text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1351/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2577/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου.
Με κατηγορούμενο τον Δ. Λ. του Γ., κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη, συγκατηγορούμενους τους Δ. Ρ. του Σ. και Ι. Γ. του Γ. και πολιτικώς ενάγοντα τον Η. Π. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 40/1.10.2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1274/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα (ενός μηνός). Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα. Εφόσον πρόκειται για αθωωτική απόφαση, εν όψει και του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από το άρθρο 6 παρ. 2 του ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και με δεδομένο ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητα του, η έλλειψη αυτή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν αναφέρει σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία αποκλείεται η συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών όρων του εγκλήματος ή δεν αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη μη συνδρομή των ως άνω όρων και τους νομικούς λόγους βάσει των οποίων κατέληξε σε αθωωτική κρίση. Εξ άλλου, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με βάση τις αποδείξεις.
Εν προκειμένω, με την 2577/2010 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, ο κατηγορούμενος Δ. Λ. του Γ. κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου στη σελίδα 22β της προσβαλλόμενης αποφάσεως δέχεται σχετικά με τον κατηγορούμενο ότι "το γεγονός ότι ήταν χειμώνας και επομένως εποχή χωρίς έντονη τουριστική κίνηση, δεν αναιρεί από μόνο του τη δυνατότητα παρουσίας του δεύτερου κατηγορουμένου (Δ. Λ.) στο χώρο του camping, διότι η περιοχή δεν απέχει χιλιομετρικά και χρονικά μακριά από τη μόνιμη κατοικία του στον ..., ο ίδιος ήταν ερασιτέχνης αλιεύς και μόνιμος πελάτης του camping με δικό του κλειδί εισόδου, ώστε να μπορεί να μεταβεί οποιαδήποτε εποχή του χρόνου το επιθυμεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος (Δ. Λ.) πρέπει να κηρυχθεί αθώος της κατηγορίας της ψευδορκίας που του αποδίδεται...". Στη συνέχεια και στο ίδιο σκεπτικό της αυτής ως άνω αποφάσεως και στη σελίδα 23 αυτής, σχετικά με την ενοχή ή μη του εν λόγω κατηγορουμένου Δ. Λ. διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Απεδείχθη επομένως ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος (Δ. Λ.) δεν ήταν παρών την κρίσιμη εκείνη νύχτα, που απεμακρύνθη το τροχόσπιτο, όσα δε κατέθεσε (σχετικά με την παρουσία του) ήσαν αναληθή. Οι λόγοι δε που ο δεύτερος κατηγορούμενος κατέθεσε τα ανωτέρω αναληθή προφανώς εντάσσονται στα πλαίσια της αντιπάθειας του προς το πρόσωπο του μηνυτή, ύστερα από τα έντονα επεισόδια που έλαβαν χώρα κατά το θέρος του 2002 στο camping του τρίτου κατηγορουμένου. Επομένως ο δεύτερος κατηγορούμενος (Δ. Λ.) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ψευδορκίας που του αποδίδεται, όπως θα εκτεθεί ειδικότερα στο διατακτικό (και κατά μερική παραλλαγή των πραγματικών περιστατικών του κατηγορητηρίου, σύμφωνα με τα όσα απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία". Στο διατακτικό της αυτής αποφάσεως υιοθετείται το σκεπτικό περί της αθωότητας του εν λόγω κατηγορουμένου, που ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το σκεπτικό της ίδιας αποφάσεως περί της ενοχής του, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, χωρίς να αιτιολογείται η απόρριψη του περί της ενοχής σκεπτικού, στο οποίο, διατακτικό περί αθωώσεως, ορίζονται τα εξής: "Α2/
Κηρύσσει τον 2° κατηγορούμενο Δ. Λ. αθώο του ότι στον Πειραιά, στις 30.1.2004 καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του πταισματοδίκη Πειραιώς, κατόπιν υποβολής εγκλήσεως του τρίτου κατηγορουμένου Ι. Γ. σε βάρος του νυν εγκαλούντος Η. Π., κατέθεσε μεταξύ άλλων: "Πριν από ένα - δύο χρόνια ένα βράδυ του χειμώνα είχα πάει στο κάμπινγκ και ενώ κοιμόμουν (γύρω στα μεσάνυχτα) άκουσα φασαρία. Απ' ότι κατάλαβα από τον θόρυβο μετακινούσαν το τροχόσπιτο που βρισκόταν δίπλα μου, δηλαδή του κατηγορουμένου και πίστεψα ότι ήταν ο ίδιος. Την άλλη μέρα το πρωί είδα το τροχόσπιτο του Π. να βρίσκεται σε άλλο σημείο έξω από το κάμπινγκ και συγκεκριμένα πίσω από την ταβέρνα ΝΙΚΗ, η οποία κατά σύμπτωση ανήκει στον μηνυτή". Τα υπό στοιχεία [Α2] αναφερόμενα από τον δεύτερο κατηγορούμενο τυγχάνουν ψευδή, καθ' όσον ο εγκαλών Η. Π.ς ουδέποτε μετακίνησε μόνος ή μαζί με άλλους το τροχόσπιτο από το κάμπινγκ που εκμεταλλεύεται ο τρίτος κατηγορούμενος Ι. Γ. στη ... σε άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας του τελευταίου, ο δε 2ος κατηγορούμενος προέβη στην ανωτέρω ένορκη κατάθεση τελών εν γνώσει της αναληθείας αυτών".
Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω ασαφειών, αντιφάσεων και λογικών κενών, αφ' ενός η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθώς στερείται επίσης αφ' ετέρου νόμιμης βάσεως και πρέπει ως εκ τούτου, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα κρίση, το οποίο θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 2577/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Δ. Λ. του Γ., κάτοικος ..., για ψευδορκία μάρτυρος. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Γίνεται δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέως τον Αρείου Πάγου, κατά αθωωτικής αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1333/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Βορείου Ελλάδος ΧΑΕΠΕΥ" και πρώην "Χρηματιστηριακή Βορείου Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευαγγελία Φεράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-2-2001 και 18-10-2001 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5667/2003 του ίδιου Δικαστηρίου 103/2006, 2042/2008 μη οριστικές και 1265/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-1-2010 αίτησή του και τους από 21-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 9-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου, ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση, δεν εμφανίστηκε ή εμφανιστεί μεν, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προσδιορίστηκε, νόμιμα, για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας. Κατ'αυτήν, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσίων δεν παρέστη, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 Κ.Πολ.Δ.. Όμως, ουδόλως προκύπτει, ποιος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να ερευνηθεί, στη συνέχεια, το νόμιμο ή μη της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα: α) η παριστάμενη αναιρεσίβλητη δεν προσκομίζει αποδεικτικό επίδοσης σχετικής κλήσης στον αντίδικό της και β) ωσαύτως, δεν προσκομίζεται αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με εντολή του αντιδίκου της για επίδοσή της σε αυτή με τη σφραγίδα του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή για επίδοσή της, ώστε να κριθεί, εάν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίων. Κατά ταύτα, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21.10.2010 αίτησης του Κ. Γ. για αναίρεση της με αριθμό 1265/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 09/05/2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 08/08/2011.
H ΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση αν δεν προκύπτει ποιος την επισπεύδει και ένας των διαδίκων ερημοδικεί.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1322/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως, περί αναιρέσεως του με αριθμό 2116/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορουμένους τους: 1) Ά. Ο. του Α., 2) Φ. Α. του Σ., 3) Κ. Γ. του Α., 4) Ι. Π. του Ε., 5) Φ. Π. του Μ., 6) Ν. Κ. του Γ. και 7) Κ. Κ. του Β..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-πολιτικώς ενάγων δήλωσε ότι παραιτείται από την 16 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1498/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 116/11.5.2011 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, κατ' άρθρο 485§1, 476§1 και 513§1α Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 149/2010 αίτηση αναίρεσης του Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., δηλώσαντος εις τον Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Ευγενία Καλλιντέρη, και εις την έκθεση αναίρεσης, ότι αναιρεσιβάλλει ενώπιον του Αρείου Πάγου το βούλευμα με αριθμό 2116/2010 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών), που εκδόθηκε ύστερα από έφεση του κατά του βουλεύματος με αριθμό 2372/2009 του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο (βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών), εκήρυξε απαράδεκτη την δήλωση του περί παράστασης πολιτικής αγωγής του, διέταξε την αποβολή του από την ποινική διαδικασία, εκήρυξε απαράδεκτη την υπ' αριθμ. 379/2009 έφεση του παραπάνω πολιτικώς ενάγοντος, κατά του 2372/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και διέταξε την εκτέλεση του παραπάνω εκκαλουμένου βουλεύματος, και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά των 1) Α. Ο. του Α., κατοίκου ..., Προέδρου του Δ.Σ. του Ο.Ε.Κ., 2) Φ. Α. του Σ., κατοίκου ..., Αντιπροέδρου του Δ.Σ. του Ο.Ε.Κ., 3) Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 4) Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., 5) Φ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 6) Ν. Κ. του Γ., 2, 7) Κ. Κ. του Β., 2, 8) Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., 9) Γ. Δ. του Ι., 2, 10) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 11) Π. Κ. του Κ., 2, 12) Κ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 13) Ό. Κ. του Γ., κατοίκου ..., μελών του Δ.Σ. του Ο.Ε.Κ., ασκήθηκε ποινική δίωξη, με αφορμή την από 30-9-2005 μήνυση του φερομένου ως πολιτικώς ενάγοντος Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., για απιστία κατά συναυτουργία, άρθρα 45, 390, όπως ετέθη με άρθρο 15 Ν. 3242/2004, με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και διενεργήθηκε κύρια ανάκριση. Με το υπ' αριθμ. 2372/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά των ως άνω δέκα τριών (13) μελών του Δ.Σ. του ΟΕΚ. Κατά του ως άνω απαλλακτικού βουλεύματος ο μηνυτής Δ. Κ. του Ε., άσκησε την από 7 Αυγούστου και με αριθμό 379/2009 έφεσή του. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2116/2010 βούλευμά του απεφάνθη για την απαράδεκτη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής του μηνυτή Δ. Κ. του Ε., διέταξε την αποβολή του από την ποινική διαδικασία, εκήρυξε απαράδεκτη την υπ' αριθμ. 379/209 έφεση, του αυτού πολιτικώς ενάγοντος Δ. Κ., κατά του 2372/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, και διέταξε τέλος την εκτέλεση του ως άνω εκκαλουμένου βουλεύματος. Κατά του ως άνω απορριπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, άσκησε την υπό κρίση αναίρεσή του με αριθμό 149/2010, ζητώντας την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, "ώστε η Δικαιοσύνη να επιληφθεί της ουσίας της συγκεκριμένης υπόθεσης" (βλ. έκθεση αναίρεσης). Σύμφωνα με το άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ., Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο. Το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο, και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του Βουλεύματος, που έχει προσβληθεί, ως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 482§1 Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν : α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, και β) όταν παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Ως προς τους άλλους διαδίκους, πέραν του κατηγορουμένου, όπως για τον πολιτικώς ενάγοντα, δεν προβλέπεται πλέον δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, μετά την αντικατάσταση του παρόντος άρθρου 482§1 Κ.Π.Δ., με το άρθρο 41§1 του Νόμου 3160/2003 (Βλεπ. ΑΠ 1263/2006, Ποιν.Δ/νη 2007, Σελίς 118, και ΑΠ 1760/2006 Ποιν.Δνη 2007, Σελ. 397).
Στη προκείμενη περίπτωση, ο μηνυτής Δ. Κ. του Ε., απεβλήθη της ποινικής διαδικασίας και κηρύχθηκε απαράδεκτη η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, με το υπ' αριθμ. 2116/2010 προσβαλλόμενο Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Επίσης κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 379/2009 έφεσή του κατά του 2327/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, διότι δεν ήτο ο αμέσως παθών από την εγκληματική πράξη της απιστίας κατά συναυτουργία με βλάβη ανωτέρα των 15.000 ευρώ. Είναι τρίτος, είναι ξένος, είναι ενδεχομένως εμμέσως παθών. Είναι από τα μη δικαιούμενα πρόσωπα προς άσκηση ενδίκου μέσου, κατά την έκφραση του νόμου 476§1 Κ.Π.Δ. Και περαιτέρω, ακόμη και πολιτικώς ενάγων να ήτο, δεν προβλέπεται πλέον δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 482§1 Κ.Π.Δ., με το άρθρο 41§1 Ν. 3160/2003, ως προελέχθη. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αναίρεση τρίτου προσώπου κατά βουλεύματος που κήρυξε την έφεσή του απαράδεκτη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω άσκησής της από μη δικαιούμενο πρόσωπο προς τούτο. (άρθρα 463, 476§1 Κ.Π.Δ. και άρθρο 41§1 Ν. 3160/2003. Κατά τα άρθρα δε 476§1 και 583§1 Κ.Π.Δ., να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του ασκήσαντος την αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Α. Να απορριφθεί η με αριθμό 149/2010 αναίρεση του μηνυτή Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ως απαράδεκτη. Β. Να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα σε βάρος του. Αθήνα 10-2-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον αυτοπροσώπως παραστάντα αναιρεσείοντα, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεώς του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με προφορική δήλωση που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από τον ίδιο παρασταθέντα αυτοπροσώπως, παραιτήθηκε από την με αριθμ. εκθ. 149/16-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του, που έχει ασκηθεί από αυτόν, με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, με δήλωση ενώπιον της γραμματέως βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για αναίρεση του 2116/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που απέρριψε έφεση του κατά του 2372/2009 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο, ανεξάρτητα του ότι εισήχθη στο Συμβούλιο τούτο για να απορριφθεί ως απαράδεκτο, λόγω ασκήσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα, ως μη δικαιούμενο πρόσωπο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω της παραπάνω παραίτησης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την με αριθμ. εκθ. 149/16-11-2010 αίτηση του Δ. Κ. του Ε. για αναίρεση του 2116/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης πολιτικώς ενάγοντος κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε έφεση του ως απαράδεκτη, λόγω παραίτησης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1321/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 22/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1249/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπό εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων Δ. Π., ο οποίος, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 29 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαλλήλου του Κ. Κ. …, ..., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως στον ίδιο, στο Κατάστημα Κράτησης …, όπου κρατείται (155 παρ. 3 ΚΠοινΔ), για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 15 Φεβρουαρίου 2011, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως, με την υπ' αριθ. 270/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Εμφανίσθηκε, όμως, ο δικηγόρος Θεόδωρος Βουρδόλης και ζήτησε, για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, την αναβολή της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως, διότι, όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Κων. Μαλαφάντης βρισκόταν στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, γιατί, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 515§1 του ΚΠοινΔ, δεν συγχωρείται δεύτερη αναβολή της συζητήσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 3/10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Δ. Π. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 22/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1320/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 2936/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του καθώς και τους από 13 Ιανουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 304/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 18 Μαΐου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του Υπαρχ. του Α.Τ. …, ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως στην ενήλικη σύνοικο κόρη του Δ. Μ. στην δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ..., στο …, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 5 Οκτωβρίου 2010. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αριθ. 1580/2010 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, για τη δικάσιμο της 8 Φεβρουαρίου 2011 και, κατόπιν, με την υπ' αριθ. 188/2011 απόφαση (λόγω συμμετοχής του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στην αποχή των δικηγόρων Βόλου), για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 3/16 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Σ. Μ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2936/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1319/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 98/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ευρυτανίας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ευρυτανίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 934/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 22 και 23 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικά επιδόσεως της επιμελήτριας Δικ/ων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτόν με θυροκόλληση στην δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ..., στη ..., και στον αντίκλητο του Σπυρίδωνα Καπελλάκη, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών (Λεωφ. Αλεξάνδρας 148), με επίδοση στο σύνοικο ενήλικο γιο του Κ. Κ., για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 1 Φεβρουαρίου 2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αριθ. 145/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2010 και με αριθ. πρωτ. 4772/2010 αίτηση του Α. Π. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 98/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ευρυτανίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1318/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. N. του K. , κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 204/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 811/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 24-8-2010 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαλλήλου του Καταστήματος Κράτησης Πατρών Η. Π. ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 11/1/2011, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 27/5/2010 αίτηση του. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, με την με αριθ. 14/2011 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε με αίτηση του αναιρεσείοντος η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε κατ αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 - 5 -2010 αίτηση- δήλωση του Α. Ν. του Κ.
περί αναιρέσεως της 204/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1309/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα ----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανεστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση: Κ. συζ. Π. Μ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 965/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20-9-2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 167/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 23-11-2009 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων-καλών, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 29-11-2007 έκθεση της ήδη Αντιπροέδρου Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. 1400/31.1.2007 και 1176β/11.1.2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... Μ. Γ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που επισπεύδει τη δίκη, επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη α) ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 20.9.2006 αιτήσεως για αναίρεση της υπ'αριθμ. 965/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και β) η από 23.11.2009 κλήση του ιδίου (αναιρεσείοντος) προς την αναιρεσίβλητη με την οποία η τελευταία καλείται να παραστεί στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (31.1.2011) και η οποία ορίστηκε νόμιμα μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 167/2009 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως που έλαβε χώραν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 10.11.2008. Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, που κλητεύθηκε ως ανωτέρω και η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την προρρηθείσα δικάσιμο της 31.1.2011, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, παριστάμενο ή βάσει δηλώσεως κατ' άρθρον 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί, που αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως γεγονότων, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα α) ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν τέλεσε τις αποδοθείσες σ' αυτόν από την αναιρεσίβλητη παράνομες πράξεις της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και παραβίασης κατάσχεσης, β) ότι η κατάληψη του επιδίκου διαμερίσματος από την αναιρεσίβλητη έγινε σε χρόνο που αυτή, ως υπερθεματίστρια, δεν είχε μεταγράψει περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, γιατί δεν είχε καταβάλει το σύνολο του εκπλειστηριάσματος και γι'αυτό εισήλθε στο διαμέρισμα αυτό με τη συνοδεία προσώπων μη εντεταλμένων για εκτέλεση και χωρίς να συνταγεί από δικαστικό επιμελητή έκθεση αποβολής του αναιρεσείοντος και γ) ότι το επίδικο διαμέρισμα, στο οποίο πριν εκπλειστηριασθεί κατοικούσε επί σειρά ετών ο αναιρεσείων με την τετραμελή οικογένεια του, είχε φθορές από συνήθη χρήση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, δηλαδή "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και πραγματικά επιχειρήματα, συνεχόμενα με την αιτιολόγηση των αποδείξεων, εν πάση όμως περιπτώσει, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξέτασε τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ'ουσίαν, αφού δέχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της κατακυρώσεως του εκπλειστηριασθέντος στην ενάγουσα και της μεταγραφής της περίληψης της κατακυρωτικής εκθέσεως, δηλαδή όταν πλέον είχε γίνει γνωστό το πρόσωπο που επρόκειτο να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου, ο εναγόμενος, με πρόθεση να την βλάψει, προέβη στην καταστροφή ορισμένων συστατικών του και στην αφαίρεση από αυτό διαφόρων παραρτημάτων του, παρά το γεγονός ότι είχε υποχρέωση υπό την ιδιότητά του ως μεσεγγυούχου να το διατηρεί και να το παραδώσει στην ενάγουσα, εις εκπλήρωση σχετικής υποχρεώσεώς του από τον νόμο, στην ίδια κατάσταση που αυτό ήταν κατά τον χρόνο της κατάσχεσης. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος κατέστρεψε όλα τα κουφώματα, τις σωληνώσεις του καλοριφέρ, τα μάρμαρα των παραθύρων και των θυρών των μπαλκονιών, ενώ αφαίρεσε το τζάκι, τις θύρες και τα παράθυρα του εσωτερικού χώρου, τα σώματα του καλοριφέρ, το νεροχύτη, τον απορροφητήρα και τα ντουλάπια της κουζίνας και τέλος ξήλωσε τα είδη υγιεινής και την πόρτα της κεντρικής εισόδου. Επί πλέον από τη βίαιη απομάκρυνση των εν λόγω ειδών προξενήθηκαν φθορές και στα σημεία όπου αυτά ήταν τοποθετημένα. Δέχθηκε δε το Εφετείο ότι τα περιστατικά αυτά πλήρως προκύπτουν κυρίως από τη κατάθεση της εξετασθείσης μάρτυρος της ενάγουσας, που κατοικεί σε όμορο διαμέρισμα, η οποία όχι μόνο δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου ή από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, αλλ' αντίθετα ενισχύεται και από τις φωτογραφίες που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, στις οποίες απεικονίζεται το μέγεθος και το είδος των φθορών που προξενήθηκαν, και ότι καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι αυτές προκλήθηκαν στα πλαίσια των εργασιών ανακαίνισης του διαμερίσματος, στις οποίες προέβη η ενάγουσα. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του (υπό στοιχ. Β'), με τον οποίο προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση, η από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος με τους οποίους αυτός, αφ' ενός επανέφερε πρωτοδίκως υποβληθέντες ουσιώδεις ισχυρισμούς του και αφ' ετέρου πρόβαλε εσφαλμένη εφαρμογή της ΑΚ 914 και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο ούτε οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που αγνοήθηκαν ούτε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με σαφήνεια και πληρότητα, να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με το λοιπό περιεχόμενό της, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παρείδε τους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, αλλά τους αντιμετώπισε και τους απέρριψε με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν. Ο αυτός (πρώτος) λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων και δη α) τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στην πρωτόδικη δίκη και των μαρτύρων στην ποινική διαδικασία και την απολογία στις ποινικές δίκες του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, β) την πρόταση του Εισαγγελέα και το υπ'αριθμ.70/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ..., που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εις βάρος του αναιρεσείοντος για το αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, γ) την υπ' αριθμ.2851/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου ..., με την οποία απηλλάγη ο αναιρεσείων του αδικήματος της παραβίασης κατάσχεσης, δ) τις από 1-7-1999 και 30-9-2002 μηνύσεις της αναιρεσίβλητης εναντίον του αναιρεσείοντος, δ) την υπ' αριθμ.1962/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία η αναιρεσίβλητη καταδικάσθηκε για το αδίκημα της αυτοδικίας και στ) την υπ'αριθμ. 644/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου ..., με την οποία η αναιρεσίβλητη απηλλάγη για το αδίκημα αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν μένει αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεως του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα. Οι ίδιοι λόγοι, που κατά τα λοιπά και υπό την επίκληση των αυτών ως άνω πλημμελειών, αποδίδουν στο Εφετείο πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση των αποδείξεων, καθ'εαυτήν, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 457 παρ.4 ΚΠολΔ ο διάδικος κατά του οποίου προσκομίζονται φωτογραφικές αναπαραστάσεις, που θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα, έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει την γνησιότητά τους, οπότε εκείνος που τις επικαλείται και τις προσκομίζει οφείλει να την αποδείξει. Ο ισχυρισμός όμως ότι η προσκομιζόμενη φωτογραφία δεν εικονίζει κάποια συγκεκριμένη και κρίσιμη για τη δίκη πραγματική κατάσταση σε συγκεκριμένο χρόνο, δεν συνιστά αμφισβήτηση της γνησιότητάς της, αλλά αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας της για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως περί του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου (ΑΠ 378/1997). Κατά δε το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν.1478/1984 και ήδη με το άρθρο 12 του ν.2915/2001, "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394". Τέλος, κατά το άρθρο 524 ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του τελευταίου ως άνω νόμου (2915/2001), στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγρ. 2, 4, 6 και 7 του άρθρου 270 ΚΠολΔ. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επί εφέσεως κατ' αποφάσεως μονομελούς πρωτοδικείου μπορεί να ληφθούν υπόψη και να εκτιμηθούν ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ. Εξ άλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 30/2002).Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ.11 και 8 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από τον νόμο αποδεικτικό μέσο και δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος πως δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό αυτό μέσο. Συγκεκριμένα προβάλλεται ότι έλαβε υπόψη φωτογραφίες του επιδίκου διαμερίσματος (που εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό και κατακυρώθηκε στην αναιρεσίβλητη), οι οποίες α) δεν είχαν ημερομηνία, ούτε μονογραφή του δικάσαντος στον πρώτο βαθμό Δικαστή, β) δεν απεικονίζουν την κατάσταση του εσωτερικού χώρου του διαμερίσματος κατά τον χρόνο παράδοσης τούτου στην αναιρεσίβλητη και γ) δεν έγινε νόμιμη επίκληση των φωτογραφιών αυτών ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, ούτε προσκομίσθηκαν οι φωτογραφίες αυτές εντός της προθεσμίας για προσθήκη και αντίκρουση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος 1) κατά την υπό στοιχείο α' αιτίαση ως αβάσιμος, γιατί η επικαλούμενη έλλειψη ημερομηνίας ή μονογραφής δεν καθιστά τις προσκομισθείσες φωτογραφίες ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και εν πάση περιπτώσει παραδεκτά, κατ' άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ, τις έλαβε υπόψη το Εφετείο, καθ' όσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 393 ΚΠολΔ, αφού δεν προσκομίσθηκαν προς απόδειξη συμβάσεων ή συλλογικών πράξεων, 2) κατά την υπό στοιχ. β' αιτίαση ως απαράδεκτος, γιατί η αιτίαση αυτή συνιστά αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας των φωτογραφιών σε σχέση με το ερευνώμενο θέμα (τις φθορές του επίδικου διαμερίσματος κατά τον χρόνο παράδοσης τούτου), η εκτίμηση της οποίας (αποδεικτικής αξίας) δεν ελέγχεται κατ' άρθρο 561 παρ.1 από τον Άρειο Πάγο και 3) κατά την υπό στοιχ. γ' αιτίαση ως αβάσιμος, γιατί η μεν αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της ενώπιον του Εφετείου, είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τις φωτογραφίες, στις οποίες κάνει ειδική αναφορά, το δε Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι φωτογραφίες είχαν προσκομισθεί ενώπιόν του, και η βεβαίωση αυτή, ως αναγόμενη, κατά τα προεκτιθέμενα, σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.9.2006 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 965/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2011
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική δικονομία. Αναιρετικοί λόγοι. Έννοια «πράγματος» κατά το αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Πότε ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Στοιχεία για να είναι ορισμένος. Κρίση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Απόρριψη σχετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Αιτίαση για πλημμελή εκτίμηση αποδείξεων, απαράδεκτη, ως λόγος αναιρεσεως κατ’ άρθρον 561§ του ΚΠολΔ. Νόμιμη η επίκληση φωτογραφικών ως αποδεικτικού μέσου. Αμφισβήτηση της αποδεικτική τους δύναμης (αξίας). Όχι λόγος αναιρέσεως (απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 965/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δικάζοντας παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, που κλητεύτηκε νόμιμα αρθρ. 576§2 του ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1308/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Συμβουλευτική Άντωση ΑΕ", που εδρεύει στην Γλυφάδα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαϊωάννου.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΕΡ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150749/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4243/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15-4-2009 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελένης Σπίτσα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 498§1, 568§§1, 2, 4 και 576§2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδει ο αναιρεσείων απαιτείται επίδοση στον αναιρεσίβλητο αφ' ενός μεν αντιγράφου του δικογράφου της αιτήσεως που έχει κατατεθεί και αφ' ετέρου κλήσεως που συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου αυτού ή και αυτοτελώς. Σε αντίθετη περίπτωση και ειδικότερα αν δεν έχει επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο και αντίγραφο του δικογράφου της αναιρέσεως η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου δεν είναι νόμιμη, και αν ο τελευταίος απουσιάζει κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1098/2005).
Εν προκειμένω με την από 30-10-2010 κλήση της αναιρεσείουσας φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 28-12-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4243/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά τη ματαίωση της συζητήσεώς της κατά τη δικάσιμο της 26 4-2010, η οποία είχε ορισθεί μετά από αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27-4-2009. Από την υπ' αριθμ. 5680/28-6-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει μεν ότι αντίγραφο της κλήσεως αυτής, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτηση της αιτήσεως η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (31-1-2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, από τα λοιπά όμως στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα το επικαλείται, ότι αυτή (αναιρεσείουσα), που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει στην αναιρεσίβλητη εταιρεία και αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη δεν υπάρχει εν προκειμένω νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, και αφού η τελευταία δεν εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο, παριστάμενο ή βάσει δηλώσεως κατ' άρθρον 242§2 του ΚΠολΔ, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-12-2007 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4243/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική δικονομία. Αναιρετικοί λόγοι. Συζήτηση. Για να υπάρχει νόμιμη κλήτευση του απουσιάζοντος αναιρεσιβλήτου πρέπει να του έχει επιδοθεί από τον επισπεύδοντα αναιρεσείοντα αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση κάτω από το αντίγραφο αυτό ή και αυτοτελώς. Κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, επειδή δεν προκύπτει επίδοση στον αναιρεσίβλητο που απουσιάζει αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1304/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα ---
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπρο-πούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Μ. του Ε. και 2. Ε. Μ. του Ι. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Πάσχο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ζαχόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19956/2006 μη οριστική, 42842/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1032/2009 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-7-2009 αίτησή τους, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθ. καταθ. 2875/09 και στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με αριθ. καταθ 219/2009.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 18-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του μοναδικού πρόσθετου λόγου αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 577 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ.1 περ. β', 556 παρ.1 και 564 παρ. 1 του ίδιου ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τον διάδικο που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία και απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης αρχίζει όχι από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης του Εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφότου και η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη. Υπό αντίθετη εκδοχή ο διάδικος θα μπορούσε, ασκώντας οποτεδήποτε ήθελε εκπρόθεσμη έφεση, να καταστρατηγήσει τις διατάξεις για την προθεσμία της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 967/04, 115/03).
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δεύτερη από τις προσβαλλόμενες υπ'αριθμ. 42842/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα την 29.11.2007 με επιμέλεια των αναιρεσειόντων - εναγομένων, και κατά των οποίων, εκτός από τον ενάγοντα, τρέχει έκτοτε η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων (άρθρ. 144 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Η έφεση των εναγομένων αυτών, που αφορά, ειδικότερα, τον δεύτερο αναιρεσείοντα - εναγόμενο Ε. Μ. και την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τον διάδικο αυτό της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη με την πρώτη από τις προσβαλλόμενες ήδη υπ'αριθμ. 1032/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία και δεν προσβάλλεται με λόγον αναιρέσεως για την παραδοχή της αυτή. Επομένως, μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών, από την ανωτέρω επίδοση, για την άσκηση της εφέσεως (άρθρ. 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ), οπότε η απόφαση αυτή (πρωτόδικη) κατέστη τελεσίδικη, άρχισε η προθεσμία των τριάντα, επίσης, ημερών για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η προθεσμία δε αυτή είχε προ πολλού συμπληρωθεί κατά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έλαβε χώρα την 9.7.2009, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική έκθεση καταθέσεως του γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και η αίτηση αυτή, κατά το ως άνω μέρος της και τον αντίστοιχο τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) και αυτεπαγγέλτως.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ. ΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1032/2009 απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και κατά μερικήν παραδοχήν της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, α) αναγνώρισε ως άκυρη τη σύμβαση μεταξύ του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος κι του πρώτου αναιρεσείοντος - εναγομένου, που περιέχεται στο από 8.9.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό περί εκχωρήσεως από τον πρώτο στον δεύτερο του συνόλου "των περιουσιακών εξουσιών" του (ενάγοντος) που απέρρεαν από το υπ'αριθμ. ... δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του Οργανισμού Βιομηχανικής ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.), του οποίου (διπλώματος) ο αναιρεσίβλητος είναι νόμιμος κάτοχος και β) αναγνώρισε ως άκυρο επίσης το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του ανωτέρω Οργανισμού, το οποίο εκδόθηκε βάσει της προρρηθείσης συμβάσεως εκχωρήσεως και το οποίο πιστοποιούσε ότι τα δικαιώματα του αναιρεσιβλήτου από το ως άνω δίπλωμα μεταβιβάστηκαν στον πρώτο αναιρεσείοντα. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη το από 9.9.1999 έγγραφο με τίτλο "ΔΗΛΩΣΗ - ΒΕΒΑΙΩΣΗ" που φέρει την επαγγελματική σφραγίδα και την υπογραφή του πρώτου αναιρεσείοντος Ι. Μ. και το οποίο είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσίβλητος. Το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού έχει κατά λέξη ως εξής: "Ο υπογεγραμμένος - Μ. του Ε. δια της παρούσης δηλώνων και βεβαιώ τα κατωτέρω: Συνεπεία του από 08.09.99 ιδιωτικού συμφωνητικού εκχωρήσεως δικαιωμάτων και της με αυτήν ημεροχρονολογία βεβαιώσεως, ο Ι. Π. του Α. προέβη στην εκχώρηση εγγράφως προς εμέ το σύνολο των περιουσιακών δικαιωμάτων, που απορρέουν από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που κατέχει αυτός με τίτλο "... " και με αριθμό του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας ... . Ρητά ανεγράφη στα ανωτέρω-έγγραφα, πράγμα το οποίο και σήμερα δια της παρούσης ομολογώ και αποδέχομαι ότι η εκχώρηση αυτή αφορά μόνο την ανάληψη του έργου στο ... και κανένα άλλο. Δια της παρούσης αναγνωρίζω, ομολογώ και αποδέχομαι ότι το ποσό, το οποίο θα λάβω δια την ανάληψη και εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου εκ δραχμών πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) περίπου μετά του ΦΠΑ δε μου ανήκει παρά μόνο κατά ποσοστό 35%, όπως ρητά ισχύει με βάση τη μεταξύ μας συμφωνία. Το υπόλοιπο 65% ανήκει, 55% στον Ι. Π. , 5% στη Μ. Κ. και 5% στον Δ. Ρ. . Ως εκ τούτου αναγνωρίζω και αποδέχομαι ότι η λήψη οιουδήποτε ποσού εκ του συγκεκριμένου έργου, ανεξάρτητα από την έκδοση εντάλματος πληρωμής στο όνομα μου, αποτελεί κατά το ποσοστό του 65% ξένο κινητό πράγμα, με συνέπεια η λήψη του ποσού και η μη απόδοση κατά τα ανωτέρω ποσοστά στους ανωτέρω αναφερθέντες (55%, 5% και 5%) στοιχειοθετεί από πλευράς μου το αδίκημα της υπεξαίρεσης και μάλιστα αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και με κατάχρηση εμπιστοσύνης λόγω της μεταξύ μας σχέσης. Τέλος, δια της παρούσης αναγνωρίζω, ομολογώ και αποδέχομαι ωσαύτως ότι τυχόν αξίωση μου κατά του Ι. Π. από προηγούμενη συνεργασία μας και από οποιαδήποτε άλλη αιτία δεν μπορεί κατ' ουδενί τρόπω να οδηγήσει σε συμψηφισμό χρηματικών ποσών ή περιουσιακών δικαιωμάτων, τα οποία τυχόν δικαιώματα ή ποσά είναι εντελώς ανεξάρτητα της συγκεκριμένης συνεργασίας, με το ποσό το οποίο θα λάβω. Θεσσαλονίκη, 09.09.1999. Ο ΔΗΛΩΝ ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΩΝ" (έπεται σφραγίδα και υπογραφή). Σχετικά με το έγγραφο αυτό το Εφετείο δέχθηκε τα εξής, μετά την αναφορά του στην προαναφερθείσα από 8.9.1999 σύμβαση εκχωρήσεως, ήτοι "Παράλληλα, την επόμενη ημέρα από τη σύναψη της άνω σύμβασης, ο πρώτος εναγόμενος υπέγραψε, σε εκτέλεση της άνω συμφωνίας των διαδίκων, μία δήλωση-βεβαίωση, με ημερομηνία 9-9-1999, με την οποία, αφού "ομολογούσε και αποδεχόταν", όπως επί λέξει αναγράφεται σ' αυτήν, ότι η προεκτεθείσα εκχώρηση "αφορούσε μόνο την ανάληψη του έργου στο ... και κανένα άλλο έργο", στη συνέχεια "αναγνώριζε, ομολογούσε και αποδεχόταν" ότι, το ποσό των 50.000.000 δραχμών περίπου, το οποίο θα ελάμβανε από την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, θα κατανεμόταν μεταξύ του ιδίου, του ενάγοντος και δύο άλλων φυσικών προσώπων (μη διαδίκων), κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά, με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία. Τέλος, ο πρώτος εναγόμενος "αναγνώριζε" κ.λ.π. ότι τυχόν αξίωση του κατά του ενάγοντος από προηγούμενη συνεργασία τους και από οποιαδήποτε άλλη αιτία, δεν θα μπορούσε να συμψηφισθεί με το ποσό που θα ελάμβανε από το άνω έργο". Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω από 9.9.1999 εγγράφου ("ΔΗΛΩΣΗ - ΒΕΒΑΙΩΣΗ"), το οποίο "ανέγνωσε ως νέα σύμβαση, που καταργεί την προηγουμένη, ενώ στην πραγματικότητα είναι μονομερής δήλωση βούλησης". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης και καθόσον επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ούτε από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου ούτε από άλλες προκύπτει ότι το δικαστήριο εσφαλμένα ανέγνωσε, υπό την προεκτεθείσα έννοια, το ειρημένο από 9.9.1999 έγγραφο και ότι κατά συνέπειαν παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, τούτο δε πέραν του ότι όπως προκύπτει από τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο δεν έδωσε στο έγγραφο αυτό την αποδιδόμενη ως άνω από τον αναιρεσείοντα έννοια, ότι πρόκειται δηλαδή για νέα σύμβαση, που καταργεί την πρώτη, αλλ' ότι πρόκειται για μία και μόνη, την αρχική σύμβαση, της οποίας το περιεχόμενο διευκρινίζεται με την ως άνω "δήλωση - βεβαίωση", πράγμα το οποίο άλλωστε και ρητώς αναφέρεται και σε άλλο σημείο του αιτιολογικού της αναιρεσιβαλλομένης (σελ. 24). Κατά τα λοιπά ο ίδιος αυτός πρώτος λόγος αναιρέσεως συνιστά παράπονο που αναφέρεται στην από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση του περιεχομένου του υπόψη εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου και επομένως εκτίμηση πραγμάτων που δεν υπόκειται, κατά τα προεκτεθέντα, σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός να είναι κατά τούτο απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και τον συναφή μοναδικό λόγο του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 20.8.2003 και 28.9.2003 εξώδικων προσκλήσεων - δηλώσεων κλ.π. του αναιρεσιβλήτου προς τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.) και τον πρώτο αναιρεσείοντα, αντίστοιχα, με το να δεχθεί ότι το αναφερόμενο στις εξώδικες αυτές προσκλήσεις από 9.9.1999 έγγραφο - βεβαίωση είναι η προαναφερθείσα από 9.9.1999 "ΔΗΛΩΣΗ - ΒΕΒΑΙΩΣΗ" που φέρει την επαγγελματική σφραγίδα και την υπογραφή του αναιρεσείοντος, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του τελευταίου, από την ανάγνωση του περιεχομένου του ανωτέρω εξωδίκου, το οποίο και παραθέτει, προέκυπτε ότι το μνημονευόμενο σ'αυτά ως άνω έγγραφο είναι άλλο, και δή βεβαίωση του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, με διαφορετικό περιεχόμενο, το οποίο, επίσης παραθέτει, και όχι η φερόμενη ως εκδοθείσα από αυτόν (αναιρεσείοντα) ανωτέρω από 9.9.1999 "ΔΗΛΩΣΗ - ΒΕΒΑΙΩΣΗ". Τις εξώδικες αυτές προσκλήσεις του αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και ο αναιρεσείων αναφέρει, τις είχε προσκομίσει στο Εφετείο (όπως και στο Πρωτοδικείο) ο πρώτος αναιρεσείων - εναγόμενος προς ενίσχυση του ισχυρισμού που είχε προβάλει ότι το κρίσιμο από 9.9.1999 ως άνω έγγραφο "ΔΗΛΩΣΗ-ΒΕΒΑΙΩΣΗ" ήταν πλαστά και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, επικαλούμενος (ο αναιρεσείων) ότι στις ειρημένες εξώδικες προσκλήσεις "ουδεμία αναφορά κάνει (ο αναιρεσίβλητος) στην εν λόγω από 9.9.99 δήλωση, την οποία για πρώτη φορά ανέφερε στην ένδικη αγωγή του". Από την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν (ένσταση πλαστότητας) του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και ότι το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα το στήριξε στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, και ιδίως, η υπ'αριθμ. 3291/14.3.2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσης πρωτοδίκως δικαστικής γραφολόγου Κ. Ξ. και η από 14.10.2008 έκθεση του ειδικού δικαστικού γραφολόγου - δικηγόρου Δ.Σ. , η προταθείσα δε πλαστότητα του εγγράφου ήταν εν προκειμένω και το αποδεικτέο γεγονός. Επομένως, και αφού τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα κατά το περιεχόμενό τους ως άνω έγγραφα (εξώδικες προσκλήσεις - δηλώσεις) αφορώντα άλλωστε επιχείρημα των αναιρεσειόντων και όχι ουσιώδη ισχυρισμό, δεν στήριξαν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου σχετικά με το αποδεικτέο γεγονός (ένσταση πλαστότητος), ο τρίτος αυτός λόγος αναιρέσεως και ο συναφής μοναδικός πρόσθετος λόγος είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για εκ πλαγίου, ήτοι με ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως, παράβαση διατάξεως ουσιαστικού δικαίου δημιουργείται όταν με τις ελλείψεις αυτές της αιτιολογίας της αποφάσεως παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, όπως όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στην απόφαση (ΑΠ 1987/2007).
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο προς εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί της πλαστότητος ή μη του προσβληθέντος ως πλαστού ως άνω εγγράφου α) έλαβε υπόψη μεταξύ των άλλων και την προαναφερθείσα έκθεση του ορισθέντος από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα ειδικού δικαστικού γραφολόγου Δ.Σ. , δεχόμενο (το Εφετείο) ότι η έκθεση αυτή παραδεκτά προσκομίζεται για πρώτη φορά ενώπιόν του "διότι η μη προσαγωγή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαριά αμέλεια του ενάγοντος (άρθρ. 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ)", χωρίς περαιτέρω αιτιολογία για την παραδοχή αυτή ως προς το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου (έλλειψη προθέσεως στρεψοδικίας κ.λ.π. του ενάγοντος) και β) δέχθηκε το πόρισμα της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. ... εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και της ανωτέρω από 14.10.2008 εκθέσεως του γραφολόγου Δ.Σ. περί γνησιότητας του ειρημένου εγγράφου, χωρίς να αναφέρει (το Εφετείο) με σαφήνεια και πληρότητα τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα "είναι πιο κοντά στην αλήθεια από τα (αντίθετα) ερευνητικά πορίσματα των δύο τεχνικών συμβούλων" που είχαν ορίσει οι αναιρεσείοντες, και ότι με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση, κατά παράβαση των άρθρων 340 εδ. β', 387 και 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Και ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται σε παράβαση, με τις επικαλούμενες ελλείψεις στην αιτιολογία της αποφάσεως, κανόνων δικονομικού δικαίου, η παράβαση δε αυτή δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Και πέραν τούτου, ως προς την προαναφερθείσα υπό α', ειδικότερα, ως άνω αιτίαση, η κρίση του Εφετείου ότι το αποδεικτικό μέσον παραδεκτώς προσάγεται το πρώτον ενώπιόν του (άρθρ. 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ) είναι ανέλεγκτη, πολλώ δε μάλλον όταν το αποδεικτικό αυτό μέσον είναι οψιγενές, καταρτίστηκε δηλαδή μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, όπως και εν προκειμένω η ρηθείσα από 14.10.2008 γραφολογική έκθεση του Δ.Σ. , οπότε και δεν μπορεί να αποκρουσθεί από το Εφετείο κατά το άρθρο 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Ι. Μ. και την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.1032/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.7.2009 αίτηση για αναίρεση των υπ'αριθμ. 1032/2009 και 42842/2008 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. αντίστοιχα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσιες (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική δικονομία. Αίτηση αναίρεσης. Προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης όταν η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Λόγοι αναιρέσεως. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου. Ο λόγος αναιρέσεως του αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεν δημιουργείται από ελλείψεις στην αιτιολογία της απόφασης που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στην απόφαση. Ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό του αποδεικτικού μέσου που προσάγεται το πρώτον ενώπιον του (άρθρ. 529 ΚΠολΔ) Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατά των υπ’ αριθ. 1032/2009 και 42842/2007 αποφάσεων του Εφετείου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1303/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαχρήστου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2211/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-11-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 16/9/2009 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576§§1-3 του ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύτηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Εξάλλου κατά τα άρθρα 94§1, 96§1, 104 και 143§3 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση αγωγής ή ένδικου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος. Τέλος, κατά το άρθρο 226 § 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση, κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται, και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Για να είναι όμως έγκυρη η κλήτευση αυτή, ως συνέπεια της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, πρέπει ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολήν δικάσιμο διάδικος είτε να είχε αυτός επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευτεί και παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη (αρχική) αυτή δικάσιμο και επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του, να είχε καλυφθεί τυχόν έλλειψη ή ακυρότητα της κλήτευσής του κατά τη δικάσιμο αυτή (αρχική). Αν, αντιθέτως, ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολήν δικάσιμο διάδικος δεν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση ή δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, και ο απολιπόμενος αυτός διάδικος δεν παρέστη νομίμως κατά την εν λόγω (αρχική) δικάσιμο, ώστε να καλυφθεί τυχόν έλλειψη ή ακυρότητα της κλήτευσής του, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή της σ' αυτό για τη νέα, μετά την αναβολή, δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για την τελευταία αυτή δικάσιμο, και απαιτείται νέα, νόμιμη κλήτευσή του.
Εν προκειμένω, φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2211/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης για την οποία είχε ορισθεί αρχική δικάσιμος εκείνη της 28-9-2009. Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία ο αναιρεσείων παραστάθηκε δια του φερομένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του Μενελάου Σεργάκη, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 28-2-2011, στην οποία και μεταφέρθηκε η υπόθεση, με εγγραφή της στη σειρά των υποθέσεων που έπρεπε να συζητηθούν κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (πινάκιο). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά την προαναφερθείσα μετ' αναβολήν δικάσιμο της 28-2-2011 και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου ο αναιρεσείων, που είναι δικηγόρος, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, παριστάμενο ή βάσει δηλώσεως κατ' άρθρον 242§2 του ΚΠολΔ. Από τα λοιπά δε στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει α) ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αφού το υπάρχον αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως περιέχει τις πράξεις ορισμού του αρμόδιου τούτου Τμήματος και της ορισθείσης ως άνω αρχικής δικασίμου (άρθρ. 568§2 του ΚΠολΔ), χωρίς όμως κλήση προς τον αναιρεσίβλητο για συζήτηση κάτω από το αντίγραφο αυτό, ώστε να προκύπτει ότι τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων (άρθρ. 568§§1 και 4 εδ. α' του ΚΠολΔ), ο δε παριστάμενος αναιρεσίβλητος δεν προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως προς τον αναιρεσείοντα, ώστε να προκύπτει ότι τη συζήτηση επισπεύδει ο ίδιος (άρθρ. 568§4 εδ. β' του ΚΠολΔ), β) ότι ο αναιρεσείων έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στην ορισθείσα ως άνω (αρχική) δικάσιμο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο παριστάμενος αναιρεσίβλητος δεν προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως κλήσεως προς τον αναιρεσείοντα για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή, και γ) ότι ο προαναφερθείς δικηγόρος Μενέλαος Σεργάκης, που παραστάθηκε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος κατά την αρχική αυτή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την παρούσα, είχε διορισθεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος κατά κάποιον νόμιμο, ως ανωτέρω, τρόπο (άρθρ. 96§1 του ΚΠολΔ). Ενόψει τούτου, αφού δηλαδή α) δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως και ότι, άρα, την επισπεύδει ο απολιπόμενος αναιρεσείων, β) ο τελευταίος δεν κλητεύτηκε από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο και γ) ο ίδιος δεν εκπροσωπήθηκε από νομίμως διορισμένον δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο (την αναφερόμενη δηλ. στην αρχή της παρούσης), η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν επέχει, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, θέση κλητεύσεως για τον απολιπόμενο αναιρεσείοντα, και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8-11-2007 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2211/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική δικονομία. Αίτησης αναίρεσης. Πληρεξουσιότητα. Συζήτηση υποθέσεως σε μετ' αναβολήν δικάσιμο. Απαράδεκτη η συζήτηση όταν απουσιάζει ο αναιρεσείων και α) δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, β) δεν έχει κλητευθεί νομίμως (ο αναιρεσείων) να παραστεί στην ορισθείσα αρχική δικάσιμο, και γ) ο ίδιος δεν παραστάθηκε νομίμως, με διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η αναβλήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, αφού στην περίπτωση αυτή η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολιπόμενου αναιρεσείοντος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1302/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα ---
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", και με τον διακριτικό τίτλο "ΟΣΕ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ζαχόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2003 αγωγή και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου και της Μ. Π. που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατατέθηκε δε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31675/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-1-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 30-4-2008 έκθεση της ήδη προαχθείσας σε Αντιπρόεδρο Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά μερική παραδοχή των δευτέρου, τρίτου τετάρτου, πέμπτου και έκτου λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη της αναίρεσης κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος διάδικος, αν ο απολιπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία εκείνου που επισπεύδει ή που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. 1733/20.1.2010 και 1734/20.1.2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Κ., τις οποίες η αναιρεσείουσα εταιρεία προσκομίζει και επικαλείται, έχουν επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, α) ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ.22/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και β) ακριβές αντίγραφο της από 24.11.2009 κλήσεως της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο, με την κάτω από αυτήν πράξη περί ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσης (28.2.2011) δικασίμου προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη ματαίωσή της κατά την δικάσιμο της 23.11.2009, με την οποία (κλήση) και καλείται ο αναιρεσίβλητος να παραστεί κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο της 28.2.2011. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, παριστάμενο ή βάσει δηλώσεως των άρθρων 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και εντεύθεν υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτείται, εκτός από την επέλευση της ζημίας, και α) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από τον δράστη παράνομα και υπαίτια, ήτοι από δόλο ή από αμέλεια (άρθρο 330 του ΑΚ), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να συνίσταται σε πράξη ή σε παράλειψή του και γ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσης ζημίας. Η προξενηθείσα από τον δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με την πράξη ή την παράλειψή του δικαίωμα του παθόντος που προστατεύεται από ορισμένη διάταξη νόμου, η υπαίτια δε παράλειψή του παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση του παθόντος όταν αυτός (δράστης) ήταν υποχρεωμένος προς πράξη από τον νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, και ειδικότερα όταν ο ίδιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο για την προστασία των τρίτων από την πρόκληση σ'αυτούς οποιασδήποτε ζημίας μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης (ΑΠ 50/2002, 1760/2001). Τέλος, πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσης ζημίας υφίσταται όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής η συμπεριφορά του υπαιτίου, στον χρόνο και υπό τις περιστάσεις που έλαβε χώραν, ήταν ικανή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, επέφερε δε τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η υπαιτιότητα συνιστά νομική έννοια και η υπαγωγή σ'αυτήν από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1του ΚΠολΔ, όπως νομική έννοια (αόριστη) συνιστά και η αιτιώδης συνάφεια, αν δηλαδή η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν ικανή, αντικειμενικά, ως ανωτέρω, εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, με αποτέλεσμα η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας να ελέγχεται επίσης από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην νομική αυτή έννοια της αιτιώδους συναφείας (ΑΠ 1653,1760/2001).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα, ήτοι "Επί της οδού ..., τοποθεσία "..." βρίσκεται χώρος ιδιοκτησίας του εναγομένου οργανισμού με το χαρακτηριστικό τίτλο "Σταθμός Διαλογής" και χρησιμοποιείται για τη μεταφορά και εναπόθεση βαγονιών και το σχηματισμό και αποσχηματισμό αμαξοστοιχιών. Συγκεκριμένα στο χώρο αυτό υπάρχει ένα σύμπλεγμα τριάντα (30) περίπου σιδηροδρομικών γραμμών, στις οποίες εισέρχονται και παραμένουν κενά βαγόνια του ΟΣΕ καθώς και πλήρους φορτία βαγόνια μέχρι να σχηματισθεί η εμπορική αμαξοστοιχία που θα τα μεταφέρει στον προορισμό τους. Σε όλη την έκταση της διαλογής αναπτύσσεται το εναέριο δίκτυο μεταφοράς, αρμοδιότητος ΟΣΕ, για την ηλεκτροκίνηση συρμών, μεταξύ των οποίων και οι εκτελούντες τα τακτικά δρομολόγια Αθηνών Θεσ/νικης. Το ύψος των γυμνών εναέριων αγωγών επαφής είναι στα (6) μέτρα από το έδαφος. Ο χώρος της "Κάτω Διαλογής" δεν είναι περιφραγμένος και η πρόσβαση σ' αυτόν από οποιονδήποτε είναι εύκολη. Στη θέση αυτή στις 18-8-2002 βρισκόταν μεταξύ των άλλων και μία ολόκληρη εγκαταλελειμμένη αμαξοστοιχία από επιβατηγά βαγόνια, φθαρμένα και κακοποιημένα, πάνω από τα οποία διέρχονταν ηλεκτροφόρος αγωγός υψηλής τάσης και σε απόσταση περίπου (60) πόντους από την οροφή των βαγονιών (...).Στις 18-8-2001 και περί ώρα 18.30 ο ενάγων, ανήλικος τότε, διάγων το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, μαζί με άλλους συνομηλίκους του, εισήλθαν στον προαναφερόμενο χώρο για να παίξουν. Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού πλησίασαν την εγκαταλελειμμένη αμαξοστοιχία και ο ενάγων προσπάθησε να αναρριχηθεί στην οροφή ενός βαγονιού. Ενώ το μισό σώμα του εξείχε της οροφής, σε ανάταση των χεριών του προσήγγισε τον διερχόμενο πάνω από την οροφή ηλεκτρικό αγωγό εναλλασσόμενης τάσης, με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτροπληξία και να προκληθούν σ' αυτόν βαρύτατες σωματικές βλάβες. Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, υπαίτια για τον τραυματισμό του ενάγοντα είναι τα αρμόδια όργανα του εναγομένου Οργανισμού διότι από αμέλειά τους στάθμευσαν την εγκαταλειμμένη αμαξοστοιχία κάτω από τα ηλεκτροφόρα καλώδια σε περιοχή όπου ήταν εύκολη η πρόσβαση στον οποιοδήποτε, χωρίς να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προς προστασία των τρίτων, είτε με την τοποθέτηση φύλακα πλησίον αυτής, είτε με την περίφραξη του συγκεκριμένου χώρου, όπως είχαν υποχρέωση, εφόσον δημιούργησαν επικίνδυνη κατάσταση. Συνυπαίτιος, όμως του τραυματισμού του είναι και ο ίδιος ο ενάγων διότι παραβίασε το χώρο ιδιοκτησίας του εναγομένου και αναρριχήθηκε στο βαγόνι χωρίς να καταβάλει την δέουσα προσοχή και να αντιληφθεί ότι διήρχετο άνωθεν αυτού ηλεκτροφόρο καλώδιο και ότι η επαφή με αυτό ενείχε κίνδυνο για την σωματική του ακεραιότητα (...)". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο εν συνεχεία εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 31675/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και κατά μερικήν παραδοχή της αγωγή του αναιρεσιβλήτου επιδίκασε σ'αυτόν το ποσό των 20.673 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση, παραβίασε τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 914 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου ΑΚ. Και τούτο διότι υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπάρχει υπαιτιότητα και δη αμέλεια των οργάνων της αναιρεσείουσας για 1) τη στάθμευση της ειρημένης αμαξοστοιχίας στον προαναφερθέντα χώρο, ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, αφού ο χώρος αυτός ήταν διαμορφωμένος και εχρησιμοποιείτο ως σταθμός διαλογής και εναπόθεσης βαγονιών των αμαξοστοιχιών της αναιρεσείουσας που εκινούντο χάρις στα ηλεκτροφόρα καλώδια, τα οποία εκ κατασκευής είχαν τοποθετηθεί πάνω από τις αμαξοστοιχίες αυτές και σε ύψος έξι (6) μέτρων από το έδαφος και 0,60 μ. από την οροφή των αμαξοστοιχιών ακριβώς για την κίνηση των αμαξοστοιχιών αυτών, δεν ασκεί δε επιρροή η εναπόθεση στον ίδιο χώρο και της ανωτέρω εγκαταλελειμμένης αμαξοστοιχίας, στη στέγη της οποίας επεχείρησε να ανέβει παίζοντας ο αναιρεσίβλητος, αφού η αναιρεσείουσα είχε αυτό το δικαίωμα, και 2) την μη περίφραξη του εν λόγω χώρου ή (και) την τοποθέτηση σ'αυτόν ειδικού φύλακα πλησίον των αμαξοστοιχιών, αφού τέτοια υποχρέωση δεν επιβάλλεται από κάποιαν διάταξη νόμου, ούτε όμως από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, ενόψει του ότι η στάθμευση και διακίνηση αμαξοστοιχιών στους σταθμούς διαλογής της αναιρεσείουσας, όπως και εν προκειμένω, προορισμένους για τον σκοπό αυτό, δεν δημιουργεί ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, ώστε να γεννάται υποχρέωση της αναιρεσείουσας να προβεί, ως ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο για την προστασία των τρίτων, οι οποίοι και κανέναν δεν έχουν λόγο να εισέλθουν και να παραμείνουν στον χώρο αυτό, πολλώ δε μάλλον να αναρριχηθούν στα βαγόνια, στην περίφραξη του χώρου ή στην τοποθέτηση ειδικού φύλακα σε κάθε σταθμευμένη αμαξοστοιχία, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και η μεγάλη, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, έκταση του συγκεκριμένου αυτού χώρου, που διαθέτει τριάντα (30) σιδηροδρομικές γραμμές, και του μεγάλου αριθμού των αμαξοστοιχιών που κινούνται ή σταθμεύουν στον ίδιο αυτόν χώρο. Με βάση, άλλωστε, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, λαμβανόμενα γενικώς και αφηρημένως και εκτιμώμενα κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, οι αποδιδόμενες στα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας ως άνω πράξεις και παραλείψεις, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις που έλαβαν χώραν, δεν ήταν ικανές κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς την παρεμβολή κάποιου έκτακτου και ασυνήθιστου αντικειμενικώς περιστατικού, όπως ήταν η αναρρίχηση από τον αναιρεσίβλητο στην οροφή του βαγονιού και η περαιτέρω ανάταση από αυτόν των χεριών του, να προκαλέσουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα (ηλεκτροπληξία αναιρεσιβλήτου), και δεν βρίσκονται, έτσι, σε αιτιώδη συνάφεια προς το αποτέλεσμα αυτό.
ΙΙΙ.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχήν των σχετικών, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έκτου λόγων του αναιρετηρίου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, κατά τα άρθρα 176, 179 περ. τελ. και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 22/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 207.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική δικονομία. Αναιρετικοί λόγοι. Προϋποθέσεις συζητήσεως παρά την απουσία του επισπεύδοντος ή του κλητευθέντος διαδίκου. Αδικοπραξία. Στοιχεία κατά το άρθρο 914 ΑΚ. Υπαιτιότητα, ιδίως επί παραλείψεως. Έννοια αιτιώδους συναφείας. Κρίση ότι δεν συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αναιρετικός έλεγχος. Αναιρεί.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1284/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Χ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μεταξάκη, περί αναιρέσεως της 79469/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 186/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995 και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ως δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 79469/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, η από 2.2.2010 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 133823/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως οχτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή εξακοσίων (600) ευρώ, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ' αριθ. 1269/2010 εκθέσεως εφέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ... επί της οδού ... 2Α, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, πρόβαλε με αυτήν όι δεν έλαβε γνώση των κλήσεων και της απόφασης που του κοινοποιήθηκαν ακύρως ως αγνώστου διαμονής στην οδό ... 36, ενώ είχε γνωστή διαμονή από το έτος 1999 στην οδό ... 3.
Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεση του ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης.
Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως, τα εξής: "Κατά το άρθρο 473 παρ.1 του ΚΠΔ. η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός εάν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (βλ. ΑΠ 745/2006 ΝΟΜΟΣ). Η επίδοση προς το πρόσωπο του οποίου η διαμονή δεν είναι γνωστή, γίνεται προς αυτό ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ.α προσώπων, προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ.1 του ίδιου παραπάνω κώδικα, για την επίδοση που ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 155-158, εκείνος που την ενεργεί οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης σημειώνεται ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, υπογράφεται δε το αποδεικτικό από το πρόσωπο αυτό και εκείνον που ενεργεί την επίδοση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο αποδεικνύονται τα ακόλουθα :Όπως προκύπτει από το από 4.8.2006 αποδεικτικό επίδοσης στον κατηγορούμενο του αστυφύλακα ..., ο εκκαλών - κατηγορούμενος, κατά την επίδοση σε αυτόν της εκκαλουμένης 133823/2003 ερήμην του εκδοθείσας απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αναζητήθηκε κατά την προαναφερομένη ημερομηνία, στην επί της οδού ... αριθμ. 36 στην …, τελευταία γνωστή, από την μήνυση του εγκαλούντος εναντίον της, και δεν βρέθηκε, όπως βεβαιώνει ο ενεργήσας την επίδοση ότι διαπίστωσε μετά από σχετική ερευνά, ούτε αυτός (κατηγορούμενος), ούτε κάποιος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠΔ συγγενείς του (δηλαδή σύζυγος ή γονέας ή αδελφός του ή άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής του έως και τον τρίτο βαθμό), γι' αυτό και η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης έγινε, ενόψει και του ότι η διαμονή του ήταν άγνωστη στην αρμόδια για την επίδοση αρχή, στον από τον Δήμαρχο του Δήμου της τελευταίας πιο πάνω κατοικίας του κατηγορουμένου ορισμένο για τον σκοπό αυτό δημοτικό υπάλληλο, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη σχετική κάτω από το αποδεικτικό επίδοσης βεβαίωση της, προέβη στην τοιχοκόλληση της εκκαλουμένης απόφασης στο δημοσιότερο μέρος του πιο πάνω Δήμου και έστειλε τη σχετική βεβαίωση στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση, δηλαδή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σημειώνεται άτι στην ίδια παραπάνω διεύθυνση είχε αναζητηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, ο εκκαλών στις 3.12.2002 προκείμενου να του επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα, το οποίο επιδόθηκε σε αυτόν ως αγνώστου διαμονής (βλ. το από σχετικό αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Αθηνών ...). Ισχυρίζεται δε ο εκκαλών, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης, επειδή η διεύθυνση, στην οποία κλητεύθηκε, όπου ήταν η έδρα της εταιρίας είχε αλλάξει από το έτος 1999 και ότι θα έπρεπε να κλητευθεί νομίμως στους ... στην οδό ... 3. Από τα προσκομισθέντα στο Δικαστήριο αποδεικτικά στοιχεία και δη από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Π. Α. και το υπ' αριθμ. .../26.4.2000 συμβόλαιο αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών πολυόροφου κτιρίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κωνσταντοπούλου -Δεμερούτη, αποδείχθηκε αφενός μεν η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του εκκαλούντος, ότι κακώς του κοινοποιήθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως άγνωστης διαμονής, καθόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης η επιχείρηση είχε μεταφερθεί από το 1999 στην προαναφερομένη οδό, πλην όμως δεν προέκυψε εάν και με ποιον τρόπο έγινε γνωστή η αλλαγή διεύθυνσης του στην εισαγγελική αρχή που παρήγγειλε την επίδοση.
Συνεπώς, η φερομένη επίδοση της απόφασης είναι έγκυρη και το Δικαστήριο θεωρεί ότι η υπ' αυτού ασκηθείσα έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως και ως εκ τούτου πρέπει ν απορριφθεί ως απαράδεκτη". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται σ' αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της δηλαδή α) η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης ερήμην απόφασης στον εκκαλούντα (4-8-2006), β) το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, από την παραδεκτή επισκόπηση του οποίου προκύπτει ότι η απόφαση αυτή παραδόθηκε στον ορισμένο από το Δήμαρχο Αθηναίων δημοτικό υπάλληλο Χ. Χ. και γ) η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (2-2-2010), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον, επομένως, ο εκκαλών ήδη αναιρεσείων, δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ... 3, ..., νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση (οδός ... 36) ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτός διέμενε ή όχι στην οδό ... 3 και εκ περισσού διέλαβε τέτοια αιτιολογία. Επίσης δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να εξετάσει και να αναφέρει αν η διεύθυνση της οδού ... 36 ήταν διεύθυνση κατοικίας του αναιρεσείοντος ή διεύθυνση καταστήματός του. Περαιτέρω, το ότι στην απόφαση δεν αναφέρεται το όνομα του ορισμένου από το Δήμαρχο Αθηναίων δημοτικού υπαλλήλου ούτε η χρονολογία της τοιχοκόλλησης της εκκαλούμενης απόφασης, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού στο σημείο αυτό η απόφαση παραπέμπει στο αναγνωσθέν αποδεικτικό επιδόσεως, στο οποίο περιέχονται όλα τα ανωτέρω στοιχεία. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Τέλος η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, η οποία παραβίαση συνίσταται, κατ' αυτόν, στο ότι οι αρμόδιες Αρχές όφειλαν να τον αναζητήσουν στην επαγγελματική του εγκατάσταση και να καταβάλουν προσπάθεια να τον ανεύρουν, δεν θεμελιώνει καθ' εαυτήν ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως πέρα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ λόγους. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.1.2011 αίτηση του Α. Χ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 79469/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση που απορρίπτει ως εκπρόθεσμη την έφεση του κατηγορουμένου, ο οποίος κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι αιτιολογημένη. Προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να επικαλεσθεί ο εκκαλών στην ανωτέρω περίπτωση. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1279/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για τη συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Ι. Τ. του Π. και 2) Σ. Λ. του Σ., αμφοτέρων κατοίκων ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λιάπη, για αναίρεση της με αριθμό 2939/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Μαΐου 2010 και 6 Μαΐου 2010, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στο από 18 Φεβρουαρίου 2011 κοινό δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 647/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, εισάγονται προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από 6.5.2010 και από 17.5.2010 αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Σ. Λ. και Ι. Τ. αντιστοίχως κατά της 2939/2010 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και οι από 18.2.2011 κοινοί των δύο αναιρεσειόντων πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως.
Α) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Σ. Λ.: Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ως άνω Κώδικα δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Ο αναιρεσείων με τους τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως επικαλείται ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το αναφερόμενο τετράδιο, που κατασχέθηκε στην οικία του, χωρίς όμως το τετράδιο αυτό να αναφέρεται στα πρακτικά ως αναγνωστέο έγγραφο. Επιπροσθέτως, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το κατασχεθέν στην οικία του τετράδιο δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, ως απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, διότι η λήψη υπόψη του τετραδίου αυτού συνιστά παραβίαση του άρθρου 19 του Συντάγματος και του Νόμου 2472/1997 περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Από την επισκόπηση των πρακτικών η οποία παραδεκτώς έγινε από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου για την εκτίμηση του ισχυρισμού αυτού προκύπτει ότι για το εν λόγω τετράδιο κατέθεσε ως μάρτυς ο αστυνομικός Θ. Ν., η μνεία δε στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως για το εν λόγω τετράδιο γίνεται διηγηματικώς, με βάση την ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση και δεν επάγεται καμία ακυρότητα για τον ως άνω λόγο. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι το κατασχεθέν τετράδιο δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, ως απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο είναι αβάσιμος, διότι ναι μεν οι πιο πάνω διατάξεις προστατεύουν τα προσωπικά δεδομένα και το δικαίωμα της επικοινωνίας, πλην όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μνεία και λήψη υπόψη του τετραδίου έγινε όπως συνάγεται από την κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού και περαιτέρω δεν τίθεται θέμα απορρήτου επιστολής ή ελεύθερης ανταποκρίσεως, αλλά πρόκειται για καταχωρήσεις ποσών και αναγραφής ονομάτων προσώπων, στα οποία πουλήθηκαν ναρκωτικές ουσίες, δηλαδή πρόκειται για λογιστική καταχώριση προϊόντων εγκληματικής δραστηριότητας, την οποία δεν καλύπτουν οι προαναφερόμενες διατάξεις. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α', β' και ζ' και παρ. 2 του Ν. 1729/1987, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με τον Κ.Ν. Ναρκωτικών 3459/2006, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος εκτός άλλων, εισάγει, αποθηκεύει, κατέχει, πωλεί ή αγοράζει ναρκωτικά, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία και μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του Αστικού Κώδικα μεταβίβαση της κυριότητας τους στον αγοραστή, που γίνεται με την παράδοση τους προς αυτόν, αντί του τιμήματος που συμφωνήθηκε. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσία του δράστη επί των ουσιών, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής ή πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση τούτων ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη, καθώς και της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέως. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1032/2010 απόφαση του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ1 είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν νομότυπα στο Δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής είχαν περιέλθει κατά μήνα Απρίλιο 2006 πληροφορίες, σχετικές με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών από τους κατηγορουμένους στην περιοχή του Γαλατσίου όπου διέμεναν, ο μεν 1ος στην οδό ..., ο δε 2ος στην οδό ..., οπότε αστυνομικοί της ως άνω υπηρεσίας, μεταξύ των οποίων και οι μάρτυρες κατηγορίας Θ. Ν. και Δ. Κ., αφού εντόπισαν τους κατηγορουμένους τους έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση. Από αυτή προέκυψαν καθημερινές συναντήσεις μεταξύ τους αλλά και συναντήσεις του 2ου κατηγορουμένου με διάφορα άτομα στην ως άνω περιοχή, κατά τις οποίες ελάμβανε ιδιαίτερες προφυλάξεις. Στις 7-4-2006 οι κατηγορούμενοι μετέβησαν μαζί, με το ... αυτοκίνητο στην οδό ..., όπου ο 2ος κατηγορούμενος παρέδωσε σε άγνωστο άτομο μία χάρτινη σακούλα, ενώ στη συνέχεια και οι δύο φόρτωσαν στο ως άνω αυτοκίνητο δύο χαρτοκιβώτια. Στις 10-4-2006 οι αστυνομικοί σταμάτησαν τον Ιο κατηγορούμενο ενώ επέστρεφε στην οικία του, για έλεγχο, οπότε εκείνος παραδέχτηκε, ότι σε αποθήκη στην οικία του έχει ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης. Σε σχετικό έλεγχο, που επακολούθησε στην αποθήκη της οικίας του, με τη συγκατάθεση του, βρέθηκε ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, υδροπονικής καλλιέργειας "SKUΝΚ" συνολικού μικτού βάρους 12.710 γραμμαρίων, συσκευασμένη σε 23 νάιλον συσκευασίες και τρεις ζυγαριές ακριβείας, κατάλληλες για ζύγιση ναρκωτικών ουσιών, καθώς και τα δύο χαρτοκιβώτια που είχαν φορτώσει οι κατηγορούμενοι στο παραπάνω αυτοκίνητο, κατά τα προαναφερθέντα, με τα οποία είχε μεταφερθεί εκεί μέρος (10 κιλά περίπου της ως άνω ποσότητας), ενώ στο γραφείο της οικίας του (στο 2ο όροφο της οικοδομής στην πιο πάνω διεύθυνση) βρέθηκε ένα τετράδιο στο οποίο αναγράφονταν ημερομηνίες, έσοδα, έξοδα από αγοραπωλησίες ναρκωτικών και δύο μεταλλικά κουτιά που περιείχαν το συνολικό ποσό των 90.300 ευρώ, το οποίο προήρχετο από εμπορία ναρκωτικών, όπως δήλωσε στους αστυνομικούς ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Άλλωστε ο κατηγορούμενος δεν εργαζόταν, ούτε υπήρχε άλλη αιτία προελεύσεως των χρημάτων. Εξάλλου, σε έρευνα που διενεργήθηκε στην οικία του 2ου κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του, την ίδια ημέρα βρέθηκαν εκτός αυτής μία αυτοσχέδια νάιλον συσκευασία με κοκαΐνη, μικτού συνολικού βάρους 0,6 γραμμαρίων, δύο ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας, κατάλληλες για ζύγιση ναρκωτικών ουσιών, ένα δερμάτινο τσαντάκι που περιείχε το ποσό των 16.700 Ευρώ και ένα μεταλλικό κουτί, που περιείχε το ποσό των 90.350 Ευρώ, ποσά τα οποία προέρχονται από την πώληση των παραπάνω ναρκωτικών ουσιών. Οι κατηγορούμενοι δεν αρνήθηκαν την ύπαρξη των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, ούτε ότι τα χρήματα προέρχονταν από την πώληση των ναρκωτικών ουσιών. Ο ισχυρισμός τους που αποτελεί και τον κορμό της απολογίας τους ότι οι παραπάνω ποσότητες ανήκαν σε Αλβανούς οι οποίοι τους απειλούσαν και τους εξανάγκαζαν να προβαίνουν σε πωλήσεις των ως άνω ναρκωτικών ουσιών, καθώς και ο ισχυρισμός τους ότι τα χρήματα ανήκαν στους Αλβανούς δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Άλλωστε, αντίκειται στη λογική και μάλιστα μεταξύ εμπόρων ναρκωτικών να εμπιστεύονται στους κατηγορουμένους τέτοια μεγάλα χρηματικά ποσά. Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ναι μεν οι κατηγορούμενοι είναι χρήστες ναρκωτικών ουσιών, πλην όμως δεν είναι τοξικομανείς κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ.1 ν. 1729/1987 και ήδη 30 ν. 3459/2006 (βλ. τις από 19-4-2006 και
5-5-2006 ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες του ιατροδικαστή Δ. Μ.). Τα ανωτέρω και δη ότι οι κατηγορούμενοι δεν είναι τοξικομανείς δεν αναιρούνται κατά την κρίση του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι αυτοί μετά τη σύλληψη τους και τον εγκλεισμό τους στις φυλακές άρχισαν να παρακολουθούν το πρόγραμμα "Εν Δράσει" του Κ.Ε.Θ.Ε.Α. μέσα στις δικαστικές φυλακές του Κορυδαλλού, ούτε από την περί αντιθέτου από 3-11-2006 ιδιωτική έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Γ. Δ. ως προς τον Σ. Λ. που έχει συνταχθεί σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της συλλήψεως του. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι οι παραπάνω ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατροδικαστού Δ. Μ. είναι άκυρες γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις οι σχετικές με την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και δη αναφορικά με τον χρόνο και τη διενέργεια των εξετάσεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η μη τήρηση αυτών, δεν επάγεται οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, αφού οι εν λόγω ρυθμίσεις είναι ενδεικτικές και πρέπει να τηρούνται κατά το δυνατόν και κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στον νόμο (Α.Π. 1867/2007 Ποιν. Λόγος ΣΤ. 1943). Ο ισχυρισμός περαιτέρω των κατηγορουμένων ότι κατ' άρθρον 31 παρ. 8 του παραπάνω νόμου περί Ναρκωτικών, πρέπει να κριθούν ως τοξικομανείς, ανεξάρτητα εάν ο ιατροδικαστής έκρινε διαφορετικά, διότι παρηκολούθησαν το πρόγραμμα του Κ.Ε.Θ.Ε.Α. "Εν Δράσει" μέσα στις φυλακές είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού δεν πληρούνται αφενός οι προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου και δη εκείνη της τελικής απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες, αφετέρου δε ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο, δεν υπάρχει και βεβαίωση περί απεξάρτησης αυτού από τις ναρκωτικές ουσίες. Οι ως άνω ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στις οικίες των κατηγορουμένων, αποτελούν μέρος μεγαλύτερων ποσοτήτων τέτοιων ουσιών τις οποίες αυτοί ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, έπειτα από συναπόφασή τους με περισσότερες από μία πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση των ίδιων εγκλημάτων, είχαν αγοράσει από την ευρύτερη περιοχή των Αθηνών κατά το τελευταίο έτος πριν από τις 10-4-2006 από άγνωστα άτομα έναντι αγνώστων τιμημάτων και τις κατείχαν μέσα στους παραπάνω αναφερόμενους χώρους με την έννοια της φυσικής τους εξουσία της, ώστε να μπορούν να διαπιστώνουν την ύπαρξη τους σε κάθε στιγμή και να τους διαθέτουν πραγματικά κατά τη βούληση τους, με σκοπό την εμπορία τους, όπως τούτο καταδεικνύεται ιδίως από τις μεγάλες ποσότητες τους, την κατανομή τους σε περισσότερες συσκευασίες έτοιμες προς πώληση, αλλά και την ύπαρξη των ζυγαριών ακριβείας, κατάλληλων για ζύγιση ναρκωτικών ουσιών. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το κατηγορητήριο είναι αόριστο ως προς την κατηγορία της αγοράς των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών διότι δεν αναφέρει τα άτομα από τα οποία το αγόρασαν ή το τίμημα αγοράς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται η ταυτότητα του πωλητή, ούτε το ύψος του καταβληθέντος τιμήματος, αλλά αρκεί ότι υπάρχει συμφωνία, το δε αναφερόμενο στο κατηγορητήριο "από άγνωστο άτομο" έναντι "αγνώστου τιμήματος" λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος (Α.Π. 12/2006 Ποιν. Λόγος Στ. 19). Από τις παραπάνω μεγαλύτερες ποσότητες οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, έπειτα από συναπόφασή τους στην κοινή τους δράση, με περισσότερες από μία πράξεις τους, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την 10η-4-2006 σε διάφορες περιοχές της Αττικής πούλησαν άγνωστες ποσότητες ακατέργαστης κάνναβης και κοκαΐνης έναντι άγνωστων ανταλλαγμάτων από τις οποίες πωλήσεις αποκόμισαν τουλάχιστον τα ποσά των 90.300 Ευρώ και 107.050 Ευρώ. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το κατηγορητήριο είναι αόριστο διότι δεν αναφέρονται τα άτομα και οι ποσότητες που πώλησαν και το τίμημα το οποίο εισέπραξαν είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται το πρόσωπο ή το τίμημα αλλά αρκεί η συμφωνία περί πωλήσεως και η παράδοση της ποσότητας ναρκωτικής ουσίας από τον πωλητή στον αγοραστή. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση που τους αποδίδονται χωρίς όμως τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 8 και δη αρ. 31 του Κ.Ν. Περί Ναρκωτικών. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε σταθερή ροπή των κατηγορουμένων προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας των, επιπλέον δε λόγω του νεαρού της ηλικίας των δεν είχαν αποκτήσει επαγγελματικό βιοπορισμό. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει επίσης στους κατηγορουμένους 1ον το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας διότι αυτοί κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης των είχαν μεν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, όχι όμως και το 21ο της ηλικίας τους, ελαφρυντικό το οποίο τους είχε αναγνωρισθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο (άρθρο 133 Π.Κ.), 2ον το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α' Π.Κ. καθόσον μέχρι τελέσεως των ως άνω εγκλημάτων έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και 3ον το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2δ' του Π.Κ. καθόσον οι κατηγορούμενοι επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια, αφού προσπάθησαν μέσα από τη φυλακή να τελειώσουν το ΤΕΙ και μάλιστα με εξαιρετικές επιδόσεις, αλλά και εξ αιτίας της συνεργασίας τους με τους Αστυνομικούς μετά την σύλληψη τους. Τέλος, το αίτημα της αναγνώρισης σ' αυτούς και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2ε' Π.Κ., πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον για τη θεμελίωση αυτού δεν αρκεί το γεγονός της επικαλούμενης καλής συμπεριφοράς τους κατά την παραμονή τους στη φυλακή, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης τους μετά την πράξη τους (Α.Π. 1665/2006 Ποιν. Λόγος ΣΤ. 1825). Περαιτέρω ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι λόγω της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και της καταθλίψεως από την οποίαν πάσχει είχε μειωμένο καταλογισμό, δηλ. δεν μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως το άδικο της πράξεως ή να συμμορφωθεί με την περί τούτου αντίληψη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω του μείωσαν την ικανότητα ν' αντιληφθεί το άδικο των παραπάνω πράξεών του, αφού ενεργούσε με πλήρη διαύγεια πνεύματος, διατηρούσε μάλιστα κατάλογο πελατών προς τους οποίους πωλούσε ναρκωτικές ουσίες, καθώς ανέγραφε το τίμημα το οποίο εισέπραττε από αυτούς, διαχειριζόταν μεγάλα χρηματικά ποσά και γενικά η όλη συμπεριφορά του δεν δείχνει άτομο που δεν έχει πλήρη αντίληψη των τελουμένων από αυτόν ........... αδίκων πράξεων, περιστατικά τα οποία μαρτυρούν άνθρωπο, ο οποίος γνωρίζει τι πράττει Τέλος ο ισχυρισμός του περί εφαρμογής του άρθρου 34 Π.Κ. ότι δηλ. συνεπεία της επικαλουμένης απ' αυτόν καταθλίψεως και της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών δεν είχε την ικανότητα ν'αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος με βάση τις παραπάνω αιτιολογίες και δη εκείνης της συμπεριφοράς του, η οποία από πλευράς διανοητικής ήταν εκείνη ενός φυσιολογικού ανθρώπου". Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 1729/1987, όπως αυτές ισχύουν, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα με σαφήνεια περιγράφονται οι ως άνω πράξεις, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, το γεγονός δε ότι δεν αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως το όνομα του πωλητή από τον οποίο αγόρασε την ναρκωτική ουσία ο αναιρεσείων, ούτε το τίμημα, που κατέβαλε ο αναιρεσείων, αλλ' ούτε η ακριβής ποσότητα σε γραμμάρια της ναρκωτικής ουσίας την οποία αυτός αγόρασε και περαιτέρω ούτε το όνομα του αγοραστή στον οποίο αυτός πούλησε ναρκωτική ουσία της οποίας δεν προσδιορίζεται η ακριβής ποσότητα, δεν καθιστά, σύμφωνα με όσα μείζονα σκέψη εκτίθενται, ελλιπή την αιτιολογία της αποφάσεως. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Επειδή, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αιτιάται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί τοξικομανίας. Και ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, στηριζόμενο στην ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του ιατροδικαστή Δ. Μ., όπου σημειώνεται ότι ήταν χρήστης, όχι όμως τοξικομανής κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 1729/87 και με πρόσθετες σκέψεις εξηγεί το ότι δεν ήταν τοξικομανής δεν αναιρείται από το ότι μετά τη σύλληψη του και τον εγκλεισμό του στις φυλακές άρχισε να παρακολουθεί το πρόγραμμα "Εν Δράσει" του ΚΕΘΕΑ, στις φυλακές. Η απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι η πραγματογνωμοσύνη του ιατροδικαστή Δ. Μ. είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκαν τα χρονικά όρια των 48 ωρών είναι ορθή, δεδομένου ότι η σχετική διάταξη που τα καθόριζε, κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, αλλά και με την ισχύ του ν. 3459/2006 δεν καθιερώνει ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης. Εξάλλου δεν συνάγεται ότι υπήρξε προσβολή της κατά το στάδιο της προδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών (άρθρο 307 εδ. β' ΚΠΔ). Επίσης η απόφαση αιτιολογημένα αντικρούει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι αυτός έπρεπε να κηρυχθεί τοξικομανής (ανεξάρτητα εάν ο ιατροδικαστής έκρινε διαφορετικά), λόγω παρακολουθήσεως του προγράμματος "Εν Δράσει" στη φυλακή, κρίνοντας με σαφείς αιτιολογίες ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου και δη εκείνης της τελικής απεξαρτήσεως από ναρκωτικές ουσίες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή, με τον έβδομο από το άρθρο 51° παρ. 1 περ. β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως αιτιάται ο αναιρεσείων ότι αναιτιολογήτως το Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' του Ποινικού Κώδικα. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο, αφού δέχθηκε την ύπαρξη των ελαφρυντικών περιστάσεων των άρθρων 133 και 84 παρ. 2 ε' του Ποινικού Κώδικα, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ε' περιπτώσεως του ως άνω άρθρου, με το να δεχθεί κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, ότι δεν αρκεί εν προκειμένω το γεγονός της επικαλούμενης καλής συμπεριφοράς κατά την παραμονή στη φυλακή, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεως τους μετά την πράξη τους. Ομοίως, αβάσιμος είναι και ο όγδοος από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, απορρίπτοντας τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του για ανικανότητα, άλλως περιορισμένη ικανότητα προς καταλογισμό, αφού η πληττόμενη απόφαση περιέλαβε πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεχόμενη ότι ο αναιρεσείων ενεργούσε με πλήρη διαύγεια πνεύματος, διατηρούσε κατάλογο πελατών, προς τους οποίους πουλούσε ναρκωτικές ουσίες και διαχειριζόταν μεγάλα χρηματικά ποσά και γενικά η όλη συμπεριφορά του δεν δείχνει άτομο που δεν έχει πλήρη αντίληψη των τελουμένων από αυτών ως άνω αδίκων πράξεων.
Επειδή, με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ένατο λόγο αναιρέσεως αιτιάται ο αναιρεσείων ότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, το Δικαστήριο επιμετρώντας την ποινή του κατέγνωσε σ' αυτόν χρηματική ποινή 50.000 ευρώ αντί του ελαχίστου των 2900 που είχε τη δυνατότητα να του επιβάλει. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη του τις διατάξεις των άρθρων 79 και 80 του Ποινικού Κώδικα, λαμβάνοντας υπόψη του τόσο τη βαρύτητα των πράξεων, όσο και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου αιτιολογημένα με ειδικές σκέψεις, έκρινε ότι έπρεπε να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως δέκα ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, δεν ήταν δε απαραίτητο να γίνει στο σημείο αυτό ιδιαίτερη εξειδίκευση της βαρύτητας των πράξεων και της εντάσεως του δόλου, διότι τα στοιχεία αυτά περιγράφονται στο αιτιολογικό επί της ενοχής , ενώ η ειδική αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται και στην τυπική αναφορά των στοιχείων του νόμου.
Επειδή, με τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων επαναλαμβάνει και επαναφέρει τους λόγους του αναιρετηρίου. Ειδικότερα, α) με τον πρώτο λόγο , προβάλλει την ως άνω απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και αρνητική υπέρβαση εξουσίας, σχετικά με την ανάγνωση του αναφερόμενου παραπάνω τετραδίου, β) με τον δεύτερο λόγο αναφέρεται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω αα) μη αναγραφής των αγοραστών και πωλητών των ναρκωτικών ουσιών, του προσδιορισμού του ακριβούς χρόνου τελέσεως των πράξεων, του βάρους των ναρκωτικών και των τιμημάτων πωλήσεως και αγοράς αυτών, ββ) αναιτιολόγητης επιβολής χρηματικής ποινής ανερχομένης στο ποσό των 50.000 ευρώ και γγ) ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την τοξικομανία. Και οι λόγοι αυτοί, ταυτιζόμενοι με τους κυρίους λόγους της αναιρέσεως, ενόψει όλων όσων έχουν αναπτυχθεί στις προηγούμενες σκέψεις είναι αβάσιμοι.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν, και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Ι. Τ.:
Επειδή, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , διότι αφ' ενός μεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκε τις πράξεις του, κάτι που όμως δεν προέκυψε από τις αποδείξεις, και ότι δεν προκύπτει αιτιολογία τόσων όσων αφορά την αγορά της ναρκωτικής ουσίας , δηλαδή ο τόπος, ο χρόνος και το τίμημα και η κατοχή απ' αυτόν της εν λόγω ουσίας, όπως επίσης δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς την πώληση της ουσίας, είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω και με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας περιέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σ' αυτήν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται κατ' είδος και τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, καθ' όσον οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτοι, διότι με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Αβάσιμοι επίσης είναι και οι συναφείς και ταυτόσημοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, τους οποίους προέβαλε ο αναιρεσείων μαζί με τον αναιρεσείοντα και συγκατηγορούμενό του Σ. Λ..
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 8 του Ν. 3459/2006 "όποιος έχει βεβαίωση ολοκλήρωσης με επιτυχία εγκεκριμένου κατά νόμο θεραπευτικού προγράμματος συντήρησης και απεξάρτησης, θεωρείται ότι κατά την εισαγωγή του για θεραπεία είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί επανάληψη της αντίστοιχης διατάξεως της παραγράφου 8 του άρθρου 31 του ν. 2331/1995, με το οποίο (άρθρο 31) εισάγονται ρυθμίσεις για ειδική μεταχείριση των εξαρτημένων που πριν ή μετά την εμπλοκή τους στον ποινικό μηχανισμό αποφασίζουν να απεξαρτηθούν από τα ναρκωτικά. Πρόκειται για περιπτώσεις κάμψεως της κατασταλτικής λογικής για χάρη της σκοπιμότητας της θεραπείας και της επανεντάξεως των εξαρτημένων. Ως εγκεκριμένο θεραπευτικό πρόγραμμα που εκπληρώνει του όρους του νόμου έχει κριθεί και αυτό των ΚΕΘΕΑ, τα οποία αναφέρονταν ως θεραπευτικός οργανισμός, ήδη στο άρθρο 26 του ν. 1729/87. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο από το 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο, ότι το Δικαστήριο με ελλιπή αιτιολογία, δεν δέχθηκε ότι αυτός ήταν τοξικομανής απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του, με την αιτιολογία "ότι οι κατηγορούμενοι δεν είναι τοξικομανείς δεν αναιρούνται κατά την κρίση του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι αυτοί μετά την σύλληψη τους και τον εγκλεισμό τους στις φυλακές άρχισαν να παρακολουθούν το πρόγραμμα...". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι σαφής, δεδομένου ότι ενώ η διάταξη αναφέρει ότι αυτός που έχει την παραπάνω βεβαίωση, θεωρείται ότι κατά ζην εισαγωγή του για θεραπεία έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών, δεν διευκρινίζεται ο χρόνος της εισαγωγής του αναιρεσείοντος για θεραπεία στο εγκεκριμένο θεραπευτικό πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ. Επομένως, αφού η απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για τοξικομανία, δεν περιέλαβε την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός της αναιρέσεως και να αναιρεθεί η απόφαση ως προς το σημείο αυτό και ως προς την επιβολή ποινών εις βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6 Μαΐου 2010 αίτηση αναιρέσεως και τους από 18.2.2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του Σ. Λ. του Σ., κατοίκου Αθηνών κατά της 2939/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ως άνω αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει τη από 17.5.2010 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ι. Τ. του Π. κατοίκου Αθηνών, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί τοξικομανίας και ως προς τη διάταξη περί επιβολής σ' αυτών ποινών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεων και κοινών πρόσθετων λόγων. Αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Άρθρο 31 v. 3459/2006. Ειδική μεταχείριση των χρηστών ναρκωτικών ουσιών, παρ. 8 «όποιος έχει βεβαίωση ολοκλήρωσης με επιτυχία εγκεκριμένου κατά νόμο θεραπευτικού προγράμματος συντήρησης και απεξάρτησης θεωρείται ότι κατά την εισαγωγή του για θεραπεία είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών» Δέχεται εν μέρει τη μία αναίρεση, απορρίπτει κατά τα λοιπά.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1278/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Λ. του Δ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βλάχο-Χριστόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.773/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Θ. του Γ. , κάτοικο ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Κάσση. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 18 Οκτωβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 898/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-6-2010 αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι με το από 18-10-2010 ξεχωριστό δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι του κατηγορουμένου, Α. Λ. του Δ. , κατά της υπ'αριθμ.773/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστουν.
Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 773/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκαν δέκα (10) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Με αφορμή συμφωνία εμπορικής συνεργασίας, που καταρτίστηκε το έτος 1993, ο κατηγορούμενος και ο αδελφός του Τ. Λ. οφείλουν στον εγκαλούντα Ν. Θ. το ποσό των 72.000.000 δραχμών, εκ των οποίων του κατέβαλαν τμηματικά μόνο το ποσό των 35.000.000 δραχμών, ενώ έναντι της άνω οφειλής κατέβαλε ο κατηγορούμενος οικειοθελώς στον εγκαλούντα, δια του αδελφού του Τ Λ. , στις 9-2-2004, το ποσό των 14.675 ευρώ (ισάξιο των 5.000.000 δραχμών). Στις 27-9-2004, ο εγκαλών, βαίνοντας μαζί με τον Ε.Κ. στη λεωφόρο Καβάλας, συνάντησε τον κατηγορούμενο και γνωρίζοντας ότι υπάρχουν σε βάρος του καταδικαστικές αποφάσεις και ότι εκκρεμούσε ένταλμα συλλήψεώς του ειδοποίησε το Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής. Ειδικά διατεταγμένος αστυνομικός πήγε στον τόπο όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος και ο εγκαλών με τον Ε.Κ. , συνέλαβε τον κατηγορούμενο, δυνάμει του υπ'αριθ.... εντάλματος συλλήψεως του 24ου Ανακριτή Αθηνών και ως φυγόποινο και τον οδήγησε στο Α'Τμήμα Ασφάλειας Αιγάλεω, ενώ ο εγκαλών ακολουθούσε. Ο κατηγορούμενος την ίδια ημέρα κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 27-9-2004 έγκληση με την οποία προέβη εν γνώσει του στην ψευδή καταμήνυση του πολιτικώς ενάγοντος Ν. Θ. και του Ε. Κ. ότι ο πρώτος απ'αυτούς στον οποίο αυτός όφειλε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό λόγω δανείου, που ωστόσο είχε πλήρως εξοφληθεί στις 22-12-2003, ενεργώντας από κοινού με το δεύτερο (Ε.Κ. ) συνέλαβαν αυτόν (ήδη κατηγορούμενο) και αφού τον κράτησαν όμηρο επί μία ολόκληρη ημέρα του απέσπασαν εκβιαστικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ενώ στις 27-9-2004, στην οδό Καβάλας του Δήμου Αιγάλεω οι προαναφερόμενοι (εγκαλούμενοι) απειλώντας τον από κοινού του άρπαξαν την τσάντα, το κινητό του τηλέφωνο και τα κλειδιά του αυτοκινήτου του και με τη βία τον μετέφεραν στο Α' Α.Τ.Αιγάλεω Αττικής. Ο ίδιος κατηγορούμενος αυθημερόν μετά την κατάθεση της ως άνω εγκλήσεώς του στους πιο κάτω αρμόδιους αστυνομικούς προέβη στον ένορκη επιβεβαίωση του περιεχομένου της. Συγκεκριμένα, αυτός εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον των αστυνομικών Σ. Π. και Α. Λ. (προσληφθέντος ως Β' ανακριτικού υπαλλήλου) κατέθεσε τους παρακάτω ψευδείς ισχυρισμούς του: "είμαι έμπορος και το 1993 δανείστηκα από το Θ. Ν. εξήντα δύο (62.000.000) δραχ. τα οποία θα τα επέστρεφα σε έξι (6) μήνες, παρ' όλο που στο διάστημα αυτό έπαθα οικονομική ζημιά με την εταιρεία μου του επιστρέψαμε εγώ και ο αδερφός μου Λ. Τ. πλέον των εβδομήντα εκατομμυρίων (70.000.000) δρχ. σε χρηματικά ποσά και σε αυτοκίνητα. Αυτός εκβιάζοντας και απειλώντας (ότι θα απαγάγει το παιδί μου πίεζε και εκβίαζε την γυναίκα μου μάλιστα αυτά ειπώθηκαν και στον Εισαγγελέα Υπηρεσίας εκείνη την περίοδο και προς εμένα και προς την οικογένεια του αδερφού μου) απαιτούσε, ακόμα περισσότερα. Στις 22-12-2003 ήμουν στην Ελλάδα για να δω την κόρη μου, γιατί εκείνη την περίοδο έμενα στο ... με συνέλαβε μαζί με έναν σωματοφύλακα του οποίου ξέρω μόνο το μικρό του όνομα, τον οποίον έλεγαν "Μ. " και αφού με κράτησαν μια ολόκληρη μέρα όμηρο μου απέσπασαν εκβιαστικά πέντε (5) εκατομμύρια (5.000.000) δρχ. δεν αρκέστηκαν εκεί και στις 27-9-2004 και περί ώρα 11:00 από την οδό Καβάλας στο Αιγάλεω μετά από παρακολούθηση πάλι με τον προαναφερόμενο σωματοφύλακα απειλώντας μου άρπαξαν την τσάντα, το κινητό μου τηλέφωνο και τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου και με τη βία με μετέφεραν στο Α' Αστυνομικό Τμήμα Αιγάλεω. Από ότι γνωρίζω η διεύθυνση του Θ. Ν. είναι ... Αυτά έχω να προσθέσω για την ώρα επιφυλάσσομαι κάθε νομίμου δικαιώματος μου και ζητώ την ποινική του δίωξη. Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω και υπογράφω, προς υποστήριξη της διαλαμβανόμενης στην υπό στοιχείο 1 πράξη διατύπωσε εν γνώσει του ψευδείς ισχυρισμούς, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας των διαλαμβανομένων σε αυτή, βεβαιώνοντας ενόρκως το περιεχόμενο της". Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ'αριθ. ΕΓ 14-0-06/34/15Δ/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ο τότε εγκαλών και ήδη κατηγορούμενος δεν άσκησε προσφυγή κατά της ως άνω διατάξεως εντός της νόμιμης προθεσμίας. Αποδείχθηκε, ακόμα, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως καθώς με την κατάθεση της ως άνω εγκλήσεώς του στο πιο πάνω Α.Τ.Αιγάλεω ηθελημένα διέδωσε σε βάρος του ψευδή γεγονότα, που περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, του αστυφύλακα (ΠΕ) Σ. Π. , του Α/Α'Α. Λ. (Β' ανακριτικού υπαλλήλου), του αρμόδιου γραμματέα της Εισαγγελίας Αθηνών, του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών που χειρίστηκε την υπόθεση, γνωρίζοντας ότι αυτά μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, αφού ισχυρίστηκε με την ως άνω έγκληση ότι τον εκβιάζει και τον απειλεί ότι θα απαγάγει το παιδί του και ότι εκβίαζε τη σύζυγό του. Γνώριζε δε την αναλήθεια των όσων του αποδίδει στην εν λόγω έγκλησή του, αφού ουδέποτε απείλησε ή εκβίασε τη σύζυγο αυτού (κατηγορουμένου) ή τον ίδιο και μάλιστα ότι θα απαγάγει το παιδί τους, δεδομένου ότι δεν γνώριζε που βρίσκεται ούτε η κατοικία της συζύγου του ή αν έχει παιδί, ο δε ίδιος (κατηγορούμενος) δήλωνε κάτοικος εξωτερικού αορίστως από το έτος 1993, που φυγοδικούσε και είχε σε βάρος του καταδικαστικές αποφάσεις για πλαστογραφία, απάτη, απλή χρεοκοπία, ακάλυπτες επιταγές, λαθρεμπορία, υπεξαίρεση και ψευδή καταμήνυση και αυτός (πολιτικώς ενάγων) είναι έντιμος οικογενειάρχης και επιχειρηματίας και δεν συμπεριφέρεται απειλητικά και εκβιαστικά όχι μόνο προς τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του αλλά και γενικά σε κάθε άτομο. Τα όσα σχετικώς ανέφερε στην ως άνω έγκληση είναι αναληθή και μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, αφού τον παρουσιάζει ως άτομο που δεν διστάζει να απειλεί και να εκβιάζει, με σκοπό το διασυρμό του και τη μείωση της προσωπικότητάς του ως ηθικού και κοινωνικού ατόμου. Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται, όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικότερα στο διατακτικό της αποφάσεως".
Μετά από αυτά, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 224 παρ.2,1, 227 παρ.1, 363-362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα-εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, εκτίθενται όλα τα περιστατικά που θεμελιώνουν το ψευδές του γεγονότος που αποτέλεσε στοιχείο όλων των ανωτέρω πράξεων. Ως προς τη γνώση από τον αναιρεσείοντα της αναλήθειας του ισχυρισμού του, που αφορά όλες τις επίμαχες πράξεις, υπάρχει πλήρης αιτιολογία για τη θεμελίωση του άμεσου αυτού δόλου, αφού ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός του στην καταγγελία περί τελέσεως σε βάρος του αξιοποίνων πράξεων (εκβίασης, απειλής, αρπαγής παράνομης κατακράτησης), στηρίζεται σε προσωπική του αντίληψη και πεποίθηση. Εξάλλου, η καταγγελία στο Αστυνομικό Τμήμα για τέλεση αξιοποίνων πράξεων από τον πολιτικώς ενάγοντα, συνιστά όντως σε βάρος του καταγγελλόμενου αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, καθώς και όλοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
ΙΙ. Το περιεχόμενο εγγράφων που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το αρθρ. 358 ΚΠΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και 1)το με αριθμό 1, δηλαδή "έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα", 2)το με αριθμό 4, δηλαδή, "πέντε επιταγές", 3)το με αριθμό 12, δηλ.το "δελτίο ανεργίας", 4)το με αριθμό 14, δηλ. "σύμβαση εμπορικής συνεργασίας" και 5)το με αριθμό 16, δηλαδή "χειρόγραφη επιστολή". Και ναι μεν ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω όμως τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των παραπάνω εγγράφων είναι επαρκής και εν όψει του ότι αλλά έγγραφα με παρόμοιο περιεχόμενο δεν αναγνώσθηκαν δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα τους, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενο τους στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ.Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 17 Ιουνίου 2010 (υπ'αριθμ.πρωτ.79/2010 ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πειραιώς), αίτηση του Α. Λ. του Δ. , καθώς και τους από 18-10-2010 με ξεχωριστό δικόγραφο ενώπιον του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους, από τον άνω αναιρεσείοντα, για αναίρεση της με αριθμό 773/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση. Υπάρχει πλήρης αιτιολογία προς θεμελίωση του άμεσου δόλου για τις πράξεις αυτές αφού ο εν λόγω ψευδής ισχυρισμός που αφορά όλες τις επίμαχες πράξεις, στηρίζεται σε προσωπική αντίληψη και πεποίθηση του κατηγορουμένου. Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο αν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1277/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Α. Κ.-Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μυλωνόπουλο και 2 .Φ. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μαραβέλια, περί αναιρέσεως της 10628/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Σ. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαγεωργίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Ιουνίου 2010 και 17 Ιουνίου 2010 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1017/2010.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 17-6-2010 και 18-6-2010 αιτήσεις αναίρεσης κατά της αυτής καταδικαστικής απόφασης της Φ. Μ. του Β. και Α. Κ.-Σ. του Ι.-Μ., που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.
Κατά το άρθρο 17 κεφ. Β' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/88), σε όσα εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο Πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το Εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα των νεότερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίου κληρώνονται οι Πρόεδροι των Τριμελών Εφετείων (παρ. 3). Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Α. Κ.-Σ. προβάλλεται η αιτίαση ότι στη σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου (υπ' αρ. 10628/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών συμμετείχε ως διευθύνων τη συζήτηση ο Εφέτης Στυλιανός Δαρέλλης με την ιδιότητα του Προεδρεύοντος Εφέτη, χωρίς όμως να αναφέρεται ότι κωλυόταν ο Πρόεδρος Εφετών, ή κωλύονταν οι αρχαιότεροι αυτού Εφέτες, αποτέλεσμα η παράλειψη αυτή να δημιουργεί κακή σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναίρεσης εκ των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ. Όμως, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ' η σύνθεση πρόδηλα του δικάσαντος Δικαστηρίου και συνεπώς και ο Πρόεδρος αυτού, ορίσθηκε με κλήρωση και όχι με πράξη του Δικαστή που διευθύνει το Εφετείο Αθηνών, δεδομένου ότι στο Εφετείο Αθηνών προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δεκαπέντε (15) δικαστών και συνεπώς, δεν υφίστατο και αντίστοιχη υποχρέωση να αναγράφεται στην απόφαση ότι ο συγκεκριμένος Εφέτης ορίσθηκε επειδή κωλυόταν ο Πρόεδρος Εφετών ή οι αρχαιότεροι αυτού Εφέτες. Επομένως, ο σχετικός ως άνω λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Α. Κ.-Σ. πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύει στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Τα ίδια ορίζονται από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της από 4 Νοεμβρίου 1950 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης που εκυρώθη με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, δηλαδή ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθεί εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομέρεια την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του".
Στην προκειμένη περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από τα έγγραφα, που ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων αναίρεσης και ειδικότερα του υπ'αριθμ. 30097/17-1-2007 κλητηρίου θεσπίσματος που επιδόθηκε και στους δυο αναιρεσείοντες που περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια, εκτός των λοιπών από το άρθρο 321 του ΚΠΔ στοιχείων, τα στοιχεία που προσδιορίζουν τον τόπο, το χρόνο, τον τρόπο που φέρεται ότι τελέσθηκε από τους τότε τρεις κατηγορούμενους η αξιόποινη πράξη και η συμμετοχική δράση εκάστου αυτών και τα άρθρα του ΠΚ που προβλέπουν τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις (πλαστογραφία μετά χρήσεως και ηθική αυτουργία από κοινού που μεταβλήθηκε σε συναυτουργία στην πράξη της πλαστογραφίας). Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α και Η του ΚΠΔ λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως με τους οποίους κατ' εκτίμηση αυτών πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και περί αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, με την ως άνω απόρριψη της ενστάσεως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τυπικούς λόγους δεν παραβιάζεται κάποια από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ 53/74) αρχή προσβάσεως του κατηγορουμένου στο δικαστήριο και ακροάσεώς του, καθόσον προϋπόθεση για την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου είναι και η τήρηση των κανόνων του Ελληνικού δικονομικού δικαίου ως προς την έγκυρη και έγκαιρη άσκησή τους. Γι' αυτό η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος Α. Κ.-Σ. που εμπεριέχεται στον προαναφερόμενο πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αυτού είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση του κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως του πλαστού εγγράφου, η οποία (χρήση) αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, όταν πλαστογράφος και χρήστης του πλαστού εγγράφου είναι το ίδιο πρόσωπο, απαιτείται η κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου, με σκοπό να παραπλανηθεί με τη χρήση του άλλος, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Πρόκειται δηλαδή για σωρευτικώς μικτό έγκλημα, με την έννοια ότι οι πλείονες κατά το νόμο τρόποι πραγματώσεώς του (δηλαδή η κατάρτιση πλαστού ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου) δεν μπορεί να εναλλαχθούν, κάθε δε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως και, σε περίπτωση συνδρομής και των δύο αυτών τρόπων, υπάρχει συρροή εγκλημάτων, αφού στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο αυτοτελείς εγκληματικές πράξεις, που συνδέθηκαν νομοτεχνικά στο ίδιο νομοθετικό κείμενο. Ειδικότερα, η αναγραφή στην επιταγή του ονόματος και κατ' απομίμηση της υπογραφής τρίτου, ως οπισθογράφου ενεχομένου εκ της επιταγής, χωρίς τη συναίνεση αυτού, συνιστά πλαστογραφία, με τη μορφή όμως της "καταρτίσεως πλαστού εγγράφου" και όχι της "νοθεύσεως εγγράφου". Είναι δε επιτρεπτή κατ' αρχήν η μεταβολή της κατηγορίας από "κατάρτιση πλαστού" σε "νόθευση" εγγράφου και το αντίθετο.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 45 του ΠΚ που ορίζει ότι "αν δυο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη καθένας του τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως", προκύπτει ότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενική σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος (Ολ. ΑΠ 50/1990). Είναι δε δεκτή η συναυτουργία περισσοτέρων προσώπων στην κατάρτιση πλαστού ή τη νόθευση εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός των συναυτουργών αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός.
