text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1506/201
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε.-Λ. Ν. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλεφτοδήμο περί αναιρέσεως της 7753/2010 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 266/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ.1,2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή και εικοσαήμερη, αν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο οικείο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ.3 του άρθρου 473 ΚΠΔ.
Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο. Στην περίπτωση όμως αυτή εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει, όπως συνάγεται από τα άρθρα 474 παρ.2 και 509 του ΚΠΔ, να διαλάβει στη έκθεση ή τη δήλωση, κατά περίπτωση, ασκήσεως του ενδίκου μέσου, περιστατικά ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, τα οποία ήταν γνωστά σε αυτόν όταν άσκησε την αναίρεση, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά το ένδικο μέσο είναι εκπρόθεσμο και απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εκ του λόγου δε απορρίψεως του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου, γιατί δεν αναφέρονται στο δικόγραφο ασκήσεως οι ανωτέρω λόγοι που δικαιολογούν το εκπρόθεσμο, δεν παραβιάζεται το, κατ άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και δη της ασκήσεως ενδίκου μέσου και προσφυγής σε ανώτερου βαθμού δικαστήριο, αφού η απαίτηση να διαλαμβάνονται οι λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση στο δικόγραφο του ενδίκου μέσου επιβάλλεται από λόγους ορθού χειρισμού της υποθέσεως και συγκεκριμένα για να έχει το δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα περί του παραδεκτού ή μη της ασκήσεως αυτού, η έρευνα του οποίου και προηγείται της κατ ουσία κρίσεως των λόγων του και να δυνηθεί ο Εισαγγελέας να εκτιμήσει τους προβαλλόμενους λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος και να προτείνει σχετικώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας που αναφέρθηκε του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα της ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως στο ακροατήριο ή με υπόμνημα είναι απαράδεκτη .Εάν όμως εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο αγνοούσε, κατά την άσκησή του, το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, μπορεί να τον προτείνει και μεταγενεστέρως μέχρι τη συζήτηση του ενδίκου μέσου στο ακροατήριο και όταν το δικαστήριο συνεδριάζει αν εμφανισθεί σε αυτό ή και με υπόμνημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει ο Άρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της ασκηθείσας αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως 7753/2010 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δημοσιεύθηκε στις 20-9-2010, χωρίς την παρουσία του αναιρεσείοντος, αλλά νόμιμα εκπροσωπούμενου με εξουσιοδοτημένο δικηγόρο, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο καταχωρήσεων του άνω δικαστηρίου στις 17-1-2011 με αριθμό καταχωρήσεως 427 (βλ. από 17-2-2011 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του οικείου τμήματος του Εφετείου Αθηνών). Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, μετά από γραπτή παραγγελία του συνηγόρου του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου σε δικαστικό επιμελητή για επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 8-2-2011, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (βλ. επισημείωση επί του αντιγράφου της του διενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή και καταχώρηση επ' αυτής του 276/8-2-2011 αριθμού πρωτοκόλλου της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου), δηλαδή μία ημέρα μετά την πάροδο της κατά νόμο απαιτούμενης 20ημερης εν προκειμένω, κατά τα λεχθέντα στην νομική σκέψη, προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο οικείο βιβλίο του Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει, στο δικόγραφο της δηλώσεως αναιρέσεώς του, κανένα λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Το πρώτον, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης δηλώσεως αναιρέσεώς του στο ακροατήριο, κατά την οποία και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, προφορικώς, αλλά και με το έγγραφο υπόμνημά του, ισχυρίζεται ότι, από λόγο ανωτέρας βίας και δη για το λόγο ότι την προηγούμενη ημέρα της 7-2-2011,τελευταία ημέρα της 20ήμερης προθεσμίας που είχε, μέσα στο νόμιμο ωράριο, όταν μετέβη ο εντεταλμένος δικαστικός επιμελητής στον Άρειο Πάγο, για να επιδώσει εμπρόθεσμα τη δήλωση αναιρέσεως στον Εισαγγελέα, δεν επιτρεπόταν η είσοδος στο κτίριο του Αρείου Πάγου σε κανέναν, από ώρας 13.00 μέχρι πέρατος του ωραρίου, λόγω απειλής τοποθέτησης βόμβας από τρομοκράτες και έτσι δικαιολογημένα δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως την αναίρεση. Ο ισχυρισμός αυτός, που αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας και ανυπερβλήτου κωλύματος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, την επομένη ημέρα της 8-2-2011 που ασκήθηκε εκπρόθεσμα πλέον η αναίρεση και που δικαιολογούσε την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, ήταν πλέον γνωστός στον συντάξαντα την αναίρεση δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που είχε την ευθύνη της εμπρόθεσμης ασκήσεως, ο οποίος και θάπρεπε με εξειδιασμένη επιμέλεια, εφόσον επέλεξε να ασκείσει την ένδικη αίτηση αναιρέσεως την τελευταία ημέρα της προθεσμίας που έπρεπε να ασκηθεί, να παρακολουθεί την εμπρόθεσμη εκτέλεση της εντολής του προς το όργανο επιδόσεως και να συμπληρώσει στο σώμα του δικογράφου αναιρέσεως τον παραπάνω απρόβλεπτο λόγο που δικαιολογούσε το εκπρόθεσμο και να επικαλεσθεί συγχρόνως και τα αποδεικτικά του μέσα, ώστε να διερευνηθεί από το παρόν δικαστήριο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. πρωτ. 1057/8-2-2011 δήλωση του Ε.-Λ. Ν. του Θ. περί αναιρέσεως της με αριθμό 7753/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2011?.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής Βεβαίωση και παθητική Δωροδοκία κατ' εξακολούθηση. Εκπρόθεσμη, η αναίρεση που ασκήθηκε με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μία ημέρα μετά την εκπνοή της νόμιμης, κατ' άρθρο 473 παρ. 1, 2 ΚΠΔ 20ήμερης προθεσμίας. Τα περιστατικά ανωτέρας βίας και ανυπερβλήτου κωλύματος, που συνιστούν και το κλείσιμο του κτιρίου του Αρείου Πάγου, λόγω απειλής τοποθέτησης βόμβας την τελευταία ημέρα του 20ημέρου, πρέπει, όπως συνάγεται από τα άρθρα 474 παρ.2 και 509 ΚΠΔ, να διαλαμβάνονται στη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, διότι αυτά ήταν ήδη γνωστά σε αυτόν και τον συνήγορο του κατά την επομένη ημέρα που άσκησε την αναίρεση εκπρόθεσμα, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά το ένδικο μέσο είναι εκπρόθεσμο και απορρίπτεται ως απαράδεκτο και δεν μπορεί παραδεκτά να προτείνει τον ανωτέρω λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος και μεταγενεστέρως κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου στο ακροατήριο ή με υπόμνημα.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1505/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ιωαννίδη, περί αναιρέσεως της 11310/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον P. F. του R., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 259/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του P. P. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα. Συγκεκριμένα, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, συνίσταται στο ότι "... είχε επεκτείνει την ηλεκτρική εγκατάσταση της ισογείου κατοικίας του στον αυθαιρέτως κατασκευασθέντα πρώτο όροφο χωρίς την έγκριση της ΔΕΗ, κατά παράβαση των διατάξεων του κανονισμού εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων και ακολούθως δεν είχε μεριμνήσει για την συντήρηση, αυτού ώστε να εξασφαλίζονται οι στοιχειώδεις συνθήκες ασφαλείας, με αποτέλεσμα κατά την ανωτέρω ημερομηνία, ο P. P., που είχε προσληφθεί ... και εργαζόταν στο πρόσθιο μέρος της βεράντας του ορόφου για την κοπή κλαδιών υπό συνθήκες υγρασίας λόγω προηγηθείσας βροχόπτωσης, κρατώντας μικρό σιδερένιο εργαλείο (κλαδευτήρι), στηριζόμενος σε σιδηροκατασκευή στην οποία υπήρχαν καλώδια για χριστουγεννιάτικα λαμπάκια και από την οποία αιωρείτο φθαρμένο ηλεκτρικό καλώδιο για φωτισμό βεράντας, να υποστεί ηλεκτροπληξία, με σημείο εισόδου του ηλεκτρικού ρεύματος την ονυχοφόρο φάλαγγα του μεγάλου δακτύλου του δεξιού άκρου ποδός, γεγονός που συνδέεται αιτιωδώς με τον θάνατο του και καταδεικνύει ότι είχε έλθει σε επαφή με ηλεκτροφόρο στοιχείο στο οποίο υπήρχε διαρροή ρεύματος". Στο σκεπτικό δε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος στις 29 - 12 - 2005 στη Ν. Πέραμο Αττικής (Λουτρόπυργο) από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του, τον θανάσιμο τραυματισμό του P. P., τον οποίο απασχόλησε για το κλάδεμα περικοκλάδας σε πέργκολα της εμπρόσθιας βεράντας της οικίας του. Η αμέλεια του κατηγορουμένου συνίσταται στο γεγονός ότι είχε προβεί σε πρόχειρη και επικίνδυνη επέκταση της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης στον εξωτερικό χώρο της οικίας, στη βεράντα, και συγκεκριμένα στην μεταλλική πέργκολα, όπου υπήρχαν πλημμελώς συντηρημένα αιωρούμενα καλώδια από μπαλαντέζα, που εμφάνιζαν σημεία φθοράς, συνδεδεμένα με ταινίες, με αποτέλεσμα, όταν ο ως άνω εργαζόμενος επιχείρησε να στηριχθεί στη σιδηροκατασκευή (πέργολα) για να κλαδέψει, κρατώντας και ένα μικρό σιδερένιο εργαλείο (κλαδευτήρι), να υποστεί ηλεκτροπληξία, από ένα αιωρούμενο φθαρμένο ηλεκτροφόρο καλώδιο, που ήλθε σε επαφή με το μεγάλο δάκτυλο του δεξιού άκρου ποδιού του, γεγονός που επέφερε, ως μόνη ενεργός αιτία, τον θάνατό του. Αντίθετα, στην θανατηφόρα αυτή ηλεκτροπληξία του θανόντος, ουδόλως συνετέλεσαν τα διερχόμενα άνωθεν της οικίας του κατηγορουμένου καλώδια του Δικτύου της ΔΕΗ που βρίσκονταν σε απόσταση 4,17 μ. - με απόσταση ασφαλείας βάσει του ΚΕΣΗΓΥΕ του Υπουργείου Ανάπτυξης τα 3,10 μ. - από το δάπεδο της βεράντας όπου βρισκόταν ο θανών, και σε άριστη κατάσταση". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 302§1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση α) τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, εντοπιζόμενη στο ότι αυτός δεν μερίμνησε για τη συντήρηση των καλωδίων από μπαλαντέζα, τα οποία είχε τοποθετήσει στην πέργκολα, κατόπιν παράνομης επεκτάσεως της ηλεκτρικής εγκαταστάσεως της ισόγειας κατοικίας του στον αυθαιρέτως κατασκευασθέντα πρώτο όροφο, για να ανάβει χριστουγεννιάτικα λαμπάκια, αιωρούνταν από αυτήν και εμφάνιζαν σημεία φθοράς, β) ο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος αιτιώδης σύνδεσμος, με την παραδοχή ότι ο θάνατος του θύματος επήλθε από την επαφή του δακτύλου του ποδιού του με αιωρούμενο καλώδιο, από το οποίο υπήρχε διαρροή ρεύματος, ενώ στην ηλεκτροπληξία δεν συνετέλεσαν τα καλώδια της ΔΕΗ που ανέρχονταν πάνω από την οικία του αναιρεσείοντος και γ) ότι συνέτρεξε μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ότι αυτός δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οι εργασίες του θανόντος εκτελούνταν στο πρόσθιο μέρος της βεράντας της οικίας του κατηγορουμένου, πλην ο ίδιος, κατά το χρόνο του συμβάντος, δεν πατούσε στη βεράντα, αλλά ήταν ανεβασμένος στην πέργκολα, προσπαθώντας να κλαδέψει την περικοκλάδα, όπου και ήλθε σε επαφή το δάκτυλο του ποδιού του με το φθαρμένο ηλεκτροφόρο καλώδιο. Η παραδοχή ότι "τα καλώδια της ΔΕΗ βρίσκονταν σε απόσταση 4,17 μ. από το δάπεδο της βεράντας όπου βρισκόταν ο θανών" έχει την έννοια όχι ότι ο θανών, κατά την κρίσιμη στιγμή, πατούσε στη βεράντα, αλλά ότι η εργασία του γινόταν στη βεράντα (και, κατά τα ανωτέρω, ήταν ανεβασμένος στην εκεί ευρισκόμενη πέργκολα). β) Σαφώς αναφέρεται η ακριβής θέση της σιδηροκατασκευής (πέργκολας), ότι, δηλαδή, αυτή βρισκόταν στο πρόσθιο μέρος της βεράντας. γ) Αιτιολογείται επαρκώς ότι ο θάνατος, από ηλεκτροπληξία, του θύματος οφειλόταν όχι στα καλώδια της ΔΕΗ, τα οποία διέρχονταν πάνω από την οικία του κατηγορουμένου σε απόσταση μεγαλύτερη από τη νόμιμη απόσταση ασφαλείας, αλλά σε αμέλεια του τελευταίου, η οποία συνίστατο σε πλημμελή συντήρηση των καλωδίων που είχε τοποθετήσει ο ίδιος και αιωρούντο. δ) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται η απόσταση των καλωδίων της ΔΕΗ και από την πέργκολα, τοσούτω μάλλον, καθόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, αυτά ήταν σε άριστη κατάσταση, ο δε αναιρεσείων αυθαιρέτως είχε ανεγείρει πρώτο όροφο της οικίας του, είχε επεκτείνει την ηλεκτρική εγκατάσταση και είχε κατασκευάσει τη σιδηροκατασκευή αυτή, από την οποία αιωρούνταν τα φθαρμένα καλώδια. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (ιατροδικαστικής εκθέσεως νεκροψίας - νεκροτομής, εκθέσεως αυτοψίας, εκθέσεως επιτροπής διερευνήσεως εργατικού ατυχήματος της ΔΕΗ) είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 46/7 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση του Α. Π. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 11310/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατηγορουμένου, ο οποίος είχε επεκτείνει, χωρίς έγκριση της ΔΕΗ, την ηλεκτρική εγκατάσταση της ισόγειας οικίας του στον αυθαιρέτως κατασκευασθέντα πρώτο όροφο και δεν είχε μεριμνήσει για τη συντήρηση των καλωδίων, με αποτέλεσμα ένα από αυτά, από το οποίο υπήρχε διαρροή ρεύματος, να έλθει σε επαφή με εργαζόμενο εκεί και να του προκαλέσει θάνατο από ηλεκτροπληξία. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1504/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Χ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαβασιλείου, περί αναιρέσεως της 1512/2010 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Β. του Σ. , κάτοικο ... , που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 255/11.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, η πολιτική αγωγή, µε την οποία επιδιώκεται χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, µπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπο που έχουν το δικαίωµα αυτό, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηµατική ικανοποίηση, µπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία .Το δικαστήριο ερευνά και αυτεπάγγελτα, κατά το άρθρο 87 ΚΠΔ, τα στοιχεία νοµιµοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος και την κατά τρόπο νοµότυπο γενόµενη εκ µέρους του δήλωση και άσκηση της πολιτικής αγωγής, κατά τα άρθρα 83 και 84 του ΚΠΔ. Στο εφετείο, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. τελ. του ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή ερευνάται αυτεπάγγελτα και επιδικάζεται ποσό, αν είχε επιδικασθεί στον πρώτο βαθµό και αν ακόµα απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων ή και όταν εµφανίζεται ως µάρτυρας, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς βέβαια να παραιτείται µε σχετική δήλωσή του της πολιτικής αγωγής, ανεξάρτητα αν επαναλαµβάνει ή όχι στο εφετείο τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητας της διαδικασίας, διότι παραστάθηκε παράνομα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγων ο Ν. Β. χωρίς σύμπραξη δικηγόρου και του επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης 44 ευρώ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τα πρακτικά της πρωτόδικης 50/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της προσβαλλόμενης 1512/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο Ν. Β. ως συνιδιοκτήτης του φερομένου ως υπεξαιρεθέντος από τον κατηγορούμενο σκάφους, παρέστη νομότυπα στον πρώτο βαθμό ως πολιτικώς ενάγων μετά συνηγόρου και του επιδικάστηκε νόμιμα ποσό 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την υπεξαίρεση, στη δε δίκη ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ο ίδιος πολιτικώς ενάγων, δε δήλωσε μεν παράσταση πολιτικής αγωγής , ούτε τον εκπροσώπησε κάποιος δικηγόρος, αλλά εξετάσθηκε και δη ενόρκως ως μάρτυρας κατηγορίας και στο τέλος μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση το ίδιο αιτηθέν και επιδικασθέν και πρωτοδίκως ποσό.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αφού δεν προκύπτει από τα πρακτικά παραίτηση του πολιτικώς ενάγοντος από την πολιτική αγωγή, παραδεκτά και σύννομα ερευνήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η πολιτική αγωγή, νόμιμα εξετάσθηκε ενόρκως ο πολιτικώς ενάγων και νόμιμα επιδικάστηκε το άνω ποσόν, παρά τη μη δήλωση σε αυτό εκ νέου παράστασης πολιτικής αγωγής και ο σχετικός πρώτος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για υπέρβαση εξουσίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι .
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ως παραπάνω ειδική και εµπεριστατωµένη αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων, απαιτείται και για την απόρριψη παραδεκτά υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών, όχι όμως για αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς ή για επιχειρήματα του κατηγορουμένου, διότι αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισµούς του κατηγορουµένου, εµπεριέχεται από τα πράγµατα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, ήτοι για τη συνδροµή της αντικειµενικής και υποκειµενικής υποστάσεως του συγκεκριµένου εγκλήµατος. Αυτοτελείς δε ισχυρισµοί στην ποινική δίκη, είναι εκείνοι που προβάλλονται από τον κατηγορούµενο ή το συνήγορό του στο ποινικό δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, έχουν ορισµένο αίτηµα και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισµό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη µείωση της ποινής. Ήτοι είναι αιτήσεις ή ενστάσεις, που έχουν έννοµη σηµασία και πρέπει να απαντηθούν από το δικαστήριο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1512/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής Ν. Β. είναι συνιδιοκτήτης από κοινού με την μητέρα του ... , κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, ενός επιβατικού-τουριστικού (t/r-5/p), ιστιοπλοϊκού σκάφους, τύπου θαλαμηγού (YATCH), καταχωρημένου και στα νηολόγια Πειραιά με αριθμό 4,100 και με την ονομασία "Ο. Ν." ιπποδύναμης 50ΗΡ ολική χωρητικότητα 1992, ΚΟΚ μήκους 19,42 μέτρων και έτους ναυπήγησης 1986. Από τον Δεκέμβριο του 1999, ο μηνυτής, γνώρισε μέσω του μηχανικού -συντηρητή του ως άνω σκάφους Α. Π., τον Ε. Π. , ο οποίος εμφανίστηκε ως επιχειρηματίας ενδιαφερόμενος για τη ναύλωση του σκάφους προκειμένου να διοργανώνει ναύλους με σκοπό την αναψυχή. Πράγματι κατά τη χρονική περίοδο από 25.1.2000 μέχρι 11.3.2000 ναύλωσε το πιο πάνω σκάφος για την πραγματοποίηση ολιγοήμερων ναύλων και ειδικότερα για τα χρονικό διαστήματα από 8.2.2000 μέχρι 15.2.2000 , από 25.2.2000 μέχρι 3.3.2000, από 4.3.2000 μέχρι 7.3.2000. Επειδή δε ο ίδιος εστερείτο πτυχίου ιστιοπλοϊκού σκάφους ανοικτής θαλάσσης, χρησιμοποιούσε για την κατάρτιση της ναύλωσης διαφορετικά κάθε φορά πρόσωπα που διέθεταν το εν λόγω πτυχίο , ενώ στην πραγματικότητα, ναυλωτής ήταν ο Ίδιος. Έτσι και για την καταρτισθείσα ναυλοσύμβαση για το από 2.7.2000 μέχρι 31.7.2000 χρονικό διάστημα με ναύλο 50.000 δρχ. ημερησίως, εμφάνισε στο μηνυτή ως διαθέτοντα το πτυχίο αυτό τον Ε. Κ. , ο οποίος επέδειξε το με αρ. ... πιστοποιητικό (πτυχίο) που εφέρετο ως εκδοθέν από την ελληνική ιστιοπλοϊκή σχολή Κ.Κ. , η οποία είναι αναγνωρισμένη από την Ελληνική Γραμματεία Αθλητισμού. Με την κατάρτιση της εν λόγω ναυλοσύμβασης ο εκναυλωτής μηνυτής παρέδωσε στον ως ναυλωτή φερόμενο Ε. Κ. όλα τα ναυτιλιακά έγγραφα του πλοίου και ο τελευταίος αναχώρησε για την Τήνο κατά δήλωση του. Τις πρωινές ώρες της 23ης .7.2000 ο αυτός ως άνω Ε. Κ. επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πατέρα του μηνυτή Σ. Β. και του γνωστοποίησε ότι παρά το γεγονός είχε προσαράξει το πλοίο στο λιμένα κατάπλου και ελλιμενισμού την προτεραία (22.7.2000) και είχε προσδέσει αυτό στην έβδομη προβλήτα της μαρίνας Καλαμακίου προκειμένου να επιμεληθεί την επομένη της καθαριότητας του, κατά την εκεί προσέλευση του, διαπίστωσε ότι το ιστιοπλοϊκό δεν βρισκόταν στην θέση του και έπρεπε να προβεί σε σχετική περί κλοπής αυτού δήλωση στο οικείο αστυνομικό τμήμα. Στην πραγματικότητα όμως το πλοίο αυτό δεν κατέπλευσε στο Καλαμάκι στις 22/7/2000 και η χωρήσασα ως άνω δήλωση του Ε. Κ. περί κλοπής αυτού πραγματοποιήθηκε προκειμένου ο ναυλωτής Ε. Π. , ο οποίος είχε παραλάβει το ως άνω σκάφος από τη σύναψη της εν λόγω ναυλοσύμβασης (2.7.2000) να το οικειοποιηθεί παράνομα και να εξαφανίσει τα ίχνη του, αφού κατά η λήξη της ναύλωσης (31.7.2000) αλλά και μέχρι σήμερα, δεν επέστρεψε αυτό στον εκναυλωτή μηνυτή ιδιοποιηθείς παράνομα αυτό ισχυριζόμενος ψευδώς ότι εκλάπη. Για τα πραγματικά αυτά περιστατικά σαφής ελέγχεται η κατάθεση του ιδιοκτήτη του σκάφους και εκναυλωτή Ν. Β. , σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία παρά την κατάρτιση του ναυλοσύμφωνου με τον Ε. Κ. , πραγματικός ναυλωτής του σκάφους ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος μετά την περί κλοπής του σκάφους δήλωση του Ε. Κ. , εξαφανίστηκε και δεν επέστρεψε μέχρι σήμερα αυτό, ενώ, όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκε από το Λιμεναρχείο Πειραιά, εμπλέκεται σε υποθέσεις παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών, γεγονός, που επιβεβαιώνεται και από τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της εκκαλουμένης απόφασης, αναφορικά με την καταδίκη του για το παραπάνω αδίκημα, δυνάμει της με αρ. 2163/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης καθώς και της με αρ. 384/20002 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κειου Σύρου. Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται παρ' αντιθέτου τινός αποδεικτικού στοιχείου τουναντίον επιρρωνύεται από την κατάθεση και του μάρτυρα κατηγορίας Σ. Β. , πατέρα του πλοιοκτήτη , σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία όπως διακρίβωσε, το σκάφος δεν κατάπλευσε στη μαρίνα Καλαμακίου την προδιαληφθείσα ημεροχρονολογία και μετά την περί κλοπής του σκάφους δήλωση του Ε. Κ. , ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε, και πέραν αυτής από το αιτιολογικό της με αρ. 1606/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποία ο Ε. Κ. κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, καθόσον, "αν και γνώριζε ότι δε διαθέτει πτυχίο ιστιοπλόου που αποτελεί αναγκαίο δικαιολογητικό για τη σύναψη συμβάσεων ναυλώσεως , εν τούτοις , για να διευκολύνει τον κατηγορούμενο στη διάπραξη της πιο πάνω πράξεως της υπεξαιρέσεως, από πρόθεση εμφανίστηκε στον Ν. Β. ως κάτοχος πτυχίου ιστιοπλόου για να επιτύχει τη ναύλωση του πλοίου στο όνομα του, αν και γνώριζε ότι το πτυχίο αυτό είναι πλαστό και το είχα καταρτίσει ο ίδιος και έτσι επιδεικνύοντας το στον πλοιοκτήτη πέτυχε τη σύναψη της συμβάσεως ναυλώσεως και στη συνέχεια, αφού παρέλαβε το πλοίο το παρέδωσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ο πραγματικός ναυλωτής του πλοίου. Επιπλέον, για να συνδράμει τον τελευταίο στην ως άνω πράξη του και ειδικότερα για να τον διευκολύνει από απόψεως χρόνου να εξαφανίσει τα ίχνη του πλοίου ισχυρίστηκε στις αρμόδιες λιμενικές αρχές ψευδώς ότι το ως άνω πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι της Τήνου στις 6.7.2000 και τον απόπλου του στις 21.7.2000 κατέπλευσε στη μαρίνα Καλαμακίου στις 26.7.2000 απ' όπου και εκλάπη αφού, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο αιτιολογικό της ίδιας απόφασης, στην πραγματικότητα, αυτός είχε παραδώσει την κατοχή του πλοίου από της συνάψεως της ως άνω συμβάσεως, στον Ελ. Π. και ο ίδιος (Ε. Κ. ) τουλάχιστον από τις 11.7.2000 έως τις 21.7.2000 διέμενε στο ξενοδοχείο Ηλέκτρα στον Πειραιά. Εξάλλου σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση αυτή, ο τελευταίος στις 21.7. 2000 μετέβη με πλοίο της γραμμής στην Τήνο και δήλωσε ότι το πλοίο είχε καταπλεύσει στο πιο πάνω λιμάνι στις 6/7/2000 και θα αποπλεύσει αυθημερόν (21/7/2000) ενώ στις 23/7/2000 δήλωσε αρχικά στον πατέρα του πλοιοκτήτη ότι το πλοίο κατέπλευσε στο Καλαμάκι, πράγμα ψευδές και στη συνέχεια αυθημερόν δήλωσε στον πλοιοκτήτη -εκναυλωτή και στην αρμόδια Λιμενική αρχή ότι εκλάπη από τη μαρίνα του Καλαμακίου". Τα προεκτεθέντα άλλωστε ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με εκείνο της από 4/6/2000 υπεύθυνης δήλωσης του Ε. Κ. στην οποία ρητή αναφορά γίνεται περί παραδόσεως του σκάφους και των εγγράφων του στον κατηγορούμενο στο λιμάνι της Φώκαιας, κατόπιν σχετικής υπόδειξης του, καθώς και περί της μετάβασης του στην Τήνο κατόπιν υποδείξεως του ωσαύτως προκειμένου να δηλώσει τον κατάπλου του σκάφους στην Τήνο και τον απόπλου για Πειραιά στον οποίο όμως ο ίδιος επέστρεψε με το πλοίο της γραμμής Πηνελόπη. [Άλλωστε, αν το σκάφος πράγματι είχε καταπλεύσει την ανωτέρω ημερομηνία στη μαρίνα Καλαμακίου, αναμφισβήτητα θα είχε δηλωθεί ο κατάπλους του σκάφους στην οικεία λιμενική αρχή , και παραδωθεί σ' αυτή τα σχετικά έγγραφα ή θα είχε ειδοποιηθεί ο μηχανικός -φροντιστής του πλοίου Α. Γ. , ενέργειες, υπέρ της πραγματοποίησης των οποίων δεν συνηγορεί κανένα αποδεικτικό στοιχείο και δη σχετικά με την καταχώρηση, όμοιας με την προστεθείσα δήλωση στα τηρούμενα από την οικεία Λιμενική αρχή βιβλία]. Τα όσα δε ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπου αρνούμενος την κατηγορία καταλογίζει την εμπλοκή του στην ένδικη υπόθεση και την υποβολή της σε βάρος του μήνυσης, στο τότε διοικητή του Λιμεναρχείου Πειραιά, που κατονομάζει, διότι καταγγέλθηκε υπ' αυτού και άλλους επιχειρηματίες στο Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ουτ' άλλωστε επιβεβαιώνονται τα όσα διαλαμβάνει στην από 15/1/2007 υπεύθυνη δήλωση του ο προαναφερθείς Ε. Κ. , σχετικά με την κλοπή του σκάφους από το μηχανικό Α. Π. , τα υποστηριζόμενα στην οποία αναιρούνται από τα όσα ο ίδιος αναφέρει στην από 30/6/20ίΜ υπεύθυνη αυτού δήλωση σύμφωνα με το αναφερόμενα στην οποία το σκάφος παραδόθηκε υπ'αυτού στον κατηγορούμενο κατόπιν υπόδειξης του, στο λιμάνι της Φώκαιας, όπου το πριμοδέτησε χωρίς να δηλώσει τον κατάπλου. Περαιτέρω, όπως από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται το υπεξαιρεθέν από τον κατηγορούμενο με αρ, νηολογίου Λ.Π.4.100 σκάφος εργοστασίου κατασκευής ΒΕΝΕΤΕΑU το έτος 1986 , μήκους 12,42 τμ. τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 25.000.000 δρχ και ήδη 73.000 ευρώ, ως ανερχομένης στο ποσό των 30.000.000 δρχ , όπως υπέρ της κρίσεως αυτής συνηγορεί πέραν της κατάθεσης του ιδιοκτήτη και μηνυτή Ν. Β. και εκείνη του πατρός του Σ. Β. , σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία αρνήθηκαν την εκποίηση του αντί του τμήματος των 26.000.000 δρχ. σε γινόμενη σχετικώς πρόταση την επίμαχη χρονική περίοδο. Και ναι μεν όπως προκύπτει από το με αρ. ... ασφαλιστήριο της Nationale-Nederlanden το σκάφος αυτό ασφαλίστηκε για τον κίνδυνο της ολικής κλοπής για την από 1/7/2000 - 1/7/2001 χρονική περίοδο έναντι του ποσού των 18.700.000 δρχ. με ασφαλιστικό ποσό εξοπλισμού 2.700.000 δρχ., όμως, όπως με σαφήνεια κατέθεσε ο πλοιοκτήτης Ν. Β. η αναγραφή του ως άνω ποσού πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια μειώσεως του καταβλητέου για ασφάλιστρα ποσού, ενώ εξ άλλου την προεκτεθείσα κρίση και ουδέν αναιρεί το γεγονός της διάθεσης προς πώληση την επίμαχη χρονική περίοδο ιστιοπλοϊκών σκαφών, του αυτού εργοστασίου, μήκους και έτους κατασκευής με το προαναφερθέν, αντί τμήματος 12.300.000 δρχ. ή 8.000.000 δρχ, (βλ, αγγελίες αγοραπωλησιών επαγγελματικών σκαφών), καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο μηχανολογικός εξοπλισμός που διέθεταν ήταν όμοιος κατά τα αντικείμενα ή την αξία με εκείνο τον ανωτέρω σκάφους καθώς και περί του αν η εν γένει κατάσταση τους ήταν όμοια με την του επίμαχου σκάφους. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 25.000.000 δρχ. και πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος όπως και Πρωτοβάθμια της αξιόποινης πιο πάνω πράξης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. β του ΠΚ απορριπτόμενου του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού περί μετατροπής της κατηγορίας στην πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξη της υπεξαίρεσης τη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, ως μη υπερβαίνουσας της αξίας αυτού το ποσό των 73.000 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 και 375 παρ. 1 εδ. β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο περιέχει ίδιες σκέψεις σαφείς και ορισμένες και δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, παρατίθεται τα γεγονότα, τα οποία θεμελιώνουν την παράνομη ιδιοποίηση του σκάφους του εγκαλούντος, αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η εξωτερίκευση της θελήσεως αυτού να ενσωματώσει στην περιουσία του το ευρισκόμενο στην κατοχή του με ναύλωση ξένο σκάφος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, εξαφανίζοντας τα ίχνη του, χωρίς να προκύπτει κλοπή αυτού υπό τρίτου, β) προσδιορίζεται η αξία του υπεξαιρεθέντος σκάφους ως ιδιαίτερα μεγάλη, ανερχόμενη σε ποσό 30.000.000 δραχμών, ισόποσο των 73.000 ευρώ, αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα η λόγω αξίας κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη ότι η αξία του υπεξαιρεθέντος σκάφους υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών και συνεπώς ήταν αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για μεταβολή της κατηγορίας σε πλημμεληματική πράξη, ως δήθεν αξίας μικρότερης των 25.000.000 δραχμών και για παραγραφή αυτής, γ) τα αποδεικτικά μέσα αρκεί, όπως αναφέρθηκε, και αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου και οι σχετικές αντίθετες αιτιάσεις ότι το δικαστήριο προέβη σε επιλεκτική αξιοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων και στηρίχθηκε σε συγκεκριμένο μέρος αυτών, απέρριψε την κατάθεση του μάρτυρος Ν. Δ. , στηρίχθηκε στην κατάθεση μάρτυρος κατηγορίας και δε δέχθηκε την ύπαρξη ναυλοσυμφώνου του σκάφους ή ότι απωλέσθηκε το σκάφος, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, δ) από τα πρακτικά και το παραπάνω αιτιολογικό δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο στηρίχθηκε για την περί ενοχής κρίση του αποκλειστικά στην κατάθεση - δήλωση του αρχικά συγκατηγορουμένου του καπετάνιου του σκάφους Ε. Κ. , αλλά σε πλείστες όσες αποδείξεις που αναφέρει.
Επομένως, όλοι οι λοιποί συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής, αντιφατική και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, υπερβάσεως εξουσίας λόγω παραγραφής της πράξεως ως πλημμεληματικής, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και του άρθρου 211 Α του ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι . Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και μη συντρέχοντος ετέρου βασίμου λόγου αναιρέσεως από εκείνους που ερευνώνται αυτεπάγγελτα, κατ'άρθρο 511 ΚΠΔ, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ.29/23-7-2010 αίτηση του Ε. Π. του Χ. , περί αναιρέσεως της 1512/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ( 250 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. 1) Στο εφετείο, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. τελ. ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή ερευνάται αυτεπάγγελτα και επιδικάζεται ποσό, αν είχε επιδικασθεί στον πρώτο βαθμό και αν ακόμα απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων ή και όταν εμφανίζεται ως μάρτυρας, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς βέβαια να παραιτείται με σχετική δήλωσή του της πολιτικής αγωγής, ανεξάρτητα αν επαναλαμβάνει ή όχι στο εφετείο τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και νόμιμα εξετάζεται ως μάρτυρας ενόρκως. 2) Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε, Η ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, υπέρβαση εξουσίας, παραγραφή ως πλημμελήματος. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1503/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. ή Α. N. ή Ν. ή A. του Z., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως των 2839/2010, 4025/2010 και 4495/2010 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Οκτωβρίου 2010 και 30 Δεκεμβρίου 2010 αιτήσεις του, οι οποίες καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1423/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι προκείμενες αιτήσεις,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ.α ΚΠοινΔ, εάν ο αίτιον την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 18-11-2010 και από 4-1-2011 αποδεικτικά επιδόσεως του υπαλλήλου του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού Α. Μ., ο αναιρέσεων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 8/3/2011, που είχαν προσδιορισθεί οι κρινόμενες από 22/10/2010 και από 30-12-2010 αιτήσεις του. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, με την με αριθ. 408/2011 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε με αίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος η συζήτηση των άνω αιτήσεων αναιρέσεως για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή κατά την εκφώνηση των υποθέσεων από το οικείο πινάκιο στη σειρά τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι κρινόμενες και συνεκδικαζόμενες, ως στρεφόμενες κατά της ίδιας αποφάσεως, αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρέσεων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 48/22-10-2010 και την από 30-12-2010 αίτηση-δήλωση του N. ή N. ή N. A. ή Α. ή Α. του Z. ή Z., περί αναιρέσεως της ιδίας 2839/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ. 4495/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία ανακλήθηκε η υπ' αριθ. 4025/2010 συμπληρωματική επίσης απόφαση. Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτονται οι 2 συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης, ως ανυποστήρικτες, λόγω μη παράστασης του κλητευθέντος αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1507/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδριεωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ι. Ν. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καραντζά, περί αναιρέσεως της 7384/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Μ. του Δ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 383/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.5 εδ.α του ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 15 παρ.3 του ν.3472/2006, η ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από την παρ. 1 του άρθρου 79 του ίδιου νόμου, ήτοι για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του ΠΚ, "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της". Η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή της εγκλήσεως είναι ανεξάρτητη από την κατά το άρθρο 111 του ΠΚ παραγραφή των εγκλημάτων και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 243 εδ. β' του ΑΚ και 145 παρ.2 του ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και εν προκειμένω, ένεκα της ενότητας της έννομης τάξεως, λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός, που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, δηλαδή με την ημέρα κατά την οποία ο δικαιούμενος σε υποβολή εγκλήσεως έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμετόχους. Από το συνδυασμό, λοιπόν, των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι επί του εγκλήματος της ακάλυπτης επιταγής η τρίμηνη προθεσμία της εγκλήσεως για την άσκηση της ποινικής διώξεως εναντίον του υπαιτίου αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής, γνωρίζων τον εκδότη της, ο οποίος προκύπτει από το κείμενο του τίτλου, έλαβε γνώση της ελλείψεως αντικρίσματος προς πληρωμή της και αυτό συμβαίνει όταν εμφανίσει εμπροθέσμως την επιταγή προς πληρωμή και η τελευταία δεν πληρώνεται, η μη πληρωμή δε προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας επί του σώματος της επιταγής κατά τη διάταξη του άρθρου 40 περ.2 του Ν. 5960/1933. Εξάλλου και κατά τη διάταξη του άρθ. 31 παρ.1 του Ν.5960/1933 η εμφάνιση σε συμψηφιστικό γραφείο ισοδυναμεί προς εμφάνιση προς πληρωμή και κατά τη διάταξη του άρθ. 40 περ.3 του ίδιου Νόμου η έγκαιρη εμφάνιση και η μη πληρωμή της επιταγής μπορεί να βεβαιωθεί επί του σώματος της επιταγής και από το γραφείο συμψηφισμού. Εάν το γραφείο συμψηφισμού όπως συνηθίζεται στην πράξη, δεν βεβαιώσει τη μη πληρωμή, τότε η βεβαίωση αυτή γίνεται στη συνέχεια από την πληρώτρια τράπεζα επί του σώματος της επιταγής από την τυπική δε αυτή βεβαίωση δεν αφετηριάζεται η γνώση του κομιστή της επιταγής και η τρίμηνη προθεσμία που προαναφέρθηκε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί εκπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην κήρυξη της ποινικής διώξεως απαράδεκτης. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική χιλίων (1.000) ευρώ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η εγκαλούσα κομίστρια της επίδικης επιταγής τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." άσκησε εκπροθέσμως την έγκλησή της, για το λόγο ότι ενώ η επιταγή εμφανίσθηκε στο γραφείο συμψηφισμού της Αθήνας στις 24.2.2004, οπότε και η εγκαλούσα έλαβε γνώση της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε, αυτή υπέβαλε την έγκληση στις 25.5.2004, δηλ. μετά την παρέλευση της οριζόμενης από το νόμο τρίμηνης προθεσμίας. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής, ό: "...αποδείχθηκε ότι: Η κατηγορουμένη Ι. Ν. ως εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΈΝΙΣΤΑΤΕ ΑΕ Ανώνυμη Τεχνική - Κτηματική - Τουριστική - Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία" που εδρεύει ... στις 23-9-2003 στην Αθήνα με πρόθεση εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 15.000 ευρώ, που ήταν πληρωτέα από την Τράπεζα Κύπρου (Κατάστημα Λ. Αλεξάνδρας 170), στη διαταγή ημών των ιδίων, φέρουσα ως ημερομηνία έκδοσης την 22-2-2004, με χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της ως άνω εταιρείας. Την επιταγή αυτή η κατηγορουμένη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία με την επωνυμία "Λιθογραφικό Κέντρο ΑΕΒΕ - Γραφικές Τέχνες" και στη συνέχεια αυτή με τη σειρά της κατέθεσε στην εγκαλούσα τραπεζική εταιρεία "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (Κατάστημα Γλυφάδας), λόγω ενεχύρου και για το λόγο αυτό συντάχθηκε το από 23-9-2003 πινάκιο μεταχρονολογημένων επιταγών. Η επιταγή αυτή εμφανίστηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 24-2-2004, δηλαδή έπειτα από δύο ημέρες από την φερόμενη ως ημερομηνία έκδοσής της, αλλά δεν πληρώθηκε για το λόγο ότι η κατηγορουμένη δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στον ως άνω λογαριασμό της εταιρείας της, τόσο κατά την έκδοση όσο και κατά την πληρωμή της, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας επί του σώματος της επιταγής, η οποία φέρει ημερομηνία 25-2-2004. Επομένως, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. ... Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα τραπεζική εταιρεία έλαβε γνώση ότι δεν πληρώθηκε η παραπάνω επιταγή στις 25-2-2004, τη σχετική δε από 23-5-2004 έγκλησή της, κατά της κατηγορουμένης, την κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στις 25-5-2004, ήτοι μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, δηλαδή μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 117 παρ. 1 του ΠΚ. Επομένως ο παραπάνω ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η ως άνω έγκληση σε βάρος αυτής κατατέθηκε απαραδέκτως μετά την παρέλευση της οριζόμενης από το άρθρο 117 παρ. 1 του ΠΚ προθεσμίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απορριπτική του για τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της κατηγορουμένης κρίση, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, πότε περιήλθε σε γνώση της εγκαλούσας η πράξη της εκδόσεως της ακάλυπτης επιταγής και το πρόσωπο που την τέλεσε και συγκεκριμένα ότι η εγκαλούσα έλαβε γνώση στις 25.2.2004 που βεβαίωσε η πληρώτρια Τράπεζα επί του σώματος της επιταγής την εμφάνιση και μη πληρωμή της και όχι μια ημέρα πριν, που εμφανίστηκε η επιταγή στο συμψηφιστικό γραφείο, το οποίο όμως, από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν προκύπτει ότι βεβαίωσε επ' αυτής εγγράφως τη μη πληρωμή της ως ακάλυπτης μετά την εμφάνισή της σ' αυτό. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 117 του ΠΚ και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επιρροή ασκεί ο χρόνος κατά τον οποίο η εγκαλούσα έλαβε πραγματική γνώση της πράξεως και του υπαιτίου και αυτός, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ήταν ο χρόνος της βεβαιώσεως επί του σώματος της επιταγής της μη πληρωμής της. β) Σαφώς εκτίθεται από πού προέκυψε ότι η εγκαλούσα έλαβε γνώση στις 25.2.2004 με την παραδοχή ότι αυτή την ημερομηνία έφερε η βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας περί εμφανίσεως της επιταγής και μη πληρωμής της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16 Φεβρουαρίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 1534/2011) αίτηση της Ι. Ν. του Σ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 7384/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμού περί εκπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως. Γνώση από βεβαίωση Τράπεζας περί εμφανίσεως της επιταγής και μη πληρωμής, ανεξαρτήτως του πότε εμφανίστηκε η επιταγή στο γραφείο συμψηφισμού εάν το τελευταίο δεν βεβαίωσε επί της επιταγής τη μη πληρωμή. Απόρριψη αίτησης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1510 /2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τρύφωνα Βασίλαινα, περί αναιρέσεως της ΒΤ5870/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1378/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (ΟλΑΠ 4/1995 και 6, 7/1994). Τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την κρίση του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ΒΤ-5870/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. ΑΜ - 1137/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε αυτός ερήμην σε φυλάκιση δύο (2) ετών, μετατραπείσα σε χρηματική, για την πράξη της παραβιάσεως της υποχρεώσεως για διατροφή κατά συρροή. Από τη σχετική με αριθμό 153/29-1-2010 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών αναφέρει σ' αυτήν, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι: "Ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης. Έλαβε δε γνώση για πρώτη φορά μόλις χθες τυχαία μετά από έλεγχο της Τροχαίας. Η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε με θυροκόλληση στην οδό ... στη ..., διεύθυνση από την οποία είχε φύγει από τον Μάιο του έτους 1998, και το χρονικό διάστημα της επίδοσης της απόφασης κατοικούσε στον ... στην οδό ...". Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από ανάγνωση της εκθέσεως εφέσεως του αναιρεσείοντος, του από 11.7.2000 αποδεικτικού επιδόσεως προς αυτόν ερήμην αποφάσεως και εγγράφων που είχε προσκομίσει ο ίδιος (φωτοτυπία δηλώσεως εισοδήματος οικον. έτους 1999, φωτοτυπία μισθωτηρίου συμφωνητικού κατοικίας με ημερομηνία 1.10.1998 και βεβαίωση του Γεροντικού Κέντρου ΟΛΥΜΠΙΟΝ από 1.9.2010) και εξέταση του μάρτυρα του εκκαλούντος Ι. Α., απέρριψε την ως άνω έφεση ως εκπρόθεσμη με την αιτιολογία ότι: "Από τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο, από όσα λέχθηκαν από το συνήγορο του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, προέκυψε ότι η εκκαλουμένη απόφαση (...) επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 11.7.2000, με θυροκόλληση στην οικία του επί της οδού ... στη ... . Η ως άνω οικία ήταν η πατρική του όπου και διέμενε ο ίδιος μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής του με την Α. Ν., δεδομένου ότι δεν είχε γνωστοποιήσει και οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση κατοικίας του στην ως άνω σύζυγό του προκειμένου να της καταβάλει τη διατροφή και να επικοινωνεί με τα δύο τότε ανήλικα τέκνα τους Γ. και Β. Μ.. Ως εκ τούτου, ορθά και νόμιμα του έγινε η επίδοση της προσβαλλόμενης ερήμην απόφασης στην προαναφερόμενη διεύθυνση. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η έφεση ασκήθηκε την 29.1.2010 και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της (άρθρα 473, 476 ΚΠΔ)".
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και, ως εκ τούτου, απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς είναι η απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλουμένης αποφάσεως (11.7.2000), εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (29.1.2010), καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτή. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αναφέρεται το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεν ήταν δε αναγκαίο να γίνεται ρητή μνεία αυτού και στο σκεπτικό ούτε να προσδιορίζεται το όνομα του οργάνου που ενέργησε την επίδοση. β) Μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης (έγγραφα, μαρτυρική κατάθεση). γ) Δεν ήταν αναγκαίο να παρατίθενται αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα και να γίνεται μνεία του τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους. δ) Ορθά έγινε η επίδοση στη διεύθυνση που είχε δηλώσει η εγκαλούσα με την έγκλησή της, αφού δεν είχε προηγηθεί προανάκριση, ώστε ο αναιρεσείων να δώσει άλλη διεύθυνση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, τα πρακτικά, κατά τα άρθρα 140 εδ. γ' και 141 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, παρέχουν, ως προς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης, πλήρη απόδειξη μέχρι την προσβολή τους για πλαστότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας του αναιρεσείοντος, ο Ι. Α., ενώ δεν προκύπτει ούτε ότι εξετάστηκε και η μηνύτρια Α. Ν. ούτε ότι ζητήθηκε να εξεταστεί επί της ουσίας και ο ως άνω μάρτυρας του κατηγορουμένου. Επομένως, τα πρακτικά, εφόσον δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, παρέχουν πλήρη απόδειξη ως προς το ότι στο ακροατήριο εξετάστηκε μόνο ο παραπάνω μάρτυρας επί του εκπροθέσμου της εφέσεως και ότι το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ουσία της υποθέσεως και οι, από το άρθρο 510§ στοιχ. Α, Β και Η του ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη και σχετική ακυρότητα και για υπέρβαση εξουσίας και, συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι στο ακροατήριο εξετάστηκε ως μάρτυρας και η μηνύτρια και ερωτήθηκε, πριν από την απορριπτική απόφαση, επί ζητήματος ουσίας (αν έχει εξοφληθεί το οφειλόμενο ποσό της διατροφής), ότι υποβλήθηκε αίτημα, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, να εξεταστεί επ' αυτού και ο μάρτυρας υπερασπίσεως, το οποίο δεν έγινε δεκτό, και ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, στερώντας από τον κατηγορούμενο να εξετάσει μάρτυρα υπερασπίσεως, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, κατ' άρθρο 476§2 του ΚΠοινΔ, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, προσβάλλεται, όπως αναφέρθηκε, μόνο με αίτηση αναιρέσεως για οποιονδήποτε λόγο από τους μνημονευόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, οι οποίοι, όμως, πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της εφετειακής αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη και όχι σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως ή σε άλλα άσχετα με την απορριπτική αυτή κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου θέματα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το σημείο που με αυτόν υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι, με την πρωτόδικη απόφαση καταδικάσθηκε για δόσεις διατροφής που δεν είχαν καταστεί, ακόμη, ληξιπρόθεσμες και αναφέρονταν σε διαστήματα διαφορετικά από τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 14/18 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Ι. Μ. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ-5870/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη εφέσεως ως εκπρόθεσμης. Τι πρέπει να περιέχει η σχετική απόφαση για να είναι αιτιολογημένη. Δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται το όνομα του οργάνου που ενέργησε την επίδοση. Ποιος θεωρείται τόπος κατοικίας του εκκαλούντος. Αν δεν έχει γίνει προανάκριση, θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση. Τα πρακτικά, μέχρι την προσβολή τους για πλαστότητα, παρέχουν πλήρη απόδειξη ως προς τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης. Λόγοι που αναφέρονται σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως είναι απαράδεκτοι. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1502/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 2394/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Π., κάτοικο …, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1006/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 4-10-2010 και 13-10-2010 αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσ/νίκης, Β. Κ. και της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα και ο αντίκλητος δικηγόρος της, αντίστοιχα, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 1-3-2011.
Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσείουσα όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 15-7-2010 αίτηση της αναιρεσείουσας Σ. Κ. του Ν., για αναίρεση της 2394/2010 απόφασης του Β'Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1501/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 1958/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Π. Μ. του Κ., κάτοικο ... και πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Δ. του Σ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 31/25-7-2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελπινίκη Τσιφτσή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 890/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, με αριθμό 181/24-8-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την υπ' αριθμ. 31/2011 έκθεση αναίρεσής μου κατά του υπ' αριθμ. 1958/30-6-2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αναφέρομαι εξ ολοκλήρου σ' αυτή και προτείνω όπως γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και αναιρεθεί το άνω βούλευμα κατά του σκέλους εκείνου με το οποίο το Συμβούλιο απεφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και να παραπεμφθεί στο αυτό Συμβούλιο με άλλη σύνθεση, πράγμα που είναι δυνατό. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 3904/2010, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του (άρθρο 306), για τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ίδιου Κώδικα λόγους, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη τού άλλου. Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. "Τιμή" δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 περ. γ και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπολήψεως άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο, όμως, όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθώς και όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή τις περιστάσεις που έγινε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου.
Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως του απαλλακτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ανυπαρξία αποχρωσών ενδείξεων για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ή αποχρώσεις ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης πράξεως, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί να προσδιορίζονται, έστω και κατ' είδος (μάρτυρες, έγγραφα, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, απολογίες, υπομνήματα κ.λπ.), τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την απαλλακτική του κρίση, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Ακόμη, δεν απαιτείται η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αρκεί, πάντως, η μνεία ότι λήφθηκε υπόψη "το σύνολο του αποδεικτικού υλικού" που υπάρχει στη δικογραφία ή τα "ουσιώδη έγγραφα" ή τα "κρίσιμα έγγραφα" ή "όλα τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την κυρία ανάκριση", χωρίς να προσδιορίζονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα. Και β) είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την απαλλακτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η μη ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στο απαλλακτικό βούλευμα, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν ότι δεν υπήρχε το στοιχείο της γνώσεως και του σκοπού, διαφορετικά το βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1958/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η υπ' αριθ. 283/2010 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά του υπ' αριθ. 2082/2010 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και, ακολούθως, α) έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί κατά του κατηγορουμένου Π. Μ. του Κ. για ψευδή καταμήνυση, πράξη που φερόταν ότι τέλεσε στις 21.11.2005 σε βάρος του εγκαλούντος Α. Δ. και β) κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του αυτού κατηγορουμένου για συκοφαντική δυσφήμηση, πράξη που φερόταν ότι τέλεσε αυτός στις 28.6.2007 σε βάρος του ίδιου εγκαλούντος. Όσον αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το κεφάλαιο της οποίας και μόνο αφορά η κρινόμενη αίτηση, το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "... ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε ... με το υπ' αριθ. Γ07/3997 κλητήριο θέσπισμα... Εναντίον του κλητηρίου θεσπίσματος, ο κατηγορούμενος άσκησε προσφυγή, ..., η οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την υπ' αριθ. 308/2010 διάταξή του και διατάχθηκε η εισαγωγή της υπόθεσης στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών ... . Σχετικά με την αποδιδόμενη σε βάρος του κατηγορουμένου αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης λεκτέα τα ακόλουθα: ... Το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα με αναφορά εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ως προκύψαντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Στις 21-11-2005 ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Εμπορική και Ναυτιλιακή Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ Α.Ε.", υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την με ΑΒΜ Δ 2005/4843 έγκλησή του με την οποία αιτήθηκε την ποινική δίωξη του νυν εγκαλούντος Α. Δ. για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ανωνύμου εταιρίας κατ' εξακολούθηση, καταγγέλλοντας ότι ο τελευταίος με τις από 09-07-2002 και 12-07-2002 επιστολές που απέστειλε με την ιδιότητά του ως Προέδρου του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου της Ελλάδας προς τους Υπουργούς Ανάπτυξης και Οικονομικών (η πρώτη), καθώς και προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικό Ακίνητα Α.Ε." (η δεύτερη), ισχυρίστηκε εν γνώσει της αναληθείας τους ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς την ως άνω εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ, Α.Ε." την οποία εκπροσωπούσε νομίμως. Επί της ως άνω εγκλήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ΕΓ 146-06/2Δ/07 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε αυτή ως νόμω και ουσία αβάσιμη και ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό της εν λόγω διάταξης, η ανωτέρω έγκληση απορρίφθηκε εν μέρει ως νόμω αβάσιμη λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της κατά το σκέλος που αφορούσε την συκοφαντική δυσφήμηση της τότε εγκαλούσας εταιρίας με τον διακριτικά τίτλο "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ Α.Ε.", η οποία φέρεται ότι είχε τελεστεί με την υπ' αριθμ. πρωτ. 7820/09-07-2002 εμπιστευτική επιστολή προς τους Υπουργούς Ανάπτυξης και Οικονομίας και εν μέρει ως ουσία αβάσιμη κατά το σκέλος που αφορούσε την συκοφαντική δυσφήμηση της τότε εγκαλούσας εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ Α.Ε.", η οποία φέρεται ότι είχε τελεστεί με την υπ' αριθμ. πρωτ. 7922/12-07-2002 επιστολή προς τον διευθύνοντα σύμβουλο των Ε.Τ.Α. Α.Ε. λόγω του ότι ο τότε εγκαλούμενος και νυν εγκαλών δεν είχε δόλο να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού προς την εγκαλούσα εταιρία και στις επιχειρήσεις της, αλλά και λόγω του ότι ο τελευταίος κινήθηκε με την ιδιότητα του προέδρου του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος και ως εκ τούτου, ασκώντας νόμιμη εξουσία και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, χωρίς να έχει ούτε σκοπό εξύβρισης. Η ως άνω διάταξη επικυρώθηκε και με την υπ' αριθμ. 115/2007 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 55/26-01-2007 προσφυγή του τότε εγκαλούντος και νυν κατηγορουμένου. Κατόπιν αυτής της εξέλιξης ο κατηγορούμενος στις 28-06-2007 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του την υπ' αύξ. αριθμ. καταθ. 147821/6458/28-06-2007 αγωγή του εις βάρος του τότε εναγομένου και νυν εγκαλούντος Α. Δ., με την οποία, αφού αναφέρεται εκ νέου στα ίδια πραγματικά περιστατικά που περιέγραφε στην ως άνω έγκλησή του που απορρίφθηκε, προσθέτει το στοιχείο ότι ο τότε εναγόμενος και νυν εγκαλών, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως προέδρου του Ξ.Ε.Ε. και προκειμένου να αναδειχθούν τα ξενοδοχεία συμφερόντων του, προέβη στην σύνταξη των ως άνω επίδικων επιστολών από εμπάθεια και επειδή επεδίωκε να μην ενταχθεί το ξενοδοχείο που εκμεταλλεύεται η εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ Α.Ε.", συμφερόντων του κατηγορουμένου, στην Ολυμπιακή Φιλοξενία, η συζήτηση της οποίας εκκρεμεί ενώπιον των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων. Από την επισκόπηση και αξιολόγηση του περιεχομένου τόσο της έγκλησης που υπέβαλε ο κατηγορούμενος, όσο και της αγωγής που στην συνέχεια άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνάγεται κατά βέβαιη και ασφαλή κρίση ότι αφενός μεν επεδίωκε να προκαλέσει την ποινική δίωξη, του εγκαλούντος Α. Δ., για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ανωνύμου εταιρείας κατ' εξακολούθηση, καταγγέλλοντας εν γνώσει του ψευδώς ότι ο τελευταίος με τις από 09-07-2002 και 12-07-2002 επιστολές που απέστειλε με την ιδιότητα του ως Προέδρου του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου της Ελλάδας προς τους Υπουργούς Ανάπτυξης και Οικονομικών (η πρώτη), καθώς και προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" (η δεύτερη), ισχυρίστηκε εν γνώσει της αναληθείας τους ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Εμπορική και Ναυτιλιακή Εταιρεία" την οποία εκπροσωπούσε νομίμως ο ίδιος (νυν κατηγορούμενος), αφετέρου δε ότι διατύπωσε εγγράφως για τον εγκαλούντα ισχυρισμούς, ψευδείς και πρόσφορους να βλάψουν τη θεμελιωμένη επί της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του εκτίμηση, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς τους. Το γεγονός δε ότι ο νυν κατηγορούμενος με την ΑΒΜ Δ 2005/4843 έγκλησή του καταμήνυσε πράγματι ψευδώς τον νυν εγκαλούντα ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτή και συγκεκριμένα για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ανωνύμου εταιρείας κατ' εξακολούθηση, επιβεβαιώνεται πλήρως από την δικονομική έκβαση της ως άνω εγκλήσεως, η οποία αφού κρίθηκε και αξιολογήθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών απορρίφθηκε ως νόμω και ουσία αβάσιμη, κρίση η οποία επικυρώθηκε μετά από προσφυγή και από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, με το κοινό σκεπτικό ότι: "... ο εγκαλούμενος δεν είχε δόλο να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εγκαλούσα εταιρία και στις επιχειρήσεις της, καθόσον αυτός ενήργησε με την ιδιότητα του ως Προέδρου του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος και ως εκ τούτου για άσκηση νόμιμης εξουσίας από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Εξ άλλου από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει σκοπός αυτού για εξύβριση ...", στοιχεία τα οποία γνώριζε ο νυν κατηγορούμενος δεδομένου ότι αφορμή για την αποστολή των ως άνω επιστολών προς τους αρμόδιους φορείς ήταν προσπάθεια του νυν κατηγορουμένου να προχωρήσει στην σύναψη μιας συμφωνίας με την Ε.Τ.Α. Α.Ε. με τον τίτλο "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ 2004", η οποία συμφωνία όταν περιήλθε σε γνώση του Ξ.Ε.Ε. δημιούργησε σωρεία αντιδράσεων και διαμαρτυριών εκ μέρους του κλάδου των ξενοδόχων σχετικά με τους όρους συνεργασίας των διαφόρων ξενοδοχειακών μονάδων της χώρας με τον οργανισμό "ΑΘΗΝΑ 2004" προς κάλυψη των αναγκών διαμονής των μελών της Ολυμπιακής Οικογένειας, γεγονός που δημιούργησε την υποχρέωση στον τότε εγκαλούμενο και νυν εγκαλούντα να παρέμβει με την θεσμική ιδιότητα του Προέδρου του Ξ.Ε.Ε. και να απευθυνθεί προς τους αρμόδιους φορείς προκειμένου να τους ενημερώσει σχετικά με τα όσα είχαν περιέλθει εις γνώση του και να τους ζητήσει να προβούν σε έλεγχο νομιμότητας.
Συνεπώς, το κίνητρο και ο σκοπός στον οποίο απέβλεπε η κίνηση αυτή του νυν εγκαλούντος, ήταν η προστασία των συμφερόντων του κλάδου με την αποτροπή πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού ή αισχροκέρδειας και όχι η συκοφαντική δυσφήμηση της τότε εγκαλούσας εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ Α.Ε.", γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος αφού ήταν αυτός που είχε δημιουργήσει το όλο παρασκήνιο εξ αφορμής του οποίου δημιουργήθηκε η αντίδραση του Ξ.Ε.Ε. Εξάλλου, το ότι ο νυν κατηγορούμενος με την υπ' αύξ. αριθμ. καταθ. 147821/6458/28-06-2007 αγωγή του εις βάρος του τότε εναγομένου και νυν εγκαλούντος Α. Δ., διατύπωσε εγγράφως για τον εγκαλούντα ισχυρισμούς, ψευδείς και πρόσφορους να βλάψουν τη θεμελιωμένη επί της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του εκτίμηση, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς τους, αποτελεί λογική ακολουθία του γεγονότος ότι, με την ως άνω αγωγή αναφέρεται εκ νέου στα ίδια πραγματικά περιστατικά που περιέγραφε στην ως άνω έγκλησή του ...". Με την από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ασκηθείσα υπό κρίση έφεση αμφισβητείται η ύπαρξη δόλου εκ μέρους του κατηγορουμένου, διαλαμβανομένων σ' αυτήν μεταξύ των άλλων ότι: "... Ο Α. Δ. με την υπ' αριθμ. 7820/9 Ιουλίου 2002 επιστολή του...χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο ΣΧΕΔΙΟ συμφωνίας "όνειδος και μέγιστο σκάνδαλο αλλά και ως αήθη συμφωνία" αναφέρει ότι "ορισμένοι ξενοδόχοι λειτουργούν με γνώμονα την αισχροκέρδεια και την επιλήψιμη ιδιοτέλεια και προκαλούν την αγανάκτηση του ξενοδοχειακού κόσμου"... Ως εκ του εντονότατα απαξιωτικού αλλά και καταγγελτικού χαρακτήρα, τόσο ηθικής όσο και νομικής φύσεως, που αποδίδεται στις ενέργειες του κατηγορουμένου με τις επίμαχες δύο επιστολές του νυν εγκαλούντα ... καθίσταται προφανές ότι, ανεξαρτήτως προς την ανυπαρξία δόλου εκ μέρους του νυν εγκαλούντα ... θα ήταν αδύνατον να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να μην προσφύγει στη δικαιοσύνη, παρά την ως άνω βαρύτατη καταγγελία, η οποία είχε εκτοξευθεί από τον εγκαλούντα εις βάρος του ίδιου και της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ Α.Ε."....
Συνεπώς, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες καταθέσεως από τον κατηγορούμενο των υπό κρίσιν δικογράφων, συνάγεται, αβίαστα, ως κατά λογική αναγκαιότητα αναμενόμενη συνέπεια, ότι η υποβολή αυτών οφείλεται στο δικαιολογημένο ενδιαφέρον του για την επιχειρηματική πορεία και για την προάσπιση των δικαιωμάτων της ξενοδοχειακής επιχειρήσεως την οποία εκπροσωπεί ... απολύτως δικαιολογημένα περιέλαβε στα επίδικα δικόγραφα (στην έγκληση και στην αγωγή), τα οποία κατέθεσε ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και όχι σε οποιοδήποτε άσχετο έγγραφο, προσιτό στον οποιονδήποτε τρίτο, τις φράσεις που μνημονεύονται στα στοιχ. Α και Β του επιδίκου κατηγορητηρίου ... Επίσης, δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι πολλές από τις φράσεις που περιέχονται στην κατηγορία της επίδικης συκοφαντικής δυσφημήσεως συνιστούν διατυπώσεις προσωπικών απόψεων, ερμηνειών, συμπερασμάτων, εκτιμήσεων και χαρακτηρισμών που συνήχθησαν δικαιολογημένα από τον προσφεύγοντα, βάσει της συγκεκριμένης εμπειρίας του, από τις ενέργειες του εγκαλούντα και περιελήφθησαν στην επίδικη αγωγή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ... Εν κατακλείδι, η επίδικη συμπεριφορά του κατηγορουμένου (η οποία υπήρξε απότοκος της προηγηθείσας "δικαιολογημένης", κατά την αρμοδίως εξαχθείσα δικαστική κρίση, συμπεριφοράς του εγκαλούντος) κρίνεται, απολύτως, δικαιολογημένη, μη δυναμένη, ως εκ τούτου, να αποδοθεί στην ύπαρξη δόλου εκ μέρους του, συνεκτιμωμένου και του γεγονότος ότι σε αντίστοιχο συμπέρασμα καταλήγουν και οι παραδοχές της προανα φερθείσας υπ' αριθμ. ΕΓ 146-06/286/2Δ/07 διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, στην οποία αναφέρεται ρητά ότι: "δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 4 του άρθρου 585 ΚΠΔ για την επιβολή των δικαστικών εξόδων εις βάρος της εγκαλούσας εταιρείας" (δηλ. της "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενης από τον προσφεύγοντα Π. Μ. ...". Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στο εκκληθέν πρωτόδικο βούλευμα, αναφερθέν εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση, καταλυτική για την παραπεμπτική κρίση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως προς την ψευδή καταμήνυση, υπήρξε η δικονομική έκβαση της έγκλησης του κατηγορουμένου Π. Μ. σε βάρος του εγκαλούντος Α. Δ. και λόγω του ότι, παρά την έκβαση αυτή, ο κατηγορούμενος συμπεριέλαβε στην επίδικη αγωγή του τα ίδια πραγματικά περιστατικά και επιπλέον, ότι ο εναγόμενος και ήδη εγκαλών ενήργησε από εμπάθεια, για να μην ενταχθεί το ξενοδοχείο του κατηγορουμένου στην Ολυμπιακή Φιλοξενία, ως προς τη συκοφαντική δυσφήμηση. Όπως επισημαίνεται και στην υπό κρίση έφεση, ο εκδώσας την υπ' αριθμ. ΕΓ 146-06/286/2Δ/07 διάταξη Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών έκρινε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση επιβολής δικαστικών εξόδων στον εγκαλούντα, νυν κατηγορούμενο, γεγονός που σημαίνει ότι εκτίμησε ότι η έγκληση δεν ήταν εντελώς ψευδής ούτε έγινε από δόλο. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήγειρε την επίδικη αγωγή του, αφού είχαν μεσολαβήσει, αφενός μεν ικανό χρονικό διάστημα από το χρόνο γνώσης των ανωτέρω δύο επιστολών του εγκαλούντος, αφετέρου δε η έκδοση της προαναφερόμενης απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, αλλά και της υπ' αριθμ. 115/2007 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατόπιν προσφυγής κατά της πρώτης, δεν μπορούσε να αποκλείσει το δικαίωμά του να ασκήσει αγωγή με αναφορά στα ίδια γεγονότα, εφόσον τα σχετικά δικαιώματά του κάθε διάδικος μπορεί να τα ασκήσει οποτεδήποτε, με την επιφύλαξη της καταχρηστικής άσκησης αυτών (αρθρ. 281 ΑΚ), χωρίς η εν προκειμένω καθυστέρηση έγερσης της αγωγής να στηρίζει δόλο του κατηγορουμένου προς συγκρότηση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης. Εξάλλου, ανεξάρτητα από την έκβαση οιασδήποτε ποινικής υπόθεσης, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο διάδικος στερείται της άσκησης του συνταγματικού του δικαιώματος του άρθρου 20§1 του Συντάγματος ενώπιον και των Πολιτικών Δικαστηρίων, στα πλαίσια της συνταγματικής προστασίας από τα Δικαστήρια αυτά, τα οποία θα συνεκτιμήσουν και την κρίση των Ποινικών Δικαστηρίων, πολύ περισσότερο που στην υπό κρίση υπόθεση η διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά τη νομική της προσέγγιση, ως φαίνεται δεν αποφάνθηκε σαφώς ότι τα αναγραφέντα στις επιστολές δεν ήσαν ψευδή γεγονότα ή δεν μπορούσαν να βλάψουν τιμή και υπόληψη, αλλά έκρινε πως ό,τι έγινε, έγινε χωρίς δόλο να βλαβεί η εμπιστοσύνη του κοινού στην εγκαλούσα τότε (νομίμως εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο) εταιρεία και στις επιχειρήσεις της και έτσι δέχθηκε ότι η έγκληση ήταν ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας, με άσκηση νόμιμης εξουσίας εκ μέρους του εγκαλούντος και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, χωρίς αυτός να είχε σκοπό εξύβρισης, δεχθείσα, επιπλέον, ότι η έγκληση ήταν ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς το έγκλημα της απλής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας (...), πρωτίστως με κύρια σκέψη για την από 12-7-2002 επιστολή, καθόσον, ως προς την από 9-7-2002 επιστολή ο ανωτέρω Εισαγγελέας δεν εισήλθε στην ουσία, απορρίψας το σκέλος της έγκλησης του κατ/νου ως προς αυτήν ως αβάσιμο στο νόμο, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης και επικουρικώς διετύπωσε την κρίση ότι ισχύουν όσα ανέφερε στη διάταξή του για την επιστολή της 12-7-2002 (...). Κατά συνέπεια, εκτιμάται ότι ο κατηγορούμενος με την επίδικη αγωγή του άσκησε το προαναφερόμενο συνταγματικό δικαίωμά του, χωρίς να προκύπτουν στοιχεία επαρκή για συγκρότηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του εγκαλούντος, λαμβανομένης υπόψη και της απαλλαγής αυτού από την επιβολή των εξόδων κατά την απόρριψη της ανωτέρω έγκλησης του, ο άδικος, δε, χαρακτήρας της δυναμένης να στοιχειοθετηθεί απλής δυσφήμησης αίρεται κατά το άρθρο 367§1 ΠΚ, μη συναχθέντος σκοπού εξύβρισης".
Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών στέρησε το προσβαλλόμενο βούλευμά του από την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363, 362 και 367§§1 περ. γ και 2 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε. Συγκεκριμένα: α) Την έλλειψη δόλου του κατηγορουμένου ο Εισαγγελέας Εφετών την στήριζε επικουρικά και στο ότι με την υπ' αριθμ. ΕΓ 146-06/286/2Δ/07 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 21-11-2005 έγκληση του τώρα κατηγορουμένου κατά του τότε εγκαλούμενου και ήδη πολιτικώς ενάγοντος Α. Δ., αφενός μεν δεν επιβλήθηκαν στον τότε εγκαλούντα τα δικαστικά έξοδα γιατί κρίθηκε ότι η έγκλησή του δεν ήταν εντελώς ψευδής, ούτε υποβλήθηκε από δόλο, αφετέρου δε ότι με την διάταξη αυτή ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών "δεν αποφάνθηκε σαφώς ότι τα αναγραφέντα στις επιστολές δεν ήταν ψευδή γεγονότα ή δεν μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη, αλλά έκρινε πως ό,τι έγινε, έγινε χωρίς δόλο να βλαβεί η εμπιστοσύνη του κοινού στην εγκαλούσα τότε (νομίμως εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο) εταιρεία και στις επιχειρήσεις της και έτσι δέχθηκε ότι η έγκληση ήταν ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας, με άσκηση νόμιμης εξουσίας εκ μέρους του εγκαλούντος και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, χωρίς αυτός να είχε σκοπό εξύβρισης, δεχθείσα, επιπλέον, ότι η έγκληση ήταν ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς το έγκλημα της απλής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας, πρωτίστως με κύρια σκέψη για την από 12-7-2001 επιστολή, καθόσον, ως προς την από 9-7-2002 επιστολή ο ανωτέρω Εισαγγελέας δεν εισήλθε στην ουσία, απορρίψας το σκέλος της έγκλησης του κατηγορουμένου ως προς αυτήν", παραγνωρίζοντας (ο Εισαγγελέας Εφετών που υπέβαλε την ανωτέρω πρόταση), ότι η συκοφαντική δυσφήμηση, περί της οποίας καλείτο το Συμβούλιο να αποφανθεί, δεν φέρεται ότι έχει τελεσθεί με όσα εξέθετε ο νυν κατηγορούμενος στην από 21-11-2005 έγκλησή του, αλλά με την έγερση της από 28-6-2007 αγωγής του, η οποία δεν ταυτίζεται απόλυτα κατά το περιεχόμενό της με την έγκληση. Έτσι, όμως, δημιουργείται ασάφεια ως προς το τι ακριβώς δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ως προς τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου της αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως του αμέσου δόλου, καθώς και ως προς τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να τελέσθηκε η πράξη αυτή. Και β) δεν παρατίθενται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία το Συμβούλιο αναφέρεται εξολοκλήρου, ούτε κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του, για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, αφού η αναφορά στο σκεπτικό του βουλεύματος ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του "τις διευκρινίσεις που έδωσαν ενώπιον του οι συνήγοροι του πολιτικώς ενάγοντος και του κατηγορουμένου και τα κατατεθέντα σχετικά έγγραφα, τα οποία όμως δεν μπορούν να οδηγήσουν το Συμβούλιο σε διαφορετική κρίση" δεν αρκεί, ενόψει του ότι δεν προσδιορίζεται, ούτε καν στοιχειωδώς, ποια ήταν τα κατατεθέντα έγγραφα (πέραν του ότι τα έγγραφα δεν ήταν τα μοναδικά αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση και την προανάκριση), τα οποία δεν μπορούσαν "να οδηγήσουν το Συμβούλιο σε διαφορετική κρίση", κρίση, πάντως, την οποία δεν προσδιορίζει. Περαιτέρω, ενόψει του ότι τα έγγραφα δεν ήταν τα μοναδικά αποδεικτικά στοιχεία εν προκειμένω, αφού από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση του φακέλου της υποθέσεως, προκύπτει ότι υπάρχουν και μαρτυρικές καταθέσεις, είναι προφανές ότι το Συμβούλιο συνεκτίμησε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά στοιχεία, έτσι ώστε και από αυτό το λόγο το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας. Επομένως, ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς την απαλλακτική του διάταξη, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ το υπ' αριθ. 1958/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς την απαλλακτική του, για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, διάταξη. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν αποφανθεί προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις18 Οκτωβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για συκοφαντική δυσφήμηση. Αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του αμέσου δόλου και γιατί δεν αναφέρονται ούτε κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη ούτε στο σκεπτικό του βουλεύματος ούτε στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, στην οποία αυτό αναφέρεται εξολοκλήρου, και παραπομπή.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1500/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 83/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας. Με ιδιοκτήμωνα εταιρεία "ΜΠΟΥΛΤΡΑΝΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στην Βουλγαρία και εκπροσωπείται νόμιμα και κατηγορούμενο τον Ν. Ν. του Κ..
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 21/23-5-2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 637/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 164/17-6-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, την με αριθμό 21/2011 αίτηση αναίρεσής μου κατά του με αριθμό 83/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας και αναφέρομαι στον σ' αυτή αναφερόμενο αναιρετικό λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, προτείνοντας την παραδοχή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να αναιρεθεί το με αριθμό 83/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας να παραπεμφθεί για νέα κρίση η από 17-12-2010 αίτηση της εταιρείας "ΜΠΟΥΛΤΡΑΝΣ ΕΠΕ" για άρση της κατάσχεσης και απόδοση σ' αυτήν του με αριθμό κυκλοφορίας ... ρυμουλκού οχήματος μάρκας VOLVO FH 1242 Τ και του ρυμουλκουμένου ... μάρκας KOEGEL. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 483§3 εδ. α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25§2 του ν. 3904/2010, "ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την αναίρεση του υπ' αριθ. 83/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσπρωτίας, με το οποίο απορρίφθηκε η από 10.12.2010 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΠΟΥΛΤΡΑΝΣ ΕΠΕ", με την οποία ζητούσε αυτή τη άρση της κατασχέσεως ρυμουλκού οχήματός της μετά ρυμουλκουμένου, τα οποία είχαν κατασχεθεί με την από 28.11.2010 έκθεση κατασχέσεως των Λιμενικών υπαλλήλων Θεσπρωτίας. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 177§5 του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η οποία, κατά την παρ. 11 του ίδιου άρθρου, εφαρμόζεται αναλόγως και επί κατασχέσεως μεταφορικών μέσων που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά λαθρομεταναστών, "το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν κατά την κρίση του συντρέχει η αναφερόμενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 160 του παρόντα Κώδικα περίπτωση μη δήμευσης των κατασχεμένων, μπορεί, μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη, να διατάξει, με αμετάκλητη απόφασή του, την άρση της κατάσχεσης και την απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη. Η δικαιοδοσία αυτή του Συμβουλίου ασκείται μόνο αν, η μεν υπόθεση δεν έχει ακόμη εισαχθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το δε αντικείμενο ή μεταφορικό μέσο λαθρεμπορίου δεν εκποιήθηκε ούτε διατέθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 αυτού του άρθρου". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 160§4 εδ. β του ίδιου νόμου, "εξαιρούνται επίσης από τη δήμευση αυτοκίνητα, των οποίων ο ιδιοκτήτης δεν διώκεται ποινικά ή απαλλάχθηκε αμετάκλητα και απέκτησε το αυτοκίνητο καλόπιστα και εν όψει του είδους, του τρόπου και των λοιπών περιστάσεων της συναλλαγής δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ήταν μέσο ή αντικείμενο λαθρεμπορίας ή συναφούς με αυτή πράξης". Η ρύθμιση αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 88§10 εδ. β του ν. 3386/2005 "είσοδος, διαμονή κ.λπ. υπηκόων τρίτων χωρών", κατά την οποία "η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν η περιουσία ανήκει σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει της εγκληματικής δραστηριότητας κατά το χρόνο κτήσεως της περιουσίας". Από τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες, ως ειδικές, υπερισχύουν των γενικών διατάξεων των άρθρων 268§3 και 307 εδ. β του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι για να αρθεί, με βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών, η κατάσχεση οχήματος, το οποίο χρησίμευσε για τη μεταφορά λαθρομεταναστών, πρέπει α) να μη έχει εισαχθεί ακόμη η υπόθεση στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, β) να μη έχει διατεθεί ή εκποιηθεί από τον ΟΔΔΥ το αυτοκίνητο που κατασχέθηκε, γ) να μη έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του ιδιοκτήτη του οχήματος και δ) να μη προκύπτει ότι ο τελευταίος είχε οποιαδήποτε γνώση για τη χρησιμοποίηση του οχήματος ως μέσου μεταφοράς λαθρομεταναστών. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί ισχυρισμοί, με τους οποίους τα περιστατικά αυτά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την κρίση του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε, με αποκλειστικά δικές του σκέψεις, την κρινόμενη αίτηση της εταιρίας "ΜΠΟΥΛΤΡΑΝΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στη Βουλγαρία, για άρση της κατασχέσεως του με αριθμό κυκλοφορίας ... ρυμουλκού οχήματος ιδιοκτησίας της μάρκας "VOLVO FH 1242 T", με αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κινητήρα ..., και ενός ρυμουλκούμενου με αριθμ. κυκλ. ... μάρκας KOEGEL SN 24 και με αριθμό πλαισίου ..., η οποία επιβλήθηκε με την από 28-11-2010 έκθεση κατασχέσεως των οργάνων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ηγουμενίτσας στα πλαίσια ποινικής διώξεως, που ασκήθηκε κατά του Ν. Ν. του Κ., οδηγού των ανωτέρω οχημάτων, για παράβαση του άρθρου 88 παρ. 1 του ν. 3386/2005, με την αιτιολογία, επί λέξει, ότι: "Από όλη τη δικογραφία προκύπτει ότι οι λαθρομεταφερόμενοι βρίσκονταν κατά τη σύλληψη σε ειδική διαμορφωμένη κρύπτη, στη δε αίτηση δεν αναφέρεται εάν η αιτούσα γνώριζε για αυτή, το Συμβούλιο κρίνει ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως στο διατακτικό διαλαμβάνεται".
Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών στέρησε το προσβαλλόμενο βούλευμά του από την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή ούτε κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη ούτε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική του κρίση. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρεται ούτε αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και κατά των νομίμων εκπροσώπων της αιτούσας εταιρίας ούτε αν οι τελευταίοι γνώριζαν ότι το ρυμουλκό με το ρυμουλκούμενο θα χρησίμευαν για τη μεταφορά λαθρομεταναστών στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αρκεί δε, από μόνο του, το αν αυτοί είχαν επικαλεσθεί στην αίτησή τους ότι δεν γνώριζαν ότι στο όχημα που κατασχέθηκε υπήρχε κρύπτη. Επομένως, ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ το υπ' αριθ. 83/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν αποφανθεί προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση βουλεύματος, με το οποίο απορρίφθηκε αίτηση τρίτης εταιρίας περί άρσεως της κατασχέσεως οχήματός της που χρησίμευσε για τη μεταφορά λαθρομεταναστών. Με ποιες προϋποθέσεις διατάσσεται η άρση. Ποιες διατάξεις εφαρμόζονται. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας, γιατί δεν προσδιορίζονται ούτε κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη και δεν αναφέρεται αν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας γνώριζαν ότι το όχημα θα χρησίμευε για τη μεταφορά. Παραπομπή.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1495/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 77102/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 345/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 16 Μαΐου 2011 αποδεικτικό της επιμελήτριας Δικαστηρίων Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Α. Σ. περί επιδόσεως στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στην δηλωθείσα στην αίτησή του διεύθυνση κατοικίας του της 345/18-3-2011 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και από το από 17 Μαΐου 2011 αποδεικτικό της ίδιας ως άνω επιμελήτριας Δικαστηρίων Εισαγγελίας Αρείου Πάγου περί επιδόσεως στον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Δημήτριο Σκρέττα αντιγράφου της ως άνω κλήσεως, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 24-2-2011, αίτηση του Β. Τ. του Α. και της Κων/νας, κατοίκου ..., για αναίρεση της 77102/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1493/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Τ. του Τ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 7235/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 264/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 17 Μαρτίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Ι. Ν.Χ., Αρχ/κα του Α.Σ...., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (με παράδοση της κλήσης στα χέρια του), για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 31 Ιανουαρίου 2011 αίτηση του Κ. Τ. του Τ., και της Β. κατοίκου ..., για αναίρεση της 7235/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1492/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 16855/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, καθώς και στο από 23 Ιουνίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 193/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 142 παρ.3 εδ.α' ΚΠΔ που ορίζει ότι "Τα πρακτικά της συνεδρίασης του πταισματοδικείου και οι αποφάσεις και οι διατάξεις που καταχωρίζονται σ' αυτά μπορούν να καθαρογραφηθούν μαζί με το σκεπτικό και καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο, που τηρείται από το γραμματέα (βιβλίο δημοσίευσης αποφάσεων)", σαφώς προκύπτει ότι σ' αυτό καταχωρίζονται οι αποφάσεις και ότι το απόσπασμα αυτών, προκειμένου ν' αρχίσει, κατ' άρθρο 473 παρ.3 εδ.α' του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης. τυχόν δε καταχώρηση στο πιο πάνω βιβλίο αποσπάσματος απόφασης ουδεμία συνεπάγεται συνέπεια, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, εκτός εάν υφίσταται ζήτημα προθεσμίας άσκησης του ένδικου μέσου, που, όμως, εν προκειμένω κάτι τέτοιο δεν συντρέχει. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσης των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο πιο πάνω αδίκημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της απόφασής, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεις του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να περιλαμβάνει με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και την ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής, εκπρόσωπος κλπ), το χρόνο που διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, τις μηνιαίες τακτικές και έκτακτες αποδοχές, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε μετά την αφαίρεση τούτου από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο καθορίζονται οι αποδοχές του εργαζομένου. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που αποτελεί λόγο αναίρεσες, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 16855/2010 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το προδιαληφθέν Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος (ομόρρυθμο μέλος) της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Τ. και Σία ΕΕ" και διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην ... και έχει ως αντικείμενο την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών. Σημειώνεται ότι την ιδιότητά του αυτή ο κατηγορούμενος ουδέποτε αμφισβήτησε ενώπιον του παρόντος Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ή ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ή ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία επιλήφθηκε της επίδικης εργατικής διαφοράς. Την 1η Σεπτεμβρίου του έτους 2004 ο κατηγορούμενος προσέλαβε με την ανωτέρω ιδιότητά του για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας ως βοηθό λογιστή τον Ι. Ν., πτυχιούχο του τμήματος οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, ο οποίος απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και πλήρες ωράριο μέχρι τις 30-9-2008, οπότε η τελευταία καταγγέλθηκε από την εργοδότρια. Το ότι ο εν λόγω εργαζόμενος προσελήφθη ως βοηθός λογιστή αποδεικνύεται τόσο από την αναγγελία πρόσληψης του στον ΟΑΕΔ, που αναγνώσθηκε όσο και από την αναγνωσθείσα αγγελία, βάσει της οποίας αυτός προσελήφθη. Η αγγελία αυτή, η οποία δημοσιεύθηκε στις 8-8-2004 στην εφημερίδα "Αγγελιοφόρος", αναφέρει τα ακόλουθα: "βοηθός λογιστή ζητείται από μεγάλη προωθητική εταιρία με εμπειρία σε μηχανογραφημένη λογιστική βιβλίων Γ' κατηγορίας. Άριστη γνώση word excel windows internet και γνώσεις μισθοδοσίας ......". Τα καθήκοντα του εν λόγω εργαζομένου ήταν η τήρηση φορολογικών στοιχείων και λογιστικών βιβλίων, η συμμετοχή στη σύνταξη του ισογείου ισολογισμού, η παραλαβή εισπράξεων από τους πελάτες της εταιρίας, η πληρωμή προμηθευτών, η καταβολή της μισθοδοσίας του προσωπικού, η πληρωμή των εισφορών του ΙΚΑ, η σύνταξη των εγγράφων για τις προσλήψεις προσωπικού και τήρηση του καθημερινού ταμείου, όλα δε τα ανωτέρω καθήκοντα του τα διεκπεραίωνε με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Επομένως ο εργαζόμενος Ι. Ν. εδικαιούτο το προβλεπόμενο από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας επίδομα διαχειριστικών λαθών (ταμείου), που αντισταθμίζει τον κίνδυνο διαχείρισης χρημάτων και ανέρχεται σε ποσοστό 5% επί του βασικού μισθού, όπως αυτός καθορίζεται με βάση την υπ' αριθμ. 39/2004 ΔΑ, την υπ' αριθμ. 23/2005 ΔΑ, την υπ' αριθμ. 39/2006 ΔΑ, την από 12-4-2007 ΣΣΕ και την υπ' αριθμ. 19/2007 ΔΑ καθώς και την υπ' αριθμ. 11/2008 ΔΑ. Επιπροσθέτως εδικαιούτο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας λόγω της χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών (υπ' αριθμ. 146/1984 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθμ. 10262/1985 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, υπ' αριθμ. 2/1984 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθμ. 13118/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας), το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού, όπως αυτός καθορίζεται με βάση την υπ' αριθμ. 39/2004 ΔΑ, την υπ' αριθμ. 23/2005 ΔΑ, την υπ' αριθμ. 39/2006 ΔΑ, την από 12-4-2007 ΣΣΕ και την υπ' αριθμ. 19/2007 ΔΑ καθώς και την υπ' αριθμ. 11/2008 ΔΑ. Ο κατηγορούμενος ενεργώντας από πρόθεση κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (ήτοι από 1-9-2004 έως 30-9-2008), με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αν και ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας δεν κατέβαλε στον απασχολούμενο σ' αυτήν τα κατωτέρω αναφερόμενα οφειλόμενα ποσά, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 10.428,9 ευρώ και αντιστοιχούν στο επίδομα ταμείου και το επίδομα χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή (Σημειώνεται ότι το ύψος των οφειλομένων ποσών ουδόλως αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος): 1.Επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή για το έτος 2004: συνολικά 519,06 ευρώ (ήτοι 864,20 ο βασικός μηνιαίος μισθός χ 15% = 129,76 ευρώ μηνιαίως οφειλόμενο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα).
Συνεπώς με τη μη καταβολή του στο τέλος κάθε μήνα από τους Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2004 στις 1-10-2004, 1-11-2004, 1-12-2004 και 1-1-2005 κατέστη με πρόθεση υπερήμερος του ποσού των 129,76 ευρώ αντίστοιχα. 2.Επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή για το έτος 2005: συνολικά 1.632,89 ευρώ (ήτοι 906,22 ο βασικός μηνιαίος μισθός χ 15% = 136,07 ευρώ μηνιαίως οφειλόμενο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα).
Συνεπώς με τη μη καταβολή του στο τέλος κάθε μήνα από το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 στις 1-2-2005, 1-3-2005, 1-4-2005, 1-5-2005, 1-6-2005, 1-7-2005, 1-8-2005, 1-9-2005, 1-10-2005, 1-11-2005, 1-12-2005 και 1-1-2006 κατέστη με πρόθεση υπερήμερος του ποσού των 136,07 ευρώ αντίστοιχα. 3.Επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή για το έτος 2006: συνολικά 7.770,42 ευρώ (ήτοι 982,54 ο βασικός μηνιαίος μισθός χ 15% = 147,53 ευρώ μηνιαίως οφειλόμενο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα).
Συνεπώς με τη μη καταβολή του στο τέλος κάθε μήνα από το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2006 στις 1-2-2006, 1-3-2006, 1-4-2006, 1-5-2006, 1-6-2006, 1-7-2006, 1-8-2006, 1-9-2006, 1-10-2006, 1-11-2006, 1-12-2006 και 1-1-2007 κατέστη με πρόθεση υπερήμερος του ποσού των 147,53 ευρώ αντίστοιχα. 4.Επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή για το έτος 2007: συνολικά 2.072,89 ευρώ (ήτοι 1150,44 ο βασικός μηνιαίος μισθός χ 15% = 172,74 ευρώ μηνιαίως οφειλόμενο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα).
Συνεπώς με τη μη καταβολή του στο τέλος κάθε μήνα από το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007 στις 1-2-2007, 1-3-2007, 1-4-2007, 1-5-2007, 1-6-2007, 1-7-2007, 1-8-2007, 1-9-2007. 1-10-2007, 1-11-2007, 1-12-2007 και 1-1-2008 κατέστη με πρόθεση υπερήμερος του ποσού των 172,74 ευρώ αντίστοιχα. 5.Επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή για το έτος 2008: συνολικά 18 26,37 ευρώ (ήτοι 1351,53 ο βασικός μηνιαίος μισθός χ 15% = 202,93 ευρώ μηνιαίως οφειλόμενο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα).
Συνεπώς με τη μη καταβολή του στο τέλος κάθε μήνα από το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο έως και 30 Σεπτεμβρίου του έτους 2008 στις 1-2-2008, 1-3-2008, 1-4-2008, 1-5-2008, 1-6-2008, 1-7-2008, 1-8-2008, 1-9-2008 και 1-10-2008 κατέστη με πρόθεση υπερήμερος του ποσού των 202,93 ευρώ αντίστοιχα. 6.Επίδομα ταμείου για το έτος 2004: συνολικά 173,02 ευρώ (ήτοι 864,20 ο βασικός μηνιαίος μισθός χ 5% = 43,21 ευρώ μηνιαίως οφειλόμενο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα).
Συνεπώς με τη μη καταβολή του στο τέλος κάθε μήνα από τους Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2004 στις 1-10-2004, 1-11-2004, 1-12-2004 και 1-1-2005 κατέστη με πρόθεση υπερήμερος του ποσού των 43,21 ευρώ αντίστοιχα. 7.Επίδομα ταμείου για το έτος 2005: συνολικά 544,30 ευρώ (ήτοι 906,22 ο βασικός μηνιαίος μισθός χ 5% = 45,31 ευρώ μηνιαίως οφειλόμενο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα).
Συνεπώς με τη μη καταβολή του στο τέλος κάθε μήνα από το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 στις 1-2-2005, 1-3-2005, 1-4-2005, 1-5-2005, 1-6-2005, 1-7-2005, 1-8-2005, 1-9-2005, 1-10-2005, 1-11-2005, 1-12-2005 και 1-1-2006 κατέστη με πρόθεση υπερήμερος του ποσού των 45,31 ευρώ αντίστοιχα. 8.Επίδομα ταμείου για το έτος 2006: συνολικά 5 9 0,14 ευρώ (ήτοι 982,54 ο βασικός μηνιαίος μισθός χ 5% = 49,12 ευρώ μηνιαίως οφειλόμενο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα).
Συνεπώς με τη μη καταβολή του στο τέλος κάθε μήνα από το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2006 στις 1-2-2006, 1-3-2006, 1-4-2006, 1-5-2006, 1-6-2006, 1-7-2006, 1-8-2006, 1-9-2006, 1-10-2006, 1-11-2006, 1-12-2006 και 1-1-2007 κατέστη με πρόθεση υπερήμερος του ποσού των 49,12 ευρώ αντίστοιχα. 9.Επίδομα ταμείου για το έτος 2007: συνολικά 6 90,96 ευρώ (ήτοι 1150,44 ο βασικός μηνιαίος μισθός χ 5% = 57,58 ευρώ μηνιαίως οφειλόμενο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα).
Συνεπώς με τη μη καταβολή του στο τέλος κάθε μήνα από το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007 στις 1-2-2007, 1-3-2007, 1-4-2007, 1-5-2007, 1-6-2007, 1-7-2007, 1-8-2007, 1-9-2007, 1-10-2007, 1-11-2007, 1-12-2007 και 1-1-2008 κατέστη με πρόθεση υπερήμερος του ποσού των 57,58 ευρώ αντίστοιχα. 10.Επίδομα ταμείου για το έτος 2008: συνολικά 608,85 ευρώ (ήτοι 1351,53 ο βασικός μηνιαίος μισθός χ 5% = 67,65 ευρώ μηνιαίως οφειλόμενο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα).
Συνεπώς με τη μη καταβολή του στο τέλος κάθε μήνα από το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο έως και τις 30 Σεπτεμβρίου του έτους 2008 στις 1-2-2008, 1-3-2008, 1-4-2008, 1-5-2008, 1-6-2008, 1-7-2008, 1-8-2008, 1-9-2008 και 1-10-2008 κατέστη με πρόθεση υπερήμερος του ποσού των 67,65 ευρώ αντίστοιχα.
Κατά συνέπεια με βάση όλα τα ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της παράβασης του άρθρου μόνου α.ν. 690/1945 κατ' εξακολούθηση, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, σύμφωνα με το διατακτικό". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την προδιαληφθείσα πράξη της παράβασης του ΑΝ 690/1945 άρθρο μόνο, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγατε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου μόνον του ΑΝ 690/1945, όπως η παρ.1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995, που εφαρμόστηκαν, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρονται πλήρως αιτιολογημένα η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότη, οι μηνιαίες αποδοχές του εργαζόμενου (βοηθός λογιστή), η διάρκεια της σύμβασης εργασίας, ο χρόνος που παρασχέθηκε η εργασία και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί ο μισθός και το επίδομα ταμείου και ηλεκτρονικού υπολογιστή, αναλυτικά και συνολικά οι καθυστερούμενες αποδοχές, το ποσό των οποίων, όπως στο σκεπτικό διαλαμβάνεται ουδόλως αμφισβήτησε ο ίδιος, καθώς και η αιτία τους που ήταν το επίδομα ταμείου και ηλεκτρονικού υπολογιστή, όπως επίσης τόσο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης όσο και στο διατακτικό της αναφέρεται το ίδιο ακριβώς οφειλόμενο συνολικό ποσό των 10.428,9 ευρώ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' μοναδικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 4 Ιανουαρίου 2011, αίτηση του Γ. Τ. του Χ., κατοίκου …, και τους από 23.6.2011 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 16855/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του Α.Ν 690/1945 κατ’ εξακολούθηση. Η καταχώρηση αποσπάσματος απόφασης στο ειδικό βιβλίο ουδεμία συνεπάγεται έννομη συνέπεια. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μη εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1491/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρτσόγλου - Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενη την Ροδόπη Νικολούδη, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και εγκαλούσα τη Σ. Λ. του Ι., κάτοικο Νέου Φαλήρου Αττικής.
Η αίτηση αυτή με αριθμό 282/02.5.2011 που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 596/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 174/04.7.2011 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας κατά τα άρθρα 136 περ. ε 137 παρ. 1 περ. γ Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. πρωτ. 282/2-5-2011 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, με την οποία υποβάλλει αίτημα ορισμού αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου να επιληφθεί της δικογραφίας που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, με αφορμή την υποβολή στην ως άνω Εισαγγελία της επέχουσας θέση εγκλήσεως από 18-10-2010 "ένστασης - διαμαρτυρίας" της Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ρ. Ν., της παραπομπής δηλαδή της υποθέσεως αυτής από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, και εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 136 στοιχ. β Κ.Π.Δ όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή από το αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα αυτά δικαστήριο σε άλλο ομοιόβαθμο και ομοειδές. Η παραπομπή αυτή της υποθέσεως νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της εγέρσεως της ποινικής αγωγής και του της διενεργείας της προκαταρκτικής εξετάσεως, αφού και στα στάδια αυτά συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, δηλαδή της εξασφαλίσεως απολύτου ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού κάθε υπόνοιας μεροληψίας εξ' αιτίας της συνυπηρετήσεως. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 137§1 Κ.Π.Δ στην ανωτέρω περίπτωση την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει ο Εισαγγελέας ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, την αποφασίζει δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α και β του άρθρου 136, το Συμβούλιο Εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο β), ο Άρειος δε Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο γ). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Την 18-10-2010 η Σ. Λ. του Ι., κάτοικος ..., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς την υπό την αυτή ημερομηνία "ένσταση - διαμαρτυρία" της, όπως η ίδια την χαρακτηρίζει, με την οποία και για τους εκτιθέμενους σ' αυτήν λόγους, στρέφεται κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ρ. Ν.. Η πιο πάνω "ένσταση- αναφορά" επέχει θέση εγκλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 46 Κ.Π.Δ., καθόσον με αυτήν καταμηνύεται η ως άνω Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν. Προκειμένου να ενεργηθούν επί της ως άνω αναφοράς τα κατά το άρθρο 43 του Κ.Π.Δ οριζόμενα, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς στον οποίο κατατέθηκε αυτή, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2395/9-2-2010 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ζήτησε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδάφιο 3 και 137 Κ.Π.Δ, τον κατά παραπομπή κανονισμό του αρμοδίου να επιληφθεί της υποθέσεως δικαστηρίου, επειδή η εγκαλούμενη υπηρετεί στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, επισυνάπτοντας άμα και υπηρεσιακή βεβαίωση περί του ότι η καταμηνυόμενη Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς από 11-9-2008 μέχρι και σήμερα. Ακολούθως, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 282/2-5-2011 αναφορά του που απευθύνεται σε μας, ζητεί, σύμφωνα με τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και στα ποινικά δικαστήρια άλλης περιφέρειας. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν μπορεί να αποφασίσει για την ζητούμενη παραπομπή, γιατί στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο. Αρμοδίως κατά ταύτα εισάγεται η προκειμένη αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά για να ορισθεί κατά το άρθρο 137 παρ.1γ Κ.Π.Δ αρμόδιο κατά παραπομπή δικαστήριο, προκειμένου να επιληφθεί της εκκρεμούσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς δικογραφίας που σχηματίσθηκε με αφορμή την από 18-10-2010 η αναφορά της Σ. Λ. (Α.Π 1739/1994, Α.Π 1740/1994 Α,Π 2080/2002). Η ιδία αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η δικογραφία που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, με αφορμή την επέχουσα θέση εγκλήσεως από 18-10-2010 αναφορά της Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ρ. Ν., από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιά, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Αθήνα 30 Ιουνίου 2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122- 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Εν προκειμένω, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 282/2.5.2011 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς επιδιώκεται η παραπομπή της προκαταρκτικής ποινικής δικογραφίας εις βάρος της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ρ. Ν., μετά από μηνυτήρια αναφορά της Σ. Λ., σε άλλου Πρωτοδικείο. Η αίτηση αυτή παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο, αφού στην περιφέρεια αρμοδιότητας του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο πρωτοδικείο, εκτός απ' αυτό στο οποίο υπηρετεί ήδη η μηνυόμενη Αντεισαγγελεύς. Ενόψει του γεγονότος ότι στην κρινόμενη περίπτωση η μηνυόμενη Αντεισαγγελεύς Πρωτοδικών υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, η οποία είναι η μόνη Εισαγγελία στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, συντρέχει περίπτωση καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο τούτο και παραπομπής της υποθέσεως από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς σε εκείνες άλλου Εφετείου και ειδικότερα στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου οι ως άνω εισαγγελικές και δικαστικές αρχές να ασχοληθούν με τη διερεύνηση της υποθέσεως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ, κατά παραπομπή ως αρμόδιους α) τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για τις κατά το άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ενέργειες επί της μηνυτήριας αναφοράς της Σ. Λ. κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ρ. Ν. και β) τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών αν συντρέξει περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα Κανονισμός Αρμοδιότητας. Αιτών : Ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς. Παραπέμπεται η υπόθεση από τις δικαστικές και εισαγγελικές Αρχές Πειραιώς σε εκείνες του Πρωτοδικείου Αθηνών.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1490/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Ζ. Κ. του Μ. , κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 8111/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1627/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο την από 4 Μαρτίου 2011 παραίτηση από την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, καθώς και τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό72/11.3.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγουμε, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 10.12.2010 αίτηση της Ζ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 8111/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και την από 4.3.2011 δήλωση παραιτήσεως αυτής από την ανωτέρω αίτηση, και εκθέτουμε τα ακόλουθα:
Κατά άρθρο 475 παρ. 1 του ΚΠΔ, "ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1` μπορεί να γίνει ακόμα και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά". Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που αναφέρονται σ' αυτό "όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο...το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 525 του ΚΠΔ, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία υποβάλλεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, με την οποία επιδιώκεται, οσάκις συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις η ακύρωση της προσβαλλόμενης με αυτήν αμετάκλητης αποφάσεως. Παρά ταύτα είναι επιτρεπτή, εφ' όσον δεν είναι ασυμβίβαστη προς την αίτηση αυτή και δια την ταυτότητα του νομικού λόγου, η εφαρμογή ορισμένων από τις γενικές περί ενδίκων μέσων διατάξεων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και εκείνες που αφορούν την παραίτηση του διαδίκου από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει (άρθρα 474 παρ. 1, 475 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ). Επομένως, αυτός που αμετάκλητα καταδικάστηκε για πλημμέλημα ή κακούργημα και άσκησε αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, μπορεί να παραιτηθεί από αυτήν, με δήλωσή του ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όταν η αμετάκλητη καταδίκη δεν απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο (άρθρο 527 παρ. 3 ΚΠΔ), που υποβάλλεται από τον ίδιο ή τον έχοντα εντολή αντιπρόσωπό του (άρθρα 465 παρ. 1, 96 παρ. 2 του ΚΠΔ) (ΑΠ 244/2010, ΑΠ 2028/2009, ΑΠ 1031/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα Ζ. Κ. του Μ., καταδικάστηκε με την 8111/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) μετά χρήσεως. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, μετά την έκδοση της 2158/2004 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά της 1532/2003 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, την 392/2.7.2003 έφεσή της κατά της άνω αποφάσεως. Με την από 10.12.2010 αίτησή της, την οποία κατέθεσε αυτοπροσώπως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 21.12.2010, η ως άνω καταδικασθείσα ζήτησε την επανάληψη, προς το συμφέρον της, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την παραπάνω αμετάκλητη απόφαση, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους. Ακολούθως, με την από 4.3.2011 δήλωση - παραιτήσεως, την οποία κατέθεσε επίσης αυτοπροσώπως, την 8.3.2011, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δήλωσε ότι παραιτείται από την ως άνω αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή πρέπει, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 10.12.2010 αίτηση της Ζ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία κατετέθη την 21.12.2010 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 8111/1999 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.- Αθήνα, 10 Μαρτίου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 475§1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "κάθε διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474§1του ίδιου Κώδικα, μπορεί δε να γίνει ακόμα και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης ..." και κατ' άρθρον 476§1 του ίδιου Κώδικα όταν, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό "έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο ...". Περαιτέρω η κατά το άρθρο 525 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, η οποία επιδιώκει με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου, την ακύρωση της αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, που προσβάλλεται με την αίτηση. Παρά ταύτα, είναι επιτρεπτή, εφ' όσον δεν είναι ασυμβίβαστο προς την αίτηση αυτή και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η εφαρμογή των άνω διατάξεων (των άρθρων 475, 476 ΚΠΔ), όταν αυτή έχει υποβληθεί από τον καταδικασθέντα, οπότε η επανάληψη διεξάγεται προς το συμφέρον του.
Συνεπώς ο τελευταίος αυτός, ο οποίος υπέβαλε αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, μπορεί να παραιτηθεί από αυτήν. Έτι περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 527§3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που ορίζει ότι "η αίτηση ... υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση ...", συνδυαζόμενη προς τις διατάξεις των άνω άρθρων 475§1, 474§1 και 476§1 ΚΠΔ, που εφαρμόζονται αναλογικώς, συνάγεται ότι και η άσκηση της αιτήσεως για την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, και η παραίτηση εκ μέρους του αιτούντος από την αίτηση αυτή, γίνεται με την υποβολή του σχετικού δικογράφου, χωρίς να απαιτείται εγχείριση τούτου στους αρμοδίους κατά περίπτωση εισαγγελείς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η αιτούσα Ζ. Κ. καταδικάστηκε με την 8111/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί μία τριετία για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της 2158/2004 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (Αρείου Πάγου), με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως την οποία άσκησε κατά της 1532/2003 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως την 392/2.7.2003 έφεση της κατά της παραπάνω 8111/1999 αποφάσεως. Με την από 10.12.2010 αίτηση της, την οποία κατέθεσε η αιτούσα αυτοπροσώπως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21 Δεκεμβρίου 2010, ζήτησε την επανάληψη, προς το συμφέρον της, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την παραπάνω αμετάκλητη απόφαση, για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση. Ακολούθως, με την από 4.3.2011 δήλωση παραιτήσεως, την οποία κατέθεσε επίσης αυτοπροσώπως στις 8 Μαρτίου 2011, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δήλωσε ότι παραιτείται από την ως άνω αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή πρέπει, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση της Ζ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία κατατέθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2010 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 8111/1999 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αιτούσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €),
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1488/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου,
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης περί αναιρέσεως του με αριθμό 1231/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους 1) Π. Π. του Δ., κατοίκου ... και 2) Β. Σ. του Σ., κατοίκους αμφοτέρους .... Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Σ. του Σ..
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 01/26.01.2011 αίτηση - έκθεσή του περί αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ναούμας Γράβα και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 188/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 134/23.5.2011 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ την υπ' αριθμ. 1/26-1-2011 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά του υπ' αριθμ. 1231/2010 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθμ. 969/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος: α) της Π. Π. του Δ., συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση με σκοπό τον πορισμό σε τρίτο αθέμιτου οφέλους που υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της Β. Σ. του Σ., κατοίκου ..., για ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη (άρθρα 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27παρ. 1 46 παρ.1α, 98 και 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ). Εναντίον του βουλεύματος αυτού άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση ο Ι. Σ. του Σ., ο οποίος δήλωσε κατά την προδικασία νομοτύπως παράσταση πολιτικής αγωγής. Η έφεση αυτή έγινε τυπικά δεκτή με το παρεμπίπτον υπ' αριθμ. 1126/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με το οποίο διατάχθηκε περαιτέρω κυρία ανάκριση. Μετά το πέρας της συμπληρωματικής ανάκρισης, η έφεση έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη με το υπ' αριθμ. 1231/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με το βούλευμά του αυτό το Συμβούλιο Εφετών εξαφάνισε το πρωτοβάθμιο βούλευμα και στη συνέχεια παρέπεμψε τους πιο πάνω κατηγορούμενους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστούν η μεν πρώτη για ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, η δε δεύτερη για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή. Κατά του βουλεύματος αυτού ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης άσκησε την κρινόμενη αναίρεση. Η αναίρεση αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και ειδικότερα εντός της τασσόμενης από το άρθρο 473 παρ. 1 εδάφιο β Κ.Π.Δ μηνιαίας προθεσμίας από της εκδόσεως του βουλεύματος, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 1/26-1-2011 έκθεση στην οποία διατυπώνεται αναλυτικά και ο λόγος άσκησής της, είναι δε αυτός η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά την προδικασία της έκδοσης του βουλεύματος τούτου. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως από την πλευρά του Εισαγγελέα Εφετών (άρθρο 483 παρ. 2 του Κ.Π.Δ), αφού παραπέμπει τους κατηγορούμενους για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ.1α του Κ.Π.Δ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι η απόλυτη ακυρότητα, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1του ιδίου Κώδικα, ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, επέρχεται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου (171 παρ.1δ Κ.Π.Δ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, η κύρια ανάκριση δεν μπορεί να θεωρηθεί τελειωμένη αν δεν απολογηθεί ο κατηγορούμενος (εδ. α), μπορεί όμως να θεωρηθεί τελειωμένη ακόμη και όταν ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε για να απολογηθεί ύστερα από κλήτευση που του έγινε, εφόσον δεν προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις εναντίον του (εδ. β). Στην πρακτική συνηθίζεται, όταν ο ανακριτής φρονεί ότι δεν προκύπτουν σε βάρος του κατηγορουμένου αποχρώσες ενδείξεις, να περατώνει την ανάκριση με την έκδοση της λεγόμενης "τυπικής κλήσης" για απολογία, κλήσης δηλαδή που δεν επιδίδεται στον κατηγορούμενο. Ο τρόπος αυτός περάτωσης της ανάκρισης, δεν στερεί το δικαστικό συμβούλιο της εξουσίας να αποφανθεί επί της υποθέσεως. Αν όμως το δικαστικό συμβούλιο καταλήξει στην άποψη ότι από την μελέτη των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν σε βάρος του κατηγορουμένου σοβαρές ενδείξεις ενοχής, δεν μπορεί να παραπέμψει τον κατηγορούμενο χωρίς προηγουμένως να έχει ληφθεί η πραγματική απολογία του, διότι άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 δ Κ.Π.Δ ), λόγω της μη πραγματικής κλήτευσης του κατηγορουμένου και εντεύθεν της μη άσκησης από αυτόν των δικαιωμάτων που του παρέχουν τα άρθρα 100- 103 του Κ.Π.Δ (Μπουρόπουλος Ερμ. Κ.Π.Δ τ. α σελ. 244, Α.Π 53/2000 ΠοινΧρον Ν.130, ΑΠ 583/1982 και ΑΠ 949/1982 ΠοινΧρον ΛΓ.30 και 275). Στην περίπτωση αυτή, αν το συμβούλιο έχει διαφορετική άποψη από τον ανακριτή, οφείλει να επιστρέψει την δικογραφία στον τελευταίο παραγγέλλοντας συμπληρωματική κυρία ανάκριση, προκειμένου να ληφθεί η απολογία του κατηγορουμένου και να γίνει σ' αυτόν γνωστοποίηση του πέρατός της ( ΟλομΑΠ 8/2002 Σε Συμβ. ΠοινΧρον. ΝΒ.785), μετά το πέρας της οποίας δεν κωλύεται πλέον να εκδώσει παραπεμπτικό βούλευμα. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τα ίδια ισχύον και στην περίπτωση κατά την οποία μετά την περάτωση της κυρίας ανάκρισης με τυπική κλήση, εκδίδεται απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, κατά του οποίου όμως ασκείται έφεση από τον πολιτικώς ενάγοντα. Στην περίπτωση αυτή το επιλαμβανόμενο της εφέσεως Συμβούλιο Εφετών, δεν μπορεί να παραπέμψει τον κατηγορούμενο χωρίς να έχει ληφθεί προηγουμένως η πραγματική απολογία του, διότι άλλως επέρχεται απόλυτη ακυρότητα για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Εφόσον το Συμβούλιο Εφετών, από την μελέτη των στοιχείων της δικογραφίας, οδηγείται στην περίπτωση αυτή σε παραπεμπτική κρίση, οφείλει να διατάξει συμπληρωματική κύρια ανάκριση (άρθρα 312 και 318 Κ.Π.Δ.), προκειμένου κατ' αυτήν να ληφθεί απολογία του κατηγορουμένου και να γνωστοποιηθεί το πέρας της στον κατηγορούμενο, μετά το πέρας της οποίας δεν κωλύεται να εκδώσει παραπεμπτικό βούλευμα. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την μελέτη των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, προκύπτουν τα εξής: Με αφορμή την από 1-11-2006 έγκληση του Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ποινική δίωξη αφ' ενός μεν κατά της Π. Π., Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, για ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση με σκοπό τον πορισμό αθέμιτου οφέλους σε τρίτο, συνολικά ανώτερου των 73.000 ευρώ, αφ' ετέρου δε κατά της Β. Σ. του Σ., κατοίκου ..., για ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη (άρθρα 1, 14, 16, 17,18, 26παρ. 1, 27 παρ. 1 46 παρ.1α, 98 και 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ). Επί της υποθέσεως διενεργήθηκε κυρία ανάκριση από την Ανακρίτρια του Ε τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία περάτωσε την ανάκριση με την έκδοση "τυπικών κλήσεων" προς τους κατηγορούμενους για την λήψη των απολογιών τους, διότι κατά τη κρίση της, όπως αυτή εκφράστηκε στην υπ' αριθμ. 127/18-3-2008 αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση δεν προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις εναντίον τους. Ακολούθως εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 969/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο το Συμβούλιο τούτο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορούμενων για τις προαναφερθείσες πράξεις. Κατά του βουλεύματος αυτού ο πολιτικώς ενάγων Ι. Σ., ο οποίος είχε δηλώσει νομοτύπως παράσταση πολιτικής αγωγής, άσκησε την υπ' αριθμ. 86/23-9-2009 έφεσή του. Η έφεση αυτή έγινε τυπικά δεκτή με το υπ' αριθμ. 1126/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με το ίδιο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών ανέβαλε να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης και παρήγγειλε συμπληρωματική κυρία ανάκριση επί της υποθέσεως, προκειμένου να επισυναφθεί στη δικογραφία αντίγραφο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης την οποία επρόκειτο να διενεργήσει ο νευρολόγος - ιατρός Ε. Μ., σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1699/2009 αποφάσεως του Πολιτικού Εφετείου Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της πολιτικής δίκης που εκκρεμούσε στο δικαστήριο τούτο, μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντα και της δεύτερης κατηγορούμενης. Αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης αυτής ήταν η διαπίστωση εάν η διαθέτης Σ. Σ. κατά τον χρόνο συντάξεως από την πρώτη κατηγορουμένη των επίμαχων δημοσίων διαθηκών, είχε συνείδηση των πράξεων της ή στερείτο της χρήσεως του λογικού λόγω εκφυλιστικών παθήσεων του εγκεφάλου (προϊούσης γεροντικής άνοιας - Alzheimer) και των άλλων νόσων από τις οποίες έπασχε. Κατά την συμπληρωματική κυρία ανάκριση, η Ανακρίτρια του Ε τμήματος που την διενήργησε, επισύναψε στην δικογραφία αντίγραφο της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και χωρίς να καλέσει τις κατηγορούμενες για απολογία, περαιτέρω δε χωρίς να τους γνωστοποιήσει το πέρας της διαταχθείσης συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως, όπως όφειλε κατά το άρθρο 308 παρ.4 σε συνδυασμό με το άρθρο 319 του Κ.Π.Δ και δη επί ποινή απολύτου ακυρότητας ( Α.Π 1542/1988 ΠοινΧρον. ΛΘ.381) διαβίβασε περαιωμένη την δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, θεωρώντας ότι νομοτύπως περατώθηκε κατά τον τρόπο αυτό η συμπληρωματική κυρία ανάκριση. Ακολούθως εκδόθηκε από το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1231/2010 παραπεμπτικό σε βάρος των κατηγορουμένων βούλευμα. Με το βούλευμα αυτό παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστούν για τις αποδιδόμενες σ' αυτές ως άνω πράξεις, δεχθέν ότι από τα στοιχεία της κυρίας ανακρίσεως (αρχικής και συμπληρωματικής), προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος τους που δικαιολογούσαν και επέβαλαν τον ακροαματικό έλεγχο της υποθέσεως. Ενεργήσαν κατά τον ανωτέρω τρόπο το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης και αποφανθέν περί της παραπομπής των κατηγορουμένων, κατέστησε το βούλευμα του αναιρετέο σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1α του Κ.Π.Δ λόγω απόλυτης ακυρότητος που εμφιλοχώρησε κατά την έκδοσή του, εξαιτίας της μη νομότυπης περάτωσης της συμπληρωματική κυρίας ανάκρισης και της μη γνωστοποίησης του πέρατός της στις κατηγορούμενες, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη της παρούσας μου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αναίρεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, ακολούθως δε να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η υπ' αριθμ.1/2011 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης κατά του υπ' αριθμ. 1231/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό στο σύνολό του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς την συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 23 Μαΐου 2011. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, ο οποίος αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 484 παρ.1 εδ. α' του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι η απόλυτη ακυρότητα (αρθ. 171 αριθ.1), κατά δε το άρθρο 171 παρ.1, ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο επέρχεται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου (παρ.1 δ'). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ.1 του ΚΠΔ, η κυρία ανάκριση δεν μπορεί να θεωρηθεί τελειωμένη αν δεν απολογηθεί ο κατηγορούμενος (εδάφ. α'), μπορεί όμως να θεωρηθεί τελειωμένη ακόμη και όταν ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάσθηκε για να απολογηθεί ύστερα από κλήτευση που του έγινε, εφόσον δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις εναντίον του. Κατά τη διάκριση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 270 παρ.1 προϋπόθεση της κατ' εξαίρεση περατώσεως της ανακρίσεως χωρίς την λήψη πραγματικής απολογίας του κατηγορουμένου τίθεται η έστω και σιωπηρά εκτίμηση του ανακριτή ότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής, διότι σε αντίθετη περίπτωση η λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου είναι υποχρεωτική. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 308, 309 παρ.1, 310, 312 και 313 του ΚΠΔ το δικαστικό συμβούλιο, αρμόδιο να κηρύξει το πέρας της κύριας ανακρίσεως, αποφασίζει την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο όταν διαπιστώσει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία (άρθ.309 περ. ε' και 313), ενώ διατάσσει περαιτέρω ανάκριση αν θεωρεί απαραίτητο να γίνουν ορισμένες ανακριτικές πράξεις ή να απαγγελθεί κατηγορία εναντίον ορισμένου προσώπου (άρθ.309 περ. δ' και 312). Έχοντας, άρα, το δικαστικό συμβούλιο εξουσία να καταλήξει σε αντίθετη εκτίμηση του υλικού της ανακρίσεως από εκείνη του ανακριτή αλλά και την υποχρέωση εκ του νόμου (άρθ.138 παρ.1β' και 139 ΚΠΔ) να αιτιολογήσει την κρίση του, δεν κωλύεται όταν διατάσει περαιτέρω ανάκριση να εκτιμήσει, έστω και αν αυτό δεν απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 309 περ.δ' και 312, ότι προέκυψαν από το μέχρι τούδε αποδεικτικό υλικό επαρκείς ενδείξεις (υπόνοιες) ενοχής και επιβάλλεται η αντίκρουση τους με ουσιαστική απολογία του κατηγορουμένου. Το βούλευμα έχει εκ του διατακτικού του στην περίπτωση αυτή χαρακτήρα προπαρασκευαστικής μόνον αποφάσεως (άρθρα 138 παρ.1β',548ΚΠΔ),δεσμευτικής για τον ανακριτή μόνον ως προς την ανάγκη διενέργειας της διατασσόμενης ανακριτικής πράξεως, χωρίς να παρεμποδίζεται έτσι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προτείνει νέα αποδεικτικά μέσα ή να υποβάλλει αιτήματα ή να ασκήσει τα όποια άλλα υπερασπιστικά δικαιώματα έχει στο στάδιο αυτό από το νόμο (Ολ.ΑΠ 8/2002 Ποιν.Χρ ΝΒ.785).
Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι στην περίπτωση που η κυρία ανάκριση έχει περατωθεί με έκδοση τυπικής κλήσεως του κατηγορουμένου, χωρίς πραγματική κλήση του σε απολογία, γιατί δεν προκύπτουν κατά την κρίση του ανακριτή επαρκείς ενδείξεις εναντίον του, αν στη συνέχεια το δικαστικό συμβούλιο έχει διαφορετική άποψη από τον ανακριτή, οφείλει να επιστρέψει δικογραφία στον τελευταίο παραγγέλλοντας συμπληρωματική κυρία ανάκριση, προκειμένου να ληφθεί η απολογία του κατηγορουμένου και να γίνει σε αυτόν γνωστοποίηση του πέρατος της ανάκρισης, μετά το πέρας της οποίας δεν κωλύεται πλέον να εκδώσει παραπεμπτικό βούλευμα. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία μετά την περάτωση της κυρίας ανάκρισης με τυπική κλήση, εκδίδεται απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, κατά του οποίου όμως ασκείται παραδεκτά έφεση από τον πολιτικώς ενάγοντα. Στην τελευταία περίπτωση, το επιλαμβανόμενο της εφέσεως Συμβούλιο Εφετών, δεν μπορεί να παραπέμψει τον κατηγορούμενο χωρίς να του έχει προηγουμένως επιδοθεί κλήση σε απολογία και χωρίς να ληφθεί η πραγματική απολογία του, διότι άλλως επέρχεται απόλυτη ακυρότητα για παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων αυτού. Εφόσον το Συμβούλιο Εφετών οδηγείται σε παραπεμπτική κρίση, οφείλει στην περίπτωση αυτή να διατάξει συμπληρωματική κυρία ανάκριση, κατά τα άρθρα 312 και 318 του ΚΠΔ, προκειμένου να ληφθεί η ελλείπουσα απολογία του κατηγορουμένου και μετά το πέρας της συμπληρωματικής ανάκρισης και τη γνωστοποίηση του πέρατος στον κατηγορούμενο, η υπόθεση θα επανεισαχθεί σε αυτό με εισαγγελική πρόταση και τότε το Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται, δεν κωλύεται δε να εκδώσει ακόμα και παραπεμπτικό βούλευμα. Το ίδιο θα ισχύσει, σε περίπτωση που το Συμβούλιο Εφετών, διατάξει συμπληρωματική κυρία ανάκριση για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και επανέλθει η υπόθεση σε αυτό, χωρίς να έχει κληθεί από τον ανακριτή ποτέ ο κατηγορούμενος σε πραγματική απολογία και χωρίς να του έχει γνωστοποιηθεί το πέρας της διενεργηθείσας συμπληρωματικής ανάκρισης, για να ασκήσει τα υπερασπιστικά δικαιώματα που του παρέχονται με τα άρθρα 101,106,107 και 108 ΚΠΔ, επειδή ο ανακριτής κρίνει ότι δεν υπάρχουν και πάλιν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών και στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν μπορεί να παραπέμψει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, αν δε πράξει τούτο επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση των παραπάνω υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠΔ, διότι πλήττεται έτσι και το κατοχυρούμενο με το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται άμεση ή έμμεση πρόκριση ενοχής χωρίς και την λήψη της απολογίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται στο παρόν Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, παραδεκτά κατά το άρθρο 483 παρ. 1, 2 και 484 παρ.1 εδ. α' του ΚΠΔ, η εμπροθέσμως, κατά το άρθρο 473 παρ.1 εδ. β' του ΚΠΔ, εντός μηνός από της εκδόσεως, ασκηθείσα με αριθ. 1/26-1-2011 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά του με αριθ.1231/2010 παραπεμπτικού για κακουργηματικές πράξεις βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά την προδικασία της έκδοσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, συνεπεία μη απολογίας των δύο κατηγορουμένων και μη γνωστοποιήσεως σε αυτές του πέρατος διαταχθείσας από το Συμβούλιο αυτό και διενεργηθείσας από τον ανακριτή συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης με διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ο ανωτέρω μοναδικός αυτός προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως αν είναι και βάσιμος.
Από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: "Με αφορμή την από 1 -11-2006 έγκληση του Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ποινική δίωξη αφ' ενός μεν κατά της Π. Π., Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, για ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση με σκοπό τον πορισμό αθεμίτου οφέλους σε τρίτο, συνολικά ανώτερου των 73.000 ευρώ, αφ' ετέρου δε κατά της Β. Σ. του Σ., κατοίκου ..., για ηθική
αυτουργία στην παραπάνω πράξη (άρθρα 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 46 παρ.1α, 98 και 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ). Επί της υποθέσεως διενεργήθηκε κυρία ανάκριση από την Ανακρίτρια του Ε' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία περάτωσε την ανάκριση με την έκδοση "τυπικών κλήσεων προς τους κατηγορούμενους για την λήψη των απολογιών τους, διότι κατά τη κρίση της, όπως αυτή εκφράστηκε στην υπ' αριθμ. 127/18-3-2008 αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση δεν προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις εναντίον τους. Ακολούθως εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 969/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο το Συμβούλιο τούτο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορούμενων για τις προαναφερθείσες πράξεις. Κατά του βουλεύματος αυτού ο πολιτικώς ενάγων Ι. Σ., ο οποίος είχε δηλώσει νομοτύπως παράσταση πολιτικής αγωγής, άσκησε την υπ' αριθμ. 86/23-9-2009 έφεση του. Η έφεση αυτή έγινε τυπικά δεκτή με το υπ' αριθμ. 1126/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με το ίδιο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών ανέβαλε να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης και παρήγγειλε συμπληρωματική κυρία ανάκριση επί της υποθέσεως, προκειμένου να επισυναφθεί στη δικογραφία αντίγραφο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης την οποία επρόκειτο να διενεργήσει ο νευρολόγος -ιατρός Ε. Μ., σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1699/2009 αποφάσεως του Πολιτικού Εφετείου Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της πολιτικής δίκης που εκκρεμούσε στο δικαστήριο τούτο, μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντα και της δεύτερης κατηγορούμενης. Αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης αυτής ήταν η διαπίστωση εάν η διαθέτης Σ. Σ. κατά τον χρόνο συντάξεως από την πρώτη κατηγορουμένη των επίμαχων δημοσίων διαθηκών, είχε συνείδηση των πράξεων της ή στερείτο της χρήσεως του λογικού λόγω εκφυλιστικών παθήσεων του εγκεφάλου (προϊούσης γεροντικής άνοιας - Αlzheimer)) και των άλλων νόσων από τις οποίες έπασχε. Κατά την συμπληρωματική κυρία ανάκριση, η Ανακρίτρια του Ε τμήματος που την διενήργησε, επισύναψε στην δικογραφία αντίγραφο της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και χωρίς να καλέσει τις κατηγορούμενες για απολογία, περαιτέρω δε χωρίς να τους γνωστοποιήσει το πέρας της διαταχθείσης συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως, όπως όφειλε κατά το άρθρο 308 παρ.4 σε συνδυασμό με το άρθρο 319 του Κ.Π.Δ και δη επί ποινή απολύτου ακυρότητας (ΑΠ 1542/1988 Ποιν.Χρον. ΛΘ.381) διαβίβασε περαιωμένη την δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, θεωρώντας ότι νομοτύπως περατώθηκε κατά τον τρόπο αυτό η συμπληρωματική κυρία ανάκριση. Ακολούθως εκδόθηκε από το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1231/2010 παραπεμπτικό σε βάρος των κατηγορουμένων βούλευμα. Με το βούλευμα αυτό παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστούν για τις αποδιδόμενες σ' αυτές ως άνω πράξεις, δεχθέν ότι από τα στοιχεία της κυρίας ανακρίσεως (αρχικής και συμπληρωματικής), προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος τους που δικαιολογούσαν και επέβαλαν τον ακροαματικό έλεγχο της υποθέσεως .
Ενεργήσαν κατά τον ανωτέρω τρόπο το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης και αποφανθέν περί της παραπομπής των κατηγορουμένων, κατέστησε, το βούλευμα του αναιρετέο σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1α του Κ.Π.Δ λόγω απόλυτης ακυρότητος που εμφιλοχώρησε κατά την έκδοσή του, εξαιτίας της μη νομότυπης περάτωσης της συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης και της μη γνωστοποίησης του πέρατός της στις κατηγορούμενες, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη, διότι προέβη σε πρόκριση ενοχής επί της ουσίας των κατηγοριών, χωρίς την απολογία των κατηγορουμένων και θίγεται έτσι ο πυρήνας των δικαιωμάτων υπεράσπισης αυτών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αναίρεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης είναι βάσιμη και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που είχαν αποφανθεί προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 1231/29-12-2010 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ανωτέρω Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν κρίνει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης κατά απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης για κακουργηματική ψευδή βεβαίωση συμβολαιογράφου, ηθική αυτουργία κατ' εξακολούθηση με όφελος άνω 73.000 ευρώ. Βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ.1 α ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, διότι σε περίπτωση που το Συμβούλιο Εφετών, διατάξει συμπληρωματική κυρία ανάκριση για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και επανέλθει η υπόθεση σε αυτό, χωρίς να έχει κληθεί από τον ανακριτή ποτέ ο κατηγορούμενος σε πραγματική απολογία, γιατί είχαν γίνει τυπικές κλήσεις χωρίς κλήτευση, και χωρίς να του έχει γνωστοποιηθεί το πέρας της διενεργηθείσας συμπληρωματικής ανάκρισης για πραγματογνωμοσύνη, για να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται με τα άρθρα 101,106,107 και 108 ΚΠΔ, επειδή ο ανακριτής κρίνει ότι δεν υπάρχουν και πάλι επαρκείς ενδείξεις ενοχής, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών και στην τελευταία περίπτωση δεν μπορεί να παραπέμψει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, αν δε πράξει τούτο επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση των παραπάνω υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ του ΚΠΔ, διότι πλήττεται έτσι και το κατοχυρούμενο με το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται άμεση ή έμμεση πρόκριση ενοχής χωρίς και την απολογία του. Αναιρεί το βούλευμα και παραπέμπει για νέα κρίση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1487/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της ΓραμματέωςΠελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011 , προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου D. O. του O., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ.714α, 715/2010 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 177/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό136/23.5.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την υπ' αριθμ. πρωτ. 986/15-12-2010 αίτηση αναιρέσεως του O. D. του O. και της C., 30 ετών, κατά δήλωσή του κομμωτή το επάγγελμα, κατά δήλωσή του ομοίως κατοίκου ..., οδός ..., υπηκόου Νιγηρίας Αφρικής, την οποία στρέφει κατά της υπ' αριθμ. 714α, 715/10-12-2010 αποφάσεως του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία και μετά την υπ' αριθμ. 1523/20-9-2010 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που έκανε εν μέρει δεκτή προηγούμενη αίτηση αναιρέσεως του ιδίου κατά της υπ' αριθμ. 78,79, 80/1-2-2010 προγενέστερης απόφασης του αυτού ως άνω δικαστηρίου (Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών), το οποίο τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών για απόπειρα βιασμού και σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 1000 ΕΥΡΩ για παράνομη οπλοφορία (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42, 94 παρ. 1, 336 παρ. 1 του Π.Κ. και άρθρα 1 παρ. 2 περίπτωση β, 10 παρ. 1 και 13 περίπτωση (β) του Ν. 2168/1993) και συνολικά του επέβαλε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών και έξι (6) μηνών διατάσσοντας συγχρόνως και την απέλασή του από την χώρα μετά την οριστική έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε ως άνω, και την οποία απόφαση το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αναίρεσε εν μέρει και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιο αυτής περί απελάσεώς του από την χώρα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1Δ Κ.Π.Δ.), εν τούτοις το ίδιο ως άνω Δικαστήριο διέταξε και πάλι την απέλασή του από την χώρα με την προσβαλλομένη απόφαση (υπ' αριθμ. 714α, 715/10-12-2010) μετά την έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε με την προηγούμενη (υπ' αριθμ. 78, 79, 80/1-2-2010).
Πλην όμως ο εν λόγω αναιρεσείων ουδένα απολύτως λόγο επικαλείται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, προφανώς διότι είναι αλλοδαπός και αγνοεί την ελληνική δικονομική τάξη καθόσο την ασκεί ο ίδιος χωρίς την σύμπραξη συνηγόρου, και ευλόγως εικάζεται ότι αναφέρεται στον ίδιο λόγο που προέβαλε και με την υπ' αριθμ. 4/1-3-2010 προγενέστερη αίτηση αναιρέσεως που εστρέφετο κατά της υπ' αριθμ. 78, 79, 80/1-2-2010 αποφάσεως του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1Δ Κ.Π.Δ.).
Αλλά και αν ακόμη υποτεθεί ότι τον ίδιο ακριβώς λόγο επικαλείται, τούτο δεν αρκεί, καθόσο είναι αόριστος διότι δεν εξειδικεύεται σε τι συνίστανται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση ώστε να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην απόφαση ή στο βούλευμα (Α.Π. 1018/2000 Ποινική Δίκη 2000.1204, Α.Π. 980/1998 Ποιν.Χρον. ΜΘ.557, Α.Π. 1332/1992 Ποιν.Χρον. ΜΒ.725). Επομένως, εφόσον δεν τηρήθηκαν εν προκειμένω οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και για τον λόγο αυτό να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ:
1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη και ως εκ τούτου να απορριφθεί η υπ' αριθμ. πρωτ. 986/15-12-2010 αίτηση αναιρέσεως του O. D. του O. και της C., 30 ετών, κομμωτή το επάγγελμα κατά δήλωσή του, κατοίκου ..., οδός ... ομοίως κατά δήλωσή του, υπηκόου Νιγηρίας Αφρικής, την οποία στρέφει κατά της υπ' αριθμ. 714α, 715/10-12-2010 αποφάσεως του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 14/4/2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων άσκησε την 986/15.12.2010 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ... κατά της 714 α - 715/10.12.2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση διατάχθηκε η απέλαση του αναιρεσείοντος, μετά την έκτιση της συνολικής ποινής καθείρξεως των επτά (7) ετών και έξι (6) μηνών, που του επιβλήθηκε με την προηγηθείσα και αναιρεθείσα με την 78 - 79 - 90/1.2.2010 προγενέστερη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξη μόνο της απελάσεως του αναιρεσείοντος. Στην παραπάνω έκθεση αναιρέσεως αναφέρει ο αναιρεσείων επί λέξει ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της αριθ. 715/10.12.10 απόφασης του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθήνας που καταδικάστηκε για απόπ. βιασμού σε ποινή συνολικής κάθειρξης (7) χρόνια και (6) μήνες και χ.π. (1.000) ευρώ για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει". Με το περιεχόμενο αυτό, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως μετά και τη γενομένη ειδοποίηση του αντίκλητου του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο Συμβούλιο, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του όπως τούτο προκύπτει από της επί του φακέλου σχετική σημείωση του οικείου Γραμματέα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο.
ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό 986/15.12.2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου O. D. του O., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου του Καταστήματος Κράτησης ..., κατά της 714α-715/10.12.2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1486/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου .
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε.-Δ. Μ.-Κ. του Ε. σύζυγος Κ. Β., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 103/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1580/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 117/12.5.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, κατ' άρθ. 485 § 1 ΚΠΔ, την 3/22-11-2010 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Ε.-Δ. Μ. - Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 103/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, με το υπ' αριθμ. 60/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, την κατηγορουμένη για να δικαστεί ως υπαίτια: α)απατών κατ' εξακολούθηση, από υπαίτια που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και από τις οποίες το σκοπηθέν συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και β)πλαστογραφιών μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, από τις οποίες το σκοπηθέν συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (βλ. βούλευμα). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε η πιο πάνω κατηγορούμενη νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση, την οποία δέχθηκε τυπικά το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας με το υπ' αριθ. 49/2009 βούλευμα, πλην όμως την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, η παραπεφθείσα κατά τα ανωτέρω κατηγορούμενη, άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως την 6/7-12-2009 αίτηση αναίρεσης, για α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) για απόλυτη ακυρότητα. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1165/2010 απόφαση του Δικαστηρίου Σας, η οποία αναίρεσε το υπ' αριθ. 49/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη του τα από 30/7/2009 και από 1/9/2009 υπομνήματα της κατηγορουμένης στα όποια διατυπώνονταν αιτήματα: α) περί διενεργείας περαιτέρω ανάκρισης β) διενεργείας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γ) επισύναψης στη δικογραφία εγγράφων τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενα ενδοϋπηρεσιακού ελέγχου, που διενεργήθηκε σε βάρος της από ελεγκτή της Αγροτικής Τράπεζας που φέρεται ότι στηρίζουν τις αποχρώσες ενδείξεις. Ακολούθως εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 103/2010 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, εναντίον του οποίου άσκησε και κατηγορουμένη, την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από την ίδια, με δήλωση στη γραμματέα του εκδόντος το προσβαλλόμενο βούλευμα Εφετείου Κέρκυρας, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση, που της έγινε με θυροκόλληση στην οικία της στις 12-11-2010. Η σχετική έκθεση της γραμματέως συντάχθηκε με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 151 και 474 ΚΠΔ και περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκείται, που είναι: α) η απόλυτη ακυρότητα, β) η έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας.
- Είναι, συνεπώς, νομότυπη, εμπρόθεσμη, παραδεκτή, γιατί περιέχει προβλεπόμενους από το άρθρο 484 ΚΠΔ λόγους, ασκείται από δικαιούμενο από το νόμο πρόσωπο, στον οποίο ο νόμος του παρέχει τέτοιο δικαίωμα, και, επομένως, καθίσταται τυπικά δεκτή και εξεταστέα περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητά της.
Ως προς τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως: α) Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η κατηγορουμένη αιτιάται ότι καίτοι ζήτησε κατ' άρθρο 308§2 του ΚΠΔ με την υπ' αριθ. 2386/28-6-2010 έγγραφη δήλωσή - γνωστοποίηση της προς τον Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούσε να γνωρίσει το περιεχόμενό της, εν τούτοις δεν ειδοποιήθηκε να προσέλθει και να λάβει γνώση της με αριθμ. 110/20-9-2010 πρότασής του και ούτω δεν μπόρεσε να τοποθετηθεί επ' αυτής, ως κατηγορουμένη, προς υπεράσπισή της- υφισταμένης ούτω απόλυτης ακυρότητας-, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε η διάταξη που καθορίζει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (αρθρ. 171§1 σε συνδ. με άρθρ. 308§2 του ΚΠΔ). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον:
- Όπως προκύπτει από την έγγραφη βεβαίωση της Γραμματέως της Εισαγγελίας Εφετών στις 6/7/2010 ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος της κατηγορουμένης και έλαβε γνώση ενυπογράφως της υπ' αριθ. 88/2-7-2010 πρότασης του Εισαγγελέα Εφετών. Ακολούθως η προαναφερθείσα και επί της εισηγήσεως του εισαγγελέα υπέβαλε προς το Συμβούλιο Εφετών αρχικά το από 30-8-2010 υπόμνημά της και σε συνέχεια τούτου το από 10-9-2010 υπόμνημα, τα οποία με την υπ' αριθμ. 100/20-9-2010 συμπληρωματική του πρόταση -με την οποίαν αναφερόταν στην προηγούμενη πρότασή του- εισήγαγε ο ανωτέρω εισαγγελέας στο Συμβούλιο Εφετών. Δεν προκύπτει από την επισκόπηση της δικογραφίας ότι ζήτησε πριν από την υποβολή της συμπληρωματικής πρότασης να λάβει γνώση αυτής, επί των παραπάνω υπομνημάτων της, αν και αυτά υποβλήθηκαν προς αντίκρουση της εισηγήσεως του εισαγγελέα. β) Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η κατηγορουμένη ότι παραπονείται ότι υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα σε σχέση με τον οποίο εκθέτουμε τα κατωτέρω:
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 216§1β του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 932/2009, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 805/2009, ΑΠ 141/2009 ΑΠ 1234/2010 ΑΠ 217/2003 ΑΠ 1224/2001 ).
- Επίσης, κατά τη διάταξη του εδαφίου α' της παρ.3 του ιδίου ως άνω άρθρου 216 του ΠΚ, όπως το εδάφιο α' προστέθηκε στην παρ.3 με το άρθρο 1 § 7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 2α του Ν. 2721/1999 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και συγχρόνως υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου α' της παρ.3 του άρθρου 216 ΠΚ, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ συγχρόνως είναι απαραίτητο να υπερβαίνει το επιδιωκόμενο από αυτόν συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε στην ξένη περιουσία το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ (ΑΠ 2172/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 790, ΑΠ 184/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ' σελ. 898), ).
- Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο. Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α βαθμού, ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται (ΑΠ 737/2007 Ποιν.Χρον. ΝΗ.226). β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών , από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη (ΑΠ 411/2007), και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής (ΑΠ 2098/2007). Για την στοιχειοθέτηση της απάτης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 266/2006, ΑΠ 830/2006). Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι η απάτη προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, ενώ με την διάταξη του εδαφίου β, προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης.
- Εξάλλου έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ' ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως του απαλλακτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία και αποκλείουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων έκρινε το συμβούλιο ότι τα εν λόγω περιστατικά δεν συνιστούν ενδείξεις ή επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα των Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσονται εν όλω ή εν μέρει οι κρίσεις των Συμβουλίων. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484§1 στοιχ. β' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Τέλος υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484§1 στοιχ. στ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την άσκησή της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1α', 310 παρ. 1α, 313 και 318 ΚΠΔ. προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο (πλημμελειοδικών ή εφετών) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκομίσθηκε προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Αντιθέτως οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθεαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το δικαστήριο στην απαλλαγή του. Για να κρίνει το συμβούλιο αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή για την απαλλαγή του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα που τις αποδυναμώνουν. Σημειώνεται ότι οι ενδείξεις για τις οποίες γίνεται λόγος στις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1α και 313 ΚΠΔ. ανάγονται στην κρίση σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου για ορισμένο έγκλημα και διαφέρουν από τις "ενδείξεις" που αναφέρονται στο άρθρο 179 ΚΠΔ., ως ένα από τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα, οι οποίες αποτελούν κατηγορία των αποδεικτικών μέσων από τα οποία μπορεί να συναχθεί, με βάση τους κανόνες της λογικής, η ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Επομένως η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για την ύπαρξη ή μη σοβαρών ενδείξεων (υπονοιών) ενοχής του κατηγορουμένου μπορεί να στηρίζεται και στις "ενδείξεις" (αποδεικτικό μέσο) τις οποίες λαμβάνει υπόψη και αξιολογεί το συμβούλιο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Το συμβούλιο, εξάλλου, οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίσθηκαν και υπερβαίνει γι' αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν τα άρθρα 309, 310 και 313 ΚΠΔ, αν περιορισθεί στον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν (ΟλΑΠ 9/2001, ΑΠ 932/2009, ΑΠ 1880/2005).
- Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας, την απολογία της κατηγορούμενης και τα συνημμένα σ' αυτήν υπομνήματα και λοιπά έγγραφα, μεταξύ των οποίων η από 8-4-2005 έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Μ. Μ. και η από 2-6-2007 έκθεση ιδιωτικής ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του καθηγητή της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γ. Α., προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα:
Α. Η εγκαλούσα Κ. Κ., ετών 73, συνταξιούχος διατηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (Α.Τ.Ε.) τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, τον οποίο είχε ανοίξει προς 30ετίας περίπου στο κεντρικό υποκατάστημά της στην περιοχή "..." ... όπου και εξυπηρετούνταν σχεδόν αποκλειστικά, γιατί την γνώριζαν τόσο οι υπάλληλοι όσο και ο διευθυντής. Στις 12-4-2002, συνοδευόμενη από την ανιψιά της Α. Γ., η οποία την φρόντιζε, αφού πλην άλλων, ήταν και αναλφάβητη, προσήλθε για πρώτη φορά στο υποκατάστημα της ΑΤΕ στην πλατεία ..., και, επιδεικνύοντας το βιβλιάριο του λογαριασμού της στην κατηγορουμένη υπάλληλο της ως άνω Τράπεζας Ε. Μ.-Κ., που ασκούσε καθήκοντα ταμιολογιστή και κεντρικού ταμία ασχολούμενη με συναλλαγές καταθέσεων και αναλήψεων από τραπεζικούς λογαριασμούς, κλπ, πραγματοποίησε από το λογαριασμό της ανάληψη ποσού 3.000 ευρώ. Έτσι, το υπόλοιπο ποσό που παρέμεινε στο λογαριασμό της, ανήρχετο σε 27.399,46 ευρώ. Έκτοτε η εγκαλούσα δεν προέβη σε ενημέρωση του βιβλιαρίου της, αλλά περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2003 όταν με την αυτή ανιψιά της επισκέφθηκε το κεντρικό υποκατάστημα της ΑΤΕ ("..."…) για πληροφόρηση επί άλλου θέματος (μεταφορά ποσού από λογαριασμό ταμιευτηρίου σε προθεσμιακή κατάθεση), ο αρμόδιος υπάλληλος την ενημέρωσε ότι στον γνωστό ανοικτό λογαριασμό της δεν υπήρχε το ποσό των 27.500 ευρώ περίπου, που αυτή του έλεγε προφορικά, γιατί δεν έφερε μαζί της το βιβλιάριο, αλλά μόνο εκείνο των 29,87 ευρώ, γιατί φαίνονταν ότι έγιναν διάφορες αναλήψεις. Η μηνύτρια εξεπλάγη από το αναφερόμενο, καθόσον δεν είχε προβεί στην ανάληψη του εν λόγω ποσού, οπότε στις 15-1-2003 απευθύνθηκε στη Διευθύντρια του καταστήματος ... και μάρτυρα Γ. Μ.- Μ., ζητώντας της, εξηγήσεις για το τι ακριβώς συνέβη στη περίπτωσή της. Η τελευταία μετά από έρευνα ανακάλυψε πως στις 10.5.2002 υπήρχε παραστατικό ανάληψης χωρίς βιβλιάριο ποσού 20.000 ευρώ που εξέδωσε η κατηγορουμένη και το οποίο φερόταν ότι είχε υπογράψει η ίδια η εγκαλούσα, πλην αυτή, ηρνείτο επιμόνως ότι η υπογραφή είναι δική της. Ύστερα από την διαμαρτυρία αυτή και των ανεπαρκών διευκρινίσεων που έδωσε η εγκαλούμενη, διατάχθηκε εσωτερικός έλεγχος από την Τράπεζα που διενεργήθηκε από τον ελεγκτή Α' Γ. Π., ο οποίος συνέταξε την από 10.11.2003 εμπιστευτική έκθεση ελέγχου του, συνημμένη, στην οποία περιγράφει με λεπτομέρεια και σαφήνεια όλο το εγκληματικό σχέδιο πλαστογραφίας και απάτης που εξύφανε η ανωτέρω τραπεζική υπάλληλος για την αφαίρεση και ενσωμάτωση στην περιουσία της του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού των 27.194,85 ευρώ, για τον οποίο λόγο, εισηγήθηκε, πλην άλλων, και την πειθαρχική της δίωξη που απέληξε τελικά σε απόλυσή της από την υπηρεσία. Ειδικότερα, όπως εμπεριστατωμένα διαπιστώνεται στην ανωτέρω έκθεση και διασταυρώνεται και επαληθεύεται και από τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας, η κατηγορουμένη, αφού εντόπισε το παραπάνω αδύναμο θύμα της, ήτοι την ηλικιωμένη και αναλφάβητη παθούσα κατά την ημερομηνία ανάληψης από το λογαριασμό της του ποσού των 3.000 ευρώ, (12.4.2002), επινόησε να αποσπάσει ολόκληρο το υπάρχον στην κατάθεση της χρηματικό ποσό, εφαρμόζοντας το εξής απατηλό τέχνασμα. Κατ' αρχήν για να μη γίνει αντιληπτή η πράξη της, μεθόδευσε το άνοιγμα ενός νέου τραπεζικού λογαριασμού, ήτοι αυτού με αριθμό ...και με ημερομηνία 29.4.2002 επ' ονόματι ανυπάρκτου προσώπου υπό τα στοιχεία "Α. Κ." με τη χρήση πλαστής αστυνομικής ταυτότητας και μετέπειτα και δη κατά την 10.5.2002 προσέθεσε σ' αυτόν ως συνδικαιούχο την εγκαλούσα με υποβολή εντύπου αίτησης προσθήκης συνδικαιούχου σε υπάρχοντα τραπεζικό λογαριασμό επί του οποίου έθεσε την υπογραφή τόσο του προαναφερόμενου ανύπαρκτου προσώπου, όσο και της τελευταίας. Την αίτηση δε αυτή προσκόμισε στην ανωτέρω αναφερόμενη Διευθύντρια του υποκαταστήματος και της παρέστησε εν γνώσει ψευδώς ότι επιθυμεί η εγκαλούσα με συναίνεση του ανωτέρω υπαρκτού δήθεν δικαιούχου του εν λόγω λογαριασμού να καταστεί συνδικαιούχος αυτού, με αποτέλεσμα αυτή να παραπλανηθεί και προβεί σε θεώρηση της εν λόγω πράξης. Ακολούθως, την ίδια ημέρα και περί ώρα 11:27:47, η αυτή κατηγορουμένη, αφού έθεσε και πάλι κατ' απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας επί ενός εντύπου εντολής πληρωμής ποσού 20.000 ευρώ, πραγματοποίησε, χρησιμοποιώντας το δικό της τερματικό με τον προσωπικό της κωδικό χρήστη, ανάληψη χωρίς βιβλιάριο του ανωτέρω χρηματικού ποσού από τον προαναφερόμενο προσωπικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της παθούσας, στη συνέχεια δε, κάνοντας χρήση της εν λόγω πλαστής εντολής πληρωμής, την οποία προσκόμισε στην ανωτέρω διευθύντρια, παριστάνοντας σ' αυτήν εν γνώσει της ψευδώς ότι η εμφαινόμενη στην εντολή υπογραφή ανήκει στη μηνύτρια και ότι η εντολή ανταποκρίνεται στην αληθινή βούληση της, απέσπασε με τον τρόπο αυτό την υπογραφή της διευθύντριας. Από το ανωτέρω αναληφθέν ποσό των 20.000 ευρώ, η εν λόγω κατηγορουμένη κατακράτησε παράνομα και ενσωμάτωσε στην περιουσία της το ποσό 10.000 ευρώ, ενώ προέβη, μέσω του δικού της τερματικού και κωδικού χρήστη, σε κατάθεση του υπολειπόμενου ποσού των 10.000 ευρώ στον κοινό λογαριασμό, που είχε ανοίξει στο όνομα "Α. Κ." στον οποίο πρόσθεσε ως συνδικαιούχο τη μηνύτρια, αφού, προηγουμένως, συμπλήρωσε, και πάλι σε έντυπο εντολής είσπραξης τα στοιχεία αυτής και έθεσε σ' αυτό κατ' απομίμηση την υπογραφή της Κ. Κ.. Κατόπιν, εμφάνισε την εντολή αυτή στην ανωτέρω διευθύντρια, την οποία διαβεβαίωσε εν γνώσει της ψευδώς, ότι η εντολή αυτή αντανακλά την πραγματική βούληση της εγκαλούσας, πείθοντάς την έτσι να την υπογράψει. Επίσης, στις 14-5-2002 ζήτησε, μέσω του συστήματος ON LINE, πληροφόρηση για το υπόλοιπο του ως άνω κοινού λογαριασμού και στις 17-5-2002 συμπλήρωσε, εν αγνοία της μηνύτριας, τα στοιχεία της σε έντυπο εντολής πληρωμής ποσού 9.000 ευρώ, στο οποίο έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της, και πραγματοποίησε ανάληψη χωρίς βιβλιάριο του ως άνω ποσού από τον κοινό λογαριασμό, στον οποίο φερόταν ως συνδικαιούχος η τελευταία, εν συνεχεία δε, αφού απέσπασε την υπογραφή επί της εντολής αυτής της διευθύντριας του υποκαταστήματος, παριστάνοντας εν γνώσει της ψευδώς σ' αυτή, ότι η φερόμενη ως υπογράφουσα επιθυμεί την ανάληψη του παραπάνω χρηματικού ποσού, το αφαίρεσε από το ταμείο της και το ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της. Στην ίδια ενέργεια προέβη και στις 4-6-2002, αυτή τη φορά, όμως, συμπλήρωσε σε έντυπο εντολής πληρωμής τα στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου "Α. Κ." θέτοντας η ίδια υπογραφή τούτου, εμφάνισε δε το έντυπο αυτό στη διευθύντρια του υποκαταστήματος, την οποία, αφού παραπλάνησε ότι αυτό είχε υπογραφεί από υπαρκτό πρόσωπο, έπεισε να το υπογράψει. Έτσι πραγματοποίησε ανάληψη ποσού 960 ευρώ από τον παραπάνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό της μηνύτριας και αυτού του ανύπαρκτου προσώπου, το οποίο (ποσό) με τις ως άνω απατηλές ενέργειές της, ενσωμάτωσε στην περιουσία της. Περαιτέρω, στις 11-6-2006 η κατηγορουμένη ζήτησε και πάλι ενημέρωση υπολοίπου του λογαριασμού της μηνύτριας και, ακολούθως συμπλήρωσε με τα στοιχεία της τελευταίας έντυπο αίτησης για χορήγηση κάρτας ATEnet (Cash card) στο όνομά της, για ανάληψη χρημάτων από τον αρχικό προσωπικό λογαριασμό της μέσω αυτόματου ταμειολογιστικού μηχανήματος (ATM), υπέγραψε την αίτηση με απομίμηση της υπογραφής της ανωτέρω δικαιούχου, χωρίς εντολή από αυτή, και, αφού ολοκλήρωσε τη διαδικασία πληκτρολόγησης στο σύστημα ΟΝ LINE για την έκδοση της κάρτας, χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά το μυστικό κωδικό πρόσβασης στο σύστημα 13071, που ανήκε στη συνάδελφό της ταμιολογίστρια Μ. Ά., υπέβαλε την παραπάνω πλαστή αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία της ΑΤΕ για την έκδοση κάρτας ATEnet, διαβεβαιώνοντας, έτσι, εν γνώσει της ψευδώς τους αρμόδιους υπαλλήλους της το περιεχόμενο της επίμαχης αίτησης ανταποκρίνεται στην αληθή βούληση της ως άνω δικαιούχου του επίμαχου λογαριασμού, πετυχαίνοντας, με τον τρόπο αυτό, την έκδοση της υπ' αριθμ. ... κάρτας ATEnet. Η κάρτα αυτή απεστάλη στην αναγραφόμενη διεύθυνση κατοικίας της μηνύτριας, ενώ το PIN της κάρτας εστάλη στις 25-6-2002 με συστημένο φάκελο στο ανωτέρω υποκατάστημα της ΑΤΕ, μαζί με μία συγκεντρωτική κατάσταση, η οποία, όμως, χάθηκε από το κατάστημα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να διακριβωθεί εάν και σε ποιον παραδόθηκε τελικά το PIN της συγκεκριμένης κάρτας, με την οποία, ωστόσο, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ οποιαδήποτε συναλλαγή. Εν συνεχεία, η κατηγορουμένη στις 9-8-2002 και περί ώρα 10:09:47, και ενώ είχε ήδη ζητήσει, μέσω του συστήματος, νέα ενημέρωση υπολοίπου του ίδιου λογαριασμού στις 9-8-2002, πραγματοποίησε αλλαγή διεύθυνσης επικοινωνίας της μηνύτριας και αμέσως μετά, περί ώρα 10:13:35, πληκτρολόγησε στο σύστημα ON LINE με τον προσωπικό της κωδικό ακύρωση της πρώτης κάρτας και επανέκδοση άλλης, με νέα διεύθυνση επικοινωνίας, αντί της κατοικίας της μηνύτριας στο ..., τη διεύθυνση του υποκαταστήματος της ΑΤΕ, όπου υπηρετούσε, και τηλέφωνο επικοινωνίας αυτό του ίδιου υποκαταστήματος. Επίσης, συμπλήρωσε με τα στοιχεία της Κ. Κ., αφενός έντυπο μεταβολής στοιχείων - ακύρωσης κάρτας ATEnet,, αφετέρου αίτηση για χορήγηση νέας κάρτας, έθεσε δε και στα δύο έντυπα κατ' απομίμηση την υπογραφή της τελευταίας και υπέβαλε τις αιτήσεις αυτές στην αρμόδια υπηρεσία της ΑΤΕ για την έκδοση κάρτας ATEnet, διαβεβαιώνοντας, έτσι, εν γνώσει της ψευδώς τους αρμόδιους υπαλλήλους της, ότι το περιεχόμενό τους αντανακλά την πραγματική θέληση της, φερόμενης ως αιτούσας, μηνύτριας. Με τις ανωτέρω παραπλανητικές ενέργειές της, πέτυχε την έκδοση νέας κάρτας με αριθμό ..., η οποία εστάλη στο υποκατάστημα με απλή αλληλογραφία, το δε PIN της κάρτας αυτής παραλήφθηκε από τη διευθύντρια του ίδιου καταστήματος στις 22-8-2002 σε συστημένο φάκελο, που περιείχε και συγκεντρωτική κατάσταση, η οποία, όπως και η πρώτη, χάθηκε, με συνέπεια να μην μπορεί και πάλι να διακριβωθεί από τρίτους εάν και σε ποιον παραδόθηκε τελικά το PIN. Τα ΡΙΝS των καρτών φυλάσσονταν σε συρτάρι του γραφείου της διευθύντριας, η οποία μαζί με την υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος, Α. Ρ., τα διαχειρίζονταν αποκλειστικά, πλην όμως, το συρτάρι αυτό δεν ασφάλιζε, γεγονός που ήταν γνωστό στους υπαλλήλους του εν λόγω καταστήματος. Η κατηγορουμένη, εκμεταλλευόμενη την προνομιακή σχέση εμπιστοσύνης, που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ της ίδιας και της διευθύντριας, Γ. Μ.- Μ., αλλά και της πλημμελούς φύλαξης των PINS των καρτών, ενόψει και του γεγονότος ότι μόνο η ίδια γνώριζε για την έκδοση της νέας αυτής κάρτας στο όνομα της μηνύτριας, δεδομένου ότι όλη η διαδικασία διεκπεραιώθηκε από αυτήν αποκλειστικά, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση της τελευταίας, ανέλαβε από το συρτάρι τη νέα κάρτα και το PIN, με την οποία προέβη, κατά το χρονικό διάστημα από 17-9-2002 έως 1-10-2002 μέσω του συστήματος αυτόματων συναλλαγών (ATM), σε διαδοχικές αναλήψεις χρηματικών ποσών από τον παραπάνω προσωπικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της μηνύτριας. Συγκεκριμένα, με την κάρτα αυτή πραγματοποίησε στην ...τις ακόλουθες αναλήψεις από τον προσωπικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της μηνύτριας, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με την ανωτέρω κάρτα: 1) στις 19-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην ... ποσού 1.202,97 ευρώ, 2) στις 20-9-2002 από ATM της ALPHA BANK ποσού 602,97 ευρώ, 3) στις 23-9-2002 από ATM της Τράπεζας Αττικής ποσού 602,97 ευρώ, 4) στις 24-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην ... ποσού 600 ευρώ, 5) στις 24-9-2002 από το ΑΤΜ της ΑΤΕ στην .... ποσού 600 ευρώ, 6) στις 25-9-2002 από ATM της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 602,97 ευρώ, 7) στις 25-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην ... ποσού 600 ευρώ, 8) στις 26-9-2002 από ATM της Τράπεζας Αττικής ποσού 602,97 ευρώ, 9) στις 26-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην .... ποσού 600 ευρώ, 10)στις 26-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην ... ποσού 300 Ευρώ, 11) στις 30-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην .... ποσού 600 ευρώ και στις 1-10-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην ...ποσού 280 ευρώ, ήτοι συνολικά ανέλαβε, με τον παραπάνω τρόπο, από τον προσωπικό λογαριασμό της μηνύτριας το συνολικό χρηματικό ποσό των 7.194,85 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της. Ακολούθως, η κατηγορουμένη επισκέφθηκε και πάλι, μέσω συστήματος ON LINE, τον ανωτέρω λογαριασμό στις 25-10-2002 και 8-11-2002, ενώ στις 19-11-2002 και ώρα 15:00:00, χρησιμοποιώντας το μυστικό κωδικό χρήσης της συναδέλφου της Μ. Ά., πληκτρολόγησε, από το δικό της• τερματικό, αλλαγή διεύθυνσης επικοινωνίας, αναφορικά με την ανωτέρω νέα κάρτα, που είχε εκδοθεί στο όνομα της Κ. Κ., επαναφέροντας την πραγματική της διεύθυνση, ήτοι ..., που είχε αναγραφεί και στην αίτηση για την πρώτη κάρτα, που ακυρώθηκε, χωρίς, ωστόσο, να συμπληρωθεί και αντίστοιχη αίτηση μεταβολής στοιχείων κάρτας. Τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιστατικά, τα οποία επιρρωνύονται και εκ του γεγονότος ότι ο φάκελος απάντων των ευρημάτων (πλαστών παραστατικών, αιτήσεων, κλπ) στο εξώφυλλο του οποίου αναγράφονταν μάλιστα και. το όνομα της παθούσας, βρέθηκε από τον Ελεγκτή της Τράπεζας στο γραφείο της κατηγορουμένης, οι δε πλείστες όσες πληροφοριακές επισκέψεις και λοιπές επεμβάσεις για αναλήψεις ποσών από τους λογαριασμούς της εγκαλούσας, πληκτρολογήθηκαν στο τερματικό και διεκπεραιώθηκαν από την ανωτέρω, ουδόλως μπορούν να αναιρεθούν από όσα αυτή αβασίμως επιχειρεί να αντιτάξει με την απολογία της, επικαλούμενη προς άμβλυνση προφανώς των σε βάρος της εντυπώσεων, εκθέσεις ιδιωτών πραγματογνωμόνων (του γραφολόγου και ψυχιάτρου που αναφέρθηκαν παραπάνω). Διότι, τα εμπεριεχόμενα σ' αυτές συμπεράσματα και λοιπές εκτιμήσεις, πέρα από το ότι βασίζονται σε ελλιπή αποδεικτικά στοιχεία, δεν παρέχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα αξιοπιστίας, αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, που απαιτεί ο κώδικας ποινικής δικονομίας, ενόψει του ότι συνετάχθησαν κατ' εντολή της ιδίας και προς υπεράσπιση των συμφερόντων αυτής και πάντως όχι με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τους κανόνες που επιτάσσει ο νόμος (ΚΠΔ). Ούτε επίσης ευρίσκει νομικό έρεισμα ο προβαλλόμενος με την έφεση ισχυρισμός της, ότι το εκκαλούμενο έπρεπε να λάβει υπόψη του τα όσα αναλύονται στα ανωτέρω έγγραφα και όχι όσα αναφέρει ο Ελεγκτής της Τράπεζας στην Έκθεσή του, γιατί, αφενός μεν τούτο αντιστρατεύεται στη βασική αρχή της ηθικής απόδειξης του άρθρου 177 ΚΠΔ, αφετέρου δε, προκύπτει, ότι τα στοιχεία αυτά συναξιολογήθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολόγηση συσχέτιση και σύγκριση τούτων μεταξύ τους. Ούτε άλλωστε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βαρύνει περισσότερο στο σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του συμβουλίου ή του δικαστηρίου, ούτε επίσης, υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως όταν εξαίρονται μερικά εξ αυτών και όχι άλλα, ως διατείνεται η κατηγορουμένη (Α.Π. 185/2007, ΠΧ ΝΖ.1006, Α.Π. 570/2006, ΠοινΛογ 2006.469). Με αυτά τα δεδομένα, ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα εκτίμησε τις αποδείξεις και έκρινε ότι συντρέχουν οι από το νόμο αξιούμενες επαρκείς ενδείξεις ενοχής (άρ. 313 ΚΠΔ) σε βάρος της εκκαλούσας κατηγορουμένης για την παραπομπή της ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης κατ' εξακολούθηση, υπό την επιβαρυντική περίσταση της τελέσεως αυτών κατ ' επάγγελμα και το συνολικό περιουσιακό όφελος στο οποίο απέβλεπε η υπαίτια με τις επιμέρους πράξεις της με αντίστοιχη ζημία των παθόντων υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ανερχόμενο σε 27.154,85 ευρώ. Ειδικότερα και καθόσον αφορά την συνδρομή της ως άνω επιβαρυντικής περιστάσεως, ορθά γίνεται δεκτό, ότι αυτή προκύπτει τόσο από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος (κατ' εξακολούθηση πλαστογράφηση ειδικών εντύπων ανάληψης χρηματικών ποσών και λοιπών απαιτούμενων στοιχείων και επανειλημμένες ψευδείς παραστάσεις προς την Διευθύντρια του υποκαταστήματος και τη Διοίκηση της Τράπεζας) όσο και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει η εγκαλούμενη που μαρτυρεί οργανωμένη ετοιμότητα της με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων (γενικότερη οργάνωση της εγκληματικής της δράσης που αποτυπώνεται στο σχεδιασμό και στην εκτέλεση των εγκλημάτων, ως η επινόηση, πλην άλλων, λογαριασμού συνδικαιούχου, εκμετάλλευση της υφιστάμενης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και της Διευθύντριας, απομίμηση υπογραφών εγκαλούσας, εναλλαγή απατηλών τρόπων τελέσεως των εγκλημάτων προς δημιουργία συγχύσεως και εξάλειψης των ιχνών της, κ.λ.π.)". Καθόσον, αφορά το αίτημα της εκκαλούσας κατηγορουμένης για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου Σας, αυτό πρέπει να απορριφθεί, διότι με την απολογία της στο ανακριτή και με τα υποβληθέντα υπομνήματα της, αναλυτικά και διεξοδικά ανέπτυξε τις απόψεις της, ώστε να μην καθίσταται περιττή η περαιτέρω παροχή από μέρους της εξηγήσεων και διασαφήσεων επί της υποθέσεως.
Β. Περαιτέρω σε σχέση με τα από 30.7.2009 και από 1.9.2009 υπομνήματα της εκκαλούσας κατηγορουμένης, λεκτέα τα ακόλουθα:
Ι. Στο πρώτο από αυτά η εκκαλούσα περιορίζεται στην αντίκρουση των σε βάρος της κατηγοριών, επαναλαμβάνοντας και ανακυκλώνοντας τις αυτές αιτιάσεις που διαλαμβάνοντα και στην απολογία της και εστιάζοντας κυρίως τις απόψεις της στο ότι η κρίση του προσβαλλόμενου βουλεύματος του Συμβουλίου πλημμελειοδικών και η τα αυτά δεχθείσα από 16.6.2009 πρόταση μας προς το Συμβούλιό σας, στηρίχθηκαν στις σε βάρος της παρατηρήσεις και συμπεράσματα της από 10.11.2003 Πορισματικής έκθεσης που διενεργήθηκε από τον ελεγκτή της Τράπεζας Γ. Π., χωρίς να αξιολογηθούν και τα από αυτήν προταθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την από 8.4.2005 έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Μ. Μ. και από 2.6.2007 έκθεση ιδιωτικής ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του καθηγητή Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Α., από τις οποίες, κατ' αυτήν, δεν προέκυπτε οιαδήποτε ανάμειξη της στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώκεται. Οι ισχυρισμοί της όμως αυτοί, είναι αβάσιμοι και ανεπέρειστοι, διότι προκύπτει με ενάργεια και σαφήνεια, ότι δεν υπήρξε επιλεκτική εκτίμηση των κατονομαζομένων από την εγκαλούμενη αποδεικτικών μέσων, αλλά συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση και του περιεχομένου όλων των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 129/2007 ΠΧ ΝΖ.595), που δεν περιορίζονται άλλωστε στην ως άνω πορισματική έκθεση, αλλά περιλαμβάνουν και τις μαρτυρικές καταθέσεις της εγκαλούσας Κ. Κ. και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης αλλά και απάντων των λοιπών εγγράφων του φακέλου. Ούτε δε υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας του βουλεύματος, όταν εξαίρονται μερικά εξ αυτών και όχι άλλα, όπως και στην προηγούμενη πρόταση μας εκθέσαμε. (ΑΠ 185/2007, ΠΧ ΝΖ.006). Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν οι αιτιάσεις της ανωτέρω που αναφέρονται στο παραπάνω υπόμνημα της.
II. Αναφορικά με τα αιτήματα της ιδίας εκκαλούσας που διαλαμβάνονται στο δεύτερο από 1.9.2009 υπόμνημα της σχετικά με: α) διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης, β) διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γ) επισύναψης στη δικογραφία εγγράφων τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο του ενδουπηρεσιακού ελέγχου που διενεργήθηκε σε βάρος της από ελεγκτή της Αγροτικής Τράπεζας που φέρεται ότι στηρίζουν τις αποχρώσεις ενδείξεις, επαγόμαστε τα ακόλουθα:
Επί του πρώτου αιτήματος:
- Κατά το άρθρο 312 ΚΠΔ, το συμβούλιο διατάσσει περαιτέρω ανάκριση, αν, πλην άλλων, θεωρεί απαραίτητο να γίνουν ορισμένες ανακριτικές πράξεις, λ.χ. να εξεταστούν μάρτυρες, να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη, κλπ. Το αν πρέπει να διαταχθεί περαιτέρω ανάκριση, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου, στο οποίο ανήκει η κυριαρχική εξουσία εκτίμησης των αποδείξεων, αρκεί τούτο να αιτιολογεί την κρίση του για την ύπαρξη ή όχι αποχρωσών ενδείξεων ενοχής (ΟλΑΠ 9/2001, ΠΧ ΝΑ.788, ΑΠ 1158/2001 ΠΧ ΝΒ.415). Αν υποβληθεί φυσικά αίτημα για περαιτέρω ανάκριση από διάδικο, το συμβούλιο πρέπει να απαντήσει αιτιολογημένα και τέτοια αιτιολογία θεωρείται ότι υπάρχει στο βούλευμα, το οποίο σιωπηρώς απέρριψε το αίτημα της κατηγορουμένης, για περαιτέρω ανάκριση, αφού το συμβούλιο αποφάνθηκε οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογεί της ύπαρξης επαρκών ενδείξεων ενοχής της, ως εν προκειμένω συνέβη (ΑΠ 1158/2001 ο.π., 494/2001, ΠοινΝμλγ ΑΠ 2001 144, παγ. νμλγ). Εν πάσει όμως περιπτώσει, ενόψει της νέας θέσης του ακυρωτικού, επί του προβληθέντος αιτήματος εκθέτουμε, ότι στην ερευνώμενη υπόθεση οι υπάρχουσες αποδείξεις είναι πλέον ή επαρκείς για το σχηματισμό ασφαλούς δικαστικής κρίσης και δεν θεωρούμε απαραίτητη την διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης (ΑΠ 1158/2001).
Επί του δευτέρου αιτήματος:
Κατά το άρθρο 183ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Η ίδια η διατύπωση της παρούσας διάταξης ("μπορούν ... να διατάξουν πραγμ/σύνη"), παρέχει τη σαφή της έννοια, ότι απόκειται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου (ή αντίστοιχα του συμβουλίου) η αποδοχή ή απόρριψη αιτήματος του κατηγορουμένου κ.λπ. διαδίκων για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 874/2004, ΠΧ ΝΕ'414, 1443/2001, αδημ. σκέψη, 703/2000 ΠΧ ΝΑ'53 παγ.νμλγ). Αν όμως υποβληθεί αίτημα εκ μέρους του εισαγγελέα ή διαδίκου, κατά τρόπο όμως ορισμένο (ΑΠ 1411/2006, ΠοινΔ 2007.244), το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει (ΑΠ 1879/2001, ΠΛογ 2001.2367), χωρίς ωστόσο και να αιτιολογήσει την αρνητική απόφασή του περί τούτου (επί βουλεύματος ΑΠ 874/2004, ΠΧ ΝΕ'414). Πέρα από το ότι το υποβαλλόμενο αίτημα ενέχει αοριστία, γιατί δεν αναφέρεται με λεπτομέρεια το θέμα και το αντικείμενο του αιτήματος, στην συγκεκριμένη υπόθεση κρίνουμε ότι είναι επαρκή και απολύτως διαφωτιστικά τα εις βάρος της κατηγορουμένης συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία της ανακρίσεως (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα) τα οποία οδηγούν αναμφίβολα σε ακριβή διάγνωση και ασφαλή κρίση των γεγονότων, ώστε δεν απαραίτητη η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Άλλωστε, η ίδια η κατηγορουμένη με δική της πρωτοβουλία προσκόμισε την προαναφερόμενη ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, η οποία συνεκτιμήθηκε και συναξιολογήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα της αυτό.
Επί του τρίτου αιτήματος: Πρόκειται στην ουσία για επί μέρους αίτημα που εμπεριέχεται σε εκείνο περί διενέργειας περαιτέρω ανάκρισης για το οποίο ήδη προτείναμε παραπάνω. Όλως επικουρικώς, όπως στην αρχική Πρόταση μας εκθέτουμε, η ενδοϋπηρεσιακή σε βάρος της εκκαλούσας έρευνα ξεκίνησε όταν η -παθούσα Κ. Κ. παραπονέθηκε για την έλλειψη χρημάτων από τον λογαριασμό της την 15.1.2003 στην Διευθύντρια του υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας Γ. Μ. και εκείνη μετά από την αντιπαραβολή των στοιχείων (βιβλιαρίου και λοιπών παραστατικών) είχε ενδείξεις σοβαρές πλαστογράφησης των υπογραφών της εγκαλούσας και παράνομης ανάληψης των χρημάτων της από την αρμόδια υπάλληλο της (κατηγορουμένη), οπότε και άμεσα κίνησε σε βάρος της τη διαδικασία εσωτερικού ελέγχου, αποστέλλοντας προς την Διεύθυνση με το υπ. αριθμ. πρωτ. 20/27.1.03 έγγραφο της τη συνημμένη εξώδικη δήλωση της (εγκαλούσας) περί καταθέσεως μηνύσεως εναντίον της κατηγορουμένης στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Κέρκυρας. Επομένως, αν η εκκαλούσα αναφέρεται στα έγγραφα αυτά, ενόψει και της γενικότητας του αιτήματος της, δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο πως δεν της τέθηκαν υπόψη κατά το στάδιο της ανακρίσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 101ΚΠΔ, όπως προφανώς και τα λοιπά (ουσιώδη για την κατηγορία) που μνημονεύονται στην πορισματική έκθεση του ελεγκτή της Τράπεζας, ούτε δε φαίνεται ότι αυτή παραπονέθηκε με Προσφυγή κατά τυχόν αρνητικής απαντήσεως του ανακριτή ενώπιον του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν κρίνεται αναγκαία η συμπλήρωση της κυρίας ανακρίσεως για την επισύναψη των όποιων άλλων εγγράφων η εκκαλούσα εξυπονοεί, αφού όλα όσα κρίθηκαν από την ανάκριση αναγκαία κατά το άρθρο 239παρ1και 2ΚΠΔ και σχετίζονταν με τη βεβαίωση τελέσεως του εγκλήματος αλλά και την προσωπικότητα της κατηγορουμένης, επιμελώς συνελέγησαν και επισυνάπτονται στον ανακριτικό φάκελο. Συνακόλουθα και το αίτημα της αυτό πρέπει να απορριφθεί.
- Καθόσον, τέλος, αφορά το από 28.06.2010 αίτημα της εκκαλούσας κατηγορουμένης για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου Σας, αυτό πρέπει να απορριφθεί (άρ.3Ο9 παρ.2εδ.δΚΠΔ), διότι με την απολογία της στο ανακριτή και με τα υποβληθέντα πολλαπλά υπομνήματα της, αναλυτικά και διεξοδικά ανέπτυξε τις απόψεις της, ώστε να μην καθίσταται αναγκαία οποιαδήποτε άλλη διασάφηση ή διευκρίνιση επί της υποθέσεως (ΑΠ 960/2006, ΠοινΔικ 2006.1346).
- Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στην ουσία η ασκηθείσα από την εκκαλούσα έφεση κατά του υπ. αριθμ. 60/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, και καταδικαστεί η τελευταία σύμφωνα με το άρθρο 583παρ.1ΚΠΔ, όπως αντικ. με άρθρο 55 παρ.1 Ν.3160/2003 στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε 210 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της η υπ' αριθμ.12/2009 έφεση της κατηγορουμένης κατά του υπ' αριθμ. 60/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας.
Να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας με αριθμό 60/2009 και Να απορριφθούν τα αιτήματα της που περιέχονται στα από 30.7.2009 και 1.9.2009 υπομνήματα της για: α) διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης, β) διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γ) επισύναψης στη δικογραφία εγγράφων τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο ενδουπηρεσιακού ελέγχου που διενεργήθηκε σε βάρος της από τον ελεγκτή της Αγροτικής Τράπεζας και φέρεται ότι στηρίζουν τις αποχρώσες ενδείξεις. Να απορριφθεί το από 30.6.2010 αίτημα της εκκαλούσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Σας.
Να καταδικασθεί η ανωτέρω εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα των 210 ευρώ. ΚΕΡΚΥΡΑ 02.07.2010. Ο εισαγγελέας εφετών. Λάμπρος Λ.Σοφουλάκης.
Αντεισαγγελέας Εφετών." Η με αριθμό με αριθμό 110/20-9-2010 πρόταση:
"Σε συνέχεια της από 02/07/2010 Προτάσεως μας με την οποία προτείνουμε την απόρριψη στην ουσία της υπ. αριθμ. 12/2009 έφεσης της κατηγορουμένης Ε.-Δ. Μ.- Κ. του Ε., κατοίκου ... (οδός ...) κατά του υπ' αριθμ. 60/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας και την επικύρωση του τελευταίου, καθώς και την απόρριψη των αιτημάτων της που περιέχονται στα από 30.07.2009 και 01.09.2009 υπομνήματα της για: α) διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης β) διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γ) επισύναψης στη δικογραφία εγγράφων και χορήγησης αντιγράφων τους σ' αυτή, τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο ενδουπηρεσιακού ελέγχου που διενεργήθηκε σε βάρος της από τον ελεγκτή της Αγροτικής Τράπεζας και φέρεται ότι στηρίζουν τις αποχρώσες ενδείξεις και επίσης την απόρριψη του από 30.06.2010 αιτήματος της ιδίας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Σας, εισάγουμε ενώπιον σας και τα από 30.08.2010 και 10.09.2010 συμπληρωματικά υπομνήματα της ανωτέρω μετά των συνημμένων σ' αυτά εγγράφων και επαγόμαστε τα ακόλουθα:
Επειδή με τα τελευταία αυτά υπομνήματα της η ανωτέρω εκκαλούσα δεν παραθέτει νέα αποδεικτικά στοιχεία που να αποδυναμώνουν τις σε βάρος της κατηγορίες αλλά επαναξιολογεί τα ήδη υπάρχοντα του ανακριτικού φακέλου με εκτίμηση σημείων μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων που λήφθηκαν όμως υπόψη και συνεκτιμήθηκαν κατά την σύνταξη και υποβολή της παραπάνω Προτάσεως μας, αιτούμενη την δια βουλεύματος απαλλαγή της, άλλως τη διενέργεια των ιδίων ανακριτικών πράξεων που διαλαμβάνονται στα από 30.07.2009 και 01.09.2009 υπομνήματα της περί συμπληρωματικής ανάκρισης, διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης κλπ, και επειδή στην υποβληθείσα Πρόταση μας εμπεριέχονται με λεπτομέρεια και σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους προτείνουμε την απόρριψη απάντων των ως άνω αιτημάτων της, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, αναφερόμαστε εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο αυτής, προτείνοντας την απόρριψη των επαναλαμβανόμενων με τα από 30.08.2010 και 10.09.2010 υπομνήματα της, ιδίων αιτημάτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναφερόμαστε εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της από 02.07.2010 Προτάσεως μας που υποβλήθηκε Προς το Συμβούλιό σας και Προτείνουμε την απόρριψη των αιτημάτων της εκκαλούσας-κατηγορουμένης Ε.-Δ. Μ.- Κ. του Ε., κατοίκου ... (οδός ...) που περιέχονται στα από 30.08.2010 και 10-9-2010 συμπληρωματικά της υπομνήματα. Κέρκυρα 20.09.2010. Ο ΕΙΣΑΓΤΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ Λάμπρος Λ. Σοφουλάκης. Αντεισαγγελέας Εφετών."
Το Συμβούλιο, αφού άκουσε τον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τις παραπάνω προτάσεις και μετά την αποχώρηση αυτού.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ για όσους λόγους αναπτύσσονται και αναλύονται στην Εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως νομίμους και βάσιμους το Συμβούλιο καθ' ολοκληρίαν αναφέρεται προς αποφυγήν άσκοπων επαναλήψεων (βλ. Ολομ.ΑΠ 1227/1979 ΠΧ Λ.253, ΑΠ 1199/1990 ΠΧ ΜΑ.509), υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της κατηγορουμένης Ε.-Δ. Μ.-Κ. του Ε., κατοίκου ... για τις πράξεις: 1) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 13στ εδ.β,14, 18, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 51, 52, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1-3εδ.β του ΠΚ και 386 παρ.1, 3 εδ.α ΠΚ και πρέπει: 1) να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της η υπ' αριθμ. 12/2009 έφεση της παραπάνω κατηγορουμένης κατά του υπ' αριθμ. 60/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, 2) να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας με αριθμό 60/2009, 3) να απορριφθούν τα αιτήματα της παραπάνω κατηγορουμένης που περιέχονται στα από 30.7.2009 και 1.9.2009 υπομνήματα της για: α) διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης, β) διεξαγωγή Γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γ) επισύναψης στη δικογραφία εγγράφων τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο ενδουπηρεσιακού ελέγχου που διενεργήθηκε σε βάρος της από τον ελεγκτή της Αγροτικής Τράπεζας και φέρεται ότι στηρίζουν τις αποχρώσες ενδείξεις, 4) να απορριφθεί το από 30.6.2010 αίτημα της εκκαλούσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου, 5) να καταδικασθεί η ανωτέρω εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και 6) να απορριφθούν τα αιτήματα της εκκαλούσας-κατηγορουμένης Ε.-Δ. Μ.- Κ. του Ε., κατοίκου ... (οδός ...) που περιέχονται στα από 30.08.2010 και 10-9-2010 συμπληρωματικά της υπομνήματα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει στην ουσία της την υπ' αριθμ. 12/2009 έφεση της κατηγορουμένης Ε.-Δ. Μ.-Κ. του Ε., κατοίκου ... κατά του υπ' αριθμ. 60/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας.
Επικυρώνει το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας με αριθμό 60/2009.
Απορρίπτει τα αιτήματα της παραπάνω κατηγορουμένης που περιέχονται στα από 30.7.2009 και 1.9.2009 υπομνήματα της για: α) διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης, β) διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γ) επισύναψης στη δικογραφία εγγράφων τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο ενδουπηρεσιακού ελέγχου που διενεργήθηκε σε βάρος της από τον ελεγκτή της Αγροτικής Τράπεζας και φέρεται ότι στηρίζουν τις αποχρώσες ενδείξεις.
Απορρίπτει το από 30.6.2010 αίτημα της εκκαλούσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου.
Καταδικάζει την ανωτέρω εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Απορρίπτει τα αιτήματα της εκκαλούσας-κατηγορουμένης που περιέχονται στα από 30.08.2010 και 10-9-2010 συμπληρωματικά της υπομνήματα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Κέρκυρα στις 22 Σεπτεμβρίου 2010 και εκδόθηκε στην Κέρκυρα στις .24 Σεπτεμβρίου 2010.
- Οι παραπάνω παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών -ενόψει των διαπιστούμενων ασαφειών, των αντιφάσεων και της ελλιπούς ανακριτικής έρευνας της υποθέσεως, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο- καθόσον:
Α) Η παραδοχή του βουλεύματος ότι η εγκαλούσα Κ. Κ. είναι "αναλφάβητη", είναι αναιτιολόγητη καθόσον, στις συναλλαγές της, η ανωτέρω, δεν υπογράφει με σταυρό και δύο μάρτυρες όπως θα έκανε εάν ήταν αναλφάβητη και όπως αντίστοιχα προβλέπεται οπό το Νόμο, αλλά με υπογραφή "γραμματικού τύπου" (ίδ. Μήνυση, βεβαίωση κατάθεσης μηνύσεως, την από 18/2/2004ανωμοτί κατάθεσή της, ως και τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Μ. Μ., και των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα).
Β) Η παραδοχή του βουλεύματος -(που έχει σχέση με την αξιοπιστία της εγκαλούσας) -ότι: " Έκτοτε (δηλ. μετά την 12-4-2002) η εγκαλούσα δεν προέβη σε ενημέρωση του βιβλιαρίου της, αλλά περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2003, όταν αυτή με την ανιψιά της επισκέφθηκε το κεντρικό υποκατάστημα της ΑΤΕ ... για πληροφόρηση, οπότε στις 15.1.2003 απευθύνθηκε στη Διευθύντρια του καταστήματος .., ζητώντας της εξηγήσεις για το τι ακριβώς συνέβη στη περίπτωσή της", είναι ασαφής, ενόψει του γεγονότος η Κ. Κ. έχει ενημερώσει ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ το βιβλιάριο της (στις 28-06-02 και στις 06-09-02) αλλά καμία από αυτές τις φορές ΔΕΝ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΗΘΗΚΕ. Το βιβλιάριο καταθέσεων το κρατούσε η ίδια, ήταν διαθέσιμο στα χέρια της ανά πάσα στιγμή, η δε ανιψιά της, έχει δηλώσει ότι βρισκόταν συνέχεια δίπλα της προκειμένου να την φροντίζει και να την βοηθάει στα πάντα, σε κάθε ανάγκη, σε κάθε συναλλαγή, σε κάθε περίσταση .
Γ) Αναφορικά με την πλαστογράφηση των υπογραφών της εγκαλούσας και την αποδιδόμενη κατηγορία της πλαστογραφίας σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης σημειωτέα τα εξής:
1) Η ανωτέρω στις 8-4-2009 στην Συνεδρίαση του Συμβουλίου Πλημ/κών (ιδ. πρακτικά συν. στο εκκαλούμενο βούλευμα) δηλώνει ότι: "είχε τύχει μια φορά παλιότερα να μην έχω το βιβλιάριο μαζί μου σε συναλλαγή που έκανα στην τράπεζα", ενώ η ανιψιά της κ. Γ. Α. στη συμπληρωματική -από 27-2-2003- ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Ανθ/μου Γ. Κ. δηλώνει: "Θέλω να προσθέσω ότι όσα χρόνια ξέρω και θυμάμαι την θεία μου ΠΟΤΕ ΜΑ ΠΟΤΕ δεν έκανε χρήση του λογαριασμού της χωρίς βιβλιάριο". Από τα ανωτέρω συνάγεται, βάση των όσων κατέθεσε αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο Πλημ/κών Κερκύρας, η κ. Κ., ότι η ίδια έκανε κινήσεις επί των λογαριασμών της χωρίς να ενημερώνει την ανιψιά της απαραίτητα. 2) Για το ίδιο θέμα δηλ. της πλαστογράφησης της υπογραφής ο ελεγκτής της ΑΤΕ αναφέρει τα εξής: "Στην συζήτηση βέβαια που είχαμε με την κ. Κ. για την ομοιότητα των υπογραφών, μας εξέφρασε την υποψία ότι το πιο πιθανό είναι να της έχει αποσπάσει υπογραφή ή υπογραφές σε λευκά παραστατικά στην πρώτη και μοναδική επίσκεψη που είχε κάνει στο κατάστημα την 12.4.2002. Βεβαίως μας εξέφρασε επιφυλάξεις για την ομοιότητα της συγκεκριμένης υπογραφής με την δική της ...". Η περικοπή αυτή θα έπρεπε να προκαλέσει άμεσα την διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Άλλο είναι η απόσπαση υπογραφής (τότε η υπογραφή είναι ίδια) και άλλο η επιφύλαξη για την ομοιότητα της υπογραφής. Επειδή δε η προαναφερθείσα ανιψιά της Α. Γ. δεν αναφέρει τίποτε περί "αποσπάσεως υπογραφής ή υπογραφών σε λευκά παραστατικά στην πρώτη και "μοναδική" επίσκεψη που είχε κάνει στο κατάστημα την 12.4.2002", και μόνο η διατύπωση της επιφύλαξης έπρεπε να οδηγήσει σε δικαστικό γραφολογικό έλεγχο εξαιτίας της ασάφειας που προκαλείται από τα λεγόμενα των προαναφερθεισών. Ως εκ τούτου η σκέψη του Συμβουλίου -ότι δεν είναι απαραίτητη η διενέργεια δικαστικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης- δεν αιτιολογείται επαρκώς-, ενόψει μάλιστα της υπάρξεως της προσκομισθείσας από την κατηγορουμένη γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης- που επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της.
Δ) Δεν αξιολογείται κατά κανένα τρόπο η από 10.11.2003 εμπιστευτική έκθεση ελέγχου του ελεγκτή Γ. Π., την οποίαν -τελείως αναιτιολόγητα και αόριστα, το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα αποδέχεται ως: "περιγράφουσα με λεπτομέρεια και σαφήνεια όλο το εγκληματικό σχέδιο πλαστογραφίας και απάτης που εξύφανε η κατηγορουμένη τραπεζική υπάλληλος για την αφαίρεση και ενσωμάτωση στην περιουσία της του προαναφερομένου χρηματικού ποσού των 27.194,85 ευρώ, ...", ενώ, ούτε λεπτομερής ούτε σαφής ούτε εμπεριστατωμένη είναι, αλλά περιλαμβάνει εικασίες, υποθέσεις υποκειμενικές εκτιμήσεις, έωλα συμπεράσματα[ βλέπε: σελ8 στίχοι 15-21 "δεν είναι τυχαίο", "μήπως", "αυτό ενισχύει τις υποψίες", "εντύπωση προκαλεί", "το περίεργο και ύποπτο είναι", "δεν προκύπτει σαφώς και ευθέως",σελ.10 στίχοι 3-11 "υποψίες βεβαίως δημιουργεί η εξαφάνιση της πρωτότυπης αίτησης ...", "αν υποθέσουμε ότι ενέχεται η Διευθύντρια το λογικό θα ήταν ...", "… η Μ. έχει μάλλον παραποιήσει και το άλλο ...", σελ.11 στίχοι 12-15 "είχε όμως την δυνατότητα η Μ. να αφαιρέσει από το κατάστημα την κάρτα και το ΡΙΝ;", "από τις καταθέσεις των υπαλλήλων δεν προκύπτει κάτι τέτοιο", "αφού η κάρτα και το ΡΙΝ χάθηκαν, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η εκδοχή να τις έχει αφαιρέσει η κ. Μ.".
Ε) η παραδοχή του βουλεύματος "περί διασταυρώσεως και επαλήθευσης της έκθεσης ελέγχου και από τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας", εκτός από αόριστη είναι αναιτιολόγητη , και τελείως έωλη, δεδομένου ότι από τα 129 έγγραφα τα οποία μνημονεύει ως συνημμένα σ αυτήν η έκθεση ελέγχου -και την προσκόμιση των οποίων ζητεί η κατηγορουμένη επισταμένως προς υπεράσπισή της- δεν προσκομίζεται στην δικογραφία ούτε ένα (πέραν αυτών που η κατηγορουμένη ζήτησε από την ανακρίτρια να ελεγχθούν και να ζητηθούν αρμοδίως, πχ το απόκομμα της μηχανής FRANCOTYP, την από 20/2/2003 έγγραφη απαντητική αναφορά της υπαλλήλου Μ. Ά. στο από 19/2/2003 ερωτηματολόγιο που της υποβλήθηκε από τον ελεγκτή της ΑΤΕ). Πώς επομένως, διασταυρώνεται και επαληθεύεται (έστω αόριστα και αναιτιολόγητα) η έκθεση ελέγχου; Στα "υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας", περιλαμβάνεται και αξιολογείται μήπως και η από 10-11-2003 έκθεση του ελεγκτή Κ. Δ.; ΣΤ) Η παραδοχή του Συμβουλίου ότι δεν κρίνεται αναγκαία η συμπλήρωση της κυρίας ανακρίσεως για την επισύναψη των όποιων άλλων εγγράφων η εκκαλούσα εξυπονοεί, αφού "όλα όσα κρίθηκαν από την ανάκριση αναγκαία κατά το άρθρο 239 παρ1 και 2ΚΠΔ και σχετίζονταν με τη βεβαίωση τελέσεως του εγκλήματος αλλά και την προσωπικότητα της κατηγορουμένης, επιμελώς συνελέγησαν και επισυνάπτονται στον ανακριτικό φάκελο", είναι αναιτιολόγητη, αφού στην §2 του ανωτέρω άρθρου "κατά την ανάκριση γίνεται καθετί που μπορεί να βοηθήσει την εξακρίβωση της αλήθειας, εξετάζεται και βεβαιώνεται αυτεπαγγέλτως όχι μόνο η ενοχή, αλλά και η αθωότητα του κατηγορουμένου". Ενόψει λοιπόν του σκοπού της ανακρίσεως και των πλαισίων της δίκαιης δίκης και της υπεράσπισης της κατηγορουμένης δημιουργούνται τα εξής ερωτηματικά: ι) για ποίο λόγο δεν αποτέλεσαν στοιχείο της δικογραφίας τα βίντεο των πέντε καμερών της τράπεζας από την επεξεργασία των οποίων και μόνο, λογικά θα προέκυπτε η βασιμότητα ή όχι της κατηγορίας;(Αφού το πρόσωπο της Κ. είναι γνωστό, και η παρουσία αυτής, ή μη, ενώπιον του ταμείου, ή, η χρησιμοποίηση του τερματικού της κατηγορουμένης, ή την αφαίρεση της κάρτας και του ΡΙΝ από το συρτάρι της διευθύντριας- κατά τις κρίσιμες ημερομηνίες θα επιβεβαιωνόταν σίγουρα). Δεν προβληματίζει το γεγονός ότι η κατηγορουμένη μολονότι ζήτησε επισταμένως τον έλεγχό τους,(ιδ το από 19-4-2005 απολογητικό της υπόμνημα στη σελ.6,9,11,13), ούτε η ανακρίτρια αλλ' ούτε και ο ελεγκτής για το θέμα αυτό δεν ασχολήθηκε καθόλου, ούτε και ζητήθηκαν ευθύνες από την Δ/τρια και Υποδ/τρια που ήταν υπεύθυνες για την καλή λειτουργία και ασφάλεια των καμερών; Ερευνήθηκε ανακριτικά γιατί στις 10/5/2002, όταν έγινε η ανάληψη του ποσού των 20000€ δεν λειτουργούσαν κανονικά οι κάμερες; Παρομοίως ερευνήθηκε η κανονική λειτουργία τους, κατά τις προηγούμενες ημέρες, ή κατά την 17/5/2002, -οπότε φέρεται ότι έγινε ανάληψη ποσού 9000€ από την Κ. Κ.-;Από την επισκόπηση της δικογραφίας δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Το αξιοπερίεργο όμως είναι ότι και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, στο εκκαλούμενο βούλευμά του, παρότι κατά την ενώπιον του συζήτηση, έγινε λόγος για τις κάμερες από την κατηγορουμένη, παρέλειψε- έστω και ακροθιγώς- να κάνει οποιαδήποτε σκέψη και συλλογισμό γύρω από την λειτουργία ή μη αυτών, παράλειψη την οποία δεν ήλεγξε και το Συμβούλιο Εφετών.
ιι) ενώ αποτέλεσε στοιχείο της δικογραφίας η από 2-12-2005 έγγραφη αναφορά της κατηγορουμένης προς τον Εισαγγελέα Κέρκυρας (αριθμ. Πρωτ. 2426/5-12-2005) διότι συσχετίσθηκε σ' αυτήν αυθημερόν, (ιδ. εντολή επ' αυτής της Εισαγγελέως Μάρθας Αρχοντίδου), και ενώ καταγγέλλονται με αυτή-τρία χρόνια μετά την απομάκρυνση της κατηγορουμένης από την Τράπεζα-πανομοιότυπες αξιόποινες πράξεις, με αυτές που τις αποδίδονται, και φέρονται να διαπράττονται σε βάρος άλλου πελάτη της ΑΤΕ, και δη σε βάρος του Γ. Π. (αφαίρεση από το βιβλιάριό του ποσού 54000 €), από υπαλλήλους του ίδιου υποκαταστήματος της ΑΤΕ Πλατείας ..., με την ίδια Διευθύντρια, υποδιευθύντρια και τους ίδιους υπαλλήλους, (κατά τον χρόνο της αναφοράς), όχι μόνο -δεν διατάχθηκε -κατά καθήκον-κατεπείγουσα συμπληρωματική κυρία ανάκριση, για να επιβεβαιωθεί το βάσιμο ή μη της σοβαρότατης αυτής καταγγελίας, -που σε θετική περίπτωση σηματοδοτεί την ισχυροποίηση της θέσεως της κατηγορουμένης και την αποδυνάμωση της εναντίον της κατηγορίας-,αλλά αντίθετα, η δικογραφία παρέμεινε απαραδέκτως, επί τριετία στα χέρια της Αντεισαγγελέως Μαρίας Τατάκη (η ανάκριση περαιώθηκε στις 30/6/2005, η δικογραφία χρεώθηκε τον Σεπτέμβριο και η πρότασή της προς το Συμβούλιο έγινε στις 8/9/2008 και το βούλευμά του εκδόθηκε στις 8/4/2009). Το αξιοπερίεργο όμως είναι ότι τόσο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, που ελέγχει την πληρότητα της ανάκρισης, όσο και το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέταξαν περαιτέρω κυρία ανάκριση προς επιβεβαίωση ή μη της συγκεκριμένης (έχει ονόματα διευθύνσεις, τηλέφωνα) και σοβαρότατης αυτής καταγγελίας.
Ζ) Η παραδοχή του Συμβουλίου ότι: "τα ΡΙΝS των καρτών φυλάσσονταν σε συρτάρι του γραφείου της διευθύντριας, η οποία μαζί με την υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος, ..., τα διαχειρίζονταν αποκλειστικά, πλην όμως, το συρτάρι αυτό δεν ασφάλιζε, γεγονός που ήταν γνωστό στους υπαλλήλους του εν λόγω καταστήματος",είναι αναιτιολόγητη, καθόσον δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν την παραδοχή αυτήν. Το αναφερόμενο στην έκθεση του ελεγκτή (σελ.10)ότι "τα ΡΙΝS, φυλάσσονταν σε συρτάρι της διευθύντριας που δεν κλείδωνε", δεν τεκμηριώνεται, (με αυτοψία του ίδιου ή έλεγχο ειδικού ),και έρχεται σε αντίφαση με τις από 26-2-2003 και 12-4-2003 προανακριτική και ανακριτική αντίστοιχα καταθέσεις της Δ/ντριας Γ. Μ., από την επισκόπηση των οποίων, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο, Η) Η παραδοχή του Συμβουλίου ότι [" ... ο φάκελος απάντων των ευρημάτων (πλαστών παραστατικών, αιτήσεων, κλπ) στο εξώφυλλο του οποίου αναγράφονταν μάλιστα και. το όνομα της παθούσας, βρέθηκε από τον Ελεγκτή της Τράπεζας στο γραφείο της κατηγορουμένης],είναι ασαφής και αναιτιολόγητη καθόσον δεν προσάγεται τέτοιος φάκελος στην δικογραφία, ούτε διευκρινίζεται ποία ακριβώς είναι τα επιλήψιμα ευρήματα, αφού άλλωστε, ούτε ο ελεγκτής ισχυρίζεται ότι βρήκε τέτοιο φάκελο, περιέχοντα "άπαντα τα ευρήματα, πλαστά παραστατικά , αιτήσεις κλπ".
Θ) ενώ από την έκθεση του ελεγκτή (σελ.8) προκύπτει ότι διαδικασία για την έκδοση της πρώτης κάρτας ΑΤΕΝΕΤ της μηνύτριας έγινε από την ταμιολογίστρια Μ. Ά., το Συμβούλιο, εντούτοις, δέχεται ότι η ενέργεια αυτή έγινε από την κατηγορουμένη με την χρήση του μυστικού κωδικού της προαναφερθείσας αλλά δεν αιτιολογεί την κρίση του αυτή αναφορικά με την γνώση του μυστικού κωδικού της Μ. Ά., από την κατηγορουμένη.
Ι) Τέλος το Συμβούλιο στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βούλευμά του αφού εκθέτει ότι: " αφού η κατηγορουμένη ανέλαβε από το συρτάρι τη νέα κάρτα και το PIN, με την οποία προέβη, κατά το χρονικό διάστημα από 17-9-2002 έως 1-10-2002 μέσω του συστήματος αυτόματων συναλλαγών (ATM), σε διαδοχικές αναλήψεις συνολικού χρηματικού ποσού 7.194,85 € από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου της μηνύτριας", επισκέφθηκε και πάλι, μέσω συστήματος ON LINE, τον ανωτέρω λογαριασμό στις 25-10-2002 και 8-11-2002". Το Συμβούλιο όμως, περιορίστηκε στην περιγραφή του τρόπου της αφαιρέσεως του παραπάνω ποσού και στην αναφορά της πληροφόρησης του λογαριασμού κατά τις παραπάνω ημερομηνίες, χωρίς να προβεί, σε καμιά αξιολόγηση ή κάποιο συλλογισμό, σε σχέση με τις τελευταίες δύο ενέργειες. όπως θα έπρεπε, διότι ανακύπτει απ' αυτές ο εξής προβληματισμός: Εφόσον -σύμφωνα με το προσβαλλόμενο βούλευμα- η κατηγορουμένη είναι αυτή που με την κάρτα έκανε την ανάληψη ολόκληρου του ποσού των 7.194,85 € μέσω του συστήματος αυτόματων συναλλαγών ATM και ήδη από την 1/10/2002 (οπότε έγινε η τελευταία ανάληψη από τον λογαριασμό), γνώριζε, αναμφιβόλως, από το ATM, ποιο υπόλοιπο υπήρχε στο λογαριασμό ,και ως εκ τούτου είναι ακατανόητο να κάνει η ίδια ερώτηση υπολοίπου από το δικό της τερματικό.
- Ενόψει συνεπώς των προεκτεθέντων πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: Α) Να γίνει δεκτή η υπ' αριθ. 3 /22-11-2010 αίτηση αναίρεσης της κατηγορούμενης Ε.-Δ. Μ. - Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 103/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Β) Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, και Γ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 12-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας, κατά το εδάφιο β της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του ν. 2721/1999, προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος της πράξεως διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος που επιδίωξε ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 περ. α του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για να είναι η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "Από την κυρία ανάκριση ... και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία της κατηγορουμένης, καθώς και τα συνημμένα σ' αυτές υπομνήματα, και λοιπά έγγραφα, μεταξύ των οποίων, η από 8.4.2005 έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Μ. Μ. και η από 2.6.2007 έκθεση ιδιωτικής ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του καθηγητή Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Α., ..., προκύπτουν τα εξής: Η εγκαλούσα Κ. Κ. του Θ., ετών 73, συνταξιούχος, διατηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (Α.Τ.Ε.), τον υπ' αριθμ.... λογαριασμό ταμιευτηρίου, τον οποίο είχε ανοίξει προς 30ετίας περίπου στο κεντρικό υποκατάστημά της στην περιοχή "..." ... όπου και εξυπηρετούνταν σχεδόν αποκλειστικά, γιατί την γνώριζαν τόσο οι υπάλληλοι όσο και ο διευθυντής. Στις 12-4-2002, συνοδευόμενη από την ανιψιά της Α. Γ., η οποία την φρόντιζε, αφού πλην άλλων, ήταν και αναλφάβητη, προσήλθε για πρώτη φορά στο υποκατάστημα της ΑΤΕ στην πλατεία ... Κέρκυρας (3220), και, επιδεικνύοντας το βιβλιάριο του λογαριασμού της στην κατηγορουμένη υπάλληλο της ως άνω Τράπεζας Ε. Μ. - Κ. που ασκούσε καθήκοντα ταμιολογιστή και κεντρικού ταμία ασχολούμενη με συναλλαγές καταθέσεων και αναλήψεων από τραπεζικούς λογαριασμούς, κ.λπ., πραγματοποίησε από το λογαριασμό της ανάληψη ποσού 3.000 ευρώ. Έτσι, το υπόλοιπο ποσό που παρέμεινε στο λογαριασμό της, ανήρχετο σε 27.399,46 ευρώ. Έκτοτε η εγκαλούσα δεν προέβη σε ενημέρωση του βιβλιαρίου της, αλλά περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2003 όταν με την αυτή ανιψιά της επισκέφθηκε το κεντρικό υποκατάστημα της ΑΤΕ (... Κέρκυρας) για πληροφόρηση επί άλλου θέματος (μεταφορά ποσού από λογαριασμό ταμιευτηρίου σε προθεσμιακή κατάθεση), ο αρμόδιος υπάλληλος την ενημέρωσε ότι στον γνωστό ανοικτό λογαριασμό της δεν υπήρχε ποσό των 27.500 ευρώ περίπου που αυτή του έλεγε προφορικά, γιατί δεν έφερε μαζί της το βιβλιάριο, αλλά μόνο εκείνο των 29,87 ευρώ, γιατί φαίνονταν ότι έγιναν διάφορες αναλήψεις. Η μηνύτρια εξεπλάγη από το αναφερόμενο, καθόσον δεν είχε προβεί στην ανάληψη του εν λόγω ποσού, οπότε στις 15.1.2003 απευθύνθηκε στη Διευθύντρια του καταστήματος Σ. και μάρτυρα Γ. Μ.-Μ., ζητώντας της εξηγήσεις για το τι ακριβώς συνέβη στη περίπτωσή της. Η τελευταία μετά από έρευνα ανακάλυψε πως στις 10.5.2002 υπήρχε παραστατικό ανάληψης χωρίς βιβλιάριο ποσού 20.000 ευρώ που εξέδωσε η κατηγορουμένη και το οποίο φερόταν ότι είχε υπογράψει η ίδια η εγκαλούσα, πλην αυτή, αρνείτο επιμόνως ότι η υπογραφή είναι δική της. Ύστερα από την διαμαρτυρία αυτή και των ανεπαρκών διευκρινίσεων που έδωσε η εγκαλούμενη, διατάχθηκε εσωτερικός έλεγχος από την Τράπεζα που διενεργήθηκε από τον ελεγκτή Α' Γ. Π., ο οποίος συνέταξε την από 10.11.2003 εμπιστευτική έκθεση ελέγχου του, συνημμένη, στην οποία περιγράφει με λεπτομέρεια και σαφήνεια όλο το εγκληματικό σχέδιο πλαστογραφίας και απάτης που εξύφανε η ανωτέρω τραπεζική υπάλληλος για την αφαίρεση και ενσωμάτωση στην περιουσία της του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού των 27.194,85 ευρώ, για τον οποίο λόγο, εισηγήθηκε, πλην άλλων, και την πειθαρχική της δίωξη που απέληξε τελικά σε απόλυσή της από την υπηρεσία. Ειδικότερα, όπως εμπεριστατωμένα διαπιστώνεται στην ανωτέρω έκθεση και διασταυρώνεται και επαληθεύεται και από τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας, η κατηγορουμένη, αφού εντόπισε το παραπάνω αδύναμο θύμα της, ήτοι την ηλικιωμένη και αναλφάβητη παθούσα κατά την ημερομηνία ανάληψης από το λογαριασμό της του ποσού των 3.000 ευρώ, (12.4.2002), επινόησε να αποσπάσει ολόκληρο το υπάρχον στην κατάθεσή της χρηματικό ποσό, εφαρμόζοντας το εξής απατηλό τέχνασμα. Κατ' αρχήν για να μη γίνει αντιληπτή η πράξη της, μεθόδευσε το άνοιγμα ενός νέου τραπεζικού λογαριασμού, ήτοι αυτού με αριθμό ... και με ημερομηνία 29.4.2002 επ' ονόματι ανυπάρκτου προσώπου υπό στοιχεία "Α. Κ." με τη χρήση πλαστής αστυνομικής ταυτότητας και μετέπειτα και δη κατά την 10.5.2002 προσέθεσε σ' αυτόν ως συνδικαιούχο την εγκαλούσα με υποβολή εντύπου αίτησης προσθήκης συνδικαιούχου σε υπάρχοντα τραπεζικό λογαριασμό επί του οποίου έθεσε την υπογραφή τόσο του προαναφερόμενου ανύπαρκτου προσώπου, όσο και της τελευταίας. Την αίτηση δε αυτή προσκόμισε στην ανωτέρω αναφερόμενη Διευθύντρια του υποκαταστήματος και της παρέστησε εν γνώσει ψευδώς ότι επιθυμεί η εγκαλούσα με συναίνεση του ανωτέρω υπαρκτού δήθεν δικαιούχου του εν λόγω λογαριασμού να καταστεί συνδικαιούχος αυτού, με αποτέλεσμα αυτή να παραπλανηθεί και προβεί σε θεώρηση της εν λόγω πράξης. Ακολούθως, την ίδια ημέρα και περί ώρα 11:27:47, η αυτή κατηγορουμένη, αφού έθεσε και πάλι κατ' απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας επί ενός εντύπου εντολής πληρωμής ποσού 20.000 ευρώ, πραγματοποίησε, χρησιμοποιώντας το δικό της τερματικό με τον προσωπικό της κωδικό χρήστη, ανάληψη χωρίς βιβλιάριο του ανωτέρω χρηματικού ποσού από τον προαναφερόμενο προσωπικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της παθούσας, στη συνέχεια δε, κάνοντας χρήση της εν λόγω πλαστής εντολής πληρωμής, την οποία προσκόμισε στην ανωτέρω διευθύντρια, παριστάνοντας σ' αυτήν εν γνώσει της ψευδώς ότι η εμφαινόμενη στην εντολή υπογραφή ανήκει στη μηνύτρια και ότι η εντολή ανταποκρίνεται στην αληθινή βούλησή της, απέσπασε με τον τρόπο αυτό την υπογραφή της διευθύντριας. Από το ανωτέρω αναληφθέν ποσό των 20.000 ευρώ, η εν λόγω κατηγορουμένη κατακράτησε παράνομα και ενσωμάτωσε στην περιουσία της το ποσό 10.000 ευρώ, ενώ προέβη, μέσω του δικού της τερματικού και κωδικού χρήστη, σε κατάθεση του υπολειπόμενου ποσού των 10.000 ευρώ στον κοινό λογαριασμό, που είχε ανοίξει στο όνομα "Α. Κ.", στον οποίο πρόσθεσε ως συνδικαιούχο τη μηνύτρια, αφού, προηγουμένως, συμπλήρωσε, και πάλι σε έντυπο εντολής είσπραξης τα στοιχεία αυτής και έθεσε σ' αυτό κατ' απομίμηση την υπογραφή της Κ. Κ.. Κατόπιν, εμφάνισε την εντολή αυτή στην ανωτέρω διευθύντρια, την οποία διαβεβαίωσε εν γνώσει της ψευδώς, ότι η εντολή αυτή αντανακλά την πραγματική βούληση της εγκαλούσας, πείθοντάς την έτσι να την υπογράψει. Επίσης, στις 14-5-2002 ζήτησε, μέσω του συστήματος ONLINE, πληροφόρηση για το υπόλοιπο του ως άνω κοινού λογαριασμού και στις 17-5-2002 συμπλήρωσε, εν αγνοία της μηνύτριας, τα στοιχεία της σε έντυπο εντολής πληρωμής ποσού 9.000 ευρώ, στο οποίο έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της, και πραγματοποίησε ανάληψη χωρίς βιβλιάριο του ως άνω ποσού από τον κοινό λογαριασμό, στον οποίο φερόταν ως συνδικαιούχος η τελευταία, εν συνεχεία δε, αφού απέσπασε την υπογραφή επί της εντολής αυτής της διευθύντριας του υποκαταστήματος, παριστάνοντας εν γνώσει της ψευδώς σ' αυτή, ότι η φερόμενη ως υπογράφουσα επιθυμεί την ανάληψη του παραπάνω χρηματικού ποσού, το αφαίρεσε από το ταμείο της και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της. Στην ίδια ενέργεια προέβη και στις 4-6-2002, αυτή τη φορά, όμως, συμπλήρωσε σε έντυπο εντολής πληρωμής τα στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου "Α. Κ.", θέτοντας η ίδια υπογραφή τούτου, εμφάνισε δε το έντυπο αυτό στη διευθύντρια του υποκαταστήματος, την οποία, αφού παραπλάνησε ότι αυτό είχε υπογραφεί από υπαρκτό πρόσωπο, έπεισε να το υπογράψει. Έτσι, πραγματοποίησε ανάληψη ποσού 960 ευρώ από τον παραπάνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό της μηνύτριας και αυτού του ανύπαρκτου προσώπου, το οποίο (ποσό) με τις ως άνω απατηλές ενέργειές της, ενσωμάτωσε στην περιουσία της. Περαιτέρω, στις 11-6-2006 η κατηγορουμένη ζήτησε και πάλι ενημέρωση υπολοίπου του λογαριασμού της μηνύτριας και, ακολούθως, συμπλήρωσε με τα στοιχεία της τελευταίας έντυπο αίτησης για χορήγηση κάρτας ATEnet (Cash card) στο όνομά της, για ανάληψη χρημάτων από τον αρχικό προσωπικό λογαριασμό της μέσω του αυτόματου ταμειολογιστικού μηχανήματος (ATM), υπέγραψε την αίτηση με απομίμηση της υπογραφής της ανωτέρω δικαιούχου, χωρίς εντολή από αυτή, και, αφού ολοκλήρωσε τη διαδικασία πληκτρολόγησης στο σύστημα ONLINE για την έκδοση της κάρτας, χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά το μυστικό κωδικό πρόσβασης στο σύστημα 13071, που ανήκε στη συνάδελφό της ταμιολογίστρια Μ. Ά., υπέβαλε την παραπάνω πλαστή αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία της ΑΤΕ για την έκδοση κάρτας ATEnet, διαβεβαιώνοντας, έτσι, εν γνώσει της ψευδώς τους αρμόδιους υπαλλήλους της ότι το περιεχόμενο της επίμαχης αίτησης ανταποκρίνεται στην αληθή βούληση της ως άνω δικαιούχου του επίμαχου λογαριασμού, πετυχαίνοντας, με τον τρόπο αυτό, την έκδοση της υπ' αριθμ. ... κάρτας ATEnet. Η κάρτα αυτή απεστάλη στην αναγραφόμενη διεύθυνση κατοικίας της μηνύτριας, ενώ το PIN της κάρτας εστάλη στις 25-6-2002 με συστημένο φάκελο στο ανωτέρω υποκατάστημα της ΑΤΕ, μαζί με μία συγκεντρωτική κατάσταση, η οποία, όμως, χάθηκε από το κατάστημα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να διακριβωθεί εάν και σε ποιον παραδόθηκε τελικά το PIN της συγκεκριμένης κάρτας, με την οποία, ωστόσο, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ οποιαδήποτε συναλλαγή. Εν συνεχεία, η κατηγορουμένη στις 9-8-2002 και περί ώρα 10:09:47, και ενώ είχε ήδη ζητήσει, μέσω του συστήματος, νέα ενημέρωση υπολοίπου του ίδιου λογαριασμού στις 9-8-2002, πραγματοποίησε αλλαγή διεύθυνσης επικοινωνίας της μηνύτριας και αμέσως μετά, περί ώρα 10:13:35, πληκτρολόγησε στο σύστημα ONLINE με τον προσωπικό της κωδικό ακύρωση της πρώτης κάρτας και επανέκδοση άλλης, με νέα διεύθυνση επικοινωνίας, αντί της κατοικίας της μηνύτριας στο ..., τη διεύθυνση του υποκαταστήματος της ΑΤΕ, όπου υπηρετούσε, και τηλέφωνο επικοινωνίας αυτό του ίδιου υποκαταστήματος. Επίσης, συμπλήρωσε με τα στοιχεία της Κ. Κ., αφενός έντυπο μεταβολής στοιχείων - ακύρωσης κάρτας ATEnet, αφετέρου αίτηση για χορήγηση νέας κάρτας, έθεσε δε και στα δύο έντυπα κατ' απομίμηση την υπογραφή της τελευταίας και υπέβαλε τις αιτήσεις αυτές στην αρμόδια υπηρεσία της ΑΤΕ για την έκδοση κάρτας ATEnet, διαβεβαιώνοντας, έτσι, εν γνώσει της ψευδώς τους αρμόδιους υπαλλήλους της, ότι το περιεχόμενό τους αντανακλά την πραγματική θέληση της, φερόμενης ως αιτούσας, μηνύτριας. Με τις ανωτέρω παραπλανητικές ενέργειές της, πέτυχε την έκδοση νέας κάρτας με αριθμό ..., η οποία εστάλη στο υποκατάστημα με απλή αλληλογραφία, το δε PIN της κάρτας αυτής παραλήφθηκε από τη διευθύντρια του ίδιου καταστήματος στις 22-8-2002 σε συστημένο φάκελο, που περιείχε και συγκεντρωτική κατάσταση, η οποία, όπως και η πρώτη, χάθηκε, με συνέπεια να μην μπορεί και πάλι να διακριβωθεί από τρίτους εάν και σε ποιον παραδόθηκε τελικά το PIN. Τα PINS των καρτών φυλάσσονταν σε συρτάρι του γραφείου της διευθύντριας, η οποία μαζί με την υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος, Α. Ρ., τα διαχειρίζονταν αποκλειστικά, πλην όμως, το συρτάρι αυτό δεν ασφάλιζε, γεγονός που ήταν γνωστό στους υπαλλήλους του εν λόγω καταστήματος. Η κατηγορουμένη, εκμεταλλευόμενη την προνομιακή σχέση εμπιστοσύνης, που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ της ίδιας και της διευθύντριας, Γ. Μ. - Μ., αλλά και της πλημμελούς φύλαξης των PINS των καρτών, ενόψει και του γεγονότος ότι μόνο η ίδια γνώριζε για την έκδοση της νέας αυτής κάρτας στο όνομα της μηνύτριας, δεδομένου ότι όλη η διαδικασία διεκπεραιώθηκε από αυτήν αποκλειστικά, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση της τελευταίας, ανέλαβε από το συρτάρι τη νέα κάρτα και το PIN, με την οποία προέβη, κατά το χρονικό διάστημα από 17-9-2002 έως 1-10-2002 μέσω του συστήματος αυτόματων συναλλαγών (ATM), σε διαδοχικές αναλήψεις χρηματικών ποσών από τον παραπάνω προσωπικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της μηνύτριας. Συγκεκριμένα, με την κάρτα αυτή πραγματοποίησε στην Κέρκυρα τις ακόλουθες αναλήψεις από τον προσωπικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της μηνύτριας, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με την ανωτέρω κάρτα: 1) στις 19-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην πλατεία ... ποσού 1.202,97 ευρώ, 2) στις 20-9-2002 από ATM της ALPHA BANK ποσού 602,97 ευρώ, 3) στις 23-9-2002 από ATM της Τράπεζας Αττικής ποσού 602,97 ευρώ, 4) στις 24-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην πλατεία ... ποσού 600 ευρώ, 5) στις 24-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην πλατεία ... ποσού 600 ευρώ, 6) στις 25-9-2002 από ATM της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 602,97 ευρώ, 7) στις 25-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην πλατεία ... ποσού 600 ευρώ, 8) στις 26-9-2002 από ATM της Τράπεζας Αττικής ποσού 602,97 ευρώ, 9) στις 26-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην πλατεία ... ποσού 600 ευρώ, 10) στις 26-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην πλατεία ... ποσού 300 ευρώ, 11) στις 30-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην πλατεία ... ποσού 600 ευρώ και 12) στις 1-10-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην πλατεία ... ποσού 280 ευρώ, ήτοι συνολικά ανίκανε, με τον παραπάνω τρόπο, από τον προσωπικό λογαριασμό της μηνύτριας το συνολικό χρηματικό ποσό των 7.194,85 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της. Ακολούθως, η κατηγορουμένη επισκέφθηκε και πάλι, μέσω συστήματος ONLINE, τον ανωτέρω λογαριασμό στις 25-10-2002 και 8-11-2002, ενώ στις 19-11-2002 και ώρα 15:00:00, χρησιμοποιώντας το μυστικό κωδικό χρήσης της συναδέλφου της Μ. Ά., πληκτρολόγησε, από το δικό της τερματικό, αλλαγή διεύθυνσης επικοινωνίας, αναφορικά με την ανωτέρω νέα κάρτα, που είχε εκδοθεί στο όνομα της Κέρκυρας Κ., επαναφέροντας την πραγματική της διεύθυνση, ήτοι ..., που είχε αναγραφεί και στην αίτηση για την πρώτη κάρτα, που ακυρώθηκε, χωρίς, ωστόσο, να συμπληρωθεί και αντίστοιχη αίτηση μεταβολής στοιχείων κάρτας. Τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιστατικά, τα οποία επιρρωνύονται και εκ του γεγονότος ότι ο φάκελος απάντων των ευρημάτων (πλαστών παραστατικών, αιτήσεων, κ.λπ.) στο εξώφυλλο του οποίου αναγράφονταν μάλιστα και το όνομα της παθούσας, βρέθηκε από τον Ελεγκτή της Τράπεζας στο γραφείο της κατηγορουμένης, οι δε πλείστες όσες πληροφοριακές επισκέψεις και λοιπές επεμβάσεις για αναλήψεις ποσών από τους λογαριασμούς της εγκαλούσας, πληκτρολογήθηκαν στο τερματικό και διεκπεραιώθηκαν από την ανωτέρω, ουδόλως μπορούν να αναιρεθούν από όσα αυτή αβασίμως επιχειρεί να αντιτάξει με την απολογία της, επικαλούμενη προς άμβλυνση προφανώς των σε βάρος της εντυπώσεων, εκθέσεις ιδιωτών πραγματογνωμόνων (του γραφολόγου και ψυχιάτρου που αναφέρθηκαν παραπάνω). Διότι, τα εμπεριεχόμενα σ' αυτές συμπεράσματα και λοιπές εκτιμήσεις, πέρα από το ότι βασίζονται σε ελλιπή αποδεικτικά στοιχεία, δεν παρέχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα αξιοπιστίας, αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, που απαιτεί ο κώδικας ποινικής δικονομίας, ενόψει του ότι συνετάγησαν κατ' εντολήν της ιδίας και προς υπεράσπιση των συμφερόντων αυτής και πάντως όχι με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τους κανόνες που επιτάσσει ο νόμος (ΚΠΔ). Ούτε επίσης ευρίσκει νομικό έρεισμα ο προβαλλόμενος με την έφεση ισχυρισμός της, ότι το εκκαλούμενο έπρεπε να λάβει υπόψη του τα όσα αναλύονται στα ανωτέρω έγγραφα και όχι όσα αναφέρει ο Ελεγκτής της Τράπεζας στην Έκθεσή του, γιατί, αφενός μεν τούτο αντιστρατεύεται στη βασική αρχή της ηθικής απόδειξης του άρθρου 177 ΚΠΔ, αφετέρου δε, προκύπτει, ότι τα στοιχεία αυτά συναξιολογήθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση τούτων μεταξύ τους.... καθόσον αφορά την συνδρομή της ως άνω επιβαρυντικής περιστάσεως, ορθά γίνεται δεκτό, ότι αυτή προκύπτει τόσο από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος (κατ' εξακολούθηση πλαστογράφηση ειδικών εντύπων ανάληψης χρηματικών ποσών και λοιπών απαιτούμενων στοιχείων και επανειλημμένες ψευδείς παραστάσεις προς την Διευθύντρια του υποκαταστήματος και τη Διοίκηση της Τράπεζας) όσο και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει η εγκαλούμενη που μαρτυρεί οργανωμένη ετοιμότητα της με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων (γενικότερη οργάνωση της εγκληματικής της δράσης που αποτυπώνεται στο σχεδιασμό και στην εκτέλεση των εγκλημάτων, ως η επινόηση, πλην άλλων, λογαριασμού συνδικαιούχου, εκμετάλλευση της υφισταμένης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και της Διευθύντριας, απομίμηση υπογραφών εγκαλούσας, εναλλαγή απατηλών τρόπων τελέσεως των εγκλημάτων προς δημιουργία συγχύσεως και εξάλειψης των ιχνών της, κ.λπ.) ... . Περαιτέρω σε σχέση με τα από 30.7.2009 και από 1.9.2009 υπομνήματα της εκκαλούσας - κατηγορουμένης, λεκτέα τα ακόλουθα: Στο πρώτο από αυτά η εκκαλούσα περιορίζεται στην αντίκρουση των σε βάρος της κατηγοριών, επαναλαμβάνοντας και ανακυκλώνοντας τις αυτές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται και στην απολογία της και εστιάζοντας κυρίως τις απόψεις της στο ότι η κρίση του προσβαλλόμενου βουλεύματος του Συμβουλίου πλημμελειοδικών και η τα αυτά δεχθείσα από 16.6.2009 πρόταση μας προς το Συμβούλιο σας, στηρίχθηκαν στις σε βάρος της παρατηρήσεις και συμπεράσματα της από 10.11.2003 Πορισματικής έκθεσης που διενεργήθηκε από τον ελεγκτή της Τράπεζας Γ. Π., χωρίς να αξιολογηθούν και τα από αυτήν προταθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την από 8.4.2005 έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Μ. Μ. και από 2.6.2007 έκθεση ιδιωτικής ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του καθηγητή Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Α., από τις οποίες, κατ' αυτήν, δεν προέκυπτε οιαδήποτε ανάμειξή της στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώκεται. Οι ισχυρισμοί της όμως αυτοί, είναι αβάσιμοι και ανεπέρειστοι, διότι προκύπτει με ενάργεια και σαφήνεια, ότι δεν υπήρξε επιλεκτική εκτίμηση των κατονομαζομένων από την εγκαλούμενη αποδεικτικών μέσων, αλλά συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση και του περιεχομένου όλων των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας (...), που δεν περιορίζονται άλλωστε στην ως άνω πορισματική έκθεση, αλλά περιλαμβάνουν και τις μαρτυρικές καταθέσεις της εγκαλούσας Κ. Κ. και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης αλλά και απάντων των λοιπών εγγράφων του φακέλου. ... Αναφορικά με τα αιτήματα της ιδίας εκκαλούσας που διαλαμβάνονται στο δεύτερο από 1.9.2009 υπόμνημα της σχετικά με: α)διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης, β)διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γ) επισύναψης στη δικογραφία εγγράφων τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο του ενδοϋπηρεσιακού ελέγχου που διενεργήθηκε σε βάρος της από ελεγκτή της Αγροτικής Τράπεζας ...: Επί του πρώτου αιτήματος: ... στην ερευνώμενη υπόθεση οι υπάρχουσες αποδείξεις είναι πλέον ή επαρκείς για το σχηματισμό ασφαλούς δικαστικής κρίσης και δεν θεωρούμε απαραίτητη την διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης (...). Επί του δευτέρου αιτήματος: ... Πέρα από το ότι το υποβαλλόμενο αίτημα ενέχει αοριστία, γιατί δεν αναφέρεται με λεπτομέρεια το θέμα και το αντικείμενο του αιτήματος, στην συγκεκριμένη υπόθεση κρίνουμε ότι είναι επαρκή και απολύτως διαφωτιστικά τα εις βάρος της κατηγορουμένης συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία της ανακρίσεως (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα) τα οποία οδηγούν αναμφίβολα σε ακριβή διάγνωση και ασφαλή κρίση των γεγονότων, ώστε δεν (είναι) απαραίτητη η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Άλλωστε, η ίδια η κατηγορουμένη με δική της πρωτοβουλία προσκόμισε την προαναφερόμενη ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, η οποία συνεκτιμήθηκε και συναξιολογήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας. ... Επί του τρίτου αιτήματος: Πρόκειται στην ουσία για επί μέρους αίτημα που εμπεριέχεται σε εκείνο περί διενέργειας περαιτέρω ανάκρισης ... η ενδοϋπηρεσιακή σε βάρος της εκκαλούσας έρευνα ξεκίνησε όταν η παθούσα Κ. Κ. παραπονέθηκε για την έλλειψη χρημάτων από τον λογαριασμό της την 15.1.2003 στην Διευθύντρια του υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας Γ. Μ. και εκείνη μετά από την αντιπαραβολή των στοιχείων (βιβλιαρίου και λοιπών παραστατικών) είχε ενδείξεις σοβαρές πλαστογράφησης των υπογραφών της εγκαλούσας και παράνομης ανάληψης των χρημάτων της από την αρμόδια υπάλληλό της (κατηγορουμένη), οπότε και άμεσα κίνησε σε βάρος της τη διαδικασία εσωτερικού ελέγχου, αποστέλλοντας προς την Διεύθυνση με το υπ. αριθμ. πρωτ. 20/27.1.03 έγγραφο της τη συνημμένη εξώδικη δήλωση της (εγκαλούσας) περί καταθέσεως μηνύσεως εναντίον της κατηγορουμένης στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Κέρκυρας. Επομένως, αν η εκκαλούσα αναφέρεται στα έγγραφα αυτά, ενόψει και της γενικότητας του αιτήματός της, δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο πως δεν της τέθηκαν υπόψη κατά το στάδιο της ανακρίσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 101 ΚΠΔ, όπως προφανώς και τα λοιπά (ουσιώδη για την κατηγορία) που μνημονεύονται στην πορισματική έκθεση του ελεγκτή της Τράπεζας, ούτε δε φαίνεται ότι αυτή παραπονέθηκε με προσφυγή κατά τυχόν αρνητικής απαντήσεως του ανακριτή ενώπιον του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν κρίνεται αναγκαία η συμπλήρωση της κυρίας ανακρίσεως για την επισύναψη των όποιων άλλων εγγράφων η εκκαλούσα εξυπονοεί, αφού όλα όσα κρίθηκαν από την ανάκριση αναγκαία κατά το άρθρο 239 παρ.1και 2 ΚΠΔ και σχετίζονταν με τη βεβαίωση τελέσεως του εγκλήματος αλλά και την προσωπικότητα της κατηγορουμένης, επιμελώς συνελέγησαν και επισυνάπτονται στον ανακριτικό φάκελο ... . Επειδή με τα τελευταία (από 30.08.2010 και 10.09.2010) ... υπομνήματά της η ανωτέρω εκκαλούσα δεν παραθέτει νέα αποδεικτικά στοιχεία που να αποδυναμώνουν τις σε βάρος της κατηγορίες αλλά επαναξιολογεί τα ήδη υπάρχοντα του ανακριτικού φακέλου με εκτίμηση σημείων μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων που λήφθηκαν όμως υπόψη και συνεκτιμήθηκαν κατά την σύνταξη και υποβολή της παραπάνω προτάσεώς μας, αιτούμενη την δια βουλεύματος απαλλαγή της, άλλως τη διενέργεια των ιδίων ανακριτικών πράξεων που διαλαμβάνονται στα από 30.07.2009 και 01.09.2009 υπομνήματά της περί συμπληρωματικής ανάκρισης, διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης κ.λπ., και επειδή στην υποβληθείσα πρότασή μας εμπεριέχονται με λεπτομέρεια και σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους προτείνουμε την απόρριψη απάντων των ως άνω αιτημάτων της, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, αναφερόμαστε εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο αυτής, προτείνοντας την απόρριψη των επαναλαμβανόμενων με τα από 30.08.2010 και 10.09.2010 υπομνήματα της, ιδίων αιτημάτων".
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της εκκαλούσας - κατηγορουμένης για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και της απάτης κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την από αυτήν ασκηθείσα, κατά του υπ' αριθμ. 60/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98, 216§§1-3 εδ. β, 386§§1, 3 εδ. α του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται στο βούλευμα: α) Ως προς την κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη κατάρτισε πλαστά έγγραφα (έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας σε αιτήσεις και εντολές πληρωμής) με σκοπό την παραπλάνηση άλλων (της διευθύντριας του ως άνω υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας), με τη χρήση τους, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, επρόκειτο για έγγραφα που έφεραν τη γνήσια υπογραφή της παθούσας), ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων και ότι στην πράξη της αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 27.154,85 ευρώ (ήτοι άνω των 15.000 ευρώ), όσο και το συνολικό ποσό των αναλήψεων που έκανε από τον τραπεζικό λογαριασμό της παθούσας, βλάπτοντας αντίστοιχα την τελευταία. β) Ως προς την κακουργηματική απάτη, ο σκοπός της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, η εν γνώσει αυτής παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (ότι οι ως άνω αιτήσεις και εντολές είχαν υπογραφεί από την παθούσα), από την οποία παραπλανήθηκε η διευθύντρια της Τράπεζας και ενέκρινε τις αναλήψεις χρηματικών ποσών, και βλάβη ξένης, ήτοι της παθούσας μηνύτριας, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ως άνω παραπλανητικές ενέργειες της αναιρεσείουσας. Αιτιολογείται, ακόμη, και η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως των πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης κατ' επάγγελμα, με τις παραδοχές ότι τέλεσε αυτές κατ' εξακολούθηση, αλλά είχε διαμορφώσει και υποδομή για την επανειλημμένη τέλεσή τους (δράση βάσει σχεδίου, ως η επινόηση, πλην άλλων, λογαριασμού συνδικαιούχου, εκμετάλλευση της υφισταμένης σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και της Διευθύντριας, απομίμηση υπογραφών εγκαλούσας, εναλλαγή απατηλών τρόπων τελέσεως των εγκλημάτων προς δημιουργία συγχύσεως και εξαλείψεως των ιχνών της). Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Η παραδοχή ότι η παθούσα ήταν αναλφάβητη και ότι στην Τράπεζα προσερχόταν με την ανεψιά της Α. Γ., η οποία την φρόντιζε, δεν ενέχει αντίφαση με την παραδοχή ότι αυτή υπέγραφε όχι με σταυρό, αλλά με υπογραφή γραμματικού τύπου (την οποία απομιμήθηκε η κατηγορουμένη), καθόσον, κατά τους κανόνες της κοινής λογικής ο αναλφαβητισμός και η μη δυνατότητα, εξαιτίας αυτού, γραφής και αναγνώσεως δεν αποκλείει τη δυνατότητα υπογραφής εντύπου στη θέση που θα υποδείξει στον υπογράφοντα ο συνοδός του ή ο αρμόδιος υπάλληλος. β) Δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να γίνεται αξιολόγηση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε να προκύπτει τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. γ) Αξιολογείται επαρκώς η έκθεση ελέγχου του ελεγκτή Γ. Π., ο οποίος εισηγήθηκε και την πειθαρχική δίωξη της κατηγορουμένης, που, τελικά, απέληξε στην απόλυσή της. Και ναι μεν, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ήταν συνημμένα σ' αυτήν 129 έγγραφα, τα οποία έλαβε εκείνος υπόψη του, πλην δεν συσχετίσθηκαν στη δικογραφία. Όμως, η αναφορά ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του το πιο πάνω πόρισμα έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά το πόρισμα αυτό και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συγκέντρωσε και αξιολόγησε ο συντάκτης του προκειμένου να διατυπώσει το πόρισμά του. Ανεξαρτήτως αυτού, δέχθηκε το Συμβούλιο ότι δεν προέκυψε ότι η κατηγορουμένη δεν είχε λάβει, κατά την προδικασία, γνώση των εγγράφων αυτών. δ) Ρητά αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε η έκθεση του δικαστικού γραφολόγου Μ. Μ. και εξηγείται γιατί η έκθεση αυτή δεν οδήγησε σε διαφορετική κρίση με την παραδοχή ότι επρόκειτο για ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη, η οποία δεν παρείχε τα απαιτούμενα από τον ΚΠοινΔ εχέγγυα αξιοπιστίας, αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, πέραν του ότι οι εμπεριεχόμενες σ' αυτή εκτιμήσεις και συμπεράσματα βασίζονταν σε ελλιπή στοιχεία. Τέλος, αιτιολογείται και η απόρριψη των ισχυρισμών και παρατηρήσεων της αναιρεσείουσας που περιέχονται στα τελευταία από 30.8.2010 και 10.9.2010 υπομνήματά της. Επομένως, ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αιτιάται το βούλευμα για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (έγγραφα, απολογία, μαρτυρικές καταθέσεις), είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. Περαιτέρω, ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. α του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι με τη μη συσχέτιση των ως άνω 129 εγγράφων, στα οποία στηρίχθηκε η έκθεση ελέγχου, στη δικογραφία, και τη μη ανάγνωσή τους αποστερήθηκε αυτή από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις της και να προβεί στις παρατηρήσεις της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, το βούλευμα αφενός στηρίχθηκε στο πόρισμα, ήτοι στις εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα του ελεγκτή Γ. Π., και όχι στα έγγραφα αυτά και αφετέρου, κατά τις παραδοχές του, η αναιρεσείουσα δεν προέκυψε ότι δεν έλαβε γνώση των εγγράφων αυτών κατά την προδικασία. Διαφορετικό θα ήταν το ζήτημα αν στο βούλευμα γινόταν ειδική μνεία των εγγράφων αυτών, χωρίς αυτά να έχουν συσχετισθεί στη δικογραφία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308§2 του ΚΠοινΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 20§2 του ν 3160/2003, "οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα και πριν καταρτιστεί η πρότασή του ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο εισαγγελέας οφείλει σ' αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και να λάβει γνώση της προτάσεως του, μέσα σε 24 ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα της εισαγγελίας που επισυνάπτεται στη δικογραφία. ... Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα 10 ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία δεν εισάγεται στο Συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρο 485§1 του ΚΠοινΔ), συνάγεται ότι η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο και παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, όταν έχει υποβληθεί σαφής και ορισμένη αίτηση, με υπόμνημα ή έστω και προφορικά, προς τον αρμόδιο εισαγγελέα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση της σχετικής εισαγγελικής προτάσεως, πριν περάσουν 10 ημέρες από της ειδοποιήσεως του κατηγορουμένου ή του αντικλήτου δικηγόρου του, να προσέλθει και να λάβει γνώση, ακόμη και αν λάβει γνώση νωρίτερα, πριν παρέλθουν 10 ημέρες, για να έχει στη διάθεσή του τον αναγκαίο χρόνο για να μελετήσει την πρόταση και ενδεχομένως να την αντικρούσει με υπόμνημα, παραβίαση δε της προθεσμίας αυτής επάγεται απόλυτη ακυρότητα, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και με την έφεση λόγω του ότι δεν πρέπει να τηρηθεί κάποιος τύπος και με τον τρόπο αυτό περιέρχεται άμεσα σε γνώση του εισαγγελέα, ο οποίος προ της καταρτίσεως της προτάσεώς του, λαμβάνει γνώση της εφέσεως. Η παραβίαση αυτής της διατάξεως, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της προτάσεως του εισαγγελέα πριν να υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση, είναι ο κατηγορούμενος ή ειδοποιήθηκε μεν αυτός και έλαβε γνώση, πλην η δικογραφία έχει εισαχθεί στο συμβούλιο πριν από την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171§1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ) που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484§1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ. Η ανωτέρω, όμως, διάταξη του άρθρου 308§2 του ΚΠοινΔ έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο εισαγγελέας, μετά το τέλος της ανακρίσεως ή της προανακρίσεως, πρόκειται να υποβάλει στο συμβούλιο πρόταση επί της ουσίας της υποθέσεως και όχι επί υποβληθέντος παρεμπίπτοντος αιτήματος διαδίκου (π.χ. επί αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση) ή, κατά μείζονα λόγον, επί υπομνήματος, το οποίο δεν περιέχει νέο αίτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, κατόπιν αιτήματός της, που υπέβαλε με την από 28.6.2010 και με αριθ. πρωτ. 2386 δήλωση - γνωστοποίησή της, ειδοποιήθηκε και έλαβε νομότυπα γνώση της υπ' αριθ. 88/2.7.2010 επί της ουσίας προτάσεως του Αντεισαγγελέα Εφετών Κερκύρας Λάμπρου Σοφουλάκη, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως ως κατ' ουσίαν αβάσιμης και την επικύρωση του εκκαλουμένου βουλεύματος, καθώς και την απόρριψη των αιτημάτων που υπέβαλε η κατηγορουμένη με τα από 30.7.2009 και 1.9.2009 υπομνήματά της για διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως, διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και επισυνάψεως στη δικογραφία εγγράφων που είχαν αποτελέσει αντικείμενο ενδοϋπηρεσιακού ελέγχου που διενεργήθηκε σε βάρος της από τον ως άνω ελεγκτή της Αγροτικής Τράπεζας Γ. Π.. Ακολούθως, η τελευταία, με τα από 30.8.2010 και 10.9.2010 υπομνήματά της, επανέφερε τα ανωτέρω αιτήματά της και επαναξιολόγησε τα ήδη υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσθέσει νέα. Επί των υπομνημάτων αυτών, ο αυτός Αντεισαγγελέας, υπέβαλε προς το Συμβούλιο την υπ' αριθ. 110/20.9.2010 πρότασή του, με την οποία πρότεινε την απόρριψη των αιτημάτων που περιέχονται σ' αυτά. Στη συνέχεια δε, χωρίς να ειδοποιηθεί η αναιρεσείουσα να λάβει γνώση και της προτάσεως αυτής, αφού δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, η πρόταση εισήχθη στο Συμβούλιο, το οποίο συνεδρίασε για να αποφανθεί επί της υποθέσεως στις 22.9.2010, ήτοι πριν παρέλθει η ανωτέρω δεκαήμερη προθεσμία από τις 20.9.2010. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 308§2 του ΚΠοινΔ δημιουργεί υποχρέωση του εισαγγελέα να ειδοποιήσει τον κατηγορούμενο να λάβει γνώση της προτάσεώς του επί της ουσίας της υποθέσεως, όπως και έγινε, και όχι αυτής επί των νέων υπομνημάτων, τα οποία δεν περιείχαν νέα αιτήματα, αλλά επαναλάμβαναν τα παλαιά, επί των οποίων, με την προηγούμενη πρότασή του, της οποίας έλαβε γνώση η κατηγορουμένη, είχε ήδη προτείνει ο εισαγγελέας, τοσούτω μάλλον, καθόσον τα υπομνήματα περιείχαν παρεμπίπτοντα αιτήματα και σκέψεις επί της αξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων, η δε κατηγορουμένη δεν υπέβαλε αίτημα να λάβει γνώση και αυτής της προτάσεως. Επομένως, ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι η αναιρεσείουσα δεν ειδοποιήθηκε καθόλου να λάβει γνώση της υπ' αριθ. 110/20.9.2010 εισαγγελικής προτάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 3/22 Νοεμβρίου 2010 αίτηση της Ε. - Δ. Μ. - Κ. του Ε., συζ. Κ. Β., για αναίρεση του υπ' αριθ. 103/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις. 11 Οκτωβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος ή ζημία άνω των 15.000 ευρώ και απάτη κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος ή ζημία άνω των 15.000 ευρώ. Σοιχεία εγκλημάτων. Επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. Πότε υπάρχει ακυρότητα απόλυτη από τη μη γνώση της εισαγγελικής πρότασης, πριν αυτή υποβληθεί στο αρμόδιο Συμβούλιο. Μόνο όταν πρόκειται να υποβληθεί πρόταση επί της ουσίας και όχι επί παρεμπίπτοντος αιτήματος και εφόσον έχει υποβληθεί αίτημα. Όχι ακυρότητα από τη λήψη υπόψη εκθέσεως ελέγχου, η οποία βασίστηκε σε έγγραφα που δεν έχουν συσχετισθεί στη δικογραφία, εφόσον το βούλευμα στηρίχθηκε στις εκτιμήσεις που περιέχονται στο πόρισμα και όχι στα έγγραφα αυτά. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1485/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 296/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό1559/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό135/23.5.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την υπ' αριθμ. 116/25-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ε. Κ. του Ν. και Χ., 46 ετών, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κρατήσεως ..., που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 296/1-7-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ιωαννίνων, που απέρριψε ως ανυποστήρικτη την υπ' αριθμ. 66/22-6-2009 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 398/16-6-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών που μετατράπηκε προς δέκα (10) ευρώ την ημέρα καθώς και σε χρηματική ποινή 1.000 ευρώ για α) κυκλοφορία παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων ιδιαίτερα ελαφράς μορφής, και, β) απείθεια (άρθρα 26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1, 169 και 208 παρ. 1β του Π.Κ.), και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474 παρ. 1, 2 και 476 παρ. 1β του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι παραδεκτώς ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως: α) όταν ασκείται από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο, β) όταν στρέφεται κατ' αποφάσεως που υπόκειται σε αναίρεση, γ) όταν ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας, και, δ) όταν προτείνεται ως λόγος αναιρέσεως ένας τουλάχιστον λόγος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ.
