη δήλωση του δικηγόρου Ιωάννη Χαβρέ ότι ο ανωτέρω ήταν παρών. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι κατά της παραστάσεως της πολιτικώς ενάγουσας δεν προβλήθηκε αντίρρηση. Το γεγονός δε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας, ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο, ενδεχομένως δεν ήταν παρών κατά τη νομιμοποίηση της πολιτικώς ενάγουσας δημιουργεί μόνο σχετική ακυρότητα, η οποία, εφόσον δεν προτάθηκε μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έχει καλυφθεί (άρθρο 173§1 του ΚΠοινΔ) και, επομένως, το Δικαστήριο, με το να μη διαπιστώσει ότι ο τελευταίος ήταν πράγματι παρών, δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια και μάλιστα σ' αυτήν της υπερβάσεως εξουσίας (ανεξαρτήτως του ότι αυτή, κατ' άρθρο 510§1 στοιχ Η περ. γ του ΚΠοινΔ, υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο έκρινε για την πολιτική αγωγή παραβαίνοντας αυτά που ορίζουν τα άρθρα 65§1 και 66§1) Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21 Ιανουαρίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 624/2011) αίτηση του Χ. Π. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2756/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 4η Οκτωβρίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη υπαλλήλου εταιρίας, εντεταλμένου για τη συνοδεία χρηματαποστολών, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο. Η εταιρία, η οποία, με την ιδιότητα του εντολοδόχου στο πλαίσιο οικείας συμβάσεως μεταξύ εκείνης και του Ελληνικού Δημοσίου ως κυρίου χρηματικών ποσών, έχει αναλάβει την ασφαλή μεταφορά των ποσών αυτών και αναθέτει, στη συνέχεια, σε υπάλληλο της την περαιτέρω εντολή της συνοδείας της χρηματαποστολής, θεωρείται εντολέας του υπαλλήλου της. Η ιδιότητα του υπαλλήλου ως (περαιτέρω) εντολοδόχου της εταιρίας δεν αίρεται από το ότι αυτός συνδεόταν με εκείνην με σύμβαση εργασίας ούτε από το ότι το ποσό που υπεξαιρέθηκε ανήκε, κατά κυριότητα, στο Δημόσιο. Πότε είναι άκυρη η δήλωση παραστάσεως της πολιτικής αγωγής. Δήλωση από νομικό πρόσωπο. Ορθή παράσταση της εταιρίας ως πολιτικώς ενάγουσας, αφού αυτή ήταν αμέσως ζημιωθείσα από την πράξη της υπεξαιρέσεως, λόγω του αντίκτυπου της πράξεως στη φήμη και την υπόληψη της και του ότι αυτή θα είχε άμεση υποχρέωση αποζημιώσεως του Δημοσίου. Η μη διαπίστωση ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο, ήταν παρών κατά την εκδίκαση της υποθέσεως δεν θεμελιώνει ούτε ακυρότητα της διαδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε μέχρι να εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη αιτήσεως. | null | null | 2 |
Αριθμός 1513/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Κ. ή Κ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 3329/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 599/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 16 Ιουνίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα Κ. Γ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, αντίγραφο δε της κλήσεως αυτής, όπως προκύπτει από το από 10 Ιουνίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., επιδόθηκε και στη δικηγόρο Αθηνών Μαρία Δημοπούλου, την οποία ο αναιρεσείων όρισε ως αντίκλητο. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 27 Απριλίου 2011 αίτηση του Χ. Κ. ή Κ. του Κ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της 3329/2011 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1512/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 5612/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 406/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 42 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3346/2005, ο μηνυτής κατά την υποβολή της μηνύσεως ενώπιον κάθε αρμόδιας αρχής καταθέτει παράβολο υπέρ του δημοσίου ποσού δέκα (10) ευρώ. Το ύψος του ποσού του παραβόλου αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 του ν.3659/2008 με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Ο μηνυτής κατά την υποβολή της μήνυσης ενώπιον κάθε αρμοδίας αρχής καταθέτει με ποινή του απαράδεκτου αυτής παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού δέκα (10) ευρώ". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η κατά του αναιρεσείοντος έγκληση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5612/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υποβλήθηκε στις 7.4.2008 χωρίς να κατατεθεί το άνω παράβολο, ήτοι υποβλήθηκε πριν από την αντικατάσταση της ανωτέρω διατάξεως με το άρθρο 69 του ν. 3659/2008 που άρχισε να ισχύει την 6.6.2008 χωρίς να έχει αναδρομική ισχύ. Κατά τον χρόνο αυτό της καταθέσεως της εγκλήσεως, η μη καταβολή του άνω παραβόλου, δεν δημιουργούσε απαράδεκτο αυτής αφού τέτοια κύρωση δεν προβλεπόταν από την ισχύουσα διάταξη του αρθρ. 34 παρ. 1 του Νόμου 3376/2005 και συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, λόγω της εξετάσεως της ουσίας της υποθέσεως καίτοι η έγκληση είχε υποβληθεί κατά απαράδεκτο τρόπο είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικαστεί το αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό πρωτοκόλλου 2336/14.3.2011 αίτηση του κατηγορουμένου Ν. Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 5612/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Μήνυση. Κατά την υποβολή της μηνύσεως ο μηνυτής κατέβετε παράβολο υπέρ τον Δημοσίου ποσού δέκα (10) ευρώ το οποίο αναπροσαρμοζόταν με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομιών και Δικαιοσύνης όχι επί ποινή απαραδέκτου. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ. 4 του άρθρου 42 ΚΠΔ με το άρθρο 69 Ν. 3699/2008 η μη κατάθεση παραβόλου αυτού επιφέρει απαράδεκτο της μήνυσης. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης διότι πριν την άνω αντικατάσταση δεν δημιουργούνταν απαράδεκτο από τη μη κατάθεση του παραβόλου. | null | null | 1 |
Αριθμός 1511/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 76593/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 349/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 8 Ιουλίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα Β. Κ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, αντίγραφο δε της κλήσεως αυτής, όπως προκύπτει από το από 19 Απριλίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. επιδόθηκε και στον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Σωτηρόπουλο, τον οποίο ο αναιρεσείων όρισε ως αντίκλητο. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 26 Ιανουαρίου 2011 αίτηση του Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 76.593/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 0 |
ΑΡΙΘΜΟΣ 1508/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Λ. του Α. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 365/2010 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενους τους:1)Κ. Π. του Γ. , 2) Δ. Μ. του Ι. .
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 69/11.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.1 του ν. 1428/1984 " Η εκμετάλλευση των δημοτικών, κοινοτικών και ιδιωτικών λατομείων, καθώς και των λατομείων των ν.π.δ.δ., επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας εκμεταλλεύσεως, που χορηγεί ο νομάρχης . . ", κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ιδίου νόμου, όπως αντικ. με το άρθρο 8 του ν. 2702/1999, " Όποιος εκμεταλλεύεται ή εξορύσσει ή αποκομίζει αδρανή υλικά, μάρμαρα ή βιομηχανικά ορυκτά χωρίς να έχει αποκτήσει σχετικό δικαίωμα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με τις διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 5 του ν. 5895/1933 και με πρόστιμο από πέντε εκατομμύρια (5.000.000) έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δρχ., που επιβάλλεται με απόφαση του Επιθεωρητή Μεταλλείων. . .".