Εξάλλου μεταβολή κατηγορίας που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα από την οποία δημιουργείται λόγος αναίρεσης της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 εδ. β του ΚΠΔ, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος είναι ουσιαστικά διαφορετική από εκείνη για την οποία παραπέμφθηκε σε δίκη, κατά τόπο, χρόνο, γεγονότα και περιστάσεις. Τέτοια όμως μεταβολή κατηγορίας δεν υπάρχει στην περίπτωση που παραλλάσσει ο τρόπος συμμετοχής κάποιου στο έγκλημα, όπως όταν εκείνος που κατηγορήθηκε ως ηθικός αυτουργός, καταδικαστεί ως φυσικός αυτουργός ή αντιθέτως. (βλ. επί πλαστογραφίας ΑΠ 1137/1989).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης επί της τελέσεως κάποιου εγκλήματος κατά συναυτουργία, δεν απαιτείται η αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός των συναυτουργών αλλά αρκεί η αναφορά σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 10628/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής απασχολείτο ως σύμβουλος επιχειρήσεως στην εταιρεία με την επωνυμία CREME DE LA CREME ΕΠΕ της Μ. Μ., συζύγου του δευτέρου κατηγορουμένου και συγγενούς της πρώτης κατηγορουμένης. Η πιο πάνω εταιρεία συστεγαζόταν με την εταιρεία με την επωνυμία "Αθηναϊκή Δομική Α.Ε." εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος. Στα λογιστήριο αμφοτέρων των προαναφερθεισών εταιρειών παρείχε τις υπηρεσίες της, ως βοηθός λογιστού, η πρώτη κατηγορουμένη. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, στις αρχές Αυγούστου του έτους 2002, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Αθηναϊκή Δομική Α.Ε." έθεσε την υπογραφή του, στη θέση του εκδότη, στην υπ' αριθμ. ... επιταγή την οποία, στη συνέχεια, παρέδωσε στην πρώτη κατηγορουμένη η οποία συμπλήρωσε τα λοιπά στοιχεία αυτής (επιταγής), ήτοι τόπο έκδοσης "...", ημερομηνία "15-12-2002" ποσό "8.000 €" και έθεσε το όνομα του μηνυτή στη θέση εις διαταγήν εκείνου υπέρ του οποίου εκδόθηκε, χωρίς ο τελευταίος να γνωρίζει τις ενέργειες αυτές. Ακολούθως, η πρώτη κατηγορουμένη με τη σύμφωνη γνώμη και θέληση του δευτέρου κατηγορουμένου, με σκοπό να παραπλανήσει, με τη χρήση της, τους μεταγενέστερους κομιστές της επίμαχης επιταγής, πλαστογράφησε την υπογραφή του Ν. Σ. στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης. Ο δεύτερος αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στη συμπλήρωση της εν λόγω επιταγής, ισχυρίστηκε δε, περαιτέρω, ισχυρισμός ο οποίος δεν αποδείχθηκε βάσιμος, ότι την επιταγή αυτή, μαζί με άλλες είχε πρόθεση να δώσει, ως επιταγές ευκολίας στον συνεργαζόμενο επιχειρηματία Μ. και ότι αυτή (επιταγή) συμπληρώθηκε από την πρώτη κατηγορουμένη από παραδρομή. Η τελευταία όμως, ως βοηθός λογιστή δεν ήταν δυνατόν να αναλάβει τέτοια πρωτοβουλία και μάλιστα χωρίς να ενημερώσει τον λογιστή ή τους εταίρους. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο Μ. Α. παρέδωσε την επίμαχη επιταγή στο Β. Κ. και στη συνέχεια αυτός τη μεταβίβασε, με νέα οπισθογράφηση στον Κ. Ζ., ο οποίος όταν την εμφάνισε προς πληρωμή δεν πληρώθηκε. Από τα παραπάνω, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις και συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών, όπως στο διατακτικό ειδικότερο αναφέρεται. Πρέπει ωστόσο σ' αυτούς να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' του ΠΚ καθόσον έως το χρόνο που τέλεσαν τις αξιόποινες αυτές πράξεις έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Στη συνέχει το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους αμφότερους τους αναιρεσείοντες ως φυσικούς αυτουργούς της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και ειδικότερα του ότι σε μη σε μη επακριβώς καθορισμένο χρόνο, πάντως περί τις αρχές Αυγούστου του έτους 2002, στην περιοχή των ... τέλεσαν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις που τιμωρούνται κατά νόμο:
Η πρώτη κατηγορούμενη Φ. Μ., στους ανωτέρω τόπο και χρόνο, πλαστογράφησε με νόθευση την υπ' αρ. ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας ALPHA ΒΑΝK αλλοιώνοντας και μεταβάλλοντας το περιεχόμενο αυτής με την προσθήκη λέξεων, αριθμών και άλλων στοιχείων, ώστε να παρέχεται η εντύπωση ότι η δήλωση του εκδότη είχε εξ αρχής το περιεχόμενο που της προσδόθηκε μετά την αλλοίωση, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα ως υπεύθυνη του λογιστηρίου της εταιρείας με την επωνυμία CREME DE LA CREME HUMAN RESOURCES ΕΠΕ που εδρεύει στην περιοχή ... (…), έλαβε εις χείρας της την ως άνω επιταγή "ευκολίας" που εξέδωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος Α. Κ. ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΟΜΙΚΗ Α.Ε. που εδρεύει ομοίως ως άνω και εν συνεχεία συμπλήρωσε την εν λόγω επιταγή κατά τα λοιπά στοιχεία της, ήτοι έθεσε ημεροχρονολογία και "τόπο" εκδόσεως ... 15/12/2002, χρηματικό ποσό 8.000 ευρώ αριθμητικώς και ολογράφως, συμπλήρωσε δε στη θέση "πληρώστε με την επιταγή μου αυτή σε διαταγή", ονοματεπώνυμο εντελώς άσχετο με την προρρηθείσα επιταγή, ήτοι το ονοματεπώνυμο του ήδη εγκαλούντος Ν. Σ. του Χ., κατοίκου ... (...) και εν συνεχεία έθεσε στην οπίσθια όψη αυτής και υπογραφή δήθεν προερχόμενη από τον ως άνω εγκαλούντα. Την πράξη αυτή τέλεσε με τη σύμφωνη γνώμη και θέληση του 2ου κατηγορουμένου που γνώριζε και ενέκρινε την πράξη της αμφότερα με σκοπό να παραπλανήσουν τη χρήση της ανωτέρω νοθευμένης επιταγής την τράπεζα και κάθε ενδιαφερόμενο για τους υπόχρεους εξ αυτής οπισθογράφους. Στη συνέχει δε ο 2ος κατηγορούμενος έκανε χρήση της επιταγής τούτης, αφού την παρέδωσε στον Α. Μ. για να την μεταβιβάσει περαιτέρω. Το δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι έζησαν έντιμη οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ). περαιτέρω δε επέβαλε στον καθένα αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία (3) χρόνια.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν, οι αναιρεσείοντες τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 84 παρ.2α και 216 παρ.1 του ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις δυο εκθέσεις (ιδιωτικές και όχι κατόπιν δικαστικής εντολής) γραφολογικής γνωμοδοτήσεως που ανέγνωσε στο ακροατήριο (υπ' αρ. 2 και 15 έγγραφα του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων), των οποίων άλλωστε το συμπέρασμα δεν είναι αντίθετο με τις παραδοχές ως προς την καταδικαστική κρίση (τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία) του ως άνω Δικαστηρίου. Επίσης το ίδιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την υπ' αριθμ. 9213/2005 ένορκη βεβαίωση της αναιρεσείουσας Φ. Μ. (εκ παραδρομής αναφέρεται στα πρακτικά Μ. Μ.) ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Μαρίας-Νίκης Λάσκαρη, μετά την ορθή απόρριψη της ένστασης των συνηγόρων των κατηγορουμένων περί μη ανάγνωσής της, λόγω της αοριστίας της (μη αναφοράς οιουδήποτε λόγου για τη θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως), όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σελ. 12 έως 14 των πρακτικών).
Περαιτέρω υπάρχει ιδιαίτερη αιτιολόγηση και για το σκοπό των δυο κατηγορουμένων αναιρεσειόντων να παραπλανήσουν τους τρίτους σε σχέση με την εκ της επιταγής ενοχή του μηνυτή ως οπισθογράφου, ενώ η αναφορά στο διατακτικό του όρου "με νόθευση" αντί της "καταρτίσεως πλαστού εγγράφου" πρέπει να αποδοθεί σε παραδρομή, αφού διευκρινίζεται στη συνέχεια ότι η πλαστογραφία συνίσταται στην επί της επίμαχης πιο πάνω επιταγής, και δη στη θέση της υπογραφής του πρώτου οπισθογράφου στην οπίσθια όψης της, τοποθέτηση κατ' απομίμηση της υπογραφής του μηνυτή και ήδη πολιτικώς ενάγοντος. Η ειδικότερη δε αντίθετη αιτίαση της αναιρεσείουσας Φ. Μ. ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου της χρήσης εκ μέρους αυτής της επίμαχης επιταγής, η οποία έγινε βέβαια μετά την πλαστογράφηση της απ' αυτήν, με τη συναυτουργία του συγκατηγορουμένου της - αναιρεσείοντος Α. Κ., όταν παραδόθηκε αμέσως στον αρχικά συγκατηγορούμενός της Α. Μ. για να τη μεταβιβάσει περαιτέρω και αποτελεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, για το οποίο δεν τίθετο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό και δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (9-12-2009) θέμα παραγραφής. Τέλος, δεν υπάρχει κάποια ασάφεια στο αιτιολογική της προσβαλλόμενης απόφασης ή αντίφαση μεταξύ αυτού και του διατακτικού αυτής, λόγω μη επακριβούς προσδιορισμού των επί μέρους πράξεων καθενός των αναιρεσειόντων, συμμετασχόντων στην από κοινού τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, αφού με την παραπομπή ως προς τη χρήση της επιταγής στο διατακτικό της απόφασης, που παραδεκτά συμπληρώνει το αιτιολογικό, διαλαμβάνονται σ' αυτά με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο ότι οι δυο τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες συμμετείχαν στην τέλεση του ως άνω εγκλήματος ως συναυτουργοί, τόσο στην κατάρτιση της επίμαχης πλαστής επιταγής όσο και τη χρήση περαιτέρω αυτής από τους ίδιους. Εντεύθεν η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας με την οποία ισχυρίζεται τα αντίθετα των ανωτέρων και δη περί αντιθέσεως μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Α. Κ.-Σ. και όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης της Φ. Μ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρων 45 και 216 παρ.1 του ΠΚ) και για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους δυο ως άνω λόγους πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον με τον τρόπο αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς τα ζητήματα αυτά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, το γεγονός ότι με την απόφασή του αυτή κήρυξε τον αναιρεσείοντα ως φυσικό (συν)αυτουργό του παραπάνω εγκλήματος, ενώ αυτός παραπέμφθηκε ως ηθικώς αυτουργός δεν μπορεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να δημιουργήσει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης της απόφασης για απόλυτη ακυρότητα, γιατί με την πιο πάνω μεταβολή της κατηγορίας δεν γίνεται η πράξη διαφορετική εκείνης για την οποία παραπέμφθηκε σε δίκη, ο αναιρεσείων, αφού τα πραγματικά περιστατικά (τόπος, χρόνος και ιστορικές περιστάσεις) στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου και τα οποία την στοιχειοθετούν είναι τα ίδια και στις δυο περιπτώσεις.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης της αίτησης αναίρεσης του Α. Κ.-Σ. που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας.
Μετά από όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους αμφότερες οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως αβάσιμες, να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και συμμέτρως στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 17-6-2010 αίτηση της Φ. Μ. του Β., κατοίκου ..., με την από 18-6-2010 αίτηση του Α. Κ.-Σ. του Ι.-Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10628/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και συμμέτρως στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία. Επιτρεπτή μεταβολή κατηγορίας αντί ηθικό αυτουργό σε συναυτουργό του εγκλήματος αυτού. Καταδικαστική απόφαση περισσοτέρων για το ως άνω έγκλημα. Αιτήσεις αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Ειδικότερα και για κακή σύνθεση του δικάσαντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και για υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη όλων των ανωτέρω λόγων αναίρεσης και αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης στο σύνολό τους.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1275/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Ν. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2126/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον S. R. του A..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 120/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 174/12.05.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 219/16-12-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Π. Γ. Ν., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 2126/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα : Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 3560/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της απόπειρας ανθρωποκτονίας, β) της παράνομης οπλοφορίας, γ) της οπλοχρησίας και δ) της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού (άρθρα 42§1, 94§1, 299§1, 308 και 309 Π.Κ. και άρθρα 1§1β',γ', 10§§1 και 13β και 14 Ν. 2168/93). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθ. 12/9-1-2009 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση αυτή και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού ασκήθηκε από τον προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο του Παύλο Ξυγκάκη, δικηγόρο Αθηνών, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών Δ. Δ. (από παραδρομή αναφέρεται ως γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών) και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν τα αδικήματα για τα οποία παραπέμπεται να δικασθεί ο αναιρεσείων και της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 484§1δ', β' και α' Κ.Π.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 Π.Κ. "Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου (ΑΠ 1057/2004 Ποιν. Χρον. ΝΕ' 509, ΑΠ 2447/2003 Ποιν. Λογ. 2003 2599, ΑΠ 795/2003 Ποιν. Λογ. 2003 788, ΑΠ 870/2002 Ποιν. Λογ. 2002 1003, ΑΠ 1935/2001 Ποιν. Λογ. 2001 2410, ΑΠ 1206/2000 Ποιν. Χρον.). Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 299 ΠΚ προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής. Ως βρασμός ψυχικής ορμής νοείται η ψυχική υπερδιέγερση που προκαλείται από την αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, η οποία, χωρίς να φθάνει μέχρι τη διατάραξη της συνειδήσεως, ώστε να αποκλείει ή να μειώνει την ικανότητα προς καταλογισμό, αποκλείει τη δυνατότητα στο δράστη να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούν στην τέλεση του εγκλήματος και εκείνα που τον απωθούν από αυτή (ΑΠ 861/2004 Ποιν. Χρον. ΝΕ' 408, ΑΠ 2292/2003 Ποιν. Λογ. 2003 2466, ΑΠ 343/2000 Ποιν. Χρον. Ν1 897, ΑΠ 1105/1998 Ποιν. Χρον. ΜΘ'601, ΑΠ 455/1998 Ποιν. Χρον. ΜΗ'1078, ΑΠ 809/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ'248, ΑΠ 1454/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ'483). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 42§1 ΠΚ "'Όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή το πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή μειωμένη (αρ. 83)". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής και εκείνης του άρθρου 299§1 ΠΚ συνάγεται ότι απόπειρα ανθρωποκτονίας υπάρχει όταν αυτός που αποφάσισε να σκοτώσει άλλον επιχειρεί, με πρόθεση πραγματώσεως του σκοπού αυτού, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του εν λόγω εγκλήματος. Ως τέτοια θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, αποτελώντας τμήμα της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οδηγεί ευθέως στην πραγμάτωση του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη-θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της βολής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση της βολής, το μέρος του σώματος που τυχόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη κ.ο.κ. (ΑΠ 954/2004 Ποιν. Χρον. ΝΕ1 430, ΑΠ 2450/2003 Ποιν. Λογ. 2003 2605, ΑΠ 864/2003 Ποιν. Λογ. 2003 964, ΑΠ 35/2003 Ποιν. Λογ. 2003 68, ΑΠ 219/2002 Ποιν. Λογ. 2002 184, ΑΠ 989/1999 Ποιν. Χρον. Ν' 500). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, προϋποθέτει επίθεση, δηλαδή ορισμένη θετική ανθρώπινη ενέργεια με την οποία εκτίθεται σε κίνδυνο έννομο αγαθό ορισμένου προσώπου. Η επίθεση αυτή πρέπει να είναι άδικη, δηλαδή να αντιφάσκει αντικειμενικά προς το δίκαιο, να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και εξακολουθεί, ως και όταν άμεσα και ασφαλώς επίκειται η πραγμάτωση της, όπως, όταν βασίμως και δικαιολογημένως μπορεί κάποιος να φοβάται άμεση έναρξη επιθετικής ενέργειας και τέλος η προσβολή του επιτιθέμενου να είναι αναγκαία για την υπεράσπιση του εκτιθέμενου σε κίνδυνο από την επίθεση έννομου αγαθού του προσώπου (ΑΠ 2447/2003 Ποιν. Λογ. 2003 2599, ΑΠ 1013/2003 Ποιν. Χρον. ΝΔ1 230, ΑΠ 456/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ1 311, ΑΠ 870/2000 Ποιν. Λογ. 2000, 1003). Δεν υφίσταται κατάσταση άμυνας, όταν συντρέχει περίπτωση αμοιβαίας επιθέσεως και αποκρούσεως, όπου δεν μπορεί κανείς να διακρίνει τον επιτιθέμενο και τον αποκρούοντα, ως και όταν η παρούσα επίθεση μπορεί να αποτραπεί ή να παραμερισθεί με άλλα μέσα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η ακίνδυνη φυγή αυτού κατά του οποίου στρέφεται η επίθεση, αν δεν μειώνεται η τιμή ή η αξιοπρέπεια του (ΑΠ 719/2003 Ποιν. Χρον. ΝΔ1 144, ΑΠ 1997/2001 Ποιν. Λογ. 2001 2453). Εξ' άλλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 10§§1,13β Ν. 2168/1993 απαγορεύεται η οπλοφορία μαχαιριών κάθε είδους χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του οπλοφορούντος, εκτός αν πρόκειται για οικιακή ή επαγγελματική χρήση, οι δε φέροντες παράνομα μαχαίρια τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή. Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 2168/1993 σύμφωνα με την οποία "Όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή από αμέλεια και καταδικαστεί, ανεξάρτητα από την ποινή πού επιβάλλεται γι' αυτό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών", προκύπτει με σαφήνεια ότι στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της οπλοχρησίας είναι α) διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος β) καταδικαστική γι' αυτό απόφαση, γ) όπλο από αυτά πού αναφέρονται στο άρθρο 1 του παραπάνω νόμου και δ) χρήση του όπλου σύμφωνα με τον προορισμό του (π.χ. επί πυροβόλου όπλου πυροβολισμός, επί μαχαιριών ή ροπάλων κατεύθυνση αυτών προς το στόχο κ.λ.π., χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί και το σκοπούμενο πλήγμα (Α. Π. 640/1999, Ποιν. Χρ. 2000, 231, Μιχαηλίδης Π. Χρ. ΛΕ/188 με σχετική νομολογία). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ "Αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (αρθρ. 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον στον τριών μηνών". Από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 656/2007 Π.Χρ. ΝΗ/150 και ΑΠ 570/2007 Π.Χρ. ΝΗ/139). Ακόμη κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής ουσιαστικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Ακόμη από τον συνδυασμό των άρθρων 484§1 α και 171§1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται : 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του• β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο• γ) την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος, δ)την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 2126/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις και αναφορά κυρίως στην εισαγγελική πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ότι: Στην υπό κρίση υπόθεση μετά την αρχική αυτεπάγγελτη προανάκριση (άρθ. 243§2 ΚΠΔ) από το Α.Τ. Ωρωπού και την κυρία ανάκριση που ακολούθησε και διενεργήθηκε από τον Ανακριτή του 9ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, που περατώθηκε νόμιμα, σύμφωνα με τα άρθρα 270 §1α και 308§§1,4 ΚΠΔ, όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε και αριθμήθηκε με τα άρθρα 20§4 Ν. 3160/2003 (βλ. από εκθέσεις απολογίας κατηγορουμένων και εκθέσεις γνωστοποιήσεως πέρατος της ανακρίσεως), από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι ως άνω εκκαλούντες μαζί με τους άλλους συγκατηγορουμένους τους Δ. Α. του Γ., ... και Κ. Γ. του Ε., ..., βρίσκονταν την 6-5-2007 στην καφετερία με το διακριτικό τίτλο "Καρβουνόσκαλα", στην παραλιακή οδό Μαρκοπούλου-Ωρωπού. Περί την 02:00' ώρα της 6-5-2007 και ενώ η παραπάνω παρέα των κατηγορουμένων βρίσκονταν έξω από το παραπάνω κατάστημα, λόγω προηγηθεισών φραστικών προστριβών τους, συνεπλάκησαν. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής αυτής, ο N. P. επιτέθηκε στο συγκατηγορούμενο του Δ. Α. και τον έπληξε με το μαχαίρι που παρανόμως έφερε μαζί του και το οποίο είχε λάμα μήκους 18 εκατοστών και συνολικό μήκος 32 εκατοστών. Η ενέργεια αυτή του εκκαλούντα-κατηγορουμένου, δεν είχε αμυντικό χαρακτήρα στα πλαίσια της συμπλοκής και των εκατέρωθεν αλληλοχτυπημάτων, ούτε σκόπευε να του επιφέρει απλές σωματικές βλάβες, αλλά επιδίωκε τη θανάτωση του, αφού τον έπληξε σε ζωτικής σημασίας όργανα του σώματος του παθόντα. Συγκεκριμένα τον έπληξε στην αριστερή τραχηλική χώρα και του προκάλεσε θλαστικό τραύμα αριστερού τραχήλου με τρώση στέρνου κλειδομαστοειδούς και άνω αριστερού τριτημορίου λοβού θυρεοειδούς. Δεν επέτυχε όμως τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, όχι από δική του θέληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα διότι ο παθών διακομίστηκε αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Γεώργιος Γενηματάς", όπου αντιμετωπίστηκε χειρουργικά και μετά νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Τον ανωτέρω εκκαλούντα - κατηγορούμενο υποδεικνύουν ως δράστη οι αυτόπτες μάρτυρες Η. Δ. και Γ. Α.. Προέκυψε επίσης ότι στα πλαίσια της συμπλοκής των εκκαλούντων με τους άλλους συγκατηγορουμένους τους αυτοί (οι εκκαλούντες) χτύπησαν με ρόπαλο που έφεραν παράνομα τον Κ. Γ., προξενώντας του θλαστικά τραύματα ρινός και δεξιού οφθαλμικού κόγχου, το μέσο δε που χρησιμοποίησαν και το μέρος του σώματος του παθόντα (κεφαλή), που επλήγη, ήταν δυνατόν να του προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη. Επίσης οι εκκαλούντες δέχθηκαν επίθεση από τον Δ. Α. και Κ. Γ. με ρόπαλο που έφεραν παράνομα και προκάλεσαν στον S. R. ρήξη σπληνός, τρώση διαφράγματος και τρώση πρόσθιας επιφανείας του στομάχου και στον N. P. οίδημα και μώλωπες της αριστερής περικογχικής χώρας, άλγος δεξιού υποχονδρίου και κόψιμο των τενόντων και κομπτήρων, δηλαδή επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Ο εκκαλών N. P. αρνείται πλήρως όλες τις κατηγορίες και οποιαδήποτε συμμετοχή του στο προαναφερθέν περιστατικό και θεωρεί τις καταθέσεις των Η. Δ. και Γ. Α. ως "ψευδείς, αντιφατικές και αγχώδεις". Προς επίρρωση των ισχυρισμών του αυτών, αναφέρει ότι ο Η. Δ., στην κατάθεση του στον Ανακριτή, αναφέρει ότι είδε τον εκκαλούντα να μαχαιρώνει τον Α. στον τράχηλο πλάγια δεξιά, ενώ στην από 10-5-2007 Βεβαίωση Νοσηλείας, το τραύμα βρίσκεται στην αριστερή τραχηλική χώρα. Τούτο όμως δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρίσει την κατάθεση του Η. Δ. ως ψευδή, διότι δεν είναι δυνατόν ένας τρίτος που παρακολουθεί μια συμπλοκή να περιγράψει με ακρίβεια, δίκην ιατροδικαστού, τα ακριβή περιστατικά και τα σημεία τρώσεως ενός εκάστου των συμπλεκομένων. Άλλωστε και ο ίδιος ο εκκαλών, ενώ ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε μέρος στη συμπλοκή αυτή, δεν δικαιολογεί τα τραύματα που έφερε. Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος για τις πράξεις που του αποδίδονται, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1,12,14, 42§1, 83, 94§1, 299§1, 308§1, 309 ΠΚ και αρθρ. 1§1 β,γ, 10§§1, 13β, 14 Ν. 2168/1993). Επομένως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο, με το προσβαλλόμενο με αριθμό 3.560/2008 Βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές και κατ' εφαρμογή των άρθρων 309§1ε και 313 ΚΠΔ την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (άρθρα 96 και 97 Συντάγματος και 1, 8§1α, 109 περ. α', 119§1 και 122 ΚΠΔ), δεν έσφαλε αλλά προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια η έφεση του εκκαλούντος που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 319§3 ΚΠΔ, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583§1 ΚΠΔ (όπως αντικ. με το άρθ. 55 Ν3160/2003), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα. Όσον αφορά την αίτηση άρσης του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας ποσού 3.000,00€, που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 296/2007 Διάταξη του 9ου Τακτικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αθηνών, σε αντικατάσταση του αρχικά επιβληθέντος, μετά την απολογία του, με την υπ' αριθ. 15/2007 Διάταξη του ίδιου Ανακριτή, περιοριστικού όρου της εμφάνισης του στο Α.Τ. του τόπου της κατοικίας τού, εκτίθενται τα ακόλουθα: Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και υπό τα εκτεθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του αιτούντος για τις κακουργηματικές πράξεις που του αποδίδονται. Περαιτέρω, τα ιδαίτερα χαρακτηριστικά της πράξεως αυτής, καθώς και περιστατικά του προηγούμενου βίου του καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένη εγκληματική συμπεριφορά και ότι, αν αρθεί και αυτός ο περιοριστικός όρος, που ετέθη κατόπιν της από 3-7-2007 σχετικής αιτήσεως του, είναι πολύ πιθανό ότι Θα διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Για την ως άνω κρίση συνεκτιμούνται το κίνητρο του αιτούντος, η χωρίς ιδιαίτερο λόγο συμπλοκή με άλλα άτομα που βρίσκονταν στο ίδιο κατάστημα και στην ίδια παρέα, οι συνθήκες τελέσεως της πράξεως του (ταχύτατη και μεθοδική επιλογή και χρήση πρόσφορων αντικειμένων για την επίτευξη του σκοπού του και αποτελέσματα αυτής). Συγκεκριμένα διέπραξε κατά τη διάρκεια της προπεριγραφείσας συμπλοκής τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Υπό τα δεδομένα αυτά η διατήρηση της ισχύος της Διατάξεως του παραπάνω Ανακριτή και του υπ' αριθ. 3.560/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κρίνεται απόλυτα αναγκαία, για να προληφθεί η τέλεση και νέων εγκλημάτων από αυτόν και αποτελεί και ασφαλιστική δικλείδα για την εμφάνιση του στο δικαστήριο και στην υποβολή του στην εκτέλεση της απόφασης, σύμφωνα και με το άρθρο 296 ΚΠΔ. Επομένως η κρινόμενη αίτηση του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία. Περαιτέρω και συμπληρωματικά των ανωτέρω πρέπει ν' αναφερθούν και τα ακόλουθα: Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 308 §1, 309§Ιδ, 316,318 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η διενέργεια ή μη συμπληρωματικής ανακρίσεως απόκειται στην κυριαρχική επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (βλ. ΑΠ 1158/01 Π.Χρ. ΝΒ-415, ΑΠ 691/97 Π.Χρ. ΜΗ-176, ΑΠ 239/96 Π.Χρ. ΜΣΤ-1635). Κατ' ακολουθίαν, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα σαφώς προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου P. N. για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν άνω αξιόποινες πράξεις, ανάγκη να διαταχθεί συμπληρωματική κυρία ανάκριση δεν συντρέχει, εν προκειμένω, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με το εφετήριο ο εκκαλών P. N., απορριπτόμενου επομένως του σχετικού αιτήματος του ως κατ' ουσίαν αβάσιμου. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα αξιόποινες πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας, παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού, διέλαβε στο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα οποία ορθώς υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν και οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο να δικασθεί για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις. Περαιτέρω ως προς τον προβαλλόμενο τρίτο λόγο αναίρεσης της έλλειψης ακροάσεως του Εισαγγελέα Εφετών στην απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος, που υπέβαλε διά της εφέσεώς του, να διαταχθεί συμπληρωματική ανάκριση για να κληθούν και να εξετασθούν οι προταθέντες (: στα υπομνήματα) μάρτυρες, είναι αυτός αβάσιμος, διότι η έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα δεν προβλέπεται στο άρθρο 484 του Κ.Π.Δ. μεταξύ των περιοριστικά σ' αυτό αναφερόμενων λόγων αναίρεσης. Αν δε ήθελε γίνει δεκτό και ερμηνευθεί ότι αναφέρεται η έλλειψη ακροάσεως (του Εισαγγελέα) στην "....στην υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο (άρθρο 171§ιβ'Κ.Π.Δ.), εν προκειμένω ο παραπάνω Εισαγγελέας Εφετών με την περικοπή της προτάσεώς του, "Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και υπό τα εκτεθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του αιτούντος για τις κακουργηματικές πράξεις που του αποδίδονται", (δείτε 7ο φύλλο, δεύτερη σελ. του βουλεύματος), έμμεσα αλλά κατά τρόπο σαφή αναφέρθηκε με την πρότασή του και στο αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς οι αντίθετοι προβαλλόμενοι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. 9άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω : Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσία η υπ' αριθ. 219/16-12-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Π. Γ. Ν. (P. N. του J.), κατά του υπ' αριθ. 2126/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 20-4- 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 Π.Κ. "1. Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικά μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 42 § 1 ΠΚ "'Όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή το πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή μειωμένη (αρ. 83)". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής και εκείνης του άρθρου 299§1 ΠΚ συνάγεται ότι απόπειρα ανθρωποκτονίας υπάρχει όταν αυτός που αποφάσισε να σκοτώσει άλλον επιχειρεί, με πρόθεση πραγματώσεως του σκοπού αυτού, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του εν λόγω εγκλήματος. Ως τέτοια θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, αποτελώντας τμήμα της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οδηγεί ευθέως στην πραγμάτωση του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη-θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της βολής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση της βολής, το μέρος του σώματος που τυχόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη. Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 10 §§ 1,13β Ν. 2168/1993 απαγορεύεται η οπλοφορία μαχαιριών κάθε είδους χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του οπλοφορούντος, εκτός αν πρόκειται για οικιακή ή επαγγελματική χρήση, οι δε φέροντες παράνομα μαχαίρια τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή. Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 2168/1993 σύμφωνα με την οποία "Όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή από αμέλεια και καταδικαστεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι' αυτό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών", προκύπτει με σαφήνεια ότι στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της οπλοχρησίας είναι: α) διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος, β) καταδικαστική γι' αυτό απόφαση, γ) όπλο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παραπάνω νόμου και δ) χρήση του όπλου σύμφωνα με τον προορισμό του (π.χ. επί πυροβόλου όπλου πυροβολισμός, επί μαχαιριών ή ροπάλων κατεύθυνση αυτών προς το στόχο κ.λ.π.), χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί και το σκοπούμενο πλήγμα. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ "Αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (αρθρ. 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον στον τριών μηνών".
Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β1 ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων απολογία κατηγορουμένου και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό του βουλεύματος, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
"Ο κατηγορούμενος, Π. Ν. και οι μη διάδικοι στην παρούσα δίκη, συγκατηγορούμενοί του, S. R. του Α. και P.n A. του J. βρίσκονταν την 6-5-2007 στην καφετερία με το διακριτικό τίτλο "Καρβουνόσκαλα", στην παραλιακή οδό Μαρκοπούλου-Ωρωπού. Περί την 02:00' ώρα της 6-5-2007 και ενώ η παραπάνω παρέα των κατηγορουμένων βρίσκονταν έξω από το παραπάνω κατάστημα, λόγω προηγηθεισών φραστικών προστριβών τους, συνεπλάκησαν. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής αυτής, ο N. P. επιτέθηκε στο συγκατηγορούμενο του Δ. Α. και τον έπληξε με το μαχαίρι που παρανόμως έφερε μαζί του και το οποίο είχε λάμα μήκους 18 εκατοστών και συνολικό μήκος 32 εκατοστών. Η ενέργεια αυτή του εκκαλούντα-κατηγορουμένου, δεν είχε αμυντικό χαρακτήρα στα πλαίσια της συμπλοκής και των εκατέρωθεν αλληλοχτυπημάτων, ούτε σκόπευε να του επιφέρει απλές σωματικές βλάβες, αλλά επιδίωκε τη θανάτωσή του, αφού τον έπληξε σε ζωτικής σημασίας όργανα του σώματος του παθόντα. Συγκεκριμένα τον έπληξε στην αριστερή τραχηλική χώρα και του προκάλεσε θλαστικό τραύμα αριστερού τραχήλου με τρώση στέρνου κλειδομαστοειδούς και άνω αριστερού τριτημορίου λοβού θυρεοειδούς. Δεν επέτυχε όμως τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, όχι από δική του θέληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα διότι ο παθών διακομίστηκε αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Γεώργιος Γενηματάς", όπου αντιμετωπίστηκε χειρουργικά και μετά νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Τον ανωτέρω εκκαλούντα - κατηγορούμενο υποδεικνύουν ως δράστη οι αυτόπτες μάρτυρες Η. Δ. και Γ. Α.. Προέκυψε επίσης ότι στα πλαίσια της συμπλοκής των εκκαλούντων με τους άλλους συγκατηγορουμένους τους αυτοί (οι εκκαλούντες) χτύπησαν με ρόπαλο που έφεραν παράνομα τον Κ. Γ., προξενώντας του θλαστικά τραύματα ρινός και δεξιού οφθαλμικού κόγχου, το μέσο δε που χρησιμοποίησαν και το μέρος του σώματος του παθόντα (κεφαλή), που επλήγη, ήταν δυνατόν να του προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη. Επίσης οι εκκαλούντες δέχθηκαν επίθεση από τον Δ. Α. και Κ. Γ. με ρόπαλο που έφεραν παράνομα και προκάλεσαν στον S. R. ρήξη σπληνός, τρώση διαφράγματος και τρώση πρόσθιας επιφανείας του στομάχου και στον N. P. οίδημα και μώλωπες της αριστερής περικογχικής χώρας, άλγος δεξιού υποχονδρίου και κόψιμο των τενόντων και κομπτήρων, δηλαδή επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Ο εκκαλών N. P. αρνείται πλήρως όλες τις κατηγορίες και οποιαδήποτε συμμετοχή του στο προαναφερθέν περιστατικό και θεωρεί τις καταθέσεις των Η. Δ. και Γ. Α. ως "ψευδείς, αντιφατικές και αγχώδεις". Προς επίρρωση των ισχυρισμών του αυτών, αναφέρει ότι ο Η. Δ., στην κατάθεσή του στον Ανακριτή, αναφέρει ότι είδε τον εκκαλούντα να μαχαιρώνει τον Α. στον τράχηλο πλάγια δεξιά, ενώ στην από 10-5-2007 Βεβαίωση Νοσηλείας, το τραύμα βρίσκεται στην αριστερή τραχηλική χώρα. Τούτο όμως δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρίσει την κατάθεση του Η. Δ. ως ψευδή, διότι δεν είναι δυνατόν ένας τρίτος που παρακολουθεί μια συμπλοκή να περιγράψει με ακρίβεια, δίκην ιατροδικαστού, τα ακριβή περιστατικά και τα σημεία τρώσεως ενός εκάστου των συμπλεκομένων. Άλλωστε και ο ίδιος ο εκκαλών, ενώ ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε μέρος στη συμπλοκή αυτή, δεν δικαιολογεί τα τραύματα που έφερε".
Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 12, 14, 42 § 1, 83, 94 § 1, 299 § 1, 308 § 1, 309 ΠΚ και άρθρ. 1 § 1 β, γ, 10 §§ 1, 13 β, 14 Ν. 2168/1993).
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την άνω κακουργηματική πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας, επικίνδυνη σωματική βλάβη παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή του κατηγορουμένου άνω διάταξή του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό' στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Προς τον προβαλλόμενο τρίτο λόγο αναίρεσης της έλλειψης ακροάσεως του Εισαγγελέα Εφετών στην απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος, που υπέβαλε δια της εφέσεώς του, να διαταχθεί συμπληρωματική ανάκριση για να κληθούν και να εξετασθούν οι προταθέντες (στα υπομνήματα) μάρτυρες, είναι αυτός αβάσιμος, διότι η έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα δεν προβλέπεται στο άρθρο 484 του Κ.Π.Δ. μεταξύ των περιοριστικά σ' αυτό αναφερόμενων λόγων αναίρεσης. Αν δε ήθελε γίνει δεκτό και ερμηνευθεί ότι αναφέρεται η έλλειψη ακροάσεως (του Εισαγγελέα) στην "....στην υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο (άρθρο 171 § ιβ' Κ.Π.Δ.), εν προκειμένω ο παραπάνω Εισαγγελέας Εφετών με την περικοπή της προτάσεώς του, "Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και υπό τα εκτεθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του αιτούντος για τις κακουργηματικές πράξεις που του αποδίδονται", (δείτε 7° φύλλο, δεύτερη σελ. του βουλεύματος), έμμεσα αλλά κατά τρόπο σαφή αναφέρθηκε με την πρόταση του και στο αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος. Τέλος το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα για άρση του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας με αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση η οποία έχει κατά λέξη τα παρακάτω: "Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και υπό τα εκτεθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του αιτούντος για τις κακουργηματικές πράξεις που του αποδίδονται. Περαιτέρω, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξεως αυτής, καθώς και περιστατικά του προηγούμενου βίου του καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένη εγκληματική συμπεριφορά και ότι, αν αρθεί και αυτός ο περιοριστικός όρος, που ετέθη κατόπιν της από 3-7-2007 σχετικής αιτήσεώς του, είναι πολύ πιθανό ότι θα διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Για την ως άνω κρίση συνεκτιμούνται το κίνητρο του αιτούντος, η χωρίς ιδιαίτερο λόγο συμπλοκή με άλλα άτομα που βρίσκονταν στο ίδιο κατάστημα και στην ίδια παρέα, οι συνθήκες τελέσεως της πράξεώς του (ταχύτατη και μεθοδική επιλογή και χρήση πρόσφορων αντικειμένων για την επίτευξη του σκοπού του και αποτελέσματα αυτής). Συγκεκριμένα διέπραξε κατά τη διάρκεια της προπεριγραφείσας συμπλοκής τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Υπό τα δεδομένα αυτά η διατήρηση της ισχύος της Διατάξεως του παραπάνω Ανακριτή και του υπ' αριθ. 3.560/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κρίνεται απόλυτα αναγκαία, για να προληφθεί η τέλεση και νέων εγκλημάτων από αυτόν και αποτελεί και ασφαλιστική δικλείδα για την εμφάνισή του στο δικαστήριο και την υποβολή του στην εκτέλεση της απόφασης, σύμφωνα και με το άρθρο 296 ΚΠΔ. Επομένως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Έτσι κρίνοντας το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε τις απαιτούμενες από το Σύνταγμα και το άρθρ. 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση των άνω λόγων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση του Π. Ν. του Γ. για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2126/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα ανθρωποκτονίας, επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Έννοια των όρων αυτών. Αιτιάσεις και λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ακυρότητα της διαδικασίας στην προδικασία δεν μπορεί να επικαλεστεί από την έλλειψη ακρόασης του Εισαγγελέα επί του αιτήματος του να διαταχθεί περαιτέρω ανάκριση. Θεωρείται ότι αυτή υπάρχει, έστω και αν δεν διεξέρχεται όλα τα ανακύπτοντα θέματα, εφόσον αυτά καλύπτονται έμμεσα και σιωπηρά, ακόμη και η συνολική πρόταση είναι απορριπτική της εφέσεως κατά του βουλεύματος. Αιτιολογημένη η απόρριψη της αίτησης απόδοσης εγγύησης.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1272/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποιν. Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Νικόλαο Τρούσα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λαμπρόπουλο-Εισηγητή, Ασπασία Καρέλλου, Ιωάννα Πετροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Δ. του Ν. , κατοίκου ... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 38714/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 882/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 ΚΠοινΔ και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 4-8-2011 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. , ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με θυροκόλληση για να εμφανισθεί στην συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, έγινε δε και επίδοση της κλήσεως και στον αντίκλητο του αναιρεσείοντος, δικηγόρο Φώτιο Μήτση (Εμ.Μπενάκη 16) (βλ.το υπό ημερ.4-8-2011 αποδεικτικό του αυτού επιμελητή), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 155 παρ.1, 2 ΚΠοινΔ (ΑΠ 644/2009). Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την υπό ημερομηνία 7-6-2011 αίτηση του Ε. Δ. για αναίρεση της υπ'αριθ.38714/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1270/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Τρούσα Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λαμπρόπουλο- Εισηγητή, Ασπασία Καρέλλου, Ιωάννα Πετροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Κ. του Ν. , κατοίκου ... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο περί αναιρέσεως της με αριθμό 4314/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 732/2011.
Αφού άκουσε τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του ΚΠΔ , με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο., Στην προκείμενη περίπτωση εμφανίστηκε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου ο δικηγόρος Παντελής Μήτσης και ζήτησε αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως, για το λόγο ότι η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος Αικατερίνη Κωστή " σήμερα το πρωί αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα με την εγκυμοσύνη της " και δεν δύναται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προκειμένου να συζητηθεί η αναίρεση του Β. Κ. . Το αίτημα αναβολής θα πρέπει, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, καθόσον ο αιτών την αναβολή δεν προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο (πιστοποιητικό γιατρού ή νοσοκομείου ) από το οποίο να προκύπτει η επικαλούμενη εξαιρετική περίπτωση (πρόβλημα της εγκυμονούσας δικηγόρου Αικ. Κωστή) που δικαιολογεί την αιτούμενη αναβολή συζητήσεως της πιο πάνω υποθέσεως και λαμβανομένου υπόψη ότι υφίσταται κίνδυνος παραγραφής, αφού η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για την οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση σε ποινή φυλάκισης πέντε (5 ) μηνών , φέρεται ότι τελέστηκε στις 17/12/ 2003.
Δύο μέλη του δικαστηρίου και ειδικότερα οι Νικόλαος Τρούσας (Προεδρεύων) και Βασίλειος Λαμπρόπουλος έχουν την γνώμη ότι η συζήτηση της υπόθεσης έπρεπε να αναβληθεί, καθόσον α) η μη εμφανισθείσα συνήγορος του αναιρεσείοντος έχει πληρεξουσιότητα, β) το πρόβλημα της υγείας, λόγω της εγκυμοσύνης της , ήταν απρόβλεπτο, γ) δεν τίθεται άμεσος κίνδυνος παραγραφής και δ) υπήρχε δυνατότητα να αναβληθεί η συζήτηση για την επόμενη, πρώτη , δικάσιμο στις 16-9-2011. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 ΚΠοινΔ και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ιδίου Κώδικα. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 6-7-2011 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με θυροκόλληση για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, έγινε δε και επίδοση της κλήσεως και στον αντίκλητο του αναιρεσείοντος, δικηγόρο Αικατερίνη Λ Κωστή (Μπότσαρη αριθ. 6) (βλ. υπό ημερ. 6-7-2011 αποδεικτικό της αυτής επιμελήτριας), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 , 2ΚΠοινΔ, ΑΠ644/2009). Όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε, μετά την σύμφωνα με τα ανωτέρω απόρριψη του αιτήματος αναβολής, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό ημερομηνία 8-6-2011 αίτηση του Β. Κ. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4314/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1278/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Δ. Ρ. το γένος Χ. Ν., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου : Ρ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Χατζηκωνσταντίνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ'αριθ. καταθ. 26503/2006 και 37859/2006 αγωγές που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25353/2007 του ίδιου Δικαστηρίου 741/2008 και μετ' ανακοπή ερημοδικίας η 758/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 17-9-2010 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τήν με αριθμό 7659/ 9.3.2010 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Γ. Χ., την οποία επικαλείται καί προσκομίζει ο ανερεσίβλητος, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο , η οποία σημειώνεται στήν αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στήν αναιρεσείουσα. Αφού δέ αυτή δεν παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά τήν οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα, από τή σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να χωρήσει, όμως η υπόθεση ως να ήταν παρούσα (αρθρ. 576 παρ.1 Κ.ΠολΔ ) Κατά το άρθρο 553 αφ 1 εδ. α' ΚπολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνο κατά των αποφάσεων, οι οποίες δεν μπορούν νά προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση καί περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τή δίκη για την αγωγή 'η την ανταγωγή, ενώ κατά το άρθρο 554 του ιδιου Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφτηκε ή παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση της, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης, η οποία απέρριψε τήν ανακοπή, οπότε θεωρείται, ότι απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφ' όσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ 835/2010, ΑΠ 783/2009).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 Κ.ΠολΔ., αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντέσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοι των διαδίκων που συγκρότησαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης (Ολ. ΑΠ 3/1999, ΑΠ 1530/2001,ΑΠ 511/2003,ΑΠ 1255/2004).Για να υπάρξει λόγος για μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού, προϋποτίθεται: α) να ασκεί αυτός ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά και να είχε προβληθεί από τον ίδιο τον ασκούντα την αναίρεση (ΑΠ 1398/1980,ΑΠ 572/1984) διάδικο, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ. Απ 12/200, Ολ. ΑΠ 2/2001,ΑΠ 163/2004,ΑΠ 1255/2004),επί πλέον δε να είναι και ο ίδιος νόμιμος(Ολ. ΑΠ 14/2004,ΑΠ1499/95).Για το ορισμένο το λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια ήταν τα "πράγματα",δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, παρά το νόμο, δεν λήφθηκαν ή λήφθηκαν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 493/2002, ΑΠ 530/1992), ακόμη δε, τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο (ΑΠ 44/2003,ΑΠ885/1994).Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 6 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν, παρά το νόμο, και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις, ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Και στην περίπτωση αυτή, για το ορισμένο του λόγου, πρέπει να εκτίθενται τα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται το μη νόμιμο της ερημοδικίας και απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης, ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, της ανακοπής ερημοδικίας αλλά, πρέπει να προβάλλεται ορισμένη πλημμέλεια ώστε να ερευνηθεί και να κριθεί το παράνομο αυτής, διαφορετικά, ο λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (ΑΠ 377/2002). Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεση , η αναιρεσείουσα ζητά να αναιρεθεί η με αριθμό 758/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε, λόγω της ερημοδικίας της, ανακοπή ερημοδικίας την οποία αυτή είχε ασκήσει κατά με αριθμό 741/2008 απόφασης του ίδιου Εφετείου, με την οποία απορρίφτηκε ως ανυποστήρικτη, λόγω, Επίσης, της ερημοδικίας της έφεσης της κατά της με αριθμό 25353/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης της τον οποίο στηρίζει στη διάταξη του άρθρου 559 αρ 8 Κ.Πολ.Δ , η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι το δευεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, "... δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ενώ προέβαλα τον ισχυρισμό ότι ουχί ορθώς και κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δικάστηκα ερήμην, καθόσον δεν κλητεύθηκα νόμιμα και δεν μου κοινοποιήθηκε νομίμως, προσηκόντως και εμπροθέσμως η ως άνω με αριθμό κατατ. 3867/2-10-2007 έφεση η προσβαλλόμενη αγνόησε τον ισχυρισμό αυτό και δέχτηκε εντελώς αναπόδεικτα, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η κλήτευσή μου ήταν νόμιμη".Με τέτοιο περιεχόμενο, όμως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, και ανεξάρτητα αν στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 6 και όχι σ' εκείνη του αριθμού 8 της ίδιας διάταξης, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί, διότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, ούτε ερεύνησε τους λόγους της ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας, αλλά απέρριψε την τελευταία, λόγω της ερημοδικίας, της ήδη ανερεσείοντας. Σε κάθε περίπτωση δε, ο λόγος αυτός είναι και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης και απορριπτέος, ως αόριστος, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν (βλ. για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 σε σχέση με τον αρ. 6 του ίδιου άρθρου, και τη σχετική ή μη επικάλυψη αναφορικά με το έγκυρο της επίδοσης ΑΠ 425/2005).Και τούτο γιατί: α) δεν μνημονεύεται, γιατί δεν ήταν νόμιμη η κλήτευσή της β) δεν αναφέρεται ο τρόπος κλήτευσης και οιαδήποτε παρατυπία αναφορικά με το προβαλλόμενο μη σύννομο της επίδοσης. Συνακόλουθα, δεν είναι δυνατή η έρευνα της βασιμότητας του παραπάνω λόγου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί 'η αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 .Άρα, ο Άρειος Πάγος, δεν ασχολείται με το πραγματικό σκέλος της διαφοράς και δεσμεύεται από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστή της ουσίας (ΑΠ 221/1995, ΑΠ 1068/2002).Με το δεύτερο λόγο αναίρεσής της, η αναιρεσείουσα προβάλλει, πως η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα δέχτηκε πως ο αντίδικός της διέσπασε την έγγαμη συμβίωση από το έτος 2002 και όχι από το έτος 2005, όπως είναι το ορθό. Έτσι, όμως και μάλιστα χωρίς επίκληση ενάριθμης πλημμέλειας, πλήττεται, η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, και ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά απ' αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (αρθρ. 176 Κ.Πολ.Δ) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αντιδίκου της ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει ερήμην της αναιρεσείουσας.
Απορρίπτει την από 3.6.2009 αίτηση προς αναίρεση της με αριθμό 758/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700)Ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1-11-2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και
δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20-7-2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά απόφασης που απορρίπτει ανακοπή ερημοδικίας. Όρος παράβαση διατάξεων σχετικών με την επίδοση. Τι πρέπει να αναφέρεται στην αναίρεση. Οι σχετικοί λόγοι εστιάζονται στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ. Δεν πλήττεται με αναίρεση οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1103/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 492/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις α) από 28 Μαρτίου 2007 κοινή αίτηση των δύο πρώτων εξ αυτών και β) από 3 Απριλίου 2007 κοινή αίτηση των υπολοίπων περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 763/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 263/26.6.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "I) To συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 807/2001 βούλευμά του αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά των Χ4, Χ1, Χ2 και Χ3 για ψευδή βεβαίωση κατεξακολούθηση με σκοπό το όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (κατά του α), άμεση συνέργεια κατ'εξακολούθηση στην άνω ψευδή βεβαίωση (κατά του β) και ηθική αυτουργία κατά συρροή στις άνω πράξεις (κατά των γ, δ) που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην ... από 23-5-1995 έως 26-5-1999. Κατά του άνω βουλεύματος άσκησε έφεση και δη την υπ'αριθμ. 210/2-3-2001 η Ψ με την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας-για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων -την οποία (έφεση) το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 1221/2001 βούλευμά του έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και δη σε σχέση με το τυπικά δεκτόν δεν ασχολήθηκε καν για το αν όντως η φερομένη ως αμέσως παθούσα και πολιτικώς ενάγουσα εδικαιούτο με την ιδιότητά της αυτή να ασκήσει την έφεση αλλά έκρινε αυτή "τυπικά" δεκτή, σε σχέση δε με την κατ'ουσίαν έρευνα αφενός εξαφάνισε το προσβαλλόμενο πρωτόδικο βούλευμα αφετέρου παρέπεμψε τους άνω κατηγορουμένους για τις άνω πράξεις στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού (του συμβουλίου Εφετών Αθηνών) οι παραπεμφθέντες κατηγορούμενοι άσκησαν αναιρέσεις, (=146/2001 και 163/2001), ο δε 'Αρειος Πάγος με το υπ'αριθμ. 1145/2003 βούλευμά του (=συνημμένο και Π Χρ ΝΔ σελ 248-9= Ποινικός Λόγος σελ. 1207 = Ποιν. Δ. σελ. 1402) -χωρίς και αυτός να ασχοληθεί ευθέως με το τυπικά δεκτόν της έφεσης -αναίρεσης διότι δεν υπήρχε σχετικός λόγος προς τούτο ειδικά, αναίρεσε τούτο διότι δεν ανέφερε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, και παρέπεμψε στο αυτό συμβούλιο με άλλη σύνθεση. 'Ετσι η υπόθεση επανήλθε στην προ της εκδόσεως του αναιρεθέντος βουλεύματος νομική κατάσταση ήτοι το συμβούλιο Εφετών ώφειλε πλέον να επανακρίνει την άνω έφεση. Εάν ώφειλε ή όχι νομικά να επανακρίνει και το τυπικά δεκτόν αυτής βλ. παρακάτω. Το αυτό συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με άλλη πλέον σύνθεση, όντως με το υπ'αριθμ. 2691/2003 βούλευμά του αφενός μεν επελήφθη και του τυπικά δεκτού της έφεσης (διότι έκρινε ότι δεν εμποδίζεται σ'αυτό από καμία διάταξη νόμου) και αποφάνθηκε ότι ναι μεν οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις φέρονται ότι τελέσθηκαν σε βάρος της ΑΕ "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ" αλλά προκάλεσαν άμεση ζημία και στις μηνύτριες-πολιτικώς ενάγουσες και συγκεκριμένα "η ψευδής βεβαίωση, με την οποία βαρύνεται ο κατ/νος Χ4 (στην οποία φέρονται ότι συμμετείχαν οι Χ1 και Χ2 ως ηθικοί αυτουργοί και ο Χ3 ως άμεσος συνεργός) συνίσταται, κατά τα αναφερόμενα στη μήνυση, στο ότι αυτός στην ... στις 23.5.1995, 16.5.1996, 2.6.1997, 25.5.1998 και 26.5.1999, με την ιδιότητά του ως ορκωτού ελεγκτή της ως άνω εταιρίας, που στα καθήκοντά του, μεταξύ άλλων, αναγόταν και η σύνταξη των πιστοποιητικών ελέγχου των εταιρικών χρήσεων της εταιρίας αυτής, με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς στα πιστοποιητικά αυτά των εταιρικών χρήσεων των ετών 1994, 1995, 1996, 1997 και 1998 ότι νόμιμα είχαν συνταχθεί οι ισολογισμοί των αντιστοίχων ετών, παρότι γνώριζε ότι στα βιβλία της εταιρίας είχαν καταχωρισθεί για τα έτη 1991 έως 1994 εκατοντάδες εικονικά ή πλαστά τιμολόγια συνολικού ποσού 1.960.381.019 δρχ. που είχαν εκδοθεί από δήθεν προμηθευτές της εταιρίας για ανύπαρκτες συναλλαγές της και τα οποία επηρέαζαν τους ισολογισμούς των ετών 1994 και 1995, στους οποίους είχαν περιληφθεί εικονικές δαπάνες από τα εικονικά τιμολόγια συνολικού ποσού 922.650.994 δρχ. για το 1994 και 200.000 δρχ. για το 1995, καθώς και αυτούς (ισολογισμούς) των επομένων ετών, αφού σ'αυτούς φαίνονταν αφενός ζημίες προηγουμένων ετών που δήθεν προέρχονταν από τις εικονικές δαπάνες των εικονικών τιμολογίων και αφετέρου αποσβέσεις επί εικονικών επενδύσεων που οφείλονταν στα εικονικά τιμολόγια. Σκόπευε δε, με την πράξη του αυτή, να ωφελήσει τους συγκατηγορουμένους του Χ1 και Χ2, που διοικούσαν και συνέχισαν, και μετά τις άνω ημερομηνίες, να διοικούν την εταιρία και οι οποίοι είχαν καρπωθεί το ανωτέρω ποσό των 1.960.381.019 δρχ. από το ταμείο της εταιρίας αθέμιτα και το δικαιολόγησαν με την έκδοση εικονικών τιμολογίων με αντίστοιχη βλάβη των μηνυτριών, οι οποίες εκπροσωπούν το 49, 02% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι από την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, που φέρεται ότι τελέσθηκε από τον κατ/νο Χ4, με τη συμμετοχή και των λοιπών, ζημιώθηκε μεν το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, που απώλεσε το ως άνω ποσό των 1.960.381.019 δρχ., ζημιώθηκαν, όμως, αμέσως και οι μηνύτριες μέτοχοι, εφόσον με την, κατά το εν λόγω ποσό, μείωση της εταιρικής περιουσίας, μειώθηκε αναλόγως η πραγματική αξία των μετοχών τους. Κατά συνέπειαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και τα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα Ψ στο από 11.11.2003 υπόμνημα της (που κατατέθηκε νομότυπα στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε από το Συμβούλιο αυτό, κατά τη συνεδρίαση της 6.11.2003), η τελευταία εδικαιούτο να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα και να ζητήσει την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, εντεύθεν δε ν'ασκήσει έφεση κατά του πρωτοδίκου απαλλακτικού βουλεύματος και ο ισχυρισμός των κατ|νων Χ1 και Χ2, που εμπεριέχεται στο από 21-10-2003 υπόμνημα τους (το οποίο κατατέθηκε νομότυπα στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών), ότι η εκκαλούσα, ως μέτοχος της εταιρίας, υπέστη μόνο έμμεση ζημία από την ως άνω αξιόποινη πράξη και, επομένως, δεν εδικαιούτο να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, ούτε βεβαίως να εφεσιβάλει το πρωτόδικο βούλευμα, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος. Επομένως, η έφεση, μετά από (επιτρεπομένη, κατά τα εκτιθέμενα στην πρώτη σκέψη του παρόντος) επανάκριση από την αρχή της υποθέσεως μετά την έκδοση του υπ'αριθ. 1145/2003 αναιρετικού βουλεύματος του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις για το παραδεκτό της (εμπρόθεσμο κλπ), να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της". Αφετέρου επανάκρινε στην ουσία την υπόθεση και έκανε δεκτή την έφεση και στην ουσία της και παρέπεμψε και πάλιν (όπως και το αναιρεθέν βούλευμα) τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου -κακουργημάτων- για τις αυτές άνω πράξεις. Κατά του βουλεύματος αυτού οι παραπεμφθέντες άσκησαν στις 24-12-2003 αναιρέσεις και ο 'Αρειος Πάγος με το υπ'αριθμ. 146/2006 βούλευμά του αναίρεσε αυτό για έλλειψη αιτιολογίας -νόμιμης βάσης και παρέπεμψε την υπόθεση στο αυτό συμβούλιο με άλλη σύνθεση. Να σημειωθεί εδώ ότι ο 'Αρειος Πάγος στο αυτό ως άνω βούλευμά του (=146/2006) κάνει ειδική μνεία ότι, μετά την αναίρεση του προσβαλλομένου (=2691/2003) βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών για τους ρηθέντας λόγους, "παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου για υπέρβαση εξουσίας του συμβουλίου" που είχε προταθεί και που αναφέρεται στο ότι το τελευταίο έκανε τυπικά (και στη συνέχεια ουσιαστικά) δεκτή την έφεση ενώ έδει να απορρίψει αυτή ως απαράδεκτη διότι είχε ασκηθεί από πρόσωπο μη δικαιούμενο, δηλ. από πρόσωπο που δεν δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων και δη διότι το έγκλημα στρέφεται κατά του ν.π. της ΑΕ και όχι κατά του μετόχου αυτής όπως είναι η εκκαλούσα, η οποία μόνον έμμεσα βλάπτεται. Στο σημείο μάλιστα αυτό ζητήθηκε από τους κατηγορουμένους με αυτοτελή αίτηση από 7-2-2006 στο συμβούλιο του Αρείου Πάγου να εξετάσει και τον ανωτέρω λόγο γιατί είχε έννομο συμφέρον, πλην όμως ο 'Αρειος Πάγος με το υπ' αριθμ. 1513/2006 βούλευμά του απέρριψε αυτή διότι μετά την έκδοση του προηγουμένου (=146/2006) βουλεύματός του εξάντλησε πλέον τη δικαιοδοσία του επί της αναιρέσεως κατά του προσβληθέντος βουλεύματος, προσέθεσε δε και μία σκέψη ότι "η όποια αιτίαση των αιτούντων μπορεί να προταθεί στο συμβούλιο Εφετών, -το οποίο θα επιληφθεί πλέον- "και εάν το τελευταίο την απορρίψει, μπορούν (οι αιτούντες) να ασκήσουν νέα αίτηση αναιρέσεως επικαλούμενοι οποιονδήποτε από τους από το άρθρο 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγους". Από την περικοπή αυτή οι άνω εξάγουν επιχείρημα ότι το τελευταίο (=συμβούλιο Εφετών) οφείλει και μπορεί να κρίνει και πάλιν το ζήτημα του τυπικά δεκτού ή όχι της έφεσης και δη για τον ρηθέντα λόγο. Όμως τούτο (συμβούλιο Εφετών Αθηνών) επιληφθέν και πάλιν της έφεσης -βέβαια με άλλη σύνθεση αλλά πάντοτε με τον αυτόν Εισαγγελέα (βλ. ΑΠ 2203/2006) -έκρινε (αποφάνθηκε) με το υπ'αριθμ. 492/2007 βούλευμά του ότι δεν μπορεί να ερευνήσει και πάλιν το ζήτημα του παραδεκτού ή μη της έφεσης διότι τα άνω (αναιρεθέντα) βουλεύματα δεν θίγησαν από τις αναιρετικές αποφάσεις-βουλεύματα στο σημείο αυτό και συνεπώς για το ζήτημα αυτό έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο (και έτσι απέρριψε σχετικό ισχυρισμό, που υπεβλήθη με υπόμνημα, των κατηγορουμένων)- και ότι, για το λόγο αυτό, για το ζήτημα αυτό ως εκ περισσού το αυτό συμβούλιο με το υπ'αριθμ. 2691/2003 προγενέστερο βούλευμά του αποφάνθηκε (βλ. πιο πάνω) ενώ δεν μπορούσε να αποφανθεί. Στη συνέχεια το αυτό συμβούλιο με το αυτό βούλευμά του (=492/2007) εισήλθε στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της έφεσης και έκρινε αυτή και ουσιαστικά βάσιμη και -αφού εξαφάνισε το εκκαλούμενο βούλευμα (=807/2001 συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών-και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου -για κακουργήματα-Αθηνών "για τις αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής ψευδής βεβαιώσεως κατ'εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας και της ηθικής αυτουργίας σ'αυτήν κατά συρροή (άρθρα 14, 16, 17, 18 εδ. α', 26 παρ. 1, 27 παρ 1, 94 παρ. 1, 98, 51, 52, 13 περ. α', 46 παρ. 1 περ. α'και β, 242 παρ. 1, 3 Π.Κ. σε αντικ. (συνδ.) με άρθρ. 16 παρ. 5 ν.δ. 3329/1955, 10β παρ. 5 και 63 β' Κωδικ. Ν. 2190/1920) ...". Ειδικότερα, το άνω βούλευμα δέχθηκε ότι "από την προανάκριση και την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκαν και περατώθηκαν νόμιμα και ειδικότερα από τις καταθέσεις των νομίμων εξετασθέντων μαρτύρων, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα (στα οποία περιλαμβάνονται και δικαστικές αποφάσεις), από τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με τα υπομνήματα της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ και τα συνοδεύοντα αυτά έγγραφα καθώς και από τα υπομνήματα των κατηγορουμένων που απευθύνονται στο παρόν Συμβούλιο, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 1.6.1989 απεβίωσε σε αυτοκινητικό ατύχημα ο ΑΑ, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ" που αποτελούσε στην ουσία οικογενειακή επιχείρηση στην οποία συμμετείχε αυτός μεν κατά ποσοστό 67,98% κατά το υπόλοιπο δε 32,02% η αδελφή του, εκκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα, Ψ. Η εταιρία αυτή είχε ως αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών ψύξεως προϊόντων ή διατηρήσεως προϊόντων, με την πάροδο δε του χρόνου εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες των Βαλκανίων στο είδος αυτό των υπηρεσιών, διαθέτουσα σημαντική ακίνητη περιουσία με οικόπεδο και εργοστάσιο στην περιοχή του ... (οδός ... αρ. ...) και ετήσιο κύκλο εργασιών πλέον των 500.000.000 δρχ. Ο ΑΑ ήταν σύζυγος της κατηγορουμένης Χ1 με την οποία ωστόσο είχε διαζευχθεί από το έτος 1988. Από το γάμο τους είχαν αποκτήσει τρία τέκνα, τον ΒΒ, τον Χ2 (κατηγορούμενο) και τον ΓΓ που ήταν και οι τρεις ανήλικοι κατά το χρόνο του θανάτου του. Αλλά από τη σχέση του με τη ΔΔ είχε αποκτήσει και ένα εκτός γάμου τέκνο, την άλλη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα, Ω, την οποία είχε αναγνωρίσει ως δικό του τέκνο. Μετά το θάνατο του ΑΑ, το μερίδιό του στην πιο πάνω εταιρία περιήλθε στα τέσσερα ανήλικα τέκνα του και έτσι το ποσοστό των τέκνων αυτού από το γάμο του με την Χ1 διαμορφώθηκε σε 50,98% ενώ αυτό της αδελφής του Ψ και του εκτός γάμου τέκνου του, Ω σε 49,02%. Μετά το θάνατο του ΑΑ στη διαχείριση της εταιρίας κλήθηκε η πρώην σύζυγος του Χ1 και μητέρα των τριών ως άνω ανηλίκων τέκνων, η οποία από τον Ιούνιο του έτους 1990 εκλέχθηκε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με ευρείες εξουσίες να ενεργεί υλικές και νομικές πράξεις και έκτοτε άσκησε ουσιαστικά τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων της εταιρίας με πρόσωπα δικής της επιλογής. Στις 18.10.1990, μετά την ενηλικίωση του ΒΒ ανατέθηκαν σ' αυτόν με πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας καθήκοντα βοηθού Γενικού Διευθυντή, ενώ με τον ίδιο τρόπο έγινε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και αναπληρωτής Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας στις 22.7.1992 και ο αδελφός του Χ2 (κατηγορούμενος) οι οποίοι λόγω των σπουδών τους, τουλάχιστον κατά το αρχικό χρονικό στάδιο της εισόδου τους στο Διοικητικό Συμβούλιο περιορίστηκαν σε τυπική συμμετοχή χωρίς ενεργό ανάμειξη στη διαχείριση των εταιρικών πραγμάτων, την οποία ουσιαστικά και αποκλειστικά είχε η μητέρα τους και κατηγορουμένη Χ1. Οι σχέσεις μεταξύ των μετόχων της πλειοψηφίας και εκείνων της μειοψηφίας μετά το θάνατο του ΑΑ δεν ήταν καθόλου αρμονικές, δεδομένου ότι η κατηγορουμένη Χ1, εκπροσωπώντας τα ποσοστά των τριών ανηλίκων τέκνων της είχε αντιτιθέμενα συμφέροντα προς εκείνα των μηνυτριών - πολιτικώς εναγουσών (Ψ και Ω, νομίμως εκπροσωπούμενης από τη μητέρα της, ΔΔ), τις οποίες ουσιαστικά είχε αποκλείσει από κάθε πρόσβαση και κάθε έλεγχο στις εταιρικές υποθέσεις, αρνούμενη να τους δώσει οποιαδήποτε πληροφορία ή ενημέρωση για την πορεία των εργασιών της εταιρίας. Εξαιτίας της αρνήσεως αυτής δημιουργήθηκαν δικαστικές διενέξεις και αμφισβητήσεις σχετικές με τον τρόπο της διοικήσεως της εταιρίας και διαχειρίσεως της περιουσίας της, αφενός μεν μεταξύ αυτής και των τέκνων της (Χ2 και ΒΒ), αφετέρου δε των μετόχων της μειοψηφίας, οι οποίες (διενέξεις) συνεχίζονται μέχρι σήμερα στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια. Περαιτέρω προέκυψε ότι περί το μήνα Μάρτιο του 1993 περιήλθαν στην κατοχή των μετόχων της μειοψηφίας τα "δεύτερα" βιβλία που ετηρούντο στην εταιρία (τα αποκαλούμενα και "μαύρα") τα οποία συνέτασσε η ταμίας της εταιρίας, ΕΕ (η οποία απολύθηκε στις 18.1.1996) με βάση τις οδηγίες και υποδείξεις της κατηγορουμένης Χ1 που είχε ουσιαστικά τη διαχείριση της εταιρίας από το έτος 1990, όπως προαναφέρθηκε. Από τις εγγραφές στα βιβλία αυτά προέκυψε ότι για την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών της Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, Χ1 και των τέκνων της, μετόχων της πλειοψηφίας (δαπάνες για μισθώματα κατοικιών, για μισθούς υπηρετικού προσωπικού, για ταξίδια αναψυχής, προσωπικά ασφαλιστήρια συμβόλαια κλπ) γίνονταν αναλήψεις από το Ταμείο της εταιρίας και τα ποσά που αναλαμβάνονταν για να υπάρχει λογιστική (ταμειακή) τακτοποίηση του ανοίγματος, καταχωρούνταν στα επίσημα βιβλία της εταιρίας είτε με τη μορφή πληρωτέων τραπεζικών επιταγών είτε ως δήθεν καταβολές για την εξόφληση εικονικών τιμολογίων προς τρίτους. Όλες οι αναλήψεις αυτές για τις οποίες και εκδίδονται εικονικές αποδείξεις πληρωμής καταχωρούνταν στα επίσημα βιβλία της εταιρίας ως έξοδα αυτής. Ειδικότερα προέκυψε ότι στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας κατά τις χρήσεις των ετών 1991-1994 είχαν καταχωρισθεί τα παρακάτω αναφερόμενα εικονικά τιμολόγια συνολικού ποσού καθαρής αξίας 1.960.381.019 δρχ. (χρήση 1991 ποσού 2380.48.729 δρχ., χρήση 1992 ποσού 453821492 δρχ., χρήση 1993 ποσού 486536.290 δρχ., χρήση 1994 ποσού 781.974508.
Α) ΧΡΗΣΗ 1991 Α/Α ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ ΑΞΙΑ
1. ... 24.865.500 δρχ.
2."... ΟΕ" 2.200.000 "
3. ... 58.956.662 "
4. ... 4.000.000 "
5. "... ΕΠΕ" 7.740.350 "
6. ... 5.650.000 "
7. ... 104.589.217 "
8. ... 2.100.000 "
9. ... 9.400.000 "
10. ... 6.594.000 "
11. "... & ΣΙΑ ΕΕ" 9.563.000 "
12. ...1.550.000 "
13. ... 840.000 "
ΣΥΝΟΛΟ 238.048.729 δρχ.
Β. ΧΡΗΣΗ 1992 A/A ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ ΑΞΙΑ
1. ... 121.746.780 δρχ.
2. ... 275.677.288 "
3. "..." 8.123.000 "
4. ... 15.000.000 "
5. ... ΕΠΕ 7.600.000 "
6. ... 15.702.085 "
7. ... 1.700.000 "
8. ... 1.020.339 "
9. ... 1.000.000 "
10. ... 2.652.000 "
11. "... ΟΕ" 3.500.000 "
ΣΥΝΟΛΟ 453.821.492 "
Γ) ΧΡΗΣΗ 1993 Α/Α. ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ ΑΞΙΑ
1. ... 224.650.804 δρχ.
2. ... 45.440.760 "
3. "..." 10.938.360 "
4. ... 11.714.707 "
6. ... 5.000.000 "
7. ... 18.500.000 "
8. ... 1.848.000 "
9. "... ΑΒΕΤΞΟΕ" 6.000.000 "
10. ... 6.371.715 "
11. "... ΑΕ" 16.800.000 "
12. "... ΟΕ" 22.868.808 "
13. "..." 68.210.000 "
14. "... ΟΕ" 6.975.000 "
15. "... ΟΕ" 28.566.537 "
16. ... 5.536.599 "
17. ... 5.055.000 "
ΣΥΝΟΛΟ 486.536.290 δρχ.
Δ) ΧΡΗΣΗ 1994 Α/Α ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ ΑΞΙΑ
1. ... 293.730.853 δρχ.
2. ... 230.095.500 "
3. ... 77.984.000 "
4. ... ΕΠΕ 45.566.700 "
5. ... ABEE 46.714.407 "
6. ... 18.720.000 "
7. "..." 5.704.125 "
8. ... 11.253.823 "
9. ... 5.553.500 "
10. ... 12.270.000 "
11. ... 24.740.000 "
12. "... & ΣΙΑ ΕΕ" 5.011.600 "
13. ... 3.150.000 "
14. ... 1.480.000 "
ΣΥΝΟΛΟ 781.974.508 "
Οι εκ των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 ισχυρίζονται ότι τα "δεύτερα" βιβλία της εταιρίας, τηρούσε εν αγνοία τους η ταμίας ΕΕ, η οποία μαζί με τα στελέχη της εταιρίας ΣΤ και ΖΖ, εκμεταλλευόμενοι την απειρία τους, εξέδιδαν εικονικά τιμολόγια ή πλαστά προς ίδιον όφελος. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 413/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο αντηλλάγησαν οι ΣΤ, ΖΖ και ΕΕ των κατηγοριών της κακουργηματικής απάτης και της υπεξαιρέσεως που είχαν απαγγελθεί εναντίον τους κατόπιν μηνύσεως της κατηγορουμένης Χ1, κρίθηκε ότι η τελευταία προέβαινε σε αυθαίρετες αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών από το ταμείο της εταιρίας για την κάλυψη προσωπικών αναγκών της ίδιας και των τέκνων της ότι για την ταμειακή τακτοποίηση αυτών (αναλήψεων) προσκομίζονταν από την ίδια κατά το χρονικό διάστημα 1991-1994 εικονικά τιμολόγια αγορών, δήθεν προμηθευτών της εταιρίας και ότι για την λογιστική παρακολούθηση της εν λόγω παράνομης δραστηριότητας της ετηρούντο από την ταμία ΕΕ ανεπίσημα βιβλία (αποκαλούμενα ως "μαύρα") κατ' εντολή αυτής, διότι ήλεγχε καθ' ολοκληρίαν την εταιρία από το έτος 1990, στα οποία και καταχωρούντο οι αναλήψεις χρημάτων εκ μέρους της. Επίσης οι ίδιοι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το ποσό του 1.960.381.019 δραχμών των προαναφερθέντων τιμολογίων το διέθεσαν για την πληρωμή πραγματικών εταιρικών οφειλών προς τρίτους μεταξύ των οποίων και πληρωμή τοκογλυφικών δανείων που είχαν συναφθεί για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων της εταιρίας. 'Ομως και ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως αβάσιμος, διότι δεν προσδιορίζουν το είδος και το ύψος των εταιρικών οφειλών αυτής και τους τρίτους προς τους οποίους, κατά τους ισχυρισμούς τους, καταβλήθηκαν τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, ούτε αναφέρουν πότε συνήφθηκαν τα επικαλούμενα τοκογλυφικά δάνεια και το ύψος του ποσού που αφορούσε το καθένα. Επίσης δεν διευκρινίζουν για πιο λόγο, ενώ μέρος του παραπάνω ποσού διατέθηκε, όπως ισχυρίζονται, για την κάλυψη πραγματικών οφειλών της εταιρίας, η εκταμίευση τούτου έγινε με τη λήψη και την καταχώρηση εικονικών τιμολογίων. Πέραν τούτου, αν πράγματι είχαν συναφθεί τοκογλυφικά δάνεια, έπρεπε τα ποσά αυτών να εμφανίζονται ως έσοδα στα βιβλία ταμείου της εταιρίας, πράγμα που δεν προέκυψε ότι έλαβε χώρα στην εξεταζόμενη περίπτωση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εταιρία "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ" κατά τους κρίσιμους εν προκειμένω χρόνους, είχε τεράστια κέρδη και συνεπώς δεν υπήρχε ανάγκη να καταφύγει σε δανεισμό (πέραν των Τραπεζών) τοκογλυφικό. Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι από το έτος 1994 ο κατηγορούμενος Χ4, που είχε οριστεί με αποφάσεις των Τακτικών Γενικών Συνελεύσεων της εταιρίας "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ" Ορκωτός Ελεγκτής αυτής, είχε διαπιστώσει ότι στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας, είχαν καταχωρισθεί τα προαναφερθέντα εικονικά τιμολόγια των ψευδοπρομηθευτών της για ανύπαρκτες συναλλαγές, συνολικού ποσού 1.960.381.019 δρχ. (των εταιρικών χρήσεων 1991, 1992, 1993 και 1994). Προς τούτο είχε συντάξει με εντολή της κατηγορουμένης Χ1, ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας με αφορμή κατάσχεση τιμολογίων της εταιρίας από την ΥΠΕΔΑ την από 6.9.1995 έκθεση ελέγχου με τον τίτλο "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩΝ ΜΕ ΕΙΚΟΝΙΚΑ Η' ΠΛΑΣΤΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ", στην οποία είχε επισυνάψει σχετική κατάσταση ανά έτος (βλ. προσκομιζόμενη). Ο κατηγορούμενος αυτός, που όπως έχει εκτεθεί, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, είχε την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και είχε υποχρέωση να ελέγξει την ακρίβεια των στοιχείων που είχαν καταχωρισθεί στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας και μόνο, εάν αυτά ήταν ακριβή να πιστοποιήσει ότι οι ισολογισμοί είχαν συνταχθεί ορθά, εξέδωσε στις 23.5.1995, 16.5.1996, 2.6.1997, 25.5.1998 και 26.5.1999 πιστοποιητικά ελέγχου στα οποία ψευδώς βεβαίωσε ότι οι ισολογισμοί των ετών 1994, 1995, 1996, 1997 και 1998 αντιστοίχως που συντάχθηκαν κατ' εντόλήν της κατηγορουμένης Χ1 από τον εκάστοτε Προϊστάμενο του Λογιστηρίου (τον ΗΗ ο πρώτος και ο δεύτερος και τον κατηγορούμενο Χ3 οι λοιποί) και προσυπογράφηκαν από τον ίδιο (Χ4) από την Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας (κατηγορουμένη Χ1) και από ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (τον ΗΗ ο πρώτος, τον κατηγορούμενο Χ2 ο δεύτερος και ο τρίτος- στον δεύτερο υπογράφει ως Αναπληρωτής Πρόεδρος του Δ.Σ. - και τον ΒΒ οι λοιποί), ήταν ακριβείς και είχαν συνταχθεί νόμιμα, ενώ το αληθές ήταν ότι οι εν λόγω ισολογισμοί δεν είχαν συνταχθεί νόμιμα διότι α) είχαν επιβαρυνθεί με τις ανύπαρκτες δαπάνες που αποτελούσαν τα ποσά των προαναφερθέντων εικονικών τιμολογίων που είχαν καταχωρισθεί στα βιβλία της εταιρίας, καθαρής αξίας 1.960.381.019 δρχ. (μετά του ΦΠΑ 2.313.249.000 δρχ.) που επηρέαζαν όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια τους ισολογισμούς των ετών 1994 και 1995 και αυτούς των επομένων ετών και β) στους ισολογισμούς αυτούς αναγράφονταν ποσά ζημιών προηγουμένων χρήσεων, προερχόμενα από τα παραπάνω εικονικά τιμολόγια καθώς και αποσβέσεις επί εικονικών επενδύσεων που οφείλονταν σε εικονικά τιμολόγια. Ο κατηγορούμενος Χ4 ως εκ της θέσεως του, είχε άμεση συνεργασία με τους συγκατηγορουμένους του και μολονότι γνώριζε ότι όλες οι αναφερόμενες στους παραπάνω ισολογισμούς ζημίες δεν ήταν πραγματικές, αλλά εικονικές και εμφανίζονταν στους ισολογισμούς επειδή προηγουμένως, κατά τα έτη 1991-1994, είχαν καταχωρισθεί στα βιβλία της εταιρίας τα προαναφερθέντα εικονικά τιμολόγια των ψευδοπρομηθευτών που ο ίδιος είχε διαπιστώσει και αναγράψει στην από 6.98.1995 έκθεση του, συνολικού ποσού 1.960.381.019 δραχμών, παρά ταύτα βεβαίωσε ψευδώς με τα παραπάνω πέντε (5) πιστοποιητικά του ότι οι ισολογισμοί έχουν συνταχθεί νόμιμα. Σκόπευε δε με την πράξη του αυτή να προσπορίσει στους συγκατηγορουμένους του Χ1, Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και μητέρα των μετόχων της πλειοψηφίας και Χ2, υιό αυτής και μέτοχο της εταιρίας αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές τόσο συνολικά όσο και με καθένα, από τα πιστοποιητικά του, όπως παρακάτω αναφέρεται, με βλάβη των μετόχων της μειοψηφίας αντίστοιχη προς το ποσοστό τους. Ειδικότερα: α) Με το πιστοποιητικό της 23.5.1995 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο ισολογισμός της 31.12.1994 είχε συνταχθεί νόμιμα, παρά το γεγονός ότι στα βιβλία της εταιρίας από 1.1.1994 - 31.12.1994 είχαν καταχωρισθεί, κατά τα προαναφερθέντα εικονικά τιμολόγια συνολικού ποσού 781.974.508 δρχ. και μαζί με τον ΦΠΑ ποσού 922.650.994 δραχμών και αντί κερδών αναγράφονταν στον ισολογισμό αυτό ζημίες 82.707.098 δραχμές β) Με το πιστοποιητικό της 16.5.1996 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο ισολογισμός της 31.12.1995 είχε συνταχθεί νόμιμα, παρά το γεγονός ότι στα βιβλία της εταιρίας από 10.1.1995 μέχρι 22.3.1995 είχαν καταχωρισθεί εικονικά τιμολόγια συνολικού ποσού 207.000.000 δραχμών και αντί κερδών αναγράφονταν στον ισολογισμό αυτό 1) "ζημίες προηγουμένης χρήσεως 82.707.098 δρχ. "που ήταν εικονικές, προερχόμενες από καταχωρημένα στα βιβλία της εταιρίας εικονικά τιμολόγια και 2) "ζημίες εκ νέου 146.685.004 δρχ." που επίσης ήταν εικονικές, προερχόμενες από τα καταχωρημένα στα βιβλία της εταιρίας προαναφερθέντα εικονικά τιμολόγια. γ) Με το πιστοποιητικό της 2.6.1997 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο ισολογισμός της 31.12.1996 είχε συνταχθεί νόμιμα, διότι αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών στον ισολογισμό αυτό αναγράφονταν 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 202.264, 12 δρχ." και 2) "ζημίες εκ νέου 236.604.446 δρχ." που ήταν εικονικές, προερχόμενες από τα καταχωρημένα στα βιβλία της εταιρίας προαναφερθέντα ποσά εικονικών τιμολογίων, δ) Με το πιστοποιητικό της 25.5.1998 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο ισολογισμός της 31.12.1997 είχε συνταχθεί νόμιμα, διότι αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών στον ισολογισμό αυτό αναγράφονταν 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 236.604.446 δρχ." και 2) "ζημίες εκ νέου 62.127.577 δρχ." που ήταν εικονικές προερχόμενες από τα καταχωρημένα στα βιβλία της εταιρίας προαναφερθέντα ποσά εικονικών τιμολογίων και ε) Με το πιστοποιητικό της 26.5.1999 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο ισολογισμός της 31.12.1998 είχε συνταχθεί νόμιμα, διότι αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών στον ισολογισμό αυτό αναγράφονταν 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 62.127.577 δρχ." και 2) "ζημίες εκ νέου 90.986.925 δρχ." που ήταν εικονικές, προερχόμενες από τα καταχωρημένα στα βιβλία της εταιρίας προαναφερθέντα ποσά εικονικών τιμολογίων. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ3 που από 5.11.1996 ήταν Προϊστάμενος του Λογιστηρίου της εταιρίας "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ" συνέταξε κατ' εντολή της συγκατηγορουμένης του Χ1 τους ισολογισμούς αυτής των ετών 1996, 1997 και 1998, στους οποίους ανέγραψε εν γνώσει του ψευδώς "ζημίες προηγουμένων ετών" οι οποίες δεν ήταν πραγματικές αλλά εικονικές διότι προέρχονταν από τα προαναφερθέντα εικονικά τιμολόγια των ετών 1991-1994, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται και οι ισολογισμοί των ετών 1996, 1997 και 1998 τους οποίους και προσυπέγραψε (μαζί με τους συγκατηγορουμένους του), παρότι γνώριζε λόγω της νευραλγικής θέσεως του στην εταιρία και της άμεσης συνεργασίας του με τους διοικούντες αυτήν, την ύπαρξη των εικονικών τιμολογίων που προαναφέρθηκαν, ύψους 1.960.381.019 δραχμών". Ειδικότερα α) Στον ισολογισμό της 31.12.1996 αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών ανέγραψε 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 202.264, 12 δρχ." και 2) "ζημίες εκ νέου 236.604.446 δρχ." β) Στον ισολογισμό της 31.12. 1997α αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών ανέγραψε: 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 236.604.446 δρχ." και 2) "ζημίες εκ νέου 62.127.577 δρχ." και γ) Στον ισολογισμό της 31.12.1998, αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών ανέγραψε 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 62.127.577 δρχ." και 2) "ζημίες εκ νέου 90.986.925 δρχ.". Κατ' αυτόν τον τρόπο ο εν λόγω κατηγορούμενος παρέσχε με πρόθεση στον συγκατηγορούμενό του Χ4 την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως (ψευδούς βεβαιώσεως). Ειδικότερα η πράξη του αυτή συνδέεται αμέσως προς την πράξη του συγκατηγορουμένου του Χ4 και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η τέλεση της αξιόποινης πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, αφού τα πιστοποιητικά ελέγχου των εταιρικών χρήσεων των ετών 1996, 1997 και 1998 που συνέταξε ο συγκατηγορούμενός του, Χ4 και τα οποία, όπως προέκυψε ήταν ψευδή, τα συνέταξε με βάση τους ψευδείς ισολογισμούς των αντιστοίχων ετών που συνέταξε και υπέγραψε αυτός (Χ3). Σκόπευε δε με την πράξη του αυτή να προσπορίσει στους συγκατηγορουμένους του, Χ1, και Χ2, Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και μέτοχο αντίστοιχα της ως άνω εταιρίας αθέμιτο όφελος πολλαπλάσιο των 25.000.000 δραχμών κάθε φορά (5.3.1997, 5.3.1998, και 5.3.1999) και τουλάχιστον ίσο προς τα εκτεθέντα ανωτέρω για κάθε ισολογισμό χρηματικά ποσά ζημιών, με βλάβη των μετόχων της μειοψηφίας αντίστοιχη με το ποσοστό τους. Τέλος, από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, κατόπιν συναποφάσεως και προκειμένου να επιβαρύνουν τα αποτελέσματα της εταιρίας "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ" την οποία διοικούσαν, με ανύπαρκτες δαπάνες για να φαλκιδεύσουν τα δικαιώματα των μετόχων -της μειοψηφίας, προς ίδιον όφελος, προκάλεσαν με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα στους συγκατηγορουμένους τους Χ4 και Χ3 την απόφαση να εκτελέσουν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις τους (κακουργηματική ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση και άμεση συνεργεία σ' αυτήν). Συγκεκριμένα στον Χ4 Ορκωτό Ελεγκτή της εταιρίας προκάλεσαν την απόφαση να προβεί στις ψευδείς βεβαιώσεις τις αναγραφόμενες στα από 23.5.1995, 16.5.1996, 2.6.1997, 25.5.1998 και 26.5.1999 πιστοποιητικά ελέγχου που συνέταξε σύμφωνα με τις οποίες οι ισολογισμοί των αντιστοίχων ετών είχαν συνταχθεί νόμιμα, με σκοπό να προσπορίσουν στους εαυτούς τους αθέμιτο όφελος πολλαπλάσιο των 25.000.000 δραχμών για καθένα από τα προαναφερθέντα πιστοποιητικά ελέγχου και τουλάχιστον ίσο προς τα εκτεθέντα ανωτέρω για το καθένα χρηματικά ποσά ζημιών και β) στον Χ3, Προϊστάμενο του Λογιστηρίου προκάλεσαν την απόφαση να συντάξει και προσυπογράψει για τα έτη 1996, 1997 και 1998 ψευδείς ισολογισμούς, αναγράφοντας σ' αυτούς "ζημίες προηγουμένων ετών" που όπως προαναφέρθηκε ήταν εικονικές, διότι προέρχονταν από τα μνημονευόμενα εικονικά τιμολόγια των ετών 1991-1994, με σκοπό να προσπορίσουν στους εαυτούς τους παράνομο όφελος πολλαπλάσιο των 25.000.000 δραχμών από κάθε ισολογισμό (1996, 1997 και 1998) και τουλάχιστον ίσο προς τα εκτεθέντα ανωτέρω για καθένα από τους ισολογισμούς αυτούς, χρηματικά ποσά ζημιών. Ο δόλος των εν λόγω κατηγορουμένων συνάγεται από το γεγονός ότι αυτοί δεν αποστασιοποιούνται ούτε μετά τη Γενική Συνέλευση της 21.7.1995 στην οποία είχε παραστεί και ο συγκατηγορούμενός του, Χ4, και έλαβε επισήμως γνώση της υπάρξεως των "δεύτερων βιβλίων της εταιρίας αλλά και των πλαστών και εικονικών τιμολογίων. Ο εκ των κατηγορουμένων Χ2, αρνούμενος την κατηγορία επικαλείται άγνοια και το νεαρό της ηλικίας του, ισχυρίζεται δε ότι από το τέλος του έτους 1996 αποχώρησε ουσιαστικά από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας από το οποίο και παραιτήθηκε και τυπικά στις 9.1.1997, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ... πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Όμως, η παρουσία αυτού και της μητέρας του Χ1 (συγκατηγορουμένης) στη Γενική Συνέλευση της 21.7.1995 και η μη καταψήφιση της απαλλαγής του κατηγορουμένου Χ4 (Ορκωτού Ελεγκτή) από κάθε ευθύνη αποζημιώσεως της εταιρίας για τις οικονομικές καταστάσεις και τη διαχείριση της εταιρικής χρήσεως από 1.1.1994 - 31.12.1994, υποδηλώνει τη βούληση τους να τον προτρέψουν στη σύνταξη των μετέπειτα ψευδών πιστοποιητικών προς ίδιον ασφαλώς όφελος. Το γεγονός δε της παραιτήσεώς του από το Διοικητικό Συμβούλιο δεν ασκεί επιρροή ούτε και για τον μετά την παραίτησή του χρόνο, αφού αυτός εξακολούθησε να παραμένει μέτοχος της εταιρίας και μάλιστα με το αυτό ποσοστό". Το αυτό συμβούλιο για να θεμελιώσει την ιδιότητα του υπαλλήλου, που απαιτεί το άρθρο 242 § 1 Π.Κ., στον πρώτο κατηγορούμενο, δέχθηκε ότι "από το σύνολο των διατάξεων του ν.δ. 3329/1955 "περί συστάσεως Σώματος Ορκωτών Λογιστών" (ΣΟΛ) συνάγεται ότι οι Ορκωτοί Λογιστές θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι. Σύμφωνα δε με το άρθρο 16 παρ. 5 του ν.δ. 3329/1955 πάσα αδιακρίτως παράβαση των Ορκωτών Λογιστών τιμωρείται και ποινικώς, πλην άλλων και κατά το άρθρο 242 ΠΚ (Ολ. ΑΠ 6/1995 ΝοΒ 1996. 483). Επίσης, κατά το άρθρο 40β' παρ. 5 του κωδικοπ. Ν. 2190/1920 οι ελεγκτές των ανωνύμων εταιρειών, οι οποίοι κατ' άρθρο 36 παρ. 1 εδάφ. β' του ίδιου νόμου εκλέγονται υποχρεωτικά από τους Ορκωτούς Λογιστές όταν οι ανώνυμες εταιρίες υπερβαίνουν τα όρια της παραγρ. 6 του άρθρου 42α' (σύνολο ισολογισμού 500.000.000 δρχ., καθαρός κύκλος εργασιών 1.000.000 δρχ., μέσος όρος προσωπικού που απασχολήθηκε κατά τη διάρκεια της χρήσεως 50 άτομα, όπως στην παρούσα περίπτωση) θεωρούνται κατά την άσκηση του ελέγχου ως δημόσιοι υπάλληλοι".
Επίσης το αυτό βούλευμα δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 63 β του ν. 2190/1920 δεν απορροφά τη διάταξη του άρθρου 242 Π.Κ. όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτού δεδομένου ότι η πρώτη διάταξη αναφέρεται στην περίπτωση που ο ελεγκτής από δόλο ή αμέλεια θεώρησε ότι ο ισολογισμός που έγινε κατά παράβαση του νόμου (2190/1920) ή του καταστατικού της εταιρίας, είναι νόμιμος, όχι δε και όταν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 242 Π.Κ. με το οποίο συρρέει αληθώς. Κατά του βουλεύματος αυτού οι κατηγορούμενοι άσκησαν εμπρόθεσμα - δια πληρεξουσίων, δυνάμει των συνημμένων εξουσιοδοτήσεών τους, στις οποίες και βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής τους από δικηγόρο- αναιρέσεις και δη οι μεν Χ3 και Χ4 την υπ'αριθμ. ..., οι δε Χ1 και Χ2 την υπ'αριθμ. ..., αμφότερες ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, προβάλλοντες α) οι μεν πρώτοι ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αα) υπερέβη την εξουσία του διότι δέχθηκε κατ'ουσίαν έφεση ασκηθείσα υπό προσώπου μη δικαιουμένου προς τούτο, δηλ. της Ψ, η οποία τυγχάνει μέτοχος της ΑΕ κατά της οποίας στρέφονται οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες παραπέμφθησαν, λόγο τον οποίο και απέρριψε τούτο με την αιτιολογία ότι δεν είχε αρμοδιότητα ββ) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθησαν και δη ότι δέχθησαν εφαρμογή του άρθρου 242 Π.Κ. ενώ έδει να εφαρμοστούν οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 63β ν.2190/20 αφενός και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του ν.δ. 3329/55- ενώ ισχύει το μεταγενέστερο ΠΔ 226/92 αφετέρου γγ) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στη συνέχεια οι αυτοί κατηγορούμενοι προβάλλουν λόγους που αναφέρονται αποκλειστικά (=έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον τρόπον ενέργειας αυτών η αντίφαση σε σχέση με την κυρία πράξη) στους άλλους κατηγορουμένους και δη τους ηθικούς αυτουργούς. β) οι δε δεύτεροι ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα : αα) υπερέβη την εξουσία του διότι δέχθηκε έφεση που ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα εφέσεως, η δε αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι δεν είχε προς τούτο αρμοδιότητα να ελέγξει δεν είναι νόμιμη, ββ) εσφαλμένα ερμήνευσε-εφάρμοσε το νδ 3329/55 διότι τούτο έχει ήδη καταργηθεί (άρθρο 75 ν.1969/91 και Π.Δ. 226/92), το άρθρο 242 Π.Κ. αφού οι Ορκωτοί Ελεγκτές δεν είναι υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13α Π Κ αλλά ιδιώτες και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα του άρθρου 242 Π.Κ. - και κατ'ακολουθίαν αξιόποινη συμμετοχή σ'αυτή και διότι ισχύει εδώ μόνο το άρθρο 63 β ν.2190/20 που είναι ειδικό σε σχέση με το άρθρο 242 Π.Κ. Καθίσταται συνεπώς φανερόν ότι οι λόγοι αναιρέσεως, εάν εξαιρεθεί ο λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συμπίπτουν. Οι αναιρέσεις αυτές είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να εξεταστούν στην ουσία τους (462, 463, 465, 473, 474, 482, 484 Κ.Π.Δ.).
ΙΙ) Κατά τις διατάξεις του άρθρου 242 του Π.Κ. (όπως ίσχυε προ της συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως της παρ. 3 με τα άρθρα 1 παρ. 7β' του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 6 του ν. 2721/1999), "1. Υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του. 3. Αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη. 4. Με την ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί". Για τον κακουργηματικό δηλαδή χαρακτήρα της πράξεως, απαιτείται και η συνδρομή περαιτέρω, σκοπού αθέμιτου οφέλους του ίδιου ή άλλου ή βλάβης άλλου. Η διάταξη της παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7β' του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι, "αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.)", αντικαταστάθηκε δε με το άρθρο 14 παρ. 6 του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι, "αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.). Για τον άνω κακουργηματικό χαρακτήρα δεν απαιτείται και επίτευξη του άνω σκοπού (βλ. ΑΠ 86/2006, ΑΠ 1171/2003, ΑΠ 1149/93, ΑΠ 403/96, ΑΠ 1108/95 κ.ά Τούση - Γεωργίου ΠΚ (1967) σελ. 656 Νο 23, Μπουρόπουλο ΠΚ τόμ. β'σελ. 348, Σπινέλλης - Εγκλήματα περί την Υπηρεσία - σελ. 92, Δέδε - Εγκλήματα περί την Υπηρεσία - σελ. 77 το δε όφελος μπορεί να αναφέρεται σε χρόνο και πριν από την ψευδή βεβαίωση - βλ. ΑΠ 290/78 ΠΧρ ΚΗ 511, ΑΠ 89/58 ΠΧρ Η 332). Η ρύθμιση των άνω νέων διατάξεων, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (73.000 Ευρώ), είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται "συνολικό" ποσό οφέλους ή ζημίας, είναι δυσμενέστερη. Εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., και για τις μερικότερες πράξεις ψευδούς βεβαίωσης που φέρονται τελεσθείσες προ της ισχύος των δύο αυτών νομοθετημάτων, η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση ρύθμιση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 α' του ίδιου Κώδικα, "Με την ποινή του αυτουργού (της πράξεως) τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε" και κατά την παρ. 1 β' του ίδιου άρθρου του Κώδικα, με την ίδια ποινή τιμωρείται και "όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη, κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης". Το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας) που είναι σχετικό με την υπηρεσία, προϋποθέτει υπάλληλο, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α' του Π.Κ., αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου, που ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έγγραφο δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 13γ' του Π.Κ. και 438 του Κ.Πολ.Δ., που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, για ότι βεβαιώνεται στο περιεχόμενο του και βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλ. περιστατικών που δεν έλαβαν χώραν ή συνέβησαν κατά διαφορετικό τρόπο (βλ. ΑΠ 86/2006 Τούση - Γεωργίου ΠΚ (1967) σελ. 651 Νο 6 βλ. και ΑΠ 530/2004, ΑΠ 479/2000 κ.α. - ήτοι γεγονότος που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως εκείνο που αναφέρεται στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης και όχι σε κρίσεις ή γνώμες, ακόμη και αν αυτές αφορούν περιστατικά που έχουν έννομες συνέπειες. Το κύρος του εγγράφου είναι χωρίς σημασία, ΑΠ 772/2001, ΑΠ 1382/2001.
Ο δόλος του δράστη συνίσταται στη γνώση και στη θέληση να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενη της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής ΑΠ 86/2006, ΑΠ 1382/2001, ΑΠ 479/2000 κ.α.
Από τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 ΠΚ σαφώς συνάγεται ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για τον αυτουργό δεν απαιτούνται και για τον ηθικό αυτουργό ή συνεργό -βλ. και Χωραφά (1978) 358, Μπουρόπουλο τομ. Α σελ. 150, Γάφο Γεν Μ 415, Ζησιάδη Γεν Μ τομ. β σελ. 94, ΑΠ 1611/94 ΠΧρ ΜΔ 1305. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' (νέα αρίθμηση) του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ1 αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση ή την προανάκριση, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Επί ηθικής δε αυτουργίας, πρέπει να αναφέρονται στην αιτιολογία και ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, για να προκληθεί στον άλλον, η απόφαση για την τέλεση της άδικης πράξης που εκείνος τέλεσε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος του βουλεύματος, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό του, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (βλ. ΑΠ 146/2006). Η υπέρβαση εξουσίας ως λόγος αναίρεσης διακρίνεται σε θετική υπέρβαση εξουσίας - που υπάρχει και όταν το συμβούλιο αποφασίζει επί ενδίκου μέσου καίτοι τούτο είναι απαράδεκτο (βλ. Μπουρόπουλο υπό 484 σελ. 206 Νο 7α, Ζησιάδη Ποινική Δικονομία τομ. γ σελ. 297, 342, ΑΠ 338/94 ΠΧρ ΜΔ 392, ΑΠ 919/97, ΑΠ 804/91 κ.α.) και σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας - που υπάρχει όταν το συμβούλιο αποποιείται την εξουσία του, ήτοι αρνείται να ασκήσει αυτή καίτοι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο (βλ. ΑΠ 3/2005 Ολ., ΑΠ 1505/2005, ΑΠ 9/2001 Ολ. κ.α.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 63β -όπως αντικ. με το άρθρο 8 Π.Δ. 498/87- ν.2190/20 "ελεγκτές ανωνύμων εταιρειών του άρθρου 36, καθώς και τα πρόσωπα του άρθρου 42α παρ. 5, αν από αμέλεια θεώρησαν ως νομίμως έχοντα ισολογισμό που καταρτίστηκε παρά τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού, τιμωρούνται ... . Σε περίπτωση όμως δόλου τιμωρούνται με τις ποινές του άρθρου 57". Το άνω άρθρο που αποτελεί το ταυτόσημον κατά περιεχόμενο του άρθρου 21 ν.5076/31 ενσωματώθηκε στον ν.2190/20 με το ΒΔ 174/63 - έχει εφαρμογή όταν ο ελεγκτής ΑΕ "θεώρησαν ως νομίμως έχοντα ισολογισμό που καταρτίστηκε παρά τις διατάξεις του νόμου και καταστατικού" (βλ. και ΑΠ 333/70 Π Χρ Κ 619 πρ βλ ΑΠ 1221/30 Θεμ. ΜΒ 150). Επομένως δεν έχει εφαρμογήν όταν ο ελεγκτής ψευδώς βεβαιώνει το περιεχόμενο ελέγχου που διενήργησε με την ιδιότητά του αυτή, όταν δηλ. συντάσσει ψευδήν κατά περιεχόμενον έκθεση ελέγχου σε σχέση με την οικονομικήν κατάσταση της ΑΕ, ότε έχει εφαρμογή το άρθρο 242 Π.Κ. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα ειδικού προς γενικόν νόμο, που προϋποθέτει ταυτότητα περιεχομένου αυτών. Επειδή υποκείμενο του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως είναι -όπως ελέχθη- μόνον υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α και 263α Π.Κ. Δεν απαιτείται όπως ο αυτουργός είναι δημόσιος υπάλληλος και δη κατά την έννοια του διοικητικού δικαίου αλλ'αρκεί ότι σ'αυτόν έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, άσκηση υπηρεσίας δημόσιας (ή δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου ν.π.δ.δ.) κατά το άρθρο 13α Π.Κ. (ή 263α Π.Κ.) -βλ. ΑΠ 1699/85 Π.Χρ. ΛΣΤ 335 (336) - έστω και αν είναι ιδιώτης (βλ. και Ζησιάδη Ποινικό Δίκαιο Γεν Μ τομ. Α σελ. 139). Λαμβάνεται δηλ υπόψη το είδος της (δημόσιας) υπηρεσίας -βλ. ΑΠ 972/93 Π Χρ ΜΓ 706, ΑΠ 2024/84 Π Χρ. ΛΕ 643 κ.α. Τέτοια εξουσία έχει ανατεθεί και στους ορκωτούς λογιστές-ελεγκτές κατά τον έλεγχον ΑΕ. Βλ. ΑΠ 6/95 Ολ Π.Χρ. ΜΣΤ 826, ΑΠ 350/95, Π Χρ ΜΕ 720 Μπιτζιλέκη-Υπηρεσιακά εγκλήματα (2001) σελ. 90 Ζαγκαρόλα Π Χρ Ζ 102, Περάκη -ο Τακτικός έλεγχος ΑΕ (1984) σελ. 51, 92, Λίβος υπό 63γ ν.2190/20 σελ. 641 Νο 7, 8, Τάχο, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο (2005) σελ. 383γ, Βούτση-Εταιρίαι Εμπορικού Δικαίου (2004) σελ. 390, Δαγιτόγλου ΝοΒ 1987 -αφού σκοπός του λειτουργήματος τους είναι ο διαχειριστικός έλεγχος των πάσης φύσεως οικονομικών οργανισμών της χώρας, δηλ. σκοπός δημοσίου συμφέροντος (δηλ. μετόχων, τρίτων, κράτος κλπ) -βλ. και άρθρο 37 § 3 ν.2190/20. Η άνω ιδιότητα των ορκωτών ελεγκτών (λογιστών κατά το παλαιό νδ 3329/55) δεν συνδέεται αποκλειστικά με το ν.δ. 3329/55 - έτσι ώστε μετά την κατάργηση αυτού οι ανωτέρω να μην έχουν την ρηθείσα ιδιότητα, δεδομένου ότι και μετά το ν.δ. αυτό οι ορκωτοί ελεγκτές πλέον εκτελούν τα αυτά καθήκοντα? Απλά οι ορκωτοί λογιστές (ΣΟΛ) του ν.δ.3329/55 υποκατεστάθησαν (βλ. άρθρο 75 § 4 ν.1969/91 και 18 ν.2231/94) από τους ορκωτούς ελεγκτές του σώματος ορκωτών ελεγκτών (=Σ.Ο.Ε) που αποτελεί μάλιστα ν.π.δ.δ. (άρθρο 75 ν.1969/91, όπως τροποποιήθηκε από τον ν. 2076/92, και τα ΠΔ 226, 227, 233/92), -που μάλιστα και μετονομάστηκε σε σώμα ορκωτών ελεγκτών λογιστών (=ΣΟΕΛ βλ. άρθρο 38 § 3 ν.2733/99)- (βλ. και Ρόκα- Εμπορικές Εταιρίες -5 εκδ. (2006) σελ. 325 σημ. 4). 'Ετσι η απόδοση της ιδιότητας του υπαλλήλου κατά το άρθρο 13α Π.Κ. στους ορκωτούς ελεγκτές δεν σημαίνει εσφαλμένη εφαρμογή -ερμηνεία του ν.δ. 3329/55 (που όντως έχει καταργηθεί), αφού η άνω ιδιότητα αυτών δεν έπαυσε να ισχύει, ούτε είναι συνδεδεμένη με το άνω ν.δ. αποκλειστικά. Περιττόν να σημειωθεί εδώ ότι η κρίση των Ελεγκτών περί της νομιμότητας των καταχωρήσεων στον ισολογισμό είναι βεβαίωση πραγματικών γεγονότων που έχουν έννομες συνέπειες (βλ. το άρθρο 37 ν.2190/20).
Επειδή κατά βασική δικονομική αρχή εάν αναιρεθεί καθολικά ένα βούλευμα η υπόθεση επανέρχεται στην προ της εκδόσεως του αναιρεθέντος βουλεύματος νομική κατάσταση -πρβλ ΑΠ 1001/81 Π Χρ ΛΒ 288, Μπουρόπουλος Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ. 299 Δέδε, Ποινική Δικονομία (1991) σελ. 664 Ζησιάδη Ποινική Δικονομία τόμ. γ' εκδ. γ' σελ. 365, 366, Σταϊκο υπό 524 σελ. 672. Τούτο είναι λογική-νομική απόρροια της αναιρέσεως? μάλιστα στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει ούτε το άρθρο 470 Κ.Ποιν.Δ. κατά ρητή νομοθετική διάταξη (βλ. το άνω άρθρο 470 και 318 Κ.Ποιν.Δ.), το οποίο ισχύει μόνο επί αποφάσεων και όταν η αναίρεση ασκήθηκε υπέρ του κατηγορουμένου. 'Ετσι ορθά έχει γίνει δεκτόν ότι μετά την καθολική αναίρεση του βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών από καμία διάταξη προκύπτει ότι δεν μπορεί, όταν επανακρίνει την υπόθεση, να απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη ενώ αυτή είχε γίνει τυπικά δεκτή με το αναιρεθέν βούλευμα, αφού μετά την αναίρεση αυτού το συμβούλιο Εφετών κρίνει από την αρχή την υπόθεση (βλ. ΑΠ 1859/83 ΝοΒ 32.732 = Π Χρ ΛΔ 621, ΑΠ 75/84 Π Χρ ΛΔ 709 -σε συνδυασμό με το ιστορικό της, ΑΠ 1269/89 Π Χρ Μ 552), ήτοι αποφαίνεται όπως και το βούλευμα που αναιρέθηκε (βλ. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο (2007) σελ. 977, Μπουρόπουλο ΚΠΔ τόμ. β σελ. 212). Επίσης ορθά είχε γίνει δεκτόν ότι το αυτό έπραττε και το εφετείο όταν αναιρέθηκε απόφαση Εφετείου (βλ. ΑΠ 341/99 Π Χρ ΜΘ 1091) αφού η απόφαση του Εφετείου που δέχθηκε τυπικά την έφεση είναι προπαρασκευαστική, όπως επίσης είχε γίνει δεκτόν ότι όταν το εφετείο ανέβαλε τη συζήτηση της εφέσεως για οποιοδήποτε λόγο π.χ. για κρείσσονες αποδείξεις, τότε στην μετ'αναβολή συζήτηση της εφέσεως ήταν επιτρεπτή η απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, έστω και αν στην προηγούμενη δίκη είχε κάνει αυτή τυπικά δεκτή (βλ. ΑΠ 833/96 Π Χρ ΜΖ 493, ΑΠ 1686/94 Π Χρ ΜΕ 49, ΑΠ 988/94 Π Χρ ΜΔ 934, ΑΠ 382/89 Π Χρ ΜΘ 946, ΑΠ 280/69 Π Χρ ΙΘ 474 κ.ά.) Ζησιάδη-Ποινική Δικονομία-τόμ. γ'εκδ. γ' σελ. 261 σημ. 290. Επίσης έχει γίνει δεκτόν ότι όταν εισάγεται στο δικαστήριο σε συμβούλιο εισαγγελική πρόταση για να κηρυχθεί το ένδικο μέσο ως απαράδεκτη και τούτο (δικαστήριο σε συμβούλιο) κρίνει ότι το ένδικο μέσο ασκήθηκε παραδεκτά, δεν εμποδίζεται να κηρύξει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο όταν κρίνει ως δικαστήριο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ 175, Δέδε ο.π. σελ. 592 σημ. 142). Καθίσταται σαφές ότι δεν δημιουργείται δεδικασμένο διότι πρόκειται για προπαρασκευαστική απόφαση, η οποία δεν δημιουργεί, ούτε μπορεί να δημιουργήσει τέτοιο ως εκ της φύσεώς της, εκτός αντίθετης ρητής διάταξης νόμου. Δικονομική αυτοτέλεια ενός ζητήματος (-όπως το τυπικά δεκτόν της εφέσεως ενός βουλεύματος- που κρίθηκε με βούλευμα και το οποίο στηρίζει, προϋποθέτει την κρίση επί του κυρίως ζητήματος- όπως η βασιμότητα ή μη των λόγων εφέσεως- και το οποίο αναιρέθηκε-) δεν μπορεί να νοηθεί στην άνω περίπτωση σε σημείο να δημιουργεί δεδικασμένο σε κάθε περίπτωση, όταν μάλιστα τούτο είναι και το μείζον ζήτημα και το οποίο έτσι παραμένει ανέλεγκτο αφού αυτοτελώς δεν προσβάλλεται. Το τυπικά δεκτόν ενός ένδικου μέσου οφείλει ούτως ή άλλως να το πράξει το αρμόδιο συμβούλιο, όπως και ο 'Αρειος Πάγος το τυπικά δεκτόν της αναιρέσεως -476 § 1, 484 Κ.Π.Δ.- 'Ετσι, στην περίπτωση αυτή συν-προσβάλλεται σε κάθε περίπτωση και το τυπικά δεκτόν του ένδικου μέσου. Είναι αδιάφορο δε εάν ο μη δικαιούμενος να ασκήσει το ένδικο μέσο και δη ως μη δικαιούμενος παραστάσεως πολιτικής αγωγής δεν απεβλήθη της ποινικής διαδικασίας (βλ. ΑΠ 82/93, ΑΠ 1912/92, ΑΠ 5/94 Ολ, ΑΠ 352/2003 κ.ά.) αφού απαιτείται το νόμιμο της παραστάσεώς του. Η άνω άποψη ενισχύεται σαφώς και από την § 6 του άρθρου 502 ΚΠΔ και δη πρωτίστως α contrario. Συγκεκριμένα, κατά την § 6 του άρθρου 502 ΚΠΔ -που προστέθηκε με το άρθρο 18 § 5 ν.2721/99 -"αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικά δεκτή και αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ'εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφασή του για το τύποις παραδεκτό της εφέσεως, στην μετ'αναβολή συζήτηση αυτής". Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνο στις αναφερόμενες περιπτώσεις και συνεπώς στις άλλες περιπτώσεις ισχύουν τα ανωτέρω, τα οποία και επιβεβαιώνει. Εξ'άλλου η διάταξη αυτή αναφέρεται ρητά στο ακροατήριο, ήτοι σε αποφάσεις. Τούτο προκύπτει όχι μόνο από το ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της δύσκολα συμβιβάζονται με τη διαδικασία του συμβουλίου, αλλά και από το ότι ρητά αναγράφει "δικαστήριο" και από την συστηματική τοποθέτησή της, ήτοι στο άρθρο 502 ΚΠΔ που αναφέρεται στη διαδικασία του ακροατηρίου -αποφάσεων. Εάν ο νομοθέτης ήθελε την εφαρμογή της και επί βουλευμάτων θα το ανέγραφε ρητά ή η βούλησή του θα προέκυπτε άλλως μεν αλλά κατά τρόπον σαφή, πράγμα που δεν συμβαίνει. 'Ετσι πρόκειται για ηθελημένο κενό και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανάλογη εφαρμογή. Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτόν ότι η άνω διάταξη μπορεί να ισχύσει και επί βουλευμάτων αυτή έχει εφαρμογή μόνον όταν έχει προηγηθεί εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (πρ βλ τις ανωτέρω αποφάσεις που έδωσαν αφορμή για την εισαγωγή της) και σ'αυτή οφείλεται το τυπικά δεκτόν (=συνήθως εκπρόθεσμο) της έφεσης. Γι'αυτό δεν μπορεί η άνω διάταξη να καλύψει το πράγματι νόμω απαράδεκτον της εφέσεως αλλά μόνο το νόμιμο, διότι εάν το δικαστήριο - συμβούλιο έκανε τυπικά δεκτή μία έφεση ενώ αυτή είναι απαράδεκτη λ.χ. ασκήθηκε κατά βουλεύματος-απόφασης που δεν υπόκειται σε έφεση κατά ρητή διάταξη νόμου, ή διότι ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο κλπ και αυτή η κρίση δεσμεύει πλέον το μετ'αναβολή συμβούλιο-δικαστήριο, τότε η απόφαση του τελευταίου θα είναι αναιρετέα για θετική υπέρβαση εξουσίας σε κάθε περίπτωση και εκ των προτέρων. Αντίθετη άποψη δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να υπάρξει για το ζήτημα αυτό, οι δε φερόμενες αποφάσεις δεν αντιμετωπίζουν αυτό, εκτός του ότι στερούνται αιτιολογίας γι'αυτό. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι δεν δημιουργεί, ούτε μπορεί να δημιουργήσει δεδικασμένο, το οποίο στη περίπτωση αυτή θα πρόκειται για σιωπηρό δεδικασμένο, -εάν νοείται τέτοιο - όταν περί του ζητήματος του τυπικά δεκτού της έφεσης δεν απεφάνθη -δεν έκρινε- το αρμόδιο συμβούλιο, ήτοι παρέλειψε να αποφανθεί περί αυτού αν και είχε προς τούτο υποχρέωση (476 παρ. 1 ΚΠΔ) - βλ. ΑΠ 719/83 ΠΧρ ΛΓ 935 -. Τέτοια περίπτωση υφίσταται και όταν ο 'Αρειος Πάγος αναίρεσε το βούλευμα του συμβουλίου Εφετών για λόγον αναίρεσης που δεν έχει σχέση με το παραδεκτόν της έφεσης και δεν ασχολήθηκε με αυτό. Δεν μπορεί δηλ. στην περίπτωση αυτή να γίνει δεκτόν ότι σιωπηρά ή έμμεσα ο 'Αρειος Πάγος έκρινε το ζήτημα αυτό, αν και ώφειλε να το κρίνει ρητά, και το οποίο λογικά και νομικά προηγείτο της κρίσεως της βασιμότητας ή μη των λόγων αναιρέσεως -άρθρα 485 παρ. 1, 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ (πρβλ ΑΠ 139/84 ΠΧρ ΛΔ 730)-. Η άποψη αυτή μάλιστα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτή όταν υφίσταται σχετικός λόγος αναίρεσης, αφού στην περίπτωση αυτή το σχετικό ζήτημα δεν έχει κριθεί από τον 'Αρειο Πάγο και το οποίο μπορεί να είναι και νόμιμο και έτσι να εξακολουθεί να υφίσταται η παρανομία η οποία και δεν μπορεί να αποκατασταθεί πλέον. Με άλλες λέξεις, για να συγκεκριμενοποιήσουμε το σχετικό ζήτημα, εάν το συμβούλιο Εφετών έκρινε τυπικά (και στη συνέχεια και ουσιαστικά) δεκτή την έφεση, αν και η τελευταία δεν ήταν τυπικά δεκτή διότι είχε ασκηθεί από πρόσωπο που δεν δικαιούται εφέσεως και μάλιστα κατά τρόπο αναμφίβολο, η σχετική κρίση του αν και προσβλήθηκε νόμιμα στον 'Αρειο Πάγο θα παραμείνει παράνομη; υπάρχει δε και παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης όταν ο διάδικος (εδώ κατηγορούμενος) έπραξε τα νόμιμα, ήτοι πρότεινε την παρανομία και μάλιστα - όπως εδώ- υπάρχει στάδιον ακόμη ελέγχου αυτής. Επομένως και αν ήθελε γίνει δεκτόν ότι η προηγηθείσα κρίση δεσμεύει το επόμενο συμβούλιο-δικαστήριο, η κρίση αυτή δεν σημαίνει ότι είναι ανέλεγκτη όταν επιτρέπεται κατά της απόφασης-βουλεύματος του τελευταίου συμβουλίου-δικαστηρίου ένδικο μέσο (πρβλ 504 ΚΠοινΔ) αφού ενσωματώνεται στην κρίση (απόφαση) του τελικού συμβουλίου και διότι άλλως επιδοκιμάζεται η παρανομία με τις εντεύθεν συνέπειες. Επειδή, όταν το έγκλημα στρέφεται κατά του ν.π. της ΑΕ, δεδομένου ότι δικαιούχος πολιτικής αγωγής είναι ο αμέσως από το έγκλημα προσβληθείς (βλ. ΑΠ 694/2005, ΑΠ 1253/2004, ΑΠ 1298/2002, ΑΠ 377/2001, ΑΠ 834/2000, ΑΠ 1464/2000, ΑΠ 337/2002 κ.ά.), μόνο το ν.π. της ΑΕ είναι δικαιούχος πολιτικής αγωγής. 'Ετσι, και δεδομένου ότι το ν.π. της ΑΕ είναι αυτοτελές - ανεξάρτητο των μετόχων αυτής, οι τελευταίοι δεν δικαιούνται παράστασης πολιτικής αγωγής είτε για δικό τους λογαριασμό είτε για λογαριασμό της εταιρίας στην άνω περίπτωση (βλ. ΑΠ 1173/2003, ΑΠ 352/2003, ΑΠ 725/2004 ΕλΔνη 2004 σελ. 1519 Νο4, ΑΠ 1733/93, ΑΠ 926/95, ΑΠ 1912/92, ΑΠ 1571/2002, ΑΠ 357/98, ΑΠ 927/97 κ.ά. Αλεξανδρίδου-Δίκαιο Εμπορικών Εταιριών - τεύχος β' β έκδ. (2000) σελ. 78 σημ. 25). Γίνεται όμως δεκτόν και κατά λογική ακολουθία ότι όταν το έγκλημα στρέφεται, αυτοτελώς θεωρούμενο, και κατά των μετόχων και δη κατά της υπόστασης του μετοχικού δικαιώματός τους, έχουν και αυτοί στην άνω περίπτωση αυτοτελές δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής π.χ. όταν τα όργανα της ΑΕ (-στην οποία αυτά έχουν την πλειοψηφία) μεταβιβάζουν τα περιουσιακά τους στοιχεία αυτής (=μετοχές τους) σε άλλη ΑΕ την οποία οι ίδιοι αυτοί συνιστούν και συμμετέχουν και δη μόνοι τους κατ'αποκλεισμό των άλλων μετόχων (βλ. ΑΠ 1298/2006 τμ. Α. Επιθ. Τραπεζικού........ δικαίου (2007) σελ. 197, πρβλ. ΑΠ 14/99 ολ.). Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει στην υπό κρίση υπόθεση, η δε εκδοχή του 2691/2003 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν αφήνει έξω καμμία περίπτωση. Σχετ. και τα συνημμένα βουλεύματα επί του αυτού ιστορικού ΑΠ 1672/2002, ΑΠ 138/2004. Επομένως, αφού ο μέτοχος δεν νομιμοποιείται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, δεν δικαιούται να ασκήσει ένδικα μέσα κατά βουλεύματος - βλ. και ΑΠ 1733/93 κ.ά.