Εν προκειμένω η προσβαλλομένη απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος την 1η Ιουλίου 2010, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 22.9.2010, του επιδόθηκε δε λόγω ερημοδικίας στις 19-10-2010, και, άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως την 25-10-2010, δηλαδή εμπρόθεσμα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά αποφάσεως που υπόκειται σε αναίρεση (άρθρο 501 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠΔ).
Πλην όμως στην σχετική έκθεση αναιρέσεως δεν επικαλείται κανέναν από τους λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ. Ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 σε συνδ. με το άρθρο 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, καθώς και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα όπως προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 476 και της παραγράφου 1 του άρθρου 583 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Προτείνω 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 116/25.10.2010 αίτηση αναιρέσεως του Ε. Κ. του Ν. και Χ., 46 ετών, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κρατήσεως ..., που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 296/1-7-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ιωαννίνων. 2) Να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 9-3-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων άσκησε την 116/25.10.2010 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ... κατά της 296/1.7.2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του κατά της 398/16.6.2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, που μετατράπηκε προς δέκα ευρώ (10€) ημερησίως, και σε χρηματική ποινή χιλίων ευρώ (1.000 €) για κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων, ελαφράς μορφής και απείθεια. Στην παραπάνω έκθεση αναιρέσεως αναφέρει ο αναιρεσείων επί λέξει ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της αριθ. 296/1.7.2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που καταδικάστηκε για κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων ποινή απορρίπτει έφεση κατά της 398/16/6.2003 αποφάσεως του Τριμ. Πλημ/κείου Άρτας για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει". Με το περιεχόμενο αυτό, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως μετά και την γενόμενη ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο Συμβούλιο, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του, όπως αυτό προκύπτει από τον επί του φακέλου σχετική σημείωση του οικείου Γραμματέα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο.
ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό 116/25.10.2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου του Καταστήματος Κράτησης ..., κατά της 296/1.7.2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1485/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Φ. του Ε., συζ. Φ. Μ., και 2. Μ. Μ. συζ. Ε., ως εκπροσώπου, με την ιδιότητα της ειδικής επιτρόπου των ανήλικων Φ. και Μ. του Ε. Μ., κατοίκων ..., από τους οποίους η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βορίλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η δε δεύτερη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5446/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 328/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η 1η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 29-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης που περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 328/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατ' αυτεπάγγελτη εξέταση και παραδοχή του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ως άνω λόγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 568§4 και 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση απουσιάζει κάποιος από τα διάδικα μέρη και δεν αποδεικνύεται ποιος επισπεύδει τη συζήτηση και ότι αυτός που απουσιάζει κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί η συζήτηση της υπόθεσης κηρύσσεται απαράδεκτη.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 328/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, που έλαβε χώραν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, οπότε και εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση τόσον ο αναιρεσείων, όσο και η δεύτερη από τις αναιρεσίβλητες Μ. Μ.. Από τα λοιπά δε έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση (τούτο, ειδικότερα, δεν προκύπτει ούτε από το υπάρχον στη δικογραφία αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με μόνη την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου), ούτε αν οι απολειπόμενοι ως άνω διάδικοι, αναιρεσείων και δεύτερη αναιρεσίβλητη, έχουν κλητευθεί για να παραστούν στη συζήτηση κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Επομένως και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14.9.2009 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 328/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Συζήτηση. Κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση αν απουσιάζει κάποιος από τα διάδικα μέρη και δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση και ότι ο απολειπόμενος διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως για να παραστεί σ’ αυτήν.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1486/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αποστολόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: Α.1. Μ. θυγ. Ι. Ι.Β. συζ. Α. Ζ. Ρ., ως κληρονόμου των Ι. και Α. Β., 2. Μ. χήρας Σ. Β., κατοίκου ..., 3. Σ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 4. Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 5. Β. Β. του Γ., κατοίκου ..., 6. Α. θυγ. Γ. Β., ..., κατοίκου ..., 7. Α. χήρας Δ. Κ., κατοίκου ..., 8. Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 9. Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 10α. Α. Φ. και 10β. Γ. Φ., κατοίκων ... ως κληρονόμων της αποβιωσάσης μητέρας τους Β. Φ., Β11. Β. Β. του Γ., κατοίκου ... ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσης μητέρας του Ε. συζ. Γ.Β. και Γ. 12α) Ν. Κ. του Α., β) Π. Α. Κ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος πατέρα τους Α. Κ., 13. Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 14. Γενικού Κρατικού νοσοκομείου Λάρισας που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, 15. Ι. θυγ. Π. Β., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου α)του πατρός της Π. Β., β)της θανούσης θείας της Α. Β. και γ)θανούσης μητέρας της Φ. Π.Β., 16. Ε. Β. του Γ., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσης μητρός του Ε. συζ. Γ. Β. θυγ. Γ. Β., 17. Σ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 18. Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 19. Ε. Δ. θυγ. Γ. κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Γ. θυγ. Κ. Κ., και 20α. κ.Υπουργού των Οικονομικών με την ιδιότητα του ασκούντος την εποπτεία και τον έλεγχο των περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς και ιδρύματα, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, β. Μ. Χ. και γ. Ζ. Μ., δικηγόρων Λάρισας, ως εκτελεστών της διαθήκης της Θ. Δ.. Οι μεν 1η, 2η, 3η, 4ος, 7η, 8ος, 10α, 10β. εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Αθανασόπουλο, ο δε 9ος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο υπό στοιχείο Β.11 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Μαλακάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Το υπό στοιχείο 20α εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Οι δε 5ος, 6η, 12α, 13ος, 14ο, 15η,16ος, 17η, 18η, 19η, 20β, και 20γ δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Α. Δ., αρχικής διαδίκου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την 7531/2000 απόφαση του παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στο δικαστήριο εκείνο εισήχθησαν η από 30-3-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και η από 4-9-2001 πρόσθετη παρέμβαση δια των προτάσεων του Υπουργού Οικονομικών, που συνεκδικάσθηκαν με την παραπάνω παρεπίπτουσα αγωγή. Εκδόθηκαν οι 2838/2002 μη οριστική, 5564/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7088/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2007 αίτησή του και τους από 22-9-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15-10-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Χαράλαμπου Ζώη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση και β) για την περίπτωση που κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ήθελε αποδειχθεί η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την άσκηση της αίτησης να γίνει δεκτή αυτή κατά παραδοχή των αναφερομένων στο σκεπτικό λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συζήτηση της υποθέσεως που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα είναι απαράδεκτη αν ο επισπεύδων αναιρεσείων δεν έχει επιδώσει στον αναιρεσίβλητο ή σε όλους τους αναιρεσιβλήτους, όταν αυτοί είναι περισσότεροι, νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αυτής στην ορισθείσα κατά τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ.1-3 του ίδιου ΚΠολΔ δικάσιμο, το απαράδεκτο δε αυτό λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από τον Άρειο Πάγο.
Εν προκειμένω φέρεται προς συζήτηση με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη δίκη η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7088/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως δε προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, που έλαβε χώρα κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση οι αναφερόμενοι στο αναιρετήριο και στα ανωτέρω πρακτικά από τους αριθμούς 5, 6, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20β' και 20γ' αναιρεσίβλητοι. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων έχει επιδώσει στους απουσιάζοντες ως άνω αναιρεσιβλήτους αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση προς συζήτησή της στην ανωτέρω δικάσιμο ή στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9.11.2009, κατά την οποία η υπόθεση είχε αναβληθεί από το πινάκιο για την παρούσα, με επίδοση άλλωστε την οποία συνομολογεί ο αναιρεσείων στις προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο τούτο. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, και αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής, την οποία ζητεί ο αναιρεσείων, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, και δη ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28.12.2007 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7088/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Αυγούστου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Συζήτηση. Απαράδεκτη η συζήτηση που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα αν ο επισπεύδων δεν έχει επιδώσει νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ή σε όλους τους αναιρεσιβλήτους, αν είναι περισσότεροι, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση προς συζήτηση στην ορισθείσα δικάσιμο. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1487/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. θυγ. Α. Δ.. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ιωάννης Νικολόπουλος δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους S. D. R. και C. Ν. G., ..., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: Α.1.Μ. θυγ. Ι. Ι.Β. συζ. Α. Ζ. Ρ., ως κληρονόμου των Ι. και της Α. Β., 2 Μ. χήρας Σ. Β., κατοίκου ..., 3. Σ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 4.Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 5. Β. Β. του Γ., κατοίκου ..., 6.Α. θυγ. Γ. Β., χήρας Η. Μ., κατοίκου ..., 7.Α. χήρας Δ. Κ., κατοίκου ..., 8.Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 9.Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 10α.Α. Φ. και 10β.Γ. Φ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων της αποβιωσάσης μητέρας τους Β. Φ., Β11.Β. Β. του Γ., κατοίκου ... ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσης μητέρας του Ε. συζ. Γ.Β. και Γ.12α.Ν. Κ. του Α., )Π. Α. Κ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος πατέρα τους Α. Κ., 13Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 14.Γενικού Κρατικού νοσοκομείου Λάρισας που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, 15. Ι. θυγ. Π. Β., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου α)του πατρός της Π. Β., β)της θανούσης θείας της Α. Β. και γ)θανούσης μητέρας της Φ. Π. Β.., 16.Ε. Β. του Γ., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσης μητρός του Ε. συζ. Γ. Β. θυγ. Γ. Β., 17. Σ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 18. Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 19.Ε. Δ. θυγ. Γ. κατοίκου ... Αττικής ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Γ. θυγ. Κ. Κ. και 20α. κ.Υπουργού των Οικονομικών, με την ιδιότητα του ασκούντος την εποπτεία και τον έλεγχο των περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς και ιδρύματα, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, β. Μ. Χ. και γ.Ζ. Μ., δικηγόρων Λάρισας ως εκτελεστών της διαθήκης της Θ. Δ..
Οι μεν 1η, 2η, 3η, 4ος, 7η, 8ος, 10α, 10β. εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Αθανασόπουλο, ο δε 9ος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο υπό στοιχείο Β.11 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Μαλακάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Το υπό στοιχείο 14ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Αλαβάνο-Τσαπαλίρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Οι δε 5ος, 6η, 12α, 13ος, 15η,16ος, 17η, 18η, 19η,20α, 20β, και 20γ δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του Α. Ν., που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την 7531/2000 απόφαση του παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στο δικαστήριο εκείνο εισήχθησαν η από 30-3-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και η από 4-9-2001 πρόσθετη παρέμβαση δια των προτάσεων του Υπουργού Οικονομικών, που συνεκδικάσθηκαν με την παραπάνω παρεμπίπτουσα αγωγή. Εκδόθηκαν οι 2838/2002 μη οριστική, 5564/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7088/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-2-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15-10-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Χαράλαμπου Ζώη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση για τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ.4 και 976 παρ.2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συζήτηση της υποθέσεως που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα είναι απαράδεκτη αν ο επισπεύδων αναιρεσείων δεν έχει επιδώσει στον αναιρεσίβλητο ή σε όλους τους αναιρεσιβλήτους, όταν αυτοί είναι περισσότεροι, νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αυτής στην ορισθείσα κατά τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ.1-3 του ίδιου ΚΠολΔ δικάσιμο, το απαράδεκτο δε αυτό λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από τον Άρειο Πάγο.
Εν προκειμένω φέρεται προς συζήτηση με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη δίκη η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.7088/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως δε προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, που έλαβε χώραν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση οι αναφερόμενοι στο αναιρετήριο και στα ανωτέρω πρακτικά υπό τους αριθμούς 5, 6, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 19, 20α', β'και γ'αναιρεσίβλητοι. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ή, οι κληρονόμοι της που συνεχίζουν τη δίκη έχουν επιδώσει στους απουσιάζοντες ως άνω αναιρεσιβλήτους αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση προς συζήτησή της στην ανωτέρω δικάσιμο ή στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9-11-2009, κατά την οποία η υπόθεση είχε αναβληθεί από το πινάκιο για την παρούσα, μη επίδοση άλλωστε την οποία συνομολογούν οι ανωτέρω κληρονόμοι της αναιρεσείουσας στις προτάσεις που υπέβαλαν στο δικαστήριο τούτο. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, και αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής, την οποία ζητούν οι συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμοι της αναιρεσείουσας πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, και δη ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-12-2007 αίτησης για αναίρεση της υπ'αριθμ.7088/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Αυγούστου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Συζήτηση. Απαράδεκτη η συζήτηση που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα αν ο επισπεύδων δεν έχει επιδώσει νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ή σε όλους τους αναιρεσιβλήτους, αν είναι περισσότεροι, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση προς συζήτηση στην ορισθείσα δικάσιμο. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1488/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονομάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕΒΕ" που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6255/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5072/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-10-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 16-11-2006 έκθεση της ήδη Αντιπροέδρου Ρένας Ασημακοπούλου,με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια (επομένως και στον Άρειο Πάγο) οι διάδικοι έχουν υποχρέωση και παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 104 του ίδιου ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν τέτοια πληρεξουσιότητα δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δικαστήριο δε εξετάζει αυτεπαγγέλτως και σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Eξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568§4α' και 576§2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και όταν ο αναιρεσείων δεν έχει επιδώσει στον απουσιάζοντα κατ' αυτήν (συζήτηση) αναιρεσίβλητο το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, κατόπιν της από 12.11.2007 κλήσεως της αναιρεσίβλητης ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η 19.1.2008, μετά τη ματαίωση της συζητήσεώς της κατά τη δικάσιμο της 27.11.2006 που είχε αρχικώς ορισθεί. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο της 19.1.2009 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 22.3.2010, και κατ' αυτήν δε τη δικάσιμο η συζήτηση αναβλήθηκε και πάλι για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 23.5.2011. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο η αναιρεσίβλητη, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Από την ίδια δικογραφία δεν προκύπτει ότι ο υπογράφων την ανωτέρω κλήση της αναιρεσίβλητης δικηγόρος Ιω. Σώλος είχε την προς τούτο πληρεξουσιότητα, η οποία και δεν αποδείχθηκε μέχρι (κατά) τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά συνέπειαν δε και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη η ειρημένη κλήση, κατόπιν της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση της υπόθεσης, είναι άκυρη. Επίσης από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο παριστάμενος ήδη αναιρεσείων έχει επιδώσει στην μη παριστάμενη, ως ανωτέρω, αναιρεσίβλητη, αντίγραφο του δικογράφου που έχει καταθέσει (της αιτήσεως αναιρέσεως). Κατ' ακολουθίαν πρέπει, η συζήτηση της υπόθεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10.10.2005 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5072/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Αυγούστου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Συζήτηση αιτήσεως αναιρέσεως – πληρεξουσιότητα. Άκυρες οι προπαρασκευαστικές πράξεις που έγιναν από φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα κατά τη συζήτηση. Μη επίδοση αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στον μη παριστάμενο κατά τη συζήτηση αναιρεσίβλητο. Απαράδεκτη η συζήτηση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1489/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Χ. Α. το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Α. του Β., 2, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μεντζελόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2007του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-3-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την υπ' αριθμ. 475/10.2.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αιγίου ..., την οποία ο αναιρεσίβλητος προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 15.11.2010 κλήσεώς του, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτηση της από 8.3.2010 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 110/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 568§4 εδ.α'-β' του ΚΠολΔ στην αναιρεσείουσα, με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως μετά τη ματαίωσή της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8.11.2010, καλούμενη συγχρόνως να παραστεί κατά την ανωτέρω (σημερινή) δικάσιμο. Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 576§2 του ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, η οποία, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως.
ΙΙ. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προταθέντος πράγματος (πραγματικού ισχυρισμού) που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1255/2004).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που εξέδωσε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την αγωγή διαζυγίου του αναιρεσιβλήτου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων από λόγο που αφορά το πρόσωπο της αναιρεσείουσας (άρθρ. 1439§1 του ΑΚ) και απέρριψε (κατ' ουσίαν) την αντίθετη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία η τελευταία ζητούσε τη λύση του γάμου των διαδίκων για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου και ο οποίος, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, δεν αποδείχθηκε. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρότι αποδείχθηκε ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν τον έλαβε υπόψη και παρά τον νόμο απέρριψε τη δική της αγωγή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος αυτός λόγος του αναιρετηρίου με το ανωτέρω περιεχόμενο πλήττει την προαναφερθείσα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, την εκτίμηση δηλαδή από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, και είναι κατά τούτο απαράδεκτος κατά το άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, υπέβαλε όμως το σχετικό αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 191§2 του ΚΠολΔ) στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.3.2010 αίτηση της Α. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 110/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Ανέλεγκτη ή ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ)
| null | null | 0
|
Αριθμός 1492/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρειας με την επωνυμία "Εμποροβιομηχανία Κ.Δ. Κ. και Αδερφοί Μ. Ανώνυμος εταιρεία", που εδρεύει στην Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Διευθύνων Σύμβουλο της Κ. Κ. και την Πρόεδρο του διοικητικού Συμβουλίου Γ. Λ..
Παραστάθηκαν και διόρισαν στο ακροατήριο τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταματογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία "Ξ. Θ.-Κ. Ι. ΟΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΗ ΟΕ" που εδρεύει στην Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Θ. Ξ. του Κ. και 3. Ι. Κ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Κανέτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2006 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 343/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2009 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 13-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφη, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 1510/1992, ΑΠ 1505/1998, ΑΠ 1902/2001, ΑΠ 1508/2003, ΑΠ 2002/2004, ΑΠ 74/2005, ΑΠ 162/2005, ΑΠ 1490/2005, ΑΠ 376/2006, ΑΠ 381/2006, ΑΠ 1792/2007, ΑΠ 1816/2008). Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή η ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 118/1994, ΑΠ 502/1996, ΑΠ 1006/2007, ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 211/2001, ΑΠ 111/1999). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στήριζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004), και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ'αυτές, εφ'οσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Η αντίφαση, είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία, αυτοτελώς, το διατακτικό της, οπότε δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999). Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006). Ακόμη δε, υφίσταται ο λόγος αναίρεσης από την πιο πάνω διάταξη, όταν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (Ολ.ΑΠ 12/1995 βλ. και Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1/1992, ΑΠ 865/2003, ΑΠ 1420/2003, ΑΠ 462/2004), αλλά και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που οι διάδικοι, με επίκληση, προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, χωρίς αμφιβολία, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθενός ξεχωριστά, εφ'οσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της προκύπτει, αναμφίβολα, η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 853/2006, ΑΠ 1072-73/2005, ΑΠ 694/2003, ΑΠ 918/2006). Στην παρούσα περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των ανακοπτόντων και ενάγουσας (η καθής και εναγομένη δεν εξέτασε μάρτυρα) που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με το από 01-05-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, η καθ'ής εκμίσθωσε στην πρώτη ανακόπτουσα, ομόρρυθμη εταιρεία της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι ο δεύτερος και ο τρίτος των ανακοπτόντων, ένα ακίνητο ιδιοκτησίας της, το οποίο βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... στην πόλη της Λαμίας και αποτελείται από ισόγειο χώρο εμβαδού 23,75τμ, ισόγειο χώρο εμβαδού 62,37τμ, υπόγειο χώρο εμβαδού 420τμ, ανώγειο χώρο του πρώτου (Α') ορόφου εμβαδού 238,45τμ, ανώγειο χώρο του δευτέρου (Β') ορόφου εμβαδού 238,45τμ και ταράτσα εμβαδού 211τμ, που βρίσκεται άνωθεν των ισογείων καταστημάτων, για χρονικό διάστημα 11 ετών και 8 μηνών, ήτοι από 01-05-2005 έως 31-12-2016, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.200 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου κατ' έτος κατά ποσοστό 100% του ποσοστού του τιμαρίθμου κόστους ζωής, προκειμένου η μισθώτρια να το χρησιμοποιήσει, σύμφωνα με τον όρο με αριθμό 5 της προκειμένης μίσθωσης, ως χώρο διασκέδασης - μπουάτ - night club - νυχτερινό κέντρο - καφετέρια και χώρο συναφών χρήσεων (βλ. προσαγόμενο με επίκληση, από 01/05/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό). Το εν λόγω μίσθιο για να λάβει άδεια λειτουργίας και να χρησιμοποιηθεί για την χρήση που μισθώθηκε, ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, θα έπρεπε, κατά το άρθρο 3, παρ.1 της Υ.Α. 3046/304/03-02-1989 (ΦΕΚ 59 Δ'/1989), στην οικοδομική του άδεια, ο ισόγειος χώρος να ήταν χαρακτηρισμένος ως χώρος συνάθροισης κοινού. Ο ισόγειος όμως αυτός χώρος της τριώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στην οδό ... στη Λαμία, ο οποίος έχει επισκευαστεί με την με αριθμ. ... άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης ΧΩ.ΠΕ. της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας, δεν ήταν χώρος συνάθροισης κοινού. Εξαιτίας των ανωτέρω, δεν κατέστη δυνατό να εφοδιασθεί το εν λόγω μίσθιο με την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος και τούτο διότι, όσον αφορά το χώρο του ισογείου, θα έπρεπε να εκδοθεί, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του ΓΟΚ, άδεια οικοδομής για αλλαγή χρήσης ώστε να είναι δυνατή η λειτουργία του, ως χώρου συνάθροισης κοινού, ενώ το υπόγειο δύναται να χρησιμοποιηθεί μόνο ως βοηθητικός χώρος του καταστήματος καθώς δεν αποτελεί χώρο κύριας χρήσης (βλ. επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθ. 10617/2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Χωροταξίας Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδος). Με την υποχρέωση αυτή σε κάθε περίπτωση βαρυνόταν η εκμισθώτρια, η οποία όφειλε να συμπράξει στις αναγκαίες εκ των περιστάσεων πράξεις, με τις οποίες πρόκειται να εξασφαλιστεί στη μισθώτρια η συμφωνημένη χρήση του μισθίου και εφόσον, η συμφωνημένη χρήση του μισθίου προϋποθέτει την εκτέλεση σ' αυτό διασκευών σε τέτοιο βαθμό που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση της υπάρχουσας για το μίσθιο οικοδομικής αδείας, να προβεί αυτή, σ' αυτές. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τον με αριθ. 14 όρο του μισθωτηρίου συμβολαίου, κατά τον οποίο "ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται και δεν αναλαμβάνει καμία υποχρέωση έναντι του μισθωτή για την χορήγηση σ' αυτόν από την αρμόδια αρχή της άδειας και εγκαταστάσεως και λειτουργίας της επιχείρησης του μισθωτή στο μίσθιο, που τυχόν απαιτείται", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αφού στην προκειμένη περίπτωση με το υφιστάμενο πραγματικό ελάττωμα της αδυναμίας λειτουργίας του μισθίου για την χρήση που συμφωνήθηκε, με δεδομένο ότι ο ισόγειος χώρος δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως χώρος συνάθροισης κοινού, και ο υπόγειος μόνο ως αποθήκη, δεν ήταν δυνατόν να εφοδιαστεί με άδεια λειτουργίας η μισθώτρια, πριν εκδοθεί από την εκμισθώτρια άδεια οικοδομής για αλλαγή χρήσης, ώστε να είναι δυνατή η λειτουργία του μισθίου, ως χώρου συνάθροισης κοινού. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εκμισθώτρια (καθ'ής η ανακοπή) δεν συνέπραξε με την μισθώτρια προς τις αρμόδιες αρχές και δεν υπέβαλε, ως όφειλε, στην αρμόδια διοικητική αρχή σχετική αίτηση με τα απαιτούμενα αναγκαία δικαιολογητικά που συνδέονται με αυτή και τα οποία μόνο αυτή διέθετε, προκειμένου η αρχή αυτή να παράσχει την έγκριση της, για την τροποποίηση της οικοδομικής αδείας που θα καθιστούσε έτσι δυνατή τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου. Η αδράνεια αυτή της εκμισθώτριας, να συμπράξει προς την άνω κατεύθυνση, σε κάθε περίπτωση αποτελούσε λόγο που θεμελιώνει την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, με συνέπεια να παρέχει στην μισθώτρια-ανακόπτουσα το δικαίωμα να ασκήσει, τα παρεχόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 576 επ. ΑΚ δικαιώματα, μη καταβολής του μισθώματος ή καταγγελίας της μισθώσεως. Για τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά είναι σαφής και κατηγορηματική η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Κ. Σ. ".... Το ακίνητο ήταν τρεις όροφοι. Το υπόγειο ήθελε να το κάνει αίθουσα συνάθροισης κοινού- καφέ μπαρ, στο μεσοπάτωμα να φτιάξει κουζίνες και μπάνια και στον πάνω όροφο εστιατόριο. Στο υπόγειο ήταν αδύνατο να γίνει αλλαγή άδειας για καφετέρια, εγώ πήγα στις διάφορες υπηρεσίες, μου είπε ο Ξ. ότι η εναγομένη εταιρεία του έλεγε ότι μπορεί να πάρει άδεια, του εγγυόταν ότι θα βγει η άδεια". Ενόψει των ανωτέρω και κυρίως της αδυναμίας εκδόσεως και χορηγήσεως αδείας λειτουργίας του καταστήματος και της απαγόρευσης από τον Νόμο της συμφωνημένης άνω χρήσης, που συνιστά πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, η μισθώτρια (πρώτη ανακόπτουσα) με την από 01-08-2006 εξώδικη καταγγελία της, που επιδόθηκε νόμιμα στην καθ' ής την 01/08/2006 (βλ. με αριθ. 9433Γ/01-08-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Γ. Α.), κατήγγειλε, την ως άνω σύμβαση μίσθωσης, επικαλούμενη τους παραπάνω λόγους, με την δήλωση ότι δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της. Με δεδομένο δε, σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι: α) η απαγόρευση της χορήγησης της αδείας λειτουργίας, από την αρμόδια αρχή ή η παρεμπόδιση της χρήσεως του μισθίου από μέτρα που επιβάλλονται από τον νόμο, συνιστά πραγματικό ελάττωμα, β) η εκμισθώτρια κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το άνω πραγματικό ελάττωμα, που υπήρχε στο μίσθιο, δοθέντος ότι αυτή και ο νόμιμος εκπρόσωπος της είχε στην κατοχή της την με αριθμ. ... άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης ΧΩ.ΠΕ., η οποία σαφώς όριζε τις επιτρεπόμενες χρήσεις, γ) το επίδικο μίσθιο, όπως εκμισθώθηκε, δεν μπορούσε να εφοδιαστεί με άδεια λειτουργίας, ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και δ) εξαιτίας αυτών, η μισθώτρια δεν είχε συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως, η δε εξακολούθηση της ένδικης συμβάσεως αντιστρατεύεται τις αρχές της καλής πίστεως, η ανακόπτουσα-μισθώτρια, νομίμως κατήγγειλε την σύμβαση μισθώσεως, κατά το άρθρο 585 του Α.Κ., με την από 01/08/2006 καταγγελία της και χωρίς να απαιτείται να τάξει στην εκμισθώτρια εύλογη προθεσμία για να αποκαταστήσει τη χρήση. Σημειωτέον ότι η ανακόπτουσα από την έναρξη της μισθώσεως (από 01/05/2005) μέχρι και 31/05/2006, δηλαδή επί ένα έτος, κατέβαλε τα μισθώματα, πράγμα που δείχνει την πρόθεση της και την εμμονή της να λειτουργήσει την επιχείρηση της στο μίσθιο και αναγκάσθηκε να προβεί σε καταγγελία, για τους άνω λόγους. Έτσι με τον τρόπο αυτό νομίμως λύθηκε η από 01/05/2005 σύμβαση μισθώσεως για το μέλλον (ex nunc) με συνέπεια στο εξής, από 01/08/2006, η μισθώτρια να μην οφείλει μισθώματα. Περαιτέρω, με την με αριθ. 129/2006 διαταγή πληρωμής οι ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην καθ'ής το ποσό των 6.396,00 ευρώ για μισθώματα των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2006. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν η ένδικη σύμβαση μίσθωσης είχε λυθεί νομίμως, με την από 01-08-2006 καταγγελία, με αποτέλεσμα να μην οφείλονται μισθώματα για το μέλλον, ήτοι από 01/08/2006 και εφεξής. Επομένως οι ανακόπτοντες (η πρώτη ως μισθώτρια και οι λοιποί ως ομόρρυθμοι εταίροι της, ο δε δεύτερος και ως εγγυητής, με βάση την σύμβαση μίσθωσης), για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2006 δεν οφείλουν μισθώματα, λόγω της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, η οποία έγινε στις 01/08/2006, ενώ, για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 2006, δεν είχαν υποχρέωση να καταβάλουν τα μισθώματα, για τους ίδιους άνω λόγους, για τους οποίους καταγγέλθηκε η σύμβαση μίσθωσης. Ειδικότερα και όσον αφορά τα προ της καταγγελίας οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2006, εφόσον αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι εξαιτίας του ως άνω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου εμποδίστηκε η ελεύθερη και ανενόχλητη χρήση αυτού από την μισθώτρια σε τέτοιο βαθμό, ώστε το από την μισθωτική σύμβαση δικαίωμα της για χρήση να είναι πλέον χωρίς περιεχόμενο, δεν υπάρχει υπαιτιότητα της, στην καθυστέρηση καταβολής των άνω μισθωμάτων, με συνέπεια να αίρεται η υπερημερία της (ΑΠ 399/2004 Ελ.Δ. 2004/1420, Εφ.ΑΘ. 4931/2003 Ελ.Δ. 2004/892). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, είναι νόμιμος και βάσιμος αφού θετική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής είναι η ισχύς του μισθωτηρίου, δηλαδή να μην έχει αυτό με οποιοδήποτε τρόπο καταργηθεί, όπως με λήξη της διάρκειας της μίσθωσης λόγω καταγγελίας αυτής (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη Ερμ. ΚΠολΔ. 1995, άρθρο 623 αρ. 2 και 33 σελ. 804 επ. βλ και ΑΠ. 1408/1988 ΕΕΝ 1988-755), ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της ανακοπής. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση, που έστω και με συνοπτική αιτιολογία, κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα που υποστηρίζονται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης συνομολογήθηκε την 01-05-2005 και έληξε με καταγγελία της μισθώτριας την 01-08-2006. Η μισθώτρια, ενάγουσα και πρώτη εφεσίβλητη, ενώ, για τους άνω αναφερόμενους λόγους στο κεφάλαιο της ανακοπής, συνεπεία του εν λόγω πραγματικού ελαττώματος, εμποδίστηκε και δεν έκανε χρήση του μισθίου καταστήματος, το οποίο όλο το χρονικό διάστημα από την έναρξη της μισθώσεως και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης, παρέμεινε κλειστό και δεν λειτούργησε, εντούτοις, σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων της από την μίσθωση, κατέβαλλε, κατά την υπογραφή της σύμβασης εγγύηση ποσού 5.116,80 ευρώ, καθώς και τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 01-5-2005, μέχρι 30-5-2006, συνολικού ύψους 15.350,40 ευρώ (1.279,20 ευρώ (1.200 μίσθωμα συν 6,6% χαρτόσημο και φόρο οικοδομών = 79,20) Χ 12 μήνες), δηλαδή δαπάνησε από τη ανωτέρω αιτία, το συνολικό ποσό των 20.467,20 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε συνισταμένης της ζημίας της στην προκαταβολή των μισθωμάτων του παραπάνω χρόνου και στην καταβολή της εγγύησης, λόγω του υφισταμένου, κατά τον χρόνο αυτό ελαττώματος, της αδυναμίας έκδοσης αδείας λειτουργίας του μισθίου, ως καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, που εμπόδιζε ολικά την συμφωνημένη χρήση του. Επομένως η από 18-01-2007 αγωγή που στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 20.467,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως...". Σύμφωνα με τα παραπάνω, αλλά και με την επιτρεπτή (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των δικογράφων της δίκης, προέκυψαν τα ακόλουθα: α) στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο ασκήθηκε, από την ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία, κατά της ήδη αναιρεσείουσας, η από 18-1-2007 αγωγή, με την οποία η ενάγουσα (μισθώτρια) ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι η εναγόμενη (εκμισθώτρια) της οφείλει, ως αποζημίωση το εκεί αναφερόμενο ποσό, λόγω του ότι το μίσθιο ακίνητο είχε πραγματικό ελάττωμα, δηλαδή δεν κατέστη δυνατόν να εφοδιασθεί με άδεια λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος β) ανακοπή από τους ήδη αναιρεσίβλητους (μισθωτές), κατά της ήδη αναιρεσείουσας, (εκμισθώτριας) και κατά της με αριθμό 129/2006 διαταγής του αρμόδιου δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, της οποίας ζήτησαν την ακύρωση για τους σ'αυτή αναφερόμενους λόγους, γ) στο δικόγραφο της ανακοπής αναφέρεται: 1) η πιο πάνω διαταγή πληρωμής, εκδόθηκε για καταβολή μη καταβληθέντων μισθωμάτων των μηνών Ιουνίου έως και Οκτωβρίου 2006 για ακίνητο που μίσθωσε η πρώτη των αναιρεσίβλητων Ο.Ε., υπέρ της οποίας εγγυήθηκε ο δεύτερος τούτων, ο οποίος ακόμη, ήταν μαζί με τον τρίτο ομόρρυθμοι εταίροι της πρώτης. 2) η μη καταβολή οφείλεται σε δυστροπία, αν και η μισθώτρια ποιείται, ανενόχλητη, χρήση του μισθίου. 3) όμως το από 1-5-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, δεν ήταν σε ισχύ, εφ'οσον η μίσθωση είχε λυθεί λόγω καταγγελίας, αφού, αν και επρόκειτο να λειτουργήσει σ'αυτό επιχείρηση "Καφετέρια-μπουάτ-night club-χορευτικό κέντρο", δεν μπορούσε να λάβει άδεια λειτουργίας ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, και έτσι, λόγω του πιο πάνω πραγματικού ελαττώματος, ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρηση. 4)δεν υπήρξε το παραμικρό ενδιαφέρον από την ήδη αναιρεσείουσα, για τη λήψη της άδειας και δολίως απεκρύβη το ελάττωμα. 5)υπάρχει, και για τους πιο πάνω λόγους έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. 6)το πιο πάνω συμφωνητικό και η σύμβαση εγγύησης δεν υπεβλήθη στο νόμο περί χαρτοσήμου, ούτε καταβλήθηκε το αναλογούν τέλος. Με βάση το πιο πάνω περιεχόμενο, η προδιαληφθείσα ανακοπή ήταν πλήρως ορισμένη και περιείχε όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία. Το αναφερόμενο στην αναίρεση, ότι το σχετικό δικόγραφο είναι αόριστο, γιατί δεν μνημονεύεται πως υπήρχε ελάττωμα στο μίσθιο, και δεν τάχτηκε στην αναιρεσείουσα εύλογη προθεσμία για άρση του ελαττώματος, δεν είναι ακριβές, διότι: α) κατά τα προεκτεθέντα, έγινε σαφώς μνεία του ελαττώματος και β) γίνεται αναφορά σε "παντελή αδράνεια" και "έλλειψη του παραμικρού ενδιαφέροντος για την επίδικη μίσθωση και την έλλειψη άδειας λειτουργίας του μισθίου, ως καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος". Άρα, είναι πρόδηλο, πως τα αναφερόμενα ως ελλιπή σημεία του πιο πάνω δικογράφου καλύπτονται. Το αυτό πρέπει να γίνει δεκτό και για το δικόγραφο της παραπάνω αγωγής με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε. Και είναι μεν ακριβές, πως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ποιείται ειδική μνεία για την αοριστία ή μη του συγκεκριμένου δικογράφου, όμως, εφ' όσον πρόκειται για δικόγραφο με ταυτόσημο περιεχόμενο, είναι πρόδηλο, πως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τα αυτό ισχύουν εν προκειμένω. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, και στο επισκοπούμενο δικόγραφο της έφεσης, δεν γίνεται ειδική αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά γενικόλογη μνεία αοριστίας αυτής. Περαιτέρω, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, και ως προς την ύπαρξη του ελαττώματος (πραγματικού) στο μίσθιο, αναφορικά με την μη δυνατότητα λήψης άδειας λειτουργίας για την συγκεκριμένη χρήση για την οποία αυτό μισθώθηκε. Εξάλλου, ως πραγματικό ελάττωμα νοείται κάθε απόκλιση από την προσδοκώμενη κατάσταση του μισθίου, η οποία να εμποδίζει ολικά ή μερικά τη συμφωνημένη χρήση του (ΑΠ 1270/2004, ΑΠ 912/2000). Το ότι δε, το μίσθιο θα ήταν δυνατόν να λειτουργήσει ως χώρος συγκέντρωσης κοινού, δεν αναιρεί τα πιο πάνω, τα αναφερόμενα στη συνέχεια στο δικόγραφο της αναίρεσης για τις διαστάσεις του επίδικου μισθίου, για τα έγγραφα της πολεοδομίας, την εκτίμηση των αποδείξεων, την συμβολή της αναιρεσείουσας στη διατήρηση της σύμβασης στις υποχρεώσεις που η μισθώτρια ανέλαβε, στην αδράνεια της τελευταίας, στα έργα και τις μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να γίνουν στο μίσθιο, την υποχρέωση της μισθώτριας γι'αυτό, την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την ύπαρξη ή μη αδράνειας της αναιρεσείουσας την μη επαρκή αιτιολογία, ως προς τη γνώση της για την μη έκδοση της πιο πάνω άδειας, αναφέρονται, αναμφίβολα, στην περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση, του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είναι ανέλεγκτη (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). Η διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων από την αναιρεσείουσα και η μη περίληψη στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσων εκτιμά η τελευταία, πως έπρεπε να περιληφθούν δεν καθιστά, πρόδηλα, ανεπαρκή την αιτιολογία της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας. Το Εφετείο, κάνει λόγο, για καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης, από 1-8-2006 και, όταν μνημονεύει "κατάργηση ισχύος μισθώτριας" αναφέρεται στην ισχύ της σύμβασης μίσθωσης και ούτε ανακύπτει αμφιβολία, ως προς τον "δεύτερο" λόγο ανακοπής, εφ' όσον στην τελευταία, γίνεται σαφώς λόγος για την καταγγελία της μίσθωσης και τη λήξη ισχύος της. Ούτε οι πιο πάνω παραδοχές, αναφέρονται, ως η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει, στην "κατάργηση" του μισθωτηρίου, ως αποδεικτικού στοιχείου της απαίτησης, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Κατά ταύτα, οι με στοιχεία 1α, 1β και 2 λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για τις από το άρθρο 559 αρ.14 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της πιο πάνω κρίσης του, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Έτσι, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, ότι έλαβε υπ'όψιν το από 1-5-2005 συμφωνητικό μίσθωσης στο σύνολό του, την με αριθμό 95225/4-6-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Γ. Α. και την σ'αυτή αναφερόμενη, από 4/9/2006 απάντησης της αναιρεσείουσας στην καταγγελία της μίσθωσης, την από 4-5-2007 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Θ. Κ.. Είναι, δε χωρίς νόμιμη επιρροή, το ότι δεν γίνεται λεπτομερώς, αναλυτική, συγκεκριμένη και εκτενής μνεία των συγκεκριμένων εγγράφων, στην απόδειξη, ώστε να εξαχθούν απ'αυτή, τα αποδεικτικά συμπεράσματα, τα οποία, η αναιρεσείουσα εκτιμά, πως έπρεπε να εξαχθούν. Η διαφορετική, ακόμη αξιολόγηση του περιεχόμενου της καταγγελίας της μίσθωσης από την αναιρεσείουσα, σε σχέση με όσα έκανε δεκτά το Εφετείο, και η διαφορετική εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα, ανάγονται στην ανέλεγκτη περί την ουσία, κρίση του Εφετείου. Το αυτό πρέπει να γίνει δεκτό και για το με αριθμό 10612/23-11-2006 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας. Γίνεται, ωσαύτως λόγος πως τη με αριθμό 59/95 οικοδομική άδεια επισκευής, την οποία έλαβε υπ' όψη το Εφετείο, ουδέτερος των διαδίκων επικαλέσθηκε και προσκόμισε. Όμως, από την επισκόπηση των προτάσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο, εξάγεται πως για την πιο πάνω άδεια γίνεται μνεία στο πιο πάνω έγγραφο, το οποίο οι προαναφερθέντες διάδικοι προσάγουν και επικαλούνται. Άρα, και ο με στοιχείο 3 λόγος αναίρεσης, ο οποίος αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου, την από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙ. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1297/1998). Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, των κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 159/2004). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998), καθώς και το περιεχόμενο της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001). Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Στη συνέχεια, από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 ΑΚ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στις εμπορικές μισθώσεις (αρθρ.44 Π.Δ/τος 34/1995), συνάγεται, ότι, με η διαρκή σύμβαση της μίσθωσης, ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος, για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης, έχει υποχρέωση, όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν. Αν κατά το χρόνο παράδοσης του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση. Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μη καταβάλλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα. Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα εξάλλου αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής. Περαιτέρω, αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου ή ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης ή αν από υπαιτιότητα του εκμισθωτή έλειψε η συμφωνημένη ιδιότητα ή εμφανίσθηκε το ελάττωμα του μισθίου μετά τη συνομολόγηση της μίσθωσης ή αν ο εκμισθωτής έγινε υπερήμερος ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, αντί για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης, η οποία περιλαμβάνει τη θετική και αποθετική ζημία που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 306 εδ. α' ΑΚ, ο μισθωτής έχει κατ' επιλογή αγωγή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος ή αγωγή για αποζημίωση. Οι αξιώσεις αυτές συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή είτε κυρίως είτε επικουρικώς, εφόσον, βεβαίως, αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, αφού από τη φύση της μίσθωσης ως διαρκούς σύμβασης και την υποχρέωση του μισθωτή όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά και να το διατηρεί κατάλληλο γι αυτήν και απαλλαγμένο από ελαττώματα και ελλείψεις όσο διαρκεί η μίσθωση, προκύπτει ότι η ύπαρξη των διαζευκτικώς συρρεουσών αξιώσεων συνδέεται με το χρονικό διάστημα στο οποίο υπάρχουν τα ελαττώματα ή οι ελλείψεις, είναι δε ενδεχόμενο σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα να υπάρχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, όχι όμως και δικαίωμα αποζημίωσης, διότι δεν συντρέχουν και οι ειδικές προϋποθέσεις, υπό τις οποίες, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, γεννάται το δικαίωμα αυτό, ενώ σε άλλο χρονικό διάστημα, όπως στην περίπτωση που σ" αυτό υφίσταται υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, να υπάρχει και αξίωση αποζημίωσης (βλ. Ολ.Α.Π.50/2005). Εδώ, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο, σαφώς κάνει μνεία για διακεκριμένες κατά χρόνο, αξιώσεις της μισθώτριας. Το αν, κατά των αναιρεσείοντα, υφίσταντο καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα δεν μεταβάλει τις πιο πάνω νομικές παραδοχές, σύμφωνα και με τα νομικά δεδομένα, που προαναφέρθηκαν. Κατά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 574-578, 577 και 306 ΑΚ, και συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει σ'αυτή, την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠοΛΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση των ασκούμενου, με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης(Ολ.ΑΠ 3/1993, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004). "Πράγματα" είναι, επίσης, οι λόγοι της έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996) υπό την προϋπόθεση του παραδεκτού τους (ΑΠ 1000/2005, ΑΠ 66/1999). Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής η λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ'αυτή (Ολ.ΑΠ 294/1981). Αντίθετα δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διαφορετικό κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο ενάγων (ΑΠ 302/1999, ΑΠ 952/2000). Ακόμη, δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος, όταν υπάρχουν νομικώς αδιάφορα περιστατικά (ΑΠ 163/1994) ή του χαρακτήρα ή της έννοιας των νομικών διατάξεων (ΑΠ 1713/1997 βλ. και Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2008). Επιπλέον, δεν υπάρχει ο λόγος αυτός, όταν, το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 302/1999). Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 44/2003 ΑΠ 493/2002, ΑΠ 530/1992 βλ. και Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 101/2002 ΑΠ 520/1998 ΑΠ 1933/2006). Η εσφαλμένη όμως, απόρριψη ισχυρισμού ως απαράδεκτου ή μη νομίμου δεν καθιδρύει τον παραπάνω λόγο. Ακόμη, αν το δικαστήριο έχει λάβει υπόψη ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, δεν ιδρύεται ο λόγος υπ'αριθμ.8 (ΑΠ 164/2000, ΑΠ 1464/2000, ΑΠ 1596/2005, ΑΠ 1703/2008). Και αυτό γιατί η απόρριψη του ισχυρισμού για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο σημαίνει ότι ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη, ανεξάρτητα, αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ 561/2008). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα είναι μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 44/2003). Πρέπει δε, η κρίση του δικαστηρίου να στηρίχτηκε, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στα έγγραφα που, κατά την αναίρεση, παραμορφώθηκαν (ΑΠ 1440/2002, ΑΠ 627/2003). Αν, όμως, το έγγραφο, απλά συνεκτιμήθηκε με άλλες αποδείξεις, δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 506/1988, ΑΠ 686/2005). Πρέπει, ακόμη, να υπάρχει παραδοχή κατάδηλα διαφορετικού περιστατικού από εκείνα, που, όντως, περιέχονται στο έγγραφο (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 4/2003, ΑΠ 507/2003, ΑΠ 437/2005). Παραμόρφωση δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε το έγγραφο και εκτίμησε το περιεχόμενο του διαφορετικά, από ότι ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό (σχ.Ολ.ΑΠ 1/1999). Ακόμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια το έγγραφο και το περιεχόμενο του και "αυτολεξεί", το περιεχόμενο που του προσέδωσε το δικαστήριο, ώστε να είναι εμφανές, από τη σύγκριση, το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 422/1993, ΑΠ 194/2005, ΑΠ 1654/2005), ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998) και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα, συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ακριβώς λόγω της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 31/1997). Στην παρούσα υπόθεση, η αναιρεσείουσα προβάλλει: α)ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ'όψιν τα αναφερόμενα στους όρους 1, 2 και 8 του μισθωτηρίου συμβολαίου, ούτε εκτίμησε τα αναφερόμενα, σχετικά με τους όρους αυτούς, από μέρους της, β)δεν έλαβε υπ'οψιν, αλλά, αντίθετα, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 1-5-2005 μισθωτηρίου εγγράφου, και, παρά τα σ'αυτό μνημονευόμενα, ήχθη σε εντελώς διαφορετικό, ως προς την ευθύνη της, συμπέρασμα, και μάλιστα με εντελώς διαφορετική, αντιφατική και ανεπαρκής αιτιολογία, παρερμηνεύοντας τις υγειονομικές διατάξεις και κανονισμούς, που στο δικόγραφο της αναίρεσης παρατίθενται. Από όσα, όμως, το Εφετείο, έκανε δεκτά, και, στο σύνολό τους προηγούμενα εκτέθηκαν, εξάγεται ότι: α)η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς το πιο πάνω σημείο διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και ουδόλως αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το συμπέρασμα του διατακτικού της. Κάνει, αναλυτικά, λόγο για τα αναφερόμενα στο έγγραφο της μίσθωσης και τις υποχρεώσεις, των συμβαλλομένων μερών. Το αν, δεν διαλαμβάνει ειδική, αναλυτική και συγκεκριμένη αναφορά, σε επί μέρους όρους της σύμβασης, και δεν συγκρίνει αυτές με την διάταξη του όρου 14. για τον οποίο ποιείται ειδική μνεία, και μάλιστα κατά τον τρόπο που επιλέγει η ανακόπτουσα, δεν έχει πρόδηλα την έννοια της ανυπαρξίας αιτιολογίας, ούτε της μη λήψης υπ'οψιν "πραγμάτων" που προτάθηκαν. Ούτε, η απόδοση στους όρους του μισθωτηρίου διαφορετικής έννοιας από εκείνη που θεωρεί η αναιρεσείουσα πως αυτοί έχουν, αποτελεί παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, κατά τις νομικές παραδοχές που προαναφέρθηκαν. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, κάνει λόγο και εκτιμά, ανέλεγκτα, τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις και το θέμα της αδυναμίας λειτουργίας του μισθίου, με την συγκεκριμένη εμπορική ιδιότητα. Οι υπολογισμοί, εκτιμήσεις και αναλύσεις της αναιρεσείουσας, ως προς την υποχρέωση μεταβολής χρήσης επισκευής, συντήρησης δαπάνες για έκδοση οικοδομικής άδειας μη λήψη υπ'οψη συγκεκριμένων όρων του μισθωτηρίου εγγράφου, της δυνατότητας χρήσης του χώρου ως "χώρου συνάθροισης κοινού", αναφορά στο εμβαδόν του ακινήτου αναφορικά με την δυνατότητα ή μη της έκδοσης της σχετικής άδειας και εκτενείς αναλύσεις των δυνατοτήτων χρήσεως των χώρων (ισογείου και υπογείου) για συγκεκριμένη χρήση, σε σχέση με τα μνημονευόμενα σε συγκεκριμένες υγειονομικές διατάξεις, του ΓΟΚ/1973 και παλαιοτέρων αποτελούν πράγματι, εκ νέου αξιολόγηση ολόκληρου του αποδεικτικού υλικού, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αυτής (αναιρεσείουσας). Επομένως, κείνται πέραν του αναιρετικού ελέγχου (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). Άλλωστε, η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε ασφαλή και σαφή αναφορά στα παραπάνω, έστω και με πλέον συνοπτικό τρόπο, από εκείνο που η αναιρεσείουσα αξιώνει. Ακόμη, το αν μεταμελήθηκαν οι μισθωτές, και δεν επιθυμούσαν πλέον την συνέχιση της μίσθωσης αν γνώριζαν ή όχι την ακριβή κατάσταση του μισθίου, αν εξέτασαν το μίσθιο, αν γνώριζαν τη χρήση του υπογείου, αν είχαν πλούσια επαγγελματική εμπορία, είναι θέματα ουσιαστικής εκτίμησης των αποδείξεων, πέραν, ωσαύτως, του αναιρετικού ελέγχου. Κατά ταύτα, οι με στοιχεία 5α, 5β, 5γ, 6α, 6β και 6γ λόγοι της αναίρεσης οι οποίοι πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για τις από το άρθρο 559 αρ.1, 8, 10, 19 και 20 πλημμέλειες, πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει λόγος αναίρεσης για έρευνα, η τελευταία πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 180 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.5.2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εμποροβιομηχανία Κ.Δ. Κ. και Αδελφοί Μ. Ανώνυμος Εταιρεία", για αναίρεση της με αριθμό 31/2009 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Και
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011. Και Η
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2011.
H ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε το ορισμένο της αγωγής ελέγχεται με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ανεπαρκείς αιτιολογίες (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) - όχι εφαρμογή στην ανάλυση και στάθμιση του πορίσματος. Πρέπει να υπάρχει ασάφεια στα πραγματικά περιστατικά ή ανεπάρκεια στο νομικό χαρακτηρισμό ή ενδοιαστική διατύπωση - άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ. Αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου. Όροι εφαρμογής του άρθρου 589 αρ. 1 ΚΠολΔ.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1494/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Ναυπλίου, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 78/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 343/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 18-3-2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Ν. Κ., γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Ναυπλίου, περί επιδόσεως στον ίδιο τον αναιρεσείοντα που είναι εκεί κρατούμενος της υπ'αριθμό 343/18-3-2011 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 30-11-2010, αίτηση του Ε. Σ. του Ι., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Ναυπλίου, για αναίρεση της 78/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1499/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 και 25 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου P. V. ή S. του N., Αλβανού υπηκόου, προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, κατά της με αριθμό 51/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και την αίτηση αυτού περί αντικατάστασης της προσωρινής κρατήσεώς του με περιοριστικούς όρους.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο Κράτος της Μολδαβίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 19/22 Ιουνίου 2011 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Ελένης Καρρά και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 810/2011.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος - εκζητουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του, καθώς και η αίτησή του για αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεώς του με περιοριστικούς όρους και να μην εκδοθεί στο Κράτος της Μολδαβίας και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και η αίτησή του για αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεώς του με περιοριστικούς όρους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 19/22.6.2011 έφεση, που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, κατά του με αριθμό 51/22.6.11 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στο Κράτος της Δημοκρατίας της Μολδαβίας του εκζητουμένου V. ή S. P. του N. και της X., υπηκόου Αλβανίας, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της διακεκριμένης παράνομης διακίνησης ανθρώπων με σκοπό τη σεξουαλική τους εκμετάλλευση, καθώς επίσης απέρριψε το αίτημα του αυτού εκζητουμένου, για προσωρινή απόλυσή του από το Κατάστημα Κράτησης ..., όπου κρατείται, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών, ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 437 έως 456 του ΚΠΔ, οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν δεν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13.12.1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6.5.1961 με το Ν. 4165/1961 και από τη Δημοκρατία της Μολδαβίας (Κράτος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης) στις 31.12.2007, από της κύρωσής της διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των δύο τούτων Κρατών, ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής ότι η έκδοση, ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός (1) τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή.
Με το μοναδικό λόγο της έφεσής του ο εκκαλών - εκζητούμενος εκκαλεί ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου την άνω απόφαση (βούλευμα) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για το λόγο ότι "σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 περ. η' του ΠΚ εγκαθιδρύεται διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται" και "σύμφωνα με το άρθρο 438 εδ. β' ΚΠΔ στις εν λόγω περιπτώσεις απαγορεύεται η έκδοση διότι η δίωξη και τιμωρία του εγκλήματος, που τέλεσε, δικάζεται, σύμφωνα με τους Ελληνικούς νόμου στα Ελληνικά Δικαστήρια", όπως ακριβώς αυτός εκθέτει. Επί του λόγου αυτού εφέσεως, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 8 περ. η' του ΠΚ, ορίζεται ότι "οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς, ανεξάρτητα από τους νόμους του τόπου της τέλεσης, για τις εξής πράξεις που τελέστηκαν στην αλλοδαπή: ... η) πράξη δουλεμπόρου, εμπορίας ανθρώπων, σωματεμπορίας ή ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής, διενέργειας ταξιδιών με σκοπό την τέλεση συνουσίας ή άλλων ασελγών πράξεων σε βάρος ανηλίκου ή πορνογραφίας ανηλίκου", κατά δε το άρθρο 438 περ. β' ΚΠΔ ορίζεται επίσης ότι "η έκδοση απαγορεύεται: ... β) αν η δίωξη και η τιμωρία του εγκλήματος που τέλεσε στο εξωτερικό, ανήκει σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους στα ελληνικά δικαστήρια". Όμως, το ανωτέρω άρθρο 438 περ. β' ΚΠΔ, αναφέρεται στα άρθρα 6 και 7 ΠΚ και όχι στο άρθρο 8 ΠΚ, καθόσον στα αναφερόμενα στο άρθρο 8 ΠΚ εγκλήματα, δεν υπάρχει αποκλειστική αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών οργάνων. Η διάταξη του άρθρου 438 ΚΠΔ, απαγορεύει την έκδοση, αν η δίωξη και τιμωρία των εγκλημάτων που τέλεσε ο εκζητούμενος στο εξωτερικό, ανήκει σύμφωνα με τους Ελληνικούς νόμους, δηλ. σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές του ΠΚ, αποκλειστικά στα ελληνικά δικαστήρια. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στα αδικήματα του άρθρου 8 του ΠΚ, όπου επιτρέπεται η έκδοση, εκτός από εκείνα που θίγουν ελληνικά συμφέροντα. Δεν επιτρέπεται έτσι η έκδοση αλλοδαπού, που τέλεσε έγκλημα στην Ελλάδα (Μ. Μαργαρίτης, Κ.Π.Δ. άρθρο 438, αρ. 7 και εκεί παραπομπή στη θεωρία και νομολογία). Δοθέντος ότι οι διατάξεις περί έκδοσης του ΚΠΔ είναι επικουρικές, έναντι των διεθνών συμβάσεων, στην αίτηση έκδοσης κατά την Ευρωπαϊκή σύμβαση, εφαρμόζεται η ΚΠΔ 438 εδ. β'. Η εφαρμογή όμως του εδαφίου αυτού, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ασκήθηκε από τα αρμόδια όργανα της Ελληνικής Πολιτείας η ποινική δίωξη κατά του εκζητούμενου για το έγκλημα αυτό (Μ. Μαργαρίτης, ό.π. αρ. 8 και παραπομπή στη νομολογία).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και από όσα προφορικά εξέθεσε ο εκκαλών εκζητούμενος με το υπόμνημά του και ενώπιον του Συμβουλίου τούτου κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Με το με αριθμό 7-267/105001 από (2.11.2010 αίτημα της Γενικής Εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, που διαβιβάστηκε στο Ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την 520/8.12.2010 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Δημοκρατίας της Μολδαβίας στην Αθήνα, ζητείται η έκδοση στη Μολδαβία του υπηκόου Αλβανίας V. ή S. (επώνυμο) Ρ. (όνομα) του Ν. και της Χ., που γεννήθηκε στις 1.6.1973 στο Κycove Αλβανίας, ο εκκαλών διώκεται δυνάμει του με αριθμό 14-146/30.7.2003 εντάλματος σύλληψης του Δικαστηρίου Centru του Chizinau Μολδαβίας, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της παράνομης διακίνησης ανθρώπων με σκοπό την σεξουαλική τους εκμετάλλευση (trafficking in human beings), που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 165 παρ.2δ'του Ποινικού Κώδικα της Μολδαβίας με φυλάκιση 7-15 έτη και είναι επίσης αξιόποινη κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο (αρθρ. 323Α παρ.2ΠΚ), που διώκεται και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή 10.000 έως 50.000 ευρώ. Για το ως άνω έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοση, δεν αποδείχθηκε η άσκηση ποινικής δίωξης από πλευράς αρμοδίων οργάνων της Ελληνικής Πολιτείας. Επίσης, δεν χαρακτηρίζεται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό ή του Τύπου, ούτε προέκυψε σύμφωνα με τους νόμους, του ελληνικού κράτους και του κράτους της Μολδαβίας που ζητεί την έκδοση, νόμιμος λόγος που να εμποδίζει τη δίωξη ή να αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο (άρθ. 6, 8, 9 και 10 της ΕΣΕ και 438 στοιχ. δ' ΚΠΔ), παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκζητούμενο και τον συνήγορο του. Ειδικότερα, ο προβαλλόμενος από τον ίδιο και το συνήγορό του ισχυρισμός, περί παραγραφής του εγκλήματος που κατηγορείται, λόγω παρόδου οκταετίας από της, κατά μήνα Ιούλιο έτους 2003 τελέσεώς του, ως θεσμός (παραγραφή) δημοσίας τάξεως, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και από τον Άρειο Πάγο, είναι αβάσιμος, αφού κατά τα προαναφερόμενα, κατά μεν το Ελληνικό δίκαιο είναι κακούργημα, κατά δε το δίκαιο της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, ως επιβαρυντική περίπτωση, τιμωρείται από επτά (7) έως δεκαπέντε (15) έτη φυλάκιση και δεν χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα. Επομένως, ορθώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών γνωμοδότησε με την εκκαλούμενη απόφασή του υπέρ της έκδοσης του εκζητουμένου στο Κράτος της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, προκειμένου να δικαστεί για την παραπάνω πράξη, η δε έφεσή του, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε την αίτηση έκδοσης και γνωμοδότησε κατά τα άνω, δεν έσφαλλε στην κρίση του. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Άλλοι λόγοι εφέσεως, που περιλαμβάνονται σε άλλο έγγραφο, εκτός του εφετηρίου, που έχει ασκηθεί κατά τρόπο διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο άρθρο 474 ΚΠΔ, έστω και αν το έγγραφο αυτό υπογράφει ο εκκαλών, όπως στο υπόμνημα που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο αυτό, πρέπει να απορριφθούν ως απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού στο Δικαστήριο τούτο, μεταβιβάζεται η υπόθεση μόνο κατά το μέρος, που η απόφαση (βούλευμα) προσβάλλεται, ενώ το αίτημα του ιδίου για αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης, καθίσταται μετά ταύτα, άνευ αντικειμένου. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 22.6.2011 με αριθμό 19 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσα έφεση του P. V. ή S. του Ν., που γεννήθηκε στην Αλβανία το έτος 1973 και προσωρινά κατοικεί στον ..., κατά του 51/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Αθηνών, με το οποίο γνωμοδότησε αυτό υπέρ της εκδόσεώς του στις δικαστικές Αρχές του Κράτους της Μολδαβίας. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης. Έφεση κατ’ αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία δέχθηκε αυτό αίτηση των Αρχών της Μολδαβίας για έκδοση του εκζητουμένου στη χώρα αυτή για να δικαστεί για την πράξη της διακεκριμένης διακίνησης ανθρώπων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, που διέπραξε στη χώρα αυτή. Ορθή γνωμοδότηση υπέρ της έκδοσης στη χώρα αυτή του αλλοδαπού, εφόσον, εκτός άλλων δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί από τις Ελληνικές Αρχές ποινική δίωξη για το άνω έγκλημα. Το άρθρο 43 περ. β’ Κ.Π.Δ. αναφέρεται στα άρθρα 6,7 Π.Κ. και όχι στο άρθρο 8 του αυτού κώδικα, διότι στα αναφερόμενα στο άρθρο 8 Π.Κ. εγκλήματα, δεν υφίσταται αποκλειστική αρμοδιότητα της Ελλάδος, αλλά μόνο για εκείνα που θίγουν και Ελληνικά συμφέροντα - απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1484/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειος Φράγγος-Εισηγητής Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνη Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις7 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -μηνυτή Θ. Γ. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 655/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καλαμάτας. Με κατηγορούμενο τον Α. Θ. του Ν., κατοίκου ....
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -μηνυτής ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 511/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή με αριθμό145/26-5-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 και 513 του Κ.Π.Δ. την από 8-3-2011 έκθεση αναίρεσης του Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. απόφασης 655/28-2-2011 του Τριμελούς Πλημ/κείου Καλαμάτας, που έκρινε αθώο τον κατηγορούμενο Α. Θ. του Ν.. για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, στην οποία προέβη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Καλαμάτας στις 8 και 9 Μαρτίου 2005, με κατηγορούμενο τον Ε. Θ., και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι.
Σύμφωνα με τα άρθρα 468§1 και 506 εδάφιο γ' Κ.Π.Δ. ο πολιτικώς ενάγων δύναται να ζητήσει αναίρεση της αθωωτικής απόφασης, α) εάν η πολιτική αγωγή του απορρίφθηκε δι' αυτής ως νόμω αβάσιμος, και β) εάν είναι συγχρόνως μηνυτής ή εγκαλών και καταδικάστηκε με την ιδιότητά του αυτήν σε αποζημίωση του αθωωθέντος κατηγορουμένου και στα έξοδα, κατά το άρθρο 71 Κ.Π.Δ. Σε κάθε άλλη περίπτωση ή κατ' αθωωτικής απόφασης αίτηση αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντος είναι απαράδεκτος. Για να δικαιούται σε άσκηση ενδίκου μέσου ο πολιτικώς ενάγων, πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση παράστασης ως πολιτικώς ενάγοντος. Ο μη νομιμοποιούμενος ενεργητικώς ή παθητικώς, κατά τα άρθρα 63 επόμ. Κ.Π.Δ. δεν ασκεί νομίμως ένδικο μέσο.
Κατά το άρθρο 506 Κ.Π.Δ., την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορούν να ζητήσουν : α) ο κατηγορούμενος, αν αθωώθηκε λόγω έμπρακτης μετάνοιας, β) ο Εισαγγελέας του Πλημ/κείου, του Μεικτού Ορκωτού δικαστηρίου ή του Εφετείου (κατά τις διακρίσεις του άρθρου 505§1 στοιχ. δ') αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, γ) ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση, αν καταδικάστηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα (άρθρο 71 Κ.Π.Δ.), έστω και αν δεν είχε την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος.
ΙΙ.
Σύμφωνα με το άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, 1) όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος, που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Τέλος, κατά το άρθρο 71§1 Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος που αθωώθηκε σε δημόσια συνεδρίαση δικαιούται να υποβάλει αμέσως και προφορικά στο ποινικό δικαστήριο τις απαιτήσεις που έχει από τον μηνυτή ή απ' αυτόν που υπέβαλε την έγκληση γι' αποζημίωση και έξοδα, και όταν ακόμη δεν παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Επί αθωωτικής απόφασης του κατηγορουμένου, ο πολιτικώς ενάγων, αλλά και όταν δεν έχει την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, ασκεί ένδικο μέσο μόνο στη περίπτωση που έχει καταδικασθεί σε αποζημίωση και στα έξοδα του άρθρου 71§1 Κ.Π.Δ.
Στη κρινόμενη υπόθεση ο εγκαλών Θ. Γ., (εγκαλών και όχι μηνυτής) ως διάδικος, και έχων έννομο συμφέρον από την δίκη που ψευδόρκησε ο κατηγορούμενος Α. Θ. του Ν., μετά του οποίου είχε αστικές και ποινικές δίκες πολύχρονες, δεν είχε την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, (νόμιμος δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής), ούτε η πολιτική του αγωγή απερρίφθη από το Δικαστήριο ως μη στηριζόμενη στο Νόμο και μόνο ως προς αυτά τα κεφάλαια, αποζημίωση και έξοδα (άρθρο 71§1 Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς, δεν τυγχάνει πρόσωπο που έχει δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου. Παρέλκει δε μετά ταύτα, να εξετασθεί η έκθεση αναίρεσής του που δεν περιλαμβάνει κανένα λόγο αναίρεσης (άρθρ. 474§2 Κ.Π.Δ.), αφού δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση.
ΙΙΙ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριό Σας, (σε Συμβούλιο), πρέπει σύμφωνα με τα άρθρα 476§1 σε συνδ. 513§1 Κ.Π.Δ. να απορρίψει την έκθεση αναίρεσής του ως απαράδεκτη, και να επιβάλει δικαστικά έξοδα σε βάρος του ασκήσαντος. ΓΙ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Δικαστήριό Σας (σε Συμβούλιο) Να απορριφθεί η με αριθμό 1/από 8-3-2011 έκθεση αναίρεσης, του Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ως απαράδεκτη, και να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα." Αθήνα, 20-5-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 506 του ΚΠοιν.Δ την αναίρεση των αθωωτικών αποφάσεων μπορούν να ζητήσουν : α) Ο κατηγορούμενος...β) ο Εισαγγελέας και 3) ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση αν καταδικάσθηκαν σε αποζημίωση και τα έξοδα (άρθρο 71).Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων-εγκαλών Θ. Γ., άσκησε την υπ' αρι. 1/8 Μαρτίου 2011 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 655/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Α. Θ. του Ν., της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρος. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο εγκαλών δεν καταδικάσθηκε σε αποζημίωση του άνω κατηγορουμένου, ούτε επιβλήθηκαν σε βάρος του (μηνυτού) έξοδα.
Επομένως, δεν είναι ο αναιρεσείων εκ των προσώπων που δικαιούνται να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 1/8 Μαρτίου 2011 αίτηση του εγκαλούντος Θ. Γ. του Ε., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 655/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις21 Οκτωβρίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2011.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως από τον εγκαλούντα, ο οποίος δεν καταδικάσθηκε σε αποζημίωση και στα δικαστικά έξοδα.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1478/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσείοντων: 1. Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΕΠΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "FOUR SEASONS S.A", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ν. Μ., κατοίκου ....
Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" , 2.Α. Χ., κατοίκου ..., 3. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SHELLA AE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ" που εδρεύει στο Π. Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4.Ανώνυμης τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ L.T.D." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 5. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Εκπροσωπήθηκαν η 1η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο και η 4η με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Λιώνη. Οι 2η, 3η και 5η ,δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-4-199, 31-3-1999 και 2-4-1999 ανακοπές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3279/2001 μη οριστική, 4288/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8367/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-4-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 23-9-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο εφαρμόζονται και τα εδάφια β' και γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 226 του ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο δε από αυτά κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην οριζόμενη μεταγενέστερη δικάσιμο δεν απαιτείται, και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Εν προκειμένω φέρεται προς συζήτηση με επίσπευση των αναιρεσειόντων η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8367/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά από αναβολή από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 31-1-2011 από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28-9-2009. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ορισθείσα ως άνω μετ' αναβολήν δικάσιμο (31-1-2011) και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες Ν. Μ. και οι δεύτερη, τρίτη και πέμπτη από τις αναιρεσίβλητες Α. Χ., ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''SHELLA ΑΕ'' και ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ''ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.'' Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 6042/14-11-2008, 1278/23-12-2008 και 1131/15-10-2008 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Ό. Π., για την πρώτη, και Πειραιώς Δ. Γ. για τις λοιπές, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η προαναφερθείσα αρχική δικάσιμος της 28-9-2009, και με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, στην καθεμία από τις απολιπόμενες ως άνω αναιρεσίβλητες, αντίστοιχα. Επομένως και αφού α) ο μη περιστάμενος δεύτερος αναιρεσείων είναι αντίδικος της παρισταμένης πρώτης αναιρεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., και β) η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την μετά την αναβολή δικάσιμο ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρών και ο δεύτερος αναιρεσείων και παρά την απουσία των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 712,721,722 παρ. 2, 723,982 επ.,988 παρ. 1, 974 επ. του Κ.ΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται μεταξύ των άλλων ότι στη συντηρητική κατάσχεση, απαιτήσεων στα χέρια τρίτου εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια τρίτου, ότι συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί και σε αντικείμενα τα οποία έχουν ήδη κατασχεθεί συντηρητικώς, ότι όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς απαίτηση στα χέρια τρίτου γίνεται από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση (άρθρ. 715 παρ. 5) δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης, ότι αν όσο ισχύει η συντηρητική κατάσχεση γίνει αναγκαστική η εκτέλεση στα κατασχεμένα εκείνος που έχει επιβάλει τη συντηρητική κατάσχεση μετέχει προσωρινά στη διανομή και κατατάσσεται τυχαίως σύμφωνα με τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης και ότι αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. από συμβολαιογράφο που ορίζεται με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. , προκύπτει ότι σε περίπτωση συρροής συντηρητικής κατάσχεσης με αναγκαστική κατάσχεση απαιτήσεων στα χέρια τρίτου, η οποία (αναγκαστική κατάσχεση) επιβλήθηκε μετά την επιβολή της συντηρητικής και πριν από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, θετικής δήλωσης του τρίτου περί υπάρξεως στα χέρια του της απαίτησης (άρθρ. 985 παρ. 1 και 2) και ανεπάρκειας της απαίτησης για την ικανοποίηση όλων των κατασχόντων δανειστών, οπότε το ποσό της κατασχεμένης απαίτησης διανέμεται από τον οριζόμενο ως άνω συμβολαιογράφο, α) για τον υπολογισμό του ποσού των απαιτήσεων που θα ικανοποιηθούν από την κατασχεμένη απαίτηση και επομένως για την επάρκεια ή μη του κατασχεμένου ποσού προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις όλων των δανειστών που έχουν επιβάλει κατάσχεση, συντηρητική ή αναγκαστική, β) χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η επάρκεια ή ανεπάρκεια της κατασχεμένης απαίτησης είναι εκείνος της αναγκαστικής κατάσχεσης και ειδικότερα της καταφατικής δήλωσης του τρίτου για την ύπαρξη της απαίτησης και αφού περάσει ακολούθως η προθεσμία άρθρου 988 παρ. 1α του ΚΠολΔ, οπότε και επέρχεται (Ολομ. ΑΠ 3/1993) η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης στον αναγκαστικώς κατασχόντα γ) η κατάταξη στην κατασχεθείσα απαίτηση γίνεται, αν δεν υπάρχουν προνομιούχες απαιτήσεις, συμμέτρως (άρθρ. 977 παρ. 3 του ΚΠολΔ), και, τέλος, δ) η κατάταξη του συντηρητικώς κατασχόντος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, μετέχει προσωρινά στη διανομή, γίνεται τυχαίως, υπό την αίρεση δηλαδή της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης για την οποία επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, αφού απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων και της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία ''SHELLA ΑΕ.'' και δέχθηκε την έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης Α. Χ. κατά της υπ' αριθμ. 4288/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέταξε τελικά, με την εν μέρει επικύρωση και της πρωτόδικης αυτής απόφασης, στον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως κατασχεθεισών χρηματικών απαιτήσεων εις χείρας τρίτων της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη-Αναγνωσταλάκη, που είχε ορισθεί νομίμως, α) οριστικά και σε ολόκληρο το προς διανομήν, μετά την προαφαίρεση των εξόδων, ποσό των 59.980.378 δραχμών (176.024,58 ευρώ) της απαίτησης που είχε κατασχεθεί στα χέρια της εταιρείας με την επωνυμία ''ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ'' την απαίτηση της ανακόπτουσας-πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία ''ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.'', και β)οριστικά στο προς διανομήν ποσό των 27.683.250 δραχμών (81.242,11 ευρώ) της απαίτησης που είχε κατασχεθεί στα χέρια της εταιρείας με την επωνυμία ''ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΑΕ'' 1)την απαίτηση της τέταρτης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία ''ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΑΕ'' εκ δραχμ'ων 9.231.172 δραχμών (27.090,75 ευρ,ω), 2) την απαίτηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης Α. Χ. εκ δραχμών 12.330.000 δραχμών (26.184, 90 ευρώ) και 3) την απαίτηση, προς μερικήν ικανοποίησή της, της πρώτης αναιρεσείουσας στο υπόλοιπο του προς διανομήν ποσού εκ δραχμών 6.122.078. δραχμών (17.966,47 ευρώ) δεν κατέταξε δε καθόλου στον προσβαλλόμενο πίνακα τον δεύτερο αναιρεσείοντα Ν. Μ.. Ο προσβαλλόμενος αυτός πίνακας είχε συνταχθεί για τη διανομή των ποσών των 65.000.000 και 30.000.000δραχμών που αποτελούσαν απαιτήσεις του οφειλέτη Μ. Π. κατά των ως άνω εταιρειών ''ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ'' και ''ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΑΕ'', αντίστοιχα, και στα οποία είχαν επιβάλει , εις χείρας των εταιρειών αυτών και εκτός των άλλων διαδίκων, Ι. η πρώτη αναιρεσείουσα εις χείρας και των δύο εταιρειών συντηρητική κατάσχεση για απαιτήσεις της κατά του οφειλέτη μέχρι του ποσού των 57.000.000.και 30.000.000. δραχμών, αντίστοιχα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1027/1996 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου,
ΙΙ. Ο δεύτερος αναιρεσείων εις χείρας της πρώτης από τις ειρημένες εταιρείες ''ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ'' συντηρητική κατάσχεση για απαίτησή του κατά του οφειλέτη μέχρι του ποσού των 27.000.000 δραχμών, δυνάμει της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου,
ΙΙΙ. Η πρώτη αναιρεσίβλητη ''ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.'' εις χείρας της πρώτης από τις ως άνω εταιρείες ''ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ'' αναγκαστική κατάσχεση για απαιτήσεις της κατά του οφειλέτη εκ δραχμών 62.309.308 δυνάμει της υπ' αριθμ. 633/1996 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου,
ΙV. η τέταρτη αναιρεσίβλητη ''ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ LTD '' εις χείρας και των δύο ως άνω εταιρειών αναγκαστική κατάσχεση για απαιτήσεις της εις βάρος του οφειλέτη μέχρι του ποσού των 9.231.172.δραχμών, δυνάμει της υπ' αριθμ. 241/1997 διαταγής πληρωνής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, και V. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη Α. Χ. εις χείρας και των δύο εταιρειών συντηρητική κατάσχεση για απαιτήσεις της εκ δραχμών 20.000.000 κατά του οφειλέτη δυνάμει της από 25-11-1996 προσωρινής διαταγής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Στην κατά τα ανωτέρω κατάταξη προέβη το Εφετείο επειδή κατά τις παραδοχές του η απαίτηση των αναιρεσειόντων κατά του οφειλέτη επιδικάστηκε σ' αυτούς τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 284/3-5-2001 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο, λαμβανομένης υπ' όψη και της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 α' του ΚΠολΔ, του χρόνου της επιβολής της αναγκαστικής κατάσχεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης ''ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ'' (4-3-1999) και της τέταρτης αναιρεσίβλητης ''ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ LTD'', καθώς και της τελεσίδικης επιδίκασης στην δεύτερη αναιρεσίβλητη Α. Χ. της απαίτησής της κατά του οφειλέτη που έγινε με την υπ' αριθμ. 162/1999/ απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να μην κατατάξει δηλαδή, ειδικότερα, τους αναιρεσείοντες συμμέτρως και τυχαίως στον προσβαλλόμενο πίνακα για τις απαιτήσεις τους για τις οποίες είχαν επιβάλει συντηρητική κατάσχεση εις χείρας των ειρημένων εταιρειών, ως τρίτων, κατά τα προεκτεθέντα, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις προμνησθείσες διατάξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο της κρινόμενης αίτησής τους. Επομένως και κατά παραδοχήν αυτού του λόγου, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ.580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 179 περ. τελ. και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8367/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Κατάσχεση απαιτήσεων εις χείρας τρίτου. Συρροή συντηρητικής ή συντηρητικών κατασχέσεων εις χείρας τρίτου με αναγκαστική. Απαιτήσεις που λαμβάνονται υπόψη και χρόνος υπολογισμού της επάρκειας ή ανεπάρκειας του κατασχεμένου ποσού για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των κατασχόντων. Τρόπος κατατάξεως των συντηρητικώς και αναγκαστικώς κατασχόντων δανειστών. Αναιρεί.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1475/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ - ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Β. Μ., 2) Μ. Μ., 3) Γ. Α., 4) -, 5) Α. Μ., 6) Γ. Θ., 7) Ε. Χ., 8) Α. Δ., 9) Κ. Χ., 10) Κ. Μ., 11) Ε. Θ., 12) Ε. Ρ., 13) Μ. Τ., 14) Σ. Μ., 15) Α. Μ., 16) Ε. Σ. και 17) Α. Μ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν οι 1ος, 3ος, 6ος, 8ος, 9ος, 10η, 12η, 13η, 14ος και 17η μετά, οι δε λοιποί δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΚΑΘΟΥ Η ΚΛΗΣΗ: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Παρέδρου του ΝΣΚ Ευτυχίας Κασομένου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 395/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4328/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 11-6-2007 αίτηση τους, επί της οποίας εκδόθηκε ήδη η 260/2010 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διεξαχθεί την 8-12-2009. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 10-11-2010 κλήση των αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 27-11-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη, Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.16 του ν. 4504/1966 και 1 παρ.3 του ν. 4547/1966, όλοι οι μισθωτοί, εφ' όσον απασχολούνται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, δικαιούνται να λάβουν, κατά την έναρξη της κανονικής τους άδειας, και το επίδομα αδείας. Για τη λήψη του επιδόματος αδείας πρέπει ο μισθωτός αφ' ενός να υπάγεται στις διατάξεις του α.ν. 539/1945 ή σε άλλες διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση κανονικής άδειας και αφ' ετέρου να δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κανονική άδεια με αποδοχές. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της κοινής απόφασης 19040/1981 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, σε όλους τους μισθωτούς, οι οποίοι απασχολούνται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, καταβάλλεται επίδομα (δώρο) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως ορίζεται ειδικότερα στην απόφαση αυτή. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 2839/2000, "Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-3-2000, στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα της τελευταίας απασχόλησης, εφ' όσον κατά την 31-3-2000: (α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, (β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, (γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1-1-1995 και εφεξής, (δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 [που ορίζουν τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών] και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 [που απαγορεύουν την κατάρτιση συμβάσεων έργου για την αντιμετώπιση παγίων και διαρκών αναγκών], (ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται". Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.11 του ν. 3255/2004, "Για το προσωπικό που προσλήφθηκε για την εκτέλεση ερευνητικών έργων και προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται μέσω των ειδικών λογαριασμών των Πανεπιστημίων, ΤΕΙ, Ερευνητικών Κέντρων και Ερευνητικών Ινστιτούτων ή για την εκτέλεση προγραμμάτων σπουδών επιλογής που χρηματοδοτούνται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 2 παρ.23 του ν. 2621/1998 και άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 2640/1998), δεν απαιτείται για την εφαρμογή της παρ.1 του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 η συνδρομή της προϋποθέσεως (δ) της παραγράφου αυτής". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.8 του ν. 2839/2000 "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους, από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου του εδ.α' της παρ.1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα ακόλουθα: Το δικαίωμα του εργαζόμενου για τη χορήγηση επιδόματος αδείας και δώρων εορτών προϋποθέτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Κατά συνέπεια, δικαίωμα για τη χορήγηση των εν λόγω παροχών δεν γεννάται εάν μεταξύ των ενδιαφερομένων λειτουργεί σύμβαση έργου. Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή ως σύμβασης έργου γίνεται από το δικαστήριο, ύστερα από αξιολόγηση όλων των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτή καταρτίσθηκε και λειτούργησε, ανεξάρτητα από την ονομασία, την οποία προσέδωσαν οι ενδιαφερόμενοι (Ολ. ΑΠ 18/2006). Υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 2839/2000 επιτράπηκε [μεταξύ άλλων και] στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου να κατατάξουν το προσωπικό που απασχολούσαν [είτε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είτε] με σύμβαση μίσθωσης έργου σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλεγόταν, υπό στοιχείο (δ), και το να μην απέβλεπε η πρόσληψη του προς κατάταξη προσωπικού, κατά το χρόνο που είχε γίνει, στην αντιμετώπιση παγίων και διαρκών αναγκών της υπηρεσίας του φορέα πρόσληψης. Να ήταν, δηλαδή, "γνήσια" σύμβαση έργου και να μην υπέκρυπτε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Όπως, όμως, ορίσθηκε μεταγενέστερα, με το άρθρο 3 παρ. 11 του ν. 3255/ 2004, η εν λόγω προϋπόθεση δεν ήταν απαραίτητη για την κατάταξη προσωπικού που είχε προσληφθεί με σύμβαση έργου για την εκτέλεση ερευνητικών έργων και προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται μέσω των ειδικών λογαριασμών [μεταξύ άλλων και] των Πανεπιστημίων. Για την περίπτωση, δηλαδή, του προσωπικού αυτής της κατηγορίας, η κατάταξη σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ήταν, κατ' εξαίρεση, επιτρεπτή, ακόμη και αν η πρόσληψη είχε γίνει από την αρχή με σύμβαση έργου που υπέκρυπτε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε σ' αυτό το Δικαστήριο, η αληθινή έννοια της διάταξης του εδ.α' της παρ.8 του άρθρου 17 του ν. 2839/2000, που διαλαμβάνει ότι από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης στην οποία έχουν καταταγεί, είναι ότι με την κατάταξη δεν δημιουργείται υπέρ των εργαζομένων δικαίωμα λήψεως των αποδοχών της θέσης εργασίας αορίστου χρόνου αναδρομικώς, δηλαδή και για το χρονικό διάστημα πριν από την έκδοση της πράξης κατάταξης. Και ακόμη, σύμφωνα, πάντοτε, με τη γνώμη που επικράτησε σ' αυτό το Δικαστήριο, η αληθινή έννοια της διάταξης του εδ.β' της παρ.8 του άρθρου 17 του ν. 2839/ 2000, που διαλαμβάνει ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου [που είχαν λειτουργήσει προηγουμένως και αποτελέσει προϋπόθεση της κατάταξης σε θέση εργασίας αορίστου χρόνου] λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, είναι ότι το εισαγόμενο πλάσμα δικαίου αποβλέπει στη μη απώλεια της προϋπηρεσίας των εργαζομένων στον οικείο φορέα απασχόλησης κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών τους και δεν δημιουργεί δικαίωμα για αναζήτηση πρόσθετων αποδοχών για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης τους πριν από την κατάταξη, αφού κάτι τέτοιο αποκλείεται σύμφωνα με τον ορισμό του εδ.α' της αυτής παραγράφου. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έκρινε επί εφέσεως κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες, πλην της τέταρτης, ως προς την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και η οποία έκτοτε δεν μετέχει στη δίκη (ήδη αναιρεσείοντες), εντός των ετών 1999 έως 2001, είχαν καταρτίσει εγγράφως με το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, εκπαιδευτικό ίδρυμα πανεπιστημιακού επιπέδου) διαδοχικές συμβάσεις έργου για την εκτέλεση διαφόρων ερευνητικών έργων ή προγραμμάτων που χρηματοδοτούνταν από ειδικούς λογαριασμούς αυτού. Ότι σε κάθε σύμβαση οριζόταν η χρονική διάρκεια αυτής, το συμφωνηθέν έργο στο πλαίσιο εκτέλεσης του συγκεκριμένου προγράμματος, η συμφωνηθείσα κατ' αποκοπή αμοιβή ενός εκάστου ενάγοντος, ως εργολάβου και ο επιστημονικά υπεύθυνος του προγράμματος, που θα επέβλεπε την ακριβή τήρηση των όρων της συμβάσεως. Ότι, προς εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, οι ενάγοντες εκτέλεσαν τα έργα που είχαν ανατεθεί στον καθένα, τα οποία, ως εκ της φύσεως τους, πραγματοποιήθηκαν στους χώρους και στις εγκαταστάσεις του εναγομένου, στις εργάσιμες ημέρες και ώρες, κατά τις οποίες λειτουργούσαν οι υπηρεσίες αυτού. Ότι, με την 19838/ 2-11-2001 πράξη της πρυτανικής αρχής του εναγομένου, όλοι οι ενάγοντες (πλην της δέκατης έβδομης) κατατάχθηκαν σε ειδικά συσταθείσες προσωρινές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διότι διαπιστώθηκε αρμοδίως ότι στο πρόσωπο ενός εκάστου εξ αυτών συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 2839/2000, ήτοι το ότι α) οι αλλεπάλληλες συμβάσεις έργου για τον καθένα είχαν διάρκεια τουλάχιστον 24 μηνών, β) μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων δεν μεσολαβούσε χρόνος διακοπής μεγαλύτερος των 2 μηνών, γ) οι υπηρεσίες τους είχαν παρασχεθεί από την 1-1-1995 και εφεξής, δ) κατά την κατάρτιση των συμβάσεων έργου δεν είχαν παραβιασθεί οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, ήτοι τα ανατεθέντα έργα δεν ανάγονταν στον κύκλο των συνηθισμένων καθηκόντων των τακτικών υπαλλήλων του εναγομένου και ε) όπως είχε γνωμοδοτήσει το αρμόδιο πρυτανικό συμβούλιο, οι ενάγοντες επρόκειτο εφεξής να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου. Ότι οι ενάγοντες, με τις υπηρεσίες που παρείχαν στο εναγόμενο κατά τη διάρκεια των ως άνω συμβάσεων έργου, δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, αφ' ενός διότι, όσοι από αυτούς απασχολήθηκαν στην εκτέλεση ερευνητικών προγραμμάτων, είχαν παροδικό αντικείμενο, συνυφασμένο με την προσωρινή διάρκεια των προγραμμάτων αυτών, τα οποία χρηματοδοτούνταν από ειδικούς λογαριασμούς και δεν δημιουργούσαν στο εναγόμενο μόνιμες υποχρεώσεις, αναγόμενες στα συνήθη καθήκοντα των τακτικών υπαλλήλων του και αφ' ετέρου διότι, όσοι από αυτούς απασχολήθηκαν σε έργα τεχνικής υποστήριξης, είχαν, επίσης, παροδικό αντικείμενο, για την κάλυψη του οποίου δεν υπήρχε μόνιμο προσωπικό. Ότι, ως εκ τούτου, οι συμβάσεις έργου είχαν καταρτισθεί εξ αρχής εγκύρως και οι ενάγοντες νομίμως κατατάχθηκαν στη συνέχεια σε προσωρινές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, που δεν παρείχαν στο εναγόμενο εξαρτημένη εργασία πριν από την κατάταξή τους, δεν δικαιούνται για το πριν από την κατάταξη χρονικό διάστημα τη χορήγηση επιδόματος αδείας και δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, χωρίς να συνάγεται το αντίθετο από τη διάταξη του εδ.β' της παρ.8 του άρθρου 17 του ν. 2829/2000, η οποία αναφέρεται μόνο στη ρύθμιση της υπηρεσιακής κατάστασης των συμβασιούχων έργου μετά την κατάταξη αυτών σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου και δεν υποδηλώνει ότι οι συμβάσεις τους ήσαν άνευ άλλου τινός συμβάσεις εργασίας. Κατόπιν αυτού, το Πολυμελές Πρωτοδικείο εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 22-12-2003 ένδικη αγωγή, που είχε ως αντικείμενο την επιδίκαση επιδόματος αδείας και δώρων εορτών για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχαν λειτουργήσει οι συμβάσεις έργου. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας: α) ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 2839/2000 ως προς την κατάταξη των αναιρεσειόντων (εναγόντων) σε προσωρινές θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, της οποίας, άλλωστε, η νομιμότητα δεν αμφισβητήθηκε και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ενώπιον εκείνου διαγνωστικής δίκης, β) ορθά δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ.11 του ν. 3255/2004, ως προς την κατ' εξαίρεση κατάταξη σε προσωρινές θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου του προσωπικού που είχε προσληφθεί για την εκτέλεση ερευνητικών έργων ή προγραμμάτων χρηματοδοτούμενων από ειδικούς λογαριασμούς των Πανεπιστημίων, ακόμη και αν απέβλεπε στην εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών, διότι ο νόμος αυτός, που δημοσιεύθηκε την 22-7-2004, δεν ίσχυε ούτε κατά το χρόνο κατάταξης των αναιρεσειόντων (Νοέμβριος 2001) ούτε κατά το χρόνο δημοσίευσης της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Απρίλιος 2004) και, άλλωστε, σύμφωνα με τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, οι αναιρεσείοντες κατατάχθηκαν ως έχοντες συμβάσεις έργου για την κάλυψη περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών και γ) ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 200, 648, 681 ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 8 εδ.γ' του ν. 2112/1920 και 17 του ν. 2839/2000, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της σχέσεως που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων πριν από την κατάταξη των αναιρεσειόντων. Επομένως, ο πρώτος, ως προς το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτού και ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ως άνω ερμηνεία που δόθηκε από την πλειοψηφήσασα γνώμη αυτού του Δικαστηρίου στη διάταξη του άρθρου 17 παρ.8 εδ.β' του ν. 2839/2000, το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είχαν προσφέρει στο αναιρεσίβλητο υπηρεσίες με γνήσιες συμβάσεις έργου, οδηγεί μεν στην εφαρμογή του πλάσματος δικαίου ότι ο χρόνος διάρκειας των συμβάσεων έργου λογίζεται ως διανυθείς με σχέση εξαρτημένης εργασίας ως προς όλες τις συνέπειες που συνδέονται με την προϋπηρεσία αυτών προκειμένου να προσδιορισθούν οι αποδοχές μετά την κατάταξη, δεν δημιουργεί, όμως, υπέρ αυτών δικαίωμα αναδρομικής αναζήτησης αποδοχών που προϋποθέτουν σύμβαση εργασίας, για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης πριν από την έκδοση της πράξεως κατάταξης. Επομένως, σύμφωνα με την πλειοψηφήσασα γνώμη, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, και ως προς το τρίτο μέρος αυτού, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών αυτού του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του προεδρεύοντος αρεοπαγίτη Αντωνίου Αθηναίου και του αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, ως προς το τρίτο μέρος αυτού, θα έπρεπε να κριθεί βάσιμος, διότι κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 17 παρ.8 εδ.β' του ν. 2839/2000, που καθιερώνει πλάσμα δικαίου και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι, όπως δέχθηκε ανελέγκτους το Δικαστήριο της ουσίας, επρόκειτο περί γνησίων συμβάσεων έργου, που δεν υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία, εφ' όσον κατά την κατάρτιση τους δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας μεταξύ των οποίων και αυτές του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, ο διαδραμών χρόνος υπηρεσίας με σύμβαση έργου στο φορέα, στον οποίο πραγματοποιείται μετά ταύτα η κατάταξη, λογίζεται ως διανυθείς με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως προς όλες τις συνέπειες, ήτοι και ως προς το δικαίωμα των απασχοληθέντων να λάβουν επίδομα αδείας και δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού η απόφαση ως προς το τρίτο μέρος του πρώτου από τους λόγους της αιτήσεως λαμβάνεται με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει, κατ' άρθρο 563 παρ.2 εδ.β' ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί ο λόγος αυτός, ως προς το ρηθέν μέρος του, ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, απορριπτόμενου κατά τα λοιπά του λόγου αυτού ως και του δευτέρου λόγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τον πρώτο, ως προς το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτού και το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως. -Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το τρίτο μέρος αυτού, ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2011. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, την 27η Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απασχολούμενοι με συμβάσεις έργου για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών σε ΝΠΔΔ, οι οποίοι, κατόπιν, κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Δεν δικαιούνται δώρα εορτών και επίδομα αδείας για το χρονικό διάστημα πριν από την κατάταξή τους. Αντίθετη μειοψηφία. Παραπομπή στην Τακτική Ολομέλεια για την αληθινή έννοια του άρθρου 17 παρ.8 εδ. β’ του ν. 2839/2000.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1474/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Μαύρο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Δ. Τ. του Κ. και 2) Γ. Τ. του Κ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 323/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Β. Τ. του Κ., 2) D. H. H. του M., 3) C. D. του E., 4) M. E. F. του O., 5) Ν. Κ. του Μ., 6) Δ. Κ. του Π., 7) Σ. Γ. του Ν. και 8) Α. Ν. του Κ..
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Ιανουαρίου 2011 δύο χωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 143/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 151/27-5-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, τις από 14.1.2011 αιτήσεις (δηλώσεις) των α) Δ. Τ. του Κ. και β) Γ. Τ. του Κ., για αναίρεση του 323/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ "με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1) και από κείνον που τη δέχεται ...". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 462, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αλλιώς η αίτηση είναι απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 19/2001). Η έκθεση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο, εκτός αν στην έκθεση αναιρέσεως γίνεται ειδική αναφορά στο έγγραφο αυτό, οπότε τούτο, με την υπογραφή του αναιρεσείοντος και του συντάξαντος την έκθεση αρμοδίου υπαλλήλου, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως. (ΑΠ 2160/2008, 20159/2008, 1943/2008). Αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις αυτές που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξεως, απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Οι επιβαλλόμενες ως άνω διατυπώσεις από τον Έλληνα νομοθέτη για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ενώ διασφαλίζουν την ασφάλεια δικαίου και την ορθή λειτουργία της Δικαιοσύνης, κατ' ουδέν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται το άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος. Το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού του ενδίκου μέσου, αφού απαιτείται από τη φύση του η ρύθμισή του από το κράτος, το οποίο έχει τη διακριτική ευχέρεια, αρκεί μόνον οι τιθέμενοι περιορισμοί και προϋποθέσεις να μην περιορίζουν την πρόσβαση του διαδίκου κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα της προσφυγής στο δικαστήριο να πλήττεται στον ίδιο τον πυρήνα του (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1806/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το 323/2010 βούλευμα, που εξέδωσε, απέρριψε κατ' ουσία, μεταξύ άλλων, και τις 14/22.6.2009 και 15/22.6.2009 εφέσεις των κατηγορουμένων Δ. Τ. του Κ. και Γ. Τ. του Κ., αντιστοίχως, κατά του 239/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, με το οποίο αυτοί, μαζί με άλλους, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς (για τα κακουργήματα) Εφετείου Λάρισας, προκειμένου να δικασθούν για απάτη κατ' εξακολούθηση από κοινού, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, αλλά και των 73.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω εφετειακού βουλεύματος, οι ως άνω κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν τις κρινόμενες από 14.1.2011 [ταυτόσημες] αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά και συντάχθηκαν οι αντίστοιχες, με την αυτή ημερομηνία, εκθέσεις αναιρέσεως, που το περιεχόμενό τους έχει ως εξής: "Στον Πειραιά και στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου σήμερα την 14.1.2011, ημέρα Παρασκευή και ώρα 10:00 ενώπιον εμού του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά Βασίλη Μιχαηλίδη εμφανίστηκε ο Τ. Δ. (στην πρώτη) και ο Τ. Γ. (στη δεύτερη) ... και ζήτησε τη σύνταξη της παρούσας και μου δήλωσε ότι ως κατηγορούμενος αναιρεσειβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου το 323/2010 βούλευμα του Συμβουλίου (Εφετών) Λάρισας, το οποίο εκδόθηκε επί εφέσεώς του, για τους λόγους τους οποίους θα προτείνει στο μέλλον, αλλά και για τους παρακάτω, τους οποίους μου υπαγόρευσε: Ο αναιρεσείων ζητά να γνωρίσει το περιεχόμενο της πρότασης που θα υποβάλει ο εισαγγελέας προς το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Ζητά την παραδοχή της παρούσας και την αναίρεση του παραπάνω 323/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών. Αντίκλητο (διορίζει) το δικηγόρο Αθηνών Ιπποκράτη Μυλωνά ... . Για το σκοπό αυτό συντάχθηκε η παρούσα η οποία αφού αναγνώσθηκε και βεβαιώθηκε υπογράφεται. Ο αναιρεσείων (υπογραφή) ο Γραμματέας (υπογραφή)". Είναι σαφές, όμως, ότι στις ως άνω, κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ, συνταχθείσες εκθέσεις, με το προρρηθέν περιεχόμενο, δεν διατυπώθηκε κανένας αναιρετικός λόγος κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ενώ από την επιτρεπτή επισκόπηση του προσαρτώμενου σε εκάστη των ανωτέρω εκθέσεων εγγράφου με τίτλο "οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως", προκύπτει ότι αυτό δεν έχει υπογραφεί από τον αναιρεσείοντα, δεν έχει γίνει πράξη εγχειρίσεως και δεν υπάρχει υπογραφή του αρμόδιου δικαστικού υπαλλήλου, ενώπιον του οποίου φέρεται ότι συντάχθηκε η αίτηση αναιρέσεως, ούτε υπάρχει σφραγίδα της αρμόδιας δικαστικής υπηρεσίας, συνδέουσα αυτό με το σώμα της εκθέσεως αναιρέσεως, στην οποία δεν γίνεται ειδική αναφορά στο έγγραφο αυτό. Επομένως, το εν λόγω έγγραφο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, δε μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με εκάστη ένδικη έκθεση αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ως ασκηθείσες χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, να απορριφθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθούν οι από 14.1.2011 αιτήσεις (δηλώσεις) των α) Δ. Τ. του Κ. και β) Γ. Τ. του Κ., κατοίκων ..., για αναίρεση του 323/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα από αυτούς σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα, 25 Μαΐου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2, και 509 παρ, 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠοινΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αλλιώς η αίτηση είναι απαράδεκτη. Η έκθεση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο, εκτός αν στην έκθεση αναιρέσεως γίνεται ειδική αναφορά στο έγγραφο αυτό, οπότε τούτο, με την υπογραφή του αναιρεσείοντος και του συντάξαντος την έκθεση αρμοδίου υπαλλήλου, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι στις κρινόμενες με αριθμούς 2/14-1-11 και 3/14-1-11 αντίστοιχα, με όμοιο περιεχόμενο, αιτήσεις αναιρέσεως, κατά του αυτού, με αριθμό 323/13-12-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι ασκηθείσες κατά του βουλεύματος αυτού με αριθμούς 14 και 15/2-6-2009, αντίστοιχα, εφέσεις τους, δεν αναφέρουν στο κύριο σώμα της εκθέσεως, κανένα λόγο αναιρέσεως, καθόσον εκθέτουν μόνο, σε κάθε έκθεση, κατά λέξη τα εξής: ..."ζήτησε τη σύνταξη της παρούσας και μου δήλωσε ότι ως κατηγορούμενος αναιρεσειβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου το 323/2010 βούλευμα του Συμβουλίου (Εφετών) Λάρισας, το οποίο εκδόθηκε επί εφέσεως του, για τους λόγους τους οποίους θα προτείνει στο μέλλον, αλλά και για τους παρακάτω, τους οποίους μου υπαγόρευσε: Ο αναιρεσείων ζητά να γνωρίσει το περιεχόμενο της πρότασης που θα υποβάλει ο εισαγγελέας προς το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Ζητά την παραδοχή της παρούσας και την αναίρεση του παραπάνω 323/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών." Με τα παραπάνω που εκτίθενται, είναι προφανές ότι στις ως άνω, κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ, συνταχθείσες εκθέσεις, με το προρρηθέν περιεχόμενο, δεν διατυπώθηκε κανένας αναιρετικός λόγος κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ενώ από την επιτρεπτή επισκόπηση του προσαρτώμενου σε καθεμία των ανωτέρω εκθέσεων εγγράφου με τίτλο "οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως" προκύπτει ότι αυτό δεν έχει υπογραφεί από τον αναιρεσείοντα, δεν έχει γίνει πράξη εγχειρίσεως και δεν υπάρχει υπογραφή του αρμόδιου δικαστικού υπαλλήλου, ενώπιον του οποίου φέρεται ότι συντάχθηκε η αίτηση αναιρέσεως, ούτε υπάρχει σφραγίδα της αρμόδιας δικαστικής υπηρεσίας, συνδέουσα αυτό με το σώμα της εκθέσεως αναιρέσεως, στην οποία δεν γίνεται ειδική αναφορά στο έγγραφο αυτό. Επομένως, το εν λόγω έγγραφο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με κάθε ένδικη έκθεση αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτών εφόσον ειδοποιήθηκαν προς τούτο οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με την, επί του φακέλλου της δικογραφίας βεβαίωση του γραμματέα (ΚΠΔ 476 παρ.1 εδ. β'), πρέπει, οι κρινόμενες αιτήσεις ασκηθείσες χωρίς την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 14.1.2011 αιτήσεις (δηλώσεις) των: α) Δ. Τ. του Κ. και β) Γ. Τ. του Κ., κατοίκων ..., για αναίρεση του 323/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα από αυτούς σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτήσεις αναιρέσεως κατά του αυτού βουλεύματος. Δεν προβάλλουν στο κύριο σώμα της εκθέσεως κανένα λόγο αναιρέσεως, ενώ το προσαρτημένο σε κάθε έκθεση έγγραφο, δεν αποτελεί μέρος κάθε επίδικης έκθεσης αναιρέσεως, διότι δεν φέρει καμία υπογραφή αναιρεσείοντος ή πληρεξουσίου δικηγόρου του, πράξη εγχειρήσεως, ούτε υπογραφή του αρμοδίου δικαστικού υπαλλήλου ενώπιον του οποίου κατατέθηκε, καθώς ούτε σφραγίδα της αρμόδιας δικαστικής υπηρεσίας, που να συνδέει αυτό με το σώμα της εκθέσεως αναιρέσεως. Απαράδεκτη κάθε αίτηση αναιρέσεως. Απορρίπτει αυτές.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1472/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση-Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Α., κατοίκου …, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 2162/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1052/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 ΚΠοινΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο, στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων δια της δικηγόρου Μαρίας Ιωάννου, η οποία εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το έκθεμα, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για το λόγο ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γραμματάς Κουρτούκας είναι ασθενής. Από την 463/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου όμως προκύπτει ότι η υπόθεση αυτή έχει αναβληθεί από τη δικάσιμο της 16 Μαρτίου 2011 για τη σημερινή και, επομένως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη άλλη αναβολή δεν επιτρέπεται για κανένα λόγο. Κατά συνέπεια το αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 513 παρ 1 εδ γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στο αναφερόμενο στην αρχή άρθρο 515 παρ. 1 ΚΠοινΔ, αν αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ α' ΚΠοινΔ, αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτηση του απορρίπτεται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από το υπό χρονολογία 20 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ., ο αναιρεσείων κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με παράδοση της κλήσης στον ίδιο, για να εμφανιστεί κατά τη συνεδρίαση της 16 Μαρτίου 2011, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, μετά από υποβολή αιτήματος από αυτόν, όπως προκύπτει από τη με αριθμ.463/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ 35/12-7-2010 αίτηση του Γ. Σ. για αναίρεση της 2162/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 1
|
Αριθμός 1471/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/1999 μη οριστική, 127/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων/ Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 29-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Όπως προκύπτει από την με αριθμό 5900β'/17.3.2010 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άρτας Χρήστου Σ. Βήχα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω απ' αυτήν πράξεις του Προέδρου και Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο τμήμα, η δικάσιμος που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας και ο Εισηγητής Δικαστής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1297/1998). Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεως και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους (ΑΠ 159/2004). Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση αν το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ'αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Για να είναι ορισμένος, και, άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1996). Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε τα δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001). Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο, εξαρτάται, τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Περαιτέρω, κατά τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης κρίνονται και οι παραβιάσεις των ερμηνευτικών κανόνων 173, 200 και 288 ΑΚ. Αυτοί παραβιάζονται, εκτός των άλλων, και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, με την ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 79/1993, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 1229/2004). Δεν απαιτείται, όμως, η εξειδίκευση στην απόφαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1580/1995), υπόκειται, όμως σε έλεγχο, η ορθότητα ή μη της δοθείσας ερμηνείας. Η έννοια, δηλαδή, της καλής πίστης αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι έννοια νομική και ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 994/2014, ΑΠ 32/1988). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, πριν την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση, η οποία διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, εφ' όσον, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουσης του δικαιώματος (ΑΠ 1297/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ εξάγεται, ότι όποιος ζημιώσεις άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, την ίδια δε υποχρέωση έχει και όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη. Η έννοια του άρθρου 919 ΑΚ, είναι ευρύτερη από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (σχετ. ΑΠ 137/2005, ΑΠ 604/2005). Απαιτείται για την εφαρμογή του άρθρου 919 ΑΚ συμπεριφορά αντίθετη στην επικρατούσα κοινωνική και συναλλακτική ηθική, και στις θεμελιώδεις ηθικές και οικονομικές αντιλήψεις του, μέσης ηθικής, κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 55/2003, ΑΠ 5/2001). Ωσαύτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, το οποίο δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό που εφαρμόζεται, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (Βλ. και ΑΠ 821/2007, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004). Δεν έχει όμως εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν η έλλειψη του νομικού συλλογισμού ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 353/2004) και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, το οποίο εξάγεται απ'αυτές, εφ'όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι ελλείψεων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης (ΑΠ 1353/2001). Άρα, χωρεί η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2001). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός απαιτείται να περιλαμβάνει α) τις κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή την μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογία (ΑΠ 1353/2001, ΑΠ 67/2002) τον ισχυρισμό (της αγωγής ή ένστασης κ.λ.π.), για τον οποίο υπάρχει έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) αν πρόκειται για ανεπαρκή ή παντελή έλλειψη, δηλαδή ποιά πραγματικά περιστατικά έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση και σε τί ακριβώς έγκειται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 48/1997, ΑΠ 36/2005, ΑΠ 966/2004). Στην παρούσα περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα (άρθρ. 562 παρ. 1 ΚΠολΔ): "Στην προκείμενη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν ενώπιον του ορισθέντος με την 80/2000 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Εισηγητή και περιέχονται στην με αριθμό 14/2003 εισηγητική έκθεση, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομότυπα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι καθώς και τις ομολογίες που συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 1982 ο ενάγων επιθυμώντας την επέκταση της ατομικής επιχειρήσεως του ξυλουργικών και ξυλογλυπτικών εργασιών ζήτησε από το υποκατάστημα στην Άρτα της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος την έγκριση δανείου ποσού έξι εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών για μηχανολογικό εξοπλισμό (2.800.000) και κτιριακές εγκαταστάσεις (3.700.000), η δε χρηματοδότηση αυτή χορηγήθηκε μετά από σχετική έγκριση από το Ελληνικό Δημόσιο και με την εγγύηση αυτού σύμφωνα με τους όρους της 197/1978 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής (και όχι του αναπτυξιακού νόμου 1262/1982 που αναφέρεται λανθασμένα στην εκκαλούμενη απόφαση) καθώς και της 67651/2142/1972 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 681/1978). Έτσι προς τον ανωτέρω σκοπό καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης η με αρ. ... αρχική και μετέπειτα η με αρ. ... αυξητική σύμβαση πιστώσεως ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού ύψους επτά εκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων δραχμών (7.200.000). Στη συνέχεια ο ενάγων παρήγγειλε τον μηχανολογικό εξοπλισμό για την επέκταση της επιχειρήσεως του αξίας τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δραχμών στην εδρεύουσα στο Περιστέρι Αττικής εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Κ.- Δ. Π. ΟΕ" προκειμένου να εισαχθεί αυτός από το εξωτερικό, προσκόμισε, δε στην τράπεζα-προτιμολόγια της προμηθεύτριας εταιρίας σύμφωνα με το 1 άρθρο 1 περ. γ της παραπάνω απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής. Η πωλήτρια εταιρία ζήτησε την καταβολή του τιμήματος των μηχανημάτων που επρόκειτο να εισαχθούν, πριν από την εισαγωγή, τον εκτελωνισμό και την παράδοση των μηχανημάτων στον ενάγοντα και το υποκατάστημα Άρτας της εναγόμενης, μετά από εντολή του ενάγοντος, εξέδωσε σε διαταγή της πιο πάνω ομορρύθμου εταιρείας την με αρ. ... δίγραμμη τραπεζική επιταγή ποσού τεσσάρων εκατομμυρίων δραχμών με χρόνο εκδόσεως 24-1-1984, η οποία και εισπράχθηκε στις 25-1-1984 από το κατάστημα Ιωαννίνων της εναγόμενης. Ταυτόχρονα με την ανωτέρω εντολή του ενάγοντα προς την Τράπεζα, ο τελευταίος με την από 24-1-84 επιστολή του προς αυτήν, που αποτελεί παράρτημα της μεταξύ τους συμβάσεως, ανέλαβε την υποχρέωση να προσκομίσει τα τιμολόγια αγοράς του μηχανολογικού εξοπλισμού και βεβαίωση του Επιμελητηρίου για την πραγματοποίηση της εγκαταστάσεως και λειτουργίας των μηχανημάτων. Ειδικότερα με την εν λόγω επιστολή-παράρτημα της συμβάσεως ο ενάγων ανέλαβε την ανέκκλητη και ανεπιφύλακτη υποχρέωση έναντι της Τράπεζας και του Ελληνικού Δημοσίου να προσκομίσει τα τιμολόγια αγοράς του καινουργούς μηχανολογικού εξοπλισμού, εξοφλημένα τοις μετρητοίς και βεβαίωση του επιμελητηρίου για την πραγματοποίηση της εγκαταστάσεως και λειτουργίας των μηχανημάτων, ενώ σε περίπτωση που δεν τηρηθούν από αυτόν οι πιο πάνω υποχρεώσεις ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει υπέρ του Δημοσίου ποινική ρήτρα 10%, παραιτούμενος κάθε ενστάσεως ή αντιρρήσεως σε περίπτωση που η τράπεζα προσφύγει στην εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για την είσπραξη της απαιτήσεώς της. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η εναγόμενη κατέβαλε στην προαναφερόμενη εισαγωγική των μηχανημάτων εταιρία το ποσό που προαναφέρθηκε κατ' εντολή του ενάγοντος με βάση τα προσκομισθέντα προτιμολόγια και ο τελευταίος ανέλαβε την πρόσθετη υποχρέωση να προσκομίσει ο ίδιος τα σχετικά τιμολόγια και τη βεβαίωση του Επιμελητηρίου για την εγκατάσταση των μηχανημάτων και συνεπώς δεν υπήρχε συμβατική ή εκ του νόμου υποχρέωση της εναγόμενης Τράπεζας πριν την έκδοση της επιταγής για την πληρωμή του τιμήματος των 4.000.000 δρχ. στην προμηθεύτρια εταιρία να ζητήσει την προσκόμιση των τιμολογίων και των παραστατικών για την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό των μηχανημάτων ή να ελέγξει ότι αυτά εισήχθησαν και παραδόθηκαν στον ενάγοντα, αφού κατά τα προααποδειχθέντα την εν λόγω υποχρέωση είχε αναλάβει ο τελευταίος, όπως ορίζονταν στην απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής της 10.8/5.9.1978 και συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 3 του Β κεφαλαίου κατά το οποίο "Η εκταμίευσις του δανείου, καθ' ο μέρος αφορά την αξία των μηχανημάτων, θα γίνεται δια δίγραμμου επιταγής εις διαταγήν του πωλητού και έναντι υποχρεώσεως του χρηματοδοτούμενου δια την προσκόμισιν εκ των υστέρων εξωφλημένου τιμολογίου" και όσα αντίθετα αυτός υποστηρίζει με την αγωγή του είναι αβάσιμα. Είναι γεγονός ότι η παραπάνω προμηθεύτρια εταιρία δεν παρέδωσε στον ενάγοντα τα αγορασθέντα μηχανήματα και με την με αριθμό 32/1987 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας η πωλήτρια εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.000.000 δρχ. με το νόμιμο τόκο από 1/1/1984 και την απαίτηση του αυτή ο ενάγων μεταβίβασε λόγω ενεχύρου στην εναγόμενη τράπεζα και υπογράφηκε σχετικά η με αρ. ... σύμβαση ενεχυριάσεως της απαιτήσεως. Η τελευταία στη συνέχεια προέβη σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες για την είσπραξη της απαιτήσεως, ήτοι σε έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και των μελών αυτής, χωρίς όμως να ανεύρει περιουσιακά στοιχεία αυτών προκειμένου να ικανοποιηθεί η εν λόγω απαίτηση, όπως ρητά κατέθεσαν οι εξετασθέντες με επιμέλεια της εναγόμενης μάρτυρες-υπάλληλοί της, ενώ ο αντίθετος αγωγικός ισχυρισμός ότι η εναγόμενη αμέλησε την είσπραξη της εν λόγω απαίτησης κατά της πωλήτριας εταιρίας ουδόλως αποδείχθηκε, καθόσον μάλιστα και ο ίδιος ο εναγόμενος παρότι η απόφαση είχε κηρυχθεί κατά ένα μέρος προσωρινά εκτελεστή δεν προέβη στην εκτέλεση της προφανώς λόγω ελλείψεως περιουσιακών στοιχείων. Πρέπει δε επιπρόσθετα να σημειωθεί ότι στην με αριθμό ... σύμβαση ενεχυριάσεως της απαιτήσεως του ενάγοντος με την εναγόμενη τράπεζα και ανεξαρτήτως των πιο πάνω αποδειχθέντων ενεργειών της εναγόμενης για την ικανοποίηση της απαιτήσεως, διαλαμβάνεται και όρος ότι σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί αμέλεια των οργάνων της Τράπεζας για την εξ οιουδήποτε λόγου και αιτία μη είσπραξη της απαιτήσεως που ενεχυριάζεται. Επίσης ο έτερος αγωγικός ισχυρισμός ότι η εναγόμενη όφειλε να πιστώσει στον λογαριασμό του το παραπάνω ποσό των 4.000.000 δρχ. μετά των τόκων από 1/1/1984 αποδεικνύεται αβάσιμος καθόσον το εν λόγω ποσό δεν εισεπράχθη από την Τράπεζα και συνεπώς δεν υφίστατο τέτοια υποχρέωση της, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο ενάγων, αντίθετο δε δεν προκύπτει από το με αριθμό ... έγγραφο της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων Ιωαννίνων, με το οποίο η τελευταία εγνωματευσε οτι ".... το ποσό που πρόκειται να εισπράξει η επιχείρηση από την προμηθεύτρια εταιρεία, μετά την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, πρέπει να εκχωρηθεί στην Τράπεζα σας και να αχθεί σε πίστωση του δανείου....", από το οποίο σαφώς προκύπτει ότι μόνο μετά την είσπραξη του έπρεπε να εκχωρηθεί στην τράπεζα και στη συνέχεια να πιστωθεί στο τηρούμενο λογαριασμό του δανείου. Εξάλλου νόμιμα και σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις η εναγόμενη, η οποία είχε προβεί στις χορηγήσεις στον ενάγοντα των ποσών των εγκριθέντων βιοτεχνικών δανείων, προέβη λόγω της καθυστέρησης από τον δανειολήπτη της καταβολής των δόσεων στο κλείσιμο των λογαριασμών που τηρούσε στις 25-5-1988 με χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του 13.629.188 δρχ. και στην έκδοση σε βάρος του ενάγοντος της με αρ. 57/90 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας από τον πιστούχο-οφειλέτη ανακοπής (βλ. την 25/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας), επεδίωξε δε στη συνέχεια την ικανοποίηση της απαιτήσεως της και επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του και κατάσχεσε την ακίνητη περιουσία του, ήτοι δύο οικόπεδα στη θέση "..." εκτάσεως 2.912,60 τ.μ. το πρώτο και 2.000,32 τ.μ. μετά του επ' αυτού βιομηχανικού κτιρίου εμβαδού 525,75 τ.μ., το δε δεύτερο στο οποίο είχε εμπράγματη ασφάλεια και εκπλειστηριάσθηκε στις 10-11-1993 περιήλθε στην ίδια (επισπεύδουσα) ως υπερθεματίστρια αντί πλειστηριάσματος 12.500.000 δρχ., ακολούθως δε ζήτησε την κατάπτωση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου για το ποσό των 5.594.772 δρχ. και την βεβαίωση του υπολοίπου της απαίτησης της (63.341.806 δρχ. εντόκως πό 15-9-1997) προκειμένου να εισπραχθεί με τη διαδικασία του ΚΕΔΕ κατά τις διατάξεις της προαναφερθείσας 197/1978 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και των σε εκτέλεση της εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων βλ. σχετικά προσκομιζόμενα έγγραφα). Πρέπει να σημειωθεί ότι το ότι η εφεσίβλητη τράπεζα και μετά το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών συνέχιζε να χρεώνει τόκους και έξοδα, μέχρι τουλάχιστον την 25-6-1998 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν συνιστά παράνομη πράξη αφού από το άρθρο 8 παρ.6 του Ν. 1083/1980, την 289/1980 (ΦΕΚ Α' 269/27-11-1980) απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, το άρθρο 296 ΑΚ και τα άρθρα 110, 111, και 112 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι ο ανατοκισμός των οφειλόμενων σε τραπεζικούς ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς ληξιπροθέσμων τόκων, δικαιοπρακτικών ή νομίμων, δεδουλευμένων ή μη, ακόμη δε και τέτοιων επί οριστικού καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να γίνει από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης χωρίς οποιοδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό, όχι όμως και αυτοδικαίως ή με σχετική μονομερή δήλωση του δανειστή, αλλά με σχετική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (ΑΠ Ολ 8 και 9/1998), αφού οι προαναφερόμενες διατάξεις της απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και του εξουσιοδοτικού αυτής νόμου (1083/1980) δεν κάνουν καμία διάκριση μεταξύ ενεργού συμβάσεως και συμβάσεως που για οποιοδήποτε λόγο έληξε ή να εξαιρούν τον εκτοκισμό, όταν έχει εκδοθεί για την οφειλή δικαστική απόφαση ή εκτελεστός τίτλος (ΑΠ 578 ΚΑΙ 579/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 938/2002 Δνη 44.1368, ΑΠ 1782/2001 Δνη 43.1430, ΑΠ 1619/2000 Δνη 42.744), ενώ στην προκείμενη περίπτωση με τον 2° όρο της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως είχε ρητά συμφωνηθεί ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός των τόκων, όπως τούτο προκύπτει από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση. Από τα παραπάνω περιστατικά, που πλήρως αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι δεν υπήρξε κάποια αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της εναγόμενης Τράπεζας σε βάρος του ενάγοντος αλλά αντίθετα οι πράξεις των οργάνων της ήταν σύμφωνες με τις προαναφερθείσες διατάξεις και τη μεταξύ τους σύμβαση, ενώ η ζημία, την οποία ισχυρίζεται ότι αυτός υπέστη, προέρχεται τόσο από την αθέτηση της υποχρεώσεως της προμηθεύτριας εισαγωγικής εταιρίας να του παραδώσει τον αγορασθέντα μηχανολογικό εξοπλισμό όσο και από τη δική του υπερημερία και αδυναμία στη συνέχεια να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις των δανείων και δεν συνδέεται αιτιωδώς με παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εναγόμενης, ενώ και ο ανατοκισμός των τόκων ήταν σύννομος κατά τα προαναφερθέντα αλλά και ο πλειστηριασμός των ακινήτων του, ενόψει δε της μη πληρωμής του υπολοίπου της απαίτησης της εφεσίβλητης δικαιολογείται τόσο το ύψος της (63.341.806 δρχ. εντόκως από 15-9-1997) όσο και η βεβαίωση αυτής στην αρμόδια ΔΟΥ προκειμένου να εισπραχθεί με τη διαδικασία του ΚΕΔΕ κατά τις διατάξεις της προαναφερθείσας 197/1978 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και των σε εκτέλεση της εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων. Δηλαδή ουδόλως αποδείχθηκε οποιαδήποτε αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της εναγόμενης και εντεύθεν αδικοπρακτική της ευθύνη διότι αυτή ενεργώντας αφενός κατά τα συμβατικώς υπεσχημένα και αφετέρου σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την χορήγηση δανείων σε βιοτεχνικές επιχειρήσεις, όπως η επιχείρηση του ενάγοντος, ενήργησε κατά τρόπο σύμφωνο προς τα κρατούντα χρηστά συναλλακτικά ήθη αφού ο τρόπος επιδίωξης της απαιτήσεως της ήταν καθ' όλα σύννομος με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται ευθύνη της ούτε κατά την ΑΚ 919 αλλά ούτε και κατά την ΑΚ 914, ώστε να δικαιούται ο ενάγων τα επιδιωκόμενα με την αγωγή του κονδύλια αποζημίωσης (θετικής και αρνητικής) και επιπρόσθετα χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση ηθικής βλάβης". Με το πιο πάνω περιεχόμενο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της, όσον αφορά την προβαλλόμενη από μέρους του αναιρεσείοντα αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της. Τα σχετικά με τη σύμβαση ενεχύρασης, πέραν του ότι αναφέρονται και αναλύονται με επάρκεια και σαφήνεια, από την προσβαλλόμενη απόφαση από μέρους του αναιρεσείοντος μνημονεύονται εντελώς αόριστα, εφ' όσον: 1) δεν αναφέρεται, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα, που προαναφέρθηκαν, συγκεκριμένα οι παραδοχές του Εφετείου, 2) δεν αναφέρονται οι αντιφατικές, κατά τον αναιρεσείοντα, παραδοχές, αφού, η σύγκριση μεταξύ παραδοχών και άλλων, μη αναφερόμενων παραδοχών, οι οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα έπρεπε να μνημονεύονται, δεν αποτελούν, πρόδηλα αντιφατικές αιτιολογίες. Ούτε, όμως, ψευδής ερμηνεία διατάξεων υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, εφ' όσον δεν αναφέρεται με σαφήνεια πώς οι μνημονευόμενες στην αναίρεση διατάξεις ερμηνεύτηκαν από την πληττόμενη απόφαση. Εφ' όσον δε γίνεται λόγος για μη αιτιολόγηση "...με επάρκεια και σαφήνεια..." των πιο πάνω (άρθρ. 179, 200, 288, 281 ΑΚ) διατάξεων, έπρεπε να γίνει λόγος, για τον τρόπο ερμηνείας τους από την παραπάνω απόφαση, 2) το Εφετείο, όπως, ήδη, εκτέθηκε, επαρκώς και με σαφήνεια αξιολόγησε την ύπαρξη ή μη της προβαλλόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσίβλητης, 3) ο αναιρεσείων κάνει λόγο για έλλειψη αιτιολογίας και ερμηνείας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση των διατάξεων των άρθρων 30 του Ν.2789/2000, 47 του Ν.2873/2000, 42 του Ν.2912/2001 και 39 του Ν.3259/2004 κατά τις σ'αυτές αναφερόμενες διακρίσεις ως προς την έκταση των προς τις Τράπεζες οφειλών. Όμως τούτο δεν είναι ακριβές, εφ' όσον: α) όπως εξάγεται, από τη νόμιμη επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), σ'αυτό ουδέν σχετικό με τις πιο πάνω διατάξεις και τους όρους εφαρμογής τους διαλαμβάνεται, β) άλλωστε, τούτο δεν ήτο εφικτό, αφού το αγωγικό δικόγραφο κατατέθηκε στις 18.3.1999, γ) ούτε, όμως, στη συνέχεια, ο αναιρεσείων πρόβαλε συναφείς ισχυρισμούς στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε, ήδη, ισχυρίζεται, πώς τους διέλαβε νομίμως στην έφεσή του, και, παρα ταύτα, απερρίφθησαν από το Εφετείο. Άρα, απαράδεκτα, ήδη (άρθρ. 512 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προβάλλονται (ΑΠ 579/2006, ΑΠ 578/2006). Συνακόλουθα, οι δύο λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι προβάλλουν τα αντίθετα και πλήττουν την αναιρεσιβαλ-λόμενη απόφαση για τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, η τελευταία πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 ΚΠΔΔ), η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2008 αίτηση του Γ. Σ. Π. για αναίρεση της με αριθμό 22/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2011.
H ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όροι εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Παραβιάσεις άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ. Δεν απαιτείται εξειδίκευση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών - άρθρο 281 ΑΚ - Έγκριση άρθρου 281 και 919 ΑΚ. Το 919 ΑΚ έχει έννοια ευρύτερη του άρθρου 281 ΑΚ. Όροι άρθρου 519 αρ 19 ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1469/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αι... Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ελευθεριάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Μ. του Κ. και 2. Δ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Δερμιτζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1203/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-6-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 7-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Aυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004), Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου, η οποία παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998) καθώς και το περιεχόμενο της. 2)Η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διατάξεως αυτής και 3)το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1996), Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής η του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/1998 ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001). Κι' αυτό γιατί μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διστακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001), Περαιτέρω, από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητα του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το σύνταγμα (αρθρ,25) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, Σε περίπτωση δε, που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο, μπορεί, επί πλέον; να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής. Η προσβολή, είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο, όμως, είναι από άποψη έννομης τάξης, μικρότερης σπουδαιότητας είτε ασκείται καταχρηστικά. (ΑΠ 195/2007). Το δικαίωμα της προσωπικότητας αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του ανθρώπου, με τον οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά, είναι, μεταξύ άλλων και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι'αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου και η ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα της ακώλυτης ανάπτυξης κάθε ανθρώπινης ενέργειας, (ΑΠ 719/2007 ΑΠ 17/2009). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται, ότι η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστη ο παθών από αδικοπραξία, επιδικάζεται σ'αυτόν, κατ' ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας με βάση τα υποβαλλόμενα υπό την κρίση του περιστατικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, χωρίς να υποχρεούται να διατάξεις αποδείξεις, ως προς την επέλευση ή μη της ηθικής βλάβης, καθώς και ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης. Μεταξύ των κριτηρίων, που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο, για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος, με βάση το οποίο το Δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υπόχρεου, μπορεί, ανάλογα με την βαρύτητα που αποδίδει σ' αυτό να επιδικάσει ή μη χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου / είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 972/1999) Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 367 του ΠΚ συνάγεται, ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και σε ανάλογες περιπτώσεις. Η διάταξη αυτή, για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται, αναλογικά, και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, προκειμένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 1407/1998). Έτσι, η προβολή συνδρομής περίπτωσης του άρθρου 367 παρ.1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση) λόγω άρσης του παράνομου της προσβολής (ΑΠ 1286/1993). Όμως, ο άδικος χαρακτήρας δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η υποχρέωση αποζημίωσης του αδικηθέντος κατά το αστικό δίκαιο, αν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης ή από τις περιστάσεις προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής. Ο ειδικός αυτός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής συμπεριφοράς, όταν, δηλαδή, δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, αντικειμενικά, το περιεχόμενο της σκέψης του ενεργήσαντος προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, και όταν ο τελευταίος, αν και γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εν τούτοις, τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου. (ΑΠ 44/2009, ΑΠ 137/1985, ΑΠ 1653/1983, ΑΠ 1113/1981 βλ, και ΑΠ 167/2000, ΑΠ 1407/1988). Επίσης, αν η προβαλλόμενη πλημμέλεια αφορά απόδοση μη προσήκοντος νοήματος σε αόριστη νομική έννοια, ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει, όχι μόνο το νόημα που αποδίδει στον κανόνα, αλλά και σε τι, ακριβώς, συνίσταται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 32/1999).
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1203/2006 απόφαση του, το Εφετείο Θεσσαλονίκης έκανε δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη, για την ουσία, εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι εναγόμενοι, δύο από τα τρία παιδιά του ενάγοντα, στις 22-1-2002 κοινοποίησαν στους Συμβολαιογράφους της ..., Σ. Μ., Ν. Ν., Ι. Β., Ε. Φ., Α. Ρ., Κ. Δ., Μ. Π., Σ. Μ., Π. Χ., Μ. Χ., Α. Μ., Ζ. Τ., Ε. Λ. Ε. Λ., Σ. Μ. και Σ. Φ., το με ημερομηνία 21-1 -2002 έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου έχει ως εξής: "Με την παρούσα σας κάνουμε γνωστό ότι ο πατέρας μας Κ. Μ., κάτοικος ..., οδός ..., πάσχει από ψυχική νόσο, η οποία τον εμποδίζει να φροντίζει μόνος του για τις υποθέσεις του και να επιμελείται της περιουσίας του. Εξ αιτίας της νόσου του αυτής νοσηλεύτηκε κατά το παρελθόν αλλά και πρόσφατα και λαμβάνει σχετική αγωγή που του συνέστησαν οι ειδικοί θεράποντες ιατροί [λαμβάνει τα φάρμακα rispedol και sonata] όπως προκύπτει από τις επισυναπτόμενες στην παρούσα σε φωτοαντίγραφο, συνταγές του Γ. Ν. ..., που είναι γραμμένες στο βιβλιάριο υγείας του. Εφόσον λοιπόν προσέλθει σε σας για να προβεί σε οποιαδήποτε μεταβίβαση ακινήτου, πρέπει, όπως άλλωστε υποχρεούσθε από το νόμο, να ελέγξετε την πνευματική του κατάσταση και να απέχετε από την σύνταξη συμβολαίων που θα σας ζητήσει να συντάξετε. Επί πλέον σας κάνουμε γνωστό ότι εξ αιτίας της ψυχικής νόσου του πατέρα μας, έχουμε κινήσει την διαδικασία της δικαστικής συμπαράστασης, προκειμένου να διορισθεί από το Δικαστήριο δικαστικός συμπαραστάτης που θα επιμελείται των υποθέσεων του και η σχετική απόφαση θα σας γνωστοποιηθεί αμέσως μόλις δημοσιευθεί". Όπως προέκυψε, αφορμή για την ενέργεια αυτή των εναγομένων, απετέλεσαν τα εξής: 1] το γεγονός ότι αυτοί είχαν υπόψη τους το αποτέλεσμα της γενόμενης στις 3-5-2001, εξέτασης του πατέρα τους, από το νευρολόγο -ψυχίατρο του Γενικού Νοσοκομείου ... Λ. Π., που διατυπώνεται στην από 22-1-2002 ιατρική του γνωμάτευση, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας, ο εν λόγω ιατρός, ύστερα από την κατά την ανωτέρω ημερομηνία, κλινική εξέταση και το ληφθέν ιστορικό του Κ. Μ., πατέρα των εναγομένων, ετών 72, διέγνωσε ότι αυτός έπασχε από χρόνια "ψυχωσική διαταραχή", με εξάρσεις και υφέσεις από 10ετίας περίπου και ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο ευρίσκετο σε θεραπεία με το αντιψυχωτικό σκεύασμα που αναφέρεται στο παραπάνω έγγραφο, 2] το γεγονός ότι ο προδιαληφθείς, είχε πρόσκαιρα σταματήσει τη λήψη του εν λόγω φαρμάκου και αυτό φαίνεται να συνέβαλε σε σημαντική επιδείνωση της ψυχιατρικής του συμπτωματολογίας, όπως επισημαίνει ο ανωτέρω ιατρός, στην ανωτέρω γνωμάτευση του, 3] το γεγονός ότι ο πατέρας τους παρά το ότι δεν είχε τη διαχείριση της κοινής αγροτικής τους επιχείρησης, εν τούτοις προέβαινε σε εισπράξεις οφειλών των πελατών τους και ακολούθως δαπανούσε τα χρήματα για ατομικές του ανάγκες, προφανώς επειδή, όπως και ο ίδιος υποστηρίζει, το χρηματικό ποσό που του έδιναν μηνιαίως οι εναγόμενοι από τη συμμετοχή του στην επιχείρηση δεν του έφτανε για να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι με την ενέργεια τους αυτή οι εναγόμενοι, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί υπερβολική και εξεζητημένη, δεν είχαν σκοπό να δυσφημήσουν συκοφαντικά τον πατέρα τους και να προσβάλλουν την προσωπικότητα του, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά στα πλαίσια δικαιολογημένου ενδιαφέροντος τους, να επιστήσουν την προσοχή των ανωτέρω Συμβολαιογράφων για πληρέστερο έλεγχο της κατάστασης του πατέρα τους, αν τυχόν αυτός εμφανιζόταν ενώπιον τους για την κατάρτιση οιασδήποτε δικαιοπραξίας και να τους ενημερώσουν ότι πρόκειται να συζητηθεί αίτηση τους για τη δικαστική συμπαράσταση αυτού, ώστε να αποφύγουν προσωρινά τη σύνταξη συμβολαίων, Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, στηρίζεται ιδιαίτερα στο γεγονός, ότι μετά την ανωτέρω ιατρική εξέταση του πατέρα τους, εύλογα αυτοί πίστευαν, ότι πράγματι ο ενάγων έπασχε από την παραπάνω ασθένεια, η οποία, αν δεν τον καταστούσε πλήρως ανίκανο για δικαιοπραξία, οπωσδήποτε επηρέαζε τη δήλωση της βουλήσεως του και ότι εξ αιτίας της προσωρινής διακοπής της θεραπείας του, υπήρχε κίνδυνος επιδείνωσης της ψυχικής του υγείας. Γεγονός δε επιβεβαιωτικό της εν λόγω πεποίθησης αυτών, ήταν η υποβολή εκ μέρους τους αιτήσεως δικαστικής συμπαράστασης, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε από τους ίδιους τους ενάγοντες, ύστερα από παρέμβαση άλλων συγγενών τους και όχι επειδή ήταν προσχηματική. Άλλωστε τα αναφερόμενα στο πιο πάνω κοινοποιηθέν έγγραφο γεγονότα, όπως η λήψη του φαρμάκου και η νοσηλεία του ενάγοντα στο παρελθόν, [όπως προκύπτει κυρίως από την κάρτα παρακολούθησης αυτού στα ιατρεία του Ψ.Ν.Π.Ο το έτος 1989], αποδεικνύονται ως αληθινά, ενώ το αν πράγματι αυτός έπασχε από τη συγκεκριμένη ασθένεια, ασφαλώς και δεν ήταν σε θέση να το γνωρίζουν οι εναγόμενοι, αφού τούτο μόνο συμπέρασμα ιατρικής εξέτασης, μπορεί να αποτελέσει, το οποίο καλόπιστα αυτοί αποδέχθηκαν. Θα πρέπει δε να λεχθεί, ότι η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται ούτε από το αποτέλεσμα της διεξαχθείσας, με απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από δύο νευρολόγους -ψυχιάτρους ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, δεδομένου 1] ότι η εξέταση του ενάγοντα από αυτούς για τη διαπίστωση της ψυχικής του υγείας και της διανοητικής του κατάστασης, έλαβε χώρα μετά τριετία περίπου από την κοινοποίηση του ανωτέρω εγγράφου και την προηγηθείσα εξέταση αυτού με το προδιαληφθέν ιατρικό συμπέρασμα, που είχαν υπόψη τους οι εναγόμενοι, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο υπήρξε ενδεχομένως διαφοροποίηση της ψυχικής κατάστασης του ενάγοντα, 2] ότι το συμπέρασμα στο οποίο αυτοί καταλήγουν, διαφέρει μερικώς, καθόσον ο μεν Π. Μ. διατείνεται ότι "..πρόκειται περί ατόμου φυσιολογικής νοημοσύνης με απουσία γνωστικής διαταραχής, ενώ υπάρχουν στοιχεία ήπιας κατάθλιψης", επισημαίνοντας επί πλέον ότι "..κατά την παρούσα χρονική περίοδο, δεν εμφανίζει ψυχωσική διαταραχή.." και ότι "...από τις υπάρχουσες γνωματεύσεις και το ιστορικό φαίνεται ότι εμφάνισε κατά το παρελθόν ψυχικές διαταραχές [αντικρουόμενες γνωματεύσεις ιατρών]...". ενώ ο Χ. Κ., ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει ψυχωσική εικόνα του ενάγοντα ούτε στο πρόσφατο παρελθόν, αφού δεν εμφανίζεται οποιαδήποτε υπολειμματική κλινική εικόνα αυτού. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου και της αιτήσεως των εναγομένων για τη δικαστική συμπαράσταση του ενάγοντα, προκύπτει ότι αυτοί, παρά το γεγονός της αντιδικίας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, δεν υπερέβησαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο έκφρασης για την εκδήλωση του δεδικαιολογημενου ενδιαφέροντος τους, αφού η παράθεση των γεγονότων, δεν συνοδεύεται από οξύτητα ύφους και απρεπείς εκφράσεις, ώστε να μπορεί να συναχθεί ευχερώς σκοπός εξύβρισης του ενάγοντα. Εδώ, ο αναιρεσείων αιτιάται, στα κατ'αυτόν πλαίσια της παράβασης της διάταξης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, όπως προβάλλει, εσφαλμένα εφάρμοσε την αόριστη νομική έννοια του δόλου, και, κατά λογική ακολουθία, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 298, 346, 914 και 932 ΑΚ και 361-363 ΠΚ. Όμως, τούτο πράττει, κατά τρόπο, κατ'αρχήν, απαράδεκτο, εφ'οσον την προβαλλόμενη πλημμέλεια εδράζει σε σειρά εκτιμήσεων και ισχυρισμών, οι οποίοι αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, και στις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, οι οποίες δεν ελέγχονται αναιρετικά (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 313/1992) (αναφορά ψευδών γεγονότων από τους αναιρεσίβλητους σχετικά με την κατάσταση της υγείας του, την ύπαρξη ή μη ψυχικής νόσου, λήψη υπόψη ιατρικών βεβαιώσεων επιλεκτικά, κακή εκτίμηση ιατρικών γνωματεύσεων, κρίσεις ουσίας περί την διαχείριση της περιουσίας του, αγνοία της ψυχασθενείας του, κακή εκτίμησης της κατάστασης της υγείας του). Σε κάθε περίπτωση δε, από την προπαρατεθείσα παραδοχή του Εφετείου εξάγεται πως το δικαστήριο ορθά έκρινε, και ουδόλως παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, ούτε εσφαλμένα εξειδίκευσε την έννοια του δόλου. Κατά ταύτα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης που προβάλλει τα αντίθετα, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα είναι μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 44/2003). Πρέπει δε η κρίση του δικαστηρίου να στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα που, κατά την αναίρεση, παραμορφώθηκαν (ΑΠ 1440/2002, ΑΠ 627/2003). Αν όμως το έγγραφο, απλά συνεκτιμήθηκε με άλλες αποδείξεις, δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 506/1988, ΑΠ 688/2005). Πρέπει, ακόμη, να υπάρχει παραδοχή κατάδηλα διαφορετικών περιστατικών από εκείνα που, όντως, περιέχονται στο έγγραφο (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 4/2003, ΑΠ 507/2003, ΑΠ 437/2005). Παραμόρφωση δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο, ορθά ανέγνωσε το έγγραφο, και εκτίμησε το περιεχόμενο του διαφορετικά, από ότι θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων (σχετ.Ολ.ΑΠ 1/1999), Ακόμη, για να είναι ορισμένος, ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια το έγγραφο και το περιεχόμενο του, και "αυτολεξεί" το περιεχόμενο που προσέδωσε σ'αυτό το δικαστήριο, ώστε να είναι εμφανές, από τη σύγκριση το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 422/1993, ΑΠ 194/2005, ΑΠ 1654/2005), ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998) και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα, συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ακριβώς λόγω της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 31/1997). Ο αναιρεσείων προβάλλει, πως η προσβαλλόμενη απόφαση, στηρίχτηκε, για την κρίση της, σχεδόν αποκλειστικά, στο περιεχόμενο της από 22-1-2002 ιατρικής γνωμάτευσης του νευρολόγου-ψυχιάτρου του Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου ... Λ. Π., το περιεχόμενο της οποίας παραμόρφωσε. Τούτο όμως, δεν είναι ακριβές, εφ'οσον, όπως εξάγεται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αυτή, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής, κρίσης της, δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά, ή, έστω, κατά κύριο λόγο, στην πιο πάνω γνωμάτευση, αλλά έλαβε υπόψη της τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, και όλα τα έγγραφα που αυτοί προσκόμισαν. Άλλωστε, ο ίδιος ο αναιρεσείων προς θεμελίωση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης επικαλείται και άλλες ιατρικές γνωματεύσεις, οι οποίες, κατ'αυτόν, αντικρούουν, το περιεχόμενο της πιο πάνω γνωμάτευσης. Όμως, τούτο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συνιστά "παραμόρφωση εγγράφου" Το αν η γνωμάτευση αυτή ήταν, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης "...προϊόν δικής τους έμπνευσης..." (των αναιρεσιβλήτων) "...που έντεχνα επέτυχαν την υιοθέτηση του από τον συντάκτη αυτής ιατρόν", δεν αποτελεί, βάση για τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Επίσης, το αν αυτή υπήρξε προϊόν υφαρπαγής, ή αν ο αναιρεσείων είχε εξετασθεί πράγματι η όχι από τον πιο πάνω ιατρό, και αν ήταν όντως ανίκανος για λογική λειτουργία και επιμέλεια του εαυτού του και των υποθέσεων του, είναι, πρόδηλα, θέματα ουσίας, εκτός του συγκεκριμένου αναιρετικού ελέγχου. Κατά ταύτα, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.
III. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, εκτός των άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, πως λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης και αναφοράς καθενός ξεχωριστά, εφ'οσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει, αναμφίβολα, η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 155/2006, ΑΠ 1072-73/2005, ΑΠ 918/2006). Στη κρινόμενη περίπτωση, όπως, ήδη, αναφέρθηκε, το Εφετείο δέχεται, πως, για το σχηματισμό της κρίσης του, στην ερευνώμενη υπόθεση έλαβε υπόψη του, και όλα τα έγγραφα που, νόμιμα, με επίκληση, προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη γενική αυτή αναφορά, δεν καταλείπεται αμφιβολία, πως λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν, όλα, γενικά, τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα των διαδίκων και ειδικότερα οι από 22-1-2002 ιατρική γνωμάτευση του Νευρολόγου-Ψυχίατρου Λ. Π. (μέρους αυτής) και οι από 11-2-2003 και 13-2-2003 όμοιες γνωματεύσεις του ιδίου ιατρού. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.11 πλημμέλεια, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, αυτή πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσεν προτάσεις (άρθρ. 176,180,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.6.2008 αίτηση του Κ. Μ. για αναίρεση της με αριθμό 1203/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Όροι εφαρμογής άρθρου 932 ΑΚ. Πότε εφαρμόζεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1472/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 2. Α. συζ. Κ. Δ. το γένος Σ. Α., κατοίκου ....
Ο πρώτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ενώ η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πηνελόπη Μπακαβέλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 679/1999 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2002 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεση της ήδη προαχθείσας σε Αντιπρόεδρο Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Όπως προκύπτει, από την με αριθμό 1283/δ'Βιβλίο έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας Δ. Κ., ακριβές αντίγραφο της από 3.9.2010 κλήσης της αναιρεσείουσας με την κάτω απ' αυτήν πράξη της Προέδρου του οικείου τμήματος, για ορισμό δικασίμου, όπως σημειώνεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Ο τελευταίος, όμως δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Άρα, πρέπει να δικασθεί ερήμην, και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 939 επ ΑΚ, προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη, τέτοιος δε είναι και ο εγγυητής, για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, η οποία έγινε από τον τελευταίο προς βλάβη του, κατά τους όρους των άρθρων 940 επ ΑΚ, πρέπει πλήν άλλων να αναφέρει και την απαίτηση που έχει αυτός (ο ενάγων δανειστής) κατά του εναγομένου οφειλέτη, με προσδιορισμό του ποσού, αυτής, αλλά και της αιτίας από την οποία αυτή προήλθε (από το νόμο, από σύμβαση ή αδικοπραξία κλπ). Ειδικότερα αν η εν λόγω απαίτηση αποτελεί κατάλοιπο αλληλοχρέου λογαριασμού που κλείσθηκε, πρέπει στην αγωγή να γίνεται παράθεση όλων των χρεωπιστωτικών κονδυλίων αυτού του λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει αυτό το κατάλοιπο (ΑΠ 46/1984, ΑΠ 828/2004,). Η παράθεση αυτή δεν είναι αναγκαία όταν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή (ΑΠ 49/2001). Δεν είναι επίσης αναγκαία η παράθεση των χρεωπιστωτικών κονδυλίων αν για την ύπαρξη και το ύψος της από το κατάλοιπο απαίτησης υφίσταται δεδικασμένο (άρθρα 321 επ. Κ.Πολ.Δικ.), εν όψει του ότι το τελευταίο αποκλείει την αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της ύπαρξης και του ύψους της εν λόγω απαίτησης. Τέτοιο δεδικασμένο, που αποκλείει αυτήν την αμφισβήτηση, προέρχεται και από τη διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου για απαίτηση από κατάλοιπο αλληλοχρέου λογαριασμού που κλείσθηκε και η οποία, έχει καταστεί τελεσίδικη, είτε με την τελεσίδικη, κατά παραδοχή ανακοπής κατ' αυτής, ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω ανυπαρξίας της απαίτησης, είτε, σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής μέσα στην προθεσμία των δεκαπέντε εργασίμων ημερών από την επίδοση της, που ορίζεται στο άρθρο 632 § 1 Κ.Πολ.Δικ., με την άπρακτη πάροδο των δέκα εργασίμων ημερών από την νέα επίδοση αυτής στον οφειλέτη, την μη άσκηση δηλαδή από αυτόν ανακοπής μέσα στην εν λόγω προθεσμία (αρθρ. 633 § 2 Κ.Πολ.Δικ. και Ολ. ΑΠ 6/1996,Ο λ ΑΠ 30/1987).Το δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 633 § 2 Κ.Πολ,Δικ. είναι πλήρες, δηλαδή ταυτίζεται με την έννοια, τη λειτουργία και τα όρια του δεδικασμένου κατά την έννοια του άρθρου 322 επ. Κ.Πολ.Δικ. Στην περίπτωση αυτή όμως, πρέπει, για το ορισμένο της αγωγής (για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας), να αναφέρεται σε αυτήν ότι, για την από το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού απαίτηση, έχει εκδοθεί συγκεκριμένη διαταγή πληρωμής που έχει καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 828/2004). Περαιτέρω πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που είναι και η κύρια ή επικουρική βάση αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά, όχι όμως και περιστατικά που δεν θεμελιώνουν ορισμένη και νόμιμη βάση αγωγής και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989, Ολ. ΑΠ 3/1997 ) ή περιστατικά επουσιώδη, όπως είναι η από προφανή παραδρομή εσφαλμένη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του αριθμού και της ημερομηνίας σύναψης του συμβολαίου μεταβίβασης και του ποσοστού εξ αδιαιρέτου ακινήτου που μεταβιβάσθηκε με το συμβόλαιο αυτό, εφ' όσον δεν θεμελιώνεται με τις εσφαλμένες αυτές αναφορές στην προσβαλλόμενη απόφαση, πραγματικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας με την προαναφερόμενη έννοια (ΑΠ 578/1974).
Στην προκειμένη περίπτωση με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (αγωγής), ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως πιστώσεως σε ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των εν συνεχεία αυξητικών, αυτής συμβάσεων, εχορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία "Μ. Τ. ΑΒΕΟΤΑΕ-ΒΙΟΠΑΛ ΑΕ" (με την εγγύηση και του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτοι αναιρεσιβλήτου), πιστώσεις συνολικού ύψους 1.124.000.000 δραχμών και ότι ο λογαριασμός αυτός έκλεισε οριστικώς την 25-10-96, με χρεωστικό υπόλοιπο 272.028.151 δραχμών και κοινοποιήθηκε νόμιμα, τόσο στην πρωτοφειλέτρια εταιρία, όσο και στον πρώτο αναιρεσίβλητο εγγυητή. Κατόπιν της από 1-11-1996 αιτήσεως της, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 206/1996 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, αντίγραφο εξ απογράφου της οποίας, μετ' επιταγής προς πληρωμή συνολικού ποσού 280.926.587 δραχμών, εκοινοποίησε επίσης στους προαναφερθέντες. Επίσης, με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστώσεως ανοιχτού αλληλοχρέου λογαριασμού και των αυξητικών αυτής συμβάσεων, χορήγησε στην Εταιρία με τη επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝ Π. ΑΒΕΟΤΑΕ ΠΑΛ-ΚΟΤ ΑΕ" (με την εγγύηση και του πρώτου αναιρεσιβλήτου) πιστώσεις συνολικού ύψους 2.000.000.000 δραχμών, ο εν λόγω δε λογαριασμός έκλεισε οριστικώς την 24-10-1996 με χρεωστικό υπόλοιπο 338.795.762 δραχμές και το κλείσιμο του γνωστοποιήθηκε νομίμως στην πρωτοφειλέτρια εταιρία και τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) εγγυητή. Ακολούθησε, κατόπιν της από 1-11-1996 αιτήσεως της η έκδοση της υπ' αριθμ. 207/1996 διαταγής πληρωμής του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της οποίας, μετ' επιταγής προς πληρωμή ποσού 349.761.957 δραχμών, εκοινοποίησε στην πρωτοφειλέτρια και τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) εγγυητή της συμβάσεως. Τέλος με τις μνημονευόμενες δώδεκα συμβάσεις εγγυητικών επιστολών, που εχορήγησε από 13-9-1995 ως και 6-2-1996 στην προαναφερθείσα εταιρία "ΚΟΤΤΟΝ Π. ΑΒΕΟΤΑΕ Π.-ΚΟΤ ΑΕ" με την εγγύηση και του πρώτου εναγομένου (ήδη αναιρεσίβλητου) εγγυήθηκε την καλή εκτέλεση των όρων "Πιστοποιητικού Προκαθορισμού" ενίσχυσης για το σύσπορο βαμβάκι εσοδείας 1995-1996, βάσει των οποίων εδικαιούτο προμηθείας επί του ποσού των συμβάσεων. Προς τούτο ανοίχθηκε ο οικείος υπ' αριθμ. ... ο λογαριασμός, ο οποίος έκλεισε οριστικώς την 25-10-96 με χρωστικό υπόλοιπο 16.759.427 δραχμές. Για την απαίτηση της αυτή η αναιρεσείουσα επέτυχε, κατόπιν της από 5-11-96 αιτήσεως της, την έκδοση της υπ' αριθμ. 209/1996 διαταγής πληρωμής του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, ποσού 17.503.018 δραχμών και αντίγραφο της εκοινοποίησε νομίμως. Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δυνάμει του ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Παλαμά Παναγιώτη Βλάχου, που μεταγράφηκε την 26-8-1996, μεταβίβασε λόγω πώλησης προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, το οποίο επαρκώς προσδιορίζεται στην αγωγή. Ότι η απαλλοτρίωση αυτή έγινε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο προς βλάβη αυτής (αναιρεσείουσας) και συγκεκριμένα για να ματαιώσει την ικανοποίηση των κατ' αυτού απαιτήσεων της, αφού ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν έχει άλλο περιουσιακό στοιχείο, συμμέτοχη δε του δόλου και της σκοπούμενης βλάβης του πρώτου ήταν και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία εγνώριζε τις οφειλές του προς την αναιρεσείουσα τράπεζα. Με το ιστορικό αυτό η αναιρεσείουσα εζήτησε να διαταχθεί η διάρρηξη της μεταξύ των αναιρεσιβλήτων λαβούσης χωράν δικαιοπραξίας, δηλαδή της πώλησης του παραπάνω ακινήτου. Το Εφετείο έκρινε ότι υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή πάσχει από αοριστία καθ' όσον ήταν απολύτως αναγκαίο για την νομική πληρότητα του δικογράφου της και το ορισμένο αυτής, να παρατεθούν τα κατ' ιδίαν κονδύλια πιστοχρεώσεων των επίμαχων αλληλοχρέων λογαριασμών ώστε να μπορεί να κριθεί αν κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταδολιευτικής μεταβιβάσεως (7-4-1995) υπήρχε ή όχι απαίτηση της δανείστριας Τράπεζας σε βάρος του αντιδίκου της (με την έννοια του καταλοίπου), αφού η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα δεν επεκαλείτο για την θεμελίωση της αγωγής της ούτε την κατ' άρθρο 874 παρ. 2 ΑΚ αναγνώριση του καταλοίπου και με τις σκέψεις αυτές απέρριψε κατ' επικύρωση της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την αγωγή. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν περιέλαβε στην απόφαση του πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τα επικληθέντα με την αγωγή. Δεν αποτελεί δε σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., η από προφανή παραδρομή εσφαλμένη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στην αγωγή αναφέρεται α)ως επίμαχο συμβόλαιο το 9610/1995 με ημερομηνία σύνταξης την 7-4-1995 αντί του ορθού ... με ημερομηνία σύνταξης την 7-4-1996 και β)ως μεταβιβασθέν με το συμβόλαιο αυτό ποσοστό εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού 100%, αντί του ορθού 50%, αφού το ορισμένο και νόμιμο της ένδικης αγωγής κρίνεται από την επισκόπηση του περιεχομένου του δικογράφου αυτής και όχι του αναγραφομένου στην προσβαλλόμενη απόφαση περιεχομένου αυτής. Από την εσφαλμένη δε αυτή αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση των προαναφερομένων στοιχείων, αριθμού και ημερομηνίας σύνταξης του συμβολαίου μεταβίβασης και μεταβιβασθέντος ποσοστού εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, δεν προκύπτει κάποια επιβλαβής για την αναιρεσείουσα έννομη συνέπεια. Επίσης δεν είναι "πράγματα" κατά την παραπάνω έννοια, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή, η σύναψη των αναφερομένων στην αγωγή λογαριασμών και το οριστικό κλείσιμο τούτων, χωρίς την παράθεση των καθέκαστον κονδυλίων, ούτε η έκδοση με βάση το υπόλοιπο αυτών, των επίσης αναφερομένων στην αγωγή διαταγών πληρωμής, χωρίς αυτές να αποκτήσουν ισχύ δεδικασμένου με την τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 632 § 1 εδ. α' και 633 § 2 εδ, α' και γ' Κ.Πολ.Δικ., γιατί δεν αποτελούν απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων που υπάρχει κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και είναι ληξιπρόθεσμη μέχρι την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής (Ολ. ΑΠ 709/1974). Επομένως οι προβαλλόμενοι για το αντίθετο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Σε κάθε όμως περίπτωση ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 (όπως εκτιμάται) Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες στην αγωγή διαταγές πληρωμής και απέρριψε ως αόριστη την αγωγή είναι και αλυσιτελής, αφού το Εφετείο δέχεται ότι οι διαταγές αυτές πληρωμής ακυρώθηκαν με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, η δε παραδοχή αυτή που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την απόρριψη της βάσης της αγωγής που στηρίζεται στις διαταγές αυτές πληρωμής, δεν πλήττεται με ορισμένο και βάσιμο λόγο αναίρεσης. Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα η τελευταία πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υπεβλήθη σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.10.2002 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε για αναίρεση της με αριθμό 679/1999 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.Και,
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσεσίβλητης την οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Πότε η αγωγή είναι ορισμένη. Επί αλληλόχρεου λογαριασμού πρέπει να αναφέρει όλα τα χρεωπιστωτικά κονδύλια από τα οποία προκύπτει το κατάλοιπο εκτός αν αυτό έχει αναγνωρισθεί ή αν υπάρχει δεδικασμένο γι’ αυτό. Αυτό μπορεί να προέλθει και από διαταγή πληρωμής – πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1479/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αργυριάδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 362/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2313/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-5-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από -1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την υπ' αριθμ. 2893/15.10.2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών Ε. Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2313/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την κάτω από αυτήν πράξη με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος, επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 576§2 του ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από τη σειρά του πινακίου και δεν έλαβε μέρος, στη συζήτηση της υποθέσεως.
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.11 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως. Εξάλλου κατά το άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο τους ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός εάν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20, κατά συνέπειαν δε λόγος αναιρέσεως που προσβάλλει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου είναι απαράδεκτος.
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου η αιτίαση ότι το Εφετείο, που δέχθηκε την αγωγή του εφεσιβλήτου και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 28.158,16 ευρώ ως οφειλόμενο τίμημα πωλήσεως των αναφερόμενων εμπορικών ειδών, έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη, αφού ο μεν ενάγων δεν απέδειξε την αγωγή του, ο ίδιος δε (αναιρεσείων) απέδειξε την ένσταση εξοφλήσεως που είχε προτείνει, με τα επίσημα βιβλία του γενικού του ημερολογίου που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νομίμως και τα οποία δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης καθ' όσον μεν στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, το οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ειρημένα έγγραφα (αντίγραφα ημερολογίου), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, όπου μνημονεύονται και αξιολογούνται ιδιαιτέρως τα ανωτέρω έγγραφα, προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, τα οποία και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Κατά τα λοιπά ο ίδιος αυτός (πρώτος) λόγος αναιρέσεως αφορά την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία καθ' εαυτήν, αφού δηλαδή δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις του άρθρου 561§1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με αποτέλεσμα να είναι κατά τούτο απαράδεκτος και απορριπτέος. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν προσέδωσε την κατά τα άρθρα 444 αρ.1 και 448§1α'του ΚΠολΔ αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα ως άνω εμπορικά έγγραφα (αντίγραφα ημερολογίου) τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξη της ενστάσεως εξοφλήσεως που κατά τα προεκτεθέντα είχε προτείνει ο ίδιος. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο και για τους αναφερόμενους στην απόφαση λόγους εξετίμησε τα ειρημένα έγγραφα ως απλά ιδιωτικά έγγραφα αφού έκρινε ότι δεν πληρούν τους όρους του νόμου για τον χαρακτηρισμό τους ως αντιγράφων εμπορικών βιβλίων και προσέδωσε έτσι σ' αυτά την κατά νόμον αποδεικτική δύναμη των (απλών) ιδιωτικών εγγράφων (άρθρ. 445 του ΚΠολΔ) και όχι την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των εμπορικών βιβλίων (άρθρ. 444 αρ.1 και 448§1α' του ΚΠολΔ), η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου, ότι δηλαδή πρόκειται για απλά ιδιωτικά έγγραφα, δεν προσβάλλεται με τον κρινόμενο λόγο αναιρέσεως. Κατά τα λοιπά και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει περαιτέρω ότι: α) το Εφετείο έσφαλε με το να δεχθεί ότι δεν απεδείχθη η συμφωνία των διαδίκων για εξόφληση των τιμολογίων των ένδικων πωλήσεων εντός μηνός από την έκδοσή τους και ότι β) το Εφετείο "ουδόλως εστάθη" στο γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει εναντίον τού αναιρεσείοντος και άλλη, προγενέστερη, αγωγή για το ποσό των 3.568,69 ευρώ από τις μεταξύ τους συναλλαγές χωρίς στην αγωγή αυτή (πρώτη) να συμπεριλάβει και τις επίδικες ήδη αξιώσεις του, πράγμα που σημαίνει (κατά τον αναιρεσείοντα) ότι δεν υφίσταντο οι επίδικες αυτές αξιώσεις, που επιδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι (ο λόγος αναιρέσεως) απαράδεκτος και απορριπτέος προεχόντως ως αναφερόμενος σε εκτίμηση πραγμάτων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 561§1 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω και όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχετικά με την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ως άνω ένσταση εξοφλήσεως, δέχθηκε τα εξής: "Προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί εξοφλήσεως προσκομίζει μηχανογραφημένες σελίδες που φέρουν στο επάνω μέρος τους στην ένδειξη ¨Γενικό Ημερολόγιο¨, όπου αναγράφονται οι αριθμοί των ενδίκων τιμολογίων κλπ (αναφέρεται το περιεχόμενο των σελίδων). Οι σελίδες αυτές δεν φέρουν οποιαδήποτε ένδειξη ότι είναι σελίδες του ημερολογίου του εναγομένου, εμπορικού βιβλίου τηρουμένου κατ' άρθρον 8 ΕμπΝ όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αφού δεν υπάρχει θεώρηση από την αρμόδια αρχή (άρθρ. 11 ΕμπΝ) και φέρουν μόνο την ένδειξη ¨ακριβές φωτοαντίγραφο¨ και τη σφραγίδα και υπογραφή δικηγόρου, χωρίς να αναγράφεται τίνος εγγράφου είναι φωτοαντίγραφο και κυρίως εάν είναι φωτοαντίγραφο αποσπάσματος από εμπορικό βιβλίο, ενώ δεν αναγράφεται οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή του εναγομένου πλην των επιδίκων. Κατά συνέπειαν τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτει ότι είναι σελίδες εμπορικού βιβλίου, ώστε να αποτελούν μεταξύ εμπόρων πλήρη απόδειξη, αλλά απλά ιδιωτικά έγγραφα τα οποία ο εναγόμενος έχει συμπληρώσει για δική του χρήση και εφόσον τα προσκομίζει ο ίδιος δεν αποδεικνύουν υπέρ του (εκδότη τους) κατ' άρθρο 447 του ΚΠολΔ". Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι "από το σώμα του ανωτέρω εγγράφου προκύπτει α) ότι ταύτα είναι αντίγραφα γενικού ημερολογίου, ως ρητά αναφέρεται τούτο στην κεφαλή της σελίδας, και β) ότι είναι νομίμως θεωρημένα, καθώς υπάρχει σε αυτά ο αριθμός θεώρησής τους. Γεγονότα πραγματικά, τα οποία ουδόλως έλαβε υπόψιν της η αναιρεσιβαλλομένη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά την ορθή εκτίμησή του, ως προς μεν τα ανωτέρω υπό α' αναφέρεται στην από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση του περιεχομένου των ειρημένων εγγράφων, η οποία, ως εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 561§1 του ΚΠολΔ, ως προς δε τα ανωτέρω υπό β' συνιστά τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος τα ανωτέρω έγγραφα (μηχανογραφημένες σελίδες με την ένδειξη "Γενικό Ημερολόγιο") φέρουν τον αριθμό της θεώρησής τους, το Εφετείο δέχθηκε ότι στα έγγραφα αυτά δεν υπάρχει θεώρηση από την αρμόδια αρχή (άρθρ. 11 ΕμπΝ), πραγματικό γεγονός προφανώς διαφορετικό από εκείνο που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αναφέρεται στα έγγραφα αυτά. Και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος, το μεν (ανωτ. υπό α') ως απαράδεκτος, αναφερόμενος σε εκτίμηση πραγμάτων (άρθρ. 561§1 του ΚΠολΔ), το δε (ανωτ. υπό β') ως αβάσιμος (αναπόδεικτος), αφού ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει τα υπόψη έγγραφα, που κατά τους ισχυρισμούς του είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχός τους από τον Άρειο Πάγο και εντεύθεν η διαπίστωση της τυχόν παραμόρφωσης του περιεχομένου τους την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων, τα προσκομιζόμενα δε ήδη ενώπιον του δικαστηρίου τούτου φωτοτυπικά αντίγραφα μηχανογραφημένων σελίδων από τα εμπορικά βιβλία (Γενικό Ημερολόγιο) του αναιρεσείοντος δεν αποδεικνύουν ότι τα αντίγραφα αυτά είχαν υποβληθεί και στο Εφετείο, αφού φέρουν βεβαίωση για την ακρίβειά τους από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος με ημερομηνία 11.2.2011, κατά πολύ μεταγενέστερη εκείνης της συνεδριάσεως του Εφετείου (8.2.2008). Με τον τέταρτο και τελευταίο από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα δεν απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου που προβλήθηκε απαραδέκτως, κατ' άρθρο 527 του ΚΠολΔ, το πρώτον με τις προτάσεις του στο Εφετείο και κατά τον οποίο "η εκκαλουμένη έσφαλε τόσο στον χαρακτηρισμό, όσο και στην αποδεικτική δύναμη του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (προαναφερθείσες σελίδες ημερολογίου), διότι πρόκειται για λογιστικά βιβλία και όχι εμπορικά, που καμία απολύτως σχέση δεν έχουν με το Γενικό Ημερολόγιο που υποχρεούνται να τηρούν από τον Ε.Ν. όλοι οι έμποροι". Ο ισχυρισμός όμως αυτός του αναιρεσιβλήτου και τότε εκκαλούντος α) προτάθηκε παραδεκτώς με την έφεσή του (δεύτερη σελίδα του δικογράφου της εφέσεως) ως παράπονο του εκκαλούντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή του κατά παραδοχήν της ενστάσεως εξοφλήσεως του εναγομένου-αναιρεσείοντος η οποία εφέρετο ως αποδειχθείσα με τα ανωτέρω έγγραφα, ενώ β) δεν αποτελεί (ο εν λόγω ισχυρισμός) πραγματικό ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό που να θεμελιώνει (εδώ) αντένσταση κατά της αντικρουόμενης ένστασης (εξοφλήσεως) και να υπόκειται στον περιορισμό του ειρημένου άρθρου 527 του ΚΠολΔ, αλλά πρόκειται για αρνητικό της αποδεικτικής δύναμης των ανωτέρω εγγράφων ισχυρισμό, που δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 527 του ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.5.2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2313/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως για εκτίμηση πραγμάτων από το δικαστήριο της ουσίας. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 11, 12, 14 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1480/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Π., τέως συζ. Ι., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φραγκιαδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γεωργίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-10-1998 και 4-1-1999 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4857/1999 μη οριστική, 6072/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8135/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ηαναιρεσείουσα με την από 29-9-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15-4-2010 έκθεση της ήδη προαχθείσας σε Αντιπρόεδρο Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης της υποθέσεως σε μεταγενέστερη δικάσιμο που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο εφαρμόζονται και τα εδάφια β' και γ' του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, τα οποία ορίζουν ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και δεν απαιτείται κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή. Εξάλλου κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τέλος, ο διάδικος δεν λαμβάνει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και όταν φέρεται να εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο ο οποίος παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπηση του διαδίκου, αφού για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα που δίδεται κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 96 παρ. 1 τρόπο και η έλλειψη της οποίας λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 104 του ΚΠολΔ).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τη φερόμενη ως πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γεωργίου, η οποία όμως δεν προσκόμισε σχετικώς πληρεξούσιο έγγραφο, από το οποίο δηλ. να προκύπτει ότι έχει δοθεί σ' αυτήν πληρεξουσιότητα από τον αναιρεσίβλητο να τον εκπροσωπήσει, κατά συνέπεια δε ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και θεωρείται δικονομικώς απών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 9918/2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η 26-4-2010, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (14-2-2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ) στον αναιρεσίβλητο, με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως και αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την κατά τα ανωτέρω (δικονομική) απουσία του αναιρεσιβλήτου.
ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αφού ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημόσια τάξη. Επομένως για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Ολομ ΑΠ 15/2000), και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ, προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε το δικόγραφο της αγωγής αόριστο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι τον ισχυρισμό αυτόν, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρότεινε με ειδικό παράπονο, όπως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας. ii. Από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ (όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 1329/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983, συνάγεται ότι η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και εκείνων που παρέχονται στον συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Ανάγκη εξάλλου χρηματικής αποτίμησης στην αγωγή των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν από τον δικαιούχο στον συζυγικό οίκο υπάρχει μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού μόνο κατά το μέρος αυτό οι εν λόγω υπηρεσίες αποτελούν συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι περιέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν προέβη σε χρηματική αποτίμηση όλων των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν από την αναιρεσείουσα στον συζυγικό οίκο, ούτε "προσδιόρισε οικονομικά το σύνολο των οικογενειακών αναγκών". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η παροχή από την αναιρεσείουσα των προσωπικών υπηρεσιών της στον συζυγικό οίκο για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών δεν υπερέβαινε το κατά νόμον επιβαλλόμενο μέτρο συνεισφοράς της για την κάλυψη των αναγκών, κατά συνέπειαν δε, ενόψει δηλαδή της παραδοχής αυτής του Εφετείου, δεν ήταν αναγκαίο να γίνει χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών της αναιρεσειουσας, αφού κατά τα προεκτεθέντα οι εν λόγω υπηρεσίες μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών αποτελούν συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, ούτε επίσης ήταν αναγκαίο "να προσδιορισθεί οικονομικά το σύνολο των οικογενειακών αναγκών των διαδίκων". iii. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσης όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολομ. ΑΠ 1/1999, 24/1992, ΑΠ 562/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, δικάζοντας τις εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αντίθετες αγωγές των διαδίκων για τη συμμετοχή καθενός εξ αυτών στα αποκτήματα του άλλου, δέχθηκε ως προς τα εισοδήματα που είχαν οι διάδικοι κατά την διάρκεια του γάμου τους τα ακόλουθα: Η ενάγουσα -εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) κατά τη διάρκεια του γάμου της εργάσθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας Πειραιώς "Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", ως αδελφή νοσοκόμος μονοετούς φοιτήσεως από 3/6/1966 έως 5/12/1968 και από 20/10/1975 έως 25/10/1976. Οι μηνιαίες αποδοχές της για το έτος 1966 και μέχρι 31/3/1967 ανέρχονταν σε 1825 δρχ. από 1/6/1967 σε 1899 δρχ.,από 1/2/1968 μέχρι 31/10/1968 και από 20/10/1975 σε 5688 δρχ. Στις 12/9/1983 προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου στο ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ως αδελφή νοσοκόμος, όπου εργαζόταν μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης. Οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν από την πρόσληψή της [12-9-1983] σε 44.000 δρχ, από το Φεβρουάριο το 1984 σε 48.322 δρχ., τον Ιούλιο του 1984 σε 55.500 δρχ, το Φεβρουάριο του 1985 σε 63,746 δρχ, τον Ιούλιο του 1985 σε 78.953 δρχ, τον Ιανουάριο του 1986 σε 79.647 δρχ, το Φεβρουάριο του 1986 σε 82.251 δρχ, τον Αύγουστο του 1986 σε 86.476 δρχ και το Νοέμβριο του 1986 σε 87.200 δρχ. Τέλος, τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1977, ο μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σε 254.017 δρχ. Επίσης εργάστηκε ως νυκτερινή αποκλειστική νοσοκόμος 1) στο Νοσοκομείο ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ την 21/9/1997 και έλαβε 9.240 δρχ, την 25/2/1997 και έλαβε 9240 δρχ και 16/6/1997 και έλαβε 9.848 δρχ. 2) Στο Νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ την 24/1/1997, 22/2/1997 και 23/2/1997 και έλαβε συνολικά το ποσό των 43.910 δρχ, από τις 2/3/1997 έως την 6/3/1997 και έλαβε συνολικά το ποσό των 60.985 δρχ, από τις 30/4/1997 έως 6/5/1997 και έλαβε 122.683 δρχ, από τις 7/5/1997 έως τις 9/5/1977 και έλαβε 42.006 δρχ, την 21 και 22/5/1977 και έλαβε συνολικά 24.394 δρχ, στις 18/6/1997 έως 29/6/1997 και έλαβε συνολικά το ποσό των 168.710 δρχ, την 2/11/1997 και έλαβε το ποσό των 12.807 δρχ, την 3/11/1997 και έλαβε το ποσό των 12.607 δρχ, την 7/11/1997 και έλαβε το ποσό των 12.807 δρχ, 3) στο Νοσοκομείο ΙΑΣΩ την 27/2/1997 και έλαβε το ποσό των 12.197 δρχ, την 28/2/1997 και έλαβε το ποσό των 12.197 δρχ και την 31/10/1997 και έλαβε 12.807 δρχ, 4) στο Νοσοκομείο ΕΛΕΝΑ την 1/3/1997 και έλαβε το ποσό των 19.754 δρχ και 5) στο Νοσοκομείο ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟΝ από 14/5/1997 έως και 17/5/1997 και έλαβε ποσό των 44.700 δρχ. Αυτά ήταν τα έσοδα της ενάγουσας κατά τη διάρκεια του γάμου της. Εξάλλου ο ενάγων - εναγόμενος μετά το γάμο των διαδίκων και συγκεκριμένα από το έτος 1967 μέχρι και το 1970 που έκανε την έναρξη της βασικής του επαγγελματικής απασχόλησης [εμπορία και επισκευή μοτοποδηλάτων και μοτοσικλετών], εργαζόταν σε διάφορες εταιρίες όπως Σαρακάκη, Βιαμάξ κλπ. Στη συνέχεια με χρήματα που είχε συγκεντρώσει από τις οικονομίες του, άνοιξε και άρχισε να λειτουργεί την επιχείρηση επισκευής και εμπορίας μοτοποδηλάτων και ανταλλακτικών στο ... . Πρόκειται για ένα περιφερειακό μικρό κατάστημα, στο οποίο πωλούσε μηχανές που του δίδονταν από την εταιρία "PIAGGIO" παρακαταθήκη προς δειγματισμό και λήψη παραγγελιών και επισκεύαζε επίσης τέτοιες μηχανές. Είχε μεγάλη φήμη ως τεχνίτης και πελάτες από ολόκληρη σχεδόν την Αθήνα έφερναν στο κατάστημά του και ανέθεταν σ' αυτόν την επισκευή μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων. Από την επιχείρηση αυτή, η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα, κέρδιζε αρκετά χρήματα. Σύμφωνα με το εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 1987 τα ετήσια εισοδήματά του από την επιχείρηση αυτή ανήλθαν στο ποσό των 555.982 δρχ και από το από 17-11-2003 έγγραφο της ΔΟΥ Αιγάλεω προκύπτει ότι ο ενάγων δήλωσε για το οικονομικό έτος 1992 από εμπορία 6.660.758 δρχ και από παροχή υπηρεσιών 1.016.763 δρχ και για το οικονομικό έτος 1993 [χρήση 1992] δήλωσε από εμπορία 6.477.046 δρχ και από παροχή υπηρεσιών 887.986 δρχ. Οι μάρτυρες του ενάγοντος - εναγομένου, ο ένας εκ των οποίων ονόματι Ε. Κ. είναι και ο λογιστής της επιχείρησης του, καταθέτουν ότι τα εισοδήματά του από την επιχείρηση ανέρχονταν στο ποσό των 2.000.000 δρχ κάθε μήνα. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι τα έσοδα του συζύγου της από την επιχείρηση του δεν υπερέβαιναν το ποσό των 100.000 δρχ. ή 293,47 ευρώ κάθε μήνα, είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι η ίδια στην από 27-10-2004 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για καταβολή διατροφής της ισχυρίζεται ότι από την επιχείρηση του συνεργείου ο εναγόμενος σύζυγός της είχε καθαρό μηνιαίο εισόδημα 5.000 ευρώ. Ακόμη και αν το Δικαστήριο δεχθεί τα ελάχιστα εισοδήματα του εναγομένου, δεν μπορεί αυτά να είναι κατώτερα των 500.000 δρχ ή 1467,35 ευρώ μηνιαίως, αν ληφθούν υπόψη οι φορολογικές του δηλώσεις. Με βάση τα παραπάνω η μεν ενάγουσα - εναγομένη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και δη από το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, μέχρι το χρόνο διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης (έτος 1993) είχε μηνιαία εισοδήματα, κατά μέσο όρο, της τάξεως των 60.000 δρχ ή 176,08 ευρώ, ο δε εναγόμενος των 500.000 δρχ. ή 176,08 Ευρώ. Η αναλογία των εισοδημάτων τους ήταν περίπου 1 προς 5. Από τα παραπάνω έσοδά της η ενάγουσα ένα μέρος διέθεσε για την αγορά του μεριδίου της στα αναφερόμενα πιο πάνω ακίνητά της, το οποίο υπολείπεται οπωσδήποτε των χρημάτων που κατέβαλε ο εναγόμενος για την από κοινού αγορά τους, και τα υπόλοιπα [έσοδα] διέθετε κυρίως για προσωπικά της έξοδα, ήτοι αγορά ενδυμάτων και αξεσουάρ πολυτελών, διότι από τις αρχές του γάμου της είχε ιδιαίτερη ροπή προς αυτά. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσδιορισμού των εισοδημάτων των διαδίκων κατά τη διάρκεια του γάμου τους, αφού διέλαβε σ' αυτήν (απόφαση) επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στην διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ και δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς. Ενώ εξάλλου δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι οι διάδικοι απέκτησαν κατά την διάρκεια του γάμου το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας α) ενός διαμερίσματος της εις το ... και επί των οδών ... 105 και ... κείμενης πολυκατοικίας, αξίας κατά τον χρόνο άσκησης των ένδικων αγωγών 40.000.000 δρχ., και β) δύο καταστημάτων του ισογείου ορόφου τετραώροφης πολυκατοικίας που ανηγέρθη με το σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου ανήκοντος από κοινού στους διαδίκους και τα δύο τέκνα τους, αξίας (των δύο καταστημάτων) κατά τον χρόνο ασκήσεως των δύο αγωγών 690.000.000 δραχμών, και της εν συνεχεία παραδοχής τούτου (Εφετείου) ότι η συνολική αξία των παραπάνω ακινήτων (διαμερίσματος και δύο καταστημάτων) που απέκτησαν οι διάδικοι ανέρχεται στο ποσό των 100.000.000 δραχμών και σε καθέναν αντιστοιχεί το ποσό των 50.000.000 δρχ ή 146.735,14 ευρώ. Τούτο δε διότι η αναγραφή της αξίας των δύο καταστημάτων εκ δραχμών 690.000.000 αντί του ορθού 60.000.000 δραχμών οφείλεται σε προφανή παραδρομή, όπως τούτο προκύπτει αφ' ενός από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδιαίτερα της παραδοχής ότι στο ποσό των 50.000.000 δρχ ή 146.735,14 ευρώ ανέρχεται η αξία της τελικής περιουσίας της ενάγουσας που αυτή απέκτησε συνεστώτος του γάμου και η οποία αποτελείται από τα αναφερθέντα περιουσιακά στοιχεία (....) και ότι ο εναγόμενος, εκτός από τα παραπάνω ακίνητα στα οποία είναι συγκύριος με την ενάγουσα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και η αξία τους ανέρχεται σε 50.000.000 δρχ (...), και αφετέρου από το περιεχόμενο των ένδικων αγωγών των διαδίκων, στις οποίες η αξία των δύο καταστημάτων προσδιορίζεται στο ποσό των 60.000.000 δρχ.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 17 και 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά ο τελευταίος (έβδομος) λόγος αναιρέσεως, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. ιν. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι εισέπραξε το ποσό των 3.000.000 δραχμών ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη όταν κατά την χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης χολής, στην οποία υπεβλήθη στη Γενική Κλινική Καλλιθέας, από αμέλεια των ιατρών παρέμεινε ξένο σώμα στην κοιλιακή της χώρα, το οποίο στη συνέχεια αφαιρέθηκε στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι "το παραπάνω ποσό που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι εισέπραξε το έτος 1987 ως αποζημίωση, συνεισέφερε για την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγόμενου. Παραστατικά καταθέσεως του ποσού αυτού σε τραπεζικό της λογαριασμό και εκταμίευσης, κατά το χρόνο της αγοράς των ακινήτων του εναγομένου - ενάγοντος, δε προσκομίζονται. Οι μάρτυρες της ενάγουσας ουδέν συγκεκριμένο περί αυτών των εισοδημάτων της αναφέρουν πέραν της πραγματικής εργασίας της, ως αδελφής νοσοκόμου στα παραπάνω Νοσοκομεία". Αφού δε η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν πλήττεται επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 12 και 1 ΚΠολΔ, ήτοι της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη του επικαλεσθέντος από την αναιρεσείουσα από 24-2-1987 ιδιωτικού συμφωνητικού και της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ περί προστήσεως αναφορικά με την έναντι αυτής (αναιρεσείουσας) ευθύνη του Νοσηλευτικού Ιδρύματος (ως προστήσαντος) και του υπεύθυνου ιατρού (παθολόγου -χειρουργού), πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία "η ενάγουσα φέρεται να έχει εισπράξει με βάση το από 24/2/1987 ιδιωτικό συμφωνητικό το παραπάνω ποσό της αποζημιώσεως από τον ιδιώτη χειρουργό ιατρό Ν. Π.. Το προσαχθέν αυτό ιδιωτικό έγγραφο που εκδόθηκε από την ενάγουσα, η οποία και το προσκομίζει, δεν πληροί τους όρους του νόμου ως αποδεικτικό στοιχείο αφού δεν προσκομίσθηκε από τον αντίδικό της εναγόμενο και κατά συνέπεια, κατά το άρθρο 447 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη. Πέραν αυτού όμως αστικώς υπεύθυνο προς αποζημίωση για το υποτιθέμενο ιατρικό λάθος σε βάρος ασθενούς, θα ήταν σε κάθε περίπτωση το Νοσηλευτικό Ίδρυμα και δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα σε περίπτωση δικαστικής διενέξεως συμβιβασμός με τον υπαίτιο ιατρό". ν.Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα διαγνωστικό, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πραγματικά έχει και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο κατ' αυτόν τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../1992 συμβολαίου της Συμ/φου Αθηνών Ευδοξίας Σούλη - Νιάου,-διότι, ενώ από το συμβόλαιο αυτό προέκυπτε ότι επί οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση ... και ανήκε στους διαδίκους κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ανηγέρθηκε τετραώροφη οικοδομή με δικές τους δαπάνες (...), το Εφετείο δέχθηκε ότι η ανέγερση της τετραώροφης οικοδομής έγινε με το σύστημα της αντιπαροχής. Ο λόγος αυτός, εφ' όσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ενδιαφέροντος τμήματος του εγγράφου του ώστε να κριθεί αν εσφαλμένως το ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αλλά και ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, την κρίση του σχετικά με την ανέγερση κατά το σύστημα της αντιπαροχής τετραώροφης πολυκατοικίας στο οικόπεδο που βρίσκεται στη θέση ... και ανήκει στους διαδίκους και τα τέκνα τους, σχημάτισε ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν και δη των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και εκείνο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του, το οποίο δεν εξαίρεται ως έγγραφο επί του οποίου βασίσθηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο η κρίση του δικαστηρίου σχετικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ δεν τίθεται ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων, λόγω της προαναφερθείσης ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-9-2008 αίτηση της Ι. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8135/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Εκπροσώπηση αναιρεσιβλήτου στο ακροατήριο από δικηγόρο που δεν αποδεικνύει πληρεξουσιότητα. Ο αναιρεσίβλητος θεωρείται δικονομικώς απών εφόσον έχει κληθεί νόμιμα. Λόγοι αναιρέσεως. Αναιρετικός έλεγχος αοριστίας αγωγής, πότε. Απορρίπτονται λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14, 19, 20 ΚΠολΔ.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1481 /2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. συζ. Θ. Μ., το γένος Σ. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Β. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Γαρούφη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-2-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ με αίτηση του Εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τούς διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο. Τα εδάφια β' και γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ. Οι διατάξεις των τελευταίων αυτών εδαφίων, που ορίζουν ότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και δεν απαιτείται κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, αναφέρονται μεν στην ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας διαδικασία, όπου δεν προβλέπεται αυτεπάγγελτη, από το δικαστήριο, αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο, για την ταυτότητα όμως του νομικού λόγου και εφόσον ο νόμος (προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 575 του ΚΠολΔ) δεν κάνει καμία διάκριση, εφαρμόζονται και στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, αναβολής της υποθέσεως από το πινάκιο, της αναβολής δηλαδή σε μεταγενέστερη δικάσιμο που ορίζεται αμέσως με επισημείωσή της σ' αυτό (πινάκιο). Κατά συνέπειαν, και στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης, από τον Άρειο Πάγο, αναβολής της συζητήσεως, της υποθέσεως από το πινάκιο η αναβολή αυτή και η αναγραφή της για τη νέα μετ' αναβολήν, δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, και δεν απαιτείται κλήση του διαδίκου για την τελευταία αυτή (μετ' αναβολήν) δικάσιμο.
Εν προκειμένω φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 241/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου μετά από αυτεπάγγελτη αναβολή από το πινάκιο της αρχικής δικασίμου της 27-9-2010, που είχε ορισθεί νομίμως, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 28-2-2011, κατά την οποία και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα(βλ. ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου). Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7119/1-9-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου ..., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτηση της η προαναφερθείσα αρχική δικάσιμος της 27-9-2010, και με κλήση προς συζήτηση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Επομένως και αφού όπως προαναφέρθηκε, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και δεν απαιτείται νέα κλήτευση για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο, όπως η παρούσα, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της κλητευθείσης ως άνω και απολιπομένης αναιρεσείουσας.
ΙΙ. -Κατά το άρθρο 1439 παρ.1 του ΑΚ καθένας από τούς συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός και ανεξάρτητος από υπαιτιότητα κλονισμός της έγγαμης σχέσης που οφείλεται σε ορισμένα γεγονότα τα οποία αφορούν το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, υπό την έννοια της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των αντικειμενικώς πρόσφορων αυτών κλονιστικών της έγγαμης συμβίωσης γεγονότων και του προσώπου του εναγομένου συζύγου ή και των δύο και υπό την προϋπόθεση ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να καθίσταται αφόρητη για τον ενάγοντα. Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξάρτητα από το ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο ή ύπαρξή του, και μόνο εάν το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του ενάγοντος δεν γεννάται υπέρ του τελευταίου δικαίωμα διαζεύξεως βάση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 1439 παρ.1 του ΑΚ. Αίτημα της αγωγής διαζυγίου είναι η λύση του γάμου των διαδίκων συζύγων (διαζύγιο), αντικείμενο δε της σχετικής δίκης, είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου (ΑΠ 28/2009, 170, 1084/2008).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρον 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με την ένδικη αγωγή του τη λύση του γάμου των διαδίκων λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από λόγο (αναφερόμενα στην αγωγή γεγονότα) που αφορά το πρόσωπο της αναιρεσείουσας- εναγομένης, η τελευταία δε με τις έγγραφες προτάσεις της στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αρνούμενη την αγωγή, ισχυρίστηκε ότι ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης των διαδίκων οφείλεται αποκλειστικά σε λόγο που αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος, αναφέροντας τα σχετικά, κλονιστικά κατ' αυτήν, γεγονότα που αφορούν τον τελευταίο. Το Εφετείο, δικάζοντας την αγωγή μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που την είχε απορρίψει, δέχθηκε, εκτιμώντας τις προσαχθείσες αποδείξεις, ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ήταν αυτή που κυρίως είχε ως αποτέλεσμα να κλονίσει τόσο ισχυρά την έγγαμη σχέση των διαδίκων ώστε η εξακολούθησή της να αποβεί αφόρητη για τον ενάγοντα, δεχόμενο δε περαιτέρω και κλονιστικά γεγονότα που αφορούν το πρόσωπο του ενάγοντος δέχθηκε την αγωγή και κήρυξε λυμένο το γάμο των διαδίκων λόγω ισχυρού κλονισμού, οφειλομένου, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, σε λόγο που αφορά το πρόσωπο και των δύο διαδίκων συζύγων. Ενόψει των προεκτεθέντων και ιδίως του αιτήματος της αγωγής διαζυγίου και του αντικειμένου της σχετικής δίκης, με την προαναφερθείσα παραδοχή του το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ούτε επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, και ο σχετικός πρώτος, από το άρθρο 559 παρ.9 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ως προς τα αποδειχθέντα κλονιστικά γεγονότα που αφορούν το πρόσωπο της αναιρεσείουσας- εναγομένης, ήτοι: "Η εφεσίβλητη άρχισε από το 2000 να επιδεικνύει ψυχρότητα και αδιαφορία προς το πρόσωπό του (ενάγοντος), δημιουργούσε συνεχώς έριδες και διαπληκτισμούς. Δεν μαγείρευε στο σπίτι, με συνέπεια ο εκκαλών (ενάγων) να τρώει συνέχεια εκτός οικίας, χωρίς αυτό να είναι δική του επιλογή. Έκανε σπατάλες, εκμεταλλευόμενη την οικονομική κατάσταση του συζύγου της, ενώ τον μείωνε και τον υποτιμούσε ενώπιον τρίτων (...).Τα συνεχή αυτά γεγονότα είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργήσουν εκρηκτική κατάσταση στην οικογένεια (...). Υπό τα περιστατικά αυτά, συνάγεται ότι η προς το πρόσωπό του εκκαλούντος εριστική, επιτιμητική και αλαζονική συμπεριφορά της εφεσίβλητης επί σειρά ετών ήταν αυτή που κυρίως είχε ως αποτέλεσμα να κλονίσει τόσο ισχυρά την έγγαμη συμβίωσή τους ώστε να αποβεί αυτή αφόρητη για τον εκκαλούντα" Τα πραγματικά αυτά γεγονότα που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα και συνδεόμενα με το πρόσωπο της αναιρεσείουσας- εναγομένης ήταν αντικειμενικώς πρόσφορα να κλονίσουν την έγγαμη σχέση των διαδίκων συζύγων, η δε περαιτέρω εξειδίκευσή τους δεν ήταν αναγκαία, αφού ανάγονται ως επί το πλείστον σε διαρκή κατάσταση, διαρκή δηλαδή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας αντικειμένη προς τις εκ του γάμου υποχρεώσεις της, όπως η αναφερόμενη ψυχρότητα και αδιαφορία προς το πρόσωπο του ενάγοντος, η μη παρασκευή φαγητού, η "εκρηκτική κατάσταση" που είχε δημιουργηθεί από τη συμπεριφορά της εναγομένης κ.λ.π. Επομένως και αφού το Εφετείο έκρινε περαιτέρω ότι τα περιστατικά αυτά επέφεραν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση, μαζί με τα αποδιδόμενα στον ενάγοντα κλονιστικά γεγονότα, τόσο ισχυρό κλονισμό στην έγγαμη σχέση των διαδίκων συζύγων, ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης αυτής σχέσης να είναι βάσιμα αφόρητη για τον ενάγοντα, δεν περιέλαβε (το Εφετείο) ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, και ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δημιούργησε "εκρηκτική" κατάσταση στην οικογένεια των διαδίκων και "εξανάγκασε" τον αναιρεσίβλητο να συνάψει εξωσυζυγικό δεσμό, ενώ από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου οδήγησε στη διάσπαση των διαδίκων, με τον τέταρτο δε και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι ενώ από τα έγγραφα και τις φωτογραφίες που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα προέκυπτε ότι η ερωμένη του αναιρεσιβλήτου ήταν η μοναδική αιτία διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, το Εφετείο "παραμορφώνοντας τα από αυτές προκύπτοντα δεδομένα και πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε τα ακριβώς αντίθετα, όταν μάλιστα ο αναιρεσίβλητος ουδέν παρόμοιο αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε". Οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου, τους οποίους η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει στους αριθμούς 10, 12 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως διότι αναφέρονται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. -Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, και με σχετικό αίτημα (άρθρο 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-2-2009 αίτηση της Π. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 241/2008 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17-6-2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27-9-2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Διαδικασία. Αυτεπάγγελτη αναβολή της συζήτησης από το πινάκιο. Ισχύουν και εδώ τα εδ. β΄ και γ΄ της παρ. 4 του άρθρου 226 ΚΠολΔ. Διαζύγιο για ισχυρό κλονισμό. Έννοια άρθρου 1439 παρ. 1 ΚΠολΔ. Αίτημα της αγωγής και αντικείμενο της σχετικής δίκης. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 9 και 19 ΚΠολΔ. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
| null | null | 2
|
Αριθμός 1482/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Λ. συζ. Α. Μ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κουλάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1-10-2009 έκθεσή της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την υπ' αριθμ. 1639/12-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γυθείου ..., την οποία ο αναιρεσίβλητος προσκομίζει και επικαλείται , προκύπτει ότι με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 568 παρ. 4β'του ΚΠολΔ), η υπ' αριθμ. 227/6-19-2010 βεβαίωση αναβολής του αρμόδιου γραμματέα του δικαστηρίου τούτου, με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14-2-2011, από τη δικάσιμο της 12-10-2009, που είχε αρχικώς ορισθεί με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτής (14-2-2011). Κατά τη ρηθείσα δικάσιμο της 14-2-2011 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου με αίτηση του αναιρεσιβλήτου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 4-4-2011, κατά την τελευταία δε αυτή δικάσιμο, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση η αναιρεσείουσα, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του ίδιου τούτου δικαστηρίου. Επομένως και αφού η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η αναγραφή της σ' αυτό ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και δεν απαιτείται νέα κλήση του διαδίκου για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο (άρθρ. 226 παρ. 4 εδ. β'και γ', 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της κληθείσης ως ανωτέρω και απολιπομένης αναιρεσείουσας (άρθρ. 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Εν προκειμένω από τη βεβαίωση που περιέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ότι η έγγαμη σχέση των διαδίκων συζύγων έχει κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο της αναιρεσείουσας-εναγομένης, ώστε βάσιμα η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη για τον αναιρεσείοντα-ενάγοντα, έλαβε υπόψη (το Εφετείο) και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και α)την υπ' αριθμ. .../2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Αποστολοπούλου και β) την από 10-11-2006 ένορκη κατάθεση ενώπιον του συμβολαιογράφου Γουατεμάλας Cristian P. Berger των θυγατέρων της αναιρεσείουσας Ν. και Μ. Μ., αντίστοιχα, που είχαν δοθεί στα πλαίσια προηγούμενης δίκης διατροφής μεταξύ των διαδίκων και της οποίες είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ως δικαστικά τεκμήρια (έγγραφα) η αναιρεσείουσα-εκκαλούσα, και τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιλαμβάνει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραμορφώθηκε.
Εν προκειμένω προβάλλεται με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 20/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου που είχε εκδοθεί σε προηγούμενη, περί διατροφής, δίκη μεταξύ των διαδίκων και την οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ως έγγραφο (δικαστικό τεκμήριο) η αναιρεσείουσα, με το να δεχθεί (το Εφετείο) ότι η απόφαση αυτή ήταν τελεσίδικη, ενώ κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ήταν μόνο οριστική. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι η επικαλούμενη παραμόρφωση δεν αφορά το περιεχόμενο της ειρημένης αποφάσεως ως εγγράφου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, λόγο, αλλά και διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, το Εφετείο για τον σχηματισμό του προρρηθέντος αποδεικτικού του πορίσματος περί του κλονισμού της έγγαμης σχέσης των διαδίκων συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να στηρίξει το ουσιαστικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο στο ανωτέρω έγγραφο.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει άλλον λόγο, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος υπέβαλε προτάσεις, και με σχετικό αίτημα (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2007 αίτηση της Λ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 114/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2007.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Απορρίπτει ως αβάσιμο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ και ως απαράδεκτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ (τον τελευταίο διότι η επικαλούμενη παραμόρφωση εγγράφου δεν αφορά το περιεχόμενο του εγγράφου).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1455/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδρέου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 644/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Β. Γ. του Μ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 478/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1 στοιχ.δ', 329, 331, 333 παρ.2, 351, 357 και 359 ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, η κατάθεση μάρτυρα, που δεν εξετάσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος αφενός να κάνει απευθείας στο μάρτυρα ερωτήσεις που είναι χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας, αφετέρου να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 358 του αυτού Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 644/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ζωοκτονίας από δράστη που οπλοφορούσε, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας με τα ελαφρυντικά του αρθρ.84 παρ.2α και ε'ΠΚ και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη. Στο σκεπτικό της άνω με αριθμό 644/2010 καταδικαστικής απόφασης του κατ' έφεση δικάσαντος πενταμελούς εφετείου για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσεώς του, αναφέρεται ότι τα περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στην κρίση του αυτή, προκύπτουν ... "κυρίως από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ιδιαίτερα του βοσκού S. F. ...". Όμως, από τα ενσωματωμένα στην απόφαση πρακτικά, προκύπτει ότι δεν εξετάσθηκε ο μάρτυρας αυτός ενώπιον του δικάσαντος Δικαστηρίου. Να σημειωθεί τέλος, ότι με την αναφορά του δικάσαντος Εφετείου στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του, δεν μπορεί να εκτιμηθεί ότι το Δικαστήριο αυτό συνεκτίμησε και τις ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα αυτού κατά την προδικασία, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης εκείνης, προκύπτει ότι ούτε κατ' αυτή τη δίκη είχε εξετασθεί ο ως άνω μάρτυρας, αλλά ούτε και στη δίκη εκείνη, είχαν αναγνωστεί οι προανακριτικές καταθέσεις του. Επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τέταρτου λόγου της αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παραπονείται για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι για το σχηματισμό της καταδικαστικής σε βάρος του κρίσεως του δικάσαντος Δικαστηρίου, λήφθηκε από αυτό υπόψη η κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, S. F., χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης ότι ο μάρτυρας αυτός εξετάστηκε στο ακροατήριο, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών (λόγων της αιτήσεως), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 644/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει το σχετικό λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της περί ενοχής του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου κρίσης του, την κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα, χωρίς όμως να προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά ότι ο μάρτυρας αυτός εξετάστηκε στο ακροατήριο του δικάσαντος κατ’ έφεση δικαστηρίου, ούτε δε να προκύπτει από τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που αναγνώστηκαν στην κατ’ έφεση δίκη, ότι ο μάρτυρας αυτός είχε εξεταστεί στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Αναιρεί και παραπέμπει στο δικάσαν δικαστήριο.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1453/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου D. S. του K., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1373/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ζακύνθου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ζακύνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 397/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία α)9 Απριλίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα του Α.Τ.Ζακύνθου Ι. Κ. και β)από 18 Απριλίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης της Α. Σ. δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, προς τον αντίκλητο του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος (ο αναιρεσείων) κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την με αριθμ.1 από 14 Φεβρουαρίου 2011, αίτηση του D. S. του K., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1373/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Ζακύνθου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1452/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα .
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011 , προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος M. (Μ.) T. (T.) του G. (T.), κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 284/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με κατηγορούμενο τον Μ. Γ. του Ε. .
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης , με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 528/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό150/27.5.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 8.4.2011 αίτηση (δήλωση) του M. T. του G. (Μ. Τ. του Τ.), κατοίκου ..., για αναίρεση του 284/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, και εκθέτουμε τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο 463 του ΚΠΔ το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό. Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, που ισχύει, κατά το άρθρο 61 αυτού, από 30.6.2003, ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος που παύει προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ιδίου Κώδικα "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ..." (ΑΠ 1630/2010, ΑΠ 621/2010, ΑΠ 360/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το 284/2010 βούλευμα, που εξέδωσε, δέχθηκε κατ' ουσία την με αριθμό 14/15.9.2009 έφεση του κατηγορουμένου Μ. Γ. του Ε., κατά του 303/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου και αποφάνθηκε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με την κρινόμενη από 8.4.2011 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Μ. Τ. του Τ., προσβάλλεται το παραπάνω Εφετειακό βούλευμα για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, και ειδικότερα για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ. Η αναίρεση ασκήθηκε την 8.4.2011, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3160/2003 (30.6.2003) και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον πολιτικώς ενάγοντα. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκείται υπό μη δικαιουμένου προς τούτο προσώπου και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η από 8.4.2011 αίτηση (δήλωση) του M. T. του G. (Μ. Τ. του Τ.), κατοίκου ..., για αναίρεση του 284/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα, 25 Μαΐου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 463 ΚΠΔ. το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό. Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003, που ισχύει, κατά το άρθρο 61 αυτού, από 30.6.2003, και που ήδη το άρθρο τούτο καταργήθηκε από τις 23.12.2010, ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος που παύει προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ίδιου Κώδικα "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ...".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντος Μ. Τ. (M. T.) προσβάλλεται το βούλευμα 284/2010 του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο το Συμβούλιο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Μ. Γ. του Ε., για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, Η αναίρεση ασκήθηκε στις 8.4.2011, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3160/2003, και άρα το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση. Επομένως, μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και τη μη εμφάνιση του, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 513 παρ.1 ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 8 Απριλίου 2011, αίτηση του M. T. του G., για αναίρεση του 284/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα που αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου. Ο πολιτικώς ενάγων δε δικαιούται ν’ ασκήσει αναίρεση κατά τούτου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1451/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Ε. Χ. του Γ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 27/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 432/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 140/24.5.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., την υπ' αριθμ. 103/4-2-2011 αίτηση του κατηγορουμένου Ε. Χ. του Γ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατ' έφεση, με την οποία καταδικάσθηκε για διακεκριμένες κλοπές κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, εκθέτω δε τα ακόλουθα :
Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρο 513 Κ. Ποιν.Δ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί - Ούτε μπορεί ο λόγος αναιρέσεως, που διατυπώνεται αορίστως στη σχετική έκθεση, να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει, αν κατ' αρχήν, υπάρχει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιές είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω για το ορισμένο το λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα πρέπει επίσης να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η απόλυτη αυτή ακυρότητα, ενώ το ίδιο πρέπει να επισημανθεί αν με την αίτηση αναιρέσεως επικαλείται ο αναιρεσείων υπέρβαση εξουσίας.
Στην κρινόμενη υπόθεση με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 103/4-2-2011 αίτησή του ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, εκθέτοντας κατά λέξη "... κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου ... για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει το άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ. Ειδικώτερον 1) λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και αντιφατικής 2) λόγω απολύτου ακυρότητος, εν συνδυασμώ προς τα άρθρα 470 και 171 Κ.Ποιν.Δ. και 3) καθ' υπέρβασιν εξουσίας και δια της παρούσης Σας δηλώ ότι, θέλω, προσθέσει εντός της νομίμου προθεσμίας πρόσθετους λόγους ...". Έτσι όμως, όπως είναι διατυπωμένοι στην οικεία έκθεση οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, χωρίς να γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά περιστατικών προς θεμελίωση των επικαλουμένων πλημμελειών της προσβαλλομένης αποφάσεως και χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται κάθε συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως, καθιστούν την αίτηση αυτή απαράδεκτη και συνεπώς απορριπτέα.
Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 103/4-2-2011 αίτηση του κατηγορουμένου Ε. Χ. του Γ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Ε. Χ. του Γ. στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17/5/2011 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 ΚΠΔ "στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ' αυτή λόγος αναίρεσης, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί αλλιώς η αίτηση είναι άκυρη και ως τέτοια απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα. Απλή επίκληση της οικείας διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια δεν αρκεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, 103/4.2.2011 αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 27/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για διακεκριμένες κλοπές και καταδικάστηκε σε κάθειρξη πέντε ετών. Ζητείται δε η αναίρεση της, όπως κατά λέξη, αναφέρεται στη σχετική έκθεση. "Το άρθρο 510 ΚΠοινΔ. Ειδικώτερον 1) λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης, αιτιολογίας, ως και αντιφατικής 2) λόγω απολύτου ακυρότητος εν συνδυασμό προς τα άρθρα 470 και 171 ΚΠοινΔ και 3) καθ' υπέρβασιν εξουσίας", χωρίς όμως αναφορά σχετικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις προβαλλόμενες νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, η ένδικη αίτηση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει, μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και τη μη εμφάνισή του, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 4 Φεβρουαρίου 2011, αίτηση του Ε. Χ. του Γ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της 27/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι οι λόγοι αναίρεσης. Απορρίπτει, ως απαράδεκτη, την αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1449/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Χ. του Γ., κατοίκου εν ζωή …, για αναίρεση της 4/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Ανηλίκων) Ιωαννίνων.
Το Τριμελές Εφετείο (Ανηλίκων) Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 258/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος εισήγαγε την με αριθμό …/Α/2011 από 14-6-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου της Δημοτικής Ενότητας … του Δήμου Ιωαννίνων, ανακοίνωσε στο δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε την 13 Ιουνίου 2011 και πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη, λόγω θανάτου.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 370 περ.β' ΚΠοινΔ η ποινική δίωξη τελειώνει και με την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, η οποία διατάσσεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει. Από τη διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται αναλόγως και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος αποβιώσει μετά την άσκηση από αυτόν αιτήσεως αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, αφού προηγουμένως αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της.
Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση υπ' αριθμό εκθέσεως 3/2011 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 7-2-2011 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου Ι. Χ. του Γ. και στρέφεται κατά της υπ' αριθμό 4/17-9-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Ποινικού Εφετείου (Ανηλίκων) Ιωαννίνων με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για παράβαση των άρθρων 4 παρ.1 και 3 πιν.Α' περ.6, 12 παρ.4 ν. 1787/1987 (πώληση ναρκωτικής ουσίας από δράστη μη τοξικομανή από την μικροποσότητα ηρωίνης που είχε προμηθευτεί για την εξυπηρέτηση των προσωπικών του αναγκών, σε άλλου μικρής ποσότητας για δική του αποκλειστικά χρήση) σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, που ανεστάλη. Όμως, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό …/Α/2011 από 14-6-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου Ιωαννίνων, η οποία κατατέθηκε στο ακροατήριο σε ακριβές φωτοαντίγραφο, κατά τη συζήτηση τη υποθέσεως, σύμφωνα με το συνημμένο στη δικογραφία σημείωμα του Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου, από τον εμφανισθέντα δικηγόρο Παντελή Μήτση ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 13-6-2011, δηλαδή μετά την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αποβιώσαντος κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για την ανωτέρω πράξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4/2010 απόφαση του Τριμελούς Ποινικού Εφετείου Ιωαννίνων (Ανηλίκων).
Παύει οριστικώς λόγω θανάτου, την κατά του Ι. Χ. του Γ. ποινική δίωξη για το ότι στα Ιωάννινα, την 12-4-2005 όντας ανήλικος πώλησε ναρκωτική ουσία χωρίς να είναι τοξικομανής, από την μικροποσότητα που είχε προμηθευθεί για την εξυπηρέτηση των προσωπικών του αναγκών, σε άλλον μικρή ποσότητα για δική του αποκλειστικά χρήση και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο πώλησε 1,1 γραμμάρια ηρωίνη, την οποία κατείχε για τις προσωπικές του ανάγκες μέσα σε ένα σακουλάκι έναντι ποσού 40 ευρώ, προς το χρήστη ναρκωτικών Β. Τ. του Δ. για δική του αποκλειστικά χρήση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1447/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου C.-F. S. του A., κατοίκου …, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 3383/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1216/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Λ. Χ., επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (με παράδοση της κλήσης στα χέρια του), για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 9 Μαρτίου 2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης όπως προκύπτει από τη με αρ.416/2011 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την με αριθμ.119 από 21 Δεκεμβρίου 2009, αίτηση του C.-F. S. του A., για αναίρεση της 3383/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2011.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1446/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου L. S. του K., κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Πάτρας, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 873/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1196/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 11 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Η. Π. υπαλλήλου στο Κ.Κ.Πατρών, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (με παράδοση της κλήσης στα χέρια του), για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 9 Μαρτίου 2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης όπως προκύπτει από τη με αρ.415/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 6 Σεπτεμβρίου 2010, αίτηση του L. S. του K. κρατούμενου στις Δ.Φ.Πάτρας, για αναίρεση της 873/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2011.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1443/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α.ς Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 227/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Δ.-Μ., η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1368/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 417/10-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ'άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, μαζί με τη σχετική δικογραφία την υπ'αριθμό 13/5-10-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμό 227/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία, ως αβάσιμη, η υπ'αριθμόν 5/2010 έφεση του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ'αρ. 5/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, που επικυρώθηκε, και με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης να δικασθεί για (α) πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση με σκοπό συνολικού περιουσιακού οφέλους άνω των 73.000 ευρώ και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 73.000 ευρώ και (β) απάτη (τετελεσμένη κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της απόπειρας απάτης) στο Δικαστήριο, της οποίας το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ (αρ. 1, 13, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94, 98, 216 παρ. 1 -3β', 386 παρ. 1 - 3β' ΠΚ). Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως (επίδοση του βουλεύματος, στο κατηγορούμενο την 25-9-2010 και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 11-10-2010) και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτου και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση ( αρ. 473, 474, 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ), για την οποία συντάχθηκε νόμιμα η υπ'αριθμό 13/5-10-2010 έκθεση αναίρεσης και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή, με προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης (α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και (β) υπέρβαση εξουσίας, διότι το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης αποφάνθηκε ότι η ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης της εγκαλούσας στο αρμόδιο Πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου, ήταν νόμιμος και βάσιμος και ότι η 601/07 απόφαση του Εφετείου Κρήτης θα ακυρωνόταν, προσέτι δε απέρριψε το αίτημα του κατηγορούμενου για περαιτέρω κυρία ανάκριση προς διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ( αρ. 93 παρ. 3 Συντ. 139, 484 παρ. 1δ', στ' ΚΠΔ) - βλ. την 13/2010 έκθεση αναίρεσης αναλυτικά- . Επειδή ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι'αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλομένους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ. 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.α.). Ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά, στην απόφασή ή το βούλευμα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι'αυτό και λογος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). 'Ετσι λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος ( βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.α.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ. 867/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά, καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) -πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς - σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.). όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. 'Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά (ΑΠ 1494/05, ΑΠ 2464/05, ΑΠ 1151/06 κ.α.) και υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ εισαγγελέα δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής: " Από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της κύριας (και της συμπληρωματικής) ανάκρισης που διενεργήθηκε, καθώς και της προκαταρκτικής εξέτασης που προηγήθηκε αυτής και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που έχουν εξετασθεί ενόρκως, τα έγγραφα που έχουν προσκομιστεί, τις ένορκες βεβαιώσεις - καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Χιούστον του Τέξας των ΗΠΑ και άλλων αρχών, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου, προέκυψαν τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, Ε. Δ., με την εγκαλούσα, Α. Δ., το γένος Γ. και Σ. Μ., τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά το ορθόδοξο δόγμα το έτος 1967, στο Ηράκλειο, όπου διέμειναν μέχρι το έτος 1970, οπότε αναχώρησαν για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για μόνιμη εγκατάσταση. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, την Α. και τον Δ., ήδη ενήλικα. Ο παραπάνω γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα με την με αριθμό 91-0582293/05.02.1992 απόφαση του Πρωτοδικείου της Κομητείας Χάρρις του Τέξας Η.Π.Α., η οποία εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αγωγής του κατηγορουμένου στην οποία συγκατένευσε η εγκαλούσα (συναινετικό διαζύγιο). Στη συνέχεια με την με αριθμό 1042/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου αναγνωρίσθηκε το δεδικασμένο της ως άνω αλλοδαπής απόφασης διαζυγίου και με βάση αυτήν εκδόθηκε στη συνέχεια από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης το με αριθμό .../2000 διαζευκτήριο. Η προαναφερόμενη απόφαση διαζυγίου που εκδόθηκε την 05.02.1992 προέβλεπε τη διανομή των περιουσιακών στοιχείων του κατηγορουμένου και της εγκαλούσας ως εξής: Ο κατηγορούμενος θα ελάμβανε όλα τα προσωπικά του είδη (ρούχα και τιμαλφή), το ενεργητικό μίας επιχείρησης με το τίτλο "Memorial Car Care Center" (κέντρο φροντίδας αυτοκινήτου), δύο αυτοκίνητα, μετοχές, ομόλογα συνταξιοδοτικά προγράμματα, μετρητά και όλες τις ασφάλειες της δικής του ζωής. Η εγκαλούσα θα ελάμβανε όλα τα προσωπικά της είδη (ρούχα και τιμαλφή), δύο αυτοκίνητα, μετρητά, ομόλογα, μετοχές, καταθέσεις, συνταξιοδοτικά προγράμματα, όλες τις ασφάλειες της δικής της ζωής, μία οικία με την επίπλωση και τον οικιακό εξοπλισμό και ως αντιστάθμισμα 95.000 δολάρια. Σημειώνεται ότι η απόφαση αυτή δεν εκτελέσθηκε διότι αμέσως μετά την έκδοση της ο κατηγορούμενος με την εγκαλούσα επανασυνδέθηκαν και στις 27 Αυγούστου 1992 συνήψαν νέο πολιτικό γάμο στο Λας Βέγκας της Νεβάδα των Η.Π.Α., σύμφωνα με το με αριθμό C 379475 πιστοποιητικό γάμου. Μάλιστα, πριν τη τέλεση του νέου γάμου και ενώ βρίσκονταν ακόμη σε διάσταση, ο κατηγορούμενος αγόρασε στις 06.05.1992 νέα κατοικία στο 'Ασπεν Μπόου Σέρκλ Χιούστον Η.Π.Α. Στη συνέχεια αφού επανασυνδέθηκαν τον Ιούλιο του 1992 πώλησαν τη πρώην συζυγική οικία, η οποία με την μη εκτελεσθείσα δικαστική απόφαση είχε περιέλθει στην εγκαλούσα και εγκαταστάθηκαν μαζί στη νέα κατοικία στο Άσπεν. Παρά την μη εκτέλεση της ως άνω απόφασης διαζυγίου, καθένας από τους ανωτέρω θεωρούσε τα διανεμηθέντα με αυτήν περιουσιακά στοιχεία ως δικά του και συνεπώς κατά την τέλεση του δεύτερου γάμου τους η περιουσία της εγκαλούσας δεν ήταν μηδενική. Μάλιστα κατά την τέλεση του δεύτερου γάμου τους οι διάδικοι ήσαν συγκύριοι κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου και μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 79,90 τ.μ. που βρίσκεται στο Ηράκλειο και επί της .συμβολής των οδών ... αξίας τότε 6.500.000 δρχ. Περί τα τέλη του έτους 1992 αποφάσισαν να επανέλθουν στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση κι έτσι ο κατηγορούμενος ρευστοποίησε τη περιουσία που είχαν αποκτήσει στην Αμερική, προκειμένου να επενδύσουν τα χρήματα τους αυτά στο Ηράκλειο. Πιο συγκεκριμένα, στις 03.01.1993 πώλησε τη προαναφερόμενη επιχείρηση "Memorial Car Care Center" στον αγοραστή H. E., κάτοικο Χιούστον Τέξας, αντί τιμήματος 310.000 δολαρίων Η.Π.Α. και δηλωθέν στην αμερικάνικη οικονομική εφορία (IRS) 235.000 δολαρίων, σύμφωνα με το με αριθμό 8594 έντυπο της Υπηρεσίας Δημοσίων Εσόδων (Δήλωση απόκτησης περιουσιακών στοιχείων), συντάχθηκε, δε, το πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου της Επαρχίας Χάρρις του Τέξας Λ. Λίνταρλυ ("BILL OF SALE"). Η επιχείρηση αυτή αποτελούσε πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων και οι εγκαταστάσεις της ανήκαν στην πολυεθνική εταιρεία με την επωνυμία EXXON Co U.S.A., από την οποία ο κατηγορούμενος το είχε μισθώσει με τον εξοπλισμό του. Στο πρατήριο αυτό που διέθετε μικρό χώρο πωλήσεως ειδών αναψυχής και πρόχειρης σίτισης, καθώς και χώρο για παροχή στους οδηγούς των αυτοκινήτων (πελατών του) υπηρεσιών συντήρησης και περιορισμένης έκτασης επισκευών των αυτοκινήτων, σύμφωνα με τους όρους της μίσθωσης, την τήρηση των οποίων απαιτούσε και επέβαλε η ως άνω εκμισθώτρια εταιρεία σε όλα τα πρατήρια υγρών καυσίμων που εκμίσθωνε σε τρίτους, εκτός από τον κατηγορούμενο που εργαζόταν εξ αρχής ως πωλητής προϊόντων της εκμισθώτριας εταιρείας, εργαζόταν καθημερινά και η σύζυγος του, ενώ απασχολούνταν και άλλα 10-12 άτομα. Ακολούθως, στις 31.08.1993 οι ανωτέρω σύζυγοι προέβησαν στην αγορά ενός οικοπέδου στη πόλη του Ηρακλείου και στη συμβολή των οδών ... σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, σύμφωνα με το με αριθμό .../93 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Δημ. Μουτσάκη, νομίμως μεταγεγραμμένο, καταβάλλοντας μέρος των παραπάνω χρημάτων ανερχόμενο για το τίμημα και τα έξοδα αγοραπωλησίας περί τα 36.000.000 δραχμές. Στις 30.09.1993 ο κατηγορούμενος πώλησε και μεταβίβασε την ευρισκόμενη στη ... Άσπεν Μπόου Σέρκλ Χιούστον Τέξας ΗΠΑ συζυγική οικία αντί τιμήματος 206.000 δολαρίων ΗΠΑ. Στη συνέχεια σταδιακά από την 01.10.1993 μέχρι την 31.12.1993 ρευστοποίησε το σύνολο των κοινών προσωπικών επενδύσεων (μετοχές, ομόλογα, ομολογίες συνταξιοδοτικές επενδύσεις) που είχαν περιέλθει σ'αυτούς κατά τη λύση του πρώτου γάμου τους, λαμβάνοντας συνολικά 285.325,54 δολάρια ΗΠΑ. Στην Ελλάδα επέστρεψαν για μόνιμη εγκατάσταση περί τα τέλη του έτους 1993. Κατά την επιστροφή τους μετέφεραν την οικοσκευή τους, ένα αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, ενώ εισήγαγαν και περί τις 800.000 ευρώ, ως κοινά περιουσιακά τους στοιχεία, στη συνέχεια, δε, οικόπεδο επί της συμβολής των οδών ..., σύμφωνα με την με αριθμό .../10.06.1994 άδεια οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Ηρακλείου. Το κόστος κατασκευής της ως άνω οικοδομής ανέρχεται συνολικά σε 117.680.000 δραχμές. Μετά την αποπεράτωση της οικοδομής ο κατηγορούμενος με την εγκαλούσα εξεμίσθωσαν τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που ανήκαν κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στο καθένα και εισέπρατταν το σχετικό μίσθωμα, με εξαίρεση τη μεζονέτα του τρίτου και τέταρτου ορόφου, την οποία χρησιμοποιούσαν ως οικογενειακή στέγη. Ωστόσο, από το έτος 1998 οι σχέσεις τους κλονίστηκαν σοβαρά και στις 28.07.1999 επήλθε οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσης τους, τελικά, δε, ο γάμος τους λύθηκε λόγω τετραετούς διάστασης κατόπιν αγωγής του κατηγορούμενου δυνάμει της υπ'αριθμ. 303/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία κατέστη αμετάκλητη. Περαιτέρω, ο τελευταίος άσκησε κατά της εγκαλούσας τέως συζύγου του την από 29.07.2002 και με Γ.Α. 3297/ΤΠσ/472/2002 αγωγή του για αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα γάμου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται αξίωση του εξ αποκτημάτων γάμου εναντίον της εναγομένης, ποσού εννιακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων τριακοσίων δύο ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (997.302,66), να υποχρεωθεί η εναγομένη- εγκαλούσα να αποδώσει αυτούσιο το ποσοστό της επί του ως άνω οικοπέδου και της ως άνω πενταόροφης πολυκατοικίας μεθ' υπογείου στο Ηράκλειο επί της συμβολής των οδών ..., τη τέλεση της ως άνω αναφερόμενης πράξης, ενώπιον συμβολαιογράφου για τη μεταβίβαση σε αυτόν του ποσοστού της επί του ως άνω ακινήτου, να υποχρεωθεί να του το αποδώσει, να αποβληθεί κατοχής του και να εγκατασταθεί αυτός, να του καταβληθεί δε σε μετρητά η υπόλοιπη αξία της αξιώσεώς του, ήτοι το ποσό των τετρακοσίων τριάντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων δώδεκα ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (434.812,66), εντόκως από της επιδόσεως της αγωγής του, άλλως (επικουρικά) να υποχρεωθεί να του καταβάλει το σύνολο της κατ' αυτής εξ αποκτημάτων γάμου αξιώσεως του σε μετρητά, ήτοι το ποσό των εννιακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων τριακοσίων δύο ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (997.302,66) εντόκως από της επιδόσεως της αγωγής του, ποσόν κατά το οποίο επαυξήθηκε κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου του με τη τότε εναγόμενη και νυν εγκαλούσα - σύζυγό του η κοινή περιουσία τους με αποκλειστικά δική του συμβολή. Στο ιστορικό ως άνω αγωγής του διελάμβανε όσα παραπάνω εκτέθηκαν, με τη διαφορά ότι σε σχέση με τη πώληση της επιχείρησής του με τίτλο "Memorial Car Care Center" ανέφερε ότι το τίμημα που έλαβε από τη πώληση της ήταν ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες δολλάρια ΗΠΑ αντί του αληθινού τιμήματος των 310.000 δολλαρίων ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι η επαύξηση της περιουσίας τους προήλθε κυρίως από τη πώληση της εν λόγω επιχείρησης. Μάλιστα επειδή το τίμημα της πώλησης της προαναφερόμενης επιχείρησης του "Memorial Car Care Center" στον αγοραστή H. E., κάτοικο Χιούστον Τέξας, δεν ήταν το ως άνω αναφερόμενο στην αγωγή του (1.300.000), αλλά αυτό των 310.000 δολαρίων Η.Π.Α. και το δηλωθέν στην αμερικάνικη οικονομική εφορία (IRS) ήταν αυτό των 235.000 δολαρίων, σύμφωνα με το αριθμό 8594 έντυπο της Υπηρεσίας Δημοσίων Εσόδων (Δήλωση απόκτησης περιουσιακών στοιχείων), συνταχθέντος και του πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου της Επαρχίας Χάρρις του Τέξας Λ. Λίνταρλυ ("BILL OFF SALE"), με περισσότερες πράξεις, οι οποίες, συνδεόμενες με ταυτότητα προς εκτέλεσή τους αποφάσεως, αποτελούν εξακολούθηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και έλαβαν χώρα στο Ηράκλειο σε χρόνο αδιακρίβωτο πάντως από την 29.07.2002 (ημερομηνία κατάθεσης της ως άνω αγωγής του) μέχρι και τη κατάθεση των προτάσεων του στις 30.04.2004, νόθευσε το από 01.03-1993 έγγραφο με τον τίτλο "BILL OF SALΕ" προσθέτοντας στη τρίτη σειρά αυτού και πριν το ποσό $ 235.000 τον αριθμό -1-, ώστε να φέρεται πλέον ως τίμημα πώλησης της επιχείρησης που διατηρούσε στη πολιτεία HARRIS του TEXAS με τον τίτλο "Memorial Car Care Center" το ποσό των $ 1.235.000 αντί του αληθούς $ 235.000, το οποίο είχε δηλωθεί στην αμερικάνικη οικονομική εφορία (IRS). Επίσης, νόθευσε την από 03.05.1992 κοινή με την εγκαλούσα φορολογική δήλωση προσθέτοντας έναντι του στοιχείου "σύνολο εισοδήματος" κι έμπροσθεν του ποσού 22.763 τον αριθμό -2-, ώστε να φέρεται πλέον ως δηλωθέν σύνολο εισοδήματος το ποσόν των $ 222.763 αντί του αληθούς των $22.763 και έναντι του στοιχείου "σύνολο εσόδων επιχείρησης" έμπροσθεν, δε, του ποσού 24.209 τον αριθμό -2-, ώστε να φέρεται πλέον ως δηλωθέν σύνολο εισοδήματος το ποσόν $224.209 αντί του αληθούς των $ 24.209. Τέλος, κάτω από το κείμενο, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας φερόμενης ως υπόχρεης προς υποβολή φορολογικής δήλωσης. Με τις ενέργειες του αυτές απέβλεπε να παραπλανήσει με τη χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων τη σύνθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (τακτική διαδικασία) ενώπιον του οποίου τα εμφάνισε, κατά τη κατάθεση των προτάσεών του την 30.04.2004 και κατά τη συζήτηση της ως άνω από 29.07.2002 αγωγής του περί αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα στρεφόμενη κατά της εγκαλούσας την 21.05.2004, για τα οποία παρακάτω αναλυτικά θα εκθέσομε, ότι είναι γνήσια, ότι δηλαδή πρόκειται περί της γνήσιας απόδειξης πώλησης της ως άνω επιχείρησης και της γνήσιας κοινής φορολογικής τους δήλωσης ως συζύγων για το έτος 1991 με απώτερο σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με την έκδοση υπέρ αυτού ευνοϊκής απόφασης, σε βάρος της περιουσίας της εγκαλούσας, το δε επιδιωκόμενο όφελός του και η αντίστοιχη ζημία αυτής υπερέβαιναν συνολικά το ποσόν των 73.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, στη προδιαληφθείσα αγωγή αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα γάμου στρεφόμενη κατά της εγκαλούσας, με την οποία ο ανωτέρω ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία υποχρεούται να του καταβάλει το ποσόν των 434.812,66 ευρώ και να του αποδώσει το περιγραφόμενο στο αιτητικό αυτής ανωτέρω ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, άλλως το ποσόν των 997.302,66 ευρώ, ποσόν κατά το οποίο επαυξήθηκε κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου του με τη τότε εναγόμενη - σύζυγο του η κοινή περιουσία τους με αποκλειστικά δική του συμβολή, ισχυριζόταν αυτός εν γνώσει ψευδώς ότι η επαύξηση της περιουσίας επήλθε, μεταξύ άλλων, και από τη μεταβίβαση της επιχείρησης που διατηρούσε στη πολιτεία HARRIS του TEXAS με το τίτλο "Memorial Car Care Center" αντί του ποσού των 1.300.000 δολαρίων. Μάλιστα, με τις από 30.04.2004 προτάσεις του, που νομίμως κατέθεσε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου προς ενίσχυση του αγωγικού ισχυρισμού του περί του ότι η ιδιαιτέρως μεγάλη επαύξηση της αρχικής περιουσίας προήλθε αποκλειστικά από τη δική του συμβολή, προσκόμισε, μεταξύ άλλων εγγράφων, γνήσια επικυρωμένα εκ του πρωτοτύπου αντίγραφα σε ακριβή πιστή και επίσημη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα του από 01.03.1993 εγγράφου με το τίτλο "BILL OF SALE" που αφορούσε στη μεταβίβαση της προαναφερόμενης επιχείρησης, καθώς και της κοινής φορολογικής δήλωσης του έτους 1991, που υπέβαλαν με την εγκαλούσα ως σύζυγοι στις αρμόδιες οικονομικές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, κατά την οποία τα ετήσια έσοδα της επιχείρησης αυτής κατά το έτος 1991 ανέρχονταν στο ποσόν των 224.209 δολαρίων και το συνολικό εισόδημα τους (μετά την αφαίρεση των απωλειών) (ανερχόταν) στο ποσόν των 222.763 δολαρίων, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι πλαστά. Ο κατηγορούμενος με τους διαλαμβανόμενους στην ειρημένη αγωγή του και στις προτάσεις του εν γνώσει ψευδείς ισχυρισμούς του ότι το τίμημα της πώλησης της επιχείρησης του με το τίτλο "Memorial Car Care Center" ήταν 1.300.000 δολάρια ΗΠΑ, ενώ γνώριζε ότι το αληθές τίμημα από τη πώληση αυτή ήταν 310.000 δολάρια ΗΠΑ και το δηλωθέν στην αμερικάνικη οικονομική εφορία (IRS) ήταν αυτό των 235.000 δολαρίων και με τη χρήση στη συνέχεια προς επίρρωση των εν λόγω ισχυρισμών του των νοθευμένων από αυτόν ως άνω εγγράφων, ήτοι του από 01.03.1993 εγγράφου με τον τίτλο "BILL OF SALE" και της από 03.05.1992 κοινής με την εγκαλούσα φορολογικής τους δήλωσης, τα οποία (έγγραφα) εμφάνισε καθόλα γνήσια και έγκυρα, έπεισε τη σύνθεση του ως άνω Δικαστηρίου να εκδώσει τη με αριθμό 414/3297/ΤΠ/472/2004 απόφαση στην οποία, αυτό δεχόμενο, μεταξύ των άλλων υποβληθέντων εγγράφων, ως αληθινά τα παραπάνω πλαστά έγγραφα και σχηματίζοντας τη δικανική πεποίθηση εξ αιτίας αυτών ότι η αύξηση της περιουσίας των διαδίκων στο δεύτερο γάμο τους οφειλόταν "ως επί το πλείστον στη συμβολή του ενάγοντος, ο οποίος ρευστοποιώντας τα περιουσιακά του στοιχεία που προαναφέρθηκαν (σ'αυτά περιλαμβανόταν και η προδιαληφθείσα επιχείρηση του που το δικαστήριο δέχθηκε ότι πωλήθηκε έναντι τιμήματος 1.235.000 δολλαρίων Η.Π.Α.), τα οποία προέρχονταν από την επαγγελματική του δραστηριότητα ως επιχειρηματία εκμετάλλευσης πρατηρίων βενζίνης στην Αμερική, και άλλων ομοειδών επιχειρήσεων συνέβαλε τα μέγιστα στην οικονομική τους ανέλιξη", έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του ανωτέρω και υποχρέωσε τη τότε εναγομένη και νυν εγκαλούσα να του αποδώσει αυτούσιο το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του μεριδίου της του 1/2 εξ αδιαιρέτου (ήτοι το 1/4 της όλης οικοδομής) στο οικόπεδο και στην επ' αυτού πενταόροφη μεθ' υπογείου οικοδομή που βρίσκεται στο Ηράκλειο επί της συμβολής των οδών ..., αρ. 97, την καταδίκασε σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου για τη τέλεση της ως άνω δικαιοπραξίας να αποδώσει το παραπάνω ποσοστό με την αποβολή της από τη κατοχή του και την εγκατάσταση του τότε ενάγοντος και νυν κατηγορουμένου, αναγνώρισε ότι υφίσταται χρηματική αξίωση του κατηγορουμένου εξ αποκτημάτων γάμου σε βάρος της εγκαλούσας συνολικού ποσού τριάντα οκτώ χιλιάδων εκατόν εβδομήντα εννέα ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (38.179,96) και υποχρέωσε αυτή (εγκαλούσα) να καταβάλει στον κατηγορούμενο το παραπάνω ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων εκατόν εβδομήντα εννέα ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (38.179,96) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του κατηγορούμενου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, σε βάρος της περιουσίας της εγκαλούσας, καθόσον η ζημία, και το αντίστοιχο όφελος, εκ της πράξεως του, ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσόν των 73.000 ευρώ, καθόσον η αξία της όλης ως άνω οικοδομής (117.680.000 δραχμές: 340,75 = 345.355,833 ευρώ : 4 = 86.338,95 ευρώ) συν το ως άνω ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων εκατόν εβδομήντα εννέα ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (38.179,96), υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται τόσο από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων όσο και από τα προσκομισθέντα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις -καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Χιούστον του Τέξας των ΗΠΑ και άλλων αρχών, χωρίς να αντικρούονται από αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε και από την απολογία του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του τελευταίου ότι η επιχείρηση του στο Τέξας των ΗΠΑ με το τίτλο πωλήθηκε έναντι του τιμήματος των 1.235.000 δολαρίων ΗΠΑ και κάτι παραπάνω, καθόσον υπήρχαν επί πλέον εμπορεύματα στην αποθήκη και μάλιστα σαν επιχείρηση ήταν πολύ κερδοφόρα, ώστε δεν ήταν δυνατόν να πωληθεί με μικρότερο τίμημα, ότι το από 01.03.1993 έγγραφο με τον τίτλο "BILL OF SALE" στην ουσία αποτελεί απόδειξη πληρωμής, την οποία ο ίδιος ζήτησε για να δικαιολογήσει τα χρήματα που έφερε στην Ελλάδα, τα οποία ήταν 1.500.000 δολάρια ΗΠΑ και ότι το δηλωθέν στην εφορία στις ΗΠΑ τίμημα από την αγοραπωλησία ήταν το ποσό των 235.000 δολαρίων, προκειμένου να εκπέσει των φόρων, ότι η ως άνω απόδειξη πληρωμής θεωρήθηκε από την υπάλληλο στην επιχείρηση του, K. L., η οποία μπορούσε να θεωρεί έγγραφα και συμβολαιογραφικές πράξεις, ότι το πρωτότυπο του εγγράφου το είχε επισυνάψει στα σχετικά του έγγραφα κατά τη διαδικασία των Ασφαλιστικών Μέτρων που είχαν δικασθεί το έτος 2000, στο οποίο υπήρχε ανάγλυφη σφραγίδα, ωστόσο λόγω κλοπής μεταξύ άλλων και του πρωτοτύπου αυτού εγγράφου στο Τέξας, προσκόμισε με τις προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου επικυρωμένο φωτοαντίγραφο αυτού, στο οποίο δεν είναι ορατή η ανάγλυφη σφραγίδα που απαιτείται για τέτοιου είδους έγγραφα στη συγκεκριμένη πολιτεία των ΗΠΑ, ότι ο αγοραστής της επιχείρησης με τη σύναψη της συμφωνίας του έδωσε 50.000 δολάρια μετρητά και μέχρι τις 15.02.1993 του έδωσε 4 επιταγές των 99.000 δολαρίων και 1 επιταγή των 50.000 δολαρίων και την 01.03.1993 του έδωσε σε μετρητά το υπόλοιπο τίμημα και τέλος ότι ο αγοραστής πήρε δάνειο μετά τη πώληση της επιχείρησης σε αυτόν για να δικαιολογή στην εφορία τη προέλευση των χρημάτων, με τα οποία προέβη στην αγορά της επιχείρησης, και έωλοι, αλλά και αναπόδεικτοι τυγχάνουν. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 23.10.2008 κατάθεση του αγοραστή της επιχείρησης "Memi Care Center", H. E., την οποία έδωσε κατόπιν αίτησης δικαστικής συνδρομής, στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Αναζητήσεων στο Χιούστον του Τέξας των ΗΠΑ, ο κατηγορούμενος ζήτησε ως τίμημα για τη πώληση της επιχείρησής του το ποσό των 300.000 δολαρίων, από όσα, μάλιστα, θυμόταν ο ανωτέρω αγοραστής εν όψει και της παρέλευσης διετίας από τη πώληση, το ακριβές τίμημα ήταν από 250.000 έως 275.000 δολάρια και το πλήρωσε με δικά του ατομικά χρήματα και ένα τραπεζικό δάνειο, δίνοντας στο κατηγορούμενο δύο ή τρεις επιταγές, μάλιστα, ο ίδιος είχε προσλάβει δικηγόρο για τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, το οποίο υπογράφηκε και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, δεν θυμόταν ωστόσο αν υπήρχαν μάρτυρες ή αν επικυρώθηκε αυτό από κάποιον συμβολαιογράφο. Το ότι το αναγραφόμενο στο έγγραφο "ΒILL OF SALE" τίμημα των $ 1235.000 είναι ψευδές και το συγκεκριμένο έγγραφο πλαστό υποστηρίζεται και στις ένορκες βεβαιώσεις των τέκνων του κατηγορουμένου, Δ. και Α. Δ., της Χ. K. και του Γ. Σ. (κουμπάροι του ζεύγους Δ.), ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Χιούστον του Τέξας των ΗΠΑ, μάλιστα δε ο τελευταίος μάρτυρας (Γ. Σ.) καταθέτει κατηγορηματικά ότι ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να πωλήσει την εν λόγω επιχείρηση του τιμήματος των 1.235.000 δολαρίων, καθόσον και ο ίδιος πώλησε την ομοειδή δική του επιχείρηση και μάλιστα μεταγενέστερα, ήτοι το έτος 1996 έναντι του τιμήματος των 250.000 δολαρίων. Αλλά και η K. L., η οποία, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, είχε θεωρήσει το από 01.03.1993 έγγραφο με τον τίτλο "BILL OF SALE" με την ιδιότητα της ως συμβολαιογράφου της πολιτείας του Τέξας, στην από 15.05.2007 ένορκη κατάθεση ενώπιον της συμβολαιογράφου της πολιτείας του Κολοράντο Τζένι Μανγουικ, ανέφερε ότι πράγματι κατά το έτος 1993 ήταν συμβολαιογράφος στην Πολιτεία του Τέξας και ως μέρος των καθηκόντων της θεωρούσε έγγραφα του κατηγορούμενου, αφού εξέτασε, δε, το αντίγραφο του από 01.03.1993 εγγράφου με τον τίτλο "ΒΙLL OF SALE" που της επιδείχθηκε, δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν είχε ξαναδεί το εν λόγω έγγραφο, δεν το είχε θεωρήσει εκείνη, και δεν υπάρχει σε αυτό η δική της υπογραφή κάτω από το σημείο βεβαίωσης του πωλητηρίου, ότι αναγνωρίζει όμως, την υπογραφή του κατηγορουμένου σ'αυτό, την οποία γνώριζε ως απασχολούμενη στην επιχείρηση του, προσθέτοντας, τέλος, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόσβαση στη συμβολαιογραφική της σφραγίδα και το συμβολαιογραφικό της βιβλίο, διότι φυλάσσονταν στο χώρο του γραφείου της επιχείρησής του και ότι δεν έχει πλέον το συμβολαιογραφικό της βιβλίο ούτε γνωρίζει που βρίσκεται αυτό. Μάλιστα, εδώ αξίζει να μνημονευθεί και η από 2-10-2007 ανώμοτη ανακριτική κατάθεση της εγκαλούσας, κατά την οποία η επιχείρησή τους στο Τέξας των ΗΠΑ με το τίτλο "Memorial Car Care Center" ήταν μεν κερδοφόρα, αλλά δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να πωληθεί από 310.000 με 320.000 δολάρια, τίμημα έναντι του οποίου και και πωλήθηκε, καθόσον και προηγούμενη επιχείρηση τους, η οποία μάλιστα ήταν πιο κερδοφόρα, είχε πωληθεί 430.000 με 450.000 δολάρια και ως εκ τούτου η πρώτη ως άνω επιχείρηση δεν πωλήθηκε έναντι του τιμήματος των 1.235.000 ευρώ. Αλλά υπέρ της πλαστότητας της επίμαχης απόδειξης συνηγορεί, πέραν των άλλων, και το ότι δεν φέρει αυτή υπογραφή του αγοραστή, όπως απαιτείται σύμφωνα με το από 5-10-2007 έγγραφο του Ομοσπονδιακού Γραφείου του Υπουργείου Δικαιοσύνης Ηνωμένων Πολιτειών, επί πλέον δε, ενώ σύμφωνα με το υπ'αριθμ. 767/20-11-2007 έγγραφο του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου το πιστοποιητικό αναγνωρίσεως που φέρεται ότι έχει συντάξει η μάρτυρας K. L. υπό την ιδιότητά της ως συμβολαιογράφου κατά το δίκαιο της Πολιτείας του Τέξας θα έπρεπε να περιέχει σφραγίδα της συμβολαιογράφου, στην οποία να αναγράφεται η φράση "Notary Public State of Texas", κυκλικά γύρω από αστέρι αφού το πιστοποιητικό αυτό φέρεται ότι συνετάγη μέσα στη Πολιτεία του Τέξας, τέτοια σφραγίδα δεν υπάρχει στην επίμαχη απόδειξη, γεγονός που προσπαθεί να δικαιολογήσει ο κατηγορούμενος υποστηρίζοντας ότι δήθεν το πρωτότυπο που εκλάπη έφερε τέτοιο αστερίσκο. Δεν μπορεί όμως να εξηγήσει γιατί ο αστερίσκος αυτός δεν αποτυπώνεται και στο εξαχθέν από το πρωτότυπο ακριβές αντίγραφο, του οποίου έκανε χρήση στο ειρημένο πολιτικό δικαστήριο. Μετά ταύτα και οι περί του αντιθέτου καταθέσεις των μαρτύρων Ε. και της Ε. Ν., ο πρώτος των οποίων μάλιστα, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος εμφάνισε στο Εφετείο το πρωτότυπο της ως άνω απόδειξης, αλλά η Πρόεδρος δεν το ήθελε και της δεύτερης που εμφανίζεται μετά 16 χρόνια να θυμάται επιταγές και ποσά που δόθηκαν στην επίμαχη πώληση και τα οποία φέρεται ότι καταμέτρησε, για να καταλήξει ότι το τίμημα ανερχόταν σε 1.235.000 δολλάρια ΗΠΑ δεν κρίνονται αξιόπιστες εν όψει των παραπάνω στοιχείων, ενώ και οι δύο εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης των γραφολόγων Δ. Θ. και Μ. Μ. που αποφαίνονται ότι η υπογραφή της K. L. στο έγγραφο "BILL OF SALE" είναι γνήσια δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν πειστικές, άλλωστε έχουν συνταχθεί κατ'εντολήν του κατηγορούμενου. Να σημειωθεί εδώ ότι και το Εφετείο Κρήτης με την υπ'αριθμ. 601/2007 απόφασή του δέχθηκε ότι σύμφωνα με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία ο κατηγορούμενος αφενός πώλησε την ως άνω επιχείρηση του αντί του ποσού των 310.000 δολαρίων ΗΠΑ και όχι αντί του ποσού των 1235.000 δολαρίων ΗΠΑ που ισχυρίζεται ο ίδιος, αφετέρου εισήγαγε στην Ελλάδα με την εγκαλούσα 800.000 δολάρια, ως κοινά περιουσιακά στοιχεία, κι όχι 1566.324 δολλάρια ΗΠΑ, που επικαλείτο (ο κατηγορούμενος) στην αγωγή του και δέχθηκε και το πρωτόδικο δικαστήριο. Παρά ταύτα κατέληξε (το Εφετείο) στα ίδια συμπεράσματα με την πρωτόδικη απόφαση, την οποία και επικύρωσε απορρίπτοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων με διαφορετική, όμως, αιτιολογία, δεχόμενο δηλαδή ότι ο ενάγων είχε την ευθύνη και τον κίνδυνο για την καλή λειτουργία της ως άνω επιχειρήσεως στην Αμερική κι ότι χωρίς τη δική του παρουσία δεν θα είχαν οι διάδικοι αυτό το απόκτημα της πολυκατοικίας στη Κρήτη, στο οποίο όμως συνέβαλε και η εναγομένη και ήδη εγκαλούσα με τη συνεχή παροχή εργασίας της. Το γεγονός αυτό (δηλαδή το ότι και οι δύο ως άνω αποφάσεις καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα όσον αφορά στις αξιώσεις του κατηγορούμενου για συμμετοχή του στα αποκτήματα του δεύτερου γάμου, παρότι δέχονται διαφορετικό τίμημα πωλήσεως της ειρημένης επιχείρησης του κατηγορούμενου) επικαλείται ο εκκαλών στη κρινομένη έφεση του ως επιχείρημα για το ότι το ποσόν των 1.235.000 δολαρίων που αναγραφόταν στη πλαστή ως άνω απόδειξη δεν άσκησε ουσιώδη επιρροή στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Αυτό όμως δεν ευσταθεί, αφού η πρωτόδικη απόφαση κατέληξε στο παραπάνω διατακτικό με βάση ακριβώς την εκτίμηση ότι η επιχείρηση του κατηγορουμένου πωλήθηκε αντί του εν λόγω ποσού και ότι τελικά αυτός ως ενάγων εισήγαγε στην Ελλάδα ποσόν 1.566.324 δολλαρίων, που στη συνέχεια δραχμοποίησε και χρησιμοποίησε για την ανέγερση της προαναφερόμενης πολυκατοικίας. Εξ άλλου, το γεγονός ότι και η εφετειακή απόφαση κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα παρότι δέχθηκε ότι το τίμημα της επιχείρησης του κατηγορούμενου ανερχόταν σε 235.000 δολάρια και ότι αυτός εισήγαγε στην Ελλάδα μόνον 800.000 δολάρια, στηριζόμενη σε άλλο σκεπτικό, είναι και ο λόγος που η συγκεκριμένη απόφαση, σύμφωνα με την υπάρχουσα στη δικογραφία εισήγηση της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη κ Δήμητρας Παπαντωνοπούλου (ύστερα από αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων για αναίρεση), ελέγχεται ως εσφαλμένη και αναιρετέα, διότι, ειδικότερα δεν προσδιορίζεται σ'αυτήν η αρχική περιουσία καθενός των διαδίκων, ώστε να δικαιολογείται το μεγαλύτερο ποσοστό συμβολής του κατηγορούμενου στην απόκτηση του μετά τον δεύτερο γάμο αποκτήματος (πολυκατοικίας). Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ότι στο αντίγραφο της από 3-5-1992 κοινής με την εγκαλούσα φορολογικής δήλωσης από λανθασμένη ενέργεια του λογιστή του στις ΗΠΑ αναγράφεται το ποσό των 224.209 δολαρίων αντί του ορθού των 24.209 δολαρίων ως σύνολο εσόδων επιχείρησης και το ποσόν των 222.763 δολαρίων, αντί του αληθούς των 22.763 δολαρίων ως σύνολο εισοδήματος και ότι δεν έχει θέσει αυτός κατ'απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας κάτω από το κείμενο της συγκεκριμένης φορολογικής δήλωσης, καθόσον ποτέ δεν υπέγραφαν οι δύο τους τις φορολογικές τους δηλώσεις αλλά κατ' εντολή και για λογαριασμό τους τις υπέγραφε ο λογιστής τους, ομοίως ελέγχονται αβάσιμοι. Κατ'αρχήν, η πλαστή ως άνω κοινή φορολογική δήλωση δεν φέρει καν υπογραφή του λογιστή, ο οποίος, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο από παραδρομή την παραποίησε. Αντίθετα, χειρόγραφη υπογραφή του λογιστή υπάρχει στη πρωτότυπη κοινή φορολογική δήλωση των ανωτέρω του έτους 1991, ενώ και σε όλες ανεξαιρέτως τις προσκομισθείσες κοινές φορολογικές δηλώσεις των διαδίκων για τα έτη 1982-1990 και 1993, υπάρχει χειρόγραφη, είτε έντυπη υπογραφή του ανωτέρω (λογιστή). Εξ άλλου, ο κατηγορούμενος ήταν εκείνο*που χρησιμοποίησε την παραπάνω πλαστή βεβαίωση στο δικαστήριο εν γνώσει της ψευδούς περιεχομένου της για να αποδείξει ότι η επιχείρησή του απέδωσε ιδιαίτερα μεγάλα εισοδήματα 11/2 έτος πριν τη πώληση της, κι έτσι να δικαιολογήσει το υψηλό τίμημα των 1.235.000 δολαρίων που ισχυρίσθηκε σητ συνέχεια ότι την πώλησε, ενώ, τέλος, αρκεί μια απλή αντιπαραβολή με τη πρωτότυπη κοινή φορολογική δήλωση που υπέβαλαν οι διάδικοι το έτος 1991 για να αντιληφθεί κανείς ότι η υπογραφή της εγκαλούσας στο πρωτότυπο ακόμα κι αν υποτεθεί ότι τέθηκε από τον τότε λογιστή τους δεν μοιάζει με την υπογραφή της στο αντίγραφο που προσκόμισε ο κατηγορούμενος στο παραπάνω δικαστήριο. Από όσα προεκτάθηκαν προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής αρκούσες κατά νόμον για τη παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για τα αδικήματα (1) της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση κατά την οποία ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του συνολικό περιουσιακό όφελος ανώτερο των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ με αντίστοιχη συνολική ζημία ανώτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ και (2) της τετελεσμένης απάτης στο δικαστήριο, της οποίας το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι (ΑΠ 107/1998 ΠΧ ΜΗ-757), παρέπεμψε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και θα πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί στην ουσία η ασκηθείσα υπό του εκκαλούντος κατηγορουμένου έφεση. Υπαρχουσών, ωστόσο, επαρκών ενδείξεων για παραπομπή του κατηγορούμενου, κατά τα ως άνω, δεν συντρέχει περίπτωση συνέχισης της κυρίας ανακρίσεως προς τον σκοπό διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης στην υπογραφή της εγκαλούσας στη πλαστή ως άνω κοινή φορολογική δήλωση του έτους 1991, ή άλλως λήψης ένορκης κατάθεσης του ως άνω λογιστή, κι επομένως το σχετικό αίτημα του κατηγορούμενου πρέπει ν'απορριφθεί ". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ'είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικά δε αιτιολογούνται όλοι οι προβληθέντες ισχυρισμοί και τα αιτήματα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και μετά από αξιολόγησή τους σε συνδυασμό με όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και προσδιορίζει επαρκώς κατ'είδος, αιτιολογημένα αποφάνθηκε επ'αυτών, χωρίς να δημιουργηθεί ουδεμία ασάφεια ή ακυρότητα ή υπέρβαση εξουσίας, καθόσον η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης υπόκειται στην απόλυτη κρίση του Συμβουλίου και δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, ενώ ακόμη και η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο (ΑΠ 2399/08, ΑΠ 1141/08, ΑΠ 1317/07 κ.α.), οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες ( βλ. και ΑΠ 874/04 ΠΧ ΝΕ/414).