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται αναλυτικά ένα προς ένα όλα τα αποδεικτικά μέσα και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 365/2010 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία και, ειδικότερα, τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν και τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και από τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν τα εξής: Η εταιρία "ΑΦΟΙ Λ. ΑΤΕΒΕ" δραστηριοποιείται στην εξόρυξη αδρανών υλικών τα οποία ακολούθως εκμεταλλεύεται. Προς τούτο νόμιμη άδεια λειτουργίας λατομείου στη θέση "... " της κτηματικής περιφέρειας του δ.δ. ... , αφενός μεν σε ιδιωτική έκταση, αφετέρου δε σε μισθωμένη έκταση. Νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο ο πρώτος των κατηγορουμένων. Ο τρίτος κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος της εταιρίας, υπεύθυνος της λειτουργίας του λατομείου και της διακίνησης των εκρηκτικών της εταιρίας. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν εργαζόμενος της εταιρίας με την ιδιότητα του γομωτή-πυροδότη. Στις 17.12.2003 διενήργησε αυτοψία στους χώρους του λατομείου ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Βιομηχανίας και Ορυκτού πλούτου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων Κ. Ζ. , μαζί με τον υπάλληλο της ίδιας υπηρεσίας Χ. Τ. . Κατά την αυτοψία διαπιστώθηκε ότι σε περιοχή εκτός της σαφώς οριοθετημένης έκτασης του λατομείου και σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων από την επίσης νομίμως λειτουργούσα μονάδα παραγωγής άσφαλτο μείγματος της ίδιας εταιρίας, γινόταν εργασίες εξόρυξης λατομικών υλικών. Συγκεκριμένα υπήρχε ειδικό κρουστικό μηχάνημα το οποίο γινόταν θραύση μεγάλων βράχων και ακολούθως το υλικό μεταφέρονταν με ειδικά φορτηγά αυτοκίνητα (τάμπερ) στο σπαστοτριβείο του λατομείου, ώστε να γίνει χαλίκι. Για την εξόρυξη και αποκομιδή των αδρανών υλικών από τον εκτός του λατομείου ως άνω χώρο, δεν είχε άδεια η εταιρία και παράνομα εκτελούσε τις εργασίες αυτές, ήταν δε γνωστό ότι η περιοχή αυτή ήταν εκτός του λατομείου δεδομένου ότι ο χώρος του όπως προαναφέρθηκε ήταν σαφώς οριοθετημένος. Κατά το ανωτέρω χρόνο δεν είχε δοθεί ακόμη η άδεια για την επέκταση της μονάδας σκυροδέματος, ώστε να γίνονται εργασίες διαμορφώσεως του χώρου της, ούτε είχε υποβληθεί η σχετική αίτηση. Για τη μεταφορά δε των λατομικών υλικών στο σπαστοτριβείο του λατομείου καταθέτει με βεβαιότητα ο ανωτέρω Διευθυντής της Διεύθυνσης Βιομηχανίας και' Ορυκτού" πλούτου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων Κ. Ζ. , ο οποίος παρακολούθησε την κίνηση και κατεύθυνση των φορτηγών μετά τη φόρτωση τους και ο δρόμος που ακολουθούσαν οδηγούσε μόνο στο σπαστοτριβείο. Αλλωστε η εξόρυξη και αποκομιδή; αδρανών υλικών από το χώρο αυτό δεν επιτρεπόταν αφού δεν υπήρχε σχετική άδεια, ανεξαρτήτως για ποιο λόγο αυτά λαμβάνονταν. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων,-με- τις ανωτέρω Ιδιότητες τους, που εκτελούσαν τις εργασίες αυτές για λογαριασμό και προς όφελος της προαναφερόμενης εταιρίας, δίνοντας τις σχετικές εντολές στους εργαζόμενους με την εκτέλεση τους, διέπραξαν την πρώτη πράξη που τους αποδίδεται της παράνομης εκμετάλλευσης λατομείου, παράνομης εξόρυξης και αποκομιδής εξ αυτού αδρανών υλικών και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι γιαυτήν" Στη συνέχεια το ως άνω Εφετείο κήρυξε ένοχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο για το ότι: "Στην τοποθεσία "... " του Δ.Δ. ... , στις 17.12.2003, (ο κατηγορούμενος Α. Λ. ) ως υπεύθυνος-εκμεταλλευτής της εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Α. Λ. ΑΤΕΒΕ" και ο κατηγορούμενος Δ. Μ. ως επιβλέπων τη λειτουργία του λατομείου της παραπάνω εταιρίας, προέβησαν στην παράνομη εκμετάλλευση του λατομείου και στην παράνομη εξόρυξη αδρανών υλικών, χωρίς νόμιμη άδεια και εκτελούσαν λατομικές εργασίες (εξόρυξη αδρανών υλικών), σε απόσταση 50-60 μέτρων από μονάδας ασφαλτομίγματος, σε χώρο που δεν υφίστατο δικαίωμα εξόρυξης".