ΙΙΙ) 'Ετσι, ενόψει όλων των ανωτέρω, το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέλαβε - σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης - την απαιτουμένη από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 2) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού παραθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση σε σχέση με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που πρόκειται και που στοιχειοθετείται πράγματι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά τα περιστατικά, και τους λόγους-σκέψεις που υπήχθησαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε (=242 ΠΚ) και ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων. Επομένως οι φερόμενες - από τον αυτουργό αναιρεσείοντα - αντιφάσεις και δη α) ότι ενώ αναφέρεται ότι ο ορκωτός ελεγκτής είχε διαπιστώσει ότι στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας είχαν καταχωριθεί εικονικά τιμολόγια ... και στις 6-9-95 είχε συντάξει σχετική κατάσταση στη συνέχεια γίνεται δεκτόν ότι αυτός βεβαίωσε ψευδώς με τα πέντε πιστοποιητικά ότι οι ισολογισμοί είχαν συνταχθεί νόμιμα και β) ότι ενώ χρόνος ενεργείας της έκθεσης ελέγχου ήταν η 6-9-95, δέχεται ως χρόνους τελέσεως 23-5-95 ... είναι αβάσιμες και στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού η πράξη για την οποία παραπέμπεται δεν στηρίζεται στην άνω έκθεση ελέγχου αλλά στα πέντε πιστοποιητικά και στη βεβαίωση ως αληθούς του ψευδούς περιεχομένου τους, η δε αναφορά στην έκθεση ελέγχου γίνεται για ενίσχυση του δόλου αυτού. Να σημειωθεί εδώ ότι από τυπική παραδρομή γίνεται μνεία στο διατακτικό (φύλλο 26) για 16-5-99 ενώ πρόκειται για 26-5-99 για το τελευταίο πιστοποιητικό. 'Ετσι και οι αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες και στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού αυτός δεν παραπέμπεται για ψευδή βεβαίωση και δη για τη σύνταξη ψευδών ισολογισμών, δεν συνιστά δηλ. η πράξη του αυτοτελώς θεωρουμένη ψευδή βεβαίωση κατά το άρθρο 242 ΠΚ - όπως ισχυρίζεται - αλλά στο ότι με την σύνταξη των ψευδών αυτών ισολογισμών παρέσχε άμεση συνδρομή στον αυτουργό (= πρώτο αναιρεσείοντα), ο οποίος με βάση και άμεση χρονική συνάρτηση με τους ψευδείς αυτούς ισολογισμούς (και εν γνώσει τούτων) βεβαίωσε ψευδώς με τα πέντε πιστοποιητικά το αληθές - κατά περιεχόμενο -αυτών. Επομένως ορθά γίνεται αναφορά στο χρόνο αυτό, δηλ. της κυρίας πράξης αφού κατ'αυτήν παρασχέσθηκε η άμεση συνδρομή, η δε αναφορά των σημειουμένων χρόνων γίνεται για τον προσδιορισμό του απαιτουμένου για κάθε μερικώτερη πράξη κατώτατου ορίου για να χαρακτηριστεί αυτή ως κακούργημα. Επίσης αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 242 ΠΚ - σε συνδυασμό με το άρθρο 63β ν. 2190/20 - οι δε αιτιάσεις περί εσφαλμένης εφαρμογής του νδ 3329/55 στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Στην ουσία δε στρέφονται κατά της αιτιολογίας του βουλεύματος για το άνω ζήτημα που δεν έχει έννομη επιρροή. Εξάλλου οι λόγοι αναίρεσης των α, β που αναφέρονται αποκλειστικά στους ηθικούς αυτουργούς απαράδεκτα προβάλλονται από αυτούς, άλλωστε και χωρίς έννομο συμφέρον. Όμως σε σχέση με τον λόγον αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας και δη είτε θετικής τοιαύτης (διότι δέχθηκε έφεση που ήταν απαράδεκτη) είτε αρνητικής τοιαύτης (διότι δεν αποφάνθηκε περί του τυπικά δεκτού της έφεσης) είναι βάσιμος, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση το έγκλημα (και η συμμετοχή σ'αυτό) στρέφεται αποκλειστικά κατά του ν.π. της ΑΕ, το οποίο και μόνο δικαιούται παράστασης πολιτικής αγωγής και όχι ο μέτοχος ή και ο μέτοχος, ενώ εδώ την έφεση άσκησε η μέτοχος και δη ατομικά με την ιδιότητά της αυτή. Επομένως το συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και αν δεχθεί κανείς ότι δεσμεύεται από το προηγηθέν 2691/2003 βούλευμα του ιδίου συμβουλίου, στο οποίο βούλευμά του ενσωματώθηκε η κρίση του προηγηθέντος 2691/2003 βουλεύματος, - αλλά και του πρώτου 1221/2001 - έκανε δεκτή έφεση η οποία ήταν κατά το νόμο απαράδεκτη διότι είχε ασκηθεί από μη δικαιούμενο πρόσωπο. Το αυτό αποτέλεσμα έχουμε και αν δεχθούμε ότι δεν υφίστατο δέσμευση από το προηγηθέν ή προηγηθέντα βουλεύματα. 'Ετσι πρέπει να αναιρεθεί για τον άνω λόγο και πρέπει, αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής, να κηρυχθεί απαράδεκτη η έφεση 210/2-3-2001 της Ψ κατά του υπ'αριθμ. 807/2001 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως γίνουν τυπικά δεκτές οι 90/2007 και 87/2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ3 και Χ4 αφενός και Χ1 και Χ2 αφετέρου κατά του υπ'αριθμ. 492/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αλλά και α) ουσιαστικά δεκτές για τον λόγο της υπέρβασης εξουσίας και αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και στη συνέχεια κηρυχθεί απαράδεκτη η 210/2001 έφεση της Ψ κατά του υπ'αριθμ. 807/2001 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών,
β) Να απορριφθούν για τους άλλους λόγους.
Αθήνα 15-6-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κονταξής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (με αριθμό 492/2007) οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως 1) από 28.3.2007 κοινή των Χ1 και Χ2 και 2) από 3.4.2007 κοινή των Χ3 και Χ4.
Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α ΠΚ, αρμόδιος καθ'ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο, όπως το δημόσιο έγγραφο προσδιορίζεται από το άρθρο 438 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στο χώρο του ποινικού δικαίου, ήτοι έγγραφο που συντάσσεται από καθ'ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, τα οποίο είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ'αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο ψευδούς περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά, που μπορούν, αντικειμενικά, να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ότι από τα περιστατικά αυτά είναι ενδεχόμενο να παραχθούν οι έννομες αυτές συνέπειες και στην εκ προοιμίου αποδοχή του ενδεχομένου αυτού. Το έγκλημα αυτό, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 242 ΠΚ, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το Ν.2408/1996 (άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α') και έγινε ευμενέστερη, έτσι ώστε εφαρμόζεται και για πράξεις που τελέσθηκαν προ της ισχύος του νόμου αυτού (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν ο υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσόν των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Η τροποποίηση της ίδιας παρ. 3 με το Ν.2721/1999 (άρθρο 14 παρ. 6) που ισχύει από 3.6.1999, κατά την οποία επιβάλλεται κάθειρξη αν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ανωτέρω ποσόν, δεν εφαρμόζεται για πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τις 3.6.1999, διότι, καθιερώνοντας "συνολικό" ποσόν οφέλους ή ζημίας (επί περισσοτέρων μερικοτέρων πράξεων), είναι δυσμενέστερη της ανωτέρω προηγούμενης ρυθμίσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξεως που διέπραξε και στην εκτέλεση της πράξεως αυτής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη απαιτείται εκ δόλου υποστήριξη από τον άμεσο συνεργό της αξιόποινης πράξεως που διαπράττει ο αυτουργός, κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτελέσεως της κυρίας πράξεως, με βοηθητική ενέργεια συνδεόμενη προς την κυρία πράξη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτήν δεν θα ήταν δυνατή, με βεβαιότητα, η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που αυτό διαπράχθηκε. Στην έννοια του υπαλλήλου κατά το ως άνω άρθρο 13 στοιχ. α' ΠΚ, εμπίπτει καθένας στον οποίο έχει νομίμως ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, δημοτικής, κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, τα έγγραφα δε που εκδίδονται από τον έχοντα την ιδιότητα αυτή, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, είναι δημόσια έγγραφα κατά την έννοια των ανωτέρω άρθρων 13 στοιχ. γ' ΠΚ και 438 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, με το ΠΔ 226/1992, που εκδόθηκε κατά την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 75 του Ν.1969/1991, συστήθηκε Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών (Σ.Ο.Ε.), το οποίο αποτελείται από ανεξάρτητους επαγγελματίες Ελεγκτές, εγγραφόμενους σε ειδικό Μητρώο (στο οποίο εγγράφονται, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 75, και οι ήδη υπηρετούντες ορκωτοί λογιστές του Ν.Δ. 3329/1955), σκοπός του οποίου είναι η άσκηση του ελέγχου της οικονομικής διαχειρίσεως των πάσης φύσεως δημοσίων και ιδιωτικών οργανισμών και επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως της νομικής τους μορφής (ιδρύματος, εταιρίας ή άλλου νομικού προσώπου), από πρόσωπα με ηυξημένα επαγγελματικά προσόντα. Κατά το άρθρο 36 παρ.1, 3 του Ν.2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών, οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ανωνύμων εταιριών, όταν οι εταιρίες αυτές υπερβαίνουν τα δύο από τα τρία αριθμητικά όρια των κριτηρίων της παρ. 6 του άρθρου 42Α του ίδιου Νόμου (όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος), ελέγχονται από ορκωτούς ελεγκτές - λογιστές, που διορίζονται από τη γενική συνέλευση της εταιρίας, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1δ' του ανωτέρω ΠΔ 226/1992, χρησιμοποιούνται στην περίπτωση των εν λόγω εταιριών υποχρεωτικά για τον έλεγχο αυτό, ως αποκλειστικά προς τούτο αρμόδιοι. Κατά δε το άρθρο 40Β παρ. 5 του Ν.2190.1920, οι ελεγκτές των ανωνύμων εταιριών θεωρούνται κατά την άσκηση του ελέγχου ως δημόσιοι υπάλληλοι. Η ιδιότητα αυτή των ελεγκτών των ανωνύμων εταιριών υφίσταται τόσον όταν χρησιμοποιούνται υποχρεωτικά, όπως κατά το ανωτέρω άρθρο 36 του Ν.2190/1920, όσον και όταν προαιρετικά ανατίθεται σ'αυτούς τέτοιος έλεγχος (επί εταιριών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 42Α του Ν.2190/1920), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 36 Α παρ. 1, 3 και 4 του ίδιου Νόμου. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που εκδίδεται κατά παραδοχήν εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος κατά πρωτοδίκου απαλλακτικού βουλεύματος, έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Τέλος, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή του έννοια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη υπόθεση. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 492/2007 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε έκρινε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών εσφαλμένα αποφάνθηκε, με το 807/2001 βούλευμά του, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων, ήδη αναιρεσειόντων, για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις. Ακολούθως, δέχθηκε κατ' ουσίαν τη 210/2.3.2001 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ κατά του πρωτοδίκου απαλλακτικού βουλεύματος, εξαφάνισε το βούλευμα αυτό και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν 1) ο Χ4 για ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθεμίτου οφέλους που υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. από κάθε μερικότερη πράξη, 2) ο Χ3 για άμεση συνέργεια κατ' εξακολούθηση σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθεμίτου οφέλους που υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. από κάθε μερικότερη πράξη και 3) οι Χ1 και Χ2 για ηθική αυτουργία, από κοινού, στις πράξεις των Χ4 και Χ3, με σκοπό προσπορισμού στους εαυτούς τους παρανόμου οφέλους, που υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. από κάθε μερικότερη πράξη. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε, αφού παρέθεσε νομικές σκέψεις όμοιες με τις προπαρατεθείσες (πλην άλλων), ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1.6.1989 απεβίωσε σε αυτοκινητικό ατύχημα ο ΑΑ, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ", που αποτελούσε στην ουσία οικογενειακή επιχείρηση, στην οποία συμμετείχε αυτός μεν κατά ποσοστό 67,98% κατά το υπόλοιπο δε 32,02% η αδελφή του, εκκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα, Ψ. Η εταιρία αυτή είχε ως αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών ψύξεως προϊόντων ή διατηρήσεως προϊόντων, με την πάροδο δε του χρόνου εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες των Βαλκανίων στο είδος αυτό των υπηρεσιών, διαθέτουσα σημαντική ακίνητη περιουσία με οικόπεδο και εργοστάσιο στην περιοχή του ... (οδός ... αρ. ...) και ετήσιο κύκλο εργασιών πλέον των 500.000.000 δρχ. Ο ΑΑ ήταν σύζυγος της κατηγορουμένης Χ1 με την οποία ωστόσο είχε διαζευχθεί από το έτος 1988. Από το γάμο τους είχαν αποκτήσει τρία τέκνα, τον ΒΒ, τον Χ2 (κατηγορούμενο) και τον ΓΓ που ήταν και οι τρεις ανήλικοι κατά το χρόνο του θανάτου του. Αλλά από τη σχέση του με τη ΔΔ είχε αποκτήσει και ένα εκτός γάμου τέκνο, την άλλη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα, Ω, την οποία είχε αναγνωρίσει ως δικό του τέκνο. Μετά το θάνατο του ΑΑ, το μερίδιό του στην πιο πάνω εταιρία περιήλθε στα τέσσερα ανήλικα τέκνα του και έτσι το ποσοστό των τέκνων αυτού από το γάμο του με την Χ1διαμορφώθηκε σε 50,98% ενώ αυτό της αδελφής του Ψ και του εκτός γάμου τέκνου του, Ω σε 49,02%. Μετά το θάνατο του ΑΑ στη διαχείριση της εταιρίας κλήθηκε η πρώην σύζυγος του Χ1 και μητέρα των τριών ως άνω ανηλίκων τέκνων, η οποία από τον Ιούνιο του έτους 1990 εκλέχθηκε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με ευρείες εξουσίες να ενεργεί υλικές και νομικές πράξεις και έκτοτε άσκησε ουσιαστικά τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων της εταιρίας με πρόσωπα δικής της επιλογής. Στις 18.10.1990, μετά την ενηλικίωση του ΒΒ ανατέθηκαν σ' αυτόν με πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας καθήκοντα βοηθού Γενικού Διευθυντή, ενώ με τον ίδιο τρόπο έγινε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και αναπληρωτής Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας στις 22.7.1992 και ο αδελφός του Χ2 (κατηγορούμενος), οι οποίοι λόγω των σπουδών τους, τουλάχιστον κατά το αρχικό χρονικό στάδιο της εισόδου τους στο Διοικητικό Συμβούλιο περιορίστηκαν σε τυπική συμμετοχή χωρίς ενεργό ανάμειξη στη διαχείριση των εταιρικών πραγμάτων, την οποία ουσιαστικά και αποκλειστικά είχε η μητέρα τους και κατηγορουμένη Χ1. Οι σχέσεις μεταξύ των μετόχων της πλειοψηφίας και εκείνων της μειοψηφίας μετά το θάνατο του ΑΑ δεν ήταν καθόλου αρμονικές, δεδομένου ότι η κατηγορουμένη Χ1, εκπροσωπώντας τα ποσοστά των τριών ανηλίκων τέκνων της είχε αντιτιθέμενα συμφέροντα προς εκείνα των μηνυτριών - πολιτικώς εναγουσών (Ψ και Ω, νομίμως εκπροσωπούμενης από τη μητέρα της, ΔΔ), τις οποίες ουσιαστικά είχε αποκλείσει από κάθε πρόσβαση και κάθε έλεγχο στις εταιρικές υποθέσεις, αρνούμενη να τους δώσει οποιαδήποτε πληροφορία ή ενημέρωση για την πορεία των εργασιών της εταιρίας. Εξαιτίας της αρνήσεως αυτής δημιουργήθηκαν δικαστικές διενέξεις και αμφισβητήσεις σχετικές με τον τρόπο της διοικήσεως της εταιρίας και διαχειρίσεως της περιουσίας της, αφενός μεν μεταξύ αυτής και των τέκνων της (Χ2 και ΒΒ), αφετέρου δε των μετόχων της μειοψηφίας, οι οποίες (διενέξεις) συνεχίζονται μέχρι σήμερα στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια. Περαιτέρω προέκυψε ότι περί το μήνα Μάρτιο του 1993 περιήλθαν στην κατοχή των μετόχων της μειοψηφίας τα "δεύτερα" βιβλία που ετηρούντο στην εταιρία (τα αποκαλούμενα και "μαύρα") τα οποία συνέτασσε η ταμίας της εταιρίας, ΕΕ (η οποία απολύθηκε στις 18.1.1996) με βάση τις οδηγίες και υποδείξεις της κατηγορουμένης Χ1, που είχε ουσιαστικά τη διαχείριση της εταιρίας από το έτος 1990, όπως προαναφέρθηκε. Από τις εγγραφές στα βιβλία αυτά προέκυψε ότι για την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών της Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου Χ1και των τέκνων της, μετόχων της πλειοψηφίας (δαπάνες για μισθώματα κατοικιών, για μισθούς υπηρετικού προσωπικού, για ταξίδια αναψυχής, προσωπικά ασφαλιστήρια συμβόλαια κλπ) γίνονταν αναλήψεις από το Ταμείο της εταιρίας και τα ποσά που αναλαμβάνονταν, για να υπάρχει λογιστική (ταμειακή) τακτοποίηση του ανοίγματος, καταχωρούνταν στα επίσημα βιβλία της εταιρίας είτε με τη μορφή πληρωτέων τραπεζικών επιταγών είτε ως δήθεν καταβολές για την εξόφληση εικονικών τιμολογίων προς τρίτους. Όλες οι αναλήψεις αυτές για τις οποίες και εκδίδονταν εικονικές αποδείξεις πληρωμής καταχωρούνταν στα επίσημα βιβλία της εταιρίας ως έξοδα αυτής. Ειδικότερα προέκυψε ότι στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας κατά τις χρήσεις των ετών 1991-1994 είχαν καταχωρισθεί τα παρακάτω αναφερόμενα εικονικά τιμολόγια συνολικού ποσού καθαρής αξίας 1.960.381.019 δρχ. (χρήση 1991 ποσού 238.048.729 δρχ., χρήση 1992 ποσού 453.821.492 δρχ., χρήση 1993 ποσού 486.536.290 δρχ., χρήση 1994 ποσού 781.974.508.
Α) ΧΡΗΣΗ 1991 Α/Α ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ ΑΞΙΑ
1. ... 24.865.500 δρχ.
2."... ΟΕ" 2.200.000 "
3. ... 58.956.662 "
4. ... 4.000.000 "
5. "... ΕΠΕ" 7.740.350 "
6. ... 5.650.000 "
7. ... 104.589.217 "
8. ... 2.100.000 "
9. ... 9.400.000 "
10. ... 6.594.000 "
11. "... & ΣΙΑ ΕΕ" 9.563.000 "
12. ...1.550.000 "
13. ... 840.000 "
ΣΥΝΟΛΟ 238.048.729 δρχ.
Β. ΧΡΗΣΗ 1992 A/A ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ ΑΞΙΑ
1. ... 121.746.780 δρχ.
2. ... 275.677.288 "
3. "..." 8.123.000 "
4. ... 15.000.000 "
5. ... ΕΠΕ 7.600.000 "
6. ... 15.702.085 "
7. ... 1.700.000 "
8. ... 1.020.339 "
9. ... 1.000.000 "
10. ... 2.652.000 "
11. "... ΟΕ" 3.500.000 "
ΣΥΝΟΛΟ 453.821.492 "
Γ) ΧΡΗΣΗ 1993 Α/Α. ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ ΑΞΙΑ
1. ... 224.650.804 δρχ.
2. ... 45.440.760 "
3. "..." 10.938.360 "
4. ... 11.714.707 "
6. ... 5.000.000 "
7. ... 18.500.000 "
8. ... 1.848.000 "
9. "... ΑΒΕΤΞΟΕ" 6.000.000 "
10. ... 6.371.715 "
11. "... ΑΕ" 16.800.000 "
12. "... ΟΕ" 22.868.808 "
13. "..." 68.210.000 "
14. "... ΟΕ" 6.975.000 "
15. "... ΟΕ" 28.566.537 "
16. ... 5.536.599 "
17. ... 5.055.000 "
ΣΥΝΟΛΟ 486.536.290 δρχ.
Δ) ΧΡΗΣΗ 1994 Α/Α ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ ΑΞΙΑ
1. ... 293.730.853 δρχ.
2. ... 230.095.500 "
3. ... 77.984.000 "
4. ... ΕΠΕ 45.566.700 "
5. ... ABEE 46.714.407 "
6. ... 18.720.000 "
7. "..." 5.704.125 "
8. ... 11.253.823 "
9. ... 5.553.500 "
10. ... 12.270.000 "
11. ... 24.740.000 "
12. "... & ΣΙΑ ΕΕ" 5.011.600 "
13. ... 3.150.000 "
14. ... 1.480.000 "
ΣΥΝΟΛΟ 781.974.508 "
Οι εκ των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 ισχυρίζονται ότι τα "δεύτερα" βιβλία της εταιρίας τηρούσε εν αγνοία τους η ταμίας ΕΕ, η οποία μαζί με τα στελέχη της εταιρίας ΣΤ και ΖΖ, εκμεταλλευόμενοι την απειρία τους, εξέδιδαν εικονικά τιμολόγια ή πλαστά προς ίδιον όφελος. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 413/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απηλλάγησαν οι ΣΤ, ΖΖ και ΕΕ των κατηγοριών της κακουργηματικής απάτης και της υπεξαιρέσεως, που είχαν απαγγελθεί εναντίον τους κατόπιν μηνύσεως της κατηγορουμένης Χ1, κρίθηκε ότι η τελευταία προέβαινε σε αυθαίρετες αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών από το ταμείο της εταιρίας για την κάλυψη προσωπικών αναγκών της ίδιας και των τέκνων της, ότι για την ταμειακή τακτοποίηση αυτών (αναλήψεων) προσκομίζονταν από την ίδια κατά το χρονικό διάστημα 1991-1994 εικονικά τιμολόγια αγορών, δήθεν προμηθευτών της εταιρίας και ότι για την λογιστική παρακολούθηση της εν λόγω παράνομης δραστηριότητάς της ετηρούντο από την ταμία ΕΕ ανεπίσημα βιβλία (αποκαλούμενα ως "μαύρα") κατ' εντολήν αυτής, διότι ήλεγχε καθ' ολοκληρίαν την εταιρία από το έτος 1990, στα οποία και καταχωρούντο οι αναλήψεις χρημάτων εκ μέρους της. Επίσης οι ίδιοι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το ποσό του 1.960.381.019 δραχμών των προαναφερθέντων τιμολογίων το διέθεσαν για την πληρωμή πραγματικών εταιρικών οφειλών προς τρίτους μεταξύ των οποίων και πληρωμή τοκογλυφικών δανείων που είχαν συναφθεί για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων της εταιρίας. 'Ομως και ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως αβάσιμος, διότι δεν προσδιορίζουν το είδος και το ύψος των εταιρικών οφειλών αυτής και τους τρίτους προς τους οποίους, κατά τους ισχυρισμούς τους, καταβλήθηκαν τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, ούτε αναφέρουν πότε συνήφθηκαν τα επικαλούμενα τοκογλυφικά δάνεια και το ύψος του ποσού που αφορούσε το καθένα. Επίσης δεν διευκρινίζουν για ποιό λόγο, ενώ μέρος του παραπάνω ποσού διατέθηκε, όπως ισχυρίζονται, για την κάλυψη πραγματικών οφειλών της εταιρίας, η εκταμίευση τούτου έγινε με τη λήψη και την καταχώρηση εικονικών τιμολογίων. Πέραν τούτου, αν πράγματι είχαν συναφθεί τοκογλυφικά δάνεια, έπρεπε τα ποσά αυτών να εμφανίζονται ως έσοδα στα βιβλία ταμείου της εταιρίας, πράγμα που δεν προέκυψε ότι έλαβε χώρα στην εξεταζόμενη περίπτωση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εταιρία "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ", κατά τους κρίσιμους εν προκειμένω χρόνους, είχε τεράστια κέρδη και συνεπώς δεν υπήρχε ανάγκη να καταφύγει σε δανεισμό (πέραν των Τραπεζών) τοκογλυφικό. Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι από το έτος 1994 ο κατηγορούμενος Χ4, που είχε οριστεί με αποφάσεις των Τακτικών Γενικών Συνελεύσεων της εταιρίας "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ" Ορκωτός Ελεγκτής αυτής, είχε διαπιστώσει ότι στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας είχαν καταχωρισθεί τα προαναφερθέντα εικονικά τιμολόγια των ψευδοπρομηθευτών της για ανύπαρκτες συναλλαγές, συνολικού ποσού 1.960.381.019 δρχ. (των εταιρικών χρήσεων 1991, 1992, 1993 και 1994). Προς τούτο είχε συντάξει με εντολή της κατηγορουμένης Χ1, ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, με αφορμή κατάσχεση τιμολογίων της εταιρίας από την ΥΠΕΔΑ, την από 6.9.1995 έκθεση ελέγχου με τον τίτλο "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩΝ ΜΕ ΕΙΚΟΝΙΚΑ Η' ΠΛΑΣΤΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ", στην οποία είχε επισυνάψει σχετική κατάσταση ανά έτος. Ο κατηγορούμενος αυτός, που, όπως έχει εκτεθεί, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, είχε την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και είχε υποχρέωση να ελέγξει την ακρίβεια των στοιχείων που είχαν καταχωρισθεί στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας και μόνο εάν αυτά ήταν ακριβή να πιστοποιήσει ότι οι ισολογισμοί είχαν συνταχθεί ορθά, εξέδωσε στις 23.5.1995, 16.5.1996, 2.6.1997, 25.5.1998 και 26.5.1999 πιστοποιητικά ελέγχου, στα οποία ψευδώς βεβαίωσε ότι οι ισολογισμοί των ετών 1994, 1995, 1996, 1997 και 1998 αντιστοίχως, που συντάχθηκαν κατ' εντολή της κατηγορουμένης Χ1 από τον εκάστοτε Προϊστάμενο του Λογιστηρίου (τον ΗΗ ο πρώτος και ο δεύτερος και τον κατηγορούμενο Χ3 οι λοιποί) και προσυπογράφηκαν από τον ίδιο (Χ4), από την Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας (κατηγορουμένη Χ1) και από ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (τον ΘΘ ο πρώτος, τον κατηγορούμενο Χ2 ο δεύτερος και ο τρίτος- στον δεύτερο υπογράφει ως Αναπληρωτής Πρόεδρος του Δ.Σ. - και τον ΒΒ οι λοιποί), ήταν ακριβείς και είχαν συνταχθεί νόμιμα, ενώ το αληθές ήταν ότι οι εν λόγω ισολογισμοί δεν είχαν συνταχθεί νόμιμα διότι α) είχαν επιβαρυνθεί με τις ανύπαρκτες δαπάνες που αποτελούσαν τα ποσά των προαναφερθέντων εικονικών τιμολογίων που είχαν καταχωρισθεί στα βιβλία της εταιρίας, καθαρής αξίας 1.960.381.019 δρχ. (μετά του ΦΠΑ 2.313.249.000 δρχ.) που επηρέαζαν, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, τους ισολογισμούς των ετών 1994 και 1995 και αυτούς των επομένων ετών και β) στους ισολογισμούς αυτούς αναγράφονταν ποσά ζημιών προηγουμένων χρήσεων, προερχόμενα από τα παραπάνω εικονικά τιμολόγια καθώς και αποσβέσεις επί εικονικών επενδύσεων που οφείλονταν σε εικονικά τιμολόγια. Ο κατηγορούμενος Χ4, ως εκ της θέσεως του, είχε άμεση συνεργασία με τους συγκατηγορουμένους του και μολονότι γνώριζε ότι όλες οι αναφερόμενες στους παραπάνω ισολογισμούς ζημίες δεν ήταν πραγματικές, αλλά εικονικές και εμφανίζονταν στους ισολογισμούς επειδή προηγουμένως, κατά τα έτη 1991-1994, είχαν καταχωρισθεί στα βιβλία της εταιρίας τα προαναφερθέντα εικονικά τιμολόγια των ψευδοπρομηθευτών που ο ίδιος είχε διαπιστώσει και αναγράψει στην από 6.98.1995 έκθεση του, συνολικού ποσού 1.960.381.019 δραχμών, παρά ταύτα βεβαίωσε ψευδώς με τα παραπάνω πέντε (5) πιστοποιητικά του ότι οι ισολογισμοί έχουν συνταχθεί νόμιμα. Σκόπευε δε με την πράξη του αυτή να προσπορίσει στους συγκατηγορουμένους του Χ1, Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και μητέρα των μετόχων της πλειοψηφίας και Χ2, υιό αυτής και μέτοχο της εταιρίας αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές τόσο συνολικά όσο και με καθένα, από τα πιστοποιητικά του, όπως παρακάτω αναφέρεται, με βλάβη των μετόχων της μειοψηφίας αντίστοιχη προς το ποσοστό τους.
Ειδικότερα: α) Με το πιστοποιητικό της 23.5.1995 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο ισολογισμός της 31.12.1994 είχε συνταχθεί νόμιμα, παρά το γεγονός ότι στα βιβλία της εταιρίας από 1.1.1994 - 31.12.1994 είχαν καταχωρισθεί, κατά τα προαναφερθέντα, εικονικά τιμολόγια συνολικού ποσού 781.974.508 δρχ. και μαζί με τον ΦΠΑ ποσού 922.650.994 δραχμών και αντί κερδών αναγράφονταν στον ισολογισμό αυτό ζημίες 82.707.098 δραχμές β) Με το πιστοποιητικό της 16.5.1996 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο ισολογισμός της 31.12.1995 είχε συνταχθεί νόμιμα, παρά το γεγονός ότι στα βιβλία της εταιρίας από 10.1.1995 μέχρι 22.3.1995 είχαν καταχωρισθεί εικονικά τιμολόγια συνολικού ποσού 207.000.000 δραχμών και αντί κερδών αναγράφονταν στον ισολογισμό αυτό 1) "ζημίες προηγουμένης χρήσεως 82.707.098 δρχ." που ήταν εικονικές, προερχόμενες από καταχωρημένα στα βιβλία της εταιρίας εικονικά τιμολόγια και 2) "ζημίες εις νέον 146.685.004 δρχ." που επίσης ήταν εικονικές, προερχόμενες από τα καταχωρημένα στα βιβλία της εταιρίας προαναφερθέντα εικονικά τιμολόγια. γ) Με το πιστοποιητικό της 2.6.1997 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο ισολογισμός της 31.12.1996 είχε συνταχθεί νόμιμα, διότι αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών στον ισολογισμό αυτό αναγράφονταν 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 202.264, 12 δρχ." και 2) "ζημίες εις νέον 236.604.446 δρχ." που ήταν εικονικές, προερχόμενες από τα καταχωρημένα στα βιβλία της εταιρίας προαναφερθέντα ποσά εικονικών τιμολογίων, δ) Με το πιστοποιητικό της 25.5.1998 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο ισολογισμός της 31.12.1997 είχε συνταχθεί νόμιμα, διότι αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών στον ισολογισμό αυτό αναγράφονταν 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 236.604.446 δρχ." και 2) "ζημίες εις νέον 62.127.577 δρχ." που ήταν εικονικές προερχόμενες από τα καταχωρημένα στα βιβλία της εταιρίας προαναφερθέντα ποσά εικονικών τιμολογίων και ε) Με το πιστοποιητικό της 26.5.1999 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο ισολογισμός της 31.12.1998 είχε συνταχθεί νόμιμα, διότι αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών στον ισολογισμό αυτό αναγράφονταν 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 62.127.577 δρχ." και 2) "ζημίες εις νέον 90.986.925 δρχ." που ήταν εικονικές, προερχόμενες από τα καταχωρημένα στα βιβλία της εταιρίας προαναφερθέντα ποσά εικονικών τιμολογίων. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ3 που από 5.11.1996 ήταν Προϊστάμενος του Λογιστηρίου της εταιρίας "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ" συνέταξε κατ' εντολή της συγκατηγορουμένης του Χ1 τους ισολογισμούς αυτής των ετών 1996, 1997 και 1998, στους οποίους ανέγραψε εν γνώσει του ψευδώς "ζημίες προηγουμένων ετών", οι οποίες δεν ήταν πραγματικές αλλά εικονικές, διότι προέρχονταν από τα προαναφερθέντα εικονικά τιμολόγια των ετών 1991-1994, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται και οι ισολογισμοί των ετών 1996, 1997 και 1998, τους οποίους και προσυπέγραψε (μαζί με τους συγκατηγορουμένους του), παρότι γνώριζε λόγω της νευραλγικής θέσεως του στην εταιρία και της άμεσης συνεργασίας του με τους διοικούντες αυτήν, την ύπαρξη των εικονικών τιμολογίων που προαναφέρθηκαν, ύψους 1.960.381.019 δραχμών. Ειδικότερα α) Στον ισολογισμό της 31.12.1996 αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών ανέγραψε 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 202.264, 12 δρχ." και 2) "ζημίες εις νέον 236.604.446 δρχ." β) Στον ισολογισμό της 31.12.1997 αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών ανέγραψε: 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 236.604.446 δρχ." και 2) "ζημίες εις νέον 62.127.577 δρχ." και γ) Στον ισολογισμό της 31.12.1998, αντί των πραγματοποιηθέντων κερδών ανέγραψε 1) "Υπόλοιπο ζημιών προηγουμένης χρήσεως 62.127.577 δρχ." και 2) "ζημίες εις νέον 90.986.925 δρχ.". Κατ' αυτόν τον τρόπο ο εν λόγω κατηγορούμενος παρέσχε με πρόθεση στον συγκατηγορούμενό του, Χ4 την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως (ψευδούς βεβαιώσεως).
Ειδικότερα η πράξη του αυτή συνδέεται αμέσως προς την πράξη του συγκατηγορουμένου του Χ4 και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η τέλεση της αξιόποινης πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, αφού τα πιστοποιητικά ελέγχου των εταιρικών χρήσεων των ετών 1996, 1997 και 1998 που συνέταξε ο συγκατηγορουμένους του, Χ4 και τα οποία, όπως προέκυψε ήταν ψευδή, τα συνέταξε με βάση τους ψευδείς ισολογισμούς των αντιστοίχων ετών που συνέταξε και υπέγραψε αυτός (Χ3). Σκόπευε δε με την πράξη του αυτή να προσπορίσει στους συγκατηγορουμένους του, Χ1, και Χ2, Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και μέτοχο αντίστοιχα της ως άνω εταιρίας αθέμιτο όφελος πολλαπλάσιο των 25.000.000 δραχμών κάθε φορά (5.3.1997, 5.3.1998, και 5.3.1999) και τουλάχιστον ίσο προς τα εκτεθέντα ανωτέρω για κάθε ισολογισμό χρηματικά ποσά ζημιών, με βλάβη των μετόχων της μειοψηφίας αντίστοιχη με το ποσοστό τους. Τέλος, από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, κατόπιν συναποφάσεως και προκειμένου να επιβαρύνουν τα αποτελέσματα της εταιρίας "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ", την οποία διοικούσαν, με ανύπαρκτες δαπάνες για να φαλκιδεύσουν τα δικαιώματα των μετόχων - της μειοψηφίας, προς ίδιον όφελος, προκάλεσαν με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα στους συγκατηγορουμένους τους Χ4 και Χ3 την απόφαση να εκτελέσουν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις τους (κακουργηματική ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση και άμεση συνέργεια σ' αυτήν). Συγκεκριμένα στον Χ4 Ορκωτό Ελεγκτή της εταιρίας προκάλεσαν την απόφαση να προβεί στις ψευδείς βεβαιώσεις τις αναγραφόμενες στα από 23.5.1995, 16.5.1996, 2.6.1997, 25.5.1998 και 26.5.1999 πιστοποιητικά ελέγχου που συνέταξε, σύμφωνα με τις οποίες οι ισολογισμοί των αντιστοίχων ετών είχαν συνταχθεί νόμιμα, με σκοπό να προσπορίσουν στους εαυτούς τους αθέμιτο όφελος πολλαπλάσιο των 25.000.000 δραχμών για καθένα από τα προαναφερθέντα πιστοποιητικά ελέγχου και τουλάχιστον ίσο προς τα εκτεθέντα ανωτέρω για το καθένα χρηματικά ποσά ζημιών και β) στον Χ3, Προϊστάμενο του Λογιστηρίου, προκάλεσαν την απόφαση να συντάξει και προσυπογράψει για τα έτη 1996, 1997 και 1998 ψευδείς ισολογισμούς, αναγράφοντας σ' αυτούς "ζημίες προηγουμένων ετών" που όπως προαναφέρθηκε ήταν εικονικές, διότι προέρχονταν από τα μνημονευόμενα εικονικά τιμολόγια των ετών 1991-1994, με σκοπό να προσπορίσουν στους εαυτούς τους παράνομο όφελος πολλαπλάσιο των 25.000.000 δραχμών από κάθε ισολογισμό (1996, 1997 και 1998) και τουλάχιστον ίσο προς τα εκτεθέντα ανωτέρω, για καθένα από τους ισολογισμούς αυτούς, χρηματικά ποσά ζημιών. Ο δόλος των εν λόγω κατηγορουμένων συνάγεται από το γεγονός ότι αυτοί δεν αποστασιοποιούνται ούτε μετά τη Γενική Συνέλευση της 21.7.1995 στην οποία είχε παραστεί και ο συγκατηγορούμενός του, Χ4, και έλαβε επισήμως γνώση της υπάρξεως των "δεύτερων βιβλίων της εταιρίας αλλά και των πλαστών και εικονικών τιμολογίων. Ο εκ των κατηγορουμένων Χ2, αρνούμενος την κατηγορία, επικαλείται άγνοια και το νεαρό της ηλικίας του, ισχυρίζεται δε ότι από το τέλος του έτους 1996 αποχώρησε ουσιαστικά από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας από το οποίο και παραιτήθηκε και τυπικά στις 9.1.1997, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ... πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Όμως, η παρουσία αυτού και της μητέρας του Χ1 (συγκατηγορουμένης) στη Γενική Συνέλευση της 21.7.1995 και η μη καταψήφιση της απαλλαγής του κατηγορουμένου Χ4 (Ορκωτού Ελεγκτή) από κάθε ευθύνη αποζημιώσεως της εταιρίας για τις οικονομικές καταστάσεις και τη διαχείριση της εταιρικής χρήσεως από 1.1.1994 - 31.12.1994, υποδηλώνει τη βούληση τους να τον προτρέψουν στη σύνταξη των μετέπειτα ψευδών πιστοποιητικών προς ίδιον ασφαλώς όφελος. Το γεγονός δε της παραιτήσεώς του από το Διοικητικό Συμβούλιο δεν ασκεί επιρροή ούτε και για τον μετά την παραίτησή του χρόνο, αφού αυτός εξακολούθησε να παραμένει μέτοχος της εταιρίας και μάλιστα με το αυτό ποσοστό. Κατ' ακολουθίαν ...". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα σε σχέση με τους αναιρεσείοντες Χ4 και Χ3, οι οποίοι και πλήττουν το εν λόγω βούλευμα με συναφή λόγο αναιρέσεως, αφού εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα συλλεγέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων, για τις οποίες κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι κατηγορούμενοι και ιδίως οι ως άνω δύο αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 1, 3, και 46 παρ. 1 περ. α' και β', που εφήρμοσε. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις των ανωτέρω δύο αναιρεσειόντων περί ελλείψεως αιτιολογίας λόγω αντιφατικών παραδοχών του βουλεύματος, λεκτέα τα εξής: α) δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής, αφενός, ότι ο κατηγορούμενος Χ4 είχε διαπιστώσει την καταχώρηση των εικονικών τιμολογίων στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας και είχε συντάξει σχετικώς έκθεση από 6.9.1995 και της παραδοχής, αφετέρου, ότι με τα επίμαχα πέντε πιστοποιητικά βεβαίωσε ψευδώς ότι οι ισολογισμοί, που αυτά αφορούν, ήταν ακριβείς και είχαν συνταχθεί νόμιμα, πολύ περισσότερο αφού δεν δέχεται συγχρόνως το Συμβούλιο ότι στα πιστοποιητικά αυτά εικονίζετο η κατάσταση που, κατά τα ανωτέρω, είχε αυτός διαπιστώσει, β) δεν είναι αντιφατική η παραδοχή του Συμβουλίου ότι ο χρόνος τελέσεως της μιας μερικότερης πράξεως του κατηγορουμένου Χ4 (23.5.1995) είναι προγενέστερος της ανωτέρω από 6.9.1995 εκθέσεως ελέγχου του ίδιου, καθόσον η (ισχυριζόμενη) αλήθεια των αναφερομένων στο δεύτερο έγγραφο, δεν αποκλείει το ψευδές του πρώτου εγγράφου, το οποίο (ψευδές) επιβεβαιώνεται, αντιθέτως, από το δεύτερο έγγραφο, γ) η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ3 ότι η παραπομπή του ως συντάξαντος τους ισολογισμούς ενέχει αντίφαση προς τις παραδοχές του σκεπτικού του βουλεύματος ότι είχε άμεση συνδρομή στις ψευδείς βεβαιώσεις που φέρεται ότι τέλεσε ο Χ4, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ο εν λόγω αναιρεσείων, κατά τα δεκτά γενόμενα από το Συμβούλιο Εφετών, δεν παραπέμπεται ως συντάξας τους ψευδείς ισολογισμούς, αλλά ως συνεργός του Χ4, δια της συντάξεως των ισολογισμών αυτών και δ) η παραδοχή, ως χρόνων συντάξεως των ψευδών ισολογισμών, χρόνων διαφορετικών (προγενέστερων) από εκείνους των αντίστοιχων ψευδών βεβαιώσεων δεν καθιστά αντιφατική των αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος, αφού, κατά τα ως άνω δεκτά γενόμενα από το Συμβούλιο Εφετών, η δια των ισολογισμών αυτών συνδρομή από τον Χ3 προς το Χ4 παρασχέθηκε κατά την εκτέλεση και στη διάρκεια εκτελέσεως των πράξεων (ψευδών βεβαιώσεων) του δεύτερου, η οποία δεν απεκλείετο από τη χρονική αυτή διαφορά. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε, κατά τα προεκτεθέντα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 242 και 46 παρ. 1 ΠΚ, σε συνδυασμό προς τις προαναφερθείσες του Ν.2190/1920, τις οποίες δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ενώ, εξάλλου, άνευ ανάγκης επεκτάθηκε στην ερμηνεία διατάξεων του καταστάντος άνευ αντικειμένου, μετά την ανωτέρω σύσταση του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών, Ν.Δ. 3329/1955 περί Ορκωτών Λογιστών. Ειδικότερα, ορθώς δέχθηκε την ιδιότητα του αναιρεσείοντος Χ4 ως δημοσίου υπαλλήλου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ορκωτού ελεγκτή της "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ" και ότι τα επίμαχα πέντε πιστοποιητικά, που αυτός συνέταξε, είναι δημόσια έγγραφα, συνταγέντα από αρμόδιο υπάλληλο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ, τα οποία, εξάλλου, ως συνοδεύοντα κατά νόμον τον κατά περίπτωση ισολογισμό της Α.Ε., προορίζονται ως εκ τούτου για εξωτερική κυκλοφορία, με βάση δε αυτά οι μέτοχοι της εταιρίας ελέγχουν την περιουσιακή της κατάσταση. Επομένως, οι αντίθετοι προς τ' ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως και δη της αιτήσεως των Χ4 και Χ3, περί ελλείψεως αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος, ως προς αυτούς, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ και αμφοτέρων των αιτήσεων, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι ίδιοι, εξάλλου, λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως των Χ4 και Χ3, κατά το μέρος που αναφέρονται αποκλειστικά στους ηθικούς αυτουργούς Χ1 και Χ2, προβάλλονται απαραδέκτως, χωρίς, άλλωστε, έννομο συμφέρον. Φαινόμενη συρροή εγκλημάτων ή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι περί συρροής εγκλημάτων διατάξεις του άρθρου 94 ΠΚ, υπάρχει όταν η αξιόποινη πράξη υπόκειται, εκ πρώτης όψεως, σε περισσότερους ποινικούς νόμους, πλην, όμως, από τη λογική και αξιολογική σχέση μεταξύ τους προκύπτει ότι τελικά ένας από αυτούς είναι εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο οποίος έτσι αποκλείει την εφαρμογή των λοιπών, οι οποίοι μόνον φαινομενικά συρρέουν. Τούτο συμβαίνει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν οι περισσότεροι νόμοι, που καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση (αντικειμενική και υποκειμενική) της πράξεως, τελούν μεταξύ τους σε σχέση ειδικού προς γενικό, οπότε, κατά την αρχή της ειδικότητας και εφόσον ο ειδικός νόμος δεν έχει ρήτρα επικουρικότητας, κατισχύει πάντοτε ο ειδικός. Αν, όμως, προσβάλλονται με την εγκληματική πράξη διαφορετικά έννομα αγαθά, που προστατεύονται από διαφορετικούς νόμους, υπάρχει αληθής συρροή εγκλημάτων (Ολ.ΑΠ 179 και 180/1990). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 63Β' του Ν.2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ΠΔ 498/1987 και με το άρθρο 15 του Ν.2339/1995 "ελεγκτές ανωνύμων εταιριών του άρθρου 36, καθώς και τα πρόσωπα του άρθρου 42Α παρ. 5 (εννοούνται Πρόεδρος Δ.Σ., Διευθύνων ή Εντεταλμένος Σύμβουλος, Υπεύθυνος Λογιστηρίου), αν από αμέλεια θεώρησαν ως νομίμως έχοντα ισολογισμό που καταρτίσθηκε παρά τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι τριών μηνών και με χρηματική ποινή μέχρι 300.000 δρχ. ή με μία από τις ποινές αυτές. Σε περίπτωση, όμως, δόλου τιμωρούνται με τις ποινές του άρθρου 57". Από την αντιπαραβολή της διατάξεως αυτής και εκείνης του ανωτέρω άρθρου 242 παρ. 1, 3 ΠΚ, προκύπτει ότι η πρώτη δεν είναι ειδική απέναντι στη δεύτερη, διότι υπάρχει διαφορά προστατευομένου από την καθεμία εννόμου αγαθού, αφού με την πρώτη, που μάλιστα δεν καλύπτει την όλη απαξία και υπόσταση της ψευδούς βεβαιώσεως, σκοπείται η προστασία των μετόχων και των λοιπών δανειστών της εταιρίας, δια της ακριβούς αποτυπώσεως στον ισολογισμό των οικονομικών μεγεθών της εταιρίας και όχι η εμπιστοσύνη στην υποχρέωση αλήθειας των υπαλλήλων που εκδίδουν δημόσια έγγραφα, την οποία προστατεύει το άρθρο 242 ΠΚ. Επομένως, το Συμβούλιο των Εφετών, που δέχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει αληθής και όχι φαινομένη συρροή του πλημμελήματος της παραβάσεως του άρθρου 63Β του Ν.2190/1920 και της ψευδούς βεβαιώσεως του άρθρου 242 ΠΚ, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές και εκείνη του άρθρου 94 ΠΚ και ο περί του αντιθέτου τελευταίος λόγος της αιτήσεως των Χ1 και Χ2 είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμον όροι (Ολ.ΑΠ 3/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του πρώτου λόγου αναιρέσεως των ανωτέρω συνεκδικαζομένων αιτήσεων, για υπέρβαση της εξουσίας του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, προκύπτουν τα εξής: Με το 1221/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η 210/2.3.2001 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ κατά του 807/2001 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εξαφανίσθηκε το πρωτόδικο βούλευμα και παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι 1) ο Χ4 ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθέμιτου οφέλους άνω των 25.000.000 δρχ., 2) ο Χ3 άμεσης συνέργειας κατ' εξακολούθηση σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, με σκοπό προσπορισμού αθέμιτου οφέλους σε άλλον άνω των 25.000.000 δρχ. και 3) οι Χ1 και Χ2 ηθικής αυτουργίας, από κοινού, στις ανωτέρω πράξεις των Χ4 και Χ3. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκαν αναιρέσεις και με την επ' αυτών 1.145/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε το εν λόγω βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο. Το τελευταίο, στο οποίο επανεισήχθη η υπόθεση, με το 2691/2003 βούλευμά του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση και, αφού εξαφάνισε το πρωτόδικο απαλλακτικό βούλευμα, παρέπεμψε τους κατηγορουμένους για τις προαναφερθείσες κακουργηματικές πράξεις (όπως και το αναιρεθέν 1.221/2001). Και κατά του δευτέρου αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών άσκησαν οι κατηγορούμενοι την από 24.12.2003 αναίρεση, με την επί της οποίας 146/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου έγιναν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κριθείσης αιτήσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, αναιρέθηκε καθ'ολοκληρίαν το προσβαλλόμενο βούλευμα και η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ συγχρόνως κρίθηκε ότι παρείλκε η έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως, με τον οποίο είχε προβληθεί ότι το Συμβούλιο Εφετών υπερέβη την εξουσία του με το να κρίνει τυπικά παραδεκτή την έφεση της Ψ, κατά του πρωτοδίκου απαλλακτικού βουλεύματος και ακολούθως να την ερευνήσει κατ' ουσίαν, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πολιτικώς ενάγουσας - εκκαλούσας.
Εκδόθηκε ακολούθως το προσβαλλόμενο 494/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αφού στο μεταξύ οι κατηγορούμενοι, με την από 7.2.2006 αίτησή τους, ζήτησαν την επανάκριση της ανωτέρω από 24.12.2003 αιτήσεώς τους ως προς τον μη ερευνηθέντα ως άνω λόγο της υπερβάσεως εξουσίας, επικαλούμενοι προς τούτο έννομο συμφέρον, αφού, σε περίπτωση παραδοχής του λόγου αυτού, θα απερρίπτετο ως απαράδεκτη η ασκηθείσα έφεση της Ψ, αίτηση η οποία απορρίφθηκε με τη 1513/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, επειδή κρίθηκε ότι το εν λόγω Δικαστήριο, εφόσον δέχθηκε καθ' ολοκληρίαν την αίτηση αναιρέσεως και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εξήντλησε τη δικαιοδοσία του επ' αυτής. Με το ως άνω προσβαλλόμενο 492/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε, ως προς το παραδεκτό της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας Ψ, ότι η περί του παραδεκτού αυτού διάταξη του αναιρεθέντος 1221/2001 βουλεύματός του, μη εξαρτώμενη από το αναιρεθέν μέρος του βουλεύματος αυτού, αλλ' έχουσα αυτοτελή υπόσταση, κατέστη αμετάκλητη, εκ περισσού δε το ίδιο Συμβούλιο αποφάνθηκε περί του εν λόγω παραδεκτού με το 2691/2003 βούλευμά του και ότι εντεύθεν δεν ηδύνατο να επεκταθεί επί της τυπικής παραδοχής της εφέσεως, δεσμευόμενο από τη χωρήσασα ήδη για το ζήτημα αυτό τελειωτική κρίση του προηγηθέντος 1221/2001 βουλεύματός του, αλλά και του 2691/2003 ομοίου. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων, πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, διότι το Συμβούλιο Εφετών, με το να μην κρίνει το τύποις παραδεκτό της ανωτέρω εφέσεως, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Ο λόγος αυτός, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο) γνώμη, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Τούτο καθόσον, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1, 519 και 524 ΚΠοινΔ, επί καθολικής αναιρέσεως βουλεύματος, όπως είναι και η κατόπιν ευδοκιμήσεως λόγου περί ελλείψεως αιτιολογίας τούτου, η υπόθεση επανακτά την εκκρεμότητά τους και το Συμβούλιο, στο οποίο παραπέμπεται εκ νέου η υπόθεση, οφείλει να την εξετάσει εξ υπαρχής, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, μη δεσμευόμενο από την προηγούμενη κρίση του. Έτσι, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, επιληφθέν στη συγκεκριμένη περίπτωση μετά την αναίρεση του προηγουμένου βουλεύματός του, η οποία είχε χωρήσει και για έλλειψη αιτιολογίας, κατά τα προεκτεθέντα, και ήταν επομένως καθολική, όφειλε να κρίνει και επί του παραδεκτού της εφέσεως της πολικώς ενάγουσας Ψ, εφόσον δε παρέλειψε τούτο υπέπεσε στην πλημμέμεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠοινΔ, όπως δέχεται και η εισαγγελική πρόταση στις ορθές σκέψεις της οποίας κατά τα λοιπά αναφέρεται η κρατήσασα στο Συμβούλιο τούτο γνώμη προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων.
Κατά τη γνώμη, όμως, της εκ των μελών του Συμβουλίου τούτου Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Θεοδώρας Γκοΐνη, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και έπρεπε να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις, διότι η κατά τα ανωτέρω χωρήσασα αναίρεση του 1221/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ουσιαστική εκτίμηση της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, (όπως και η αναίρεση για τους ίδιους λόγους του, εκ περισσού, πράγματι, ασχοληθέντος με το τύποις δεκτό της εφέσεως, επομένου 2691/2003 βουλεύματος), κατ' ουδέν έθιξε τη δικονομική αυτοτέλειά της, μη εξαρτώμενης από το λοιπό μέρος του αναιρεθέντος 1221/2001 βουλεύματος (και του επομένου 2691/2003), διατάξεώς του αναφορικά με την τυπική παραδοχή της εν λόγω εφέσεως, ως προς την οποία παρήχθη ήδη τυπικό δεδικασμένο που εδέσμευε το επιληφθέν ακολούθως και εκδώσαν το αναιρεσιβαλλόμενο 492/2007 βούλευμα Συμβούλιο Εφετών. Κατόπιν των ανωτέρω και ενόψει του ότι ο λόγος της υπερβάσεως εξουσίας κρίνεται βάσιμος κατ' ουσίαν, η περί της παραδοχής του, όμως, απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν.3810/1957, το οποίο διατηρείται σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις (όπως συνάγεται από το άρθρο 111 παρ. 1 περ. θ' του Ν.1756/1988) σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του Ν.1756/1988 όπως ισχύει, προκειμένου να αποφανθεί επί του λόγου αυτού, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον περί υπερβάσεως εξουσίας λόγο των αιτήσεων 1) από 28 Μαρτίου 2007, των Χ1 και Χ2 και 2) από 3 Απριλίου 2007, των Χ3 και Χ4, περί αναιρέσεως του 492/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Απορρίπτει τους λοιπούς λόγους των ανωτέρω αιτήσεων κατά του αυτού βουλεύματος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
|
Παραπομπή στην Ολομέλεια
|
Παραπομπή στην Ολομέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1266/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Τρούσα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Ασπασία Καρέλλου, Ιωάννα Πετροπούλου - Εισηγήτρια και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Γ. του Ν. κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 395/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Β. του Α. κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 789/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 155 παρ. 1 του ΚΠΔ, αν δεν βρεθεί στην κατοικία του εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 εδ. β' και γ' αρνήθηκαν να πάρουν το έγγραφο ή απουσιάζουν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται το αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερόμενου κατηγορουμένου. Σε αυτή την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το κύρος της επιδόσεως δεν επηρεάζεται από ποια επίδοση προηγήθηκε της άλλης. Η διάταξη αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον που είναι να προηγείται η θυροκόλληση της επιδόσεως προς τον αντίκλητο. Ο σκοπός της επίδοσης κατά την τελολογική ερμηνεία είναι πραγματικά να λάβει γνώση το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο του περιεχομένου του κατά τρόπο έγκυρο, χωρίς να ενδιαφέρει ποια επίδοση προηγήθηκε της άλλης, οπότε τα αποτελέσματα της επιδόσεως αρχίζουν από τη χρονικώς νεώτερη έγκυρη τοιαύτη.
Συνεπώς το κύρος της επίδοσης δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι πρώτα έγινε η επίδοση στον αντίκλητο και μετά ακολούθησε η επίδοση της κλήσεως στον κατηγορούμενο. (ΑΠ 1555/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 20 Ιουλίου 2011 και 8 Ιουλίου 2011 αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά Ι. Γ. και της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Α. Σ. , αντιστοίχως, προς τον κατηγορούμενο και τον αντίκλητο αυτού δικηγόρο Αθηνών Μιχαήλ Πατεράκη ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2011 πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).)
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 12 Ιουνίου 2011 αίτηση του Κ. Γ. του Ν. για αναίρεση της 395/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (επί πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1265/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Τρούσα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Ασπασία Καρέλλου- Εισηγήτρια, Ιωάννα Πετροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2011 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Β. Γ. του Η., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο περί αναιρέσεως της με αριθμό 9353/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Εγγλέζο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 189/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 21 Ιανουαρίου 2011 αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ημερομηνία 10 Μαρτίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 20/5/2011, κατά την οποία εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Δ. Μ. ζήτησε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας αναβολή για το λόγο ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παρ. Τσεβάς κωλυόταν να εμφανιστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο και μετ' αναβολή κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ) και να επιδικασθεί στην πολιτική ενάγουσα δικαστική δαπάνη 500 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/1/2011 αίτηση της Β. Γ. για αναίρεση της 9353/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Επιδικάζει στην πολιτικώς ενάγουσα δικαστική δαπάνη από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1264/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Τρούσα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Ασπασία Καρέλλου, Ιωάννα Πετροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Λ. Κ.-Μ. του Γ. ,κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο περί αναιρέσεως της με αριθμό 735/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Δ. Α. του Γ..
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 570/2011.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 25 Μαΐου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Λάμπρου Χούμου, Επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με θυροκόλληση επειδή δεν βρέθηκε αυτή προσωπικά ή άλλο πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Επίσης, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 27 Μαΐου 2011 αποδεικτικό επίδοσης, του ίδιου, ως άνω επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, αντίγραφο της 570/11 και από 23/5/11 κλήσης που θυροκολλήθηκε, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη Δικηγόρο Αγγελική Μπιστικέα, την οποία όρισε ως αντίκλητο της η αναιρεσείουσα. Πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν. Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2011 αίτηση της Λ. Κ.-Μ. του Γ. και Α. για αναίρεση της 735/9-3-2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1261/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ι. Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.157/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 393/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 256/1-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την με αριθμό 24/17-2-2010 αίτηση αναίρεσης του Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., την οποία άσκησε αυτοπροσώπως και στρέφεται κατά του με αριθμό 157/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 1794/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο προκειμένου αυτός να δικασθεί ως υπαίτιος ζωοκλοπής κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο ενεργούντα την πράξη αυτή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε το με αριθμό 157/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και στον διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο του Δ. Γιώτσα στις 8/2/2010 και στις 22/2/2010 αντίστοιχα και αυτός άσκησε την αίτηση αναίρεσης στις 17/2/2010 ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από τον τελευταίο η με αριθμό 24/2010 σχετική έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.α-δ ΚΠΔ). Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης από τον κατηγορούμενο, αφού τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα.(άρθρο 482 παρ.1α ΚΠΔ). Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στην κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε όλα υπόψη και τα εκτίμησε και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών, αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου.(ΑΠ 1649/08, ΑΠ 1596/07). Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδ.δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που λαμβάνεται υπόψη από το συμβούλιο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.(ΑΠ 1876/08, ΑΠ 1528/08). Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1-3 Ν. 1300/1982 και 372 παρ.1 ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της υποκλοπής θεμελιώνεται αντικειμενικώς μεν με την αυτογνώμονα και χωρίς τη συγκατάθεση του έχοντος δικαίωμα αφαίρεση ξένων ζώων (μεταξύ των οποίων και σμήνη μελισσών) από την κατοχή άλλου και υπαγωγή αυτών στην κατοχή του δράστη, ήτοι στην εξουσία αυτού δυναμένου να τα διαθέτει κατά βούληση, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του δράστη που περιέχει τη γνώση ότι τα ζώα είναι ξένα κατέχονται από άλλον και ότι δεν υπάρχει για την αφαίρεσή τους συναίνεση του δικαιούχου και ακόμη θέληση για την αφαίρεση των ζώων από την κατοχή άλλου. Η ζωοκλοπή κακούργημα και όταν εκτός των άλλων περιπτώσεων, η πράξη τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, συνεπώς όταν τελέσθηκε από ένα πρόσωπο το οποίο έδρασε κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, σύμφωνα με το άρθρο 374 παρ.ε' ΠΚ.(ΑΠ 1905/03, ΑΠ 976/2000). Τέλος κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείου της προσωπικότητάς του (ΑΠ 916/08, 294/08).
ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: IV. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 1794/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής ζωοκλοπής που αποδίδονται σ' αυτόν, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και λογική ακολουθία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και συγκροτούν αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε. Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και κατά κύριον λόγο πλήττουν τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος. Ειδικότερα, αναφέρονται στο βούλευμα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης. Περαιτέρω αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί έμπρακτης μετάνοιας, δεδομένου ότι η ενέργεια του αναιρεσείοντα να συναντήσει τους ιδιοκτήτες των κυψελών προκειμένου να διακριβώσει εάν υπήρχαν αυτές στο αγρόκτημά του, αφ' ενός μεν καταδεικνύει άνευ ετέρου την θέλησή του για ικανοποίηση του ζημιωθέντος και αφετέρου εγένετο μετά την αποκάλυψη της ζωοκλοπής και την έναρξη της αναζήτησης του δράστη από τις αστυνομικές αρχές, δηλαδή δεν οφειλόταν στην ελεύθερη βούλησή του.(ΑΠ 98/07, ΑΠ 720/2003). Τέλος, με την επιβαλλόμενη αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προς παροχή επεξηγήσεων, ουδεμίας προκληθείσης εξ' αυτού ακυρότητας.(ΑΠ 1772/08, 1667/08, 1105/08). V. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω:
1) Να απορριφθεί η με αριθμό 24/17-2-2010 αίτηση αναίρεσης του Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 157/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 7/5/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η από 24/17-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Παναγιώτη Κολιμάτση κατά του υπ' αριθμ.157/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεσή του (αναιρεσείοντος) κατά του υπ' αριθμ. 1794/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή για ζωοκλοπή (μελισσίων) κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συήθεια. Αυτή (αίτηση), είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1300/1982 "Μέτρα για την πρόληψη και την καταστολή της ζωοκλοπής και ζωοκτονίας" με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών και χρηματική ποινή 20.000 έως 1.000.000 δραχμών τιμωρείται η κλοπή ίππων, όνων, ημιόνων, βοοειδών, βουβαλοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 372 παρ. 1 του Ποιν. Κώδικα, συνάγεται σαφώς, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιοποίνου πράξεως της ζωοκλοπής, η οποία είναι ιδιώνυμο έγκλημα και έχει νομική αυτοτέλεια σε σχέση προς το βασικό έγκλημα της κλοπής, λαμβάνει δε κακουργηματικό χαρακτήρα όταν τελείται από δύο ή περισσότερα άτομα κατά συναυτουργία (αρθρ. 45 ΠΚ), απαιτείται η αφαίρεση ζώου από τα παραπάνω αναφερόμενα ή κυψέλης μελισσών ή του περιεχομένου της από τη φυσική κατοχή άλλου χωρίς τη συγκατάθεση εκείνου που έχει το δικαίωμα κυριότητας τους με σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως από το δράστη. Υποκειμενικά, δόλος που περιέχει τη γνώση ότι το ζώο είναι ξένο, ότι κατέχεται από άλλον και ότι δεν υπάρχει συναίνεση του δικαιούχου, προσέτι δε και τη θέληση να αφαιρέσει αυτό από την κατοχή άλλου και να το υπαγάγει στην ιδίαν ή τρίτου κατοχήν. Ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο, απαιτείται σκοπός του δράστη να ιδιοποιηθεί παρανόμως το ζώο, ήτοι. να έχει τούτο ως ιδιοκτησία του ή την ενσωμάτωση της αξίας αυτού ως ιδίαν περιουσίαν. Περαιτέρω κατ' άρθρο 2 του ιδίου νομοθετήματος, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, η ζωοκλοπή ή η ζωοκτονία τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή 50.000 έως 1.000.000 στις ακόλουθες περιπτώσεις : α) αν έγινε από δύο ή περισσότερα άτομα από κοινού, β) αν κατά την τέλεση της πράξης χρησιμοποιήθηκε βία ή απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή έγινε χρήση των μέσων αυτών για τη διατήρηση της κατοχής των κλεμμένων ή θανατωμένων ζώων, γ) αν ο δράστης οπλοφορούσε, δ) αν ο δράστης είναι κρεοπώλης, εστιάτορας, διευθυντής ξενοδοχείου και δημόσιων γενικά κέντρων ή άλλος επαγγελματίας συναφών με τα παραπάνω επαγγελμάτων. Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι, η ζωοκλοπή καθίσταται κακούργημα όχι μόνο στις αναφερόμενες σε αυτήν περιπτώσεις, αλλά και όταν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα, σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, συνεπώς δε και όταν τελέστηκε από ένα πρόσωπο που όμως έδρασε κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια σύμφωνα με το άρθρο 374 περ.ε ΠΚ. Κατ'επάγγελμα δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς του.
Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος κατ 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι Σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων απολογία κατηγορουμένου και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό του βουλεύματος, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Την 7-9-2008 το Α.Τ. Αυλώνα ειδοποιήθηκε από τον Σ. Κ., ότι στον ... και στη ... πλησίον ρέματος υπήρχαν 13 κυψέλες με μελισσοσμήνη, από τις οποίες, αναγνώρισε ως δικές του τις 4 με ανάγλυφο αριθμό ..., τις οποίες άγνωστοι δράστες είχαν αφαιρέσει από την κατοχή του κατά το χρονικό διάστημα από 4 έως 11-8-2008. Στη συνεχεία το Α.Τ. Αυλώνα αναζήτησε τους ιδιοκτήτες των υπολοίπων κυψελών και διαπιστώθηκε ότι αυτές ανήκαν στους Σ. Α., Φ. Α. και Μ. Ν., από την κατοχή των οποίων είχαν αφαιρεθεί σε προηγούμενο χρόνο από άγνωστους δράστες. Την 9-9-2008 και περί ώρα 13.30 μ.μ. ο Μ. Φ., Αστυνομικός του Α.Τ. Αυλώνα, ειδοποιηθείς σχετικά από τους κατωτέρω παθόντες, από τους οποίους είχαν κλαπεί κυψέλες με μελισσοσμήνη, μετέβη με τους Μ. Σ., Μ. Β. και Σ. Α. σε αγροτεμάχιο χωρίς περίφραξη ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου Κ. Π., όπου διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν 18 κυψέλες με μελισσοσμήνη, διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων, από τις οποίες αναγνωρίστηκαν ως οι αφαιρεθείσες κυψέλες ιδιοκτησίας τους: τρεις (3) από τον Μ. Σ., δύο (2) από τον Σ. Α. και δύο (2) από τον Σ. Β., ενώ την 11-9-2008 στο ανωτέρω αγρόκτημα μετέβησαν ο Μ. Γ., ο οποίος αναγνώρισε πέντε (5) δικές του κλεμμένες σε προηγούμενο χρόνο κυψέλες με μελισσοσμήνη (τις οποίες αναγνώρισε και ο Κ. Σ. που συνόδευε τον ανωτέρω) και ο Κ. Η. συνοδευόμενος από τον Δ. Γ. και τον Κ. Κ., οι οποίοι αναγνώρισαν τρεις (3) κυψέλες με μελισσοσμήνη ιδιοκτησίας του πρώτου, οι οποίες είχαν κλαπεί μαζί με άλλες οκτώ από την .... Οι προαναφερόμενες κυψέλες με μελισσοσμήνη που βρέθηκαν πλησίον ρέματος στη ... και σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από το αγρόκτημα του κατηγορουμένου, διαπιστώθηκε ότι σχετίζονταν με αυτές που βρέθηκαν εντός του αγροκτήματος αυτού, αφού εντός του αγροκτήματος του βρέθηκαν δύο (2) κυψέλες με χαρακτηριστικά όπως πυροσφραγίδα και μονογραφή "ΣΜ" που είχε αφαιρέσει από τον Μ. Σ., όπως ομολόγησε στον ίδιο, και τελάρα αυτών με τα ίδια χαρακτηριστικά βρέθηκαν σε κυψέλες ιδιοκτησίας της Φ. Α. στη ... πλησίον ρέματος. Επιπροσθέτως από τις πέντε (5) κυψέλες που είχαν αφαιρεθεί συνολικά από τον Σ. Α., βρέθηκαν οι δύο (2) εντός του αγροκτήματος ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου και οι τρεις (3) έναντι αυτού, πλησίον ρέματος στη ..., όλες βαμμένες κατά τον ίδιο τρόπο (ενώ ήταν πράσινες, είχαν βαφτεί εξωτερικά άσπρες). Από τις καταθέσεις των ανωτέρω προσώπων, διαπιστώθηκε, ότι ο κατηγορούμενος στις 24.5.2008 στον ... στη θέση ... αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή του Α. Σ. του Δ. και της Α., δύο (2) κυψέλες με σμήνη μελισσών, από 1 ως 2-8-2008 στον ... στη θέση ... αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή του ιδίου (Α. Σ. του Δ.) τρεις (3) διώροφες κυψέλες με σμήνη μελισσών, στις 17-18/5/2008 στον ... πλησίον Ε.Κ.Κ.Ν. Αυλώνα αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή του Σ. Μ. του Δ. και της Α., δύο (2) κυψέλες με σμήνη μελισσών (με πυροσφραγίδα και μονογραφή ΣΜ), στις 12-13/6/2008 στον ... πλησίον Ε.Κ.Κ.Ν. Αυλώνα, αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή του Σ. Μ. του Δ. και της Α., μία (1) διώροφη κυψέλη με σμήνος μελισσών (με πυροσφραγίδα και μονογραφή ΣΜ), στις 12-14/6/2008 στη ... στη θέση ... αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή του Β. Μ. του Δ. και της Ε., πέντε (5) διώροφες κυψέλες με σμήνη μελισσών (με το ανάγλυφο 6/272 ΔΜ) και περίπου δέκα κιλά μέλι η καθεμία, αξίας συνολικά 1300 € περίπου, από 10.8.2008 έως και 13.8.2008 παρά τον Ασωπό ποταμό μεταξύ Οινόης και Αγ. Θ. Βοιωτίας αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή του Γ. Μ. του Δ. και της Α., πέντε (5) κυψέλες με σμήνη μελισσών, από 15.6.2008 έως και 4.7.2008, στη ... αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή του Η. Κ. του Ι. και της Β., έντεκα (11) τριώροφες κυψέλες (με κωδικό ΕL 4/1059) με σμήνη μελισσών, από 4.8.2008 έως 11.8.2008 στον ..., στη θέση ..., αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή του Κ. Σ. του Σ. και της Α., τέσσερις (4) κυψέλες τριώροφες με σμήνη μελισσών (με ανάγλυφο ...) με πενήντα κιλά μέλι, από 11.7.2008 έως 14.7.2008 στον ... πλησίον του στρατοπέδου 2ου Τ.Υ.Λ. αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή της Α. Φ. του Ε. και της Γ., δύο (2) διώροφες κυψέλες με σμήνη μελισσών (με στοιχεία Ε L 902/317), και τον Ιούλιο του 2008 στον ... πλησίον Ε.Υ.Δ.Α.Π., αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή του Ν. Μ. του Θ. και της Ξ., μία (1) κυψέλη με σμήνος μελισσών (βλ. σχετ. τις από 11-9-2008 και 12-9-2008 ένορκες καταθέσεις αντίστοιχα των αρμοδίων αστυνομικών του Α.Τ. Αυλώνος Ζ. Δ. και Μ. Φ., την από 9-9-2008 ένορκη κατάθεση του Μ. Β., την από 9-9-2008 ένορκη κατάθεση του Σ. Α., την από 11-9-2008 ένορκη κατάθεση του Δ. Γ., την από 11-9-2008 ένορκη κατάθεση του Κ. Κ., την από 11-3-2008 ένορκη κατάθεση του Μ. Ν., την από 8-9-2008 ένορκη κατάθεση του Σ. Κ.υ, την από 8-9-2008 ένορκη κατάθεση του Σ. Α., την από 11-9-2008 ένορκη κατάθεση του Μ. Γ., την από 11-9-2008 ένορκη κατάθεση του Κ. Σ., την από 9-9-2008 ένορκη κατάθεση του Σ. Π., την από 4-7-2008 ένορκη κατάθεση του Κ. Η., την από 9-9-2008 ένορκη κατάθεση της Φ. Α., ως και τις σχετικές εκθέσεις κατασχέσεως από 8-9-2008, 9-9-2008, 10-9-2008, 11-9-2008, 13-9-2008 και 15-9-2008, των αρμοδίων αστυνομικών του Α.Τ. Αυλώνα). Ο κατηγορούμενος αρνείται την σε βάρος του κατηγορία, τόσο κατά την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή του 9ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών όσο και με την υπό κρίσιν έφεση του, διατεινόμενος ότι, στις αρχές του καλοκαιριού του 2008 εντόπισε στη θέση "Κοτρώνη", στον δρόμο Μαλακάσας - Αυλώνα 5 κυψέλες φθαρμένες με μελίσσια σε άσχημη κατάσταση και τις μετέφερε στο αγρόκτημα του, θεωρώντας ότι έχουν εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη τους. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι όταν πληροφορήθηκε από συγχωριανούς του ότι ο Σ.ς Α. και Μ. Β. αναζητούσαν κυψέλες με σμήνη που τους είχαν αφαιρεθεί παράνομα, έσπευσε να τους συναντήσει, τους υπέδειξε τις ανευρεθείσες κυψέλες και τους πρότεινε να τις παραλάβουν από το αγρόκτημα του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι υπόλοιπες (πλην των πέντε ιδιοκτησίας Σ. Αθ. και Μ. Β.) κυψέλες που βρέθηκαν στο αγρόκτημα του ανήκαν στον ίδιο, ο οποίος απασχολείτο ερασιτεχνικά με την μελισσοκομία και ότι δεν είχε καμία σχέση με τις κυψέλες που βρέθηκαν στη ... πλησίον του κτήματος του. Αναφέρει δε, ωσαύτως, στην υπό κρίση έφεση του, ότι η ανωτέρω θέση που βρέθηκαν τα προαναφερθέντα μελίσσια, στην ..., είναι άσχετη με το ως άνω αγρόκτημα ιδιοκτησίας του και θεωρεί εσφαλμένες τις παραδοχές του εκκαλουμένου βουλεύματος, για το γεγονός αυτό. Θεωρεί δε, ο εκκαλών, ότι αν είχε την αποδιδόμενη σ' αυτόν, από το εκκαλούμενο βούλευμα, παράνομη συμπεριφορά ασφαλώς και βεβαίως, θα είχε φροντίσει να τοποθετήσει και τις υπόλοιπες φερόμενες, ως αφαιρεθείσες από αυτόν κυψέλες, στο αγρόκτημα του μαζί με τις υπόλοιπες, έτσι ώστε να είναι ευκολότερη η φροντίδα και η περιποίηση τους. Επίσης, θεωρεί, ότι το εκκαλούμενο βούλευμα, έπρεπε να δεχθεί ότι ο εκκαλών, με την βούληση του και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές για τη φερόμενη πράξη σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου 379 παρ. 1 ΠΚ, έσπευσε, να συναντήσει τους φερόμενους, ως παθόντες, για να τους πληροφορήσει, ότι βρίσκονταν στην κατοχή του, και να τους καλέσει να τα πάρουν (τα μελίσσια).
Επίσης, ισχυρίζεται - θεωρεί, με την υπό κρίση έφεση του (ο εκκαλών), ότι εσφαλμένα το εκκαλούμενο βούλευμα προσάπτει στον εκκαλούντα τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης πράξεων ζωοκλοπής από μέρους του. Επίσης, στην υπό κρίση έφεση του, ο άνω εκκαλών, θεωρεί ότι το εκκαλούμενο βούλευμα με τυπική αιτιολογία, και με πλήρη αναφορά του στην εισαγγελική πρόταση, δεν διερεύνησε τους ισχυρισμούς του, ότι είχε δημιουργήσει αυτός (ο εκκαλών) και εξέτρεφε μελισσοσμήνη χρησιμοποιώντας σαν βάση κυψέλες που του είχε δώσει η αδελφή της συζύγου του.
Συνέλεξε δε, ως ισχυρίζεται, από σκουπιδότοπους πεταμένες από αγνώστους κυψέλες, και πλαίσια, τα οποία επιδιόρθωσε και στέγασε, τα μελισσοσμήνη, που ως αναφέρει είχαν προκύψει.
Θεωρεί δε, ότι τα ως άνω γεγονότα, επιβεβαιώνονται, από τις ένορκες καταθέσεις από 24-9-2008 των προταθέντων, υπ' αυτού μαρτύρων υπεράσπισης Χ. Α. και Α. Γ., ενώπιον του κ. Ανακριτή του 9ου Τακτ. Τμημ. Αθηνών.
Επίσης θεωρεί ότι στο εκκαλούμενο Βούλευμα δεν εκτιμήθηκε σωστά το περιεχόμενο των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον των αστυνομικών του Α.Τ. Αυλώνα και Ερέτριας και ενώπιον του Τακτικού Ανακριτή που διενήργησε την έρευνα ανάκρισης, των εγγράφων που προσκομίστηκαν, κατά το στάδιο της ανάκρισης ως και το περιεχόμενο την από 14-4-09 υπομνήματος του ενώπιον του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Όσον αφορά τους προεκτεθέντες ισχυρισμούς - λόγους εφέσεως του εκκαλούντος, προκύπτουν τα εξής: - Για τον αναφερόμενο προεκτεθέντα Λόγο εφέσεως στην από 2-7-2009 έφεση του εκκαλούντος, ότι το εφεσιβαλλόμενο βούλευμα (υπ' αριθμ. 1794/2009 Συμβ. Πλημ/κών Αθηνών) δεν διέλαβε, την απαιτούμενη, από το Νόμο και το Σύνταγμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προκύπτουν τα εξής:
Η αιτιολογία του βουλεύματος υπάρχει, και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου, στην "ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αν αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη" (Ολ. ΑΠ 227779 ΠΧρ. 153, ΑΠ.1151/2006 ΠΧρ. ΝΖ 33, ΑΠ 1464/2003 ΠΧρ. ΝΔ 409).
Τα δε αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα, της αιτιολογίας, αρκεί να προσδιορίζονται απλώς, κατά κατηγορία (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους, και μνεία του τι προκύπτει, από το καθένα, ούτε, είναι απαραίτητη, η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, αρκεί να προκύπτει, ότι έχουν ληφθεί υπόψη, και εκτιμηθεί ως στοιχεία, από το δικαστικό συμβούλιο (ΑΠ 1151/2006 ΠΧρ. ΝΖ33, ΑΠ 1071/2005 ΠΧρ. ΝΣΤ, 134, ΑΠ 1997/2004, ΠΧρ. ΝΕ 730).
Η έξαρση μερικών, από τα αποδεικτικά μέσα (μαρτύρων, εγγράφων κ.λ.π.), δεν σημαίνει, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη, τα λοιπά, αν γίνεται μνεία, στο βούλευμα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και τα λοιπά στοιχεία, της δικογραφίας (ΑΠ 1558/2003 ΠΧ ΝΔ 441).
Από το κείμενο του εκκαλουμένου βουλεύματος (υπ' αριθμ. 1794/2009 Συμβ. Πλημ/κων Αθηνών), φρονούμε, ότι ελήφθησαν υπόψη, τα παραπάνω καθ' όσον προσδιορίζονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, και ως εκ τούτου, φρονούμε, ότι δεν συντρέχει ο άνω λόγος εφέσεως.
Ας σημειωθεί δε, ότι δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας, το ότι το Συμβούλιο, έδωσε πίστη, στις καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων (ΑΠ 1529/87 ΠΧρ. ΛΗ 220).
Ο δε ισχυρισμός αυτός (του εκκαλούντος) ότι αυτός εξέτρεφε μελισσοσμήνος χρησιμοποιώντας σαν βάση, τις κυψέλες, που του είχε δώσει, η αδελφή της συζύγου του, ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί.
Πέραν από τις προαναφερθείσες καταθέσεις των παθόντων που αναγνώρισαν χωρίς επιφυλάξεις τις κυψέλες ιδιοκτησίας τους, ας σημειωθεί ότι ο εκκαλών, δεν προσκόμισε κατ' ουσίαν κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την νομιμότητα των κυψελών, που ισχυρίζεται, πως είναι δικές του.
Οι δε μάρτυρες υπερασπίσεως που πρότεινε, ο άνω εκκαλών, Α. Γ. και Χ. Α., αναφέρουν στις ένορκες καταθέσεις τους, ενώπιον του αρμόδιου ανακριτού μεταξύ άλλων ότι: "...κάποιες κυψέλες τις βρήκε εγκαταλελειμμένες στην περιοχή του Αυλώνα και τις πήρε χωρίς να γνωρίζει, ότι αυτές ανήκαν σε κάποιον....." (βλ. σχετ. τις από 24-9-2008 ένορκες καταθέσεις του Α. Γ. και Χ. Α., ενώπιον του αρμοδίου Ανακριτού). Ουδόλως δε αναφέρεται, άνω μαρτυρικές καταθέσεις περί των αναφερομένων από του εκκαλούντος περί χορηγήσεως κυψελών σ' αυτόν, από την αδελφή της συζύγου του. Όσον αφορά δε, τον ισχυρισμό (λόγο εφέσεως του εκκαλούντος) περί του ότι στο δρόμο Μαλακάσας - Αυλώνας εντόπισε (πέντε) 5 κυψέλες φθαρμένες και κατ' αυτόν εγκαταλειμμένες, με τα μελισσοσμήνη τους, ως αναφέρει ο εκκαλών, και ως χαρακτηριστικά αναφέρει: "
τις περιμάζεψε..
", φρονούμε τα εξής: Κατά τα εκτενώς προεκτεθέντα, οι ανωτέρω παθόντας αναγνώρισαν χωρίς επιφυλάξεις τις κυψέλες ιδιοκτησίας τους, πέραν δε, των ισχυρισμών του (ο εκκαλών) και τις ως φρονούμε, αόριστες αναφορές των άνω μαρτύρων υπερασπίσεων αυτού (Α. Γ., και Χ. Α.) ότι: ".....κάποιες κυψέλες τις βρήκε εγκαταλελειμμένες στην περιοχή του Αυλώνα και τις πήρε χωρίς να γνωρίζει, ότι αυτές ανήκαν σε κάποιον...", ο εκκαλών, φρονούμε ότι ουδέν βάσιμο στοιχείο, σύμφωνα με την κοινή πείρα (και λογική) περί του ισχυρισμού του αυτού προσκομίζει.
Φρονούμε δε, ότι ο προαναφερθείς ισχυρισμός του, κατά τα εκτενώς προεκτεθέντα δεν ευσταθεί και δέον να θεωρηθεί ως αβάσιμος.
Επιπρόσθετα, κατά τα εκτενώς προεκτεθέντα, ο κατηγορούμενος επισκέφτηκε τον Σ. Μ. και ρώτησε τι συμβαίνει με τις κυψέλες του, αφού ο πρώτος με τον Β. Μ., τον Σ. Α. και Αστυνομικούς του Α.Τ. Αυλώνα είχαν μεταβεί στο αγρόκτημα του κατηγορουμένου και είχαν εντοπίσει τις κλεμμένες κυψέλες, γεγονός που οπωσδήποτε σύμφωνα με την κοινή πείρα και λογική θα έγινε αμέσως γνωστό στον Αυλώνα, δεδομένου μάλιστα ότι, δύο μέρες νωρίτερα είχαν βρεθεί και οι κυψέλες στη ..., πλησίον του αγροκτήματος του κατηγορουμένου. Όπως προκύπτει από την κατάθεση του Μ. Σ.. με ημερομηνία 9-9-2008, ο κατηγορούμενος αρχικά ισχυρίστηκε ότι οι κυψέλες ήταν δικές του και στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι αυτός τις είχε αφαιρέσει, γεγονός που αρνήθηκε ενώπιον του Ανακριτή σε αντίθεση με τις προανακριτικές απολογίες του. Περαιτέρω, οι ανωτέρω παθόντες αναγνώρισαν χωρίς επιφυλάξεις τις κυψέλες ιδιοκτησίας τους, ενώ ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την νομιμότητα των κυψελών που ισχυρίζεται ότι ήταν δικές του, κατά τα εκτενώς προαναφερθέντα.
Όσον αφορά δε, τον λόγο εφέσεως του ανωτέρω, ότι εσφαλμένα και παρά το νόμο το εκκαλούμενο βούλευμα, απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με τα μελίσσια, που βρέθηκαν στην ..., δηλαδή περιοχή που την θεωρεί "επισκέψιμη" και "ανοιχτή" σε κάθε τρίτο έκταση, και κατά την άποψη του, ως φρονούμε δεν προσφέρεται για την τοποθέτηση κυψελών που είχαν κλαπεί, φρονούμε τα εξής: Πέραν του ότι κατά τα εκτενώς προεκτεθέντα, οι ανωτέρω παθόντες αναγνώρισαν χωρίς επιφυλάξεις και τις στη ... κλεμμένες κυψέλες, οι κυψέλες αυτές φρονούμε ότι σχετίζονταν με τις κυψέλες που βρέθηκαν εντός του αγροκτήματος του άνω εκκαλούντα.
Ειδικότερα, από τις 5 κυψέλες, που είχαν αφαιρεθεί από τον ανωτέρω παθόντα Σ. Α. του Δ., "βρέθηκαν οι δύο (2) εντός του αγροκτήματος ιδιοκτησίας του άνω εκκαλουντος, και οι τρεις (3) έναντι αυτών, πλησίον του ρέματος στη ... του ..." (βλ. σχετ. την από 11-9-2008 ένορκη κατάθεση του αρμόδιου Αστυνομικού του Α.Τ. Αυλώνα Ζ. Δ. ως και τις από 9-9-2008 ένορκη κατάθεση του άνω παθόντα Σ. Α. του Δ.).
Οι ισχυρισμοί του δε, ότι η έκταση αυτή ήταν επισκέψιμη και ανοιχτή σε οποιονδήποτε και ως εκ τούτου άλλοι τα τοποθέτησαν εκεί, πέραν του ότι οι αφαιρεθείσες κυψέλες κατά τα εκτενώς προεκτεθέντα από τον άνω παθόντα Σ. Α., ευρέθησαν και αναγνωρίσθησαν απ' αυτόν, δύο (2) εντός του αγροκτήματος του εκκαλούντα, και τρεις (3) έναντι αυτού στη ..., φρονούμε ότι δεν αποκλείει λογικώς, την διάπραξη της ανωτέρω πράξης, αφού ο εκκαλών, δεν καθορίζει επακριβώς και συγκεκριμένως, αν τρίτοι, και ποιοι, είχαν ελεύθερη και ακίνδυνη πρόσβαση στο σημείο αυτό.
Ας σημειωθεί ότι στην υπ' αριθ. ΑΠ 637/1993 ΠΧρ. ΜΓ/414 απόφαση, απορρίπτεται παρόμοιος ισχυρισμός, ότι "ο στάβλος του (δράστη), στον οποίο βρέθηκαν μερικά από τα κλαπέντα ζώα, ήταν σε μέρος με κίνηση και συνεπώς άλλοι τα τοποθέτησαν εκεί" (βλ. σχετ. ΑΠ 637/1993 ΠΧρ. ΜΓ/414).
Ως εκ τούτου και ο άνω ισχυρισμός, και λόγος εφέσεως του εκκαλούντος δέον να θεωρηθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Όσον αφορά, δε, τον έτερο λόγο εφέσεως (ισχυρισμό) του εκκαλούντος ότι το εκκαλούμενο βούλευμα χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προσάπτει στον εκκαλούντα τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 13 περ. στ' του ΠΚ, φρονούμε τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος, συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση, που επιτείνει την τιμώρηση, του βασικού εγκλήματος. Κατά τη νμλγ, για τον χαρακτηρισμό της κατ' επάγγελμα τέλεσης απαιτείται αντικειμενικά μεν, η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη καταδίκη, υποκειμενικώς δε, σκοπός του δράστη, να πορισθεί εισόδημα, από την επανειλημμένη τέλεση του.
Αν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα, να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν, για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλ. από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος (ΑΠ 692, 1082/2000 ΠΧ ΝΑ 47, 333 ΑΠ 1405/98 ΠΧρ. ΜΘ 743).
Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη, πρός την διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη.
Ο άνω εκκαλών φρονούμε ότι ως προκύπτει εκ των στοιχείων της παρούσης (μαρτυρικές καταθέσεις μεταξύ άλλων των αρμοδίων αστυνομικών και των παθόντων που αναγνώρισαν αβίαστα τις κλαπείσες κυψέλες τους, με τα μελισσοσμήνη), έγγραφα, (μεταξύ άλλων τις προεκτεθείσες εκθέσεις κατασχέσεως) ως και την απολογία του εκκαλούντος και το υπόμνημα αυτού), τις ανωτέρω δε πράξεις, της ζωοκλοπής τέλεσε ο κατηγορούμενος-νυν εκκαλών κατ' επάγγελμα, διότι με σκοπό πορισμού εισοδήματος προέβη στην επανειλημμένη τέλεση αυτών, εφαρμόζοντας οργανωμένο σχέδιο με την τοποθέτηση των κυψελών σε διαφορετικά μέρη, την αλλαγή των χαρακτηριστικών τους με βάψιμο κ.λ.π., γεγονότα που αιτιολογημένα αναφέρονται στο εκκαλούμενο βούλευμα.
Και πλέον συγκεκριμένα σύμφωνα με τ' αποδιδόμενα σ' αυτήν κατασχέθηκαν απ' αυτόν τριάντα ένα (31) κυψέλες με μελισσοσμήνη ως κλαπείσες, οι οποίες (28) αποδόθηκαν με μεσεγγύηση στους ανωτέρω ιδιοκτήτες τους (επανειλημμένη τέλεση των άνω εγκλημάτων).
Ο ίδιος δε, ο εκκαλών στην υπό κρίσιν έφεση του, παραδέχεται ότι είχε αυτές για παραγωγή μελιού, αλλά αποκλειστικά για δική του χρήση.
Ο προαναφερθείς, ικανός όμως, αριθμός των άνω κυψελών με μελισσοσμήνη συμφώνως με την κοινή πείρα και λογική, φρονούμε, ότι οδηγεί αβίαστα στο ασφαλές συμπέρασμα ότι τις διατηρούσε προς πορισμό εισοδήματος και όχι για κατανάλωση του παραχθεντος μελιού, μόνο από τον εκκαλούντα.
Από δε την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών, φρονούμε ότι προκύπτει σταθερή ροπή του εκκαλούντος στη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων κατά τα εκτενώς προεκτεθέντα στοιχεία, που ωσαύτως αιτιολογημένως και επαρκώς αναφέρει, το εκκαλούμενο βούλευμα.
Ως εκ τούτου φρονούμε, ότι και κατά τα εκτενώς προαναφερθέντα δέον να θεωρηθεί και ο προεκτεθείς ισχυρισμός του, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Όσον αφορά, δε, τον λόγο έφεσης (ισχυρισμό) του άνω εκκαλούντος, κατά του προεκτεθέντος βουλεύματος, ότι εσφαλμένα, το εκκαλούμενο βούλευμα απέρριψε τον ισχυρισμό του, με τον οποίο ισχυρίστηκε, ότι αμέσως, μόλις πληροφορήθηκε, ότι οι συντοπίτες του, Β. Μ. και Α. Σ.ς, αναζητούσαν κάποιες χαμένες κυψέλες τους, ο εκκαλών, πριν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, οχληθεί σχετικά από τις Αρχές, οικειοθελώς έσπευσε, να τους συναντήσει, προκειμένου να διακριβώσει αν τυχόν οι κυψέλες που αναζητούσαν είχαν σχέση, με αυτές που είχε τοποθετήσει στο αγρόκτημα του και συνεπώς, δεν είχε δόλο για τα αποδιδόμενα σ' αυτόν και ζητά την εφαρμογή του άρθρου 379 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα, με το άρθρο 379 παρ. 1 ΠΚ, το αξιόποινο της κλοπής, και της υπεξαίρεσης, εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο, από τις αρχές για την πράξη του απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου, το πράγμα ή ικανοποίησε εκτενώς το ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση, ή ικανοποίηση, εξαλείφει το αξιόποινο, κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος.
Ας σημειωθεί ότι η έμπρακτος μετάνοια, ως λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου, προβλέπεται εξαντλητικώς υπό του νόμου. Έτσι επέκταση αυτής, και εις έτερα εγκλήματα, δεν είναι δυνατή (βλ. και Κατσαντώνη γ' 169, Γάφο Γεν. Μ. 572, Μανωλεδάκη "Θεωρία" γ' 266, σελ. 661, ΑΠ 1558/1995 ΠΧρ.ΜΣΤ903).
Δεν ισχύει επί ζωοκλοπής (Τούσης/Γεωργίου, αρθρ. 379 αρ. 8, ΑΠ 453/49, Μαργαρίτη, Ποινικός Κωδ., Ερμηνεία - Εφαρμογή, σελ. 1093).
Αντιθέτως ο καθηγητής Χ. Μυλωνόπουλος, θεωρεί ότι η διάταξη του άρθρου 379 παρ. 1 ΠΚ, εξαλείφει το αξιόποινο, κάθε μορφής κλοπής ή υπεξαίρεσης του ΠΚ, ή ειδικών ποινικών νόμων εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά. Έτσι, π.χ. εφαρμόζεται, επί ζωοκλοπής (βλ. σχετ. Χ. Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, Ειδ. Μέρος, "Τα εγκλήματα της ιδιοκτησίας και της περιουσίας" - αρθρ. 372 - 406 ΠΚ, σελ. 241).
Αν ήθελε, γίνει δεκτή η άνω επιστημονική άποψη, περί εφαρμογής του άρθρου 379 § 1 ΠΚ, και στην ζωοκλοπή, κατά τα εκτενώς προεκτεθέντα επί της ουσίας του ισχυρισμού, φρονούμε τα εξής: Ας σημειωθεί ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 379 § 1 ΠΚ, δεν αρκεί, για την εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω εμπράκτου μετανοίας, η απόδοση πράγματος, ή η εντελώς ικανοποίηση του ζημιωθέντος, αλλά προαπαιτείται και η συνδρομή των όρων της ενεργείας της αποδόσεως ή της ικανοποιήσεως, "οικεία βουλήσει", δηλ. με την θέληση του δράστη και χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων, γιατί άλλως δεν πρόκειται για μετάνοια (ΑΠ 489/1995, ΑΠ 149/1992 ΕλλΔνη 1993, 707, ΑΠ 803/1987).
""Οικεία βουλήσει", σημαίνει εκ λόγων εσωτερικών, και όχι εξωτερικών" (Γιαννόπουλος/420, ΑΠ 916/1984, Σπινέλλης, άρθρ.379 Π.Κ., σελ. 100).
Εξωτερικοί λόγοι "Διότι ανεκαλύφθη η πράξις τους, έστω και αν η απόδοση έγινε, πριν την υποβολή της μηνύσεως" (ΑΠ 489/1995, ΑΠ 1183/1995, Εφ. Θεσ. 443/1986 ΠΧρ. ΛΖ', 672).
Ας σημειωθεί, λοιπόν, ότι ο νυν εκκαλών, επισκέφθηκε τον Σ. Μ. και τον ρώτησε, τι συμβαίνει με τις κυψέλες του, όμως ο 1ος με τον Β. Μ. και τον Σ. Α. και αστυνομικούς του Α.Τ.Αυλώνα, είχαν ήδη μεταβεί στο αγρόκτημα του εκκαλούντος και είχαν εντοπίσει τις κλεμμένες κυψέλες, δεδομένου τελικώς, ότι 2 ημέρες νωρίτερα είχαν βρεθεί και οι κυψέλες στην ..., πλησίον του αγροκτήματος του εκκαλούντος.