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1δ'στ'ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος, δε με το οποίο, με την επίκληση, κατ'επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Τέλος, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν Σας, διότι με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τα υπομνήματά του εκτενώς και διεξοδικώς εκθέτει τις απόψεις του και δεν κρίνεται αναγκαία οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση κατά τη κρίση μας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ (Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 13/10 αίτηση του Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ... για αναίρεση του υπ'αριθμ. 227/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. (Β) Να απορριφθεί το αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου Σας και (Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τα με ημερομηνίες 20 Ιουλίου 2011, 2 Αυγούστου 2011, 22 Ιουλίου 2011 και 9 Αυγούστου 2011, αποδεικτικά επιδόσεων του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά Ι. Γ., του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ηρακλείου Κ. Γ., Υπαστυφύλακα του Α'Αστυνομικού Τμήματος Ηρακλείου Μ. Κ. και Αρχιφύλακα Μ.Α.Υ. Α. Α., αντίστοιχα, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων και η πολιτικώς ενάγουσα, καθώς και η πληρεξούσιοι δικηγόροι τους-αντίκλητοι, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να εμφανισθούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, όπως διέτασσε το παραμπίπτον υπ'αριθ.762/2011 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωση του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επιπλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως, αδιάφορου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Κατά την παράγραφο 3 εδαφ. α του άρθρου 216, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α' του ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3/6/1999 η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, αν ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντίστοιχα, που καθορίστηκε με το άρθρο 5 του ν. 2943/2001, Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης καθώς και η βλάβη του τρίτου πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση ή να εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηνη της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα προς άρση της αμφισβήτησης. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει, δηλαδή ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επεδίωξε ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα από την οποία προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μετατοπίσεως. Αποτέλεσμα του ότι εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του. Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 Π.Κ., όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, όπως οριζόταν και στην περίπτωση α' της διατάξεως αυτής πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 του ν, 2408/1996. Η παράγραφος 3 του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 ως εξής: Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000,000 δρχ. (15.000 ευρώ) η β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εικοσιπέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ 'ΚΠοιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις ,με βάση τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την άνω κρίση του, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές ,με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και απάτης. β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία (πρόταση) εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' ΚΠοινΔ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.στ'του ίδιου Κώδικα, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο και ειδικότερα όταν αποφανθεί για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, η έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ.227/210 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό Εισαγγελική πρόταση, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, ορθώς παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Α'βαθμού) Κρήτης, για να δικασθεί για τα κακουργήματα της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης στο Δικαστήριο, διότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του. Ακολούθως απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε το πρωτόδικο υπ'αριθ.5/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στο άνω βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην Εισαγγελική πρόταση που υιοθέτησε, στην οποία εκτίθενται τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Ε. Δ., με την εγκαλούσα, Α. Δ., το γένος Γ. και Σ. Μ., τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά το ορθόδοξο δόγμα το έτος 1967, στο Ηράκλειο, όπου διέμειναν μέχρι το έτος 1970, οπότε αναχώρησαν για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για μόνιμη εγκατάσταση. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, την Α. και τον Δ., ήδη ενήλικα. Ο παραπάνω γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα με την με αριθμό 91-0582293/05.02.1992 απόφαση του Πρωτοδικείου της Κομητείας Χάρρις του Τέξας Η.Π.Α., η οποία εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αγωγής του κατηγορουμένου στην οποία συγκατένευσε η εγκαλούσα (συναινετικό διαζύγιο). Στη συνέχεια με την με αριθμό 1042/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου αναγνωρίσθηκε το δεδικασμένο της ως άνω αλλοδαπής απόφασης διαζυγίου και με βάση αυτήν εκδόθηκε στη συνέχεια από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης το με αριθμό .../2000 διαζευκτήριο. Η προαναφερόμενη απόφαση διαζυγίου που εκδόθηκε την 05.02.1992 προέβλεπε τη διανομή των περιουσιακών στοιχείων του κατηγορουμένου και της εγκαλούσας ως εξής: Ο κατηγορούμενος θα ελάμβανε όλα τα προσωπικά του είδη (ρούχα και τιμαλφή), το ενεργητικό μίας επιχείρησης με το τίτλο "Memorial Car Care Center" (κέντρο φροντίδας αυτοκινήτου), δύο αυτοκίνητα, μετοχές, ομόλογα συνταξιοδοτικά προγράμματα, μετρητά και όλες τις ασφάλειες της δικής του ζωής. Η εγκαλούσα θα ελάμβανε όλα τα προσωπικά της είδη (ρούχα και τιμαλφή), δύο αυτοκίνητα, μετρητά, ομόλογα, μετοχές, καταθέσεις, συνταξιοδοτικά προγράμματα, όλες τις ασφάλειες της δικής της ζωής, μία οικία με την επίπλωση και τον οικιακό εξοπλισμό και ως αντιστάθμισμα 95.000 δολάρία. Σημειώνεται ότι η απόφαση αυτή δεν εκτελέσθηκε διότι αμέσως μετά την έκδοση της ο κατηγορούμενος με την εγκαλούσα επανασυνδέθηκαν και στις 27 Αυγούστου 1992 συνήψαν νέο πολιτικό γάμο στο Λας Βέγκας της Νεβάδα των Η.Π.Α., σύμφωνα με το με αριθμό C 379475 πιστοποιητικό γάμου. Μάλιστα, πριν τη τέλεση του νέου γάμου και ενώ βρίσκονταν ακόμη σε διάσταση, ο κατηγορούμενος αγόρασε στις 06.05.1992 νέα κατοικία στο ... Χιούστον Η.Π.Α. Στη συνέχεια αφού επανασυνδέθηκαν τον Ιούλιο του 1992 πώλησαν τη πρώην συζυγική οικία, η οποία με την μη εκτελεσθείσα δικαστική απόφαση είχε περιέλθει στην εγκαλούσα και εγκαταστάθηκαν μαζί στη νέα κατοικία στο Άσπεν. Παρά την μη εκτέλεση της ως άνω απόφασης διαζυγίου, καθένας από τους ανωτέρω θεωρούσε τα διανεμηθέντα με αυτήν περιουσιακά στοιχεία ως δικά του και συνεπώς κατά την τέλεση του δεύτερου γάμου τους η περιουσία της εγκαλούσας δεν ήταν μηδενική. Μάλιστα κατά την τέλεση του δεύτερου γάμου τους οι διάδικοι ήσαν συγκύριοι κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου και μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 79.90 τ.μ. που βρίσκεται στο Ηράκλειο και επί της συμβολής των οδών ... αξίας τότε 6.500.000 δρχ. Περί τα τέλη του έτους 1992 αποφάσισαν να επανέλθουν στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση κι έτσι ο κατηγορούμενος ρευστοποίησε τη περιουσία που είχαν αποκτήσει στην Αμερική, προκειμένου να επενδύσουν τα χρήματα τους αυτά στο Ηράκλειο. Πιο συγκεκριμένα, στις 03.01.1993 πώλησε τη προαναφερόμενη επιχείρηση "Memorial Car Care Center" στον αγοραστή Η. E., κάτοικο Χιούστον Τέξας, αντί τιμήματος 310.000 δολαρίων Η.Π.Α. και δηλωθέν στην αμερικάνικη οικονομική εφορία (ΙRS) 235.000 δολαρίων, σύμφωνα με το με αριθμό 8594 έντυπο της Υπηρεσίας Δημοσίων Εσόδων (Δήλωση απόκτησης περιουσιακών στοιχείων), συντάχθηκε, δε, το πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου της Επαρχίας Χάρρις του Τέξας Λ. Λίνταρλυ ("ΒILL ΟF SALE"). Η επιχείρηση αυτή αποτελούσε πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων και οι εγκαταστάσεις της ανήκαν στην πολυεθνική εταιρεία με την επωνυμία ΕΧΧΟΝ Cο U.S.Α., από την οποία ο κατηγορούμενος το είχε μισθώσει με τον εξοπλισμό του. Στο πρατήριο αυτό που διέθετε μικρό χώρο πωλήσεως ειδών αναψυχής και πρόχειρης σίτισης, καθώς και χώρο για παροχή στους οδηγούς των αυτοκινήτων (πελατών του) υπηρεσιών συντήρησης και περιορισμένης έκτασης επισκευών των αυτοκινήτων, σύμφωνα με τους όρους της μίσθωσης, την τήρηση των οποίων απαιτούσε και επέβαλε η ως άνω εκμισθώτρια εταιρεία σε όλα τα πρατήρια υγρών καυσίμων που εκμίσθωνε σε τρίτους, εκτός από τον κατηγορούμενο που εργαζόταν εξ αρχής ως πωλητής προϊόντων της εκμισθώτριας εταιρείας, εργαζόταν καθημερινά και η σύζυγος του, ενώ απασχολούνταν και άλλα 10-12 άτομα. Ακολούθως, στις 31.08.1993 οι ανωτέρω σύζυγοι προέβησαν στην αγορά ενός οικοπέδου στη πόλη του Ηρακλείου και στη συμβολή των οδών ... σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, σύμφωνα με το με αριθμό .../93 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Δημ. Μουτσάκη, νομίμως μεταγεγραμμένο, καταβάλλοντος μέρος των παραπάνω χρημάτων ανερχόμενο για το τίμημα και τα έξοδα αγοραπωλησίας περί Τja-36,000.000 δραχμές. Στις 30.09.1993 ο κατηγορούμενος πώλησε και μεταβίβασε την ευρισκόμενη στη ... Χιούστον Τέξας ΗΠΑ συζυγική οικία αντί τιμήματος 206.000 δολαρίων ΗΠΑ. Στη συνέχεια σταδιακά από την 01.10.1993 μέχρι την 31.12.1993 ρευστοποίησε το σύνολο των κοινών προσωπικών επενδύσεων (μετοχές, ομόλογα, ομολογίες συνταξιοδοτικές επενδύσεις) που είχαν περιέλθει σ'αυτούς κατά τη λύση του πρώτου γάμου τους, λαμβάνοντας συνολικά 285.325.54 δολάρια ΗΠΑ. Στην Ελλάδα επέστρεψαν για μόνιμη εγκατάσταση περί τα τέλη του έτους 1993. Κατά την επιστροφή τους μετέφεραν την οικοσκευή τους, ένα αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, ενώ εισήγαγαν και περί τις 800.000 ευρώ, ως κοινά περιουσιακά τους στοιχεία, στη συνέχεια, δε, οικόπεδο επί της συμβολής των οδών ..., σύμφωνα με την με αριθμό .../10.06.1994 άδεια οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Ηρακλείου. Το κόστος κατασκευής της ως άνω οικοδομής ανέρχεται συνολικά σε 117.680.000 δραχμές. Μετά την αποπεράτωση της οικοδομής ο κατηγορούμενος με την εγκαλούσα εξεμίσθωσαν τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που ανήκαν κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στο καθένα και εισέπρατταν το σχετικό μίσθωμα, με εξαίρεση τη μεζονέτα του τρίτου και τέταρτου ορόφου, την οποία χρησιμοποιούσαν ως οικογενειακή στέγη. Ωστόσο, από το έτος 1998 οι σχέσεις τους κλονίστηκαν σοβαρά και στις 28.07.1999 επήλθε οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσης τους, τελικά, δε, ο γάμος τους λύθηκε λόγω τετραετούς διάστασης κατόπιν αγωγής του κατηγορούμενου δυνάμει της υπ'αριθμ. 303/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία κατέστη αμετάκλητη. Περαιτέρω, τελευταίος άσκησε κατά της εγκαλούσας τέως συζύγου του την από 29.07.2002 και με Γ.Α. 3297/ΤΠσ/472/2002 αγωγή του για αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα γάμου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται αξίωση του εξ αποκτημάτων γάμου εναντίον της εναγομένης, ποσού εννιακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων τριακοσίων δύο ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (997.302,66), να υποχρεωθεί η εναγομένη - εγκαλούσα να του αποδώσει αυτούσιο το ποσοστό της επί του ως άνω οικοπέδου και της ως άνω πενταόροφης πολυκατοικίας μεθ' υπογείου στο Ηράκλειο επί της συμβολής των οδών ..., τη τέλεση της ως άνω αναφερόμενης πράξης, ενώπιον συμβολαιογράφου για τη μεταβίβαση σε αυτόν του ποσοστού της επί του ως άνω ακινήτου, να υποχρεωθεί να του το αποδώσει, να αποβληθεί της κατοχής του και να εγκατασταθεί αυτός, να του καταβληθεί δε σε μετρητά η υπόλοιπη αξία της αξιώσεως του, ήτοι το ποσό των τετρακοσίων τριάντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων δώδεκα ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (434.812,66), εντόκως από της επιδόσεως της αγωγής του, άλλως (επικουρικά) να υποχρεωθεί να του καταβάλει το σύνολο της κατ' αυτής εξ αποκτημάτων γάμου αξιώσεώς του σε μετρητά, ήτοι το ποσό των εννιακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων τριακοσίων δύο ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (997.302,66) εντόκως από της επιδόσεως της αγωγής του, ποσόν κατά το οποίο επαυξήθηκε κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου του με τη τότε εναγόμενη και νυν εγκαλούσα-σύζυγο του η κοινή περιουσία τους με αποκλειστικά δική του συμβολή. Στο ιστορικό της ως άνω αγωγής του διελάμβανε όσα παραπάνω εκτέθηκαν, με τη διαφορά ότι σε σχέση με τη πώληση της επιχείρησης του με τίτλο "Memorial Car Care Center " ανέφερε ότι το τίμημα που έλαβε από τη πώληση της ήταν ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες δολλάρια ΗΠΑ αντί του αληθινού τιμήματος των 310.000 δολλαρίων ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι η επαύξηση της περιουσίας τους προήλθε κυρίως από τη πώληση της εν λόγω επιχείρησης. Μάλιστα, επειδή το τίμημα της πώλησης της προαναφερόμενης επιχείρησης του "Memorial Car Care Center" στον αγοραστή Η. E., κάτοικο Χιούστον Τέξας, δεν ήταν το ως άνω αναφερόμενο στην αγωγή του (1.300.000), αλλά αυτό των 310.000 δολαρίων Η.Π.Α. και το δηλωθέν στην αμερικάνικη οικονομική εφορία (ΙRS) ήταν αυτό των 235.000 δολαρίων, σύμφωνα με το με αριθμό 8594 έντυπο της Υπηρεσίας Δημοσίων Εσόδων (Δήλωση απόκτησης περιουσιακών στοιχείων), συνταχθέντος και του πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου της Επαρχίας Χάρρις του Τέξας Λ. Λίνταρλυ ("ΒΙLL ΟF SALE"), με περισσότερες πράξεις, οι οποίες, συνδεόμενες με ταυτότητα της προς εκτέλεση τους αποφάσεως, αποτελούν εξακολούθηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και έλαβαν χώρα στο Ηράκλειο σε χρόνο αδίακρίβωτο, πάντως από την 29.07.2002 (ημερομηνία κατάθεσης της ως άνω αγωγής του) μέχρι και τη κατάθεση των προτάσεων του στις 30.04.2004, νόθευσε το από 01.03.1993 έγγραφο με τον τίτλο "ΒΙLL ΟF SALE" προσθέτοντας στη τρίτη σειρά αυτού και πριν το ποσό $ 235.000 τον αριθμό -1-, ώστε να φέρεται πλέον ως τίμημα πώλησης της επιχείρησης που διατηρούσε στη πολιτεία ΗΑRRIS του ΤΕΧΑS με τον τίτλο "Memorial Car Care Center" το ποσό των $ 1.235.000 αντί του αληθούς $ 235.000, το οποίο είχε δηλωθεί στην αμερικάνικη οικονομική εφορία (ΙRS). Επίσης, νόθευσε την από 03.05.1992 κοινή με την εγκαλούσα φορολογική δήλωση προσθέτοντας έναντι του στοιχείου "σύνολο εισοδήματος" κι έμπροσθεν του ποσού 22.763 τον αριθμό -2-, ώστε να φέρεται πλέον ως δηλωθέν σύνολο εισοδήματος το ποσόν των $222.763 αντί του αληθούς των $22.763 και έναντι του στοιχείου "σύνολο εσόδων επιχείρησης" έμπροσθεν, δε, του ποσού 24.209 τον αριθμό -2-, ώστε να φέρεται πλέον ως δηλωθέν σύνολο εισοδήματος το ποσόν $224.209 αντί του αληθούς των $24.209. Τέλος, κάτω από το κείμενο, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας φερόμενης ως υπόχρεης προς υποβολή φορολογικής δήλωσης. Με τις ενέργειες του αυτές απέβλεπε να παραπλανήσει με τη χρήση των ως άνω πλαστών εγγραφών τη σύνθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (τακτική διαδικασία) ενώπιον του οποίου τα εμφάνισε, κατά τη κατάθεση των προτάσεων του την 30.04.2004 και κατά τη συζήτηση της ως άνω από 29.07.2002 αγωγής του περί αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα στρεφόμενη κατά της εγκαλούσας την 21.05.2004, για τα οποία παρακάτω αναλυτικά θα εκθέσομε, ότι είναι γνήσια, ότι δηλαδή πρόκειται περί της γνήσιας απόδειξης πώλησης της ως άνω επιχείρησης και της γνήσιας κοινής φορολογικής τους δήλωσης ως συζύγων για το έτος 1991 με απώτερο σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με την έκδοση υπέρ αυτού ευνοϊκής απόφασης, σε βάρος της περιουσίας της εγκαλούσας, το δε επιδιωκόμενο όφελος του και η αντίστοιχη ζημία αυτής υπερέβαιναν συνολικά το ποσόν των 73.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, στη προδιαληφθείσα αγωγή αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα γάμου στρεφόμενη κατά της εγκαλούσας, με την οποία ο ανωτέρω ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία υποχρεούται να του καταβάλει το ποσόν των 434.812,66 ευρώ και να του αποδώσει το περιγραφόμενο στο αιτητικό αυτής ανωτέρω ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, άλλως το ποσόν των 997.302,66 ευρώ, ποσόν κατά το οποίο επαυξήθηκε κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου του με τη τότε εναγόμενη - σύζυγο του η κοινή περιουσία τους με αποκλειστικά δική του συμβολή, ισχυριζόταν αυτός εν γνώσει ψευδώς ότι η επαύξηση της περιουσίας επήλθε, μεταξύ άλλων, και από τη μεταβίβαση της επιχείρησης που διατηρούσε στη πολιτεία ΗΑRRIS του ΤΕΧΑS με το τίτλο "Memorial Car Care Center" αντί του ποσού των 1.300.000 δολαρίων. Μάλιστα, με τις από 30.04.2004 προτάσεις του, που νομίμως κατέθεσε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου προς ενίσχυση του αγωγικού ισχυρισμού του περί του ότι η ιδιαιτέρως μεγάλη επαύξηση της αρχικής περιουσίας προήλθε αποκλειστικά από τη δική του συμβολή, προσκόμισε, μεταξύ άλλων εγγράφων, ως γνήσια επικυρωμένα εκ του πρωτοτύπου αντίγραφα σε ακριβή πιστή και επίσημη μετάφραση από την αγγλική στη ελληνική γλώσσα του από 01.03.1993 εγγράφου με το τίτλο "ΒΙLL ΟF SΑLΕ" που αφορούσε στη μεταβίβαση της προαναφερόμενης επιχείρησης, καθώς και της κοινής φορολογικής δήλωσης του έτους 1991, που υπέβαλαν με την εγκαλούσα ως σύζυγοι στις αρμόδιες οικονομικές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, κατά την οποία τα ετήσια έσοδα της επιχείρησης αυτής κατά το έτος 1991 ανερχόταν στο ποσόν των 224.209 δολαρίων και το συνολικό εισόδημα τους (μετά την αφαίρεση των απωλειών) (ανερχόταν) στο ποσόν των 222.763 δολαρίων, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι πλαστά. Ο κατηγορούμενος με τους διαλαμβανόμενους στην ειρημένη αγωγή του και στις προτάσεις του εν γνώσει ψευδείς ισχυρισμούς του ότι το τίμημα της πώλησης της επιχείρησης του με το τίτλο "Memorial Car Care Center" ήταν 1.300.000 δολλάρια ΗΠΑ, ενώ γνώριζε ότι το αληθές τίμημα από τη πώληση αυτή ήταν 310.000 δολάρια ΗΠΑ και το δηλωθέν στην αμερικάνικη οικονομική εφορία (ΙRS) ήταν αυτό των 235.000 δολαρίων και με τη χρήση στη συνέχεια προς επίρρωση των εν λόγω ισχυρισμών του των νοθευμένων από αυτόν ως άνω εγγράφων, ήτοι του από 01.03.1993 εγγράφου με τον τίτλο "ΒΙLL ΟF SΑLΕ" και της από 03.05.1992 κοινής με την εγκαλούσα φορολογική τους δήλωσης, τα οποία (έγγραφα) εμφάνισε καθόλα γνήσια και έγκυρα, έπεισε τη σύνθεση του ως άνω Δικαστηρίου να εκδώσει τη με αριθμό 414/3297/ΤΠ/472/2004 απόφαση στην οποία, αυτό δεχόμενο, μεταξύ των άλλων υποβληθέντων εγγράφων, ως αληθινά τα παραπάνω πλαστά έγγραφα και σχηματίζοντας τη δικανική πεποίθηση εξ αιτίας αυτών ότι η αύξηση της περιουσίας των διαδίκων στο δεύτερο γάμο τους οφειλόταν "ως επι το πλείστον στη συμβολή του ενάγοντος, ο οποίος ρευστοποιώντας τα περιουσιακά του στοιχεία που προαναφέρθηκαν (σ'αυτά περιλαμβανόταν και η προδιαληφθείσα επιχείρηση του που το δικαστήριο δέχθηκε ότι πωλήθηκε έναντι τιμήματος 1.235.000 δολλαρίων Η.Π.Α.), τα οποία προέρχονταν από την επαγγελματική του δραστηριότητα ως επιχειρηματία εκμετάλλευσης πρατηρίων βενζίνης στην Αμερική και άλλων ομοειδών επιχειρήσεων συνέβαλε τα μέγιστα στην οικονομική τους ανέλιξη", έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του ανωτέρω και υποχρέωσε τη τότε εναγομένη και νυν εγκαλούσα να του αποδώσει αυτούσιο το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του μεριδίου της του 1/2 εξ αδιαιρέτου (ήτοι το 1/4 της όλης οικοδομής) στο οικόπεδο και στην επ' αυτού πενταόροφη μεθ' υπογείου οικοδομή που βρίσκεται στο Ηράκλειο επί της συμβολής των οδών ..., αρ. 97, την καταδίκασε σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου για τη τέλεση της ως άνω δικαιοπραξίας να αποδώσει το παραπάνω ποσοστό με την αποβολή της από τη κατοχή του και την εγκατάσταση του τότε ενάγοντος και νυν κατηγορουμένου, αναγνώρισε ότι υφίσταται χρηματική αξίωση του κατηγορουμένου εξ αποκτημάτων γάμου σε βάρος της εγκαλούσας συνολικού ποσού τριάντα οκτώ χιλιάδων εκατόν εβδομήντα εννέα ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (38.179,96) και υποχρέωσε αυτή (εγκαλούσα) να καταβάλει στον κατηγορούμενο το παραπάνω ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων εκατόν εβδομήντα εννέα ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (38.179,96) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του κατηγορούμενου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, σε βάρος της περιουσίας της εγκαλούσας, καθόσον η ζημία, και το αντίστοιχο όφελος, εκ της πράξεως του, ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσόν των 73.000 ευρώ, καθόσον η αξία της όλης ως άνω οικοδομής (117.680.000 δραχμές : 340,75 = 345.355,833 ευρώ : 4 = 86.338,95 ευρώ) συν το ως άνω ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων εκατόν εβδομήντα εννέα ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (38.179,96), υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται τόσο από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων όσο και από τα προσκομισθέντα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις -καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Χιούστον του Τέξας των ΗΠΑ και άλλων αρχών, χωρίς να αντικρούονται από αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε και από την απολογία του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του τελευταίου ότι η επιχείρηση του στο Τέξας των ΗΠΑ με το τίτλο πωλήθηκε έναντι του τιμήματος των 1.235.000 δολαρίων ΗΠΑ και κάτι παραπάνω, καθόσον υπήρχαν επί πλέον εμπορεύματα στην αποθήκη και μάλιστα σαν επιχείρηση ήταν πολύ κερδοφόρα, ώστε δεν ήταν δυνατόν να πωληθεί με μικρότερο τίμημα, ότι το από 01.03.1993 έγγραφο με τον τίτλο "ΒILL OF SALE" στην ουσία αποτελεί απόδειξη πληρωμής, την οποία ο ίδιος ζήτησε για να δικαιολογήσει τα χρήματα που έφερε στην Ελλάδα, τα οποία ήταν 1.500.000 δολάρια ΗΠΑ και ότι το δηλωθέν στην εφορία στις ΗΠΑ τίμημα από την αγοραπωλησία ήταν το ποσό των 235.000 δολαρίων, προκειμένου να' εκπέσει των φόρων, ότι η ως άνω απόδειξη πληρωμής θεωρήθηκε από την υπάλληλο στην επιχείρηση του, Κ. L., η οποία μπορούσε να θεωρεί έγγραφα και συμβολαιογραφικές πράξεις, ότι το πρωτότυπο του εγγράφου το είχε επισυνάψει στα σχετικά του έγγραφα κατά τη διαδικασία των Ασφαλιστικών Μέτρων που είχαν δικασθεί το έτος 2000, στο οποίο υπήρχε ανάγλυφη σφραγίδα, ωστόσο λόγω κλοπής μεταξύ άλλων και του πρωτοτύπου αυτού εγγράφου στο Τέξας, προσκόμισε με τις προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου επικυρωμένο φωτοαντίγραφο αυτού, στο οποίο δεν είναι ορατή η ανάγλυφη σφραγίδα που απαιτείται για τέτοιου είδους έγγραφα στη συγκεκριμένη πολιτεία των ΗΠΑ, ότι ο αγοραστής της επιχείρησης με τη σύναψη της συμφωνίας του έδωσε 50.000 δολάρια μετρητά και μέχρι τις 15.02.1993 του έδωσε 4 επιταγές των 99.000 δολαρίων και 1 επιταγή των 50.000 δολαρίων και την 01.03.1993 του έδωσε σε μετρητά το υπόλοιπο τίμημα και τέλος ότι ο αγοραστής πήρε δάνειο μετά τη πώληση της επιχείρησης σε αυτόν για να δικαιολογήσει στην εφορία τη προέλευση των χρημάτων, με τα οποία προέβη στην αγορά της επιχείρησης, και έωλοι, αλλά και αναπόδεικτοι τυγχάνουν. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 23.10.2008 κατάθεση του αγοραστή της επιχείρησης "Memorial Car Care Center", Η. E., την οποία έδωσε κατόπιν αίτησης δικαστικής συνδρομής, στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Αναζητήσεων στο Χιούστον του Τέξας των ΗΠΑ, ο κατηγορούμενος ζήτησε ως τίμημα για τη πώληση της επιχείρησης του το ποσό των 300.000 δολαρίων, από όσα, μάλιστα, θυμόταν ο ανωτέρω αγοραστής εν όψει και της παρέλευσης διετίας από τη πώληση, το ακριβές τίμημα ήταν από 250.000 έως 275.000 δολάρια και το πλήρωσε με δικά του ατομικά χρήματα και ένα τραπεζικό δάνειο, δίνοντας στο κατηγορούμενο δύο ή τρεις επιταγές, μάλιστα, ίδιος είχε προσλάβει δικηγόρο για τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, το οποίο υπογράφηκε και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, δεν θυμόταν ωστόσο αν υπήρχαν μάρτυρες ή αν επικυρώθηκε αυτό από κάποιον συμβολαιογράφο. Το ότι το αναγραφόμενο στο έγγραφο "ΒILL OF SALE" τίμημα των $ 1.235.000 είναι ψευδές και το συγκεκριμένο έγγραφο πλαστό υποστηρίζεται και στις ένορκες βεβαιώσεις των τέκνων του κατηγορουμένου, Δ. και Α. Δ., της Χ. Κ. και του Γ. Σ. (κουμπάροι του ζεύγους Δ.), ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Χιούστον του Τέξας των ΗΠΑ, μάλιστα δε ο τελευταίος μάρτυρας (Γ. Σ.) καταθέτει κατηγορηματικά ότι ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να πωλήσει την εν λόγω επιχείρηση έναντι του τιμήματος των 1.235,000 δολαρίων, καθόσον και ο ίδιος πώλησε την ομοειδή δική του επιχείρηση και μάλιστα μεταγενέστερα, ήτοι το έτος 1996, έναντι του τιμήματος των 250.000 δολαρίων. Αλλά και η Κ. L., η οποία, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, είχε θεωρήσει το από 01.03.1993 έγγραφο με τον τίτλο "ΒILL OF SALE" με την ιδιότητα της ως συμβολαιογράφου της πολιτείας του Τέξας, στην από 15.05.2007 ένορκη κατάθεση ενώπιον της συμβολαιογράφου της πολιτείας του Κολοράντο Τζένι Μανγουικ, ανέφερε ότι πράγματι κατά το έτος 1993 ήταν συμβολαιογράφος στην Πολιτεία του Τέξας και ως μέρος των καθηκόντων της θεωρούσε έγγραφα του κατηγορούμενου, αφού εξέτασε, δε, το αντίγραφο του από 01.03.1993 εγγράφου με τον τίτλο "ΒILL OF SALE" που της επιδείχθηκε, δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν είχε ξαναδεί το εν λόγω έγγραφο, δεν το είχε θεωρήσει εκείνη, και δεν υπάρχει σε αυτό η δική της υπογραφή κάτω από το σημείο βεβαίωσης του πωλητηρίου, ότι αναγνωρίζει, όμως, την υπογραφή του κατηγορουμένου σ'αυτό, την οποία γνώριζε ως απασχολούμενη στην επιχείρηση του, προσθέτοντας, τέλος, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόσβαση στη συμβολαιογραφική της σφραγίδα και το συμβολαιογραφικό της βιβλίο, διότι φυλάσσονταν στο χώρο του γραφείου της επιχείρησης του και ότι δεν έχει πλέον το συμβολαιογραφικό της βιβλίο, ούτε γνωρίζει που βρίσκεται αυτό. Μάλιστα, εδώ αξίζει να μνημονευθεί και η από 2-10-2007 ανώμοτη ανακριτική κατάθεση της εγκαλούσας, κατά την οποία, η επιχείρηση τους στο Τέξας των ΗΠΑ με το τίτλο "Memorial Car Care Center", ήταν μεν κερδοφόρα, αλλά δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να πωληθεί πάνω από 310.000 με 320.000 δολάρια, τίμημα έναντι του οποίου και τελικά πωλήθηκε, καθόσον και προηγούμενη επιχείρηση τους, η οποία μάλιστα ήταν πιο κερδοφόρα, είχε πωληθεί 430.000 με 450.000 δολάρια και ως εκ τούτου η πρώτη ως άνω επιχείρηση δεν πωλήθηκε έναντι του τιμήματος των 1.235.000 ευρώ. Αλλά υπέρ της πλαστότητας της επίμαχης απόδειξης συνηγορεί, πέραν των άλλων, και το ότι δεν φέρει αυτή υπογραφή του αγοραστή, όπως απαιτείται σύμφωνα με το από 5-10-2007 έγγραφο του Ομοσπονδιακού Γραφείου του Υπουργείου Δικαιοσύνης Ηνωμένων Πολιτειών, επί πλέον δε, ενώ σύμφωνα με το υπ'αριθμ. 767/20-11-2007 έγγραφο του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου το πιστοποιητικό αναγνωρίσεως που φέρεται ότι έχει συντάξει η μάρτυρας Κ. L. υπό την ιδιότητα της ως συμβολαιογράφου κατά το δίκαιο της Πολιτείας του Τέξας θα έπρεπε να περιέχει σφραγίδα της συμβολαιογράφου, στην οποία να αναγράφεται η φράση "Νοtary Public State of Texas", κυκλικά γύρω από αστέρι αφού το πιστοποιητικό αυτό φέρεται ότι συνετάγη μέσα στη Πολιτεία του Τέξας, τέτοια σφραγίδα δεν υπάρχει στην επίμαχη απόδειξη, γεγονός που προσπαθεί να δικαιολογήσει ο κατηγορούμενος υποστηρίζοντας ότι δήθεν το πρωτότυπο που εκλάπη έφερε τέτοιο αστερίσκο. Δεν μπορεί όμως να εξηγήσει γιατί ο αστερίσκος αυτός δεν αποτυπώνεται και στο εξαχθέν από το πρωτότυπο ακριβές αντίγραφο, του οποίου έκανε χρήση στο ειρημένο πολιτικό δικαστήριο. Μετά ταύτα και οι περί του αντιθέτου καταθέσεις των μαρτύρων Ε. και της Ε. Ν., ο πρώτος των οποίων μάλιστα, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος εμφάνισε στο Εφετείο το πρωτότυπο της ως άνω απόδειξης, αλλά η Πρόεδρος δεν το ήθελε και της δεύτερης που εμφανίζεται μετά 16 χρόνια να θυμάται επιταγές και ποσά που δόθηκαν στην επίμαχη πώληση και τα οποία φέρεται ότι καταμέτρησε, για να καταλήξει ότι το τίμημα ανερχόταν σε 1.235.000 δολλάρια ΗΠΑ δεν κρίνονται αξιόπιστες εν όψει των παραπάνω στοιχείων, ενώ και οι δύο εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης των γραφολόγων Δ. Θ. και Μ. Μ. που αποφαίνονται ότι η υπογραφή της Κ. L. στο έγγραφο "ΒILL OF SALE" είναι γνήσια δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν πειστικές, άλλωστε έχουν συνταχθεί κατ'εντολήν του κατηγορούμενου. Να σημειωθεί εδώ ότι και το Εφετείο Κρήτης με την υπ'αριθμ. 601/2007 απόφαση του δέχθηκε ότι σύμφωνα με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία ο κατηγορούμενος αφενός πώλησε την ως άνω επιχείρηση του αντί του ποσού των 310.000 δολαρίων ΗΠΑ και όχι αντί του ποσού των 1.235.000 δολαρίων ΗΠΑ που ισχυρίζεται ο ίδιος, αφετέρου εισήγαγε στην Ελλάδα με την εγκαλούσα 800.000 δολάρια, ως κοινά περιουσιακά στοιχεία, κι όχι 1.566.324 δολλάρια ΗΠΑ, που επικαλείτο (ο κατηγορούμενος) στην αγωγή του και δέχθηκε και το πρωτόδικο δικαστήριο. Παρά ταύτα κατέληξε το Εφετείο) στα ίδια συμπεράσματα με την πρωτόδικη απόφαση, την οποία και επικύρωσε απορρίπτοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων με διαφορετική, όμως, αιτιολογία, δεχόμενο δηλαδή ότι ο ενάγων είχε την ευθύνή και τον κίνδυνο για την καλή λειτουργία της ως άνω επιχειρήσεως στην Αμερική κι ότι χωρίς τη δική του παρουσία δεν θα είχαν οι διάδικοι αυτό το απόκτημα της πολυκατοικίας στη Κρήτη, στο οποίο όμως συνέβαλε και η εναγομένη και ήδη εγκαλούσα με τη συνεχή παροχή εργασίας της. Το γεγονός αυτό (δηλαδή το ότι και οι δύο ως άνω αποφάσεις καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα όσον αφορά στις αξιώσεις του κατηγορούμενου για συμμετοχή του στα αποκτήματα του δεύτερου γάμου, παρότι δέχονται διαφορετικό τίμημα πωλήσεως της ειρημένης επιχείρησης του κατηγορούμενου) επικαλείται ο εκκαλών στη κρινομένη έφεση του ως επιχείρημα για το ότι το ποσόν των 1.235.000 δολαρίων που αναγραφόταν στη πλαστή ως άνω απόδειξη δεν άσκησε ουσιώδη επιρροή στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Αυτό όμως δεν ευσταθεί, αφού η πρωτόδικη απόφαση κατέληξε στο παραπάνω διατακτικό με βάση ακριβώς την εκτίμηση ότι η επιχείρηση του κατηγορουμένου πωλήθηκε αντί του εν λόγω ποσού και ότι τελικά αυτός ως ενάγων εισήγαγε στην Ελλάδα ποσόν 1.566.324 δολλαρίων, που στη συνέχεια δραχμοποίησε και χρησιμοποίησε για την ανέγερση της προαναφερόμενης πολυκατοικίας. Εξ άλλου, το γεγονός ότι και η εφετειακή απόφαση κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα παρότι δέχθηκε ότι το τίμημα της επιχείρησης του κατηγορούμενου ανερχόταν σε 235.000 δολάρια και ότι αυτός εισήγαγε στην Ελλάδα μόνον 800.000 δολάρια, στηριζόμενη σε άλλο σκεπτικό, είναι και ο λόγος που η συγκεκριμένη απόφαση, σύμφωνα με την υπάρχουσα στη δικογραφία εισήγηση της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου (ύστερα από αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων για αναίρεση), ελέγχεται ως εσφαλμένη και αναιρετέα, διότι, ειδικότερα δεν προσδιορίζεται σ'αυτήν η αρχική περιουσία καθενός των διαδίκων, ώστε να δικαιολογείται το μεγαλύτερο ποσοστό συμβολής του κατηγορούμενου στην απόκτηση του μετά τον δεύτερο γάμο αποκτήματος (πολυκατοικίας). Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ότι στο αντίγραφο της από 3-5-1992 κοινής με την εγκαλούσα φορολογικής δήλωσης από λανθασμένη ενέργεια του λογιστή του στις ΗΠΑ αναγράφεται το ποσό των 224.209 δολαρίων αντί του ορθού των 24.209 δολαρίων ως σύνολο εσόδων επιχείρησης και το ποσόν των 222.763 δολαρίων, αντί του αληθούς των 22.763 δολαρίων ως σύνολο εισοδήματος και ότι δεν έχει θέσει αυτός κατ'απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας κάτω από το κείμενο της συγκεκριμένης φορολογικής δήλωσης, καθόσον ποτέ δεν υπέγραφαν οι δύο τους τις φορολογικές τους δηλώσεις αλλά κατ' εντολή και για λογαριασμό τους τις υπέγραφε ο λογιστής τους, ομοίως ελέγχονται αβάσιμοι, Κατ'αρχήν, η πλαστή ως άνω κοινή φορολογική δήλωση δεν φέρει καν υπογραφή του λογιστή, ο οποίος, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο από παραδρομή την παραποίησε. Αντίθετα, χειρόγραφη υπογραφή του λογιστή υπάρχει στη πρωτότυπη κοινή φορολογική δήλωση των ανωτέρω του έτους 1991, ενώ και σε όλες ανεξαιρέτως τις προσκομισθείσες κοινές φορολογικές δηλώσεις των διαδίκων για τα έτη 1982-1990 και 1993, υπάρχει χειρόγραφη, είτε έντυπη υπογραφή του ανωτέρω (λογιστή). Εξ άλλου, ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που χρησιμοποίησε την παραπάνω πλαστή βεβαίωση στο δικαστήριο εν γνώσει της ψευδούς περιεχομένου της για να αποδείξει ότι η επιχείρηση του απέδωσε ιδιαίτερα μεγάλα εισοδήματα 1 1/2 έτος πριν τη πώληση της, κι έτσι να δικαιολογήσει το υψηλό τίμημα των 1.235.000 δολαρίων που ισχυρίσθηκε στη συνέχεια ότι την πώλησε, ενώ, τέλος, αρκεί μια απλή αντιπαραβολή με τη πρωτότυπη κοινή φορολογική δήλωση που υπέβαλαν οι διάδικοι το έτος 1991, για να αντιληφθεί κανείς ότι η υπογραφή της εγκαλούσας στο πρωτότυπο ακόμα κι αν υποτεθεί ότι τέθηκε από τον τότε λογιστή τους δεν μοιάζει με την υπογραφή της στο αντίγραφο που προσκόμισε ο κατηγορούμενος στο παραπάνω δικαστήριο. Από όσα προεκτέθηκαν προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής, αρκούσες κατά νόμον για τη παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση κατά την οποία ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του συνολικό περιουσιακό όφελος ανώτερο των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ με αντίστοιχη συνολική ζημία ανώτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ και της τετελεσμένης απάτης στο δικαστήριο, της οποίας το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι (ΑΠ 107/1998 ΠΧ ΜΗ-757), παρέπεμψε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και θα πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί στην ουσία η ασκηθείσα υπό του εκκαλούντος κατηγορουμένου έφεση. Υπαρχουσών, ωστόσο, επαρκών ενδείξεων για τη παραπομπή του κατηγορούμενου, κατά τα ως άνω, δεν συντρέχει περίπτωση συνέχισης της κυρίας ανακρίσεως προς τον σκοπό διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης στην υπογραφή της εγκαλούσας στη πλαστή ως άνω κοινή φορολογική δήλωση του έτους 1991, ή άλλως λήψης ένορκης κατάθεσης του ως άνω λογιστή, κι επομένως το σχετικό αίτημα του κατηγορούμενου πρέπει ν'απορριφθεί." Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για τα ανωτέρω εγκλήματα, που κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1,3 και 386 παρ.1, 3β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως η εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, διότι α)το Συμβούλιο Εφετών δεν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία τους ούτε έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του Νόμου υπάγεται στην αρμοδιότητα των Πολιτικών Δικαστηρίων και εν προκειμένω, στο (Πολιτικό) Εφετείο. β)στην πρόταση της Εισαγγελέα, στην οποία παραδεκτά εξ ολοκλήρου αναφέρεται το Συμβούλιο, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη της και τα οποία οδήγησαν στην κρίση αυτή, σε σχέση με το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση, η δε εν τέλει περικοπή "ενώ, τέλος αρκεί μια απλή αντιπαραβολή με την πρωτότυπη κοινή φορολογική δήλωση που υπέβαλαν οι διάδικοι το έτος 1991, για να αντιληφθεί κανείς, ότι η υπογραφή της εγκαλούσας στο πρωτότυπο και αν ακόμα, κι αν υποτεθεί ότι τέθηκε από τον τότε λογιστή τους δεν μοιάζει με την υπογραφή της στο αντίγραφο που προσκόμισε ο κατηγορούμενος στο παραπάνω δικαστήριο" πλεοναστικώς και εκ περισσού εκτίθεται, χωρίς να ασκεί ουδεμία επιρροή στη συγκρότηση του ανωτέρω εγκλήματος, αλλ'ούτε και στην εξουσία του Συμβουλίου να αποφανθεί για την υπόθεση αυτή, γ)από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος, ότι το Συμβούλιο συνήγαγε την κρίση του αυτή από τα μνημονευόμενα, κατ'είδος, αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι, το άνω Συμβούλιο συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προκύπτει ότι έγινε επιλεκτική αξιολόγηση ή η μη λήψη κάποιου εξ αυτών, δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, μνεία από ποία εξ'αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε για ποιο λόγο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στις καταθέσεις των μαρτύρων που επικαλέσθηκε η πολιτικώς ενάγουσα, ενώ από το γεγονός ότι εξαίρονται οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών δεν προκύπτει ότι παραλείφθηκε η συνεκτίμηση των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων, δ)από το περιεχόμενο του σκεπτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει, χωρίς ενδοιαστική αιτιολογία, ότι το Συμβούλιο δέχθηκε την πλαστότητα των άνω εγγράφων η δε περικοπή "προσκόμισε μεταξύ άλλων εγγράφων γνήσια επικυρωμένα εκ του πρωτοτύπου αντίγραφα σε ακριβή πιστή και επίσημη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα του από 01.03.1993 εγγράφου με τον τίτλο "BILL OF SALE", που αφορούσε στη μεταβίβαση της προαναφερόμενης επιχείρησης, καθώς και της κοινής φορολογικής δήλωσης του έτους 1991, που υπέβαλαν με την εγκαλούσα ως σύζυγοι στις αρμόδιες οικονομικές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, κατά την οποία τα ετήσια έσοδα της επιχείρησης αυτής κατά το έτος 1991 ανέρχονταν στο ποσό των 224.209 δολαρίων και το συνολικό εισόδημά τους (μετά την αφαίρεση των απωλειών) ανέρχονταν στο ποσό των 222.763 δολαρίων, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι πλαστά", δεν δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, αφού στο τέλος της περικοπής δέχεται το Συμβούλιο ότι αυτά ήταν πλαστά "κατά τα προεκτεθέντα", προδήλως δε εκ παραδρομής απαλείφθηκε στην ίδια .......και πριν από τη λέξη "γνήσια" η πρόθεση "ως". ε)με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων με τους ισχυρισμούς του στην αγωγή και την προσαγωγή των ως άνω πλαστών εγγράφων, σκόπευε να παραπλανήσει το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς του αυτούς και τα πλαστά έγγραφα ως γνήσια, πράγματι παραπλανήθηκε και εξέδωσε σε βάρος της εγκαλούσας-πολιτικώς ενάγουσας την υπ'αριθ.414/2004 οριστική απόφασή του και ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της τελευταίας υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, πληρούται η νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης στο Δικαστήριο (στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου), η δε μεταγενέστερη εξέλιξη της υποθέσεως ενώπιον των Πολιτικών Δικαστηρίων (Εφετείου-Αρείου Πάγου) δεν ασκεί καμία επιρροή, αφού είναι περιστατικά μεταγενέστερα της άνω πράξεως για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, ε)απορρίπτοντας το Συμβούλιο, το αίτημα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, για συνέχιση της ανάκρισης και για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με την παραδοχή, υιοθετώντας την πρόταση της Εισαγγελέως, ότι έχει σχηματίσει την κρίση του από τα υπάρχοντα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει το Συμβούλιο, για την πληρότητα της επιπλέον στοιχεία. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι'αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ.β', δ', στ'του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ'ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την υπ'αριθ.13/5.10.2010 αίτηση του Ε. Δ. του Δ., περί αναιρέσεως του υπ'αριθ.227/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση και απάτη στο Δικαστήριο. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου και υπέρβαση εξουσίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1442/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενη την Ρ. Ν. , Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς. Και εγκαλούντα τον Ε. Β. του Β. , κάτοικο ...
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 10 Μαΐου 2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 394/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 127/18-5-2011 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την αριθμ. πρωτ. 54/10-3-2011 αίτηση της Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το δικαστήριό σας, κατ' άρθρο 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ και εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' ΚΠοινΔ όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 του ανωτέρω κώδικα. Από το δικαιολογητικό λόγο της ανωτέρω διατάξεως, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και στο στάδιο της προδικασίας, περιλαμβανομένων και των σταδίων της προκαταρκτικής εξετάσεως και της ασκήσεως ποινικής διώξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη συνοδεύουσα την άνω αίτηση της Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς ποινική δικογραφία, διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά από τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά αντίγραφο της αριθμ. 36/10-5-2010 προσφυγής του Ε. Β. του Β. κατά της αριθμ. 207/8-3-2010 διατάξεως της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, η οποία (προσφυγή) επέχει θέση έγκλησης του άνω προσφεύγοντος, που στρέφεται, μεταξύ άλλων και κατά της Ρ. Ν. , που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά ως Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών. Ενόψει των ανωτέρω δεν μπορεί ούτε άσκηση ποινικής διώξεως ούτε ενέργεια οποιασδήποτε πράξεως της προδικασίας και κύριας διαδικασίας να γίνει κατά της ανωτέρω δικαστικής λειτουργού από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Δοθέντος δε ότι και το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν μπορεί να αποφασίσει παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της περιφέρειάς του, ελλείψει άλλου τέτοιου δικαστηρίου, πρέπει όπως το Συμβούλιό Σας ορίσει το κατά παραπομπή αρμόδιο δικαστήριο και σαν τέτοιο προτείνω το Πρωτοδικείο Αθηνών και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, καθόσον αφορά την εγκαλουμένη εισαγγελική λειτουργό, προς άσκηση διώξεως και ενέργεια των τυχόν απαραιτήτων πράξεων της προδικασίας και κύριας διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να ορισθεί κατά παραπομπή αρμόδιο για να επιληφθεί της από 10-5-2010 προσφυγής - επέχουσας θέση έγκλησης του Ε. Β. του Β. , κατά της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ρ. Ν. , το Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και τις δικαστικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Αθήνα 17/5/2011 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη".
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει : α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο των διατάξεων αυτών, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά η διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (αρθρ. 47 του ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα, ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι, διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς από τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς αντίγραφο της 36/10-5-2010 προσφυγής του Ε. Β. του Β. κατά της 207/8-3-2010 διατάξεως της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, η οποία (προσφυγή) επέχει θέση εκλήσεως του άνω προσφεύγοντος, που στρέφεται, μεταξύ άλλων και κατά της Ρ. Ν. , που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, ως Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών. Ενόψει των ανωτέρω δεν μπορεί ούτε άσκηση ποινικής διώξεως, ούτε ενέργεια οποιασδήποτε πράξεως της προδικασίας και κύριας διαδικασίας να γίνει κατά της ανωτέρω δικαστικής λειτουργού από τις Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Δοθέντος δε ότι και το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν μπορεί να αποφασίσει παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της Περιφέρειας του, ελλείψει άλλου τέτοιου δικαστηρίου, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και πρέπει να οριστεί ως το κατά παραπομπή αρμόδιο δικαστήριο το Πρωτοδικείο Αθηνών και η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών καθόσον αφορά την ως άνω εγκαλούμενη εισαγγελική λειτουργό, προς άσκηση διώξεως και ενέργειας των τυχόν απαραιτήτων πράξεων της προδικασίας και κύριας διαδικασίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει, κατά παραπομπή αρμόδιο για να επιληφθεί της από 10-5-2010 προσφυγής -επέχουσας θέσης εγκλήσεως - του Ε. Β. του Β. , κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ρ. Ν. , το Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και τις δικαστικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορίζει, κατά παραπομπή αρμόδιο για να επιληφθεί προσφυγής -επέχουσας θέσης εγκλήσεως -, κατά Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, το Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και τις δικαστικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1441/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Mιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να διορθώσει αυτεπάγγελτα, την υπ'αριθμ. 1930/2010 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενους τους: 1)Ά. Β.-Ι. του Δ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Παπαγεωργόπουλο και 2)Δ. Κ. του Ν., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Γυφτάκη. Με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΙΚΟΣ ΝΑΥΤΟΥ" νόμιμα εκπροσωπούμε το οποίο δεν παρέστη.
Το Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Πρόεδρος του Τμήματος αυτού, ζητεί την αυτεπάγγελτη διόρθωσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην 76/13-5-2011 πράξη του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 611/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των κατηγορουμένων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε την διόρθωση της απόφασης αυτής.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιο από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση της, εφόσον απ' αυτήν δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η διορθωτέα απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 1930/2010 απόφαση του Τμήματος αυτού (του Αρείου Πάγου), απορρίφθηκε η από 15-7-2010 αίτηση και η από 14-7-2010 αίτηση - δήλωση ως και οι πρόσθετοι λόγοι της Ά. Β. - Ι. και Δ. Κ. του Ν., αντίστοιχα, για αναίρεση της 600, 600α, 600β, 600γ, 600δ, 600ε, 600στ και 600ζ/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Όμως, από προφανή παραδρομή, στο ιστορικό της άνω αναιρετικής αποφάσεως, αναγράφεται ο παραστάς πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας Ά. Β. - Ι. ως Ιωάννης Παπαγεωργόπουλος, αντί του ορθού, ως προς το κύριο όνομα αυτού, Φώτιος Παπαγεωργόπουλος. Συντρέχει, επομένως, μετά από τη σχετική κλήση των ανωτέρω Ά. Β. - Ι. και Δ. Κ. του Ν. (βλ. τις από, 10-8-2011, 2-6-2011 και 2-6-2011 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών, αντίστοιχα, Γ. Δ. και Σ. Α.), νόμιμη και κατ' ουσία περίπτωση, να διορθωθεί αυτεπαγγέλτως, κατά το σημείο τούτο, η ως άνω απόφαση του Τμήματος αυτού, ώστε στο ιστορικό της, να τεθεί το ορθό κύριο όνομα αυτού Φώτιος αντί του εσφαλμένου Ιωάννης. Σημειώνεται, ότι ο ισχυρισμός του παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Ά. Β. - Ι., Φωτίου Παπαγεωργόπουλου, ότι η εκδοθείσα ως άνω 1930/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου πρέπει να επανεξεταστεί ως προς το θέμα της παραγραφής, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος ,διότι με τη διόρθωση της απόφασης δεν επανεξετάζεται η υπόθεση, αλλά το δικαστήριο προβαίνει μόνο στη διόρθωση λαθών που δεν παράγουν ακυρότητα και εφόσον, βέβαια, δεν επέρχεται με τη διόρθωση αυτών ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διορθώνει την υπ' αριθμ. 1930/2010 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως προς το κύριο όνομα του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Ά. Β. - Ι. στο ιστορικό της απόφασης αυτής, από το εσφαλμένως αναγραφέν "Ιωάννης", στο ορθό "Φώτιος".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διορθώνει την υπ' αριθμ. 1930/2010 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως προς το κύριο όνομα του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1422/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Β.-Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Ράϊκο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1649/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 30 Αυγούστου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 248/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 155 παρ.1β, 2ια και 157 παρ.1β του Ν.2960/2001, λαθρεμπορία είναι οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, των υπ'αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμα αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η με οποιοδήποτε τρόπο διάθεση στην κατανάλωση εμπορευμάτων που τελούν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης. Η κατ'άρθρο 155 του νόμου αυτού λαθρεμπορία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους....εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για τη βεβαιότητα δε ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα το σύνολο τους, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτελέσματα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.1649/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος λαθρεμπορίας, ως υπαίτιος που μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική και σε χρηματική ποινή 31.174,75 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα, κατ'είδος, αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα: "ο κατηγορούμενος με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι έτσι ενεργώντας διαπράττει την αξιόποινη αυτή πράξη, στον Πειραιά, στις 2-11-2003 διέθεσε στην κατανάλωση εμπορεύματα που τελούσαν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο η εταιρεία SALAMIS SHIPPING ΑΕ, της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, ενεργώντας ως εισαγωγέας και αποστολέας εξαγωγέας, εισήγαγε, δια του αφιχθέντος στον Πειραιά πλοίου υπό το όνομα Τ., από το Ισραήλ, 38 παλέτες με ηλεκτρικά είδη με προορισμό τη Γαλλία, ΡΑRΙS -ΝΟRD VILLEPINTE EXHIBITION CENTER-FRANCE, ήτοι εισήγαγε εμπορεύματα επομένως, που τελούσαν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης. Διότι δε τα εμπορεύματα αυτά ήσαν τρίτης χώρας, εκτός Ε.Ε., και δη Ισραήλ και η μεταφορά εγένετο δια φορτηγού, που είχε Κυπριακή άδεια κυκλοφορίας, η ως άνω μεταφορική εταιρεία κατέθεσε το υπ' αριθμ. καταχωρήσεως ... CΑRΝΕ ΤΙR ΝΟ ..., που είχε εκδοθεί υπό την εγγύηση του εγγυοδοτικού οργανισμού Τ.D.Α. (Τransport Development Association), που αποτελεί μέλος της ΙRU (Union Internationale Des Transports Routiers), μέλος της οποίας επίσης ήταν και ο Ο.Φ.Α.Ε (Ομοσπονδία Φορτηγών Αυτοκινητιστών Ελλάδος Διεθνών Μεταφορών), ως εγγύηση στη περίπτωση που τα εμπορεύματα δεν φθάσουν στο τελωνείο προορισμού τους. Εν συνεχεία η ανωτέρω εταιρεία SALAMIS SHIPPING ΑΕ, με την από 2-11-2003 αίτηση της προς το αρμόδιο προς τούτο Ε' Τελωνείο Πειραιώς εζήτησε και έλαβε στο όνομα της την υπ' α.α. 25283 διατακτική παραλαβής των εμπορευμάτων αυτών. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι τα εμπορεύματα αυτά ουδέποτε έφτασαν στο τελωνείο προορισμού τους στην Γαλλία, ως τούτο αποδεικνύεται από την επ' ακροατηρίου κατάθεση της μάρτυρος Α. Γ., υπαλλήλου του αρμοδίου για την ειρημένη διαδικασία Ε' Τελωνείου Πειραιώς, η οποία έχει ιδίαν επομένως και άμεση γνώση και αντίληψη των περιστατικών αυτών και η οποία κατέθεσε σαφώς και κατηγορηματικώς τόσον ότι αυτά δεν αφίχθησαν στον προορισμό τους, όσον και ότι περί της μη αφίξεως των ως άνω υπό διαμετακόμιση εμπορευμάτων στο τελωνείο προορισμού τους στην Γαλλία ενημερώθηκαν οι αρμόδιες ελληνικές τελωνειακές αρχές, κατά την διάρκεια σχετικής ερεύνης τους περί της τύχης των εμπορευμάτων αυτών, από τις αρμόδιες Γαλλικές τελωνειακές αρχές. Εκ του γεγονότος τούτου, σε συνδυασμό με το αποδεικνυόμενο από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι η ανωτέρω διαμετακομιστής και μεταφορέας εταιρεία SALAMIS SHIPPING ΑΕ, και ο κατηγορούμενος επομένως, αρνήθηκαν να παράσχουν στοιχεία για τον τελικό προορισμό των ανωτέρω εμπορευμάτων, αποδεικνύεται ότι αυτά διετέθησαν στην κατανάλωση υπό της ειρημένης εταιρείας του κατηγορουμένου, χωρίς έγγραφη άδεια της τελωνειακής αρχής και χωρίς την πληρωμή των δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων αποστερώντας έτσι από την δικαιούχο ΕΕ δασμούς συνολικού ποσού 10.264,91 ευρώ, εκ των οποίων κατεβλήθη εκείνο των 5.337,77 ευρώ, δεδομένου ότι το υπόλοιπο ποσό κατεβλήθη κατά την άσκηση υπό της προαναφερομένη εταιρείας προσφυγής κατά την υπ' αριθμ. ... πράξεως χρεώσεως δασμών και φόρων του Ε' Τελωνείου Πειραιώς δια της οποίας προσδιορίσθηκαν οι διαφυγόντες δασμοί και φόρο εκ της ειρημένης αξιοποίνου πράξεως. Ότι η ανωτέρω εκπροσωπούμενη υπό του κατηγορουμένου εταιρεία και κατ' επέκτασιν ο ίδιος είναι η υπαίτια της αξιοποίνου αυτής πράξεως, αποδεικνύεται ειδικώς, όπως προαναφέρθηκε, από το ότι δεν προσκόμισαν ούτε αυτή, ούτε ο εγγυοδοτικός οργανισμός Ο.Φ.Α.Ε (Ομοσπονδία Φορτηγών Αυτοκινητιστών Ελλάδος Διεθνών Μεταφορών), καίτοι εκλήθησαν προς τούτο, στην ανωτέρω αρμοδία ελληνική τελωνειακή αρχή κανένα στοιχείο για το πού πράγματι κατέληξαν τελικώς τα ως άνω εμπορεύματα, αφού ως διαμετακομιστής και δικαιούχος παραλαβής τους η πρώτη και νόμιμος εκπρόσωπος της ο δεύτερος, ασφαλώς είναι οι μόνοι που γνωρίζουν αυτό και το αποκρύπτουν με πρόδηλο σκοπό την αποφυγή των συνεπειών της πράξεως αυτής. Η περί των ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από κανένα περί του αντιθέτου αποδεικνυόμενο περιστατικό, και μάλιστα από τοιούτο από το οποίο να αποδεικνύεται σαφώς και αναμφιβόλως ότι τα εν λόγω εμπορεύματα διαμετακομίσθησαν στον τόπο προορισμού τους. Περαιτέρω, εξ όλων τω ανωτέρω, ως αποδειχθέντων γενομένων δεκτών συνάγεται η κρίση, ότι στο προαναφερθέν υπ' αριθμ. καταχωρήσεως ... CΑRΝΕ ΤΙR ΝΟ ..., ανεγράφη ως τόπος προορισμού των, συνολικής σημειωτέον αξίας 31.174,75 ευρώ, εμπορευμάτων η Γαλλία, προκειμένου δια του ιδιαιτέρου αυτού τεχνάσματος να παραπλανηθούν οι ελληνικές αρμόδιες υπηρεσίες, ότι αυτά είχαν τον χαρακτήρα των υπό διαμετακόμιση τοιούτων και όχι, ως πράγματι συνέβαινε, ότι επρόκειτο περί διακινήσεως στην ελληνική επικράτεια λαθραίων εμπορευμάτων, ο δε σκοπός της τοιαύτης ενεργείας ήταν να προσπορισθεί στην ως είρηται εταιρεία και στον κατηγορούμενο αλλά και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην αποφυγή της πληρωμής των αναλόγων δασμών και φόρων." Με αυτά που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 155 παρ.1β, 2 περ.1α, 157 παρ.1β εδ.δ'και 160 του Ν.2960/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες, διότι: α)προσδιορίζεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος τέλεσης απ'αυτόν της πράξεως της λαθρεμπορίας με ιδιαίτερα τεχνάσματα, αφού εκτίθενται οι ενέργειες του αναιρεσείοντος (εισαγωγή εμπορευμάτων από το Ισραήλ που τελούσαν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης, έκδοση CARNE TIR στο οποίο αναγράφηκε ως τόπος προορισμού τους η Γαλλία, διάθεση στην κατανάλωση εντός της Ελληνικής Επικράτειας των εμπορευμάτων, χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς πληρωμή των αναλογούντων δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός σκόπευε να μην πληρώσει τους αναλογούντες δασμούς και φόρους, συνολικού ποσού 10.264,91 ευρώ. Είναι δε αδιάφορο για τη συγκρότηση του ανωτέρω αδικήματος το ότι εκδόθηκε και κατατέθηκε στο Τελωνείο το υπ'αριθμ.... CARNE TIR ΝΟ ..., προς παροχή εγγυήσεων προς τις Τελωνειακές Αρχές των συμβαλλομένων μερών από εγγυοδοτικούς οργανισμούς. β)αιτιολογείται πλήρως η χρησιμοποίηση από τον αναιρεσείοντα, τεχνάσματος, με την παραδοχή ότι εξέδωσε το άνω TIR CARNE ώστε να παραπλανηθούν οι Ελληνικές αρμόδιες Υπηρεσίες ότι τα εμπορεύματα αυτά είχαν τον χαρακτήρα των υπό διαμετακόμιση, ενώ επρόκειτο περί διακινήσεως στην Ελληνική Επικράτεια λαθραίων εμπορευμάτων, γ)η γνώση θεμελιώνεται στην παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, νόμιμος εκπρόσωπος της "SALAMIS SHIPPING ΑΕ" εξέδωσε το άνω TIR CARNE, από την γνώση του δε αυτή προκύπτει και ο δόλος αυτού, χωρίς να είναι αναγκαία ειδικότερη αιτιολόγησή του, αφού ο δόλος ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, πρώτος δεύτερος κα τρίτος λόγοι του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, οι διαλαμβανόμενες στους άνω λόγους αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Κατά το άρθρο 160 παρ.1 και 2 εδ.β'του Ν.2960/2001 σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται. Εάν για οποιοδήποτε λόγο ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των κατά το παρόν άρθρο αντικειμένων λαθρεμπορίας, επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλομένης κατά τον παρόντα κώδικα. Με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε και σε χρηματική ποινή 31.174,75 ευρώ, όση και η αξία των εμπορευμάτων. Η ποινή αυτή επιβάλλεται, όπως προεκτέθηκε, εάν έχει καταστεί αδύνατη η δήμευση του λαθρεμπορεύματος. Για την αδυναμία αυτή δεν γίνεται ρητή μνεία στην οποία θέση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που επεβλήθη η άνω χρηματική ποινή, πλην όμως με τις παραδοχές ότι αυτά διατέθηκαν και δεν ανευρέθηκαν, επαρκώς αιτιολόγησε το δικαστήριο την αδυναμία δημεύσεώς τους. Περαιτέρω με την παραδοχή ότι η αξία των εμπορευμάτων ανερχόταν σε 31.174,75 ευρώ, σαφώς το Δικαστήριο δέχθηκε την αξία CIF των λαθρεμπορευμάτων χωρίς προσαυξήσεις κτλ. όπως προέβλεπε ο προϊσχύσας τελωνειακός Κώδικας (άρθρο 107 παρ.1 εδ.1 και 3 Ν.1165/1918).
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ τέταρτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως, με τον οποίο ειδικώς πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, αναφορικά με την αδυναμία δημεύσεως των λαθρεμπορευμάτων και της αξίας αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του από το άρθρο 2 του Ν.3904/2010 που εν προκειμένω εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "Αν κάποιος δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα η πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο υποχρεούται και χωρίς αίτημα να ελέγξει την συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, το άνω Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του επέβαλε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών. Την άνω στερητική της ελευθερίας ποινή, κατωτέρα των δύο ετών, μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς 4,40 ημερησίως. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, για την μετατροπή της ποινής δέχθηκε το Εφετείο τα εξής: "Επειδή, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ανεξαρτήτως της υπάρξεως η μη προηγουμένων καταδικών του, η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων πράξεων. Και τούτο εν όψει του είδους της φύσεως και της ειδικής απαξίας του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και των ειρημένων συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος το τέλεσε, εκ των οποίων συνάγεται ότι αυτός δεν ορρωδεί, ουδέ ενδιαφέρεται για τις συνέπειες των παρανόμων πράξεων του, έστω και αν αυτές συνεπάγονται και προκαλούν δυσμενή σε βάρος ακόμη και της χώρας σχόλια ξένων δημοσίων υπηρεσιών, ως των Γαλλικών Τελωνειακών Αρχών, εμφανίζοντας αυτή ως μη ευνομούμενη Πολιτεία και ικανή να εφαρμόζει τους υπ'αυτής τεθέντες κανόνες δικαίου που αφορούν στις λαθρεμπορικές πράξεις".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο και μετέτρεψε την ποινή φυλακίσεως των δώδεκα μηνών σε χρηματική ποινή, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα αιτιολογείται η παραδοχή ότι εξαιτίας αυτής της αξιόποινης συμπεριφοράς του η αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του επεβλήθη, δεν θα τον αποτρέψει από την τέλεση, στο μέλλον, άλλων αξιοποίνων πράξεων, η δε αναφορά "ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή μη προηγούμενων καταδικών του, η εκτέλεση της ποινής κατ'άρθρο 82 ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία" αρκεί για την αιτιολόγηση της αποφάσεως χωρίς να απαιτείτο η μνεία ότι αυτός είχε καταδικασθεί σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρω των 6 μηνών. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων που κατατέθηκε εμπροθέσμως (στις 31-8-2011) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 505 παρ.2 ΚΠοινΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει κανένας λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ.7/19 Ιανουαρίου 2011 αίτηση καθώς και τους από 30 Αυγούστου 2011 προσθέτους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.1649/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία που ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Πλήρης αιτιολογία ως προς τη μετατροπή της ποινής φυλάκισης 12 μηνών σε χρηματική ποινή, και την επιβολή χρηματικής ποινής, λόγω αδυναμίας δημεύσεως των λαθρεμπορευμάτων, ίσης με την αξία τους.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1421/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Θ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ'αριθ.4/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 14 Ιουλίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 347/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η υπ'αριθμ.4/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Π. Θ. του Ι., για τις αξιόποινες πράξεις της κατάληψης δημόσιου κτήματος και της μεταβολής αιγιαλού, που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ'αυτόν στις "Λάκκες" Μυκόνου την 4-3-2003.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 23 παρ.1 του ΑΝ 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.2 του ΑΝ 263/1968, "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται, διωκόμενος αυτεπαγγέλτως, διά φυλακίσεως τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δραχμών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την πραγμάτωση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται: α)αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος β)το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου και γ)η κατάληψη να έγινε εν γνώσει του δράστη, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου, ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα και ότι ανήκει στην αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου. Η διάταξη αυτή, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παρ.1 του ΑΝ 263/1968 εφαρμόζεται και στον κοινόχρηστο χώρο του αιγιαλού. Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ.1 εδ.α του άρθρου 29 του Ν.2971/2001, αντίστοιχη της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 24 παρ.2α του ΑΝ 2344/1940, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του ΑΝ 263/1968, ορίζεται ότι: όποιος χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής ή με άδεια που εκδίδεται κατά παράβαση του νόμου αυτού επιφέρει στον αιγιαλό, την παραλία, τη θάλασσα οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή, τροποποίηση ή καταστροφή έργων ή του εδάφους ή του πυθμένα με τη λήψη χώματος, λίθων ή άμμου ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτό επήλθε ζημία σε οποιοδήποτε, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. "Αιγιαλός" δε κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, είναι "η ζώνη της ξηράς που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της". Ο καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού γίνεται από την προβλεπόμενη από το άρθρο 3 του ίδιου Νόμου Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, πλήν όμως, για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της μεταβολής του αιγιαλού, δεν απαιτείται, ως αναγκαία προϋπόθεση ο προηγούμενος καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού από την ανωτέρω Επιτροπή, καθόσον, όταν δεν έχει γίνει τέτοιος καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει παρεμπιπτόντως στο καθορισμό των ορίων του στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα ως άνω στοιχεία που προσδιορίζουν την έννοια του αιγιαλού. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα εγκλήματα των άρθρων 23 παρ.1 του ΑΝ 1539/38 και 29 παρ.1 του Ν.2971/2001 συρρέουν αληθώς.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για τη βεβαιότητα δε ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα το σύνολο τους, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτελέσματα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.4/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που δίκασε κατ'έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της κατάληψης, δημοσίου κτήματος και της μεταβολής αιγιαλού και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18)μηνών ανασταλείσα. Ειδικότερα, κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στη θέση "Λάκκες" Μυκόνου στις 4 Μαρτίου 2003: 1) Με πρόθεση και αυτογνωμόνως, κατέλαβε δημόσιο κτήμα ευρισκόμενο αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του δημοσίου, ενώ γνώριζε ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα και συγκεκριμένα ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "RAFFIA PROPERTIES S.S." προέβη: α) στη διαμόρφωση της βραχώδους ακτής σε πεζούλες με δενδροφύτευση και στην κατασκευή σκαλοπατιών ενδιάμεσα, έκτασης 231+95=326 τ.μ., β) στην εγκατάσταση αντλίας (μοτέρ), έκτασης 0,80 τ. μ. και γ) στην κατασκευή ξηρολιθιάς στο σημείο ... του τοπογραφικού διαγράμματος των μηχανικών Β. Λ. και Θ. Κ., έκτασης 2,80 τ.μ., η οποία απαγορεύει την πρόσβαση δια ξηράς προς τον αιγιαλό. Ο κατηγορούμενος είχε προβεί στις άνω κατασκευές σε ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ γνώριζε ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα. 2) Χωρίς άδεια, επέφερε με πρόθεση μεταβολή στον αιγιαλό με την κατασκευή έργου και συγκεκριμένα, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, υπό την επωνυμία "RAFFIA PROPERTIES S.S.", προέβη: α) στη διαμόρφωση της βραχώδους ακτής σε πεζούλες με δενδροφύτευση και στην κατασκευή σκαλοπατιών ενδιάμεσα, έκτασης 231+95=326 τ.μ., β) στην εγκατάσταση αντλίας (μοτέρ) έκτασης 0,80 τ.μ. και γ) στην κατασκευή ξηρολιθιάς στο σημείο ... του τοπογραφικού διαγράμματος των μηχανικών Β. Λ. και Θ. Κ., έκτασης 2,80 τμ., η οποία απαγορεύει την πρόσβαση δια ξηράς προς τον αιγιαλό. Ο κατηγορούμενος προέβη στις ως άνω κατασκευές επιφέροντας μεταβολή στον αιγιαλό, χωρίς προηγουμένως η προαναφερθείσα εταιρεία να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια". Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα, κατ'είδος, αποδεικτικά μέσα τα εξής: "Στη θέση "Λάκκες" Μυκόνου, στις 4-3-2003, ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, με την επωνυμία "RAFFIA PROPERTIES S.S.", ιδιοκτήτριας ακινήτου, στο οποίο έχει ανεγερθεί οικία, προχώρησε αυτογνωμόνως στην κατάληψη δημοσίου κτήματος και ειδικότερα προέβη: α) διαμόρφωση της βραχώδους ακτής σε πεζούλες με δενδροφύτευση και στην κατασκευή σκαλοπατιών ενδιάμεσα, έκτασης 326 τ.μ., β) στην εγκατάσταση αντλίας (μοτέρ), έκτασης 0,80 τ.μ. και γ) κατασκευή ξηρολιθιάς στο σημείο ... του τοπογραφικού διαγράμματος των μηχ/κών Β. Λ. και Θ. Κ., έκτασης 2,80 τ.μ., που εμποδίζει πρόσβαση από την ξηρά στον αιγιαλό. Στις παραπάνω κατασκευές που επέφεραν μεταβολή στον υπάρχοντα αιγιαλό, προέβη ο κατηγορούμενος, χωρίς να εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια. Οι αυθαίρετες και παράνομες ως άνω κατασκευές έγιναν από τον κατηγορούμενο σε χρόνο πρόσφατο με το χρόνο που έλαβε χώρα (12-3-2003) η έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων. Τούτο, μάλιστα, επιβεβαιώνεται και από την ένορκη κατάθεση πρωτοβάθμιο δικαστήριο του μάρτυρα Θ. Κ., υπαλλήλου της Κτηματ. Υπηρεσίας, ο οποίος κατέθεσε: "Επισκέφθηκα την περιοχή το 2003, φαινόντουσαν πρόσφατες κατασκευές", ενώ, παράλληλα, επιβεβαίωσε όλες τις παραπάνω κατασκευές από τις φωτογραφίες που του επιδείχθηκαν. Εξάλλου, και ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρας υπεράσπισης του κατ/νου, Γ. Π., ουδέν ανέφερε για το χρόνο τέλεσης των ανωτέρω κατασκευών και ενώ ανέφερε ότι έχει στενές φιλικές σχέσεις με τον κατ/νο με τον οποίο συζήτησε για την ως άνω κατηγορία, δεν ανέφερε ότι ο κατ/νος του είπε ότι οι κατασκευές αυτές είναι από το έτος 2000.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης στο δικαστήριο τούτο, δεν επικαλέστηκε χρόνο τέλεσης των κατασκευών το έτος 2000. Η από 13-1-2009 υπεύθυνη δήλωση του Α. B. -που σημειωτέον δεν φέρει υπογραφή του φερομένου ως δηλούντος -που αναφέρει ότι κατασκεύασε "τις μάντρες, τους εξωτερικούς χώρους και τις πεζούλες στο σπίτι του Θ., το έτος 2000", δεν λαμβάνεται υπόψη καθόσον δεν κρίνεται αξιόπιστη, διότι αν πράγματι αυτό ήταν αληθές, ο κατηγορούμενος θα τον είχε προτείνει ως μάρτυρα υπεράσπισης του, είτε στην προδικασία, είτε στο πρωτοβάθμιο είτε στο παρόν δικαστήριο, για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού. Ο τελευταίος, όμως, δεν έπραξε τούτο και συνεπώς, ο ως άνω δηλών δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε και οι ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις εντολών ασφάλισης του ΙΚΑ που προσκομίζει ο κατ/νος, διότι αυτές δεν αφορούν τις επίδικες κατασκευές, που έγιναν κατά το 2003. Όσον αφορά το πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος που συντάχθηκε στις 27-2-2004 από την Κτημ. Υπηρεσία Κυκλάδων, με το οποίο καθορίστηκε αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου και σε βάρος της εταιρείας RAFFIA PROPERTIES, για την αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος (αιγιαλού) εμβαδού 329,6 τ.μ., στη θέση "Λάκκες" Μυκόνου, η κατάληψη αυτή του αιγιαλού, φέρεται να έχει γίνει το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 28-2-2003.
Συνεπώς, ούτε και από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι οι πράξεις που τέλεσε ο κατ/νος χρονολογούνται από το 2000, αλλά ότι αυτές ολοκληρώθηκαν περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2003.- Με βάση όλα τα παραπάνω, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι αναφερόμενες στο κατηγορητήριο πράξεις έλαβαν χώρα περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2003, δεν ευσταθεί ως ουσία βάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί παραγραφής και πρέπει αυτός να απορριφθεί.-" Με αυτά που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην απόφασή του, την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρονται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα από τα οποία προκύπτει ο χαρακτηρισμός του χώρου επι του οποίου ο αναιρεσείων κατασκεύασε τα κτίσματα, ως αιγιαλού, ήτοι εάν έχει καθορισθεί η οριογραμμή του αιγιαλού με απόφαση της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 3 του άνω Νόμου 2971/2001, ούτε ότι το ίδιο Δικαστήριο καθόρισε, παρεμπιπτόντως, βάσει της μεγίστης, συνήθους, όμως αναβάσεως των κυμάτων, τα όρια του αιγιαλού αυτού. Μόνη δε η αναφορά ότι οι παραπάνω κατασκευές έγιναν εντός του αιγιαλού και ότι αυτές επέφεραν μεταβολή στον υπάρχοντα αιγιαλό δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από το άρθρο 29 παρ.1 εδ.α'του Ν.2971/2001 εγκλήματος. Επίσης δεν αναφέρονται στην απόφαση τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι η καταληφθείσα έκταση ανήκε αδιαμφισβήτητα στην κατοχή του Δημοσίου, ενόψει του ότι δεν είχε καθορισθεί η οριογραμμή του αιγιαλού. Περαιτέρω, δεν καθορίζεται στην απόφαση η καταληφθείσα έκταση, αλλ'ούτε και η έκταση μεταβολής του αιγιαλού. Τέλος η προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριέχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το χρόνο τελέσεως των πράξεων, καθόσον ενώ στο σκεπτικό δέχεται το Δικαστήριο ότι οι εργασίες κατασκευής που επέφεραν τη μεταβολή του αιγιαλού και συνακόλουθα κατάληψη Δημοσίου κτήματος, ολοκληρώθηκαν τέλος Φεβρουαρίου 2003, στο διατακτικό της αποφάσεως οι Πράξεις φέρεται ότι τελέσθηκαν στις 4-3-2003. Ενόψει των προεκτεθέντων η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επι πλέον δε, το Τριμελές Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 23 παρ.1 του ΑΝ 1539/1938 και 29 παρ.1 εδ.α'του Ν.2971/2001, αφού, λόγω των άνω ελλείψεων κα ασαφειών, δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάση και πρέπει, να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης, οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε'του ΚΠοινΔ.
Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων που κατατέθηκε εμπροθέσμως (25-7-2011) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 545 παρ.2 ΚΠοινΔ), η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημ/τα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημ/τα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 στοιχ. β και 511 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ/κε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 2 και 509 του ΚΠΔ, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου κώδικα, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων καταδικάσθηκε για κατάληψη δημοσίου κτήματος και για μεταβολή αιγιαλού, ήτοι για πράξεις που φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος, και οι οποίες φέρεται ότι τελέσθηκαν στις 4-3-2003. Οι άνω πράξεις έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού από το χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκαν (4-3-2003) και μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (16-9-2011) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα, υπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, μεγαλύτερο της οκταετίας και ως εκ τούτου το αξιόποινο αυτών έχει εξαλειφθεί.
Συνεπώς, εφόσον κατά τα ανωτέρω, αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για τις ως άνω πράξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.4/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου.
Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου Π. Θ. του Ι. ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της κατάληψης δημοσίου κτήματος και της μεταβολής αιγιαλού, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην περιοχή "Λάκκες" Μυκόνου στις 4-3-2003.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κατάληψη δημοσίου κτήματος και για μεταβολή αιγιαλού. Παραδοχή λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση του νόμου (οριογραμμή αιγιαλού κ.λ.π). Αναιρεί, παύει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1411/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Μίστρας και δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε την 10-8-2009 και την βιαία διακοπή της δίκης συνεχίζει ως ειδικός διάδοχος ο Δ. Τ. του Ν., κάτοικος ..., ο οποίος παραστάθηκε με αυτόν τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Εταιρείας με την επωνυμία "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Π. Φ., κατοίκου ... και 3. Ι. Δ., κατοίκου .... Η δε πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, οι δε 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-8-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6159/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2222/2006 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-8-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 24-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά των Π. Φ. και Ι. Δ., καθόσον αυτοί δεν ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2222/2006 απόφαση του Εφετείου ... (άρθρο 558 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής. Εξ άλλου, με τις παρ. 1 έως 3 της διάταξης του άρθρου 225 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: 1) Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα, 2) Η μεταβίβαση του επίδικου δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση, 3) Αν ο ενάγων μεταβίβασε το επίδικο δικαίωμα δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποίησης, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 εδ. α' και 287 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της κατ' αναίρεση δίκης, αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Ως διάδικος δε υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος αυτού, ο οποίος υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην έννομη σχέση της δίκης, (Α.Π 870/2006 ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 291 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ο αντίδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικος του μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί προσκαλώντας τον για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου. Μπορούν να κοινοποιήσουν την πρόσκληση και πριν από τη γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή θεωρώντας ότι αυτή επήλθε. Από το συνδυασμό των προαναφερθέντων διατάξεων προκύπτει ότι εκείνος ο οποίος στη διάρκεια της αναιρετικής δίκης κατέστη ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση, όχι όμως να ενεργήσει για δικό του λογαριασμό και στο όνομα του οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη, που έχει σχέση με τη διεξαγωγή και την πρόοδο της δίκης. Εάν δε ενεργήσει τέτοιες πράξεις αυτές είναι άκυρες και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 159 παρ. 1 και 160 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1028/2010, 870/2006, 152/2000, 76/1980, 871/1978). Σε περίπτωση θανάτου του αναιρεσείοντος ο ειδικός διάδοχος αυτού δεν νομιμοποιείται να επαναλάβει τη δίκη, αλλά δικαιούται μόνο να παρέμβει υπέρ του κληρονόμου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο διαδίκου, ο οποίος και μόνο υπεισέρχεται στην έννομη σχέση της δίκης και υπέρ αυτού επήλθε η διακοπή της δίκης, νομιμοποιούμενος να επαναλάβει ή να εξαναγκασθεί από τον αντίδικο του να επαναλάβει τη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση ο ανακόπτων και εφεσίβλητος Α. Μ. άσκησε την από 15-8-2006 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2222/2006 αποφάσεως του Εφετείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η από 15-8-2003 ανακοπή του κατά της αρνητικής δήλωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, στα χέρια της οποίας είχε επιβάλλει κατάσχεση απαίτησης οφειλέτη του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Εμφανίσθηκε, όμως, ο Δ. Τ. του Ν., ο οποίος δήλωσε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά ότι ο αναιρεσείων αποβίωσε στις 10-8-2009 και ότι μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης και πριν από το θάνατο του εκχώρησε σ' αυτόν κάθε δικαίωμα του από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ειδικός δε διάδικος του αναιρεσείοντος συνεχίζει στη θέση εκείνου τη δίκη. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν με τη δήλωση αυτή ο Δ. Τ. δεν μπορεί να προσλάβει στη δίκη την ιδιότητα του κυρίου διαδίκου ως ειδικός διάδοχος του αναιρεσείοντος. Μπορούσε να ασκήσει μόνο παρέμβαση υπέρ του κληρονόμου του αναιρεσείοντος, ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται να επαναλάβει τη δίκη και κλήθηκε προς τούτο από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα κατά τα κατωτέρω. Επομένως, η δήλωση του Δ. Τ. είναι άκυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη ΕΤΕ προκύπτουν τα εξής : 1) Ο αναιρεσείων Α. Μ. απεβίωσε στις 10-8-2009 (βλ. 232/10-8-2009 Πράξη Ληξιάρχου ... ), 2) δεν δημοσιεύτηκε διαθήκη του (βλ.6454/2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα Πρωτοδικείου ...), 3) ο αποθανών κατέλειπε ως πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγο του Θ. Μ. και τα τέκνα του Β., Ν. και Ν., από τους οποίους οι τρεις πρώτοι αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του Α. Μ. (βλ. 226, 227, 228/8-9-2009 εκθέσεις του Γραμματέα του Πρωτοδικείου ...), 4) οι Ν. Μ. και Ε. Ν. αποποιήθηκαν για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας τους Μ. Ν. την μετά την αποποίηση της Ν. Μ. επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά του Α. Μ. (βλ. 234/16-9-2009 έκθεση του ίδιου Γραμματέα), 5) οι Σ. Ρ. και Β. Μ. αποποιήθηκαν για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους Α. Ρ. την μετά την αποποίηση της Β. Μ. επαχθείσα σ'αυτόν κληρονομιά του Α. Μ. (βλ. 235/16-9-2009 έκθεση του ίδιου Γραμματέα), 6) ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτές Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκαν το αρμόδιο Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και της 137/7-4-2011 βεβαίωσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκαν με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στον Ν. Μ., ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος Α. Μ., καλούμενο προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (βλ. 6636/29-3-2010 και 922° Γ /13-4-2011 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή ... Α. Κ.). Επομένως, νομίμως η αναιρεσίβλητη κάλεσε τον μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αναιρεσείοντος Ν. Μ. να επαναλάβει τη διακοπείσα δίκη, αφού είχε παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία αποποίησης απ' αυτόν της κληρονομιάς (άρθρα 286 α', 291, 292 του ΚΠολΔ). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ο Ν. Μ. δεν εμφανίστηκε ούτε παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 Α.Κ. "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου, "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 167 Α.Κ., η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι η δήλωση περί συμψηφισμού αμοιβαίων απαιτήσεων αποκτά νομική ενέργεια και επιφέρει απόσβεση των απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν αφότου η περί αυτού δήλωση του ενός των μερών περιέλθει στον άλλον. Υιοθετεί δηλαδή ο Αστικός Κώδικας τη θεωρία της παραλαβής ή λήψεως, κατά την οποία η δήλωση θεωρείται ότι συντελέστηκε και παράγει τη νομική ενέργεια της όχι απλώς από την αποτύπωση της στον εξωτερικό κόσμο (θεωρία της εκδηλώσεως), ούτε αναγκαίως από τη γνώση του περιεχομένου της από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται (θεωρία της γνώσεως), αλλά από την παραλαβή της απ' αυτόν. Κατά την έννοια δε της παραλαβής, η δήλωση θεωρείται ότι περιήλθε σε αυτόν, προς τον οποίον απευθύνεται (παραλήπτη), όταν διαβιβάστηκε κατά τρόπο που αυτός μπορούσε και έπρεπε να λάβει γνώση εγκαίρως, οπότε η δήλωση θεωρείται ότι έγινε εγκαίρως, ασχέτως αν από λόγους που τον αφορούν καθυστέρησε ο τελευταίος να λάβει γνώση (Α.Π. 1263/1996). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 984 ΚΠολΔ και 449 Α.Κ. προκύπτει ότι επί κατασχέσεως απαιτήσεως στα χέρια τρίτου ο τελευταίος μπορεί να προτείνει μετά την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του καθού η κατάσχεση που είχε γεννηθεί πριν την κατάσχεση, είτε με τη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ είτε πριν απ' αυτήν. Αντίθετα, αν η δήλωση του τρίτου προς συμψηφισμό είχε περιέλθει στον δανειστή του- καθού η κατάσχεση- πριν επιβληθεί η κατάσχεση της απαίτησης στα χέρια του τρίτου, η απαίτηση κατά του τρίτου αποσβέσθηκε και ο τρίτος έχει παύσει να είναι οφειλέτης πριν από την επιβολή της κατάσχεσης, με συνέπεια η τελευταία να είναι χωρίς αντικείμενο.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής : "Η καθής η ανακοπή Τράπεζα δυνάμει συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό .../6-4-1983 και .../25-5-1983 που είχαν καταρτισθεί μεταξύ αυτής ως δανείστριας και της εταιρείας ΠΡΟΦΛΟΡ Φ. - ΛΥΟΜΕΝΕΣ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΕΣ ΟΙΚΙΕΣ ΕΠΕ ως πιστούχο εταιρεία είχε παράσχει σ' αυτήν πίστωση ποσού 1.000.000 δραχμών και 10.000.000 δραχμών αντιστοίχως το ποσό των οποίων αυξήθηκε όσον αφορά την πρώτη σύμβαση πιστώσεως κατά το ποσό των 3.500.000 δραχμών με την .../125/25-8-83 πρόσθετη πράξη και κατά το ποσό των δραχμών 500.000 δραχμών με την .../2/22-6-1988 πρόσθετη πράξη και όσον αφορά τη δεύτερη σύμβαση αυξήθηκε κατά το ποσό των 13.000.000 δραχμών με την .../1/9-5-86 πρόθεση πράξη, κατά το ποσό των 10.000.000 δραχμών με την .../2/23-1-1987 πρόσθετη πράξη, κατά το ποσό των 15.000.000 δραχμών με την .../1-11-1989 πρόσθετη πράξη και κατά το ποσό των δραχμών 22.000.000 δρχ. με την .../4-2-91 πρόσθετη πράξη. Ως εγγυητής στις πιο πάνω συμβάσεις είχε συμβληθεί μεταξύ άλλων και ο νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρείας ενώ είχαν τηρηθεί για την εξυπηρέτηση των συμβάσεων αυτών οι υπ' αριθμούς ..., ..., ..., ..., ... και ... λογαριασμοί. Κλείσθηκαν οι λογαριασμοί αυτοί από την πιστώτρια Τράπεζα που κατήγγειλε τις άνω συμβάσεις πιστώσεως και για το χρέος της πιστούχου εταιρείας από αυτές το χρεωστικό υπόλοιπο των οποίων είχε αναγνωρισθεί από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Π. Φ. επιδίωξε η Τράπεζα και εκδόθηκε από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... η .../1992 διάταξη πληρωμής που υποχρέωσε την πιστούχο εταιρεία και τους εγγυητές μεταξύ των οποίων και τον Π. Φ. να της καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των δραχμών 71.617.325 νομιμότοκα από 5/12/1991 καθώς και 1.240.000 δραχμές για δικαστικά έξοδα. Η άνω διαταγή πληρωμής κοινοποιήθηκε στον Π. Φ. και δεν ασκήθηκε κατ' αυτής ανακοπή εκ μέρους του.... Την 2/5/2003 προς ικανοποίηση μέρους απαιτήσεως της Τράπεζας από την οφειλή του Π. Φ. που ήταν σε οριστική καθυστέρηση και προερχόταν από τις άνω συμβάσεις πιστώσεως ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μεταξύ της καθής η ανακοπή Τράπεζας και της πρωτοφειλέτιδος εταιρείας στις οποίες αυτός ενεχόταν ως εγγυητής και είχε επιδικαστεί τελεσίδικα με την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής έγινε από την Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων Λ. της καθής συμψηφισμός με ανταπαίτηση του Π. Φ. κατά της Τράπεζας και ειδικότερα με χρέωση του λογαριασμού καταθέσεων που ετηρείτο στο κατάστημα Π. Σ. Λ. ... επί της οδού ... και δικαιούχος του οποίου ήταν ο άνω οφειλέτης της με το ποσό των ευρώ 142.943.... Η καθής η ανακοπή Τράπεζα μέσω της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων Λ. απέστειλε την από 2/5/2003 επιστολή μέσω ΕΛΤΑ ως συστημένη υπό στοιχεία κωδικό αριθμό ... με απόδειξη παραλαβής με παραλήπτη τον Π. Φ. στην .... Με αυτή δήλωνε ότι συμψήφιζε μέρος από 142.943 ευρώ της απαίτησης της που είχε κατά του Π. Φ. από την πιο πάνω διαταγή πληρωμής με απαίτηση του τελευταίου κατά της Τράπεζας από τον λογαριασμό του Νο ... που ετηρείτο στο κατάστημα της Π. Σ. Λ. με συνέπεια να περιορισθεί το υπόλοιπο του άνω λογαριασμού του δικαιούχου σε 0,26 ευρώ και ότι ο συμψηφισμός έγινε σύμφωνα με τα άρθρα 440 και 441 του Α.Κ. καθώς και ότι το ποσό που συμψηφιζόταν θα καταλογιζόταν στην οφειλή του σύμφωνα με το άρθρο 423 Α.Κ. Από την προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτοκόλλου ... βεβαίωση του Κεντρικού Ταχυδρομικού Γραφείου ... προκύπτει ότι η άνω συστημένη επιστολή ... με απόδειξη παραλαβής με αποστολέα την καθής η ανακοπή Τράπεζα Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων Λ. παρελήφθη στις 20-5-2003 από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του παραλήπτη Φ. Α.. Προηγουμένως στις 16/5/2003 ο Π. Φ. μέσω του καταστήματος της καθής Τράπεζας στην ... έκανε ανάληψη ποσού 5.000 ευρώ από τον λογαριασμό αυτόν καταθέσεων του οποίου ήταν δικαιούχος και ετηρείτο στο παραπάνω κατάστημα της ίδιας Τράπεζας στη ... όπως κατέθεσε ο εξετασθείς ως μάρτυρας υπάλληλος της καθής που διευκρίνισε ότι το ποσό που ανέλαβε την ημέρα εκείνη από τον άνω λογαριασμό ο δικαιούχος αυτού περιλαμβανόταν σε ποσό 6.000 ευρώ το οποίο είχε καταθέσει νωρίτερα προ δεκαημέρου από τρίτον στον λογαριασμό. Κατά τον ίδιο μάρτυρα ο Π. Φ. την ημέρα που ανέλαβε το ποσό των 5.000 ευρώ από τον άνω λογαριασμό καταθέσεων του που ετηρείτο στο προαναφερθέν κατάστημα της καθής η ανακοπή στη ... διαπίστωσε ότι έλειπαν τα χρήματα που είχαν προηγουμένως εισπραχθεί από αυτόν τον λογαριασμό του από την Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων της καθής στη .... Όπως ανέφερε περαιτέρω ο άνω μάρτυς ο Π. Φ. όταν διαπίστωσε τη χρέωση του λογαριασμού του εκείνου από την Τράπεζα με το ποσό των 142.945 ευρώ που αφαιρέθηκαν από τον λογαριασμό του διαμαρτυρήθηκε και την ίδια ημέρα ή την επομένη τηλεφώνησε στον διευθυντή της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων της καθής στη ... και έμαθε από αυτόν για τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί η υπηρεσία αυτής της Τράπεζας στη ... και ότι είχε προβεί σε συμψηφισμό της κατ' αυτού απαιτήσεως της. Η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης επί της οποίας σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 Α.Κ. είχαν εφαρμογή αφ' ενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 και η Τράπεζα έχει την κυριότητα των κατατεθειμένων χρημάτων αφ' ετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 Α.Κ. που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας αν απαιτεί το πράγμα ο παρακαταθέτης οφείλει να το αποδώσει και αν δεν παρήλθε η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του. Κατά τα άρθρα 440, 441 Α.Κ. ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο και είναι διαπλαστική μονομερής δικαιοπραξία απευθυντέα προς τον δανειστή της κυρίας απαιτήσεως που περιέχει διάθεση της ανταπαιτήσεως. Η πρόταση του συμψηφισμού έχει ουσιαστικό χαρακτήρα χωρίς να συνδέεται υποχρεωτικά με ενδεχόμενη εκκρεμοδικία των απαιτήσεων και είναι δυνατό να προταθεί και εξωδίκως. Επιφέρει δε αυτός απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Κατά την έννοια των άνω διατάξεων το δικαίωμα προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που οι δύο αντίθετες απαιτήσεις οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Με την πρόταση αυτού που είναι αδιάφορο πότε θα γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις εφόσον διατηρούνται κατά το χρονικό αυτό σημείο εξαλείφονται αναδρομικώς από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν ...Στις μονομερείς απευθυντέες δηλώσεις βουλήσεως, στις οποίες ανήκει και αυτή περί συμψηφισμού αμοιβαίων απαιτήσεων όσο καλύπτονται, η συντέλεση τους κατ' άρθρο 167 Α.Κ. επέρχεται με την εξωτερίκευση της βούλησης αλλά ο νόμος για την νομική ενέργεια τους απαιτεί για την έναρξη της, κατά παραδοχή της θεωρίας της λήψεως, την περιέλευση της δήλωσης που πρέπει να γίνει κατά τον προσήκοντα τρόπο στο λήπτη της δήλωσης (Α.Π. 1263/1996). Η επιστολή με τη δήλωση της καθής Τράπεζας με την οποία ενημέρωνε τον παραλήπτη αυτής Π. Φ. για τον γενόμενο συμψηφισμό από 2/5/2003 ανταπαιτήσεως της Τράπεζας προς την απαίτηση του επί του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού καταθέσεων που ετηρείτο στο όνομα του σε υποκατάστημα της Τραπέζης στη ... δεν χρειαζόταν περισσότερο από τρεις έως τέσσερις ημέρες για να φθάσει στο ταχυδρομικό γραφείο ΕΛΤΑ στην .... Από την παραλαβή της άνω συστημένης επιστολής από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του παραλήπτη από το ταχυδρομικό γραφείο ... στις 20/5/2003 έπεται ότι είχε ειδοποιηθεί από το γραφείο αυτό ο παραλήπτης της άνω συστημένης επιστολής προηγουμένως να μεταβεί να την παραλάβει από το άνω ταχυδρομικό γραφείο του τόπου προορισμού της. Ο δικαιούχος του υπολοίπου του λογαριασμού ταμιευτηρίου που ετηρείτο στο υποκατάστημα της καθής η ανακοπή στη ... ενημερώθηκε στις 16/5/2003 όταν μετέβη στο υποκατάστημα της καθής στην ... και ανέλαβε από τον άνω λογαριασμό το ποσό των 5.000 ευρώ για την κίνηση του λογαριασμού του από 2/5/2003 έως 16/5/2003 όπως καταχωρήθηκε στο βιβλιάριο καταθέσεων που κατείχε και εφ' όσον εγνώριζε ότι η καθής Τράπεζα είχε ανταπαίτηση εναντίον για την οποία είχε εκδοθεί και σε βάρος του διαταγή πληρωμής που δεν είχε ικανοποιηθεί παρά την αναγκαστική εκτέλεση που προηγήθηκε; αντιλήφθηκε από τότε που ολοκληρώθηκε σε πρωινή ώρα της 16-5-2003 η συναλλαγή για την ανάληψη των 5.000 ευρώ ότι προκειμένου να ικανοποιηθεί εκείνη η ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση της Τράπεζας που είχε χρεωθεί από 2/5/2003 ο λογαριασμός του Ταμιευτηρίου με το ποσό των 142.943 ευρώ αφαιρέθηκε από τον λογαριασμό του με ενέργειες υπηρεσιών της καθής. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε επικοινώνησε ο άνω οφειλέτης της καθής και δικαιούχος του υπολοίπου αυτού του λογαριασμού με τον διευθυντή της ειδικής μονάδας καθυστερήσεων της καθής και διαμαρτυρήθηκε. Η αναγγελία εκχωρήσεως του ποσού των ευρώ 142.943,26 από το υπόλοιπο του άνω τραπεζικού λογαριασμού του Π. Φ. προς τον Ι. Δ. έγινε από τον τελευταίο με την από 16/5/2003 εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε στο υπό κωδικό αριθμό ... υποκατάστημα της καθής στη ... από τον δικαστικό επιμελητή Πρωτοδικείου Λ. Γ. Π. όπως προκύπτει από προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της επιδοθείσης εξωδίκου δηλώσεως με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για την ημεροχρονολογία και ώρα επιδόσεως. Την ώρα που έγινε η επίδοση αυτή είχαν λήξει οι συναλλαγές των τραπεζών με τους πελάτες των αφού η 16/5/2003 κατά το σε χρήση ημερολόγιο ήταν Παρασκευή. Νόμιμα επομένως γνωστοποιήθηκε από την καθής ατύπως την 16/5/2003 σε πρωινή ώρα συναλλαγών στον δικαιούχο του άνω λογαριασμού ταμιευτηρίου Π. Φ. ο συμψηφισμός προς απαίτηση του επί του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού Ταμιευτηρίου που τηρούσε στο άνω υποκατάστημα της στη ... ανταπαιτήσεως της ομοειδούς και ληξιπρόθεσμης γνωστής στον άνω δικαιούχο και επήλθε έτσι απόσβεση των εκατέρωθεν άνω χρηματικών απαιτήσεων αφότου συνυπήρξαν πριν από την απόκτηση εκ μέρους του οφειλέτη του ανακόπτοντος Ι. Δ. οποιουδήποτε δικαιώματος επί του πιστωτικού υπολοίπου του άνω λογαριασμού ταμιευτηρίου μέχρι του ποσού των ευρώ 142.943,26 με την επακολουθήσασα την 14.00 της 16/5/2003 κατ' άρθρο 460 Α.Κ. αναγγελία προς την καθής Τράπεζα της εκχωρήσεως εκ μέρους του Π. Φ. προς αυτόν του άνω ποσού από τον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό ...... και ανεξάρτητα από το αν στις 20/5/2003 μετέβη και παρέλαβε από το ταχυδρομικό γραφείο ΕΛΤΑ στην ... αντιπρόσωπος του Π. Φ. τη συστημένη επιστολή με την οποία ενημέρωνε αυτόν η Τράπεζα για τον από 2/5/2003 συμψηφισμό ανταπαιτήσεως της με το έως 142.943 ευρώ πιστωτικό υπόλοιπο του άνω λογαριασμού ταμιευτηρίου αυτού που ετηρείτο στο υποκατάστημα της στη .... Ο Ι. Δ. ενημερώθηκε με την από 12/6/2003 εξώδικη απάντηση της Τράπεζας ότι εστερείτο έννομων συνεπειών η γενόμενη αναγγελία του λόγω του προηγηθέντος συμψηφισμού του ποσού που αναφερόταν στην εξώδικη από 16/5/2003 δήλωση που είχε υποβάλει ως εκδοχέας με ισόποση ανταπαίτηση της Τράπεζας κατά του δικαιούχου του λογαριασμού που απέρρεε από τελεσίδικο τίτλο. Ο ανακόπτων στη συνέχεια με βάση την από 12/4/2003 σύμβαση δανείου μεταξύ αυτού και του Π. Φ. υπό την εγγύηση του Ι. Δ. που κατετέθη σε αντίγραφο στη Δ.Ο.Υ. ... την 30/6/2003 και την από 1/5/2003 σύμβαση εκχωρήσεως από τον άνω πρωτοφειλέτη του στον εγγυητή του από το δάνειο χρέους ποσού έως 150.000 ευρώ από τον άνω λογαριασμό του που ετηρείτο στο υποκατάστημα της καθής Τράπεζας στη ... ζήτησε και εκδόθηκε από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ... η ... διάταξη πληρωμής με την οποία διατάσσονταν αυτοί σε ολόκληρον να του καταβάλουν για κεφάλαιο το ποσό των ευρώ 150.000 νομιμότοκα από 26/4/2003 πλέον 4.425 ευρώ για δικαστικά έξοδα και κοινοποίησε σ' αυτούς αντίγραφο εξ απογράφου της άνω διαταγής με επιταγή προς πληρωμή (βλ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Θ. Κ. και ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ... Α. Σ.). Περαιτέρω ο ανακόπτων λόγω μη συμμορφώσεως των καθών η άνω διαταγή πληρωμής ως οφειλετών του ποσού των 159.815 ευρώ συνολικά που τους επέταξε να του καταβάλουν με βάση αυτήν προχώρησε στην επιβολή κατασχέσεως εις χείρας της καθής η ανακοπή ως τρίτης του ποσού των 142.923,26 ευρώ από τον ...... λογαριασμό του Π. Φ. στο υποκατάστημα της στη ... λόγω εκχωρήσεως της αντιστοίχου απαιτήσεως αυτού κατά της Τράπεζας στον Ι. Δ. και επέταξε την καθής Τράπεζα να μη καταβάλει το άνω ποσό στον τελευταίο αλλά στον ίδιο τον ανακόπτοντα δυνάμει του από 21-7-2003 κατασχετηρίου εγγράφου εις χείρας τρίτου που κοινοποιήθηκε στην καθής στο κατάστημα της στη ... στις 22-7-2003 από τον προαναφερθέντα δικαστικό επιμελητή. Δεν υπήρχε όμως αυτή η απαίτηση του οφειλέτη του ανακόπτοντος Ι. Δ. κατά το χρόνο που έγινε η κατάσχεση της εις χείρας της καθής η ανακοπή ως τρίτης και υπό την άποψη που έχει ήδη επικρατήσει ότι με τις διατάξεις για το απόρρητο των καταθέσεων σε ελληνικές τράπεζες (άρθρα 1, 2 παρ. 1, 2 και 3 του ν.δ. 1059/1971 όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση των με το άρθρο 27 παρ. 1 ν. 1868/1989 και το άρθρο 25 παρ. 3 ν. 2214/1994) δεν θεσπίζεται και το ακατάσχετο των απαιτήσεων από τις καταθέσεις αυτές αλλά εφαρμόζεται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ. που προαναφέρθηκαν επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου διαδικασία και παρέχεται δυνατότητα στους δανειστές του δικαιούχου λογαριασμού καταθέσεως σε Τράπεζα κατάσχεσης εις χείρας της Τραπέζης ως τρίτης και ότι η τελευταία έχει υποχρέωση να προβεί σε δήλωση του άρθρου 985 χωρίς να προσκρούει τούτο στις διατάξεις περί Τραπεζικού απορρήτου (Α.Π. 358/2004 Α.Π. ολομ. 19/2001, Α.Π. 1915/1999 ). Λόγω της προηγηθείσης της εκχωρήσεως στον οφειλέτη του ανακόπτοντος της απαιτήσεως από το πιστωτικό υπόλοιπο του άνω λογαριασμού καταθέσεως ταμιευτηρίου προτάσεως παραδεκτώς σε συμψηφισμό έναντι του δικαιούχου αυτής Π. Φ. μέρους της κατ' αυτού ανταπαιτήσεως της Τράπεζας από 142.943 ευρώ και της εξοφλήσεως στη συνέχεια εκ μέρους του αυτού αρχικού δικαιούχου του άνω λογαριασμού με ανάληψη του ποσού που είχε απομείνει στις 19/5/2003, πριν από την επιβολή εκ μέρους του ανακόπτοντος της κατασχέσεως μέχρι του ποσού 142.923,26 ευρώ από τον λογαριασμό εκείνο εις χείρας της καθής ως τρίτης, όπως κατέθεσε ο εξετασθείς πρωτοδικως μάρτυς, είχε παύσει η καθής η ανακοπή Τράπεζα να είναι οφειλέτης του ποσού που ως πιστωτικό υπόλοιπο υπήρχε στον άνω τηρούμενο στο υπ' αριθμ. ... κατάστημα της στη ... τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου πριν την κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης του αναφερόμενου στο από 21-7-2003 κατασχετήριο έγγραφο αναφερομένου από τον ανακόπτοντα ποσού. Κατόπιν αυτών η καθής η ανακοπή νομίμως προέβη δια εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου της ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λ. κατά το άρθρο 985 Κ.Πολ.Δικ. στην υπ' αριθμό εκθέσεως ... δήλωση τρίτου με αρνητικό περιεχόμενο. Δηλώθηκε ειδικότερα από την εμφανισθείσα εκπρόσωπο της καθής ότι για την επιβληθείσα από τον ανακόπτοντα με βάση το κοινοποιηθέν την 22-7-2003 κατασχετήριο αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της στο Υποκατάστημα Λ. για το ποσό των 142.943,26 ευρώ δυνάμει της ... διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... μετά από την έρευνα που έγινε προέκυψε ότι επ' ονόματι του Π. Φ. δεν υπήρχε σ' αυτή λογαριασμός καταθέσεως ή άλλη απαίτηση κατ' αυτού και ότι ο αναφερόμενος στο κατασχετήριο λογαριασμός εξοφλήθηκε ολοσχερώς και ότι δεν υφίστατο στο κατάστημα της στη ... η κατασχεθείσα απαίτηση. Υπό τα περιστατικά που αποδείχθηκαν ήταν ειλικρινής η άνω δήλωση της καθής Τράπεζας ως τρίτης και δεν υπήρχε η απαίτηση που κατασχέθηκε. Έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου που έκρινε αντίθετα και αντί να απορρίψει την ανακοπή υποχρέωσε στη συνέχεια την καθής η ανακοπή να καταβάλει στον ανακόπτοντα το ποσό των 142.923,26 ευρώ. ".
Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την ανακοπή και απέρριψε ως αβάσιμη την εκ του άρθρου 986 ΚΠολΔ ανακοπή του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 440, 441 και 167 του Α.Κ. Τούτο δε, διότι αφενός δέχεται ενδοιαστικά ότι η από 2-5-2003 δήλωση της αναιρεσίβλητης περί συμψηφισμού της κατ' αυτής απαίτησης του Π. Φ. με την κατ' αυτού ανταπαίτησή της περιήλθε στον Π. Φ. πριν από την παραλαβή απ' αυτόν στις 20-5-2003 της σχετικής επιστολής της αναιρεσίβλητης, είτε στις 16-5-2003 είτε στις 17-5-2003, όταν αυτός τηλεφώνησε στον διευθυντή της Ειδικής Μονάδος Καθυστερήσεων της αναιρεσίβλητης στη ... και πληροφορήθηκε ότι τα χρήματα που διαπίστωσε στις 16-5-2003 ότι έλλειπαν από το λογαριασμό του συμψηφίστηκαν με την κατ' αυτού απαίτηση της Τράπεζας και αφετέρου δέχεται σε άλλο σημείο ότι ατύπως την 16-5-2003 και σε πρωινή ώρα γνωστοποιήθηκε από την αναιρεσίβλητη στον άνω δανειστή της ο συμψηφισμός, πριν από την απόκτηση εκ μέρους του Ι. Δ. οποιουδήποτε δικαιώματος επί του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού του Π. Φ. με την αναγγελία την 14.00 ώρα της 16-5-2003 της εκχώρησης της απαίτησης του στον καθού η κατάσχεση Ι. Δ.. Από τις αιτιολογίες αυτές δεν καθίσταται σαφές αν το Εφετείο δέχθηκε ότι η δήλωση συμψηφισμού της Τράπεζας περιήλθε στον δανειστή της Π. Φ. στις 16-5-2003 και πριν την αναγγελία της εκχώρησης, οπότε είχε αποσβεσθεί πράγματι η εκχωρηθείσα απαίτηση, όπως ισχυρίζεται η Τράπεζα ή στις 17-5-2003, μετά δηλαδή την αναγγελία της εκχώρησης, οπότε η απαίτηση του Π. Φ. είχε περιέλθει στον Ι. Δ. και δεν υπήρχε έδαφος συμψηφισμού, εντεύθεν δε η κατασχεθείσα απαίτηση του ανακόπτοντος κατά του Ι. Δ. υπήρχε στα χέρια της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο της κατάσχεσης (22-7-2003), όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων-αναιρεσείων. Περαιτέρω, το Εφετείο με την παραδοχή ότι, εφόσον η από 2-5-2003 επιστολή που περιείχε τη δήλωση συμψηφισμού δεν χρειαζόταν περισσότερο από 3-4 ημέρες για να φθάσει στο ταχυδρομικό γραφείο της ..., από το οποίο την παρέλαβε στις 20-5-2003 εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του παραλήπτη, έπεται ότι είχε ειδοποιηθεί προηγουμένως ο παραλήπτης για την παραλαβή της επιστολής, φαίνεται να δέχεται ότι η περί συμψηφισμού δήλωση θεωρείται ότι περιήλθε στον καθού η κατάσχεση από τότε που αυτός είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση της επιστολής και από υπαιτιότητα του δεν έλαβε, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει πότε ταχυδρομήθηκε η επιστολή ούτε αν η ειδοποίηση για παραλαβή της επιστολής περιήλθε στον Π, Φ. πριν ή μετά την αναγγελία της εκχώρησης. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-8-2006 αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2222/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά των Π. Φ. και Ι. Δ..
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2222/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική Δικονομία. Αναίρεση. Βιαία διακοπή δίκης λόγω θανάτου αναιρεσείοντος. Στην έννομη σχέση της δίκης υπεισέρχεται ο κληρονόμος του αναιρεσείοντος, ο οποίος δικαιούται ή εξαναγκάζεται σε επανάληψη αυτής (άρθρα 286 α', 290, 291 ΚΠολΔ). Ο ειδικός διάδοχος μπορεί να ασκήσει μόνο παρέμβαση υπέρ του κληρονόμου, δεν δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη. Ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου (άρθρο 986 ΚΠολΔ ). Απόσβεση απαίτησης με συμψηφισμό. Η μονομερής δήλωση συμψηφισμού αποκτά νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη της δήλωσης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον χρόνο περιέλευσης της δήλωσης συμψηφισμού στον λήπτη. Αναιρεί κατά παραδοχή λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1404/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γερμανικού Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "DEUTSCHE RENTENVERSICHERUNG, KNAPPSCHAFT-BAHN-SEE", πρώην "DIEBUNDESKNAPPSCHAFT", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γεωργακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) H. ("H.") S. του J., κατοίκου ..., 2) Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE ΑΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 18/1/2010 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 6368/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4895/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6368/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/1/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 25/2/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση: α)από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. 5312 Ε/23.4.2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με συνημμένη πιστή μετάφρασή της στην γερμανική γλώσσα, πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (4.3.2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Γερμανικού Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης, για τον γνωστής διαμονής στη Γερμανία, πρώτο των αναιρεσιβλήτων H. (H.) S. του J., β)από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. DR I 26/10 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Ειρηνοδικείου Γκέλντερν Φερχέιν, προκύπτει η πραγματική επίδοση του κοινοποιηθέντος ως άνω δικογράφου στον ως άνω αναιρεσίβλητο στις 11.5.2010 και γ)από το προσκομιζόμενo με επίκληση από 14.9.2010 αποδεικτικό επίδοσης με συστημένο και απόδειξη παραλαβής δια του ταχυδρομείου από τον ως άνω αναιρεσίβλητο, προκύπτει εκ περισσού η πραγματική επίδοση σε αυτόν του ως άνω δικογράφου. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, κατά τα προαναφερθέντα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση του αναιρεσείοντoς από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωσή του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης. Επομένως, η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της υπό κρίση αναίρεσης, ως προς τη δευτέρα των αναιρεσιβλήτων (ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία Commercial Value AAE), που έγινε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, είναι νόμιμη και επιφέρει την κατάργηση της δίκης, ως προς την άνω δευτέρα των αναιρεσιβλήτων. Η διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ορίζει "κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μεταξύ άλλων, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".
Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοστεί, μολονότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 31/2009).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ,από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβιάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 9 παρ.1 και 2 του Κανονισμού 1348/2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 261 εδάφ.α' του ΑΚ, κατά το οποίο, "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής".
Κανόνας ουσιαστικού δικαίου, είναι και οι κανονισμού, που αποτελούν την κυριότερη πηγή του δευτερογενούς Ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου και έχουν γενική ισχύ, είναι δε δεσμευτικοί ως προς όλα τα μέρη και ισχύουν άμεσα σε κάθε κράτος μέλος (άρθρ. 189 Συνθ.ΕΟΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο Ζ 60 Συνθ.ΕΕ).
Έτσι η παραβίασή τους ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού 1348/2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που άρχισε να ισχύει από τις 31/5/2001 και είναι άμεσης εφαρμογής (ΑΠ 149/2003, 144/2003), με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 8, η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης μιας πράξης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, είναι η ημερομηνία κατά την οποία η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής (παρ. 1). Όταν όμως στα πλαίσια κινηθείσας ή εκκρεμούσας διαδικασίας στο κράτος μέλος περιέλευσης, μια πράξη πρέπει να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί εντός τακτής προθεσμίας, λαμβάνεται υπόψη για τον αιτούντα η ημερομηνία που καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού (παρ. 2). Η επίδοση της πράξης από την υπηρεσία παραλαβής προς τον παραλήπτη γίνεται το συντομότερο δυνατόν με βάση το εσωτερικό δίκαιο του κράτους παραλαβής ή με τον ειδικό τρόπο που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης εφόσον αυτός δεν αντιβαίνει στο εσωτερικό δίκαιο του κράτους παραλαβής (άρθρο 7 παρ. 1 του κανονισμού). Ως υπηρεσία δε διαβίβασης η Ελλάδα έχει ορίσει με σχετική ανακοίνωσή της στην Επιτροπή, που δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 1 και 23 του κανονισμού, τις εισαγγελίες και των τριών βαθμών δικαιοδοσίας. Σκοπός των άνω διατάξεων (παρ. 1 και 2) του άρθρου 9, είναι να καθορισθούν κριτήρια ως προς την ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης, η οποία έχει νομικές συνέπειες (εκκρεμοδικία, έναρξη παραγραφής), γι' αυτό είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται σε ποια στιγμή παρήχθησαν. Έτσι, η παράγραφος 1 θεσπίζει την αρχή ότι η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης είναι εκείνη κατά την οποία πράγματι αυτή έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους παραλαβής και σκοπός της είναι να προστατευθούν τα δικαιώματα του παραλήπτη. Η παράγραφος 2 αντίθετα επιδιώκει την προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος (ενάγοντος), ο οποίος μπορεί να έχει συμφέρον να ενεργήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ή σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Γι' αυτό κρίθηκε σκόπιμο, στην περίπτωση αυτή, να του επιτραπεί να υποστηρίζει τα δικαιώματά του στηριζόμενος σε μια ημερομηνία που ο ίδιος μπορεί να προσδιορίσει, αντί να εξαρτάται από ένα γεγονός (όπως είναι η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης σε άλλο κράτος μέλος), για το οποίο δεν έχει άμεση επιρροή, αφού αυτό μπορεί να λάβει χώρα μετά την καθορισμένη ημερομηνία λήξης. Ενόψει των ως άνω διατάξεων του Κανονισμού 1348/2000, στην περίπτωση που η αγωγή στρέφεται κατά προσώπων που κατοικούν σε χώρα της Ε.Ε., ως χρόνος ασκήσεως αυτής και επέλευσης όλων των ουσιαστικών και δικονομικών συνεπειών κατά το ελληνικό δίκαιο νοείται εκείνη της πλασματικής επίδοσης του σχετικού δικογράφου στον εισαγγελέα, κατ' άρθρο 134 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 289/2005).
Με το άρθρο 25 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, καταργήθηκε ο ως άνω κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, που ίσχυε στην προκειμένη ένδικη υπόθεση και ο νέος κανονισμός άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 26 αυτού, την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (επίσημη εφημερίδα αριθ. L 324 της 10.12.2007 σ. 0079-0120).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο απέρριψε ως παραγεγραμμένη την από 2.4.2004 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, αλλοδαπού Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης Ανθρακωρύχων, που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ζημιογόνου υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και με την οποία αξίωνε το αναφερόμενο σ' αυτή (αγωγή) ποσό, που είχε καταβάλει ως ασφαλιστικός φορέας, σε ασφαλισμένο του, ο οποίος, τραυματίστηκε εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, προκληθέντος, από υπαιτιότητα του ανωτέρω οδηγού. Όμως, η παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, διεκόπη, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, με την πλασματική επίδοση της υπό κρίση αγωγής στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (στις 19.4.2004), για τον πρώτο εναγόμενο, κάτοικο Γερμανίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη υπ' αριθμ. 5714-Δ'/ 19.4.2004 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ήτοι εντός της πενταετίας από το ένδικο τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα την 24.5.1999.
Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που υπολόγισε την ανωτέρω πενταετή παραγραφή με χρόνο έναρξης την πραγματική επίδοση της αγωγής στον αναιρεσίβλητο που έλαβε χώρα στις 9.7.2004, παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 9 παρ.1 και 2 του Κανονισμού 1348/2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 261 εδ. α' του ΑΚ.
Επομένως, είναι βάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Καταργεί τη δίκη ως προς τη δευτέρα αναιρεσίβλητη.
Αναιρεί την 6368/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η παραγραφή διακόπτεται αφότου έγινε η πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα, για τον εναγόμενο, κάτοικο Γερμανίας (άρθρα 134 και 136 Κ Πολ Δ) και όχι αφότου έγινε η πραγματική επίδοση στον εναγόμενο.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1402/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Π. του Β., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 2805/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 350/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 26 Απριλίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, αντίγραφο δε της κλήσεως αυτής, όπως προκύπτει από το από 28 Απριλίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του ίδιου Επιμελητή, επιδόθηκε και στη δικηγόρο Αθηνών Μαρία Κοσσίδα, την οποία ο αναιρεσείων όρισε ως αντίκλητο. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 17 Ιανουαρίου 2011 αίτηση του Ι. Π. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της 2805/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1401/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1803/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 290/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 3160/2003 "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή συνήγορος του στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελεύς αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 2 του Ν. 3160/2003 "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 - 338, 340, 344, 347, 349, 352, 357 - 360, 366 - 373" (Κ.Π.Δ.). Από τις διατάξεις αυτές η διάταξη του άρθρου 344 παρ. 1 εδ. α' ορίζει ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας". Ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 501 του ίδιου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3160/2003 "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών. Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών -κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεση του και στην συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος -κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεση του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 Κ.Π.Δ. αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Διαφορετικά η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. για υπέρβαση εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την 2470/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και πέντε (5) μηνών για ανθρωποκτονία από αμέλεια και παράβαση του άρθρου 43 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), που κυρώθηκε με τον νόμο 2696/1999. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 628/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, απορρίπτοντας αυτήν ως ανυποστήρικτη. Κατά της ως άνω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση ακυρώσεως κατά το άρθρο 341 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία έγινε δεκτή με την 678/5.7.2006 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Κρήτης) και ορίστηκε με αυτήν νέα συζήτηση της υποθέσεως η 24 Ιανουαρίου 2007. Στην παραπάνω δικάσιμο παρέστη ο αναιρεσείων, έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του, άρχισε η συζήτηση της υποθέσεως και εκδόθηκε η 95/2007 απόφαση με την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως για τις 28 Νοεμβρίου 2007 για νέες αποδείξεις. Με την 1212/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δικάζοντας με παρόντα τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, αναβλήθηκε εκ νέου η εκδίκαση της υποθέσεως του, κατά το άρθρο 349 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τις 8 Οκτωβρίου 2008. Με την 1548/8.10.2008 απόφαση του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, δικάζοντας πάλι με παρόντα τον εκκαλούντα αναβλήθηκε εκ νέου η εκδίκαση της υποθέσεως, κατά του άρθρο 349 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ορίσθηκε δικάσιμος η 16 Δεκεμβρίου 2009. Με την 1833/16.12.2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δικάζοντας πάλι με παρόντα τον εκκαλούντα αναβλήθηκε για μία ακόμη φορά η εκδίκαση της υποθέσεως, κατά το αυτό ως άνω άρθρο (349 ΚΠΔ), για τις 12 Οκτωβρίου 2010, οπότε και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, η δίκη αναβάλλονταν επανειλημμένως, αφού ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν για να υποστηρίξει την έφεση του και είχε αρχίσει πλέον η διαδικασία και η συζήτηση της εφέσεως, αφού το Δικαστήριο ανέβαλε για πρώτη φορά για νέες ("κρείσσονες") αποδείξεις. Άρα το Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, υπερέβη την εξουσία του, αφού όφειλε, κατά τη τελευταία μετά τις ως άνω αναβολές δικάσιμο, να θεωρήσει παρόντα τον κατηγορούμενο και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 1803/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (Πλημμελημάτων).
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όταν ο εκκαλών-κατηγορούμενος εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά την έναρξη της διαδικασίας στην κατ’ έφεση δίκη, για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια η δίκη αναβληθεί με παραδοχή σχετικού αιτήματος και ο εκκαλών δεν εμφανίσθηκε κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από το συνήγορό του, δικάζεται σαν να ήταν παρών. Αναίρεση της αποφάσεως του Εφετείου με την οποία απορρίφθηκε κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο, απόντος του εκκαλούντος – κατηγορούμενου, η έφεση ως ανυποστήρικτη, για υπέρβαση εξουσίας.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1400/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Λ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1511/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/κης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/κης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 291/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 14 Μαρτίου 2011 και 15 Απριλίου 2011 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτόν με θυροκόλληση στην δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ..., στην ..., και στον αντίκλητό του Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών (...), με επίδοση στο σύνοικο ενήλικο συνεργάτη του Δημήτριο Φραγκανδρέα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Φεβρουαρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 1137/2011) αίτηση του Σ. Μ. του Λ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1511/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1399/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ι. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπόκοτα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 78107α/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 253/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος λόγω παραγραφής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Όμως, έλλειψη της από τα αρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, συντρέχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν, το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 78.107α/2010 αποφάσεως του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από την εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης". Με βάση τις παραδοχές του αυτές κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη του ότι "στην Αθήνα την 10.12.2002, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 5.12.2002 έκθεση ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο ΣΔΟΕ Αττικής και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ' άρθρο 2 παρ. 8,9 Ν. 2954/01, διαπιστώθηκε ότι την 13.12.2001 διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα με την ιδιότητα της ασκούσης ατομική επιχείρηση "Λ. Γ. Ι." ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ - ΛΙΠΑΝΤΙΚΑ, με έδρα την οδό ..., εξέδωσε προς την επιχείρηση "Κ. Τ." το φορολογικό στοιχείο ΔΑ - Τιμ. 42/13-12-02, συνολικής αξίας 7.154,80 ευρώ, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποδεχθείσα αυτά επιχείρηση, γεγονός που γνώριζε η κατηγορουμένη και παρά ταύτα εξέδωσε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης". Ακολούθως, για την πράξη αυτή, το Δικαστήριο επέβαλε στην κατηγορουμένη ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν περιέλαβε την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και των Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις διατάξεις που εφάρμοσε, και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορεί να αναπληρωθούν μόνο από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εις βάρος της αναιρεσείουσας, για την ως άνω πράξη, που τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, λόγω παραγραφής, διότι παρήλθε οκταετία και πλέον από την τέλεση της (5 Δεκεμβρίου 2002), σύμφωνα με τα άρθρα 111-113 του Ποινικού Κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 370 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 7810Α/2010 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας Ι. Λ. του Κ., κατοίκου ... του ότι στην Αθήνα την 10.12.2002, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 5.12.2002 έκθεση ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο ΣΔΟΕ Αττικής και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ' άρθρο 2 παρ. 8,9 Ν. 2954/01, διαπιστώθηκε ότι την 13.12.2001 διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα με την ιδιότητα της ασκούσης ατομική επιχείρηση "Λ. Γ. Ι." ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ - ΛΙΠΑΝΤΙΚΑ, με έδρα την οδό ..., εξέδωσε προς την επιχείρηση "Κ. Τ." το φορολογικό στοιχείο ΔΑ - Τιμ. 42/13-12-02, συνολικής αξίας 7.154,80 ευρώ, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποδεχθείσα αυτά επιχείρηση, γεγονός που γνώριζε η κατηγορουμένη και παρά ταύτα εξέδωσε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1398/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεωργίου Χρυσικού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη περί αναιρέσεως της 67686/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 230/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Αν ο μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη όχι αξιόποινη, παύει και η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3904/2010, "για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) Ευρώ". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδ. τελευταίο και 518 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν δε η πράξη έχει καταστεί ανέγκλητη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο. Κατά δε το άρθρο 514 εδ. 2β του ίδιου Κώδικα, κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 67686/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, μετατραπείσα, και χρηματική τριακοσίων (300) ευρώ για μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) και συγκεκριμένα γιατί κατά το χρονικό διάστημα από Αύγουστο του 2002 μέχρι και Απρίλιο του 2004 δεν κατέβαλε αυτές προς το Ταμείο Ασφάλισης Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδας μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές και που ανέρχονται στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (4.888,57 €) (Για προηγούμενο διάστημα, για το οποίο δεν είχαν καταβληθεί εισφορές ύψους 7.217,11 ευρώ, έπαυσε, με την ίδια απόφαση, οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής). Κατά της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ την 18-1-2011, κατά την επ' αυτής επισημείωση της αρμόδιας Γραμματέως, ο κατηγορούμενος, με σχετική δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 7.2.2011 (αριθ. πρωτ. 1013/7.2.2011), άσκησε αίτηση αναιρέσεως, προβάλλοντας ως λόγους την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ήδη δε, μετά την ισχύ του ν. 3904/2010, ο οποίος, ως επιεικέστερος, εφαρμόζεται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και στην παρούσα περίπτωση, η πράξη του κατηγορουμένου, που αφορά καθυστέρηση εργοδοτικών εισφορών ποσού 4.888,57 ευρώ, δηλαδή μικρότερου των 20.000 ευρώ, κατέστη ανέγκλητη και, επομένως, πρέπει, κατ’ εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του ν. 3160/2003, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αθώος για την εν λόγω πράξη, έστω και χωρίς να έχει εμφανισθεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, αν και κλητεύτηκε νομότυπα (βλ. από 15.4.2011 αποδεικτικό του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 67686/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΑΘΩΟ τον κατηγορούμενο Σ. Μ. του Λ. για το ότι: Στα Πατήσια στις 19.10.2004, ενώ ασκεί το επάγγελμα του ΜΠΑΡ και διατηρεί κατάστημα στο όνομά του στην οδό ... στην Αθήνα, κατά το διάστημα από 8/2002 έως 4/2004, κατά το οποίο είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής, μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα, των βαρυνουσών τον ίδιο μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) προς το Ταμείο Ασφάλισης Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδας, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και ήδη Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών, δεν κατέβαλε αυτές (εισφορές) μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές και που ανέρχονται κατά το προαναφερθέν διάστημα στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (4.888,57 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαραίνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), για την εφαρμογή του α.ν. 86/1967, πρέπει να υπερβαίνει τα 20.000 € (άρθρο 33 του ν. 3346/2005 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 30 του ν. 3904/2010). Αν η αίτηση αναιρέσεως κριθεί παραδεκτή, ο ΑΠ, και όταν δεν έχει εμφανισθεί ο αναιρεσείων, εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αναιρείται η απόφαση, γιατί λόγω ποσού η πράξη κατέστη ανέγκλητη, και κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1396/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1048/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Π. Κ. του Γ., 2) Γ. Κ. του Α., κάτοικοι ... και 3) Ε. Γ. Κ.-Ε., κάτοικου ... και πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Κ. του Γ., κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 16/28-4-2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Σταμάτη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 546/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, με αριθμό 126/18-5-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την υπ' αριθμ. 16/2011 έκθεση αναίρεσής μου κατά του υπ' αριθμ. 1048/28-3-2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφέρομαι εξ ολοκλήρου σ' αυτήν και προτείνω όπως γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και αναιρεθεί εν όλω το άνω βούλευμα και παραπεμφθεί η κρίση περί της απάτης, κατά συναυτουργία, με ζημία και αντίστοιχο παράνομο όφελος, που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 386 παρ. 1, 3β' Π.Κ.) στο αυτό Συμβούλιο με άλλη σύνθεση, πράγμα που είναι δυνατό. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν ή μη την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία δεν δύναται να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας, χωρίς να συνεκτιμώνται άλλα που εισφέρθηκαν σε αυτή, πχ έγγραφα που κατατέθηκαν με υπόμνημα, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν είναι εμπεριστατωμένη. Απαιτείται δηλαδή να προκύπτει, ότι το Συμβούλιο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που εισφέρθηκαν από τον κατηγορούμενο, αλλά και από τον εγκαλούντα- πολιτικώς ενάγοντα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ. (ΟλΑΠ 1/2005). Η αόριστη, όμως, αναφορά στο βούλευμα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστικό συμβούλιο δεν αρκεί, και η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την τυχόν επιλεκτική επίκληση, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή εγγράφων. Το απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών στερείται της κατά τα ανωτέρω επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά μείζονα λόγο, όταν ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων έχει υποβάλει υπόμνημα και έγγραφα προς το Συμβούλιο, μετά την υποβολή της απαλλακτικής Εισαγγελικής προτάσεως και πριν αποφανθεί το Συμβούλιο κατά το άρθρο 309 παρ.2β ΚΠΔ και δεν προκύπτει ότι αυτά αξιολογήθηκαν, όπως συμβαίνει όταν το Συμβούλιο αναφέρεται αποκλειστικά στην Εισαγγελική πρόταση χωρίς ίδιες σκέψεις, δεδομένου ότι έτσι έλαβε υπόψη μόνο τα έγγραφά, που υπήρχαν στην δικογραφία μέχρι την ημέρα υποβολής της σχετικής Εισαγγελικής προτάσεως και όχι μέχρι της εκδόσεως του βουλεύματος και χωρίς να διευκρινίζει ρητά ότι συνεκτίμησε και τα υπομνήματα ή άλλα έγγραφα που υποβλήθηκαν από τον εγκαλούντα μετά την υποβολή της Εισαγγελικής προτάσεως και μέχρι της εκδόσεως του.
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά κυρία ανάκριση, εκδόθηκε το παραδεκτά προσβαλλόμενο, κατ' άρθρο 483 παρ.3α ΚΠΔ, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με αριθμό 1048/2011 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο αυτό βούλευμα του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων Π. Κ., Γ. Κ., Α. Κ. και Ε. Κ., για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, σε κακουργηματική μορφή, με προξενηθείσα ζημία του εγκαλούντος Α. Κ. υπερβαίνουσα τις 73.000 ευρώ. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, χωρίς ίδιο αιτιολογικό, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα του Εισαγγελική πρόταση, σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα τα παρακάτω και όσα διαλαμβάνονται στην Εισαγγελική πρόταση αυτή, ήτοι τα ακόλουθα: "Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση, η οποία διενεργήθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν και κατά την κρίση του συμβουλίου τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται αναλυτικά στην Εισαγγελική πρόταση, στην οποία το Συμβούλιο αναφέρεται γι' αποφυγή επαναλήψεων. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία κατά των τεσσάρων κατηγορουμένων ότι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία ... κλπ ". Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι, ενώ η εισαγγελική πρόταση υποβλήθηκε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών στις 30-9-2010, ο ανωτέρω εγκαλών που έλαβε γνώση αυτής, παραδεκτά υπέβαλε στο ίδιο Συμβούλιο μεταγενέστερα στις 2-12-2010, ήτοι πριν αποφασισθεί στις 21-1-2011 και πριν εκδοθεί στις 28-3-2011 το προσβαλλόμενο βούλευμα, το από 2-12-2010 υπόμνημα του (βλ. από 6-12-2010 έκθεση εγχειρίσεως ενώπιον του εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών), επικαλούμενος και επισυνάπτων ως σχετικό ένα ουσιώδες έγγραφο, την 5807/15-9-2010 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, επιδικαζόταν σε δεύτερο βαθμό υπέρ του ενάγοντος - εγκαλούντος και σε βάρος των εναγομένων - κατηγορουμένων χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης από αδικοπραξία, συνεπεία της κρινόμενης και στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών απάτης.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, την κατά την ανωτέρω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα, ενόψει της ανωτέρω γενικής αναφοράς του προσβαλλόμενου βουλεύματος στα αποδεικτικά μέσα, που προέκυψαν από την κύρια μονό ανάκριση και που έλαβε υπόψη του, δεν προκύπτει, με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, που το εξέδωσε, εξετίμησε και τα υποβληθέντα παραδεκτά από τον εγκαλούντα έγγραφα, τα οποία αυτός επεκαλείτο στο έγγραφο υπόμνημα του και δη ότι συνεκτίμησε και την παραπάνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οπότε, δεν προκύπτει, ότι το Συμβούλιο αυτό αξιολόγησε όλα τα μέσα αποδείξεως, αφού στο πληττόμενο βούλευμά του, στο αιτιολογικό και στην Εισαγγελική πρόταση που αναφέρεται, δεν γίνεται καμιά ρητή μνεία και συσχέτιση με την εν λόγω δικαστική απόφαση που είναι σε βάρος των κατηγορουμένων.
Κατά συνέπεια η αιτιολογία του υπό κρίση βουλεύματος είναι ελλιπής και ιδρύεται ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, που επικαλείται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με την κρινόμενη αναίρεση του.
Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, διότι είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που είχαν αποφανθεί προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 1048/28-3-2011 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ανωτέρω Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν κρίνει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βάσιμος ο λόγος αναίρεσης του Εισαγγελέα Α.Π. κατά απαλλακτικού Βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών για κακουργηματική απάτη, για ελλιπή αιτιολόγηση, διότι στο αιτιολογικό, αναφερόμενο καθ' ολοκληρία στην εισαγγελική πρόταση και στα έγγραφα που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση, δεν αναφέρει ότι συνεκτίμησε και συγκεκριμένο έγγραφο που κατέθεσε στο Συμβούλιο ο εγκαλών μετά την υποβολή σε αυτό της εισαγγελικής πρότασης. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Συμβούλιο.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1397/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Λ. του Ξ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 999/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Μ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1370/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπό εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων Σ. Λ., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογία 26 Ιανουαρίου 2011 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά ..., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτόν με θυροκόλληση στην δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ..., στη ..., και στην αντίκλητό του Ευανθία Βαρούνη, δικηγόρο και κάτοικο ..., με επίδοση στο σύνοικο ενήλικο συνεργάτη του Ηλία Γιαννακόπουλο, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 1 Μαρτίου 2011, από την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως, με την υπ' αριθ. 365/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Εμφανίσθηκε, όμως, η δικηγόρος Ιωάννα - Αικατερίνη Αναστασίου και ζήτησε, για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, την αναβολή της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως, διότι, όπως δήλωσε, βρίσκεται αυτός στο εξωτερικό και κατέστη αδύνατη η χορήγηση πληρεξουσίου προς τη δικηγόρο του. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, γιατί, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 515§1 του ΚΠοινΔ, δεν συγχωρείται δεύτερη αναβολή της συζητήσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 99/1 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Σ. Λ. του Ξ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 999/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1394/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Τ. του Ε., κατοίκου ... , που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μελίνα Μουζουράκη περί αναιρέσεως της 87087/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 313/2011..
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 ΚΠΔ συνάγεται ότι στον εκκαλούντα κατηγορούμενο παρέχεται δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν έχει τη δυνατότητα να εμφανισθεί στο δικαστήριο για να υποστηρίξει την έφεση του από λόγους ανώτερης βίας κ.λ.π. Η παραδοχή του εν λόγω αιτήματος υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Όμως, εφόσον τούτο απορρίπτει το αίτημα περί αναβολής της δίκης, πρέπει να διαλάβει στη σχετική απορριπτική απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία υπάρχει όταν εκτίθενται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την αναβολή της δίκης. Σε διαφορετική περίπτωση ιδρύεται ο λόγος αναίρεσες οπό το άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ο οποίος μπορεί να αντιταχθεί από τον εκκαλούντα κατά της απόφασης, που απέρριψε το αίτημα περί αναβολής της δίκης. Ακολούθως, η εκδίκαση της έφεσης του εκκαλούντος, που κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ιδρύει το λόγο αναίρεσες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ με τη μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση 87087/2010 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, αφού τούτο απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, το αίτημα του εκκαλούντος- κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, που υποβλήθηκε από τον πατέρα του Ε. Τ., προέβη στην εκδίκαση της υπόθεσης, κατ' ουσίαν, και τον καταδίκασε για απλή σωματική βλάβη (ΠΚ 308 παρ.1 εδ. α) σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών. Για την απορριπτική κρίση του επί του αιτήματος αναβολής της δίκης το παραπάνω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ακόλουθη κατά λέξη αιτιολογία: "Το αίτημα περί αναβολής κατ' ά. 349 ΚΠΔ της δίκης, υποβαλλόμενο δια του πατρός του εκκαλούντος Ε. Τ., πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο και διότι αποσκοπεί σε παρέλκυση της δίκης, επειδή ο εκκαλών λόγω της αδυναμίας του να εμφανισθεί στο Δ/ριο, διότι μόνιμα εργάζεται και κατοικεί στο ... της Ιορδανίας, όφειλε να μεριμνήσει και διορίσει δικηγόρο κατ' ά. 340 παρ.2 ΚΠΔ, να τον εκπροσωπήσει στην δίκη, ενόψει του κινδύνου παραγραφής του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται (χρόνος τέλεσης 1 . 2 . 03 ).Εξάλλου, ο εξετασθείς ως μάρτυρας πατέρας του εκκαλούντος,ουδέν κατέθεσε που να δικαιολογεί την παράλειψη αυτή του εκκαλούντος". Η αμέσως πιο πάνω, όμως, αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη γιατί αυτή δεν αιτιολογεί για πιο λόγο η απουσία του εκκαλούντος στην αλλοδαπή ( ... Ιορδανίας), που αποτελεί πραγματικό γεγονός, το οποίο και αποδείχθηκε, γιατί αυτή (απουσία) δεν είναι σημαντικό αίτιο που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης. Επίσης, η αιτιολογία αυτή είναι ανεπαρκής, καθόσον από το ότι, κατά το άρθρο 340 ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος επιτρέπεται σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα να εκπροσωπείται από συνήγορο, που διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, δε συνάγεται ότι περιορίζεται το από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της, από 4.11.1950, Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974, δικαίωμα εμφάνισης αν αυτοπροσώπως του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου προς υπεράσπισή του και διατύπωση των απόψεών του. Ενώ, το γεγονός ότι υπάρχει κίνδυνος παραγραφής του εγκλήματος δε συνιστά την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης και πρέπει, κατά παραδοχή του ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης για σημαντικά αίτια. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που εκδίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, καθόσον δεχόμενο την έφεση από τυπική άποψη και κρίνοντας ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, τον οποίο καταδίκασε στην προαναφερθείσα ποινή για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη, παρά το ότι δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης για σημαντικά αίτια, υπερέβη την εξουσία του κατά το βάσιμο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, που επίσης γίνεται δεκτός, εξεταζόμενος και αυτεπαγγέλτως (ΚΠΔ 511). Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ν' αναιρεθεί εξολοκλήρου η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β'1, 370 εδ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ Π Λ (ΟλΑΠ 7/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση η πράξη της απλής σωματικής βλάβης, από πρόθεση, που φέρεται ότι τελέστηκε την 1 Φεβρουαρίου 2003, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος έκτοτε δε (από 1.2.2003) μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως (21.9.2011), αλλά και μέχρι τη διάσκεψη επί της αίτησης αναίρεσης (4.10.2011) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, έτσι έχει εξαλειφθεί, με παραγραφή, το αξιόποινο της εν λόγω πράξης.
Συνεπώς, εφόσον η ένδικη αίτηση περιέχει, κατά τα προεκτεθέντα, παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, οι οποίοι κρίθηκαν και βάσιμοι, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την παραπάνω πράξη, λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό ειδικότερα οριζόμενα.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 87087/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για το ότι ο κατηγορούμενος Γ. Τ. του Ε., κάτοικος ..., στην Αθήνα την 1 Φεβρουαρίου 2003, με πρόθεση προξένησε σε άλλη σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της, δηλαδή επιτέθηκε κατά της εγκαλούσας Σ. Ζ. και με τα χέρια του την απώθησε βίαια, με αποτέλεσμα η ως άνω εγκαλούσα να χάσει την ισορροπία της, να πέσει στο πάτωμα, να τραυματιστεί και να υποστεί κάταγμα της αριστεράς πηχεοκαρπικής και ευμεγέθη εκχύμωση της έσω επιφάνειας του αριστερού αγκώνος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση που απορρίπτει ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα αναβολής της δίκης για σημαντικά αίτια. Στη συνέχεια εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό κατ' ουσίαν. Οι λόγο αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης κατ' ουσίαν και για υπέρβαση εξουσίας από το ότι δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν σε δεύτερο βαθμό, παρά το ότι δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το υποβληθέν αίτημα αναβολής. Αναιρεί εξ ολοκλήρου την απόφαση και παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1393/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Σπανουδάκη περί αναιρέσεως της 3669/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 277/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του Νόμου 1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ. 11 του Νόμου 1512/85, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 13 του Νόμου 2242/1994 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 Ν. 1577/85, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του Νόμου 2831/2000, "οι ιδιοκτήτες, οι εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 6 μηνών και με χρηματική ποινή από 5.000 ευρώ μέχρι 50.000 ευρώ, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου κτίσματος και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Με την ίδια ποινή τιμωρούνται και οι μηχανικοί που εκπόνησαν τη μελέτη. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο και με χρηματική ποινή από 2.000 μέχρι 10.000 ευρώ. Για απλές υπερβάσεις αδείας κατασκευής μπορεί να επιβληθεί ποινή μειωμένη". Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναίρεσης της απόφασης δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως ήδη ισχύει. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης υπάρχει όχι μόνον όταν δεν περιέχονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος.
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 3669/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος της παράβασης του άρθρου 17 παρ.8 του ν. 1337/1983 και για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε γι' αυτόν, ως κατηγορούμενο, τα ακόλουθα, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύει: "Ο κατηγορούμενος στη Λάρισα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 1-6-2007, ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "VODAFONE ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΕΕΤ", προέβη στην τοποθέτηση εγκατάστασης κεραίας κινητής τηλεφωνίας στην ταράτσα ισόγειας οικοδομής επί της οδού ... και ... (γωνία), χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας Λάρισας. Όμως, ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται αν ο αναιρεσείων τέλεσε το πιο πάνω πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια, ούτε γίνονται δεκτά πραγματικά περιστατικά στα οποία ενυπάρχει ύπαρξη δόλου ή αμέλεια του αναιρεσείοντος. Επίσης, το σκεπτικό της απόφασης αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, χωρίς σ' αυτό να διαλαμβάνονται και επί πλέον πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αντικειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος. Η πρώτη των πιο πάνω ελλείψεων ανάγεται στη συνδρομή των υποκειμενικών στοιχείων του παραπάνω πλημμελήματος, δηλαδή σε ουσιώδες στοιχείο του εγκλήματος τούτου και έτσι, συνεπεία της έλλειψης αυτής, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επίσης, η δεύτερη των προδιαληφθεισών ελλείψεων ανάγεται σε ελλιπή έκθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του ίδιου παραπάνω εγκλήματος και η απόφαση στερείται και ως προς το στοιχείο τούτο της κατά τα προδιαληφθέντα άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3669/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αυθαίρετη κατασκευή. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω του ότι το σκεπτικό της απόφασης είναι ακριβής αντιγραφή του διατακτικού της, χωρίς κανένα επιπλέον στοιχείο, είναι βάσιμος. Δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1392/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον Ν. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά. Και εγκαλούντα τον Π. Λ. του Ι.. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία ΒΩΤ 911/2010/6-4-2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 482/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 148/26-5-2011 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγοντες την υπ' αριθμ. Β.911/2010/6-4-2011 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, μετά της συνημμένης ποινικής δικογραφίας, κατά του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ν. Μ., με την οποία ζητεί τον, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 136 περίπτ. ε' και 137 παρ. 1γ ΚΠΔ, Κανονισμό αρμοδιότητος, εκθέτομεν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τ' άρθρα 122-125 του ΚΠΔ, Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς, με το ανωτέρω έγγραφό του, ζητεί από τον Άρειο Πάγο, ως αρμοδίου, ελλείψει άλλου Πρωτοδικείου που να ανήκει στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, πλην του ομωνύμου Πρωτοδικείου, την παραπομπή της προκαταρκτικής ποινικής δικογραφίας σε βάρος του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ν. Μ., η οποία σχηματίσθηκε μετά από μηνυτήρια αναφορά του Π. Λ., σε άλλο Πρωτοδικείο. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη (βλ. ΑΠ 1345/1980, Π.Χρ. ΛΑ.336) και κατ' εφαρμογήν των μνημονευθεισών διατάξεων. Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι α) ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Αθηνών για τις κατά το άρθρο 43 ΚΠΔ ενέργειες επί της άνω μηνυτήριας αναφοράς του Π. Λ. κατά του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ν. Μ. και β) οι εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, αν συντρέξει περίπτωση. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Εν προκειμένω, με τη με αριθμό Β.911/2010/6.4.2011 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς επιδιώκεται η παραπομπή της προκαταρκτικής ποινικής δικογραφίας εις βάρος του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ν. Μ., για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), η οποία σχηματίσθηκε μετά από μηνυτήρια αναφορά του Π. Λ., σε άλλο Πρωτοδικείο. Η αίτηση αυτή παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο, αφού στην περιφέρεια αρμοδιότητας του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο πρωτοδικείο, εκτός απ1 αυτό στο οποίο υπηρετεί ήδη ο μηνυόμενος Αντεισαγγελεύς. Ενόψει του γεγονότος ότι στην κρινόμενη περίπτωση ο μηνυόμενος Αντεισαγγελεύς Πρωτοδικών υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, η οποία είναι η μόνη Εισαγγελία στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, συντρέχει περίπτωση καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο τούτο και παραπομπής της υποθέσεως από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς σε εκείνες άλλου Εφετείου και ειδικότερα στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου οι ως άνω εισαγγελικές και δικαστικές αρχές να ασχοληθούν με τη διερεύνηση της υποθέσεως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ, κατά παραπομπή ως αρμόδιους α) τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για τις κατά το άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ενέργειες επί της μηνυτήριας αναφοράς του Π. Λ. κατά του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ν. Μ. και β) τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών αν συντρέξει περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Κανονισμός Αρμοδιότητας. Αιτών: Ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς. Παραπέμπεται η υπόθεση από τις δικαστικές και εισαγγελικές Αρχές Πειραιώς σε εκείνες του Πρωτοδικείου Αθηνών.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1390/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου- Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο περί αναιρέσεως της 107/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 816/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, και σε χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, κατά τη συζήτηση, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πρόβαλε ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω μη νόμιμης υποβολής της εγκλήσεως, εκθέτοντας, μεταξύ άλλων, ότι "... στο υπ' αριθ. 83/9.1.2004 πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, με το οποίο εξουσιοδοτείται .., το οποίο προσαρτάται στην έγκληση ...". Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, για το σχηματισμό δε της κρίσεώς του έλαβε υπόψη το ως άνω υπ' αριθ. 83/2004 πρακτικό της εγκαλούσας εταιρίας "Μ. Γ. ΑΒΕΤΕ", με το οποίο εκχωρείται από την εγκαλούσα η αρμοδιότητα εκπροσωπήσεώς της στον Πρόεδρό της Μ. Γ., και το ΦΕΚ, στο οποίο δημοσιεύθηκε περίληψη του πρακτικού αυτού, τα οποία έγγραφα δεν προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών ότι αναγνώσθηκαν. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η μη ανάγνωση των εγγράφων αυτών δεν δημιουργεί καμιά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εφόσον ο ίδιος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τα επικαλέστηκε, σ' αυτά στήριξε τον ισχυρισμό του περί μη νόμιμης υποβολής της εγκλήσεως και εξέθεσε επ' αυτών τις απόψεις του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη των ως άνω εγγράφων χωρίς αυτά να αναγνωσθούν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996, "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως (10.10.2003), ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στην δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν, 2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ. Επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (ΟλΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 4/2006). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι η ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη ελλείψει νόμιμης υποβολής εγκλήσεως από μέρους της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Γ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Μ. Γ. ΑΒΕΤΕ". Ειδικότερα, ο ισχυρισμός αυτός έχει, επί λέξει, ως εξής: "... το υπ' αριθ. 83/9-1-2004 πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας ανώνυμης, εταιρίας, με το οποίο εξουσιοδοτείται η κ. Ε. Τ. του Γ., δικηγόρος Αθηνών, να καταθέσει και υπογράψει την έγκληση σε βάρος μου και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, το οποίο προσαρτάται στην έγκληση και το οποίο αναφέρεται ως το έγγραφο με το οποίο παρεσχέθη η απαιτούμενη ειδική εντολή, πρέπει να επισημανθούν ότι: Δεν υφίσταται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέα, όπως ρητά απαιτεί η παραπάνω διάταξη του άρθρου 42§2 ΚΠΔ. Εντολέας, στην προκειμένη περίπτωση είναι η ανώνυμη εταιρία όπως αυτή εκπροσωπείται από το ΔΣ, το οποίο, με βάση τις αλληλοσυμπληρούμενες διατάξεις των άρθρων 18§§1,2 και 22§3 του κ.ν. 2190/1920, εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως την εταιρεία και το οποίο λειτουργεί συλλογικά (...). Κατά συνέπεια θα έπρεπε να βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής όλων των μελών του ΔΣ και δεν αρκεί η βεβαίωση του γνησίου υπογραφής μόνον του εκδόσαντος σχετικό απόσπασμα από τα βιβλία πρακτικών του ΔΣ της εταιρείας ... . Σε κάθε περίπτωση, κι αν ακόμη θεωρηθεί ότι η κα ΤΣΙΤΟΥΡΑ ενήργησε ως υποκατάστατη του ΔΣ πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Η υποκατάσταση αυτή του ΔΣ είναι εντελώς διαφορετική από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 211 επ. και 713 επ. του ΑΚ καθώς ο πληρεξούσιος ή/και ο εντολοδόχος που διορίζονται για τη διεκπεραίωση υποθέσεων της ΑΕ δεν είναι όργανα διοίκησης της ΑΕ που εκφράζουν τη βούληση αυτής. Κατά συνέπεια, εάν το ΔΣ ανώνυμης εταιρείας για την υλοποίηση αποφάσεως του παράσχει την εντολή και πληρεξουσιότητα σε τρίτο πρόσωπο να καταθέσει έγκληση, παράσταση πολιτικής αγωγής ή για οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, απαιτείται να προσαρτηθεί στην εγχειριζόμενη έγκληση το οικείο πρακτικό του ΔΣ το οποίο θα φέρει βεβαίωση της υπογραφής των εντολέων, οι οποίοι εν προκειμένω είναι όλα τα μέλη του ΔΣ αυτής και το τρίτο αυτό πρόσωπο θα ενεργεί ως απλός εντολοδόχος αυτής, αμφισβητούμενης, με τον τρόπο αυτό, της νομιμότητας της κατάθεσης της υπό κρίση έγκλησης και αυτής ακόμη της παράστασης πολιτικής αγωγής. Σημειωτέο ότι στην περίπτωση που ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο Σας ότι ο ως άνω, εντολοδόχος ενεργεί ως υποκατάστατο της ως άνω εταιρείας, τότε θα έπρεπε η απόφαση αυτή του Δ.Σ. της εταιρείας να δημοσιευθεί στο ΦΕΚ ανωνύμων εταιρειών ως ο νόμος ορίζει και το συγκεκριμένο ΦΕΚ να είχε προσαρτηθεί κατά την κατάθεση της έγκλησης. Η δε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής εντολέων θα μπορούσε να λάβει χώρα μόνο μέχρι πριν από την παρέλευση του τριμήνου από της γνώσεως του δράστη και της πράξης, ως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 42 §2 εδ. β', 50 §1 ΚΠΔ και 117 ΠΚ, καθ' όσον, αν τυχόν η ως άνω βεβαίωση γίνει μετά την παρέλευση του τριμήνου, η έγκληση δεν είναι έγκυρη και ισχυρή και, κατά συνέπεια, εξαλείφεται το αξιόποινο της πράξης. Ούτε θα μπορούσε να δεχθεί το δικαστήριο Σας μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας για την έγκληση οποιοδήποτε έγγραφο με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής των μελών του ΔΣ ...". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία: "... Στην προκειμένη περίπτωση, κατά του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, κατόπιν υποβολής έγκλησης από την φερόμενη ως παθούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Μ. Γ. ΑΒΕΤΕ", την οποία ενεχείρησε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Ιωαννίνων η δικηγόρος Αθηνών Ειρήνη ΤΣΙΤΟΥΡΑ. Στην τελευταία είχε δοθεί η εντολή να καταθέσει την έγκληση αυτή με το υπ' αριθμ. 83/2004 πρακτικό του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας. Το πρακτικό αυτό υπογράφεται από τον Πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλό της Μ. Γ. και του οποίου βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από το Α.Τ. Πατησίων, η εκπροσώπηση δε του ανωτέρω προκύπτει από το καταστατικό της εταιρίας, περίληψη του οποίου υπάρχει στο σχετικό ΦΕΚ. Κατά συνέπεια, αφού ο Μ. Γ. είχε την εξουσία να εκπροσωπεί μόνος του την εταιρία, νομότυπα χορηγήθηκε με το προαναφερόμενο πρακτικό η εντολή στην ως άνω δικηγόρο να καταθέσει την έγκληση σε βάρος του κατηγορουμένου και δεν ήταν αναγκαία η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του διοικητικού (συμβουλίου) από αρχή ή δικηγόρο και πρέπει να απορριφθεί η υποβληθείσα από τον κατηγορούμενο ένσταση απαραδέκτου της ποινικής δίωξης". Δέχθηκε, δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας ότι υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας ήταν ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος Μ. Γ. και όχι η δικηγόρος Ειρήνη Τσίτουρα και συγκεκριμένα ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, με βάση τα οριζόμενα στο καταστατικό, μεταβίβασε το δικαίωμα εκπροσωπήσεως αυτής στον ανωτέρω, ο οποίος, στα πλαίσια της εκπροσωπευτικής του εξουσίας, έδωσε εντολή στη δικηγόρο Ειρήνη Τσίτουρα να καταθέσει την έγκληση κατά του κατηγορουμένου και ότι, επομένως, δεν ήταν αναγκαία η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, αλλ' αρκούσε μόνο η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του ιδίου. Όπως δε προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των συνημμένων στην έγκληση υπ' αριθμ. 83/2004 Πρακτικού του Δ.Σ. της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας και του ΦΕΚ 607/2009 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), ο Πρόεδρος του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Μ. Γ. πράγματι είχε την εξουσία να εκπροσωπεί μόνος του την εταιρία και, επομένως, να εξουσιοδοτήσει, ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, τη δικηγόρο Ειρήνη Τσίτουρα να διενεργήσει συγκεκριμένη πράξη και δη να καταθέσει την από 8.1.2004 έγκληση. Κατά συνέπειαν, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο λανθασμένα εξέλαβε την ως άνω δικηγόρο ως υποκατάστατο όργανο του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας και έκρινε ότι δεν απαιτείτο η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής όλων των μελών του ΔΣ, στη συνέχεια δε απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για μη νόμιμη υποβολή της εγκλήσεως και προχώρησε στην καταδίκη του για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Όταν δε προτείνεται ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικού απαιτείται επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως που το προβλέπει ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο β, ήτοι το ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, στο στάδιο της αγορεύσεώς του, ζήτησε "την αθώωση του εντολέα του, άλλως να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 β του ΠΚ". Όπως, όμως, προβλήθηκε ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, ήταν παντελώς αόριστος, αφού αναφέρεται απλώς η νομική διάταξη που προβλέπει την εν λόγω ελαφρυντική περίσταση χωρίς να γίνεται επίκληση περιστατικών. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουνίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 4533/2011) αίτηση του Σ. Π. του Ε., για αναίρεση της υπ' αριθ. 107/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, της οποίας νόμιμη κομίστρια ήταν η εγκαλούσα ΑΕ. Ορισμός του Προέδρου ως υποκατάστατου του ΔΣ στην εκπροσώπηση της τελευταίας και διορισμός από αυτόν, στα πλαίσια της εκπροσωπήσεως της εταιρίας, δικηγόρου για την υποβολή της εγκλήσεως. Αρκούσε μόνο η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του Προέδρου, όχι όλων των μελών του ΔΣ. Νόμιμη υποβολή της εγκλήσεως. Όχι απόλυτη ακυρότητα από μη ανάγνωση πρακτικού ΔΣ της εγκαλούσας και ΦΕΚ, τα οποία είχε επικαλεστεί ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Αόριστη υποβολή αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 β ΠΚ. Το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1389/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Λ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο περί αναιρέσεως της με αριθμό 5508/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1) Την Ε. Ξ. του Κ., κάτοικο ..., 2) Την Ε. Κ. του Σ., κάτοικο ..., που παρέστησαν αμφότερες με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Κοκκίνη, 3) Τον Ξ. Χ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Κοκκίνη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στους από 4 Ιανουαρίου 2011 πρόσθετους λόγους τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1144/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των Διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι υπαίτιος της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως είναι εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Έτσι, για τη θεμελίωση ης παραπάνω αξιόποινης πράξεως απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση με την έννοια της βεβαιότητας ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Το ότι δεν απαιτείται το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη να είναι άμεσα συνδεδεμένα με το πλαστό έγγραφο, είναι έκδηλο, όταν η χρήση του πλαστού εγγράφου δεν γίνεται εναντίον του φερόμενου ως εκδότη αυτού επί καταρτίσεως πλαστού εγγράφου ή του πραγματικού εκδότη αυτού επί νοθεύσεως (στις περιπτώσεις αυτές είναι αυτονόητο, ότι το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη συνδέονται αμέσως με το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο), αλλ' εναντίον του τρίτου, τον οποίο επιδιώκει να παραπλανήσει ο δράστης, ως προς τη γνησιότητά τους, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος δια βλάβης του τρίτου ή να βλάψει τον τρίτο, οπότε το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη είναι δυνατό να μη συνδέονται άμεσα με το περιεχόμενο του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, αλλά έμμεσα, όπως στην περίπτωση που ο δράστης της πλαστογραφίας επιδιώκει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον δια βλάβης του τρίτου περιουσιακό όφελος υπέρτερο του ποσού που εμφανίζεται στο εν λόγω έγγραφο ή να επιφέρει στον τρίτο ζημία μεγαλύτερη του ποσού αυτού. Η χρήση δε του πλαστού εγγράφου όταν γίνεται από τρίτο πρόσωπο εν γνώσει της πλαστότητας και όχι από τον πλαστογράφο, τιμωρείται ως αυτοτελής πράξη, χωρίς να είναι απαραίτητο ο χρήστης να γνωρίζει και την ταυτότητα του πλαστογράφου.
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5508/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για ψευδή καταμήνυση και χρήση πλαστού εγγράφου, κατ' εξακολούθηση, το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα την ανώμοτη κατάθεση των πολιτικώς εναγόντων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την απολογία της κατηγορουμένης και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη Ε. Λ. από πολλών ετών έχει αντιδικία με τους μηνυτές Ξ. Χ., Ε. Κ. και Ε. Ξ., οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες ομόρων με τη δική της ιδιοκτησία ακινήτων, με αντικείμενο το χαρακτήρα ενός τμήματος οδού, που οδηγεί στην ιδιοκτησία των μηνυτών στην περιοχή του Δήμου …, ως κοινοχρήστου ή ιδιωτικού, για την επίλυση του οποίου ζητήματος έχουν επιληφθεί πολλές φορές αστικά και ποινικά δικαστήρια. Στις 2-2-2004 με αφορμή την από 17-1-2001 αίτηση της κατηγορουμένης,η οποία είχε το χαρακτήρα εγκλήσεως προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, διατάχθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για την εξακρίβωση τέλεσης αξιοποίνων πράξεων από τους μηνυτές. Οι τελευταίοι με το από 26-5-2005 υπόμνημα τους, που υπέβαλαν στον Πταισματοδίκη Καλλιθέας, εξέθεσαν τις απόψεις τους για τις καταγγελλόμενες πράξεις και ζήτησαν να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης. Μετά τη διενέργεια προανάκρισης, στις 22-2-2008 ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως η παρούσα ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης Ε. Λ. για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της χρήσης πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου κατ' εξακολούθηση, ενώ όσον αφορά τις καταγγελλόμενες απ' αυτήν πράξεις απορρίφθηκε η έγκληση της με την υπ' αριθ. 26/2002 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς και η προσφυγή της κατ' αυτής με την υπ' αριθ. 655/2003 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ειδικότερα, η κατηγορουμένη με την από 29-12-2003 παροχή εξηγήσεων -έγκληση-μήνυση, που υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατήγγειλε τους ήδη εγκαλούντες Ξ. Χ., Ε. συζ. Α. Κ., Α. θυγ. Γ. Ξ. και Μ. σύζ. Γ. Ξ. ότι καταπάτησαν δημοτικούς δρόμους στην περιοχή του Δήμου …, οι οποίοι έχουν κριθεί ως κοινόχρηστο; με την υπ' αριθ. 1646/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι επικαλούνται ανύπαρκτα έγγραφα, μηδέποτε προσκομισθέντα στα δικαστήρια, ότι είναι ηθικοί αυτουργοί της μη εισέτι ύδρευσης της οικίας της από τον ευρισκόμενο στον ένα εκ των καταπατηθέντων δρόμων υδραγωγό του Δήμου, καθώς και της μη εκτέλεσης απ' αυτόν της υπ' αριθ. 648/2002 αποφάσεως του ΣτΕ, της υπ' αριθ. 1646/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 739/2001 αποφάσεως του ΣτΕ, ότι είναι ηθικοί αυτουργοί της έκδοσης, από το Δήμαρχο Ραφήνας, ψευδούς βεβαιώσεως, στην οποία βεβαιωνόταν ψευδώς ότι το ένα εκ των τριών αυθαιρέτων τους κτίστηκε προ του έτους 1953, με σκοπό την αποφυγή της κατεδάφισης του, ότι παρακωλύουν "με σιδηρόπορτες το δικαίωμα της κοινοχρησίας και ύδρευσης", ότι είναι ηθικοί αυτουργοί της παρακώλυσης του δικαιώματος της κατοίκησης και εκμετάλλευσης της οικίας της, ότι είναι ηθικοί αυτουργοί της εκ προθέσεως παράβασης διοικητικών νόμων και εν προκειμένω του υδροδοτικού κανονισμού … από τον κομματικό φίλο τους Δήμαρχο … (458 ΠΚ ), ο οποίος απιστεί τόσο σε βάρος της όσο και σε βάρος του Δήμου, εκχωρών χωρίς όφελος του Δήμου τους δημοτικούς δρόμους στους καταπατητές τους και για πολλά άλλα και ότι η δεύτερη των εγκαλούντων Ε. Κ. ανήγειρε αυθαίρετο-λυόμενο και προς εξαπάτηση του Α.Τ. … επεδείκνυε την άδεια λυομένου του πρώτου των εγκαλούντων. Τα ανωτέρω όμως καταγγελλόμενα ήταν ψευδή, καθόσον οι εγκαλούντες ουδέποτε καταπάτησαν δημοτικούς δρόμους, ουδέποτε προκάλεσαν την απόφαση στο Δήμαρχο … να εκδώσει ψευδή βεβαίωση ή να παραβιάσει τον υδροδοτικό κανονισμό του Δήμου, ουδέποτε παρεμπόδισαν με οποιονδήποτε τρόπο την κατηγορουμένη να ασκήσει το δικαίωμα κατοίκησης, εκμετάλλευσης και υδροδότησης της οικίας της και ουδέποτε η εγκαλούσα Ε. σύζ. Α. Κ. επέδειξε στις αρμόδιες αρχές την άδεια λυομένου του εγκαλούντος Ξ. Χ., προς εξαπάτηση τους, καθόσον είχε εκδοθεί σχετική άδεια, για το δικό της λυόμενο. Επιπλέον, η κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους και παρά ταύτα καταμήνυσε τους εγκαλούντες με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη είχε ασκήσει κατά της Ε. συζ. Α. Κ. και του Δήμου … την από 15-4-1998 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 256/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας. Με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή της κατηγορουμένης κατά του Δήμου …, αφού έγινε δεκτό ότι ο επίδικος δρόμος δεν είναι κοινόχρηστος, αλλά αφέθηκε από τον απώτερο δικαιοπάροχο της εναγομένης Κ. Χ., Επίσης, με την ίδια απόφαση (256/1999) έγινε δεκτή η αγωγή της κατηγορουμένης κατά της Ε. συζ. Α. Κ. και υποχρεώθηκε η τελευταία να επιτρέψει την υπόγεια διέλευση διαμέσου του ακινήτου της χαλκοσωλήνων ύδρευσης. Τούτο δε διότι η διέλευση σωλήνων από την άκρη του ακινήτου της εναγομένης πλησίον των ορίων του με το ακίνητο του Ι. Χ. δεν θα προκαλέσει βλάβη αυτού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Κατά της αποφάσεως αυτής η κατηγορουμένη-ενάγουσα άσκησε την υπ' αριθ. καταθέσεως 2346/1999 έφεση της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1646/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση της κατηγορουμένης-ενάγουσας ως προς την εφεσίβλητη Ε. Κ., έγινε δε δεκτή η έφεση ως προς τον εναγόμενο Δήμο αλλά και πάλι απορρίφθηκε ως προς αυτόν η αγωγή με άλλη αιτιολογία. Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι "η ένδικη αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου εναγομένου Δήμου Ραφήνας με αίτημα β) την υδροδότηση του ακινήτου της ενάγουσας με τοποθέτηση ρολογιού ... απαράδεκτα εισάγεται ενώπιον των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, που σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν δεν έχουν δικαιοδοσία να τη δικάσουν ως εκ της φύσεως της ως ακυρωτικής διοικητικής διαφοράς, που υπάγεται στη δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ είναι απορριπτέο ως προώρως ασκηθέν α) το αίτημα υποχρεώσεως του διελεύσεως σωλήνων από τον αγροτικό αυτόν δρόμο με σκοπό την υδροδότηση του ως άνω ακινήτου. Κατ' ακολουθίαν αυτών το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση ( 256/1999 ) απέρριψε την αγωγή ως προς τον εναγόμενο Δήμο ως ουσία αβάσιμη ως προς το υπό στοιχεία α) αίτημα, έσφαλε γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση αυτή κατά του δευτέρου εφεσίβλητου και ως ουσία βάσιμη και εξαφανιστεί ως προς αυτόν η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί η αγωγή κατά του δευτέρου εναγόμενου, απορριφθεί ως προς αυτόν ως απαράδεκτη ως προς το α' αίτημα, ελλείψει δε δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ως προς το β' που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αντικατασταθεί η αιτιολογία εκκαλουμένης ως προς το αίτημα αυτό, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας". Η κατηγορουμένη, ερμηνεύοντας την πιο πάνω απόφαση, ισχυρίζεται ότι με αυτήν αναγνωρίζεται ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του επίδικου δρόμου, αφού γίνεται δεκτό ότι ο Δήμος είναι κύριος του δρόμου αυτού. Πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός είναι προδήλως αβάσιμος, αφού με την εν λόγω απόφαση ουδόλως αναγνωρίζεται, έστω και έμμεσα, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του δρόμου, αφού ουδεμία σχετική μνεία γίνεται σ' αυτήν. Κατά της τελευταίας υπ' αριθ. 1646/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η κατηγορουμένη-εκκαλούσα άσκησε την από 27-3-2002 αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που απορρίφθηκαν με την υπ' αριθ. 1414/12-11-2003 απόφαση του Αρείου Πάγου. Έτσι, είναι σαφές ότι, κατά το χρόνο που η κατηγορουμένη κατήγγειλε τα παραπάνω (29-12-2003), είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 1414/12-11-2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, γεγονός που επιβεβαιώνει τη γνώση της ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας της ήταν αναληθές και τη βούληση της να κινηθεί η διαδικασία κατά των καταμηνυθέντων ως αναγκαία συνέπεια της πράξης της. Επίσης, για το ίδιο ζήτημα έχει ήδη εκδοθεί και η υπ' αριθ. 276/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη αγωγή της κατηγορουμένης Ε. Λ. από τα άρθρα 967, 968, 57 ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ κατά του εναγομένου Δήμου …, αφού έγινε δεκτό ότι οι επίδικοι δρόμοι δεν είναι κοινόχρηστοι. Επίσης, η κατηγορουμένη γνώριζε ότι όσα κατήγγειλε για απιστία και άλλες παράνομες πράξεις του δημάρχου … και για ηθική αυτουργία των μηνυτών σ' αυτές ήσαν ψευδή, αφού αυτά συνάπτονται αναγκαίως με το χαρακτήρα του επίδικου δρόμου ως ιδιωτικού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη κατά τη συζήτηση των παραπάνω δικογράφων της την 10-6-2003, 7-6-2004 και 12-11-2004 εν γνώσει της χρησιμοποίησε πλαστά (νοθευθέντα) έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, την 10-6-2003, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 1-4-2003 εφέσεως της κατηγορουμένης κατά της υπ' αριθ. 479/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, την 16-6-2004, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, κατά τη συζήτηση της από 7-6-2004 αιτήσεως της, με την οποία ζητούσε τη μεταρρύθμιση της υπ' αριθ. 479/2002 αποφάσεως του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου και την 12-11-2004, ενώπιον του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της υπόθεσής της. επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη των ισχυρισμών της, τα από Νοεμβρίου 1997 και Απριλίου 1999 νοθευθέντα τοπογραφικά διαγράμματα των πολιτικών μηχανικών Α. Β. και Γ. Κ. αντίστοιχα, στο πρώτο εκ των οποίων, μετά τη σύνταξη του και χωρίς της συναίνεση της συντάξασας πολιτικού μηχανικού, είχαν προστεθεί τα στοιχεία "ΕΜΒΑΔΟΝ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥ ΕΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΑ=1/2 ( 59.40 Χ 33.30+ 23.20Χ 59.40+ 36.70Χ 6.50 )+({ 38.50 + 13.80 ) Χ ( 34.40 + 59.25 Χ 34,60 + 17.00 Χ 40.60 ) = 1/2 ( 1978.02 + 1378.08 + 605.55 + 1799.12 + 2050.05 + 690.20) =4.298.00 μ2. ΟΡΟΙ ΔΟΜΗΣΗΣ ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΕΚ 270 Δ/85 750 2 όροφοι 200 mχχ για τα 4.000 μ2 και 002 από 4.000-8.ΟΟΟ μ. ΕΠΙΘΥΜΗΤΗ ΔΙΕΛΕΥΣΙΣ ΣΩΛΗΝΟΣ ΥΔΡΕΥΣΗΣ Λ. ΜΝ=( 21.20 )+ ΝΟ( =3) = 0.0( =22.3 )=46.5 μ ΟΠΟΥ ΜΝ=όριο των ιδιοκτησιών Χ.-Κ. και ΟΠ=ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΔΟΣ. ΣΩΛΗΝΑΣ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΥΠΟΓΕΙΟΣ, ΒΑΘΟΣ 0,50-0,80 μ Πλάτος χαντακιού 0,10 μ = 0,20 μ, μήκος 46,5 μ", καθώς και η χρονολογία "Νοέμβριος 1997" και στο δεύτερο, μετά τη σύνταξη του και χωρίς τη συναίνεση του συντάξαντος πολιτικού μηχανικού, είχε προστεθεί το κείμενο "ΕΜΒΑΔΟΝ ΓΗΠΕΔΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Λ. Ε. =ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΑ= 4.298 Μ2". Επιπλέον, η κατηγορουμένη προέβη στη χρήση των ως άνω τοπογραφικών διαγραμμάτων, γνωρίζοντας ότι είχε αλλοιωθεί το περιεχόμενο τους σε εννόμως σημαντικά σημεία, ώστε να αποδεικνύουν γεγονός που δεν αποδείκνυαν κατά την αρχική τους έκδοση. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται ηθελημένη ενέργεια της κατηγορουμένης και γνώση αυτής ότι ήσαν νοθευμένα τα ως άνω έγγραφα, δηλαδή αυτή ενήργησε κατά τα ως άνω με σκοπό παραπλάνησης τρίτων. Κατ' ακολουθίαν τούτων στη συγκεκριμένη περίπτωση θεμελιώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση και της χρήσης πλαστού (νοθευθέντος) εγγράφου κατ' εξακολούθηση και ως εκ τούτου πρέπει, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου συναφών ισχυρισμών και πρόσθετων λόγων εφέσεως αυτής, να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη για τις παραπάνω πράξεις, όπως αυτές ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94, 98, 216 παρ. 1, 2 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως της αναιρεσείουσας, είναι λεκτέα τα εξής: α) στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθεται τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτής, με την έννοια της βεβαιότητας, για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, για τα οποία ψευδώς καταμήνυσε με την από 29-12-2003 μήνυσή της ενώπιον του εισαγγελέα Εφετών Αθηνών τους εγκαλούντες, για δήθεν γενόμενη υπ' αυτών καταπάτηση δημοτικών κοινόχρηστων δρόμων στην περιοχή του Δήμου … και για παρακώλυση ασκήσεως του δικαιώματος αυτής για κατοίκηση, υδροδότηση και εκμετάλλευση της οικίας της στην περιοχή και για δήθεν ανέγερση αυθαίρετου κτίσματος παρά της εγκαλούσας Ε. Κ. και για εξαπάτηση του Α.Τ. … σχετικά με την ύπαρξη αδείας λυομένου και αιτιολογείται ότι την εν λόγω μήνυση υπέβαλε με σκοπό να επιτύχει την ποινική δίωξη των καταμηνυομένων για διάπραξη αξιοποίνων πράξεων που δεν είχαν διαπράξει, β) αιτιολογείται επαρκώς η γνώση της κατηγορουμένης ότι ήταν εντελώς ψευδή όσα καταμήνυσε για τους εγκαλούντες, παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτή, ιδία δε ότι κατά την 29-12-2003 που προέβη στην καταγγελία - μήνυση είχεν ήδη εκδοθεί για όλα τα ζητήματα των διαφορών της με τους καταμηνυόμενους εγκαλούντες η 1414/12-11-2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ήταν σε γνώση της και αποφαινόταν σε βάρος των ισχυρισμών της, απορρίπτοντας αναίρεσή της κατά της 1646/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) αιτιολογείται επαρκώς η εν γνώσει της πλαστότητας χρήση εκ μέρους της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, κατ' εξακολούθηση, σε δίκες που είχε με τους εγκαλούντες, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στο Α' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας, νοθευμένων εγγράφων και δη δύο τοπογραφικών διαγραμμάτων ως προς το εμβαδόν οικοπέδου, χωρίς τη συναίνεση του συντάξαντος μηχανικού, ώστε να αποδεικνύουν γεγονός που δεν απεδείκνυαν κατά την αρχική έκδοσή τους, έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε, προκειμένου να παραπλανηθούν τα δικαστήρια υπέρ των απόψεώς της, δ) ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση δεδικασμένου, διότι η αναιρεσείουσα είχεν καταδικασθεί για τα ίδια πλημμελήματα με την 137502/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για μη συνδρομή της αναγκαίας κατ' άρθρο 57 ΚΠΔ ταυτότητας πράξεων, αφού ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, που έκρινε και την καταδίκασε το άνω δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ανωτέρω αποφάσεως, είναι η 19-1-2001, ενώ οι χρόνοι τελέσεως των πράξεων που καταδικάστηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι 29-12-2003, 10-6-2003, 7-6-2004 και 12-11-2004. Ο έτερος συναφής λόγος αναιρέσεως για παραβίαση δεδικασμένου προκύπτοντος από την απόφαση 642/2002 του ΣτΕ και άλλων σχετικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο και δεν δεσμεύουν τον ποινικό δικαστή επί ζητήματος που έχει σχέση με την ποινική δίκη, ε) ο λόγος αναιρέσεως για παράνομη απαγόρευση και απόρριψη αιτήματος μαγνητοφώνησης της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η υποβολή τέτοιου αιτήματος εκ μέρους της κατηγορουμένης, στ) ο λόγος αναιρέσεως ότι τα πλημμελήματα που καταδικάστηκε είχαν παραγραφεί, ισχυρισμό τον οποίο προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι δεν πρόβαλε στο δικάσαν δικαστήριο, ενόψει του ότι η παραγραφή ερευνάται αυτεπάγγελτα, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χρόνοι τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων που καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα είναι 29-12-2003, 10-6-2003, 7-6-2004 και 12-11-2004, η εκδίκαση στο Εφετείο της δίκης και η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε στις 3-6-2010, πριν συμπληρωθεί οκταετία, η δε αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι της επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας και δεν εχώρησε αναστολή της διαδικασίας επί τριετία, ζ) ο λόγος αναιρέσεως για παράνομη και αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος εξαιρέσεως της πληρεξουσίας δικηγόρου των πολιτικώς εναγόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν προβλέπεται από τον ΚΠΔ ή άλλη διάταξη νόμου εξαίρεση του δικηγόρου που επιλέγει ο αντίδικος διάδικος στην ποινική δίκη για την εκπροσώπησή του, η) ο λόγος αναιρέσεως για λήψη υπόψη πλαστών εγγράφων στοιχείων, που προσκόμισαν οι πολιτικώς ενάγοντες και δη του "τοπογραφικού Τ. και δύο ιδιωτικών συμφωνητικών με την Ι.Μ. Πεντέλης", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά την ανάγνωση των εγγράφων αυτών η κατηγορουμένη δεν πρόβαλε καμία αντίρρηση στην ανάγνωση, δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα των εγγράφων αυτών, ούτε πρόβαλε αυτά ως πλαστά, θ) ο λόγος αναιρέσεως περί ακυρότητας της κινηθείσας εναντίον της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ποινικής δίωξης, για το λόγο ότι ασκήθηκε χωρίς έγκληση και καταβολή του σχετικού παραβόλου εγκλήσεως και για το λόγο ότι ασκήθηκε πριν προηγουμένως συζητηθεί και εκδικασθεί η κατά των αντιδίκων της έγκλησή της, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και απαράδεκτος, διότι, αφενός οι αξιόποινες πράξεις που διώχθηκε και καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα δεν διώκονται κατ' έγκληση, αλλά αυτεπάγγελτα, παραδεκτά ο αρμόδιος για άσκηση της δίωξης εισαγγελέας μπορούσε να στηριχθεί, κατ' άρθρο 36 ΚΠΔ, και σε κάποιο απολογητικό υπόμνημα κατηγορουμένου, αφετέρου διότι δεν αναφέρεται από την αναιρεσείουσα ποίο ήταν το προδικαστικό ποινικό ζήτημα και δη αν είχεν ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος των εγκαλούντων και για ποίες αξιόποινες πράξεις, σε ποίο διαδικαστικό στάδιο βρίσκονταν και αν σχετίζονταν με τις εναντίον της κατηγορίες, ούτε αν ζητήθηκε αναβολή της δίκης κατ' άρθρον 59 του ΚΠΔ και δε δόθηκε αυτή από το Δικαστήριο, ι) ο λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παραβίασης της αρχής της δημοσιότητας της δίκης, εκ του ότι το Δικαστήριο διέκοψε εντέχνως τη δίκη περί ώρα 14.15 για άλλη ημερομηνία, ότε εκδικάστηκε μόνη η υπόθεσή της, ενώ ματαίωσε ή ανέβαλε όλες τις λοιπές, προφασισθέν άλλη υπηρεσιακή απασχόληση, ώστε να μην κοινοποιούνται σε ευρύ κοινό οι κακόδικες αποφάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι ή όλη διαδικασία έγινε δημόσια και όχι κεκλεισμένων των θυρών, η δε δίκη μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και την ανάγνωση των εγγράφων, λόγω άλλης υπηρεσιακής απασχόλησης της συνθέσεως, διεκόπη περί ώρα 14.00 της 31-5-2010, σύννομα κατά το άρθρο 375 παρ.3 του ΚΠΔ, λόγω υπηρεσιακού κωλύματος από πλευράς δικαστών, για την 3-6-2010 και ώρα 09.00, ότε και συνεχίστηκε κανονικά και δημόσια, ι) ο λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας, εκ του ότι δεν διατασσόταν να εξέρχονται από την αίθουσα όλοι οι εξεταζόμενοι μάρτυρες, πλην του εξεταζόμενου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η τήρηση της διάταξης του άρθρου 350 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, η οποία αναφέρεται στην εξέταση των μαρτύρων, των οποίων δεν διατάχθηκε η αποχώρησή τους στο προορισμένο γι' αυτούς δωμάτιο, σκοπούσα στον μη επηρεασμό των μαρτύρων από το περιεχόμενο της κατάθεσης ήδη εξετασθέντων μαρτύρων, επιβάλλεται κατά τη διεξαγωγή της δίκης μόνον ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, όχι δε και ενώπιον των δευτεροβαθμίων, αφού ήδη κατά την έκκλητη δίκη το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων είναι γνωστό από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγιγνώσκονται. Σε κάθε περίπτωση η παραβίαση της άνω διάταξης δεν είναι ταγμένη επί ποινή ακυρότητας, ούτε ανάγεται στην υπεράσπιση της κατηγορουμένης ή την άσκηση άλλων προσηκόντων σε αυτή δικαιωμάτων.
Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και λόγοι αναιρέσεως, που περιέχονται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως , είναι απορριπτέοι.
Οι περαιτέρω λοιπές εκτενείς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, κύριους και πρόσθετους, με ενσωμάτωση στο δικόγραφο της αναιρέσεως, του κειμένου της από 3-7-2008 μηνυτήριας αναφοράς της κατά δικαστών και δικηγόρων, της από 23-2-2009 αναφοράς της στον πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών και της από 21-4-2009 εγκλήσεώς της, με καταγγελίες και παράπονα για την τύχη των δικαστικών της υποθέσεων, για διαφθορά και εταιρεία επίορκων δικαστών - δικηγόρων κατά δικαστών, δικηγόρων, γραμματέων και αντιδίκων της και για ατιμωρησία καταπατητών δημόσιας γης, και οι λοιπές αιτιάσεις που εκτίθενται στην αναίρεση και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, για στημένες δίκες και κακή σύνθεση με διορισμό και προεπιλογή επίορκων δικαστών, για καταχρηστική άσκηση δικαστικής εξουσίας και δόλια απόρριψη της εφέσεως, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά υποβολή αιτήσεως εξαιρέσεως των δικαζόντων και προελθόντων μετά από κλήρωση δικαστών της συνθέσεως, για πολλές αναβολές της δίκης αντί μίας, για μη λήψη υπόψη προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, αόριστα χωρίς αναφορά των στοιχείων αυτών και αν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα αναγνώσεως και απορρίφθηκε, για μη λήψη υπόψη προσκομισθέντων και αναγνωσθέντων υπ' αυτής εγγράφων στοιχείων, για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του άρθρου 177 του ΚΠΔ γενικά και αόριστα, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι είναι εντελώς αόριστες, δεν εμπεριέχουν κάποιο σαφή και συγκεκριμένο λόγο ακυρότητας της διαδικασίας, ούτε εμπεριέχουν κάποιο άλλο συγκεκριμένο και νόμιμο λόγο αναιρέσεως από εκείνους που εκτίθενται περιοριστικά, στις διατάξεις του άρθρου 510 του ΚΠΔ και διότι συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω σε βάρος της αναιρεσείουσας παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, ήτοι συνιστούν ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι σχετικοί λόγοι. Δεν αποτελούν δε, όπως προαναφέρθηκε, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου και στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων ένα προς ένα, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται από την αναιρεσείουσα η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων, στο σύνολό τους και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 190/3-6-2010 αίτηση της Ε. Λ. του Θ. και τους από 4-1-2011 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της 5508//2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, Χρήση πλαστού εγγράφου, κατ' εξακολούθηση. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ, Ε λόγοι αναιρέσεως.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1388/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κουμουτσάρη περί αναιρέσεως της 95301/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 24 Αυγούστου 2011 προσθέτους λόγους τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 211/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο.
Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ.ΑΠ 4/1995 και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ.
Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλουμένης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως.
Κατά της αποφάσεως, που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 95301/2010 απόφασή του, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατ' έφεση της με αριθμό 42878/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ, για το αδίκημα της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, απέρριψε την έφεσή του ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως αυτής.
Από τη σχετική 9137/29-7-2010 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, φερόμενη στην έφεση, ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, προέβαλε με αυτήν τα εξής: "δεν έλαβα γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της προσβαλλομένης αποφάσεως που επιδόθηκαν ως άγνωστης διαμονής καίτοι ήμουν γνωστής στις αρχές διαμονής, διέμενα από το έτος 2001 μέχρι 20-11-2007 στην οδό ... και από 21-11-2007 μέχρι σήμερα στην ως άνω διεύθυνση". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή της ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους λόγους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην έφεσή της, αν την φερόμενη αυτή, ως τελευταία γνωστή κατοικία της, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην εισαγγελική αρχή Αθηνών που ήταν αρμόδια και είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, (πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως). Επικαλέστηκε ειδικότερα ακυρότητα της επιδόσεως, διότι η παραπάνω στην οδό ... διεύθυνση της κατοικίας της, ήταν γνωστή κατά το χρόνο επιδόσεως (14-7-2008) στις αρχές, άρα και στην εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αόριστα χωρίς να αναφέρει από πού προκύπτει η γνώση αυτή της εισαγγελικής αρχής. Στην αιτιολογία της προσβαλλομένης 95301/2010 αποφάσεως διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο των περιεχομένων στη δικογραφία και αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, την ένορκο κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος Χ. Λ., σε συνδυασμό με τις διευκρινίσεις του πληρεξουσίου συνηγόρου της εκκαλούσας κατηγορουμένης ως προς τους λόγους ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως εκπροθέσμως αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα κατηγορουμένη καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ευρώ ( 2.000 € ) για την πράξη της μη εγκαίρου καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών Ι.Κ.Α. χρονικού διαστήματος από 6/2002 έως 4/2004 δυνάμει της υπ' αριθ. 42.878/25.4.2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης ερήμην αυτής. Η ως άνω πρωτόδικος απόφαση επεδόθη στην εκκαλούσα κατηγορουμένη την 14.7.2008 ως αγνώστου διαμονής, καθ' όσον δεν ευρέθη στη (γνωστή στο Ι.Κ.Α.) διεύθυνση της οδού ..., δια παραδόσεως αυτής από τον ενεργήσαντα την επίδοση Αστυφύλακα ... στην αρμοδίως εξουσιοδοτηθείσα υπάλληλο του Δήμου Ιλίου Αττικής ..., όπως προκύπτει από το περιεχόμενο στη δικογραφία από 14.7.2008 αποδεικτικό επιδόσεως αποφάσεως σε κατηγορούμενο αγνώστου διαμονής του προαναφερομένου οργάνου επιδόσεως, ότε και άρχισε η διαδρομή της δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, πλην όμως η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως μόλις την 29.7.2010, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. πρωτ. 9.137/29.7.2010 έκθεση εφέσεως. Στην τελευταία η εκκαλούσα κατηγορουμένη αναγράφει επί λέξει: «... την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι δεν έλαβε γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος ούτε της προσβαλλομένης απόφασης που επιδόθηκαν ως αγνώστου διαμονής, καίτοι ήταν και είναι γνωστής στις αρχές διαμονής. Διέμενα από το έτος 2001 μέχρι 20.11.2007 στην οδό ... και από 21.11.2007 και μέχρι σήμερα στην ως άνω διεύθυνση (ήτοι στην οδό ...)». Ωστόσο, πέραν του ισχυρισμού ότι υφίσταται γνωστή διαμονή της, η εκκαλούσα κατηγορουμένη δεν επικαλείται τη συνδρομή συγκεκριμένου λόγου ανωτέρας βίας (υπό την αναφερομένη ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας έννοια), ο οποίος, στην προκειμένη περίπτωση, απέτρεψε αυτήν από την εμπρόθεσμο άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, μη αρκούσης μόνης της αναφοράς ότι τυγχάνει γνωστής και όχι αγνώστου διαμονής, διότι η πλημμέλεια αυτή (της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής) αφορά αποκλειστικώς και μόνον στο κύρος της επιδόσεως. Πέραν και ανεξαρτήτως των προαναφερομένων, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εκκαλούσας κατηγορουμένης ότι ήδη από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2007 είχε μετακομίσει σε άλλη διεύθυνση (επί της οδού ...), δεν αναιρείται η κατά τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ υποχρέωση της να γνωστοποιήσει στην αρμοδία εισαγγελική Αρχή την αλλαγή της αρχικώς δηλωθείσας - και γνωστής στο Ι.Κ.Α. κατά δική της προς αυτό δήλωση - κατοικίας της (δεδομένου ότι είχε γνώση της οφειλής της προς τον ως άνω οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως και της εις βάρος της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας), τήρηση δε της νομίμου αυτής υποχρεώσεως ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο ενημέρωση των αρμοδίων αρχών περί της αλλαγής της διευθύνσεως δεν αποδεικνύεται, ενώ χαρακτήρα τοιαύτης γνωστοποιήσεως δεν έχει η εκ μέρους της εκκαλούσας κατηγορουμένης-δήλωση αναστολής πληρωμών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 21.6.2004 (όπου αναφέρεται ως διεύθυνση κατοικίας αυτής η οδός ... στο ...), και ως εκ τούτου η επίδοση της. εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής τυγχάνει καθ' όλα νόμιμος και έγκυρος, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εκκαλούσας κατηγορουμένης. Μετά ταύτα, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως και να καταδικασθεί η εκκαλούσα κατηγορουμένη στα σχετικά έξοδα." Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή: α) η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως στην εκκαλούσα (14-7-2008), β) το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ... από το οποίο, επισκοπούμενο, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση παραδόθηκε στην υπάλληλο του Δήμου Ιλίου Αττικής που είχε οριστεί από το Δήμαρχο για την παραλαβή της, επειδή η εκκαλούσα αναζητηθείσα στη διεύθυνση του καταστήματός της στο Ίλιο, στην οδό ..., ήταν απούσα, άγνωστη στην οδό αυτή και ήδη άγνωστης διαμονής και επειδή από έρευνα του οργάνου αυτού διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει στην κατοικία αυτή ή αλλού πρόσωπο σχετικό με τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ.1 του ΚΠΔ για να επιδώσει την απόφαση και γ) η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (29-7-2010), η οποία κείται πέραν της προεκτεθείσας νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον επομένως το όργανο επιδόσεως βεβαίωσε ότι, μετά από έρευνά του στην ανωτέρω διεύθυνση, η καταδικασθείσα ήταν άγνωστη και δε βρέθηκε στην οδό ..., που αναζητήθηκε, ενώ η ιδία η εκκαλούσα δεν πρόβαλε με την έφεσή της ότι είχε καταστήσει γνωστή με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο και στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διεύθυνση της κατοικίας της στην οδό ... και μετά στην οδό ..., έπεται ότι νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) μόνον στο Ίλιον στην οδό ..., διεύθυνση της επιχειρήσεώς της- βιοτεχνίας ετοίμων ενδυμάτων, που αναγραφόταν στην από 31-3-2006 μήνυση του ΙΚΑ για τις καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων επιχειρήσεώς της στο Ίλιον που καταδικάστηκε, ως τελευταίας και μόνης γνωστής στην Εισαγγελία Αθηνών επαγγελματικής κατοικίας της και επιδόθηκε νόμιμα πλέον ως άγνωστης διαμονής κατά το άρθρο 156 παρ.1 του ΚΠΔ και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφασή του, για το αν αυτή διέμενε ή όχι στην οδό ... της Πετρούπολης, που δήλωσε στην έφεση, ούτε το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής ήταν έγκυρη. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε και Η του ΚΠΔ, κύριοι και πρόσθετοι, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι.
Τέλος, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, η οποία παραβίαση συνίσταται κατ' αυτήν στο ότι οι αρμόδιες Αρχές την αναζήτησαν σε διεύθυνση της επιχειρήσεώς της που δεν διέμενε, λόγω πτωχεύσεώς της, γνωστής στο αντίδικό του ΙΚΑ, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσουν για να την ανεύρουν όπως όφειλαν στην πραγματική της κατοικία, δε θεμελιώνει καθ' εαυτήν ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως πέρα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ λόγους, ενώ η διεύθυνση κατοικίας της εκκαλούσας στην οδό ... ήταν άγνωστη στις αρμόδιες για την επίδοση αρχές, αναζητήθηκε η εκκαλούσα, σύζυγος ή άλλοι συγγενείς της από το αρμόδιο όργανο επιδόσεως, όπως βεβαιώνει τούτο στην από 14-7-2008 βεβαίωση και αποδεικτικό επιδόσεώς του και δεν βρέθηκαν, ενώ η παραπάνω διεύθυνση της κατοικίας της στην Πετρούπολη Αττικής επί της οδού ... δεν επικαλέστηκε η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα, ούτε προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι είχε γνωστοποιηθεί με κάποιο νόμιμο τρόπο και ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση, ώστε να υπάρχει υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων επιδόσεως να αναζητήσουν την καταδικασθείσα, πλην της επαγγελματικής της κατοικίας, και εκεί και να υπάρχει έτσι ακυρότητα από τη μη αναζήτηση και τη μη επίδοση της ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως, αντί της επαγγελματικής της κατοικίας που είχε κλείσει, στη γνωστή αυτή διεύθυνση της κατοικίας της, που όμως ήταν και παρέμενε άγνωστη στην αρμόδια για την επίδοση εισαγγελική αρχή των Αθηνών.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 8/27-1-2011 αίτηση της Α. Λ. του Γ. και τους από 24-8-2011 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 95301/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη έφεση κληθέντος ως άγνωστης διαμονής. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε και Η του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας. Η επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, η οποία παραβίαση συνίσταται στο ότι οι αρμόδιες Αρχές την αναζήτησαν σε διεύθυνση της επιχειρήσεώς της που δεν διέμενε, λόγω πτωχεύσεώς της, γνωστής στο αντίδικο του ΙΚΑ, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσουν για να την ανεύρουν όπως όφειλαν στην πραγματική της κατοικία, δε θεμελιώνει καθ' εαυτήν ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως πέρα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ λόγους, ενώ η διεύθυνση κατοικίας της εκκαλούσας στην οδό Χ ήταν άγνωστη στις αρμόδιες για την επίδοση αρχές, αναζητήθηκε η εκκαλούσα, σύζυγος ή άλλοι συγγενείς της από το αρμόδιο όργανο επιδόσεως, όπως βεβαιώνει τούτο στην από .. βεβαίωση και αποδεικτικό επιδόσεώς του και δεν βρέθηκαν, ενώ η παραπάνω διεύθυνση της κατοικίας της επί της οδού Χ δεν επικαλέστηκε η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα, ούτε προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι είχε γνωστοποιηθεί με κάποιο νόμιμο τρόπο και ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση, ώστε να υπάρχει υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων επιδόσεως να αναζητήσουν την καταδικασθείσα, πλην της επαγγελματικής της κατοικίας, και εκεί και να υπάρχει έτσι ακυρότητα από τη μη αναζήτηση και τη μη επίδοση της ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως, αντί της επαγγελματικής της κατοικίας που είχε κλείσει, στη γνωστή αυτή διεύθυνση της κατοικίας της, που όμως ήταν και παρέμενε άγνωστη στην αρμόδια για την επίδοση εισαγγελική αρχή των Αθηνών.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1387/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Μ. του Α., κάτοικος ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχάλη Καραγιάννη περί αναιρέσεως της με αριθμό 7942/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1514/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, 'όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωση της (ΑΠ 1021/2010,76/2010).Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο έγκλημα της απάτης, απαιτείται να προσδιορίζονται επακριβώς τα αποδεικτικά στοιχεία εκείνα που οδήγησαν το δικαστήριο στη δικανική πεποίθηση ότι επήλθε βλάβη, που προκλήθηκε κατά την προαναφερθείσα έννοια να περιγράφεται η αιτιώδης σχέση της βλάβης σε σχέση με τα παραπλανητικά γεγονότα ή ενέργειες καθώς επίσης να περιγράφεται σε τι συνίσταται η βλάβη. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραπλανητικών ενεργειών πλάνης αφενός και αφετέρου μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς του πλανωμένου από την πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επήλθε περιουσιακή ζημία και μάλιστα, η περιουσιακή ζημία πρέπει να είναι το άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς εκείνου που πλανήθηκε δηλαδή, χωρίς περαιτέρω πράξη του δράστη ή τρίτου, η δε βλάβη και το όφελος απαιτείται να είναι περιουσιακής φύσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 7942/2010 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Αθήνα στις 19.1.2004, η κατηγορουμένη με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στην εταιρεία "ΕΝΙSΤΑΤΕ ΑΕ, νομίμως εκπροσωπούμενη από την Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο Ι. Ν. ότι έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και δύναται να προεξοφλήσει επιταγές της εν λόγω εταιρείας με τόκο 5% και έτσι την έπεισε να της παραδώσει, την άνω ημεροχρονολογία, τις εξής επιταγές: ... της Αγροτικής Τράπεζας λήξεως 25.7.2004 ποσού 12.000 ευρώ, την ... Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 15.000 ευρώ και λήξεως 25.5.2004, την ... Αγροτικής Τράπεζας, λήξεως 25.7.2004 ποσού 12.000 ευρώ και την ... Αγροτικής Τράπεζας, λήξεως 15.7.2004 ποσού 15.000 ευρώ, με την υποχρέωση ότι εντός 3 ημερών θα της έφερνε τα χρήματα από την προεξόφληση τους, πλην όμως, δεν το έπραξε, όπως συμφώνησαν, αλλ' ούτε και εντός 25 ημερών, όπως συμφώνησαν (βλ. από 2.3.2004 υπεύθυνη δήλωση της κατηγορουμένης) της παρέδωσε τα χρήματα ή τα σώματα των άνω επιταγών, με αποτέλεσμα να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, κατά το ποσό συνολικώς των 54.000 €, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της παθούσης άνω εταιρείας, η οποία, αν γνώριζε τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης δεν θα της παρέδιδε τις επιταγές". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη της αξιόποινης πράξεως της απάτης (πλημμεληματικής), συνισταμένης στο ότι "στην Αθήνα στις 19.1,2004 με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στην μηνύτρια εταιρεία ΕΝΙSΤΑΤΕ ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, οδός ..., που εκπροσωπείτο νόμιμα από την Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο Ι. Ν. ότι έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι δύναται να προεξοφλήσει επιταγές της ανωτέρω εταιρείας με τόκο 5% μηνιαίως κι έτσι έπεισε την εταιρεία να της παραδώσει στις 19.1.2004 στα γραφεία της (εταιρείας) επιταγές με την υπόσχεση της ότι εντός τριών (3)ημερών θα έφερνε στην εταιρεία τα χρήματα από τις παρακάτω ως εξής προεξοφλημένες επιταγές: α) την υπ' αριθ. ... Αγροτικής Τράπεζας λήξεως 25.7.2004, ποσού 12.000 €, β) υπ' αριθ. ... Αγροτικής Τράπεζας λήξεως 15.6.2004 ποσού 15.000 €, γ) υπ' αριθ. ... Αγροτικής Τράπεζας, λήξεως 25.5.2004, ποσού 12.000 €, δ0 υπ' αριθ. ... Αγροτικής Τράπεζας, λήξεως 15.7.2004, ποσού 15.000 €, πλην όμως ούτε εντός των τριών (3) ημερών έφερε τα χρήματα από τις εν λόγω επιταγές στην εγκαλούσα εταιρεία, όπως συμφώνησαν, αλλά ούτε και εντός είκοσι πέντε (25) ημερών παρέδωσε τα χρήματα ή τα σώματα των επιταγών όπως είχε υπογράψει την 4.3.2004 υπεύθυνη δήλωση στην Αστυνομία περί αυτού, με αποτέλεσμα να αποκομίσει παράνομο όφελος κατά το ποσό των 12.000 + 15.000 + 12.000 + 15.000 = 54.000 ευρώ μ' αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της ως άνω παθούσης εταιρείας, η οποία αν γνώριζε ότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί και διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης ήσαν ψευδείς δεν θα τις παρέδιδε τις ως άνω επιταγές". Ακολούθως, το Δικαστήριο επέβαλε στην κατηγορουμένη ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε προς δέκα ευρώ (10 €) ημερησίως. Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και περιέχει τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από της ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αναφορικά και με τον δόλο της αναιρεσείουσας να βλάψει την πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την ως άνω παράσταση ψευδών γεγονότων προς τους εκπροσώπους της, ότι δηλαδή αυτή (αναιρεσείουσα) έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι δύναται να προεξοφλήσει επιταγές της ανωτέρω εταιρείας με τόκο 5% μηνιαίως κι ότι έτσι έπεισε την εταιρεία να της παραδώσει τις αναφερόμενες επιταγές με την υπόσχεση της ότι εντός τριών (3) ημερών θα έφερνε στην εταιρεία τα χρήματα από τις επιταγές, το οποίο όμως δεν θα συνέβαινε εάν γνώριζε η παθούσα ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε την δυνατότητα αυτή, ούτε τον σκοπό να της αποδώσει τα χρήματα από τις επιταγές ή να της επιστρέψει τα σώματα των επιταγών. Περαιτέρω με σαφήνεια εκτίθεται στην απόφαση ότι η εταιρεία υπέστη την αναφερόμενη χρηματική ζημία των 54.000 ευρώ, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Τέλος, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το Τριμελές Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του και ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 1 Νοεμβρίου 2010 αίτηση της Μ. Μ. του Α., κατοίκου ... για αναίρεση της 7942/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη. Λόγοι αναίρεσης: εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1386/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Κ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αρώνη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6517/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΠΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΝ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι, Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ασπρογέρακα-Γρίβα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 200/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 349 και 501 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι παρέχεται το δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή του αιτήματος αυτού απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, όταν απορρίπτει το αίτημα αναβολής, πρέπει, να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφαση του, σύμφωνα με το εδάφ. γ' του άρθρου 139 του Ν. 2408/1996 (ΟλΑΠ 7/2005). Διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, η δε στη συνέχεια εκδίκαση της υποθέσεως και καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως με τη μορφή της υπέρβασης εξουσίας. Έλλειψη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απόφασης, που απορρίπτει το περί αναβολής αίτημα, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση 6517/2010, για παράβαση του άρθρου 66 παρ.1 του ν. 2121/1993 και την προηγηθείσα παρεμπίπτουσα 7928/2009 αναβλητική απόφαση, του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και από τα πρακτικά τους προκύπτουν τα εξής. Κατά τη συζήτηση, στις 14-10-2009, της εφέσεως του αναιρεσείοντος, ιδιοκτήτου τηλεοπτικού σταθμού, κατηγορουμένου για τηλεοπτική μετάδοση μουσικών συνθέσεων χωρίς άδεια της ΑΕΠΙ ΑΕ, οι συνήγοροι της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας ΑΕΠΙ, προσκόμισαν στο δικαστήριο την από 12-10-2009 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης επί οπτικοακουστικού υλικού και μία βιντεοκασέτα με στοιχεία 6-7-04 ΒLUE SΚΥ για στήριξη της κατηγορίας και ζήτησαν να αναγνωσθούν, πλην το δικαστήριο, δέχθηκε υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου για κρείσσονες αποδείξεις και ανέβαλε την υπόθεση σε ρητή δικάσιμο της 14-6-2010, προκειμένου "κατά τη νέα δικάσιμο να έχει λάβει γνώση της προσκομισθείσας βιντεοκασέτας η υπεράσπιση του κατηγορουμένου και να προσκομίσει πραγματογνωμοσύνη σχετικά με αυτή". Κατά τη νέα δικάσιμο της 18 -6-2010, έπειτα από διακοπή της δικασίμου της 14-6-2010, ο κατηγορούμενος ζήτησε και πάλιν αναβολή της δίκης, εκθέτοντας κατά λέξη τα εξής: "Ζητώ αναβολή εκδικάσεως της υπόθεσης (έφεσή μου κατά της 32742/07 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών) προκειμένου να δυνηθώ (να μου επιτραπεί) "να λάβω γνώση της βιντεοκασέτας η υπεράσπιση του κατηγορουμένου και να προσκομίσει πραγματογνωμοσύνη σχετικά με αυτή" κατά τα διαλαμβανόμενα στην υπ' αριθ. 7928/09 απόφαση του δικαστηρίου Σας, που διέταξε περισσότερες αποδείξεις και ανέβαλε για τον λόγο την εκδίκαση της έφεσής μου. Η άσκηση του δικαιώματος μου να λάβω αντίγραφα από όλα τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας (όπως η επίμαχη εν προκειμένω, μαγνητική εγγραφή) και να ελέγξω την αυθεντικότητα του με διενέργεια ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό της απόφασής Σας 7928/09, συνιστά προϋπόθεση διεξαγωγής δίκαιης δίκης κατ' άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην άσκηση του δικαιώματος αυτού εμποδίστηκα, χωρίς υπαιτιότητά μου, επειδή η Γραμματεία του Δικαστηρίου σας δεν διαθέτει τα απαιτούμενα τεχνικά μέσα για δημιουργία αντιγράφου της συγκεκριμένης εγγραφής. Για τον λόγο αυτό απευθυνθήκαμε δι' εξωδίκου στην πολιτικώς ενάγουσα και την κάλεσε να του παραδώσει εκείνη αντίγραφο της επίμαχης εγγραφής ώστε να μην αμφισβητηθεί εκ των υστέρων η ταύτιση των δύο υλικών φορέων (της βιντεοκασέτας που βρίσκεται στον φάκελο της δικογραφίας και του αντιγράφου της) πλήν, όμως, το αίτημά μου δεν ικανοποιήθηκε από την ΑΕΠΙ. Είναι πρόδηλο ότι η ΑΕΠΙ προασπίζει με την άρνησή της αυτή και την γενικότερη στάση της, το αστικοδικαϊκής φύσεως "τεκμήριο" του άρθρου 55 παρ.2, ν.2121/93, του οποίου όμως τυχόν μεταφορά ("μετάσταση" θα λέγαμε) στο περιβάλλον της ποινικής δίκης, θα συνιστούσε πλήρη ανατροπή του Συνταγματικά κατοχυρωμένου τεκμηρίου αθωότητας και θα έθετε την εκδίκαση της υπόθεσής μου εκτός του πλαισίου της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνει το υπερνομοθετικής ισχύος άρθρο 6 της ΕΣΔΑ".
Το δικαστήριο, παρά την αντίθετη περί αναβολής πρόταση της εισαγγελέως της έδρας, ανακάλεσε την παραπάνω αναβλητική 7928/2009 απόφαση του και απέρριψε το αίτημα αναβολής, με την εξής αιτιολογία, ενώ στη συνέχεια εξέδωσε την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 48330/2008 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η διενέργεια οπτικοακουστικής πραγματογνωμοσύνης για τον έλεγχο της γνησιότητας και την απομαγνητοσκόπηση του επίμαχου τηλεοπτικού υλικού δημόσιας προβολής, αποθηκευμένο σε ψηφιακό δίσκο (DVD) και διορίσθηκε πραγματογνώμονας η Μ. Α., Μηχανολόγος και Αεροναυπηγός Μηχανικός Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακών δεδομένων κ.λπ. Η δικαστική αυτή πραγματογνώμονας συνέταξε σχετική έκθεση και την εγχείρησε στην 2η Τακτική Ανακρίτρια στις 20-4-2010, και ήδη η έκθεση αυτή ευρίσκεται στη δικογραφία. Από την εγκαλούσα εταιρεία διορίσθηκε ως τεχνικός σύμβουλος ο Α. Κ., δικαστικός πραγματογνώμων επί Οπτικοακουστικών και Λογισμικού, ειδικός δικαστικός γραφολόγος, ο οποίος συνέταξε την από 12-10-2008 σχετική έκθεση την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος, ενώ είχε και αυτός τη δυνατότητα, σε ουδεμία ενέργεια προέβει, ήτοι διορισμό τεχνικού συμβούλου για την σύνταξη σχετικής εκθέσεως με αναφορά των δικών του απόψεων. Το δε αίτημά του για αναβολή της υποθέσεως με σκοπό να λάβει γνώση της βιντεοκασέτας προκειμένου να διαγνώσει την αυθεντικότητά της, καθώς και αναβολή της δίκης για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης κρίνεται αβάσιμο και πρέπει ν' απορριφθεί. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' ανακληθεί η υπ' αριθμ. 7928/2009 προπαρασκευαστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης".
Όμως, ενώ το εν λόγω αίτημα αναβολής της δίκης που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο παραδεκτά για να λάβει γνώση του περιεχομένου εγγράφου πραγματογνωμοσύνης και βιντεοκασέτας που επικαλέστηκε και προσκόμισε για ανάγνωση το πρώτον στο εφετείο σε βάρος του η πολιτικώς ενάγουσα ΑΕΠΙ ήταν ορισμένο και νόμιμο, με επίκληση και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, η εν λόγω απορριπτική του αιτήματος αναβολής αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά το προεκτεθέντα, αλλά ασαφής και ελλιπής. Ειδικότερα, το δικαστήριο επικαλείται την μη αναγνωσθείσα 48330/2008 απόφαση άλλου δικαστηρίου, του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που διέταξε τη διενέργεια οπτικοακουστικής πραγματογνωμοσύνης για τον έλεγχο της γνησιότητας και την απομαγνητοφώνηση του επίμαχου τηλεοπτικού υλικού δημόσιας προβολής, αποθηκευμένο σε ψηφιακό δίσκο και όχι σε βιντεοκασέτα και τη συνταχθείσα επί του δίσκου αυτού έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Μ. Α. και την από 12-10-2010 έκθεση τεχνικού συμβούλου της ΑΕΠΙ, που υπήρχαν στη δικογραφία, κατά το αιτιολογικό, και από τις αναφορές αυτές συμπεραίνει το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος, ενώ είχε τη δυνατότητα και αυτός για διορισμό τεχνικού συμβούλου, για σύνταξη σχετικής εκθέσεως με τις απόψεις του, σε ουδεμία ενέργεια προέβη, γι’ αυτό το λόγο και μόνον το περί αναβολής αίτημα του είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Όμως, η άνω επικληθείσα 48330/2010 απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ η εκκληθείσα απόφαση ήταν η 32742/2007 του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφορά πραγματογνωμοσύνη που δεν αναφέρεται στα πρακτικά ή στο κρινόμενο αιτιολογικό της παρεμπίπτουσας αναβλητικής αποφάσεως ότι αναγνώσθηκε και που έγινε, κατά το αιτιολογικό αυτό, επί ψηφιακού δίσκου και όχι επί της βιντεοκασέτας (μαγνητικής ταινίας) της ΑΕΠΙ ήτοι σαφώς αφορά άλλη υπόθεση του κατηγορουμένου, ουδόλως διευκρινίζεται ότι η εν λόγω, μη ακόμη, αναγνωσθείσα από το δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη αφορά και τα μνημονευόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως καλλιτεχνικά δημιουργήματα που προβλήθηκαν από τον τηλεοπτικό σταθμό του κατηγορουμένου και προστατεύονται από την ΑΕΠΙ, το δε γεγονός του μη διορισμού από τον κατηγορούμενο τεχνικού συμβούλου κατά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης άλλης υποθέσεως του με την ιδία εγκαλούσα ΑΕΠΙ, δεν αναιρεί ούτε αφαιρεί το υπερασπιστικό δικαίωμα του στην παρούσα υπόθεση να θέλει να λάβει γνώση του περιεχομένου νέου σε βάρος του αποδεικτικού μέσου και δη της προσκομισθείσας από την πολιτικώς ενάγουσα ΑΕΠΙ, το πρώτον στο ακροατήριο του εφετείου, βιντεοκασέτας και ιδιωτικής εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης επ' αυτής, για έλεγχο της γνησιότητας που αμφισβητεί και του περιεχομένου της.
Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αποφάσεως που απέρριψε το υποβληθέν από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αίτημα αναβολής και για υπέρβαση εξουσίας, από τη στη συνέχεια πρόοδο της δίκης και καταδίκη του κατηγορουμένου, με την ανάγνωση κατ' άρθρο 364 παρ.1 του ΚΠΔ και τη λήψη υπόψη για την ενοχή, εκτός άλλων στοιχείων και της προσκομισθείσας, το πρώτον στο εφετείο από την πολιτικώς ενάγουσα ΑΕΠΙ, εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Α. Κ. επί της βιντεοκασέτας που αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της από τον κατηγορούμενο και για την οποία ως άνω ζητήθηκε η αναβολή, χωρίς να γίνεται δεκτό ότι αποδείχθηκε η γνησιότητα της βιντεοκασέτας αυτής με κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.