Με βάση τα παραπάνω, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα αποδεικτικά μέσα, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξεως της παράνομης εκμετάλλευσης λατομείου και παράνομης εξόρυξης αδρανών υλικών, χωρίς νόμιμη άδεια σε χώρο που δεν υφίστατο δικαίωμα εξόρυξης, για την οποία πράξη κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Αφοι Α. Λ. ΑΤΕΒΕ", αλλά και ως υπεύθυνος- εκμεταλλευτής της εταιρείας αυτής, εκτίθεται οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις,( 26 παρ.1α, 27 παρ.1 ΠΚ, 1,2,3,9,16 παρ.1 του ν. 1428/1984, όπως τροπ. με το άρθρο 8 του ν. 2702/1999), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσης. Το παραπάνω αιτιολογικό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, αναφερόμενο και συμπληρούμενο παραδεκτά και από το διατακτικό. Ειδικότερα, προσδιορίζεται σαφώς στην απόφαση, με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, κατά το χρόνο της παράνομης εξόρυξης αδρανών υλικών από χώρο για τον οποίο δεν υφίστατο η απαιτούμενη από το νόμο σχετική άδεια και δικαίωμα εξόρυξης εκ μέρους της ανώνυμης εταιρείας " Αφοι Α. Λ. ΑΤΕΒΕ", ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας, αλλά και υπεύθυνος εκμεταλλευτής της εταιρείας αυτής, το δε γεγονός ότι ο συγκαταδικασθείς για την ιδία παράβαση κατηγορούμενος υπάλληλος της εταιρείας Δ. Μ. , είχεν οριστεί ως αποκλειστικά υπεύθυνος και επιβλέπων της λειτουργίας του λατομείου και της εξόρυξης διακίνησης των εκρηκτικών της εταιρείας, βάσει πρακτικού της εταιρείας αυτής, δεν αναιρεί και την ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος, αφού αρκεί κατά το νόμο που προεκτέθηκε η άνω ιδιότητα του υπεύθυνου εκμεταλλευτή για τον καταλογισμό της πράξεως και αυτός δε επιπλέον, σύμφωνα με τις παραδοχές, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα, υπό την παραπάνω ιδιότητά του, μαζί με τον υπάλληλο Δ. Μ. , εκτελούσαν τις εργασίες εξόρυξης για λογαριασμό και προς όφελος της εταιρείας, σε χώρο μακράν της μονάδας και για τον οποίο δεν υφίστατο άδεια και δικαίωμα εξόρυξης, δίνοντας τις σχετικές εντολές στους εργαζόμενους. Ήτοι, εκτός από νόμιμος εκπρόσωπος της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας που προέβη στην παράνομη εξόρυξη αδρανών υλικών, ήταν και υπεύθυνος εκμεταλλευτής της εταιρείας αυτής που έδιδε τις εντολές εξόρυξης στους εργαζόμενους, κατά δε τον παραβιασθέντα ως παραπάνω ν.1428/1984, τιμωρείται όποιος εκμεταλλεύεται ή εξορύσσει ή αποκομίζει αδρανή υλικά, μάρμαρα ή βιομηχανικά ορυκτά χωρίς να έχει αποκτήσει σχετικό δικαίωμα. Η αιτίαση ότι δεν καθίσταται βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το άνω αναγνωσθέν 227/2003 πρακτικό Δ.Σ. της εταιρείας, που ορίζει ως υπεύθυνο για τις εξορυκτικές δραστηριότητες τον ανωτέρω υπάλληλό της, είναι απορριπτέα, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η αποδεικτική βαρύτητα και η αξιοποίηση των μέσων αποδείξεως ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η μη ειδική αναφορά στο αιτιολογικό του παραπάνω πρακτικού, δεν υποδηλώνει ότι το δικαστήριο, το αγνόησε ή δεν το έλαβε υπόψη του και δεν το συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο μοναδικός προβαλλόμενος λόγος του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2010 αίτηση του Α. Λ. του Α. για αναίρεση της 365/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Παράνομη εξόρυξη λατομείου από υπεύθυνο ΑΕ. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως. | null | null | 2 |
Αριθμός 1509/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ζ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 961/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Απριλίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 996/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 28-9-2010 και 6-10-2010 αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων του Ειρηνοδικείου Ιλίου, Ι. Μ. και της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα και ο αντίκλητος δικηγόρος της, αντίστοιχα, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 8 Μαρτίου 2011.
Τότε, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσείουσα όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 26-4-2010 αίτηση της αναιρεσείουσας, Ζ. Κ. του Θ., για αναίρεση της με αριθμό 961/2010 απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος). | null | null | 2 |
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.