Ουδέποτε, δε, ο εκκαλών, επέστρεψε οικειοθελώς, κατά τα εκτενώς προεκτεθέντα τις εν λόγω κυψέλες με τα μελισσοσμήνη στους άνω ιδιοκτήτες τους (βλ. σχετ. τις από 12-9-2009 ένορκες-καταθέσεις των αρμοδίων αστυνομικών των Α.Τ. Αυλώνος Ζ. Δ. και Μ. Φ. και την από 9-9-200Β ένορκη κατάθεση των άνω Β. Μ.). Ως εκ τούτου και ο άνω ισχυρισμός του εκκαλούντος, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος, και ως εκ τούτου απορριπτέος. Ας σημειωθεί ότι οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου, ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε, προκύπτει με βεβαιότητα ότι, το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλλει στη δοκιμασία της επ'ακροατηρίου διαδικασία τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Αντιθέτως οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το δικαστήριο στην απαλλαγή του. Για να κρίνει το συμβούλιο αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή για την απαλλαγή του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα που τις αποδυναμώνουν. Σημειώνεται ότι οι ενδείξεις για τις οποίες γίνεται λόγος στις παραπάνω διατάξεις των αρ. 310 παρ. 1α και 313 ΚΠΔ ανάγονται στην κρίση σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου για ορισμένο έγκλημα και διαφέρουν από τις "ενδείξεις" που αναφέρονται στο αρ. 179 ΚΠΔ, ως ένα από τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα, οι οποίες αποτελούν κατηγορία των αποδεικτικών μέσων από τις οποίες μπορεί να συναχθεί, με βάση τους κανόνες της λογικής, η ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Επομένως η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ή επαρκών ενδείξεων (υπονοιών) ενοχής του κατηγορουμένου, μπορεί να στηρίζεται και στις "ενδείξεις" (αποδεικτικό μέσο), τις οποίες λαμβάνει υπόψη και αξιολογεί το συμβούλιο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Το συμβούλιο, εξάλλου, οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίσθηκαν και υπερβαίνει γι' αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν τα αρ. 309, 310 και 313 ΚΠΔ, αν περιορισθεί στον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν (βλ. Ολομ.ΑΠ 9/2001 Ποιν.Χρον. ΝΑ σελ. 788 επόμ. και ΑΠ 290/2002 Ποιν.Χρον. ΝΒ σελ. 922).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω που εκθέσαμε θεμελιώνεται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση το έγκλημα της Ζωοκλοπής, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που ενεργεί τις ως άνω πράξεις, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 1, 12, 13 στ, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 ΠΚ και άρθρα 1 παρ. 1, 3 παρ. 2, και 2 Ν. 1300/1982, σε συνδ. με αρθρ. 374 περ. Ε' ΠΚ), και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Όσον αφορά, το αίτημα του εκκαλούντος, να του επιτραπεί η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του, ενώπιον του Συμβουλίου Σας, προς παροχή διευκρινήσεων και εξηγήσεων, σημείων, που χρήζουν ερμηνείας ως και των άνω μαρτύρων Α. Σ., Σ και Β. Μ., φρονούμε τα εξής: Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ. το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο αυτεπαγγέλτως, είτε μετά από αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιον του, με την παρουσία και του Εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατό το Συμβούλιο να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα και πάντοτε όταν διατάσσει την εμφάνιση του ενός από τους διαδίκους, πρέπει να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπόλοιπους. Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της ζωοκλοπής κατ'εξακολούθηση από υπαίτιο που ενεργεί τις ως άνω πράξεις κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια (αρθρ.13 στ', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ και αρθρ.1 παρ.1, 3 παρ.2 και 2 Ν.1300/1982, σε συνδ.με αρθρ.374 περ.Ε'ΠΚ). Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για τις άνω κακουργηματικές πράξεις επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή του κατηγορουμένου άνω διάταξη του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή των παραπάνω προσώπων, ξένα ολικά κινητά πράγματα και ειδικότερα, μελίσσια με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, ότι από την επανειλημμένη τέλεση της άνω πράξεως προκύπτει τόσο σκοπός πορισμού εισοδήματος από αυτές, όσο και σταθερή ροπή του για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, δηλαδή προκύπτει η τέλεση των άνω πράξεων κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Επίσης, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έχει από το Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απορριφθεί κατ'ουσίαν ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για εφαρμογή του άρθρου 379 παρ.1 ΠΚ, για την εξάλειψη του αξιοποίνου των πράξεών του λόγω έμπρακτης μετάνοιάς του, αφού το Συμβούλιο αιτιολόγησε για την μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης τη μη συνδρομής των όρων της ικανοποιήσεως "οικεία βουλήσει", δηλαδή, της ικανοποίησης με τη θέληση του δράστη και χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων, δεχόμενο ότι η ενέργεια του αναιρεσείοντα να συναντήσει τους ιδιοκτήτες των κυψελών προκειμένου να εξακριβώσει εάν υπήρχαν αυτές στο αγρόκτημα του, ανεξάρτητα του ότι αυτή καθ'εαυτή δε καταδεικνύει τη θέληση του για ικανοποίηση του ζημιωθέντος, έλαβε χώρα μετά την έναρξη της αναζήτησης του από τις αστυνομικές αρχές. Επίσης, δεν εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναίρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεση του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ. το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο αυτεπαγγέλτως, είτε μετά από αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιον του, με την παρουσία και του Εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατό το Συμβούλιο να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα και πάντοτε όταν διατάσσει την εμφάνιση του ενός από τους διαδίκους, πρέπει να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπόλοιπους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο εκκαλών-κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων με την υπ'αριθμ.323/2-7-2009 έφεσή του κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αλλά και με το από 5-1-2010 υπόμνημά του προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, υπέβαλε παραδεκτά και νόμιμα αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου αυτού προς παροχή εξηγήσεων σχετικά με το αίτημά του περί έμπρακτης μετάνοιάς του κατ'αρθρ.379 παρ.1 ΠΚ κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του. Το άνω Συμβούλιο με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε το αίτημα αυτό, με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Από την εκτίμηση, των στοιχείων της δικογραφίας, συνάγεται, ότι δεν προκύπτει κάποιος ειδικός λόγος, που να δικαιολογεί την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του άνω αιτούντος (εκκαλούντος), στο Συμβούλιο, επειδή από τα περιστατικά και την όλη εικόνα της υποθέσεως, σύμφωνα με τα εκτενώς προεκτεθέντα, και ειδικότερα, από το περιεχόμενο των απολογιών αυτού, σε συνδυασμό με τα έγγραφα, που κατατέθηκαν απ' αυτόν (αιτήσεις - υπομνήματα) με επάρκεια εκτέθηκαν οι σχετικοί υπερασπισμοί του ισχυρισμοί (απόψεις), αναφορικά με την κατηγορία και την υπό κρίσιν έφεση. Πρέπει, λοιπόν, να απορριφθεί το κρινόμενο αίτημα σύμφωνα με το διατακτικό.". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη από το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠΔ, αλλά και το άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ ειδική και εμπεριστατωμένη γιατί περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις αυτές αναγκαία στοιχεία. Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ.1 περ.α'ΚΠΔ, σε συνδ.προς το αρθρ.171 παρ.1 του αυτού Κώδικα, δεύτερος λόγος της αιτήσεως, για απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος, γιατί δεν διαλαμβάνεται στο άνω βούλευμα η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ για την απόρριψη του αιτήματος αυτού, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση των άνω λόγων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Φεβρουαρίου 2010 (αριθμ.24/2010 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών) αίτηση του Π. Κ. του Κ. για αναίρεση του υπ'αριθμ.157/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακούργημα. Ζωοκλοπή (μελισσών) κατ’ εξακολούθηση από υπαίτιο που ενεργεί κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια όρων. Η ζωοκλοπή καθίσταται κακούργημα και όταν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα ή όταν τελέστηκε κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα ότι με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έχει απορριφθεί και το αίτημα αυτού από το Συμβούλιο, να παραστεί αυτοπροσώπως κατ’ άρθρο 309 παρ. ΚΠΔ ενώπιόν του προς παροχή διευκρινίσεων. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1260/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Α. Ν. του Β., σύζυγος Δ., 2)Δ. Ν. του Χ., κατοίκων ... και 3) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.505/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Π. του Σ., κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Ιουνίου 2010 (τρείς) αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1066/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του, με αριθμό 355/19-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 985/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά των Δ. Ν., Α. Τ., Α. Ν. και Α. Δ. για απάτη από κοινού με προξενηθείσα ζημιά και αντίστοιχο όφελος μεγαλύτερου των 73.000 ευρώ, πράξη που φέρεται ότι τέλεσαν το 2003 στη Θεσσαλονίκη σε βάρος των Χ. Π., Α. Δ., Π. Σ., Δ. Κ., Ε. Κ., Κ. Α., Α. Φ. και Ι. Δ.. Η ποινική δίωξη ασκήθηκε μετά από έγκληση όλων των παθόντων. Κατά του άνω βουλεύματος ο εκ των εγκαλούντων Χ. Π. άσκησε, με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, έφεση και δη την υπ'αριθμ. 96/2009 τοιαύτη, την οποία άσκησε για λογαριασμό του και μόνο - αφού δεν είχε εξουσιοδότηση των λοιπών παθόντων. Το συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 505/2010 βούλευμά του, και με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών δέχθηκε τυπικά αυτή [ έφεση ] και ουσιαστικά εν μέρει δεκτή και δη απέρριψε αυτή κατ'ουσίαν σε σχέση με τον κατηγορούμενο Α. Δ. και - εξαφανίζοντας το πρωτοβάθμιο βούλευμα σε σχέση με τους άλλους κατηγορουμένους - παρέπεμψε αυτούς στο Τριμελές Εφετείο [ κακουργημάτων ] Θεσσαλονίκης για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως απάτης από κοινού με συνολική ζημία - συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, πράξη που τέλεσαν στη Θεσσαλονίκη αρχές 2003 - άρθρα 45, 386 παρ. 1-3 εδ. β ΠΚ - Ειδικότερα: "στον πιο πάνω τόπο και χρόνο εμφανίσθηκαν στους Χ. Π. του Σ., Α. Δ. του Π., Π. Σ. του Δ., Δ. Κ. του Χ., Ε. Κ. του Δ., Κ. Α. του Σ., Α. Φ. του Α., Ι. Δ. του Γ., Π. Χ. του Γ. και Θ. Π. του Σ. ως φερέγγυοι έμποροι εκ των οποίων ο πρώτος (Δ. Ν.) είχε σημαντικές γνωριμίες στη Ρουμανία, από όπου μπορούσε να τους προμηθεύσει χαλιά σε πολύ χαμηλές τιμές και μάλιστα χαμηλότερες κατά 20% έως• 30% από τις επικρατούσες τιμές της εγχώριας και ξένης αγορά και ότι ήταν διατεθειμένοι και μπορούσαν να εισάγουν από τη Ρουμανία για λογαριασμό των προαναφερομένων, οι οποίοι ασχολούνταν με την εμπορία χαλιών, μεγάλες ποσότητες χαλιών με τους πιο πάνω οικονομικούς όρους, με την προϋπόθεση ότι οι προαναφερόμενοι θα προκατέβαλαν σ' αυτούς (κατηγορούμενους) την αξία των χαλιών που θα εισάγονταν, όμως τα γεγονότα αυτά που παρέστησαν στους προαναφερόμενους ήταν εν γνώσει τους ψευδή δεδομένου ότι κανείς από αυτούς δεν είχε ασχοληθεί ποτέ στο παρελθόν με εμπορία ή εισαγωγή χαλιών από τη Ρουμανία, ούτε συνεργάζονταν ή γνώριζαν εμπόρους χαλιών στη Ρουμανία, ούτε είχαν σκοπό να απασχοληθούν με τέτοιου είδους εισαγωγές, αλλά αποκλειστικός σκοπός τους ήταν να εισπράξουν και να ενσωματώσουν στην περιουσία τους τις προκαταβολές που θα τους έδιναν oι παθόντες, με τον τρόπο δε αυτό έπεισαν τους πιο πάνω παθόντες, οι οποίοι κατέβαλαν σ' αυτούς για την αγορά χαλιών από τη Ρουμανία, ο Χ. Π. το ποσό των 135.000 ευρώ, ο Α. Δ. το ποσό των 30.000 ευρώ, ο Π. Σ. το ποσό των 15.000 ευρώ, ο Δ. Κ. το ποσό των 35.000 ευρώ, ο Ε. Κ. το ποσό των 15.000 ευρώ, ο Κ. Α. το ποσό των 15.000 ευρώ, ο Α. Φ. το ποσό των 15.000 ευρώ, ο Ι. Δ. το ποσό των 15.000 ευρώ, ο Α. Φ. το ποσό των 15.000, ο Ι. Δ. το ποσό των 20.0000 ευρώ, ο Π. Χ. το ποσό των 30.000 ευρώ και ο Θ. Π. το ποσό των 17.000 ευρώ, δηλαδή συνολικό ποσό τριακοσίων είκοσι επτά χιλιάδων (327.000) ευρώ, το οποίο (ποσό) οι κατηγορούμενοι ενσωμάτωσαν παράνομα στην ατομική τους περιουσία, προξενώντας αντίστοιχη περιουσιακή ζημία στους πιο πάνω παθόντες, το συνολικό δε περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν και η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησαν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ ". Αφού δέχθηκε ότι " από τις καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Π. του Σ., Α. Δ. του Π., Π. Σ. του Δ., Δ. Κ. του Χ., Ε. Κ. Δ., Κ. Α. του Σ., Α. Φ. του Α., Ι. Δ. του Γ., Π. Χ. του Γ. και Θ. Π. του Σ., από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ιδίως δε από το από 4-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και τα φωτοαντίγραφα των μνημονευομένων σ' αυτό επιταγών, καθώς και από τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής: Ο πολιτικώς ενάγων - εκκαλών Χ. Π. είναι Πρόεδρος του συλλόγου Ελλήνων αθίγγανων Μακεδονίας - Θράκης "Τα ΡΩΜΑ" και ασχολείται επαγγελματικά κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια με την εμπορίας χαλιών. Με τους πρώτο και τρίτη των κατηγορουμένων, Δ. Ν. και Α. συζ. Δ. Ν., γνωρίσθηκε κατά το έτος 2002, στη διάρκεια του γάμου κάποιων ομοφύλων τους, τους οποίους ο πρώτος των κατηγορουμένων Δ. Ν. στεφάνωσε. Όταν ο Δ. Ν. πληροφορήθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων - εκκαλών και οι ομόφυλοί του ασχολούνται με την εμπορία χαλιών, του παρέστησε ψευδώς ότι ο ίδιος, λόγω της ιδιότητας του ως νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "TEXTAR OIL ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", που είχε ως επιχειρηματικό αντικείμενο την εμπορία ορυκτελαίων, λιπαντικών ειδών και συναφών πετρελαιοειδών, είχε σημαντικές γνωριμίες στη Ρουμανία, από όπου μπορούσε να του προμηθεύσει χαλιά σε πολύ χαμηλές τιμές. Μάλιστα κατά τις επόμενες ημέρες ο Δ. Ν. συναντήθηκε με τον πολιτικώς ενάγοντα-εκκαλούντα στο κατάστημα του τελευταίου στη Θεσσαλονίκη, συνοδευόμενος από τον δεύτερο των κατηγορουμένων Α. Τ., τον οποίο παρουσίασε ως εργαζόμενο στην πιο πάνω εταιρία, καθώς και από την τρίτη των κατηγορουμένων Α. Ν., σύζυγό του και τον διαβεβαίωσε ότι είχε τη δυνατότητα να του εξασφαλίσει για την αγορά χαλιών τιμές χαμηλότερες κατά 20% έως 30% από τις επικρατούσες τιμές της εγχώριας και ξένης αγοράς. Έπεισε δε τον πολιτικώς ενάγοντα εκκαλούντα να μεταβεί και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας προκειμένου να συναντήσει και άλλους ομοφύλους του, ασχολούμενος με την εμπορία χαλιών, ώστε να προβούν σε μαζική παραγγελία χαλιών από τη Ρουμανία. Πράγματι, ο πολιτικώς ενάγων - εκκαλών, αφού δέχθηκε ως αληθείς τους ισχυρισμούς του Δ. Ν. αλλά και των Α. Τ. και Α. Ν., οι οποίοι συνόδευαν τον Δ. Ν. και επιβεβαίωναν τους ισχυρισμούς αυτούς, ήλθε σε επαφή και με άλλους ομοφύλους του, oι οποίοι βασιζόμενοι στην κρίση του, λόγω της εκτίμησής τους και της εμπιστοσύνης τους προς το πρόσωπο του, θέλησαν και αυτοί να κάνουν παραγγελίες αγοράς χαλιών από τη Ρουμανία. Στα πλαίσια των συναντήσεων και διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν στην Θεσσαλονίκη μεταξύ αφενός μεν των κατηγορουμένων Δ. Ν., Α. Τ. και Α. Ν., αφετέρου δε του πολιτικώς ενάγοντος - εκκαλούντος Χ. Π. και πολλών εκ των ενδιαφερομένων για αγορά χαλιών ομοφύλων του, οι κατηγορούμενοι επαναλάμβαναν τους πιο πάνω ισχυρισμούς και εμφανίζονταν πάντοτε ο Δ. Ν. ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "TEXTAR OIL ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", ο Α. Τ. ως εργαζόμενος στην πιο πάνω εταιρία και η Α. Ν. ως οργανικό μέλος της εταιρίας. Όπως όμως αποδείχθηκε στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι δεν είχαν ασχοληθεί ποτέ στο παρελθόν με την εισαγωγή ή εμπορία χαλιών, ούτε γνώριζαν εμπόρους χαλιών στη Ρουμανία, ούτε είχαν σκοπό να ασχοληθούν με τέτοιες εισαγωγές, αλλά αποκλειστικός σκοπός τους ήταν να εισπράξουν και να ενσωματώσουν στην ατομική τους περιουσία τις προκαταβολές που θα τους έδιναν oι παθόντες, ενώ, επιπλέον, νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικό μέλος της προαναφερόμενης εταιρίας ήταν να εισπράξουν και να ενσωματώσουν στην ατομική τους περιουσία τις προκαταβολές που θα τους έδιναν οι παθόντες, ενώ, επιπλέον , νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικό μέλος της προαναφερόμενης εταιρίας ήταν ο Α. Τ. και όχι ο Δ. Ν.. Έτσι λοιπόν κατά τις αρχές του έτους 2003 στη Θεσσαλονίκη και μετά τη διαβεβαίωση των κατηγορουμένων ότι τα εμπορεύματα θα βρίσκονται στην Ελλάδα εντός δύο μηνών από την καταβολή του τιμήματος, ο πολιτικώς ενάγων - εκκαλών Χ. Π. και οι Α. Δ. του Π., κάτοικος ..., Π. Σ. του Δ., κάτοικος ..., Δ. Κ. του Χ., κάτοικος ..., Ε. Κ. του Δ., κάτοικος ..., Κ. Α. του Σ., κάτοικος ..., Α. Φ. του Α., κάτοικος ..., Ι. Δ. του Γ., κάτοικος ..., Π. Χ. του Γ., κάτοικος ... και Θ. Π. του Σ., κάτοικος ..., πείσθηκαν και κατέβαλαν στους πιο πάνω κατηγορούμενους Δ. Ν., Α. Τ. και Α. Ν., για την αγορά χαλιών από τη Ρουμανία, ο Χ. Π. (πολιτικώς ενάγων - εκκαλών) το ποσό των 135.000 ευρώ, ο Α. Δ. το ποσό των 30.000 ευρώ, ο Π. Σ. το ποσό των 15.000 ευρώ, ο Δ. Κ. το ποσό των 35.000 ευρώ, ο Ε. Κ. το ποσό των 15.000 ευρώ, ο Κ. Α. το ποσό των 15.000 ευρώ, ο Α. Φ. το ποσό των 15.0000 ευρώ, ο Ι. Δ. το ποσό των 20.000 ευρώ, ο Π. Χ. το ποσό των 30.000 ευρώ και ο Θ. Π. το ποσό των 17.000 ευρώ, δηλαδή οι κατηγορούμενοι εισέπραξαν συνολικά το ποσό των τριακοσίων είκοσι επτά χιλιάδων (327.000) ευρώ ενώ αν oι πιο πάνω παθόντες γνώριζαν την αλήθεια δεν θα κατέβαλαν στους κατηγορούμενους τα πιο πάνω χρηματικά ποσά κατά τα οποία και ζημιώθηκαν, δεδομένου ότι ούτε χαλιά παρέλαβαν, ούτε τα χρηματικά ποσά που είχαν καταβάλει τους επιστράφηκαν από τους κατηγορούμενους, oι οποίοι με τον τρόπο αυτό αποκόμισαν αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 327.000 ευρώ. Τα ανωτέρω συνάγονται από τις καταθέσεις όλων των παθόντων σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της έγκλησης και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ιδίως δε το από 4-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του Δ. Ν. και του Χ. Π. (ο οποίος ανέλαβε και για λογαριασμό όλων των υπολοίπων παθόντων την υποχρέωση να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την επιστροφή των πιο πάνω χρηματικών ποσών από τους κατηγορούμενους), ενώ oι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων για χορήγηση από τον Χ. Π. στον Δ. Ν. δανείου με υπέρογκους τοκογλυφικούς τόκους, ως μόνης αιτίας από την οποία απορρέουν oι οφειλές του Δ. Ν. προς τον Χ. Π., δεν αποδεικνύονται, ούτε ενισχύονται από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας ". Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στους κατηγορούμενους στις 24-6-2010 [ κατ'άρθρο 155 παρ. 2 εδ.τελ ΚΠοινΔ ] και κατ'αυτού άσκησαν δια του πληρεξουσίου Δ. Χηνιτίδη, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, με βάση τις από 24/6, 23/6, 24/6-2010, αντίστοιχα, εξουσιοδοτήσεις - στις οποίες βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής τους από τον ίδιο τον δικηγόρο πληρεξούσιο [για -α, γ] - πράγμα νόμιμο βλ. ΑΠ 869/2001 κ.α. Κονταξή ΚΠΔ ( 2006) υπό 42 - και υπάλληλο ΚΕΠ Θεσσαλονίκης για β] - τις υπ'αριθμ. 16, 17 και 18/25-6-2010 αντίστοιχα αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του γραμματέα βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προβάλλοντες ως λόγους αναίρεσης εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο άρθρο 386 ΠΚ διότι δέχθηκε ότι πρόκειται για απάτη ενώ επρόκειτο για παροχή-ανανέωση δανείου [και αναφέρεται από πού προκύπτει αυτό καταθέσεις των παθόντων κλπ.]. Επίσης αναφέρεται ότι πρόκειται για εκκρεμοδικία διότι για την αυτή πράξη έχει ασκηθεί προγενέστερη ποινική δίωξη με τις υπ'αριθμ. ΒΜ Β 2008/εγχ 27 και ΒΜ Β 2007/εγχ 170 εγκλήσεις του εγκαλούντος μαζί με άλλους εγκαλούντες.
ΙΙ. Επειδή, όπως είναι γνωστόν, οι λόγοι αναίρεσης κατά βουλευμάτων ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠοινΔ. 'Ετσι, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης αυτοί που αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων-εγγράφων, μαρτύρων [βλ. ΑΠ 1226/2008, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 2203/2006 κ.α.]. 'Ετσι και η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται στην άνω εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων - βλ. ΑΠ 829/2006, ΑΠ 1561/2007, ΑΠ 1615/2005, ΑΠ 425/2008 κ.α. - δεδομένου ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο ουσίας αλλά ελέγχει τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος -βλ. ΑΠ 2078/2005,- ΑΠ 80/2006 κ.α. Εξ άλλου ο ισχυρισμός περί εκκρεμοδικίας πρέπει να είναι ορισμένος, ήτοι να αναφέρεται από που προκύπτει αφενός και αφετέρου πρέπει να αφορά την αυτή πράξη κλπ - άλλως είναι αόριστος - βλ. ΑΠ 19/88 ΠΧρ ΛΗ σελ. 419 - και συνεπώς απαράδεκτος. Ενόψει τούτων οι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και δη ο πρώτος διότι ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων [την οποία οι αναιρεσείοντες συνδέουν με το ότι δεν πρόκειται για απάτη αλλά για τοκογλυφικό δάνειο πράγμα όμως που δεν δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα], ο δε δεύτερος διότι είναι αόριστος αφού δεν αναφέρεται κατ'αρχήν ότι οι σχετικές εγκλήσεις υπάρχουν ή υπήρχαν ήδη στην παρούσα δικογραφία αφετέρου δεν αφορούν την αυτή- με την υπό κρίση- πράξη αλλά αναφέρονται σε άλλη πράξη και δη έκδοση ακαλύπτων επιταγών [όπως και στο ίδιο το αναιρετήριο αναφέρεται]. Ενόψει τούτων δεν μπορεί να γίνει ούτε αυτεπάγγελτη έρευνα άλλων λόγων αναίρεσης και δη υπέρβαση εξουσίας - 484παρ. 2 ΚΠοινΔ - λαμβανομένου υπόψη ότι επί απάτης παθών είναι αυτός που υπέστη την περιουσιακή ζημία.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Προτείνω όπως απορριφθούν οι υπ'αριθμ. 16, 17 και 18/25-6-2010 αναιρέσεις των Δ. Ν., Α. Τ. και Α. Ν. κατά του υπ'αριθμ. 505/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, να καταδικασθούν δε αυτοί -έκαστος- στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 19-9-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 25-6-2010 αιτήσεις αναιρέσεως καθεμία με ξεχωριστό δικόγραφο ασκηθείσα, των κατηγορουμένων: α)Α. Ν. β)Α. Τ. και γ)Δ. Ν., κατά του υπ'αριθμ.505/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1,3 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρ. 386 Π.Κ. νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού νοείται ο κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς αναγκαία να αναφέρονται στην απόφαση ή το βούλευμα και οι επιμέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. Περαιτέρω, ελλείψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με. την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Π. του Σ., Α. Δ. του Π., Π. Σ. του Δ., Δ. Κ. του Χ., Ε. Κ. του Δ., Κ. Α. του Σ., Α. Φ. του Α., Ι. Δ. του Γ., Π. Χ. του Γ. και Θ. Π. του Σ., από όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ιδίως δε, από το από 4-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και τα φωτοαντίγραφα των μνημονευομένων σ' αυτό επιταγών, καθώς και από τις απολογίες των κατηγορουμένων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από το προσβαλλόμενο βούλευμα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πολιτικώς ενάγων - εκκαλών Χ. Π. είναι Πρόεδρος του συλλόγου Ελλήνων αθίγγανων Μακεδονίας - Θράκης "Τα ΡΩΜΑ" και ασχολείται επαγγελματικά κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια με την εμπορίας χαλιών. Με τους πρώτο και τρίτη των κατηγορουμένων, Δ. Ν. και Α. συζ. Δ. Ν., γνωρίσθηκε κατά το έτος 2002, στη διάρκεια του γάμου κάποιων ομοφύλων τους, τους οποίους ο πρώτος των κατηγορουμένων Δ. Ν. στεφάνωσε. Όταν ο Δ. Ν. πληροφορήθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων - εκκαλών και οι ομόφυλοι του ασχολούνται με την εμπορία χαλιών, τον παρέστησε ψευδώς ότι ο ίδιος, λόγω της ιδιότητας του ως νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΤΕΧΤΑR OIL ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε. Π. Ε.", που είχε ως επιχειρηματικό αντικείμενο την εμπορία ορυκτελαίων, λιπαντικών ειδών και συναφών πετρελαιοειδών, είχε σημαντικές γνωριμίες στη Ρουμανία, από όπου μπορούσε να του προμηθεύσει χαλιά σε πολύ χαμηλές τιμές. Μάλιστα κατά τις επόμενες ημέρες ο Δ. Ν. συναντήθηκε με τον πολιτικώς ενάγοντα εκκαλούντα στο κατάστημα του τελευταίου στη Θεσσαλονίκη, συνοδευόμενος από τον δεύτερο των κατηγορουμένων Α. Τ., τον οποίο παρουσίασε ως εργαζόμενο στην πιο πάνω εταιρία, καθώς και από την τρίτη των κατηγορουμένων Α. Ν., σύζυγο του και τον διαβεβαίωσε ότι είχε τη δυνατότητα να τον εξασφαλίσει για την αγορά χαλιών τιμές χαμηλότερες κατά 20% έως 30% από τις επικρατούσες τιμές της εγχώριας και ξένης αγοράς. Έπεισε δε τον πολιτικώς ενάγοντα -εκκαλούντα να μεταβεί και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας προκειμένου να συναντήσει και άλλους ομοφύλους του, ασχολούμενος με την εμπορία χαλιών, ώστε να προβούν σε μαζική παραγγελία χαλιών από τη Ρουμανία. Πράγματι, ο πολιτικώς ενάγων - εκκαλών, αφού δέχθηκε ως αληθείς τους ισχυρισμούς του Δ. Ν. αλλά και των Α. Τ. και Α. Ν., οι οποίοι συνόδευαν τον Δ. Ν. και επιβεβαίωναν τους ισχυρισμούς αυτούς, ήλθε σε επαφή και με άλλους ομοφύλους του, οι οποίοι βασιζόμενοι στην κρίση του, λόγω της εκτίμησης τους και της εμπιστοσύνης τους προς το πρόσωπο του, θέλησαν και αυτοί να κάνουν παραγγελίες αγοράς χαλιών από τη Ρουμανία. Στα πλαίσια των συναντήσεων και διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν στην Θεσσαλονίκη μεταξύ αφενός μεν των κατηγορουμένων Δ. Ν., Α., Τ. και Α. Ν., αφετέρου δε του πολιτικώς ενάγοντος εκκαλούντος Χ. Π. και πολλών εκ των ενδιαφερομένων για αγορά χαλιών ομοφύλων του, οι κατηγορούμενοι επαναλάμβαναν τους πιο πάνω ισχυρισμούς και εμφανίζονταν πάντοτε ο Δ. Ν. ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΤΕΧΤΑR OIL ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", ο Α. Τ. ως εργαζόμενος στην πιο πάνω εταιρία και η Α. Ν. ως οργανικό μέλος της εταιρίας. Όπως όμως αποδείχθηκε στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι δεν είχαν ασχοληθεί ποτέ στο παρελθόν με την εισαγωγή ή εμπορία χαλιών, ούτε γνώριζαν εμπόρους χαλιών στη Ρουμανία, ούτε είχαν σκοπό να ασχοληθούν με τέτοιες εισαγωγές, αλλά αποκλειστικός σκοπός τους ήταν να εισπράξουν και να ενσωματώσουν στην ατομική τους περιουσία τις προκαταβολές που θα τους έδιναν οι παθόντες, ενώ, επιπλέον, νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικό μέλος της προαναφερόμενης εταιρίας ήταν να εισπράξουν και να ενσωματώσουν στην ατομική τους περιουσία τις προκαταβολές που θα τους έδιναν οι παθόντες, ενώ, επιπλέον, νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικό μέλος της προαναφερόμενης εταιρίας ήταν ο Α. Τ. και όχι ο Δ. Ν.. Έτσι λοιπόν κατά τις αρχές του έτους 2003 στη Θεσσαλονίκη και μετά τη διαβεβαίωση των κατηγορουμένων ότι τα εμπορεύματα θα βρίσκονται στην Ελλάδα εντός δύο μηνών από την καταβολή του τιμήματος, ο πολιτικώς ενάγων - εκκαλών Χ. Π. και οι Α. Δ. του Π., κάτοικος ..., Π. Σ. του Δ., κάτοικος ..., Δ. Κ. του Χ., κάτοικος ..., Ε. Κ. του Δ., κάτοικος ..., Κ. Α. του Σ., κάτοικος ..., Α. Φ. του Α., κάτοικος ..., Ι. Δ. του Γ., κάτοικος ... Π. Χ.Χ. του Γ., κάτοικος ... και Θ. Π. του Σ., κάτοικος ..., πείσθηκαν και κατέβαλαν στους πιο πάνω κατηγορούμενους Δ. Ν., Α. Τ. και Α. Ν., για την αγορά χαλιών από τη Ρουμανία, ο Χ. Π. (πολιτικώς ενάγων - εκκαλών) το ποσό των 135.000 ευρώ, ο Α. Δ. το ποσό των 30.000 ευρώ, ο Π. Σ. το ποσό των 15.000 ευρώ, ο Δ. Κ. το ποσό των 35.000 ευρώ, ο Ε. Κ. το ποσό των 15.000 ευρώ, ο Κ. Α. το ποσό των 15.000 ευρώ, ο Α. Φ. το ποσό των 15.0000 ευρώ, ο Ι. Δ. το ποσό των 20.000 ευρώ, ο Π. Χ. το ποσό των 30.000 ευρώ και ο Θ. Π. το ποσό των 17.000 ευρώ, δηλαδή οι κατηγορούμενοι εισέπραξαν συνολικά το ποσό των τριακοσίων είκοσι επτά χιλιάδων (327.000) ευρώ ενώ αν οι πιο πάνω παθόντες γνώριζαν την αλήθεια δεν θα κατέβαλαν στους κατηγορούμενος τα πιο πάνω χρηματικά ποσά κατά τα οποία και ζημιώθηκαν, δεδομένου ότι ούτε χαλιά παρέλαβαν, ούτε τα χρηματικά ποσά που είχαν καταβάλει τους επιστράφηκαν από τους κατηγορούμενους, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό αποκόμισαν αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 327.000 ευρώ. Τα ανωτέρω συνάγονται από τις καταθέσεις όλων των παθόντων σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της έγκλησης και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ιδίως δε το από 4-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του Δ. Ν. και του Χ. Π. (ο οποίος ανέλαβε και για λογαριασμό όλων των υπολοίπων παθόντων την υποχρέωση να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την επιστροφή των πιο πάνω χρηματικών ποσών από τους κατηγορούμενους), ενώ οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων για χορήγηση από τον Χ. Π. στον Δ. Ν. δανείου με υπέρογκους τοκογλυφικούς τόκους, ως μόνης αιτίας από την οποία απορρέουν οι οφειλές του Δ. Ν. προς τον Χ. Π., δεν αποδεικνύονται, ούτε ενισχύονται από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας." Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45 και 386 παρ. 1-3α (όπως ισχύει) Π.Κ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, δεχθέν ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, αφού εξαφάνισε το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά την απαλλακτική του διάταξη ως προς τους άνω κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστούν για την άνω κακουργηματική απάτη. Το εν λόγω βούλευμα διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστούν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι κάθε αναιρεσείων - κατηγορούμενος, είχε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά στους εγκαλούντες, παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα και ότι με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειες του, όπως παραπάνω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται, επέφερε βλάβη στην περιουσία των εγκαλούντων, συνολική, που ανέρχεται στο ποσό των 327.000 ΕΥΡΩ, δηλαδή, υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, οι κατ'εκτίμηση των δικογράφων των αιτήσεων αναιρέσεως προβαλλόμενοι το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι λοιπές δε αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών ενώ ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας πρέπει ν'απορριφθεί περί εκκρεμοδικίας ισχυρισμός. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 25 Ιουνίου 2010 (αριθμ.καταθέσεως 18, 17 και 16/2010 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσ/νίκης) αιτήσεις των: 1)Α. συζ.Δ. Ν. το γένος Β. Μ., 2)Α. Τ. του Α. και 3)Δ. Ν. του Χ., για αναίρεση του υπ'αριθμ.505/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό Βούλευμα. Απάτη κατά συναυτουργία, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Υπάρχει πλήρης και σαφή αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο ερμηνεύθηκαν σωστά οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Αβάσιμη και απορριπτέα η αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1258/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Νικόλαο Κωνσταντόπουλου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Κ. του Ι., κατοίκου Ηλιούπολης, Αττικής, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.374/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 390/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα, με αριθμό 300/27-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ'άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ την υπ'αριθμ. 37/15-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Κ. του Ι. και της Α., κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω της πληρεξουσίας του Δικηγόρου Χρυσάνθης Ιωάννου Τσιμπινού (Α.Μ. ΔΣΑ 17085) κατοίκου Αθηνών, οδός Μετανείρας αριθμ.. 38 Νέα Κυψέλη), δυνάμει του από 8-3-2010 ειδικού πληρεξουσίου, κατά του υπ'αριθμ. 374/24-2-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 78/20-2-2009 έφεση του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) κατά του υπ'αριθμ. 287/30-1-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της απάτης η οποία φέρεται να έχει τελεσθεί κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999).
Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, με δήλωση στο Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Δ. Δ., ο οποίος συνέταξε και την σχετική έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αντίκλητο του κατηγορουμένου Η. Μ., κάτοικο ... στις 3-3-2010 και στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 6-3-2010 και είναι συνεπώς τυπικά δεκτή. Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 'Ελλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και κατά το άρθρο 139 του ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Εξάλλου όσον αφορά τον λόγο ελλείψεως αιτιολογίας σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου ( ΑΠ 1340/2005 Ποιν. Δίκη 2006, Α.Π. 252/2004, Α.Π. 2200/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ/762, ΑΠ 1457/2000 και 591/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ/537 και ΝΒ/131).
Εν προκειμένω, όπως συνάγεται από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπ'όψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων Γ. Κ. του Ι. κατά το έτος 2001, αλλά και προγενέστερα, ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΥΣΙΚΟΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ", η οποία έδρευε τότε στην Καλλιθέα - Αττικής και επί της οδού Αγαμέμνωνος αρ. 51-53 και της οποίας το αντικείμενο εργασιών ήταν η έκδοση και κυκλοφορία μουσικών περιοδικών. Ειδικότερα, η προαναφερόμενη Ανώνυμη εταιρεία εξέδιδε και κυκλοφορούσε τα περιοδικά "ΠΟΠ και ΡΟΚ, METAL HAMMER, ΠΟΠ ΚΟΡΝ, ΔΙΦΩΝΟ και ZOO". Τα ανωτέρω περιοδικά κυκλοφορούσαν σε μηνιαία βάση και συνοδεύονταν από ένα (1) μουσικό ψηφιακό δίσκο (CD). Η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΔΙΣΚΩΝ Α.Ε." με τον διακριτικό τίτλο "DIGITAL PRESS HELLAS S.A.", που έδρευε τότε στην Κρωπία - Αττικής (θέση Αλωνίστρα της ΒΙ.ΠΕ Κορωπίου, 1η πάροδος Κορωπίου - Βάρης), κατασκεύαζε για λογαριασμό της ως άνω Ανώνυμης εταιρείας του αναιρεσείοντος, κατόπιν παραγγελίας του, ψηφιακούς δίσκους, που συνόδευαν τα ως άνω περιοδικά της. Η συνεργασία αυτή άρχισε το έτος 1987 και τελείωσε το έτος 2001. Για την εξόφληση των παραγγελιών των ψηφιακών δίσκων, ο αναιρεσείων παρέδιδε στην εγκαλούσα εταιρεία μεταχρονολογημένες επιταγές που έφεραν ημερομηνία έκδοσης έξι (6) έως και οκτώ (8) μήνες από τον μήνα που αφορούσαν τα αντίστοιχα τιμολόγια που εξέδιδε η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία. Οι επιταγές αυτές πληρώνονταν κανονικά έως και τις αρχές του έτους 2001, οπότε και παρουσιάστηκαν σημαντικά προβλήματα ως προς την πληρωμή τους. Τον Ιανουάριο του ίδιου έτους η ως άνω εταιρεία του αναιρεσείοντος όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε, βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση. Όμως ο αναιρεσείων αν και γνώριζε τότε ότι η ρηθείσα Ανώνυμη εταιρεία του βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και μολονότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση απορρέουσα, τόσον εκ της προϋπάρχουσας και ισχύουσας έως τότε μεταξύ της εγκαλούσας Ανώνυμης εταιρείας και της ως άνω εταιρείας του συμβάσεως κατασκευής ψηφιακών δίσκων, όσον και εκ της επιβαλλόμενης από τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη συμπεριφορά, να γνωστοποιήσει στην εγκαλούσα εταιρεία την κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας του, εντούτοις αυτός ενεργώντας από πρόθεση, όχι μόνον παρέλειψε να γνωστοποιήσει τούτο στην εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία, ώστε η τελευταία να κρίνει, αν θα έπρεπε να συνεχίσει ή να διακόψει την συνεργασία της μαζί του, αλλά ανέθεσε κιόλας στην εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία να προβεί στην κατασκευή και νέων ψηφιακών δίσκων μουσικής για λογαριασμό της ρηθείσας Εταιρείας του με τους γενικούς τίτλους: "A TRIBUTE TO GEORGE HARRISON", "ΤΑ ΦΑΝΤΑΡΙΣΤΙΚΑ", "WORD OF MOUTH", "METAL MASSACRE No 6", "ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ", "TO ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ", "ΟΙ ΛΥΡΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΠΑΠΙΓΚΟ", "ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ", "FATES WARNING", "SECRETS OF GLORY", "SKYLAND", "ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ -ΚΟΥΚΟΥΛ", "ΣΜΥΡΝΑΪΙΚΟ ΜΙΝΟΡΕ - ΠΑΠΑΓΚΙΚΑ", "ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΙΤΟΝΑ", "JAG PANZER", "HAGGARD AND THOU SHALT TRUST", "RIOT LIVE", "ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ", "ΠΑΡΑ ΘIN ΑΛΟΣ", "PAIN OF SALVATION", "OLD MAN'S CHILD", οι οποίοι θα συνόδευαν τα περιοδικά που εξέδιδε η εταιρεία του, παρασιωπώντας αθέμιτα ότι η τελευταία ήταν τότε κατάχρεη και δεν είχε την δυνατότητα να αποπληρώσει την δοθείσα παραγγελία και ειδικότερα παρασιωπώντας αθέμιτα το γεγονός ότι υφίσταντο τότε, πλην των άλλων οφειλών της και οφειλές της προς την Τράπεζα "EUROBANK", ύψους 400.000.000 δρχ. και στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, ύψους 600.000.000 δρχ., καθώς και οφειλές μισθών προς το προσωπικό της και ότι τα χρέη της αυτά ήταν ήδη απαιτητά από τις 30-6-2000, όπως δέχεται και η με αριθμό 447/3-4-2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως η ρηθείσα εταιρεία του αναιρεσείοντος και εκ της οποίας προκύπτει ότι η εταιρεία του αυτή είχε παύσει τις πληρωμές της από τις 30-6-2000 και όχι από τις 30-6-2002, όπως εκ παραδρομής αναφέρεται στην απόφαση αυτή. Αποτέλεσμα δε της συμπεριφοράς του αυτής ήταν να πείσει τους νόμιμους εκπρόσωπους της εγκαλούσας Ανώνυμης εταιρείας να εκτελέσουν την δοθείσα παραγγελία και να κατασκευάσουν και να παραδώσουν στον εκκαλούντα για λογαριασμό της ρηθείσας Ανώνυμης εταιρείας του τους παραγγελθέντες ψηφιακούς δίσκους μουσικής, εκδίδοντας για τον σκοπό αυτό τα παρακάτω 26 τιμολόγια και συγκεκριμένα τα εξής: 1. Σειρά 01, αρ. θεώρησης: 16831, αριθμός: 01 - 24,' ημερομηνία: 26.01.2001 (ΔΑ -Β -6263 ΔΑ - Β 6270), για ποσό € 7.479,97. 2. Σειρά 01, αρ. θεώρησης: 16837, αριθμός: 01 - 21, ημερομηνία: 30.01.2001 για ποσό € 7.797,92. 3. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 2743, αριθμός: 05 - 85, ημερομηνία: 08.02.2001 (ΔΑ -Δ -11956), για ποσό € 950,97. 4. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 2779, αριθμός: 05 - 114, ημερομηνία: 14.02.2001 (ΔΑ -Δ -11998 ΔΑ - Δ 12002), για ποσό € 7.479,97. 5. Σειρά 01, αρ. θεώρησης: 16969, αριθμός: 01 - 87, ημερομηνία: 27.02.2001 για ποσό € 9.149,40. 6. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 2941, (ΔΑ -Δ 12298) για ποσό € 24.505,21. 7. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3040, αριθμός: 05 - 42, ημερομηνία; 30.03.2001, για ποσό € 25.545,85. 8. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3053, αριθμός: 05 - 281, ημερομηνία: 17.04.2001 (ΔΑ -03 -176 ΔΑ - 03 -184), για ποσό € 7.064,42. 9. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3213, αριθμός: 05 - 77, ημερομηνία: 30.04.2001, για ποσό € 7.364,70. 10. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3241, αριθμός: 05- 398, ημερομηνία; 16.05:2001 (ΔΑ -03 - 345 ΔΑ - 03 -355), για ποσό € 7.064,42. 11. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3300, αριθμός: 05 - 439, ημερομηνία: 25.05.2001 (ΔΑ -03 - 411 ΔΑ - 03 - 417 ΔΑ - 03 421 ΔΑ - 03 430), για ποσό € 16.632,55. 12. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3326, αριθμός: 05 - 455, ημερομηνία: 29.05.2001 (ΔΑ-03 -388), για ποσό € 1.642,78. 13. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3505, αριθμός: 05 - 560, ημερομηνία: 22.06.2001 (ΔΑ -03 -597), για ποσό € 361,34. 14. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3619, αριθμός: 05 -624, ημερομηνία: 12.07.2001 (Μ -03 -774), για ποσό € 6.881,57. 15. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3706, αριθμός: 05 - 688, ημερομηνία: 30.07.2001 (ΔΑ -03 -868), για ποσό € 6.881,57. 16. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3743, αριθμός: 05 -139, ημερομηνία: 31.07.2001, για ποσό € 14.348,17. 17. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3879, αριθμός: 05 - 778, ημερομηνία: 11.09.2001 (ΔΑ-03 -996), για ποσό € 6.881,57. 18. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3987, αριθμός; 05 - 162, ημερομηνία; 28.09.2001 για ποσό € 7,174,08. 19. Σειρά 05, αρ. θεώρησης 4040, αριθμός: 05 - 905, ημερομηνία: 15.10.2001 (ΔΑ -03-.1211) για ποσό € 5.391,81. 20. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4087, αριθμός: 05 - 947, ημερομηνία: 30.10.2001 (ΔΑ-03-1226), για ποσό €2.123,71. 21. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4160, αριθμός; 05 - 170, ημερομηνία: 31.10.2001 για ποσό € 5.621,00, 22. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4258, αριθμός: 05 -1063, ημερομηνία: 23.11.2001 (ΔΑ -03 - 1325 ΔΑ -03 -1329 ΔΑ - Δ - 13275), για ποσό € 17.907,47. 23. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4354, αριθμός: 05 -178, ημερομηνία: 30.11.2001, για ποσό € 18.668,65. 24. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4366, αριθμός; 05 -185, ημερομηνία: 30.11.2001, για ποσό € 37.478,44. 25. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4455, αριθμός: 05-1209, ημερομηνία: 24.12.2001 (ΔΑ-03-1562), για ποσό € 6.258,24. 26. Σειρά 05, αρ. θεώρησης 4507, αριθμός: 05 - 194, ημερομηνία: 31.12.2001 για ποσό € 6.524,26, για την εξόφληση των οποίων η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία τον Ιούλιο και Σεπτέμβριο του έτους 2001 δέχτηκε να λάβει από τον αναιρεσείοντα τις παρακάτω μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως του, σε διαταγή της και συγκεκριμένα: α) την με αριθμό 00000029-9 επιταγή της Τράπεζας αυτής, ποσού 14.673,51 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 28-2-2002, β) την με αριθμό 00000010-8 επιταγή της ίδιας Τράπεζας, ποσού 26.388,12 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 31-1-2002 και γ) την με αριθμό 00000028-1 επιταγή της αυτής τράπεζας, ποσού 14.673,51 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 31-1-2002. Επίσης τον Οκτώβριο του έτους 2001, η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία, για την ίδια ακριβώς αιτία δέχτηκε να λάβει από τον αναιρεσείοντα και την με αριθμό 05445347-0 μεταχρονολογημένη επιταγή της προαναφερόμενης Τράπεζας, ποσού 14.919,33 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 31-3-2002. Τον Δεκέμβριο του έτους 2001 ο αναιρεσείων ζήτησε από την εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία να αντικατασταθούν προηγούμενες επιταγές του, οι οποίες τη περίοδο εκείνη "έληγαν" παρασιωπώντας και πάλι αθέμιτα ότι η εταιρεία του ήταν τότε κατάχρεη και ειδικότερα παρασιωπώντας αθέμιτα το γεγονός ότι υφίσταντο, όπως προαναφέρθηκε, πλην των άλλων οφειλών της και οφειλές της στην Τράπεζα "EUROBANK" ύψους 400.000.000 δραχμών και στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη ύψους 600.000.000 δραχμών, καθώς και οφειλές μισθών προς το προσωπικό της και ότι οι οφειλές της αυτές ήταν ήδη απαιτητές από τις 30-6-2000. Αποτέλεσμα δε της συμπεριφοράς του αυτής ήταν να πείσει τους νόμιμους εκπρόσωπους της εγκαλούσας Ανώνυμης εταιρείας να δεχθούν και να λάβουν σε αντικατάσταση παλαιών επιταγών του δύο (2) μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως του, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας και συγκεκριμένα: 1) την με αριθμό 05445389-5 επιταγή της Τράπεζας αυτής, ποσού 100.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 31-3-2002 και 2) την με αριθμό 05445397-6 επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 39.984 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 15-3-2002. Όλες δε οι παραπάνω επιταγές, παρότι εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή, εν τούτοις δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του εκκαλούντος, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία κατά το συνολικό ποσό των 210.638,47 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ποσά των παραπάνω μεταχρονολογημένων επιταγών που δεν πληρώθηκαν από τον αναιρεσείοντα (14.673,51 ευρώ + 26.388,12 ευρώ + 14.673,51 ευρώ + 14.919,33 ευρώ + 100.000 ευρώ + 39.984 ευρώ = 210.638,47 ευρώ) με αντίστοιχη δική του, αλλά και της ρηθείσας Ανώνυμης εταιρείας, που εκπροσωπούσε, ωφέλεια. Την παραπάνω δε πράξη τέλεσε αναιρεσείων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την υποδομή που είχε διαμορφώσει μέσω της πολυετούς συνεργασίας του με την εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία, αλλά και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αναίρεση ισχυρίζεται τα εξής: α) ότι, δήθεν, το έτος 2001 η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία γνώριζε για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας του, ότι δήθεν την είχε ενημερώσει ο ίδιος σχετικά με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε τότε η εταιρεία του και ότι η εγκαλούσα εταιρεία δέχτηκε να προβεί στην αντικατάσταση των επιταγών του στα πλαίσια πελατειακής της πολιτικής για να μην τον χάσει από πελάτη και β) ότι, δήθεν, η μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας υφιστάμενη διαφορά είναι αστικής φύσεως (αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως) και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του η πράξη που του αποδίδεται. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί, είναι εντελώς αβάσιμοι, καθόσον δεν επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι κατά το έτος 2001 η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία γνώριζε ότι η εταιρεία του εκκαλούντος βρισκόταν τότε σε δεινή οικονομική κατάσταση. Από κανένα, επίσης, στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε ενημερώσει την εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία για την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός. Αντίθετα, από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Θ. Γ., προκύπτει με σαφήνεια ότι η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία δεν γνώριζε για την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας του εκκαλούντος, ότι δηλαδή αυτή αντιμετώπιζε τότε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ότι βρισκόταν σε πλήρη αδυναμία πληρωμών (Βλ. σχετ. την από 11-1-2008 ανακριτική κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα). Εάν δε το γνώριζε αυτό η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία ασφαλώς και δεν θα δεχόταν να συνεχίσει την συνεργασία της μαζί του και δεν θα προέβαινε στην αντικατάσταση των επιταγών του, όπως βάσιμα ισχυρίζεται αυτή. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιβεβαιώνεται και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, δήθεν, η μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας Ανώνυμης εταιρείας διαφορά είναι αστικής φύσεως (αστική διαφορά). Τα παραπάνω δε προκύψαντα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να ανατραπούν από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως Ν. Κ. και Β. Μ., καθόσον οι μάρτυρες αυτοί δεν καταθέτουν απολύτως τίποτα σχετικά με το μείζον θέμα της δεινής οικονομικής κατάστασης, στην οποία βρισκόταν η εταιρεία του αναιρεσείοντος κατά το έτος 2001 και αν το γνώριζε αυτό η εγκαλούσα εταιρεία. Σε κάθε δε περίπτωση οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών δεν μπορούν να θεωρηθούν περισσότερο αξιόπιστες από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Θ. Γ.. Με τα δεδομένα δε αυτά, στοιχειοθετείται πλήρως (αντικειμενικά και υποκειμενικά) η ρηθείσα κακουργηματική πράξη σε βάρος του αναιρεσείοντος όπως ορθώς δέχεται και το προσβαλλόμενο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγο αναιρέσεως κατ'άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Ε Ι Δ Ι Κ Ο Τ Ε Ρ Α Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. "'Οποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε, είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Αθέμιτη δε παρασιώπηση συνιστά η παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, όταν από το νόμο ή την σύμβαση ή από προηγούμενη ενέργεια του δράστη υπάρχει υποχρέωση ανακοίνωσης αυτών. Τέτοια υποχρέωση ανακοίνωσης μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 του Α.Κ. επιβαλλόμενη, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, συμπεριφορά στο συναλλασσόμενο. Έτσι κρίθηκε ότι ιδρύεται ευθύνη λόγω " παρασιώπησης " από τον οφειλέτη γεγονότος που δεν του επιτρέπει την εκπλήρωση της αναλαμβανόμενης υποχρέωσης, λόγω δεινής οικονομικής του κατάστασης (ΑΠ 707/2001, Ποιν.Χρ. ΝΒ', σελ. 223, ΑΠ 505/2000, σε Συμβ. Ποιν.Χρ. Ν', σελ. 975, Μιχ. Μαργαρίτη, Ποινικό Κώδικα, έκδ. 2003, σελ. 1135) και δ) δόλος του δράστη που υπάρχει, όταν αυτός γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης και θέλει να τα παραγάγει. Πρέπει δε ο δόλος να περιλαμβάνει, όχι μόνο όλα τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που προαναφέρθηκαν, αλλά και την μεταξύ τους αιτιώδη σχέση. Η διατύπωση της διάταξης "εν γνώσει" υποδηλώνει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση και δεν επιτρέπει την παραδοχή ενδεχόμενου δόλου ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης, ενώ ως προς τα λοιπά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, αρκεί και μία μόνο από τις τρεις πιο πάνω μορφές απατηλής συμπεριφοράς του δράστη [ Βλ. σχετ. Α.Π. 2052/2007 σε Συμβ. Ποιν.Χρ. ΝΗ', σελ. 733, Α.Π. 2203/2006 σε Συμβ. Ποιν.Χρ. ΝΖ', σελ. 209, Α.Π. 1636/2006, Ποιν.Χρ. ΝΖ', σελ. 734, Α.Π. 625/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ', σελ. 21, Α.Π. 224/2002 Ποιν.Χρ. ΝΒ', σελ. 907, Α.Π. 1296/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 430, Α.Π. 164/2001, Ποιν.Χρ. ΝΑ', σελ. 905, Α.Π. 299/1998 σε Συμβ., Ποιν.Χρ. ΜΗ', σελ. 907, Μπουρόπουλο, κατ' άρθρο Ερμ. του Π.Κ., έκδ. 1964, σελ. 82, Τούση -Γεωργίου, κατ' άρθρο Ερμ. του Π.Κ,,έκδ. Γ', σελ. 1056, Α. Παπαδαμάκη " τα περιουσιακά εγκλήματα", έκδ. 2000, Μιχ. Μαργαρίτη, Ποινικό Κώδικα, έκδ. 2003, σελ. 1140]. Η προαναφερόμενη όμως πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, σύμφωνα με την §3 του ιδίου άρθρου, όπως αντικ. με το άρθρο 1 § 11 του Ν. 2408/1996 και ήδη με το άρθρο 14§4 του Ν. 2721/1999: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1§1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη.
Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το παραπεμπτικό βούλευμα, όπως τούτο μεταρρυθμίστηκε επιτρεπτώς με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ορθώς ερμήνευσαν και εφάρμοσαν το άρθρο 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, δοθέντος ότι η έκδοση ακάλυπτων επιταγών συρρέει αληθώς με την απάτη όταν στηρίζεται η αποδοχή τους στις διαβεβαιώσεις του εκδότη περί της φερεγγυότητας τούτου ή την αθέμιτη αποσιώπηση της ελλείψεως αυτής από την οποία δημιουργείται πεποίθηση στον εξαπατώμενο περί της υπάρξεώς της δήθεν ( ΑΠ 943/1993 Ποιν. Χρον. ΜΓ 964, ΑΠ 376/1982 Ποιν. Χρον. ΛΒ 924 ). Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η αίτηση του αναιρεσείοντος και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
1) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 37/15-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Κ. του Ι. και της Α., κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 374/24-2-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 1/9/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η από 15-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, Γ. Κ., κατά του υπ' αριθμ.374/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεσή του (αναιρεσείοντος) κατά του υπ' αριθμ.287/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή για απάτη από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ, κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Αυτή (αίτηση), έχει εμπρόθεσμα και νομότυπα και πρέπει να ερευνηθεί.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1,3 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000. Εξάλλου, γεγονότα κατά την έννοια του άρ. 386 Π.Κ. νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης.
Ακόμα δε, από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τελεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Επίσης, για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων απολογία κατηγορουμένου και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό του βουλεύματος, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών Γ. Κ. του Ι. κατά το έτος 2001, αλλά και προγενέστερα, ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΥΣΙΚΟΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ", η οποία έδρευε τότε στην Καλλιθέα - Αττικής και επί της οδού Αγαμέμνωνος αρ. 51-53 και της οποίας το αντικείμενο εργασιών ήταν η έκδοση και κυκλοφορία μουσικών περιοδικών. Ειδικότερα, η προαναφερόμενη Ανώνυμη εταιρεία εξέδιδε και κυκλοφορούσε τα περιοδικά "ΠΟΠ και ΡΟΚ, ΜΕΤΑL ΗΑΜΜΕR, ΠΟΠ ΚΟΡΝ, ΔIΦΩΝΟ και ΖΟΟ". Τα ανωτέρω περιοδικά κυκλοφορούσαν σε μηνιαία βάση και συνοδεύονταν από ένα (1) μουσικό ψηφιακό δίσκο (CD). Η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΔΙΣΚΩΝ Α.Ε." με τον διακριτικό τίτλο "DIGITAL PRESS HELLAS S.Α.", που έδρευε τότε στην Κρωπία -Αττικής (θέση Αλωνίστρα της ΒΙ.ΠΕ Κορωπίου, 1η πάροδος Κορωπίου - Βάρης), κατασκεύαζε για λογαριασμό της ως άνω Ανώνυμης εταιρείας του εκκαλούντος, κατόπιν παραγγελίας του, ψηφιακούς δίσκους, που συνόδευαν τα ως άνω περιοδικά της. Η συνεργασία αυτή άρχισε το έτος 1987 και τελείωσε το έτος 2001. Για την εξόφληση των παραγγελιών των ψηφιακών δίσκων, ο εκκαλών παρέδιδε στην εγκαλούσα εταιρεία μεταχρονολογημένες επιταγές που έφεραν ημερομηνία έκδοσης έξι (6) έως και οκτώ (8) μήνες από τον μήνα που αφορούσαν τα αντίστοιχα τιμολόγια που εξέδιδε η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία. Οι επιταγές αυτές πληρώνονταν κανονικά έως και τις αρχές του έτους 2001, οπότε και παρουσιάστηκαν σημαντικά προβλήματα ως προς την πληρωμή τους. Τον Ιανουάριο του ίδιου έτους η ως άνω εταιρεία του εκκαλούντος, όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε, βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση. Όμως ο εκκαλών, αν και γνώριζε τότε ότι η ρηθείσα Ανώνυμη εταιρεία του βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και μολονότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση απορρέουσα, τόσον εκ της προϋπάρχουσας και ισχύουσας έως τότε μεταξύ της εγκαλούσας Ανώνυμης εταιρείας και της ως άνω εταιρείας του συμβάσεως κατασκευής ψηφιακών δίσκων, όσον και εκ της επιβαλλόμενης από τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη συμπεριφορά, να γνωστοποιήσει στην εγκαλούσα εταιρεία την κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας του, εντούτοις αυτός ενεργώντας από πρόθεση, όχι μόνον παρέλειψε να γνωστοποιήσει τούτο στην εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία, ώστε η τελευταία να κρίνει, αν θα έπρεπε να συνεχίσει ή να διακόψει την συνεργασία της μαζί του, αλλά ανέθεσε κιόλας στην εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία να προβεί στην κατασκευή και νέων ψηφιακών δίσκων μουσικής για λογαριασμό της ρηθείσας Εταιρείας του με τους γενικούς τίτλους: "Α ΤRIBUTE ΤΟ GEORGE ΗΑRRISΟΝ", "ΤΑ ΦΑΝΤΑΡΙΣΤΙΚΑ", "WORD ΟF ΜΟUΤΗ", "ΜΕΤΑL ΜΑSSACRΕ Νο 6", "ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ", "ΤΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ", "ΟΙ ΛΥΡΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΠΑΠΙΓΚΟ", "ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ", "FΑΤΕS WARNING", "SΕCRΕΤS ΟF GLORY", "SΚΥLΑΝD", "ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ -ΚΟΥΚΟΥΛ", "ΣΜΥΡΝΑΪΙΚΟ ΜΙΝΟΡΕ - ΠΑΠΑΓΚΙΚΑ", "ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΙΤΟΝΑ", "JΑG ΡΑΝΖΕR", "ΗΑGGΑRD ΑΝD ΤΗΟU SΗΑLΤ ΤRUSΤ", "RΙΟΤ LIVE", "ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ", "ΠΑΡΑ ΘΙΝ ΑΛΟΣ", "ΡΑΙΝ ΟF SΑLVATION", "ΟLD ΜΑΝ'S CHILD", οι οποίοι θα συνόδευαν τα περιοδικά που εξέδιδε η εταιρεία του, παρασιωπώντας αθέμιτα ότι η τελευταία ήταν τότε κατάχρεη και δεν είχε την δυνατότητα να αποπληρώσει την δοθείσα παραγγελία και ειδικότερα παρασιωπώντας αθέμιτα το γεγονός ότι υφίσταντο τότε, πλην των άλλων οφειλών της και οφειλές της προς την Τράπεζα "ΕURΟΒΑΝΚ", ύψους 400.00£.000 δρχ. και στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, ύψους 600.000.000 δρχ., καθώς και οφειλές μισθών προς το προσωπικό της και ότι τα χρέη της αυτά ήταν ήδη απαιτητά από τις 3 0-6-2000, όπως δέχεται και η με αριθμό 447/3-4-2002 απόφαση του πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως η ρηθείσα εταιρεία του εκκαλούντος και εκ της οποίας προκύπτει ότι η εταιρεία του αυτή είχε παύσει τις πληρωμές της από τις 30-6-2000 και όχι από τις 30-6-2002, όπως εκ παραδρομής αναφέρεται στην απόφαση αυτή. Αποτέλεσμα δε της συμπεριφοράς του αυτής ήταν να πείσει τους νόμιμους εκπρόσωπους της εγκαλούσας Ανώνυμης εταιρείας να εκτελέσουν την δοθείσα παραγγελία και να κατασκευάσουν και να παραδώσουν στον εκκαλούντα για λογαριασμό της ρηθείσας Ανώνυμης εταιρείας του τους παραγγελθέντες ψηφιακούς δίσκους μουσικής, εκδίδοντας για τον σκοπό αυτό τα παρακάτω 26 τιμολόγια και συγκεκριμένα τα εξής: 1. Σειρά 01, αρ. θεώρησης: 16831, αριθμός: 01 - 24, ημερομηνία: 26.01.2001(ΔΑ -Β -6263 ΔΑ - Β 6270), για ποσό € 7.479,97. 2. Σειρά 01, αρ. θεώρησης: 16837, αριθμός: 01 - 21, ημερομηνία: 30.01.2001 για ποσό € 7.797,92. 3. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 2743, αριθμός: 05 - 85, ημερομηνία: 08.02.2001 (ΔΑ -Δ -11956), για ποσό € 950,97. 4. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 2779, αριθμός: 05 - 114, ημερομηνία: 14.02.2001 (ΔΑ -Δ -11998 ΔΑ - Δ 12002), για ποσό € 7.479,97. 5. Σειρά 01, αρ. θεώρησης: 16969, αριθμός: 01 - 87, ημερομηνία: 27.02.2001 για ποσό € 9.149,40. 6. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 2941, (ΔΑ - Δ 12298), για ποσό € 24.505,21. 7. Σειρά 05, αρ, θεώρησης: 3040, αριθμός: 05 - 42, ημερομηνία: 30.03.2001, για ποσό € 25.545,85. 8.
Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3053, αριθμός: 05 - 281, ημερομηνία: 17.04.2001 (ΔΑ -03 -176 ΔΑ - 03 -184), για ποσό € 7.064,42. 9. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3213, αριθμός: 05 - 77, ημερομηνία: 30,04.2.001, για ποσό € 7.364 70. 10. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3241, αριθμός: 05 - 398, ημερομηνία: 16.05.2001 (ΔΑ -03 - 345 ΔΑ - 03 355), για ποσό € 7.064,42. 11. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3300, αριθμός: 05 - 439, ημερομηνία: 25.05.2001 (ΔΑ -03 - 411 ΔΑ - 03 - 417 ΔΑ - 03 421 ΔΑ - 03 430), για ποσό € 16.632,55. 12.
Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3326, αριθμός: 05 - 455, ημερομηνία: 29.05.2001 (ΔΑ-03 -388), για ποσό € 1.642,78. 13. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3505, αριθμός: 05 - 560, ημερομηνία: 22.06.2001 (ΔΑ -03 -597), για ποσό € 361,34. 14.
Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3619, αριθμός: 05 - 624, ημερομηνία: 12.07.2001 (Μ -03 -774), για ποσό € 6.881,57. 15. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3706, αριθμός: 05 - 688, ημερομηνία: 30.07.2001 (ΔΑ -03 -868), για ποσό € 6.881,57. 16. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3743, αριθμός: 05-139, ημερομηνία: 31.07.2001, για ποσό € 14.348,17. 17. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3879, αριθμός: 05 - 778, ημερομηνία: 11.09.2001 (ΔΑ-03 -996), για ποσό €6.881,57. 18.
Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 3987, αριθμός: 05 - 162, ημερομηνία: 28.09.2001 για ποσό € 7,174,08. 19. Σειρά 05, αρ. θεώρησης 4040, αριθμός: 05 - 905, ημερομηνία: 15.10.2001 (ΔΑ -03 - 1211) για ποσό € 5.391,81. 20. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4087, αριθμός: 05 - 947, ημερομηνία: 30.10.2001 (ΔΑ-03-1226), για ποσό €2.123,71. 21. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4160, αριθμός: 05 - 170, ημερομηνία: 31.10.2001 για ποσό € 5.621,00, 22. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4258, αριθμός: 05 -1063, ημερομηνία: 23.11.2001 (ΔΑ -03 - 1325 ΔΑ -03 - 1329 ΔΑ - Δ - 13275), για ποσό € 17.907,47. 23.
Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4354, αριθμός: 05 -178, ημερομηνία: 30.11.2001, για ποσό €18.668,65. 24. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4366, αριθμός: 05 -185, ημερομηνία: 30.11.2001, για ποσό € 37.478,44. 25. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4455, αριθμός: 05-1209, ημερομηνία: 24.12.2001 (ΔΑ-03-1562), για ποσό € 6.258,24. 26. Σειρά 05, αρ. θεώρησης: 4507, αριθμός: 05 - 194, ημερομηνία: 31.12.2001 για ποσό € 6.524,26, για την εξόφληση των οποίων η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία τον Ιούλιο και Σεπτέμβριο του έτους 2001 δέχτηκε να λάβει από τον εκκαλούντα τις παρακάτω μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως του, σε διαταγή της και συγκεκριμένα: α) την με αριθμό 00000029-9 επιταγή της Τράπεζας αυτής, ποσού 14.673,51 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 28-2-2002, β) την με αριθμό 00000010-8 επιταγή της ίδιας Τράπεζας, ποσού 26.388,12 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 31-1-2002 και γ) την με αριθμό 00000028-1 επιταγή της αυτής τράπεζας, ποσού 14.673,51 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 31-1-2002. Επίσης τον Οκτώβριο του έτους 2001, η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία, για την ίδια ακριβώς αιτία δέχτηκε να λάβει από τον εκκαλούντα και την με αριθμό 05445347-0 μεταχρονολογημένη επιταγή της προαναφερόμενης Τράπεζας, ποσού 14.919,33 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 31-3-2002. Τον Δεκέμβριο του έτους 2001 ο εκκαλών ζήτησε από την εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία να αντικατασταθούν προηγούμενες επιταγές του οι οποίες την περίοδο εκείνη "έληγαν" παρασιωπώντας και πάλι αθέμιτα ότι η εταιρεία του ήταν τότε κατάχρεη και ειδικότερα παρασιωπώντας αθέμιτα το γεγονός ότι υφίσταντο, όπως προαναφέρθηκε, πλην των άλλων οφειλών της και οφειλές της στην Τράπεζα "ΕURΟΒΑΝΚ" ύψους 400.000.000 δραχμών και στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη ύψους 600.000.000 δραχμών, καθώς και οφειλές μισθών προς το προσωπικό της και ότι οι οφειλές της αυτές ήταν ήδη απαιτητές από τις 30-6-2000. Αποτέλεσμα δε της συμπεριφοράς του αυτής ήταν να πείσει τους νόμιμους εκπρόσωπους της εγκαλούσας Ανώνυμης εταιρείας να δεχθούν και να λάβουν σε αντικατάσταση παλαιών επιταγών του δύο (2) μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως του, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας και συγκεκριμένα: 1) την με αριθμό 05445389-5 επιταγή της Τράπεζας αυτής, ποσού 100.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 31-3-2002 και 2) την με αριθμό 05445397-6 επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 39.984 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 15-3-2002. Όλες δε οι παραπάνω επιταγές, παρότι εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή, εν τούτοις δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του εκκαλούντος, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία κατά το συνολικό ποσό των 210.63 8,47 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ποσά των παραπάνω μεταχρονολογημένων επιταγών που δεν πληρώθηκαν από τον εκκαλούντα (14.673,51 ευρώ + 26.388,12 ευρώ + 14.673,51 ευρώ + 14.919,33 ευρώ + 100.000 ευρώ + 39.984 ευρώ = 210.638,47 ευρώ) με αντίστοιχη δική του, αλλά και της ρηθείσας Ανώνυμης εταιρείας, που εκπροσωπούσε, ωφέλεια. Την παραπάνω δε πράξη τέλεσε ο εκκαλών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την υποδομή που είχε διαμορφώσει μέσω της πολυετούς συνεργασίας του με την εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία, αλλά και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεση του ισχυρίζεται τα εξής: α) ότι, δήθεν, το έτος 2001 η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία γνώριζε για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας του, ότι δήθεν την είχε ενημερώσει ο ίδιος σχετικά με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε τότε η εταιρεία του και ότι η εγκαλούσα εταιρεία δέχτηκε να προβεί στην αντικατάσταση των επιταγών του στα πλαίσια πελατειακής της πολιτικής για να μην τον χάσει από πελάτη και β) ότι, δήθεν, η μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας υφιστάμενη διαφορά είναι αστικής φύσεως (αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως) και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του η πράξη που του αποδίδεται. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί, είναι εντελώς αβάσιμοι, καθόσον δεν επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι κατά το έτος 2001 η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία γνώριζε ότι η εταιρεία του εκκαλούντος βρισκόταν τότε σε δεινή οικονομική κατάσταση. Από κανένα, επίσης, στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο εκκαλών είχε ενημερώσει την εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία για την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός. Αντίθετα, από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Θ. Γ., προκύπτει με σαφήνεια ότι η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία δεν γνώριζε για την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας του εκκαλούντος, ότι δηλαδή αυτή αντιμετώπιζε τότε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ότι βρισκόταν σε πλήρη αδυναμία πληρωμών (Βλ. σχετ. την από 11-1-2008 ανακριτική κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα). Εάν δε το γνώριζε αυτό η εγκαλούσα Ανώνυμη εταιρεία ασφαλώς και δεν θα δεχόταν να συνεχίσει την συνεργασία της μαζί του και δεν θα προέβαινε στην αντικατάσταση των επιταγών του, όπως βάσιμα ισχυρίζεται αυτή. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιβεβαιώνεται και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι, δήθεν, η μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας Ανώνυμης εταιρείας διαφορά είναι αστικής φύσεως (αστική διαφορά). Τα παραπάνω δε προκύψαντα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν, να ανατραπούν από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως Ν. Κ. και Β. Μ., καθόσον οι μάρτυρες αυτοί δεν καταθέτουν απολύτως τίποτα σχετικά με το μείζον θέμα της δεινής οικονομικής κατάστασης, στην οποία βρισκόταν η εταιρεία του εκκαλούντος κατά το έτος 2001 και αν το γνώριζε αυτό η εγκαλούσα εταιρεία. Σε κάθε δε περίπτωση οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών δεν μπορούν να θεωρηθούν περισσότερο αξιόπιστες από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Θ. Γ.. Με τα δεδομένα δε αυτά, στην προκειμένη περίπτωση στοιχειοθετείται πλήρως (αντικειμενικά και υποκειμενικά) η ρηθείσα κακουργηματική πράξη σε βάρος του εκκαλούντος, όπως ορθώς δέχεται και το εκκαλούμενο βούλευμα." Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 στ',26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1-3α(όπως ισχύει) Π.Κ.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, απέρριψε ως κατ'ουσιαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την άνω κακουργηματική απάτη, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή του κατηγορουμένου άνω διάταξη του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ενεργώντας με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, είχε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά στην εγκαλούσα, παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα και ότι με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειες του, όπως παραπάνω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται, επέφερε βλάβη στην περιουσία της εγκαλούσας εταιρίας που ανέρχεται στο ποσό των 210.638,47 ΕΥΡΩ, δηλαδή, υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ. Τις ανωτέρω πράξεις τέλεσε ο κατηγορούμενος έχοντας διαμορφώσει υποδομή μέσω της πολυετούς συνεργασίας του με την εγκαλούσα εταιρεία και έχοντας την δυνατότητα να-τελέσει αυτήν περισσότερες φορές, ενώ υπήρχε σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Επίσης, το Συμβούλιο, Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2010 (αριθμ.37/2010 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών) αίτηση του Γ. Κ. του Ι., για αναίρεση του υπ'αριθμ. 374/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Υπάρχει πλήρης και σαφής αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο ερμηνεύθηκαν σωστά οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1257/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Π. του Β. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.125/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον Ν. Κ. του Δ. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 868/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (24-11-2009), το έγκλημα της κατοχής ναρκωτικών, στα οποία περιλαμβάνεται και η ηρωίνη, το οποίο τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και με χρηματική ποινή 2099 μέχρι 290.000 ευρώ και αν ο δράστης είναι υπάλληλος, ο οποίος λόγω της υπηρεσίας του ασχολείται με τα ναρκωτικά, με κάθειρξη 15 ετών και χρηματική ποινή 15.000 μέχρι 440.000 ευρώ (άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου), πραγματώνεται αντικειμενικώς με τη φυσική εξουσίαση των ουσιών αυτών από τον δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά την βούληση του, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωση του απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και την θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 125/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρέσειων κηρύχθηκε ένοχος, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, κατοχής και αγοράς ναρκωτικών ουσιών και οπλοκατοχής και του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τριάντα ενός χιλιάδων (31.000) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στα Ιωάννινα ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Π. (αναιρεσείων), κατείχε ναρκωτικές ουσίες, φυσικές δηλαδή ουσίες, οι οποίες δρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές. Συγκεκριμένα τις 11-9-2007 κατείχε 30,40 γραμμάρια ηρωίνης, την οποία πώλησε στη συνέχεια στο δεύτερο κατηγορούμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη, Ν. Δ.Κ. ) και τις 12-9-2007 κατείχε 0,9 γραμμάρια ηρωίνης, η οποία ήταν συσκευασμένη σε μικροδέματα και την οποία προσπάθησε να εναποθέσει στο αυτοκίνητο αστυνομίας, με το οποίο μεταφερόταν, επειδή είχε συλληφθεί για την παραπάνω πώληση της πρώτης ποσότητας. Τις ποσότητες αυτές ναρκωτικών ουσιών κατείχε ο πρώτος κατηγορούμενος πρώτα στο σπίτι του και στη συνέχεια στις τσέπες των ρούχων του. Συγκεκριμένα, ασκούσε φυσική εξουσία στις εν λόγω ναρκωτικές ουσίες, έτσι ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του. Εξάλλου στα Ιωάννινα στις 11-9-2007 ο πρώτος κατηγορούμενος πούλησε στο δεύτερο κατηγορούμενο την ανωτέρω ποσότητα των 30,40 γραμμαρίων ηρωίνης, ήτοι μεταβίβασε σ' αυτόν, κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ, την κυριότητα της ναρκωτικής αυτής ουσίας, με την παράδοση της σ' αυτόν και την καταβολή από μέρους του τελευταίου στον ίδιο του τιμήματος των 1.200 ευρώ, που είχε συμφωνηθεί για την εν λόγω πώληση. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού συναντήθηκε με το δεύτερο κατηγορούμενο και συμφώνησαν για την παραπάνω πώληση, για την οποία ο δεύτερος κατηγορούμενος του προκατέβαλε το ανωτέρω τίμημα, αυτός πήρε από το σπίτι του την παραπάνω ναρκωτική ουσία και την τοποθέτησε σε κρύπτη στη είσοδο του παλαιού θερινού κινηματογράφου Σ. Ιωαννίνων, από όπου την παρέλαβε ο δεύτερος κατηγορούμενος μετά από τηλεφωνική ειδοποίηση του πρώτου κατηγορουμένου, όπως είχαν συμφωνήσει. Εξάλλου, οι παραπάνω ποσότητες των 30,40 και 0,90 γραμμαρίων ηρωίνης αποτελούσαν επί μέρους ποσότητες μεγαλύτερης ενιαίας ποσότητας ηρωίνης που κατείχε ο πρώτος κατηγορούμενος. Εξάλλου, στα Ιωάννινα, στις 11-9-2007 ο δεύτερος κατηγορούμενος αγόρασε από τον πρώτο κατηγορούμενο ναρκωτικές ουσίες και, συγκεκριμένα, την ανωτέρω ποσότητα των 30,40 γραμμαρίων ηρωίνης, με τις ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις που προαναφέρθηκαν. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος μεταβίβασε στο δεύτερο κατηγορούμενο, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, την κυριότητα της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας και παρέδωσε σ' αυτόν, με τον τρόπο που προεκτέθηκε, την εν λόγω ναρκωτική ουσία, έναντι του ανωτέρω τιμήματος των 1.200 ευρώ που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε από το δεύτερο κατηγορούμενο στον πρώτο. Οι κατηγορούμενοι προέβησαν στις παραπάνω ενέργειες με δόλια προαίρεση, καθόσον αυτοί αφενός μεν γνώριζαν ότι οι ανωτέρω αποτελούν ναρκωτικές, με την έννοια που προεκτέθηκε, ουσίες, ότι κατέχουν αυτές, με την παραπάνω έννοια του όρου τούτου και επιπλέον οι δυο τελευταίοι από αυτούς στις παραπάνω ποσότητες, οι οποίες εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τις δικές τους ανάγκες και ότι αυτοί τις προόριζαν για δική τους αποκλειστικά χρήση, καθώς επίσης και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πωλεί στο δεύτερο και αυτός αγοράζει από τον πρώτο, με τις παραπάνω έννοιες των όρων αυτών, τις ανωτέρω ναρκωτικές ουσίες και αφετέρου αυτοί ήθελαν να κατέχουν, οι δύο τελευταίοι από αυτούς για δική τους αποκλειστικά χρήση τις ανωτέρω ναρκωτικές ουσίες, καθώς επίσης και να πουλήσει ο πρώτος στο δεύτερο και αυτός να αγοράσει από τον πρώτο την ανωτέρω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, όπως τα στοιχεία των πράξεων αυτών εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω. Εξάλλου, από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 12-9-2007 κατείχε στο σπίτι του στο ... χωρίς άδεια της αρμοδίας αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας του, όπλο, ήτοι μηχάνημα, το οποίο με ωστική δύναμη που παράγεται με την καύση πυρίτιδας, εκτοξεύει βλήμα και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα. Συγκεκριμένα κατείχε ένα πιστόλι, εργοστασίου κατασκευής ΖΑΣΤΑΒΑ 638, το οποίο είχε τοποθετημένο σε μεταλλικό κουτί. Αυτός προέβη στην εν λόγω ενέργεια του με δόλια προαίρεση, καθόσον αφενός μεν γνώριζε, ότι το παραπάνω αντικείμενο αποτελεί όπλο και ότι κατέχει αυτό χωρίς άδεια της κατά τα παραπάνω αρμοδίας αστυνομικής αρχής και αφετέρου ήθελε να κατέχει το εν λόγω όπλο, καίτοι στερούνταν της άδειας, που, σύμφωνα με τα παραπάνω, απαιτούταν γι' αυτό. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και, κυρίως, στις απολογίες των κατηγορουμένων, οι οποίοι ομολογούν ουσιαστικά τα λόγω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με το αδιαμφισβήτητο πραγματικό γεγονός της ανεύρεσης των ανωτέρου ναρκωτικών ουσιών κατά τη σύλληψη των κατηγορουμένων και συνεπώς ο ισχυρισμός πρώτου κατηγορουμένου περί εφαρμογής του άρθρου 211 Α ΠΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ίδιου κατηγορουμένου, ότι μεσολάβησε απλώς στην παράδοση της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας στο δεύτερο κατηγορούμενο, όχι μόνο δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αλλά, αντίθετα, διαψεύδεται, όχι μόνο από την αντίθετη σαφέστατη κατάθεση του δευτέρου κατηγορουμένου, αλλά και από τις δυο ζυγαριές ακριβείας που βρέθηκαν στο σπίτι του, την ύπαρξη των οποίων δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει με κάποιο σοβαρό επιχείρημα. Σύμφωνα μ' αυτά ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και ειδικότερα, του ότι, "στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α) Με πρόθεση, κατείχε ναρκωτικές ουσίες. Συγκεκριμένα: α) στις 11-9-2007, στα Ιωάννινα, κατείχε ποσότητα ηρωίνης, βάρους τριάντα κόμμα τεσσάρων (30,4) γραμμαρίων και β) στις 12-9-2007, στο ... , κατείχε ένα μικροδέμα με ηρωίνη, βάρους μηδέν κόμμα εννέα (0,9) γραμμαρίων. Β) Στις 11-9-2007, στα Ιωάννινα, με πρόθεση, πώλησε στον Ν. Κ. , ποσότητα ηρωίνης, βάρους τριάντα κόμμα τεσσάρων (30,4) γραμμαρίων, αντί του τιμήματος των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ, το οποίο έλαβε προκαταβολικά. Γ) Στις 12-9-2007, στο ... , με πρόθεση, κατείχε εντός της οικίας του, παράνομα όπλο και συγκεκριμένα κατείχε ένα πιστόλι, εργοστασίου κατασκευής ΖΑSΤΑVΑ 638, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εβ.α', 26 παρ.1α', 27 παρ.1, 94 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.1,2 Ποιν.Α'5, 20 παρ.1β ζ'και 2, 1 παρ.1α', δ', 7 παρ.1, 2, 8α Ν.2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Ν. Χ.Κ. και Χ. Ι.Τ. και υπερασπίσεως, Ι. Α.Γ. και Ι. Δ.Π. . Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο ισχυρισμός για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες το άρθρο 84 § 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε' ήτοι: α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α') και β)ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορος του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α' και ε' του ΠΚ και σχετικά με τα προαναφερόμενα ελαφρυντικά ζήτησε κατά λέξη τα παρακάτω: "Ελαφρυντική περίσταση του αρθρ. 84 παραγρ. 2α ΠΚ. Από το δελτίο του ποινικού του μητρώου, αλλά και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι στο παρελθόν δεν έχει εκδηλώσει άξια λόγου παραβατική συμπεριφορά, αυτό, δε, προκύπτει και από το ποινικό του μητρώο. Κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων που του αποδίδονται ήταν ηλικίας 24 ετών και παρά το νεαρό της ηλικίας του εργαζόταν και συντηρούσε την οικογένεια του, η οποία αποτελείται από την σύζυγο του και από τα τρία ανήλικα παιδιά του. Η εμπλοκή του στην υπόθεση αυτή ήταν αποτέλεσμα νεανικής απερισκεψίας για την οποία ήδη έχει ειλικρινώς μεταμεληθεί, και σ' αυτό συνετέλεσε η συνειδητοποίηση των καταστροφικών συνεπειών που είχε η εμπλοκή του αυτή και θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε παρόμοια εμπλοκή του στο μέλλον. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του προσκομίζει και επικαλείται το από 13-9-2007 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ... , το από 2007 δελτίο υγείας αθλητή και αναφέρεται στο ποινικό του μητρώο. Ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παραγρ. 2ε ΠΚ. Στην περίπτωσή του καθ' όλο το χρονικό διάστημα της κρατήσεώς του συγκέντρωνε στο πρόσωπό του όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες βεβαιώσεις των καταστημάτων κράτησής του και τις σχετικές εκθέσεις των κοινωνικών λειτουργών". Το δικάσαν Δικαστήριο, απέρριψε το αίτημά του αυτό με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Το αίτημα του εν λόγω κατηγορουμένου να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α και ε ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί. Διότι από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι δεν συντρέχουν οι σχετικές νόμιμες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών και, συνεπώς, εκ του λόγου αυτού δεν έζησε έντιμη ζωή, όπως απαιτεί το άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ ενώ από μόνη της η συμπεριφορά του ως κρατουμένου στις φυλακές δεν μπορεί να θεμελιώσει και να αιτιολογήσει την απαιτούμενη καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα από τις πράξεις τους". Η αιτιολογία αυτή, είναι η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντ/τος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, της πιο πάνω δικαστικής αποφάσεως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚΠΔ σχετικός λόγος της αιτήσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων με την αίτησή του ισχυρίζεται, ότι στο δικάσαν Εφετείο ο συνήγορός του κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο του, σχετικά με την ποσότητα των 30,40 γραμμαρίων ηρωΐνης, τον αυτοτελή, όπως τον χαρακτηρίζει, ισχυρισμό, ότι δηλαδή, ορθός χαρακτηρισμός της πράξης την οποία έχει τελέσει, είναι η μεσολάβηση σε πώληση ναρκωτικής ουσίας και ότι το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο ισχυρισμός αυτός, δεν είναι αυτοτελής για να έχει το Δικαστήριο υποχρέωση να απαντήσει επ'αυτού πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει για την απόρριψή του με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά άρνηση της κατηγορίας και ειδικότερα, άρνηση της κατοχής της άνω ποσότητας της ναρκωτικής ουσίας, για την οποία το Δικαστήριο στις παραδοχές του έχει περιλάβει την κατά νόμο απαιτούμενη αιτιολογία. Εξάλλου, με την αίτησή του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ως προς την καταδίκη του για την κατοχή της ποσότητας των 0,90 γραμμαρίων ηρωΐνης, διότι δεν χαρακτήρισε την ποσότητα αυτή ως προμήθεια και κατοχή μικροποσότητας για αποκλειστικά δική του χρήση. Όμως, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπάρχει πλήρης και σαφής για την κατοχή και της ποσότητας αυτής, από τον κατηγορούμενο, αιτιολογία, αφού γίνεται σ'αυτό ειδική αναφορά ότι τόσο η ποσότητα των 30,40 γραμμαρίων όσο και τα 0,90 γραμμάρια ηρωΐνης, αποτελούσαν επί μέρους ποσότητες μεγαλύτερης ενιαίας κατεχόμενης από τον κατηγορούμενο, ποσότητας της ναρκωτικής αυτής ουσίας. Ενώ όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, τέτοιος ισχυρισμός για την ποσότητα των 09,0 γραμμαρίων ηρωΐνης στο άνω Δικαστήριο δεν είχε υποβληθεί.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2010 (υπ'αριθμ.πρωτ.4713/15-6-2010 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Δ. Π. του Β. για αναίρεση της με αριθμό 125/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, οπλοκατοχή. Η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σκεπτικό της και το διατακτικό που το συμπληρώνει, έχει την κατά νόμο απαιτούμενη αιτιολογία και ορθά εφαρμόστηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η πράξη που φέρεται ότι τέλεσε, είναι αυτή της άμεσης συνέργειας σε προμήθεια για ιδία χρήση, δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός. Για την απόρριψή του δεν απαιτείται γι’ αυτόν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτοτελής είναι ο ισχυρισμός για συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του αυτού κώδικα ποινής. Για να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την πράξη και στο καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου. Απορρίπτει λόγους ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και μη ορθής του νόμου εφαρμογής, καθώς αίτημα για χορήγηση ελαφρυντικών. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1255/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Ε. , κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Καστραντά, περί αναιρέσεως της 14,15,16 και 17/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την M. K. του P. , κάτοικο …, η οποία δεν παρέστη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 623/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 14-15-16-17/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης δεκατεσσάρων (14) ετών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: α) Στο Αιγάλεω Αττικής, την 23-12-2006, από πρόθεση επιχείρησε να σκοτώσει άλλον, ενώ ευρίσκετο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Συγκεκριμένα, περί ώρα 05.30' της παραπάνω ημερομηνίας και σε απόσταση περίπου 50 μέτρων από την είσοδο του καταστήματος "ΜΠΑΡ", με την επωνυμία "ΚΑΣΤΡΟ" επί της οδού Παπαναστασίου αριθ. 6, ενώ η παθούσα M. K. του P. , που εργαζόταν στο παραπάνω κατάστημα ως σερβιτόρα, μόλις είχε εξέλθει από αυτό (όπως και ο κατηγορούμενος με τρεις ακόμη συμπατριώτες του) και του είχε ζητήσει να εξοφλήσει υπόλοιπο τιμήματος ποσού 50 € από τα ποτά, που είχαν καταναλώσει εντός του καταστήματος, κατευθύνθηκε προς αυτήν (από το απέναντι πεζοδρόμιο προς την είσοδο του καταστήματος), εξήγαγε ένα πυροβόλο όπλο και πυροβόλησε από μικρή απόσταση μία φορά κατ' αυτής, έχοντας πρόθεση να την σκοτώσει και ενώ ευρίσκετο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πλην, όμως, δεν επέτυχε τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, διότι δεν κατάφερε να την πλήξει σε καίριο σημείο του σώματος της, αλλά επλήγη στον αριστερό μηρό και λόγω της έγκαιρης μεταφοράς της σε νοσοκομείο, της παρασχέθηκε άμεση ιατρική βοήθεια. β) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατά την διάπραξη της ανωτέρω υπό στοιχείο (α) πράξεως, έφερε μαζί του πυροβόλο όπλο, κατά την έννοια του Ν. 2168/1993, δηλαδή, έφερε μαζί του ένα πιστόλι άγνωστης μάρκας και λοιπών στοιχείων, διαμετρήματος 9mm, χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. γ) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο με τη χρήση όπλου διέπραξε κακούργημα και ειδικότερα με την χρήση του πιο πάνω πυροβόλου όπλου (πιστολιού διαμετρήματος 9mm) διέπραξε το κακούργημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση (σε ήρεμη ψυχική κατάσταση) που διαλαμβάνεται στην υπό στοιχείο (α) πράξη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκληματών για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β' και α' 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 91 παρ.1, 299 παρ.1 και 1α', 10 παρ. 1, 13α και 14 Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρας υπερασπίσεως Μ. Α. του Χ. Δεν υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις στη παραδοχή που αφορά την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ούτε στις παραδοχές της περί ύπαρξης ανθρωποκτόνου δόλου και είναι απορριπτέος ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του, για μετατροπή της κατηγορίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, για εφαρμογή του άρθρου 133 του ΠΚ και συνδρομής του άρθρου 36 του ίδιου κώδικα, είναι απαράδεκτος ως αόριστος (Ολ. ΑΠ 2/2002), αφού δεν αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως σε τι συνίστανται οι πλημμέλειες της αποφάσεως και δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν. Σε κάθε περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και οι εν λόγω ισχυρισμοί, όπως προβλήθηκαν στο Δικαστήριο της ουσίας από το συνήγορο υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, ο οποίος με την αγόρευση του επί της ενοχής "ζήτησε την απαλλαγή του, άλλως τη μετατροπή της κατηγορίας της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε επικίνδυνη σωματική βλάβη και να εφαρμοστεί το άρθρο 133 ΠΚ και προέβαλε αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής του άρθρου 36 ΠΚ", ήταν ασαφείς και αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα σ' αυτούς (Ολ. ΑΠ 1198/1990).
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠΔ συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Όμως, δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα όταν το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνιση του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα, που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. ε' της ΕΣΔΑ να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση τούτου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται, αναγνώσθηκαν οι καταθέσεις της παθούσας και όλων των μαρτύρων κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ενώπιον του Ανακριτή χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τον κατηγορούμενο. Επομένως, από την ανάγνωση των καταθέσεων των απόντων ως άνω μαρτύρων δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού δεν υπήρξε σχετική εναντίωση του κατηγορουμένου, και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Απριλίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. 3290/27.4.2010) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του Κ. Μ. του Ε. , για αναίρεση της με αριθμό 14, 15, 16, 17/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθήνας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα ανθρωποκτονίας, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία. Δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα το Δικαστήριο σε αυτοτελή ισχυρισμό που προβάλλεται αόριστα. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν το δικάσαν δικαστήριο ανέγνωσε καταθέσεις απόντων μαρτύρων, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ΚΠΔ 365, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε, ούτε υπέρβαση εξουσίας, όταν αναγνωσθούν και καταθέσεις μαρτύρων που είχαν εξετασθεί κατά την προδικασία. Αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο και για υπέρβαση εξουσίας με την ανάγνωση των άνω καταθέσεων των μαρτύρων, όπως και οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1254/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλαματιανό, περί αναιρέσεως της 1408/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Γ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ, που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Πάτρα Αχαΐας, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνακόπουλο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 52/2010.
Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρ. 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεων η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής και, κάθε λόγος αναιρέσεως, που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση, είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 140β'/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, παράνομης θήρας (άρθρ. 261 § 2α', 287 § 10ε'Ν.Δ. 86/1969) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια, παρέστη δε, τόσο πρωτόδικα, όσο καις το δεύτερο βαθμό ως πολιτικώς ενάγουσα, κατά του κατηγορουμένου η Γ' Κυνηγετική Ομοσπονδία Πελοποννήσου για ηθική βλάβη που της προκάλεσε η πράξη του κατηγορουμένου και της επιδικάστηκε ως χρηματική της ικανοποίηση το αιτηθέν από αυτή ποσό των πενήντα (50) ευρώ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων παραπονείται ότι η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλαδή η 1539/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, παράνομα επέτρεψε την παράσταση ως πολιτικώς ενάγουσας της άνω Κυνηγετικής Ομοσπονδίας, διότι κατά τη δήλωση της παραστάσεώς της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν προσδιορίστηκε ποιο είναι το έννομο αγαθό του οποίου η πολιτικώς ενάγουσα είναι φορέας, έτσι ώστε αυτή να μην νομιμοποιείται ενεργητικά και έτσι να ιδρύεται λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, που έλαβε χώρα στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 510 § 1, στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, εφόσον η υπόθεση που κρίνεται, πέρασε και από τους δυο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής. Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αιτήσεως, πρέπει, ως απαράδεκτος, να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος της αιτήσεως, κατά το κεφάλαιο που αφορά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο αυτό, επιδίκασε το αιτούμενο από την πολιτικώς ενάγουσα χρηματικό ποσό για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η πράξη του κατηγορουμένου, χωρίς καμία διαφοροποίηση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού η πολιτική αγωγή έγινε δεκτή στο μέτρο που είχε γίνει δεκτή και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, δεν έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα στο άνω Δικαστήριο, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Επίσης, είναι αβάσιμη η αιτίαση του ότι η παραστάσασα ως πολιτικώς ενάγουσα, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεώς της στο ακροατήριο, όσο και στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς της κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, δεν κατέβαλε ως τέλος πολιτικής αγωγής το ποσό των δέκα (10) ευρώ υπέρ του Δημοσίου. Και τούτο καθόσον ναι μεν με το άρθρο 63 ΚΠΔ, όπως το εδ. β' προστέθηκε με άρθρ. 34 § 3 Ν.3346/05 ορίζεται ότι ως τέλος πολιτικής αγωγής ορίζεται το ποσό των 10 ευρώ, που καταβάλλεται εφάπαξ με παράβολο υπέρ του Δημοσίου είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδικασία και καλύπτει την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, αναπροσαρμοζομένου του ύψους του με κοινή απόφαση...... Όμως, από τη μη καταβολή των προσηκόντων τελών και ενσήμων, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα. Τέλος, αβάσιμη είναι και η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, για το λόγο ότι η έδρα του αντικλήτου της πολιτικώς ενάγουσας ομοσπονδίας, είναι η πόλη των Πατρών και όχι η έδρα του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, διότι το άρθρο 171 ΚΠΔ ορίζει πότε επέρχεται απόλυτη ακυρότητα από την παράνομη παράσταση της πολιτικής αγωγής και δεν αναφέρεται τέτοια ακυρότητα από παράβαση στη συγκεκριμένη περίπτωση.
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 14.1.2004, στη θέση "Πολυβολεία-Ελιά" του Αχλαδόκαμπου, ο κατηγορούμενος κατελήφθη να θηρεύει παράνομα λαγό, αφού η κυνηγετική περίοδος του λαγού αρχίζει στις 15 Σεπτεμβρίου και λήγει στις 10 Ιανουαρίου. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο και περί ώρα 8.15' π.μ., δηλαδή σε χρόνο που δεν εμπίπτει στην κυνηγετική περίοδο του λαγού, οι ομοσπονδιακοί θηροφύλακες Π. Ν. και Δ. Λ., οι οποίοι εκτελούσαν περιπολία, άκουσαν το γαύγισμα ενός σκυλιού ιχνηλάτη που χρησιμοποιείται για τη θήρα του λαγού κατευθύνθηκαν προς το σημείο του ακούσματος και βρήκαν τον κατηγορούμενα με μια κυνηγετική καραμπίνα στα χέρια, ο οποίος όταν τους αντιλήφθηκε απομακρύνθηκε βιαστικά, μετά όμως επέστρεψε στο κάλεσμά τους και τους είπε "τι κάνετε τώρα εδώ; Παλιά υπήρχαν δυο λαγοί και τώρα δεν υπάρχουν". Φορούσε δε τη στολή του κυνηγού, είχε σακίδιο, την άδεια θήρας, καθώς και φυσίγγια Νο 3-4, που είναι κατάλληλα για τη θήρα του λαγού. Από τα παραπάνω και λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τον ως άνω χρόνο επιτρεπόταν μεν η θήρα πτηνών, αγριοκούνελων, πετροκούναβων, αλεπούς και αγριογούρουνου, πλην όμως με το συγκεκριμένο είδος σκυλιού δεν γίνεται η θήρα πτηνών, ενώ γι'αυτά τα κατάλληλα φυσίγγια είναι Νο 9, η αλεπού και το πετροκούναβο θηρεύονται χωρίς σκύλο δίωξης, αγριοκούνελα δεν υπάρχουν στη συγκεκριμένη περιοχή αλλά μόνο στα νησιά, ενώ για τη θήρα αγριογούρουνου απαιτείται ομάδα δύο τουλάχιστον κυνηγών, αλλά και ότι η συγκεκριμένη περιοχή προσφέρεται μόνο για κυνήγι λαγού και ο κατηγορούμενος κυνηγά λαγούς, ενώ στους θηροφύλακες είπε ότι κυνηγούσε πουλιά, το Δικαστήριο οδηγήθηκε στη δικανική πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και, επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της παραπάνω αξιόποινης πράξεως.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, του ΠΚ και 261 παρ.2α, 287 παρ. 10β' του ΝΔ 86/1969, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς.
Συνεπώς είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επίσης, με την παρακάτω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου για παρά το νόμο παράσταση της πολιτικής αγωγής. "Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 267 § 3 του ν.δ. 86/1969, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 § 13 του ν. 3208/2003, στις σχετικές με τις παραβάσεις των περί θήρας διατάξεων δίκες μπορούν να παρίστανται, χωρίς προδικασία και ανεξαρτήτως περιουσιακής ζημίας ως πολιτικώς ενάγουσες και οι Κυνηγετικές Οργανώσεις. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση η Γ' Κυνηγετική Ομοσπονδία Πελοποννήσου με το με αριθ. 5/13.5.2009 πρακτικό του Διοικητικού της Συμβουλίου αποφάσισε να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα κατά τη σημερινή δικάσιμο σε βάρος του παρόντος κατηγορουμένου για την κατηγορία που του αποδίδεται, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αυτής, για το ποσό των 50 ευρώ με επιφύλαξη και διόρισε πληρεξούσιους δικηγόρους της τους παρασταθέντες όπως αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι οποίοι προσδιόρισαν την ηθική βλάβη που υπέστη η ανωτέρω Ομοσπονδία στον κλονισμό της εμπιστοσύνης των μελών τους προς αυτήν και τη συνακόλουθη μείωση της φήμης της, συντρέχει νόμιμος λόγος και πρέπει να γίνει δεκτή η παράσταση της πολιτικής αγωγής, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών περί αυτής αντιρρήσεων του κατηγορουμένου". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την θεμελίωση της ενοχής του κατηγορουμένου, αλλά και η αυτή πλημμέλεια ως προς την παράσταση της πολιτικής αγωγής, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠολΔ 173 επ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Νοεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 6/2009 ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδι-κείου Ναυπλίου), αίτηση του Σ. Ν. του Χ., για αναίρεση της με αριθμό 1.408/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράνομη θήρα. Απαράδεκτος κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αφού η πολιτικώς ενάγουσα κυνηγετική ομοσπονδία παρέστη για ηθική βλάβη που υπέστη από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για τη μη καταβολή των υπό του άρθρου 63 εδ. Β’ Κ.Π.Δ οριζομένων τελών πολιτικής αγωγής, που καλύπτουν την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1256/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Π. του Σ.-Χ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Βούβαλη, περί αναιρέσεως της 6916/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε συγκατηγορούμενο τον Ζ. Π. του Γ. και πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Κ. του Π., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 30/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 6916/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, άμεσης συνέργειας με πρόθεση σε πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στο Μοσχάτο Αττικής την 11.1.2002 ο πρώτος κατηγορούμενος και μη ασκήσας αναίρεση Ζ. Π., κατ' εξακολούθηση αντιμετωπίζοντας έντονα οικονομικά προβλήματα, με την άμεση συνδρομή του δεύτερου κατηγορούμενου, προϊστάμενου του υποκαταστήματος Μοσχάτου της Αγροτικής Τράπεζας, με πρόθεση κατάρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, αφού έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω κατηγορούμενος Ζ. Π. με τη βοήθεια και του δεύτερου κατηγορουμένου, και ήδη αναιρεσείοντα με πρόθεση κατάρτισε τα αναφερόμενα στο διατακτικό πλαστά έγγραφα, και ειδικότερα: 1. Έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, με ημερομηνία 11.1.2002 με το εξής περιεχόμενο "1) Δεν είμαι έμπορος, 2) Δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσω τον λογαριασμό για εμπορικούς σκοπούς ή επιχειρηματικής φύσης πληρωμές, 3) Δεν έχω εκδόσει κατά τους τελευταίους 12 μήνες ακάλυπτες επιταγές, 4)Δεν τηρώ άλλους τρεχούμενους λογαριασμούς πέρα από τους προβλεπόμενους (ένα απλό και έναν σε κοινό λογαριασμό)" και φερόταν να έχει δήθεν συνταχθεί από τον εγκαλούντα Ν. Κ. του Π. στο Μοσχάτο, αφού στα στοιχεία του δηλούντος αναγράφονταν, α) το ονοματεπώνυμο του, β) το ονοματεπώνυμο του πατέρα του Π. Κ. και γ) ο τόπος γεννήσεως του η Αθήνα. Ακόμη, ως ονοματεπώνυμο της μητέρας του δηλωνόταν εσφαλμένως Α. Κ., ως τόπος κατοικίας αναφερόταν η Αθήνα (οδός ..., όπου είχε την έδρα τους ανώνυμη εταιρεία, της οποίας ο εγκαλών ήταν ο κύριος μέτοχος, ενώ αντί για δελτίο ταυτότητας του δηλούντος, αναφερόταν ο ΑΦΜ ... που ανήκε στην παραπάνω εταιρία. Στο τέλος του κειμένου είχε τεθεί μία υπογραφή, η οποία δήθεν ανταποκρινόταν στα αρχικά γράμματα του ονοματεπωνύμου του εγκαλούντος Ν και Κ (δηλαδή Ν. Κ.), ήτοι με την πλαστογράφηση της. 2. Το από 11.1.2002 προτυπωμένο έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας υποκαταστήματος Μοσχάτου με τίτλο "Αίτηση για Υπερανάληψη από Τρεχούμενο Λογαριασμό (με δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου)", στο οποίο έγγραφο φερόταν δήθεν ότι ο εγκαλών ζητούσε από την πιο πάνω Τράπεζα να του εγκρίνουν το δικαίωμα υπεραναλήψεως (δημιουργίας χρεωστικού υπολοίπου) μέχρι του ποσού των 500.000 δρχ. από τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό ..., που φαινόταν ότι τηρούσε στην ως άνω Τράπεζα αποδεχόμενος ως συμβατικό επιτόκιο, με το οποίο θα βαρυνόταν ο λογαριασμός, όπως και με την προσαύξηση σε περίπτωση υπερημερίας τα ποσοστά που θα όριζε κάθε φορά η Τράπεζα και τα οποία την ημέρα που φαινόταν να υπογράφεται η αίτηση αυτή, ήταν αντίστοιχα 13,35% και 4%. Η αίτηση αυτή φερόταν να έχει συνταχθεί την 11.1.2002 και έφερε την ίδια παραπάνω πλαστή υπογραφή του εγκαλούντος, όπως η προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση. 3. Το έγγραφο της ίδιας Τράπεζας με τίτλο "Υπόδειγμα 9Α Πρόσθεσης Πράξης". Κάτω από το κείμενο υπήρχε η ίδια πλαστογραφημένη υπογραφή που υπήρχε και στα προηγούμενα δύο έγγραφα και η οποία φαινόταν ότι ήταν η υπογραφή δήθεν του εγκαλούντος και η υπογραφή του προϊσταμένου του υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας του Μοσχάτου, δεύτερου κατηγορούμενου. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έκανε χρήση των εν λόγω εγγράφων εν γνώσει του ότι είναι πλαστά, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος με την είσπραξη από το ως άνω υποκατάστημα του ποσού των 1.467,35 €, βλάπτοντας τον εγκαλούντα, αφού το χρέος δημιουργήθηκε εις βάρος του". Στη συνέχεια, το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον ως άνω κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, καθώς και τον ως άνω μη διάδικο στην παρούσα δίκη, συγκατηγορούμενό του πρωτόδικα, Ζ. Π. του Γ..
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1β', 84παρ.2α, 98 και 216 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Ε. Ο. και υπερασπίσεως, Ε. Κ. του Α. και Ε. Π. του Ε., καθώς και τη χωρίς όρκο κατάθεση του Ν. Κ. του Π., ως πολιτικώς ενάγοντος.
Είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι: Υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης, διότι το Δικαστήριο δεν μνημονεύει μεταξύ των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων και την απολογία του κατηγορουμένου. Και τούτο διότι ναι μεν όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρόλο ότι οι κατηγορούμενοι ήταν δυο και απολογήθηκαν και οι δυο, στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην έκθεση αποδεικτικών μέσων τα οποία αναφέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή του κατηγορουμένου, αναφέρεται μια απολογία, όμως, το γεγονός αυτό οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού από την παραδεκτή από το Δικαστήριο αυτό, επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι απολογήθηκαν και οι δυο (2) κατηγορούμενοι, αυτό δε συνάγεται επίσης και από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου περιελήφθη και η συμπεριφορά και των δυο (2). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1, εδ.Δ' ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από τη διάταξη του αρ. 30 παρ. 1 εδ. β ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί το περιστατικά που την συνιστούν, συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη, δηλαδή η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως, αίρει τον καταλογισμό του. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της αγνοίας του ή της εσφαλμένης αντίληψής του. Από το εδ. β' όμως αυτής της διατάξεως του άρ. 30 παρ. 1 ΠΚ, κατά την οποία αν η άγνοια αυτών των περιστατικών μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου, η πράξη του καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη αποκλείει, καταρχήν, το δόλο αυτού, όχι όμως και την αμέλεια.
Συνεπώς, αν η άγνοια των περιστατικών του δράστη για κάποιο συστατικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οφείλεται σε αμέλεια αυτού, η πράξη καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια εφόσον η πράξη αυτή τιμωρείται και εξ αμελείας. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρ. 31 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι, για να μην καταλογιστεί η πράξη στον δράστη λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει, οποιαδήποτε και να κατέβαλλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Στην περίπτωση της συγγνωστής νομικής πλάνης σε αντίθεση με την περίπτωση της πραγματικής πλάνης, η πράξη δεν μπορεί να αποδοθεί στον δράστη ούτε εξ αμελείας. Η απόρριψη των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, είναι αναγκαίο για τη θεμελίωσή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δια του συνηγόρου του υπέβαλλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τον ως άνω ισχυρισμό κατά λέξη: "Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι γνώριζα πράγματι ότι οι υπογραφές στα προαπαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα του Ν. Κ., (πολιτικώς ενάγοντος) και αδελφού της συζύγου του εξαδέλφου του, Ζ. Π. του Γ. (συγκατηγορουμένου του) ήταν πλαστές. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ, ούτε κατά διάνοια, ότι οι υπογραφές ήταν πλαστές. Πεπλανημένος πίστευα ότι υπήρχε η συναίνεση του μηνυτή και στενού συγγενή του συγκατηγορουμένου μου Ζ. Π.. Το μόνο το οποίο μπορεί να μου καταλογιστεί είναι μια βαριά αμέλεια στην τέλεση των καθηκόντων μου", ζήτησε δε να γίνει δεκτός ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός του, του άρθρου 30 ΠΚ και να αρθεί ο καταλογισμό τους για την πράξη που κατηγορείται. Όμως, δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της άμεσης συνδρομής στην πλαστογραφία με πρόθεση μετά χρήσεως που κατηγορείται ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως, ώστε κατά την ΠΚ 30 § 1 εδ.β', να αίρεται ο καταλογισμό του για την πράξη αυτή λόγω πραγματικής πλάνης. Περίπτωση επίσης συγγνωστής νομικής πλάνης κατά την 31 § β' ΠΚ δεν υπάρχει δοθέντος ότι, ο ίδιος συνομολογεί, ότι μπορεί να του καταλογιστεί βαριά αμέλεια, αφού κατά τα άνω εκτεθέντα, σε αντίθεση με την περίπτωση της πραγματικής πλάνης, η πράξη δεν μπορεί να αποδοθεί στο δράστη, ούτε εξ αμελείας. Έτσι, ο άνω ισχυρισμός του ήταν αόριστος και, κατά συνέπεια, απαράδεκτος, και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επειδή δεν δόθηκε ο λόγος σε αυτόν σχετικά με τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Από τις διατάξεις των άρθρων 369 § 1 και 371 § 3β' ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κεφάλαιο των απαιτήσεως της πολιτικής αγωγής, κρίνεται και αποφασίζεται από το Δικαστήριο μαζί με την ποινή που πρέπει να επιβληθεί στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο. Ο λόγος επ' αυτού αρκεί να δοθεί, όχι ειδικά, αλλ' αμέσως μετά την απαγγελία της απόφασης περί ενοχής και θεωρείται ότι δόθηκε ενιαίως με το λόγο επί της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα, που πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου, δόθηκε ο λόγος και στο συνήγορο του κατηγορουμένου, προκύπτει δε επίσης ότι δόθηκε ο λόγος στον ίδιο συνήγορο, και μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής που έπρεπε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια, δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο για τις απαιτήσεις της πολιτικής αγωγής και ο παραπάνω λόγος της αιτήσεως, πρέπει ως αβάσιμος να απορριφθεί. IV. Κατά το άρ. 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών (3) ετών. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρ. 310 παρ.1 εδ. β', 370 εδ. β', 511 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρ. 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003) και 514 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμα και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κριθεί βάσιμος ένας λόγος αυτής, οφείλει, μετά την εντεύθεν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως ήδη σημειώθηκε, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για άμεση συνέργεια σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 46§1β', 216§1 και 98 ΠΚ) και ειδικότερα, για τις μερικότερες πράξεις του ως άνω εγκλήματος που φέρονται ότι τελέστηκαν την 11-1-2002. Το αξιόποινο των μερικοτέρων πράξεων του ως άνω εγκλήματος, που είναι πλημμέλημα, θα είχε εξαλειφθεί με παραγραφή, αφού από τον άνω χρόνο τελέσεως κάθε μιας από αυτές, μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, συμπληρώθηκε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής και της τριετούς αναστολής αυτής. Όμως, δεν κρίθηκε βάσιμος τουλάχιστον ένας (1) λόγος της κρινόμενης αιτήσεως. Κατόπιν αυτών, ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως περί παραγραφής του άνω εγκλήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583§1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 9789/18-12-2009) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του Κ. Π. του Σ.-Χ. για αναίρεση της με αριθμό 6916/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άμεση συνέργεια σε πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση. Δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν από τα προς αξιολόγηση για την κρίση περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αποδεικτικά μέσα, έχει παραληφθεί, από προφανή παραδρομή η αναφορά της απολογίας του, όταν από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι και ο κατηγορούμενος αυτός έχει απολογηθεί, καθώς και όταν το γεγονός αυτό προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως. Πραγματική πλάνη υπάρχει στο δράστη όταν αυτός αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται κάποιο συστατικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που κατηγορείται και είναι αδιάφορο ποιά υπήρξε η πηγή της άγνοιας ή της εσφαλμένης αντίληψής του. Η άγνοια των περιστατικών αυτών, μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου. Τότε η πράξη του καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, εφόσον τιμωρείται ως τέτοιο. Η πραγματική πλάνη του δράστη αποκλείει καταρχήν το δόλο αυτού, όχι όμως και την αμέλεια. για να μη καταλογιστεί η πράξη λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμά του να εκτελέσει. Την πράξη και άγνοια του άδικου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει, οποιαδήποτε και να κατέβαλλε επιμέλεια και προσπάθεια. Στην περίπτωση της συγγνωστής νομικής πλάνης, σε αντίθεση με την περίπτωση της πραγματικής πλάνης, η πράξη δεν μπορεί να αποδοθεί στο δράστη, ούτε εξ’ αμελεία. Η προβολή των άνω αυτοτελών ισχυρισμών πρέπει να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, οπότε το Δικαστήριο έχει υποχρέωση και μάλιστα αιτιολογημένα, να απαντήσει. Ο λόγος από τον Πρόεδρο για το κεφάλαιο των απαιτήσεων της πολιτικής αγωγής στον κατηγορούμενο αρκεί να δοθεί, όχι ειδικά, αλλ’ αμέσως μετά την απαγγελία της απόφασης περί ενοχής και θεωρείται ότι δόθηκε ενιαίως με το λόγο επί της ποινής. Αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος και ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού περί πραγματικής πλάνης, καθώς και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δεν δόθηκε ειδικά ο λόγος για το θέμα αυτό στο συνήγορό του. Η παραγραφή ως λόγος που εξαλείφει το αξιόποινο για να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως και από τον Άρειο Πάγο, πρέπει μετά την άσκηση της αναίρεσης, έστω και ένας λόγος, να κριθεί βάσιμος. Απορρίπτει τους υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγους της αιτήσεως.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1259/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Γιαννιτσών, περί αναιρέσεως της 463/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών.
Με κατηγορούμενο τον Ι. Μ. του Δ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας Πρωτοδικών Γιαννιτσών ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 2/3-6-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, Δ. Σ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 775/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναιρέσεως και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 473§3, 479§2, 504§1 και 505§1, περ. δ', προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών ασκεί αναίρεση κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου όπου είναι τοποθετημένος και κατά των αποφάσεων των Μονομελών Πλημμελειοδικείων και των Πταισματοδικείων της περιφέρειάς του. Στην προκείμενη περίπτωση, με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 2/3-6-2010 έκθεση η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Γιαννιτσών δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της υπ' αριθ. 463/26-5-2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, διότι με την ανωτέρω απόφαση εσφαλμένα απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η από 12-6-2007 και με αριθμό 160/2007 έφεση του Ι. Μ. του Δ. κατά της υπ' αριθμό 191/22-1-2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, ενώ έπρεπε να δικαστεί ο εκκαλών κατηγορούμενος σαν να ήταν παρών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠΔ. Έτσι, με το να απορρίψει το πιο πάνω Δικαστήριο ως ανυποστήρικτη την έφεση, υπέπεσε στην κατ' άρθρο 510§1 στοιχ. Η' ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Αυτή (δήλωση), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί.
Κατά το άρ. 501 παρ.1 του ΚΠΔ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 48 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή διά συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρ. 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η παρ. 2 του άρ. 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρ. 24 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 ότι "Σε πταίσματα και πλημμελήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με εγγραφή δήλωσή του..... Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εκκαλών, για την υποστήριξη της έφεσής του, εμφανισθείς ενώπιον του Εφετείο όχι αυτοπροσώπως αλλά διά συνηγόρου τον οποίο ο ίδιος έχει διορίσει με εγγραφή δήλωσή του, αυτός πλέον θεωρείται ότι είναι παρών.