Μετά ταύτα, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η αναβλητική, όσον και η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση στο σύνολο της, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6517/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βάσιμος λόγος αναιρέσεως και αναιρεί για αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης και περαιτέρω υπέρβαση εξουσίας με την καταδίκη του αναιρεσείοντος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1385/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαυροειδή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 76/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1413/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5§1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα, Νόμων για τα Ναρκωτικά - ν. 3459/2006), με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, πωλεί, μεταφέρει, αποθηκεύει ή κατέχει ναρκωτικά. Μεταξύ των ναρκωτικών, κατά την έννοια του νόμου αυτού, περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη (άρθρο 4§ 3 πιν. Α' αριθ. 6 του Ν. 1729/1987 και ήδη άρθρο 1§2 πιν. Α' αριθ. 6 του ως άνω Κώδικα). Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του, μεταφορά δε είναι η μετακίνηση των ναρκωτικών από τόπο σε τόπο, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, (ηθικός αυτουργός). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 76/2010, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, α) κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και ειδικότερα κατοχής 1) 305 χιλιόγραμμων ινδικής κάνναβης, στην περιοχή ... του Νομού Πρεβέζης και 2) 503 χιλιόγραμμων ινδικής κάνναβης, στη θέση "..." Πρεβέζης και β) ηθικής αυτουργίας σε μεταφορά ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα, 298 χιλιόγραμμων ινδικής κάνναβης (από την ως άνω ποσότητα των 503 χιλιόγραμμων), με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. και καταδικάσθηκε σε κάθειρξη 20 ετών και χρηματική ποινή 200.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Στην περιοχή "..." ... Πρέβεζας το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Ιουλίου του 1998, σε ημέρα η οποία δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, ο κατηγορούμενος, από κοινού με τον Ι. Σ. Ε., ο οποίος έχει ήδη καταδικαστεί για τις πράξεις αυτές, αγόρασε από άτομα, τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν διακριβώθηκαν, ναρκωτικά, ήτοι φυτικές ουσίες, οι οποίες δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ' αυτές και, συγκεκριμένα, 305 κιλά ινδικής κάνναβης, αντί τιμήματος το οποίο δεν προσδιορίστηκε, και την οποία ναρκωτική ουσία τα παραπάνω άγνωστα άτομα εισήγαγαν με ταχύπλοο σκάφος από την Αλβανία και ξεφόρτωσαν στην ανωτέρω παραλιακή περιοχή της .... Ειδικότερα, τα εν λόγω άγνωστα άτομα, σε εκτέλεση προφορικής συμφωνίας που είχαν συνάψει με τον κατηγορούμενο και τον ανωτέρω συνεργό του, μεταβίβασαν σ' αυτόν, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, την κυριότητα της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας και του παρέδωσαν την εν λόγω ναρκωτική ουσία, την οποία παρέλαβε ο κατηγορούμενος και ο συνεργός του, έναντι του ανωτέρω τιμήματος που είχαν συμφωνήσει και το οποίο του κατέβαλε. Περαιτέρω, στην ανωτέρω περιοχή, στις 19-7-1998, ο κατηγορούμενος κατείχε από κοινού με τον ανωτέρω συνεργό του την ανωτέρω ναρκωτική ουσία, ασκούσε δηλαδή φυσική εξουσία σ' αυτή, έτσι ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά σύμφωνα με τη βούληση του. Συγκεκριμένα, κατείχε την εν λόγω ναρκωτική ουσία, έχοντας τοποθετήσει αυτή σε κρύπτη δύσβατου και θαμνώδους σημείου της ανωτέρω περιοχής, προκείμενου να οργανώσει τη μεταφορά της στην περιοχή των Αθηνών. Εξάλλου, το πρώτο εικοσαήμερο του μηνός Ιουλίου του έτους 1998, σε ημέρα η οποία δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, στην περιοχή ...ς Πρέβεζας, ο κατηγορούμενος, από κοινού με τους Ι. Σ. Ε., για τον οποίο έγινε λόγος παραπάνω, Γ. Ι. Σ., Κ. Γ. Κ., Α. Ι. Τ. και Θ. Δ. Τ., αγόρασε, με την παραπάνω έννοια του όρου, ναρκωτικές ουσίες, με την ανωτέρω επίσης έννοια του όρου αυτού, από άτομα τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν προσδιορίστηκαν, αντί τιμήματος το οποίο δεν προσδιορίστηκε και, συγκεκριμένα, 508 κιλά ινδική κάνναβη, την οποία τα παραπάνω άγνωστα άτομα εισήγαγαν από την Αλβανία με ταχύπλοο σκάφος και ξεφόρτωσαν στην παραπάνω περιοχή. Μετά την απόκτηση με τον παραπάνω τρόπο της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας, ο κατηγορούμενος από κοινού με τους ανωτέρω, κατείχε την εν λόγω ναρκωτική ουσία, με την παραπάνω έννοια του όρου αυτού και, συγκεκριμένα, κατείχε την ουσία αυτή έχοντας την κρυμμένη σε δασώδες σημείο της ανωτέρω περιοχής, προκειμένου να οργανώσει τη μεταφορά της στην περιοχή των Αθηνών. Ο κατηγορούμενος προέβη στις παραπάνω ενέργειες του με δόλια προαίρεση, καθόσον αφενός μεν γνώριζε ότι οι -ανωτέρω ουσίες αποτελούν ναρκωτικές ουσίες, ότι με τις παραπάνω ενέργειες του, αγοράζει και κατέχει, με τις ανωτέρω διακρίσεις και με τις έννοιες των όρων αυτών που προαναφέρθηκαν, τις εν λόγω ουσίες και αφετέρου ήθελε να αγοράσει και να κατέχει τις ναρκωτικές αυτές ουσίες, όπως τα στοιχεία των πράξεων αυτών εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω. Επίσης, γνώριζε ότι και οι ανωτέρω συνεργοί του τελούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και ήθελε να συμπράξει και αυτός στην τέλεση των εν λόγω πράξεων. Εξάλλου, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ο Ι. Σ. Ε., για τον οποίο έγινε λόγος παραπάνω, στις 18-7-1998 και στις 19-7-1998 επιχείρησε, να μεταφέρει με την ανωτέρω ποσότητα κάνναβης των 305 κιλών από την ανωτέρω περιοχή της ... στην περιοχή των Αθηνών, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε τον εγκληματικό του αυτό σκοπό από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέληση του και, συγκεκριμένα, επειδή την πρώτη φορά χάλασε το αυτοκίνητο, με το οποία είχε έλθει από την Αθήνα για να πραγματοποιήσει την εν λόγω μεταφορά και τη δεύτερη φορά επειδή η ανωτέρω ναρκωτική ουσία είχε εντοπιστεί από άνδρες του ΣΔΟΕ Ηγουμενίτσας, οι οποίοι είχαν μεριμνήσει για την κατάσχεση της. Επίσης, από την ανωτέρω ποσότητα των 508 κιλών ινδικής κάνναβης, ο εν λόγω Ι. Σ. Ε. στις 26-7-1998 μετέφερε στην περιοχή των Αθηνών με το ... ΦΙΧ αυτοκίνητο, ποσότητα 298 κιλών, την οποία είχε φορτώσει στο εν λόγω όχημα, το οποίο στη συνέχεια οδηγούσε προς την Αθήνα. Την απόφαση στον Ι. Σ. Ε. να τελέσει τις παραπάνω άδικες πράξεις της απόπειρας μεταφοράς και της μεταφοράς των ανωτέρω ναρκωτικών ουσιών, τις οποίες αυτός, πράγματι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παραπάνω, αποπειράθηκε να διαπράξει και διέπραξε, είχε προκαλέσει προηγουμένως ο κατηγορούμενος, πείθοντας τον γι' αυτό, στα πλαίσια συνομιλιών τους στην Αθήνα, οι οποίες είχαν λάβει χώρα, σχετικά με την πρώτη ποσότητα ινδικής κάνναβης, την περίοδο από 15 έως και 18-7-1998, σε ημέρα η οποία δεν προσδιορίστηκε επακριβώς και αναφορικά με τη δεύτερη ποσότητα ινδικής κάνναβης, την περίοδο από 20 έως και 26-7-1998, σε ημέρα η οποία δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, με φορτικές παρακλήσεις, συμβουλές και με υπόσχεση οικονομικών ανταλλαγμάτων, ύψους 700.000 δρχ. ως προς την πρώτη ποσότητα, ενώ ως προς τη δεύτερη ποσότητα, το ακριβές ύψος τους δεν προσδιορίσθηκε. Ο κατηγορούμενος προέβη στις παραπάνω ενέργειες του με δόλια προαίρεση, καθόσον αφενός μεν γνώριζε, ότι οι ανωτέρω ουσίες αποτελούν ναρκωτικές, με την έννοια που προεκτέθηκε, ουσίες, ότι πείθοντας τον παραπάνω Ι. Σ. Ε., με τον τρόπο και τα μέσα που προαναφέρθηκαν, να μεταφέρει με τον παραπάνω τρόπο τις ανωτέρω ναρκωτικές ουσίες από τις παραπάνω περιοχές στην περιοχή της Πρωτεύουσας, προκαλεί σ' αυτόν την απόφαση να εκτελέσει τις ανωτέρω άδικες πράξεις και ότι το πρόσωπο αυτό τελεί τις εν λόγω πράξεις και αφετέρου ήθελε, να παραγάγει στον Ι. Ε., με τον τρόπο και τα μέσα που προαναφέρθηκαν, την απόφαση να εκτελέσει αυτός τις παραπάνω άδικες πράξεις και ότι ο Ι. Ε. τελεί, πράγματι, τις εν λόγω πράξεις. Επίσης, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, αποδείχτηκε, περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο, το οποίο διαπράττει κατ' επάγγελμα τα παραπάνω εγκλήματα, καθόσον έχει διαπράξει αυτά επανειλημμένα, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, εντός του έτους 1998, σκοπός δε της επανειλημμένης από μέρους του τέλεσης τους ήταν ο πορισμός εισοδήματος, για την κάλυψη των διαφόρων αναγκών του, δηλαδή μετερχόταν τα εγκλήματα αυτά ως μέσο βιοπορισμού. Η κρίση για το ότι αποδείχτηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος αποδέχεται ότι τα στοιχεία ταυτότητας του είναι εκείνα που προαναφέρθηκαν, ότι δηλαδή αυτός ονομάζεται Κ. Λ. του Ι., καθώς επίσης και ότι κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο η διεύθυνση κατοικίας του ήταν η οδός ..., καθώς επίσης και ότι τελέστηκαν τότε οι γάμοι της αδελφής του στην Καρδίτσα. Περαιτέρω, από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, τελέστηκαν από κάποιο πρόσωπο. Το κρίσιμο, συνεπώς, ερώτημα που ανακύπτει εν προκειμένω είναι, αν το πρόσωπο αυτό είναι ο κατηγορούμενος ή όχι. Η κρίση για το ότι το πρόσωπο αυτό είναι, πράγματι, ο κατηγορούμενος στηρίζεται: α) στην από 11-8-1998 μαρτυρική κατάθεση στον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Πρέβεζας της Φ. Φ. Β., συζύγου του ανωτέρω Ι. Ε., στην οποία αυτή αναφέρει, ότι, με υπόδειξη του συζύγου της, ήλθε σε τηλεφωνική επαφή με το πρόσωπο που οργάνωσε τα παραπάνω εγκλήματα στο σταθερό τηλέφωνο ... και στο κινητό τηλέφωνο ... και του ζήτησε να βοηθήσει οικονομικά τον προφυλακισμένο σύζυγο της σε συνδυασμό αφενός μεν με το από 19-8-1998 σήμα του Αστυνομικού Τμήματος Κολωνού Αττικής προς την Αστυνομική Διεύθυνση Πρέβεζας, στο οποίο αναφέρεται τόσο ότι στη διεύθυνση ... διαμένει πρόσωπο με τα στοιχεία Κ. Λ. του Ι., δηλαδή με τα στοιχεία ταυτότητας του κατηγορουμένου και τη διεύθυνση κατοικίας του, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του ίδιου, όσο και ότι το στο ότι το σταθερό τηλέφωνο του εν λόγω Κ. Λ. του Ι. είναι το ..., δηλαδή εκείνο στο οποίο, σύμφωνα με τα παραπάνω, συνομίλησε τηλεφωνικά με το δράστη των παραπάνω εγκλημάτων η ανωτέρω σύζυγος του Ι. Ε. και αφετέρου από τα έγγραφα α] του ΟΤΕ από 24-8-1998, σύμφωνα με το οποίο το παραπάνω σταθερό τηλέφωνο ανήκει στον ανωτέρω Κ. Λ. του Ι. και β] εκείνο της "SΤΕΤ Ελλάς" Β 519β/15-10-1998, σύμφωνα με το οποίο το παραπάνω κινητό τηλέφωνο ανήκει στον Κ. Λ.. β) Από την ίδια παραπάνω κατάθεση της ανωτέρω Φ. Β., στην οποία αυτή αναφέρει, ότι, μετά το παραπάνω τηλεφωνικό αίτημα της για οικονομική ενίσχυση του συζύγου της και τη διαβεβαίωση του συνομιλητή της ότι θα ανταποκριθεί στο αίτημα της αυτό, της απεστάλησαν, μέσω της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, 500.000 δρχ., με αποστολέα τον Κ. Λ., δηλαδή πρόσωπο με τα στοιχεία ταυτότητας του κατηγορουμένου, γ) Από τη μαρτυρική κατάθεση της ανωτέρω Φ. Β. στο Τριμελές Ποινικό Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων, η οποία περιέχεται στην 131/16-17/11/1999 απόφαση και πρακτικά του εν λόγω Δικαστηρίου και με την οποία αυτή αφενός μεν επαναλαμβάνει όλα όσα προεξετέθησαν και αφετέρου αναφέρει ότι κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο έγιναν οι γάμοι της αδελφής του οργανωτή των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν ο κατηγορούμενος αποδέχεται ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο πράγματι τελέστηκαν οι γάμοι της αδελφής του στην Καρδίτσα, δ) Από τη μαρτυρική κατάθεση στα ίδια παραπάνω πρακτικά της Δ. Σ., αδελφής του ανωτέρω Κ. Γ. Κ., στην οποία αυτή αναφέρει ότι αναζητώντας τον οργανωτή των παραπάνω εγκλημάτων μετέβη η ίδια στην οδό ... και διαπίστωσε ότι έμενε εκεί ο Λ., όπως, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, παραδέχεται ο κατηγορούμενος, ε) Από τη μαρτυρική κατάθεση στα ίδια πρακτικά της Π. Τ., αδελφής του ανωτέρω Α. Ι. Τ., στην οποία αυτή αναφέρει ότι το πρόσωπο του οποίου παντρευόταν η αδελφή του στην Καρδίτσα ζήτησε από τον αδελφό της να μεταβεί στην Πρέβεζα για τα περαιτέρω και το πρόσωπο αυτό, εκείνο δηλαδή του οποίου νυμφευόταν η αδελφή του, ήταν, σύμφωνα με τις παραδοχές του κατηγορουμένου, ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Και στ) από την από 28-7-1998 απολογία του ανωτέρω Ι. Σ. Ε. στον Ανακριτή Πρέβεζας και την απολογία του ίδιου στα παραπάνω πρακτικά, όπως και στην 89/11-10-2000 απόφαση και πρακτικά του Πενταμελούς Ποινικού Εφετείου Ιωαννίνων, με τις οποίες αναφέρει όλα όσα παραπάνω αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε από την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος αρνείται μεν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, αδυνατεί, όμως, να δώσει κάποια εξήγηση για όλα όσα κατά τα παραπάνω αποδεικνύονται σε βάρος αυτού. Πρέπει να σημειωθεί αφενός μεν ότι όλα τα παραπάνω έγγραφα αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και αφετέρου ότι, στην προκειμένη υπόθεση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 211 Α ΚΠΔ αναφορικά με τη λήψη υπόψη και της απολογίας του ανωτέρω Ι. Ε., διότι, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν στηρίχτηκε μόνο στην απολογία αυτή, κάτι που απαγορεύει το παραπάνω άρθρο, αλλά η εν λόγω απολογία συνεκτιμήθηκε με τα υπόλοιπα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου που προεκτέθηκε, συνιστά την υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση κατοχής από κοινού των παραπάνω ποσοτήτων της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της μεταφοράς της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχτεί ένοχος για τις αξιόποινες αυτές πράξεις, δεδομένου ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης τους, και για τις οποίες πράξεις, επειδή αφορούν τις ίδιες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ενώ τελέστηκαν κατ' εξακολούθηση, πρέπει να του επιβληθεί μία ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας θα ληφθεί υπόψη η συνολική εγκληματική του δράση (άρθρα 5 παρ. 2 νόμου 1729/1987, 98 ΠΚ), κατ' επιτρεπτή, ως προς τα παραπάνω δυο στοιχεία (κατ' εξακολούθηση και επιβολή μιας ποινής) μεταβολή της κατηγορίας. Τέλος στον κατηγορούμενο πρέπει να αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, καθόσον περαιτέρω αποδείχτηκε ότι αυτός μέχρι το χρόνο που τέλεσε τις άνω πράξεις έζησε έντιμη ατομική οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν ότι αυτός τέλεσε και τις πράξεις της αγοράς από αλβανούς της ποσότητος των ως άνω 305 κιλών ινδικής κάνναβης, της ηθικής αυτουργίας στη μεταφορά της ίδιας ποσότητος στον Ι. Ε. και τέλος της αγοράς της ποσότητος των 503 κιλών ινδικής κάνναβης από κοινού με τον Ι. Ε., Γ. Σ., Α. Τ. και Θ. Τ. δεν αποδείχτηκαν και γι' αυτό για τις εν λόγω πράξεις πρέπει να κηρυχθεί αθώος." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, και της ηθικής αυτουργίας στην μεταφορά ναρκωτικών ουσιών για τα οποίο επίσης καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: Παρατίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει, α) η κατοχή από τον κατ/νο των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και β) ο τόπος που είχε αποκρύψει αυτές, εξουσιάζοντάς τις, με την σε οποιοδήποτε χρόνο δυνατότητα ανάληψής τους. Επίσης παρατίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει, σε τι συνίσταται η ηθική αυτουργία του αναιρεσείοντος, στην μεταφορά της ως άνω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας (298 κιλών ινδικής κάνναβης). Η αιτίαση του κατ/νου περί του ότι υπάρχει αντίφαση στην προσβαλλομένη απόφαση εκ του λόγου: α) ότι ενώ κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της αγοράς ναρκωτικών ουσιών κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της κατοχής των αυτών ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και β) ενώ κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στη μεταφορά από άλλον, της ποσότητας των 305 χιλιόγραμμων ινδικής κάνναβης, κηρύχθηκε ένοχος της ηθικής αυτουργίας της μεταφοράς των 298 (από τα συνολικά 508 χιλιόγραμμα), είναι αβάσιμη, καθόσον μεταξύ των παραπάνω πράξεων αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, καθώς και των λοιπών πράξεων του άρθρου 5 του Ν. 1729/1987, υφίσταται αληθινή συρροή, συνεπώς δεν υπάρχει αντίφαση εκ του ότι κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της αγοράς ναρκωτικών ουσιών και ένοχος για την πράξη της κατοχής των αυτών ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, ενώ καθόσον αφορά την ηθική αυτουργία, πρόκειται περί δύο πράξεων αυτοτελών και κεχωρισμένων μεταξύ τους, με τελείως διαφορετικά περιστατικά, από διαφορετικό τόπο παραλαβής εκάστη, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και συνεπώς δεν υπάρχει αντίφαση εκ του ότι κηρύχθηκε αθώος για την μία πράξη και ένοχος για την άλλη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι 1ος περί έλλειψης ειδικής αιτιολογίας ( άρθρο 510 παρ. 1 Δ' Κ.Ποιν.Δ. ) και οι 3ος και 4ος λόγοι έφεσης περί της εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 Ε ' Κ.Ποιν.Δ.) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' άρθρο 211 Α' ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 2 παρ. 8 Ν. 2408/1996 "Μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Εκ της διατάξεως αυτής, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρον 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφορήσεώς τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην ομολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικώς τόσο στην μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και στις καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το Πενταμελές Εφετείο, δεν θεμελίωσε την καταδικαστική του κρίση μόνο στην απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος, αλλά και κυρίως στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και αναγνωσθέντα έγγραφα, τα οποία, ρητώς αναφέρει.
Συνεπώς το άνω δικαστήριο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 211 Α' ΚΠΔ και δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, εκ του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός 2ος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' Κ.Ποιν.Δ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, ως εξής :1) ... 15) ... . Επίσης αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και άλλα έγγραφα προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, ως εξής: 1) ... 21) Η από 187.198 ένορκη εξέταση της Φ. Β. του Φ. ενώπιον της Ανακρίτριας Πρέβεζας. Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου με αριθμό 21 επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν αναιρείται αυτή, από το γεγονός ότι από παραδρομή, η κατάθεση αυτή φέρεται με προσδιοριστικό στοιχείο 187. 98, αντί του ορθού 18-7- 98. Εξάλλου η εν λόγω κατάθεση είχε αναγνωστεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συνεπώς ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση αυτής και μπορούσε να επιφέρει τις από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. παρατηρήσεις του. Με την γενόμενη άλλωστε, ανάγνωση του κειμένου του, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, επομένως και στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό του, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε, από την επισκόπηση των πρακτικών, προκύπτει, ότι δεν υποβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Το Πενταμελές, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο και οι αιτιάσεις του κατηγορούμενου, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής κρίσης του, έλαβε υπόψη του το πιο πάνω έγγραφο που αναγνώσθηκε, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά του είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο 6ος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ' Κ.Ποιν.Δ, απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ. απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως επιφέρει και η έκδοση αποφάσεως, χωρίς προηγούμενη πρόταση του Εισαγγελέως επί της ενοχής και της ποινής, καθώς και επί των αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου, που προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Συνακόλουθα, δεν υπάρχει υποχρέωση του εισαγγελέα να προτείνει επί τέτοιου απαράδεκτου ισχυρισμού.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι συνήγοροι του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της ενοχής πρόταση του Εισαγγελέα, όταν τους δόθηκε ο λόγος για την ανάπτυξη της υπεράσπισης του κατηγορουμένου, πρόβαλαν γραπτώς, αυτοτελείς ισχυρισμούς, μεταξύ των οποίων και τον τοιούτο, περί μη στοιχειοθέτησης σε βάρος του κατηγορουμένου, της έννοιας της κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό. Ο παραπάνω ισχυρισμός, προεχόντως ήταν απαράδεκτος, το μεν γιατί προτάθηκε μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και μετά την επί της ενοχής πρόταση του Εισαγγελέα, το δε γιατί προτάθηκε μόνο γραπτώς, όπως από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει και όχι προφορικώς, όπως επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 331 Κ.Ποιν.Δ. περί προφορικότητας της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής, με την εκτεθείσα στην ανωτέρω νομική σκέψη έννοια, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και συνεπώς δεν έχρηζε απάντησης από το δικαστήριο, με προηγούμενη ακρόαση του Εισαγγελέα. Κατ' ακολουθία, ο 5ος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1β' Κ.Ποιν.Δ, απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20 Οκτωβρίου 2010 (με αριθμό πρωτ. 2261/2010) αίτηση του Κ. Λ. του Ι. για αναίρεση της με αριθμό 76/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Στήριξη της κρίσης περί ενοχής και σε λοιπά αποδεικτικά μέσα όχι μόνο σε απολογία συγκατηγορουμένου. Προσδιοριστικά εγγράφου στοιχεία. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Παραδεκτό προβολής τους. Απαράδεκτη η προβολή τους μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας. Δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς η άρνηση της κατηγορίας. Αιτιολογημένη απόρριψη τους. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1384/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Μαραγκάκη. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Τ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη περί αναιρέσεως της με αριθμό 58846/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1246/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 340§1, 349 (όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 58846/28.6.2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πριν, δηλαδή, από την αντικατάστασή του με το ν. 3904/2010) και 139 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του ως άνω αιτήματος, απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως τούτο να απαντήσει στο αίτημα αναβολής και, σε περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα, χωρίς την επιβαλλομένη αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 349§3 του ΚΠοινΔ, "η αποχή των δικηγόρων αποτελεί σημαντικό αίτιο για την αναβολή των ποινικών δικών και δεν περιλαμβάνεται στους περιορισμούς της παραγράφου 1". Όμως, η εμμονή του δικηγόρου στην άσκηση του δικαιώματος αποχής από τα καθήκοντά του για την προστασία εργασιακών και συναφών συμφερόντων του είναι μικρότερης σημασίας έννομο αγαθό από την απονομή της δικαιοσύνης και πρέπει, όταν επίκειται κίνδυνος παραγραφής της υποθέσεως και ματαιώσεως της αξιώσεως της Πολιτείας προς τιμωρία του ποινικού αδικήματος που αποδίδεται στον εντολέα του, να υποχωρήσει. Οπωσδήποτε δε, πρέπει ο δικηγόρος να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι ζήτησε άδεια από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για να παραστεί στη δίκη και αυτός δεν του το επέτρεψε, λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι επιτρέπουν στα μέλη τους να παρίστανται σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, όπως είναι οι υποθέσεις, στις οποίες ανακύπτει κίνδυνος παραγραφής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, υπέβαλε ο τελευταίος αίτημα αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του συνηγόρου υπερασπίσεώς του Μιχαήλ Μαραγκάκη, ο οποίος, σύμφωνα με την απόφαση της Ολομελείας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, απείχε από τα καθήκοντά του. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε το αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία: " Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προέκυψε το πραγματικό κώλυμα του συνηγόρου του κατηγορουμένου να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την σημερινή δικάσιμο, εφόσον δεν προσκομίζεται απόφαση του Προέδρου του ΔΣΑ, με την οποία να μην χορηγείται η άδεια στον τελευταίο να παραστεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου, μολονότι η αξιόποινη πράξη για την οποία αυτός κατηγορείται είχε χρόνο τέλεσης 18.9.2002. Κατόπιν τούτου και ενόψει του άμεσου κινδύνου παραγραφής το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο συνηγόρου του κατηγορουμένου".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε την απαιτουμένη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, αφού εκτίθενται στην απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και οι σκέψεις που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για τη μη αναβολή της δίκης και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε απόφαση του Προέδρου του ΔΣΑ, με την οποία να έχει απορριφθεί αίτηση του συνηγόρου του να χορηγηθεί άδεια να παραστεί στη δίκη λόγω του κινδύνου παραγραφής. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με το άρθρο 171§2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 82-84 και 87 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 του ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η δήλωση ότι παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων "για χρηματική ικανοποίηση" αρκεί και είναι ορισμένη, καθόσον υπονοεί την παράσταση για ηθική βλάβη. Για το νομότυπο δε της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφόμενων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Αν δε ο αμέσως παθών έχει αποβιώσει πριν από τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι κληρονόμοι του, που δηλώνουν παράσταση πολιτικής αγωγής, πρέπει να επικαλούνται και τη συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζει η διάταξη του άρθρου 933 του ΑΚ, ήτοι ότι η αξίωση του θανόντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αναγνωρίστηκε με σύμβαση ή ότι ο τελευταίος επέδωσε γι’ αυτήν αγωγή. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθ. 68749/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, και των ενσωματωμένων σ' αυτή πρακτικών, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο η Μ. Τ. του Β. και δήλωσε ότι σύμφωνα με το άρθρο 933 του Αστικού Κώδικα έχει ασκηθεί αγωγή, η οποία και εκκρεμεί, και ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του 1ου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) για χρηματική ικανοποίηση 40 ευρώ με επιφύλαξη από την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω της κρινόμενης πράξεως, καθώς και ότι διορίζει πληρεξούσιό της τον παρόντα δικηγόρο Δημήτριο Μανώλη. Κατά της παραστάσεως αυτής, η οποία ήταν νομότυπη και αρκούντως ορισμένη, χωρίς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να ήταν αναγκαίο να εξειδικεύεται σε τι συνίστατο η ηθική βλάβη για την οποία ζητείτο η χρηματική ικανοποίηση, ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει αντιρρήσεις. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής επαναλήφθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς, όμως, να αναφέρεται και πάλι η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 933 του ΑΚ. Πλην, όπως αναφέρθηκε, δεν ήταν αναγκαίο να περιέχει αυτή και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Το ότι δε αναφέρεται ότι η πολιτικώς ενάγουσα παρέστη για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί από το αδίκημα και όχι για εκείνη που υπέστη ο αμέσως παθών πατέρας της Β. Τ. οφείλεται σε φανερή παραδρομή και συγκεκριμένα σε μη διόρθωση της σχετικής φράσεως του εντύπου μέρους των πρακτικών. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι, ενώ δικαιούχος της χρηματικής αξιώσεως λόγω ηθικής βλάβης ήταν ο μετέπειτα αποβιώσας εγκαλών Β. Τ., δεν διευκρινίστηκε με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής της Μ. Τ. με ποια ιδιότητα παρίστατο αυτή και αν υφίστατο στο πρόσωπό της εκχώρηση ή κληρονομική διαδοχή ως προς τη σχετική αξίωση και εάν και με ποιο τρόπο συνέτρεχαν οι από το άρθρο 933 του ΑΚ απαιτούμενες προϋποθέσεις νομιμοποιήσεώς της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή" Και αν είναι ασήμαντη τιμωρείται με κράτηση ή με πρόστιμο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής, σε απλή, σε εντελώς ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες, και σε ασήμαντη, που είναι η έχουσα ήπιες συνέπειες. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, προκειμένου να συναγάγει τι δέχθηκε τούτο, δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκείνο δέχθηκε, προκειμένου να αποφανθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απλής σωματικής βλάβης σε βάρος του Β. Τ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: ...Τότε ο κατηγορούμενος με πρόθεση επιτέθηκε στον εγκαλούντα και με τα χέρια του άρχισε να τον χτυπά στο πρόσωπο και στα άνω άκρα. Από τα εν λόγω χτυπήματα τραυματίστηκε ο εγκαλών και συγκεκριμένα ο τελευταίος υπέστη αιματώματα, εκδορές αριστερού αγκώνα, αντιβραχίου, πηχειοκαρπικής και μικρά αιματώματα δεξιού αντιβραχίου ... Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, προέκυψε ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου στοιχειοθετεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση, που του αποδίδεται, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά το κατηγορητήριο".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, χαρακτηρίζοντας, με βάση τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προξένησε στον παθόντα τις σωματικές κακώσεις, τη φύση και την έκταση αυτών, την πράξη του αναιρεσείοντος ως απλή και όχι ως εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 308 του ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 308§1 α και β του ΠΚ, άλλως για εκ πλαγίου παράβαση αυτής, και συγκεκριμένα γιατί εσφαλμένα κρίθηκε ότι οι ως άνω κακώσεις φέρουν το χαρακτήρα της απλής σωματικής βλάβης αντί της εντελώς ελαφράς τοιαύτης και, ακολούθως, δεν έπαυσε υφ’ όρον η κατ’ αυτού ποινική δίωξη κατ’ άρθρο 31§1 περ. β του ν. 3346/2005, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 7282/2010) αίτηση του Σ. Λ. του Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 58846/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής λόγω απόχης δικηγόρων γιατί, ενόψει του κινδύνου παραγραφής, δεν προσκομίστηκε απόφαση του Προέδρου του ΔΣΑ περί μη χορηγήσεως αδείας. Η εμμονή του δικηγόρου στην άσκηση του δικαιώματος αποχής είναι μικρότερης σημασίας έννομο αγαθό από την απονομή της δικαιοσύνης και πρέπει, όταν επίκειται κίνδυνος παραγραφής, να υποχωρεί. Τι πρέπει να περιέχει η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο. Νόμιμη παράσταση πολιτικής αγωγής της κόρης του παθόντος, που απεβίωσε, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 933 ΑΚ. Ορθή καταδίκη του αναιρεσείοντος για απλή και όχι για εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, με βάση τις κακώσεις που προκλήθηκαν στον παθόντα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε, για το είδος της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1383/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεωργίου Χρυσικού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο, Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρτκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Κώτσιο περί αναιρέσεως της 1003/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1161/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1,2 ΚΠΔ, ορίζεται ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες αρχόμενη από τη δημοσίευση της αποφάσεως, κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της ανωτέρω αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, δεν απαιτείται προηγούμενη επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο εάν αυτός ήταν παρών κατά την απαγγελία της ως άνω αποφάσεως. Ως παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ.2 και 502 παρ. 1 του ΚΠΔ. Αν όμως βεβαιώνεται ότι η τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη, όχι στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων που τηρείται στη γραμματεία του εκδόντος την απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ, αλλά στο ειδικό βιβλίο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού δεν καταχωρήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο οικείο βιβλίο του δευτεροβαθμίου, όπως θάπρεπε κατά το νόμο, για να λάβει γνώση ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του και να αρχίσει η προθεσμία αναιρέσεως, θεωρείται ότι δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί στο οικείο βιβλίο, το οποίο και μόνον έχει υποχρέωση να παρακολουθεί ο κατηγορούμενος και δεν έχει αρχίσει η προθεσμία για άσκηση αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, στα πλαίσια έρευνας του παραδεκτού της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης 1003/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων δικάσθηκε στην κατ' έφεση δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, θεωρούμενος ως παρών, εφόσον εκπροσωπήθηκε από την εξουσιοδοτημένη συνήγορό του Δήμητρα Μαργκά, δικηγόρο Λάρισας, κατά τα άρθρα 340 παρ. 2 και 502 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως σημειώνεται στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε με παρούσα την άνω συνήγορο του κατηγορουμένου στις 1-3-2010 και καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στις 28-6-2010 στο ειδικό βιβλίο καταχωρήσεων, όχι του εκδόντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, όπως θάπρεπε, αλλά από παραδρομή του γραμματέα στο οικείο βιβλίο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, όπως προκύπτει από τη σχετική από 30-8-2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως του ποινικού τμήματος του Πρωτοδικείου Λάρισας. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Λάρισας στις 30-7-2010, μετά την πάροδο των δέκα ημερών από την άνω δημοσίευσή της και μετά πάροδο είκοσι ημερών από την ως άνω καταχώρησή της στις 28-6-2010 στο βιβλίο καταχωρήσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Όμως, αφού βεβαιώνεται ότι η εν λόγω καταδικαστική απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη, όχι στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων που τηρείται στη γραμματεία του εκδόντος την απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ, για να λάβει γνώση ο κατηγορούμενος και η συνήγορός του και να αρχίσει η προθεσμία αναιρέσεως, αλλά στο ειδικό βιβλίο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, σύμφωνα με τα παραπάνω, θεωρείται ότι δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί στο οικείο βιβλίο, το οποίο και μόνον έχει υποχρέωση να παρακολουθεί ο κατηγορούμενος, για άσκηση αναιρέσεως, κατά την παρ.3 του άρθρου 473 ΚΠΔ.
Επομένως, η κρινόμενη με αριθ. εκθ. 11/30-7-2010 αίτηση αναιρέσεως που δημοσιεύθηκε στις 1-3-2010, παρούσας της άνω εξουσιοδοτημένης συνηγόρου του κατηγορουμένου και ασκήθηκε από την παραστάσα αυτή δικηγόρο στο γραμματέα του εκδόντος την απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας στις 30-7-2010, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, προ κάθε νόμιμης ως άνω καταχωρήσεως, που δεν προκύπτει ότι έχει γίνει ακόμα, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι αναιρέσεως αυτής.
Κατά το άρθρο 14 παρ. 3 ΚΠΔ, ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση αποφάσεως κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν αποκλείεται ο δικαστής από την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων σε ποινική υπόθεση όταν προηγουμένως συμμετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που με απόφασή του ανεστάλη η εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως, κατά το άρθρο 497 παρ.7 του ΚΠΔ, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν εκφέρει κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως και δεν επιβάλλει ποινή.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας η οποία επήλθε από κακή σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 1003/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, για το λόγο ότι ένα μέλος του, ο προεδρεύων πρόεδρος Πρωτοδικών Κωνσταντίνος Μπάτζιος, μετέσχε ως πρόεδρος και στη σύνθεση του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο προηγουμένως, με την 899/2009 απόφασή του, ανέστειλε την εκτέλεση της πρωτόδικης 2923/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κατά το άρθρο 497 παρ.7 του ΚΠΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση της άνω 899/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και των πρακτικών της προκύπτει ότι με αυτή το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υποθέσεως, δεν εκφέρει καταδικαστική κρίση και δεν επιβάλλει ποινή, αλλά διατάσσεται απλώς την αναστολή εκτελέσεως της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, για τους λόγους που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 497 παρ.3 του ΚΠΔ, οι οποίοι και δεν σχετίζονται με την ουσία της υποθέσεως, η κρίση δε του άνω μετέχοντος προέδρου στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για την ενοχή, δεν εξαρτάτο καθόλου από την κρίση του στην προηγούμενη ως άνω δίκη για την αναστολή εκτελέσεως. Επομένως, ο παραπάνω συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠΔ ,"στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο, εναντίον καταδικαστικής απόφασης, από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Περίπτωση χειροτέρευσης της θέσεως του καταδικασθέντος συνιστά και η μετατροπή, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε χρηματική, κατά το άρθρο 82 του ΠΚ, στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία όμως πρωτοδίκως είχε ανασταλεί, κατά το άρθρο 99 του ιδίου Κώδικα, αφού το μέτρο της αναστολής της ποινής είναι προδήλως ευμενέστερο από εκείνο της μετατροπής της. Έτσι, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υποθέσεως μετά από έφεση του καταδικασθέντος κατηγορούμενου, μετατρέψει έστω και τη επιβληθείσα μικρότερη, από εκείνη που είχε επιβάλλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στερητική της ελευθερίας ποινή, καίτοι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχεν αναστείλει την επιβληθείσα μεγαλύτερη, επίσης στερητική της ελευθερίας ποινή, υπερβαίνει θετικά την εξουσία του και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα για χειροτέρευση της θέσεώς του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι με την προσβαλλόμενη 1003/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, επιληφθέντος κατόπιν εφέσεώς του, κατά της 2923/2008 ερήμην του εκδοθείσας πρωτόδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία αυτός είχε κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της παραβίασης του ν. 1882/1990 και του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης τριών ετών, ανασταλείσα επί τριετία, αυτός κηρύχθηκε επίσης ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως εικοσιοκτώ μηνών, η οποία όμως μετετράπη σε χρηματική, προς 10 ευρώ την ημέρα. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των παραπάνω αποφάσεων και των πρακτικών τους, προκύπτει ότι με την εκκληθείσα πρωτόδικη 2923/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε και τιμωρήθηκε με ποινή φυλακίσεως τριών ετών, η οποία ουδόλως ανεστάλη, ούτε μετετράπη σε χρηματική ποινή. Έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που μετέτρεψε την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως, δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας.
Συνεπώς, ο δεύτερος ως άνω συναφής λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, που αντικατέστησε την παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως είχε τροπ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του δε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του Ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, το δε ως άνω προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1003/2010 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στο ακροατήριο, τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι: Στη Λάρισα την 1-10-2006, 30-1-2007, 1-10-2006, 1-2-2006, 29-8-2006 και 30-1-2007, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια Υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο "και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των #120.000# ευρώ, όπως εμφαίνεται στον επισυναπτόμενο στο παρόν κλητήριο θέσπισμα υπ' αριθμό 10/2007 αναλυτικό πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. … και που αποτελεί ένα σώμα με αυτό και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφληση τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, ενώ όφειλαν στο Ελληνικό Δημόσιο συνολικά το ποσό των #935.938,08# ευρώ, μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στη ΔΟΥ … σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών).
[ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΕΣ]
Με βάση τα παραπάνω, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα αποδεικτικά μέσα, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού 935.938,08 ευρώ, υπερβαίνοντος δηλαδή τα 120.000 ευρώ, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (26 παρ.1, 27 ΠΚ, 25 ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 και ήδη με το άρθρο 34 παρ.1,2 ν. 3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Το παραπάνω αιτιολογικό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, αναφερόμενο σε παραδεκτά προσαρτώμενο αναλυτικό πίνακα χρεών, ενσωματωμένο στην απόφαση και αποτελούντα ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό και το διατακτικό, ώστε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, σύμφωνα και με το συνημμένο και παρατιθέμενο στο αιτιολογικό και στο διατακτικό αναλυτικό με αριθμό 10/2007 πίνακα χρεών της Β’ ΔΟΥ …, με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (Β’ ΔΟΥ …), το είδος των χρεών κατά περίπτωση ( φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ, Πρόστιμο ΚΒΣ και πρόστιμο εισοδήματος), και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, εφάπαξ και σε μηνιαίες δόσεις αντίστοιχα, που προσδιορίζονται κατά ημερομηνίες λήξεως, αναφέρεται ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο ατομικά, εφάπαξ και σε δόσεις αντίστοιχα, που αναλύονται. Αναφέρονται επίσης αναλυτικά στον ανωτέρω πίνακα χρεών, ο χρόνος βεβαιώσεως των οφειλομένων και μη καταβληθεισών δόσεων των χρεών, με τελευταίο χρόνο δόσεως την 29-9-2006 και προσδιορίζεται στο διατακτικό ο χρόνος τελέσεως της καθυστερήσεως και του αδικήματος για όλες τις δόσεις, οπότε, ενόψει του τετραμήνου που θάπρεπε κατά τον προεκτεθέντα νεότερο ν. 3220/2004 να παρέλθει άπρακτο χωρίς πληρωμή, για την τελευταία αυτή δόση, ορθά προσδιορίζεται και ως χρόνος τελέσεως του αδικήματος, η 30-1-2007, μετά τετράμηνο από της καθυστερήσεως και της τελευταίας δόσεως. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω από πρόθεση τιμωρούμενου εγκλήματος μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν ήταν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος του κατηγορουμένου ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών μη πληρωμής ληξιπρόθεσμων και βεβαιωμένων χρεών του. Επίσης, ο κατηγορούμενος από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι καταδικάστηκε για καθυστέρηση χρεών διαστήματος, από 29-4-2005 έως 29-9-2006, βάσει του συνημμένου στο αιτιολογικό και στην αίτηση της Β' ΔΟΥ … Πίνακα Χρεών για δίωξη και όχι για χρονικό διάστημα Μαρτίου και Απριλίου 2003, όπως αβάσιμα αιτιάται και δεν καταδικάστηκε για πράξη για την οποία δεν είχεν ασκηθεί ποινική δίωξη.
Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις, που περιέχονται στον τρίτο λόγο του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για υπέρβαση εξουσίας και παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ. )
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 11/30-7-2010 αίτηση του Σ. Ν. του Μ. για αναίρεση της 1003/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο (άρθρ. 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ.1 Ν. 3220/2004). Α) Εμπρόθεσμη. Αν βεβαιώνεται ότι η καταδικαστική απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη, όχι στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων που τηρείται στη γραμματεία του εκδόντος την απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ, αλλά στο ειδικό βιβλίο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού δεν καταχωρήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο οικείο βιβλίο του δευτεροβαθμίου, όπως θα έπρεπε κατά το νόμο, για να λάβει γνώση ο κατηγορούμενος και η συνήγορος του και να αρχίσει η προθεσμία αναιρέσεως, θεωρείται ότι δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί στο οικείο βιβλίο, το οποίο και μόνον έχει υποχρέωση να παρακολουθεί ο κατηγορούμενος, για άσκηση αναιρέσεως. Β) Από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι δεν αποκλείεται ο δικαστής από την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων σε ποινική υπόθεση όταν προηγουμένως συμμετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που με απόφαση του ανεστάλη η εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως , κατά το άρθρο 497 παρ.7 του ΚΠΔ, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν εκφέρει κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως και δεν επιβάλλει ποινή. Γ) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε και Η' λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1379/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Λ. Π. του Β., κατοίκου ... που δεν παρέστη στο συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 629/2011βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 516/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό124/18.5.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 3160/2003, την 10/18-4-2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Λ. Β. Π., δικηγόρου, κατοίκου ..., κατά του 629/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμη την 39/27-12-2010 προσφυγή του ήδη αναιρεσείοντα κατά του 418/2010 κλητήριου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε με απευθείας κλήση ως πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας (δικηγόρος) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τις πράξεις της εξυβρίσεως και απειλής τις οποίες φέρεται ότι τέλεσε στις 10-4-2006 στην ... σε βάρος της συζύγου του Α. Δ..
ΙΙΙ. Με α. 34 του Ν. 3904/23-12-2010 καταργήθηκε το δικαίωμα των κατηγορουμένων, που προβλεπόταν από το α. 482 του ΚΠΔ όπως αυτό ίσχυσε μετά τις τροποποιήσεις του από το α. 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και 18 παρ. 2 του Ν. 3346/2005, να ζητούν την αναίρεση των παραπεμπτικών για κακούργημα βουλευμάτων καθώς και αυτών που παύουν προσωρινά την δίωξη εναντίον τους. Εξάλλου σύμφωνα με το α. 322 παρ. 3 του ΚΠΔ, όπως το πρώτο εδάφιο αυτής αντ. Από το α. 28 παρ. 1 του Ν. 3904/2010,: α) ο κατηγορούμενος που κλητεύεται με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του τριμελούς εφετείου, σύμφωνα με το α. 111 παρ. 6, έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο συμβούλιο εφετών και β) το συμβούλιο αυτό των εφετών μπορεί, εκτός των άλλων, να απορρίψει την προσφυγή αυτή. Τόσο πριν την κατάργηση του α. 482 του ΚΠΔ όσο και μετά από αυτή από τις κείμενες διατάξεις του ΚΠΔ, και ειδικότερα το αμέσως παραπάνω α. 322 αυτού, δεν παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ασκεί αναίρεση κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη την προσφυγή αυτού κατά της απευθείας κλήσεως του στο ακροατήριο του τριμελούς εφετείου για να δικαστεί για πλημμέλημα ( ΑΠ 1969/2009, ΑΠ 269/2008, ΑΠ 1927/2007 ). Η αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου που ασκείται κατά τέτοιου βουλεύματος του συμβουλίου εφετών πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ίδιου Κώδικα, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο το οποίο: α) διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος αυτού και β) καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα σχετικά δικαστικά έξοδα (ά. 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). VΙ. Επειδή: α) Η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα (α. 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) από τον αναιρεσείοντα στις 18-4-2001 ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών κατά του παραπάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που του επιδόθηκε στις 13-4-2011 και β) αυτός, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν, δεν είχε το δικαίωμα να την ασκήσει, πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιό, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/23-12-2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αίτηση αυτή αναιρέσεως ως απαράδεκτη, β) να διατάξει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και γ) να επιβάλλει σ' αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 10/18-4-2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Λ. Β. Π., δικηγόρου, κατοίκου ..., κατά του 629/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και Γ) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα από 250 ευρώ. Αθήνα 16 Μαΐου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 482 ΚΠΔ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά την εναντίων του ασκηθείσα ποινική δίωξη, καταργήθηκε με το άρθρο 34 στοιχ. γ' Ν. 3904/2010, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο 38 αυτού, από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από τις 23 Δεκεμβρίου 2010. Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 322 παρ.3 ΚΠΔ, όπως το πρώτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε από το άρθρο 28 παρ. 1 του ίδιου παραπάνω νόμου, ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του τριμελούς εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ.6, έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο συμβούλιο εφετών και, αυτό μπορεί εκτός των άλλων, ν' απορρίψει την προσφυγή αυτή. Τόσο πριν από την κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠΔ, όσο και μετά απ' αυτή από τις ισχύουσες διατάξεις του ΚΠΔ και ειδικότερα εκείνης του άρθρου 322 αυτού, ο κατηγορούμενος δε δικαιούται ν' ασκεί αναίρεση κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών το οποίο απέρριψε, ως αβάσιμη, την προσφυγή αυτού κατά της απευθείας κλήσης του στο ακροατήριο του τριμελούς εφετείου για να δικαστεί για πλημμέλεια. Κατά το άρθρο δε 476 παρ.1 ΚΠΔ, η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε κατά τέτοιου βουλεύματος πρέπει ν' απορρίπτεται, ως απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο αναιρεσείων, Δικηγόρος Αθηνών, με το 418/2010 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος των εγκλημάτων της εξύβρισης (ΠΚ 361 παρ.1) και απειλής (ΠΚ 333), τα οποία φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος. Κατά του κλητηρίου αυτού θεσπίσματος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων άσκησε την με αριθμό 39/27.12.2010 προσφυγή, ζητώντας την απαλλαγή του από κάθε κατηγορία, αλλιώς να διαταχθεί η συμπλήρωση της προανάκρισης. Επί της προσφυγής εκδόθηκε το 629/2011 προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Σύμφωνα, όμως με όσα προεκτήθηκαν, ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του προδιαληφθέντος βουλεύματος. Γι' αυτό, μετά και την ειδοποίηση του ιδίου του αναιρεσείοντος, όντας δικηγόρου, (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα), η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1,583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 18 Απριλίου 2011, αίτηση του Λ. Π. του Β., Δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου ..., για αναίρεση του 629/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απέρριψε προσφυγή του ως αβάσιμη, για την απευθείας κλήση τούτου στο ακροατήριο του τριμελούς εφετείου, για να δικαστεί ως υπαίτιος πλημμελήματος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1380/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης N.-I. S. του I. , κατοίκου …, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1705-1706/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Φ. Π. του Χ. . Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2011 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 469/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 6 Μαΐου 2011 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Ι. Κ. , η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2011, αίτηση της N.-I. S. του I. , κάτοικο …, για αναίρεση της 1705-1706/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
Αριθμός 1378/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 818/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με κατηγορούμενο τον Ε. Τ. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2011 έκθεση αναίρεσης, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 413/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του όρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και γη όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. όταν αναφέρονται σε αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίστατο ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την, από 23 Μαρτίου 2011, ενώπιον του γραμματέα του Αρείου Πάγου, αίτησή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 12/2011 έκθεσή του, δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 505 § 2 και 510 § 1 του ΚΠΔ, κατά της υπ' αριθμ. 818/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (Κακουργημάτων), η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 3-3-2011, κατά το μέρος που με αυτή οι κατηγορίες κατά του κατηγορουμένου Ε. Τ. του Ε., για αγορά και κατοχή ναρκωτικών, μετετράπησαν σε προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών, από τοξικομανή, για ιδία αποκλειστική χρήση και τοιουτοτρόπως, αυτός κρίθηκε ατιμώρητος, για τους εκτιθέμενους στην αίτησή του λόγους. Αυτή (αίτηση) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 818/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, ο κατηγορούμενος, Ε. Τ. του Ε., κρίθηκε ότι δεν διέπραξε την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 20§1 περ.β' και ζ', της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την περαιτέρω διάθεση, που κατηγορείτο, αλλά, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, την αντίστοιχη πράξη του άρθρου 29§1 Ν. 3459/2006, της προμήθειας ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστική χρήση και, δοθέντος ότι η προαναφερόμενη πράξη τελέσθηκε από τοξικομανή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 30§4α του αυτού νόμου, κρίθηκε ατιμώρητα. Για να στηρίξει την κρίση του αυτή, το δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Στις 20-11-2010 αστυνομικοί του τμήματος δίωξης ναρκωτικών Ρεθύμνου, οι οποίοι είχαν πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος κατείχε ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, μετέβησαν στην πατρική του οικία, αλλά και στην οικία που διατηρούσε πλησίον αυτής, όπου διενεργήθηκε νομότυπη έρευνα, κατά την οποία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν : α) εντός της οικίας του στη λεκάνη της τουαλέτας μια (1) νάιλον συσκευασία (σακούλα) που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη, εμποτισμένη με νερό, συνολικού μικτού βάρους 186 γραμμαρίων περίπου, β) εντός της ακατοίκητης οικίας, ιδιοκτησίας κληρονόμων Κ. Χ., την οποία διαχειριζόταν ο ίδιος: 1) στο ισόγειο δωμάτιο που βρίσκεται δεξιά του αύλειου χώρου της οικίας, μία (1) νάιλον σακούλα, που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη συνολικού μικτού βάρους 1.870 γραμμαρίων, 2) στο ισόγειο δωμάτιο που βρίσκεται αριστερά του αύλειου χώρου της οικίας, μία (1) νάιλον σακούλα που περιείχε 478 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, 3) εντός του ίδιου δωματίου και εντός πλαστικού δοχείου μία (1) νάιλον σακούλα που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη μικτού βάρους 392 γραμμαρίων, 4) στην ψησταριά που βρίσκεται στον αύλειο χώρο της οικίας μία (1) νάιλον σακούλα που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη μικτού βάρους 108 γραμμαρίων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος από το έτος 1990 συστηματικά είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, χασίς και κοκαΐνης, όπως αποδεικνύεται από την ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του ψυχιάτρου Γ. Κ. και του ψυχιάτρου Ε. Δ.. Παρουσιάζει διαταραχές προσωπικότητας και χαρακτηρίζεται ως βαρύς τοξικομανής, με συμπεριφορά αντικοινωνική και αυτοκαταστροφική και δεν είναι σε θέση να αποτοξινωθεί, χωρίς ιατρική υποστήριξη και θεραπεία. Τη συστηματική χρήση χασίς άρχισε από το έτος 1990 όταν ακόμη υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία. Από τα εφηβικά του χρόνια έκανε κατάχρηση αλκοόλ σε καθημερινή βάση. Κατόπιν άρχισε τη χρήση κοκαΐνης αρχικά εισπνεόμενης και σταδιακά καταναλώνει όλο και μεγαλύτερες ποσότητες. Προκειμένου να ρυθμίσει την ένταση των συμπτωμάτων από τις υψηλές δόσεις κοκαΐνης χρησιμοποιεί καθημερινά υπερβολικές ποσότητες αλκοόλ και ινδικής κάνναβης. Λόγω της βαρείας εξάρτησης πούλησε περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα) της συζύγου του προκειμένου να εξασφαλίσει τις υψηλές δόσεις ναρκωτικών που χρειαζόταν σε καθημερινή βάση (βλ. τα .../2000, .../2009, .../2008 συμβόλαια αγοραπωλησίας). Τις προαναφερόμενες ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, το καθαρό ποσό της οποίας ανήρχετο σε ένα (1) κιλό, ο κατηγορούμενος αγόρασε σε συμφέρουσα τιμή προκειμένου να καλύψει τις δικές του αποκλειστικά ανάγκες ως χρόνιου χρήστη για το χρονικό διάστημα μέχρι το καλοκαίρι και δεν προοριζόταν για εμπορία. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος λόγω τις βαρείας εξάρτησης από πολλαπλές ναρκωτικές ουσίες παρουσίαζε διαταραχές προσωπικότητας, δεν κατελήφθη από τους αστυνομικούς να διενεργεί οποιαδήποτε παράνομη συναλλαγή, ενώ ζούσε σε μικρή τοπικά κοινωνία (χωριό Π. Δ. Α.) και είχε τεθεί υπό παρακολούθηση, ενώ παράλληλα ο μάρτυρας αστυνομικός κατέθεσε ότι δεν υπήρχε καταγγελία ότι διέθετε ναρκωτικές ουσίες σε συγκεκριμένα άτομα, ούτε από την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων διαπιστώθηκε προσπάθεια επικοινωνίας με σκοπό τη διάθεση ναρκωτικών ουσιών. Επίσης κατά την έρευνα που έγινε στην οικία του δεν βρέθηκαν ζυγαριά, συσκευασίες και χρήματα. Μετά από αυτά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, δεν θεμελιώνεται η αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενος της παράβασης του άρθρου 20 παρ.1 περ.β και ζ της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την περαιτέρω διάθεση, αλλά, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, η αντίστοιχη πράξη του άρθρου 29 παρ.1 ν.3459/2006, στην έννοια της οποίας δεν μπορεί εκ των προτέρων καμμία ποσότητα να αποκλεισθεί ότι υπάγεται στην λειτουργική της εμβέλεια (βλ. Ι.Φαρσεδάκη-Συλίκος, Ναρκωτικά 1996, σελ.228). Άλλως θα εισαγόταν ανεπιτρέπτως τεκμήρια ενοχής (βλ. Στ. Παύλου Ναρκωτικά, 2008 σελ. 200). Η προαναφερόμενη πράξη, αφού τελέστηκε από τοξικομανή, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ.4α του ίδιου νόμου να κριθεί ατιμώρητη, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο έκρινε ατιμώρητο τον κατηγορούμενο και ειδικότερα του ότι: "Α) έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών και μη μπορώντας να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις παρά μόνο με ειδική θεραπευτική αγωγή στο Δ.Δ. Π. του Δήμου Α. Νομού Ρεθύμνου, στις 20.11.2009, κατείχε για δική του αποκλειστική χρήση ναρκωτικές ουσίες. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο α) εντός της οικίας του και συγκεκριμένα στη λεκάνη της τουαλέτας, κατείχε για δική του αποκλειστική χρήση μία (1) νάιλον σακούλα που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη, εμποτισμένη με νερό, συνολικού μικτού βάρους 186 γραμμαρίων περίπου, β) εντός της ακατοίκητης οικίας, ιδιοκτησίας κληρονόμων Κ. Χ., την οποία διαχειρίζεται ο ίδιος, κατείχε για δική του αποκλειστική χρήση : 1) εντός ισογείου δωματίου που βρίσκεται δεξιά του αύλειου χώρου της ανωτέρω οικίας, μία (1) νάιλον σακούλα, που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη συνολικού μικτού βάρους 1.870 γραμμαρίων 2) εντός ισογείου δωματίου που ευρίσκεται αριστερά του αύλειου χώρου της ανωτέρω οικίας, μία (1) νάιλον σακούλα που περιείχε 478 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, 3) εντός του ίδιου δωματίου και εντός πλαστικού δοχείου κατείχε μία (1) νάιλον σακούλα, που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη μικτού βάρους 392 γραμμαρίων, 4) στην ψησταριά που βρίσκεται στον αύλειο χώρο της ανωτέρω οικίας κατείχε μία (1) νάιλον σακούλα που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη μικτού βάρους 108 γραμμαρίων. Είναι δε η ινδική κάνναβη ναρκωτική ουσία, αφού περιλαμβάνεται στον πίνακα Α-6 του άρθρου 4 παρ.3 του Ν. 1729/1987, δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου απ' αυτήν. Β)στον ανωτέρω τόπο και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, πάντως εντός του τελευταίου μηνός πριν από τη σύλληψη του στις 20.11.2009 προμηθεύτηκε ναρκωτικές ουσίες για δική του αποκλειστική χρήση. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, προμηθεύτηκε για δική του αποκλειστική χρήση από άγνωστο άτομο ποσότητα ινδικής κάνναβης συνολικού βάρους 3.034 γραμμαρίων, έναντι αγνώστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος".
Όμως, με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την από τις ανωτέρω διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και, επί πλέον, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 29§1 και 30§§1, 4α του Ν. 3459/2006, καθόσον αυθαιρέτως έκρινε ότι το συνολικό καθαρό βάρος της κατασχεθείσης ποσότητος ινδικής κάνναβης ανήρχετο στο ένα κιλό, με αποτέλεσμα να υπάρχει τεράστια απόκλιση από το συνολικό βάρος της κατασχεθείσης ακατέργαστης ινδικής κάνναβης των πέντε συσκευασιών, το οποίο ανήρχετο σε τρία κιλά και 34 γραμμάρια. Ειδικότερα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφή και αντιφατική αιτιολογία καθόσον, ενώ, κατά τις παραδοχές του στην αρχή του σκεπτικού γίνεται δεκτό ότι το συνολικό καθαρό βάρος της κατασχεθείσας ποσότητας ινδικής κάνναβης ανερχόταν σε ένα (1) χιλιόγραμμο, όμως δεν προσδιορίζεται ο τρόπος εξαγωγής του συμπεράσματος αυτού, δοθέντος ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά από το συνολικό βάρος της κατασχεθείσας ποσότητας ινδικής κάνναβης (ακατέργαστης), που είχε κατανεμηθεί σε πέντε (5) συσκευασίες και η οποία ανερχόταν σε τρία (3) χιλιόγραμμα και τριάντα τέσσερα (34) γραμμάρια. Επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν καθορίζεται η απαιτούμενη ημερήσια ποσότητα ινδικής κάνναβης για ιδία χρήση από τον κατηγορούμενο, καθώς και ο συνολικός χρόνος κατά τον οποίο η άνω ποσότητα θα εξακολουθούσε να είναι κατάλληλη για την παραπάνω χρήση. Έτσι, ενόψει των προαναφερομένων για το βάρος της ναρκωτικής αυτής ουσίας και των ανευρεθέντων πέντε (5) συσκευασιών της, οι παραδοχές του Δικαστηρίου ότι δεν διαπιστώθηκαν συναλλαγές του κατηγορουμένου με χρήστες ναρκωτικών ουσιών, χωρίς μάλιστα να αναφέρονται τα χρονικά διαστήματα που τέθηκε αυτός υπό παρακολούθηση από τις διωκτικές Αρχές, καθώς και ότι δεν προέκυψε κάτι τέτοιο από την άρση του τηλεφωνικού του απορρήτου και ότι δεν βρέθηκε ζυγαριά στο χώρο που βρέθηκαν τα ναρκωτικά, δεν αποτελούν επαρκεί αιτιολογία της προσβαλλόμενης ότι η κατασχεθείσα ποσότητα ινδικής κάνναβης προοριζόταν για αποκλειστική χρήση του κατηγορουμένου. Εξάλλου, εφόσον κατά τα άνω δεν είχε "κριθεί άλλως" από το Δικαστήριο, δηλ. δεν έχει καθοριστεί από το Δικαστήριο, η απαιτούμενη ποσότητα για ιδία χρήση από τον κατηγορούμενο, θεωρείται κατ' άρθρο 29 εδ.γ' του Ν. 3459/2006 (Κώδικα Ναρκωτικών), όπως τέθηκε με το άρθρο 15 Ν. 3727/2008 (έναρξη ισχύος από 19-12-2008), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (20-11-2009), "ότι καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστης, έστω και εξαρτημένου (όπως ο κατηγορούμενος), όταν το όριο της κατασχεθείσας ποσότητας κάθε επί μέρους ναρκωτικής ουσίας ... δεν υπερβαίνει το μικτό με την άμεση συσκευασία βάρος ... των είκοσι (20) γραμμαρίων ακατέργαστης κάνναβης και των δυο και ημίσεως (21/2) γραμμαρίων κατεργασμένης κάνναβης ... ", όπως ακριβώς στη διάταξη αυτή εκτίθεται. Έτσι, η ποσότητα, των τριών χιλιογράμμων και είκοσι τεσσάρων γραμμαρίων (3.024) ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, που κατασχέθηκε, κρίνεται υπερβολική ότι προοριζόταν αποκλειστικά και μόνο "για ιδία χρήση". Κατά συνέπεια, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και, ειδικότερα, να αναιρεθεί κατά το μέρος που δέχθηκε ότι τα ναρκωτικά προωρίζοντο για αποκλειστική χρήση του αναιρεσείοντος και κατ' επέκταση και η περί ποινής διάταξη, παραπεμπομένης της υποθέσεως ως προς αυτά τα κεφάλαια στο ίδιο Δικαστήριο. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί κατά το άνω μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (519 ΚΠΔ), εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 818/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, με την οποία κρίθηκε ότι ο κατηγορούμενος τοξικομανής δεν διέπραξε την αξιόποινη πράξη της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την περαιτέρω διάθεση, που κατηγορείτο, αλλά κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας την πλημελληματική πράξη της προμήθειας ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστικά χρήση, και, αφού η πράξη τελέστηκε από τοξικομανή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 30§4α Ν. 3459/2006 περί ναρκωτικών, κρίθηκε αυτός ατιμώρητος. Αυθαίρετα καθορίστηκε με την προσβαλλομένη ότι κατείχε ένα (1) χιλιόγραμμο κατεργασμένης ινδικής κάνναβης, ενώ είχαν κατασχεθεί τρία χιλιόγραμμα και είκοσι τέσσερα γραμμάρια ακατέργαστης κάνναβης, τα οποία και κατείχε. Δεν αιτιολογείται στην προσβαλλομένη απόφαση η τεράστια αυτή διαφορά, ούτε ο λόγος που προμηθεύθηκε για ιδία χρήση την ποσότητα αυτή, δοθέντος ότι κατ' άρθρο 29§1γ Ν. 3459/2006, όπως η παρ. αυτή τέθηκε με το Ν. 3727/2008 και καταλαμβάνει και τον κρίσιμο χρόνο, θεωρείται ότι καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη, έστω και εξαρτημένο, όταν το όριο της κατασχεθείσας ακατέργαστης ινδικής κάνναβης δεν υπερβαίνει το όριο των είκοσι γραμμαρίων και κατεργασμένης το όριο των δύο και ημίσεως γραμμαρίων. Οι λόγοι της αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι ουσία βάσιμοι. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1378/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κοινότητας Θεοδωριάνων Ν. Άρτας ΝΠΔΔ, που εδρεύει στα Θεοδώριανα Άρτας και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο της Κ. Κ. , κάτοικο Άρτας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παντελή Μήτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Λ. Β. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4,559 αρ. 4 και 580 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στή δικαιοδοσία του (Ο λ . ΑΠ 293/1981), Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο. κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ακόμη, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται από 11-6-1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ. ΑΠ 138/1966). Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, Ολ. ΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. 1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση. Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 408/2010). Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολ. ΑΠ 7/2001, 8/2000). Τέλος, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α του ιδίου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση,"ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1225/2008). Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για Δημόσιο και τα Ν.Π,Δ.Δ., αφού γι' αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ. ΑΠ 218/1977). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του Ν.Δ/τος 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", και του άρθρου μόνου της υπ' αριθμ. 2054839/454/0026/3-7-1992 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, κάθε σύμβαση για λογαριασμό του ν.π.δ.δ. έχουσα αντικείμενο άνω των 150.000 δραχμών, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος είναι ουσιαστικός και όχι αποδεικτικός (ΑΠ 322/2010, ΑΠ 1694/2009). Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός, η σύμβαση είναι άκυρη. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 41 του πιο πάνω Ν.Δ/τος κατά το οποίο "η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως", εφαρμόζεται μόνον, όταν εκπληρώθηκε σύμβαση, για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι δε και όταν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και αποδοχή (Ολ. ΑΠ 862/1984, ΑΠ 1694/2009). Στην παρούσα περίπτωση, η αναιρεσείουσα Κοινότητα (Ν.Π.Δ.Δ.) προβάλλει, πλην άλλων, πως λανθασμένα η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την ένδικη υπόθεση, εφ' όσον δεν είχε δικαιοδοσία προς τούτο, δοθέντος ότι η επίδικη διαφορά υπήγετο, ως διοικητική διαφορά, στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος εξέθεσε μεταξύ άλλων, ότι:α) συνήψε με την αναιρεσείουσα Κοινότητα, κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2000 έως 10-11-2000 τέσσερις προφορικές συμβάσεις έργου που αφορούσαν εσωτερική οδοποιία Κοινότητας Θεοδωριάνων Άρτας, βελτίωση - συντήρηση δρόμου Θεοδωριάνων - Χούνη, διάνοιξη δρόμου προς Παλαιοχώραφα και τσιμεντόστρωση Κοινοτικού Δρόμου προς Καταφύγιο. Ζήτησε δε, αφού εξέθεσε πως εκτέλεσε τα παραπάνω έργα, να του καταβληθεί η οφειλόμενη εισέτι αμοιβή του (υπόλοιπο αυτής) από 31.755,73 ευρώ με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, εφ' όσον οι παραπάνω συμβάσεις ήταν άκυρες, αφού δεν υπήρχε έγγραφος τύπος. Όμως, με τέτοιο περιεχόμενο, η σύμβαση εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, αφού, σε περίπτωση εγκυρότητας της, εφαρμοστέο θα ήταν το ιδιωτικό δίκαιο, γιατί αυτή, ούτε περιλάμβανε ούτε κάποιο από τα διάδικο, μέρη και μάλιστα η παραπονούμενη σχετικά αναιρεσείουσα προβάλλει, πως αυτή περιείχε όρους που επέτρεπαν στην εναγόμενη Κοινότητα μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο, ούτε διέπονταν από εξαιρετικό υπέρ αυτής νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δικάζοντας την αγωγή αυτή έκρινε πως η παραπάνω διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι είναι αρμόδιο το πολιτικό δικαστήριο για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής (απορρίπτοντας ως αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας Κοινότητας), δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ. λόγοι, πρώτος, κατά πρώτο σκέλος του, και δεύτερος λόγοι, αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ,Πολ,Δ., αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004). Για να υπάρξει λόγος για τη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού, προϋποτίθεται: 1) να ασκεί αυτός ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά και να έχει προβληθεί από τον ίδιο τον ασκούντα την αναίρεση (ΑΠ 1398/1980, ΑΠ 572/1984) διάδικο, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 12/2/2001, ΑΠ 163/2004, ΑΠ 1255/2004), επί πλέον δε, να είναι και ο ίδιος νόμιμος (Ολ. ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1499/95). Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο, δεν λήφθηκαν ή λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 493/2002, ΑΠ 530/1992), ακόμη δε τα στοιχεία, από τα οποία να απορρέει, ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 885/1994). Πράγματα, άρα, δεν αποτελούν τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και, γενικότερα, οι ισχυρισμοί τους, οι οποίοι υποβάλλονται, διηγηματικά, προς ευδοκίμηση της αγωγής ή στα πλαίσια της γενικής άρνησής της και αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην κρινόμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης της ισχυρίζεται πως πρόβαλε ότι: 1) για τα με αριθμούς 1, 2 και 3 (όπως αναφέρονται στην αγωγή) έργα, υπάρχουν έγκυρες συμβάσεις και έχουν εκδοθεί σχετικά εντάλματα πληρωμής, 2)τα έργα αυτά ολοκληρώθηκαν, όχι από τον ενάγοντα, αλλά από τρίτους, στους οποίους αυτά ανατέθηκαν μετά από αποφάσεις του Κοινοτικού της Συμβουλίου, 3) ο μάρτυς του ενάγοντος προσδοκά συμφέρον από την έκβαση της δίκης, 4) τα έργα εξοφλήθηκαν στους εργολάβους που ανέλαβαν την εκτέλεση τους. Τα παραπάνω εκτιθέμενα, όμως, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά ισχυρισμούς που συνιστούν άρνηση της αγωγής και προβάλλονται, απλά, προς απόρριψη της, μετά από εκτίμηση των προσαχθεισών αποδείξεων. Άλλωστε, εκτίθενται και αόριστα χωρίς να μνημονεύονται στο σχετικό δικόγραφο, ούτε τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει, ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί προτάθηκαν κατά τρόπο παραδεκτό, από την αναιρεσείουσα, στο Εφετείο. Σε κάθε περίπτωση δε, αναφέρονται σε θέματα ουσιαστικής κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρ. 561 αρ. 1 Κ.ΠοΛ.Δ. βλ. και ΑΠ 221/1995, ΑΠ 1068/2002). Συνακόλουθα, ο τα αντίθετα προβάλλων πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
III. Κατά το άρθρο 589 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθενός ξεχωριστά, εφ' όσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα, η λήψη υπόψιν του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 1-072/2005, ΑΠ 694/2003, βλ. και ΑΠ 918/2006). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως απορρέει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχεται ότι προς σχηματισμό της κρίσης του στην ερευνώμενη υπόθεση, έλαβε υπ' όψίν τις καταθέσεις των μαρτύρων "...που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και διαλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του..." και "...όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι...". Από τη γενική αυτή αναφορά, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα γενικώς τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα (τα με αριθμούς ... , ... , ... και ... χρηματικά εντάλματα και τις αντίστοιχες με αυτά αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας) και όχι μόνο την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου. Και τούτο, πέραν του ότι οι αναφερόμενες αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου μνημονεύονται εντελώς αόριστα, αφού, ούτε ο αριθμός τους, ούτε ο χρόνος λήψης τους εκτίθεται.
Συνεπώς, η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αιτιάται, ότι, δηλαδή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα (πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ), πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη. Μετά ταυτα η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο συνολό της, ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, μειωμένη όμως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 281 παρ. 2 του Ν.3463/2006 για "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.2.2009 αίτηση της Κοινότητας Θεοδωριάνων Ν.Άρτας, για αναίρεση της με αριθμό 112/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και, Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από χίλια (1.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και, δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικαιοδοσία. Πότε επιλαμβάνονται τα διοικητικά Δικαστήρια. Υποκείμενη σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Πότε υπάρχει αρμοδιότης των διοικητικών δικαστηρίων. Πότε προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο και νόμιμο ο από το άρθρο 559 αρ. 8 λόγος αναίρεσης. Από τη γενική αναφορά σε λήψη υπόψη εγγράφων, χωρίς εξειδίκευσή του, δεν καθιδρύεται, άνευ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1381/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση-Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., και ήδη κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 8476/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 242/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 εδ γ' ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητευει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ α' ΚΠοινΔ αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, από το ημερομηνία 4 Μαρτίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Δ. Κ., υπαλλήλου του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλητεύτηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανιστεί κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Ε. Σ. για αναίρεση της 8476/2010 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 1
|
Αριθμός 1386/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αιμίλιο Χαρλαύτη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΝΑΚΑΜ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ψαρράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-6-2003 και 10-11-2003 ανακοπή και προσθέτους λόγους αυτής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 230/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3968/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 25-2-2010 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 17 του Ν. 5352/1932 "Περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", η οποία ορίζει, ότι τα εναγόμενα από τη συναλλαγματική πρόσωπα δεν μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή αιτήσεις που στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις τους με τον εκδότη ή τους προηγουμένους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής κατά την κτήση της συναλλαγματικής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη, προκύπτει σαφώς ότι τα υπόχρεα από την συναλλαγματική πρόσωπα, εναγόμενα από τον κομιστή της συναλλαγματικής, δεν μπορούν να αντιτάξουν ενστάσεις που πηγάζουν από τις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή προηγουμένους κομιστές. Κατ' εξαίρεση μόνον επιτρέπεται "η πρόταση τέτοιων ενστάσεων, αν ο. κομιστής κατά τον χρόνο κτήσεως των συναλλαγματικών," αφενός μεν τελούσε εν γνώσει της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή του προηγουμένου κομιστή, αφετέρου δε ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη. Ανάλογη ρύθμιση ισχύει και για τα εναγόμενα πρόσωπα εξ επιταγής, κατά το άρθρο 22 του Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", κατά το οποίο "τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις τις στηριζόμενες στις προσωπικές σχέσεις αυτών μετά του εκδότη ή των προηγουμένων κομιστών μόνον εάν ο κομιστής κατά την κτήση της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη (ΑΠ 1436/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει εσφαλμένη μνεία άλλης νομικής διατάξεως και όχι της εφαρμοστέας (ΑΠ 748/94).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής του κατά της επίδικης διαταγής πληρωμής, ισχυρίσθηκε ότι στα πλαίσια παραγγελίας ετοίμων ενδυμάτων, ύψους 9580,00 ευρώ, προς την εταιρεία με την επωνυμία "DOLCE & CABBANA HELLAS ΑΕ", αποδέχθηκε, μεταξύ των άλλων, και τις επίδικες συναλλαγματικές ποσού 4.790,00 ευρώ, ότι η εκδότρια ως άνω εταιρεία τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία με την επωνυμία "CONNECTION ΑΕ", συνεργάτιδα της, η οποία με την σειρά της τις μεταβίβασε στην καθής η ανακοπή -αναιρεσίβλητη, και ότι η τελευταία, κατά τον χρόνο κτήσης των συναλλαγματικών, τελούσε σε κακή πίστη και ενήργησε προς βλάβη αυτού, αποδεχόμενη την μεταβίβαση αυτή, αν και γνώριζε την αδυναμία της εκδότριας εταιρείας και της συνεργάτιδας της να προμηθεύσει στον ανακόπτοντα τα παραγγελθέντα εμπορεύματα, τα οποία τελικά ουδέποτε παραδόθηκαν, καθότι η πρώτη οπισθογράφος δήλωσε παύση πληρωμών και πτώχευσε, συμπαρασύροντας μαζί της και την εκδότρια θυγατρική της εταιρεία. Ζήτησε δε με την σχετική ανακοπή του την ακύρωση της υπ' αριθ. 13870/03 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση τις ανωτέρω συναλλαγματικές. Το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, τα εξής: Ο ανακόπτων, που διατηρεί επιχείρηση εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων επί της οδού ... αρ. 31 στην Αθήνα, στα πλαίσια της δραστηριότητας του αυτής, παρήγγειλε εμπορεύματα από την εταιρεία DOLCE CABANNA LEISURE TIME HELLAS A.Ε., αξίας 9.580 ευρώ, που η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να του παραδώσει την 1.3.2003, για να τα διαθέσει από το ως άνω κατάστημα του κατά τη διάρκεια της ανοιξιάτικης - θερινής "σεζόν" του 2003 σε τρίτους, επί κέρδει. Ταυτόχρονα με την παραγγελία, η ως άνω εταιρεία εξέδωσε σε βάρος του την 9.9.2002 τέσσερις συναλλαγματικές, ποσού 2.395 ευρώ την κάθε μία, πληρωτέες σε διαταγή της, που ο ανακόπτων αποδέχθηκε αυθημερόν σ' εξασφάλιση της καταβολής του ισόποσου τιμήματος των παραγγελθέντων ως άνω εμπορευμάτων. Η άνω εταιρεία μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως αυτές τις συναλλαγματικές, μεταξύ των οποίων οι ήδη ένδικες δύο, στην εταιρεία CONNECTION ΑΕΒΕ και η τελευταία, επίσης δι' οπισθογραφήσεως τους, στην καθ' ης η ανακοπή, την 31.12.2002. Δυνάμει της 416/24.3.2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εταιρεία CONNECTION ΑΕΒΕ κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, με ημερομηνία παύσεως των πληρωμών της την 30.12.2002, και συμπαρέσυρε τη θυγατρική της DOLCE AND CABBANA LEISURE TIME HELLAS Α.Ε., η οποία βεβαίως ουδέποτε παρέδωσε τα παραγγελθέντα εμπορεύματα στον ανακόπτοντα, με αποτέλεσμα οι ένδικες συναλλαγματικές να μην ενσωματώνουν απαίτηση της λήπτριας και εκδότριας των ενδίκων συναλλαγματικών κατά του ανακόπτοντα, αφού δεν επακολούθησε η αιτία για την οποία αυτές εκδόθηκαν. Ακόμη, δέχθηκε το Εφετείο ότι η καθής, που επί 50 χρόνια βρίσκεται στο χώρο του εμπορίου ασκούσα την αυτή επιχειρηματική δραστηριότητα της εμπορίας ενδυμάτων συνεργαζόμενη με οίκους του εξωτερικού, τελούσε κατά την κτήση των ένδικων συναλλαγματικών (31.12.2002) εν αγνοία της ανυπαρξίας της οφειλής του ανακόπτοντα από τις άνω συναλλαγματικές προς την εκδότρια και πρώτη οπισθογράφο αυτών, λόγω μη επακολουθησάσης παράδοσης των παραγγελθέντων εμπορευμάτων κατά την συμφωνία του ανακόπτοντα με την πρώτη οπισθογράφο "DOLCE AND CABBANA LEΙSURE TIME HELLAS Α.Ε.", καθ' όσον η εταιρεία "Connection ΑΕΒΕ" (δεύτερη οπισθογράφος των άνω συναλλαγματικών), της οποίας θυγατρική εταιρεία είναι η "DOLCE AND CABBANA LEISURE TIME HELLAS Α.Ε.", κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης στις 24.3.2003, δυνάμει της υπ' αριθμ. 416/2003 ως άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η έλλειψη δόλου της καθ' ης αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι επίδικες συναλλαγματικές αφορούσαν προκαταβολή για εμπορεύματα που θα έπρεπε να παραδοθούν κατά την Άνοιξη του 2003, κατά ομολογία του ανακόπτοντα, και συνεπώς, αφού η κτήση των συναλλαγματικών συντελέστηκε την 31.12.2002, είναι αδύνατο να γνώριζε η καθ' ης την ανυπαρξία ή μη της απαίτησης της εταιρείας "DOLCE AND CABBANA LEISURE TIME HELLAS Α.Ε.", κατά του ανακόπτοντα, καθώς δεν το γνώριζε ούτε και ο ίδιος ο ανακόπτων. Το γεγονός δε της άγνοιας τόσο της καθ' ης η ανακοπή, όσο και του ανακόπτοντα για την πρόθεση της άνω εταιρείας να παραδώσει ή όχι τα εμπορεύματα στον ανακόπτοντα, προέκυψε και από το γεγονός της αποστολής εξωδίκου προς την καθ' ης από τον ανακόπτοντα μόλις στις 20.3.2003, ήτοι αφού παρήλθε η ημερομηνία παραδόσεως των εμπορευμάτων και η προμηθεύτρια του ανακόπτοντα κατέστη υπερήμερη, Ο ισχυρισμός του ανακόπτοντα για το αντίθετο δεν στηρίζεται σε βάσιμα στοιχεία, το γεγονός δε ότι μία οικονομική εφημερίδα, το "Κέρδος", στις 3.1.2002 αναφέρει ότι η εταιρεία "Connection" είχε ζημίες 759 εκατομμυρίων, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της ενέργειας της καθ' ης εν γνώσει της προς βλάβη του ανακόπτοντα. Αντίθετα, αποδείχθηκε η καλοπιστία της. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της καθής η ανακοπή- αναιρεσιβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη ειρηνοδικειακή απόφαση και, αφού δίκασε την ανακοπή, αφού την έκρινε νόμιμη ως στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 22 και 28 του Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", την απέρριψε στην συνέχεια ως αβάσιμη και επικύρωσε την ανακοπτόμενη 13870/03 διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με αίτηση της καθής η ανακοπή. Με τον 1ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφήρμοσε τα άρθρα 22 και 28 του Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", αντί του άρθρου 17 του Ν. 5352/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν" , γιατί τα αξιόγραφα, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δεν ήταν επιταγές, αλλά συναλλαγματικές. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί, αφού το Εφετείο ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, ότι η ένδικη ανακοπή ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη, η εσφαλμένη θεμελίωση της κρίσης του αυτής στα άρθρα 22 και 28 του Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", αντί του άρθρου 17 του Ν. 5352/1932 "Περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", δεν μπορεί να ιδρύσει λόγον αναιρέσεως (ΚΠολΔ 578). Άλλωστε ως ''αιτιολογικό'' κατά τη διάταξη του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δ, νοείται η νομική αιτία δηλαδή τη διάταξη του νόμου που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998).
Κατά τον αριθμό 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατόπιν εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων χωρεί αναίρεση αν το δικαστήριο (Ειρηνοδικείο ή Πρωτοδικείο) δίκασε υπόθεση που δεν υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του. Η εκδίκαση από το δικαστήριο υποθέσεως που υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κατά διαδικασία διαφορετική από εκείνη που καθιερώνει ο νόμος, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, διότι η διάταξη του αριθμού 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο ουσίας δίκασε υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του (ΟλΑΠ 5/2001). Άρα, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 560 παρ. 3 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δηλαδή ότι το δικαστήριο, εσφαλμένα, δίκασε την ένδικη ανακοπή κατά την τακτική διαδικασία, αντί της διαδικασίας των πιστωτικών τίτλων πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη. Μετά ταύτα, η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί ,στο σύνολό της, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.7.2008 αίτηση του Δ. Μ. για αναίρεση της με αριθμό 3968/2008 απόφασης του πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης σε απόφαση Ειρηνοδικείου. Όροι, έννοια, «αιτιολογικό» της διάταξης του άρθρου 578 ΚΠολΔ. Νοείται η νομική αιτία. Δεν συνιστά λόγο αναίρεσης η εκδίκαση κατά διαφορετική διαδικασία.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1388/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φραντζεσκάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4892/2003 μη οριστική, 4737/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3789/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-9-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 6 -5-2010 έκθεση, της ήδη προαχθείσας σε Αντιπρόεδρο Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 436 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται, αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με σκοπό κατάργησης, με νέα ενοχή που περιλαμβάνει, είτε τα ίδια πρόσωπα, είτε άλλο οφειλέτη, είτε άλλο δανειστή. Κατά δε το άρθρο 437 παρ. 1 ΑΚ, αν η παλιά ενοχή είναι άκυρη, είναι άκυρη και η ανανέωση, εκτός αν προκύπτει απ' αυτήν, ότι περιέχει επικύρωση της άκυρης ενοχής. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών από τη θέση σε ισχύ της νέας ενοχής αυτομάτως επέρχεται απόσβεση της παλαιάς ενοχής και δεν μπορεί να προβληθούν ενστάσεις από την παλαιά ενοχική σχέση Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 22, 28 και 2 Ν 5960/1933 "περί επιταγής" ο κομιστής, εν ασκώντας την αγωγή εκ του τίτλου, δεν έχει υποχρέωση να επικαλείται και αποδεικνύει την ύπαρξη έγκυρης αιτίας. Ο εναγόμενος, όμως, μπορεί να προτείνει εναντίον του κομιστή κατ' ένσταση και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδεικνύει την ελαττωματικότητα της αιτίας ή και της βασικής σχέσης. Αυτά ισχύουν και στην περίπτωση της προβολής από τον οφειλέτη της επιταγής της ένστασης, ότι αυτή καλύπτει εν όλω ή εν μέρει τοκογλυφικούς τόκους. Ειδικότερα, στην περίπτωση έκδοσης της επιταγής με σκοπό την ανανέωση της απαίτησης του δανειστού από τη βασική σχέση, η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή από τη βασική σχέση επέρχεται αυτομάτως με την παράδοση της επιταγής κατά τη συμφωνία των μερών για την αιτία της. Η δε μεταγενέστερη, κατά τις διατάξεις του συμβατικού δικαίου, αναδρομή στη βασική σχέση είναι αδύνατη. Στη συνηθισμένη στις συναλλαγές περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή του κομιστή επιταγής, γίνεται με την έκδοση και παράδοση σε αυτόν μιας άλλης επιταγής, η σχέση μεταξύ της παλαιάς και της νέας εξ επιταγής ενοχής καθορίζεται από τη βούληση των συμβαλλομένων στη συμφωνία για την παράδοση της νέας επιταγής, από την οποία κρίνεται, αν η νέα επιταγή δίδεται προς ανανέωση ή αντί καταβολής. Η έκδοση δε νέας τραπεζικής επιταγής προς κάλυψη αξιώσεων από προγενέστερες επιταγές συνιστά ανανέωση της παλαιάς ενοχής με νέα ενοχή, με σκοπό την κατάργηση και απόσβεση της προηγούμενης ενοχής (ΑΠ 68/2001). Περαιτέρω, ο κατ' άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ενώ ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία, όταν το πόρισμα διατυπώνεται με σαφήνεια (ΟλΑΠ 1/1999,270, Ολ.ΑΠ 24/1992 ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 562/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, πού ασχολείται με μεσιτικές και οικοδομικές εργασίες, δανειζόταν κατά τα έτη 1988 έως 1996 από την αναιρεσίβλητη διάφορα χρηματικά ποσά, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων δανείων, που είχαν καταρτιστεί προφορικά μεταξύ τους. Ο αναιρεσείων, χάριν εξοφλήσεως των ως άνω δανείων, εξέδιδε σε διαταγή της αναιρεσίβλητης επιταγές και κάθε φορά που η τελευταία του δάνειζε κάποιο ποσό, αυτό προστίθετο στο ποσό της προηγούμενης ανεξόφλητης επιταγής, η οποία αντικαθίστατο με νέα για το συνολικό ποσό. Μέχρι το τέλος του έτους 1996, το ύψος των ως άνω δανεισθέντων ποσών είχε ανέλθει σε 29.480.000 δρχ. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα, ότι έχει λάβει από την αναιρεσίβλητη με διαδοχικές συμβάσεις δανείων, το ποσό των 17.280.000 δρχ., δεν αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα από αυτόν αποδεικτικά μέσα και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Ο αναιρεσείων, ο οποίος κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη κατά διαστήματα μόνο τόκους, δεν επέστρεψε στην τελευταία το ως άνω οφειλόμενο ποσό μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου 1998, όπως είχε συμφωνηθεί και κατόπιν τούτου οι διάδικοι συμφώνησαν, την ανανέωση του παραπάνω χρέους του αναιρεσείοντος και την εξόφληση του σε τρεις δόσεις, ήτοι καταβολή ποσού 7.480.000 δρχ. στις 15-3-1998, 10.000.000 δρχ. στις 29-7-1998 και 12.000.000 δρχ. στις 30-10-1998. Για το σκοπό αυτό ο αναιρεσείων ήτοι σε ανανέωση της προϋφισταμενης ως άνω συνολικής οφειλής του προς την αναιρεσίβλητη και προς εξασφάλιση επιστροφής του οφειλόμενου ποσού στις ορισθείσες ημερομηνίες, εξέδωσε σε διαταγή του τελευταίου τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... μεταχρονολογημένες δίγραμμες επιταγές, πληρωτέες από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Υποκατάστημα Ερμιόνης, από τον ... λογαριασμό του, με ημερομηνίες εκδόσεως 15-3-1998, 29-7-1998 και 30-10-1998 αντίστοιχα, ποσού 7.480.000, 10.000.000 και 12.000.000 δρχ. αντίστοιχα. Παρά τα ως άνω συμφωνηθέντα ο αναιρεσείων δεν επέστρεψε στην αναιρεσίβλητη τα παραπάνω ποσά στις αντίστοιχες ημερομηνίες και έτσι η αναιρεσίβλητη εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή τις επιταγές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν λόγω ανακλήσεως, εκ μέρους του πρώτου, του υπολοίπου του λογαριασμού του. Με βάση την πρώτη από τις ως άνω επιταγές ποσού 7.480.000 δρχ., εκδόθηκε η 7747/98 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας ο αναιρεσείων άσκησε την από 29-6-1998 ανακοπή του, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 4351/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και επικυρώθηκε η διαταγή πληρωμής. Κατόπιν τούτου με το από 12-10-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η εξόφληση του επιδικασθέντος, με την άνω διαταγή πληρωμής, ποσού πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, κατά τ' αναφερόμενα ειδικότερα σ' αυτό σε δόσεις, για τις οποίες ο αναιρεσείων εξέδωσε ισόποσες αντίστοιχης λήξης επιταγές. Επίσης με τον όρο 2 του εν λόγω συμφωνητικού συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι η αναιρεσίβλητη διατηρεί κάθε δικαίωμα της για επιδίωξη των λοιπών ευρισκομένων στα χέρια της επιταγών, έκδοσης του αναιρεσείοντα με κάθε νόμιμο μέσο, δοθέντος ότι η δια του συμφωνητικού ρύθμιση αφορά μόνον την από την ως άνω διαταγή πληρωμής απαίτηση της. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι έχει καταβάλει στην αναιρεσίβλητη εξόφληση των ληφθέντων από αυτόν δανείων, συνολικού ποσού 17.280.000 δρχ. εκτός του κεφαλαίου αυτού το ποσό των 8.540.272 δρχ., για νόμιμους τόκους και 9.479.506 δρχ. για τοκογλυφικούς τόκους (ποσό το οποίο προτείνει σε συμψηφισμό, ως αχρεωστήτως καταβληθέν) και συνολικά 35.299.778 δρχ. και ότι η έκδοση των ως άνω επιταγών, συνολικού ποσού 29.480.000 δρχ. σε διαταγή της αναιρεσίβλητης παρά την εξόφληση της οφειλής του προς αυτήν, οφείλεται στο ότι έπεσε θύμα της τυφλής εμπιστοσύνης που είχε στον τότε λογιστή του Α. Α., ο οποίος διαχειριζόταν τα δάνεια του με την αναιρεσίβλητη και τον ενημέρωνε σε σχέση με τις υποχρεώσεις του με τον ως άνω δανεισμό, χωρίς ο ίδιος να ελέγχει τα σχετικά στοιχεία και ο οποίος (λογιστής), καταχράστηκε τεράστια χρηματικά ποσά σε βάρος του και για το λόγο αυτό καταδικάστηκε, με την 493-568-607/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε κάθειρξη πέντε ετών. Πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντα δεν αποδείχθηκαν. Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι το ποσό των προαναφερομένων τριών επιταγών, που εκδόθηκαν σε ανανέωση του προϋφισταμένου χρέους του αναιρεσείοντα προς την αναιρεσίβλητη αποτελεί ανεξόφλητο κεφάλαιο των δανείων που δόθηκαν διαδοχικά στον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, ας σημειωθεί εν πρώτοις, ότι η καταβολή των 11.839.780 δρχ., πραγματοποιήθηκε από τον αναιρεσείοντα στην αναιρεσίβλητη βάσει του από 12/10/2000 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και ρύθμιζε την εξόφληση του κεφαλαίου (7.480.000 δρχ.) των τόκων (3.756.474 δρχ.) και των δικαστικών εξόδων (603.306 δρχ.) της ως άνω 7747/98 διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με βάση την πρώτη επιταγή και ενώ είχε εκδοθεί η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε αυτή (διαταγή πληρωμής). Εξάλλου αποδείχθηκε, ότι ο αναιρεσείων έχει καταβάλει στην αναιρεσίβλητη συνολικά το ποσό των 8.540.272 δρχ. με επιταγές που πληρώθηκαν και με μετρητά, που κατέθεσε στο λογαριασμό της. Το ποσό αυτό αφορά νομίμους τόκους των δανείων που χορηγήθηκαν στον αναιρεσείοντα κατά το διάστημα 1988-1996. Άλλα ποσά δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλε ο τελευταίος και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι όλα τα ποσά των καταθέσεων που αναγράφονται στα βιβλιάρια καταθέσεων της αναιρεσίβλητης, αντίγραφα των οποίων προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα, χωρίς όνομα καταθέτη, αφορούν χρήματα που κατέβαλε ο αναιρεσείων. Εάν αυτό συνέβαινε θα προσκόμιζε ο τελευταίος αντίστοιχα παραστατικά της Τράπεζας. Ούτε επιπλέον οι επικαλούμενες από αυτόν καταβολές που είναι, κατά τους ισχυρισμούς του, προϊόν λήψης τοκογλυφικών ωφελημάτων, συνοδεύονται με την επιστροφή σ' αυτόν κάποιων αξιόγραφων (επιταγών ή συναλλαγματικών) που θα είχαν εκδοθεί για να καλύψουν το κεφάλαιο του δανείου και τους υπερβαίνοντες το νόμιμο τόκους και που το ποσό καθενός από αυτά θ' αντιστοιχούσε στο άθροισμα των καταβολών του αναιρεσείοντα. Επομένως οι επιταγές ενσωματώνουν ανεξόφλητο κεφάλαιο δανείων, λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς το γεγονός ότι ο αναιρεσείων ενώ δεν απειλείτο από την εμφάνιση προς πληρωμή αξιόγραφων έκδοσης του, κατέβαλε αχρεώστητα στην αναιρεσίβλητη σημαντικά ποσά και μάλιστα για χρονικό διάστημα οκτώ ετών και τέλος εξέδωσε τις τρεις επιταγές, παρότι είχε εξοφλήσει, ως ισχυρίζεται, την οφειλή του. Ας σημειωθεί τέλος ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι τα επίδικα δάνεια καταρτίστηκαν από το λογιστή του αναιρεσείοντα Α. Α., ώστε ο ίδιος, έμπειρος επιχειρηματίας, να μην γνωρίζει ποια ακριβώς ποσά δανειζόταν και στη συνέχεια κατέβαλε στους δανειστές του, άλλωστε όλες οι επιταγές, που εκδόθηκαν από αυτόν επ' ευκαιρία των δανείων φέρουν την υπογραφή του και επομένως ο ισχυρισμός του ότι εξέδωσε τις τρεις επιταγές, χωρίς να γνωρίζει αν οφείλει ή όχι στην αναιρεσίβλητη, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι τρεις προαναφερόμενες επιταγές εκδόθηκαν σε ανανέωση της προϋφισταμενης οφειλής του αναιρεσείοντα προς την αναιρεσίβλητη από διαδοχικά δάνεια και ενσωματώνουν ανεξόφλητο κεφάλαιο, στηρίζεται και στο γεγονός ότι αμετάκλητα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι οι επιταγές αυτές ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους, δυνάμει του 1171/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο και με το οποίο απαλλάχθηκε η αναιρεσίβλητη από την κατηγορία της τοκογλυφίας σε βάρος του αναιρεσείοντα. Επίσης στο γεγονός ότι απορρίφθηκε δυνάμει της με αριθ. 4351/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι έχει ασκήσει αναίρεση κατ' αυτής άλλα αντίθετα ότι έχει εξοφλήσει την οφειλή του από τη διαταγή πληρωμής, η από 29.6.1998 ανακοπή του αναιρεσείοντα κατά της 7747/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση την πρώτη από τις τρεις προαναφερόμενες επιταγές και με την οποία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι οι επιταγές αυτές είχαν εκδοθεί σε διαταγή της αναιρεσίβλητης ως εγγύηση για την πλήρη εξόφληση κατά κεφάλαιο και τόκους δανείων, που του είχε χορηγήσει και τα οποία είχε πλήρως εξοφλήσει κατά κεφάλαιο και τόκους, πριν την εμφάνιση προς πληρωμή των εν λόγω επιταγών. Εξάλλου, ας σημειωθεί, ότι αν και ο αναιρεσείων είχε ασκήσει εναντίον της αναιρεσίβλητης την από 15-6-1998 αρνητική αναγνωριστική αγωγή, με την οποία, μεταξύ των άλλων, ζητούσε ν' αναγνωριστεί ότι δεν οφείλει στην τελευταία το ποσό των τριών παραπάνω αναφερομένων επιταγών, εν συνεχεία παραιτήθηκε από αυτή. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να απορρίψει ως αβάσιμες στην ουσία τους, τις ενστάσεις του αναιρεσείοντα περί εξοφλήσεως της ένδικης οφειλής και συμψηφισμού ποσού 9.479,506 δρχ., που κατά τους ισχυρισμούς του, είχε καταβληθεί αχρεωστήτως στην αναιρεσίβλητη για τοκογλυφικούς τόκους και κατόπιν να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 22.000.000 δρχ. (ή 64.563,46 €), ήτοι τα ποσά των δεύτερης και τρίτης από τις προαναφερόμενες επιταγές, που αντιστοιχούσε στις δεύτερη και τρίτη ανεξόφλητες δόσεις της κατά τα ανωτέρω ανανεωθείσας οφειλής του αναιρεσείοντα προς την αναιρεσίβλητη από τις προηγούμενες μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις δανείων, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη τον περί τοκογλυφικών τόκων ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, τον οποίο ερεύνησε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της νόμιμης βάσης με ελλιπείς αιτιολογίες, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά σε αυτήν των ποσών των δανείων που έλαβε ο αναιρεσείων από την αναιρεσίβλητη κατά τα έτη 1988-1996, ούτε αν τα δάνεια αυτά ήταν άτοκα ή έντοκα και ποιος ήταν ο συμφωνηθείς τόκος, αφού για το οφειλόμενο από τον αναιρεσείοντα στην αναιρεσίβλητη μέχρι την 10-9-1997 από προηγούμενες τραπεζικές επιταγές ποσό των 29.480.000 δραχ. εχώρησε κατά τις παραδοχές του Εφετείου ανανέωση του χρέους αυτού με την έκδοση από τον αναιρεσείοντα και παράδοση στην αναιρεσίβλητη των με αριθ. ..., ... και ... επιταγών ποσού 7.480.000, 10.000.000 και 12.000.000 δραχ. αντίστοιχα από τις οποίες η πρώτη πληρώθηκε στην αναιρεσίβλητη και το ποσό των δεύτερης και τρίτης εκ δραχ. 10.000.000, 12.000.000, που δεν εισπράχθηκε από τον αναιρεσίβλητο, ζητήθηκε με την ένδικη αγωγή και επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο με την προσβαλλόμενη απόφαση. Η δε σκέψη της προσβαλλόμενης ότι " οι επιταγές ενσωματώνουν ανεξόφλητο κεφάλαιο δανείων λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων, ενώ, δεν απειλείτο από την εμφάνιση προς πληρωμή αξιόγραφων της έκδοσης του, κατέβαλε αχρεωστήτως στην αναιρεσίβλητη σημαντικά ποσά και μάλιστα για χρονικό διάστημα εννέα ετών και τέλος εξέδωσε τις τρεις επιταγές παρότι είχε εξόφλησε, ως ισχυρίζεται, την οφειλή του", αποτελεί επιχείρημα του Εφετείου προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος της μη ύπαρξης τοκογλυφικών τόκων, που διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως. Δεν έρχεται δε η σκέψη αυτή του Εφετείου σε αντίθεση με την προηγούμενη σκέψη του, ότι "ο αναιρεσίβλητος δάνεισε στον αναιρεσείοντα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1988 έως το έτος 1996 διάφορα χρηματικά ποσά, με διαδοχικές συμβάσεις δανείων που είχαν καταρτισθεί προφορικά μεταξύ τους. Ο δε αναιρεσείων εξέδιδε χάριν εξοφλήσεως των δανείων αυτών σε διαταγή του αναιρεσιβλήτου επιταγές και κάθε φορά που ο τελευταίος του δάνειζε κάποιο ποσό αυτό προστίθετο στο ποσό της προηγούμενης ανεξόφλητης επιταγής, η οποία αντικαθίστατο με νέα για το συνολικό ποσό". Επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρθ. 19 ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα του για το ουσιαστικά αβάσιμο του περί τοκογλυφικών τόκων ισχυρισμού του αναιρεσείοντα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντα, την ανωμοτί κατάθεση του αναιρεσιβλήτου και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Μεταξύ δε των εγγράφων αυτών μνημονεύονται και το με αριθ. 2538/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το υπ' αριθ. 3029/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και η με αριθ. 5474/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με τα οποία, βουλεύματα και απόφαση, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί τοκογλυφικών τόκων στις προαναφερόμενες δύο πρώτες με αριθ. ... και ... επιταγές. Επομένως ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 8, σε κάθε περίπτωση δε από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο απέρριψε τον περί τοκογλυφίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντα χωρίς απόδειξη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά, αφού δεν υφίσταται λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.9.2008 αίτηση του Ε. Γ. προς αναίρεση της με αριθμό 3789/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και, δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια άρθρου 436 ΑΚ, 437 παρ. 1 ΑΚ. Αντικατάσταση παλαιάς επιταγής με νέα. Πότε θεωρείται ανανέωση και πότε δίδεται αντί καταβολής. Όροι άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1391/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσ/νίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον Χ. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Και εγκαλούντα τον Π. Τ. του Ν..
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 2960/29-3-2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 466/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 122/16-5-2011 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του Κ.Π.Δ., το υπ' αρ. πρωτ. 2960/29-3-11 αίτημα της Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει (α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, (β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και (γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο των διατάξεων αυτών, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 του ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ (ΑΠ 1628/2009, ΑΠ 1205/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι, ο Π. Τ. του Ν., κάτοικος ..., υπέβαλε κατά του Χ. Π. του Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, την από 9/11/2009 έγκληση και ζήτησε να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για την αναφερόμενη σ' αυτή αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 του Π.Κ.). Την ως άνω έγκληση απέρριψε, ως ουσία αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την υπ' αρ. 19/2011 διάταξή του κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε, κατ' άρθρο 48 του Κ.Π.Δ., την υπ' αρ. 50/2011 προσφυγή του στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ο οποίος με το υπ' αρ. πρωτ. 2960/29-3-2011 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος, ως αρμόδιος, Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την παραπάνω προσφυγή του εγκαλούντος, διότι ο εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός είναι Αντεισαγγελέας Εφετών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το συνημμένο ως άνω έγγραφο (βλ. το με αρ. 2960/29-3-2011 έγγραφο Εισαγγ. Εφετών Θεσσαλονίκης). Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του Κ.Π.Δ.) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας (Κοζάνης), προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (Κοζάνης) και στις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να ορισθεί κατά παραπομπή αρμόδιος να αποφανθεί επί της υπ' αρ. 50/2011 προσφυγής του Π. Τ. του Ν., κατοίκου …, κατά της 19/2011 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 9/11/2009 έγκλησή του κατά του Χ. Π. του Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ο Εισαγγελέας Εφετών Δυτικής Μακεδονίας (Κοζάνης) και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (Κοζάνης) και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές. Αθήνα 13 Μαΐου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Εν προκειμένω, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Π. Τ. του Ν., κάτοικος Θεσσαλονίκης υπέβαλε κατά του Χ. Π. του Α., Αντεισαγγελέως εφετών Θεσσαλονίκης την από 9 Ιανουαρίου 2009 έγκληση και ζήτησε να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για την αναφερόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.). Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ) από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με την 19/2011 διάταξη του, κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε την κατά το άρθρο 48 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας 50/2011 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, ο οποίος με το με αριθμό πρωτοκόλλου 2960/29.3.2011 έγγραφο του (αίτηση) προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος, ως αρμόδιος, Εισαγγελεύς Εφετών για να κρίνει την παραπάνω προσφυγή του εγκαλούντος, διότι ο εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός είναι Αντεισαγγελεύς Εφετών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το ως άνω έγγραφο του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο, πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, στις δικαστικές αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και Πρωτοδικείου Κοζάνης και στις αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ, κατά παραπομπή ως αρμόδιο να αποφανθεί επί της 50/2011 προσφυγής του Π. Τ. του Ν., κατοίκου ... κατά της 19/2011 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 9.11.2009 έγκληση του κατά του Χ. Π. του Α., Αντεισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, ο Εισαγγελεύς Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, οι αρμόδιες Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και του Πρωτοδικείου Κοζάνης και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Κανονισμός Αρμοδιότητας. Αιτών: Ο Εισαγγελεύς Εφετών Θεσσαλονίκης Παραπέμπεται η υπόθεση από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης ο Εισαγγελεύς Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού της υποθέσεως, οι Δικαστικές αρχές τον Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και ΤΓρωτοδικείου Κοζάνης και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1374/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Διονύσιο Κρέστο.
Των αναιρεσιβλήτων- καθών η κλήση : 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση ηλεκτρισμού" (ΔΕΗ ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στον Κορυδαλλό Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πάζιο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η δεύτερη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3175/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 947/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 14-6-2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2350/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Ήδη η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 25-1-2010 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 14-11-2008 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Όπως προκύπτει από την με αριθμό 12.100/25.5.2010 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Γ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωσή του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Άρα, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (αρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
II
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004) και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία, αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999). Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 26/2004, Ολ ΑΠ 24/1992, ΑΠ463/2004, ΑΠ15/2006).Ακόμη δε, υφίσταται ο λόγος αναίρεσης από άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όταν η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (Ολ ΑΠ 12/1995, Ολ ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1/1992, ΑΠ 865/2003, ΑΠ 1420/2003, ΑΠ 462/2004), αλλά και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα.
Στην παρούσα περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση της (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα : "Δυνάμει της από 31/3/1999 έγγραφης σύμβασης, η οποία κατηρτίσθη μεταξύ των δύο εναγομένων (πρώτης και δευτέρας), η δευτέρα εναγόμενη, ως προστηθείσα (άρθρο 922 ΑΚ) ανέλαβε να κατασκευάσει για λογαριασμό της πρώτης (προστησάσης), υπό την διεύθυνση και την εποπτεία της, ένα έργο που αφορούσε το δίκτυο ηλεκτροδότησης αυτής στην περιοχή των Αθηνών. Στα πλαίσια της δραστηριότητος αυτής, προέβη η δευτέρα εναγομένη στην διάνοιξη ενός χάνδακος επί του στενού πεζοδρομίου (όπως φαίνεται στις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες φωτογραφίες, πλάτους περί το ενάμισυ μέτρο) της οδού ... δίπλα από την πόρτα του καταστήματος (ταβέρνα - ρεμπετάδικο) με την ονομασία "...". Στις 15 Φεβρουαρίου 2001 και περί ώραν 18,30'ο ενάγων μετέβαινε στο εν λόγω κατάστημα, στο οποίο ηργάζετο ως υπεύθυνος προσωπικού, για να "ανοίξει" αυτό και να αναλάβει εργασία. Κατά τη διέλευση του από το πεζοδρόμιο επεχείρησε να διαβεί την ξύλινη παλέτα που είχε τοποθετηθεί κατά μήκος του χάνδακος, η οποία σημειωτέον δεν κάλυπτε πλήρως αυτόν, για να φθάσει στην πόρτα της εισόδου του καταστήματος, ενόψει του ότι η από την οδό ευθεία πρόσβαση σε αυτή, δεν ήταν εφικτή λόγω των χωμάτων εκ του χάνδακος που είχαν ριχθεί εκεί. Κατά τη διέλευση του αυτή ενόψει του ότι ήτο εσπέρα και ο δημοτικός φωτισμός ήταν ασθενής (στο βάθος του δρόμου σε αρκετή απόσταση από τον χάνδακα κρέμεται μία φωτιστική λάμπα του Δήμου, βλ. φωτογραφίες σε συνδυασμό με το ως άνω αποδεικτικό υλικό), ούτε υπήρχε άλλος φωτισμός, παρά την προσοχή που κατέβαλε γλίστρησε στα χαλίκια που βρίσκονταν επάνω στην παλέτα με αποτέλεσμα να πέσει μέσα στο χανδάκι που είχε βάθος περί τα 70 εκατοστά του μέτρου και να τραυματισθεί, υποστάς στη δεξιά ποδοκνημική κάταγμα έξω δεξιού σφύρου. Για τη θεραπεία του τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας κνημοποδικός, οποίος αφαιρέθηκε στις 2 Απριλίου 2001 και στη συνέχεια για την αποθεραπεία του συνεστήθη η διενέργεια φυσικοθεραπειών, οι δε ενοχλήσεις του από τον ανωτέρω τραυματισμό του συνεχίσθησαν μέχρι τα τέλη Μαΐου 2001 και όχι μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2001 ως αβασίμως ο ενάγων ισχυρίζεται. Δεν απεδείχθη δε ότι η η εμφανισθείσα μεταγενεστέρως του ατυχήματος οσφυοϊσχυαλγία και κήλη του μεσοσπονδυλίου δίσκου 04-05 στον ενάγοντα οφείλεται στον προαναφερθέντα τραυματισμό του, και συνεπώς ο σχετικός αυτού ισχυρισμός που αποτελεί και λόγο εφέσεως είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι υπαίτια (εξ αμελείας) για την πρόκληση του ατυχήματος είναι η δευτέρα εναγομένη η οποία, όπως αναφέρθηκε, είχε προστηθεί από την πρώτη γιατί δεν φρόντισε δια την προστηθέντρων υπ' αυτής εργατοτεχνητών να στερεώσει καλώς την παλέτα, ο δε ισχυρισμός της ότι αυτή δεν τοποθετήθηκε για να διέρχονται οι πεζοί, όπως σχετικά κατέθεσε και ο μάρτυς αυτής (...Δεν έγινε για δίοδο η παλέτα), επαυξάνει το μέγεθος της υπαιτιότητα της, αφού οι πεζοί που διέρχονται εκείσε του πεζοδρομίου δεν γνωρίζουν το γεγονός αυτό και είναι πλέον ή βέβαιο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι θα επιχειρείτο διέλευση κάποιου πεζού πάνω από την παλέτα, όπως συνέβη με τον ενάγοντα Επί πλέον η εν λόγω εναγομένη δεν φρόντισε για τη στερεή τοποθέτηση φωσφορίζουσας ταινίας γύρω από την περίμετρο του χάνδακος, με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο έδαφος και να μην είναι ορατή από τους διερχόμενους. Τέλος δεν τοποθέτησαν φανοστάτη επί του έργου ώστε αυτό να είναι διακριτό από μακρόθεν και να οδηγεί έτσι τους πεζούς προ το αντίθετο μέρος του πεζοδρομίου που ήταν προσπελάσιμο. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι ο ενάγων είναι συνυπαίτιος (άρθρο 300ΑΚ) σε ποσοστό 95% για τον τραυματισμό του επειδή είχε αντιληφθεί προηγουμένως την ύπαρξη του έργου και η παλέτα παρείχε απόλυτη ασφάλεια ως προς την διέλευση των πεζών. Ανεξαρτήτως της αντίφασης του ισχυρισμού αυτού, ως προς τον προηγούμενο ισχυρισμό των εναγομένων ότι δηλαδή η παλέτα δεν είχε τοποθετηθεί για να διέρχονται οι πεζοί, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει υπαιτιότητα του ενάγοντα για τον τραυματισμό του, αλλά αποκλειστικώς υπαίτιες είναι οι εναγόμενες και συνεπώς η σχετική ένσταση συνυπαιτιότητος αυτών είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Ως προεκτίθεται ο ενάγων ηργάζετο στο ανωτέρω κατάστημα ως υπεύθυνος προσωπικού επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και ελάμβανε ημερομίσθιο δρχ. 25.000 και από φιλοδωρήματα είχε ημερήσια κατά μέσο όρο αμοιβή δρχ. 5.000, ήτοι συνολικώς ο ενάγων απεκέρδαινε ημερησίως το ποσό των δρχ. 30.000. Κατέστη δε πλήρως ανίκανος προς εργασία ως εκ του ανωτέρω τραυματισμού του από τις 15 Φεβρουαρίου έως τις 24 Μαΐου 2001. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα στερήθηκε τις ανωτέρω αποδοχές του, που με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε για τις εργάσιμες 71 ημέρες που εμπίπτουν στο εν λόγω χρονικό διάστημα και συνολικά θα ελάμβανε το χρηματικό ποσό των δρχ. 2.130.000 (ημέρες 71 επί 30.000 δρχ. ημερομίσθιο + φιλοδωρήματα). Περαιτέρω ξόδεψε για φυσικοθεραπείες το ποσό των δρχ. 80.000, κατά δε την πτώση του κατεστράφησαν και κατέστησαν μη επιδιορθώσιμα τα είδη ενδύσεως αυτού, τα οποία είχαν αξία ως παλαιά λόγω της χρησιμοποιήσεως των το μεν παντελόνι δρχ. 15.000, η δε καστόρινη ζακέτα δρχ. 25.000. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι κατά την πτώση του απώλεσε από τα θυλάκια αυτού το ποσό των δρχ. 62.000, δεν απεδείχθη ως ουσία βάσιμος και είναι έτσι απορριπτέος. Συνολικά εκ της ανωτέρω αιτίας ο ενάγων ζημιώθηκε παρανόμως και εξ υπαιτιότητος [αμελείας] της δευτέρας εναγομένης κατά το ποσό των δρχ. 2.250.000 ( δρχ. 2.130.000+ 80.000+ 40.000) και σε ευρώ (6.603,08). Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για την ύπαρξη σύμβασης εργασίας μεταξύ του ενάγοντα και της επιχείρησης εκμετάλλευσης του καταστήματος "...", παρά μόνο οι μαρτυρικές καταθέσεις του ενάγοντα, ενόψει του ότι οι εναγόμενες δεν απέδειξαν ανταποδεικτικώς την ανυπαρξία της εν λόγω σύμβασης εργασίας, το Δικαστήριο κρίνει πειστικές τις εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις και συνεπώς με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα, άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι υφίστατο η ανωτέρω σύμβαση εργασίας του ενάγοντα και της ανωτέρω επιχείρησης.
Με τις πιο πάνω παραδοχές της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διάλαβε πλήρη, σαφή, εμπεριστατωμένη αιτιολογία η οποία στηρίζει το διατακτικό της. Τα αναφερόμενα στον μόνο λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή, δεν διευκρινίζεται από ποια, ακριβώς στοιχεία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα, ότι αγνοήθηκαν προσκομισθέντα ιατρικά πιστοποιητικά, ότι το Εφετείο επανέλαβε τις αιτιολογίες (εσφαλμένες), της πρωτόδικης απόφασης, και, έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα, πρέπει, σύμφωνα και με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, ν' απορριφθούν ως αβάσιμα. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσείων, αναφέρεται σε ζητήματα ουσιαστικής κρίσης της πληττόμενης απόφασης, τα οποία δεν ελέγχονται αναιρετικά (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).Άρα η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο συνολό της, και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ),η δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη, λόγω της απουσίας της δεν υπεβλήθη σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/6/2007 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της με αριθμό 947/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και,
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες
επτακόσια (2.700) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και,
δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη αιτιολογιών (άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Δεν υπάρχει, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1366/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου B. N. του A., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 178/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 512/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου με αριθμό 137/23-5-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, κατ' άρθρ. 513 §1 εδ. α', σε συνδ. προς άρθρ. 476 §1 εδ. α' Κ.Π.Δ., την από 7-4-11 δήλωση αίτησης αναίρεσης του N. B. του A. και της F., ετών 24, κατοίκου ... (...), κατά της με αριθμ. 178/2-2-09 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Πειραιώς και εκθέτω τα εξής: α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513§1α και 476 §1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στον νόμο για την άσκησή της. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ' 751). β) Από τον συνδυασμό εξ άλλου των διατάξεων των άρθρ. 465 §1, 473 §§§ 1,2,3, 474§1 και 501 §1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, ο κατ/νος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης, είτε κατ' άρθρο 473 §1 ΚΠΔ, ενώπιον του γραμματέα του αρμοδίου δικαστηρίου, είτε κατ' άρθρο 473 §2 ΚΠΔ, δια δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. 'Ετσι, ο νομοθέτης για να διευκολύνει εκείνον που καταδικάσθηκε, να ασκήσει αίτηση αναίρεσης, καθορίζει υπαλλακτικό τρόπο άσκησης αυτής, με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιείται εντός 20 ημερών, από την καταχώρηση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, όταν ο κατ/νος ήταν στη δίκη παρών, ή εντός 20 ημερών από την επίδοση αυτής στον απόντα κατ/νο, πάντοτε όμως και υπό τον όρο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική. (Φ. Ανδρέου: ΚΠΔ 2004.1266). Είναι δε καταδικαστική η απόφαση, όταν δι' αυτής ο κατ/νος κηρύσσεται ένοχος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή (άρθρ. 370 στοιχ.α' ΚΠΔ - Α.Π. 435/09, Ποιν.Δ/νη τ. 12ος. 1169). 'Αρα, ένδικο μέσο κατά οιασδήποτε άλλης αποφάσεως, εκτός της καταδικαστικής, δεν δικαιούται (δεν νομιμοποιείται), κατ' άρθρ. 473 §2 ΚΠΔ, ν' ασκήσει ο κατ/νος. Με βάση τα ανωτέρω, ο κατ/νος δεν δικαιούται ν' ασκήσει αναίρεση, κατ'άρθρο 473§2 ΚΠΔ, κατ' αποφάσεων που απορρίπτουν την έφεση ως εκπρόθεσμη, ως ανυποστήρικτη, ή ως απαράδεκτη, (Α.Π. 2569/08, Α.Π. 2661/08, Α.Π. 2694/08, Ποιν. Δ/νη τ. 12ος, 865, 874, 879), διότι οι αποφάσεις αυτές δεν είναι καταδικαστικές. Αναίρεση κατ' αποφάσεως, που απέρριψε έφεση του κατ/νου ως ανυποστήρικτη, μπορεί ν' ασκηθεί μόνον, κατ' άρθρ. 465 §1, 473 §1, 474 §1, 501 §1 εδ. γ' ΚΠΔ, ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. Αν παρά ταύτα, για τις μη καταδικαστικές αυτές αποφάσεις ασκηθεί αίτηση αναίρεσης, από τον κατ' άρθρ. 465 §1 ΚΠΔ κατ/νο, με δήλωση (473 §2 ΚΠΔ) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη, κατ' άρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, αφού αυτή ασκήθηκε, όχι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 474 §1 ΚΠΔ, δηλαδή ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι υπό του νόμου οριζόμενες διατυπώσεις. (465 §1, 474§1 ΚΠΔ). γ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Το Α' Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς, κήρυξε ένοχο τον τώρα αναιρεσείοντα και τότε παρόντα κατ/νο N. B., για αντίσταση κατά της αρχής (167 §1 ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης 15 μηνών (μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως), εκδοθείσης της προς τούτο υπ' αριθμ. 3168/24-5-06 αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου. Ο ανωτέρω κατ/νος άσκησε την υπ' αριθμ. 557/24-5-06 έφεση κατά της προαναφερόμενης καταδικαστικής απόφασης, το δε Τριμελές Εφετείο Πειραιά (επί πλημ/των), κατά την συνεδρίαση της 2-2-09, απέρριψε την άνω έφεση ως ανυποστήρικτη, εκδίδοντας προς τούτο την υπ' αριθμ. 178/2-2-09 απόφασή του. Η 178/09 εφετειακή απόφαση καθαρογράφτηκε στο ειδικό για τούτο βιβλίο του Εφετείου Πειραιά, την 13-2-09. Ο κατ/νος τούτος στη συνέχεια, δια πληρεξουσίου, άσκησε (501 §1 εδ. γ' ΚΠΔ) την από 7-4-11 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δια της κατ' άρθρ. 473 §2 ΚΠΔ δήλωσης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητώντας την αναίρεση της 178/09 εφετειακής ανωτέρω απόφασης, εκθέτοντας και τους λόγους αυτής. Σημειωτέον ότι, δεν ερευνάται το εμπρόθεσμο ή όχι της αναίρεσης, αφού προηγείται το νομότυπο αυτής. δ) 'Ομως, η 178/09 εφετειακή ανωτέρω απόφαση δεν είναι καταδικαστική. 'Αρα ο ανωτέρω κατ/νος (465 §1 ΚΠΔ) δεν δικαιούται (δεν νομιμοποιείται) ν' ασκήσει αναίρεση, κατ' άρθρ. 473 §2 ΚΠΔ, κατά της ανωτέρω 178/09 εφετειακής απόφασης. Δικαιούται ν' ασκήσει αυτήν, μόνο κατ' άρθρ. 474§1 ΚΠΔ. Δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, έπρεπε να τηρηθούν οι οριζόμενες από τον νόμο διατυπώσεις του άρθρ. 474 §1 ΚΠΔ και όχι οι διατυπώσεις του άρθρ. 473 §2 ΚΠΔ, αφού, ως προεκτέθηκε, η ανωτέρω εφετειακή απόφαση δεν είναι καταδικαστική. ε) Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει, κατ' άρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, η υπό κρίση δια δηλώσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης του N. B., κατά της 178/09 μη καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Πειραιώς, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ακουσθεί ο ανωτέρω διάδικος, διότι αυτή ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι υπό του νόμου οριζόμενες διατυπώσεις για την άσκησή της. Να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 7-4-11 δήλωση αίτησης αναίρεσης (473 παρ. 2 ΚΠΔ) του N. B. του A. και της F., ετών 24, κατοίκου ... (...), κατά της κατ' αριθμ. 178/2-2-09 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Πειραιώς
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 20-5-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 εδ, α' και 474 παρ.1 εδ. α' Κ.Π.Δ, που ορίζουν, η πρώτη ότι "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1" και η δεύτερη ότι "με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ.2 του αρθρ. 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος", προκύπτει ότι, η αίτηση αναιρέσεως με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί παραδεκτά. Τέτοια απόφαση είναι εκείνη που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή, όχι όμως και η απορρίπτουσα, για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη την έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ.1 ΚΠΔ, μπορεί να αναιρεσιβληθεί μόνο με δήλωση κατά τον τρόπο που ορίζεται από την δεύτερη από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν (474 παρ. 1 εδ. α'), εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο κατ' άρθρο 473 παρ.1 και 3 του ίδιου Κώδικα, και όχι με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλουμένους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς (Πλημ/των) με την 178/2009 απόφασή του, απέρριψε ως ανυποστήρικτη, την ασκηθείσα υπό του νυν αναιρεσείοντος έφεση, κατά της 3168/2005 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς δια της οποίας αυτός κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης, της Αντίστασης κατά της Αρχής και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, μετατραπεί προς 4,40 Ευρώ ημερησίως. Η παραπάνω απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε στο ειδικό για τούτο βιβλίο του Εφετείου στις 13-2-2009. Ο αναιρεσείων, άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής, δια πληρεξουσίου δικηγόρου, την χωρίς ημερομηνία αίτηση αναιρέσεως με δήλωση, επιδοθείσα υπό του αρμοδίου δικαστικού επιμελητού την 7-4-2011 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, μετά και την γενομένη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο Συμβούλιο, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του, όπως τούτο προκύπτει από την επί του φακέλου σχετική σημείωση του οικείου γραμματέως, πρέπει, εν όψει των αναφερθεισών διατάξεων, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ.476 παρ.1 ΚΠοινΔ), γιατί η πληττόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, και τούτο ανεξάρτητα από το εμπρόθεσμο ή μη της άσκησης της και της ερημοδικίας του αναιρεσείοντα αφού προηγείται το νομότυπο άσκησης αυτής. (Α.Π. 89/2010) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επιδοθείσα την 7-4-2011, χωρίς ημερομηνία, αίτηση του Ν. Β. του Α., περί αναιρέσεως της 178/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Πλημ/των). Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική Δικονομία. Απόρριψη εφέσεως ως ανυποστήρικτης. Αίτηση Αναίρεσης: Παραδεκτό - απαράδεκτο αυτής. Αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως ασκείται στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και όχι με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του ΑΠ. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1364/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου, Α. Ν. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 205/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκειμένη αίτηση,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό 19 Αυγούστου 2011, αποδεικτικό επίδοσης του Υποπλοίαρχου ..., Π.Ν., ο αναιρεσείων, Α. Ν. του Ε., Ανθυπασπιστής (ΜΗΧ) Π.Ν., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση του Α. Ν. του Ε., για αναίρεση της με αριθμό 2/11.1.2011, απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
Αριθμός 1362/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Μάραντ Ελλάς Διαφημίσεις- Δημόσιες Σχέσεις - Εκδόσεις - Μάρκετινγκ Εταιρεία περιορισμένης Ευθύνης", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αποστολίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ (ΕΡΤ ΑΕ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λάλλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3709/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4893/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμόν της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. Στην κατά τα ανωτέρω προεκτεινόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 31/2007, Ολ.Α.Π. 40/1998). Οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, καθώς και του άρθρου 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι και η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογούν τη ρύθμιση (Ολ. Α.Π. 3/06). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 3α και 2 παρ.1 του Ν. 1730/1987 προκύπτει ότι η Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση είναι Ν.Π.Ι.Δ., που λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε. (ΕΡΤ-ΑΕ)" κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας υπό την εποπτείαν του Κράτους, ενώ με την παρ. 5 του άρθρου 14 του ίδιου ως άνω νόμου 1730/1987 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων, για τόκους προσωποκράτηση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, που ισχύουν υπέρ του Δημοσίου, εφαρμόζονται και υπέρ της "ΕΡΤ-ΑΕ" και των εταιρειών που ιδρύονται με αποκλειστικά κεφάλαια της. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, εκτός από εκείνες για τόκους, δεν εφαρμόζονται για τις αξιώσεις του προσωπικού των εταιρειών αυτών που προέρχονται από την παροχή εργασίας τους για τις οποίες εφαρμόζεται η ισχύουσα νομοθεσία. Επομένως, κατά την εν λόγω ρύθμιση αναγνωρίζεται το δικαίωμα στα ΝΠΙΔ να καταβάλλουν ποσοστό τόκου υπερημερίας (6%) μικρότερο από εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες, όπως συμβαίνει για το Ελληνικό Δημόσιο, με βάση τις εφαρμοζόμενες διατάξεις του άρθρου 21 του από 26.6./10.7.1944 Κωδ. Δ/τος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη ΕΡΤ Α.Ε. οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσείουσα τόκους υπερημερίας 6% επί του κεφαλαίου των 41.085,84 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε ως οφειλόμενο, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου. Με τον μοναδικό από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 1730/1987, η οποία ορίζει ότι οι διατάξεις για τόκους που ισχύουν υπέρ του Δημοσίου εφαρμόζονται και υπέρ της ΕΡΤ ΑΕ , καθόσον αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Κατόπιν αυτού δημιουργείται το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, αν η ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 5 του ν.1730/1987 είναι ή όχι αντίθετη στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Το ίδιο ζήτημα έχει άλλωστε παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια με την υπ' αριθ. 1000/2010 απόφαση του Τμήματος τούτου. Ως εκ τούτου, πρέπει ο λόγος αναιρέσεως, αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα, να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρα 563 παρ. 2β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 του ν. 1756/1988).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον μοναδικό λόγο της από 16-3-2009 αίτησης της εταιρίας με την επωνυμία ΜΑΡΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ για αναίρεση της υπ' αριθ. 4893/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνταγματική και υπερνομοθετική (ΕΣΔΑ) κατοχύρωση της ιδιοκτησίας. Περιεχόμενο της ιδιοκτησίας. ΕΡΤ. Φύση αυτής. Προνόμια υπέρ του Δημοσίου. Ισχύουν και υπέρ της ΕΡΤ, μολονότι λειτουργεί ως Α.Ε. Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια για να κριθεί, αν οι σχετικές διατάξεις του ν. 1730/1987, είναι συνταγματικές ή όχι.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1359/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη-Εισηγητή, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 35/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδ/νήσου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Δωδ/νήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1302/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 20-11-2010 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/κα Α. Σ. η αναιρεσείουσα Α. Κ. κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 4-3-2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 23-9-2010 αίτηση της Α. Κ. για αναίρεση της 35/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δωδ/νήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1360/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Α. του Β. , κατοίκου ... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 26/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορούμενο τον Μ. Σ. του Ν. . Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1350/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 1-12-2010 και 1-11-2010 αποδεικτικά επίδοσης των Γ. Ι. Αρχ/κα και Λ. Χ. , Επιμ.Δικ/ων Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων καθώς και ο αντικλητός του δικηγόρος Αθηνών Γεώργιος Πυρομάλλης, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 4-2-2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 24-9-2010 αίτηση του Ν. Α. του Β. , κατοίκου ... για αναίρεση της 26/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1363/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Μ. του Π. , κατοίκου ... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 43-44/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 969/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 13-9-2010 αποδεικτικό επίδοσης του Υπαρχ/κα Κ. Μ. , του Α.Τ.Αμφιλοχίας, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 1-2-2011.
Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 7-7-2010 αίτηση του Κ. Μ. του Π. , που ασκήθηκε τόσο με δήλωση, ενώπιον του Γραμματέα του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου, όσο και με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμό 43-44/15-3-2010 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1364/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γενικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων (ΓΟΕΒ), ΑΧΕΛΩΟΥ" που εδρεύει στο Αγρίνιο ΝΠΙΔ και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Γ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Αργυρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χήρας Κ. Μ., το γένος Κ. Μ., ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του Α. Μ., 2. Δ. Μ. του Κ., 3. Α. Μ. του Κ., 4. Η. Μ. του Κ., 5. Α. Μ. του Κ., 6. Δ. Μ. του Ν., 7.Ε. συζ. Δ. Μ., το γένος Ε. Σ., 8. Ν. Μ. του Δ., 9. Β. Μ. του Δ. συζ. Τ. Κ., 10. Μ. Μ. του Δ.., συζ. Γ. Μ., 11. Ε. Δ. Μ. και 12. Γ. Μ. του Δ., κατοίκων όλων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καράτσαλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 937/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευάγγελου Χρυσόστομος ανέγνωσε την από 24-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 321 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, προκύπτει ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη (Α.Π. 410/2010, 1349/2008, 987/2008). Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως (παρ. 1 εδ. α'). Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του" (παρ.2). Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι " Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Με τις τελευταίες αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 Ringvold και Y κατά Νορβηγίας). Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (βλ. τις ως άνω αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α.).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου από τους αριθ. 1, 12, 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πράγματι δε από τους αριθ. 1 και 16 ΚΠολΔ του ίδιου άρθρου, προβάλλεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 50/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων ως καταστατικό όργανο του πρώτου είναι συνυπαίτιος για το θάνατο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και οι αναιρεσείοντες εις ολόκληρον υπόχρεοι αποζημίωσης αυτών κατά το βαθμό του πταίσματός του δεύτερου των αναιρεσειόντων, παραβίασε το δεδικασμένο που παρήχθη με την αμετάκλητη υπ' αριθ. 2113/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο δεύτερος αναιρείων κηρύχθηκε αθώος για τον εξ αμελείας θάνατο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, σε κάθε δε περίπτωση παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του δεύτερου των αναιρεσειόντων, αφού δεν σεβάστηκε το διατακτικό της απαλλακτικής ποινικής απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, όσον αφορά μεν την αιτίαση για παραβίαση του δεδικασμένου, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν παράγεται ούτε κατά το άρθρο 321 του ΚΠολΔ ούτε κατά τα άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της ποινικής δίκης, όσον αφορά δε την αιτίαση για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, διότι πέραν του ότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο ( ούτε παρατέθηκαν στο δικόγραφο της έφεσης ) τα στοιχεία που αποτέλεσαν τη βάση της κατηγορίας για ανθρωποκτονία από αμέλεια, από την οποία απαλλάχθηκε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο βαθμό ταυτίζονται με εκείνα που θεμελιώνουν την ένδικη αγωγή, η μη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου δεν αποτελούν παραβίαση υπό την ανωτέρω έννοια του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου. Σε κάθε περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του άνω εναγόμενου και τότε κατηγορούμενου ( απηλλάγη λόγω αμφιβολιών ), ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγόμενου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευόμενου τεκμηρίου αθωότητας του δεύτερου αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής : "Την 10-2-2002 και περί ώρα 23.15' ο Κ. Μ. ηλικίας 49 ετών, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, επέστρεφε στην οικία του με κανονική ταχύτητα επί ανώνυμης δημοτικής οδού στο δημοτικό διαμέρισμα ... του δήμου Αγρινίου. Η εν λόγω δημοτική οδός που καταλήγει σε σχήμα Τ σε ακάλυπτο αρδευτικό αύλακα (διώρυγα), πλάτους 6,50 μ. και βάθους 2,50 μ., οδηγεί αριστερά προς συνοικισμό ... και δεξιά προς στρατιωτικό αεροδρόμιο, στο τέλος δε αυτής υπάρχει σιδερένιο στηθαίο, μήκους 3,90 μ. και ύψους 1,00 μ., στο οποίο έχουν τοποθετηθεί οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-48 υποχρεωτικής κατεύθυνσης πορείας προς τα δεξιά και Ρ-47 υποχρεωτικής κατεύθυνσης πορείας προς τα αριστερά. Το οδόστρωμα είναι κανονικό, έχει πλάτος 9,10 μέτρα, ενώ δεν υπάρχει άλλη σήμανση και τεχνικός ή άλλος φωτισμός. Φθάνοντας στο τέλος της ως άνω οδού, ο Κ. Μ. δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον παραπάνω αρδευτικό αύλακα, με αποτέλεσμα να επιχειρήσει καθυστερημένα να τροχοπεδήσει την μοτοσικλέτα του (ανευρέθηκαν ίχνη πεδήσεως 5,30 μέτρα) και να επιπέσει εντός αυτού. Ο πιο πάνω οδηγός παγιδεύτηκε εντός του αύλακα, στον οποίο υπήρχε λάσπη και σκουπίδια και λόγω της πτώσης και κυρίως του ψύχους που επικρατούσε κατά τον ανωτέρω χρόνο, υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου εξαιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των έργων εγγείων βελτιώσεων Α1 τάξης, που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου που τα έχει κατασκευάσει, τη δε διοίκηση, λειτουργία και συντήρηση αυτών έχει κατά νόμο το δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, περιλαμβάνεται και το αρδευτικό φράγμα εκτροπής επί ου ποταμού Αχελώου, όπως και η παραπάνω κεντρική διώρυγα, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους. Ο δεύτερος εναγόμενος οργανισμός είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 1218/1972), ο δε πρώτος των εναγομένων είναι πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τον ισχύοντα εσωτερικό κανονισμό οργάνωσης, λειτουργίας και κατάστασης προσωπικού του δεύτερου εναγόμενου Οργανισμού, στον πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου ανήκει η εκπροσώπηση του Οργανισμού κατά την εν γένει λειτουργία του προς πραγματοποίηση των σκοπών του (άρθρο 2 του Κανονισμού). Ενόψει των παραπάνω αρμοδιοτήτων του, ο δεύτερος εναγόμενος Οργανισμός είχε την υποχρέωση που επιβάλλεται από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, να λάβει δια των αρμοδίων οργάνων του, τα απαραίτητα μέτρα προστασίας των πεζών και των διερχομένων οχημάτων από τον κίνδυνο που δημιουργούσε για αυτούς το ανωτέρω αρδευτικό έργο της δικαιοδοσίας του, ήτοι η κεντρική διώρυγα, ιδίως σε επικίνδυνα σημεία κατοικημένων περιοχών.
Στην προκείμενη περίπτωση, η θέση του αύλακα δεν βρίσκεται μεν σε κατοικημένη περιοχή, πλην όμως κρίνεται επικίνδυνη για την πρόκληση ατυχημάτων διότι βρίσκεται στο τέρμα οδού, είναι ακάλυπτος, γεμάτος λάσπη και μη ορατός λόγω της άγριας βλάστησης και της έλλειψης φωτισμού. Ο πρώτος εναγόμενος μη καταβάλλοντας την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, την επιμέλεια δηλαδή που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία καταβάλλει υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός άνθρωπος του κύκλου των παραπάνω επαγγελματικών δραστηριοτήτων, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προστασίας και ειδικότερα δεν μερίμνησε για την τοποθέτηση κατάλληλου προστατευτικού στηθαίου στο τέλος της παραπάνω ανώνυμης δημοτικής οδού που καταλήγει στον αρδευτικό αύλακα καθώς το ήδη υπάρχον σιδερένιο στηθαίο, μήκους 3,90 μέτρων, δεν καλύπτει όλο το πλάτος της οδού (9,10 μ.). Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών, λόγω της ελάχιστης δαπάνης που απαιτείται, μπορούσε να ανατεθεί από τον δεύτερο εναγόμενο Οργανισμό με απευθείας συμφωνία και χωρίς διαγωνισμό (άρθρο 36 του ως άνω Εσωτερικού Κανονισμού του Οργανισμού). Η αμελής αυτή συμπεριφορά του πρώτου των εναγομένων, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως οργάνου του δεύτερου εναγόμενου Οργανισμού που το αντιπροσωπεύει, συντέλεσε αιτιωδώς στο θάνατο του Κ. Μ., καθώς εάν αυτός είχε προβεί στις, κατά τα ανωτέρω, δέουσες ενέργειες, ο θανών δεν θα εγκλωβιζόταν εντός του αύλακα και θα γινόταν αντιληπτός από τους διερχόμενους οδηγούς ή πεζούς και έτσι θα είχε αποφευχθεί το θανατηφόρο αποτέλεσμα. Σημειώνεται ότι ο πρώτος εναγόμενος με την 2113/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών απαλλάχθηκε τελεσίδικα για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια πλην όμως η παραπάνω απόφαση δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται με τους πρόσθετους λόγους έφεσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών γνώριζε καλά την περιοχή, καθώς περνούσε τακτικά από την ανωτέρω οδό για να μεταβεί στην οικία του που βρίσκεται στον συνοικισμό ..., συνακόλουθα δε γνώριζε την ύπαρξη του παραπάνω αρδευτικού αύλακα και τους κινδύνους που δημιουργούνταν από την μη ύπαρξη επαρκούς προστατευτικού τοιχίου. Φθάνοντας, όμως, στο τέρμα της οδού δεν έστριψε αριστερά προς το συνοικισμό όπου βρίσκεται η οικία του αλλά από απροσεξία του κινήθηκε προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα να καταπέσει στον αρδευτικό αύλακα. Επιπλέον, αυτός οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθώς ανιχνεύθηκε, σε δείγμα αίματος του, ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης 0,98 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και στερείτο της κατά νομό απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσικλέτας. Τα ανωτέρω συντέλεσαν αιτιωδώς στην πτώση του εντός του αύλακα καθώς και στον επελθόντα θάνατο του, καθώς εάν αυτός δεν οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ήταν εφοδιασμένος με την απαιτούμενη άδεια οδήγησης, θα είχε τον πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας του και θα ήταν σε θέση ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Υπό τα περιστατικά αυτά, το ποσοστό ευθύνης στην επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος ανέρχεται για τον μεν θανόντα σε ποσοστό 70%, για τους δε εναγόμενους σε ποσοστό 30%. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο θανών, ηλικίας 49 ετών, ήταν σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, πατέρας των δεύτερου, τρίτης, τέταρτου και πέμπτου απ' αυτούς, υιός των έκτου και έβδομης και αδερφός των λοιπών. Όλοι, λοιπόν, οι ενάγοντες περιλαμβάνονται στην "οικογένεια" που συγκροτούσε μαζί τους ο θανών κατά την έννοια του άρθρου 932 εδάφ. 3 ΑΚ, έστω και αν όλοι δεν συγκατοικούσαν, διότι συνδέονταν με τον θανόντα με μεγάλο δεσμό αγάπης και πράγματι υπέστησαν ψυχική οδύνη από την απώλεια του ". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και καταφάσκουν την ορθή εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 297, 298 και 932 του Α.Κ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται ότι η αμέλεια των εναγομένων συνίσταται αφενός στην παράλειψή τους να τοποθετήσουν στην σε σχήμα Τ απόληξη της επαρχιακής οδού επαρκές στηθαίο, ώστε να προστατεύονται οι πεζοί και οι διερχόμενοι από το σημείο εκείνο οδηγοί και να αποτρέπεται η πτώση αυτών εντός του ασκεπούς αρδευτικού αύλακα και αφετέρου στην παράλειψή τους να διατηρούν τον αύλακα καθαρό από λάσπες και σκουπίδια, ενέργειες που επιβάλλονταν σ' αυτούς από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, οι παραλείψεις δε αυτές ήταν ικανές κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να προκαλέσουν και προκάλεσαν κατά τις παραδοχές του Εφετείου υπό τις αναφερόμενες στην απόφαση συνθήκες το θάνατο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ώστε να καταφάσκεται ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς των εναγομένων και του θανάτου του Κ. Μ. . Άλλες αιτιολογίες δεν ήταν ανάγκη να παρατίθενται στην απόφαση, όπως το ύψος της απαιτούμενης δαπάνης για την τοποθέτηση από τους αναιρεσείοντες επαρκούς προστατευτικού στηθαίου στην απόληξη του δρόμου, της εντάσεως του ψύχους που επικρατούσε κατά την πτώση του θανόντος στον αρδευτικό αύλακα, του χρόνου παραμονής του σ' αυτόν και της κατά το χρόνο του ατυχήματος ικανής ή μη κίνησης της οδού από πεζούς και οχήματα. Τέλος, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι "ο θανών γνώριζε καλά την περιοχή και την ύπαρξη του αύλακα" και της παραδοχής ότι ο ίδιος "δεν αντελήφθη έγκαιρα τον αρδευτικό αύλακα", αφού η μη έγκαιρη αντίληψη της ύπαρξης του αύλακα αναφέρεται προδήλως στη μειωμένη συνεπεία της μέθης αντίδραση του θανόντος, σε κάθε δε περίπτωση η μη έγκαιρη εκ μέρους του θανόντος αντίληψη τη ύπαρξης του αύλακα δεν αποδίδεται σε αμελή συμπεριφορά των εναγομένων. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας των (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2009 αίτηση 1) του Ν.Π.Ι.Δ.με την επωνυμία " ΓΕΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΓΓΕΙΩΝ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΝ ΑΧΕΛΩΟΥ" και 2 ) του Γ. Α. Ρ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 937/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 26 Αυγούστου 2011.
H ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική Δικονομία. Αναίρεση. Δεδικασμένο. Δεν παράγεται από ποινική απόφαση. Τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου από απαλλακτική απόφαση (άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα). Δεν ισοδυναμεί με δεδικασμένο. Σε ποίες περιπτώσεις αυτό παραβιάζεται. Δεν παραβιάζεται όταν το πολιτικό δικαστήριο, που επιλαμβάνεται αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας συμπίπτουν με ποινικό αδίκημα για το οποίο απηλλάγη ο εναγόμενος, λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά την αθωωτική απόφαση, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1, 16 και 19 ΚΠολΔ.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1365/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 107-110/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Α. του Σ..
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7/2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 173/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 128/19-5-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ'αριθμ. 107-110/2010 απόφασή του καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως 14 ετών τον Π. Μ. του Γ. για βιασμό και απλή σωματική βλάβη. Η άνω απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία αυτού στις 19-4-2010 και καταχωρήθηκε στο ειδικό προς τούτο βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ στις 20-10-2010 με αύξοντα αριθμό 37 [όπως ρητά βεβαιώνει ο οικείος γραμματέας με βεβαίωση της 20-10-2010 επ'αυτής]. Κατ'αυτής άσκησε ο ίδιος ενώπιον του Δ/ντου του καταστήματος κρατήσεώς του στις 17-1-2011 την υπ'αριθμ. 7/2011 αίτηση αναίρεσης προβάλλων τους εκεί αναφερομένους λόγους [=εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 336 ΠΚ και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων] -για τους οποίους παραπέμπει, επιτρεπτά, σε συνημμένη αίτησή του. Στην αίτηση αυτή αναφέρει και προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου αυτής ότι "... Σας επισημαίνω ότι η παρούσα έχει εκπρόθεσμο χαρακτήρα? μολαταύτα αιτούμαι να γίνει και τυπικά δεκτή, αφού οι κάτωθι λόγοι ανωτέρας βίας δε μου επέτρεψαν να την υποβάλω εμπρόθεσμα: 1) η ατομική επιχείρηση που διατηρούσα στη Θεσσαλονίκη καταστράφηκε οικονομικά κατά την διάρκεια του β' εξαμήνου 2010? 2) το ένα (1) εκ των τριών (3) τέκνων μου αντιμετώπισε σοβαρές ψυχικές διαταραχές".
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ όταν το ένδικο μέσο κατά απόφασης ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο -σε συμβούλιο- που ήταν αρμόδιο να κρίνει επ'αυτού, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα, και αφού ακούσει τον διάδικο [ή τον αντίκλητό του] που το άσκησε, εάν εμφανιστούν σ'αυτό κηρύσσει τούτο [ένδικο μέσο] απαράδεκτο και δη αυτεπαγγέλτως και άνευ άλλου τινός, διότι άλλως υποπίπτει σε υπέρβαση εξουσίας. Και ναι μεν κατά γενική αρχή "ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα" -που προκύπτει και από τη λογική και τη φύση του πράγματος και από το άρθρο 255 ΑΚ -εάν το εκπρόθεσμα ασκηθέν ένδικο μέσο οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε ανυπέρβλητο κώλυμα, τότε δικαιολογείται τούτο [εκπρόθεσμο] και θεωρείται ως εμπρόθεσμο. Ως ανωτέρα βία θεωρείται κάθε απρόβλεπτο γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα σύνεσης και επιμελείας [βλ. ΑΠ 848/2005, ΑΠ 59/2007, ΑΠ 4/95 Ολομελείας, ΑΠ 39/2004 κ.α.], ως ανυπέρβλητο δε κώλυμα είναι εκείνο που οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και που δεν μπορούσε αυτός με κανένα τρόπο να υπερνικήσει [βλ. ΑΠ 763/87-ολομελείας κ.α.]. Σε κάθε όμως περίπτωση θα πρέπει τα περιστατικά που συνιστούν την ανωτέρα βία ήτο ανυπέρβλητο κώλυμα να αναφέρονται στην οικεία έκθεση και να γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προκύπτει τούτο κατ'εφαρμογή του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ [βλ. ΑΠ 1382/2004, ΑΠ 1139/2007, ΑΠ 1942/2008, ΑΠ 1999/2009 κ.α.]. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1, 3 ΚΠοινΔ. η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων και δη της αναίρεσης κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι δέκα ημέρες που αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, εάν δε η απόφαση εκδόθηκε αντιμωλίαν η προθεσμία άρχεται από της επομένης της ημέρας καθήν καθαρογράφηκε στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου [βλ. και ΑΠ 1076/2008, ΑΠ 561/2008, ΑΠ 361/2006, ΑΠ 1999/2009 κ.α.]. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αναίρεση είναι εκπρόθεσμη δεδομένου ότι τα επικαλούμενα προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου αυτής δεν συνιστούν γεγονότα που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του ανυπέρβλητου γεγονότος ή ανωτέρας βίας, εκτός του ότι είναι και ανεπέρειστα, η δε φράση "σοβαρές ψυχικές διαταραχές" είναι αόριστη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 7/2011 αίτηση αναίρεσης του Π. Μ. του Γ. κατά της υπ'αριθμ. 107-110/2010 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 16-3-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 476 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχομένη από τότε που εκδόθηκε η απόφαση με την παρουσία του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοση της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση της στο βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 473 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του ως άνω Κώδικα συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων, που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως του Καταστήματος Κρατήσεως Γρεβενών, στις 17 Ιανουαρίου 2011, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 19 Απριλίου 2010 και καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Συνεπώς, η αίτηση της αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την πάροδο της τασσόμενης από τον νόμο δεκαήμερης προθεσμίας. Ο αναιρεσείων, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο αναφέρει στην αίτηση του τα ακόλουθα: "...Σας επισημαίνω ότι η παρούσα έχει εκπρόθεσμο χαρακτήρα, μολαταύτα αιτούμαι να γίνει και τυπικά δεκτή, αφού οι κάτωθι λόγοι ανωτέρας βίας δε μου επέτρεψαν να την υποβάλω εμπρόθεσμα: 1) η ατομική επιχείρηση που διατηρούσα στη Θεσσαλονίκη καταστράφηκε οικονομικά κατά τη διάρκεια του β' εξαμήνου 2010 2) το ένα (1) εκ των τριών (3) τέκνων μου αντιμετώπισε σοβαρές ψυχικές διαταραχές". Τα ως άνω περιστατικά, ανεξάρτητα από το ότι προβάλλονται αορίστως, δεν συνιστούν περίπτωση ανώτερης βίας που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού δεν πρόκειται για απρόβλεπτα γεγονότα τα οποία εμποδίζουν τον αναιρεσείοντα προς άσκηση του δικαιώματος του και σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τους σχετικούς ισχυρισμούς του. Κατ' ακολουθίαν, και εφόσον ο αναιρεσείων κλητεύθηκε να εμφανισθεί στο παρόν Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 7.6.2011 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαλλήλου του Καταστήματος Κρατήσεως Γρεβενών, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Κηρύσσει απαράδεκτη την 7/2011 αίτηση αναιρέσεως του Π. Μ. του Γ., κατοίκου ... κατά της 107-110/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1355/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 21/27.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Παπαδόπουλο σύμφωνα με την 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., που παρέστη ο ίδιος ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της 2210/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Κ., κάτοικο ..., που παρέστη ο ίδιος ως δικηγόρος.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1524/2010.
Αφού άκουσε Τους διαδίκους, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 224 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρος ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρος ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Περαιτέρω, κατά την ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 117 παράγρ. 1 του Ποινικού Κώδικα "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της". Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, εφ' όσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίον ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Εάν λείπει η αιτιολογία αυτή, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην άνω διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παράγρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία, που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι. Στην προκειμένη περίπτωση όπου ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη 2210/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε δεύτερο βαθμό, ως δικηγόρος, σε συνολική φυλάκιση έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση εις βάρος του εγκαλούντος που τελέσθηκαν στις 4 Μαΐου 2003. Η ποινική δίωξη ασκήθηκε κατόπιν εγκλήσεως του άνω παθόντος (άρθρο 368 ΠΚ). Η έγκληση αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της φέρει χρονολογία 18.8.2003 και υποβλήθηκε στις 28-8-2003. Όπως όμως επίσης προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αναφέρεται σ' αυτά πότε ο πολιτικώς ενάγων - εγκαλών έλαβε γνώση της ανωτέρω πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ώστε να κριθεί εάν η παραπάνω έγκληση του υποβλήθηκε εμπροθέσμως, ενόψει δε του ως άνω αναφερθέντος χρόνου τελέσεως η έγκληση υποβλήθηκε μετά το τρίμηνο του άρθρου 117 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως, αφού δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που απεδείχθησαν και από τα οποία προκύπτει η γνώση που απαιτεί το τελευταίο άρθρο, υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 117 ΠΚ από αυτή, σχετικά με τον χρόνο της γνώσεως. Περαιτέρω δε με το να χωρήσει το Δικαστήριο στη συνέχεια στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως υπερέβη την εξουσία του, ως προς την πράξη αυτή και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, κατά το οποίο "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει καταδίωξη του γι' αυτή, τιμωρείται με φυλάκιση" προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδούς καταμηνύσεως αντικειμενικώς απαιτείται καταμήνυση, ανακοίνωση ή αναφορά, η οποία να έγινε ενώπιον αρχής, να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιοποίνου πράξεως ή πειθαρχικής παραβάσεως, ο οποίος να μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικώς, η καταμήνυση δε να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικώς αναληθής, διότι εάν δεν αποδειχθεί η αναλήθεια, δεν υπάρχει αδίκημα, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του, κατά τον χρόνο της καταμηνύσεως ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στον σκοπό να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία ήτοι άμεσος δόλος, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχειών του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, διότι, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, επί του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό τής κρίσεως του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος του να προβεί σε παρατηρήσεις, δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία, από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που φέρεται ότι αναγνώσθηκε και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση του εγγράφου, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενο του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, με αναφορά κατ' είδος στα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, δικηγόρος Αθηνών, είχε αναλάβει να ασκήσει και πράγματι άσκησε για λογαριασμό του μάρτυρα Κ. Θ., ο οποίος είχε υποστεί βαρύτατες σωματικές κακώσεις, σε τροχαίο ατύχημα, στις 10.2.2000, στη Βάρη Αττικής αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεως (νοσηλίων κλπ), καθώς και τακτική αγωγή αποζημιώσεως κατά του υπαίτιου οδηγού και της ασφαλιστικής του εταιρείας. Επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκδόθηκε η 8548/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδίκασε προσωρινά το ποσό των 10.903.555 δραχμών, ενώ επί της τακτικής αγωγής εκδόθηκε η 3791/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον τότε ενάγοντα Κ. Θ. το ποσό των 134.349,55 ευρώ. Μετά την έκδοση της αμέσως ανωτέρω απόφασης, ο Κ. Θ., με την από 8.8.2002 έγγραφη εξώδικη διαμαρτυρία του, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, ανακάλεσε την προς αυτόν εντολή, θεωρώντας ότι όσα είχε μέχρι τότε εισπράξει ο κατηγορούμενος ήσαν υπερβολικά, ενώ στη συνέχεια ανάθεσε την υπεράσπιση των συμφερόντων του στον ήδη εγκαλούντα Σ. Κ., δικηγόρο Αθηνών. Μετά την ανάκληση της εν λόγω εντολής, ο κατηγορούμενος άσκησε την από 6.2.2003 αίτηση κατά του Κ. Θ. και της ασφαλιστικής του εταιρείας, με την οποία ζήτησε την προσωρινή επιδίκαση της αμοιβής του. Η αίτηση συζητήθηκε με οξύτατη αντιδικία, στις 21.2.2003, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και κατά τη συζήτηση ο Κ. Θ. παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο του τον ήδη εγκαλούντα. Ο κατηγορούμενος, υπολαμβάνοντας ότι ο τελευταίος ευθύνεται για τη συμπεριφορά του Κ. Θ. και ότι αυτός ενεργούσε προς βλάβη των συμφερόντων του, υπέβαλε εναντίον του αναφορά στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, αλλά και την από 4.5.2003 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία ισχυρίστηκε ότι στις 21.2.2003 έξω από το κτήριο 13 της πρώην Σχολής Ευελπίδων, ο εγκαλών τον εξύβρισε και τον απείλησε με τις φράσεις: "...ρε συ...στο ακροατήριο αυτά που άκουσες δεν είναι τίποτα... θα σε γαμήσω, φυλάξου γιατί θα σε μαζέψουν μέσα από κανένα χαντάκι...". Με βάση την εν λόγω μήνυση, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του εγκαλούντος για τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης και της απειλής, αλλά η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο με την 8/29.6.2005 πράξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3346/2005. Τα όσα κατά τα παραπάνω διέλαβε στην επίμαχη μήνυσή του ο κατηγορούμενος, σχετικά με τον εγκαλούντα, ήσαν ψευδή... Ο κατηγορούμενος, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του, αρνούμενος τη δόλια προαίρεσή του, ισχυρίσθηκε ότι όσα διέλαβε στην επίμαχη μήνυσή του για τον εγκαλούντα τα είχε υπολάβει ως αληθή, διότι του τα μετέφερε η ήδη αποβιώσασα σύζυγός του και αν άκουσε λάθος η γυναίκα του είναι άλλο θέμα. Όμως, ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου έρχεται σε άμεση και προφανή αντίθεση και αντίφαση με το περιεχόμενο της αναγνωσθείσας στο ακροατήριο από 12.6.2003 ένορκης εξέτασης της συζύγου του Χ. Π., στην οποία αυτή, μεταξύ άλλων, εκθέτει ότι τελειώνοντας βγήκαν, εκείνη αγκαζέ με το σύζυγο της, έξω από το κτήριο 13 που δικάζονταν τα ασφαλιστικά μέτρα, ότι σε απόσταση μερικών μέτρων στεκόταν ο ήδη εγκαλών και όταν τους είδε άρχισε να γελάει, ότι αυτός (ήδη εγκαλών) απευθυνόμενος στο σύζυγό της του είπε τις παραπάνω φράσεις (που του απέδωσε με τη μήνυσή του ο κατηγορούμενος) και ότι ο σύζυγός της όταν τα άκουσε κινήθηκε εναντίον του, αλλά ευτυχώς που τον κράταγε αγκαζέ και τον συγκράτησε, δηλαδή όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι εκείνη του μετέφερε όσα φέρεται ότι είπε στον κατηγορούμενο ο εγκαλών, αλλά αντίθετα, κατά τους δικούς της ισχυρισμούς φέρεται ότι ο κατηγορούμενος επειδή άκουσε τις επίμαχες εξυβριστικές και απειλητικές φράσεις του εγκαλούντος, αντέδρασε κινούμενος εναντίον του. Τόσο όμως η εκδοχή που υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, όσο και η εκδοχή που διατύπωσε στην παραπάνω ένορκη κατάθεσή της η σύζυγός του, ανεξάρτητα από την μεταξύ τους αντίφαση, δεν ενισχύθηκαν από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Αντιθέτως, όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, που έχουν άμεση προσωπική αντίληψη των όσων έλαβαν χώρα μετά την έξοδο των διαδίκων από το κτήριο 13 της πρώην Σχολής Ευελπίδων, με σαφήνεια κατέθεσαν ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που επιτέθηκε φραστικά στον εγκαλούντα, ο οποίος έσπευσε να φύγει, χωρίς να μιλήσει καθόλου. Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν, στοιχειοθετείται κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά της στοιχεία, η αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, για την οποία πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Εξάλλου, εφόσον στην πρωτοβάθμια δίκη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνωρίστηκε η συνδρομή στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β' του Π.Κ., πρέπει και πάλι να του αναγνωρισθεί η συνδρομή της και να ληφθεί υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, ώστε να μην καταστεί χειρότερη η θέση του". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 και 2 και 229 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο την τέλεση της ανωτέρω πράξεως, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμε νης, που προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, και για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφέρει την δικονομική κατάληξη της σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος δικηγόρου κατόπιν δικής του μηνύσεως, ποινικής διώξεως, που ασκήθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της εξυβρίσεως και της απειλής, Παραδεκτώς δε γίνεται σε πολλά αντιγραφή από το σκεπτικό της πρωτόδικης αποφάσεως σε εκείνο της αναιρεσιβαλλομένης για την περιγραφή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, δεν ήταν δε το Δικαστήριο υποχρεωμένο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει λεπτομερώς τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ούτε από το ότι εξαίρονται ορισμένα συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά, αφού, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του σκεπτικού. Αιτιολογεί δε πλήρως το Εφετείο και τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντος, που απαιτεί η ανωτέρω πράξη, με την λεπτομερή παράθεση πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση του για την αναλήθεια των όσων ισχυρίσθηκε με τη μήνυση του, τα οποία, όπως κρίθηκε από την προσβαλλόμενη, ήσαν αναληθή, με αυτά δε σκόπευε την ποινική δίωξη του πολιτικώς ενάγοντος. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Τέλος η αιτίαση του κατηγορουμένου ότι υπάρχει πρόδηλη αντίφαση στην απόφαση, η οποία δέχεται αφ' ενός μεν ότι υπήρξε δόλος του κατηγορουμένου ο οποίος εμπεριέχει κακοβουλία και συνεπώς ταπεινά αίτια και ταυτοχρόνως δέχεται την ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτίων, χωρίς να απαντήσει στο σχετικό παράπονο του, πέραν του ότι είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως έννομου συμφέροντος είναι και αβάσιμη, διότι το Δικαστήριο αιτιολογημένα δέχθηκε τη συνδρομή της παραπάνω ελαφρυντικής περιστάσεως, για να μη καταστήσει χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου, Αφού το ως άνω ελαφρυντικό αναγνωρίστηκε στην πρωτόδικη δίκη. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του και ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 του Ποινικού Κώδικα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζει ο αιτών ότι δεν γίνεται σαφής προσδιορισμός των αναφερομένων στα πρακτικά εγγράφων και ειδικότερα της από 6.2.2003 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, της από 4.2.2003 βεβαιώσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, της 21/2002 πράξεως του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, της από 28.1.2003 αποδείξεως παραλαβής εγγυητικής επιστολής και της με αριθμό πρωτοκόλλου 3042 βεβαιώσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, διότι, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν, σύμφωνα και με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρεται, αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού ειδικότερα, με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητας τους και επιπλέον τού ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας τα προαναφερόμενα έγγραφα.
Επειδή, ενόψει των ανωτέρω και αφού πρέπει να γίνει, όπως παραπάνω αναφέρεται, δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, ο οποίος και αυτεπαγγέλτως εξετάζεται (άρθρο 511 ΚΠΔ) ως βάσιμος, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, την επιβολή ποινής γι' αυτήν και συνολικής ποινής, να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκηθείσα για την ως άνω αξιόποινη πράξη ποινική δίωξη (άρθρο 517 παρ. 2 ΚΠοινΔ) και να απαλειφθούν οι διατάξεις περί επιβολής ποινής και συνολικής ποινής.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί εν μέρει την 2210/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών αναφορικά με την καταδικαστική διάταξη της σε βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, την επιβολή ποινής γι' αυτήν και συνολικής ποινής.
Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος Δ. Π. του Π., δικηγόρου, κατοίκου ... του ότι στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2003, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε και διέδωσε για κάποιον άλλο γεγονός ψευδές, εν γνώσει του, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψη αυτού και συγκεκριμένα με την υποβολή μηνύσεως ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του Σ. Κ., δικηγόρου κατοίκου ... ισχυρίσθηκε και διέδωσε εν γνώσει του ψευδώς ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών και προανακριτικών υπαλλήλων ότι ο Σ. Κ. τον εξύβρισε και απείλησε με τις φράσεις "...ρε συ...στο ακροατήριο αυτά που άκουσες δεν είναι τίποτα...θα σε γαμήσω, φυλάξου γιατί θα σε μαζέψουν μέσα από κανένα χαντάκι..." και έτσι έβλαψε την τιμή και την υπόληψη αυτού.
Απαλείφει: α) το μέρος της διατάξεως της ως άνω αποφάσεως που αναφέρεται στην επιβολή της ποινής για την πράξη αυτή και β) τη διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής στον αναιρεσείοντα.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμιση. Ψευδής καταμήνυση. Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Έλλειψη εμπρόθεσμης εκκλήσεως για την συκοφαντική δυσφήμηση. Η απόφαση πρέπει να αναφέρει αιτιολογημένα τον χρόνο που ο εγκαλών έλαβε γνώση της πράξεως και του δράστη, άλλως αναιρείται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη λόγων για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ψευδή καταμήνυση και παραδοχή λόγου για υπέρβαση εξουσίας, ως προς την εκδίκαση της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Αναιρεί εν μέρει την απόφαση αναφορικά με την καταδικαστική διάταξή της σε βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως την επιβολή ποινής γι' αυτήν και συνολικής ποινής. Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την συκοφαντική δυσφήμηση. Απαλείφει: α) το μέρος της διατάξεως της ως άνω αποφάσεως που αναφέρεται στην επιβολή της ποινής για την πράξη αυτή και β) τη διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής στον αναιρεσείοντα. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1354/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 21/27.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με την 17/24.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, περί αναιρέσεως της 7976/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Κ., κάτοικο ... που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1511/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, σαν παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Γεγονότα δε, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, είναι πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, ήτοι, πράξεις, συμβάντα, πρόσωπα, ιδιότητες, καταστάσεις ή οιαδήποτε άλλα αντικείμενα, που υποπίπτουν αμέσως ή μη στις αισθήσεις (έχουν, δηλαδή, εξωτερική υπόσταση) και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχε, ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 7976/2010 απόφαση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, συμπληρούμενο παραδεκτώς, από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα επιτρεπτώς κατά το είδος τους μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, τα εξής: "Ο πολιτικώς ενάγων Ι. Κ. είχε κατά του πρώτου κατηγορουμένου Α. Κ. απαιτήσεις ύψους 64.800 ευρώ από την έκδοση ακαλύπτων επιταγών, για τις οποίες είχε εκδώσει διαταγές πληρωμής. Ο πρώτος κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς σ' αυτόν ότι αν δεν επεδίωκε δικαστικά την είσπραξη του ανωτέρω ποσού, θα του έδινε άμεσα δύο επιταγές των 15.000 ευρώ εκάστη (00000019-1 και 00000018-3, με ημερομηνίες εκδόσεως 30.5.2003 και 30.6.2003 αντίστοιχα της Τράπεζας Πειραιώς) εκδόσεως του δευτέρου κατηγορουμένου, Β. Π., ο οποίος είναι αξιόπιστος οικονομικά και κάτοχος τεράστιας περιουσίας, οι δε επιταγές αποτελούσαν μέρος τιμήματος ακινήτου, αγορά, που ήδη είχε πραγματοποιήσει ο δεύτερος κατηγορούμενος από τον πρώτο. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ψευδών παραστάσεων, που έγιναν τον Μάιο του 2003 στην Αθήνα, ήταν να πεισθεί ο πολιτικώς ενάγων και να παραλάβει τις ανωτέρω επιταγές, που ήταν ακάλυπτες, με αποτέλεσμα να υποστεί ο πολιτικώς ενάγων ζημία ύψους 30.000 ευρώ ... ". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο απάτης με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αναγνωρίζοντας σ' αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών και τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση ένοχο εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1500 €). Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο: α) εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς και ασαφείς παραδοχές και β) δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, κατά τις κρίσιμες παραδοχές του σκεπτικού, ο κατηγορούμενος παρέδωσε τις αναφερόμενες ακάλυπτες επιταγές ποσού 15.000 ευρώ εκάστη, διαβεβαιώνοντας τον πολιτικώς ενάγοντα ότι είναι γνήσιες, ότι ο εκδότης αυτών είναι εύρωστος οικονομικά και ότι ο ίδιος είχε με αυτόν συναλλαγές (αγορά ακινήτου, μέρος του τιμήματος της οποίας κάλυπταν οι επιταγές) και έτσι έπεισε τον εγκαλούντα να δεχθεί να λάβει τις μεταχρονολογημένες αυτές επιταγές έναντι του ανωτέρω χρέους του. Όμως, δεν διαλαμβάνει η απόφαση σε τι συνίσταται η περιουσιακή διάθεση στην οποία προέβη ο εγκαλών προς τον κατηγορούμενο και στην οποία αποσκοπούσε ο τελευταίος, όταν του παρέδωσε τις επιταγές, ποια ήταν δηλαδή η πράξη ή παράλειψη, στην οποία οδηγήθηκε ο εγκαλών, συνεπεία της πλάνης του, με την οποία συνδέεται αιτιωδώς η ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος. Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, χωρίς να διαλάβει ότι η προαναφερθείσα απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου οδήγησε σε πράξη ή παράλειψη του εγκαλούντος, η οποία είχε ως συνέπεια την περιουσιακή βλάβη αυτού. Το γενόμενο δεκτό από το Εφετείο, ότι η περιουσιακή παροχή ήταν η λήψη από τον εγκαλούντα των επιταγών, δεν αποτελεί πράξη, που ενέχει, κατά την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα περιουσιακή διάθεση, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παθόντος, η οποία αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, εφόσον, δεχόμενη, ότι οι επιταγές δόθηκαν στον εγκαλούντα έναντι προγενέστερης οφειλής, δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η πράξη ή η παράλειψη, στην οποία προέβη ο εγκαλών, η οποία ενείχε περιουσιακή διάθεση και επέφερε ζημία σ' αυτόν, σε ποια θετική ενέργεια αυτός προέβη ή από ποια ενέργεια αποτράπηκε αυτός συνεπεία της παραπλανητικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, η οποία επέφερε ή τουλάχιστον μπορούσε να επιφέρει στον εγκαλούντα περιουσιακή βλάβη. Περαιτέρω, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εάν, με την πλάνη που προκλήθηκε από την εγκληματική διαγωγή του κατηγορουμένου στον εγκαλούντα ότι υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό, στον οποίο εσύροντο προς πληρωμή, οδηγήθηκε ο τελευταίος στην κατάρτιση συμφωνίας με τον κατηγορούμενο, η οποία είχε ως περιεχόμενο την ανανέωση της αρχικής ενοχής, δηλαδή την κατάργηση της παλαιάς ενοχής, από την οποία ο εγκαλών είχε αγώγιμη αξίωση και τη δημιουργία νέας, της ενοχής από τις επιταγές, από την οποία μόνον θα μπορούσε να ικανοποιηθεί αυτός. Ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορισθεί στην απόφαση ότι ο εγκαλών, παραπλανηθείς από την απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, οδηγήθηκε στην ανανέωση της παλαιάς ενοχής, που επέφερε την απόσβεση της (άρθρο 436 ΑΚ), ότι, κατά τη συμφωνία, υπήρξε σκοπός ανανεώσεως και ότι αποσβέσθηκε η αρχική ενοχή. Δεν αναφέρεται επίσης στην απόφαση, ότι οι επιταγές δόθηκαν in solutum της αρχικής ενοχής και όχι pro solvendo, δηλαδή προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της εγκαλούσας, με τη δημιουργία και νέας ενοχής, αυτής από τις επιταγές, διατηρούμενης παράλληλα και της παλαιάς ενοχής, ούτε συνάγεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως ότι η ενοχή από τις επιταγές συμφωνήθηκε με σκοπό ανανεώσεως, καταργήσεως δηλαδή της παλαιάς ενοχής, οπότε και θα συγκροτούνταν η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, κατά την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, οπότε η περιουσιακή ζημία θα είχε ως περιεχόμενο, στην περίπτωση αυτή (ανανεώσεως) την απόσβεση της παλαιάς ενοχής και δημιουργία νέας, από την οποία δεν θα μπορούσε, λόγω της ελλείψεως αντικρίσματος των επιταγών, να ικανοποιηθεί ο εγκαλών. Τέλος, δεν εκτίθεται στην απόφαση, εάν θεωρηθεί, ότι η περιουσιακή διάθεση έγινε με παράλειψη νόμιμης ενέργειας, ποια ενέργεια παρέλειψε ο εγκαλών, δηλαδή από ποια νόμιμη ενέργεια αποτράπηκε και δεν άσκησε ο παραπλανηθείς από τις ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να επέλθει ζημία στην περιουσία του.
Συνεπώς, ο υπό το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προβαλλόμενος αλλά και αυτεπαγγέλτως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 511 του ίδιου Κώδικα, εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο αυτεπαγγέλτως επίσης εξεταζόμενος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, διότι η εγκαλούμενη πράξη, ο οποία είναι πλημμέλημα φέρεται ότι τελέσθηκε κατά τον Μάϊο του 2003, από τότε δε παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 7976/2010 απόφαση του Τριμελούς• Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων).
Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου του ότι στην Αθήνα, το χρονικό διάστημα μηνός Μαΐου 2003, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Η προξενηθείσα δε ζημία από την παραπάνω ενέργεια του κατηγορουμένου ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος, ενώ ήδη όφειλε στον εγκαλούντα Κ. Ι. το ποσό των 64.800 ευρώ, από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών για το οποίο ο τελευταίος είχε εκδώσει διαταγές πληρωμής, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον μηνυτή ότι αν δεν επεδίωκε δικαστικά την είσπραξη του ως άνω οφειλομένου ποσού, θα του έδινε άμεσα δύο επιταγές και δη την υπ' αρ. 00000019-1, με ημερομηνία έκδοσης 30/5/2003 της Τράπεζας Πειραιώς και την υπ' αρ. 00000019-3, με ημερομηνία έκδοσης 30/6/2003 της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως του Π. Β., ποσού 15.000 ευρώ εκάστη, των οποίων η είσπραξη ήταν βέβαιη, καθότι ο εκδότης των επιταγών ήταν κάτοχος τεράστιας περιουσίας, ήταν απόλυτα συνεπής και αξιόπιστος στις συναλλαγές του και διότι οι επιταγές αυτές αποτελούσαν μέρος τιμήματος αγοράς ακινήτου, που είχε ήδη πραγματοποιήσει ο Π. Β. από τον Κ. Α. και συνεπώς η εξόφληση τους ήταν βεβαία. Τα ως άνω έπραξε ο κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε ότι οι ως άνω επιταγές ήταν ακάλυπτες και ότι ο εκδότης αυτών Π. Β. δεν ήταν κάτοχος τεράστιας περιουσίας, ούτε είχε πραγματοποιήσει καμία συναλλαγή με τον Κ. Α.. Ενεργώντας δε, ως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος κατέπεισε τον μηνυτή να δεχθεί να πάρει τις ως άνω επιταγές έναντι αποπληρωμής ποσού 30.000 ευρώ από το συνολικά οφειλόμενο από τον κατηγορούμενο ποσό των 64.800 ευρώ, με αποτέλεσμα να αποκομίσει ο κατηγορούμενος παράνομο όφελος, κατά το ποσό των 30.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του ως παθόντα, ο οποίος αν γνώριζε ότι οι προεκτεθέντες ισχυρισμοί και διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου ήσαν ψευδείς δεν θα δεχόταν να λάβει τις πιο πάνω επιταγές για εξόφληση μέρους των οφειλών του κατηγορουμένου. Η προξενηθείσα δε ζημία του μηνυτή από την ως άνω ενέργεια του κατηγορουμένου ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ανερχόμενη στο ποσό των 30.000 ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη, της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αναιρείται και παύει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής
| null | null | 2
|
Αριθμός 1353/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 21/27-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυόμενης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με την 17/24-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Αναστασάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1382/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 21 Ιανουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1230/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 224 παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεση του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση, που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 224 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν προβλέπεται, ούτε η παραβίαση αυτή δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, αφού στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναιρέσεως των άρθρων 484 και 510 του ίδιου Κώδικα δεν περιέχεται τέτοιος λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσειων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως την πλημμέλεια ότι μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων έλαβε υπόψη του και εκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού Α. Π., ο οποίος δεν είχε προσωπική αντίληψη των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε αλλά μόνο πληροφορίες από τρίτα πρόσωπα, χωρίς όμως στην κατάθεση του να κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του και ως εκ τούτου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, η κατάθεση του δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν από την εκτίμηση της άνω μαρτυρικής καταθέσεως δεν δημιουργείται ακυρότητα και οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του Αστικού Κώδικα μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Στους αυτοτελείς ισχυρισμούς περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενοι στη συνδρομή ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του Ποινικού Κώδικα, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, ότι "έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεις του" (περ. δ) και ότι "συμπεριφέρθηκε καλά, για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ. ε). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 2 και 509 παρ. 1 εδ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι στην έκθεση με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρέπει, εκτός των άλλων, να διατυπώνονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο και οι οποίοι πρέπει να είναι από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Οι αόριστοι και ασαφείς αναιρετικοί λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, για το ορισμένο των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγων αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και δεδομένου ότι οι λόγοι αυτοί δεν διαφοροποιούνται ως προς το παραδεκτό τους από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιες είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002).
Εν προκειμένω, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 1382/2010 απόφαση του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, ως τοξικομανή, σε φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Πενταμελές Εφετείο, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους στο σκεπτικό αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος την 2.10.2007 συναντήθηκε με την Τ. Α. στην Αθήνα, έξω από το σπίτι της και με αυτοκίνητο αυτής κινήθηκαν στη Λεωφόρο Κηφισιάς. Η αστυνομία είχε πληροφορίες ότι διακινούσε κοκαΐνη στην περιοχή Γλυφάδας και τον ακινητοποίησε. Στον έλεγχο που τους έγινε βρέθηκε στην τσάντα της Α. ποσότητα κοκαΐνης 2,3, γραμμαρίων, σε 4 συσκευασίες, την οποία της είχε παραδώσει αυτός. Δεν προκύπτει όμως ότι την ποσότητα αυτή της την πώλησε. Στη συνέχεια, έγινε έρευνα στην οικία του, στη ... και βρέθηκε ποσότητα κοκαΐνης 26,9 γραμμαρίων σε εννέα (9) νάιλον συσκευασίες. Τις ποσότητες αυτές είχε αγοράσει πριν τη σύλληψη του (2.10.2007) και τις είχε με σκοπό την εμπορία, δεδομένου ότι εντός της οικίας του βρέθηκε ζυγαριά ακριβείας και τις ποσότητες είχε κατανείμει σε συσκευασίες έτοιμες προς πώληση. Δεν αποδεικνύεται όμως ότι αυτός είχε διενεργήσει κάποια συγκεκριμένη πώληση σε τρίτα άτομα. Περαιτέρω, προκύπτει ότι αυτός είναι τοξικομανής, διότι είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών, που δεν μπορεί να αποβάλει με δικές του δυνάμεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα της κατ' εξακολούθηση αγοράς και κατοχής ναρκωτικών από τοξικομανή και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, ενώ πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών".
Ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως επί λέξει τα ακόλουθα:
"Λόγοι αναιρέσεως: Α) Η παντελής έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα. Σε όλη την απόφαση παρατηρείται πλήρης έλλειψη εκθέσεως των αποδεικτικών στοιχείων, μετ' εκτίμηση των οποίων το δικαστήριο ήχθη εις την κρίσιν του, κυρίως από απόψεως εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Ουδόλως αναφέρεται ποια ήταν τα αποδεικτικά μέσα. Επίσης, όλως αναιτιολογήτως απερρίφθησαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπέβαλα εις το Δικαστήριο και οι οποίοι κατεχωρήθησαν εις τα πρακτικά της αποφάσεως. Β) Η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και δη των άρθρων 29, 30 του Ν. 3459/2006 για τα ναρκωτικά Γ) Η εκ πλαγίου παράβασις ποινικού νόμου". Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εκτός από το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου που αναφέρεται στην απόρριψη του αιτήματος για την αναγνώριση των αναφερόμενων ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου, και σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, απορριπτέοι, λόγω της παντελούς αοριστίας τους, η οποία τους καθιστά ανεπίδεκτους δικαστικής (αναιρετικής) εκτιμήσεως. Ειδικότερα και αναφορικά με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, με τον οποίο αιτιάται ο αναιρεσείων ότι η πληττόμενη απόφαση δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε πρέπει να λεχθεί ότι αναφέρονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη του Δικαστηρίου. Εν πάση δε περιπτώσει, οι παραπάνω παραδοχές, που αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η ενοχή του κατηγορουμένου, περιέχουν την απαιτούμενη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία που απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 129 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αφού κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αγοράς και κατοχής ναρκωτικής ουσίας από τοξικομανή με σκοπό την εμπορία, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που σωστά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν, χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως δεν απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή της, η δε παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με σκοπό την εμπορία δεν απαιτεί ειδική αιτιολογία, εκτός του ότι δεν ελέγχεται αναιρετικούς, αφού κάτι τέτοιο δεν απαιτείται από τον νόμο, αλλά το αντίθετο δηλαδή πρέπει να αποδεικνύεται και να δέχεται η απόφαση ότι ενήργησε ο δράστης για δικό του λογαριασμό. Εν τούτοις αιτιολογείται εν προκειμένω ότι ο αναιρεσείων ενεργούσε με σκοπό την εμπορία αφού στην απόφαση εκτίθεται ότι "τις ποσότητες αυτές είχε αγοράσει πριν τη σύλληψη του (2.10.2007) και τις είχε με σκοπό την εμπορία, δεδομένου ότι εντός της οικίας του βρέθηκε ζυγαριά ακριβείας και τις ποσότητες είχε κατανείμει σε συσκευασίες έτοιμες προς πώληση". Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απαντώντας στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για αναγνώριση υπέρ αυτού των ελαφρυντικών περιστάσεων της ειλικρινούς μετανοίας και της καλής μετέπειτα από την πράξη του καλής συμπεριφοράς, απέρριψε αυτούς με την παρακάτω αιτιολογία: "Τέλος τα αιτήματα για αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 δ' και ε' Π.Κ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, διότι δεν αποδεικνύεται βασίμως ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή μειώσει τις συνέπειες της πράξεις του, αλλ' ούτε προκύπτει ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Με το να απορρίψει το Δικαστήριο τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό δεν διέλαβε στην απόφαση του την από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αρκούμενο στην τυπική διατύπωση ότι "δεν αποδεικνύεται βασίμως ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή μειώσει τις συνέπειες της πράξεις του, αλλ' ούτε προκύπτει ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του", χωρίς να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς και τις σκέψεις του από τα οποία οδηγήθηκε στην παραπάνω απορριπτική κρίση του. Κατ1 ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, ως προς το β' σκέλος του και του πρώτου πρόσθετου λόγου, ως βάσιμων, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ως προς την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί εν μέρει, ως προς την απόρριψη του αναφερόμενου στο σκεπτικό αυτοτελούς ισχυρισμού την 1382/2010 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή με σκοπό την εμπορία. Απορρίπτει ως απαράδεκτους αόριστους λόγους αναιρέσεως με το περιεχόμενο «Λόγοι αναιρέσεως: Α) Η παντελής έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα. Σε όλη την απόφαση παρατηρείται πλήρης έλλειψη εκθέσεως των αποδεικτικών στοιχείων, μετ' εκτίμηση των οποίων το δικαστήριο ήχθη εις την κρίσιν του, κυρίως από απόψεως εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Ουδόλως αναφέρεται ποια ήταν τα αποδεικτικά μέσα. Β) Η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και δη των άρθρων 29,30 του Ν. 3459/2006 για τα ναρκωτικά. Γ) Η εκ πλαγίου παράβασις ποινικού νόμου». Αναιρεί εν μέρει για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1352/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυόμενης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 924/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 112/2010.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 231/11-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την υπ' αριθμ. 150/11-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Π. του Σ. και της Μ., εμπόρου καυσόξυλων, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 924/3-7-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 2-6.2009 αίτηση του για νέα προσμέτρηση των ποινών που επιμετρήθηκαν με την υπ' αριθμ. 781-782/26-5-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου με την οποία έχει καταδικαστεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) ετών για παράνομη διευκόλυνση μεταφοράς αλλοδαπών και προώθηση τούτων στο εσωτερικό της χώρας, οι οποίοι (αλλοδαποί) είχαν εισέλθει παρανόμως στη χώρα, και η οποία μεταφορά είχε ενεργηθεί με σκοπό το παράνομο κέρδος (παρ. Ν. 1973 κατά συρροή και Ν. 2696/1999), η οποία έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή προς 4.40 ΕΥΡΩ ημερησίως. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα πλην όμως όχι νομότυπα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.1,2 και 3, 474, 476 παρ.1, 504, 505, 507, 509, του Κωδ. Ποιν. Δικ. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1Δ σε συνδ. με το άρθρο 139 Κωδ. Ποιν. Δικ. σε συνδ. με το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων έχει καταδικαστεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) ετών για παράνομη διευκόλυνση, μεταφορά και παράνομη προώθηση αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας παρανόμως εισελθόντων στο έδαφος της επικράτειας. Και συγκεκριμένα η πράξη για την οποία καταδικάστηκε αφορά την παράνομη μεταφορά 58 λαθρομεταναστών, και του έχει επιβληθεί για την πράξη αυτή ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για έκαστο παρανόμως μεταφερόμενο αλλοδαπό και συνολική ποινή 10 ετών, η οποία αποτελείται με βάση την ποινή των 10 μηνών προσαυξανόμενη κατά 2 μήνες από τις λοιπές συντρέχουσες ποινές. Σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα έπρεπε το δικαστήριο που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 924/3-7-2009 προσβαλλομένη απόφαση να κάνει δεκτή την σχετική αίτηση του και να παραγράψει υφ' όρον τις συνεπιμετρηθείσες ποινές των 2 μηνών κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 του Ν. 3346/17-6-2005 και όχι να την απορρίψει ως αβάσιμη. Η εν λόγω κρινομένη αίτηση είναι απαράδεκτη διότι δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο αυτό. Επικουρικά ορθώς απέρριψε το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου με την προσβαλλομένη απόφαση του την σχετική αίτηση του αναιρεσείοντος για νέα προσμέτρηση των επιμετρηθεισών ποινών με την υπ' αριθμ. 781-782/26-5-2005 προγενέστερη απόφαση του, καθόσο σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν. 3346/17-6-2005 η υφ' όρον παραγραφή αφορά αποκλειστικά επιβληθείσες ποινές που μέχρι την δημοσίευση του εν λόγω νόμου δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν υπερβαίνει εκάστη τούτων τους έξι (6) μήνες. Στη προκειμένη περίπτωση εκάστη των επιβληθεισών ποινών αφορά φυλάκιση 10 μηνών, η δε συγχωνευτική ποινή αποτελείται με βάση την ποινή των 10 μηνών προσαυξανόμενη κατά 2 μήνες από τις λοιπές συντρέχουσες ποινές (57 συνολικά) από συνολική ποινή φυλακίσεως 10 ετών. Οι συνεπιμετρηθείσες ποινές δεν αποτελούν σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα επιβληθείσες ποινές, αλλά ευεργετικό υπολογισμό προς έκτιση μίας συνολικής ποινής αντί των επί μέρους επιμετρηθεισών ποινών και δεν εμπίπτουν στο άρθρο 32 του Ν. 3346/17-6-2005 (βλέπετε 868/2007 Ποιν. Χρον. ΝΗ/2008 σελίδα 242). Ως εκ τούτου η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ'άρθρ. 476 παρ. 1 κ.Π.Δ. και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ:
1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 150/11-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Π. του Σ. και της Μ., εμπόρου καυσόξυλων, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 924/3-7-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσειοντος. Αθήνα 25-5-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η κατά τον πιο πάνω τρόπο άσκηση της αναιρέσεως προϋποθέτει την ύπαρξη καταδικαστικής αποφάσεως. Καταδικαστική είναι η απόφαση, με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή. Επομένως, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση καθορισμού συνολικής ποινής δεν είναι καταδικαστική και δεν μπορεί να ασκηθεί κατ' αυτής αναίρεση με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αν παρά ταύτα ασκηθεί κατά τον τρόπο αυτό, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 924/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 2.6.2009 αίτηση του αναιρεσείοντος για καθορισμό συνολικής εκτιτέας από αυτήν ποινής. Η αίτηση ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και υπογράφεται από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα. Ενόψει όμως του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως ασκήθηκε και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 11 Ιανουαρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Π. κατά της 924/3.7.2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η άσκηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου με δήλωση, επιδιδομένη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάνου, επιτρέπεται μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση καθορισμού συνολικής ποινής, διότι αυτή δεν είναι καταδικαστική.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1350/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Τ. του Σ., κατοίκου ... και 2. Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2199/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Φ. του Κ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Δεκεμβρίου 2009 και 18 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 123/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γ. Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 248/27.7.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. τις ακόλουθες αιτήσεις αναιρέσεως: 1) την υπ'αριθμ. 222/21.12.2009 του Γ. Κ. του Ε. και της Α., 62 ετών, επιχειρηματία, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Γ. Λαλιώτη ( Α.Μ. 8239 Δ.Σ.Α.), κατοίκου Αθηνών, οδός Καλλιδρομίου αριθμ. 54, δυνάμει της από 16-12-2009 εξουσιοδοτήσεως, 2) την υπ'αριθμ. 217/11-12-2009 του Α. Μ.-Κ. του Κ. και Κ., 68 ετών, συνταξιούχου, κατοίκου ..., 3) την υπ'αριθμ. 221/18-12-2009 του Ι. Κ. του Γ. και της Ε., 58 ετών, κατοίκου ..., ..., 4) την υπ'αριθμ. 225/21-12-2009 της Ε. Β. του Κ. και της Α., 55 ετών, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου της Δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Γ. Λαλιώτη ( Α.Μ. 8239 Δ.Σ.Α.), κατοίκου Αθηνών, οδός Καλλιδρομίου αριθμ. 54, δυνάμει της από 18-12-2009 εξουσιοδοτήσεως, 5) την υπ'αριθμ. 224/21-12-2009 του Γ. Τ. του Σ. και της Μ., 62 ετών, επιχειρηματία, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Γ. Λαλιώτη, (Α.Μ. 8239 Δ.Σ.Α. ), κατοίκου Αθηνών, οδός Καλλιδρομίου αριθμ. 54, δυνάμει της από 18-12-2009 εξουσιοδοτήσεως, 6) την υπ'αριθμ. 223/21-12-2009 του Α. Τ. του Ι. και Ε., 45 ετών, οικοδόμου, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Γ. Λαλιώτη, (Α.Μ. 8239 Δ.Σ.Α. ), κατοίκου Αθηνών, οδός Καλλιδρομίου, αριθμ. 54 δυνάμει της από 18-12-2009 εξουσιοδοτήσεως, οι οποίες ανωτέρω αναφερθείσες αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά του υπ'αριθμ. 2199/18-11-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι υπ'αριθμ. α) 195/16-4-2009, β) 67/13-2-2009, γ) 68/13-2-2009, δ) 197/16-4-2009, ε) 196/16-4-2009 εφέσεις των αντιστοίχων προς αυτές κατηγορουμένων ( ήδη αναιρεσειόντων ) Γ. Κ., Α. Μ.-Κ., Ι. Κ., Ε. Β., , Α. Τ., ενώ η υπ'αριθμ. 198/16-4-2009 έφεση του Γ. Τ. κηρύχθηκε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη και απορρίφθηκε για τον λόγο αυτό, οι οποίες εστρέφοντο κατά του υπ'αριθμ. 181/23-1-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις:
α) της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου από την οποία η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ΕΥΡΩ ή άλλως των 25.000.000 δραχμών, ο πρώτος τούτων Γ. Κ., και, β) της κατά συναυτουργία ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω πράξη άπαντες οι λοιποί αναιρεσείοντες (Α. Μ.-Κ., Ι. Κ., Ε. Β., Γ. Τ., , Α. Τ. ) ( άρθρα 1, 5, 13 εδαφ. (α'), 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27, 45, 46 παρ. 1α, 52, 79, 83, 94 παρ. 1, 386 παρ. 3β-1, του Π.Κ., όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999). Οι εν λόγω αιτήσεις αναιρέσεως και συγκεκριμένα οι υπ'αριθμ. α) 222/21-12-2009, β) 217/11-12-2009, γ) 225/21-12-2009, δ) 224/21-12-2009, ε) 223/21-12-2009 των αντιστοίχως προς αυτές αναιρεσειόντων α) Γ. Κ., ) Α. Μ.-Κ., ) Ε. Β., δ) Γ. Τ., ε) Α. Τ., ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Π.Δ., το δε προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα ( Γ. Κ. ) στις 15-12-2009, στον δεύτερο αναιρεσείοντα ( Α. Μ. - Κ. ) την 1-12-2009, στην τέταρτη τούτων ( Ε. Β. ) στις 15-12-2009, στον πέμπτο τούτων ( Γ. Τ.) στις 15-12-2009, στον έκτο τούτων (Α. Τ. ) στις 15-12-2009 και είναι ως εκ τούτου τυπικά δεκτές. Ενώ αντιθέτως η υπ'αριθμ. 221/18-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του τρίτου των αναιρεσειόντων Ι. Κ. ασκήθηκε εκπρόθεσμα διότι του επιδόθηκε στις 3-12-2009 και την άσκησε στις 18 Δεκεμβρίου 2009, χωρίς να επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας, και ούτε μπορούσε να έχει γίνει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στον διορισμένο αντίκλητό του Δικηγόρο Πειραιώς Μιχάλη Κουρμπέλη, Φίλωνος αριθμ. 48, στον Πειραιά, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 155 Κ.Π.Δ. για να αρχίσει να τρέχει νέα δεκαήμερη προθεσμία από της επιδόσεως στον αντίκλητο, καθόσο σύμφωνα με το άρθρο 498 Κ.Π.Δ. ο διορισμένος ως άνω Δικηγόρος έπρεπε να υπηρετεί στην έδρα του Δικαστηρίου ( ή Συμβουλίου ) που εξέδωσε την απόφαση ( ή βούλευμα ) δηλαδή στην Αθήνα.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχτεί απαράδεκτη κατ'άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Πλην όμως εν προκειμένω δοθέντος ότι οι ασκηθείσες αναιρέσεις των υπολοίπων συγκατηγορουμένων έχουν επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προς αυτόν ως συμμέτοχο κατ'άρθρο 469 Κ.Π.Δ., δεν στερείται νομικής προστασίας καθόσον οι προτεινόμενοι από αυτούς λόγοι αναιρέσεως δεν αφορούν αποκλειστικά τα πρόσωπά τους. Με τις κρινόμενες αιτήσεις οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναιρέσεως: α) την παραβίαση του δεδικασμένου του άρθρου 484 παρ. 1γ σε συνδυασμό με το άρθρο 57 Κ.Π.Δ. διότι δεν ελήφθη υπ'όψη η υπ'αριθμ. Α55/2004 ΔΙΑΤΑΞΗ του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσία η από 24/3/2003 έγκληση του Κ. Κ. κατά των 1) Α. Μ. Κ., 2) Δ. Κ., 3) Ι. Κ., 4) Γ. Κ., και, 5) Κ. Π. για απάτη από την οποία προκλήθηκε ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία η οποία συνολικά υπερέβη το ποσόν των 73.000 ΕΥΡΩ ή άλλως 25.000.000 δραχμών και η οποία φέρεται να τελέσθηκε στην Αθήνα στις 19-8-2002 κατά την πραγματοποίηση της τακτικής γενικής συνελεύσεως της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε.", την οποία απαλλακτική διάταξη επικύρωσε και ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την υπ'αριθμ. 561/17.8.2006 ΔΙΑΤΑΞΗ του. Περαιτέρω ότι δεν ελήφθη υπ'όψη ότι οι νυν μηνυτές Κ. Κ. και Γ. Φ. μετά από σχετική μήνυση ( έγκληση ) του Γ. Κ. (πρώτου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου) έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου με το υπ'αριθμ. 111097/2008 κλητήριο θέσπισμα, προκειμένου να δικασθούν για την ίδια πράξη για την οποία παραπέμπονται με το προσβαλλόμενο βούλευμα (2199/2009) που επικύρωσε το παραπεμπτικό βούλευμα (181/2009), και συγκεκριμένα για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, την προσφυγή κατά του προαναφερθέντος κλητηρίου θεσπίσματος την οποία έχει απορρίψει ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την υπ'αριθμ. 395/2008 ΔΙΑΤΑΞΗ του και για τον λόγο αυτό εκκρεμεί προς εκδίκαση η κατ'αυτών κατηγορία για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση. β) Την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1δ σε συνδυασμό με το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., καθόσο δεν μνημονεύεται η σχετική διάταξη του καταστατικού της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε." με την οποία επιβάλλεται για την δέσμευση του νομικού προσώπου της εταιρείας από συναλλαγματική ή επιταγή η υπογραφή και των τριών εκπροσώπων αυτής μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας. Καθώς και ότι δεν ελήφθη υπόψη η απόφαση της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε.", η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ'αριθμ.2867/24-4-2000 ΦΕΚ των Α.Ε. και Ε.Π.Ε., και με την οποία παρείχετο η δυνατότητα δεσμεύσεως της εν λόγω εταιρείας από αξιόγραφα ( συναλλαγματικές ή επιταγές ) και με την υπογραφή και ενός μόνο εταίρου μέλους του Δ.Σ. της εταιρείας. γ) Την υπέρβαση εξουσίας σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1(στ) Κ.Π.Δ., καθόσο έκρινε ότι ήσαν άκυρες οι πέντε συναλλαγματικές ποσού εκάστη 31.208 ΕΥΡΩ που εκδόθηκαν στις 25-2-2002 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ" Γ. Κ. (πρώτο των αναιρεσειόντων) και αποδοχής του ήδη αποβιώσαντος Δ. Κ. ως εκπροσώπου της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε.", ενώ δεν είχε τέτοια εξουσία που ανήκει αποκλειστικά και μόνο στα πολιτικά δικαστήρια. Και επί πλέον έκρινε ότι ήταν άκυρη η μετοχοποίηση του χρέους των 53.170.800 δραχμών ή 156.000 ΕΥΡΩ που έγινε μετά από απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε.", ενώ τέτοια εξουσία ανήκει αποκλειστικά στα πολιτικά δικαστήρια. δ) Την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως διότι κατά τους αναιρεσείοντες δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ερμηνεία και εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 386 του Π.Κ. ε) Την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς σχετικά με μία μπολντόζα τύπου D7d CAT όπως τούτο προκύπτει από το υπ'αριθμ. 24/31-3-2003 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο της εταιρείας " ΒΙΚΤΩΡΙΑ Ε.Π.Ε." με παραλήπτη την εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΕΒΕ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." αφενός. Και ένα φορτωτή τύπου MICHIGAN 175 της εταιρείας " Ν. Π. Ε.Π.Ε." που πωλείται με το υπ'αριθμ. 222/15-10-1998 τιμολόγιο προς την εταιρεία "ΠΑΡΝΑΣ Α.Τ.Ε." αφετέρου. Για την ύπαρξη δε δεδικασμένου σύμφωνα με το άρθρο 57 του Κ.Π.Δ. απαιτείται: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για την βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπων (κατηγορουμένων) και γ) ταυτότητα πράξεων που υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα αυτά περιστατικά, δηλαδή τα ίδια κατά τον χρόνο και τον τρόπο τελέσεως ιστορικά γεγονότα, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής (Α.Π. 1048/2005 Ποιν. Δ. 2005?1568/2003 ). Περαιτέρω απαιτείται οι εν λόγω προϋποθέσεις να συντρέχουν σωρευτικά, καθόσο έστω και μία αν ελλείπει, δεν υπάρχει δεδικασμένο. 'Ελλειψη της ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη (Α.Π. 1340/2005 Ποιν. Δ. 2006, σελ. 719, Α.Π. 1700/2003 αδημοσίευτη ). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει (Α.Π. 1181/85 Ποιν. Χρον. ΛΣΤ 273, Α.Π. 678/1996 Ποιν. Χρον. ΜΖ 1251 ). Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν δεν γίνεται ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Συμβούλιο ότι προέκυψαν με βάση τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. ( Ολ. Α.Π. 1/2002 Ποιν. Χρον.ΝΒ 689, Α.Π. 510/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ 24, Α.Π. 91/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ 25, Α.Π. 1335/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ' 358 ). Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα το οποίο δεν υπήγετο στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (Α.Π. 1164/2006 Ποιν. Χρον. ΝΖ 36). Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας σχετικά με προκαταρκτικό ζήτημα δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ανακύπτει, όταν το δικαστήριο έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα το οποίο υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Π. 1933/2000 Ποιν. Νομολ. 519, Α.Π. 314/1977 Ποιν. Χρον. ΚΖ 669, Α.Π. 784/1994 Ποιν. Χρον. ΜΔ 775 ). Εξάλλου, σχετικά με τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναιρέσεως ως προς το λόγο της ελλείψεως αιτιολογίας όσον αφορά γεγονότα που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσο η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001, Ποιν. Χρον. ΝΑ/537 και ΝΒ/131).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπ'όψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 20-1-1998 οι κατηγορούμενοι Α.-Μ. Κ. (τότε εφέτης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών) και ο αποβιώσας αδελφός του Δ. Κ. συμφώνησαν με τον εγκαλούντα Γ. Φ. (δικηγόρο Αθηνών), με το υπ'αριθμ. ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πώλησης να αγοράσουν σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, έναν αγρό, συνολικής έκτασης πεντακοσίων πενήντα πέντε (555) στρεμμάτων, που βρισκόταν στη θέση ..., και για τον λόγο αυτό κατέβαλαν συνολικά ως προκαταβολή το ποσό των 36.000.000 δρχ. Επειδή κατά το χρονικό διάστημα από την υπογραφή του ανωτέρω προσυμφώνου μέχρι και πριν από τον Νοέμβριο του έτους 1999 ο Α. Μ.-Κ., λόγω της τότε δικαστικής ιδιότητας, δεν είχε σύμφωνα με το άρθρο 89§1 του Συντάγματος να συμμετάσχει ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ανωνύμου εταιρείας αλλά και να αναλάβει οποιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία, αποφάσισε να μεταβιβάσει το δικαίωμα του επί του ποσοστού του 1/3 που του αναλογούσε. Για τον λόγο αυτό συμφώνησε με τον Κ. Κ. να του καταβάλει το ποσό των 20.000.000 δρχ, προκειμένου εκείνος να συμβληθεί στο οριστικό συμβόλαιο ως αγοραστής του 1/3 της συνολικής έκτασης του ανωτέρω αγρού. Στην συνέχεια στις 26/10/1999, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικού εγγράφου (καταστατικού) του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π., συνεστήθη από τους Δ. Κ., Κ. Κ. και Γ. Φ. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "AGRONEF Γεωργοδενδροκτηνοτροφικές-Εμποροβιομηχανογεωργικές-Εισαγωεξαγωγικές Επιχειρήσεις και Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών Ανώνυμη Εταιρεία" (AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ, ΑΕ) με έδρα την Αθήνα, κεφάλαιο στο ποσό των 35.100.000 δρχ, από το οποίο κάθε ιδρυτής κατέβαλε το 1/3 του ποσού αυτού, δηλαδή ποσό 11.700.000 δρχ, αναλαμβάνοντας ο καθένας και το 1/3 του συνόλου των μετοχών. Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας ορίστηκε ο Γ. Φ., Αντιπρόεδρος ο Κ. Κ. και Διευθύνων Σύμβουλος ο Δ. Κ.. Σύμφωνα με το καταστατικό, μεταξύ των σκοπών της εταιρείας, τέθηκε και η αγορά της ανωτέρω εκτάσεως επ' ονόματι της εταιρείας σύμφωνα με τους όρους του ανωτέρω υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου, η καλλιέργεια και παραγωγή παντός είδους οικολογικών γεωργικών προϊόντων, μεταξύ των οποίων και βατόμουρων, η δένδροφύτευση, ανάπτυξη και εκμετάλλευση ιχθυοτροφείων πέστροφας, σολομού, αστακών και παντός είδους ψαριών, η δημιουργία μονάδας θηραμάτων αγρίων ζώων, πουλιών, στρουθοκαμήλων κλπ. Μετά την ίδρυση της ανωτέρω εταιρείας καταρτίσθηκε και το οριστικό συμβόλαιο αγοράς της ως άνω έκτασης επ' ονόματι της εταιρείας, το δε ποσό του τιμήματος καταβλήθηκε κατ' ίσα μέρη από τους εταίρους. Στις εργασίες και λειτουργίες της ανωτέρω εταιρείας τυπικά, για τους λόγους που αφορούσαν την δικαστική του ιδιότητα, δεν συμμετείχε ο Α.-Μ. Κ., στην πραγματικότητα όμως συμμετείχε ως κρυπτόμενο φυσικό πρόσωπο δια του αδελφού του Δ. Κ.. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το υπ' αριθμ. 5/10-19/8/2002 πρακτικό της τρίτης επαναληπτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανωτέρω εταιρείας, η οποία συνήλθε στις 10/08/2002 στην Αθήνα, όπου εμφαίνεται να συμμετέχει ο Α. Μ.-Κ. ως εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος και πληρεξούσιας του μετόχου Δ. Κ.. Επειδή από το σύνολο της ανωτέρω έκτασης τα 155 στρέμματα είχαν χαρακτηρισθεί ως δάσος, έπρεπε προκειμένου οι εταίροι να τα χρησιμοποιήσουν για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών αναγκών της εταιρείας τους να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για να τα εκχερσώσουν. Την εκχέρσωση της παραπάνω έκτασης ανέλαβαν κατόπιν συμφωνίας οι χειριστές εκσκαπτικών μηχανημάτων Η. Σ. του Γ. και Κ. Α. του Χ., με αμοιβή για τον πρώτο το ποσό των 600.000 δρχ τον μήνα, για δε τον δεύτερο το ποσό των 450.000 δρχ τον μήνα. Για την συμφωνία αυτή συντάχθηκε αρχικά ένα ιδιόχειρο συμφωνητικό και στην συνέχεια ένα ίδιο δακτυλογραφημένο συμφωνητικό, το οποίο υπέγραψαν και οι τρεις εταίροι κρατώντας ένα αντίγραφο για την εταιρεία και ένα για τους χειριστές. Τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την εκχέρσωση ανήκαν στην ανώνυμη εταιρεία "ARGO-G ΑΒΕΤΤΕ", της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Γ. Κ., πλην όμως επειδή η εταιρεία αυτή είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως δυνάμει της υπ' αριθμ. 2082/28.12.1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Γ. Κ., προκειμένου να τα "διασώσει" από την διαδικασία της πτώχευσης, σε συνεννόηση με τους αδελφούς Κ. (Δ. και Α.-Μ.), με τους οποίους διατηρούσε φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις, τα μετέφερε στο κτήμα της AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ ΑΕ στην Σπερχειάδα και τα διέθεσε δωρεάν για την εκχέρσωση του κτήματος. Από την πλευρά του ο εκκαλών Γ. Κ. παραδέχεται μεν ότι τα μηχανήματα ανήκαν προσωπικά στον ίδιον από το 1999, αλλά υποστηρίζει ότι στη συνέχεια τα εισέφερε στην εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", η οποία και εξόφλησε το τίμημα των μηχανημάτων. Ακόμα υποστηρίζει, ότι η εν λόγω εταιρεία στην συνέχεια μίσθωσε τα μηχανήματα στην εταιρεία AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ ΑΕ από 10/01/2000 έως 31/03/2000, προκειμένου η τελευταία να προβεί στην εκχέρσωση του κτήματος και ότι το μίσθωμα είχε συμφωνηθεί να υπολογισθεί βάσει των ωρών εργασίας των μηχανημάτων και κατά την συμφωνία η AGRONEF θα πλήρωνε το πετρέλαιο και τους χειριστές των μηχανημάτων, τους οποίους και πλήρωσε. Περαιτέρω ο Γ. Κ. ισχυρίζεται oτι η εταιρεία AGRONEF δεν επέστρεψε, όπως όφειλε, τα μηχανήματα στο χρόνο που συμφωνήθηκε, αλλά τα κράτησε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2001 και ότι τελικά η εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε πήρε τα μηχανήματα της τον Φεβρουάριο του 2001, χωρίς τελικά η οφειλέτρια εταιρεία AGRONEF να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα, τα οποία μαζί με τα έξοδα μεταφοράς, επισκευής και αγοράς ανταλλακτικών αυτών ανήλθαν στο ποσό των 53.170.000 δρχ περίπου. Ακόμη ισχυρίζεται ότι οι μέτοχοι της AGRONEF, αθέτησαν την συμφωνία τους και δεν πλήρωσαν τα οφειλόμενα και για τον λόγο αυτό ο Δ. Κ., ο οποίος κατά το διάστημα εκείνο ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της AGRONEF πρότεινε στην Γενική Συνέλευση να αναγνωρισθεί και να πληρωθεί η απαίτηση της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. Ακολούθως ο Δ. Κ., μετά από σχετική απόφαση για την αναγνώριση του χρέους από την ACRONEF, που ελήφθη κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της 19/05/2001, εξέδωσε προς εξόφληση, σε διαταγή της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε πέντε (5) συναλλαγματικές συνολικής χρηματικής απαίτησης 156.040 ευρώ (δηλαδή πέντε συναλλαγματικές ποσού εκάστης 31.208 ευρώ) και συγκεκριμένα: 1) συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25.2.2002, στην Αθήνα λήξεως 30.5.2002, 2) συναλλαγματική ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25.2.2002, στην Αθήνα λήξεως 2.6.2002, 3) συναλλαγματική ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25.2.2002 στην Αθήνα λήξεως 5.6.2002, 4) συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25.2.2002 στην Αθήνα, λήξεως 10.6.2002, 5) συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25.2.2002 στην Αθήνα, λήξεως 12.6.2002. Στην συνέχεια την 25/02/2002 οι κατηγορούμενοι Ε. Β., Γ. Τ. και Α. Τ.ς, οι οποίοι απάρτιζαν την σύνθεση του Δ.Σ της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε (Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος η πρώτη, Αντιπρόεδρος ο δεύτερος και μέλος ο τρίτος), με το από 25/02/2002 πρακτικό του Δ.Σ, χορήγησαν στον Γ. Κ. έγγραφη εξουσιοδότηση για να τους εκπροσωπεί ενώπιον των διοικητικών και δικαστικών αρχών, δυνάμει της οποίας αυτός άσκησε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας (ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε) κατά της εταιρείας AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ, την από 15/10/2002 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο δικόγραφο της οποίας ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία αποδέχθηκε νομότυπα τις παραπάνω συναλλαγματικές συνολικού ποσού 156.040 ευρώ και ότι εξ αυτού του λόγου οφείλει στην εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε το ανωτέρω ποσό (υπ' αριθμ 6977/2002 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Πλην όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί ταυ Γ. Κ. δεν είναι βάσιμοι διότι δεν στηρίζονται στο αποδεικτικό υλικό. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι τα ποσά των συναλλαγματικών αφορούσαν μισθώματα των εκσκαπτικών μηχανημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για την εκχέρσωση του κτήματος της εταιρείας AGRONEF, τον χρόνο που φέρεται ότι έγινε η συμφωνία για την εκμίσθωση των μηχανημάτων μεταξύ των άνω εταιρειών η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" δεν υφίστατο ως εταιρεία. Η εν λόγω εταιρεία, η οποία ήταν συμφερόντων του κατηγορουμένου Γ. Κ., όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ ... συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Β., συνεστήθη το πρώτον την 08/02/2000, η δε καταχώρησή της στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών έγινε μόλις τον Απρίλιο του 2000, ενώ η κατάθεση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, που ανέρχεται σε 55 εκατομμύρια δρχ, έγινε στις 18/08/2000. Δηλαδή προκύπτει ξεκάθαρα ότι κατά τον επίμαχο χρόνο της εκχέρσωσης η "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" δεν κατείχε με οποιαδήποτε σχέση τα εκσκαπτικά μηχανήματα, έτσι ώστε να είναι δυνατή η εκμίσθωση αυτών. Ούτε άλλωστε προσκομίσθηκε από τους κατηγορουμένους το μισθωτήριο έγγραφο που αφορά την μίσθωση των μηχανημάτων, ώστε να ερευνηθεί μεταξύ ποίων είχε υπογραφεί η μίσθωση, ενώ για πολύ μικρότερη οικονομική δέσμευση, μεταξύ όλων των μετόχων της AGRONEF και των χειριστών των μηχανημάτων Η. Σ. και Κ. Α. είχε καταρτισθεί και υπογραφεί το από 30/12/1999 ιδιωτικό συμφωνητικό. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας εξάλλου δεν προκύπτει ότι εξοφλήθηκαν τα εκσκαπτικά μηχανήματα που είχε εισφέρει ο ίδιος Γ. Κ. κατά την ίδρυση της εταιρείας, αφού δεν προσκομίσθηκαν τα σχετικά τιμολόγια αγοράς των μηχανημάτων, που κατά τους ισχυρισμούς του, εκδόθηκαν στο όνομα της "ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" και εξοφλήθηκαν από αυτήν. Αντιθέτως οι ισχυρισμοί του Γ. Φ. και του μάρτυρα Κ. Κ. ότι δεν υπήρξε κανένα απολύτως χρέος της εταιρείας AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ προς την εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" από την εκμίσθωση των ανωτέρω εκσκαπτικών μηχανημάτων και ότι οι συναλλαγματικές που προσκομίσθηκαν από τον Γ. Κ. ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν ψευδείς και εικονικές, με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί ο ανωτέρω Δικαστής και να εκδώσει την υπ' αριθμ 6977/2002 Διαταγή Πληρωμής υπέρ της αιτούσας εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", ποσού 1.56.040 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, σε βάρος της ανωτέρω αποδέκτριας εταιρείας, κρίνονται αληθινοί και δεν αναιρούνται από την με ημερομηνία 19/05/2001 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας AGRONEF για εξόφληση του οφειλομένου ποσού 53.170.800 δρχ προς την "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", καθόσον με την υπ' αριθμ 3996/1-11-2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της απόφασης αυτής, ενώ δεν πρέπει να παροραθεί ότι σύμφωνα με σχετικό όρο του καταστατικού της AGRONEF τα αξιόγραφα έπρεπε να υπογράφονται και από τα τρία μέλη του Δ.Σ, αλλιώς θα πρέπει να δοθεί ρητή έγγραφη εξουσιοδότηση σε ένα από αυτά, πράγμα που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε. Περαιτέρω από το γεγονός ότι: α) ο μέτοχος της AGRONEF Δ. Κ. ήταν ταυτόχρονα και μέτοχος από κοινού με τον "δανειστή" Γ. Κ. στην εταιρεία "ΑΠΟΛΛΩΝ ΕΠΕ", β) τα ανωτέρω πρόσωπα ενεργούσαν από κοινού τις επιχειρήσεις τους, γ) στην δίκη των ασφαλιστικών μέτρων για την αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως, στην οποία είχε προβεί η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" σε βάρος της περιουσίας της AGRONEF, μετά την έκδοση της ως άνω Διαταγής Πληρωμής, η "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" προσκόμισε την υπ' αριθμ ... ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Κερατέας Δάφνης Ξούρα, στην οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος Ι. Κ., που ήταν τότε αντιπρόεδρος της Δ.Σ της AGRONEF υπεραμύνεται του κύρους της κατασχέσεως του κτήματος, δ) oι αδελφοί Κ. συγκαλούν γενική συνέλευση των μετόχων για τις 10-19 Αυγούστου 2002, όπου μετέχει μόνος του ο Δ. Κ. και παρίστανται ως εκπρόσωποι και αντιπρόσωποι αυτού οι Α.-Μ. - Κ.ς και Ι. Κ., όπου αποφασίζεται μετοχοποίηση του ανυπάρκτου χρέους προς την "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" χωρίς προηγουμένως αναπροσαρμογή του αρχικού κεφαλαίου με βάση την αξία του κτήματος και παραχωρούνται μετοχές σε ποσοστό άνω του 60% της ACRONEF προς την "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", συμψηφίζοντας έτσι το "χρέος" και ε) η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" είναι συμφερόντων του Γ. Κ. και απαρτίζεται κυρίως από μέλη της οικογένειας του, δηλαδή η μεν πρόεδρος του Δ.Σ Β. Ε. είναι σύζυγος του, το δε μέλος του Δ.Σ Α. Τ.ς είναι ανηψιός του, συμμετείχαν δε ενεργά στην διοίκηση της εταιρείας οι τελευταίοι (βλ την από 17/1 2/2007 απολογία του Γ. Κ.), προκύπτει ότι οι 2ος 3ος, 4n και 6ος των εκκαλούντων έλκοντες ζωτικά συμφέροντα από την έκδοση της σχετικής Διαταγής Πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της AGRONEF και υπέρ της "ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" προκάλεσαν την απόφαση στον 1ο εκκαλούντα με προτροπές και παραινέσεις για να διαπράξει την ανωτέρω περιγραφόμενη πράξη της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου, από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης για την οποία παραπέμπονται στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων σχετικά με τους επικαλούμενους λόγους αναιρέσεως κατ'άρθρο 484 παρ. 1 περιπτώσεις β, γ, δ και στ του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. Ειδικότερα σχετικά με την φερομένη παραβίαση δεδικασμένου ( 484 παρ. 1 γ Κ.Π.Δ.), πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: δεν δημιουργείται δεδικασμένο σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα εκ του ότι έχουν εκδοθεί απαλλακτικές για τους αναιρεσείοντες διατάξεις των Εισαγγελέων Πρωτοδικών και Εφετών για το ίδιο με την προκειμένη παραπομπή θέμα. Δεν δημιουργείται δεδικασμένο εκ του ότι οι νυν εγκαλούντες έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος των αναιρεσειόντων, οι οποίες κατηγορίες εκκρεμούν ακόμη προς εκδίκαση και των οποίων η συζήτηση προφανώς θα ανασταλεί σύμφωνα με το άρθρο 366 παρ. 2 του Π.Κ. μέχρι πέρατος της προκειμένης υποθέσεως, από την έκβαση της οποίας θα εξαρτηθεί και η τύχη αυτής ( ψευδούς καταμηνύσεως - συκοφαντικής δυσφημήσεως ). Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν. Δικ. το ότι το Συμβούλιο Εφετών έκρινε παρεπιμπτόντως και για ζητήματα αστικής φύσεως που προκύπτουν από το υπάρχον ανακριτικό υλικό, και συγκεκριμένα όσον αφορά την εγκυρότητα ή μη των πέντε (5) επίδικων συναλλαγματικών του διατακτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος ( 181/2009 ) που επικυρώθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα (2199/2009), που φέρονται να δεσμεύουν με την αποδοχή τους από τον αποβιώσαντα ήδη Δ. Κ. την εταιρεία AGRONEF, δοθέντος ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του καταστατικού της εν λόγω εταιρείας για την δέσμευση της εταιρείας απαιτούντο οι υπογραφές και των ετέρων δύο νομίμων εκπροσώπων ή έστω εξουσιοδότηση από αυτούς. Ούτε επίσης συνιστά υπέρβαση εξουσίας το ότι το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα έλαβε υπ'όψη του ότι με την υπ'αριθμ. 3996/1.11.2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 19-5-2001 αποφάσεως της εκτάκτου γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας ΑGRONEF περί αναγνωρίσεως της οφειλής των 53.170.800 δραχμών ή 156.040 ΕΥΡΩ προς την ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. με την μετοχοποίηση του σχετικού χρέους. Ούτε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα τιμολόγια ότι τα φερόμενα ως χρησιμοποιηθέντα εκσκαπτικά μηχανήματα ανήκαν κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο στην εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. Περαιτέρω σχετικά με την έννοια της κακουργηματικής απάτης, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, κάθε φορά που υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου, σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει, ως αβάσιμη, την αγωγή ή την αίτηση. ( Α.Π. 305/2007, Α.Π. 1638/2004 Ποιν. Χρον. ΝΕ σελ. 648, Α.Π. 769/2003 Ποιν. Χρον. ΝΔ σελ. 150, Α.Π. 1633/2002 Ποιν. Χρον.ΝΓ σελ. 602, Α.Π. 1287/1997 Ποιν. Χρον. 1998 σελ. 463, Α.Π. 1452/1983 Ποιν. Χρον. 1984 σελ. 428 ).
Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το παραπεμπτικό βούλευμα, ορθώς ερμήνευσαν και εφάρμοσαν τις σχετικές ποινικές διατάξεις, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν οι προτεινόμενοι λόγοι αναιρέσεως ως αβάσιμοι και να τους επιβληθούν και τα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 221/18.12.2009 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Κ. κατά του υπ'αριθμ. 2199/18.11.2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
2) Να απορριφθούν ως αβάσιμες οι υπ'αριθμ.: α) 222/21-12-2009, β) 217/11.12.2009, γ) 225/21.12.2009, δ) 224/21.12.2009, και, ε) 223/21.12.2009 αιτήσεις αναιρέσεως των αντιστοίχως προς τις ανωτέρω των α) Γ. Κ., β) Α. Μ.-Κ., γ) Ε.ς Β., δ) Γ. Τ., και ε) Α. Τ., κατά του υπ'αριθμ. 2199/18.11.2009 βουλεύματος Εφετών Αθηνών.
3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των ανωτέρω αναιρεσειόντων. Αθήνα 2-5-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, οι αντίκλητοι των αναιρεσειώντων,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Γ. Τ. με το 181/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού με άλλους συγκατηγορουμένους του σε απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο του επιδόθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2009 στη δηλωθείσα στην κατά την ανάκριση απολογία του διεύθυνση κατοικίας του, στην οδό 25ης Μαρτίου 36 στους Αγίους Αναργύρους Αττικής με θυροκόλληση, χωρίς να έχει διορίσει αντίκλητο ο κατηγορούμενος, άσκησε την από 16 Απριλίου 2009 198/2009 έφεση του, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το προσβαλλόμενο 2199/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, χωρίς να εκθέτει στην έφεση προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης ασκήσεως της λόγους ανώτερης βίας, που να αφορούν το πρόσωπο του εκκαλούντος και να προσκομίσει τα προς επιβεβαίωση τους αποδεικτικά μέσα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών, ο ως άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την από 21.12.2009 ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Κατά του αυτού ως άνω βουλεύματος άσκησε αίτηση αναιρέσεως και ο κατηγορούμενος για την αυτήν ως άνω πράξη Ι. Κ. με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών στις 18 Δεκεμβρίου 2009 και για την οποία συντάχθηκε η 221/2009 έκθεση. Από τα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα από το από 3.12.2009 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας εφετών Γ. Σ. προκύπτει ότι στον εν λόγω αναιρεσείοντα είχε επιδοθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση του κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχε παραπεμφθεί και αυτός για να δικασθεί για την ως άνω πράξη, στις 3 Δεκεμβρίου 2009 με θυροκόλληση στη δηλωθείσα έφεση κατοικία του. Στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεκαήμερης προθεσμίας, ο ως αναιρεσείων δεν επικαλείται προς δικαιολόγηση της καθυστερημένης ασκήσεως αυτού του ένδικου μέσου συνδρομή ανυπέρβλητου κωλύματος ή λόγο ανώτερης βίας. Οι αιτήσεις αναιρέσεως των ως άνω κατηγορουμένων προσδιορίσθηκαν να δικασθούν μαζί με εκείνες των λοιπών συγκατηγορουμένων τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) στις 19 Οκτωβρίου 2010. Με την απόφαση του 1848/2010 το Δικαστήριο τούτο, διαπιστώνοντας ότι οι ως άνω αιτήσεις, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν έχουν ασκηθεί παραδεκτώς και ότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις, που επιβάλλονται ως υποχρεωτικές από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αναφορικά με την ειδοποίηση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου καθενός από τους ως άνω διαδίκους που άσκησαν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ή τον αντίκλητο τους για να προσέλθουν στο Συμβούλιο και εκθέσουν τις απόψεις τους, για το ένδικο αυτό μέσο πριν την απόρριψη των αιτήσεων ως απαραδέκτων από το παρόν Δικαστικό Συμβούλιο, απέσχε να αποφανθεί επί των ως άνω αιτήσεων προκειμένου να ειδοποιηθούν οι αναιρεσείοντες εμπροθέσμως και νομίμως, όπως ορίζει η παραπάνω διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για να προσέλθουν κατά τη συνεδρίαση αυτού, να εκθέσουν τις απόψεις τους για το ένδικο μέσον που άσκησαν. Ήδη, οι ως άνω αναιρεσείοντες ειδοποιήθηκαν οι ίδιοι από τη Γραμματεία του Συμβουλίου τούτου να προσέλθουν στη συνεδρίαση του Συμβουλίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση του, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική σημείωση στη δικογραφία από τη Γραμματέα του Συμβουλίου. Όμως και ενόψει των ορισμών των άρθρων 32 παρ.1 και 138 παρ. 2, 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι οποίες για το κύρος του εκδιδόμενου βουλεύματος επιτάσσουν την προηγούμενη υποβολή έγγραφης εισαγγελικής προτάσεως, πρέπει το Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο) να απόσχει να αποφανθεί επί των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, μέχρι την υποβολή, κατά την νέα συζήτηση της υποθέσεως, που θα ορισθεί αρμοδίως, σχετικής εισαγγελικής προτάσεως, δοθέντος ότι αυτή δεν έχει υποβληθεί, όπως προκύπτει από τη δικογραφία.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απέχει να αποφανθεί επί των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Γ. Τ. και Ι. Κ. για αναίρεση του 2199/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέχρι την υποβολή εισαγγελικής προτάσεως επί του παραδεκτού των αναφερομένων στο σκεπτικό αιτήσεων αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απέχει να αποφανθεί επί των αιτήσεων αναιρέσεως μέχρι την υποβολή εισαγγελικής προτάσεως επί του παραδεκτού των αιτήσεων.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1349/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με την 17/24.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ν. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουσαή, περί αναιρέσεως της 75956/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Α. του Σ., κάτοικο ..., που παραστάθηκε ο ίδιος ως δικηγόρος και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Λάλα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 746/2010.
Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 περ. δ' της τελευταίας αυτής διατάξεως, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται, όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι α) οι ενδείξεις, β) η αυτοψία, γ) η πραγματογνωμοσύνη, δ) η ομολογία του κατηγορουμένου, ε) οι μάρτυρες και στ) τα έγγραφα". Ως έγγραφο που περιέχει την εκτός δίκης μαρτυρία τρίτου θεωρείται και η ένορκη βεβαίωση τούτου, η οποία δίδεται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά τις προβλέπουσες αυτήν διατάξεις. Γι'αυτό άλλωστε και οι ένορκες βεβαιώσεις διαβάζονται στο ακροατήριο κατά το άρθρο 364 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως "υπόλοιπα" (λοιπά) έγγραφα και όχι ως ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατά το άρθρο 365 του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τη βασιμότητα του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ζήτησε να αναγνωσθούν και οι 287/2009, 288/2009 και 299/2009 ένορκες βεβαιώσεις μάρτυρος, που είχαν ληφθεί ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου. Το Δικαστήριο, όμως, με την παρεμπίπτουσα απόφαση του, απέρριψε το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος και υπέπεσε έτσι στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλεπόμενη πλημμέλεια, αφού, στο ακροατήριο επιτρεπτά αναγιγνώσκονται οι ένορκες βεβαιώσεις, ως λοιπά έγγραφα και όχι ως ένορκες καταθέσεις μαρτύρων στην προδικασία, κατά άρθρο 365 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο τούτο, γιατί δεν αναγνώσθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας, οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν "δικάσει προηγουμένως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 75956/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση του λόγου της απόλυτης ακυρότητας, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε αίτημα του κατηγορουμένου, για ανάγνωση ένορκης βεβαιώσεως ως εγγράφου που δόθηκε ενώπιον συμβολαιογράφου. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1348/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενες τις: 1) Κ. Ν. και 2) Ε. Κ..
Με εγκαλούσα την Ε. Σ. - Π. του Π., κάτοικο ....
Η αίτηση αυτή με αριθμό 236/15.3.2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 395/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 156/02.6.2011 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Μετά από έγκληση της Ε. Σ.-Π. [που περιείχετο στο από 26-7-2007 υπόμνημα αυτής] κατά των Κ. Ν., Εφέτη Αθηνών, και Ε. Κ., δικαστικής γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών για παράβαση καθήκοντος και ψευδή βεβαίωση, που φέρεται ότι τέλεσαν στην Αθήνα στις 24-11-2006, διετάχθη προκαταρκτική εξέταση μετά το πέρας της οποίας ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών απέρριψε αυτή, με την υπ'αριθμ. ΕΓ 144-09/465/11Δ/11 διάταξή του ως νόμω αβάσιμη.
Η διάταξη αυτή επιδόθηκε στην εγκαλούσα στις 23-2-2011 και κατ'αυτής άσκησε δια πληρεξουσίου στις 10-3-2011 ενώπιον του γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών την υπ'αριθμ. 123/2011 προσφυγή, προβάλλουσα τους εκεί αναφερομένους λόγους.
Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, που είναι ο αρμόδιος να αποφανθεί επ' αυτής και στον οποίο υπεβλήθη η οικεία δικογραφία, υπέβαλε τη συνημμένη δικογραφία στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για τον καθορισμό αρμοδιότητας -κατά τα άρθρα 136 περ. ε, 137 περ. γ ΚΠΔ- διότι η άνω πρώτη εγκαλουμένη υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών και λόγω συναφείας για την συν-εγκαλουμένη γραμματέα.
ΙΙ) Επειδή κατά το άρθρο 136 περ. ε ΚΠΔ όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο.
Από το δικαιολογητικό λόγο της άνω διάταξης, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής -όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας αλλά- και κατ'εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η κρίση επί προσφυγής του εγκαλούντος κατά απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ.
Την παραπομπή στην άνω περίπτωση μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, αποφασίζει δε γι' αυτήν ο 'Αρειος Πάγος σε συμβούλιο όταν πρόκειται για παραπομπή από ένα Εφετείο σε άλλο, σύμφωνα με το άρθρο 137 στοιχ. γ ίδιου Κώδικα.
Ενόψει των ανωτέρω συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραπομπής της ένδικης προσφυγής σε άλλον Εισαγγελέα Εφετών προκειμένου να αποφανθεί επ' αυτής καθόσον αφορά την πρώτη εγκαλούμενη και λόγω συναφείας για την ενότητα της κρίσης και την οικονομίας της δίκης για τη δεύτερη -βλ. ΑΠ 2264/2005, ΑΠ 1138/86 κ.α.
'Ετσι πρέπει να παραπεμφθεί η κρίση επί της ένδικης προσφυγής στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου-Εφετείου Πειραιά και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, σε περίπτωση που θα προκύψει νόμιμη περίπτωση συνέχισης της διαδικασίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω να παραπεμφθεί η με αριθμό 123/2011 προσφυγή της Ε. Σ.-Π. κατά της με αριθμό ΕΓ 144-09/465/11Δ/11 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, καθώς και στις δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιά και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέχει περίπτωση. Αθήνα 16-5-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δια την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρ. 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του επ. άρ. 137 παρ. 1 την παραπομπή μπορεί να ζητήσει πλην άλλων και ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου.
Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περιπτώσεις αδυναμίας συγκρότησης, β) το συμβούλιο των εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκου σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της άσκησης ποινικής δίωξης, για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλ. του ανεπηρέαστου της κρίσης των δικαστικών λειτουργών και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρέτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, με το 236/15.3.2011 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που απευθύνεται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 137 περ. γ' και 136 περ. ε' του ΚΠΔ η συνημμένη ποινική δικογραφία με ΑΒΜ:ΙΓ-2008/1650 και ΕΓ-144-09/465 δικογραφία προκαταρκτικής εξέτασης, με την υπ' αριθ. 123/2011 προσφυγή της Ε. Σ. - Π. του Π., ασκηθείσα κατά της ΕΓ-144/09/465/11Δ/11.2.2011 διατάξεως (άρθρ. 47 παρ. 2 του ΚΠΔ) του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 26.7.2007 έγκληση της ανωτέρω κατά της Κ. Ν., Εφέτη Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, υπηρετούσας ήδη στο Εφετείο Αθηνών, για τις καταγγελλόμενες πράξεις της παράβασης καθήκοντος (άρθρ. 13α, 259 ΠΚ) και της ψευδούς βεβαίωσης (άρθρ. 242 ΠΚ).
Η καταγγελλόμενη δικαστική λειτουργός, υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και παραπομπή της υποθέσεως από τις άνω αρχές του Εφετείου και Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιά
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την με αριθμό 123/2011 προσφυγή της Ε. Σ. - Π. κατά της με αριθμό ΕΓ-144-/465/11Δ/11 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, καθώς και στις δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιά και των αντίστοιχων Εισαγγελιών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας από τον Άρειο Πάγο. Υποβάλλεται από τον Εισαγγελέα Εφετών (προκειμένου να καθοριστεί από το Δικαστήριο αυτό η αρμοδιότητα των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών), η ποινική δικογραφία που αφορά προσφυγή της εγκαλούσας κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία απορρίφθηκε έγκλησή της κατά εφέτη πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, που υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών. Παραπέμπει την προσφυγή στις αρχές (εισαγγελικές και δικαστικές) Πειραιά.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1346/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Χ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 94845α /2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 305/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία α)18 Μαρτίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Ν. Μ., Επιμελητή των Δικαστηρίων του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, και β)από 4 Απριλίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Φεβρουαρίου 2011, αίτηση του Ε. Χ. του Π. για αναίρεση της 94845α/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡOΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1345/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου J. S. του M., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Κλειστή Φυλακή Πατρών, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 12/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 278/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 16-3-2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Μ. Μ., υπαλλήλου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, περί επιδόσεως στον εκεί κρατούμενο αναιρεσείοντα της υπ'αριθμό 278/15-3-2011 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 8-2-2011 δήλωση-αίτηση του J. S. του M. για αναίρεση της 12/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡOΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1344/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Ζαΐρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Τ. του Δ. , κατοίκου … ή …, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 15695/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 195/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 8 Ιουλίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Σ. Δ. περί επιδόσεως προσωπικώς στον ίδιο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στην οικία του στη ... της 195/16-2-2011 κλήσεως του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 28-1-2011 αίτηση του Λ. Τ. του Δ. για αναίρεση της 15695/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1342/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση-Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Τ. ή Τ. του Π., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 1481/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1047/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 εδ γ' ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αν με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Τέλος, κατά το άρθρο 514 3δ α'ΚΠοινΔ αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, από το ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης της Αικατερίνης Παστρίτση, δικαστικής επιμελήτριας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανιστεί κατά τη συνεδρίαση της 2 Μαρτίου 2011, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με αίτηση του κατηγορουμένου, εκπροσωπούμενου από δικηγόρο, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, όπως προκύπτει από την 372/2011 απόφαση αυτού του δικαστηρίου. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον αυτού του δικαστηρίου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρθο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιουνίου 2010 αίτηση του Κ. Τ. ή Τ. για αναίρεση της 1481/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1343/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Φυτράκη, για αναίρεση της με αριθμό 2755/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σταυρούλα Μπανάκου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του περί αναιρέσεως, καθώς και στο από 26 Αυγούστου 2001 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 180/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του Κ.Π.Δ, εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον οργανισμό των δικαστηρίων, στον ειδικό νόμο για τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια και στον Κώδικα αυτό, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ' αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 του Ν.1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), δικαστικοί λειτουργοί, υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και δικηγόροι, δεν επιτρέπεται να συμπράττουν στην ίδια διαδικαστική πράξη ή ενέργεια αν είναι σύζυγοι ή συνδέονται με συγγένεια αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τρίτου βαθμού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α-γ του ΚΠΔ, όπως τα δύο πρώτα αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 3090/2002, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί, επίσης, για τον λόγο αυτό να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης πριν αρχίσει η συζήτηση της υποθέσεως. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου δεν το επιτρέπουν. Ως σημαντικά αίτια, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, όχι μόνον όταν έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 14 παρ. 3 του ΚΠΔ), αλλά και σε στάδιο προγενέστερο εκείνης, που έχει συμπράξει και στην έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν εκ προκαταλήψεως να μη κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες απ' αυτή εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Άλλωστε, το δικαίωμα εξαιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεση του, δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει, είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης, είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης". Στην προκειμένη περίπτωση μετά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως του Α. Ρ. κατά της 2755/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προέκυψε, ότι η σύζυγος του εκ των μελών της παρούσης συνθέσεως Ανδρέα Ξένου, Αρεοπαγίτη, Χ. Λ., Εφέτης Αθηνών, μετείχε ως μέλος του ανωτέρω Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και συνεπώς κωλύεται ο εν λόγω δικαστής να μετάσχει στην εκδίκαση της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Μετά ταύτα συντρέχει λόγος αναβολής της εκδικάσεως της προκειμένης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας, εν όψει του ότι ο αναιρεσείων δεν έχει κληθεί να παραστεί κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως και η διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 του ΚΠΔ δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω κωλυόμενος Αρεοπαγίτης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει την εκδίκαση της από 24 Ιανουαρίου 2011 αιτήσεως του Α. Ρ. του Ν., κατοίκου Αθηνών, για αναίρεση της 2755/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους, με το ξεχωριστό δικόγραφο από 26.8.2011, κατά της αυτής αποφάσεως από τον άνω αναιρεσείοντα ασκηθέντες πρόσθετους λόγους, σε άλλη δικάσιμο που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει ο Αρεοπαγίτης Ανδρέας Ξένος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συμμετοχή ως μέλους της συνθέσεως του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, της συζύγου δικαστή αυτού του Δικαστηρίου - κώλυμα του δικαστή της παρούσας σύνθεσης να μετάσχει στην έκδοση αποφάσεως και αδυναμία του Δικαστηρίου να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια σε άλλη δικάσιμο. Λόγω του κωλύματος αυτού, που διαπιστώθηκε κατά τη διάσκεψη της υποθέσεως.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1347/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σταυρούλα Καραθάνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου εκδόθηκε 3058/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2009 αίτησή της και τους από 30-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ' αριθ. 358/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 31.250.000 δρχ. ως αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη από την αντικειμένη στη καλή πίστη και τα χρηστά ήθη άρνηση της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην εξάλειψη της συμπληρωματικής υποθήκης 800.881 δρχ. που είχε εγγράψει επί δύο ακινήτων της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η πώληση των εν λόγω ακινήτων της αντί του ποσού των 25.000.000 δρχ. και να απολέσει η αναιρεσείουσα το ποσό των 31.250.000 δρχ., το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε από την έντοκη κατάθεση του ποσού των 25.00.000 δρχ. σε προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-12-1991. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-6-2005 αίτησή της με την οποία, επικαλούμενη το παραχθέν από την ανωτέρω απόφαση δεδικασμένο, ζήτησε να εκδοθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης διαταγή πληρωμής για διαφυγόντας τόκους κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12-2002. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 6380/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 464.144,07 ευρώ. Κατ' αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 4-7-2005 ανακοπή της, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη 3058/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 929 ΑΚ, 321, 324 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι η τελεσίδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί προηγουμένης αγωγής αποζημιώσεως του παθόντος, στηριζομένης στην ίδια αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο στην νέα (διαγνωστική) δίκη, στην οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως για μεταγενέστερο χρόνο, ως προς τις συνθήκες επελεύσεως αυτής (αδικοπραξίας), την υπαιτιότητα του εναγομένου, την συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, καθώς και τις ζημίες (θετικές και διαφυγόν κέρδος) που αυτός υπέστη, για το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα. Δεν αποτελεί, όμως, δεδικασμένο για απαιτήσεις μεταγενεστέρου χρόνου, κατά την διάρκεια του οποίου είναι δυνατόν να εξακολουθήσει η αδικοπραξία να επιφέρει επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες δεν προβλήθηκαν με την προηγουμένη αγωγή, διότι αυτές δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη δίκη (Α.Π.938/2010, 1428/2009). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ` ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων (ΑΠ 448/06, ΑΠ 665/06). Κατά την ορθή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 623 ΚΠολΔ, στην έννοια του δημοσίου εγγράφου περιλαμβάνεται και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει την απαίτηση ή το οφειλόμενο ποσό, η οποία εκδόθηκε σε άλλη δίκη επί αγωγής του ζητούντος την έκδοση της διαταγής πληρωμής κατά του καθ' ου πρόκειται να εκδοθεί αυτή. Έτσι, εκείνος που πέτυχε να εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση υπέρ αυτού, η οποία αναγνωρίζει τη χρηματική απαίτηση και αποτελεί δεδικασμένο στις μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του σχέσεις (άρθρα 321, 325 αρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς την ύπαρξη της διαγνωσθείσας απαίτησης, μπορεί, προκειμένου να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο για την αναγνωρισθείσα τελεσιδίκως απαίτηση του, να ζητήσει να εκδοθεί υπέρ αυτού διαταγή πληρωμής κατά τη διαδικασία των άρθρων 623 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 665/2006, ΑΠ 448/2006, ΑΠ 124/2005, ΑΠ 1424/2004). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 632 επ. ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αντικείμενο της αίτησης δεν είναι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης του αιτούντος, αλλά μόνον ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό, ανεξάρτητα από την αυθεντική διάγνωση της σχετικής αξίωσης. Αντικείμενο δε της επί της ανακοπής δίκης του άρθρου 632 ΚΠολΔ είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης (ΑΠ 1870/86) και συνεπώς αν από τα προσκομισθέντα στο δικαστή, που έχει εκδώσει τη διαταγή πληρωμής, έγγραφα για την έκδοση της, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση, δεν μπορεί το δικαστήριο της ανακοπής να διαγνώσει την ουσιαστική αξίωση του καθού, αλλά θα πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής : Με την υπ' αριθ. 358/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 31.250.000 δρχ. ως αποζημίωση για τη ζημιά που η τελευταία υπέστη από την αντικειμένη στη καλή πίστη και τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 Α.Κ ) άρνηση της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην εξάλειψη της άκυρης συμπληρωματικής υποθήκης 800.881 δρχ. που είχε εγγράψει επί δύο ακινήτων της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η πώληση των εν λόγω ακινήτων της αντί του ποσού των 25.000.000 δρχ. και να απολέσει η αναιρεσείουσα το ποσό των 31.250.000 δρχ., το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε από την έντοκη κατάθεση του ποσού των 25.00.000 δρχ. σε προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-12-1991. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-6-2005 αίτησή της με την οποία, επικαλούμενη το παραχθέν από την ανωτέρω απόφαση δεδικασμένο, ζήτησε να εκδοθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης διαταγή πληρωμής για διαφυγόντες τόκους κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12-2002. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 6380/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι από τη συνημμένη στην αίτηση 358/1999 ως άνω τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και για τη ζημιά που υπέστη η αναιρεσείουσα σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και έτσι υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 464.144,07 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12-2002. Κατ' αυτής άσκησε η αναιρεσίβλητη την από 4-7-2005 ανακοπή της, με την οποία αμφισβήτησε ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας αποδεικνυόταν από τα συνημμένα στη αίτηση έγγραφα και ιδίως από την άνω τελεσίδικη απόφαση, από την οποία ισχυρίσθηκε ότι δεν υφίστατο δεδικασμένο για την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 3058/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι η τελεσίδικη 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων, παράγει δεδικασμένο μόνο για τα στοιχεία της αδικοπραξίας και τη ζημιά που προκλήθηκε στην αναιρεσείουσα για το προγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-12-1991, το οποίο και αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, όχι δε και για τη ζημιά της αναιρεσείουσας (διαφυγόν κέρδος) την οποία αυτή υπέστη κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12-2002 για το οποίο ζητήθηκε και εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού η ζημιά αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο διάγνωσης από το ουσιαστικό δικαστήριο και συνεπώς δεν αποδεικνυόταν από την τελεσίδικη απόφαση. Με τις σκέψεις αυτές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως βάσιμη την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Έτσι, που έκρινε : α) δεν παραβίασε το δεδικασμένο που παρήχθη από την υπ' αριθ. 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον αυτό δεν εκτείνεται και στη ζημιά (διαφυγόν κέρδος) που φέρεται ότι υπέστη η αναιρεσείουσα κατά το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, η οποία δεν είχε καταστεί αντικείμενο της προηγούμενης δίκης και δεν έχει διαγνωσθεί με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, ούτε μπορούσε να διαγνωσθεί στα πλαίσια της έκδοσης διαταγής πληρωμής και της εκδίκασης της κατ' αυτής ανακοπής, αφού, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αντικείμενο αυτών δεν είναι η διάγνωση της απαίτησης, αλλά στην πρώτη περίπτωση ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό και στη δεύτερη ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρώτος του κυρίου δικογράφου και πρώτος του πρόσθετου δικογράφου λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και β ) δεν κήρυξε παρά τον νόμο διαδικαστικό απαράδεκτο και οι από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ δεύτερος του κύριου δικογράφου και δεύτερος του πρόσθετου δικογράφου λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αποδίδοντας σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη (βαρύτητα) μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίζει δεσμευτικά για το δικαστήριο ο νόμος. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εκτιμά το περιεχόμενο τελεσίδικης δικαστικής απόφασης για να διαπιστώσει την έκταση του παραγόμενου από αυτήν δεδικασμένου. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος του κύριου αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αποδεικτική δύναμη της υπ' αριθ. 358/1999 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μη δεχόμενο την ύπαρξη δεδικασμένου για την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η 6380/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2009 αίτηση της Σ. Κ., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 30-12-2010 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3058/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική δικονομία. Αναίρεση. Διαταγή πληρωμής. Αντικείμενο της αίτησης είναι μόνον ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό, ανεξάρτητα από την αυθεντική διάγνωση της σχετικής αξίωσης. Αντικείμενο δε της επί της ανακοπής δίκης του άρθρου 632 ΚΠολΔ είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης. Αν από τα προσκομισθέντα στο δικαστή, που έχει εκδώσει τη διαταγή πληρωμής, έγγραφα για την έκδοση της, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση, δεν μπορεί το δικαστήριο της ανακοπής να διαγνώσει την ουσιαστική αξίωση του καθού, αλλά θα πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής. Τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάσει αποζημίωση από αδικοπραξία για προγενέστερο χρονικό διάστημα. Δεν αποτελεί δεδικασμένο και δεν αποδεικνύει απαίτηση για αποζημίωση μεταγενέστερου χρόνου. Με βάση αυτήν δεν μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ ( Επικυρώνει 3058/2008 απόφαση Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών.
| null | null | 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.