Εξάλλου κατά το άρ. 502 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 49 παρ.1 του Ν. 3160/2003 "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος η συνήγορός του στην περίπτωση της παρ. 2 του άρ. 340, η συζήτηση, αρχίζει και ο εισαγγελεύς αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρ. 49 παρ. 2 του Ν. 3160/2003 "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρ. 329-338. 340, 344, 347, 349, 352, 357-360, 366-373" (ΚΠΔ). Από τις διατάξεις αυτές η διάταξη του άρ. 344 παρ. 1 εδ. α' ορίζει ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας". Ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 του άρ. 501 του ΚΠΔ που προστέθηκε με το άρ. 49 παρ. 3 του Ν. 3160/2003 "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών. Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών-κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κστ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στην συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρ. 501 ΚΠΔ αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει για την ομοιότητα της περίπτωσης κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος η δίκη αναβλήθηκε αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή η αναβολή θεωρείται, ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεση του ως ανυποστήρικτη αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα κατά το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 191/22-1-2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών καταδικάσθηκε ο Ι. Μ. του Δ., κάτοικος ... για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 2336/95 σε συνδυασμό με Α.Ν. 539/45 κατ' εξακολούθηση (μη καταβολή εργατικών αποδοχών) και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης 6 μηνών μετατραπείσα σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τον προαναφερθέντα κατηγορούμενο η από 12-6-2007 και με αριθμό 160/2007 έφεσή του, η οποία με την υπ' αριθμό 472/21-5-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη. Κατά της απόφασης αυτής ο προαναφερθείς άσκησε την από 13-11-2008 εκπρόθεσμη αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας, η οποία με την υπ' αριθμό 960/19-11-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, αφού συγχωρέθηκε το εκπρόθεσμο της, έγινε δεκτή (η αίτηση), ακυρώθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθμό 472/21-5-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη και ορίσθηκε δικάσιμος για την εκ νέου συζήτηση της έφεσης, η 6-5-2009. Κατά την παραπάνω δικάσιμο εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος και η υπόθεση συζητήθηκε παρουσία του, το δε δικαστήριο με την υπ' αριθμό 349/6-5-2009 απόφασή του, συγχώρεσε το εκπρόθεσμο της προαναφερθείσας έφεσης και, αφού εξέτασε για την ουσία της υπόθεσης δύο μάρτυρες κατηγορίας και απολογήθηκε ο κατηγορούμενος, ανέβαλε για κρείσσονες αποδείξεις την εκδίκαση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 2-12-2009, χωρίς κλήση του κατηγορουμένου, ώστε στη νέα μετά αναβολή δικάσιμο να προσέλθει ο απών μάρτυρας κατηγορίας. Στη μετ' αναβολή δικάσιμο εμφανίστηκε στο δικαστήριο, για λογαριασμό του κατηγορουμένου, η Σ. Ν., η οποία πρόβαλε κώλυμά του για εμφάνιση, το δε Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, με την 816/2-12-2009 απόφασή του, ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης λόγω σημαντικών αιτίων, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου για τη δικάσιμο της 26-5-2010, χωρίς κλήση του κατηγορουμένου. Κατά την ορισθείσα, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης αναβλητικής απόφασης για εκδίκαση της έφεσης, δικάσιμο της 26ης Μαΐου 2010, είχε κλητευθεί κατά τα προαναφερθέντα νομίμως και εμπροθέσμως ο εκκαλών κατηγορούμενος. Κατά τη δικάσιμο αυτή δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 463/26-5-2010 απόφασή του απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, εφόσον η συζήτηση της έφεσης είχε αναβληθεί μετά την έναρξη της συζήτησης αυτής κατά τη δικάσιμο της 6-5-2009, έπρεπε να δικασθεί ο εκκαλών κατηγορούμενος σαν να ήταν παρών, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 501 ΚΠΔ. Επομένως, με το να απορρίψει το παραπάνω δικαστήριο ως ανυποστήρικτη την έφεση, υπέπεσε στην κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠολΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, υπό την αρνητική της μορφή. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, υπό την άνω της μορφή, είναι βάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 463/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όταν ο εκκαλών, για την υποστήριξη της έφεσής του, εμφανιστεί ενώπιον του Εφετείου όχι αυτοπροσώπως αλλά δια συνηγόρου (τον οποίο είχε νόμιμα διορίσει), θεωρείται ότι είναι παρών. Αν ο εκκαλών – κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ’ έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, η δίκη αναβλήθηκε κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος και ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, το δικαστήριο δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να την ερευνήσει κατ’ ουσίαν. Αναιρείται λόγω υπερβάσεως εξουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του κατηγορουμένου, που δεν εμφανίστηκε στη μετ’ αναβολή δικάσιμο της εφέσεως, αφού ο κατηγορούμενος είχε εμφανιστεί προηγουμένως σε άλλη δικάσιμο για να υποστηρίξει την έφεσή του, η δε διαδικασία είχε αρχίσει. Βάσιμος ο λόγος της αιτήσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί, παραπέμπει για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1252/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, για αναίρεση της υπ'αριθ.3924/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1034/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 394 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλο τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από το οποίον προέρχεται το πράγμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος, συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά, που καταδεικνύουν αμέσως ή εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής του. Δηλαδή ο αποδέκτης δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει από ποια ακριβώς αξιόποινη πράξη προέρχεται το πράγμα, ούτε το πρόσωπο του δράστη, αρκεί να γνωρίζει την παράνομη προέλευση του. Από τα παραπάνω παρέπεται ότι, για να είναι κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, πρέπει να αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του δράστη το πράγμα, όπως και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την κρίση του, ότι εκείνος τελούσε σε γνώση της, από αξιόποινη πράξη, προελεύσεως του πράγματος. Τέλος, στην παρ.4 εδ.α'του αυτού άρθρου, ορίζεται ότι "αν ο υπαίτιος επιχειρεί τέτοιες πράξεις κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή ενήργησε από ιδιοτέλεια ή αν πρόκειται για πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 3924/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του με παραδεκτή "Ο κατηγορούμενος Ι. Π. διατηρεί από πολλών ετών κατάστημα και μάνδρα πώλησης μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών στα ... Στις 19.2.04 μετά από καταγγελία του Ι. Ρ. ότι αναγνώρισε το αυτοκίνητο του, μάρκας MERCEDES, τύπου C 180, χρώματος μαύρου στην μάνδρα του κατηγορουμένου τα αρμόδια αστυνομικά όργανα κινητοποιήθηκαν και κατέσχεσαν στην επιχείρηση του κατηγορουμένου τα αυτοκίνητα και ανταλλακτικά που αναφέρονται στις αναγνωσθείσες εκθέσεις κατάσχεσης και στο διατακτικό της παρούσας και συγκεκριμένα: 1)ένα αυτοκίνητο μάρκας CITROEN SAXO με αριθμό πλαισίου ... κομμένο στη μέση, το οποίο εκλάπει κατά τις νυκτερινές ώρες της 16/17-2-04 στο Περιστέρι Αττικής από την κατοχή του Δ. Π. του Γ. και έφερε αριθμό κυκλοφορίας ... IXE. 2)ένα εμπρόσθιο τροπέτο αυτοκινήτου μάρκας DAEWOO KALOS, με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο εκλάπει την 14-2-04 στην Νίκαια Αττικής από την κατοχή της Σ. Μ. του Π. και έφερε αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ. 3)ένα τρακαρισμένο αυτοκίνητο μάρκας FIAT PUNTO με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο εκλάπει από την κατοχή αγνώστου ιδιοκτήτου κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-02 έως 19-2-04. 4)ένα αυτοκίνητο μάρκας PEUGEOT 106 τρακαρισμένο με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο εκλάπη από την κατοχή αγνώστου ιδιοκτήτου κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-02 έως 19-2-04. 5)ένα αυτοκίνητο μάρκας PEUGEOT 106 τρακαρισμένο με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο εκλάπει από την κατοχή αγνώστου ιδιοκτήτου κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-02 έως 19-2-04. 6)ένα κινητήρας αυτοκινήτου μάρκας COROLLA με αριθμό ... (παραποιημένο), το οποίο εκλάπει από την κατοχή του Σ. Λ. του Π. στο Αιγάλεω Αττικής την 18/19-10-02 και το οποίο έφερε αριθμό κυκλ.... ΙΧΕ και αριθμό κινητήρα .... 7)ένα κινητήρα αυτοκινήτου μάρκας MERCEDES με αριθμό ..., που εφέρετο στο υπ'αριθ.... ΙΧΕ αυτ/το μάρκας MERCEDES C180 με αριθμό πλαισίου ..., η άδεια κυκλοφορίας του οποίου ήτο επ'ονόματι του κατηγ/νου και εντός του χώρου του πορτμπαγκάζ ευρέθησαν διαρηκτικά εργαλεία καθώς και ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια χρώματος πρασίνου. 8)ένα εμπρόσθιο τροπέτο με τροχισμένο αριθμό πλαισίου μάρκας FIAT STILO, το οποίο έφερε Γερμανική πινακίδα κυκλοφορίας ... και το οποίο εκλάπει από άγνωστο ιδιοκτήτη κατά το χρονικό διάστημα από 25-10-02 έως 19-2-04. 9)ένα εμπρόσθιο τροπέτο αυτ/του μάρκας VW GOLF με τροχισμένο αριθμό πλαισίου που έφερε Γερμανική πινακίδα ... και το οποίο είχε κλαπεί από άγνωστο ιδιοκτήτη κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-02 έως 19/2/04. 10)ένα εμπρόσθιο τροπέτο αυτ/του μάρκας VW PASSAT με τροχισμένο αριθμό πλαισίου που έφερε γερμανική πινακίδα ... και το οποίο είχε κλαπεί από άγνωστο ιδιοκτήτη κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-02 έως 19-2-04. 11)ένα εμπρόσθιο τροπέτο αυτ/του μάρκας CITROEN C2 με τροχισμένο αριθμό πλαισίου, το οποίο έφερε γερμανική πινακίδα κυκλοφορίας με αριθμό ... και το οποίο είχε κλαπεί από άγνωστο ιδιοκτήτη κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-02 έως 19-2-04. 12)ένα εμπρόσθιο τροπέτο αυτοκινήτου μάρκας NISSAN ALMERA με τροχισμένο αριθμό πλαισίου, το οποίο έφερε γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας με αριθμό ... και το οποίο είχε κλαπεί από άγνωστο ιδιοκτήτη κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-02 έως 19-2-04. 13)ένα εμπρόσθιο τροπέτο αυτοκινήτου μάρκας SUZUKI με τροχισμένο αριθμό πλαισίου, το οποίο είχε κλαπεί από άγνωστο ιδιοκτήτη από 20-10-02 έως 19-2-04. 14)ένα κινητήρα αυτ/του μάρκας TOYOTA το οποίο είχε κλαπεί από άγνωστο ιδιοκτήτη κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-02 έως 19-2-04. 15)ένα σασμάν αυτ/του μάρκας PEUGEOT με αριθμό ... ανεξακρίβωτης προέλευσης και 16)ένα αυτ/το MERCEDES A140 με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο εκλάπει από την κατοχή του Ι. Ρ. του Δ. στο Αιγάλεω Αττικής την 10-2-03 και το οποίο έφερε αριθ.κυκλ.... ΙΧΕ". Άλλα από τα κατασχεθέντα αντιστοιχούσαν σε δηλωθείσες κλοπές και βρέθηκαν ατόφια, όπως η περίπτωση του αυτοκινήτου του εξετασθέντα μάρτυρα Ι.Ρ., και άλλα βρέθηκαν ως ανταλλακτικά, όπως η περίπτωση του εξετασθέντα μάρτυρα Δ. Π., ο οποίος αναγνώρισε το κλαπέν αυτοκίνητο του Citroen Saxo στη μάντρα του κατηγορουμένου, κομμένο στη μέση. Όλα τα παραπάνω αντικείμενα ήταν προϊόν κλοπής και ο κατηγορούμενος τα δέχτηκε στην κατοχή του από Οκτώβριο του 2002 μέχρι 19.2.04, αν και γνώριζε ότι ήταν προϊόν κλοπής, δεδομένου ότι άλλα μεν αγόρασε αντί ευτελούς τιμήματος (80-100 ευρώ ολόκληρο αυτοκίνητο), άλλα χωρίς τιμολόγια και άλλα χωρίς να του επιδειχθούν τιμολόγια, από τα οποία να προκύπτει ότι ο πωλητής τους τα κατείχε με νόμιμο τρόπο, ενώ παράλληλα γνώριζε ότι ο κύριος προμηθευτής του Κ. Ι. (ο οποίος έχει ήδη αποβιώσει και ως εκ τούτου είναι αδύνατη η εξέταση του ως μάρτυρα) είχε διαπράξει κλοπές αυτοκινήτων, των οποίων αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά, τα εξήγαγε και ακολούθως τα εισήγαγε και τα πωλούσε ως μεταχειρισμένα, προϊόντα που είχαν εισαχθεί από το εξωτερικό νόμιμα. Τα ανωτέρω αντικείμενα είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ο δε κατηγορούμενος επιχειρεί κατ' επάγγελμα την αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, αφού από την υποδομή που είχε διαμορφώσει (διατήρηση επιχείρησης, διάπραξη των πράξεων για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών, διακίνηση προϊόντων μεγάλης αξίας), προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης συζύγου του κατηγορουμένου περί αγοράς των αντικειμένων και έλλειψης γνώσης του περί της ιδιότητας τους ως κλοπιμαίων, καθόσον η κατάθεση αυτή δεν κρίνεται πειστική, αφού αυτή δεν ασχολείτο στην επιχείρηση του συζύγου της, αλλά με την ανατροφή των τέκνων της και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να γνωρίζει τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησής του. Επίσης, ο ισχυρισμός, που ο κατηγορούμενος προέβαλε απολογούμενος, ότι τα αγόρασε από τον Ι. χωρίς να γνωρίζει ότι είναι προϊόν κλοπής και ότι θα του έκοβε μαζικό τιμολόγιο, καθώς και ότι το Μercedes το αγόρασε με τιμολόγιο από τη Γερμανία, δεν κρίνεται πειστικός και ειδικότερα ως προς το πρώτο σκέλος του, διότι δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές η έκδοση ενός τιμολογίου, που να περιλαμβάνει πωλήσεις δύο ετών περίπου, αλλά η έκδοση χωριστού τιμολογίου για κάθε πώληση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά τα προαναφερθέντα γνώριζε την ενασχόληση του Ι. με κλοπιμαία ανταλλακτικά αυτοκινήτων και ως προς το δεύτερο σκέλος της, διότι ο ιδιοκτήτης τους Ι. Ρ., το αναγνώρισε ανεπιφύλακτα, το άνοιξε με το δεύτερο κλειδί και τα χιλιόμετρα που έγραφε ο χιλιομετρητής αντιστοιχούσαν σ' αυτά που το αυτοκίνητο είχε διανύσει όταν το είχε στην κατοχή του και ως εκ τούτου, κρίνεται ότι τα έγγραφα που προσκόμισε για να αποδείξει την εισαγωγή του αυτοκινήτου από Γερμανία δεν έχουν εκδοθεί με νομότυπο τρόπο.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' επάγγελμα κατ' εξακολούθηση, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί μη συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84 παρ.2, 98 και 394 παρ.1, 4 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επι μέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφενός διότι δεν γίνεται καμία μνεία σε αυτή για τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικάσαν Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του ότι τελούσε σε γνώση της παράνομης προέλευσης των πραγμάτων, αφετέρου δεν αναφέρονται οι σκέψεις με τις οποίες το άνω Δικαστήριο πείστηκε ότι η αγορά και η αποδοχή εκ μέρους του των επιδίκων αυτοκινήτων, έγινε με πρόθεση και σε γνώση του ότι ήταν προϊόντα αξιόποινης πράξης (κλοπής). Με ειδική δε αιτιολογία και συλλογισμό το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα προς απόδειξη του αρνητικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι τα στην κατοχή του ευρεθέν αυτοκίνητο μάρκας Mercedes προερχόταν από την Γερμανία, όπως προέκυπτε από τα επικαλεσθέντα από αυτόν και αναγνωσθέντα έγγραφα στηριζόμενο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του στην κατάθεση του μάρτυρα Κ.Ρ. διαλαμβάνοντας ότι ο ανωτέρω ως ιδιοκτήτης του ως άνω αυτοκινήτου, ο οποίος το αναγνώρισε ανεπιφύλακτα το άνοιξε με το δεύτερο κλειδί και τα χιλιόμετρα που έγραφε ο χιλιομετρητής αντιστοιχούσαν σ'αυτά που είχε διανύσει όταν ήταν στην κατοχή του. Γίνεται μνεία των πραγματικών περιστατικών από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε τη κρίση του ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τελούσε εν γνώσει της παράνομης προέλευσης των παραπάνω προϊόντων, αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκούσαν οι παραδοχές: α)ότι κύριος προμηθευτής του ήταν ο Κ. Ι. ο οποίος είχε διαπράξει κλοπές αυτοκινήτων, των οποίων αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά τα εξήγαγε και ακολούθως τα εισήγαγε και τα πωλούσε ως μεταχειρισμένα προϊόντα που είχαν εισαχθεί από το εξωτερικό, β) ότι ο κατηγορούμενος αγόραζε τα ως άνω προϊόντα έναντι ευτελούς τιμήματος και χωρίς τιμολόγια. Δεν είναι ενδοιαστική και ελλιπής η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά την αντικειμενική υπόστασή της ως άνω αξιόποινης πράξης και ειδικότερα όσον αφορά ποία ήταν τα ξένα κινητά πράγματα που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου ως προερχόμενα από την αξιόποινη πράξη της κλοπής, αφού ρητά γίνεται μνεία στο σκεπτικό ότι αυτά είναι όλα όσα προσδιορίζονται στο διατακτικό της απόφασης στο οποίο παραπέμπει αυτό. Τέλος αιτιολογείται πλήρως και η επιβαρυντική περίπτωση της κατ'επάγγελμα τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης με την παράθεση περιστατικών από τα οποία προκύπτει η ύπαρξη υποδοχής από την οποία προκύπτει ο σκοπός πορισμού εισοδήματος. Περαιτέρω ο αναιρεσείων προσβάλλει την απόφαση για στέρηση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2ε'ΠΚ, όπως προκύπτει δε από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δια του συνηγόρου του υπέβαλλε εγγράφως τον ισχυρισμό, ο οποίος κατά λέξη έχει ως εξής: "από το Φεβρουάριο του 2004 έως και σήμερα που ζω ως ελεύθερος πολίτης διήγα άριστο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο και αποτέλεσα υπόδειγμα συμπεριφοράς. Είμαι ένας νομοταγής και φιλήσυχος οικογενειάρχης. Δεν απασχόλησα ποτέ τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές και γενικώς η συμπεριφορά μου απέναντι στην κοινωνία και την οικογένεια μου ήταν και είναι μέχρι σήμερα άριστη, όπως άλλωστε αναφέρεται στον πιο πάνω αναπτυχθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 84, παρ. 2α ΠΚ. Θα πρέπει κατά συνέπεια να μου αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Π.Κ, δηλαδή της καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης, γενομένου δεκτού του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού μου". Παρά το ότι ο άνω ισχυρισμός δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αφού τα άνω πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων αυτά καθ'εαυτά δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν κατά νόμο το άνω ελαφρυντικό, καθόσον δεν αρκεί γενικά η παθητική του συμπεριφορά ούτε ο ενδιάθετος εσωτερικός ψυχισμός του (κατηγορουμένου) αλλά αξιώνεται συγκεκριμένη θετική συμπεριφορά και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αξιολογήσει την απόρριψή του, το δικάσαν Δικαστήριο, απέρριψε το κρινόμενο ελαφρυντικό της ΠΚ παρ.84 παρ.2ε'με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Πρέπει, όμως να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί αναγνώρισης αυτών ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2ε' ΠΚ, καθόσον δεν προέκυψαν συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά μετέπειτα καλής συμπεριφοράς". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας: α)σε σχέση με το δόλο του κατηγορουμένου, τη γνώση δηλαδή της προέλευσης των πραγμάτων, β) ως προς την κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξης την απόρριψη του άνω ελαφρυντικού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ενώ καθό μέρος πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την κρίση του για το ποίοι ήσαν οι ιδιοκτήτες των αυτοκινήτων στους οποίους το Δικαστήριο διέταξε την απόδοση αυτού είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, στηριζόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. 5.961/22-7-2010 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Ι. Π. του Ε., για αναίρεση της με αριθμό 3924/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Δεν απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση το όνομα του παθόντος, κυρίου του πράγματος, ούτε απαιτείται να είναι γνωστός ο δράστης της εγκληματικής πράξεως, από την οποία προέρχεται το πράγμα, για να έχει το δικαστήριο υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα για την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι το αίτημα για αναγνώριση ελαφρυντικού, πρέπει ο ισχυρισμός να είναι ορισμένος. Για το ορισμένο του ισχυρισμού της καλής μετά την πράξη συμπεριφοράς, απαιτείται να εκτίθενται περιστατικά. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1251/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Α. Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Α. Ξένο (κωλυομένου του Αθανασίου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 56/21.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, Αρεοπαγίτες
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα, περί αναιρέσεως της 107/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου ....
Το Πενταμελές Εφετείο ..., με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 116/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρ. 14 παρ. 3 του ΚΠΔ, ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις των παρ.1 και 2 του ίδιου άρθρου, του διαλαμβάνουν τους λόγους αποκλεισμού των δικαστικών προσώπων, προκύπτει ότι δεν αποκλείεται ο δικαστής από την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων σε ποινική υπόθεση, όταν έχει δικάσει σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό άλλες συναφή με αυτή υποθέσεις, που έχουν την ίδια ιστορική αιτία, έστω και αν αφορούν τον ίδιο κατηγορούμενο. Ο σχετικός λόγος αποκλεισμού δημιουργείται, κατά το άρ.14 παρ.3, όταν πρόκειται να δικάσει την έφεση ή την αναίρεση, που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως, στην έκδοση της οποίας συνέπραξε. Εξάλλου, με το άρ.15 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου και των λοιπών αναφερομένων σ' αυτό παραγόντων της δίκης, να ζητήσουν την εξαίρεση των δικαστικών προσώπων, αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Με τη διάταξη αυτή εξασφαλίζεται και το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεση του με δίκαιο τρόπο, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, σύμφωνα με την αρχή της δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται με το άρ.6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου, η οποία επικυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Πενταμελούς Εφετείου ... που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 107/2010 απόφαση, μετέσχε ως Πρόεδρος αυτού ο Πρόεδρος Εφετών Γεώργιος Κοντός, ο οποίος ήταν και Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Εφετών ... που εξέδωσε το υπ' αριθμ. 75/2009 βούλευμα με το οποίο παραπέμφθηκε, μεταξύ των άλλων, και ο αναιρεσείον στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) ... για να δικασθεί ως υπαίτιος της εγκληματικής απάτης κατ'εξακολούθηση και κατά συναυτουργία και ως άμεσος συνεργός σε κακουργηματική πλαστογραφία, πράξεις για τις οποίες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας από τον Άρειο Πάγο στην οποία προβαίνει παραδεκτά κατά την έρευνα των λόγων αναίρεσης, ήδη καταδικάσθηκε, σε πρώτο βαθμό, με την υπ' αρ. 176/2010 και όχι με την εκ παραδρομής αναφερόμενη υπ' αρ. 464/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) .... Πρόκειται όμως περί συναφών αλλά διαφορετικών υποθέσεων, που αφορά στη μια απ'αυτήν πλείονες συμμετόχους των ιδίων εγκλημάτων (κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας). Η κατάφαση της ενοχής σ'αυτήν δεν συνεπάγεται κατάφαση της ενοχής και στην άλλη (ψευδούς καταμήνυσης - ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφήμησης από τον αναιρεσείοντα) και το αντίστροφο. Η δε κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα του αναιρεσείοντος δεν εξαρτάται καθόλου από την κρίση του ως άνω δικαστικού λειτουργού ως μέλους του δικαστικού συμβουλίου που παρέπεμψε τον ίδιο αναιρεσείοντα μαζί με άλλους συγκατηγορουμένους του με βάση τις τότε υπάρχουσες ενδείξεις στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για να δικασθεί για τα προαναφερόμενα κακουργήματα. Πρόκειται για υποθέσεις στις οποίες δεν αποκλείεται η άσκηση δικαστικών καθηκόντων από τον ίδιο δικαστή, εφόσον δεν δίκασε έφεση ή αναίρεση κατά της αποφάσεως, στην έκδοση της οποίας συνέπραξε ούτε άλλωστε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ζητήθηκε η εξαίρεση του Προεδρεύοντος σ'αυτό Προέδρου Εφετών Γεωργίου Κοντού με την επίκληση της ύπαρξης γεγονότων που μπορούσαν να δικαιολογήσουν εμφανώς τη δυσπιστία για την αμεροληψία αυτού. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων παριστάμενος με δυο συνηγόρους υπεράσπισης δεν στερήθηκε κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος και η δίκη διεξήχθη δίκαια. Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ. α και δ του ΚΠΔ, η οποία επήλθε από κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και ο με τον ως άνω λόγο συνδεόμενος συναφής λόγος περί παραβιάσεως της από το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 13/1974) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ'αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι'αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Εξάλλου, στα άρθρα 362 και 363 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός εκ του άρθρου 227 παρ.3 του ΠΚ περί απαλλαγής από κάθε ποινή του υπαιτίου των πράξεων των άρθρων 224 παρ.2 και 225 του ΠΚ πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 107/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο ..., που δίκασε σε δεύτερο βαθμό δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος Γ. Μ. του Π., ηλικίας 45 ετών, δικηγόρος το επάγγελμα, κάτοικος ... και ήδη κρατούμενος στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδος, με το αριθμ. 1/31-1-1997 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ Π. Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΩΝ", το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως, την 4-12-1997 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Μεσσηνίας, ορίσθηκε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εν λόγω εταιρείας. Η εταιρεία αυτή αποτελούσε τη συνέχεια ατομικής επιχειρήσεως του πατέρα του κατηγορουμένου Π. Μ., συμμετείχαν δε ως μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, αυτής μέλη της οικογενείας τούτου, τα οποία κατείχαν και όλες τις μετοχές της εταιρείας. Την 5-1-1998 εξελέγη νέο διοικητικό συμβούλιο, στο οποίο την θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου κατέλαβε η Μ. Μ., μητέρα του κατηγορουμένου, ενώ ο τελευταίος κατέλαβε τη θέση του αντιπροέδρου της εταιρείας. Την 12-4-2000 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Μεσσηνίας νέα μεταβολή στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με την οποία τα καθήκοντα του προέδρου και του διευθύνοντος συμβούλου ανατέθηκαν στον Δ. Κ., στον οποίο ο κατηγορούμενος, Γ. Μ., που παρέμεινε αντιπρόεδρος, επώλησε με το από 3-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό εννιακόσιες (900) μετοχές της περί ης ο λόγος εταιρείας. Από την 4-9-2001 πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ορίσθηκε ο ανωτέρω Δ. Κ., ο οποίος με το από 3-9-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό αγόρασε το 44% των μετοχών αυτής και αντιπρόεδρος ο Χ. Φ., ο οποίος με το από 26-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό φέρεται να έχει αγοράσει από τον τελευταίο χίλιες οκτακόσιες ογδόντα (1880) μετοχές. Σύμφωνα με την από 2-12-2001 απόφαση της εκτάκτου γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας, το μετοχικό κεφάλαιο αυτής ανήλθε στο ποσό των 170.500.000 δραχμών, ήταν δε κατανεμημένο σε μετοχές αξίας 10.000 δραχμών, εκ των οποίων δέκα έξι χιλιάδες εννιακόσιες τριάντα (16.930) μετοχές ανήκαν στον προαναφερόμενο Χ. Φ. και εκατόν είκοσι (120) μετοχές στον κατηγορούμενο. Από τον Ιανουάριο του 2002, ως πρόεδρος και διευθύνων της εν λόγω εταιρείας φέρεται, κατόπιν παραιτήσεως του Δ. Κ., ο Χ. Φ., αντιπρόεδρος δε ο Δ. Γ. και μέλη οι Ε. Κ. και Ι. Κ.. Με τις αλλεπάλληλες, ως άνω, μεταβολές στα πρόσωπα των μετόχων και των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας η οικογένεια Μ. φέρεται να έχει αποξενωθεί ουσιαστικώς από την επιχείρηση της, αφού μοναδικός μέτοχος, με εκατόν είκοσι (120) μετοχές παρέμεινε ο κατηγορούμενος, ο οποίος και έπαυσε να είναι μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας. Ωστόσο αυτός στους τραπεζικούς κύκλους της ... εξακολούθησε να εμφανίζεται ως πραγματικός ιδιοκτήτης της επιχειρήσεως, δηλώνοντας συνάμα ότι επρόκειτο να εισέλθουν σ' αυτήν ως επενδυτές οι μεγαλοεπιχειρηματίες Δ. Κ. και Χ. Φ.. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η μοναδική σχέση που τον συνέδεε με την εταιρεία, εκτός από την προρρηθείσα του μικρομετόχου, ήταν και αυτή του πληρεξουσίου δικηγόρου, πλην όμως αυτός με ειδικά πληρεξούσια του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας είχε εκτεταμένη εξουσία εκπροσωπήσεως αυτής εκτεινομένη στη σύναψη συμβάσεων με τράπεζες, στην κίνηση (ανάληψη-κατάθεση) τραπεζικών λογαριασμών αυτής, στην έκδοση επιταγών κ.λ.π., εξουσίες οι οποίες δεν συμβιβάζονται με την ιδιότητα του απλού συνηγόρου. Αξιοσημείωτες συναφώς είναι και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, υπαλλήλων της Τραπέζης ΑΛΦΑ, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν ενώπιον τους ως ιδιοκτήτης της επιχειρήσεως και όχι ως δικηγόρος, ιδιότητα μάλιστα την οποίαν και αγνοούσαν ότι διέθετε. Ο κατηγορούμενος αρχικώς εμφανίσθηκε στην ΑΛΦΑ Τράπεζα, μαζί με τον Δ. Κ. (ήδη φυγόδικο), τον οποίον συνέστησε στους ανωτέρω υπαλλήλους και μάρτυρες στην παρούσα δίκη, ως χρηματοδότη και μέτοχο, και εζήτησε την δανειοδότηση με το χρηματικό ποσό των 150.000.000 δραχμών. Το αίτημά τους όμως αυτό δεν έγινε αποδεκτό από την Τράπεζα, διότι από την διενεργηθείσα έρευνα των υποβληθέντων εγγράφων προέκυψαν αρνητικά στοιχεία για την φερεγγυότητα του Δ. Κ.. Κατόπιν αυτού ο κατηγορούμενος επανήλθε με νέο αίτημα δανειοδοτήσεως της εταιρείας από την ίδια ως άνω Τράπεζα, συνοδευόμενος από τον προειρημένο μέτοχο και αντιπρόεδρο της εταιρείας Χ. Φ., τον οποίο συνέστησε στους υπαλλήλους της Τραπέζης ως μεγαλοεπιχειρηματία, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ακίνητη περιουσία, ο οποίος θα έδιδε νέα πνοή και ανάπτυξη στην επιχείρηση Μ.. Οι διαβεβαιώσεις του αυτές, η γνωριμία του με τους υπαλλήλους και η επί σειρά ετών συνεργασία της ως είρηται οικογενειακής του επιχειρήσεως με την Τράπεζα, κυρίως όμως η διαπιστωθείσα φερεγγυότητα και η ακίνητη περιουσία του εμφανισθέντος ως Χ. Φ. είχαν θετικό για την αιτηθείσα δανειοδότηση αποτέλεσμα. Έτσι την 25-2-2002 υπεγράφη η υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 880.410,86 ευρώ μεταξύ της ΑΛΦΑ τράπεζας δια των εκπροσώπων αυτής Μ. Κ. και Μ. Θ. και του Χ. Φ. ως νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου εταιρείας και ατομικώς ως εγγυητού. Επακολούθησε, μετά από αίτηση της Τραπέζης, η έκδοση της υπ' αριθμ. 223/27-2-2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., περί εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης ποσού 953.778 ευρώ για την εξασφάλιση της συναφθείσης ως άνω συμβάσεως, επί οικοπέδου ιδιοκτησίας Χ. Φ., κειμένου στην περιφέρεια ... και Κοινότητος ..., εκτάσεως 132,40 τ.μ., αξίας, σύμφωνα με την εκτίμηση της Τραπέζης 360.000.000 δραχμών. Την 6-3-2002 ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε για τρίτη φορά στην ΑΛΦΑ Τράπεζα μαζί με τον φερόμενο ως Χ. Φ. για την εκταμίευση των χρημάτων. Ο τελευταίος μετά την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων και την υπογραφή των σχετικών εγγράφων ανεχώρησε, ενώ στην Τράπεζα παρέμεινε ο κατηγορούμενος, ο οποίος και εισέπραξε τα χρήματα. Συγκεκριμένα εκταμιεύθηκε το συνολικό ποσό των 587.000 ευρώ, εκ των οποίων 139.672,35 ευρώ κατετέθησαν σε παλαιό, λογαριασμό της εταιρείας, που τελούσε σε καθυστέρηση, 145.000 ευρώ παρεδόθησαν στον κατηγορούμενο σε μετρητά και για το ποσό των 298.935,99 ευρώ, εξεδόθη επιταγή, η οποία παρεδόθη επίσης στον κατηγορούμενο και εισεπράχθη την επομένη ημέρα. Επίσης ποσό 146.000 ευρώ χρησιμοποιήθηκε ως πιστωτικό όριο στον λογαριασμό όψεως της εταιρείας, από τον οποίο εξεδόθη η υπ' αριθμ. 59537952-4/6-3-2002 επιταγή ποσού 135.000 ευρώ, που εισεπράχθη την 7-3-2002. Στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι στη συγκεκριμένη συναλλαγή είχε συντελεσθεί πλαστοπροσωπία, αφού ο προειρημένος Χ. Φ. ήταν μεν υπαρκτό πρόσωπο και ιδιοκτήτης του προσημειωθέντος ακινήτου στην περιοχή της ..., πλην όμως δεν ήταν αυτός που εμφανίσθηκε μαζί με τον κατηγορούμενο στην Τράπεζα και συνήψε την επίμαχη δανειακή σύμβαση, αλλά άλλο πρόσωπο και συγκεκριμένα ο Δ. Κ., ο οποίος χρησιμοποιούσε πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητος. Ο πραγματικός Χ. Φ. τελούσε σε πλήρη άγνοια της γενομένης συναλλαγής καθώς επίσης και της προσημειώσεως του ακινήτου του, η οποία βεβαίως ανετράπη εκ των υστέρων και έτσι η Τράπεζα υπέστη σημαντική οικονομική ζημία, ανερχομένη στο ποσό των 730.000 ευρώ περίπου, το οποίο η δανειοδοτηθείσα εταιρεία ουδέποτε της επέστρεψε. Αξίζει στο σημείο τούτο να λεχθεί ότι τα ως άνω ίδια πρόσωπα που ενήργησαν με τον ίδιο τρόπο και κατά την ίδια περίπου χρονική περίοδο επέτυχαν τη σύναψη συμβάσεως πιστώσεως και με την Εμπορική Τράπεζα (Υποκατάστημα ...), με την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί άλλου ακινήτου του Χ. Φ. στην ... εκτάσεως 2.294,24 τ.μ., με αποτέλεσμα να προκληθεί και στην Τράπεζα αυτή αναλόγου ύψους οικονομική ζημία. Κατόπιν μηνύσεων των ανωτέρω τραπεζών παρεπέμφθη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ... μεταξύ άλλων και ο κατηγορούμενος, ο οποίος με την υπ' αριθμ. 464/2-11-2010 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου κηρύχθηκε ένοχος απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και απλής συνέργειας σε πλαστογραφία επίσης σε βαθμό κακουργήματος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών. Ο κατηγορούμενος, μετά την υποβολή της εναντίον του μηνυτήριου καταγγελίας της ΑΛΦΑ Τραπέζης, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ... την 3-2-2003 την υπό την αυτήν χρονολογία μήνυση κατά των νυν εγκαλούντων Μ. Κ., Μ. Θ. και Σταύρου Πλάγου, διευθυντού, προϊσταμένης χορηγήσεων και υποδιευθυντού αντιστοίχως του Υποκαταστήματος ... της ΑΛΦΑ Τραπέζης, καθώς επίσης και κατά των φερομένων ως Χ. Φ. και Δ. Κ., με την οποία ισχυριζόμενος ότι και ο ίδιος είχε πέσει θύμα απάτης των δυο τελευταίων, καταμήνυε τους τρεις πρώτους, ήδη εγκαλούντες, για την τέλεση εκ μέρους των αξιοποίνων πράξεων. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων ότι και οι τρεις νυν εγκαλούντες Μ. Κ., Μ. Θ. και Σ. Π. (υπάλληλοι του υποκαταστήματος ... της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε."), κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ του υποκαταστήματος ... της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε." και των τότε νομίμων εκπροσώπων της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ-Π. Μ. Α.Ε." (ήτοι των προσώπων που εμφανίστηκαν με τα ψευδή στοιχεία ταυτότητος "Φ. Χ." και "Κ. Δ." αλλά και του νυν κατηγορουμένου Γ., Μ.) με πρόθεση συνεργάστηκαν με τους δύο πρώτους ("Φ. Χ." και "Κ. Δ."), παρέχοντες σ' αυτούς άμεση συνδρομή στην πραγματοποίηση εκ μέρους των της πλαστογραφίας και της απάτης που τελικώς αυτοί ετέλεσαν σε βάρος της περιουσίας του νομικού προσώπου της τραπέζης και στην παράνομη εκ μέρους των ιδιοποίηση του ιδιαιτέρως μεγάλου χρηματικού ποσού, με τη χρήση πλαστών εγγράφων και πλαστών πιστοποιητικών ταυτότητος. Συγκεκριμένα ότι οι τρεις ως άνω εγκαλούντες υπάλληλοι της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε.", ως οι καθ' ύλην αρμόδιοι υπάλληλοι του υποκαταστήματος ... της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε." για την διασταύρωση και εξακρίβωση των πλήρων και ορθών στοιχείων ταυτότητος των υποψηφίων δανειοληπτών, είχαν επισημάνει και διαπιστώσει τη διάσταση μεταξύ των στοιχείων ταυτότητος του φερόμενου ως "Φ." και των στοιχείων ταυτότητος του αληθούς Φ. (όπως αυτά προέκυπταν από τα αρχεία της τράπεζας, της οποίας ήταν ήδη πελάτης ο αληθής Φ.) και εν τούτοις ουδόλως αντέλεξαν στην κατάρτιση και υπογραφή της επιθυμητής συμβάσεως χρηματοδοτήσεως (με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό) της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ-Π.Μ. Α.Ε." (εκπροσωπούμενης κατά το χρόνο εκείνο από τον "Χ. Φ."), προβαίνοντας έτσι στην κατάρτιση της αιτουμένης συμβάσεως χρηματοδοτήσεως και ζημιώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο εν γνώσει τους την τράπεζα με το αντίστοιχο ποσό, ότι ειδικά ο τότε διευθυντής του υποκαταστήματος Μ. Κ. γνωριζόταν από πριν με τον "Φ." και διατηρούσε προσωπικές και φιλικές σχέσεις μαζί του, επιδιδόμενος ακόμη και εντός του καταστήματος της τράπεζας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων σε αβρότητες και χαριεντισμούς μαζί του και ότι και οι τρεις νυν εγκαλούντες είχαν συναντήσεις με τον "Χ. Φ." και εκτός τραπέζης σε κοινωνικές και άλλες εκδηλώσεις, διατηρώντας κοινωνικές επαφές με αυτόν. Επίσης ότι και οι τρεις νυν εγκαλούντες αποσιώπησαν τόσο από τον νυν κατηγορούμενο όσο και από τα στελέχη της κεντρικής διοικήσεως της τραπέζης το γεγονός ότι είχαν διαπιστώσει διάσταση κάποιων στοιχείων ταυτότητος του φερόμενου ως "Φ." με τον αληθή Φ., ότι προέβησαν στην κατάρτιση της συμβάσεως καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του και χωρίς να ζητήσουν αν και ώφειλαν σχετική έγκριση των κεντρικών υπηρεσιών της "ΑΛΦΑ Τράπεζας Α.Ε", ότι πίεσαν κατά τρόπο άγνωστο το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... να επισπεύσει την έκδοση της υπ' αριθμ. 223/2002 αποφάσεως (με την οποία επιτρεπόταν η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της ΑΛΦΑ Τράπεζας Α.Ε., ως εξασφάλιση για την αιτούμενη χρηματοδότηση σε υπαρκτό ακίνητο του αληθούς Φ., χωρίς τη συναίνεση φυσικά του τελευταίου), αποσιωπώντας από τον ως άνω Δικαστή τα γεγονότα που είχαν ήδη εντοπίσει και επισημάνει, ότι ειδικά η Μ. Θ., αφού διεπίστωσε τη διάσταση στα στοιχεία της ταυτότητος το επισήμανε στους δύο άλλους εγκαλούντες και αντιτάχθηκε σθεναρώς στην κατάρτιση της συμβάσεως, πλην όμως αναγκάστηκε τελικώς να υποχωρήσει, δεχθείσα ισχυρές πιέσεις από αυτούς και ότι άπαντες γνώριζαν ευθύς εξαρχής τα περί της συντελεσθείσης πλαστογραφίας του επιδειχθέντος δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του "Φ." και περί της απάτης σε βάρος της περιουσίας της τραπέζης, πλην όμως σιωπούσαν, συγκαλύπτοντας τους δράστες των ως άνω πράξεων και διευκολύνοντας τα εγκληματικά τους σχέδια, μέχρις ότου αποκαλύφθηκαν τα εγκλήματα αυτά, οι υπαίτιοι και οι συνεργοί τους. Επίσης, ο κατηγορούμενος στην από 3-2-2003 έγκληση του ισχυρίσθηκε ότι και οι τρεις νυν εγκαλούντες έπραξαν όλα τα ανωτέρω προς ίδιον όφελος, καθώς εξ αρχής ο σκοπός τους ήταν να συνδράμουν άμεσα και να διευκολύνουν τα πρόσωπα που εμφανίστηκαν με τα ψευδή στοιχεία ταυτότητας "Φ. Χ." και "Κ. Δ." να τελέσουν και να ολοκληρώσουν τις παράνομες και εγκληματικές πράξεις τους σε βάρος της περιουσίας του νομικού προσώπου της τραπέζης, εκθέτοντας παράλληλα με την από 1-11-2002 μηνυτήρια αναφορά τους και παρουσιάζοντας ως μόνο και κύριο υπεύθυνο τον ίδιο (εγκαλούντα και νυν κατηγορούμενο), ο οποίος έκτοτε και ενόψει της ως άνω μηνυτήριας αναφοράς της τραπέζης τυγχάνει κατηγορούμενος για απάτη και πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος. Τέλος, με την ίδια ως άνω μήνυσή του ο κατηγορούμενος κατεμήνυσε τους νυν εγκαλούντες για το λόγο ότι αυτοί είναι οι αληθείς άμεσοι συνεργοί των προσώπων που εμφανίστηκαν με τα ψευδή στοιχεία ταυτότητας "Φ. Χ." και "Κ. Δ.", αφού εκμεταλλευόμενοι των θέσεων τους και των δυνατοτήτων, που τους παρείχοντο, συνέδραμον κατά τρόπο άμεσο τους "Φ. Χ." και "Κ. Δ." κατά την τέλεση της απάτης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που αυτοί τέλεσαν σε βάρος της περιουσίας του νομικού προσώπου της τραπέζης και ότι συνακολούθως με τις πράξεις τους αυτές εξέθεσαν και στοχοποίησαν ως μόνο υπεύθυνο τον ίδιο (εγκαλούντα-κατηγορούμενο), ο οποίος τυγχάνει κατηγορούμε νος για πράξεις για τις οποίες δεν ευθύνεται, αλλά και για τις οποίες πρέπει οι τρεις νυν εγκαλούντες να διωχθούν και να τιμωρηθούν. Όλες οι ανωτέρω αναφορές του έγιναν με σκοπό να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των νυν εγκαλούντων ως εμπλεκομένων προσώπων, είναι ψευδείς στο σύνολο τους, και έγιναν από τον κατηγορούμενο, ενώ τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς των και ιδίως του ότι οι εγκαλούντες δεν είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή στις πράξεις του εμφανισθέντος ως "Φ. Χ." ή του εμφανισθέντος ως "Κ. Δ." και στην πρόκληση της κατά τα ανωτέρω ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας στην περιουσία του νομικού προσώπου της τραπέζης, ότι η διαδικασία, που ακολουθήθηκε για την εξακρίβωση και τη διασταύρωση των στοιχείων ταυτότητος του εμφανισθέντος ως "Χ. Φ." ήταν η συνήθης που ετηρείτο κατ' εκείνη την χρονική περίοδο σε κάθε συναφή περίπτωση και έγινε επί τη βάσει του προσκομισθέντος από αυτόν (πλαστογραφημένου) δελτίου αστυνομικής ταυτότητος και των στοιχείων που υπήρχαν στα αρχεία της τραπέζης ΑΛΦΑ για τον αληθινό Φ. Χ. του Α., ο οποίος ετύγχανε ήδη πελάτης της εν λόγω τραπέζης. Η διαφοροποίηση του αριθμό του δελτίου αστυνομικής ταυτότητος, η οποία δικαιολογήθηκε λόγω απώλειας του παλαιού δελτίου και εκδόσεως νέου, δεν μπορεί να θεμελιώσει εσκεμμένη αβλεψία ή και αμέλεια των υπαλλήλων, διότι υπήρχε ταύτιση των λοιπών στοιχείων ταυτότητος, που ετηρούντο στην τράπεζα , κατά την επίμαχη χρονική περίοδο, καθώς και του αριθμού φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ), που αντιστοιχούσε στο πραγματικό Χ. Φ. και ο οποίος παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια, διότι δεν υπόκειται σε αλλαγή, όπως ο αριθμός δελτίου ταυτότητος σε περίπτωση απώλειας. Εξάλλου και η τράπεζα, κατά τον έλεγχο που επακολούθησε δεν εντόπισε οποιαδήποτε πλημμέλεια, πολύ δε περισσότερο δολία συμπεριφορά τους και για το λόγο αυτό, μολονότι υπέστη σοβαρά οικονομική ζημία δεν τους κατελόγισε οποιαδήποτε ευθύνη και επί πλέον τους προήγαγε υπηρεσιακώς σε ανώτερες θέσεις. Επίσης ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του γεγονότος ότι οι εγκαλούντες δεν υπερέβησαν την δικαιοδοσία τους κατά την κατάρτιση της επίμαχης δανειακής συμβάσεως, δεδομένου ότι το ύψος του αιτηθέντος ποσού της χρηματοδοτήσεως ήταν εντός των ορίων που είχε δικαίωμα να συναλλάσσεται αυτοβούλως το περιφερειακό κατάστημα, χωρίς να απαιτείται η έγκριση της κεντρικής διοικήσεως της τραπέζης. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ως προελέχθη, ενεφάνισε στην ΑΛΦΑ τράπεζα τον φερόμενο ως Χ. Φ., Δ. Κ., και τον συνέστησε στους εγκαλούντες, εγνώριζε πολύ καλά ότι οι τελευταίοι δεν εγνώριζαν προηγουμένως το συγκεκριμένο πρόσωπο ούτε πολύ περισσότερο διατηρούσαν προσωπικές -πολλώ δε μάλλον φιλικές- σχέσεις μαζί του, ούτε τέλος χαριεντίζονταν, ανταλλάσσοντας αβρότητες και φιλοφρονήσεις σε πολύ οικείο ύφος και τον διευκόλυναν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην επιτυχή έκβαση των εγκληματικών του σχεδίων, παρέχοντας του με πρόθεση την οποιαδήποτε συνδρομή (υλική ή ηθική, άμεση ή έμμεση) στην εκπλήρωση των σχεδίων του. Τούτο συνάγεται κυρίως εκ του γεγονότος που ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω ότι δηλαδή τον φερόμενο ως "Φ." τον συνέστησε και τον παρουσίασε στους εγκαλούντες και στο λοιπό προσωπικό της τραπέζης ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήδη από αρκετό καιρό γνωριζόταν και συνεργαζόταν επιχειρηματική μαζί του και τύγχανε συνεταίρος, συνεργάτης και πληρεξούσιος του. Μάλιστα τον συνέστησε στους εγκαλούντες με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια, εμφανίζοντας τον ως πρόσωπο με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ως εξέχοντα και διαπρεπή επιχειρηματία με πολυσχιδή επιχειρηματική δραστηριότητα και ως ιδιοκτήτη μεγάλης κινητής και ακίνητης περιουσίας. Τέλος ο κατηγορούμενος εγνώριζε ότι οι εγκαλούντες δεν συνέβαλαν, με οποιοδήποτε τρόπο, στην επιτάχυνση ή στην διευκόλυνση της διαδικασίας εκδόσεως της υπ' αριθμ. 223/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που επέτρεπε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ακίνητο του Χ. Φ. στην ... και στην εγγραφή της ως άνω προσημειώσεως στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ν. Ερυθραίας Αττικής και ότι κατ' ουδένα τρόπο εγνώριζαν και αποσιώπησαν τα αληθή γεγονότα, ανεχόμενοι και συνεργαζόμενοι με τον φερόμενο ως Χ. Φ., στην απάτη που αυτός διέπραξε σε βάρος της περιουσίας της τράπεζας. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, την 3-2-2003, εξεταζόμενος ενόρκως, ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών ... εβεβαίωσε ως μηνυτής την αλήθεια και το ακριβές του περιεχομένου της ως άνω μηνύσεως του κατά των νυν εγκαλούντων, και έτσι ενώ εγνώριζε την αναλήθεια των ιστορουμένων στη μήνυση ως άνω γεγονότων, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι όλα αυτά τα γεγονότα ήταν αληθή. Τέλος ο κατηγορούμενος , μολονότι εγνώριζε ότι τα ψευδή ως άνω γεγονότα ήταν ικανά να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, τα περιέλαβε, εν γνώσει της αναληθείας των στη μήνυση του, το περιεχόμενο της οποία έγινε γνωστό σε ευρύ κύκλο προσώπων και συγκεκριμένα στους υπαλλήλους της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ..., στους προανακριτικούς υπαλλήλους που μετείχαν στην διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, στους δικηγόρους αλλά και στους υπαλλήλους της Τραπέζης ΑΛΦΑ, βλάπτοντας έτσι την τιμή και υπόληψη αυτών. Επί της μηνύσεως του κατηγορουμένου διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά την ολοκλήρωση της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. ΕΓ 106/159/20/07 διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών ..., η οποία έκρινε ότι οι μηνυόμενοι, ήδη εγκαλούντες, ουδεμία ανάμειξη είχαν στις αξιόποινες πράξεις που τους απέδιδε ο μηνυτής και απέρριψε κατόπιν αυτού ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την εναντίον τους μήνυση του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος άσκησε προσφυγή κατά της ανωτέρω διατάξεως, η οποία όμως απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 32/2007 διάταξη της Αντεισαγγελέως Εφετών .... Αξίζει τέλος να μνημονευθεί ως ενδεικτικό της δολίας προαιρέσεως του κατηγορουμένου στοιχείο, το γεγονός ότι ακόμη και κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εδήλωσε ότι σκοπός της υποβολής της επίμαχης μηνύσεως του ήταν η ανεύρεση της αληθείας και ότι ήδη δεν έχει την ίδια άποψη κατά των εγκαλούντων, απέφυγε ωστόσο να αναγνωρίσει ευθέως το άτοπον της ενεργείας του και να ζητήσει ευθέως συγγνώμη από τους εγκαλούντες για την τόσο σοβαρή κατηγορία που ψευδώς τους απέδωσε, η οποία θα μπορούσε να επισύρει βαρύτατες ποινικές, πειθαρχικές και υπηρεσιακές συνέπειες σε βάρος τους. Υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν σαφώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου από την αποδεικτική διαδικασία, στοιχειοθετούνται πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροήν και της ψευδορκίας μάρτυρος, όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, απορρίπτοντας τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί εφαρμογής των άρθρων 227 παρ.3 και 336 παρ. 2 του ΠΚ (για τους οποίους γίνεται ειδικότερη αναφορά παρακάτω) και περί της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β και ε του ΠΚ, τον κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή και του επέβαλε, με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ (του προτέρου εντίμου βίου), συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για τρία (3) χρόνια.
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο ..., διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αποδοθέντων στον αναιρεσείοντα εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2α, 94 παρ.1, 224 παρ.2 και 1, 227 παρ.1, 229 παρ.1, 363-362 και 368 παρ.1 του ΠΚ που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που αφορούν τη θεμελίωση των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των τριών (3) εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος, υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση: α)ως προς τον άμεσο δόλο του, με την παραδοχή ότι όσα περιέλαβε στην υποβληθείσα απ'αυτόν μήνυση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... σε βάρος των τριών εγκαλούντων τραπεζικών υπαλλήλων Μ. Κ., Μ. Θ. και Σ. Π. και στη συνέχεια ενόρκως κατέθεσε ενώπιον του ιδίου Εισαγγελέα και ισχυρίσθηκε ο ίδιος ενώπιον του ίδιου Εισαγγελέα, του γραμματέα του, των υπαλλήλων της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών ..., του διενεργήσαντος τη σχετική προκαταρτική εξέταση πταισματοδίκη του γραμματέα του, των προανακριτικών υπαλλήλων και λοιπών προσώπων, είχαν περιέλθει στην άμεση και προσωπική αντίληψη του από τις επαφές και τις συζητήσεις με τους καταμηνυθέντες υπαλλήλους του υποκαταστήματος της "ΑΛΦΑ Τράπεζας" στην Καλαμάτα, και είναι αυτονόητο πως γνώριζε ποια ήταν τα αληθή και παρά ταύτα τους καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς για τα αντίθετα, βεβαίωση και ισχυρίστηκε ενώπιον των αναφερθέντων τρίτων (δικαστικών λειτουργών και υπαλλήλων και λοιπών προσώπων) εν γνώσει τελών για την αλήθεια αυτών, β)ως προς τον σκοπό του κατηγορουμένου να προκληθεί η καταδίωξη των ανωτέρω τριών τραπεζικών υπαλλήλων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την περί ενοχή του αναιρεσείοντος κρίση (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους πιο πάνω λόγους πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον ως προς τα ζητήματα αυτά η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι ανέλεγκτη. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 ΚΠΔ σε κάθε περίπτωση αναγιγνώσκονται και λαμβάνονται υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν, εκτός των άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν. Εφόσον όμως η διάταξη αυτή δεν απαγγέλει ρητώς ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη ανάγνωση των πρακτικών, επέρχεται τέτοια ακυρότητα για έλλειψη ακροάσεως μόνον όταν έχει ζητηθεί ειδικώς η ανάγνωσή τους από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτήν.
Περαιτέρω κατά την παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, αν στην πρωτόδικη απόφαση υπάρχει ακυρότητα (άρθρα 170 και 171), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ακυρώνει και δικάζει την υπόθεση στην ουσία της ανέκκλητα. Ακόμα, κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 502, εν εμφανισθεί ο εκκαλών, ερευνάται το κατά τύπους παραδεκτό της έφεσης και σε καταφατική περίπτωση, αρχίζει η διαδικασία στο ακροατήριο σύμφωνα μετά άρθρα 329-340 ΚΠΔ. Αν η έφεση είναι γενική, αν δηλαδή προσβάλλει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στο σύνολο της, τότε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης είναι καθολικό και το Εφετείο έχει την εξουσία να εξετάσει την υπόθεση σ' όλες τις πλευρές της που αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως και να πράξει ό,τι θα έπραττε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπό την προϋπόθεση μόνο της μη χειροτέρευσης της θέσεως του κατηγορουμένου (αρθρ. 502 παρ. 2 και 470 ΚΠΔ). Στην περίπτωση δε αυτή το Εφετείο εκδίδει βέβαια δική του απόφαση, η δε πρωτόδικη απόφαση είναι ανίσχυρη και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεμελιώσει δεδικασμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν την υπ'αριθμ.27α/2010 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 136/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ...: α)εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση με την τυπική παραδοχή της έφεσης, β)διέταξε την αποβολή των τριών παραστάντων πρωτοβάθμια πολιτικώς εναγόντων, γ)απέρριψε το αίτημα της υπεράσπισης για επιστροφή της κρινόμενης υπόθεσης να δικασθεί εκ νέου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη νόμιμο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.4 του ΚΠΔ και δ) ανάγνωσε και έλαβε υπόψη του τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται σ'αυτά και τα προσκομισθέντα έγγραφα στο πρωτόδικο δικαστήριο. Έτσι ενεργώντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αποστερώντας τον κατηγορούμενο από κάποιο υπερασπιστικό του δικαίωμα, αφού σύννομα ακύρωσε μόνο την πρωτόδικη απόφαση όχι όμως και τα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά συνεδρίασης του πρωτόβαθμου δικαστηρίου, τα οποία άλλωστε αναγνώσθηκαν (μόνον αυτά και όχι και η απόφαση) χωρίς να προβάλλει κάποια αντίρρηση ο κατηγορούμενος-τότε εκκαλών κατά της ανάγνωσής τους. Εντεύθεν ο τέταρτος εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση: α)για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και β)για έλλειψη απ'αυτήν της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τη λήψη υπόψη της ακυρωθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης και των σχετικών πρακτικών του Δικαστηρίου εκείνου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του Κ.Π.Δ., ως και του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απόρριψης του θα αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφαση του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως πρόκυπτε από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 107/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου ... κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, αφού έλαβον αλληλοδιαδόχως το λόγο υπέβαλλαν τα παρακάτω αιτήματα: Να διαταχθεί από το Δικαστήριο :
1. Να υποχρεωθεί η τράπεζα ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ να προσκομίσει την εσωτερική έκθεση ελέγχου που αφορά τις χρηματοδοτήσεις των Κ. και Φ..
2. Να υποχρεωθεί η τράπεζα ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ να προσκομίσει τα πρακτικά του συμβουλίου των δανείων που αφορούν την συγκεκριμένη χρηματοδότηση.
3. Να υποχρεωθεί η τράπεζα ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ να προσκομίσει τα στοιχεία του πραγματικού Φ. όπως αυτά τηρούνται στο αρχείο προσωπικών δεδομένων αυτής.
4. Να υποχρεωθεί η τράπεζα ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ να προσκομίσει στοιχεία για το πότε δημιουργήθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί στο όνομα του πραγματικού Φ..
Το Πενταμελές Εφετείο ... απέρριψε το ως άνω αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου λόγω σημαντικών αιτίων και ειδικότερα για την προσκόμιση νέων αποδεικτικών στοιχείων με την ακόλουθη αιτιολογία:
"Το αίτημα του κατηγορουμένου να προσκομισθούν πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα να υποχρεωθεί η ΑΛΦΑ Τράπεζα να προσκομίσει την εσωτερική έκθεση ελέγχου που αφορά τις χρηματοδοτήσεις των Κ. και Φ., τα πρακτικά του συμβουλίου των δανείων που αφορούν την ίδια χρηματοδότηση, τα στοιχεία του πραγματικού Φ., όπως αυτά τηρούνται στο αρχείο προσωπικών δεδομένων αυτής και στοιχεία για το πότε δημιουργήθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί στο όνομα του πραγματικού Φ., τυγχάνει αβάσιμο κατ' ουσίαν και απορριπτέο, καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν κρίνονται από το Δικαστήριο απαραίτητα για την πληρεστέρα διαφώτιση και ασφαλεστέρα διάγνωση της κρινομένης υποθέσεως, η οποία εξασφαλίζεται πλήρως με τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα. Άλλωστε και ο κατηγορούμενος δεν προσδιορίζει ειδικότερα τα γεγονότα που επιδιώκει να αποδείξει με την προσκομιδή των αιτουμένων εγγράφων. Ειδικότερα δε καθόσον αφορά την έκθεση ελέγχου και τα πρακτικά του συμβουλίου δανείων της επίμαχης χρηματοδοτήσεως, από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε σαφώς ότι, μετά την εγγραφή των προσημειώσεων υποθήκης επί των ακινήτων του Χ. Φ., ουδεμία αντίρρηση υπήρξε για την έγκριση της χρηματοδοτήσεως, ενώ ο διενεργηθείς εσωτερικός έλεγχος της Τραπέζης δεν εντόπισε παραλείψεις των εγκαλούντων και δεν τους απέδωσε οποιαδήποτε ευθύνη. Τέλος τα στοιχεία που αφορούν την ταυτότητα του Χ. Φ. και των λογαριασμών, αυτού στην ΑΛΦΑ Τράπεζα, πέραν του ότι δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στη διάγνωση της προκειμένης υποθέσεως, προκύπτουν από τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα".
Η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης για την προσκόμιση νέων συμπληρωματικών αποδείξεων είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος (υπό το γράμμα Β) αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου η λήψη υπόψη από το ουσιαστικό Δικαστήριο αναγνωσθείσας καταθέσεως μάρτυρα κατηγορίας, που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα, το οποίο δίνεται, από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, σε κάθε κατηγορούμενο να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας, οπότε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που συνιστά τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν η ανάγνωση της ανωτέρω καταθέσεως έγινε παρά την αντίρρηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 του ΚΠΔ, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας, μεταξύ άλλων, θανάτου, διαμονής του στο εξωτερικό ή άλλου σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεση του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον Εισαγγελέα, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον κατηγορούμενο, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο ήταν αδύνατη για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή.
Συνεπώς, στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν δημιουργείται ακυρότητα από την λήψη υπόψη από το Δικαστήριο κατάθεσης μάρτυρα που δόθηκε στην προδικασία, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, παρά την αντίρρηση του κατηγορουμένου και τούτο γιατί η εναντίωση του κατηγορουμένου ως προς την ανάγνωση τέτοιας κατάθεσης αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 6 και 18 της ΕΣΔΑ, αφού με αυτήν ο κατηγορούμενος θα ματαίωνε κατά βούληση τη χρήση αποδεικτικού μέσου, αναγκαίου για την αποκάλυψη της αλήθειας, δίχως μάλιστα την υπαιτιότητα του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε αντιρρήσεις κατά της ανάγνωσης: 1)της από 18-6-2003 εξέτασης μάρτυρα Α.-Α. Φ. ενώπιον του Ανακριτή ... (υπ' αρ. 16 έγγραφο του καταλόγου εγγράφων που αναγνώσθηκαν), 2)η από 9-7-2009 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα Κ. Σ. (υπ' αρ. 25 έγγραφο) και 3)η από 27-1-2004 ένορκη κατάθεση μάρτυρα Χ. Γ. (υπ' αρ. 28 τελευταίο έγγραφο του καταλόγου των εγγράφων που αναγνώσθηκαν). Ως εκ τούτου με την ανάγνωση από το Δικαστήριο των προαναφερθεισών τριών μαρτυρικών καταθέσεων που δόθηκαν στην προδικασία δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και εντεύθεν ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ σχετικός περί απολύτου ακυρότητας πέμπτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ.2 ΠΚ "Αν στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363, 364 και 365 το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε δικαστική δίωξη, αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής δίωξης....". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 59 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν ασκήθηκε ποινική δίωξη για το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος της πράξης της δυσφήμησης αναστέλλεται υποχρεωτικώς και όχι δυνητικώς μέχρι το πέρας της δίωξης για την προαναφερθείσα πράξη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Εάν στο δικαστήριο που δικάζει την πράξη της δυσφήμησης, υποβληθεί αίτημα αναστολής της δίκης, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης για το αν είναι αληθινό ή ψευδές το γεγονός που αφορά η δυσφήμηση και για το οποίο υπάρχει ήδη τελεσίδικη αλλά όχι αμετάκλητη απόφαση και το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αυτό, υποκύπτει στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ πλημμέλεια για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο κατά τη διαδικασία (άρθρο 171 παρ.1 εδ. γ ΚΠΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος και αυτός ζήτησαν "να ανασταλεί η παρούσα δίκη, για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή σύμφωνα με το άρθρο 366 παρ.2 ΠΚ μέχρι της εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της εφέσεως για κακουργηματική απάτη σε βάρος του κατηγορουμένου που εκκρεμεί προς εκδίκαση στο Δικαστήριο".
Το Πενταμελές Εφετείο ... με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον περί αναστολής της δίκης ισχυρισμό του κατηγορουμένου με την ακόλουθη κατά λέξη αιτιολογία:
"Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πρέπει να ανασταλεί, κατ' άρθρο 366 παρ. 2 του Π.Κ. η προκειμένη δίκη για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, μέχρι περατώσεως της εκκρεμούσης ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ποινικής δίκης για τις πράξεις της απάτης και της απλής συνέργειας σε πλαστογραφία, για τις οποίες έχει κηρυχθεί ένοχος, ως προελέχθη, από το Τριμελές Εφετείο ... και του έχει επιβληθεί συνολική ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η εκκρεμής ως άνω ποινική δίκη δεν έχει ως αντικείμενο τις αξιόποινες πράξεις που ο κατηγορούμενος απέδωσε στους εγκαλούντες και στοιχειοθετούν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αλλά τις αξιόποινες πράξεις που ο κατηγορούμενος φέρεται να έχει τελέσει σε βάρος της Τραπέζης. Τα γεγονότα που ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε για τους εγκαλούντες, και στοιχειοθετούν την συκοφαντική δυσφήμηση απετέλεσαν αντικείμενο των προειρημένων εισαγγελικών διατάξεων, οι οποίες έκριναν αβάσιμους τους ισχυρισμούς του αυτούς και απέρριψαν την μήνυσή του".
Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο της ουσίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου περί αναστολής της δίκης κατ' άρθρο 366 παρ.2 του ΠΚ ορθά το νόμο εφάρμοσε (με την παραδοχή ότι πρόκειται περί διαφορετικών δικών και η υπ' αριθμ. 176/2010 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ... που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων (με την ορθή παρατήρηση του ότι εκ γραφικής παραδρομής αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον αριθμό 464/2010) αφορά τη δίκη με κατηγορούμενο αυτόν (αναιρεσείοντα) για τις κακουργηματικές πράξεις της απάτης και πλαστογραφίας σε βάρος της ΑΛΦΑ Τράπεζας (για τις οποίες καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα πέντε (15) ετών), ενώ, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας η από 3-2-2003 μήνυση του κατά των τριών εγκαλούντων τραπεζικών υπαλλήλων για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία τέθηκε στο αρχείο (υπ' αριθ. ΕΓ 106/159/20/07 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... και υπ' αριθμ. 32/2007 διάταξη της Αντιεισαγγελέα Εφετών ...). Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου πρέπει να επισημανθεί ότι η ανάγνωση μιας απόφασης που δεν είναι αμετάκλητη, όπως είναι η υπ' αρ. 176/2010 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ... δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα, ως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθόσον τέτοια ακυρότητα δεν προβλέπεται από το άρθρο 364 παρ.2 ΚΠΔ.
Κατ' άρθρο 227 παρ. 3 Π.Κ. "Αν ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 224 παρ. 2 και 225 τις τέλεσε για να αποφύγει ποινική ευθύνη, είτε δική του, είτε κάποιου από τους οικείους του, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή". Η διάταξη αυτή απαιτεί να έχει τελεσθεί η ψευδορκία μάρτυρος (άρθρο 224 παρ.2 Π.Κ.) και η ψευδής ανώμοτη κατάθεση (άρθρο 225 Π.Κ.), ήτοι προϋποθέτει πάντα ψευδή κατάθεση, εις την οποία περιλαμβάνεται και η απόκρυψη ή άρνηση των αληθών. Δεν εισάγει λόγον άρσεως του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, ούτε εξαλείψεως του αξιοποίνου, αλλά "δυνητικό λόγο" απαλλαγής από πάσης ποινής και καλύπτει, κατά τ' άνω, την άρνηση μαρτυρίας, την κατάθεση αναληθών περιστατικών ή την, απόκρυψη των αληθών αποτελεί, δηλαδή, προσωπικό λόγον απαλλαγής, που στηρίζεται εις την εις τον δράστη, δημιουργουμένη ψυχολογική κατάσταση, η οποία είναι μία οιονεί κατάσταση ανάγκης, η οποία δεν υπάγεται εις το άρθρο 32 Π.Κ., αλλά τυγχάνει ειδικής υπό του νόμου ρυθμίσεως δια του άνω άρθρου 227 παρ. 3 Π.Κ., εις τρόπον ώστε να παρέχεται εις τον δικαστήν η ευχέρεια, προκειμένου να κρίνει αν θα επιβληθεί ή όχι ποινή εις τον μάρτυρα, για τον οποίον έκρινε ότι ετέλεσε την ψευδορκία κτλ κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία, να σταθμίζει εκάστοτε την εις ήν ευρέθη ο μάρτυς κατάσταση ανάγκης, ήτοι να σταθμίζει το είδος και την σπουδαιότητα της δι' αξιόποινο τινά πράξη ενοχής του μάρτυρος, η οποία ήθελε προκύψει εάν ούτος κατέθετε τα αληθή. Δι' ό και το εάν ο δράστης θα κριθεί ατιμώρητος απόκειται εις την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του περί μη εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση οι συνήγοροι του κατηγορουμένου αφού έλαβα αλληλοδιαδόχως το λόγο ανέπτυξαν προφορικώς τους κάτωθι αυτοτελείς ισχυρισμούς: α) για το αδίκημα της ψευδορκίας πρέπει ο κατηγορούμενος να τύχει της εφαρμογής του άρθρ. 227 παρ.3 ΠΚ καθόσον από την όλη διαδικασία αποδείχθηκε ότι την ανωτέρω πράξη την τέλεσε για να αποφύγει δική του ευθύνη και πρέπει για αυτό να απαλλαγεί από κάθε ποινή, β) για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή ο κατηγορούμενος πρέπει να τύχει της ανάλογης εφαρμογής του παραπάνω άρθρου και να απαλλαγεί επίσης από κάθε ποινή... Τα ως άνω ζήτησε και ο κατηγορούμενος". Το Δικαστήριο της ουσίας ως προς το δεύτερο σκέλος του ως άνω ισχυρισμού (περί ανάλογης εφαρμογής του άρθρου 227 παρ.3 του ΠΚ και το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης) δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, αφού αυτός ήταν απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και ορθά δεν απάντησε επ'αυτού. Αλλά και ως προς το πρώτο σκέλος του αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και ειδικότερα να τον απορρίψει με ειδική και αιτιολογημένη απόφαση, όπως προεκτίθεται, το Δικαστήριο τον απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμο με την ακόλουθη αιτιολογία:
"Τέλος αβάσιμος και απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος πρέπει να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 227 παρ. 3 του ΠΚ και να απαλλαγεί από κάθε ποινή, διότι το εν λόγω αδίκημα δεν τελέσθηκε στην προσπάθειά του να αποφύγει την ποινική του ευθύνη, για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, αλλά αποσκοπούσε αποκλειστικώς και μόνο να στηρίζει την, με το ψευδές και συκοφαντικό για τους εγκαλούντες περιεχόμενο, δική του μήνυση και να προκαλέσει την ποινική καταδίωξη των τελευταίων, που δεν ήταν αναγκαία για την αποφυγή των δικών του ποινικών ευθυνών".
Επομένως η σχετική εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ αιτίαση του αναιρεσείοντος περί απορρίψεως του από το άρθρο 227 παρ.3 του ΠΚ αυτοτελούς ισχυρισμού, του χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως αβάσιμη, αφού σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα το δικάσαν Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ως προς αμφότερα τα σκέλη (της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς καταμήνυσης).
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά (σελ. 22-23) ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται εκτός των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτά και τα προσκομισθέντα έγγραφα στο πρωτόδικο δικαστήριο και τα εξής έγγραφα, που προσδιορίζονται με την αναφορά υπ'αρ. 25 η από 9-7-2009 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα Κ. Σ. και υπ'αρ. 28 η από 27-1-2004 ένορκη κατάθεση μάρτυρα Χ. Γ.. Η ως άνω περιγραφή των δυο αυτών εγγράφων είναι πλήρης, σαφώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και ενόψει της μοναδικότητά τους εντός της δικογραφίας αποκλείεται η οποιαδήποτε σύγχυση με άλλα έγγραφα. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος δε είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθεμίας των ενόρκων αυτών καταθέσεων. Τέλος ο εκκαλών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Πενταμελούς Εφετείου ..., που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν πρόβαλε καμία αντίρρηση για την ανάγνωση των ως άνω δυο εγγράφων. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Πενταμελές Εφετείο ... στήριξε την περί ενοχής αυτού κρίση και στα παρακάτω έγγραφα που συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς όμως να τα αναγνώσει δημόσια στο ακροατήριο: 1)το υπ'αριθμ. 75/2009 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ..., 2)την υπ'αριθμ. 176/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... (που εκ παραδρομής αναφέρεται ως υπ'αρ. 464/2010 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου), 3)η υπ'αριθμ. ΕΓ 106/156/20/07 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών ..., 4)το υπ'αρ. 1/31-7-2007 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ Π.Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΩΝ", 5)την από 2-12-2001 απόφαση της εκτάκτου γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας, 6)το από 3-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό και 7)το από 26-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ως προς τα ανωτέρω έγγραφα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: 1)Το υπ'αρ. 75/16-12-2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ..., όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναγνώσθηκε και δεν ζητήθηκε η ανάγνωση αυτού, το δε δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική κρίση για τον αναιρεσείοντα από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που συνεκτίμησε και συναξιολόγησε, χωρίς να αναφέρεται στις παραδοχές του ως άνω βουλεύματος. 2)Η υπ'αριθμ.176/2010 καταδικαστική απόφαση (που εσφαλμένα αναφέρεται ως υπ'αρ. 464/2010) του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ... αναφέρεται διηγηματικώς και δεν αναγνώσθηκε, εκτός του ότι ο αναιρεσείων, γνώριζε το περιεχόμενό της, αφού ο ίδιος ζήτησε την αναστολή της δίκης για τη συκοφαντική δυσφήμηση κατ' άρθρο 366 παρ.2 του ΠΚ, μέχρι της εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της εφέσεως του κατ' αυτής που εκκρεμεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου .... 3)Η υπ' αριθμ. ΕΓ 106/159/20/07 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... προκύπτει από το περιεχόμενο της υπ'αριθμ. 32/2007 διάταξης της Αντιεισαγγελέα Εφετών ..., που αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο (υπ'αρ. 3 έγγραφο). 4)Το υπ' αριθμ. 1/31-1-1997 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ Π.Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΩΝ" και η από 2-12-2001 απόφαση της εκτάκτου γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας αυτής προκύπτουν από το έγγραφο της υπ'αριθμ. ... ανακοίνωσης του Νομάρχη Μεσσηνίας μετά των συνημμένων σ'αυτήν εγγράφων που αναγνώσθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο που εξέδωσε την υπ'αριθμ. 136/2010 απόφαση (βλ. τα πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου, όπου αναφέρεται το εν λόγω έγγραφο υπ'αρ. 6 στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων), από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και 5)Το από 3-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό και το από 26-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρονται διηγηματικά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να εκτιμηθούν και αξιολογηθούν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και κατά το μέρος αυτό (της λήψης υπόψη για την περί ενοχής κρίσης του αναιρεσείοντος εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκε το περιεχόμενό τους δημόσια στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2011 αίτηση του Γ. Μ. του Π., δικηγόρου, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 107/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου .... Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχειοθέτηση εγκλημάτων ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για ελλιπή αιτιολογία, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, απόλυτη ακυρότητα (κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, ανάγνωση και λήψη υπόψη εγγράφων που δεν έπρεπε και εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν). Απόρριψη των ως άνω λόγων ως αβασίμων. Απόρριψη αιτημάτων αναστολής της δίκης κατ’ άρθρ. 366 παρ. 2 Π.Κ. και αναβολής της δίκης για την προσκόμιση νέων αποδείξεων. Απόρριψη ισχυρισμού κατηγορουμένου για εφαρμογή του άρθρου 227 παρ. 3 του Π.Κ. για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και κατ’ αναλογία για το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1250/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο-Εισηγητή και Μιλτιάδη Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Ιουλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Μ. (M.) Μ. (B.) του Κ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσαλικίδη, περί αναιρέσεως της 1044/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Σ. Μ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 493/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 302 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία οφείλει κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινοι αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι, προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδια πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος το οποίο τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται, ότι ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του οποίου τιμωρείται, όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαίτιου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγουμένη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (άρθρ. 15 ΠΚ) πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική σχέση πηγάζει. Ακόμη, στη διάταξη του άρθρου 1 του ΠΔ/τος 1073/1981, που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 του από 25-8-/5-9-1920 β.δ. "Περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών διατάξεων" ορίζεται, ότι "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του ΠΔ/τος 14-3-1934 "περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και υπαλλήλων των πάσης φύσεως βιομηχανικών και βιοτεχνικών εργαστηρίων κ.λ.π.", οι διατάξεις του ΠΔ/τος 778/1980"περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου (άρθρο 1), καθώς και του Ν. 1396/1983 "Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα", οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αποκλειστικά στα ιδιωτικά έργα. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 2§§1, 2,3,4,5 και 7 του τελευταίου αυτού νόμου: α) τεχνικό έργο είναι κάθε οικοδομή ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή χρονικής διάρκειας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επισκευή, καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση, β) μέτρα ασφαλείας είναι όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας, γ) κύριος του έργου είναι ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο, δ) εργολάβος είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται, με σύμβαση μίσθωσης έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματος αυτού, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 § 1 του ίδιου παραπάνω νόμου, ο εργολάβος του έργου είναι υπεύθυνος και υποχρεούται, να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο έργο ή στο τμήμα του έργου που ανέλαβε, ανεξαρτήτως εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους (ΑΠ 1530/2004, ΑΠ 1048/1999). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19 παρ. 1β του ΠΔ/τος 778/1980, (ΦΕΚ 1 93/Α/26-08-1980) για την εκτέλεση εργασιών συναρμολόγησης στεγών προβλέπεται, ως επιβαλλόμενο για την ασφάλεια και την προστασία των εργαζομένων μέτρο "η κατασκευή ανεξάρτητου ως προς την στέγη ικριώματος μετά δαπέδου εργασίας εις το ύψος τον σημείου απολήξεως της στέγης, παραλλήλως προς αυτήν, καθ' όλο το μήκος της, ήτοι εξωτερικώς του καλυπτόμενου χώρου και παραλλήλως προς τον τοίχον ή την δοκόν στηρίξεως των ζευκτών της στέγης". Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 111 του αναφερόμενου παραπάνω ΠΔ/τος 1073/1981 προβλέπεται η υποχρέωση των εργολάβων (και των υπεργολάβων) να καθοδηγούν διαρκώς τους εργαζόμενους για τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, ανάλογα με την φάση εργασίας στην οποία βρίσκονται (ΑΠ 69/2007, ΑΠ 1600/2005. ΑΠ 1544/2002).
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης ουσιαστικής ποινικής διάταξης που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος στον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νομικής βάσης. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1044/2011 απόφασή του, το Δικαστήριο που την εξέδωσε (Τριμελές Εφετείο Αθηνών), δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την από 18-8-2003 έκθεση αυτοψίας των προανακριτικών υπαλλήλων, την από 7-10-2003 με αριθμό ... έκθεση αυτοψίας των τεχνικών επιθεωρητών του Υπουργείου Εργασίας Ι. Λ. και Π. Μ., την από 3-3-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Φ. Τ., που είχε ορισθεί πραγματογνώμονας με το υπ' αρ. 424/7-12-2005 έγγραφο του 6ου προανακριτικού τμήματος του Πταισματοδικείου Αθηνών και την όλη διαδικασία, απεδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ως εργολάβος οικοδομών, ασχολούμενος με την κατασκευή κεραμοσκεπών και μικρών οικοδομικών έργων, περί τον μήνα Αύγουστο του έτους 2003, δυνάμει προφορικής σύμβασης μίσθωσης έργου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού ως εργολάβου και του Ε. Κ., ως ιδιοκτήτη ακινήτου ευρισκόμενου στην ..., και συνεπώς κυρίου του έργου, με την έννοια του αναφερόμενου παραπάνω νόμου, ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής κεραμοσκεπής σε ψησταριά ευρισκόμενη στον αύλειο χώρο της οικίας του προαναφερόμενου κυρίου του έργου, με εργάτες τον I. M. και τον K. F.. Οι εργασίες κατασκευής ξεκίνησαν στις 4-8-2003, με την εγκατάσταση του ξύλινου πλαισίου στήριξης της κεραμοσκεπής. Στις 6-8-2003, εκτελούνταν εργασίες τοποθέτησης των "ραμποτέ", δηλαδή των διακοσμητικών ξύλων που τοποθετούνται ως βάση ανάμεσα στα δοκάρια που δημιουργούν το πλαίσιο στέγης. Για την τοποθέτηση των ραμποτέ αυτών στήθηκε πρόχειρη σκαλωσιά, η οποία βρέθηκε στην αυλή της οικοδομής. Η σκαλωσιά αυτή αναπτύχθηκε σε μήκος τεσσάρων (4) μέτρων περίπου πάνω στην τσιμεντένια βάση της ψησταριάς, κάτω από το πλαίσιο της στέγης και έφερε δάπεδο εργασίας αποτελούμενο από δύο μαδέρια. Το ύψος της σκαλωσιάς αυτής ήταν ένα (1) μέτρο περίπου και έφτανε κάτω από τα δοκάρια της στέγης, δηλαδή, χαμηλότερα από το σημείο απόληξης αυτής. Κατά την παραπάνω ημέρα, δηλαδή την 6-8-2003, και ενώ οι αναφερόμενοι παραπάνω εργάτες είχαν ολοκληρώσει την κατασκευή της νότιας πλευράς της στέγης και ακολούθησε διάλειμμα αυτών για φαγητό, ο I. M. ανέβηκε πρώτος στα δοκάρια της στέγης από την βόρεια πλευρά αυτής για να συνεχίσει την τοποθέτηση των ραμποτέ. Κάθισε σε ένα δοκάρι, στήριξε τα πόδια του στο περιμετρικό δοκάρι της στέγης και έγειρε μπροστά το σώμα του προκειμένου να τοποθετήσει τα πρώτα ραμποτέ στο τελείωμα της στέγης, έχασε την ισορροπία του, αφού δεν υπήρχαν ικριώματα ώστε να στηριχθεί για την εκτέλεση της εργασίας του, να πέσει στο έδαφος, έξω από τον πρόβολο της στέγης από ύψος μεταξύ 2,10 μ. έως 2,50 μ, που ήταν το συνολικό ύψος του κτίσματος, και να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο Θάνατος αυτού, την 18/8/2003, όπως τούτο αποδεικνύεται και από την υπ' αριθμόν ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Χ. Λ., η οποία αναγράφεται παραπάνω και αναγνώστηκε στο ακροατήριο.
Από την εκτίμηση των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών και κατ' εφαρμογή των διατάξεων και νομικών σκέψεων που αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το επίδικο ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του I. M., οφείλονται σε υπαιτιότητα του κατηγορούμενου, ο οποίος ως εργολάβος είχε την ευθύνη για τη λήψη και τήρηση των επιβαλλόμενων μέτρων ασφαλείας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19 παρ. 1β του αναφερόμενου στη νομική σκέψη της παρούσας ΠΔ/τος 778/1980, αυτό ήταν η κατασκευή ανεξάρτητου ως προς την στέγη ικριώματος εφοδιασμένου με δάπεδο εργασίας σε ύψος που να φθάνει στο σημείο απόληξης της στέγης, δηλαδή σε ύψος τουλάχιστον 2.10 μέτρων, παράλληλα προς αυτή, και καθ' όλο το μήκος της, δηλαδή έξω από το χώρο της στέγης και παράλληλα με τον τοίχο ή τη δοκό στήριξης των χιαστί τοποθετούμενων δοκαριών για τη στήριξη της στέγης, έτσι ώστε, ο I. M., κατά την εκτέλεση της προαναφερόμενης εργασίας του, θα είχε τη δυνατότητα ευρισκόμενος πάνω σε μια τέτοια σκαλωσιά - και όχι ανεβασμένος στη στέγη, όπως συνέβη στην πραγματικότητα να εκτελέσει ακίνδυνα και με απόλυτη ασφάλεια την ως άνω εργασία του. Σημειώνεται δε ότι η αναφερόμενη παραπάνω πρόχειρη σκαλωσιά που αναπτύχθηκε σε περιορισμένο μήκος της στέγης και μόνον από τη νότια πλευρά αυτής και πάντως όχι καθ' όλο το μήκος αυτής, πάνω στην τσιμεντένια βάση της ψησταριάς, και ύψους μόλις ενός μέτρου, που έφθανε κάτω από το πλαίσιο της στέγης, είναι προφανές ότι δεν αποτελεί το επιβαλλόμενο από τις προαναφερθείσες διατάξεις ικρίωμα, όπως αυτό περιγράφεται παραπάνω, η ύπαρξη του οποίου είναι βέβαιο ότι θα εμπόδιζε την πτώση του ως άνω θανόντος εργάτη.
Συνεπώς, ενόψει όλων των προαναφερομένων στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξης στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, αφού αυτός από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως εργολάβος εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών, με βάση τις προσωπικές του ικανότητες και γνώσεις, προκάλεσε το θάνατο του I. M., κάτω από τις αναφερόμενες ειδικότερα στο διατακτικό συνθήκες. Στο διατακτικό δε έκρινε ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος του ότι: Στην ..., την 6/8/2003, από αμέλεια του δηλαδή, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, ως εργολάβος ασχολούμενος με την κατασκευή κεραμοσκεπών και μικρών οικοδομικών έργων, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις (οικοδομική εργασία σε ύψος από το έδαφος), την οποία προσοχή μπορούσε κάθε μέσος συνετός άνθρωπος σε παρόμοιες περιπτώσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες και τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής και των συναλλακτικών ηθών, με βάση τις προσωπικές του ικανότητες και γνώσεις να καταβάλει, δεν έλαβε οργανωτικά τεχνικά μέτρα για την προστασία των εργαζομένων κατά την κατασκευή κεραμοσκεπής σε υπαίθρια ψησταριά, ιδιοκτησίας του Κ. Ε. και συγκεκριμένα δεν φρόντισε να γίνει κατασκευή ασφαλούς ικριώματος ως προς την στέγη μετά δαπέδου εργασίας στο ύψος του σημείου απολήξεως της στέγης και παραλλήλως προς αυτή, καθ' όλο το μήκος της εξωτερικά του καλυπτομένου χώρου και παράλληλα ως προς την δοκό στήριξης των ζευκτών της στέγης, αλλά επέτρεψε την τοποθέτηση των ραμποτέ (δηλαδή των διακοσμητικών ξύλων που τοποθετούνται ως βάση ανάμεσα στα δοκάρια της στέγης), περιοριζόμενος για την τοποθέτηση αυτή στο στήσιμο πρόχειρης σκαλωσιάς στην αυλή, αναπτυχθείσας σε μήκος τετραγωνικών μέτρων επί της τσιμεντένιας βάσης της ψησταριάς, κάτω από το πλαίσιο της στέγης, που έφερε δάπεδο εργασίας αποτελούμενο από δύο μαδέρια και η οποία έφθανε σε ύψος ενός μέτρου κάτω από τα δοκάρια της σκεπής, μετά την κατασκευή της νότιας πλευράς της στέγης. Έτσι όταν ο I. M. ανέβηκε στα δοκάρια της στέγης από την άλλη πλευρά για να συνεχίσει την τοποθέτηση, κάθισε σε ένα δοκάρι, στήριξε τα πόδια του στο περιμετρικό δοκάρι της στέγης, με αποτέλεσμα, όταν αυτός (I. M.) έγειρε μπροστά το σώμα του για να τοποθετήσει τα πρώτα ραμποτέ στο τελείωμα της στέγης, να πέσει από ύψος μεταξύ 2,10 μ. έως 2,50 μ, επί του εδάφους έξω από τον πρόβολο της στέγης και να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος αυτού, την 18/8/2003.
Στη συνέχεια, επέβαλε στον αναιρεσείοντα την ποινή φυλάκισης των δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά, τα οποία δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς, επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερθείσες ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλο τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει, αναλυτικά, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την εξενεχθείσα κρίση του, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων θεμελιώνεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος να παρεμποδίσει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος του επελθόντος θανάτου και εκείνα που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του. Ειδικότερα, αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης: α)η συγκεκριμένη σχέση, από την οποία απορρέει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του, να αποτρέψει το επελθόν, από τις προδιαγραφθείσες παραλείψεις το εγκληματικό αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του παθόντος, αυτή δε είναι η ιδιότητα του εργολάβου οικοδομών και υπεύθυνου της κατασκευής του επίδικου έργου (κατασκευή κεραμοσκεπής σε υπαίθρια ψησταριά), β) τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αμέλεια του αναιρεσείοντα, υπάρχει δε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η οποία και δικαιολογεί την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της επελθούσας απ' αυτόν ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Εδώ, πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: 1)η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την, ουσιαστικά ανέλεγκτη, κρίση της, για την ενοχή του κατηγορουμένου ' αναιρεσείοντος, στις προδιαληφθείσες διατάξεις και, κατά τα προαναφερθέντα, την αιτιολόγησε με επάρκεια και σαφήνεια. Ήδη, ο αναιρεσείων, προβάλλει, πως έπρεπε, παράλληλα, να γίνει αναφορά και ερμηνεία στις διατάξεις των άρθρων 3 περ.1β του ΠΔ 778/1980, και του άρθρου 37 παρ.2 του ΠΔ 1073/1981, σύμφωνα με τις οποίες: α)κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, σε εξωτερικές και εσωτερικές εργασίες κάτω των τριών μέτρων και πεντήκοντα εκατοστών (3,50) του μέτρου, είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται κινητά ικριώματα (καβαλέτα) (άρθρ. 3 παρ.1β ΠΔ 778/1980) και β) εάν στο δάπεδο εργασίας δεν υπάρχει προστατευτικό κιγκλίδωμα και θωράκιο πρέπει να τοποθετούνται, εναλλακτικά, κατά περίπτωση, δάπεδο εργασίας και ξύλινο κεκλιμένο επίπεδο, το οποίο να εμποδίζει την ελεύθερη πτώση των εργαζομένων, δι' ύψος μεγαλύτερο των 3.00 ή δίχτυ ή έτερο υλικό ίδιας ελαστικότητας, το οποίο να εμποδίζει την ελεύθερη πτώση, για ύψος ανώτερο των 6.00 μέτρων. Οι παραπάνω κατασκευές δεν είναι απαραίτητες, εφ' όσον η εργασία με αυτές τις συνθήκες δεν πρόκειται να διαρκέσει πλέον της ημέρας και εφ' όσον οι εργαζόμενοι φέρου ζώνες ασφαλείας. Όμως, όπως ήδη εκτέθηκε η αμέλεια του αναιρεσείοντα αιτιολογείται με επάρκεια και σαφήνεια. Η διάταξη του άρθρου 19 του Π.Δ/τος 998/1980 είναι εντελώς ειδική και αναφέρεται σε "εργασίες επί στεγών", ενώ οι παρατιθέμενες από τον αναιρεσείοντα, είναι γενικότερες. Ακόμη, η προσβαλλόμενη απόφαση, έκανε μνεία υποχρέωσης κατασκευής ικριώματος (άρθρ. 19 § 1 β Π/ΔΤδ 778/1980). Στη διάταξη αυτή δε, δεν υφίσταται αναφορά, σε συγκεκριμένο ύψος. Άλλωστε, ούτε από τις προπαρατεθείσες διατάξεις είναι δυνατόν να συναχθεί, ως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, πως "... δεν θεωρείται επίφοβη πρόκλησης θανάτου σε εργαζόμενο η πτώση του στο έδαφος από ύψος μικρότερο των 3 μέτρων.....". Κατά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρη και σαφή αιτιολογία και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Άρα ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει τα αντίθετα, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, πλην των ήδη αναφερθέντων, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν παραδεκτά, αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, πως έχουν ληφθεί υπ' όψιν όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς του και μνείας του τι προέκυψε χωριστά απ' το καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός, ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η παράληψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η εσφαλμένη αξιολόγηση των προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων, και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, γιατί, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η, αναιρετική ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 2325/2009). Εδώ, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης του ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι: α)στην αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος Φ. Τ. γίνεται αναφορά σε περιστατικά που δεν αξιολογήθηκαν δεόντως, όπως ο αναιρεσείων εκτιμά, από το δικαστήριο, β) δεν αιτιολογείται, γιατί δεν γίνονται δεκτά, όσα εκτίθενται σ'αυτή, γ) δεν αντικρούονται οι παραδοχές της έκθεσης αυτής. Όμως, κατά τα προαναφερθέντα, πρόκειται για πράγματι, νέα εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, όπως εκτιμά αυτά ο αναιρεσείων, το δε δικαστήριο ουδεμία υποχρέωση έχει να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία, όπως θεωρεί ο διάδικος. Κατά τα παραπάνω δε, ο λόγος αυτός, που αναφέρεται στις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, έστω και με την πρόταση της πλημμέλειας του άρθρου 510 § 1Δ ΚΠΔ, πρέπει ν'απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
IV. Κατά την διάταξη του άρθρου 178 ΚΠΔ, κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι α) .... στ) τα έγγραφα. Στην έννοια των εγγράφων περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και η προανακριτική και ανακριτική απολογία του κατηγορουμένου (ΑΠ 1193/2009). Κατά λογική ακολουθία δε, δεν είναι απαράδεκτο να μνημονεύεται ειδικώς και ιδιαιτέρως στην απόφαση, η αναγνωσθείσα προανακριτική κατάθεση μάρτυρος ο οποίος έχει αποβιώσει. Στην κρινόμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρει πως, έλαβε υπόψη, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης της, "....... τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά ....." μεταξύ των οποίων ήταν και η "..... 17/από 4-5-2006 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Ι. Α......". Σύμφωνα δε με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν και η κατάθεση αυτή αποτελεί έγγραφο, χωρίς να είναι αναγκαίο, να γίνεται ρητή και ειδική μνεία σ'αυτή, πέραν της γενικής ανάγνωσης των εγγράφων. Κατά ταύτα και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει τα αντίθετα και πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 510 παρ.1Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά και, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 1/2011 αίτηση του Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1044/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Αυγούστου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Έννοια της παράλειψης. Αιτιολογημένη η καταδίκη εργολάβου για παραλείψεις του. Ανάγνωση μαρτυρικής κατάθεσης που λήφθηκε στην προδικασία. Δεν χρειάζεται να μνημονεύονται ειδικά, αρκεί η αναφορά στα έγγραφα.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1249/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Ο. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φέστα, για αναίρεση της υπ'αριθ.4212/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 639/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για όσες πράξεις έχουν ήδη παραγραφεί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 59 ΚΠΔ "1. Όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται, ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. 2. Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, αν για το γεγονός, για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (αρθρ.31, 43 παρ.1 εδ.β') αναβάλλει με πράξη του κάθε, περαιτέρω, ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών". Κατά δε το άρθρο 366 παρ.2 ΠΚ, αν, στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363 και 365 το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμηση ως το τέλος της ποινικής δίωξης θεωρείται αποδεδειγμένο, ότι το γεγονός που αφορά η δυσφήμηση είναι αληθινό αν η απόφαση είναι καταδικαστική και ψευδές, αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχτηκε, ότι το πρόσωπο που έχει δυσφημισθεί τέλεσε την αξιόποινη πράξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, αν το δυσφημιστικό γεγονός συνιστά αξιόποινη πράξη και για τη πράξη αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη, είναι υποχρεωτική η αναστολή της δίκης (αρθρ. 59 ΚΠΔ), για τη δυσφήμηση μέχρι να περατωθεί η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατ' εκείνου που δυσφημήθηκε, δηλαδή μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση η δε αμετάκλητη αυτή κρίση δεσμεύει το δικαστήριο που δικάζει τη δυσφήμηση με δύναμη δεδικασμένου. Η υποχρέωση του αρμοδίου δικαστικού οργάνου για τη χορήγηση της, κατά τα ανωτέρω, αναστολής, συνάγεται, όχι μόνο από τη χωρίς διάκριση διατύπωση του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ και του σκοπού, τον οποίο αυτή επιδιώκει και ο οποίος έγκειται στη μη έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αλλά και από τις τασσόμενες από το άρθρο 59 του ΚΠΔ προϋποθέσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. γ' του ΚΠΔ, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης, σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει, υποχρεωτικά, ο νόμος, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Επομένως εάν στο δικαστήριο που δικάζει την πράξη της δυσφήμησης υποβληθεί αίτημα αναστολής μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης για το αν είναι αληθινό ή ψευδές το γεγονός που αφορά η δυσφήμηση και για το οποίο υπάρχει, ήδη ασκηθείσα ποινική δίωξη, και το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα, αυτό επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ.1 εδ.α ΚΠΔ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ακόμη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπ' όψιν όλα, στο σύνολό τους και όχι ορισμένα, μόνο απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά απ' αυτό καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφτηκαν υπ' όψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η εσφαλμένη αξιολόγηση των προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, γιατί, στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 2235/2009). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή, κατά την έκθεση αυτών, υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος στον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νομικής βάσης.
Στην παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά την εκδίκαση της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε καταδικαστεί για απλή δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια, κατέθεσε "ένσταση-ισχυρισμό" για την κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ αναστολή της εναντίον του ποινικής διαδικασίας γιατί κατά του εγκαλούντος είχε ήδη υποβάλει μηνυτήρια αναφορά, η οποία συνδέεται με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις. Για την πιο πάνω μηνυτήρια αναφορά δε, κατά του εγκαλούντος (και άλλων) έχει ασκηθεί ήδη ποινική δίωξη για απάτη σε βάρος της ΕΥΔΑΠ και του Ελληνικού Δημοσίου, κατά συναυτουργία, και κατά συρροή με ζημία συνολική υπερβαίνουσα τα 150.000,00 ευρώ, απιστία στην Υπηρεσία σε βάρος της ΕΥΔΑΠ και του Ελληνικού Δημοσίου κατά συναυτουργία και κατά συρροή με ζημία υπερβαίνουσα τα 150.000 ευρώ ψευδή βεβαίωση κατά συναυτουργία και κατά συρροή, με σκοπό να προσπορισθεί σε άλλο αθέμιτο όφελος με βλάβη της ΕΥΔΑΠ και του Ελληνικού Δημοσίου με ζημία συνολική υπερβαίνουσα τα 150.000 ευρώ, και για την υπόθεση διεξάγεται, ήδη, κύρια ανάκριση. Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε ότι "... στις εν λόγω μηνύσεις για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη περιέχονται περιστατικά του παρόντος κατηγορητηρίου (εργολαβία σχετικά με το έργο του Μόρνου ..." δηλαδή περιστατικά, τα οποία αφορούν και επηρεάζουν κατά την πιο πάνω έννοια, την πορεία της κρινόμενης υπόθεσης, απέρριψε την "ένσταση αναστολής της υπόθεσης λόγω εκκρεμοδικίας", με την αιτιολογία πως "... αναφέρονται στο κατηγορητήριο και άλλα περιστατικά, στα οποία δεν αφορούν οι ως άνω διώξεις (συμμετοχή στα υπηρεσιακά συμβούλια), αλλά όμως συνδεόμενα με τα προηγούμενα (περιστατικά) και μη δυνάμενα να κριθούν αυτοτελώς, εν όψει δε και της επικείμενης παραγραφής, το Δικαστήριο κρίνει, ότι δεν συντρέχει λόγος αναστολής της εκδίκασης της υπόθεσης κατ' άρθρο 366 παρ. 2 ΠΚ μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως επί της ΑΒΜ.1 -05/3708 μηνύσεως κατά του εγκαλούντος και των λοιπών συμμετόχων ...". Με τις πιο πάνω παραδοχές όμως, έπρεπε να γίνει δεκτό το παραπάνω αίτημα γιατί είναι υποχρεωτική η αναστολή της δίκης για τη δυσφήμηση στο πλαίσιο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη η απόφαση για την ποινική δίωξη του εγκαλούντος για τις προαναφερθείσες πράξεις. Αντίθετα το Εφετείο, χώρησε στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης και κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της απλής δυσφήμησης. Έτσι, δεν τήρησε τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν και προηγήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. γ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ίδιου Κώδικα, και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης (τέταρτος και πέμπτος Α4 και Α5) και ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης.
Συνακόλουθα, πρέπει να σημειωθούν και τα εξής: Α) η πιο πάνω απορριπτική του σχετικού ισχυρισμού-αιτήματος αναστολής της δίκης αιτιολογία του εφετείου, δεν είναι σαφής και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα, αυτή είναι αντιφατική, εφ' όσον, αν και δέχτηκε συνάφεια με την εκδικαζόμενη ήδη πράξη, παρά ταύτα άγεται σε απορριπτική κρίση, δεχόμενα, αντιφατικά, πως υπάρχει κίνδυνος παραγραφής, όρος που δεν υφίσταται στο νόμο, και υπάρχουν και άλλα, πλην των κρισίμων, περιστατικά. Επομένως, καθιδρύεται, όπως βάσιμα με τους σχετικούς λόγους αναίρεσης και προσθέτων αυτής λόγων (με στοιχεία Β2), κατά τα προεκτεθέντα, Β) για τον ίδιο λόγο, πρέπει να γίνει δεκτός και ο αναφερόμενος στον ίδιο ισχυρισμό-αίτημα λόγος αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται στην μη εκτίμηση (ανάγνωση) των προσαχθέντων εγγράφων (ανακεφαλαιωτικοί πίνακες, δύο συμπληρωματικές συμβάσεις, μηνυτήριες αναφορές, άσκηση δίωξης), όσον αφορά την σχετική κρίση του δικαστηρίου.
ΙΙ. Κατά τα λοιπά, εν όψει των όσων έγιναν δεκτά, κρίνεται, πως παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, (με την πιο κάτω διαφοροποίηση), εφ' όσον αυτοί αναφέρονται σε αποδιδόμενες από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, οι οποίες, μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν πρέπει να ερευνηθούν, εφ' όσον το δικαστήριο της ουσίας θα επανέλθει με νέα, για την υπόθεση ουσιαστική κρίση του. Ειδικότερα δε, παρέλκει η έρευνα, αναφορικά με την ανάγνωση και λήψη ή μη υπ' όψιν συγκεκριμένων εγγράφων, έλλειψη ειδικής και συγκεκριμένης αιτιολογίας, εν γένει αν τα γεγονότα τα οποία ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε είναι όντως ψευδή ή όχι, αν υπάρχουν παραδοχές που αντίκεινται σε προσκομισθέντα δημόσια έγγραφα, αν καλώς ή κακώς απορριφθεί ο ισχυρισμός του από το άρθρο 367 ΠΚ, αν καλώς ερμηνεύτηκαν οι διατάξεις των άρθρων 362, 363, 366 ΠΚ.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.8 του Ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών", απαγορεύεται να προσδιοριστεί ή να αναβληθεί υπόθεση σε δικάσιμο για την οποία έχει γίνει ήδη κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου, επιτρέπεται, όμως, κατ' εξαίρεση ο προσδιορισμός, πλην άλλων, και αν συμπληρώνεται ο χρόνος παραγραφής του εγκλήματος.
Στην παρούσα περίπτωση, ο ήδη αναιρεσείων, πρόβαλε με δήλωσή του στο δικάσαν εφετείο, πως δεν ήταν νόμιμος ο προσδιορισμός της εκδίκασης της υπόθεσης, εφ' όσον, κατά τη συγκεκριμένη δικάσιμο, είχε, ήδη, γίνει η κλήρωση της σύνθεσης. Το Δικαστήριο, σχετικά, απέρριψε την ένσταση δεχόμενο, ότι: "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,8,10 και 17 του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών" γεννάται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας αν η υπόθεση προσδιοριστεί ή αναβληθεί σε δικάσιμο για την οποία είχε ήδη γίνει κλήρωση της σύνθεσης του Δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχει λόγος κατεπείγοντος για σύντομη ρητή δικάσιμο, ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται ειδικά στην απόφαση. Τέτοιος δε λόγος είναι και η επικείμενη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής των αδικημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη υπόθεση προσδιορίστηκε για εκδίκαση με την από 25-2-2011 παραγγελία του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών για τη δικάσιμο της 28-3-2011 στο παρόν δικαστήριο στο οποίο και εισήχθη, μολονότι είχαν προηγηθεί οι κληρώσεις των δικαστών των ποινικών δικαστηρίων του μηνός Μαρτίου 2011, με την αιτιολογία της "επικείμενης παραγραφής" του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος αδικήματος της απλής δυσφημήσεως, κατά το χρονικό διάστημα από 30-6-2003 έως 29-9-2003. Ο κατ' εξαίρεση προσδιορισμός της εν λόγω υποθέσεως με την ως άνω χρονολογία έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.5α του ν. 1756/1988, όπως παραπάνω αναφέρθηκε και συνεπώς, υφίσταται λόγος που δικαιολογεί την κατ' εξαίρεση εκδίκαση αυτής, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του προσδιορισμού της εκδίκασης της υπόθεσης σε χρόνο που ήταν γνωστές οι συνθέσεις των δικαστηρίων." Με την προαναφερθείσα παραδοχή του το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ούτε και εκείνες του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, διέλαβε δε πλήρη, σαφή και εμπεριστατωμένη, χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, εφ' όσον, όντως οι μερικότερες πράξεις του δικαζομένου εγκλήματος έλαβαν, κατά την κατηγορία, χώρα κατά την 30-6-2003 έως 29-9-2003. Επομένως, εμφανής ήταν και άμεσος ο κίνδυνος παραγραφής. Άρα οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης και προσθέτων αυτής λόγων, πρέπει ν' απορριφθούν, αβάσιμοι.
IV. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ. β, 370 εδ. β' και 511 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, όταν διαπίστωσε τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτή είναι, τουλάχιστον, παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους, περιοριστικά αναφερόμενους, στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 7/2005, ΑΠ 49/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση η πράξη της απλής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, μερικότερες πράξεις της δε, φέρονται ότι τελέστηκαν στην Αθήνα στις 30-6-2003 και 14-7-2003, έκτοτε δε μέχρι τη συζήτηση της άσκησης αναίρεσης (20-7-2011), παρήλθε πλήρης οκταετία και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Άρα, αφού η ένδικη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά (καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο των καθαρογεγραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων στις 3-5-2011 και αίτημα αναίρεσης στις 13-5-2011 και προσθέτων λόγων αναίρεσης στις 4-7-2011), και περιέχει, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, παραδεκτό λόγο αναίρεσης, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για τις πιο πάνω μερικότερες πράξεις, κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 4212/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, η οποία ασκήθηκε κατά του Σ. Ο. του Χ., για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό μερικότερες πράξεις της απλής δυσφήμησης που φέρονται πως τελέστηκαν στην Αθήνα στις 30-6-2003 και 14-7-2003.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Αυγούστου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 59 και 366 παρ. 2 Π.Κ. Υποχρεωτική η αναστολή. Νόμιμος ο προσδιορισμός για εκδίκαση υπόθεσης αν και έχει διενεργηθεί κλήρωση, αν υφίσταται κίνδυνος παραγραφής. Αν η αναίρεση είναι τυπικά δεκτή και είναι βάσιμος τουλάχιστον ένας λόγος της, εφ’ όσον η πράξη έχει υποκύψει σε παραγραφή, την οριστική παύση της ποινικής δίωξης κηρύσσει ο Άρειος Πάγος.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1245/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζήκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Α. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη και 2) Ν. Μ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Παντελεάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 239/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2010 αίτησή αναιρέσεως του Ν. Μ. του Λ. και στην από 5 Ιουλίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Δ. του Κ., οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1036/2010.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος Ν. Μ. του Λ., που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 5 Ιουλίου 2010 αίτηση αναίρεσης του Α. Δ. του Κ. και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Ν. Μ. του Λ..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή εισάγονται προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από 5.7.2010 και από 12.7.2010 αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Ν. Μ. και Α. Δ. αντιστοίχως κατά της 239/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν.
Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ναρκωτικά. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Δυνατή είναι και η κατά συναυτουργία τέλεση του ως άνω εγκλήματος (άρθρο 45 ΠΚ). Υπάρχει δε συγκατοχή όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας και η δυνατότητα σε όλους τους δράστες - συναυτουργούς ασκήσεως αυτής της φυσικής εξουσιάσεως με τη δυνατότητα διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεως της, και της σύμφωνα με τη βούληση τους διαθέσεως της, χωρίς στην περίπτωση αυτή να απαιτείται για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο προσδιορισμός και της εκτάσεως της φυσικής εξουσιάσεως που καθένας έχει επί των ουσιών αυτών. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως της παραπάνω πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση του, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών και β) του χρόνου τελέσεως της πράξεως, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής αυτής, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 239/2010 απόφαση του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, την απολογία του παρόντος δεύτερου κατηγορουμένου και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείστηκε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία ως τοξικομανείς και υπότροποι και επιπλέον ο πρώτος κατηγορούμενος της κατοχής όπλων και πυρομαχικών ως υπότροπος και της οδήγησης αυτοκινήτου χωρίς άδεια ικανότητας οδηγού, για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι με την Πρωτόδικη απόφαση και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών.
Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 2-2-2006 και περί ώρα 00.30 στο 319° χλμ. της ΝΕΟ Αθηνών - Θεσσαλονίκης διενεργήθηκε από Αστυνομικούς τυχαίος έλεγχος στο με αριθμό κυκλοφορίας ... IΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Μ. Λ. του Γ., το οποίο εκινείτο επί της παραπάνω Εθνικής οδού. Στο αυτοκίνητο επέβαιναν οι δύο κατηγορούμενοι Ν. Μ. και Α. Δ. με οδηγό τον 1° από αυτούς. Στον έλεγχο που διενεργήθηκε βρέθηκαν εντός του αυτοκινήτου και μέσα σε μια μικρή τσάντα ταξιδιού ένα περίστροφο, με αριθμ. ..., μάρκας ΖΑSΤΑVA, γεμάτο με έξι φυσίγγια, καθώς και ένα πακέτο τσιγάρων με 12 φυσίγγια περιστρόφου διαμετρήματος 357 Μagnum και μέσα σε ένα σακίδιο μια ποσότητα ηρωίνης σε νάιλον σακούλα, βάρους 10,1 γραμμαρίων καθώς και δύο μάλλινες κουκούλες κεφαλής χρώματος η μία μαύρου και η άλλη χακί, δύο φορητοί ασύρματοι μάρκας ΤΕLΚΟ και ένα ζευγάρι κιάλια. Την παραπάνω ποσότητα ηρωίνης κατείχαν οι κατηγορούμενοι από κοινού με την έννοια της φυσικής εξουσίασής της, δηλαδή με την έννοια ότι μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξη της και να τη διαθέτουν κατά βούληση. Ο 1ος κατηγορούμενος, απολογούμενος στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδέχθηκε την κατοχή από αυτόν της παραπάνω ποσότητας ναρκωτικών, ενώ όσον αφορά τον 2° κατηγορούμενο, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι αυτός κατείχε από κοινού με τον 1° κατηγορούμενο τα ναρκωτικά αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του : α) το γεγονός ότι η ανευρεθείσα ποσότητα ηρωίνης βρέθηκε σε σακίδιο στο προαναφερόμενο αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε μεν ο 1ος κατηγορούμενος, το διέθεσε όμως ο 2ος κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος δέχεται. Το αυτοκίνητο αυτό, όπως προεκτέθηκε, ανήκε στη Μ. Λ., που, σύμφωνα με τον 1° κατηγορούμενο (βλ. απολογία του στο Πρωτόδικο Δικαστήριο) ανήκε στο φιλικό περιβάλλον του 2ου κατηγορουμένου, β) το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν έδωσε κάποια πειστική εξήγηση για το λόγο που διέθεσε στον 1° κατηγορούμενο το εν λόγω αυτοκίνητο και βρισκόταν σε αυτό μαζί του, ούτε προέκυψε ο ακριβής προορισμός τους. Ως προς το τελευταίο ο 1ος απολογούμενος στο Πρωτόδικο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο να πάνε στην Κατερίνη για σκοποβολή, ενώ ο 2ος κατηγορούμενος απολογούμενος στο παρόν Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι θα πήγαιναν στη Θεσσαλονίκη και ότι αυτός απλώς διέθεσε το αυτοκίνητο στον 1° για να πάρει σε αντάλλαγμα ναρκωτικά για τη δόση του, γ) την κατάθεση του μάρτυρα Αστυνομικού, ο οποίος κατέθεσε ότι σχετικά με τα ναρκωτικά οι κατηγορούμενοι είπαν ότι τα είχαν για δική τους χρήση, από το οποίο συνάγεται ότι και ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη τους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος δέχεται ότι θα λάμβανε μερίδιο από τα ναρκωτικά, έστω υπό άλλη υποστηριζόμενη από αυτόν εκδοχή (δηλαδή ότι τα ναρκωτικά που θα έπαιρνε ήταν για τη δόση του, που θα αποτελούσε το αντάλλαγμα για την εξυπηρέτηση που έκανε στον 1° κατηγορούμενο να του διαθέσει το αυτοκίνητο).
Το παρόν Δικαστήριο δέχεται, όπως και το Πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε, ότι οι κατηγορούμενοι κατά το χρόνο τέλεσης των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της κατοχής ναρκωτικών ουσιών είχαν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορούσαν να την αποβάλουν με τις δικές του δυνάμεις.
Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η ποσότητα αυτή προορίζονταν για δική τους αποκλειστική χρήση δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο καταλήγει, αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του την ποσότητα ηρωίνης, η οποία ήταν αρκετά μεγάλη για να την έχουν οι κατηγορούμενοι μαζί τους σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι αυτοί (απολογούμενοι) έπεσαν σε αντιφάσεις αφού, ο μεν 1ος (στο Πρωτόδικο Δικαστήριο) ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο να πάνε στην Κατερίνη για σκοποβολή, ενώ ο 2ος (στο παρόν Δικαστήριο) ισχυρίστηκε ότι θα πήγαιναν στη Θεσσαλονίκη και ότι απλώς διέθεσε το αυτοκίνητο στον 1° για να πάρει σε αντάλλαγμα ναρκωτικό για τη δόση του.
Εξ άλλου το γεγονός ότι στο αυτοκίνητο βρέθηκαν όπλα, δύο κουκούλες κεφαλής και κιάλια δείχνει ότι δεν επρόκειτο απλώς για χρήστες ναρκωτικών που σκοπό είχαν να πάρουν τη δόση τους αλλά για άτομα επικίνδυνα. Αν η ποσότητα ναρκωτικών προορίζονταν για δική τους αποκλειστική χρήση ο καθένας θα είχε πάρει όποια ποσότητα του αναλογούσε και δεν θα ταξίδευαν προς άγνωστο για το δικαστήριο προορισμό, δεδομένου ότι δεν έδωσαν γι' αυτό σαφείς εξηγήσεις κατά τα ως άνω.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την πράξη της κατοχής ναρκωτικών οι κατηγορούμενοι τέλεσαν υπό την επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής, κατά την έννοια του άρθρου 8 Ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 8 αντικαταστάθηκε από το όρθρο 13 Ν. 2161/1993, το άρθρο 2§15 β' Ν. 2479/1997 και 5§1 Ν. 3189/03, καθόσον είχαν καταδικαστεί αμετάκλητα εντός της τελευταίας δεκαετίας για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος. Συγκεκριμένα: Ο 1ος κατηγορούμενος Ν. Μ. είχε καταδικαστεί αμετάκλητα σε βαθμό κακουργήματος για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, ως τοξικομανής, δυνάμει των υπ' αριθμ. 114/23.2.2001 και 358/6.9.2000 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, σε ποινή φυλάκισης ενός έτους με την πρώτη απόφαση και σε ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων μηνών με την δεύτερη απόφαση. Το ότι αυτός καταδικάστηκε ως τοξικομανής για τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 5 του ν. 1729/1987 κακουργήματα δεν διαφοροποιεί το έγκλημα που αυτός τέλεσε λόγω της ιδιότητας του αυτής ούτε το μετατρέπει από κακ/μα σε πλημ/μα, διότι η διαπίστωση της τοξικομανίας δεν οδηγεί στην κρίση ότι ο δράστης διέπραξε άλλου είδους πράξη διαφορετική εκείνης που θα διέπραττε αν δεν είχε την ιδιότητα του τοξικομανή, δεδομένου ότι με τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 1729/1987 θεσπίζεται απλώς η επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη του άρθρου 5 του νόμου αυτού όταν αυτός έχει την ιδιότητα του τοξικομανή και δεν καταδικάζεται για το προβλεπόμενο από το άρθρο 12 του ίδιου Νόμου πλημμέλημα, για το οποίο, άλλωστε, θα κρινόταν ατιμώρητος ως τοξικομανής (Ολ.Α.Π. 7/1995, ΑΠ 1223/2007).
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου. Ο 2ος κατηγορούμενος Α. Δ. είχε καταδικαστεί αμετάκλητα σε βαθμό κακουργήματος για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών δυνάμει της υπ' αριθμ. 771/21.5.2001 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε κάθειρξη δεκαέξι ετών, τριών μηνών και είκοσι ημερών.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι τα ευρισκόμενα εντός της τσάντας ταξιδιού προαναφερόμενα αντικείμενα, δηλαδή το περίστροφο, μάρκας Ζastava, με τα έξι φυσίγγια , καθώς και τα δώδεκα φυσίγγια περιστρόφου διαμετρήματος 357 Μagnum, κατείχε με την παραπάνω έννοια παράνομα ο 1ος κατηγορούμενος Ν. Μ.. Την πράξη δε αυτή τέλεσε υπό την επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής κατά την έννοια του άρθρου 88 Π.Κ. καθόσον έχει καταδικαστεί αμετάκλητα εντός της τελευταίας δεκαετίας όπως παραπάνω αναφέρεται.
Επίσης ο 1ος κατηγορούμενος Ν. Μ. κατελήφθη, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο με πρόθεση να οδηγεί το υπ' αριθμ. ... Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο, χωρίς να έχει αποκτήσει άδεια ικανότητας οδήγησης. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι λόγω της χρήσης ναρκωτικών ουσιών είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητα του πρώτου κατηγορουμένου διάκρισης του άδικου των ως άνω αξιόποινων πράξεων ή συμμόρφωσης με την αντίληψη του για το άδικο αυτών. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτός, γνωρίζοντας το παράνομο των πράξεών του, προσπάθησε να βελτιώσει τη θέση του, ισχυριζόμενος ότι τα μεν ναρκωτικά προορίζονταν για δική του χρήση τα δε όπλα για σκοποβολή. Ως εκ τούτου, πρέπει ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί μειωμένου καταλογισμού (άρθρα 36 Π.Κ.) να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου περί αναγνώρισης σ' αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2β' Π.Κ., διότι δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά που να δείχνουν την ανυπαρξία ταπεινών αιτίων. Το γεγονός και μόνο ότι είναι τοξικομανής δεν σημαίνει και ότι ωθήθηκε στην πράξη από μη ταπεινά αίτια, δεδομένου μάλιστα ότι η κατοχή από αυτόν των ναρκωτικών δεν αποδείχθηκε ότι προορίζονταν για δική του αποκλειστικά χρήση. Επί πλέον δε, πέραν του ότι αυτός αρνείται την κατηγορία, αποδείχθηκε ότι είναι υπότροπος και επικίνδυνο άτομο.
Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και το αίτημα του δευτέρου κατηγορουμένου περί αναγνώρισης σ' αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2ε' Π.Κ., καθόσον η συμπεριφορά του μετά την τέλεση της πράξης δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του, αλλά αποτέλεσμα του φόβου του εν όψει της δίκης και της εκκρεμότητας της εναντίον του κατηγορία (ΑΠ 1166/2006 ΝΟΜΟΣ), ενώ ούτε το χρονικό διάστημα που παρήλθε μετά την τέλεση της πράξης για την οποία κρίθηκε ένοχος κρίνεται σχετικά μεγάλο ώστε να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό αυτό.
Τέλος από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος μετά την πράξη του επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες αυτής ώστε να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ , δεδομένου ότι αυτός αρνείται την πράξη του.
Από το ως άνω αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα από την αναγνωσθείσα και προσκομισθείσα από 23-4-2010 ιατρική βεβαίωση της Ψυχιάτρου Κ. Μ., αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ολοκλήρωσε επιτυχώς το εγκεκριμένο σύμφωνα με το νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα συντήρησης και απεξάρτησης της Μονάδας Απεξάρτησης "18 ΑΝΩ" του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής και ότι εξ αιτίας αυτού πρέπει να του επιβληθεί ποινή ελαττωμένη σύμφωνα με τα άρθρα 83 ΠΚ και 31§11 Ν. 3459/2006." Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι της κατοχής ναρκωτικής ουσίας, από κοινού, ως τοξικομανείς με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, ως υπότροποι για την πράξη τους αυτή, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45 του Ποινικού Κώδικα και άρθρα 4 5§§1, 3 Πιν.Αδ, 5 §1 στοιχ. α, β, ζ, 2, και 8 του Ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και άρθρα 1α, 3§1, 5§§1, 2, 3 και 50§1 Ν. 2910/2001. Επί πλέον ο αναιρεσείων Ν. Μ. κηρύχθηκε ένοχος και για τις πράξεις της κατοχής όπλων και πυρομαχικών και οδηγήσεως αυτοκινήτου χωρίς άδεια ικανότητας οδηγήσεως. Για τις πράξεις αυτές δεν προσβάλλεται η ως άνω απόφαση με λόγους αναιρέσεως. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική διάταξη του για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, που τελέστηκε από κοινού από υπότροπους και τοξικομανείς, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου πιο πάνω εγκλήματος της παραβάσεως της νομοθεσίας περί ναρκωτικών από κοινού που τελέσθηκε από υπότροπους και τοξικομανείς, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς την από κοινού κατοχή ναρκωτικής ουσίας, δεν είναι απαραίτητη για την αιτιολόγηση της αποφάσεως, η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς, ούτε χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου, δεδομένου ότι αυτός εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, προβάλλοντας με τα ξεχωριστά δικόγραφα τους ταυτόσημους λόγους αναιρέσεως, με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτο λόγο αναιρέσεως, αιτιώνται ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) σκοπούσαν στην περαιτέρω διάθεση των ναρκωτικών και ότι η ποσότητα των 10,1 γραμμαρίων ήταν μεγάλη. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, αφού με την παραδοχή του αυτή το Δικαστήριο δεν απέδωσε στους κατηγορουμένους την τέλεση επιπλέον ή διαφορετικού εγκλήματος, όπως αυτοί εσφαλμένα υπολαμβάνουν, αλλά αιτιολόγησε την απόρριψη των υποβληθέντων ισχυρισμών τους ότι η ποσότητα ηρωίνης που κατείχαν προοριζόταν αποκλειστικά για δική τους χρήση. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος λόγος αναιρέσεως των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αλλά και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου λόγος αναιρέσεως των ως άνω αιτήσεων, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι δεν δύνανται αυτοί να χαρακτηρισθούν ως υπότροποι διότι, εφόσον κρίθηκε ότι είναι τοξικομανείς, η έννοια της υποτροπής και η της τοξικομανίας είναι ασυμβίβαστες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, με το άρθρο 8 του Ν. 1727/1987 (ήδη άρθρο 23 του ΚΝΝ) θεσπίσθηκε ειδική υποτροπή, η οποία ισχύει πέραν της γενικής υποτροπής, που συντρέχει όταν ο δράστης τελέσεως πράξεως παραβάσεως του νόμου περί ναρκωτικών είχε καταδικασθεί προηγουμένως αμετακλήτως για παράβαση του ίδιου νόμου σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Ο τοξικομανής δράστης, εφόσον συντρέχει στο πρόσωπο του η επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως τιμωρείται, κατά τα ρητώς οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 1729/87 (ήδη άρθρου 30 παρ. 4 του ΚΝΝ).
Επειδή, μετά από αυτά, και ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες δεν προβάλλουν άλλους λόγους αναιρέσεως, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, στο σύνολο τους και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 5 Ιουλίου 2010 αίτηση του Α. Δ. του Κ., κατοίκου ... και την από 12 Ιουλίου 2010 αίτηση του Ν. Μ. του Λ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κρατήσεως … για αναίρεση της 239/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα έξοδα ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται για κάθε αναιρεσείοντα στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεων. Κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία από τοξικομανείς και υποτρόπους. Λόγοι αναιρέσεων: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας•, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεν απαιτείται ο προσδιορισμός της ποσότητας και το ύψος τον τιμήματος. Ως προ της από κοινού κατοχή ναρκωτικής ουσίας, δεν είναι απαραίτητη για την αιτιολόγηση της αποφάσεως, η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς. Η παραδοχή ότι σκοπούσε στην περαιτέρω διάθεση των ναρκωτικών δεν αποδίδει στον κατηγορούμενο την τέλεση επιπλέον ή διαφορετικού εγκλήματος, αλλά αιτιολογεί την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι αυτά προοριζόταν αποκλειστικά για δική του χρήση. Υπότροπος μπορεί να είναι και ο τοξικομανής. Η τοξικομανία του εξαρτημένου χρήστη, δεν οδηγεί σε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό και αν δεν συντρέχει μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 36 παρ. 1 ΠΚ προϋποθέσεις. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1244/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για τη συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Φ. Π. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη, για αναίρεση της με αριθμό 471, 472, 477, 489, 510, 511/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Κ. Ν. του Π. σύζυγο Κ. Α., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των δύο (2) ανηλίκων τέκνων της, Α1 και Α2 Α., κάτοικο εν ζωή ..., που δεν παρέστη, 2) Κ. Α. του Β., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δαμασκόπουλο, 3) Μ. συζ. Γ. Γ., το γένος Χ. Ν., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Χ. Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δαμασκόπουλο και 4) Α1 Α. του Κ., η οποία έχει ενηλικιωθεί και παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δαμασκόπουλο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2010, αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1089/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 336 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1419/1984, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτείται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ανοχή ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξεως, παρά τη θέληση του και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή και με τους δύο αυτούς τρόπους. Σωματική βία είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και αναγκάζει το πρόσωπο να υποστεί ακουσίως σαρκική μείξη ή να ανεχθεί ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη και απειλή βίας είναι κάθε απειλή άμεσου και σπουδαίου κινδύνου που στρέφεται τόσο κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος αυτού και μπορεί να εμποιήσει στον απειλούμενο φόβο για επικείμενο κίνδυνο κατ' αυτού, έστω και αν αντικειμενικά και υπό άλλες συνθήκες η απειλή αυτή κρίνεται ως αστήρικτη ή ακόμη και μη δυνάμενη να δημιουργήσει τις καταστάσεις, τις οποίες εκείνος που απειλείται υπέλαβε κατά τον χρόνο της απειλής, αρκεί που ο απειλούμενος, κατά τον χρόνο που υφίσταται την απειλή, πιστέψει ότι η απειλή αυτή είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω ενέργειες με τον ένα ή τον άλλο από τους προαναφερόμενους τρόπους ή και με τους δύο μαζί και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί σε αυτό. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται α) με κάθειρξη, τουλάχιστον δέκα ετών, αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, β) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και τα δεκατρία έτη. Από τη διάταξη αυτή, που έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται η τέλεση ασελγούς από οιαδήποτε άποψη πράξεως με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη, ο οποίος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να γνωρίζει ότι το πρόσωπο προς το οποίο κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 10, 13 ή 15 ετών. Με την έννοια αυτή, έχει κριθεί ότι και στις δύο περιπτώσεις (άρθρων 336 και 339) αποτελούν ασελγείς πράξεις όχι μόνο η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά και όλες οι πράξεις, οι οποίες αντικειμενικώς μεν προσβάλλουν το αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνονται στην ικανοποίηση ή την διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη. Έτσι, έχει κριθεί ότι αποτελούν ασελγείς πράξεις με την παραπάνω έννοια και οι ψαύσεις και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος του θύματος, ο εναγκαλισμός και το καταφίλημα στο πρόσωπο και στο σώμα, εφ' όσον κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας, η θωπεία του γεννητικού μορίου, η προστριβή του πέους στο σώμα του θύματος και τέλος, μεταξύ του βιασμού και της αποπλανήσεως υπάρχει αληθής κατ' ιδέαν συρροή, διότι μεταξύ των εγκλημάτων αυτών δεν υφίσταται ταυτότητα προσβαλλόμενων αγαθών, τα οποία συγκροτούνται από διαφορετικά στοιχεία και κανένα δεν απορροφάται από το άλλο, αφού κανένα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο τελέσεως του άλλου. Συγκεκριμένα, στο έγκλημα του βιασμού, προσβάλλεται το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας, ενώ στην αποπλάνηση παιδιών, προσβάλλεται η αγνότητα της παιδικής ηλικίας, από γενετήσιες προσβολές.
Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 337 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή. Δηλονότι το ως άνω άρθρο κολάζει τι ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις, δηλαδή πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο τέλεσης ασελγούς πράξης, οπότε θα ετελείτο αποπλάνηση ή βιασμός. Οι ασελγείς χειρονομίες που προβλέπει το ως άνω άρθρο είναι ελαφρύτερες από τις ασελγείς πράξεις των άρθρων 336 και 339 του ΠΚ, αλλά πάντως προϋποθέτουν σωματική επαφή δράστη και θύματος, ενώ αν δεν υπάρχει καμμία επαφή τότε πρόκειται για τέλεση εγκλήματος του άρθρου 353 παρ. 2 του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου, εκτός των λοιπών προϋποθέσεων, δεν πρέπει ο παθών να μετέχει ενεργητικά ή παθητικά στην τελούμενη σε βάρος του ακόλαστη πράξη που προσβάλλει βάναυσα την αιδώ του. Τέλος, για τη θεμελίωση του εγκλήματος του άρθρου 353 παρ. 2 του ΠΚ απαιτούνται: α) ακόλαστη πράξη και β) βάναυση προσβολή της αιδούς άλλου από την ακόλαστη πράξη που επιχειρείται ενώπιόν του. Ακόλαστη δε πράξη είναι αυτή που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και εξεταζόμενη αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και της ηθικής, με τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Επιπλέον απαιτείται η πράξη αυτή να προσβάλλει βάναυσα την αιδώ του παθόντος, δηλαδή χυδαία και ιδιαίτερα βαριά. Τέλος είναι επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας μόνο από απόπειρα βιασμού σε βάναυση προσβολή της αιδούς άλλου όχι όμως η μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη του βιασμού τετελεσμένη σε βάναυση προσβολή της αιδούς του θύματος.
Η απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Πα την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ1 είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη, η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα την πραγματογνωμοσύνη (περ. γ' αυτού), η οποία όμως διατάσσεται υπό προϋποθέσεις κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία, για να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το ουσιαστικό περιεχόμενό της εμπεριέχεται στις παραδοχές της.
Εξάλλου η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθησαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ.ΑΠ 7/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 471. 472, 477, 489, 510 και 511/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος διέμενε στο ... σε διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού ... μαζί με τη σύζυγό του και τα δύο ανήλικα παιδιά τους τον Μ. και τον Ά.. Στην ίδια πολυκατοικία σε διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου διαμένει η Κ. Ν. με το σύζυγό της Κ. Α. και τις ανήλικες θυγατέρες τους Α1 και Α2. Η Α1 γεννήθηκε στις 14.2.1992 και η Α2 γεννήθηκε στις 28.06.1995. Οι ως άνω οικογένειες διατηρούσαν φιλικές σχέσεις αρκετά χρόνια και τα παιδιά του κατηγορουμένου φοιτούσαν στο ίδιο σχολείο με τις ανήλικες κόρες της οικογένειας Α.. Στα πλαίσια αυτής της οικογενειακής σχέσης ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι τα πιο πάνω παιδιά φοιτούσαν στο ίδιο σχολείο και ότι η Κωνσταντίνο Ν., μητέρα των ανηλίκων κοριτσιών, πολλές φορές απουσίαζε από το σπίτι λόγω εργασίας, από το έτος 2000 τηλεφωνούσε τα μεσημέρια στο σπίτι της οικογένειας Α. και ζητούσε είτε την μικρή κόρη Α2, η οποία ήταν συμμαθήτρια με το γιο του Μ., ν' ανέβει στο διαμέρισμα τους για να διαβάσουν μαζί με τον Μ., είτε την Α1 για να προσέχει τα παιδιά του γιατί αυτός εργαζόταν ή για να δουν ταινία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το τηλέφωνο το σήκωνε και η μητέρα των ανηλίκων, η οποία είχε φιλική σχέση με τον κατηγορούμενο από την οποία ζητούσε ν' ανέβουν τα κορίτσια της επάνω και να διαβάσουν μαζί με τα παιδιά του. Ο κατηγορούμενος μετέφερε τόσο τα δικά του παιδιά όσο και τις ως άνω ανήλικες από το σχολείο στο σπίτι τους με το αυτοκίνητο του εν γνώσει της μητέρας των ως άνω ανηλίκων. Μάλιστα αρκετές φορές τα ανήλικα κορίτσια παρέμεναν και έτρωγαν στο σπίτι του κατηγορουμένου. Εδώ πρέπει να τονισθεί η ιδιαίτερη φιλική σχέση που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των δύο οικογενειών και η εμπιστοσύνη την οποία η μητέρα των ανηλίκων είχε προς τον κατηγορούμενο ενόψει του ότι είχαν έλθει από την Αμερική για διαμονή στην Ελλάδα μόλις το 1997. Ο κατηγορούμενος ο οποίος εκείνο τον χρόνο δηλ. το 2000 δεν είχε σταθερή πρωινή εργασία ασχολείτο ιδιαίτερα με τα "παιδιά". Κατά μήνες Νοέμβρη Δεκέμβρη του 2000 περίπου η Α1 η οποία διήγε τότε το όγδοο προς ένατο έτος της ηλικίας της βρισκόταν στο σπίτι του κατηγορουμένου μαζί με την αδελφή της Α2 και έπαιζαν με τα παιδιά του στο παιδικό δωμάτιο. Κάποια στιγμή η Α1 βγήκε από το δωμάτιο, κατευθυνόμενη προς την κουζίνα για να πιεί νερό. Τότε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν στο σαλόνι και έβλεπε ταινία χωρίς τη θέληση της, ασκώντας σωματική βία, λόγω των υπέρτερων σωματικών του δυνάμεων την άρπαξε στην αγκαλιά του, άρχισε να την φιλάει και να την χαϊδεύει και έβαλε τα χέρια του μέσα από το παντελόνι και το εσώρουχο της και της χάιδευε τα γεννητικά της όργανα. Η ανήλικη Α1 η οποία προφανώς τρομοκρατήθηκε γύρισε στο σπίτι της φοβισμένη χωρίς να πει τίποτα όμως στη μητέρα της. Άλλωστε όπως η ίδια ανέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος της επέστησε την προσοχή να μην αναφέρει οτιδήποτε στην μητέρα της διότι θα κάνει κακό στην οικογένεια του. Σε άλλη επίσκεψη της Α1 στην οικία του κατηγορουμένου το έτος 2000 ενώ τα παιδιά του έλειπαν από το σπίτι ασκώντας σωματική βία και χωρίς τη θέληση της τής κατέβασε το παντελόνι ενώ εκείνη αντιδρούσε, και το εσώρουχο του, έβαλε το χέρι της να χαϊδέψει το πέος του τη χάιδευε στο στήθος και στα οπίσθια της και τη φιλούσε. Σε άλλες δε επισκέψεις της δύο ή τρεις φορές το έτος 2000 και 2001 την οδήγησε στη κρεβατοκάμαρα και αφού της έβγαλε τα ρούχα από τη μέση και κάτω τοποθέτησε το πέος του στο αιδοίο της ανήλικης και εκσπερμάτωσε, αυτό δε έγινε πολλές φορές μέσα στο χρονικό διάστημα 2000 και 2001 ενώ μερικές φορές τοποθέτησε το πέος του στο πρωκτό της και προκάλεσε την εκσπερμάτωση του. Η ανήλικη Α1 καθόλο το χρονικό διάστημα 2000 και 2001 που συνέβαιναν σε βάρος της οι ως άνω παράνομες πράξεις δεν μίλησε στην μητέρα της, ήταν όμως νευρική και με περίεργη συμπεριφορά. Την σιωπή της ο κατηγορούμενος εξασφάλιζε φοβερίζοντας την ότι εάν μιλήσει "θα χαλάσει η οικογένεια του". Μετά το έτος 2001 η Α1 άρχισε ν' απομακρύνεται και να μην επισκέπτεται τακτικά την οικία του κατηγορουμένου προφασιζόμενη ότι είναι ασθενής. Όπως προαναφέρθηκε μαζί με την Α1 ανέβαινε στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου και η ανήλικη αδελφή της Α2 πάντα κατόπιν παρακλήσεως του κατηγορουμένου. Η Α2 ήταν συμμαθήτρια του υιού του κατηγορουμένου Μ. . Η Α2 η οποία γεννήθηκε στις 28.06.1995 υπέστη από τον κατηγορούμενο από το μήνα Σεπτέμβριο 2003 μέχρι της 05.10.2006 επανειλημμένα σεξουαλική κακοποίηση. Ειδικότερα όταν η Α2 το παραπάνω χρονικό διάστημα ανέβαινε στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου αυτός έβαζε το Μ. να γράφει ορθογραφία και ο ίδιος αρκετές φορές, οδηγούσε την ανήλικη στο μπάνιο, ή στο υπνοδωμάτιο και χωρίς τη θέληση της, ασκώντας σωματική βία, χρησιμοποιώντας, τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις την έβαζε να καθίσει στο κρεβάτι του και της ζητούσε να φιλήσει το πέος του τη φιλούσε δε ο ίδιος στο στόμα τη χάιδευε στα γεννητικά της όργανα τοποθετούσε το πόδι του στα γεννητικά της όργανα και τα χάιδευε. Αυτό συνέβαινε αρκετές φορές το παραπάνω χρονικό διάστημα (Σεπτέμβριος 2003-2005) όπως έγινε το καλοκαίρι του 2004 όπου ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το γεννητικό του όργανο στα γεννητικά όργανα της ανήλικης Α2. Εκτός από τις πιο πάνω ανήλικες, την οικία του κατηγορουμένου είχε επισκεφθεί τρεις φορές το έτος 2005 και η φίλη της Α2 Α., Χ. Γ., η οποία ήταν και αυτή συμμαθήτρια του γυιού του Μ.. Την δεύτερη φορά που επισκέφθηκε το σπίτι του κατηγορουμένου το μήνα Μάιο του 2005 μαζί με την Α2 και κάθονταν όλοι μαζί στο τραπέζι της κουζίνας ο κατηγορούμενος έβαλε το πόδι του ανάμεσα στα πόδια της Χ. Γ. και της χάιδευε τα γεννητικά όργανα. Επίσης το πρώτο πενθήμερο του μηνός Οκτωβρίου 2005 όταν ξαναπήγε με την Α2 Α. στο σπίτι του κατηγορουμένου τη φώναζε ο κατηγορούμενος να βγει από το δωμάτιο των παιδιών και στο διάδρομο του διαμερίσματος της έπιασε τα οπίσθια. Και στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η Α1, Α2 Α. και η Χ. Γ. ήταν ανήλικες καθόσον δεν είχαν συμπληρώσει τα δέκα έτη ή και αν τα είχαν συμπληρώσει δεν είχαν συμπληρώσει όμως τα δεκατρία, δεδομένου ότι είχαν στενές φιλικές οικογενειακές σχέσεις και ήταν συμμαθήτριες με τα παιδιά του. Ο κατηγορούμενος αρνείται όλες τις ως άνω παράνομες πράξεις ισχυριζόμενος από την αρχή ότι είναι προϊόν πλάνης και εκδικήσεως. Από τα παραπάνω όμως αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται η τέλεση από αυτόν των ως άνω παρανόμων πράξεων. Ειδικότερα και ενισχυτικό των ανωτέρω είναι το γεγονός ότι εκείνο το χρονικό διάστημα (2000-2005) ο κατηγορούμενος ήταν άνεργος καθόσον ούτε ο ίδιος μπόρεσε να αναφέρει κάτι συγκεκριμένο για την εργασία του εκείνο το χρονικό διάστημα, αναφέροντας απλά, ότι ασκούσε την εργασία του μεσίτη και ως εκ τούτου βρίσκονταν τα πρωινά στο σπίτι του, η δε σύζυγος του απουσίαζε στην εργασία της μέχρι τις απογευματινές ώρες (5 ή 6). Επομένως ο κατηγορούμενος ήταν μόνος του στο διαμέρισμα του μαζί με τα ανήλικα τέκνα του. Επίσης ενισχυτική είναι η κατάθεση της Ε. Χ., φίλης των παθουσών, η οποία κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν διαχυτικός με τα παιδιά και έκανε διάφορες χειρονομίες. Ο ίδιος τηλεφωνούσε σχεδόν κάθε μεσημέρι στις ανήλικες Α1 και Α2 Α. τις οποίες καλούσε να διαβάσουν, στην πραγματικότητα όμως για να εκπληρώσει το πάθος του. Στο διαμέρισμά του πρέπει να σημειωθεί ότι τις μεσημεριανές ώρες δεν βρισκόταν η πεθερά του όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε και η ίδια η πεθερά του προσπάθησε να επιβεβαιώσει ήταν μόνος του μαζί με τα ανήλικα τέκνα του και για το λόγο αυτό καλούσε τις ώρες εκείνες τόσο την ανήλικη Α1, όσο αργότερα και την ανήλικη Α2. Οι γονείς των ανηλίκων μέχρι την αποκάλυψη από τα παιδιά τους των ως άνω παρανόμων πράξεων του κατηγορουμένου τις οποίες αυτά υφίσταντο έτρεφαν ιδιαίτερα φιλικά αισθήματα προς τον κατηγορούμενο μάλιστα η μητέρα Α. τον θεωρούσε πολύ καλό φίλο της οικογένειας και τον συμβουλευόταν σε πολλά θέματα, είτε οικογενειακά είτε επαγγελματικά και κατά συνέπεια κανένα πνεύμα εκδικήσεως δεν είχαν εναντίον του ούτε ήθελαν να του κάνουν κακό και πολύ περισσότερο δεν έβαλαν τα παιδιά τους να τον διαβάλλουν. Και οι τρεις ανήλικες χαρακτηρίζονται από τους παιδοψυχιάτρους ή ψυχιάτρους οι οποίοι τις εξέτασαν ως φυσιολογικά άτομα για την ηλικία τους, συγκροτημένα και η ψυχική τους κατάσταση δεν παρουσιάζει εκτροπή από το φυσιολογικό. Ειδικότερα ο παιδοψυχίατρος Γ. Ζ. ο οποίος εξέτασε τις ως άνω παθούσες ανήλικες ύστερα από εντολή της ανακρίτριας η οποία χειριζόταν την παρούσα υπόθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι και η Α1 Α. αλλά και η Α2 Α. έχουν φυσιολογική νοημοσύνη και δεν πάσχουν από κάποια μείζονα νοητική ή ψυχική πάθηση η οποία ν' αλλοιώνει τις λειτουργίες της μνήμης τους. Ακόμη και ο τεχνικός σύμβουλος που είχε ορίσει ο κατηγορούμενος παιδοψυχίατρος Α. Β. στην παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη (26.02.2006) αναφέρει για τις ως άνω παθούσες ανήλικες Α2 και Α1 ότι η μεν Α2 δεν πάσχει από κάποια μείζονα ψυχιατρική διαταραχή και οι καταγγελίες της δεν φαίνεται να είναι προϊόν ψυχικής διαταραχής ή παθολογικής μυθοπλασίας για δε την Α1 καταλήγει στο αυτό συμπέρασμα και διατηρεί ορισμένες επιφυλάξεις ως προς την απολυτότητα του πραγματογνώμονα Γ. Ζ.. Ο ψυχίατρος Ι. Ν. στην έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο τούτο, το οποίο τον είχε ορίσει σύμφωνα με το άρθρο 226 Κ.Π.Δ., αναφέρει ότι οι ως άνω παθούσες ανήλικες δεν παρουσίασαν κατά την εξέταση αντιληπτικές διαταραχές ή διαταραχές συναισθήματος ή στο περιεχόμενο της διαδικασίας ή διαταραχές στην κρίση τους. Αυτό του ζητήθηκε από το Δικαστήριο και γι' αυτό έπρεπε να αποφανθεί. Τα λοιπά που αναφέρει περί συγκρίσεως των καταθέσεων των ανηλίκων και των αντιθέσεων αυτών δεν ανάγονται στα καθήκοντα του αλλά είναι του δικάζοντος Δικαστηρίου. Τέλος και η παιδοψυχίατρος Ε. Χ. η οποία εξήτασε τις ανήλικες ύστερα από την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αποφάνθηκε ότι αυτές έχουν πλήρη αντιληπτική ικανότητα και όσα καταθέτουν είναι αληθή. Από τα παραπάνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι παθούσες ανήλικες όσα καταθέτουν τα έχουν βιώσει και είναι αληθή και όχι αποτέλεσμα πλάνης ή μυθοπλασίας όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος στην απολογία του. Η μακροχρόνια σεξουαλική βία που υπέστησαν οι πιο πάνω ανήλικες από την τρυφερή ηλικία των 8 ετών είχε ως αποτέλεσμα να εμφανίζουν συμπτώματα εσωστρέφειας και απομόνωσης. Εξάλλου η συμμετοχή τους στις πράξεις αυτές έστω και παρά τη θέληση τους δημιούργησαν σ' αυτές ένα αίσθημα ενοχής (ιδίως στην Α2 στην οποία ο κατηγορούμενος έλεγε ότι αυτή φταίει για ότι συνέβαινε και ότι η μητέρα της και ο πατέρας της αν το μάθαιναν θα την χτυπούσαν) το οποίο σε συνδυασμό με το φόβο τους να μην προκαλέσουν προβλήματα στην οικογένεια τους και στην οικογένεια του κατηγορουμένου είναι οι βασικοί λόγοι που οι παθούσες επί τόσο χρονικό διάστημα δεν αποκάλυψαν σε κανένα τα ως άνω περιστατικά. Όμως η πίεση που αισθανόταν ιδίως η Α2 και παρακινούμενη από τη φίλη της και παθούσα ανήλικη Χ. Γ. την οποία την 05.10.2005 αλλά και το Μάιο του 2005 ο κατηγορούμενος με τον τρόπο που προαναφέρθηκε είχε αποπλανήσει, μίλησε στην μητέρα της Κ. και της αποκάλυψε όλη την αλήθεια την οποία επιβεβαίωσε τόσο η Α1 με την σιωπή της όσο και η Χ.. Η τελευταία αποκάλυψε ότι από τα Χριστούγεννα του 2004 είχε συνομιλήσει με την Α1 και την Α2 και τις είχαν αποκαλύψει τις παράνομες πράξεις του κατηγορουμένου εναντίον τους. Η παρέμβαση και η προτροπή της Χ. ήταν χαρακτηριστική προκειμένου να μιλήσει η Α2 στους γονείς της για τον κατηγορούμενο και να αποκαλύψει την κακοποίηση τη σεξουαλική την οποία υπέστη από τον κατηγορούμενο. Μετά την αποκάλυψη αυτή οι γονείς των παθουσών κατήγγειλαν στις Αστυνομικές Αρχές τον κατηγορούμενο και προσπάθησαν μαζί με τους ψυχολόγους να αποκαταστήσουν την ψυχική ηρεμία και ισορροπία των ανηλίκων τέκνων τους ...". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε τους κάτωθι αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία: "Περαιτέρω για τη στοιχειοθέτηση της αποπλάνησης ανηλίκου απαιτείται οποιαδήποτε από γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεώτερο των 15 ετών η οποία αντικειμενικά προσβάλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και της επιθυμίας του δράστη. Έτσι στοιχειοθετεί το έγκλημα όχι μόνο με συνουσία ή ανάλογη με αυτή παρά φύση πράξη, αλλά και κάθε άλλη πράξη όπως η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός και το φίλημα στο πρόσωπο και στο στόμα του ανηλίκου. Εφόσον οι ενέργειες αυτές κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη Συμβ. ΑΠ 1703/2007 Ποιν. Δ. Στη προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι όσον αφορά την Χ. Γ. πρέπει να μετατραπεί η κατηγορία από αποπλάνηση σε προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, διότι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την καταδίκη του για αποπλάνηση ταυτίζονται με εκείνα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Όμως ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού οι σχετικές ενέργειες του και δη η θέση του ποδιού του ανάμεσα στα πόδια της ανήλικης και χάϊδεμα στα γεννητικά της όργανα καθώς και το χάϊδεμα των οπισθίων της παρά την αντίδραση της στοιχειοθετούν το έγκλημα του άρθρου 337 Π.Κ. αφού συνιστούν πράξεις με έντονο γενετήσιο χαρακτήρα που κατέτειναν στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και οι οποίες προσβάλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς των ηθών και ακώλυτης γενετήσιας εξέλιξης των ανηλίκων.
Περαιτέρω ο έτερος ισχυρισμός του κατηγορουμένου όσον αφορά την ανήλικη παθούσα Α1 Α. περί μετατροπής της παρ. Α, περ. δ' δηλ. του βιασμού (336 Π.Κ.) σε μετατροπή αυτής στο αδίκημα του άρθρου 353 παρ. 2 πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, δεδομένου ότι το άρθρο 353 παρ. 2 μιλώντας για ακόλαστη πράξη η οποία ενεργείται ενώπιον τρίτου, νοείται η ασελγής εκείνη πράξη, η οποία είτε επιχειρείται δημόσια και μπορεί να προκαλέσει σκάνδαλο, είτε εκείνη η οποία τελείται ενώπιον είτε γνωστού είτε αγνώστου στο δράστη τρίτου με σκοπό ηδονιστικό και όχι εκείνη η ασελγής πράξη, η οποία ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 336 και 337 Π.Κ., γιατί στις περιπτώσεις αυτές η ασελγής πράξη του δράστη προϋποθέτει σωματική επαφή με το θύμα και όχι απλώς μία ασελγή πράξη που τελείται ενώπιον του όπως στο άρθρο 353 παρ. 2 Π.Κ.
Επίσης ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μετατροπής της παράβασης του άρθρου 339 Π.Κ. αναφορικά με την πράξη της παρ. Β περ. β' υποπαράγραφο IV του διατακτικού της εκκαλουμένης όσον αφορά την Α1 Α. σε παράβαση του άρθρου 337 Π.Κ. πρέπει ν' απορριφθεί διότι οι σχετικές ενέργειες του προς αυτήν και δη το κατέβασμα των εσωρούχων, το χάϊδεμα και τα φιλιά στο στόμα παρά την αντίδραση της συνιστούν έντονες πράξεις με έντονο γενετήσιο χαρακτήρα που κατέτειναν στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. Επίσης, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μετατροπής της αποπλάνησης που τελέσθηκε σε βάρος της Α2 Α. σε παράβαση του άρθρου 337 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι οι σχετικές ενέργειές του προς αυτήν και δη οι θωπείες, τα φιλιά στο στόμα και το άγγιγμα των γεννητικών οργάνων της συνιστούν έντονες πράξεις με έντονο γενετήσιο χαρακτήρα. Τέλος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί φαινόμενης συρροής της πράξεως της αποπλανήσεως με την πράξη του βιασμού για το χρονικό διάστημα από 15.10.2002 μέχρι 30.06.2003 διότι με το άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 3064/15.10.2002 προστέθηκε στο άρθρο 339 Π.Κ. η φράση "αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί για άλλη βαρύτερη πράξη έθεσε αρχή επικουρικότητας αυτής με την πράξη του βιασμού μέχρι την κατάργησή της με το άρθρο 56 του Ν. 3160/2003 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά με την παρούσα στο ως άνω χρονικό διάστημα δεν εμπίπτει καμμία αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου". Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος βιασμού κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 2000 μέχρι και 2001 σε βάρος της ανήλικης Α1 Α., β) ένοχος βιασμού κατ' εξακολούθηση σε βάρος της ανήλικης Α2 Α. που τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2003 μέχρι και 6.10.2005, γ) ένοχος αποπλάνησης της Χ. Γ. κατ' εξακολούθηση, δ) ένοχος αποπλάνησης κατ' εξακολούθηση της Α1 Α. που έλαβε χώρα τα έτη 2000 και 2001, ε) ένοχος αποπλάνησης της Α2 Α. κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2003 έως και 6.10.2005. Το Δικαστήριο κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο για την μερικώτερη πράξη του βιασμού που φέρεται ότι έλαβε χώρα τον Αύγουστο 2005 σε βάρος της ανηλίκου Α1 Α.. Αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου το οποίο του είχε αναγνωρισθεί πρωτοδίκως. Το Μ.Ο.Ε. απορρίπτει το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε' που ζήτησε ο κατηγορούμενος, δηλ. της καλής συμπεριφοράς μετά την τέλεση της πράξης, καθόσον δεν αρκεί η καλή συμπεριφορά στη φυλακή, όπως οφείλει αυτός τηρώντας τον κανονισμό λειτουργίας των φυλακών να συμπεριφέρεται σωστά χωρίς αυτή η συμπεριφορά του να είναι προϊόν ελεύθερης βούλησής του, όπως συμβαίνει όταν κάποιος είναι σε ελεύθερη διαβίωση στην κατοικία του, για την αναγνώριση συνδρομής της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος αμέσως μετά την σύλληψή του προφυλακίστηκε και είναι κλεισμένος στη φυλακή και επομένως οποιαδήποτε καλή συμπεριφορά μέσα σε αυτή είναι προϊόν εξαναγκασμού στα σωφρονιστικά μέσα και όχι ελευθέρας βούλησης. Απορρίπτει λοιπούς ισχυρισμούς ως αναλύεται παραπάνω". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων του βιασμού και της αποπλάνησης ανηλίκων κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ (πρότερης έντιμης ζωής) του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα οκτώ (18) ετών. Με τις παραδοχές αυτές, το ΜΟΕ Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1, 98, 336 παρ. 1 και 3 και 339 παρ. 1 εδ. α', β' και γ' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα εκτίθενται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην εν μέρει καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυπτε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση ότι οι παθούσες ανήλικες εξαναγκάσθηκαν να επιχειρήσουν και να ανεχθούν τις ως άνω αναφερόμενες ασελγείς πράξεις από τον κατηγορούμενο και ότι ο κατηγορούμενος, για να εξαναγκάσει τις παθούσες σε συνουσία μαζί του ή να ανεχθούν ή να επιχειρήσουν τις λοιπές ως άνω περιγραφόμενες ασελγείς πράξεις, χρησιμοποίησε τις υπέρτερες σωματικές δυνάμεις του, χωρίς να ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας (ως προς την πράξη του βιασμού) να αναφέρεται ότι οι δυνάμεις του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος αποτέλεσαν φυσική δύναμη που δεν μπορούσε να απωθηθεί από τις παθούσες ούτε ότι οι τελευταίες αντιστάθηκαν ενεργά, καθόσον σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αρκεί ότι η συνουσία ή άλλη ασελγής πράξη τελείται παρά την αντίθετη βούληση της παθούσας, που εξωτερικεύθηκε και έγινε εμφανής στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο αντίδρασής της. Εξάλλου ορθά εφαρμόζοντας το νόμο το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος: α) περί μεταβολής της κατηγορίας της αποπλάνησης της Χ. Γ. σε προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 ΠΚ), αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι σχετικές ενέργειες αυτού και δη η θέση του ποδιού του ανάμεσα στα πόδια της προαναφερόμενης ανήλικης, το χάϊδεμα στα γεννητικά της όργανα καθώς και το χάϊδεμα των οπισθίων της αφού οι πράξεις αυτές είχαν έντονο γενετήσιο χαρακτήρα και κατέτειναν στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και οι οποίες προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς των ηθών και ακώλητης γενετήσιας εξέλιξης των ανηλίκων, δεν ήταν δε αναγκαίο, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 339 ΠΚ να λάβει χώρα και επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη με την ως άνω παθούσα και δεν περιορίστηκε σε απλές άσεμνες χειρονομίες, β) περί μετατροπής της κατηγορίας για την πράξη του βιασμού της ανήλικης Α1 Α. που καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και αναφέρεται στην παρ. Α' περ. δ' του διατακτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης (υπ' αρ. 151, 152, 182, 187, 188, 192, 193 και 194/2007 του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών) στο έγκλημα του άρθρου 333 παρ. 2 του ΠΚ (προσβολή βάναυσα της αιδούς άλλου με ακόλαστη πράξη που ενεργήθηκε ενώπιόν του), με την παραδοχή ότι οι ασελγείς πράξεις του αναιρεσείοντος δεν έγιναν ενώπιον της προαναφερόμενης ανήλικης αλλά από τον ίδιο επ' αυτής", οπότε ορθά εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 336 ΠΚ, αν και η τοιαύτη μεταβολή θα ήταν επιτρεπτή αν η κατηγορία ήταν απόπειρα βιασμού μόνο και όχι τετελεσμένη πράξη βιασμού, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση, γ) περί μετατροπής της πράξης της αποπλάνησης της ανήλικης Α1 Α. από τον αναιρεσείοντα σε προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειάς της, με την παραδοχή ότι οι σχετικές ενέργειές του προς αυτήν και ειδικότερα το κατέβασμα των εσωρούχων της, το χάϊδεμα και τα φιλιά στο στόμα παρά την αντίδρασή της συνιστούν έντονες πράξεις με έντονο γενετήσιο χαρακτήρα που κατέτειναν στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και όχι μόνο σε βάναυση προσβολή της αξιοπρέπειας της στο πεδίο της γενετήσιας ζωής της, δ) περί μετατροπής της πράξης της αποπλάνησης της ανήλικης Α2 Α. από τον αναιρεσείοντα στην πράξη του άρθρου 337 του ΠΚ, με την παραδοχή ότι οι σχετικές ενέργειες του επ' αυτής και δη οι θωπείες, τα φιλιά στο στόμα και το άγγιγμα των γεννητικών οργάνων της συνιστούν έντονες πράξεις με έντονο χαρακτήρα που κατέτειναν στη διέγερση και ικανοποίηση της επιθυμίας και ε) περί χειροτέρευσης της θέσης του ως εκκαλούντος ως προς την πράξη της αποπλάνησης κατ' εξακολούθηση της γεννηθείσας την 14.2.1992 Α1 Α., αφού από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (υπ' αριθμ. 151, 152, 183, 187, 188, 192, 193 και 194/2007 απόφαση του ΜΟΔ Αθηνών), ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την πράξη αυτή που τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα 2000-2001, όταν η ως άνω ανήλικη δεν είχε συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας, αλλά και μεταγενέστερα που δεν προσδιορίστηκε ακριβώς, όταν είχε συμπληρώσει μεν το 10ο έτος αλλά όχι το 13ο έτος της ηλικίας της (βλ. τέλος σελ. 229, σελ. 230 και αρχή σελ. 231 της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης), στην ίδια κρίση χωρίς καμία διαφοροποίηση κατέληξε για την πράξη αυτή το ΜΟΕ Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σελ.166-168 αυτής). Ακόμη το ΜΟΕ Αθηνών ορθά εφαρμόζοντας το νόμο απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί φαινόμενης και όχι πραγματικής συρροής μεταξύ των εγκλημάτων του βιασμού και της αποπλάνησης που φέρονταν ότι τελέσθηκαν σε βάρος των ιδίων ανηλίκων θηλέων τέκνων κατά το χρονικό διάστημα από 15.10.2002 μέχρι 30.6.2003, λόγω της αρχής της επικουρικότητας που υπήρχε μεταξύ των δύο εγκλημάτων, δηλονότι της αποπλάνησης παιδιού έναντι του βαρύτερα τιμωρούμενου εγκλήματος του βιασμού, όπως υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα, καθ' όσον κατά την παραδοχή του Δικαστηρίου ουσίας κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα δεν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων ότι τέλεσε κατά συρροή τα δύο ως άνω εγκλήματα και εντεύθεν δεν προέκυψε ζήτημα έρευνας και παραδοχής των περί περί πραγματικής ή φαινόμενης συρροής διατάξεων του ΠΚ. Εντεύθεν η εξέταση του σχετικού όγδοου λόγου αναιρέσεως παρέλκει ως ερειδομένου σε εσφαλμένη προϋπόθεση (δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης από το ΜΟΕ Αθηνών). Εξάλλου και όσον αφορά ειδικότερα την αιτίαση του αναιρεσείοντος για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγω μη λήψης υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του τού αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε νόμιμα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης πράγματι στο προοίμιο αυτού ναι μεν δεν γίνεται αναφορά των σχετικών εκθέσεων πραγματογνωμοσυνών που συνέταξαν και κατέθεσαν οι πραγματογνώμονες Γ. Ζ., Ι. Ν. και Ε. Χ., καίτοι αναγνώσθησαν δημόσια στο ακροατήριο ως έγγραφα χωρίς αντίρρηση αυτού (υπ' αρ. 1 έως 5 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων), όμως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη οι ως άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης ως και εκείνη του τεχνικού συμβούλου που είχε ορίσει ο κατηγορούμενος Α. Β., σε κάθε δε περίπτωση συμπεράσματα αυτών δεν αντιτίθενται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις πράξεις που τέλεσε ο αναιρεσείων σε βάρος των τριών ανηλίκων κοριτσιών. Γι' αυτό ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακόμη είναι απαράδεκτος και συνεπώς απορριπτέος ο δέκατος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 477/2009 απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση που υπέβαλαν οι συνήγοροι των πολιτικώς εναγόντων να μην αναγνωσθούν και ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο: 1) οι αρχικές και συμπληρωματικές συνεντεύξεις των τριών τότε ανηλίκων παθουσών γυναικών προς τον πραγματογνώμονα Ι. Ν., β) η από 20.2.2009 αρχική και η από 25.2.2009 συμπληρωματική έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης αυτού, 3) οι ψηφιακοί δίσκοι αγνώστου περιεχομένου και 4) το λοιπό υλικό που επισυνάπτεται στις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Πλέον συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του ΜΟΕ Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, επί της ανωτέρω ενστάσεως οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε δηλώσεις αρχικά υπέρ της μη ανάγνωσης και λήψης υπόψη από το Δικαστήριο των ανωτέρω εγγράφων και μετά υπέρ της ανάγνωσης αυτών και ιδιαίτερα οι συνήγοροι της υπεράσπισης του αναιρεσείοντος (βλ. τέλος 53ης και αρχή 54ης σελίδας των Πρακτικών). Το Δικαστήριο της ουσίας με την αναφερόμενη στις σελ. 54 και 55 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να περιέχει οποιαδήποτε αντίφαση, κατέληξε ορθά στην απόρριψη της ως άνω ένστασης της πολιτικώς εναγόντων, την οποία έμμεσα πλην σαφώς επιδίωκαν οι συνήγοροι υπεράσπισης του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, όσα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με το δέκατο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλονται χωρίς έννομο συμφέρον του για την προσβολή της ως άνω απορριπτικής της ένστασης των πολιτικώς εναγόντων απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και είναι απορριπτέα, αφού η σταδιακή διαφοροποίηση των συνηγόρων των διαδίκων ως προς την παραδοχή ή την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως δεν δημιουργεί αντίφαση στην αιτιολογία της αποφάσεως.
Επίσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο συναφής με τον ως άνω δέκατο λόγο, ο δέκατος έκτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ειδικότερα με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφων που δεν αναγνώσθησαν στο ακροατήριο και πλέον συγκεκριμένα του περιεχομένου των DVD που συνόδευαν την κατατεθείσα στον ανακριτή έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ι. Ν., ενώ δεν έγινε γνωστό καθ' οιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενό τους, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος αυτού (αναιρεσείοντος), αφού ο ίδιος τελικά ζήτησε την ανάγνωση των επίμαχων εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Ι. Ν., με όλα τα συνοδεύοντα αυτές έγγραφα και δεν ισχυρίζεται ότι εάν προβάλλονταν τα DVD θα προέκυπτε από το περιεχόμενο αυτών αντίθεση με τις παραδοχές της πραγματογνωμοσύνης του ως άνω πραγματογνώμονα και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Προσέτι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δέκατος τρίτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ειδικότερα ως προς τις πράξεις του βιασμού και αποπλάνησης της Α1 Α. που φέρονταν ότι τέλεσε ο αναιρεσείων κατά το μήνα Αύγουστο του 2005, αφού ως προς τις πράξεις αυτές ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος με ρητές διατάξεις (βλ. τις υπ' αρ. 164 και 168 σελίδες της προσβαλλόμενης απόφασης), το διατακτικό δε της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το σημείο αυτό συμπληρώνει παραδεκτά το αντίστοιχο μέρος του αιτιολογικού, στο τέλος του οποίου από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων πρέπει να κηρυχθεί αθώος μόνο για την μερικότερη πράξη του βιασμού της. Επίσης ο έκτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του κατηγορουμένου - τότε εκκαλούντος περί κλητεύσεως και προσελεύσεως στο δικαστήριο της παιδοψυχιάτρου Ε. Χ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 489/2009 παρεμπίπτουσας απόφασης που έχει κατά λέξη "... δεν συντρέχει κανένας λόγος αφού δεν διαπιστώνεται καμία επίφαση στις προαναφερόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης αυτής" είναι πλήρης και ειδική. Το ίδιο πρέπει να λεχθεί και ως προς την αιτιολογία της απόρριψης του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί προσβολής ως πλαστών κατά το περιεχόμενο των τριών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης της ως άνω παιδοψυχιάτρου, αφού το Δικαστήριο της ουσίας καίτοι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ανωτέρου ισχυρισμού ως απαραδέκτου (αορίστου) διέλαβε στην προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα αιτιολογία (βλ. τις υπ' αρ. 102-103 σελίδες της προσβαλλόμενης απόφασης) επισημαίνοντας ορθά ότι δεν δημιουργείται ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση από τη διαφορετική ημερομηνία έναρξης σύνταξης των επίμαχων τριών εκθέσεων ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Ε. Χ. (25.6.2009) και κατάθεσης αυτών στον γραμματέα του ορισθέντος αρμόδια Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών (15.9.2009). Περαιτέρω και όσο αφορά τον ένατο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και για υπέρβαση εξουσίας, ήτοι για τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Με τον ως άνω λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι αυτός ως προς την ανήλικη παθούσα Α2 Α. κηρύχθηκε ένοχος βιασμού και αποπλάνησης, με χρόνο τέλεσης των πράξεων αυτών από Σεπτέμβριο του 2003 έως 6.10.2005 (γέννηση ανήλικης 28.6.1995), ενώ πρωτοδίκως δικάσθηκε για αποπλάνηση της ανήλικης αυτής με χρόνο τέλεσης από Ιούνιο του 2005 έως 2008, ήτοι όταν η ανήλικη αυτή ήταν 10 έως 13 ετών, οπότε κατ' αυτόν ισχύει η διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1Β' του ΠΚ, που προβλέπει κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετέθεσε ανεπιτρέπτως τον χρόνο τέλεσης της πράξης της αποπλάνησης από Ιούνιο του 2005 και εντεύθεν σε Σεπτέμβριο του 2003 έως 6.10.2005, οπότε ισχύει η διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1α' του ΠΚ που προβλέπει ως ποινή την κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι αβάσιμος, διότι ναι μεν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προσδιορίζοντας ακριβέστερα, μετέθεσε το χρόνο τέλεσης της πράξης της αποπλάνησης της Α2 Α., δεχόμενο ότι κατά το χρόνο αυτό ο κατηγορούμενος αναιρεσείων ασέλγησε επί της ανωτέρω ανήλικης (Σεπτέμβριο 2003 έως Οκτώβριο του 2005), όμως περαιτέρω δέχθηκε, χωρίς να καταστήσει χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου απ' αυτήν που είχε στην πρωτοβάθμια δίκη, ότι η ανήλικη Α2 Α. είχε μεν συμπληρώσει το δέκατο όχι όμως το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας της, και του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, ήτοι την ίδια που του είχε επιβάλλει και το πρωτόδικο δικαστήριο (με την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ από αμφότερα τα δικαστήρια).
Συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την πράξη της αποπλάνησης της ανήλικης Α2 Α. από τον κατηγορούμενο προσδιορίζοντας σαφέστερα έναντι της πρωτοβάθμιας απόφασης το χρόνο τέλεσης αυτής, ορθά εφάρμοσε το νόμο (άρθρο 339 παρ. 1 περ. β' του ΠΚ) και δεν κατέστησε καθ' οιονδήποτε τρόπο χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα από την επιβολή της αυτής ποινής που είχε επιβάλλει και το πρωτόδικο δικαστήριο (κάθειρξη έξι ετών) και εντεύθεν ουδόλως υπερέβη την εξουσία του καταλήγοντας στην ανωτέρω κρίση του για την πράξη της αποπλάνησης της ανήλικης Α2 Α..
Συνεπώς, ο ένατος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του και απορριπτέος.
Ακόμη ο δωδέκατος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί μετατροπής της κατηγορίας της αποπλάνησης κατ' εξακολούθηση της Α1 Α. σε προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειάς της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον με την παραδοχή από το Δικαστήριο της ουσίας, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι αυτός (αναιρεσείων) τέλεσε το βαρύτερο των από τα δύο ως άνω εγκλήματα (εκείνο του άρθρου 339 παρ. 1β' του ΠΚ) ενεργώντας επί του σώματος της ως άνω ανήλικης τις αναφερόμενες σ' αυτήν ασελγείς πράξεις σαφώς προκύπτει ότι δέχθηκε ταυτόχρονα τη μη τέλεση του πλημμελήματος του άρθρου 337 του ΠΚ, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη ιδιαίτερη προς τούτο αιτιολογία. Εξάλλου, όσα με τον ίδιο λόγο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων περί απορρίψεως χωρίς αιτιολογία του ισχυρισμού περί μετατροπής της κατηγορίας του βιασμού απ' αυτόν της ανήλικης Α1 Α. σε πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστη πράξη (εφαρμογή του άρθρου 353 παρ. 3 του ΠΚ αντί του άρθρου 336 του ίδιου Κώδικα), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον με την παραδοχή της τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της πράξης του βιασμού εξυπακούεται ότι αυτός δεν τέλεσε ταυτόχρονα το πλημμέλημα της πρόκλησης σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις. Είναι δε πρόδηλο ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς στις περιπτώσεις που δέχθηκε την τέλεση των εγκλημάτων του βιασμού και της αποπλάνησης ανηλίκου και όχι στην περίπτωση των ίδιων αυτών πράξεων που φέρονταν ότι τέλεσε κατά μήνα Αύγουστο του 2005 ο αναιρεσείων σε βάρος της ανήλικης Α1 Α., για τις οποίες κηρύχθηκε αθώος και εντεύθεν ουδεμία αντίφαση ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας δημιουργείται, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Επίσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο ενδέκατος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττει ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση γι' έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί μετατροπής της σε βάρος του κατηγορίας της αποπλάνησης της ανηλίκου Χ. Γ. σε προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειάς της, δηλονότι περί εφαρμογή του άρθρου 337 του ΠΚ αντί του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, καθόσον με την παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το κακούργημα της αποπλάνησης ανηλίκου με την ενέργεια επί του σώματος της ως άνω ανήλικης των αναφερομένων σ'αυτήν ασελγών πράξεων, δεν απαιτείτο και πρόσθετη ιδιαίτερη αιτιολογία περί της παραδοχής ότι αυτός δεν τέλεσε το πλημμέλημα του άρθρου 337 ΠΚ. Επίσης ο δέκατος τέταρτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης με τον οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο της ουσίας προέβη σε απόρριψη ισχυρισμού του περί εφαρμογής του άρθρου 337 του ΠΚ και όχι του άρθρου 339 του ΠΚ όσο αφορά την αξιόποινη πράξη που τέλεσε αυτός σε βάρος της Χ. Γ., ενώ τέτοιο ισχυρισμό περί μεταβολής της κατηγορίας δεν υπέβαλε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον λείπει σ' αυτόν το έννομο συμφέρον για να πλήξει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το σημείο αυτό για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, την οποία αυτή για την πληρότητα της νομικής θεμελίωσης περιέχει, αναλύοντας ορθά γιατί εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 339 του ΠΚ στην οποία υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως που προτείνονται με τους πρώτο, έκτο, όγδοο, ένατο, δέκατο, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο και δέκατο έκτο λόγους αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και ΚΠΔ αιτιολογία, για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 336 και (ή) 339 του ΠΚ που εφαρμόστηκαν και για έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες προβάλλονται με τους ως άνω επτά λόγους αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και με τις οποίες με υπό την επίφαση των δύο ως άνω αναιρετικών λόγων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε') του ΚΠΔ πλήττεται κατ' ουσίαν η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον στην περίπτωση αυτή κατ' ουσίαν πλήτεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς το μέρος αυτό κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (ν.δ.53/1974), 329 παρ. 1, 330 και 510 παρ. 1 περ. Γ' του ΚΠΔ προκύπτει ότι οι συνεδριάσεις του δικαστηρίου είναι δημόσιες και δημόσια απαγγέλλονται οι αποφάσεις αυτών (παρεμπίπτουσες και οριστικές). Εξαίρεση υπάρχει εάν η συνεδρίαση γίνεται κεκλεισμένων των θυρών, αλλά και στην περίπτωση αυτή τόσο η απόφαση για την ενοχή, όσο και για την ποινή απαγγέλλονται πάντοτε δημόσια. Αναίρεση όμως της απόφασης χωρεί για παράβαση των διατάξεων που αφορούν τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και όχι εκείνων που απαγορεύουν τη δημοσιότητα της δίκης. Δηλαδή αναίρεση της απόφασης χωρεί όταν η διαδικασία στο ακροατήριο δεν έγινε δημόσια και όχι ενώ διατάχθηκε η συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών, στη συνέχεια, κατόπιν διακοπής της δίκης, αυτή διεξήχθηκε - συνεχίσθηκε δημόσια. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης προκύπτει ότι όλες οι αποφάσεις (παρεμπίπτουσες, περί της αθώωσης, της ενοχής και των ποινών) εκδόθηκαν από το δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Όλη η άλλη διαδικασία, όμως, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά, μετά την απαγγελία της υπ' αριθμ. 472/21.9.2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, έγινε "δημόσια όπως πριν", δηλονότι με την απομάκρυνση των ακροατών από την αίθουσα (βλ. σελ. 184 της προσβαλλόμενης απόφασης, τούτο δε επαναλήφθηκε και κατά λοιπές συνεδριάσεις (23.9.2009 και εντεύθεν), εκ παραδρομής δεν γίνεται αναφορά της λέξης "δημόσια". Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.Γ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος που προβάλλεται με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ως ερειδόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση ως προς τις κατά το από 23.9.2009 και εντεύθεν χρονικό διάστημα δημόσιες συνεδριάσεις του ΜΟΕ Αθηνών. Από το άρθρο 226Α ΚΠΔ που προστέθηκε με την παρ. 4 άρθρου τρίτου του ν. 2635/2007, όπως αυτό ίσχυσε πριν τη συμπλήρωσή του με την παρ. 4 άρθρου 6 του ν. 3727/2008 και την αντικατάστασή του με το άρθρο πέμπτο παρ. 3 του ν. 3875/2010, προβλέπεται ότι όταν το θύμα των άρθρων 336 και (4) 339 του ΠΚ είναι ανήλικος, τότε ο ανακριτής διορίζει ως πραγματογνώμονα παιδοψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο ή σε περίπτωση έλλειψής τους ψυχολόγο ή ψυχίατρο, ο οποίος προετοιμάζει τον ανήλικο για την εξέτασή του στον ανακριτή, συνεργαζόμενος προς τούτο με δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιεί ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος ή ο ψυχολόγος ή ο ψυχίατρος κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους για την αντιληπτική ικανότητα και τη ψυχική κατάσταση του ανηλίκου και διατυπώνει τις διαπιστώσεις του σε γραπτή έκθεση, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Κατά την εξέταση του ανηλίκου παρίσταται ο παιδοψυχίατρος ή παιδοψυχολόγος. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στην έκθεσή τους οι ανωτέρω διοριζόμενοι ως πραγματογνώμονες μπορούν να περιλάβουν και στοιχεία που προκύπτουν από την εξέταση του ανηλίκου στον ανακριτή, αφού παρίστανται στην εξέταση αυτή. Η έκθεση του ανωτέρω πραγματογνώμονα δεν είναι υποχρεωτικό να κατατίθεται αρμοδίως πριν την εξέταση του ανηλίκου, αφού ο νόμος αναφέρει μόνο ότι η εν λόγω έκθεση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας, που σημαίνει ότι, αν δεν έχει ταχθεί προθεσμία κατάθεσής της, απώτατο σημείο κατάθεσής της αρμοδίως είναι η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, στις εκθέσεις παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Ε. Χ., που ορίσθηκε με την υπ' αρ. 195/26.3.2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών, οι οποίες έπρεπε να υποβληθούν μέχρι τις 29.5.2009, αναφέρονται και σε παρατηρήσεις της ως άνω πραγματογνώμονα από την εξέταση με την παρουσία της από τον αρμόδιο Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 15.7.2009 των τριών ανηλίκων παθουσών, εκτός της εξέτασης αυτών από την ίδια δέκα (10) φορές (σε συνεδρίες της μιας ώρας εκάστη). Οι ανήλικες Α1 και Α2 Α. του Κ. και Χ. Γ. του Α., όπως προκύπτει από τις επιτρεπτώς επισκοπούμενες σχετικές εκθέσεις εξέτασή τους, εξετάσθηκαν από την αρμόδια Ανακρίτρια την 15.7.2009. Στις τρείς (3) ως άνω εκθέσεις παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται στο επάνω μέρος της πρώτης σελίδας τους η ημερομηνία 25.6.2009, ενόψει της μερικής συντάξεώς τους από την προαναφερόμενη πραγματογνώμονα με βάση τις μέχρι τότε διαπιστώσεις της, τις οποίες επιτρεπτά συμπλήρωσε με τις παρατηρήσεις της από την εξέταση των ανηλίκων από την Ανακρίτρια, κατέθεσε δε αυτές την 15.9.2009 στο γραμματέα της Ανακρίσεως (από παραδρομή, χωρίς έννομες συνέπειες για τους διαδίκους της προκειμένης δίκης ενώ είχε ορισθεί να τις υποβάλλει στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών). Από την προαναφερομένη όμως παραδρομή - έλλειψη ως προς τον ακριβή χρόνο σύνταξης ολοκληρωμένων των τριών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Ε. Χ., που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ουδεμία ακυρότητα συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αφού από την αναφερόμενη στην αρχή των παραπάνω τριών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης χρονολογία 29.5.2009 ουδεμία έννομη συνέπεια σε βάρος των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, αφού καθίσταται πρόδηλο ότι η αναφορά στις δύο των εκθέσεων αυτών, ήτοι των αφορωσών τις ανήλικες Α. Α. και Χ. Γ. ότι όσα ελέγχθησαν στο γραφείο κατά την κλινική εξέταση των ανηλίκων αυτών (σε δέκα (10) ωριαίες συνεδρίες για καθεμία) είναι πανομοιότυπα αυτών που ειπώθηκαν στο γραφείο της κ. Ανακρίτριας, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι δεν έλαβε χώρα τοιαύτη εξέταση των ανηλίκων στην Ανακρίτρια με την παρουσία της παραπάνω ψυχιάτρου, ούτε ότι όσα αναφέρονται στις οικείες εκθέσεις εξετάσεως των ανηλίκων δεν συμπίπτουν με όσα αναφέρονται στις συνταχθείσες από την πραγματογνώμονα Ε. Χ. αντίστοιχες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης αυτής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την ανάγνωση και λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των τριών εκθέσεων ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της ψυχιάτρου Ε. Χ., εξαιτίας και μόνο της μη ακριβούς αναφοράς της χρονολογίας κατ' ολοκληρία συντάξεώς τους είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 198 ΚΠΔ, μόνο με την εγχείριση λαμβάνει οριστικό χαρακτήρα η γνωμοδότηση του διορισθέντος πραγματογνώμονα, γίνεται δε αυτή στο διορίσαντα αυτόν ανακριτικό υπάλληλο ή στο δικαστήριο, συντασσομένης εκθέσεως ή γενομένης μνείας στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Αν δε δεν τηρηθούν οι ανωτέρω διατυπώσεις αυτή (πραγματογνωμοσύνης) είναι άκυρος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία σ' αυτή ότι οι ως άνω τρεις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Ε. Χ. κατατέθηκαν στις 14.9.2009 στο γραφείο της 4ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, όπως αυτό προκύπτει από την 14.9.2009 σχετική έκθεση εγχειρίσεως πραγματογνωμοσύνης, που επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο. Επομένως, αφού εγχειρίσθηκαν - κατατέθηκαν οι πραγματογνωμοσύνες αυτές, σύννομα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, απορριπτέος δε αποβαίνει ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα των ανωτέρω και ειδικότερα για ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1, 369 και 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ... του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, όμως είναι αναγκαίο να καταγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί σε πόσα έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και εάν αυτά έχουν πράγματι αναγνωσθεί, διότι αλλιώς παραβιάζονται οι άνω διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως άνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μεταξύ των λοιπών εγγράφων ως αποδεικτικών μέσων: 1) το επιδειχθέν σκαρίφημα του σπιτιού του κατηγορουμένου (βλ. σελ. 28 των ανωτέρω πρακτικών), το οποίο αναφέρεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων με τον αριθμό 13 και με τον τίτλο ένα χειρόγραφο σχεδιάγραμμα, χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία ότι πρόκειται περί του αυτού εγγράφου, β) ως προς τις από 15.7.2009 καταθέσεις των τριών (3) ανηλίκων παθουσών, που γίνεται αναφορά στα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης ότι κατέθεσαν στον Ανακριτή με την παρουσία της παιδοψυχιάτρου Ε. Χ. (βλ. 144 σελίδα των πρακτικών αυτών), αυτές αναγνώσθηκαν (βλ. αρχή 97ης σελίδας των πρακτικών) και δεν δημιουργείται κάποια ακυρότητα από το ότι δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων (βλ. σελ. 103-105 των πρακτικών), άλλωστε δε ο ίδιος ο κατηγορούμενος επικαλέσθηκε αυτές και γνώριζε το περιεχόμενό τους κατά την προβολή του ισχυρισμού του περί της ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Ε. Χ., για την οποία έχει ήδη γίνει λόγος παραπάνω. Ακόμη πρέπει να επισημανθεί ότι ο αναιρεσείων ή οι συνήγοροί του δεν πρόβαλαν κάποια αντίρρηση κατά της ανάγνωσης των ανωτέρω καταθέσεων των ανηλίκων. Και γ) ως προς την υπ' αριθμ. 209/2008 απόδειξη της ιατρού Α. που προσκομίστηκε στο δικαστήριο από τον πολιτικώς ενάγοντα Κ. Α.. Ο αναιρεσείων ή οι συνήγοροί του ή κάποιος άλλος διάδικος όμως δεν ζήτησε την ανάγνωση αυτής ούτε να επιφέρει τις οποιεσδήποτε παρατηρήσεις τους ως προς το έγγραφο αυτό. Επομένως από τη μη ανάγνωση του ως άνω εγγράφου ουδεμία ακυρότητα επήλθε στο ακροατήριο και παράβαση σε βάρος των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Γι' αυτό ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' ΚΠΔ)) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο και για έλλειψη αποφάσεως λόγω του ότι δεν δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος περί αναβολής της δίκης για τις 19.4.2010, όπως ζήτησε ο Εισαγγελέας της έδρας, αλλά το Δικαστήριο προέβη στη σιγή απόρριψη του κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτοροβάθμιας δίκης πρώτα οι συνήγοροι του κατηγορουμένου ζήτησαν να διακοπεί η συνεδρίαση του δικαστηρίου για να εμφανιστούν οι ανήλικοι (βλ. σελ. 12η των πρακτικών). Ο Εισαγγελέας δε της έδρας πρότεινε την αναβολή της δίκης κατά τα ανωτέρω. Το Δικαστήριο ομόφωνα προχώρησε στη διαδικασία, απορρίπτοντας ... ορθά ως νόμω αβάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 226Α του ΚΠΔ με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. σχ. τη 15η σελίδα των ως άνω πρακτικών). Από τη διάταξη του άρθρου 357 παρ.4 περ. γ' του ΚΠΔ που ορίζει ότι "επιτρέπεται η ανάγνωση περικοπών της κατάθεσης του μάρτυρα που είχε δοθεί κατά την προδικασία για να βοηθεί η μνήμη του μάρτυρα ή για να επισημανθούν οι αντιφάσεις του" σαφώς προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση όλης της κατάθεσης του μάρτυρα στην προδικασία, αφού εμφανιζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου μπορούν ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι να ελέγξουν την αξιοπιστία του (άρθρο 358 ΚΠΔ), σε περίπτωση δε μόνο που ληφθεί υπόψη ολόκληρη η προανακριτική κατάθεση κάποιου απολειπομένου δικαιολογημένα μάρτυρα, χωρίς να αναγνωσθεί, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης περί απολύτου ακυρότητος που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του ΜΟΕ Αθηνών η Πρόεδρος του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μάρτυρα Ε. Χ. της ανέγνωσε περικοπές της από 9.10.2005 κατάθεσής της ενώπιον του αστυφύλακα Π. Τ. για να επισημάνει ορισμένες αντιφάσεις της (βλ. σελ. 98 των ως άνω πρακτικών) και όχι όλη την κατάθεση αυτής, απόσπασμα δε της ίδιας κατάθεσης ανέγνωσε και ο Εισαγγελέας της έδρας, εξάλλου δε η προμνημονευόμενη μάρτυρας ρωτήθηκε από την υπεράσπιση, ασκώντας το από το άρθρο 357 παρ. 3 του ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος δέκατος πέμπτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ' όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη των νομίμως παρισταμένων στη δευτεροβάθμια δίκη τριών (3) πολιτικώς εναγόντων, καθόσον η πρώτη τούτων (Α1 Α.) νομιμοποιείται η ίδια μετά την ενηλικίωσή της μετά την πρωτοβάθμια δίκη, ο δεύτερος ασκεί ως μόνος επιζών γονέας την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του Α2 Α. μετά το θάνατο της συζύγου του Κ. Ν. στις 17.10.2009 και η τρίτη αυτών ασκεί αποκλειστικά τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Χ. Γ. (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.7.201 αίτηση του Φ. Π. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 471, 472, 477, 489, 510 και 511/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη για καθένα πολιτικώς ενάγοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βιασμός και αποπλάνηση ανηλίκων κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση. Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, μεταξύ των οποίων υφίσταται πραγματική συρροή. Αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, για έλλειψη νόμιμης βάσης, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ιδιαίτερη μνεία στο αιτιολογικό της διαταχθείσης και διενεργηθείσης ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Πότε αναγιγνώσκονται περικοπές της μαρτυρικής κατάθεσης που έγινε στην προδικασία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα αναβολής. Διαδοχή των πολιτικώς εναγόντων στην αναιρετική δίκη λόγω ενηλικίωσης και θανάτου μερικών απ’ αυτούς που είχαν παραστεί στη δευτεροβάθμια δίκη. Απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης ως αβασίμων.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1243/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κόμη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο-Εισηγητή και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαυρουδή Χ. Βορίδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 152/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Κ. του Π., κάτοικο ....
Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 522/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 149/27.5.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 8.4.2011 αίτηση (δήλωση) του Κ. Λ. του Σ., για αναίρεση της 152/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Δωδεκανήσου στην Κω, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Με τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠΔ ορίζεται ότι "ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ 2. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στην σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεως, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε 20 ημέρες από την άσκηση του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Εξάλλου, με την διάταξη της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σε εκείνον που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά την συζήτηση ...". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1845/2010, ΑΠ 478/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 8.4.2011 αίτηση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11.4.2011, προσβάλλεται η 152/2010 απόφαση του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Δωδεκανήσου στην Κω, με την οποία ο αναιρεσείων Κ. Λ. του Σ., καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, για απλή δυσφήμηση, σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 13.10.2010 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο, στις 23.3.2011. Τη συγκεκριμένη αίτηση αναιρέσεως άσκησε εμπροθέσμως στις 11.4.2011 για λογαριασμό του παραπάνω καταδικασθέντος ο δικηγόρος Αθηνών Μαυρουδής Βορίδης, χωρίς όμως αυτός να έχει την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου κατά τη συζήτηση ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων, που ήταν παρών στη δίκη, είχε ως συνήγορο υπερασπίσεως το δικηγόρο Κω Ιωάννη Κασιώτη. Για την ασκηθείσα, κατά τον ανωτέρω τρόπο, αίτηση αναιρέσεως ο παραπάνω δικηγόρος, δεν επικαλέσθηκε, ούτε προσκόμισε για να προσαρτηθεί στην δήλωση αναιρέσεως, πληρεξούσιο έγγραφο ή έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, με την οποίαν να παρέχεται σε αυτόν εντολή για την άσκηση του κρινόμενου ενδίκου μέσου, ενώ δεν προσκομίσθηκε τέτοιο, έστω μεταγενέστερα και δη εντός 20 ημερών κι επομένως το ένδικο τούτο μέσο ασκήθηκε απαραδέκτως. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η από 8.4.2011 αίτηση (δήλωση) του Κ. Λ. του Σ., για αναίρεση της 152/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Δωδεκανήσου στην Κω. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα, 25 Μαΐου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 465 παρ.1 του Κ.Π.Δ. ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ.2 του ίδιου Κώδικα. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αφορά το διορισμό των συνηγόρων των διαδίκων ο διορισμός μπορεί να γίνει (άρθρ. 96 παρ.2 β Κ.Π.Δ.) κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ.2 εδάφ. β και γ, δηλαδή και με απλή έγγραφη δήλωση πληρεξουσιότητας, η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα δε, πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 465 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης το οποίο παρέχεται σ'εκείνο που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από τα πιο πάνω συνάγεται, ότι είναι απαράδεκτο το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν είχε παραστεί ως συνήγορος στη συζήτηση, κατά την οποία είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και εκείνος ου καταδικάστηκε ήταν παρών κατά την απαγγελία της, αν δεν προσαρτάται στη σχετική έκθεση πληρεξούσιο έγγραφο ή επικυρωμένο αντίγραφό του. περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα πρόσβαση στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 2 παρ.1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε ποινή", καθώς και από το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήριο και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του όπως ο νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης, δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ένδικου μέσου κατά καταδικαστικής απόφασης, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο, ώστε να αναφούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δυσανάλογη προς την παράβαση της διάταξης του νόμου. Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται, ήδη, με το άρθρο 25 παρ.1 εδάφ. τελευταίο του Συντάγματος, κατά το οποίο, οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι, από το νόμο, περιορισμοί πρέπει να είναι: α) αναγκαίοι, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη των επιδιωκόμενων, από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτούς, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στο θιγόμενο στο δικαίωμά του, να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς. Με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 465 παρ.1 Κ.Π.Δ., ο νομοθέτης θέλησε να εξασφαλίσει, ότι πράγματι, κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου ο αντιπρόσωπος είχε την εντολή να το ασκήσει και δεν λειτούργησε αυτογνωμόνως, ασκώντας ένδικο μέσο που ο ίδιος ο καταδικασθείς δεν είχε πρόθεση, ενδεχομένως, να ασκήσει. Ως πρόσφορο δε μέσο απόδειξης, ότι υπήρχε, πράγματι η εντολή κατά το χρόνο αυτό, προβλέπεται η προσάρτηση του πληρεξουσίου στην έκθεση του ένδικου μέσου. Η προϋπόθεση, όμως, αυτή που τίθεται από την πιο πάνω διάταξη, ότι, δηλαδή, η προσάρτηση του πληρεξουσίου στη σχετική έκθεση αποτελεί τον αποκλειστικό τρόπο απόδειξης της εντολής που είχε δοθεί, με συνέπεια την απόρριψη του ένδικου μέσου, αν δεν έχει γίνει η προσάρτηση, υπερακοντίζει το σκοπό του νομοθέτη και, προκαλεί δυσανάλογα επιβαρυντικές συνέπειες στον καταδικασθέντα, ο οποίος έτσι, στερείται του δικαιώματος της επανεξέτασης της απόφασης από ανώτερο δικαστήριο, εφόσον δεν πρόκειται για αναίρεση, στερείται του εσχάτου ένδικου μέσου με το οποίο μπορεί να αμυνθεί κατά της καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης. Και τούτο διότι, η αρχή της αναλογικότητας, όπως προεκτέθηκε, επιτάσσει, όπως το μέσο προς επίτευξη του σκοπού είναι αναγκαίο. Η απόδειξη, όμως της παροχής της εντολής, ήδη, κατά το χρόνο της άσκησης του ένδικου μέσου, εξασφαλίζεται, όχι μόνο με την προσάρτηση του πληρεξουσίου στη σχετική έκθεση, αλλά και με την προσκομιδή του, κατά το χρόνο της συζήτησης του ένδικου μέσου, οπότε θα κριθεί από το Δικαστήριο, αν κατά το χρόνο που ασκήθηκε το ένδικο μέσο είχε πράγματι χορηγηθεί η εντολή προς τούτο στον αντιπρόσωπο. Εξάλλου, σύμφωνα με την ίδια αρχή, η σχέση μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στο θιγόμενο. Όμως ο από το παραπάνω άρθρο τιθέμενος περιορισμός της απόδειξης της πληρεξουσιότητας, ταυτόχρονα με την υποβολή και αίτηση άσκησης ένδικου μέσου, η παράβαση του οποίου οδηγεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ στην απόρριψη του ένδικου μέσου, μολονότι αυτό προσκομίζεται κατά τη συζήτηση και προκύπτει από αυτό, ότι είχε δοθεί εντολή κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, είναι, κατά κοινή αντίληψη, προφανές, ότι επιβάλλει στον καταδικασθέντα μια δυσανάλογη κύρωση, η οποία καταλύει τη δίκαιη ισορροπία, η οποία πρέπει να υπάρχει μεταξύ, αφενός με της θεμιτής μέριμνας για την εξασφάλιση της βούλησης του εντολέα, κατά την άσκηση του ένδικου μέσου από αντιπρόσωπο και αφετέρου, του δικαιώματος πρόσβασης στο ανώτερο δικαστήριο και άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης (ΑΠ 176/2010, ΑΠ 1567/2006).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 11.4.2011 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 152/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου (Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Κω), το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό (εκκαλουμένου η με αριθμό 1053/27.10.2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω), και με την οποία καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Κ. Λ. για απλή δυσφήμηση σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τον Μαυρουδή Χ. Βορίδη, δικηγόρο Αθηνών, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρο του πιο πάνω αναιρεσείοντος, χωρίς να προσαρτηθεί, όμως, στην παραπάνω δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου πληρεξούσιο έγγραφο. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης και είχε διορίσει ως συνήγορό του για να τον υπερασπιστεί τον δικηγόρο Κω Ιωάννη Κασιώτη ώστε να μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, η διάταξη της παρ. 2 εδ. α του άρθρου 465 Κ.Π.Δ. Στην πραγματικότητα, όμως, είχε δοθεί ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον πιο πάνω δικηγόρο Μ. Βορίδη, να ασκήσει, "... ενεργώντας επ' ονόματι και για λογαριασμό ..." του αίτηση αναίρεσης, κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με την από 5.4.2011 "εξουσιοδότηση", το γνήσιο της υπογραφής του αναιρεσείοντος δε, βεβαιώνει, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, ο δικηγόρος Αθηνών Εμμ. Μαργωμένος. Κατά ταύτα, εφ' όσον, όπως αποδεικνύεται, κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, από το παραπάνω προσκομιζόμενο από τον αναιρεσείοντα, έγγραφο κατά το χρόνο άσκησης (11.4.2001) της κρινόμενης αίτησης, υπήρχε ήδη, (από 5.4.2011) ειδική εντολή προς τον πιο πάνω δικηγόρο Μ. Βορίδη για την άσκησή της, το οποίο όμως δεν προσαρτήθηκε στη σχετική έκθεση, η ένδικη αίτηση αναίρεσης. θεωρείται πως έχει ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα (καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων στις 23.3.2011 και άσκηση αναίρεσης στις 11.4.2011, κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 507 παρ.1 Κ.Π.Δ.). Και τούτο διότι, η προβλεπόμενη από το άρθρο 465 παρ.1, σε συνδυασμό με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ. κύρωση, δηλαδή η απόρριψή της ως απαράδεκτη, έρχεται σε αντίθεση προς τις προεκτεθείσες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και του Συντάγματος, διότι παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο, ο δε παραπάνω περιορισμός δεν είναι αναγκαίος για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές και την ιδιαίτερη φύση του δικαιώματος της αίτησης αναίρεσης, κατά τα προπαρατεθέντα. Εδώ, πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: στην παρούσα περίπτωση, δεν υπάρχει υποχρέωση, κλήτευσης του πολιτικώς ενάγοντος, εφ' όσον από τη διάταξη του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., σαφώς προκύπτει, ότι υποχρέωση κλήτευσης υφίσταται μόνο για τον ασκήσαντα το ένδικο μέσο. (ΑΠ 802/2008, ΑΠ 833/2001). Μετά από αυτά, και επειδή η υπόθεση έχει εισαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως Συμβουλίου, με τη διαδικασία του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η γενόμενη συζήτησή της και να διαταχθεί η εισαγωγή αυτής, κατά την συνήθη διαδικασία, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, σε δημόσια συνεδρίαση μετά την τήρηση της νόμιμης προδικασίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 Κ.Π.Δ. (βλ. και ΑΠ 1567/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη γενόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως Συμβουλίου, συζήτηση της από 11.4.2011 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Κ. Λ. για αναίρεση της με αριθμό 152/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου (τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Κω). Και
Διατάσσει την εισαγωγή της αίτησης αναίρεσης για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με την συνήθη διαδικασία.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, όταν, δεν προσαρτάται σ’ αυτήν, κατά την άσκησή της, η έγγραφη πληρεξουσιότητα του ασκήσαντος αυτήν δικηγόρου, αν αυτή είχε χορηγηθεί προγενέστερα και προσκομίζεται κατά τη συζήτηση. Στη διαδικασία του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ δεν είναι υποχρεωτική η κλήτευση του πολιτικώς ενάγοντος. Αν το ένδικο μέσο κληθεί παραδεκτό, παρά την αντίθετη Εισαγγελική πρόταση, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή του και διατάσσεται η συζήτηση της αναίρεσης με τη συνήθη διαδικασία.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1242/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, για αναίρεση της υπ' αριθ. 69445/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Α. του Σ., κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Εριέττα Καραγιάννη-Χαμηλοθώρη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 67/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου δεν είναι ελλιπής η αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης όταν στο διατακτικό της απόφασης στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό εκτίθενται τόσο λεπτομερειακά τα θεμελιούντα την κρίση του δικαστηρίου περιστατικά ώστε η στο σκεπτικό αναφορά τους συνιστά περιττή επανάληψη και δεν προσφέρεται στο αποδεικτικό υλικό για να διαλαμβάνονται ιδιαίτεροι συλλογισμοί για την κρίση του αυτή, ενώ αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος χωρίς να εκτίθεται προέκυψε από το καθένα από αυτά ούτε να αξιολογείται το καθένα σε σχέση με τα λοιπά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 69.445/2010 αποφάσεως του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από την εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό και συγκεκριμένα με την αναφορά στο σκεπτικό ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό το οποίο έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Στις ... στις 23-12-2004 1) με πρόθεση προξένησε σε άλλο σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, δηλαδή επιτέθηκε κατά του εγκαλούντος Κ. Α. και με γροθιές τον τραυμάτισε σε διάφορα μέρη του σώματος του, προξενώντας του τραύμα 2 cm άνωθεν της κεφαλής, αριστεράς οφρύος, θλαστική εξοίδηση μετά εκχυμώσεων άνω και κάτω βλεφάρου, δεξιού οφθαλμού, εκχύμωση κάτω βλεφάρου δεξιού οφθαλμού, εκγόμφωση 22 οδόντος, κάκωση άνω και κάτω γνάθου. 2) κατέστρεψε ξένο στο σύνολο του πράγμα, ήτοι έσπασε τα γυαλιά του ανωτέρω Κ. Α.". Ακολούθως, για τις πράξεις αυτές, της απλής σωματικής βλάβης και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, το Δικαστήριο. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, κατά την άποψη που κράτησε στο Δικαστήριο, στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της απλής σωματικής βλάβης και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, για τα οποία κηρύχθηκε κατά τα άνω ένοχος ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 και 381 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές, παραβίασε. Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά α)την σωματική βλάβη, εκτίθενται με λεπτομέρεια οι κακώσεις που προκάλεσε ο κατηγορούμενος σε διάφορα σημεία του σώματός του παθόντος και οι οποίες (κακώσεις) πληρούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ως άνω αξιόποινης πράξης και β)επίσης όσον αφορά την φθορά ξένης ιδιοκτησίας αναφέρεται ότι το υλικό αντικείμενο (γυαλιά) το οποίο καταστράφηκε, ανήκε στον παθόντα, δηλαδή ήταν ξένο προς τον κατηγορούμενο. Τέλος πληρούται η υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων με την αναφορά ότι τελέσθηκαν αυτά από πρόθεση ενώ δεν ... . Με βάση όσα έχουν εκτεθεί, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και αυτό ανεξάρτητα του ότι δεν αναφέρει ο αναιρεσείων ποια περιστατικά πέραν των διαλαμβανομένων στο διατακτικό έπρεπε να αναφέρονται για την πληρότητα της αιτιολογίας στο σκεπτικό, ούτε υποστηρίζει ότι το αποδεικτικό υλικό παρέχει την δυνατότητα δημιουργίας συλλογισμών για την καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου. Κατά την άποψη του εισηγητή Αρεοπαγίτη Ανδρέα Τσόλια, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός διότι έλλειψη της από τα αρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, συντρέχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Κα να μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτιολογία "προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και κατά χρόνο πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας" δεν είναι η επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και των Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αφού δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις διατάξεις που εφάρμοσε, και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορεί να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό. Επομένως, σύμφωνα με την άποψη του μειοψηφούντος Δικαστή, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο. 519 ΚΠΔ).
Επειδή, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Στους αυτοτελείς ισχυρισμούς περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενοι στη συνδρομή ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του Ποινικού Κώδικα, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 του Ποινικού Κώδικα θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ. α'), "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη" (περ. γ') και "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ. ε'). Όμως, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, που τους θεμελιώνουν.
Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ανέπτυξε προφορικά και υπέβαλε γραπτά του εξής αυτοτελείς ισχυρισμούς:
"1. Μεταβολή της κατηγορίας από απλή σωματική βλάβη σε ελαφρά σωματική βλάβη : Είναι επιτρεπτή η βελτίωση της κατηγορίας, εφόσον ήμαστε μέσα στα όρια του αντικειμένου της δίκης, εφόσον δηλαδή πρόκειται για τη συγκεκριμένη πράξη. Μάλιστα ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξης από τον εισαγγελέα μπορεί επιτρεπτώς να μεταβάλλεται, εφόσον βέβαια δε λαμβάνει χώρα και μεταβολή της υπόστασης της πράξης κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις.
Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος κατηγορείται για απλή σωματική βλάβη (308 παρ.1 εδ. α ΠΚ ), ενώ σύμφωνα με το πόρισμα της με αριθμό πρωτοκόλλου 8118/27-12-2004 ιατροδικαστικής έκθεσης, που χαρακτηρίζει τη γενόμενη σωματική βλάβη "ελαφρά", θα έπρεπε η κατηγορία να προσδιορισθεί με ακρίβεια και να γίνει για εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη ( 308 παρ.1 εδ. β ΠΚ). Πρόκειται για επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, η οποία μάλιστα επιβάλλεται προκειμένου η κατηγορία να ανταποκρίνεται στην αληθινή μορφή των πραγμάτων.
Σε συνάρτηση με τα παραπάνω δέον να τονιστεί, ότι εφόσον η τελεσθείσα άδικη πράξη τιμωρείται ως ελαφρά σωματική βλάβη κατ' άρθρον 308 παρ.1 εδ. β του ΠΚ, που προβλέπει διαζευκτικά ποινή φυλάκισης το πολύ ,6 μήνες ή ποινή χρηματική, οδηγούμαστε στην παραγραφή της άδικης πράξης κατά τον νόμο 3346/2005, ο οποίος ορίζει την παραγραφή πλημμεληματικών πράξεων, που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης ως ένα χρόνο και τελέστηκαν πριν από την δημοσίευση του νόμου αυτού ( η πράξη έγινε στις 23-12-2004, δηλαδή πριν από την ισχύ του πιο πάνω νόμου ).
2. Μεταβολή της κατηγορίας από φθορά ξένης ιδιοκτησίας σε φθορά ξένης ιδιοκτησίας αντικειμένου ευτελούς αξίας. Όσον αφορά τη φθορά της ξένης ιδιοκτησίας κατ' άρθρο 381 παρ.1 ΠΚ, όπως ορίζεται στο κατηγορητήριο, αυτή πρέπει να μεταβληθεί σε φθορά αντικειμένου ευτελούς αξίας κατά άρθρο 381 παρ. 2, εφόσον το αντικείμενο της φθοράς είναι γυαλιά και η αξία τους σε κάθε περίπτωση θεωρείται ευτελής. Το άρθρο 381 παρ.2 ορίζει είτε χρηματική ποινή, είτε ποινή φυλάκισης μέχρι 6 μηνών, με άμεση συνέπεια την εφαρμογή και σ' αυτήν την περίπτωση του νόμου 3346/2005, ο οποίος σύμφωνα με τα πιο πάνω προβλέπει την παραγραφή και αυτής της πράξης.
3. Δικαιολογημένη αγανάκτηση (προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή): Στην πράξη του αυτή παρασύρθηκε από "δικαιολογημένη αγανάκτηση" εξαιτίας προγενέστερης πράξης του παθόντος (308 παρ.3). Μεταξύ δηλαδή της σωματικής βλάβης, που υπέστη ο παθών και της αγανάκτησης υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος. Η απρεπής συμπεριφορά του παθόντος, έγκειται στο ότι έβριζε και έσπρωξε μητέρα του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο δάπεδο.
Κατόπιν τούτων, εύλογα το αίσθημα της αγανάκτησης διατρανώθηκε μέσα του και λειτούργησε προστατευτικά για την μητέρα του. Η σκληρότητα της συμπεριφοράς του παθόντος έγκειται στο ότι καταφέρθηκε εναντίον μίας ηλικιωμένης, αδύναμης γυναίκας, η οποία σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να τον αντιμετωπίσει και να υπερασπιστεί τον εαυτό της.
Έτσι, η θέα της ευάλωτης μητέρας του στο δάπεδο του μαγαζιού, την οποία είχαν προηγουμένως υβρίσει και προσβάλει του προξένησε μια ανεξέλεγκτη ψυχική καταπόνηση, που ήταν ιδιαίτερα μεγάλης έντασης λόγω του δεσίματος, που είχε με τη μητέρα του, είχε ως συνέπεια να στραφεί κατά του κ. Α..
4. Συνδρομή των προβλεπομένων εκ τον Ποινικού Κωδικός ελαφρυντικών περιστάσεων. Επικουρικά εάν κηρυχθεί ένοχος πρέπει να του αναγνωριστούν ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παράγραφος 2 περιπτώσεις α', γ', και ε' του ΠΚ. Συγκεκριμένα :α) Ωθήθηκε στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος σε βάρος της μητέρας του ως αναφέρεται και πιο πάνω( αρ.84 παρ.2 εδ.γ ) β) Μέχρι το περιστατικό έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και αυτό αποδεικνύεται και από το "λευκό" ποινικό μητρώο του (84 παρ.2 εδ .α' ΠΚ και ε) Από την πράξη του μέχρι σήμερα ζει έντιμα με την οικογένεια του και συμπεριφέρεται όπως πάντα καλά έως και σήμερα και αυτό αποδεικνύεται και από το ότι δεν έχει διαπράξει καμία αξιόποινη πράξη ( 84 παρ.2 εδ. ε ' ΠΚ)." Από τους παραπάνω ισχυρισμούς ο πρώτος και ο δεύτερος, οι οποίοι αφορούν στη μεταβολή της κατηγορίας από απλή σωματική βλάβη σε ελαφρά σωματική βλάβη και από φθορά ξένης ιδιοκτησίας σε φθορά ξένης ιδιοκτησίας αντικειμένου ευτελούς αξίας αντιστοίχως, δεν είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί με την παραπάνω έννοια, αλλ' αποτελούν άρνηση της κατηγορίας και δεν χρειάζονται ιδιαίτερη απάντηση, ενώ στον τρίτο ισχυρισμό το Δικαστήριο απάντησε, απορρίπτοντας αυτόν ως ουσιαστικά αβάσιμο. Τέλος, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστατικών είναι, όπως παραπάνω εκτίθενται αόριστοι και το Δικαστήριο δεν είχε επομένως υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτούς. Εντούτοις, και ως εκ περισσού, με την απόφαση του, στη συνέχεια της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγορουμένου απέρριψε τους ως άνω πρώτο και δεύτερο από τους παραπάνω ισχυρισμούς και εκείνους που αφορούν στην αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, με την εξής αιτιολογία, απαντώντας ταυτόχρονα και στον τρίτο ισχυρισμό: "... απορριπτόμενων των υπ' αριθ. 1 και 2 αυτοτελών ισχυρισμών καθόσον εκτιμώνται ως αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί, ενώ ο υπ' αριθ. 3 ως ουσιαστικά αβάσιμος και τέλος ο ισχυρισμός περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος καθόσον μόνη η εκτίμηση του ποινικού μητρώου δεν αρκεί για τη θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ., ενώ για τις λοιπές περιστάσεις πλην της αοριστίας τους και ως αβάσιμοι", Η απόφαση αυτή έχει την από τα άρθρα 93 παρ. του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτή, σε συνδυασμό και με το διατακτικό της αποφάσεως, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, χωρίς να αποδεικνύεται προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος εις βάρος του κατηγορουμένου και επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, αναφορικά με την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού είναι αβάσιμοι. Τέλος αβάσιμος, σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι και ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με τη σιωπηρή απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του.
Επειδή, μετά απ' αυτά και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 97/27.12.2010 αίτηση του Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 69.445/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντα Α. Κ., την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά πλειοψηφία. Κατά την άποψη τον εισηγητή πρέπει η απόφαση να αναιρεθεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1240/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή και της Γραμματέως Αικατερίνη Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2928/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ι. Κ. του Μ., δικηγόρο, κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο και με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Κ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Κωνσταντόπουλο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 10/28-2-2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελπινίκης Τσιφτσή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 289/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2928/2010 αθωωτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νόμιμα, με εμπρόθεσμη αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα στον αρμόδιο γραμματέα του Αρείου Πάγου και τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης (αρθρ.504 παρ.1, 505 παρ.2, 509 παρ.1, 473 παρ.3, 474 παρ.1, 479 παρ.2 του ΚΠΔ). Επομένως η αναίρεση είναι παραδεκτή, και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
ΙΙ. Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή (ΑΠ 441/2008). Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ποινικής δικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ακόμη και αν μνημόνευσε στην αρχή του σκεπτικού της εντελώς τυπικά τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, χωρήσει ακολούθως στην αξιολογική εκτίμηση ορισμένων και μόνον ειδικώς και επιλεκτικώς κατονομαζομένων αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίζει αποκλειστικά την κρίση του, παραλείποντας έτσι κατά τα λοιπά την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών μέσων και πολύ περισσότερο όταν το δικαστήριο αγνόησε εντελώς κάποιο αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 1897/03). Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510§1 Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει όχι μόνον όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο, αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, περιλαμβάνει στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Εν προκειμένω το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε αθώο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο Ι. Κ. των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα που εφέρετο ότι τέλεσε εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Κ. Κ., την κρίση του δε αυτή το δικαστήριο στήριξε στην ακόλουθη αιτιολογία, ήτοι: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπίσης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, κατά την άποψη της πλειοψηφίας απαρτιζόμενης από τέσσερις δικαστές, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με μια πράξη τέλεσε πολλά εγκλήματα και συγκεκριμένα: - Στην Αθήνα την 11 Φεβρουαρίου 2004 1) εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει καταδίωξη του γι' αυτην και συγκεκριμένα την ανωτέρω ημερομηνία εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 14.1.2004 έγκληση του σε βάρος του Κ. Κ. του X., καταμηνύοντας αυτόν, εν γνώσει ψευδώς ,ότι τέλεσε σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής εκβίασης και ειδικότερα καταχώρησε στο κείμενο της εγκλήσεως του τα εξής ψευδή πραγματικά περιστατικά "Η παραπάνω ανακλητική απόφαση 1876/1994 εκδόθηκε στις 17.8.1994. Ο πρώτος μηνυόμενος (Κ. Κ.) χολωθείς για την ανάκληση της προηγούμενης υπ' αριθμ. 656/1994 απόφασης που έδινε στην ανωτέρω εταιρεία του δικαίωμα έγγραφης προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 35.000.000 δρχ. σε ακίνητο της ανωτέρω εταιρείας μου κατέφυγε και πάλι σε εκβιαστικές πράξεις εναντίον μου. Συγκεκριμένα και ειδικότερα: α) Την 5.8.1994 υπέβαλε δια πληρεξουσίου μήνυση κατ' εμού ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κών Αθηνών ισχυρισθείς ψευδώς μεταξύ άλλων, όπως είπα και πιο πάνω, ότι δήθεν εγώ εξαπάτησα το δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, για την έκδοση της παραπάνω υπ' αριθμ. 1876/1994 ανακλητικής απόφασης και ότι δήθεν υπεξαίρεσα μετοχές της ανωτέρω εταιρείας. Έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι ο πρώτος μηνυόμενος εκμεταλλευόμενος τον φόβο μου και τον τρόμο που μου είχαν προκαλέσει οι προηγούμενες-ανωτέρω εκβιαστικές ενέργειες του, λαβών γνώση της ανωτέρω μήνυσης του στις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου 1994 του διεμήνυσα ότι θα προσφύγω στη Δικαιοσύνη και θα αποκαλύψω όλες τις μέχρι τότε εκβιαστικές ενέργειες σε βάρος μου. Ολίγες ημέρες, αργότερα και συγκεκριμένα την νύχτα της 14ης προς 15η Σεπτεμβρίου 1994 άγνωστοι έρριψαν καυστικό υγρό στο εσωτερικό και εξωτερικό του αυτοκίνητου μου, που ήταν σταθμευμένο στην οικία μου στη ... και κατέστρεψαν το χρώμα του και όλη την εσωτερική του επένδυση. Μετά από λίγες ώρες την ίδια ημέρα της 15.9.1994 ο πρώτος μηνυόμενος μου τηλεφώνησε στην οικία μου και μου είπε ότι αν τολμήσω να κινηθώ δικαστικά «την επόμενη φορά θα είναι στα μούτρα σου». Έντρομος ανέστειλα κάθε κίνηση. Σημειωτέον ότι είμαι πατέρας δύο αγοριών, ηλικίας τότε 12 και 14 ετών. β) Εκμεταλλευόμενος ο πρώτος των μηνυομένων τον μεγάλο φόβο και τρόμο που μου είχε προκαλέσει με τις παραπάνω απειλητικές και εκβιαστικές ενέργειες του έκτοτε, ήτοι από τις 15.9.1994 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 1996 ο ίδιος προσωπικά ρητά και άμεσα προφορικά με τηλεφωνήματα του, όσο και έμμεσα μέσω τηλεφωνημάτων άλλων τρίτων προδήλως ανωνύμως απειλούσε την σωματική ακεραιότητα τη δική μου και των ανήλικων τέκνων μου και με εκβίαζε να καταβάλω 30.000.000 δρχ. και να μην αποκαλύψω τίποτα στις δικαστικές αρχές. Τρομοκρατούμενος απέφευγα να αποκαλύψω τις εκβιαστικές ενέργειες στις διωκτικές αρχές, δεν του κατέβαλα όμως το ποσό των 30.000 .000 δρχ., γιατί δεν είχα ευχέρεια ρευστών χρημάτων. Για να με τρομοκρατήσει ο πρώτος μηνυόμενος ακόμη περισσότερο, την 23η Μαΐου 1995 κατέστρεψε τελείως με εμπρησμό το αυτοκίνητό μου έξω από την οικία μου στη ... και με τηλεφώνημα του, που επακολούθησε, μου είπε ότι θα πάθω χειρότερα, εάν δεν του δώσω σύντομα το ανωτέρω ποσό των 30.000.000 δρχ. και αν τολμήσω να τον αναφέρω στις ανακριτικές αρχές, όπου διεξαγόταν η ανάκριση σε βάρος μου κατόπιν της υποβληθείσας ανωτέρω από 5.8.1994 ψευδέστατης μήνυσης του κατ' εμού. Τρομοκρατημένος δεν ανέφερα τίποτε στις ανακριτικές αρχές και έκανα τυπική υπεράσπιση μου με αποτέλεσμα να παραπεμφθώ και να καταδικασθώ από Τριμελές Εφετείο Αθηνών σε φυλάκιση τεσσάρων ετών για δήθεν υπεξαίρεση μετοχών αυτού, του πρώτου μηνυομένου, μολονότι οι μετοχές ήταν και είναι της αποκλειστικής κυριότητας ,νομής και κατοχής μου, αφού μου τις είχε πωλήσει κατά τον προαναφερθέντα τρόπο. Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης άσκησα και εκκρεμεί έφεση μου. Έτσι πήρα πλέον την απόφαση να υπερασπιστώ τον μέχρι σήμερα έντρομο και καταναγκασμένο εαυτό μου από τις συνεχείς και τρομερά εκβιαστικές ανωτέρω αδίστακτες εγκληματικές ενέργειες του πρώτου μηνυομένου συνεπικουρούμενου υπό του συναυτουργού του αδερφού του β κατηγορουμένου, που συνιστούν βαρύτατα κακουργήματα σε βάρος μου, εν γνώσει, του ψεύδους αυτών και έτσι προκάλεσε την καταδίωξη του Κ. Κ. του Χ. για την προαναφερθείσα, αξιόποινη πράξη, κατηγορία για την οποία ο ανωτέρω απηλλάγη αμετακλήτως με διάταξη του υπ' αρ. 979/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ενώ η αλήθεια είναι ότι ο εγκαλών ουδέποτε του διεμήνυσε ότι θα προσφύγει στη δικαιοσύνη και δήθεν συνεπεία αυτού έβαλε να του καταστρέψουν το αυτοκίνητο και εν συνεχεία να το κάψουν, ούτε βέβαια, με συνεργό μάλιστα τον αδελφό του τηλεφωνούσε απειλώντας αυτόν και τα παιδιά του προκειμένου να μην κινηθεί δικαστικά εναντίον του (εγκαλούντος) η εκβιάζοντας τον να του καταβάλει το ποσό των 30.000.000 δρχ καθώς και του ότι: 2) Με πρόθεση, ενώ εξεταζόταν, ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας, να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα, την ανωτέρω, ημερομηνία κατά την εγχείριση της από 14.2. 2004 εγκλήσεως του ενώπιον τού Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, εξεταζόμενος ενόρκως ως προς το περιεχόμενο, της ανωτέρω- εγκλήσεως του κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα, για το κεφάλαιο της, εγκλήσεως που αναφέρεται στην αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής εκβίασης, όπως αναλυτικά, αναφέρεται ανωτέρω, αν και γνώριζε ότι η αλήθεια είναι ότι ουδέποτε ο εγκαλών του διαμήνυσε, ότι θα προσφύγει στη δικαιοσύνη δήθεν προσφύγει στη δικαιοσύνη και δήθεν συνεπεία αυτού έβαλε να του καταστρέψουν το αυτοκίνητο και εν συνεχεία να το κάψουν, ότι δεν του τηλεφωνούσε απειλώντας αυτόν και τα παιδιά του προκειμένου να μην κινηθεί δικαστικά εναντίον του, ούτε τον εκβίαζε να του καταβάλλει ποσό 30.000.000 δρχ. Αντιθέτως, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα στην από 14-1-2004 έγκληση του κατηγορουμένου πραγματικά περιστατικά ήταν αληθινά. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος και ο μηνυτής ήταν φίλοι από παιδιά και στη συνέχεια είχαν οικονομικές συναλλαγές και διαφορές που απέρρεαν από αυτές. Έτσι, ο μηνυτής ενώ δεν είχε δικαίωμα ,καθόσον είχε από 9-4-1992 μεταβιβάσει τις μετοχές που είχε στην εταιρία ROPALL INVESTMENTS CORPORATION στον κατηγορούμενο, πέτυχε να γίνει δεκτή η αίτηση για εγγραφή προσημείωσης μέχρι του ποσού των 35000000 δρχ, της εδρεύουσας στο Λονδίνο εταιρίας UNICREDIT LIMITED, σε ακίνητο της πρώτης εταιρίας καθής στην εν λόγω αίτηση, που βρίσκεται στη θέση ... της τοποθεσίας ... της περιφέρειας Πόρου, έκτασης 16010τμ, επειδή ο φερόμενος ως δικηγόρος της καθής Α. Πούλος, στον οποίο είχε δώσει πληρεξουσιότητα, ενώ δεν είχε πια κανένα δικαίωμα στην καθής εταιρία, συνήνεσε για το ύψος της δήθεν οφειλής της καθής έναντι της αιτούσας από δάνειο και για την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης. Επί της άνω αίτησης εκδόθηκε η 666/11-3-94 Β απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η οποία δέχθηκε την αίτηση και στη συνέχεια βάσει αυτής γράφτηκε προσημείωση υποθήκης στο άνω ακίνητο. Όταν το αντελήφθη ο κατηγορούμενος, επειδή η απόφαση αυτή ήταν προϊόν παραπλάνησης του δικαστηρίου ,αφού ο μηνυτής δεν είχε το δικαίωμα να συναινέσει την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του προαναφερθέντος ακινήτου, ιδιοκτησίας της εταιρίας ROPALL INVESTMENTS CORPORATION, καθόσον είχε ήδη μεταβιβάσει τις μετοχές που κατείχε, πέτυχε την ανάκληση της απόφασης αυτής με την έκδοση της 1876/94 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου. Έκτοτε ο μηνυτής άρχισε να απειλεί και να εκβιάζει τον κατηγορούμενο, προκειμένου να του καταβάλει ο τελευταίος το ποσό των 30000000 δρχ. Για το λόγο αυτό κατέθεσε σε βάρος του κατηγορουμένου την από 5-8-94 μήνυση κατηγορώντας τον ότι του υπεξήρεσε τις μετοχές της εταιρίας ROPALL INVESTMENTS CORPORATION, πράξη για την οποία αρχικά καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος με την 2619/01 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε ποινή φυλάκισης 4 ετών, ήδη δε απηλλάγη δυνάμει της 2014/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επίσης, τη νύχτα της 14ης προς 15η Σεπτεμβρίου 1994 άγνωστοι έριξαν καυστικό υγρό στο εσωτερικό και εξωτερικό του αυτ/του του κατηγορουμένου και στη συνέχεια ακολούθησε τηλεφώνημα τού μηνυτή ο οποίος απείλησε τον κατηγορούμενο ότι αν τολμήσει να κινηθεί δικαστικά την επόμενη φορά θα ήταν στα μούτρα του, ενώ στις 23-5-1995 καταστράφηκε το αυτ/το του από εμπρησμό και στη συνέχεια ακολούθησε τηλεφώνημα του μηνυτή στο οποίο του ανέφερε ότι αν δεν του έδιδε σύντομα το ποσό των 30.000.000 δρχ και τολμήσει να τον αναφέρει στις αρχές θα πάθαινε χειρότερα. Όλο δε το χρονικό διάστημα από 15-9-94 έως τον Φεβρουάριο του έτους 1996 τηλεφωνικά είτε ο ίδιος ο μηνυτής είτε τρίτα πρόσωπα απειλούσαν τον κατηγορούμενο για τη σωματική ακεραιότητα τη δική του και των παιδιών του. Ο κατηγορούμενος όλο αυτό το χρονικό διάστημα που ο μηνυτής τον απειλούσε, αφενός μεν λόγω της φιλίας που τους έδενε αφετέρου δε γιατί φοβόταν για την σωματική ακεραιότητα και τη ζωή την δική του και των τέκνων του, ηλικίας τότε περίπου 12 και 14 ετών, δεν προέβη σε κάποια καταγγελία στις αρχές σε βάρος του μηνυτή. Μετά όμως την ανωτέρω καταδίκη του από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών και προς υπεράσπιση του εαυτού του προέβη στην άνω μήνυση σε βάρος του μηνυτή και επιβεβαίωσε τα ανωτέρω αληθινά περιστατικά, όταν εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κων Αθηνών. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται ιδίως από το 979/08 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τις 2619/01 και 2014/04 αποφάσεις του Τριμελούς και Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Ζ., συντρόφου του κατηγορουμένου και ήδη αποβιώσασας (από 4-5-2004), Ε. Σ. (από 4-5-2004), Μ. Δ. (από 3-5-2004), Α. Σ. (από 3-5-2004) και Μ. Π. (από 9-6-2004), το από 15-9-1994 αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων του ΑΤ Ψυχικού, το από 23-5-1995 έγγραφο του Αρχηγείου Πυροσβεστικού Σώματος σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και την απολογία του κατηγορουμένου και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως την κατάθεση του μηνυτή και του μάρτυρα κατηγορίας, ενώ το 979/2008 αμετάκλητο βούλευμα από το οποίο δεν παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο για την αναλήθεια ως προς τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας (ΑΠ 210/2010 ΑΔΗΜ ΝΟΜΟΣ), δεν δεσμεύει το δικαστήριο και εκτιμάται ελευθέρως. Κατόπιν τούτων επειδή κατά την κρίση της πλειοψηφίας του δικαστηρίου τούτου τα αναφερόμενα στην 11-2-2004 μήνυση του κατηγορουμένου καθώς και όσα αυτός κατέθεσε ενόρκως κατά την εγχείριση της άνω μήνυσης ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κων Αθηνών πραγματικά περιστατικά είναι αληθινά, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική, τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους. Όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο στήριξε την απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση του "ιδίως" και στο υπ' αριθμ. 979/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με το βούλευμα αυτό, που εκδόθηκε κατόπιν της από 14-1-2004 εγκλήσεως του κατηγορουμένου κατά του ήδη εγκαλούντος (πολιτικώς ενάγοντος) Κ. Κ. και του αδελφού του Ν. για το κακούργημα της εκβίασης, οι ανωτέρω απηλλάγησαν με την αιτιολογία ότι "ως προς τον εμπρησμό του αυτοκινήτου του μηνυτή στις 23/3/1995, ως επιμέρους πράξη της εκβίασης, είναι γεγονός για το οποίο ούτε ο μηνυτής ούτε οι μάρτυρες έχουν προσωπική αντίληψη των περιστάσεων κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα και κανείς δεν παραθέτει ικανά στοιχεία για να θεμελιωθεί η τέλεση του, σε βάρος των πιο πάνω κατηγορουμένων, ενώ δεν προέκυψε η διάπραξη του ιδίου αδικήματος, ούτε με τηλεφωνικές απειλές για τη ζωή του μηνυτή και των παιδιών του από τις 15 Σεπτεμβρίου 1994 μέχρι το Φεβρουάριο του 1996, συμπέρασμα που ενισχύεται και από την "αναποτελεσματικότητα" του φερομένου εκβιασμού, ο οποίος, αν είχε λάβει χώρα, πιθανότατα θα είχε οδηγήσει σε καταβολή χρηματικών ποσών από τον μηνυτή στον κατηγορούμενο Κ. Κ. και όχι, σε καθυστέρηση καταγγελίας του στις Αρχές για δέκα περίπου έτη από την επικαλούμενη τέλεση του". Παρά ταύτα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 2928/2010 απόφαση αντιφατικά και αόριστα έκανε δεκτό ακριβώς το αντίθετο σε σχέση με την διάπραξη του παραπάνω εγκλήματος της εκβιάσεως, με την παραδοχή ότι: "Όλο δε το χρονικό διάστημα από 15-9-94 έως τον Φεβρουάριο του έτους 1996 τηλεφωνικά είτε ο ίδιος ο μηνυτής είτε τρίτα πρόσωπα απειλούσαν τον κατηγορούμενο νια τη σωματική ακεραιότητα τη δική του και των παιδιών του. Ο κατηγορούμενος όλο αυτό το χρονικό διάστημα που ο μηνυτής τον απειλούσε αφενός μεν, λόγω της φιλίας που τους έδενε αφετέρου δε, γιατί φοβόταν για την σωματική ακεραιότητα και τη ζωή την δική του και των τέκνων του ηλικίας τότε περίπου 12 και 14 ετών δεν προέβη σε κάποια καταγγελία στις Αρχές σε βάρος του μηνυτή". Και ναι μεν η αμετάκλητη αυτή κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν δέσμευε το δικαστήριο που δίκασε την ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία, υπό την έννοια του κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ δεδικασμένου, οι όροι του οποίου, μεταξύ των οποίων η έλλειψη ταυτότητας της πράξεως και του υποκειμένου, δεν συντρέχουν, αλλά ούτε και υπό την έννοια ότι από την αμετάκλητη απαλλακτική κρίση παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο περί της αναληθείας των γεγονότων τα οποία συνιστούν περιεχόμενο της πράξεως της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας, έτσι ώστε να είναι ανεπίτρεπτη, διότι άγει σε αντιφατική κρίση, η επάνοδος και εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των ίδιων γεγονότων, αφού η διάταξη του άρθρου 966 παρ.2 του ΠΚ δεν εφαρμόζεται και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα (ΑΠ 210/2010), όφειλε όμως το Εφετείο, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του, να αιτιολογήσει ειδικότερα πως κατέληξε στην περί του αντιθέτου αυτή κρίση του, στηριζόμενο, και μάλιστα "ιδίως" και στο απαλλακτικό εκείνο βούλευμα. Περαιτέρω το Εφετείο, αναφέροντας στην αιτιολογία της παραδοχής του ότι: "δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται", "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία", εν συνεχεία δε (σελ.25) ότι: "Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά" αποδεικνύονται ιδίως από το 979/08 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τις 2619/2001 και 2014/2004 αποφάσεις του Τριμελούς και Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Ζ., συντρόφου του κατηγορουμένου και ήδη αποβιώσασας (από 4-5-2004), Ε. Σ. (από 4-5-2004), Μ. Δ. (από 3-5-2004). Α. Σ. (από 3-5-2004) και Μ. Π. (από 9-6-2004),το από 15-9-1994 αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων του ΑΤ Ψυχικού, το από 23-5-1995 έγγραφο του Αρχηγείου Πυροσβεστικού Σώματος σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και την απολογία του κατηγορουμένου και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως την κατάθεση του μηνυτή και του μάρτυρα κατηγορίας", προβαίνει σε επιλεκτική αξιολόγηση αποδεικτικών μεσών, παράλληλα όμως δεν κάνει καμία συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση και του περιεχομένου όλων των λοιπών αποδεικτικών μέσων που δέχθηκε ότι έλαβε υπόψη (ΑΠ 699/2000). Ειδικότερα δεν εξηγεί γιατί δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, όπως τα έγγραφα της πολιτικής αγωγής που αναγνώστηκαν, ως και το απαλλακτικό εφετειακό βούλευμα 979/08. Δεν εξηγεί το Δικαστήριο, γιατί οι καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων υπεράσπισης-φίλων του κατηγορουμένου (που είχαν καταθέσει ως μάρτυρες κατηγορίας στην υπόθεση στην οποία απηλλάγη ο εγκαλών Κ. Κ. με το ως άνω βούλευμα αμετακλήτως και είχαν ήδη αξιολογηθεί) είναι περισσότερο αξιόπιστες και στηρίζουν τη δικανική του κρίση, από την ανωμοτί κατάθεση του εγκαλούντος και του μάρτυρα κατηγορίας (ΑΠ 1465/2006). Άλλωστε απλώς η διατύπωση ότι τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το Δικαστήριο δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μηνυτή, χωρίς καμία αναφορά και αξιολόγηση του περιεχομένου της κατάθεσης του, ώστε να συνάγεται τέτοιο συμπέρασμα, δεν αποδεικνύει και μάλιστα κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπ' όψη και εκτιμήθηκε η ανωμοτί κατάθεση του ως πολιτικώς ενάγοντος, όταν μάλιστα στη σελ. 20 των πρακτικών αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ' όψη οι μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως και δεν αναφέρεται ότι ελήφθη υπ' όψιν η ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος. Επίσης το δικαστήριο (στη σελ. 24) δεχόμενο 4ος αληθείς τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ως προς το κίνητρο του εγκαλούντος για τις εκβιάσεις αναφέρει "... (Ο κατηγορούμενος) πέτυχε την ανάκληση της απόφασης αυτής με την έκδοση της 1876/94 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου (στη σελ. 20 αναφέρεται ότι εκδόθηκε στις 17.8.1994). Έκτοτε ο μηνυτής άρχισε να απειλεί και να εκβιάζει τον κατηγορούμενο προκειμένου να του καταβάλλει ο τελευταίος το ποσό των 30.000.000 δρχ. Για το λόγο αυτό κατέθεσε σε βάρος του κατηγορουμένου την από 5-8-1994 μήνυση κατηγορώντας ...". Δέχεται δηλαδή το δικαστήριο ότι, επειδή ο κατηγορούμενος πέτυχε στις 17-8-1994 την ανακλητική απόφαση, ο εγκαλών έκτοτε άρχισε να τον εκβιάζει για 30.000.000 δρχ., καταθέτοντας μάλιστα για το λόγο αυτό την από 5-8-1994 μήνυση του, η οποία, ως εκ της ημερομηνίας της προηγήθηκε χρονικά της ανακλητικής, που εξεδόθη στις 17.8.1994. Έτσι, αφ' ενός μεν το Δικαστήριο δεν εξηγεί με σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά για ποιο λόγο άρχισε να εκβιάζει ο εγκαλών τον κατηγορούμενο, και αφετέρου δεν εξηγεί γιατί η κατάθεση της μήνυσης αποτελεί εκβιαστική ενέργεια. Επί πλέον δέχεται και δεν εξηγεί από πού προέκυψε ότι ο εγκαλών άρχισε από τότε να τον εκβιάζει για το ποσό των 30.000.000 δρχ., όταν στη σελ. 21, που αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία καταχώρησε στην έγκληση του ο κατηγορούμενος και κατά το Δικαστήριο απεδείχθησαν αληθή, αναφέρεται ότι το ποσό των 30.000.000 δρχ. άρχισε ο ανωτέρω να το ζητάει από τις 15/9/1994 και όχι μετά την έκδοση της απόφασης 1876/94. Επομένως προκύπτει ασάφεια και αντίφαση ως προς το λόγο και χρόνο της καταγγελθείσας εκβίασης.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχήν των αντίστοιχων, από το άρθρο 10 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ.519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2928/26-11-2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία, ιδίως άμεσος δόλος (γνώση). Ποινική δικονομία. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αθωωτικής αποφάσεως. Περιστατικά. Αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για κακουργηματική εκβίαση. Μη δέσμευση του δικαστηρίου ούτε υπό την έννοια του δεδικασμένου ούτε υπό την έννοια ότι από την αμετάκλητη απαλλακτική κρίση παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων που συνιστούν περιεχόμενο της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα. Δεκτή αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1238/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με τη με αριθμό 56/21.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της με αριθμό 4058/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ε. Π. του Α. και 2) Κ. Δ. του Δ..
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2011, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 100/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι για τη θεμελίωση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια ως εγκλημάτων που τελούνται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Ποινικού Κώδικα, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 78 του Π.Δ. 1073 της 12/16 Σεπτεμβρίου 1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", η οποία περιλαμβάνεται στο τμήμα V: Ηλεκτροδότηση Εργοταξίων", και ειδικότερα στο Κεφάλαιο Α αυτού "Δια την πρόλειψιν ατυχημάτων, από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυο ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικώτερον... β) αι μεταφοραί, χειρωνακτικοί ή μη, σιδηροπλισμού σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.α. και οι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών, αναβατορίων, πυραύλων κ.α. ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος, να πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς ασχέτως τάσεως". Σε περιοχές που υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα, γερανοί, εκσκαφείς κλπ. λαμβάνονται πέραν των ως άνω και μετά από έγγραφη έγκριση της ΔΕΗ, πρόσθετα μέτρα ασφαλείας. Οποιαδήποτε απαιτούμενη επέμβαση στα δίκτυα της ΔΕΗ όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κλπ. πραγματοποιείται μόνο από αυτή, μετά από έγγραφη αίτηση του ενδιαφερομένου, Αν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος, ειδοποιείται εγγράφως από τον εκτελούντα το έργο, πριν την έναρξη των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας τα οποία πρέπει να ληφθούν εξετάζονται από κοινού από τη ΔΕΗ, εκτελούντα το έργο και τον επιβλέποντα τούτο μηχανικό. Μετά δε την έγγραφη έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωση ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα. Κατά δε το άρθρο 111 του ίδιου Π.Δ. "Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π.Δ/τος 778/80 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικός και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίσταται, ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων". Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέως. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας Ειδικώς προκειμένου περί αντιφάσεως, αυτή μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, γιατί προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και το δεύτερο πρέπει να στηρίζει το πρώτο. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5080/2008 απόφαση του δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Την 6.2.2003 κατασκευάζετο έργο στο οικόπεδο της Θ. Μ., που ευρίσκετο στο ..., για το οποίο είχε εκδοθεί η ... οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Σύρου. Η οικοδομή αποτελείτο από πέντε αυτοτελείς οικίες, την δε παραπάνω ημερομηνία γινόντουσαν εργασίες στο πέμπτο ακίνητο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Π., εργολάβος οικοδομών με δραστηριότητα κυρίως στη νήσο Κέα Κυκλάδων, είχε αναλάβει κατόπιν προφορικής συμφωνίας με την ιδιοκτήτρια του Οικοπέδου Θ. Μ. με σύμβαση έργου την κατασκευή - καλούπωμα του σκελετού της ισόγειας οικίας, η οποία (κατασκευή) γινόταν με βάση μελέτη και σχέδια που εκπόνησε ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Κ., πολιτικός μηχανικός, ο οποίος είχε και την επίβλεψη του όλου έργου. Το έργο της εκχύσεως σκυροδέματος στον σκελετό της πιο πάνω οικοδομής ανέλαβε κατόπιν συνεννοήσεως με τον ανωτέρω εργολάβο - δεύτερο κατηγορούμενο Ε. Π. και την ιδιοκτήτρια του οικοπέδου Θ. Μ., υπό τις εντολές και οδηγίες των δύο πρώτων κατηγορουμένων η εταιρεία με την επωνυμία "ΚΕΑ ΠΡΟΜΠΕΤΟΝ ΑΕ", η οποία είχε ως αντικείμενο τη μεταφορά και έγχυση ετοίμου σκυροδέματος και διαθέτει για το σκοπό αυτό ειδικά μηχανήμτα έργων (πρέσες- αντλίες μπετόν). Την 6.2.2003 η εν λόγω εταιρεία διέθεσε για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου (έγχυση σκυροδέματος) το μηχάνημα έργων (πρέσα - αντλία μπετόν) με αριθμό αδείας ... και χειριστή τον τρίτο κατηγορούμενο Κ. Δ., υπάλληλο και μέτοχο αυτής, ο οποίος στο συνεργείο του απασχολούσε ως εργάτη και τον 32χρονο Αλβανό υπήκοο Α. Χ.. Την 6.2.2003 ο εν λόγω εργάτης ξεκίνησε την εργασία του στις 08.00' το πρωΐ και απασχολείτο υπό τις οδηγίες και εντολές του εργολάβου και εργοδότη του Ε. Π. (β' κατηγορούμενο) μαζί με άλλους τέσσερις συναδέλφους του με το καλούπωμα πλάκας σε υδατοδεξαμενή, δίπλα στην οικοδομή εντός του ιδίου οικοπέδου της ανωτέρω ιδιοκτήτριας Θ. Μ.. Περί ώρα 12.30' εισήλθε στο χώρο του εργοταξίου η προαναφερόμενη πρέσσα, για την έγχυση του σκυροδέματος στα θεμέλια του ισογείου της οικοδομής. Τότε όλοι οι εργάτες της οικοδομής μεταξύ των οποίων και ο Α. Χ. (θανών) κλήθηκαν από το χειριστή της πρέσσας να συνδράμουν στην έγχυση του σκυροδέματος και ανέλαβαν εκ περιτροπής να κρατούν το σωλήνα μεταφοράς του σκυροδέματος, τους χειρισμούς του οποίου είχε αναλάβει με τηλεχειριστήριο ο προαναφερόμενος χειριστής - οδηγός Κ. Δ. (γ' κατηγορούμενος). Πρέπει να σημειωθεί ότι η εταιρία ΠΡΟΜΠΕΤΟΝ δεν διέθετε, όπως καλά γνώριζε ο εργολάβος του έργου Ε. Π. (β' κατηγορούμενος), που σε συνεννόηση μαζί της είχε παραγγείλει για λογαριασμό του έργου το οπλισμένο σκυρόδεμα, εργάτες δικούς της για τη ρήψη του μπετόν και χρησιμοποιούσε τους δικούς του εργάτες, γιαυτό και αυτοί προσέτρεξαν και όχι με δική τους πρωτοβουλία, απορριπτομένης της ένστασης του β'κατηγορουμένου περί οικείου πταίσματος του θανόντος. Εντός της περιμετρικής διάταξης των θεμελίων της ισόγειας οικοδομής υπήρχε στύλος της ΔΕΗ μέσης τάσης 15 KV, από τον οποίο δεν είχε διακοπεί το ρεύμα, όπως προαπαιτείται, προ της έναρξης των εργασιών. Η ιδιοκτήτρια του έργου είχε υποβάλει προς τη ΔΕΗ την 72/18.11.2002 σχετική αίτηση μετατόπισης του στύλου της ΔΕΗ, χωρίς όμως να έχει πραγματοποιηθεί η μετατόπιση αυτή, όπως γνώριζαν οι υπεύθυνοι του έργου (πολιτικός μηχανικός και εργολάβος) αφού ο εν λόγω στύλος ήταν ορατός από τον καθένα. Κατά τη διαδικασία εκχύσεως σκυροδέματος ο τρίτος κατηγορούμενος Κ. Δ. βρισκόταν στο αριστερό μπροστινό τμήμα της αντλίας - πρέσσας και κρατούσε στο χέρι του το τηλεχειριστήριο για τους χειρισμούς του σωλήνα μεταφοράς και εκχύσεως σκυροδέματος καθοδηγώντας παράλληλα τους εργάτες, οι οποίοι κρατούσαν το συγκεκριμένο σωλήνα, στο δε σωλήνα μεταφοράς και εκχύσεως σκυροδέματος ήταν ο εργάτης A. H. (θανών), ο οποίος μαζί με το συνάδελφό του J. D. του N., εναλλασσόταν στο κράτημα του πυλώνα. Κατά τη διάρκεια των παραπάνω εργασιών τεχνικό συνεργείο της ΔΕΗ Κέας αποτελούμενο από δύο τεχνικούς, το Φ. Σ. και Π. Β., διαπίστωσε εντελώς τυχαία και χωρίς κανένας εκ των υπευθύνων της οικοδομής να ειδοποιήσει ως όφειλε τη ΔΕΗ, ότι οι εργασίες γινόταν χωρίς την προηγούμενη λήψη των αναγκαίων προστατευτικών μέτρων και με κίνδυνο να προκληθεί ατύχημα. Συνέστησαν την άμεση διακοπή των εργασιών μέχρι να γίνει απομόνωση του δικτύου. Ο χειριστής όμως Κ. Δ. (γ' κατηγορούμενος) μετά την αναχώρηση του συνεργείου της ΔΕΗ, προκειμένου αυτό να προβεί στις εργασίες απομόνωσης του δικτύου από ηλεκτρικό ρεύμα, αγνοώντας τη σαφή προειδοποίηση των τεχνικών της ΔΕΗ, συνέχισε μαζί με τους εργάτες του εργοταξίου τις πιο πάνω εργασίες. Περί ώρα 12.55', ενώ είχε αναλάβει το σωλήνα μεταφοράς και εκχύσεως σκυροδέματος ο A. H., από πιθανό άστοχο χειρισμό ή μετακίνηση όλης της πρέσας επί του λασπώδους εδάφους, ο βραχίονας της πρέσας ήλθε σε επαφή με τους διερχόμενους ηλεκτροφόρους αγωγούς της ΔΕΗ, με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτροπληξία ο ανωτέρω εργάτης A. H. και να επέλθει ο θάνατός του καθώς και να τραυματιστεί σοβαρά ο ως άνω χειριστής της πρέσας Κ. Δ., ο οποίος υπέστη εγκαύματα δεξιού κάτω άκρου 3ου βαθμού και ακρωτηριασμού μέσου δακτύλου αριστεράς άκρας χειρός. Ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου ότι οι εν λόγω υπάλληλοι της ΔΕΗ του γνωστοποίησαν ότι έκοψαν το ρεύμα και ότι έχει δέκα (10) λεπτά περιθώριο για να ολοκληρώσει τη σκυροδέτηση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού εκτός του ότι οι ίδιοι οι υπάλληλοι τον διαψεύδουν δεν αποδεικνύεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη επί πλέον ότι ο χρόνος των δέκα (10) λεπτών κρίνεται πολύ λίγος να ολοκληρωθεί το έργο, ενώ περίμενε και άλλο αυτοκίνητο - μπετονιέρα για τη ρήψη σκυροδέματος, εργασία που απαιτούσε συνολικά μεγαλύτερο από 10 λεπτά χρόνο. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά υπεύθυνοι του θανάτου του εργαζομένου στο ως άνω έργο A. H. είναι οι 1ος, 22ος και 3ος κατηγορούμενοι και της σωματικής βλάβης του Κ. Δ. οι 1ος και 2ος κατηγορούμενοι, οι οποίοι από συγκλίνουσα αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που μπορούσαν και ήταν υποχρεωμένοι από το επάγγελμά τους να καταβάλουν δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Μ., ως επιβλέπων μηχανικός της υπό ανέγερση οικοδομής, ενώ είχε θέσει ο ίδιος την υπογραφή του επί της προαναφερθείσας άδειας οικοδομής και είχε την επίβλεψη του έργου, όχι μόνο δεν έλαβε τα μέτρα ασφαλείας που ορίζει ο νόμος, ούτε μερίμνησε για την εφαρμογή τους, μολονότι γνώριζε ότι εκτελούνταν εργασίες πλησίον εναερίων ηλεκτρικών δικτύων και στύλων της ΔΕΗ μέσης τάσεως 15.000 volt που υπήρχε στη μέση της ανεγειρόμενης οικοδομής και δημιούργησε αυξημένη επικινδυνότητα και επιπλέον δεν ανέμενε την μετατόπιση του στύλου αν και είχε υποβληθεί στη ΔΕΗ η 72/18.11.2002 σχετική αίτηση της ιδιοκτήτριας του έργου Θ. Μ. (άρθρο 790 Π.Δ. 1073/1981). Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε να αποφύγει το θάνατο του A. H., καθόσον οι εργασίες στη εν λόγω οικοδομή την 6.2.2003 έγιναν χωρίς να έχει ειδοποιηθεί ο ίδιος, ο οποίος την ημέρα εκείνη εισήχθη εκτάκτως στην κλινική Αθηνών "Θ.Κ. ΕΠΕ", όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική αφαίρεση αιμορραγικών πολυπόδων ρινός, κατά δε τις προηγούμενες ημέρες δεν εκτελέσθηκε λόγω δυσμενών συνθηκών κανένα δρομολόγιο από και προς το Λιμένα Λαυρίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον αποδείχθηκε ότι αυτός γνώριζε και επέτρεψε τη συνέχιση των εργασιών παρά την επικινδυνότητα λόγω του στύλου της ΔΕΗ μέσης τάσης 15000 v. Η ασθένειά του δεν αναιρεί τα παραπάνω, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αν δεν είχε αρρωστήσει θα επέβλεπε πραγματικά το έργο μεταβαίνοντας στην Κέα. Περαιτέρω οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι εργολάβος του έργου και χειριστής της μπετονιέρας αντίστοιχα αν και είχαν υποχρέωση κατά την εκτέλεση του έργου να λάβουν όλα τα μέτρα ασφαλείας και να τηρούν τις οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού σχετικά με τους κινδύνους από εναέριους αγωγούς διοχέτευσης ηλεκτρικού ρεύματος, προχώρησαν στην εκτέλεση του σταδίου αυτού του έργου (έγχυση σκυροδέματος με αντλία - πρέσσα), παραλείποντας να αναμείνουν και λάβουν σχετικές οδηγίες από τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου και να βεβαιωθούν με κάθε τρόπο ότι είχε διακοπεί η διοχέτευση ηλεκτρικού ρεύματος από τους αγωγούς μέσης τάσης που διέρχονταν από τον προαναφερόμενο στύλο.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όλοι οι κατηγορούμενοι για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Αλβανού υπηκόου Α. Χ., και οι 1ος και 2ος κατηγορούμενοι της σωματικής βλάβης από αμέλεια του Κ. Δ., σύμφωνα με το κατηγορητήριο". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (ασυνείδητη) και της σωματικής βλάβης, πράξεις οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρ4ων 1, μ14, 15, 26 παρ. 1, 27, 28, παρ. 2αβ, 302 παρ. 1, 314 - 315 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, σε συνδυασμό με τα άρθρα 78, 79 του Π.Δ. 1073/1981 και άρθρα 3 έως 8, 9 Ν.1396/1983, επέβαλε δε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαέξι (16) μηνών, με τριετή αναστολή. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί στο αιτιολογικό, συμπληρούμενο με το διατακτικό, αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Αναφορικά με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του την από 20 Μαρτίου 2003 αυτοψία - πραγματογνωμοσύνη των υπαλλήλων της ΔΕΗ Ε. Κ. και Κ. Δ., τη οποία ανέγνωσε και εκτίμησε ως έγγραφο, διότι δεν διενεργήθηκε υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά κατ' εντολή του Διευθυντή των ως άνω υπαλλήλων. Αναφορικά δε με τις ιατροδικαστικές εκθέσεις και την τοξικολογική έκθεση, που συντάχθηκαν κατά παραγγελία των Αστυνομικών Τμημάτων Κέας και Αμαρουσίου και των οποίων η ανάγνωση δεν αμφισβητείται, ανεξάρτητα αν αυτές δεν αναφέρονται πανηγυρικά στην έκθεση των αποδεικτικών μέσων, ως εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αναμφιβόλως προκύπτει ότι το Δικαστήριο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα προαναφερόμενα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αφού οι παραδοχές του Δικαστηρίου ως προς την αιτία του θανάτου του Α. H. και της σωματικής βλάβης του Κ. Δ. δεν είναι διαφορετικές από το πόρισμα των προαναφερθεισών ιατροδικαστικών εκθέσεων. Περαιτέρω, εξειδικεύεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος που πηγάζει από τις διατάξεις των άρθρων 78 και 79 του Π.Δ. 1073/1981 και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρεώσεως τηρήσεως αυτών, αναφορικά με το αποτέλεσμα που επήλθε. Επισημαίνεται ότι η τήρηση τω ν ως άνω διατάξεων του Π.Δ. 1073/1981 ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση υποχρεωτική και για τον αναιρεσείοντα, η υποχρέωση του δε αυτή υπήρχε έναντι όλων των εργαζομένων στην οικοδομή. Επίσης προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος και παρατίθενται όλα τα επί μέρους περιστατικά, που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του αποτελέσματος που επήλθε, δηλαδή του θανάτου από ηλεκτροπληξία του εργάτη Α. H. και της σωματικής βλάβης του χειριστή της πρέσας - αντλίας εγχύσεως μπετόν, Κ. Δ.. Αναφέρεται επίσης στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε τη νόμιμη υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων σε ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία ανεξάρτητα από την τάση τους και την υποχρέωση του αυτή παραβίασε, με τα παραπάνω αποτελέσματα. Επομένως, η υποχρέωση αυτού δεν εξαντλείται στο να μη παραβιαστούν οι αποστάσεις ασφαλείας που καθορίζει η ΔΕΗ από τους ηλεκτροφόρους αγωγούς και τα όσα αυτός υποστηρίζει, για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του επελθόντος αποτελέσματος και της παραλείψεως των αναγραφόμενων μέτρων ασφαλείας προβάλλονται αλυσιτελώς. Επίσης αλυσιτελώς προβάλλονται και οι αιτιάσεις για την ύπαρξη ευθύνης της ιδιοκτήτριας και του εργολάβου, αφού η τυχόν ευθύνη αυτών δεν αίρει τη στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη του αναιρεσείοντος, που εστιάζεται σε οφειλόμενες ενέργειες του σε προγενέστερο χρόνο από εκείνο της ρίψεως του σκυροδέματος και τα όσα προβάλλει είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Αβάσιμη εξάλλου είναι και η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο έπρεπε να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του περί της απουσίας του από την Κέα, κατά την ημέρα που έλαβαν χώρα οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής. Άλλωστε αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου η ευθύνη του εδράζεται σε παραβιασθείσες οφειλόμενες από τον νόμο ενέργειες του σε χρόνο προγενέστερο από τη ρίψη του σκυροδέματος.
Συνεπώς οι πρώτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι αβάσιμοι ουσία. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται και τα εξής έγγραφα, που προσδιορίζονται με την αναφορά, 1) το με αρίθμηση 7 έγγραφο "την άδεια οικοδομής", 2) το με αρίθμηση 12 έγγραφο "άδεια μηχανοδηγού - χειριστή μηχανημάτων" 3) το με αρίθμηση 16 έγγραφο "προτάσεις προς το μονομελές Πρωτοδικείο", 4) το με αρίθμηση 17 έγγραφο "φάκελος ασφάλειας και υγείας", 5) το με αρίθμηση 19 έγγραφο "αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών", 6) το με αρίθμηση 26 έγγραφο "κατασκευαστικό σχέδιο", 7) το με αρίθμηση 27 έγγραφο "καρτέλα πελάτη προμπετόν" και ν8) το με αρίθμηση 30 έγγραφο "απόδειξη καταβολής και είσπραξης ποσού". Υπό τα αναφερόμενα ως άνω στοιχεία, τα παραπάνω έγγραφα, που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, ενόψει και της αριθμήσεως τους επαρκώς προσδιορίζονται κατά την ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δε εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά. Άλλωστε προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε καμία αντίρρηση για την ανάγνωση των ως άνω εγγράφων. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης και κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι με αριθμό 72/18.11.2002 αίτηση της Θ. Μ. προς τη ΔΕΗ, αφ' ενός μεν αναφέρεται διηγηματικώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφ' ετέρου δε προκύπτει από το σκεπτικό της πρωτόδικης αποφάσεως αλλά και από την απολογία του αναιρεσείοντος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου, ειπόντος ότι "οι συστάσεις που είχα κάνει ήταν να γίνει η αίτηση για την απομάκρυνση της κολώνας, όπως και έγινε". Ωσαύτως, λόγω της αβασιμότητας του ως άνω προβαλλόμενου λόγου της απόλυτης ακυρότητας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο εξαιτίας της απόλυτης ακυρότητας από το άρθρο 51° παρ. 1 στοιχ. Γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος της ελλείψεως δημοσιότητας στο ακροατήριο.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 εδ. γ' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνο που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα ή τον δημόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροι τους επιτρέπεται να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν έχει δικαίωμα να απευθύνει ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο μετά την απολογία του ούτε με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, β) ο συγκατηγορούμενος του απολογουμένου, είτε ο ίδιος είτε ο συνήγορος του, επιτρέπεται να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, πλην όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να υποβληθεί απ' αυτούς σχετικό αίτημα και γ) αν παρά την υποβολή του αιτήματος αυτού δεν επιτραπεί στον συγκατηγορούμενο του απολογουμένου ή στον συνήγορο του να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μετά την απολογία του τελευταίου, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, διότι παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η Διευθύνουσα τη συζήτηση, μετά το τέλος των απολογιών των παρόντων κατηγορουμένων, ενώ έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα και τους δικαστές για να υποβάλουν ερωτήσεις προς τους κατηγορουμένους, αν είχαν, δεν έδωσε τον λόγο στον συνήγορο του, που τον εκπροσωπούσε στο Δικαστήριο, για να υποβάλει ερωτήσεις στους συγκατηγορουμένους του, με τους οποίους είχε χωριστή υπεράσπιση, με συνέπεια να στερηθεί του δικαιώματος της υπερασπίσεως του και έτσι να λάβει χώρα απόλυτη ακυρότητα. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή από τον Άρειο Πάγο επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αίτημα για υποβολή ερωτήσεων προς τους συγκατηγορουμένους του μετά την απολογία του και έτσι δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα.
Επειδή, μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει, την από 27 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Κ. Μ. του Γ. για αναίρεση της 4058/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Σωματική βλάβη από αμέλεια. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, 2) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω συνεκτιμήσεως εγγράφων τα οποία δεν αναγνώσθηκαν και εγγράφων των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, ως και η από την ακυρότητα αν τη έλλειψη δημοσιότητας στο ακροατήριο. 3) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παραβιάσεως υπερασπιστικών τον δικαιωμάτων, 4) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της περί ενοχής αποφάσεως και 5) εσφαλμένη εφαρμογή εκ πλαγίου των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1237/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11.3.11 πράξη του Προέδρου του Αρείου πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) M.-G. I. του M., κατοίκου ... και 2) Α. Μ. του Ζ., κατοίκου ..., που αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελευθερία Ρίζου, για αναίρεση της με αριθμό 1839/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Γ. Λ. του Δ., 2) Θ. Ρ. του Γ. και 3) Α. Π. του Κ..
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Σεπτεμβρίου 2010 και 17 Σεπτεμβρίου 2010, αντίστοιχα, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1311/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, εισάγονται προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από 17.9.2010 και από 21.9.2010 αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Α. Μ. και Μ. - G. Ι. αντιστοίχως.
Α) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Α. Μ.:
Επειδή, κατ' άρθρο 57 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ.3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, που δικάσθηκε με την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ' ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται για την ίδια πράξη, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα. Για την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απαλλακτική διάταξη της πρωτόδικης με αριθμό 2418/2008 αποφάσεως του Τριμελούς (για κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της αρπαγής Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 1839/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων καταδικάσθηκε μ' αυτήν, σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαπέντε ετών και δέκα μηνών για τα αδικήματα της εγκληματικής οργανώσεως, σωματεμπορίας από κοινού και κατ' επάγγελμα, παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών, παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου και χρήση πλαστών εγγράφων. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της σωματεμπορίας, κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "στο χρονικό διάστημα από τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2006 μέχρι 24-11-2006, ενεργώντας από κοινού με άλλα δύο πρόσωπα Ουκρανικής και Βουλγαρικής υπηκοότητας με τα μικρά ονόματα "Σ. και Σ. S." αγνώστων λοιπών στοιχείων, με πρόθεση και με κοινή απόφαση και δόλο και με ταυτόχρονες και διαδοχικές συγκλίνουσες συμπεριφορές, υπό τις συνεχείς οδηγίες του πρώτου από αυτούς, ώστε να ενεργούν σύμφωνα με τον από κοινού σχεδιασμό της όλης δράσης τους, με ενέργειες του πέμπτου από αυτούς Α. Π. Φ. και των αλλοδαπών "Σ. και Σ.", εντόπισαν στην αλλοδαπή στην πόλη Ντόνιεσκ της Ουκρανίας το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου του 2006 την Ουκρανή Τ. S. του Α.ετών 22 και τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2006 την Ουκρανή Υ. Β. του Α., ετών 22, και στη συνέχεια με σκοπό να τις μεταφέρουν στην Ελλάδα και να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευση τους, με απατηλές υποσχέσεις που συνίστανται στο ότι το άτομο με το όνομα Σ. παρέστησέ εν γνώσει του ψευδώς στην μεν Υ. Β. ότι είχε ένα γνωστό στην Ελλάδα, εννοώντας τον πρώτο από αυτούς, ο οποίος έψαχνε δήθεν για γυναίκα, με την οποία, αν του άρεσε, θα γινόταν και γάμος, στη δε Τ. S. ότι μπορεί να έλθει στην Ελλάδα και να εργασθεί σε κλάμπ κάνοντας "κονσομασιόν" και ότι τα χρήματα | που θα κέρδιζε θα ήσαν μεγάλα, καθώς και με την προσφορά ανάληψης και κάλυψης των εξόδων μετακίνησης τους στην Ελλάδα, τις έπεισε να έλθουν στην Ελλάδα, όπου και ήλθαν πράγματι, περνώντας λαθραία με τη βοήθεια άλλων άγνωστων προσώπων με τα πόδια από τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, στη βόρεια δε Ελλάδα τις παρέλαβε ο από αυτούς Α. Π., ο οποίος τις έφερε στην Αθήνα και τις παρέδωσε στον πρώτο από αυτούς Α. Μ. έναντι χρηματικού\ ανταλλάγματος 4.500-5.000 € την κάθε μία, στη συνέχεια δε ο πρώτος και η τέταρτη από αυτούς Α. Μ. και Μ.-G. I. με τη χρήση εξαναγκαστικού μέσου, που συνίσταται στο ότι τους αφήρεσαν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα, τις κατακράτησαν παράνομα, εκμεταλλευόμενοι δε και την ευάλωτη θέση τους και κυρίως το ότι ήταν αλλοδαπές, την κακή οικονομική τους κατάσταση και την αδυναμία τους να βρουν ευχερώς άλλη εργασία, αποστερώντας μάλιστα από αυτές και την δυνατότητα αυτοκαθορισμoύ των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης τους, τις εξέδιδαν σύμφωνα με το σχέδιο δράσης τους σε διάφορα σημεία του Ν. Αττικής, μέσω τηλεφωνικών ραντεβού, τα οποία ρύθμιζε υπό την ιδιότητα της, ως τηλεφωνήτρια, η τέταρτη από αυτούς Μ.-G. I., αντί αμοιβής για κάθε συνάντηση 75-100 ευρώ, την οποία παρακρατούσαν αυτοί ολόκληρη μέχρι να καλύψουν τα έξοδα μεταφοράς τους στην Ελλάδα, στη συνέχεια δε απέδιδαν σ' αυτές μόνο το 25% της αμοιβής από κάθε συνάντηση και έτσι προέβαιναν στην γενετήσια εκμετάλλευση τους, αποκομίζοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη σε βάρος τους. Επιχειρούν δε αυτοί τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, με την εγκατάσταση της επιχείρησης τους στην οικία του πρώτου από αυτούς στις Αφιδνές-Αττικής, όπου τοποθέτησαν τηλεφωνικό κέντρο για τις επικοινωνίες με τους πελάτες, τις εκδιδόμενες γυναίκες και τους οδηγούς, που τις μετέφεραν στα ραντεβού και όπου δρούσαν καταστάσεις, στις οποίες σημείωναν τις ημέρες των ραντεβού για κάθε εκδιδόμενη γυναίκα, το ποσό της αμοιβής, τα στοιχεία και το τηλέφωνο του πελάτη, το αν αυτός ήταν παλιός ή νέος πελάτης, χρησιμοποιώντας προς τούτο την ένδειξη Π ή Κ, τη χρονική διάρκεια του ραντεβού και το τηλέφωνο τους, με το οποίο επικοινωνούσε ο πελάτης, καθώς και με την αγορά ιδιόκτητων αυτοκινήτων για τη μεταφορά των παραπάνω εκδιδομένων γυναικών, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος". Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για να κριθεί το βάσιμο ή μη του λόγου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι με την 2418/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος του ότι:"...στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού, με απάτη ή βία ή με την απειλή βίας κατακρατούσαν άλλον με σκοπό να εξαναγκαστεί ο παθών σε πράξη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωση. Συγκεκριμένα στην Αθήνα από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006 μέχρι και την 24-11-2006, μαζί με άλλα δύο (2) πρόσωπα Ουκρανικής και Βουλγαρικής υπηκοότητας ονόματι "Σ." και "Σβετλάνα" αγνώστων λοιπών στοιχείων, με πρόθεση και με κοινή απόφαση και δόλο και με ταυτόχρονες και διαδοχικές συγκλίνουσες συμπεριφορές, υπό τις συνεχείς οδηγίες του πρώτου, ώστε να ενεργούν σύμφωνα με τον από κοινού σχεδιασμό της όλης δράσης τους, εμφανιζόμενοι στις αλλοδαπές Ουκρανικής υπηκοότητας νεαρές γυναίκες Τ. S. του Α. ετών 22, και Υ. Β. του Α., ετών 22, ως τα πρόσωπα που τους έχουν εξασφαλίσει άμεση επαγγελματική και οικονομική κατάσταση με αποκομιδή μάλιστα μεγάλων σχετικά κερδών και εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους και κυρίως την κακή οικονομική τους κατάσταση, ενόψει της αδυναμίας τους να βρουν ευχερώς εργασία, αποκρύπτοντας τις πραγματικές προθέσεις τους, ήτοι την οργανωμένη, σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονται παρακάτω στην υπό στοιχείο (Γ2) πράξη γενετήσια εκμετάλλευση τους, ώστε να αποκομίσουν σημαντικά οικονομικά οφέλη, πέτυχαν, την μεταφορά τους από την Ουκρανία στην Ελλάδα, έχοντας αυτές υπό τον άμεσο και συνεχή έλεγχο τους, αφαιρώντας τους μάλιστα τα νόμιμα ταξιδιωτικά τους έγγραφα. Τις εν λόγο αλλοδαπές κατακράτησαν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα στερώντας τους την ελευθερία τους, είτε στην κατοικία του πρώτου, στις Αφιδνές Ν. Αττικής είτε σε κατοικία στην περιοχή της ... οδός ..., ή και σε άλλα σημεία του Ν. Αττικής και με την χρήση βίας (ξυλοδαρμούς και φραστικές υβριστικές επιθέσεις) και απειλών για την σωματική τους ακεραιότητα κα την προσωπική τους ελευθερία, υποβάλλοντας αυτές μάλιστα σε διατροφικές στερήσεις, τις υπόταξαν ακούσια στην φυσική τους εξουσία και τις ανάγκασαν έτσι, χωρίς να υπάρχει υποχρέωση τους, να εκδίδονται παρά την θέληση τους, σύμφωνα με τις εντολές τους σε αόριστο αριθμό πελατών μέσω τηλεφωνικών ραντεβού, τα οποία οι ίδιοι έκλειναν". Όμως, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των διατακτικών των δύο αποφάσεων σε συνδυασμό και με το σκεπτικό αυτών, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως στις δύο περιπτώσεις, διότι η πράξη της αρπαγής και της σωματεμπορίας, συρρέουν αληθινά και συνεπώς δεν υπάρχει η προϋπόθεση του άρθρου 57 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την ύπαρξη δεδικασμένου. Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, περί υπάρξεως δεδικασμένου για την πράξη της σωματεμπορίας ο οποίος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (511 ΚΠΔ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1, 2. 4 περ. δ' του Ποινικού Κώδικα, όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 8 του νόμου 3064/2002 "Όποιος με την χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στην γενετήσια εκμετάλλευση του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.". Κατά την παράγραφο 2 της ανωτέρω διατάξεως "Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά την συναίνεση προσώπου με την χρήση απατηλών μέσων ή παρασύρει εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του θύματος με υποσχέσεις" και κατά την παράγραφο 4 περ. δ της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αν η πράξη α).... β)....γ)....δ) τελέσθηκε κατ' επάγγελμα...". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι υπαλλακτικώς μικτό, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά η συνδρομή περισσοτέρων μορφών, εφόσον το παθόν πρόσωπο είναι ένα, στοιχειοθετεί ένα έγκλημα, οι λοιπές δε μορφές λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματεμπορίας πρέπει ο δράστης χρησιμοποιώντας κάποιο από τους ανωτέρω τρόπους, να εξαναγκάζει άτομο, άρρεν ή θήλυ, ενήλικο ή ανήλικο, αν όμως πρόκειται περί ανηλίκου εφαρμόζονται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της παραγράφου 4, ή να το παραπείθει να εκπορνευτεί. Το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι τετελεσμένο με την αποτελεσματική χρήση των εξαναγκαστικών και παραπειστικών μέσων χωρίς να είναι αναγκαίο να πραγματωθεί και η επίτευξη του σκοπού της εκπορνεύσεως. Προστατευόμενο έννομο αγαθό με το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι το δημόσιο συμφέρον που έγκειται στην καταπολέμηση της εκμεταλλεύσεως της ακολασίας. Ο δράστης του εγκλήματος αυτού με τη χρησιμοποίηση βίας (σωματικής ή ψυχολογικής) ή απειλές κάμπτει την αντίσταση του θύματος και επιτυγχάνει την γενετήσια εκμετάλλευση του. Σκοπός του δράστη της σωματεμπορίας είναι να οδηγήσει το θύμα θήλυ ή άρρεν στην πορνεία, παρά την αντίθετη θέληση αυτού, η οποία επιβάλλεται (πορνεία) ή με τη χρησιμοποίηση βίας και απειλής οποιασδήποτε μορφής, ή με την χρησιμοποίηση ψευδών υποσχέσεων για νόμιμη εργασία στην χώρα ή με την εκμετάλλευση της ευάλωτης θέσεως, που μπορεί να δημιουργηθεί όταν το άτομο αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα ή βρίσκεται σε ξένη χώρα, χωρίς να απολαμβάνει την προστασία των αρμόδιων αρχών και έτσι επιτυγχάνει να καμφθεί η βούληση του ή να παραπεισθεί και να φύγει από τη Χώρα του να έλθει στην Ελλάδα, να προωθηθεί στο εσωτερικό της χώρας και να οδηγηθεί τελικά στην πορνεία. Η κοινωνική εξέλιξη επέβαλε την θέσπιση της διατάξεως του άρθρου 8 του νόμου 3064/2002, με την οποία αντικαταστάθηκε εκείνη του άρθρου 351 του Ποινικού Κώδικα, ως άνω, λόγω της αθρόας εισόδου αλλοδαπών μεταναστών στην χώρα, πρόκειται δηλαδή για διασυνοριακό έγκλημα που τιμωρεί την εκμετάλλευση ανθρώπων, κυρίως γυναικών, που επιθυμούν νόμιμη εργασία προς επιβίωση, που συντελείται με την άσκηση επιρροής με χρήση βίας, απειλών ή ψευδών υποσχέσεων και κάμψη έτσι της βουλήσεως αυτών, λαμβανομένης υπόψη και της κατά την ανωτέρω έννοια ευάλωτης θέσεως αυτών. Η πράξη της σωματεμπορίας αποτελεί μία ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων. Η παράγραφος 4 της ανωτέρω διατάξεως (351 του ΠΚ) αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση του εγκλήματος, μεταξύ των άλλων και όταν ο δράστης προσλαμβάνει, με την έννοια ότι στρατολογεί στην πορνεία, μεταφέρει, που σημαίνει ότι διαμετακομίζει από τόπου σε τόπο, είτε αυτοπροσώπως, είτε δι' άλλων προσώπων, εφόσον έχει την οργάνωση και τη διεύθυνση της διακινήσεως, προωθεί παράνομα με την έννοια της διαδοχικής μεταφοράς εντός ή εκτός της χώρας, με τους παραπάνω τρόπους, με σκοπό την εκπόρνευση και με την συντέλεση αυτής προς απόκτηση εισοδημάτων για βιοπορισμό αυτού (του δράστη). Η κατ' επάγγελμα, κατά την ανωτέρω έννοια, τέλεση του εγκλήματος της σωματεμπορίας που αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση αυτής και επισύρει για τον δράστη την ανωτέρω αυξημένη ποινή, θεσπίσθηκε, όπως λέχθηκε, λόγω της αθρόας εισόδου αλλοδαπών γυναικών στην χώρα και της εκμεταλλεύσεως αυτών με την προώθησή τους στην πορνεία, εξαιτίας των κρατουσών στις χώρες τους δυσμενών οικονομικών συνθηκών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 349 παρ. 3 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο. 7 του Ν. 3064/2002, όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση, με οποιονδήποτε τρόπο, γυναίκας, που δεν έχει ακόμη πορνευθεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής, χωρίς να απαιτείται και το άμεμπτο των ηθών της ή η ανηλικότητά της. Ο δράστης περαιτέρω απαιτείται να προβαίνει στην ανωτέρω πράξη του σύμφωνα με την δημιουργηθείσα από αυτόν υποδομή προς επανειλημμένη διάπραξη του εγκλήματος αυτού για να ποριστεί εισοδήματα για τον βιοπορισμό του ανεξάρτητα αν αυτά (τα εισοδήματα) καλύπτουν πλήρως ή μερικώς τον βιοπορισμό αυτού και ανεξάρτητα αν αυτά προέρχονται από μία μόνο γυναίκα. Υποκείμενο του εγκλήματος, κατ αντίθεση με την σωματεμπορία, μπορεί να είναι μόνον γυναίκα, που δεν έχει γίνει ακόμη πόρνη, έστω και μη αμέμπτων ηθών και ανήλικη ακόμη. Βασικό στοιχείο του εγκλήματος της μαστροπείας είναι η μη προηγούμενη εκπόρνευση της γυναίκας, πράγμα το οποίο δεν απαιτείται επί σωματεμπορίας. Με κερδοσκοπία ενεργεί ο δράστης όταν έχει ως κίνητρο του την απόκτηση χρημάτων ή άλλων αμοιβών και με τον σκοπό αυτό παρακινεί στην πορνεία γυναίκες. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα καθενός απ' αυτά, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών, από το ότι δε δόθηκε διαφορετική αποδεικτική αξία σε ορισμένα από αυτά, δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε εκτιμήθηκαν τα άλλα. Όσον αφορά τον δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγηση του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με αναφορά κατ' είδος στα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα εξής: "Περί τις 20.11.2006 περιήλθε στο Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Ανθρώπων της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής η πληροφορία ότι αλλοδαπή κοπέλα με το όνομα "Τ." εξωθείται στην πορνεία δια της βίας με ερωτικά ραντεβού, μέσω "γραφείου" που χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο με αριθμό ..., και ζητά απεγνωσμένα βοήθεια από τους "πελάτες" των ερωτικών ραντεβού προκειμένου να ξεφύγει από τους σωματεμπόρους. Στις 22.11.2006 περί ώρα 04.10' ο μάρτυρας αστυνομικός Λ. Τ., κατόπιν εντολής της παραπάνω Υπηρεσίας του, προσποιούμενος τον πελάτη, πήγε στο ξενοδοχείο BORA-BORA στην περιοχή της Νέας Φιλαδέλφειας, πήρε τον προαναφερθέντα αριθμό κινητού τηλεφώνου και μίλησε μια μία γυναίκα, προφανώς αλλοδαπή, από την οποία ζήτησε ραντεβού με την "Τ.". Πράγματι μετά από λίγη ώρα προσήλθε μία κοπέλα, η οποία του συστήθηκε ως "Τ.". Και όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ήταν η T. S., η οποία σχεδόν αμέσως του ζήτησε να την βοηθήσει να διαφύγει από τους σωματέμπορους, οι οποίοι την εξέδιδαν με την βία. Ο εν λόγω αστυνομικός (μάρτυρας), χωρίς να της αποκαλύψει την ιδιότητά του και χωρίς να έλθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της, αφού της υποσχέθηκε ότι θα την βοηθήσει, δίνοντάς της και το αντίστοιχο ποσό για το ερωτικό ραντεβού, που ανερχόταν σε 75 ευρώ, έφυγε. Ταυτόχρονα, ομάδα αστυνομικών που ανέμενε έξω από το παραπάνω ξενοδοχείο είχαν εντοπίσει το άτομο, που όπως διαπιστώθηκε αργότερα ήταν ο κατηγορούμενος Θ. Ρ., ο οποίος είχε μεταφέρει με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας FIAT, ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου Γ. Λ., στο ερωτικά ραντεβού την T. S., την οποία ανέμενε και στη συνέχεια παρέλαβε για να την μεταφέρει, όπως διαπίστωσαν οι αστυνομικοί, που τους είχαν θέσει υπό διακριτική παρακολούθηση, στην περιοχή της ..., σε πολυκατοικία επί της οδού ..., όπου διέμενε αυτή, ενώ ο ίδιος (ο οδηγός Θ. Ρ.) διέμενε όπως διαπιστώθηκε από τους αστυνομικούς, στο ... επί της οδού ... Από την διακριτική επιτήρηση της πολυκατοικίας επί της οδού ... στην ..., οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι μαζί με την T. S. στο ίδιο διαμέρισμα διέμενε και μία άλλη κοπέλα, που όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ήταν η Y. B., την οποία τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας (22.11.2006) παρέλαβε και μετέφερε σε ερωτικά ραντεβού ως άνω αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος Θ. Ρ., ενώ την T. S. παρέλαβε και μετέφερε σε ερωτικά ραντεβού τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας (22.11.2006), άλλος άνδρας, που όπως διαπιστώθηκε αργότερα επρόκειτο για τον κατηγορούμενο Γ. Λ., ο οποίος οδηγούσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΑLFA ROMEO, ιδιοκτησίας της μητέρας του Μ. Λ., και διέμενε (ο Γ. Λ.) επί της οδού .... Την επόμενη ημέρα, στις 23.11.2006, κατά τις απογευματινές ώρες, ο μάρτυρας αστυνομικός Λ. Τ., προσποιούμενος και πάλι τον πελάτη, τηλεφώνησε στον ίδιο ως άνω αριθμό κινητού τηλεφώνου και έκλεισε νέο ραντεβού με την T. S., στο ξενοδοχείο VIVTORY στην περιοχή των Αθηνών αυτήν την φορά, όπου την μετέφερε ο κατηγορούμενος Γ. Λ., με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και παρέμεινε κοντά στο ξενοδοχείο για να την παραλάβει. Όταν η T. S. στο δωμάτιο πλέον του ξενοδοχείου, όπου ήταν και ο αστυνομικός Λ. Τ., άρχισε να αποβάλει τα ρούχα της, ο τελευταίος της δήλωσε την ιδιότητά του και αμέσως μετά επικοινώνησε πάλι με το "γραφείο" και ζήτησε να του στείλουν ακόμη μια κοπέλα. Μετά από αυτά, οι αστυνομικοί, οι οποίοι επιτηρούσαν το διαμέρισμα επί της οδού ... στην ..., αντιλήφθηκαν να έρχεται εκεί ο κατηγορούμενος Θ. Ρ., οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SUSUKI, ιδιοκτησίας του συγκατηγορούμενου του Γ. Λ., και να παραλαμβάνει την Y. B.. Τότε δόθηκε εντολή και οι αστυνομικοί προέβησαν στη σύλληψη και των δύο οδηγών Γ. Λ. και Θ. Ρ., ενώ οι δύο κοπέλες οδηγήθηκαν στην παραπάνω Υπηρεσία, όπως έγινε στη συνέχεια και με τους δύο συλληφθέντες οδηγούς. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η Y. B., γεννηθείσα στην Ουκρανία το έτος 1984, όπου και ζούσε, γνώρισε εκεί κάποιον άνδρα με το όνομα Σ., ο οποίος έχοντας σκοπό, ύστερα από συνεννόηση και κοινή απόφαση με τον κατηγορούμενο Α. Μ. και τον κατηγορούμενο Α. Π. να την μεταφέρουν στην Ελλάδα και να προβούν στην γενετήσια εκμετάλλευσή της, πρότεινε σ'αυτήν να έλθει στην Ελλάδα, λέγοντάς της ότι εδώ είχε ένα γνωστό, ο οποίος ήταν ευκατάστατος και ο οποίος, όπως της είπε, εν γνώσει του ψευδώς, έψαχνε δήθεν για γυναίκα, με την οποία, αν του άρεσε, θα γινόταν και γάμος. Η Y. B. πείσθηκε στις ψευδείς αυτές παραστάσεις και υποσχέσεις του Σ. και δέχθηκε να έλθει στην Ελλάδα. Έτσι περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2006 μετέβη αεροπορικώς στη Σόφια της Βουλγαρίας, όπου εκεί την παρέλαβε ο κατηγορούμενος Α. Π. με μία γυναίκα με το όνομα "SVETA", οι οποίοι, ενεργώντας κατόπιν συνεννοήσεως και κοινής αποφάσεως με τον κατηγορούμενο Α. Μ. και έχοντας σκοπό να την μεταφέρουν στην Ελλάδα και να προβούν στην γενετήσια εκμετάλλευσή της, οργάνωσαν στη συνέχεια την προώθησή της στην Ελλάδα, στην οποία εισήλθε αυτή με την βοήθεια άλλων προσώπων λαθραία με τα πόδια από αφύλακτα σημεία της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο Α. Π. και τη γυναίκα με το όνομα "Sveta". Από την Θεσσαλονίκη ο κατηγορούμενος Α. Π. την μετέφερε στην Αθήνα, όπου την παρέλαβε ο κατηγορούμενος Α. Μ., με τον σκοπό να προβεί από κοινού με την κατηγορουμένη M.-G. I., γεννηθείσα στη Ρουμανία το έτος 1984, με την οποία αυτός συζούσε, στην γενετήσια εκμετάλλευσή της και την εγκατέστησε αρχικά στην οικία του, στις ..., οδός ... και στη συνέχεια στο μισθωμένο ως άνω διαμέρισμα της πολυκατοικίας επί της οδού ... στην .... Η T. S., γεννηθείσα και αυτή στην Ουκρανία το έτος 1984, γνώρισε επίσης στην Ουκρανία τον ίδιο άνδρα, στον Σ., ο οποίος έχοντας τον ίδιο σκοπό, ύστερα από συνεννόηση και κοινή απόφαση με τον πρώτο και τον πέμπτο κατηγορούμενους, να την μεταφέρουν στην Ελλάδα και να προβούν εδώ στη γενετήσια εκμετάλλευσή της, της πρότεινε να έλθει στην Ελλάδα και να εργασθεί σε κλάμπ, κάνοντας "κονσομανσιόν", δηλαδή να κάνει παρέα με πελάτες του μαγαζιού. Επίσης της παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι τα χρήματα που θα κέρδιζε θα ήταν πολύ καλά. Η T. S. πείσθηκε στις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις και υποσχέσεις του Σ. και δέχθηκε να έλθει στην Ελλάδα, στην οποία ήλθε με τον ίδιο τρόπο, όπως και η ομοεθνής της Y. B.. Και συγκεκριμένα στις 9.10.2006 μετέβη αεροπορικώς στη Σόφια, όπου την παρέλαβε ο πέμπτος κατηγορούμενος, ο οποίος μαζί με την γυναίκα με το όνομα "SVETA", έχοντας σκοπό να την μεταφέρουν στην Ελλάδα και να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευσή της, οργάνωση την προώθησή της στην Ελλάδα, στην οποία εισήλθε αυτή με τον ίδιο τρόπο και υπό τις αυτές συνθήκες όπως και η Y. B., με προορισμό την Θεσσαλονίκη, από όπου ο πέμπτος κατηγορούμενος την μετέφερε στην Αθήνα και την παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος, με σκοπό να προβεί από κοινού με την τέταρτη κατηγορουμένη στην γενετήσια εκμετάλλευσή της, την εγκατέστησε αρχικά στην οικία του, στις ..., και στη συνέχεια στο μισθωμένο διαμέρισμα, στην οδό ... στην .... Μετά την εγκατάσταση των εν λόγω αλλοδαπών γυναικών στην παραπάνω οικία του, ο κατηγορούμενος Α. Μ. τις εφοδίασε με πλαστά ως προς όλα τα στοιχεία τους διαβατήρια, τα οποία φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από τις αρμόδιες Πολωνικές αρχές, με τα στοιχεία S. I. ΚΑΙ K. Z., αντίστοιχα και στα οποία είχαν τεθεί οι φωτογραφίες των παραπάνω αλλοδαπών γυναικών T. S. και Y. B., αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος Α. Μ., όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε, γνώριζε ότι τα ως άνω διαβατήρια ήταν πλαστά, έκανε δε χρήση αυτών παραδίδοντας αυτά στις παραπάνω αλλοδαπές, με σκοπό να παραπλανήσουν όλοι μαζί τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές περί του ότι τα εν λόγω διαβατήρια ήταν γνήσια διαβατήρια των Πολωνικών αρχών, πράγμα το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, συνιστάμενες στο ότι καθιστούσαν νόμιμη την είσοδο και την παραμονή των αλλοδαπών αυτών γυναικών στην Ελλάδα, ως υπηκόων χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που φέρονταν ότι ήταν. Μετά τον εφοδιασμό των παραπάνω δύο αλλοδαπών γυναικών με τα πλαστά διαβατήρια, ο πρώτος και η τέταρτη κατηγορούμενοι κατακράτησαν τα γνήσια διαβατήριά τους και στη συνέχεια τις εγκατέστησαν στο διαμέρισμα επί της οδούς ... στη .... Η γενετήσια εκμετάλλευσή τους, η οποία άρχισε αμέσως μετά την άφιξή τους στην Ελλάδα, γινόταν με τον εξής τρόπο. Ο δεύτερος και ο τρίτος των κατηγορουμένων παρελάμβαναν τις αλλοδαπές γυναίκες με τα αυτοκίνητα που προαναφέρθηκαν, τα οποία είχαν αγοραστεί με χρήματα του πρώτου κατηγορουμένου και, έναντι αμοιβής που ήταν ορισμένη για κάθε ημέρα απασχολήσεώς τους (δεύτερου και τρίτου κατηγορουμένων), τις μετέφεραν στα ερωτικά ραντεβού, τα οποία ρύθμιζε τηλεφωνικά η τέταρτη κατηγορουμένη από το "γραφείο" που είχε εγκαταστήσει στην οικία του ο πρώτος κατηγορούμενος, στις ..., επί της οδού ..., άνευ αριθμού, στην οποία διέμενε και η τέταρτη κατηγορουμένη. Εκεί αυτοί είχαν τοποθετήσει τηλεφωνικό κέντρο για τις επικοινωνίες με τους πελάτες, τις εκδιδόμενες γυναίκες και τους οδηγούς που τις μετέφεραν στα ραντεβού, για τα οποία τηρούσαν καταστάσεις, στις οποίες σημείωναν τις ημέρες των ραντεβού για κάθε εκδιδόμενη γυναίκα, το ποσό της αμοιβής, το οποίο, όπως αποδείχθηκε κυμαινόταν από 75-100 ευρώ, ανάλογα με τη διάρκεια του ραντεβού, το τηλέφωνο του πελάτη και αν αυτός ήταν παλιός ή νέος πελάτης. Επίσης είχαν εγκαταστήσει και ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο καταχωρούσαν τα παραπάνω στοιχεία. Έτσι και στην περίπτωση της T. S. και της Y. B., αυτές για κάθε συνάντηση που είχαν με πελάτη το ποσό της αμοιβής τους κυμαινόταν από 75-100 ευρώ, ανάλογα με την διάρκεια της συνάντησης. Τα χρήματα που έπαιρναν από τους πελάτες τα παρέδιδαν στους παραπάνω οδηγούς, δηλαδή στον δεύτερο και στον τρίτο των κατηγορουμένων, οι οποίοι στη συνέχεια τα παρέδιδαν άλλοτε στον πρώτο και άλλοτε στην τέταρτη των κατηγορουμένων, οι οποίοι, μέχρι να καλυφθούν τα έξοδα μεταφοράς των ως άνω δύο αλλοδαπών γυναικών στην Ελλάδα, παρακρατούσαν ολόκληρη την αμοιβή που έπαιρνα αυτές για κάθε συνάντηση, στη συνέχεια δε απέδιδαν σ'αυτές μόνο το 25% περίπου της αμοιβής τους από κάθε συνάντηση. Έκανε δε η καθεμία από έξι (6) έως δώδεκα (12) συναντήσεις - ερωτικά ραντεβού ημερησίως, εξαναγκαζόμενη προς τούτο από τους πρώτο και τέταρτη κατηγορουμένους, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους και κυρίως το ότι ήταν αλλοδαπές και την κακή οικονομική τους κατάσταση και κατακρατώντας τα κανονικά τους διαβατήρια, παραδίδοντας σ'αυτές τα πλαστά διαβατήρια που προαναφέρθηκαν, τις ανάγκαζαν να εκδίδονται με αμοιβή, η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος της κατέληγε σ'αυτούς (πρώτο και τέταρτη κατηγορουμένους), αποκομίζοντας έτσι σημαντικά οικονομικά οφέλη σε βάρος τους. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά σαφώς προκύπτει ότι όλοι οι κατηγορούμενοι, μαζί με τα άτομα που αναφέρθηκαν με τα μικρά τους ονόματα και των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν τα υπόλοιπα στοιχεία, είχαν οργανωθεί σε ομάδα με διαρκή δράση, έχοντας διακριτό ρόλο ο καθένας και συγκεκριμένη εργασία να διεκπεραιώσει προς εξυπηρέτηση των σκοπών της ομάδας που ήταν να προσελκύουν νεαρές κοπέλες από την Ουκρανία και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, τις οποίες εύκολα εξαπατούσαν εξαιτίας της δεινής οικονομικής και κοινωνικής τους κατάστασης, και να τις πείθουν να έλθουν στην Ελλάδα, με το πρόσχημα ότι θα εργάζονταν εδώ με πολύ καλή αμοιβή ή θα συμβίωναν με οικονομική άνεση, μετά δε την άφιξή τους στην Ελλάδα, να τις αναγκάζουν να εκδίδονται, πραγματοποιώντας αόριστο αριθμό ερωτικών ραντεβού, που κανόνιζαν οι δράστες, έναντι αμοιβής για κάθε ερωτική συνάντηση, την οποία βασικά και ουσιαστικά εκαρπώνοντο οι ίδιοι. Η T. S. και η Y. B. είναι τα τελευταία θύματα, που η εν λόγω εγκληματική οργάνωση μετέφερε στην Ελλάδα το Νοέμβριο του 2006 την πρώτη και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους την δεύτερη, οι οποίες μετά την "απελευθέρωσή τους" ζήτησαν να επιστρέψουν το ταχύτερο δυνατό στη χώρα τους. Τέλος, μετά την σύλληψη των κατηγορουμένων, ύστερα από έρευνες που έγιναν στο ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και στην οικία του κατηγορουμένου Α. Μ., βρέθηκαν στην κατοχή αυτού και κατασχέθηκαν τα λεπτομερώς περιγραφόμενα στο διατακτικό όπλα, μεταξύ των οποίων και μια κυνηγετική καραμπίνα, και πυρομαχικά, τα οποία κατείχε ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς να έχει την απαιτούμενη προς τούτο άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Ενόψει όλων των παραπάνω αποδειχθέντων, το Δικαστήριο πείσθηκε και οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις που ήδη έχουν αναφερθεί, όπως στο διατακτικό, με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της σωματεμπορίας οι πρώτος, τέταρτη και πέμπτος και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή οι δεύτερος και τρίτος, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της εν λόγω πράξεως και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, όπως καταδεικνύεται από τις διασυνδέσεις που είχαν εκτός Ελλάδας, από την εγκατάσταση "κανονικής" επιχειρήσεως στην οικία του πρώτου κατηγηρουμένου, όπου λειτουργούσε τηλεφωνικό κέντρο για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών και ετηρούντο καταστάσεις κινήσεως της επιχειρήσεως, αλλά και από την αγορά ιδιόκτητων αυτοκινήτων για τη μεταφορά των εκδιδομένων γυναικών, προκύπτει αναμφίβολα σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος, απορριπτομένων μετά ταύτα ως αβασίμων όλων των αντιθέτων ισχυρισμών των κατηγορουμένων και της υπερασπίσεώς τους". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, σωματεμπορίας από κοινού και κατ' επάγγελμα για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 13 στ', 14. 351 παρ. 1, 2, 4 στοιχ. δ' του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ο τρόπος κατά τον οποίο τελέστηκε το έγκλημα, η χρήση της βίας και των απειλών με τις οποίες εξανάγκαζε ο αναιρεσείων και οι συνεργοί του τις αλλοδαπές να εκδίδονται με ανταλλάγματα σε τρίτους, Η αιτίαση δε του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόρριψη του ισχυρισμού του ότι η πράξη έφερε τον χαρακτήρα όχι της σωματεμπορίας, αλλά της μαστροπείας και της κατ' εξακολούθηση σωματεμπορίας και όχι κατά συρροή, είναι αβάσιμη, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής, αλλ' αρνητικός της κατηγορίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του, ανεξαρτήτως του ότι η αιτιολογία για τον αρνητικό αυτό ισχυρισμό εμπεριέχεται στην κύρια ως άνω αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, από το άρθρο 365 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρος, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικώς αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν συνέτρεξε νόμιμη περίπτωση, εφόσον δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος. Εξάλλου η λήψη υπόψη από το δικαστήριο καταθέσεως μάρτυρος κατηγορίας, η οποία αναγνώσθηκε και που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υπό την προϋπόθεση, πλην άλλων, ότι η ανάγνωση αυτής έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Δεν δημιουργείται όμως η από το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα απόλυτη ακυρότητα, όταν παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου αναγνωσθεί η προανακριτική κατάθεση μάρτυρος του οποίου είναι αδύνατη η εμφάνιση στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου του, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος (άρθρο 365 ΚΠΔ) και του οποίου η κατάθεση είναι εντελώς αναγκαία για την εξακρίβωση της αλήθειας, διότι άλλως η εναντίωση του κατηγορουμένου ως προς την ανάγνωση τέτοιας καταθέσεως αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 17-18 της ΕΣΔΑ, αφού απολήγει στην παρεμπόδιση της διεξαγωγής δίκαιης και ουσιαστικής δίκης. Σε κάθε δε πάντως περίπτωση δεν παραβιάζεται το ως άνω δικαίωμα του κατηγορουμένου όταν το Δικαστήριο δεν στήριξε την περί ενοχής κρίση του αποκλειστικά στην προανακριτική κατάθεση, που αναγνώσθηκε, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, για λόγο απόλυτης ακυρότητας, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, παρά την εναντίωση του να μην αναγνωσθούν οι ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων T. S. και V. B., τις ανέγνωσε και τις έλαβε υπόψη του χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεως τους στο ακροατήριο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου για τη μη ανάγνωση των εν λόγω προανακριτικών καταθέσεων με την αιτιολογία ότι αφ'ενός μεν η κλήτευσή τους και η εμφάνιση τους στο Δικαστήριο ήταν αδύνατη, αφετέρου δε, δεν στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου αποκλειστικά στις παραπάνω προανακριτικές καταθέσεις, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα. Τέλος αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο τέταρτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στην περί ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κρίση του, έλαβε υπόψη αμέσως και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και ηλεκτρονικό υπολογιστή και καταστάσεις κινήσεως της επιχειρήσεως, που δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν, διότι τα παραπάνω έγγραφα αναφέρονται απλώς ιστορικά (διηγηματικά) στην απόφαση και όχι προς στήριξη της ενοχής.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση του αναιρεσείοντος Α. Μ. να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ).
Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Μ.-G. I.: Επειδή, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απαλλακτική διάταξη της πρωτόδικης με αριθμό 2418/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Αθηνών, για αρπαγή είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου συζητήσεως της υποθέσεως η συγκεκριμένη κατηγορουμένη δεν προέβαλε ισχυρισμό περί δεδικασμένου, εν πάση δε περιπτώσει, όπως πιο πάνω εκτίθεται, επί του σχετικού λόγου αναιρέσεως του Α. Μ., όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των διατακτικών των δύο αποφάσεων σε συνδυασμό και με το σκεπτικό αυτών, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως στις δύο περιπτώσεις, διότι η αρπαγή και η σωματεμπορία συρρέουν αληθινά και συνεπώς δεν υπάρχει η προϋπόθεση του άρθρου 57 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την ύπαρξη δεδικασμένου.
Επειδή, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλεται με τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτείται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωκε. Επομένως η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ1 του ίδιου Κώδικα αναιρετικό λόγο, απαιτείται και στην παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για την κλήτευση και στο ακροατήριο εξέταση μάρτυρα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 365 § 1 Κ.Π.Δ., η ένορκη κατάθεση μάρτυρα, που δόθηκε στην προδικασία, διαβάζεται στο ακροατήριο εξαιτίας διαμονής του στο εξωτερικό. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει απέρριψε το αίτημα της κατηγορουμένης για κλήτευση και στο ακροατήριο εξέταση των μαρτύρων T. S. και Y. Β.Ι., με την εξής αιτιολογία: "Το Δικαστήριο συνεκτίμησε και τις από 23.11.2006 προανακριτικές καταθέσεις των αλλοδαπών T. S. και Y. Β.Ι., οι οποίες καταθέσεις παραδεκτώς αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, παρά τις αντιρρήσεις και τις ενστάσεις των παραπάνω κατηγορουμένων και των συνηγόρων τους, καθόσον από το με ημερομηνία 8.2.2007 αναγνωσθέν έγγραφο της ΜΚΟ της Εκκλησίας της Ελλάδος "ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ" προς την πέμπτη Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών, προκύπτει ότι οι αλλοδαπές T. S. και Y. Β., σε βάρος των οποίων τέλεσαν οι πρώτος, τέταρτη και πέμπτος των κατηγορουμένων το αδίκημα της σωματεμπορίας, μετά την δοκιμασία αυτή που υπέστησαν, φιλοξενήθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από24.11.2006 έως 18.12.2007, στον ξενώνα "ΣΤΟΡΓΗ" της παραπάνω Οργάνωσης ως θύματα παράνομης διακίνησης ανθρώπων και στη συνέχεια επαναπατρίστηκαν, χωρίς να προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο η διεύθυνση αυτών στην αλλοδαπή. Επομένως δεν είναι δυνατή η ανεύρεση και η κλήτευση αυτών για να εμφανιστούν στο ακροατήριο και ως εκ τούτου ήταν επιβεβλημένη, κατ' άρθρο 365 ΚΠΔ, μετά και την σχετική πρόταση - αίτηση του Εισαγγελέα της έδρας, η ανάγνωση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου των από 23.11.2006 ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων, με διερμηνέα των αλλοδαπών T. S. και Y. Β., απορριπτόμενων μετά ταύτα των αντιθέτων ισχυρισμών των εν λόγω κατηγορουμένων και της υπερασπίσεως αυτών ως αβασίμων". Έτσι, κρίνοντας το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του την επιβαλλόμενη και για την εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού χαρακτηρίζει αδύνατη την κλήτευση των μαρτύρων και την ενώπιον του εμφάνιση τους.
Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλεπόμενη πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επομένως ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος, ενώ, κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά την εναντίωση της κατηγορουμένης στην ανάγνωση των ως άνω προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων T. S. και Y. Β.Ι., το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανέγνωσε τις προανακριτικές αυτές καταθέσεις, διότι, το μεν δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι η συγκεκριμένη κατηγορουμένη εναντιώθηκε στην ανάγνωση αυτών των καταθέσεων, το δε διότι όπως παραπάνω αναφέρεται, κρίθηκε ότι ήταν αδύνατη η εμφάνιση στο ακροατήριο των μαρτύρων αυτών, λόγω διαμονής τους σε άγνωστη διεύθυνση στο εξωτερικό και το Δικαστήριο δεν στήριξε την περί ενοχής κρίση του, αποκλειστικά στις ως άνω προανακριτικές καταθέσεις, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επειδή, τέλος αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο τέταρτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στην περί ενοχής της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης κρίση του, έλαβε υπόψη αμέσως και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και ηλεκτρονικό υπολογιστή και καταστάσεις κινήσεως της επιχειρήσεως, που δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν, διότι, όπως εκτίθεται παραπάνω, τα ανωτέρω έγγραφα αναφέρονται απλώς ιστορικά (διηγηματικά) στην απόφαση και όχι προς στήριξη της ενοχής.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση της αναιρεσείουσας Μ.-G. I. να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 17 Σεπτεμβρίου 2010 και 21 Σεπτεμβρίου 2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Α. Μ. του Ζ. και της Μ.-G. I. του Μ. αντιστοίχως κατά της 1839/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ως άνω αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δυο αιτήσεων αναιρέσεων. Εγκληματική οργάνωση, σωματεμπορία κλπ. Λόγοι αναιρέσεων: Παραβίαση δεδικασμένου, έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα, κλπ. Απορρίπτει αιτήσεις.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1236/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου A. N. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 780/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 952/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα με αριθμό και ημερομηνία 365/26-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την υπ' αριθμ. πρωτ. 50/28-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του N. A. (Ν. Α.) του Α.και της Τ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1973 στην Αλβανία και ήδη κατοικεί στην ..., οδός ..., νυν κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Δομοκού, η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 780/16-3-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία έχει καταδικαστεί σε ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή 30.000 ΕΥΡΩ για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής και απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία αυτών από δράστη υπότροπο καθώς επίσης και σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή 1500 ΕΥΡΩ για την πράξη της κατοχής πλαστών εγγράφων (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42, 94 του Π.Κ. και άρθρα 4 παρ. 1 - 3 Πιν Α5, 5 παρ. 1 στοιχ. β και ζ, 8 του Ν. 1729/1987 όπως ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως των ως άνω πράξεων και παράβαση του άρθρου 54 παρ. 7 του Ν. 2910/2001), και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 3 και 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως είναι δέκα (10) ημερών από την δημοσίευση της αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος είναι παρών, εάν δε δεν είναι παρών η ως άνω προθεσμία είναι επίσης δέκα (10) ημερών εκτός εάν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα (30) ημερών? σε κάθε δε περίπτωση αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Σχετικά με την προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο από τον γραμματέα του οικείου δικαστηρίου.
Εν προκειμένω η προσβαλλομένη απόφαση υπ' αριθμ. 780/16-3-2010 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο στις 13-4-2010, η δε κρινομένη εν προκειμένω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 28-6-2010 δηλαδή εκπρόθεσμα χωρίς να προτείνει και χωρίς να αποδεικνύει συγχρόνως κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα. Ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ως εκπρόθεσμη απαράδεκτη και να καταδικαστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ. ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. πρωτ. 50/28-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του N. A. (Ν. Α.) του Α. και της Τ., ο οποίος γεννήθηκε στην Αλβανία το έτος 1973 και κατοικεί στην ..., οδός ..., και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Δομοκού, κατά της υπ' αριθμ. 780/16-3-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. ... 21-10-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται για την άσκηση του. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ένδικων μέσων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από διάταξη νόμου είναι δεκαήμερη, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση, ενώ, εάν δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η ως άνω προθεσμία είναι και πάλι δεκαήμερη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση, όμως που ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από τότε που επιδόθηκε η απόφαση στον κατηγορούμενο, εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώριση της στο ως άνω βιβλίο. Συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση κατά του ως άνω ένδικου μέσου, όταν ο αναιρεσείων επικαλείται στη σχετική έκθεση περιστατικά, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τα ως άνω περιστατικά. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απορριπτέο, ως εκπρόθεσμο και απορριπτέο.
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη 780/16.3.2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε κάθειρξη είκοσι (20) ετών για αγορά, κατοχή και απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία από υπότροπο, καθώς επίσης και σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ, δημοσιεύτηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο στις 16 Μαρτίου 2010 και καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ως άνω ειδικό βιβλίο στις 13 Απριλίου 2011 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση), ο δε αναιρεσείων άσκησε την αίτηση αναιρέσεως στις 28 Ιουνίου 2010, δηλαδή εκπρόθεσμα και ως προς τον χρόνο δημοσιεύσεως της εν λόγω προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως προς τον χρόνο καθαρογραφήσεως και καταχωρίσεως στο ειδικό βιβλίο. Στην έκθεση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αίτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την 50/28.6.2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου A. N. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στα Δικαστικές Φυλακές Δομοκού, κατά της 780/16.3.2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην ... στις 1 Μαρτίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην ... στις 25 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1236/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Γκίνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Επιστημονικού σωματείου με την επωνυμία "ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΑΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Τρίπλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20504/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 397/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21/4/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 25-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 9§13 του ν. 2557/1997 με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Πολιτισμού αποδίδονται στο Υπουργείο Πολιτισμού χώροι που εκμεταλλεύεται ο ΕΟΤ, οι οποίοι έχουν αρχαιολογικό ή σπηλαιολογικό ενδιαφέρον, για τη διασφάλιση της αρχαιολογικής ή κάθε άλλης συναφούς επιστημονικής έρευνας. Με βάση την παραπάνω κοινή υπουργική απόφαση ο Υπουργός Πολιτισμού εκδίδει πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής οποιουδήποτε νέμεται, κατέχει ή χρησιμοποιεί τους χώρους στους οποίους αναφέρεται η παράγραφος αυτή. Με την έκδοση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής λύεται αυτοδικαίως κάθε σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) ή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" και οποιουδήποτε τρίτου και αφορά του αποδιδόμενους, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στο Υπουργείο Πολιτισμού χώρους (όπως το τελευταίο ως άνω εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 10§28 του ν. 3207/2003). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) για την απόδοση στο Υπουργείο Πολιτισμού των αναφερόμενων σ' αυτές χώρων τους οποίους εκμεταλλεύεται ο ΕΟΤ απαιτείται η έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Ανάπτυξης και Πολιτισμού, και έκδοση, βάσει της κοινής αυτής υπουργικής απόφασης, πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής κατά του νεμομένου ή κατέχοντος ή χρησιμοποιούντος τους εν λόγω χώρους, και ότι β) με την έκδοση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής λύεται αυτοδικαίως κάθε σύμβαση μεταξύ του ΕΟΤ ή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" (και ήδη "Εταιρείας Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ" ως ειδικής διαδόχου του ΕΟΤ, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα) και οποιουδήποτε τρίτου, η οποία (σύμβαση) αφορά τους αποδιδόμενους στο Υπουργείο Πολιτισμού ως άνω χώρους, χωρίς δε την έκδοση τέτοιου πρωτοκόλλου δεν επέρχεται η προαναφερόμενη (αυτοδίκαιη) λύση της σύμβασης, έστω και αν έχει εκδοθεί η ειρημένη κοινή υπουργική απόφαση για την απόδοση του χώρου στο Υπουργείο Πολιτισμού.
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά της υπ'αριθμ. 20504/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, κατά παραδοχήν της υπ' αριθμ. καταθ. 17384/2006 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου σωματείου με την επωνυμία "ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ", υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στο τελευταίο το ποσό των 67.864,72 ευρώ ως διαφορές από την από 8-4-1981 σύμβαση παραχώρησης που είχε συναφθεί μεταξύ του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) και του ως άνω σωματείου, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του πρώτου από τους οποίους (Ε.Ο.Τ.) υπεισήλθε εκ του νόμου, ως ειδική διάδοχος, η αναιρεσείουσα, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 13παρ. 1β' του ν. 2636/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 § 6 του ν. 2837/2000, και υπό την τότε επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." (μετονομασθείσα σε "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε. (Ε.Τ.Α. Α.Ε.)" με το άρθρο 2 § 1 δ' του ν. 3270/2004), έχει αυτοδικαίως, από την έναρξη ισχύος της ειρημένης διάταξης του άρθρου 13 ν. 2636/98 τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., όπως προσδιορίζονται στο ίδιο αυτό άρθρο. Η ανωτέρω σύμβαση παραχώρησης αφορούσε τη χρήση μιας έκτασης εμβαδού 184.270 τ.μ. που βρίσκεται στην Κοινότητα Πέτρας Χαλκιδικής και ανήκει στον Ε.Ο.Τ. και στην οποία περιλαμβάνεται και το σπήλαιο Πετραλώνων Χαλκιδικής με όλες τις εγκαταστάσεις του (μουσείο, αναψυκτήριο, εκδοτήριο εισιτηρίων κ.λ.π.), οι ένδικες δε διαφορές συνίσταντο, ειδικότερα, σε ισόποσες λειτουργικές δαπάνες του ανωτέρω ακινήτου - σπηλαίου (μισθοδοσία προσωπικού, ασφαλιστικές εισφορές, έξοδα κινήσεως, αγορά διαφόρων ειδών κλπ) τις οποίες κατέβαλε, κατά την προαναφερθείσα σύμβαση παραχώρησης, το αναιρεσίβλητο επιστημονικό σωματείο και οι οποίες βάρυναν, κατά την ίδια σύμβαση, τον Ε.Ο.Τ. και ήδη, για το επίδικο χρονικό διάστημα των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2005, την αναιρεσείουσα-εναγομένη ανώνυμη εταιρεία. Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι α) το Εφετείο "έσφαλε νομικώς" διότι έκανε δεκτό ότι η διοίκηση και διαχείριση του ανωτέρω σπηλαίου Πετραλώνων περιήλθε στην αναιρεσείουσα εταιρεία μαζί με το σύνολο των ακινήτων και των λοιπών επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ. (άρθρ. 13 ν. 2636/98), ενώ, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αυτή "έχει τη διοίκηση και διαχείριση του συνόλου των ακινήτων και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., πλην του σπηλαίου Πετραλώνων Χαλκιδικής, δεδομένης της εκδόσεως του ν. 2557/1997. Δια των διατάξεων του νόμου αυτού το σύνολο των σπηλαίων της χώρας και βέβαια και το σπήλαιο Πετραλώνων παραχωρήθηκαν προς διοίκηση, διαχείριση, αξιοποίηση και εκμετάλλευση στο Υπουργείο Πολιτισμού, εκδοθείσης μάλιστα προς υλοποίηση του σκοπού αυτού και της υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/ΑΙ/Φ45/15813/1998 (ΦΕΚ 336/Β/9-4-1998) κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Ανάπτυξης και Πολιτισμού", και επομένως (ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα) δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην έγερση της ένδικης αγωγής, και ότι β)το Εφετείο με την προαναφερθείσα παραδοχή του (παθητική νομιμοποίηση αναιρεσείουσας) παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3207/2003 (Ρύθμιση Θεμάτων Ολυμπιακής Προετοιμασίας) με την οποία λύθηκε αυτοδικαίως η ένδικη από 8-4-1981 σύμβαση παραχώρησης και ανατέθηκε η διοίκηση κλπ, του ειρημένου σπηλαίου Πετραλώνων στο Υπουργείο Πολιτισμού, με αποτέλεσμα να μην έχει έκτοτε τη διοίκηση κ.λ.π του σπηλαίου η αναιρεσείουσα και να μην νομιμοποιείται έτσι παθητικά στην έγερση της αγωγής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Διότι, αφενός μεν από καμία διάταξη του ν. 2557/1997 τον οποίο και αορίστως επικαλείται η αναιρεσείουσα, δεν προκύπτει ότι το σπήλαιο Πετραλώνων παραχωρήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού, όπως η τελευταία υποστηρίζει (ανωτ. υπό α'), αφ' ετέρου και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη και τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 9§13 του ν. 2557/1997, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 21β του άρθρου 19 του ν. 2947/2001 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 10§28 του ν. 3207/2003, η ανωτέρω σύμβαση δεν λύθηκε αυτοδικαίως (με τις διατάξεις αυτές), ούτε με την αναφερόμενη ως άνω υπ' αριθμ. 15813/948/9-4-1998 κοινή Υπουργική Απόφαση, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα, αλλ' απαιτείται προς τούτο έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής από τον Υπουργό Πολιτισμού κατά του κατόχου του χώρου (σπηλαίων) και εν προκειμένω κατά του αναιρεσίβλητου επιστημονικού σωματείου, έκδοση δε τέτοιου πρωτοκόλλου δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει η αναιρεσείουσα. Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, ως ανωτέρω, ότι η αναιρεσείουσα νομιμοποιείται παθητικά στην έγερση της αγωγής έσφαλε και για το λόγο ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) ευθύνεται από την ένδικη σύμβαση μόνον για τις μετά την ίδρυσή της (ν. 2636/98) προκύπτουσες από αυτήν (σύμβαση) υποχρεώσεις, επομένως όχι και για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου σωματείου, που γεννήθηκαν πριν από την ίδρυση της αναιρεσείουσας. Και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, που, όπως εκτιμάται, επιχειρείται να θεμελιωθεί επίσης στο άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ (παραβίαση των διατάξεων του ιδρυτικού της αναιρεσείουσας ν. 2638/1988), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, όπως άλλωστε έχει ήδη αναφερθεί, ότι οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2005, ήτοι σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο της ιδρύσεως της αναιρεσείουσας (έτος 1998). Με τους τρίτον, τέταρτο και πέμπτο (τελευταίο) λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται, αντίστοιχα, η αιτίαση ότι το Εφετείο λανθασμένα δέχθηκε ότι: α) το αναιρεσίβλητο σωματείο "ορθώς πράττει και δεν αποδίδει τα έσοδα του σπηλαίου στον Ε.Ο.Τ., δεδομένου ότι συμψηφιστικά αναζητεί τα ποσά που διαθέτει επιπλέον των εσόδων του σπηλαίου (...)", αν και σύμφωνα με την ένδικη σύμβαση "πρέπει να αποδίδονται οι εισπράξεις στον Ε.Ο.Τ. και εν συνεχεία, μετά από έλεγχο, ο Οργανισμός να αποδίδει τα νομίμως πραγματοποιηθέντα έξοδα στο αντίδικο (αναιρεσίβλητο σωματείο), γεγονός που ουδέποτε συνέβη ...", β) η αναιρεσείουσα αποδέχεται αδιαμαρτύρητα την υποβολή λογαριασμών από το αναιρεσίβλητο, ενώ το αληθές είναι ότι η αναιρεσείουσα είχε εξαρχής γνωστοποιήσει σ' αυτό ότι δεν θεωρεί τον εαυτό της υπόλογο και έχει αποστείλει το σύνολο των υποβληθέντων λογαριασμών στο Υπουργείο Πολιτισμού, και γ) αποτελούν έξοδα λειτουργίας του σπηλαίου η αγορά καινούργιου οχήματος τύπου JΕΕΡ από το αναιρεσίβλητο και των αναφερόμενων ζωοτροφών. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, αφού οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου ανάγονται στην εκτίμηση και μόνο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 397/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011, και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
«Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.» ως ειδική διάδοχος του Ε.Ο.Τ. Απόδοση στο Υπουργείο Πολιτισμού χώρων αρχαιολογικού ή σπηλαιολογικού ενδιαφέροντος τους οποίους εκμεταλλεύεται ο Ε.Ο.Τ. ή η Ε.Τ.Α. Α.Ε. Προϋποθέσεις αυτοδίκαιης λύσης σχετικών συμβάσεων με τρίτους. Παθητική νομιμοποίηση Ε.Τ.Α. Α.Ε. από σύμβαση εκμετάλλευσης του σπηλαίου Πετραλώνων Χαλκιδικής. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 και ως απαράδεκτους κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ. Πολ. Δ.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1237/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Κ. Π., το γένος Γ. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπαταβάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9605/2000, 6316/2001, 7495/2002 μη οριστικές, 206/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5470/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-1-2007 αίτησή του (που κατέθεσε στο Εφετείο Αθηνών με αριθ. καταθ. 114/2007 και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθ. καταθ. 9/2007).
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 2-10-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 § § 1-3 του ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Εξάλλου κατά τα άρθρα 94§1, 96§1, 104 και 143§3 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να φορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση αγωγής ή ένδικου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος. Τέλος, κατά το άρθρο 226§4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση, κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται, και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Για να είναι όμως έγκυρη η κλήτευση αυτή, ως συνέπεια της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, πρέπει ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολήν δικάσιμο διάδικος είτε να είχε αυτός επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευτεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη (αρχική) αυτή δικάσιμο και επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του, να είχε καλυφθεί τυχόν έλλειψη ή ακυρότητα της κλήτευσής του κατά τη δικάσιμο αυτή (αρχική). Αν, αντιθέτως, κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολήν δικάσιμο διάδικος δεν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση ή δεν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατ' αυτήν (αρχική δικάσιμο), δεν παρέστη δε νομίμως κατά την εν λόγω (αρχική) δικάσιμο, ώστε να καλυφθεί τυχόν έλλειψη ή ακυρότητα της κλήτευσής του, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή της σ' αυτό για τη νέα, μετά την αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για την τελευταία αυτή δικάσιμο, και απαιτείται νέα, νόμιμη κλήτευσή του.
Εν προκειμένω φέρεται προς συζήτηση με επίσπευση της αναιρεσίβλητης η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά των υπ' αριθμ. 5470/2006 και 206/2004 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, για την οποία είχε ορισθεί αρχική δικάσιμος εκείνη της 12-10-2009. Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία ο αναιρεσείων παραστάθηκε δια του φερομένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του Ελ. Τσολάκου, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 14-2-2011, στην οποία και μεταφέρθηκε η υπόθεση, με εγγραφή της στη σειρά των υποθέσεων που έπρεπε να συζητηθούν κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (πινάκιο). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά την προαναφερεθείσα μετ' αναβολήν δικάσιμο της 14-2-2011 και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο, παριστάμενο ή βάσει δηλώσεως κατ' άρθρον 242§2 του Κ.Πολ.Δ, όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2542/10-6-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη, η τελευταία επέδωσε στον υπογράφοντα ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρο Εμμανουήλ Παπαδάκη αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού της ανωτέρω αρχικής δικασίμου (12-10-2009), χωρίς όμως να προκύπτει από την έκθεση αυτή (επιδόσεως), αφού δεν αναφέρεται σ' αυτήν κάτι τέτοιο, ή από άλλο έγγραφο, ότι επιδόθηκε στον ως άνω δικηγόρο ή στον αναιρεσείοντα και κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως κατά την ορισθείσα (αρχική) δικάσιμο. Από τα στοιχεία, τέλος, της δικογραφίας δεν προκύπτει επίσης ότι ο προαναφερθείς δικηγόρος Ελ. Τσολάκος, που παραστάθηκε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος κατά την αρχική αυτή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα, είχε διορισθεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος κατά κάποιον νόμιμο, ως ανωτέρω, τρόπο (άρθρ. 96§1 του ΚΠολΔ). Ενόψει τούτων, αφού δηλαδή ο αναιρεσείων, που απουσιάζει, α) δεν κλητεύτηκε από την επισπεύδουσα αναιρεσίβλητη να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα ως άνω δικάσιμο και β) δεν εκπροσωπήθηκε από νομίμως διορισμένο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της τελευταίας αυτής, μετ' αναβολήν, δικασίμου δεν επέχει, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, θέση κλητεύσεώς του, και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8-1-2007 αίτησης για αναίρεση των υπ' αριθμ. 5470/2006 και 206/2004 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011, και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Πληρεξουσιότητα – συζήτηση υποθέσεως σε μετ΄ αναβολήν δικάσιμο. Απαράδεκτη η συζήτηση όταν απουσιάζει ο αναιρεσείων και α) δεν έχει κλητευθεί νομίμως από τον επισπεύδοντα αναιρεσίβλητο να παραστεί στην ορισθείσα αρχική δικάσιμο, και β) δεν παραστάθηκε νομίμως, με διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για μεταγενέστερη δικάσιμο, αφού στην περίπτωση αυτή η αντιγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της νέας δικασίμου δεν ισχύει ως κλήτευση του απολιπόμενου αναιρεσείοντος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1238/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Χ. Λ.- Ι. Σ. ΕΠΕ" που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σίνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1718/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 22-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576§§1 και 2 του ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι όταν απουσιάζει κάποιος διάδικος ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι αν τη συζήτηση επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει ή αν αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατ' αυτήν, όταν τη συζήτηση επισπεύδει άλλος διάδικος. Όταν οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν, όταν δηλαδή τη συζήτηση επισπεύδει άλλος διάδικος από εκείνον που απουσιάζει ή όταν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση και εκείνος που απουσιάζει δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, και για την επαναφορά της υπόθεσης προς συζήτηση απαιτείται νέα κλήση.
Εν προκειμένω από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει α) ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αφού το υπάρχον αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως περιέχει τις πράξεις ορισμού του αρμόδιου τούτου τμήματος και της σημερινής δικασίμου (αρθρ. 568§2 του ΚΠολΔ), χωρίς όμως κλήση προς τον αναιρεσίβλητο για συζήτηση κάτω από το αντίγραφο αυτό, ώστε να προκύπτει ότι τη συζήτηση επισπεύδει η αναιρεσείουσα (άρθρ. 568§§1 και 4 εδ. α' του ΚΠολΔ), ο δε παριστάμενος αναιρεσίβλητος δεν προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως προς την αναιρεσείουσα, ώστε να προκύπτει ότι τη συζήτηση επισπεύδει ο ίδιος (άρθρ. 568§4 εδ. β' του ΚΠολΔ) και β) ότι η αναιρεσείουσα έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση υποθέσεως στην ορισθείσα ως άνω (σημερινή) δικάσιμο αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο παριστάμενος αναιρεσίβλητος δεν προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως προς αυτήν (αναιρεσείουσα) αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως και αφού η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, παριστάμενο ή βάσει δηλώσεως κατ' άρθρον 242§2 του ΚΠολΔ κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου (βλ. ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά), πρέπει , σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 2-7-2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1718/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Ιουνίου 2011, και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Συζήτηση της υποθέσεως στην ορισθείσα δικάσιμο. Απαράδεκτη αν απουσιάζει ο αναιρεσείων και δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση και ότι ο αναιρεσείων έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1241/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.257/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1.Γ. Ζ. του Κ. και 2.Σ. συζ. Β. Λ.-Ζ..
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1567/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 39/10.2.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 9/22-11-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., οδός ..., που στρέφεται κατά του με αριθμό 257/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Τρικάλων με το με αριθμό 261/2010 παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου αυτός να δικασθεί ως υπαίτιος απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα με συνολικό όφελος και συνολική ζημία υπερβαίνουσα τα 73.000 ευρώ (παράβαση των άρθρων 386 παρ. 1 και 3 αβ, 13 εδ. στ και 98 ΠΚ). Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεώς του, εκδόθηκε το με αριθμό 257/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, το οποίο αφ'ενός μεν διόρθωσε το πρωτόδικο βούλευμα ως προς το διατακτικό του και αφ'ετέρου απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση και το επικύρωσε. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 11-11-2010 και αυτός άσκησε την αίτηση αναίρεσης στις 22-11-2010 (ημέρα Δευτέρα) εντός της τασσομένης από το νόμο προθεσμίας, ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Λάρισας, συνετάγη δε από εκείνον η με αριθμό 9/2010 σχετική έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ και η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του πιο πάνω εγκλήματος ( άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ ΚΠΔ). Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης από τον κατηγορούμενο, αφού τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και το ένδικο αυτό μέσο ασκήθηκε πριν την ισχύ του Ν. 3904/2010. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι.
ΙΙ. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στην διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα του Συμβουλίου που αποτελείται από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 9/2001). Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων σε βάρος του κατηγορούμενου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους, το Συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως απαιτείται να εκτίθενται όλα τ' ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου ( Ολ ΑΠ 1/2005, ΑΠ 1641/08, ΑΠ 1596/07). Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που τις συγκροτούν (ΑΠ 1248/10, ΑΠ 13/08). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως ενεργό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή και όταν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 ευρώ. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ.στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τελείται η απάτη όταν από την επανειλημμένη τέλεσή της, ή από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη για διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί τέλεσης του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, χωρίς να απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες (ΑΠ 545/2009).
ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα: " Ο πρώτος εγκαλών Γ. Ζ. του Κ. γνώρισε τον κατηγορούμενο ως πρόεδρο της ποδοσφαιρικής ομάδας των Τρικάλων, στην οποία έπαιζε ποδόσφαιρο ο εγγονός του και γιος της δεύτερης εγκαλούσας Σ. Ζ. του Γ.. Το Μάρτιο του 2005 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το μηνυτή στην Οιχαλία όπου κατοικεί και συστήθηκε ως οικονομικός σύμβουλος ασχολούμενος με ασφαλιστικές εργασίες και παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, διατηρώντας δύο γραφεία, ένα στην Οιχαλία και ένα στη Λάρισα. Εκεί του πρότεινε να επενδύσει χρήματα σε αμοιβαία κεφάλαια και παράγωγα τα οποία όπως ισχυρίστηκε θα εξασφάλιζαν πολύ υψηλή απόδοση. Μάλιστα για να άρει τις επιφυλάξεις του ανέφερε ότι αν έπαιρνε 15.000 ευρώ, θα απέδιδε κέρδος με σε μια εβδομάδα 7.500 ευρώ. Ο εγκαλών πείστηκε και κατέθεσε σε λογαριασμό του 15.000 ευρώ στις 28-3-2005, με αποτέλεσμα μετά από μία εβδομάδα ο κατηγορούμενος να τον επισκεφθεί και να του αποδώσει πράγματι το ποσό που του υποσχέθηκε, δηλαδή 22.500 ευρώ. Αφού κατόρθωσε έτσι να κερδίσει την εμπιστοσύνη του εγκαλούντος, παριστάνοντας ψευδώς ότι είναι γνώστης των επενδύσεων και φερέγγυος επενδυτής χρηματικών κεφαλαίων σε αμοιβαία κεφάλαια και παράγωγα προϊόντα τον έπεισε να του δώσει στις 13-4-2005 το ποσό των 20.000 ευρώ, στις 19-4-2005 το ποσό των 10.000 ευρώ, στις 26-4-2005 το ποσό των 29.000 ευρώ και στο τέλος Απριλίου 2005 μέσω της κόρης του για λογαριασμό του 2.000 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 61.000 ευρώ, προκειμένου δήθεν να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια με μεγάλη απόδοση, που δήθεν θα του απέδιδε μετά εξάμηνο το ποσό των 257.000 ευρώ όμως είχε ειλημμένη την απόφαση να μην επενδύσει τα χρήματα αυτά, αλλά να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και έπραξε. Με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος τον Μάιο του 2005 στην Οιχαλία Τρικάλων, παριστάνοντας ψευδώς ότι είναι γνώστης των επενδύσεων και φερέγγυος επενδυτής χρηματικών κεφαλαίων σε αμοιβαία κεφάλαια και παράγωγα προϊόντα έπεισε την δεύτερη εγκαλούσα Σ. Ζ., συζ Β. Λ., να του δώσει το ποσό των 45.000 ευρώ, προκειμένου δήθεν να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια με μεγάλη απόδοση, όμως είχε ειλημμένη την απόφαση να μην επενδύσει τα χρήματα αυτά, αλλά να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και έπραξε. Συγκεκριμένα για το ποσό των 45.000 ευρώ που απέσπασε υποσχέθηκε αρχικά ότι δήθεν το ποσό αυτό στις 22-5-2005 θα είχε απόδοση 2.000 ευρώ και εξέδωσε μια συναλλαγματική ποσού 47.000 ευρώ με ημερομηνία λήξης 22-5-2005. Τη συναλλαγματική αυτή ωστόσο δεν την πλήρωσε ο κατηγορούμενος αλλά υποσχέθηκε εκ νέου ότι αν κρατούσε τα χρήματα μέχρι τις 5-6-2005 θα απέδιδε 91.000 ευρώ και εξέδωσε για αυτό το σκοπό μια δεύτερη συναλλαγματική ποσού 91.000 ευρώ με ημερομηνία λήξης 5-6-2005. Επειδή και στις 5-6-2005 δεν εξόφλησε τη συναλλαγματική, υποσχέθηκε στην 2η εγκαλούσα ότι εάν δεν διεκδικούσε δικαστικά τα χρήματα της, το ανωτέρω κεφάλαιο της, (45.000€), μετά από μερικούς μήνες δήθεν θα της απέδιδε το ποσό των 165.000 ευρώ. Όμως επειδή περνούσαν οι μήνες και οι εγκαλούντες τον οχλούσαν να τους αποδώσει τα χρήματα τους, χωρίς αποτέλεσμα, ο κατηγορούμενος προκειμένου να τους καθησυχάσει, έχοντας ανοίξει στο όνομα του, στις 14-9-2005, τον υπ' αριθ ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Εθνικής Τράπεζας, Υπ/μα 104 της Πλατείας Συντάγματος στην Αθήνα, χορήγησε τον Οκτώβριο του 2005 μία έγγραφη εξουσιοδότηση με την οποία θα μπορούσε ο 1ος εγκαλών (Γ. Ζ.) από τις 21-10-2005 ως τις 8-11-05 να εισπράξει από τον πιο πάνω λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 257.000 ευρώ. Ομοίως χορήγησε δεύτερη όμοια εξουσιοδότηση με την οποία θα μπορούσε για λογαριασμό της 2ης εγκαλούσας (Σ. Ζ.), να εισπράξει ο σύζυγος της, Β. Λ., από προαναφερόμενο λογαριασμό του, από τις 21-10-2005 ως 8-11-05, το ποσό των 165.000 ευρώ. Εν τέλει όταν στις 8-11-2005 οι εγκαλούντες εμφανίστηκαν στην Εθνική Τράπεζα για να εισπράξουν τα ανωτέρω ποσά που ανεγράφοντο στις δύο αυτές εξουσιοδοτήσεις, διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχαν χρήματα στο λογαριασμό του κατηγορουμένου και έμαθαν ότι δεν είχε γίνει καμία επένδυση με τα χρήματα τους αλλά τα είχε ιδιοποιηθεί παράνομα ο κατηγορούμενος. Στην απολογία του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε χωρίς καμία βασιμότητα και χωρίς να προσκομίσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι δήθεν έλαβε από τον πρώτο εγκαλούντα υπό μορφή δανείου το ποσό των 80.000 ευρώ λόγω της οικονομικής στενότητας του που ήταν σε γνώση του, το οποίο δάνειο και του απέδωσε μαζί με τους τόκους μέσω μιας τράπεζας που δεν θυμάται και με παραστατικό της τράπεζας που δεν προσκομίζει. (Βλ τις από 22-1-2010 και 20-11-2008 καταθέσεις των Γ. Ζ. και Β. Λ., αντίστοιχα, την από 2-3-2010 απολογία του κατ/νου, τις από 21-10-2005 δύο εξουσιοδοτήσεις προς το Γ. Ζ. και Λ. Β., για είσπραξη ποσών 257.000 Ευρώ και 165.000 Ευρώ, αντίστοιχα, από τον αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που διατηρούσε ο κατ/νος στην Εθνική Τράπεζα, την από 12-3-2010 Βεβαίωση της Εθνικής Τράπεζας ΑΕ, για την τήρηση του αριθ ... λογαριασμού από τις 14-9-2005). Ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεση του παραπονείται κατά του εγκαλουμένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, με το οποίο παραπέμπεται για να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Λάρισας, διότι όπως ισχυρίζεται, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική, ούτε η υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου σ'αυτόν εγκλήματος, επειδή ελλείπονται τα κατά νόμο συγκροτούντα αυτήν στοιχεία και παραθέτει σειρά επιχειρημάτων, πλην όμως οι λόγοι αυτοί της εφέσεως ανατρέπονται πλήρως από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, συγκροτείται πλήρως τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον εγκαλούντα. Ειδικότερα επισημαίνει με την έφεση του ο εκκαλών ότι εσφαλμένα αναγράφεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι οι προαναφερόμενες, από 21-10-2005 δύο εξουσιοδοτήσεις, για την είσπραξη του ποσού των 257.000 ευρώ και 165.000 ευρώ, προς τους Γ. Ζ. και Β. Λ., χορηγήθηκαν τον Μάρτιο του 2005 και τον Μάιο του 2005 αντίστοιχα, και πράγματι αυτό είναι αληθές και το ορθό είναι ότι ο λογαριασμός ταμιευτηρίου με αριθ.... της Εθν.Τράπεζας ΑΕ ανοίχθηκε από τον κατ/νο στις 14-9-2005, οπότε οι εξουσιοδοτήσεις χορηγήθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, μετά από την ημερομηνία αυτή και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2005. Δηλαδή αφού είχε προηγηθεί τον Μάρτιο του 2005 και τον Μάιο του 2005 η παράσταση των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, όπως αυτά προαναφέρθηκαν και συνεπεία τούτων πείσθηκαν δύο εγκαλούντες και του έδωσαν τα ποσά των 61.000€ και 45.000€, αντίστοιχα, στην συνέχεια τον Οκτώβριο του 2005, προκειμένου να αποφύγει τις έντονες οχλήσεις των εγκαλούντων για απόδοση των χρημάτων τους και επιδιώκοντας να τους καθυστερήσει να στραφούν δικαστικά εναντίον του, διεκδικώντας την είσπραξη των απαιτήσεων τους, τους χορήγησε ο κατ/νος τις εξουσιοδοτήσεις αυτές. Η ανωτέρω εσφαλμένη αναφορά του χρόνου χορηγήσεως των δύο εξουσιοδοτήσεων δεν επηρεάζει την κατηγορία αφού προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, παριστάνοντας ψευδώς ότι είναι γνώστης των επενδύσεων και φερέγγυος επενδυτής χρηματικών κεφαλαίων σε αμοιβαία κεφάλαια και παράγωγα προϊόντα, απέσπασε από τους εγκαλούντες τα ποσά των 61.000 ευρώ και των 45.000 ευρώ, αντίστοιχα, και συνολικά (61.000 + 45.000)= 106.000 ευρώ, προκειμένου δήθεν να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια με μεγάλη απόδοση, όμως είχε ειλημμένη την απόφαση να μην επενδύσει τα χρήματα αυτά, αλλά να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και έπραξε. Αφού λοιπόν και το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, στις νομικές και πραγματικές σκέψεις του οποίου και εμείς κατά τα λοιπά αναφερόμαστε, με την μόνη επιβαλλόμενη διόρθωση, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, του διατακτικού-σκεπτικού αυτού, ως προς τον χρόνο χορηγήσεως των από 21-10-2005 δύο εξουσιοδοτήσεων που χορήγησε ο κατ/νος προς τους Γ. Ζ. και Λ. Β., για είσπραξη ποσών 257.000 € και 165.000 €, αντίστοιχα, από τον αριθ ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που διατηρούσε ούτος στην Εθνική Τράπεζα ΑΕ, αντί του εσφαλμένου ότι αυτές χορηγήθηκαν "τον μήνα Μάρτιο του έτους 2005 και τον μήνα Μάιο του έτους 2005, αντίστοιχα," στο ορθό ότι αυτές χορηγήθηκαν "τον Οκτώβριο του 2005", με το προσβαλλόμενο βούλευμα του τα ίδια δέχτηκε πραγματικά περιστατικά, δεν έσφαλε κατά τα λοιπά και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και στη συνέχεια αποφάνθηκε για την παραπομπή του κατηγορουμένου-εκκαλούντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας. Ως εκ τούτου πρέπει: Α) Η υπό κρίση έφεση του να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Β) Να διορθωθεί το διατακτικό-σκεπτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος κατά τα στο σκεπτικό εκτιθέμενα. Γ) Να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το βούλευμα αυτό. Δ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του εκκαλούντα κατ'αρθρ 583παρ 1 ΚΠΔ, όπως αυτό αντικ, με το άρθρο 55 Ν.3160/2003 ".IV. Από τ'ανωτέρω, σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και λογική ακολουθία τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά την σχετική ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, χωρίς να τον παραβιάσει ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου.
Ο κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, διατείνεται το μεν ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εφήρμοσε ορθά την ουσιαστική ποινική διάταξη δεδομένου ότι κατ' αυτόν η παραγωγός της πλάνης των παθόντων συμπεριφορά του έπεται χρονικά της εκταμίευσης των χρηματικών ποσών που του παρέδωσαν και το δε ότι δεν αιτιολογούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της απάτης. Οι αιτιάσεις του όμως αυτές είναι αβάσιμες κατ' ουσίαν, καθ' όσον οι παθόντες παραπείσθηκαν με την εν γνώσει ψευδή παράσταση ότι αυτός ήταν γνώστης της διαδικασίας της επένδυσης σε αμοιβαία κεφάλαια και φερέγγυος επενδυτής κεφαλαίων σε παράγωγα και με την ψευδή διαβεβαίωση ότι επένδυση 61.000 € και 45.000 € θα απέδιδε εντός εξ μηνών τα ποσά των 257.000 € και 165.000 € αντίστοιχα. Περαιτέρω αβάσιμη είναι και η αιτίαση του ότι δεν αιτιολογούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της απάτης, δεδομένου ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που τις συγκροτούν. V. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω:
1) Να απορριφθεί η με αριθμό 9/2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Ν. Π. του Α., κατά του με αριθμό 257/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 2-2-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών από την οποία παραπλανήθηκε άλλος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Εξάλλου, η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ή και όταν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 13 στ' του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 2408/1996, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Γίνεται δεκτό ότι κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη για διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί τελέσεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, χωρίς να απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ολ ΑΠ 1/1205). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου σχετικά με τη συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όσα διαλαμβάνονται σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, ώστε θα ήταν άσκοπη η τυπολατρική επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (Ολ ΑΠ 1227/1979). Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μεν είναι εφικτός ο έλεγχος τη ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εγκαλών, Γ. Ζ. του Κ. γνώρισε τον κατηγορούμενο ως πρόεδρο της ποδοσφαιρικής ομάδας των Τρικάλων, στην οποία έπαιζε ποδόσφαιρο ο εγγονός του και γιος της δεύτερης εγκαλούσας Σ. Ζ. του Γ.. Το Μάρτιο του 2005, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το μηνυτή στην Οιχαλία, όπου κατοικεί και συστήθηκε ως οικονομικός σύμβουλος ασχολούμενος με ασφαλιστικές εργασίες και παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, διατηρώντας δύο γραφεία, ένα στην Οιχαλία και ένα στη Λάρισα. Εκεί του πρότεινε να επενδύσει χρήματα σε αμοιβαία κεφάλαια και παράγωγα, τα οποία όπως ισχυρίστηκε θα εξασφάλιζαν πολύ υψηλή απόδοση. Μάλιστα για να άρει τις επιφυλάξεις του, ανέφερε ότι αν έπαιρνε 15.000 ευρώ, θα απέδιδε κέρδος σε μια εβδομάδα 7.500 ευρώ. Ο εγκαλών πείστηκε και κατέθεσε σε λογαριασμό του 15.000 ευρώ στις 28.3.2005, με αποτέλεσμα μετά από μία εβδομάδα ο κατηγορούμενος να τον επισκεφθεί και να του αποδώσει πράγματι το ποσό που του υποσχέθηκε, δηλαδή 22.500 ευρώ. Αφού κατόρθωσε έτσι να κερδίσει την εμπιστοσύνη του εγκαλούντος, παριστάνοντας ψευδώς ότι είναι γνώστης των επενδύσεων και φερέγγυος επενδυτής χρηματικών κεφαλαίων σε αμοιβαία κεφάλαια και παράγωγα προϊόντα τον έπεισε να του δώσει στις 13.4.2005 το ποσό των 20.000 ευρώ, στις 19.4.2005 το ποσό των 10.000 ευρώ, στις 26.4.2005 το ποσό των 29.000 ευρώ και στο τέλος Απριλίου 2005, μέσω της κόρης του για λογαριασμό του 2.000 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 61.000 ευρώ, προκειμένου δήθεν να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια με μεγάλη απόδοση, που δήθεν θα του απέδιδε μετά εξάμηνο το ποσό των 275.000 ευρώ, όμως είχε ειλημμένη την απόφαση να μην επενδύσει τα χρήματα αυτά, αλλά να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και έπραξε. Με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος τον Μάιο του 2005 στην Οιχαλία Τρικάλων, παριστάνοντας ψευδώς ότι είναι γνώστης των επενδύσεων και φερέγγυος επενδυτής χρηματικών κεφαλαίων σε αμοιβαία κεφάλαια και παράγωγα προϊόντα έπεισε την δεύτερη εγκαλούσα Σ. Ζ., σύζυγο Β. Λ., να του δώσει το ποσό των 45.000 ευρώ, προκειμένου δήθεν να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια με μεγάλη απόδοση, όμως είχε ειλημμένη την απόφαση να μην επενδύσει τα χρήματα αυτά, αλλά να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και έπραξε. Συγκεκριμένα, για το ποσό των 45.000 ευρώ, που απέσπασε υποσχέθηκε αρχικά ότι δήθεν το ποσό αυτό στις 22.5.2005 θα είχε απόδοση 2.000 ευρώ και εξέδωσε μία συναλλαγματική ποσού 37.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξης 22.5.2005. Τη συναλλαγματική αυτή, ωστόσο δεν την πλήρωσε ο κατηγορούμενος, αλλά υποσχέθηκε εκ νέου ότι αν κρατούσε τα χρήματα μέχρι τις 5.6.2005 θα απέδιδε 91.000 ευρώ και εξέδωσε για αυτό το σκοπό μία δεύτερη συναλλαγματική ποσού 91.000 ευρώ με ημερομηνία λήξης 5.6.2005. Επειδή και στις 5.6.2005 δεν εξόφλησε τη συναλλαγματική, υποσχέθηκε στη 2η εγκαλούσα ότι εάν δεν διεκδικούσε δικαστικά τα χρήματα της, το ανωτέρω κεφάλαιο της (45.000 €) μετά από μερικούς μήνες δήθεν θα τις απέδιδε το ποσό των 165.000 ευρώ. Όμως, επειδή περνούσαν οι μήνες και οι εγκαλούντες τον οχλούσαν να τους αποδώσει τα χρήματά τους, χωρίς αποτέλεσμα, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να τους καθησυχάσει, έχοντας ανοίξει στο όνομα του στις 14.9.2005, τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Εθνικής Τράπεζας Υποκατάστημα 104 της Πλατείας Συντάγματος στην Αθήνα, χορήγησε τον Οκτώβριο του 2005 μία έγγραφη εξουσιοδότηση με την οποία θα μπορούσε ο πρώτος εγκαλών (Γ. Ζ.) από τις 21.10.2005 ως τις 8.11.2005 να εισπράξει από τον πιο πάνω λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 257.000 ευρώ. Ομοίως, χορήγησε δεύτερη όμοια εξουσιοδότηση με την οποία θα μπορούσε για λογαριασμό της 2ης εγκαλούσας (Σ. Ζ.), να εισπράξει ο σύζυγος της, Β. Λ., από τον προαναφερόμενο λογαριασμό του, από τις 21.102005, ως 8.11.05, το ποσό των 165.000 ευρώ. Εν τέλει όταν στις 8.11.2005 οι εγκαλούντες εμφανίστηκαν στην Εθνική Τράπεζα για να εισπράξουν τα ανωτέρω ποσά που ανεγράφοντο στις δύο αυτές εξουσιοδοτήσεις, διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχαν χρήματα στο λογαριασμό του κατηγορουμένου και έμαθαν ότι δεν είχε γίνει καμία επένδυση με τα χρήματά τους, αλλά τα είχε ιδιοποιηθεί παράνομα ο κατηγορούμενος. Στην απολογία του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε χωρίς καμία βασιμότητα και χωρίς να προσκομίσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι δήθεν έλαβε από τον πρώτο εγκαλούντα υπό μορφή δανείου το ποσό των 80.000 ευρώ λόγω της οικονομικής στενότητάς του που ήταν σε γνώση του, το οποίο δάνειο και του απέδωσε μαζί με τους τόκους, μέσω μιας τράπεζας που δεν θυμάται και με παραστατικό της τράπεζας που δεν προσκομίζει. Ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του, παραπονείται κατά του εκκαλουμένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, με το οποίο παραπέμπεται για να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, διότι, όπως ισχυρίζεται δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική ούτε η υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου σ' αυτόν εγκλήματος, επειδή ελλείπουν τα κατά νόμο συγκροτούντα αυτήν στοιχεία και παραθέτει σειρά επιχειρημάτων, πλην όμως οι λόγοι αυτοί της εφέσεως ανατρέπονται πλήρως από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία, με τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, συγκροτείται πλήρως τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος,, που αποδίδεται στον εκκαλούντα. Ειδικότερα, επισημαίνει με την έφεση του ο εκκαλών ότι εσφαλμένα αναγράφεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι οι προαναφερόμενες από 21.10.2005 δύο εξουσιοδοτήσεις για την είσπραξη του ποσού των 257.000 ευρώ και 165.000 ευρώ, προς τους Γ. Ζ. και Β. Λ. χορηγήθηκαν τον Μάρτιο του 2005 και τον Μάιο του 2005 αντίστοιχα και πράγματι αυτό είναι αληθές και το ορθό είναι ότι ο λογαριασμός ταμιευτηρίου με αριθ. ... της Εθνικής Τράπεζας ΑΕ ανοίχθηκε από τον κατηγορούμενο στις 14.9.2005, οπότε οι εξουσιοδοτήσεις χορηγήθηκαν, όπως προαναφέρθηκε μετά από την ημερομηνία αυτή και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2005, δηλαδή, αφού είχε προηγηθεί τον Μάρτιο του 2005 και τον Μάιο του 2005 η παράσταση των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, όπως αυτά προαναφέρθηκαν και συνεπεία τούτων πείσθηκαν οι εγκαλούντες και του έδωσαν τα ποσά των 61.000 € και 45.000 € αντίστοιχα, στην συνέχεια τον Οκτώβριο του 2005, προκειμένου να αποφύγει τις έντονες οχλήσεις των εγκαλούντων για απόδοση των χρημάτων τους και επιδιώκοντας να τους καθυστερήσει να στραφούν δικαστικά εναντίον του, διεκδικώντας την είσπραξη των απαιτήσεων τους, τους χορήγησε ο κατηγορούμενος τις εξουσιοδοτήσεις αυτές. Η ανωτέρω εσφαλμένη αναφορά του χρόνου χορηγήσεως των δύο εξουσιοδοτήσεων δεν επηρεάζει την κατηγορία, αφού προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, παριστάνοντας ψευδώς ότι είναι γνώστης των επενδύσεων και φερέγγυος επενδυτής χρηματικών κεφαλαίων σε αμοιβαία κεφάλαια και παράγωγα προϊόντα, απέσπασε από τους εγκαλούντες τα ποσά των 61.000 ευρώ και των 45.000 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά (61.000 + 45.000 =) 106.000 ευρώ, προκειμένου δήθεν να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια με μεγάλη απόδοση, όμως είχε ειλημμένη την απόφαση να μην επενδύσει τα χρήματα αυτά, αλλά να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και έπραξε. Αφού λοιπόν και το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, στις νομικές και πραγματικές σκέψεις του οποίου και εμείς κατά τα λοιπά αναφερόμαστε, με τη μόνη επιβαλλόμενη διόρθωση, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, του διατακτικού - σκεπτικού αυτού, ως προς τον χρόνο χορηγήσεως των από 21.10.2005 δύο εξουσιοδοτήσεων που χορήγησε ο κατηγορούμενος προς τους Γ. Ζ. και Β. Λ., για είσπραξη ποσών 257.000 € και 165.000€ αντίστοιχα, από τον αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που διατηρούσε ούτος στην Εθνική Τράπεζα ΑΕ, αντί του εσφαλμένου ότι αυτές χορηγήθηκαν "τον μήνα Μάρτιο του έτους 2005 και τον μήνα Μάιο του έτους 2005 αντίστοιχα" στο ορθό ότι αυτές χορηγήθηκαν "τον Οκτώβριο του 2005", με το προσβαλλόμενο βούλευμά του τα ίδια δέχτηκε πραγματικά περιστατικά, δεν έσφαλε κατά τα λοιπά και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και στη συνέχεια αποφάνθηκε για την παραπομπή του κατηγορουμένου - εκκαλούντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας". Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμα του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων στο ακροατήριο, μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', 18, 26 παρ. 1 στοιχ. α', 27, 98 και 386 παρ. 1του Ποινικού Κώδικα, που εφαρμόσθηκαν χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή λογικά κενά και έτσι το βούλευμα δεν στερήθηκε νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αιτίαση με τον πρώτο από το άρθρο 484 παρ. 1 β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως ότι δεν εφαρμόστηκαν ορθά οι παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, δεδομένου ότι, η παραγωγός της πλάνης των παθόντων συμπεριφορά του έπεται χρονικά από την εκταμίευση των χρηματικών ποσών που του παρέδωσαν στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, οι παθόντες παραπείστηκαν με την εν γνώσει ψευδή παράσταση ότι ο αναιρεσείων ήταν γνώστης της διαδικασίας της επενδύσεως σε αμοιβαία κεφάλαια και φερέγγυος επενδυτής κεφαλαίων σε παράγωγα και με την ψευδή διαβεβαίωση ότι επένδυση 61.000 ευρώ και 45.000 ευρώ θα απέδιδε μέσα σε έξι μήνες τα ποσά των 257.000 ευρώ και 165.000 ευρώ αντίστοιχα, παρέδοσαν τα ως άνω ποσά των 61.000 και 45.000 ευρώ στις παραπάνω αναφερόμενες ημερομηνίες οι οποίες είναι μεταγενέστερες του χρόνου που παρέστησε ο αναιρεσείων σ' αυτούς (παθόντες) τα ως άνω ψεύδη.
Περαιτέρω, αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι δεν αιτιολογούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης, δεδομένου ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα, γίνεται αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση η οποία παραπέμπει κατά τα λοιπά στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο γίνεται αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που τις συγκροτούν. Κατ' ακολουθίαν οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την κατ' επίφαση επίκληση των παραπάνω αναιρετικών λόγων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος δεν ελέγχει, σύμφωνα με τα παραπάνω την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, ενόψει των ανωτέρω και του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 9/2010 αίτηση του κατηγορουμένου Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση του 257/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1253/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Μ. του Κ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Κανδάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1142/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 214/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρ. 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2, και 509 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στα αρ.484 και 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αλλιώς η αίτηση είναι απαράδεκτη. Η έκθεση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο, εκτός αν στην έκθεση αναιρέσεως γίνεται ειδική αναφορά στο έγγραφο αυτό, οπότε τούτο, με την υπογραφή του αναιρεσείοντος και του συντάξαντος την έκθεση αρμοδίου υπαλλήλου, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την από 26.11.2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Χαλκίδας, στην οποία δηλώνει ότι ασκεί αναίρεση κατά της 1142/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, για όσους λόγους επιφυλάσσεται, να επικαλεστεί προσθέτως, αλλά και για τους παρακάτω βάσιμους, σύμφωνα με το συνημμένο υπόμνημα. Στην ανωτέρω έκθεση, φέρεται προσαρτημένο "υπόμνημα", που αποτελείται από τέσσερις σελίδες, απευθυνόμενο στον Άρειο Πάγο και υπογραφόμενο από τον κατηγορούμενο, κάτω δε από την υπογραφή αυτού, έχει τεθεί δια σφραγίδας "έκθεση εγχειρήσεως" της φυλακής Χαλκίδας με ημεροχρονολογία 26-11-2009, δηλαδή την αυτή ημέρα της εκθέσεως αναιρέσεως και υπογράφεται από τον κρατούμενο κατηγορούμενο και το διευθυντή της ανωτέρω φυλακής. Επομένως, η κατά τα άνω προσαρτημένη "προσφυγή", θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο μέρος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Και ναι μεν στην έκθεση αναιρέσεως, δεν περιλαμβάνεται κάποιος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως όμως σε υπόμνημα κατ'εκτίμηση αυτού ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση του ως ανυποστήρικτη το μεν για έλλειψη αιτιολογίας καθόσον δεν αναφέρεται για την πληρότητα αυτής ότι τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες κλήτευσης του, το δε ότι υπερέβει το Δικαστήριο της ουσίας αρνητικά την εξουσία του απορρίπτοντας ως ανυποστήρικτη την έφεσή του χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες κλήτευσης των αρθρ.320 παρ.1,2 και 321 παρ.1,3,4,5 δεδομένου ότι κατά την προανάκριση δήλωσε ως διεύθυνση της οικογένειάς του την πατρική μόνιμη κατοικία του, στον ... , ουδέποτε κλητεύθηκε σ'αυτήν. Το δικάσαν Δικαστήριο, απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, με την παρακάτω κατά λέξη αιτιολογία: "όπως προκύπτει από το ακριβές αντίγραφο της υπ αρ. 1577/27-11.2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο βρίσκεται στη δικογραφία, το Δικαστήριο ανέβαλε σε ρητή δικάσιμο την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, μετά από αίτημα του κατηγορουμένου δία δικηγόρου του Δ.Σ. Λάρισας, Φεραίου Νάνη, ο οποίος κατά τη δικάσιμο της 27.11.2008, ως άγγελος ειδήσεων, γνωστοποίησε στο Δικαστήριο το κώλυμα εμφάνισής του (λόγω ασθένειας) και αιτήθηκε για λογαριασμό του την αναβολή της δίκης. Η νέα δικάσιμος που ορίστηκε, η σημερινή, είχε γνωστοποιηθεί στον απόντα τότε κατηγορούμενο, από τον ανωτέρω δικηγόρο, καθόσον ο ίδιος ανέλαβε τότε την υποχρέωση να του γνωστοποιήσει την παραπάνω δικάσιμο. Επομένως ο κατηγορούμενος έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί για να εμφανισθεί σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξει την ασκηθείσα έφεσή του, κατά της με αριθμό 1142/22-9-2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και του έχει νόμιμα κοινοποιηθεί το όνομα του μάρτυρος κατηγορίας, που πρόκειται να εξετασθεί. Επομένως, αφού δεν εμφανίστηκε, πρέπει να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη (501 παρ.1 ΚΠΔ) και να καταδικαστεί αυτός και στα έξοδα της παρούσας δίκης, κατ' άρθρο 583 ΚΠΔ." Η αιτιολογία αυτή είναι η προβλεπόμενη στα άρθρα 93 παρ.3 του Συντ/τος και 139 ΚΠΔ, που απαιτείται όταν απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη. Η πληρότητά της δε προϋποθέτει αναφορά της προβλεπόμενης από το αρθρ.500 εδ.γ'του ΚΠΔ εμπρόθεσμης κλήτευσης του εκκαλούντος και όταν αυτή γίνεται με αναβολή της δίκης σε ρητή δικάσιμο κατ'αρθρ.349 παρ.2 ΚΠΔ (και όχι με επίδοση σχετικής κλήσεως),μνεία μόνο της αναβλητικής αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαία και η γνωστοποίηση του χρόνου αναβολής. Εξ άλλου από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προς έλεγχο αναιρετικού λόγου και συγκεκριμένα από α)την με αριθμό 1577/27-11-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, β) την με αριθμό 132/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας (αρθρ.431 ΚΠΔ) με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ακύρωσή της, με την οποία (αίτηση ακύρωσης) ο ήδη αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ουδέποτε τον ενημέρωσε ο δικηγόρος Φεραίος Νάνης για την ακριβή αναβολή της υποθέσεως προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων και τότε εκκαλών είχε νομίμως κλητευθεί για την δικάσιμο της 27ης Νοεμβρίου 2008, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση με αίτημα του δικηγόρου Δ.Σ. Λάρισας Φεραίου Νάνη, ο οποίος και γνωστοποίησε κατ' αυτήν στο Δικαστήριο το κώλυμα εμφάνισής του για την δικάσιμο της 22ας Σεπτεμβρίου 2009 κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων και επομένως το Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεσή του ως ανυποστήρικτη δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Επομένως, ο κατ'εκτίμηση του "υπόμνηματος" από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ και Η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες της έλλειψης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 26 Νοεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ. ... ενώπιον του Διευθυντή Καταστήματος Κράτησης Χαλκίδας), αίτηση του Α. Μ. του Κ. , για αναίρεση της με αριθμό 1142/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως είναι οι περιεχόμενοι σε αυτήν λόγοι να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, η δε έκθεση αναιρέσεως που δεν περιέχει ορισμένο λόγο κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με λόγους αναφερόμενους σε άλλο έγγραφο, εκτός αν στην έκθεση αναιρέσεως γίνεται ειδική αναφορά στο έγγραφο αυτό, οπότε τούτο με την υπογραφή του αναιρεσείοντος του συντάξαντος την έκθεση αρμοδίου υπαλλήλου, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως – απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής του απόντος κατηγορουμένου και ανάληψη από τον εμφανισθέντα στο Δικαστήριο ως άγγελο ειδήσεων, της υποχρεώσεως να γνωστοποιήσει στο απόντα κατηγορούμενο τη νέα δικάσιμο, επέχει θέση κλητεύσεως του τελευταίου για τη νέα δικάσιμο. Παράπονα αναιρεσείοντος, τότε εκκαλούντος, ότι δικάσθηκε χωρίς να κλητευθεί. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, λόγω απορρίψεως της εφέσεώς του ως ανυποστήρικτης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1235/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου K. L. του P., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαρκουλάκο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1032/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1219/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του Αστικού Κώδικα μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ1 αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέως. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1032/2010 απόφαση του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Επειδή από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και ο οποίος αναφέρεται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, ακόμη και εκείνων των οποίων δεν γίνεται ειδική μνεία, την από 20.8.2007 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Α. Τ., την από 10.11.2007 έκθεση διενέργειας ψυχιατρικής τεχνικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Γ. Δ., την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος, κατά τους παραπάνω τόπους και χρόνους, χωρίς να είναι τοξικομανής, κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ. 1 του νόμου 3450/2006, ενεργώντας με πρόθεση, κατά το χρονικό διάστημα από 15.6.2007, μέχρι 1.7.2007 και σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε ακριβέστερα, αγόρασε με σκοπό την εμπορία, από άγνωστο άτομο ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, που δεν προσδιορίστηκε ακριβώς κατά την ανάκριση, έναντι αγνώστου τιμήματος, μέρος της οποίας αποτελεί η ποσότητα συνολικού μικτού βάρους 9.012 gr, την οποία κατελήφθη να κατέχει στο Ελληνικό Αττικής στις 1.7.2007, στη συμβολή των οδών Ιασωνίδου και Καλλιπόλεως εντός του με αρ. ... ΙΧΕ, ιδιοκτησίας του σε συσκευασίες και ειδικότερα τρεις βάρους 1.010 gr η καθεμία, τρεις βάρους 996 gr η κάθε μία και μία βάρους 990 gr....Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, κατά τον οποίο τον επίδικο χρόνο ήταν τοξικομανής, κατά την έννοια του άρθρου 30 του Ν. 3459/2006, δεν μπορούσε δηλαδή να αποβάλει με δικές του δυνάμεις την έξη της χρήσης ναρκωτικών, όπως υπέρ της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου συνηγορεί το περιεχόμενο της διενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης, δυνάμει της υπ' αριθ. 855/2007 διατάξεως του 28ου τακτικού Ανακριτή Αθηνών, από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα Α. Τ., σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία, ο κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής, καθόσον δεν πληροί τρία τουλάχιστον από τα κριτήρια της με αρ. Α2Β01α3982/1987 υπουργικής απόφασης, παρά μόνο το με αριθμό 1 κριτήριο αυτής. Και ναι μεν σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην από 10.11.2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Δ. καθώς και την από 18.4.2008ψυχιατρική γνωμοδότηση του Ι. Ν., ψυχιάτρου, ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής κατά την έννοια της προαναφερθείσης διάταξης, διότι πέραν του με αρ. 1 κριτηρίου της με αρ. Α2Β01α 3982/1987 ΥΑ πληροί και το με αρ. 2 κριτήριο αυτής, που σχέση έχει με την εκδηλωθείσα από τον κατηγορούμενο επιθυμία ή και τις ανεπιτυχείς προσπάθειες να ελέγχει τη χρήση της ουσίας, όπως προκύπτει από το από 10.7.2007 ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Δυτικής Αττικής "Η Αγία Βαρβάρα" του οποίου αναφορά γίνεται στην εκ τούτων πρώτη, ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι πάσχει από στερητικό σύνδρομο, λόγω χρήσης τοξικών ουσιών, κατά το 2006 και στις 15.2.2007, χωρίς να διατυπώνεται και σχετική διάγνωση του χορηγήσαντος το ιατρικό αυτό πιστοποιητικό ιατρού, πέραν της συστάσεως του όπως εκτιμηθεί η κατάσταση του από ψυχίατρο, στο δε από 1.7.2007 έγγραφο του ψυχιάτρου Β. Μ., του οποίου αναφορά γίνεται στην εκ τούτων δεύτερη, δεν προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος έκανε προσπάθεια διακοπής της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, συνεπεία της οποίας, όπως αναφέρεται στο έγγραφο αυτό υπεβλήθη σε αντικαταθλιπτική αγωγή, χωρίς όμως να προσδιορίζει το είδος των φαρμάκων που χορήγησε και το χρονικό διάστημα διάρκειας αυτής, ενώ εξάλλου, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 48314/15.8.2001 ιατρική έκθεση του Νοσοκομείου Σκόρδας Αλβανίας, του οποίου αναφορά γίνεται ωσαύτως στην από 28.4.2008 ψυχιατρική ως άνω γνωμοδότηση, ο κατηγορούμενος φέρεται να πάσχει κατά την εξέταση του στις 26.12.2001 και 30.1.2002 από παραληρηματική διαταραχή και στις 29.12.2006 από παραληρηματική διαταραχή σχιζοφρενικής μορφής, χωρίς καμιά αναφορά περί της ιδιότητας του ως τοξικομανούς, ενώ η παρακολούθηση των διαδικασιών ενημέρωσης, κινητοποίησης και προετοιμασίας για την εισαγωγή σε πρόγραμμα απεξάρτησης του εγκεκριμένου προγράμματος Συμβουλευτικής του ΚΕΘΕΑ από 21.4.208, ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της συλλήψεως του (1.7.2007) για τις αξιόποινες πιο πάνω πράξεις. Πέραν αυτού, καίτοι στην ανωτέρω ψυχιατρική γνωμοδότηση, ο κατηγορούμενος φέρεται να πληροί και το με αριθμό 4 κριτήριο που σχέση έχει με την ανάληψη επικίνδυνων δραστηριοτήτων για τη σωματική του ακεραιότητα, καθόσον έχουν προκληθεί τροχαία ατυχήματα, διότι ευρίσκετο υπό την επήρεια ναρκωτικών, η διαπίστωση όμως αυτή δεν επιβεβαιώνεται από κανένα στοιχείο και στην από 10.11.2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Δ., ουδεμία περί αυτής μνεία γίνεται. Ωσαύτως και η διατυπούμενη διαπίστωση στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης καθώς και στην ψυχιατρική ως άνω γνωμοδότηση ότι πληροί και το με αρ. 6 κριτήριο, που σχέση έχει με την εξακολούθηση της χρήσης της ουσίας παρά την επίγνωση ύπαρξης ενός διαρκούς και περιοδικού, κοινωνικού, ψυχολογικού και σωματικού προβλήματος υγείας που το προκαλεί ή το επιδεινώνει η χρήση της, δεν συμπορεύεται με τα όσα ο ίδιος ανέφερε στον διορισθέντα από τον τακτικό ανακριτή πραγματογνώμονα Χ. Τ., σχετικά με τη λήψη ναρκωτικών ουσιών και δη τελευταία της κοκαΐνης, όταν και όποτε είχε χρήματα και όχι σε καθημερινή βάση. Τέλος και η γενόμενη αναφορά σ' αυτές ότι ο κατηγορούμενος πληροί και το με αρ. 8 κριτήριο που σχέση έχει με την εμφάνιση στερητικών συμπτωμάτων και του συναφούς με αυτό της χρησιμοποίησης της ναρκωτικής ουσίας συχνά για την ανακούφιση αυτών με τη διαλαμβανόμενη αιτιολογία στην από 10.11.2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης περί αντιμετώπισης σχετικού συμπτώματος σε νοσοκομείο σε ανύποπτο χρόνο, δεν συμπορεύεται το μεν με το περιεχόμενο του από 10.7.2007 ιατρικού πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου Δυτικής Αττικής "Η Αγία Βαρβάρα", στο οποίο ο κατηγορούμενος μετέβη, αιτιώμενος στερητικό σύνδρομο, χωρίς σ' αυτό να γίνεται αναφορά και περί διάγνωσης του, το δε με τα όσα ο πραγματογνώμων Α. Τ. διαλαμβάνει επί λέξει στην από 20.8.2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης σε ερώτηση σχετικά με τα στερητικά συμπτώματα, "περιγράφει ιδρώτες ή πόνους διάχυτους, περιγραφή που δεν συνάδει με το ψυχολογικό κυρίως στερητικό σύνδρομο κοκαΐνης", πέραν της αναφοράς που γίνεται στην από 10.10.2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Δ., κατά την οποία η στερητική συμπτωματολογία εκδηλώνεται μέσα σε διάστημα 6-24 ωρών από την τελευταία δόση, κορυφώνεται στις 1 - 3 ημέρες και στη συνέχεια παρουσιάζει σταδιακή ύφεση τις επόμενες 5-7 ημέρες, κατά συνέπεια μετά την πάροδο αυτού του χρόνου είναι αδύνατο να αξιολογηθεί στερητική συμπτωματολογία. Με βάση τα πραγματικά παραπάνω περιστατικά, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων όπως αυτές ειδικότερα περιγράφονται στο διατακτικό κατά τα γενόμενα δεκτά και πρωτοβαθμίως. Τέλος, πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα του κατηγορουμένου περί χορηγήσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων, των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α', δ' και ε' του Π.Κ., και δη α) της εκ τούτων πρώτης ότι έζησε ως το χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πιο πάνω πράξεων έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, αφού, όπως ο ίδιος απολογούμενος ανέφερε, εντός της οικίας του επί της οδού ..., στην οποία διέμενε από 15ετίας κατείχε τα προπεριγραφέντα όπλα και πυρομαχικά, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, ενώ είχε σχέση με τα ναρκωτικά ως χρήστης περιστασιακά διαφόρων ναρκωτικών, όπως απολογούμενος αναφέρει, ούτε άλλωστε ο ίδιος επικαλείται σε σχέση με την ποινική αυτού κατάσταση, λευκό το ποινικό αυτού μητρώο, β) της εκ τούτων δεύτερης ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, οίον οι πληροφορίες που παρέσχε στην Υποδ/νση Δίωξης Ναρκωτικών μετά τη σύλληψη του αναφορικά με άτομα που διακινούσαν ναρκωτικές ουσίες, κατόπιν αξιοποίησης των οποίων συνελήφθη ομοεθνής του στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ποσότητες κοκαΐνης 299,6 γραμμαρίων, ηρωίνης 75 γραμμαρίων καθώς και το χρηματικό ποσό των 2750 € και δύο υπήκοοι Βουλγαρίας στην κατοχή των οποίων βρέθηκε και κατασχέθηκε ηρωίνη 1150 γραμμαρίων, τις παρέσχε προκειμένου να τύχει των ευεργετικών διατάξεων και δικονομικών πλεονεκτημάτων του άρθρου 27 του ν. 3459/2006 και την επιεική κατά συνέπεια μεταχείριση του Δικαστηρίου και δεν υποδηλώνει κατά την κρίση του Δικαστηρίου ειλικρινή και έμπρακτη μετάνοια για την εκδηλωθείσα παραπάνω εγκληματική αυτού συμπεριφορά και γ) της εκ τούτων τρίτης ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του, διότι η παροχή πληροφοριών στην Υποδ/νση Δίωξης Ναρκωτικών αναφορικά με άτομα που διακινούσαν ναρκωτικές ουσίες, δεν έγινε αυθορμήτως, αλλά με τον προεκτεθέντα σκοπό να τύχει των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 27 του ν. 3459/2006, ενώ εξάλλου η καλή αυτού διαγωγή στις φυλακές και η συμμόρφωση του στους κανονισμούς της υπηρεσίας των φυλακών, καθώς και η πραγματοποίηση υπ' αυτού στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού τριακοσίων εξήντα τεσσάρων και δύο τέταρτα ημερομισθίων ευεργετικά υπολογιζόμενων κατ' άρθρο 46 του ν. 2976/1999 δεν αρκεί για την παραδοχή της επικαλούμενης υπ' αυτού ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, καθ' όσον η διαγωγή αυτή δεν αναφέρεται στη συμπεριφορά του στην κοινωνία". Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 1729/1987, όπως αυτές ισχύουν, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, αιτιάται ο αναιρεσείων ότι αν και αναγνώσθηκε, δεν λήφθηκε υπόψη ως πραγματογνωμοσύνη η 2969/16.8.2007 έκθεση εξετάσεως του Γενικού Χημείου τόυ Κράτους, αφού δεν περιέχεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται στην αρχή του σκεπτικού. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, αβάσιμος, αφού από το σκεπτικό προκύπτει το είδος της ναρκωτικής ουσίας, που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και κατασχέθηκε από τους αστυνομικούς (ινδική κάνναβη), το είδος δε αυτό μόνον από την έκθεση του Χημείου διαπιστώνεται.
Συνεπώς, αν και δεν αναφέρεται η ανωτέρω έκθεση ονομαστικώς ως πραγματογνωμοσύνη ή ως έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους, από το σκεπτικό της αποφάσεως για την ενοχή του κατηγορουμένου προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη, έστω και αν δεν αναφέρεται στο σκεπτικό ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί του ότι εκείνος ήταν κατά τον χρόνο τελέσεως των παραπάνω πράξεων τοξικομανής. Ειδικότερα, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά το Εφετείο αποδέχθηκε το συμπέρασμα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από τον ανακριτή πραγματογνώμονος και απέκρουσε αιτιολογημένα τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου που προέβαλε στο Δικαστήριο, προσκομίζοντας ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία το Δικαστήριο συσχέτισε κατ' αντιπαραβολή με την πραγματογνωμοσύνη, η οποία τον έκρινε μη τοξικομανή. Ομοίως με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το Εφετείο τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου έντιμου βίου, της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του και της ειλικρινούς μετανοίας, αφού με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά δέχθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση έντιμου βίου, αφού εντός της οικίας του κατείχε όπλα και πυρομαχικά, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, ενώ είχε σχέση με τα ναρκωτικά ως χρήστης περιστασιακά διαφόρων ναρκωτικών, ούτε επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, αφού οι πληροφορίες που παρέσχε στην Υποδ/νση Δίωξης Ναρκωτικών μετά τη σύλληψη του αναφορικά με άτομα που διακινούσαν ναρκωτικές ουσίες, κατόπιν αξιοποιήσεως των οποίων συνελήφθη ομοεθνής του στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ποσότητες ναρκωτικών και δύο υπήκοοι Βουλγαρίας στην κατοχή των οπίων βρέθηκε και κατασχέθηκε ηρωίνη 1150 γραμμαρίων, τις παρέσχε προκειμένου να τύχει ευνοϊκής μεταχειρίσεως και τέλος ότι η καλή αυτού διαγωγή στις φυλακές και η συμμόρφωση του στους κανονισμούς της υπηρεσίας των φυλακών, καθώς και η πραγματοποίηση υπ' αυτού στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού ευεργετικά υπολογιζόμενων ημερομισθίων δεν αρκεί για την παραδοχή της επικαλούμενης απ' αυτόν ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, διότι η διαγωγή αυτή δεν αναφέρεται στη συμπεριφορά του στην κοινωνία. Κατ' ακολουθίαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά (ν.3459/2006), το συμβούλιο πλημμελειοδικών μπορεί με βούλευμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, να διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας ποινικής δίωξης κατά του υπαιτίου κάποιας από τις πράξεις του άρθρου 20, εφόσον α) ο υπαίτιος πιθανολογείται ότι συντέλεσε με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλεμπόρων ναρκωτικών, β) δεν συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένη περίπτωση ή επιβαρυντική περίσταση κατά τα άρθρα 21 και 23..........Την παραπάνω αναστολή μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του νόμου (1729/1987), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2161/1993 και το εδ. α' της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Ν. 2408/1996 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15 του Ν. 2479/1997 "με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμών μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων δραχμών, τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του παρόντος νόμου, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια.... ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά δε το άρθρο 13 περίπτωση στ', η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσης της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητα του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο αναιρετικού λόγου, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις του άρθρου 27 παρ. 1 Ν. 3459/2006, υπέβαλε προφορικά και ανέπτυξε αίτημα αναστολής της κατ' αυτού ποινικής διώξεως. Το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία: "Περαιτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 27 παρ. 1 του Ν. 3459/2006 και της αναστολής εκτέλεσης της ποινής κατ' άρθρο 27 παρ. 4 ίδιου νόμου, οι προϋποθέσεις της οποίες είναι πανομοιότυπες και ενιαίες εκείνων που απαιτούνται για τη χορήγηση της ελαφρυντικής ως άνω περίστασης, διότι τόσο η βαρύτητα των προπεριγραφεισών αξιόποινων αυτού πράξεων, όσο και η επικινδυνότητα αυτού, αφού πέραν του κυκλώματος των ναρκωτικών, έχει γνώσεις και από άλλους τομείς εγκληματικότητας, όπως υποδηλώνεται από την κατοχή εντός της οικίας του, των προπεριγραφέντων όπλων και ναρκωτικών, δεν αποδείχτηκε ότι είναι καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων στην αποκάλυψη και σύλληψη των οποίων συντέλεσε ο κατηγορούμενος, ούτε άλλωστε οι συλληφθέντες ήταν μεγαλέμποροι ναρκωτικών". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία, ο δε από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεύτερος λόγος της αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτού II.III με τον οποίον ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ως άνω Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του παραπάνω άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφαση του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως από την έλλειψη αυτή, κατά την ως άνω διάταξη, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και να προκύπτει η υποβολή του αιτήματος από τα πρακτικά της συνεδριάσεως. Επιπλέον σε περίπτωση μη αποδοχής του σχετικού αιτήματος αναγνώσεως προσκομισθέντων εγγράφων από τον διευθύνοντα τη συζήτηση πρέπει να γίνει άμεση προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψη του να αποφανθεί για να υπάρχει έλλειψη ακροάσεως και η ακυρότητα που προκύπτει από τη παράλειψη αναγνώσεως των.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου το με αριθμό πρωτοκόλλου 3008/12/10432-Θ' έγγραφο της Ασφάλειας Αττικής για να εδραιώσει τον αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 84 παρ. 2 δ' του ποινικού Κώδικα και 27 του Νόμου 3459/2006. Το Εφετείο δεν ανέγνωσε το έγγραφο αυτό, στο περιεχόμενο όμως του εγγράφου αυτού έγινε αναφορά, κατά την ανάπτυξη των σχετικών αυτοτελών ισχυρισμών, επέφερε δε ο κατηγορούμενος τις παρατηρήσεις του, ώστε να εδραιώσει τους Ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς του. Έτσι, δεν στερήθηκε το δικαίωμα του που πηγάζει από το άρθρο 358 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων αιτιάται, αν και παρά τη μη ανάγνωση του εγγράφου αυτού, τούτο λήφθηκε υπόψη για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών των άρθρων 84 παρ. 2 δ' του Ποινικού Κώδικα και 27 του Νόμου 3459/96. Άλλωστε από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι δεν ζητήθηκε ευθέως και σαφώς από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα ή τον συνήγορο του ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, που το περιεχόμενο αυτού γνώριζε ο κατηγορούμενος αφού ο ίδιος το προσκόμισε στο Δικαστήριο, ώστε αυτός να επιφέρει τις παρατηρήσεις του. Μετά δε την απολογία του και την αγόρευση του συνηγόρου του όταν ρωτήθηκαν από την Πρόεδρο αν έχουν να συμπληρώσουν ή να διευκρινίσουν κάτι σχετικά με την αποδεικτική διαδικασία απάντησαν αρνητικά.
Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα και ο λόγος τούτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν, και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 6 Ιουλίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου K. L. του P. κατοίκου Ελληνικού Αττικής, κατά της 1032/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Mαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Παράνομη κατοχή όπλου. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία εκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτεται η αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1234/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 5891/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενο τον Γ. Λ. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Πέτρο Καϊμακάμη και Δημήτριο Ζώτο και πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Σ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νέστορα Αποστολακίδη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 54/13-12-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Σταμάτη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1597/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα (ενός μηνός). Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα. Εφόσον πρόκειται για αθωωτική απόφαση, εν όψει και του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από το άρθρο 6 παρ. 2 του ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και με δεδομένο ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητα του, η έλλειψη αυτή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν αναφέρει σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία αποκλείεται η συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών όρων του εγκλήματος ή δεν αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη μη συνδρομή των ως άνω όρων και τους νομικούς λόγους βάσει των οποίων κατέληξε σε αθωωτική κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την 5891/2010 απόφαση του, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στις 12 Νοεμβρίου 2010, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Γ. Λ., για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Για να στηρίξει το Τριμελές Εφετείο την αθωωτική του κρίση δέχθηκε ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τη χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:...Στις 19.12.2005 και περί ώρα 04.00, ο Ι. Σ. του Ε., ηλικίας 24 ετών, φοιτητής, γιος του πολιτικώς ενάγοντος Ε. Σ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και κινούμενος με ταχύτητα περί τα 100 χ/ω στη δεξιά λωρίδα του από Αθήνα προς Κηφισιά ρεύματος πορείας της Λεωφόρου Κηφισιάς, πλησίασε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 39 αυτής, έναντι του κτηρίου της "helexpo', όπου βρισκόταν η ως άνω διαφημιστική πινακίδα. Στο σημείο αυτό και αρκετά μέτρα πριν από αυτό, το εν λόγω ρεύμα πορείας της Λεωφόρου Κηφισιάς αποτελείται από τρεις διαγραμμισμένες λωρίδες κυκλοφορίας και μία ειδική λωρίδα επιβράδυνσης, την οποία χρησιμοποιούν κυρίως αστικά λεωφορεία, για προσωρινή στάση προς αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών. Η λωρίδα αυτή έχει πλάτος 3,80 μ., το οποίο μειώνεται σταδιακά από απόσταση 15 μ. περίπου, πριν από την επίμαχη διαφημιστική πινακίδα, συνεχίζει δε να μειώνεται και μετά από αυτή και τελειώνει σε απόσταση 12 μ. περίπου από την πινακίδα, όπου τελειώνει και η διαχωριστική νησίδα. Κατά τον παραπάνω χρόνο, η κατάσταση της Λεωφ. Κηφισιάς, η οποία είναι ευθεία σε αρκετή απόσταση, ήταν καλή - ξηρά, επικρατούσε καλοκαιρία, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η ορατότητα δεν εμποδιζόταν από εμπόδια και η κυκλοφορία οχημάτων ήταν καλή, ενώ η ταχύτητα οριζόταν με πινακίδα Ρ-32 σε 70 χιλ/ώρα. Σημειώνεται ότι καθ' όλο το μήκος του παραπλεύρως της ως άνω λωρίδας επιβράδυνσης πεζοδρομίου υπήρχαν σε απόσταση 0,30 από το ρείθρο αυτού κάθετοι μεταλλικοί στύλοι (κολωνάκια), ύψους 0,80 μ. και διαμέτρου 0,10 μ. κοίλοι εσωτερικά, οι οποίοι ήσαν πακτωμένοι και γερά στερεωμένοι στο τσιμεντένιο δάπεδο του πεζοδρομίου και απείχαν 1,30 μ ο ένας από τον άλλο. Το ως άνω αυτοκίνητο, λίγο πριν φθάσει στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 39 της Λ. Κηφισιάς, εισήλθε για άγνωστο λόγο στη λωρίδα επιβράδυνσης και συνεχίζοντας την πορεία του σε αυτή, με την ίδια ως άνω ταχύτητα των 100 χ/ω περίπου όταν έφθασε στο σημείο όπου η εν λόγω λωρίδα αρχίζει να στενεύει, ανέβηκε στο κράσπεδο του πεζοδρομίου με το δεξιό τμήμα του και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του διαδοχικά σε οκτώ από τα παραπάνω μεταλλικά κολωνάκια, τα οποία έκαμψε. Ακολούθως, μετά την πρόσκρουση στο όγδοο κολωνάκι, και αφού είχε διανύσει 14,80 μ. από την πρώτη πρόσκρουση, ανατράπηκε προς τα δεξιά και με την αριστερή του πλευρά επέπεσε στο μεταλλικό στύλο της διαφημιστικής πινακίδας, στην οποία ακινητοποιήθηκε, λυγίζοντας την κατά ένα μέρος, κα έλαβε την τελική του θέση με την αριστερή πλευρά στον ουρανό. Ο οδηγός του αυτοκινήτου προφανώς δεν αντιλήφθηκε, λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει και της περιορισμένης ορατότητας, το εμπόδιο που υπήρχε μπροστά του (διαχωριστική νησίδα με τα επ' αυτής κολωνάκια) με αποτέλεσμα να μην αντιδράσει (με τροχοπέδηση ή ελιγμό προς τα αριστερά) και να επιπέσει με σφοδρότητα στο πρώτο κολωνάκι με τη μεγάλη ταχύτητα που είχε αναπτύξει από πριν, ήτοι εκείνη των 100 χ/ω περίπου. Ο οδηγός, ο οποίος δεν φορούσε τη ζώνη ασφαλείας, από την πρόσκρουση στο πρώτο κολωνάκι τραυματίστηκε σοβαρά στο μεσοθωράκιο και υπέστη σχεδόν πλήρη διατομή της ανιούσας αορτής στην περιοχή του ισθμού με επακόλουθο τη μεγάλη συλλογή αίματος εντός της θωρακικής κοιλότητας, εξαιτίας δε της ρήξεως της αορτής επήλθε ο θάνατος περίπου πέντε (5) ώρες μετά το ατύχημα στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο Ευαγγελισμός". Αιτία του ως άνω θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού αποτέλεσε η αρχική μετωπική σύγκρουση του αυτοκινήτου του στο πρώτο προστατευτικό κολωνάκι του πεζοδρομίου και στην απότομη και ισχυρή επιβράδυνση της κίνησης του εν λόγω οχήματος, που είχε ως αποτέλεσμα να εκτιναχθεί το σώμα του προς τα εμπρός, λόγω της μη χρήσεως της ζώνης ασφαλείας και της πρόσκρουσης του σώματος στα εσωτερικά προέχοντα μέρη του αυτοκινήτου με τελικό αποτέλεσμα την πρόκληση της ως άνω σοβαρής κάκωσης στο θώρακα και τη ρήξη της ανιούσας αορτής. Με τις αλλεπάλληλες μετωπικές συγκρούσεις του ως άνω οχήματος στα κολωνάκια του πεζοδρομίου, η ταχύτητα αυτού μειώθηκε σημαντικά και όταν προσέκρουσε με την αριστερή πλευρά στο στύλο της επίμαχης διαφημιστικής πινακίδας είχε ταχύτητα μικρότερη των 50 χ/ω, το σώμα δε του οδηγού από την πρόσκρουση αυτή μετακινήθηκε βίαια προς τα αριστερά και μπορούσε να υποστεί κακώσεις στην αριστερή πλευρά, όχι όμως και στο μεσοθωράκιο, η εκτεταμένη θλάση του οποίου και η ρήξη της ανιούσας αορτής προκλήθηκαν από τη βίαιη μετακίνηση του σώματος προς τα εμπρός από τη μετωπική σύγκρουση στο πρώτο από τα παραπάνω κολωνάκια. Ενόψει τούτων, δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του θανάσιμου τραυματισμού του ως άνω οδηγού και της παράνομης τοποθέτησης της επίμαχης διαφημιστικής πινακίδας. Και τούτο, γιατί το ως άνω αποτέλεσμα θα επερχόταν ακόμη και αν ο κατηγορούμενος δεν είχε τοποθετήσει την επίμαχη πινακίδα, η οποία δεν συνέβαλε στο επελθόν τραγικό αποτέλεσμα. Σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πρώτης από τις πράξεις που του αποδίδονται (ανθρωποκτονία από αμέλεια)". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι η απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι περιέχει ελλείψεις και λογικά κενά, όσον αφορά την παραδοχή ότι δεν συνέβαλε η ύπαρξη της πινακίδας στο επελθόντα θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος αφού η παραδοχή της ότι από άγνωστη αιτία παρεξέκλινε το αυτοκίνητο του παθόντος της πορείας του και επέπεσε στο πρώτο κολωνάκι, από την πρόσκρουση στο οποίο επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του παθόντος είναι ελλιπής και δεν προκύπτει απ' αυτήν εάν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη α) την αναγνωσθείσα από 24.1.2006 έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως του Αναπληρωτή Καθηγητή στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Μ., από την οποία προκύπτει ότι το αίμα του παθόντος δεν περιείχε οινόπνευμα ή εξαρτησιογόνες ουσίες, β) την μαρτυρική κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος αναφέρει με βεβαιότητα ότι η παρεκτροπή του οδηγού από την κανονική πορεία οφείλεται στην απόσπαση της προσοχής του στην ύπαρξη της πινακίδας, γ) αν έλαβε υπόψη το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, από το οποίο προκύπτουν οι αποστάσεις και η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε αφού δεν αναφέρει τα κρίσιμα εν προκειμένω στοιχεία .....ως άνω διαπιστώσεις της Τροχαίας εάν η παρέκκλιση από την πορεία του οφείλονταν στη στένωση της λωρίδας και πότε την αντελήφθη ο παθών και αν μπορούσε να αντιδράσει, ενόψει της ταχύτητας με την οποία έβαινε, εάν η πινακίδα ήταν αναμμένη ή όχι, ποιες ήταν οι διαστάσεις της και από ποια απόσταση ήταν ορατή, ενόψει μάλιστα της αντιφάσεως η οποία περιέχεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ως προς την ορατότητα που υπήρχε στην περιοχή, κατά την ώρα του ατυχήματος, αφού στο σκεπτικό αναφέρεται (σελ. 32 δ') ότι "υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η ορατότητα δεν εμποδιζόταν από εμπόδια" και στη συνέχεια (σελ. 32 στ') ότι ο παθών "προφανώς δεν αντιλήφθηκε, λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει και της περιορισμένης ορατότητας, το εμπόδιο που υπήρχε μπροστά του".
Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα κρίση, το οποίο θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 5891/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ο κατηγορούμενος Γ. Λ. αθώος του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Γίνεται δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέως τον Αρείου Πάγου, κατά αθωωτικής αποφάσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1233/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου G. O. του D., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μικροπανδρεμένο, για αναίρεση της υπ'αριθ.3073/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1493/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 220 §1 του Ποινικού Κώδικα "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως είναι α) δημόσιο έγγραφο εκδιδόμενο από τον αρμόδιο για την έκδοση του δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής), β) στο έγγραφο αυτό να βεβαιώνεται αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) η αναληθής βεβαίωση να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση του υπαλλήλου από τον υπαίτιο και δ) δόλος που συνίσταται στη γνώση ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, το δε έγγραφο στο οποίο διαλαμβάνεται η αναληθής βεβαίωση έχει δημόσιο χαρακτήρα και, περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο. Είναι δε δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13 περ. γ' του Ποινικού Κώδικα δεν προσδιορίζει την έννοια του, εκείνο που έχει συνταχθεί από καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιου υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό. Το ανωτέρω έγκλημα τελείται μόλις ολοκληρωθεί το έγγραφο και βεβαιωθεί σ' αυτό το αναληθές γεγονός. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ο δόλος δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για αξιόποινο, όπως το να έχει τελεσθεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 2073/.2010 απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Στη Θεσσαλονίκη, την 17.5.2003, την 18.11.2003 και την 18.5.2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με εξαπάτηση επέτυχε να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, προκειμένου να πετύχει την ανανέωση της υπ' αριθμ. ... άδειας παραμονής και εργασίας, που του είχε χορηγηθεί από το Τμήμα Αποκέντρωσης της Διεύθυνσης Αυτοδιοίκησης και Αποκέντρωσης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η ισχύς της οποίας είχε ανανεωθεί μέχρι την 16.5.2003, κατέθεσε στους ανωτέρω χρόνους αίτηση ανανέωσης της ισχύος της ανωτέρω άδειας, επικαλούμενος μεταξύ των άλλων δικαιολογητικών, τα οποία είχε προσκομίσει με την αρχική υπ' αριθμ. πρωτ. ... αίτηση του προς την ανωτέρω Υπηρεσία για απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας ως ομογενούς και το υπ' αριθμ. 660785/18.9.1973 πιστοποιητικό γέννησης, που φέρεται ότι εκδόθηκε από το Ληξιαρχείο χ. Σαήρχε περ. Σατσχέρι της Γεωργίας, το οποίο ήταν νοθευμένο στις περισσότερες μεταβλητές εγγραφές του με απόσβεση - απόξεση γραμματικών χαρακτήρων και επαναχάραξη νέων και επιχάραξη επί των παλαιών και με αυτόν τον τρόπο παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της παραπάνω Υπηρεσίας ότι είχε νόμιμο δικαίωμα, κτήσεως και ανανεώσεως της ανωτέρω αδείας παραμονής, καίτοι γνώριζε καλώς ότι δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, καθώς το επίδικο πιστοποιητικό ήταν νοθευμένο, γεγονός το οποίο αν γνώριζαν οι αρχές δεν θα του χορηγούσαν τη ρηθείσα άδεια παραμονής για το χρονικό διάστημα από 17.5.2003 έως 17.11.2003, από 18.11.2003 έως 18.5.2004 και από 18.5.2004 έως 18.11.2004, γεγονός αναληθές, το οποίο είχε έννομες συνέπειες, αφού ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα κτήσεως αδείας παραμονής". Με βάση της παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 220 §1 του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα αναφέρει: α) το αναληθές περιστατικό που βεβαιώθηκε στο εκδοθέν δημόσιο έγγραφο, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων είναι ομογενής, ως έχων πατέρα Ελληνικής καταγωγής, β) τα στοιχεία από τα οποία προέκυψε η αναλήθεια του βεβαιωθέντος περιστατικού, ήτοι η έρευνα που διενέργησε η αρμόδια Υπηρεσία, γ) ότι η έκδοση του ανωτέρω δημόσιου εγγράφου, δηλαδή η αρχική άδεια παραμονής στη Χώρα και η επιμήκυνση του χρόνου παραμονής του ήταν αποτέλεσμα εξαπατήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων του Τμήματος Αποκεντρώσεως της Διευθύνσεως Αυτοδιοικήσεως και Αποκεντρώσεως της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας από μέρους του κατηγορουμένου, ο οποίος γνώριζε την αναλήθεια του πιστοποιητικού του Ληξιαρχείου Σαήρχε Γεωργίας που είχε υποβάλει και επεδίωκε με την υποβολή του να εξαπατήσει τους υπαλλήλους και να επιτύχει την έκδοση του ως άνω εγγράφου και δ) ότι το εν λόγω έγγραφο είχε έννομες συνέπειες, γιατί παρείχε στον κατηγορούμενο δικαίωμα παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα.
Συνεπώς ο σχετικός περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι αβάσιμος. Ενώ ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι επειδή η πράξη τελέστηκε την 30-4-2002 που αυτός υπέβαλε τα δικαιολογητικά στην αρμόδια Υπηρεσία, είχε υποκύψει αυτή σε παραγραφή κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (23.9.2010) και ότι έτσι όφειλε το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η πράξη τελέστηκε με την υποβολή των δικαιολογητικών, ενώ αυτή τελέστηκε εξακολουθητικά στις 17 Μαΐου 2003, 18 Νοεμβρίου 2003 και 18 Μαΐου 2004, με την ολοκλήρωση του δημόσιου εγγράφου και τη βεβαίωση σ' αυτό του αναληθούς περιστατικού της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως ομογενούς. Ήτοι μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Εφετείου δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής.
Επειδή, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Ποινικού Κώδικα, όπως το τελευταίο ισχύει, μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 παρ.6 ν. 2408/1996 και η παράγραφος 3 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 25 του ν. 3346/2005, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ. β', 370 στοιχ. β' και 511, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ.5 του ν. 3160/2003 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει μετά την αναίρεση της αποφάσεως που προσβάλλεται να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά δεκτή ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα και περιέχεται σ' αυτήν, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ.2, και 509 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως ανωτέρω αναφέρθηκε ο ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε, στις 17 Μαΐου 2003, 18 Νοεμβρίου 2003 και 18 Μαΐου 2004. Από τον χρόνο όμως τελέσεως της πρώτης επιμέρους πράξεως μέχρι τη διάσκεψη και την έκδοση της προκειμένης αποφάσεως παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας δηλαδή αυτός των πέντε ετών που είναι ο χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων και τα τρία έτι που είναι ο χρόνος αναστολής αυτών. Έτσι, το αξιόποινο της άνω πλημμεληματικής πράξεως έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την ως άνω επιμέρους πράξη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη της περί ποινής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως για την εκ νέου επιμέτρηση της ποινής. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου G. O. του D. του ότι στη Θεσσαλονίκη, την 17.5.2003, με εξαπάτηση επέτυχε να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, προκειμένου να πετύχει την ανανέωση της υπ' αριθμ. ... άδειας παραμονής και εργασίας, που του είχε χορηγηθεί από το Τμήμα Αποκέντρωσης της Διεύθυνσης Αυτοδιοίκησης και Αποκέντρωσης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η ισχύς της οποίας είχε ανανεωθεί μέχρι την 16.5.2003, κατέθεσε στον ανωτέρω χρόνους αίτηση ανανέωσης της ισχύος της ανωτέρω άδειας, επικαλούμενος μεταξύ των άλλων δικαιολογητικών, τα οποία είχε προσκομίσει με την αρχική υπ' αριθμ. πρωτ. ... αίτηση του προς την ανωτέρω Υπηρεσία για απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας ως ομογενούς και το υπ' αριθμ. 660785/18.9.1973 πιστοποιητικό γέννησης το, που φέρεται ότι εκδόθηκε από το Ληξιαρχείο χ. Σαήρχε περ. Σατσχέρι της Γεωργίας, το οποίο ήταν νοθευμένο στις περισσότερες μεταβλητές εγγραφές του με απόσβεση -απόξεση γραμματικών χαρακτήρων και επαναχάραξη νέων και επιχάραξη επί των παλαιών και με αυτόν τον τρόπο παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της παραπάνω Υπηρεσίας ότι είχε νόμιμο δικαίωμα, κτήσεως και ανανεώσεως της ανωτέρω αδείας παραμονής, καίτοι γνώριζε καλώς ότι δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, καθώς το επίδικο πιστοποιητικό ήταν νοθευμένο, γεγονός το οποίο αν γνώριζαν οι αρχές δεν θα του χορηγούσαν τη ρηθείσα άδεια παραμονής για το χρονικό διάστημα από 17.5.2003 έως 17.11.2003, γεγονός αναληθές, το οποίο είχε έννομες συνέπειες, αφού ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα κτήσεως αδείας παραμονής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3073/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την διάταξη της περί ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως για νέα επιμέτρηση της ποινής.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Mαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Στοιχεία του εγκλήματος. Η πράξη τελείται όταν ολοκληρωθεί το δημόσιο έγγραφο και βεβαιωθεί αυτό το αναληθές περιστατικό. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται η αίτηση διότι υπάρχει αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος με υποβολή ψευδών πιστοποιητικών πέτυχε την έκδοση Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1228/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νάστο, για αναίρεση της με αριθμό 5167/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Με συγκατηγορούμενο τον Λ. Κ. του Α..
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 589/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5167/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8α του ν.1337/1983 (αυθαίρετη κατασκευή), έχει ασκηθεί νόμιμα, με εμπρόθεσμη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στον γραμματέα του ανωτέρω δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης (άρθρ. 473 παρ. 1 και 3, 474, 504 παρ. 1α, 505 παρ. 1 περ. α', 5067 παρ. 1α, 509 παρ. 1α'του ΚΠΔ). Επομένως η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις για την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί τούτου (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, και μόνο όταν για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμον την έννοια της πράξης αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών (άμεσος δόλος), η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν (ΑΠ 1192/2010). Την ίδια ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει επίσης τον προρρηθέντα λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να έχει και η απόφαση με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του που υπέβαλε ο κατηγορούμενος (άρθρ. 349 του ΚΠΔ), αφού τέτοια αιτιολογία επιβάλλεται και για την απόφαση αυτή από το άρθρο 139 παρ. 2 του ΚΠΔ.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά του δικαστηρίου που την εξέδωσε, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, που απουσίαζαν, και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκε στο ακροατήριο η δικηγόρος Χρυσούλα Κάσιου και ζήτησε να αναβληθεί η υπόθεση λόγω σημαντικών αιτίων και δη ασθενείας στο πρόσωπο του συνηγόρου των κατηγορουμένων Χρήστου Νάστου και προς επιβεβαίωση της πληροφορίας αυτής προσκόμισε την από 7.12.2009 αίτηση του ιδίου. Το δικαστήριο, μετά τη σχετική (απορριπτική) πρόταση του Εισαγγελέα, απέρριψε το ανωτέρω αίτημα (άρθρ. 349 του ΚΠΔ) και διέταξε την πρόοδο της δίκης, με την ακόλουθη αιτιολογία, ήτοι "Στην από 7.12.2009 αίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρο των εκκαλούντων Χρήστου Νάστου αναγράφεται επί λέξει "Είμαι συνήγορος υπεράσπισης των Λ. Κ. και Δ. Ε., οι οποίοι δικάζονται ενώπιόν σας κατά τη σημερινή δικάσιμο. Λόγω ξαφνικής ασθενείας μου είναι ανθρωπίνως αδύνατον να παραστώ ενώπιόν σας και να υπερασπισθώ τους ανωτέρω, και για τον λόγο αυτό παρακαλώ να αναβάλετε την υπόθεση για οποιαδήποτε μελλοντική δικάσιμο". Από την παραπάνω αίτηση το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής της κρινόμενης υπόθεσης, καθόσον δεν προσκομίζεται κάποια ιατρική απόδειξη, στην οποία να αναφέρεται ότι ο ως άνω δικηγόρος πάσχει από κάποια ασθένεια και ότι εξ αυτού του λόγου είναι αδύνατη σήμερα η εμφάνισή του στο δικαστήριο. Αλλά ούτε και στην προαναφερόμενη αίτηση αναφέρεται ποια είναι η ασθένεια που τον εμποδίζει να προσέλθει στο δικαστήριο. Με βάση τα παραπάνω, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η κρινόμενη υπόθεση έχει αναβληθεί ήδη πέντε (5) φορές, ήτοι στις (...), το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος άλλης αναβολής της κρινόμενης ποινικής υπόθεσης". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απορριπτική του αιτήματος αναβολής απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο εκ των κατηγορουμένων αναιρεσείων Δ. Ε. με τον πρώτο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, όπως επίσης προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο που την εξέδωσε κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, Λ. Κ. και Δ. Ε., αναιρεσείοντα, του ότι στον ..., την 18.10.2003, ο μεν πρώτος ως εργάτης, ο δε δεύτερος ως ιδιοκτήτης ακινήτου που βρίσκεται στην παραπάνω θέση, προέβη στην κατασκευή αποθήκης διαστάσεων 10 μ. Χ 20 μ., χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής, με την αιτιολογία ότι "από την κύρια για την απόδειξη διαδικασία, και ειδικότερα τα έγγραφα που διαβάστηκαν νόμιμα, και γενικά την υπόλοιπη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι Λ. Κ. και Δ. Ε., ο μεν πρώτος ως εργάτης και ο δεύτερος ως ιδιοκτήτης ακινήτου που βρίσκεται στον ..., στις 18 Οκτωβρίου 2003 προέβησαν στην κατασκευή αποθήκης διαστάσεων 10 μ. Χ 20 μ. χωρίς άδειας της αρμόδιας Αρχής". Από τις παραδοχές αυτές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι α) το δικαστήριο δέχθηκε την εκ δόλου τέλεση της αξιόποινης πράξης εκ μέρους των κατηγορουμένων, ο οποίος δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των αναφερομένων περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της αυθαίρετης κατασκευής της ειρημένης αποθήκης και προκύπτει από τις συνθήκες τελέσεώς του (η ένταση άλλωστε του δόλου αυτού των κατηγορουμένων ελήφθη υπόψη, μεταξύ των άλλων, για την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, όπως και τούτο προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση), και ότι β) το δικαστήριο διέλαβε την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην οποία στήριξε την περί ενοχής κρίση του, αναφέροντας ειδικότερα την ιδιότητα του αναιρεσείοντος, που ενδιαφέρει εδώ, ως ιδιοκτήτη του οικοπέδου επί του οποίου οι κατηγορούμενοι ανήγειραν την αυθαίρετη οικοδομή, χωρίς δε να απαιτείται, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, και ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη του δόλου των κατηγορουμένων, αφού ο νόμος δεν απαιτεί για το αξιόποινο της συγκεκριμένης πράξης και πρόσθετα στοιχεία (τέλεση εν γνώσει ορισμένων περιστατικών κλπ), ώστε να απαιτείται και παράθεση των περιστατικών αυτών για την αιτιολογία ως προς την ύπαρξη του δόλου των κατηγορουμένων, η οποία (αιτιολογία) και διαλαμβάνεται στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή των κατηγορουμένων. Επομένως και ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή με τις προαναφερθείσες παραδοχές του το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες με αποτέλεσμα να μην προκύπτει αν το δικαστήριο δέχθηκε δόλο ή αμέλεια των κατηγορουμένων ως προς την τέλεση της πράξεως και ως προς τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε για να θεμελιώσει την καταδικαστική κρίση του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανώτερο όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον υπάρχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης ποινής είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο, εκτός αν κρίνει, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, ότι η εκτέλεσή της κατά το άρθρο 82, δηλαδή με μετατροπή της ποινής σε χρηματική, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, επί ποινής δε φυλακίσεως μέχρι δύο μηνών οφείλει το δικαστήριο να ελέγξει και χωρίς σχετικό αίτημα την κατά τα ανωτέρω συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του, υποπίπτοντας σε αντίθετη περίπτωση στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ για εκ πλαγίου παραβίαση (εσφαλμένη εφαρμογή) ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΑΠ 1359/2009). Τέτοια, ως ανωτέρω, ειδική αιτιολογία δεν συνιστά η αναφορά στην απόφαση ότι δεν υπάρχει στη δικογραφία δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου (ΑΠ 289,347/2000, 603/2002), ούτε ότι λόγω της απουσίας του κατηγορουμένου δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί κατόπιν σχετικής δηλώσεώς του, αν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως με προηγούμενη απόφαση σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του καταδικάσθηκαν με αυτήν σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών ο καθένας για παράβαση της ειρημένης διάταξης του άρθρου 17 παρ. 8α του ν. 1337/1983, την ποινή δε αυτή μετέτρεψε το δικαστήριο σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως με την αιτιολογία ότι οι κατηγορούμενοι δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για να τύχουν του ευεργετήματος αναστολής εκτελέσεώς της "ενόψει του ότι δεν υπάρχει δελτίο ποινικού μητρώου στη δικογραφία, ούτε είναι δυνατόν, λόγω της μη αυτοπροσώπου εμφανίσεώς τους στο ακροατήριο, να διαπιστωθεί, κατόπιν σχετικής δηλώσεώς τους, αν έχουν καταδικασθεί αμετακλήτως ή όχι για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρω των έξι (6) μηνών. Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η απαιτούμενη ως ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν έγινε έρευνα από το δικαστήριο για τη διακρίβωση της συνδρομής ή μη των αναγκαίων για την αναστολή της ποινής προϋποθέσεων (στοιχείων) ώστε να προκύψουν τα τυχόν αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική κρίση του δικαστηρίου, δεν αρκεί δε προς τούτο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αναφορά του δικαστηρίου περί ελλείψεως του δελτίου ποινικού μητρώου των κατηγορουμένων και περί αδυναμίας του λόγω της απουσίας των κατηγορουμένων και της εντεύθεν μη σχετικής δηλώσεώς τους, και διαπιστώσει την ποινική κατάσταση των κατηγορουμένων. Επομένως ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, όπως εκτιμάται τρίτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος, και πρέπει, κατά παραδοχήν αυτού του λόγου, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τη διάταξή της που αφορά τη μετατροπή σε χρηματική της επιβληθείσας στους κατηγορουμένους (άρθρ. 469 του ΚΠΔ) ποινής φυλακίσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, και δη ως προς τη διάταξή της, που αφορά τη μετατροπή σε χρηματική της ποινής φυλακίσεως που επιβλήθηκε στους κατηγορουμένους, την υπ' αριθμ. 5167/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 11.4.2011 αίτηση του Δ. Ε. για αναίρεση της ίδιας υπ' αριθμ. 5167/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία ποινική. Αναίρεση. Έννοια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης. Απαιτείται και για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής κατά το άρθρο 349 του Κ.Π.Δ. Πότε απαιτείται ειδική αιτιολογία για την ύπαρξη δόλου. Προϋποθέσεις αναστολής της ποινής. Αναίρεση σχετικής διάταξης περί μετατροπής, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την μη αναστολή της ποινής. Η αναφορά του δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει στη δικογραφία το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και ότι λόγω της απουσίας του τελευταίου και της εντεύθεν αδυναμίας δηλώσεώς του ότι δεν έχει καταδικασθεί με προηγούμενη (. ες) απόφαση δεν μπορεί (το δικαστήριο) να διακριβώσει την ποινική του κατάσταση, δεν αρκεί για τη μη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Π.Κ. Αναιρεί εν μέρει.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1227/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, περί αναιρέσεως της 10353/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Κ. του Φ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 636/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10353/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρ. 363 του ΠΚ), έχει ασκηθεί νόμιμα, με εμπρόθεσμη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντα στον γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και τη σύνταξη της σχετικής εκθέσεως (άρθρ. 473§§1 και 3, 474, 504§1α, 505§1 περ.α', 507§1α', του ΚΠΔ). Επομένως η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν, παρά την απουσία του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 513§1, 515§2 του ΠΚ), ο οποίος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου κατά την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο (από 2-6-2011 αποδεικτικό εκδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λάμπρου Χούμου).
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π Κ, κατά την πρώτη από τις οποίες "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, και αφετέρου τη θέλησή του να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Περαιτέρω ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και εν σχέσει με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμον την έννοιά της, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν (ΑΠ 1192/2010), εκτός εάν το γεγονός συνδέεται αναπόσπαστα με το πρόσωπο του κατηγορουμένου, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση του (ΑΠ 1590/2006).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ως αποδειχθέντα, από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ήτοι: "Ο κατηγορούμενος την 22-10-2003 κατέθεσε ενώπιον της Πταισματοδίκου Αμαρουσίου το με την ίδια ημερομηνία απολογητικό του υπόμνημα, κατά τη διενεργούμενη σε βάρος του προανάκριση για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, κατόπιν της από 20-1-2003 εγκλήσεως του ήδη εγκαλούντος Ι. Κ. του Φ.. Στο εν λόγω υπόμνημα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε για τον τελευταίο τα εξής : "...Ο Ι. Κ., τοκογλύφος κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κυριολεκτικά μου ρούφηξε το αίμα, δανείζοντας εμέ ποσά με υπέρογκους τοκογλυφικούς τόκους, εκμεταλλευόμενος την έντονη πιεστική ανάγκη για ρευστότητα που αντιμετώπιζε η επιχείρηση μου... λόγω της τοκογλυφικής συναλλαγής που κατ' επάγγελμα ασκούσε σε βάρος μου ο μηνυτής μου Ι. Κ.. Έτσι λοιπόν και οι επίδικες επιταγές αποτελούν αποκλειστικά και μόνο προϊόν τοκογλυφικής συναλλαγής". Τα παραπάνω γεγονότα, των οποίων έλαβαν γνώση οι αρμόδιοι Πταισματοδίκης και γραμματέας, ήταν ψευδή, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι οι επίδικες συναλλαγές ήσαν αποκλειστικά προϊόν τοκογλυφικής συναλλαγής, ούτε ότι είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων στο παρελθόν τέτοια συναλλαγή. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος εν γνώσει του και σκοπίμως ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων τα ως άνω ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, είχε δε τη θέληση διαδόσεως των ως άνω ψευδών γεγονότων και τη γνώση ότι η διάδοση αυτή μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε για τη διαφύλαξη (υπεράσπιση) δικαιώματος, ενόψει μάλιστα και του ότι ο ίδιος έχει υπογράψει τα από 1-6-2005 και 10-6-2009 ιδιωτικά συμφωνητικά-συμβάσεις με τον εγκαλούντα, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει προσφύγει δικαστικά για την αναγνώριση των επικαλουμένων αξιώσεών του. Επομένως, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί προστασίας δικαιώματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι δεν τίθεται θέμα, εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον πρόκειται για συκοφαντική δυσφήμηση. Κατ' ακολουθίαν τούτων στη συγκεκριμένη περίπτωση θεμελιώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου αυτού εγκλήματος και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως αυτή ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο του ότι: "Στο Αμαρούσιο Αττικής, στις 22.10.2003, με τον παρακάτω τρόπο ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονός, εν γνώσει του ψευδές, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του. Ειδικότερα, με το από 22.10.2003 υπόμνημα, που κατέθεσε ενώπιον της Πταισματοδίκου Αμαρουσίου Αττικής κατά τη διενεργούμενη σε βάρος του προανάκριση για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933, κατόπιν της από 20.1.2003 έγκλησης του εγκαλούντος Ι. Κ. του Φ. ισχυρίσθηκε για τον τελευταίο τα εξής : " ... Ο Ι. Κ., τοκογλύφος κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κυριολεκτικά μου ρούφηξε το αίμα, δανείζοντας εμέ ποσά με υπέρογκους τοκογλυφικούς τόκους, εκμεταλλευόμενος την έντονη και πιεστική ανάγκη για ρευστότητα που αντιμετώπιζε η επιχείρησή μου... λόγω της τοκογλυφικής συναλλαγής που κατ' επάγγελμα ασκούσε σε βάρος μου ο μηνυτής μου Ι. Κ.. Έτσι λοιπόν και οι επίδικες επιταγές αποτελούν αποκλειστικά και μόνο προϊόν τοκογλυφικής- συναλλαγής ...". Τα ανωτέρω γεγονότα, των οποίων έλαβαν γνώση οι αρμόδιοι Πταισματοδίκης και γραμματέας, ήταν εν γνώσει του ψευδή, καθόσον ο εγκαλών δεν ήταν τοκογλύφος, ούτε οι επίδικες επιταγές προϊόν τοκογλυφικής συναλλαγής, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και, οι νομικές σκέψεις, για την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προρρηθείσες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, και ως προς τις προβαλλόμενες επιμέρους αιτιάσεις, α)η παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση του κατηγορουμένου ότι τα γεγονότα που διέδωσε ήταν ψευδή, δεν ήταν αναγκαία εν προκειμένω, αφού τα γεγονότα αυτά, αναφερόμενα σε τοκογλυφικές συναλλαγές εις βάρος του ιδίου του κατηγορουμένου, συνδέονται αναποσπάστως με το πρόσωπό του (κατηγορουμένου), με αποτέλεσμα να είναι αυτονόητη η γνώση του για την αναλήθεια των διαδοθέντων γεγονότων, β)η αναλήθεια αυτή προέκυψε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ενόψει του ότι δεν προσκομίστηκαν κατά τη ν ακροαματική διαδικασία στοιχεία περί του αντιθέτου, ούτε από την κατηγορούσα Αρχή ούτε (αποδεικτικώς) από τον κατηγορούμενο, αφού το Εφετείο δεν κάνει σχετικά καμία διάκριση, και γ)δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού της απόφασης, όπου αναφέρεται μεταξύ των άλλων ότι "τα παραπάνω γεγονότα (....) ήταν ψευδή, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι οι επίδικες συναλλαγές ήταν αποκλειστικά προϊόν τοκογλυφικής συναλλαγής, ούτε ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων στο παρελθόν τέτοια συναλλαγή", και του διατακτικού, όπου αναφέρεται ότι "τα ανωτέρω γεγονότα (....) ήταν (εν γνώσει του) ψευδή, καθόσον ο εγκαλών δεν ήταν τοκογλύφος, ούτε οι επίδικες επιταγές προϊόν τοκογλυφικής συναλλαγής", αφού πρόκειται για ταυτόσημες εννοιολογικές φράσεις, από τις οποίες εκείνες του αιτιολογικού, ως παραδοχές του Εφετείου, στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, και δη κατά το πρώτο, εν μέρει δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, αλλά και ο τέταρτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι με τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου που καθιερώνεται με το άρθρο 6§§2 και 3 της ΕΣΔΑ και επήλθε έτσι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 περ.1δ', είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367§2 περ.α' του ΠΚ, η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του ίδιου άρθρου, κατά την οποία δεν αποτελούν άδικη πράξη μεταξύ των άλλων και οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος, δεν εφαρμόζεται όταν οι παραπάνω εκδηλώσεις, περιέχουν τα ουσιαστικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (συκοφαντικής δυσφήμησης). Επομένως εάν προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός από κατηγορούμενο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, τυχόν μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφων που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτόν και αναφέρονται στην απόφασή του, και μη πρόταση του Εισαγγελέα μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ειδικά για τον ισχυρισμό αυτόν, όταν ο Εισαγγελέας προτείνει την ενοχή του κατηγορουμένου για την ανωτέρω πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, στην οποία άλλωστε ενυπάρχει και η απορριπτική πρόταση για τον εν λόγω ισχυρισμό, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά τα άρθρα 32§§1 και 4, 171 αρ.1 περ.δ', 364§1 και 369§1 του ΚΠΔ και δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510§1 στοιχ.Α'του ΚΠΔ, αφού ο κατά τα ανωτέρω μη νόμιμος ισχυρισμός δεν ασκεί επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, της οποίας δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα, κατά τα προεκτεθέντα.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Εφετείου, ο κατηγορούμενος υπέβαλε δια του συνηγόρου του πριν από την εξέταση των μαρτύρων τον ισχυρισμό ότι σκοπός των ως άνω διαλαμβανομένων στο απολογητικό του υπόμνημα ήταν η προάσπιση των συμφερόντων του και όχι η εξύβριση η συκοφάντηση του μηνυτή, με επακόλουθο την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης για την οποία κατηγορείται. Μετά την υποβολή του ισχυρισμού αυτού ο Εισαγγελέας πρότεινε να επιφυλαχθεί το δικαστήριο να αποφασίσει σχετικώς, ο ίδιος δε Εισαγγελέας μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, χωρίς ειδική αναφορά στον ανωτέρω ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Το δικαστήριο, που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του κατηγορουμένου, διέλαβε σχετικώς στην προαναφερθείσα αιτιολογία και την αναφερόμενη στον εν λόγω ισχυρισμό και δη ότι "Από τα παραπάνω (αποδειχθέντα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της συκοφαντικής δυσφήμησης) γίνεται φανερό ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε για τη διαφύλαξη (υπεράσπιση) δικαιώματος, ενόψει μάλιστα και του ότι ο ίδιος έχει υπογράψει και το από 1-6-2005 και 10-6-2009 ιδιωτικά συμφωνητικά-συμβάσεις με τον εγκαλούντα, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει προσφύγει δικαστικά για την αναγνώριση των επικαλουμένων αξιώσεών του. Επομένως ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί προστασίας δικαιώματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367§1 του ΠΚ, καθόσον πρόκειται για συκοφαντική δυσφήμηση". Με τους δεύτερον, εν μέρει δεύτερο σκέλος του πρώτου, όπως εκτιμάται, και τρίτον λόγους, από το άρθρο 510£1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι με την λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των ανωτέρω από 1-6-2005 και 10-6-2009 εγγράφων-ιδιωτικών συμφωνητικών χωρίς τα έγγραφα αυτά να έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο, καθώς και με την μη πρόταση του Εισαγγελέως που είχε επιφυλαχθεί, για τον προταθέντα ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό επήλθε απόλυτη ακυρότητα στη διαδικασία που κατέστησε αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση. ............του ότι το πρώτο τουλάχιστον από τα ειρημένα έγγραφα έχει αναγνωσθεί στο ακροατήριο του Εφετείου, όπως τούτο προκύπτει από τη ρητή αναφορά του στα αναγνωσθέντα έγγραφα, οι επικαλούμενες ως άνω πλημμέλειες δεν επέφεραν, κατά την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ακυρότητα στη διαδικασία, αφού αναφέρονται σε μη νόμιμο ισχυρισμό που δεν άσκησε επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου στην αποδιδόμενη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ως εκ περισσού δε το δικαστήριο της ουσίας περιέλαβε και την προαναφερθείσα επί της ουσίας του υπόψη ισχυρισμού αιτιολογία, στην οποία και μόνο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, αναφέρονται και τα ανωτέρω έγγραφα. Επομένως και οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος τα αναφερόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 583§1 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10353/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Δικονομία ποινική. Αναίρεση. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ιδίως για τον άμεσο δόλο (γνώση) του κατηγορουμένου. Είναι αυτονόητος όταν οι διαδόσεις συνδέονται αναπόσπαστα με το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Ισχυρισμός ότι οι (συκοφαντικές) εκδηλώσεις έγιναν για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος κ.λ.π, μη νόμιμος (μη άρση του αδίκου). Δεν ιδρύεται (απόλυτη) ακυρότητα στη διαδικασία και εντεύθεν λόγος αναιρέσεως από: α) μη ανάγνωση εγγράφων που μνημονεύονται στην απόφαση και τα οποία αφορούν αποκλειστικά τον ως άνω μη νόμιμο ισχυρισμό και β) μη πρόταση του Εισαγγελέα ειδικά για τον ισχυρισμό αυτόν, όταν προτείνει την ενοχή του κατηγορουμένου για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1221/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Έ.-Μ.-Π. Β. του Π., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.931/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον A. B..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 776/2010.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου, με αριθμό 55/25-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, κατ' άρθρ. 485 § 1α'Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 68/10 αίτηση αναίρεσης της κατ/νης 'Ε. - Μ. - Π. Β. του Π. και Α. - Ο. - Μ., κατοίκου ... (... α.α.), κατά του υπ' αριθμ. 931/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: α) Από τις διατάξεις των άρθρ. 596 §1, 601 §1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με το άρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα, η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το άρθρ. 38 εδ. α' τούτου, αφού στο άρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ. (Ολ. Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, αν ο κατ/νος ασκήσει μετά την 23-12-10 αίτηση αναίρεσης, κατά βουλεύματος εκδοθέντος μετά την 23-12-10, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο 'Αρειος Πάγος θα κηρύξει αυτή απαράδεκτη (476§1, 485 §1 Κ.Π.Δ.), λόγω του ότι ο κατ/νος δεν νομιμοποιείται (δεν έχει το δικαίωμα) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, αφού το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., που του χορηγούσε αυτό το δικαίωμα, έχει καταργηθεί από 23-12-10 ex nunc. Αν όμως ο κατ/νος ασκήσει αίτηση αναίρεσης, είτε πριν είτε μετά την 23-12-10, αλλά κατά παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος που εκδόθηκε πριν την 23-12-10, το ασκηθέν τούτο ένδικο μέσο είναι παραδεκτό (τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων παραδοχής του), αφού, όπως προεκτέθηκε, ο Ν. 3904/10 δεν έδωσε ex tunc αναδρομική ισχύ στο άρθρ. 34 εδ. γ', οπότε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ, που του χορηγούσε το δικαίωμα (τον νομιμοποιούσε) ν' ασκήσει αναίρεση, στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να ισχύει. β) Η προκειμένη αναίρεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, κατ' άρθρ. 473 §1 Κ.Π.Δ., ήτοι εντός δεκαημέρου προθεσμίας από την επίδοση του βουλεύματος στην ίδια την αναιρεσείουσα, (επίδοση την 20-5-10 και άσκηση αναίρεσης την 31-5-10- Δευτέρα), προσέτι δε και νομοτύπως ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, από την ίδια την αναιρεσείουσα (465 §1, 474 §1 Κ.Π.Δ.) γ) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 3548/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, μετερχομένη αυτή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και προκληθείσα ζημία ανώτερη των 15.000 ευρώ, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 14, 26 §1 α', 27 §1, 45, 98 και 386 §1 και §3 α' Π.Κ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος η κατηγορουμένη άσκησε την 23/2010 έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 931/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή της, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά. (482 §§ 1 α'- 2, 317 §1 α' Κ.Π.Δ.). Ειδικότερα στην αίτηση αναίρεσης διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. (474 §2, 484 §1 εδ. β', δ' Κ.Π.Δ.). Κατά συνέπεια ενόψει των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. δ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 §1 δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. 1471/09 Π.Χρ. Ξ' 655). Τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτουν με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα υπόψη από το Συμβούλιο και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται κατά το είδος τους, χωρίς την ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά (Α.Π. 1684/09 Π.Χρ. Ξ' 571). Δεν είναι αναγκαία η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ όλων των ληφθεισών υπόψη μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και όλων των ληφθέντων υπόψη λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1539/09 Π.Χρ. Ξ' 478). 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (Α.Π. 1374/09). Η δε υπό του κατ/νου αντίθετη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, από αυτή που έλαβε χώρα από το συμβούλιο εφετών, δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικώς, ως αναγόμενη στην περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου (Α.Π. 1539/09). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π. 1705/08, Π.Χρ. ΝΘ' 651). 'Ελλειψη δε ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, υπάρχει και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει υποβάλλει υπόμνημα προς το συμβούλιο εφετών με καταλυτικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, μετά την κατάθεση της εισαγγελικής προτάσεως και το συμβούλιο τούτο παραλείπει να εκτιμήσει και να μνημονεύσει το εν λόγω υπόμνημα στο βούλευμά του. (Α.Π. 784/09 Π.Χρ. Ξ ' 202). 'Οταν για την τέλεση της πράξης απαιτείται επί πλέον του δόλου και ορισμένος σκοπός, τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στον σκοπό αυτό (Α.Π. 2325/09 Π.Χρ. Ξ' 271). Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 484§1 β' ΚΠΔ , εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. (Α.Π. 844/10). ε) Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρ. 386 §1 Π.Κ. προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον. 'Οταν όμως αυτά συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. (Α.Π. 1021/10, Π.Χρ. Ξ' 547). Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτούνται επί πλέον, κατ' άρθρ. 386 §3 α' Π.Κ., ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατ' επάγγελμα μεν τέλεση της πράξης συντρέχει, κατ' άρθρ. 13 εδ. στ' Π.Κ., όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανάληψης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Συνεπώς, για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεσή του, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς ν' απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα. (Α.Π. 211/07, Π.Χρ. ΝΗ' 39). Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής (Α.Π. 829/06, Π.Χρ. ΝΖ' 229). Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. (Α.Π. 440/09 Π.Χρ. Ξ'100). Περαιτέρω, η προαναφερόμενη υπό δ' της παρούσας εδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές της απάτης περιστάσεις και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους, όπως είναι και η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως. Έτσι, επί παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη, της οποίας ο κακουργηματικός χαρακτήρας θεμελιώνεται στην κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσή της, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως, όταν δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση (Α.Π. 209/10). Επί του εγκλήματος της απάτης υπάρχει απόπειρα αυτού, όταν τούτο δεν συντελέσθηκε μεν, πλην όμως άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του. Δηλαδή, όταν ο υπαίτιος προέβη στην απατηλή συμπεριφορά, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς όμως να επέλθει η βλάβη, υπάρχει απόπειρα απάτης (Α.Π. 222/08, Π.Χρ. ΝΘ¨ 43). Επί κατ' εξακολούθηση δε απάτης, απαιτείται κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη να είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, άλλως το βούλευμα είναι αναιρετέο, αν δηλαδή δεν διευκρινίζεται, ότι κάθε επί μέρους περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του παθόντα, που έχει προκληθεί από χωριστή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ή ότι αντιθέτως, συνεπεία της άπαξ επελθούσης πλάνης, που έλαβε χώρα συνεπεία επαναλαμβανόμενων ψευδών παραστάσεων, προέβη ο παθών σε διαδοχικές και επιζήμιες ενέργειες, οπότε δεν τίθεται θέμα κατ' εξακολούθηση τέλεσης του εγκλήματος. (Α. Π. 840/07 Π.Χρ. ΝΗ' 240). Τέλος, με τον όρο <<από κοινού>> στο άρθρ. 45 Π.Κ., νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και άρα μετά συναπόφαση, πριν ή κατά την τέλεση της πράξης . Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται, ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών του καθενός από αυτούς. (Α.Π. 2087/09, Π.Χρ. Ξ' 674). στ) Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά στις ενσωματωμένες σ' αυτό εισαγγελικές προτάσεις, χωρίς δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύουν και προσδιορίζουν κατ' είδος οι εισαγγελικές προτάσεις, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Η εγκαλούσα Κ. Β. και ο εκ των κατηγορουμένων Α. B. γνωρίστηκαν μέσω του Α. Σ., οικογενειακού φίλου της οικογένειάς της. Ο κατηγορούμενος συζούσε στα ... με την εκκαλούσα κατηγορουμένη, την οποία γνώριζε από το έτος 1995. Παρά την ύπαρξη της συντρόφου του αυτός ανέπτυξε ερωτική σχέση με την εγκαλούσα, αφού αρχικά, τη πληροφόρησε ότι ασχολείται με επενδύσεις σε ακίνητα στην Ελλάδα και την Ιταλία και ότι στο Μιλάνο διαθέτει δικό του γραφείο επενδύσεων σε ακίνητα με τη φίρμα <<Elite Casa>> και ότι έχει μεγάλες επενδυτικές ευκαιρίες εκεί. Απέκρυψε δε το γεγονός ότι ήταν ο σύντροφος της Ε. Β. (κατ/νης), γεγονός που ούτε αυτή αποκάλυψε στην εγκαλούσα. Τα γεγονότα αυτά, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εγκλήσεως συνέβησαν κατά το χρονικό διάστημα της 9-2-2007 και της 19-2-2007, με το πρόσχημα δε του μελλοντικού γάμου τους, παρέστησε ότι είχε βρει για αγορά ένα ακίνητο στο κέντρο του Μιλάνο, στην ιδιαίτερα χαμηλή τιμή των 120.000 ευρώ, ότι είναι η ευκαιρία της ζωής της και ότι χρειάζεται μερικά χρήματα για την προκαταβολή, ότι τα χρήματα της δεν κινδυνεύουν, διότι το σπίτι θα αγοραστεί στο όνομά της, επικαλούμενος τις διαβεβαιώσεις της παρισταμένης Ε. Β., περί της υπάρξεως κατοικίας στο Μιλάνο. Η εγκαλούσα πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων και κατέβαλε ποσό 30.000 ευρώ για την δήθεν προκαταβολή προς αγορά του διαμερίσματος. Όταν ο Α. B. ανέλαβε το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, αρχικά, αναχώρησε για την Ιταλία, όπου και του εστάλη το ποσό των 10.000 ευρώ, πλην όμως αυτός συνέχισε να παριστά ψευδώς στην εκκαλούσα ότι απαιτείται ποσό 200.000 ευρώ για την αγορά του ακινήτου, αλλά και για την ανακατασκευή του. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, η κατηγορουμένη επισκέπτονταν την εγκαλούσα στην κατοικία της στη ... επί της οδού ..., διαβεβαιώνοντάς την ότι ο συγκατηγορούμενός της ήταν απολύτου εμπιστοσύνης, αξιόλογος άνθρωπος και επαγγελματίας και ότι ήταν μεγάλη ευκαιρία να προβεί στην επένδυση που της είχε υποδείξει. Όμως η εγκαλούσα δεν κατέβαλε το ποσό των 200.000 ευρώ, διότι αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για απάτη. Η κατηγορούμενη αρνείται την κατηγορία και επιχειρεί να αποποιηθεί την εγκληματική δραστηριότητά της, τονίζοντας ότι δεν παρευρίσκονταν σε καμία συνάντηση του κατηγορουμένου με την εγκαλούσα, αφού αυτό δεν επιβεβαιώνεται από τους μάρτυρες κατηγορίας και εξαιτίας της απουσίας της αυτής δεν γνωρίζει κάτι σχετικό με τις ψευδείς παραστάσεις του συγκατηγορουμένου της. Ωστόσο τα επιχειρήματά της δεν είναι πειστικά, ενόψει του ότι δεν δικαιολογεί τις επισκέψεις της στην οικία της εγκαλούσας, μετά την αναχώρηση του συγκατηγορουμένου της, προκειμένου να επιτύχουν να αποσπάσουν το χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι ενήργησαν μεθοδευμένα και συστηματικά, αφού πρώτα απέκρυψαν την σχέση που υπήρχε μεταξύ τους, εμφανιζόμενοι ως συνεργάτες, παρέπεισαν την εγκαλούσα και της απέσπασαν, αρχικά, το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ και στη συνέχεια προσπάθησαν να της αποσπάσουν μεγαλύτερο χρηματικό ποσό, αφού ήδη ο Α. B., είχε αναχωρήσει για την Ιταλία, η επανειλημμένη δε δραστηριότητα τους καταδεικνύει ότι είχαν διαμορφώσει, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους σταθερή ροπή στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της κατηγορουμένης για την τελεσθείσα υπ' αυτής ανωτέρω αξιόποινη πράξη της απάτης, τελεσθείσα από κοινού και κατ'εξακολούθηση (τετελεσμένη και σε απόπειρα), με τον συγκατηγορούμενό της Α. B., από πρόσωπα που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και αφού απέρριψε την έφεση αυτής στην ουσία, επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. ζ) 'Ομως, μ' αυτά που έκρινε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού από το αιτιολογικό του βουλεύματος προκύπτουν ασάφειες και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο, όσον αφορά την ορθή ή μη εφαρμογή του άρθρ. 386 Π.Κ. Ειδικότερα: 1) Ενώ μετά την εισαγγελική πρόταση κατατέθηκε στο συμβούλιο εφετών υπόμνημα της κατ/νης, με το οποίο ως αυτοτελή ισχυρισμό πρότεινε (σαφώς και ορισμένως), ότι δεν στοιχειοθετούνται σε βάρος της οι επιβαρυντικές περιστάσεις, επί πλέον δε υπέβαλε αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του συμβουλίου εφετών, το συμβούλιο εφετών, αναφερόμενο στην πρόταση του εισαγγελέα, ασχολήθηκε μόνον με το αίτημα περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης της κατ/νης, το οποίο και απέρριψε, ουδόλως δε έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του υπομνήματος, αφού τόσο στην εισαγγελική πρόταση, όσο και στο βούλευμα, δεν αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε το ανωτέρω μετά την έφεσή της υποβληθέν υπόμνημα, από δε τις εισαγγελικές προτάσεις στις οποίες αναφέρθηκε το συμβούλιο, προκύπτει ότι λήφθηκε μόνον υπόψη το απολογητικό της κατηγορουμένης υπόμνημα που κατέθεσε στον ανακριτή. 2) Ενώ (στο αιτιολογικό) αναφέρεται, ότι ο Β. διαβεβαίωσε την εγκαλούσα ότι η αγορά του διαμερίσματος στο Μιλάνο ανέρχεται σε 120.000 ευρώ, εκ των οποίων ως προκαταβολή η εγκαλούσα κατέβαλε σ' αυτόν 30.000 ευρώ, στη συνέχεια αναφέρεται, ότι η αγορά και η ανακατασκευή του διαμερίσματος ανέρχεται σε 200.000 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζεται, αν τα 200.000 ευρώ είναι πέραν των 120.000 ευρώ, ή απαιτούνται ακόμη 80.000 ευρώ, πέραν των 120.000 ευρώ. Το ύψος του ποσού της βλάβης της εγκαλούσας και το αντίστοιχο περιουσιακό όφελος των κατ/νων είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί, για να προσδιοριστεί ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης από το συνολικό ύψος αυτών (βλάβης - όφελος), στο οποίο αυτοί (χωρίς αιτιολογία στο σκεπτικό) απέβλεπαν και αποσκοπούσαν. (98 §2 Π.Κ.). 3) Ενώ αναφέρεται στο αιτιολογικό, ότι ο Β. ψευδώς παρέστησε στην εγκαλούσα ότι υπάρχει προς αγορά διαμέρισμα (κατοικία) στο Μιλάνο, επικαλούμενος τις διαβεβαιώσεις της παρισταμένης Β. (κατ/νης), δεν διευκρινίζεται σ' αυτό (αιτιολογικό), αν η παρουσία της κατηγορουμένης κατά την ως άνω υπό του Β. παράσταση στην εγκαλούσα των ψευδών γεγονότων και την ενίσχυση αυτών, για να πεισθεί η εγκαλούσα στην καταβολή των χρημάτων, με τις διαβεβαιώσεις της κατ/νης (παραπλανητική συμπεριφορά), συνιστούν από κοινού απάτη (με τον Β.), ή άλλο είδος συμμετοχής, οπότε στην τελευταία περίπτωση, οι επιβαρυντικές περιστάσεις της απάτης, πρέπει να συντρέχουν και στο πρόσωπο του συμμετόχου, άλλως αυτός τιμωρείται ως διαπράξας το βασικό έγκλημα της απάτης (386 §1 Π.Κ.). 4) Ουδαμού του σκεπτικού αναφέρεται ο απαιτούμενος για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης σκοπός. 5) Δέχεται το σκεπτικό του βουλεύματος, ότι από 9 έως 19-2-2007 ο Β., αναπτύσσοντας ερωτική σχέση με την εγκαλούσα, την πληροφόρησε ότι ασχολείται με επενδύσεις σε ακίνητα στην Ελλάδα και την Ιταλία, στο δε Μιλάνο έχει γραφείο επενδύσεων σε ακίνητα, ως και ότι τόσο αυτός όσο και η κατηγορουμένη απέκρυψαν τον δεσμό τους από την εγκαλούσα. Στη συνέχεια δέχεται, ότι με το πρόσχημα του γάμου του με την εγκαλούσα, της παρέστησε ψευδώς για την αγορά του ακινήτου στο Μιλάνο, με τις διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης και της απέσπασε ως προκαταβολή 30.000 ευρώ. Αναχωρήσας δε για Ιταλία, της παρέστησε ψευδώς ότι απαιτούνται 200.000 ευρώ για την αγορά και ανακατασκευή του διαμερίσματος, η δε κατηγορουμένη επισκέφθηκε στο σπίτι την εγκαλούσα, διαβεβαιώνοντας αυτήν ότι ο Β. είναι έμπιστος και αξιόλογος επαγγελματίας, ως και ότι η αγορά του διαμέρισματος ήταν μεγάλη ευκαιρία, προκειμένου να της αποσπάσουν τις 200.000 ευρώ. Δεν διευκρινίζεται όμως στο σκεπτικό, σε ποιά χρονικά διαστήματα συνέβησαν τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ώστε να κριθεί, αν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα (τετελεσμένο και σε απόπειρα), οπότε πρόκειται για χωριστές ψευδείς παραστάσεις και χωριστές πλάνες της παθούσας, ή πρόκειται για διαδοχικές ψευδείς παραστάσεις με μια της παθούσας πλάνη. 6) Ενώ το βούλευμα δέχεται ότι οι κατ/νοι απέσπασαν από την εγκαλούσα 30.000 ευρώ και στη συνέχεια προσπάθησαν να της αποσπάσουν μεγαλύτερο ποσό, δηλαδή δέχεται την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, τετελεσμένου και σε απόπειρα, οπότε άνευ άλλης αιτιολογίας υφίσταται κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης (Α.Π. 209/10) και ενώ στη συνέχεια αντικειμενικά ορθά δέχεται την ύπαρξη και υποδομής, (μεθοδευμένες και συστηματικές ενέργειες, απόκρυψη μεταξύ των κατ/νων σχέσης, εμφάνιση αυτών ως συνεργατών - Α.Π. 2156/09), δεν περιέχει αιτιολογία και για τις δύο ανωτέρω περιπτώσεις, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης, (σκοπό πορισμού εισοδήματος), αφού ουδέν πραγματικό περιστατικό αναφέρει γι' αυτό. Για δε την κατά συνήθεια τέλεση αυτής, αρκείται στην απλή παράθεση των στοιχείων του νόμου, άνευ μνείας πραγματικών περιστατικών. η) Με βάση τα ανωτέρω, οι λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις, ως και περί εξακολουθητικής ή μιας παραπλανητικής συμπεριφοράς της κατ/νης και περί μιας ή διαδοχικής πλάνης της παθούσας και τέλος περί επιλεκτικής εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, είναι βάσιμοι και πρέπει το βούλευμα να αναιρεθεί (519 -485 §1 Κ.Π.Δ.), τόσο για τους ανωτέρω λόγους , όσο και για τους λοιπούς στην παρούσα αναφερόμενους, κατ'άρθρο 484§2 Κ.Π.Δ. Επειδή δε μερικοί από τους ανωτέρω λόγους δεν αρμόζουν αποκλειστικά και μόνον στην αναιρεσείουσα, το εν λόγω βούλευμα πρέπει ν' αναιρεθεί και ως προς τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενο της αναιρεσείουσας (469 Κ.Π.Δ.). 'Ολοι δε οι άλλοι λόγοι της αναίρεσης, ανάγονται στην περί τα πράγματα κρίση, την ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο, του συμβουλίου εφετών, περιλαμβανομένου και του δόλου, (όχι της εν γνώσει παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθών, ή του σκοπού), ο οποίος ενυπάρχει στην παραγωγή των πραγματικών περιστατικών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. 68/10 αίτηση αναίρεσης της κατ/νης 'Ε. - Μ. - Π. Β. του Π. και Α. - Ο. - Μ., κατοίκου ... (... α.α.), κατά του υπ' αριθμ. 931/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Να αναιρεθεί το υπ' αριθμ. 931/10 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Αθήνα 24-2-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 68/31-5-2010, αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως της Έ.-Μ.-Π. Β. του Π., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμό 931/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που απέρριψε κατ ' ουσία την έφεση της, κατά του υπ' αριθμ. 3548/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που την παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Αθηνών, με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη Α. B., για να δικαστεί ως υπαίτια των πράξεων της κακουργηματικής απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από την οποία το όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 386 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει σε περιουσιακή με πράξη, παράλειψη ή ανοχή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα την περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλο προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος και είναι αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζονται τα πρόσωπα εκείνου που εξαπατήθηκε και εκείνου που ζημιώθηκε. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ.3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου. Η διάταξη όμως, αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ήδη 15.000) ευρώ, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000) ευρώ. Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα
ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Άν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών(ήδη 15.000) ευρώ και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000)ευρώ, η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ'ευθεία στην πραγμάτωση του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 περ. στ ' του Π.Κ. "κατ ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 386 παρ. 3 του Π.Κ., προκύπτει ότι
για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δεν απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη
της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β'ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε τα εξής: "Από την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε και την κυρία ανάκριση που ακολούθησε, την κατάθεση της εγκαλούσας και τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης, προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Κ.Β. και ο εκ των κατηγορουμένων γνωρίστηκαν μέσω του Α. Σ., οικογενειακού φίλου της οικογένειας της. Ο κατηγορούμενος συζούσε στα ... με την εκκαλούσα-κατηγορουμένη, την οποία γνώριζε από το έτος 1995. Παρά την ύπαρξη της συντρόφου του αυτός ανέπτυξε ερωτική σχέση με την εγκαλούσα, αφού αρχικά την πληροφόρησε ότι ασχολείται με επενδύσεις σε ακίνητα στην Ελλάδα και την Ιταλία και ότι στο Μιλάνο διαθέτει δικό του γραφείο επενδύσεων σε ακίνητα με τη φίρμα " Elite Casa" και ότι έχει μεγάλες επενδυτικές ευκαιρίες εκεί. Απέκρυψε δε το γεγονός ότι ήταν ο σύντροφος της Ε. Β., γεγονός το οποίο ούτε αυτή απεκάλυψε στην εγκαλούσα. Τα γεγονότα αυτά, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εγκλήσεως, συνέβησαν κατά το χρονικό διάστημα της 9-2-2007 και της 19-2-2007, με το πρόσχημα δε του μελλοντικού γάμου τους παρέστησε ότι είχε βρει για αγορά ένα ακίνητο στο κέντρο του Μιλάνο στην ιδιαίτερα χαμηλή τιμή των 120.000 ευρώ, ότι είναι η ευκαιρία της ζωής της και ότι χρειάζεται μερικά χρήματα για την προκαταβολή, ότι τα χρήματα της δεν κινδυνεύουν διότι το σπίτι θα αγοραστεί στο όνομα της, επικαλούμενος τις διαβεβαιώσεις της παριστάμενης Ε.Β., περί της υπάρξεως κατοικίας στο Μιλάνο. Η εγκαλούσα πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων και κατέβαλε ποσό 30.000 ευρώ για τη δήθεν προκαταβολή προς αγορά του διαμερίσματος. Όταν ο Α.Β. ανέλαβε το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, αρχικά, αναχώρησε για την Ιταλία, όπου και του εστάλη το ποσό των 10.000 ευρώ, πλην όμως αυτός συνέχισε να παριστά ψευδώς στην εκκαλούσα ότι απαιτείται ποσό 200.000 ευρώ για την αγορά του ακινήτου αλλά και για την ανακατασκευή του. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η κατηγορουμένη επισκεπτόταν την εγκαλούσα στην κατοικία της στη ... επί της οδού ..., διαβεβαιώνοντας την ότι ο συγκατηγορουμενος της ήταν απολύτου εμπιστοσύνης, αξιόλογος άνθρωπος και επαγγελματίας και ότι ήταν μεγάλη ευκαιρία να προβεί στην επένδυση που της είχε υποδείξει. Όμως η εγκαλούσα δεν κατέβαλε το ποσό των 200.000 ευρώ, διότι αντιλήφθηκε ότι πρόκειται
για
απάτη. Η κατηγορουμένη αρνείται την κατηγορία και επιχειρεί να αποποιηθεί την εγκληματική δραστηριότητά της τονίζοντας ότι δεν παρευρισκόταν σε καμία συνάντηση του κατηγορουμένου με την εγκαλούσα, αφού αυτό δεν επιβεβαιώνεται από τους μάρτυρες κατηγορίας και εξαιτίας της απουσίας της αυτής δεν γνωρίζει κάτι σχετικό με τις ψευδείς παραστάσεις του συγκατηγορουμένου της. Ωστόσο τα επιχειρήματα της δεν είναι πειστικά, ενόψει του ότι δεν δικαιολογεί τις επισκέψεις της στην οικία της εγκαλούσας μετά την αναχώρηση του συγκατηγορουμένου της, προκειμένου να επιτύχουν να αποσπάσουν το χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι ενήργησαν μεθοδευμένα και συστηματικά, αφού πρώτα απέκρυψαν τη σχέση που υπήρχε μεταξύ τους, εμφανιζόμενοι ως συνεργάτες, παρέπεισαν την εγκαλούσα και της απέσπασαν, αρχικά, το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ και στη συνέχεια προσπάθησαν να της αποσπάσουν μεγαλύτερο χρηματικό ποσό, αφού ήδη ο A.B., είχε αναχώρησει για την Ιταλία, η επανειλημμένη δε δραστηριότητα τους καταδεικνύει ότι είχαν διαμορφώσει, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους σταθερή ροπή στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης.
Επειδή από τα παραπάνω νομικά και πραγματικά δεδομένα προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της κατηγορουμένης - εκκαλούσας για την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται και γι' αυτό, σωστά το προσβαλλόμενο βούλευμα, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι, απεφάνθη για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο Ακροατήριο του τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων για να δικαστεί ως υπαίτιος αυτής". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα και, μετά την ουσιαστική απόρριψη της εφέσεως της,
που άσκησε κατά του πρωτόδικου με αριθμ. 3548/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης και παρέπεμψε αυτήν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτια των πράξεων της κακουργηματικής απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξε και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησε, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο
βούλευμα
του, την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής ικανών να στηρίξουν σε βάρος της κατηγορία, όσο και ως προς τη συνδρομή του στοιχείου της επανειλημμένης τέλεσης
της πράξεως, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτή παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.Ια, 27 παρ.1, 42, 386 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με επιτρεπτή
καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκτίμησε ορθά το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, ενώ, περαιτέρω, αιτιολογείται η ανωτέρω περί παραπομπής της αναιρεσειουσας στο ακροατήριο κρίση του Συμβουλίου Εφετών, με τις παραδοχές ότι α)η αναιρεσείουσα, η οποία ας σημειωθεί απέκρυψε από την εγκαλούσα τη σχέση της με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη Α. B. με τον οποίο αυτή συζούσε στα ..., αν και η ίδια (αναιρεσείουσα) γνώριζε ότι είχε αναπτυχθεί ερωτική σχέση μεταξύ του συντρόφου της και της εγκαλούσας, παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα ότι ο άνω Α. B. ασχολείται με επενδύσεις ακινήτων στην Ελλάδα και στην Ιταλία και ότι διαθέτει στο Μιλάνο της Ιταλίας δικό του γραφείο επενδύσεων, προσέτι δε της παρέστησε ψευδώς, ότι ο Α. B., τυγχάνει άτομο απόλυτης εμπιστοσύνης και ότι βρήκε κατάλληλο ακίνητο στο Μιλάνο στην ιδιαίτερα χαμηλή τιμή των 120.000 ευρώ, β) η εγκαλούσα πείσθηκε στις ψευδείς διαβεβαιώσεις τόσο της αναιρεσείούσας, όσο και σε εκείνες του Α. B., με αποτέλεσμα να προκαταβάλει για την αγορά του ακινήτου το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο και εισέπραξε παρανόμως ο τελευταίος. Προσέτι ότι η αναιρεσείούσα κατά τις επισκέψεις της στο σπίτι της εγκαλούσας, επαναλάμβανε τις ψευδείς διαβεβαιώσεις της για το συγκατηγορούμενό
της, χωρίς όμως, να ολοκληρώσει την πράξη της, αφού η εγκαλούσα αντιλήφθηκε την απατηλή συμπεριφορά της και έτσι, δεν κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό από 170.000 ευρώ, στο οποίο είχε προσδιορισθεί η αξία του ακινήτου, και το οποίο είχε ζητήσει από αυτήν, προτρέποντας την μάλιστα να προβεί σε δανεισμό από πιστωτικό ίδρυμα, γ) προσδιορίζεται η ζημία της εγκαλούσας,
η οποία ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, που αντίστοιχα ωφελήθηκε παράνομα ο συγκατηγορούμενός της αναιρεσείούσας, αφού δεν υπήρχε νόμιμη αξίωση τούτου. Επίσης, αιτιολογείται η κρίση του Συμβουλίου, αναφορικά με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τέλεσης του αδικήματος της απάτης, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ανάλογη συμπεριφορά εκδηλώθηκε από την αναιρεσείουσα, επανειλημμένα στο χρονικό διάστημα από 9-2-2007 έως 19-2-2007, το μεν με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις της προς την εγκαλούσα σχετικά με τη φερεγγυότητα και την επιχειρηματική δραστηριότητα του συγκατηγορουμένου της, το δε σε μεταγενέστερη επίσκεψη της ίδιας στο σπίτι της εγκαλούσας, χωρίς όμως, να τελεσφορήσει η προσπάθεια της, γιατί η εγκαλούσα αντιλήφθηκε την πραγματική κατάσταση και τι διακυβευόταν σε βάρος της. 'Οσον αφορά, όμως, τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του ότι η αναιρεσείουσα διαπράττει απάτες κατ" επάγγελμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δε διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο γιατί, στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν παρατίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται, ότι η αναιρεσείουσα είχε διαμορφώσει ανάλογη υποδομή, από την οποία προκύπτει σκοπός αυτής για πορισμό εισοδήματος, ούτε προσδιορίζεται η συγκεκριμένη ωφέλεια την οποία αποκόμισε ή αποπειράθηκε να αποκομίσει η αναιρεσείουσα, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, το ποσό των 30.000 ευρώ, που δόθηκε ως προκαταβολή για την αγορά του
ακινήτου, καταβλήθηκε στο σύνολο του στον συγκατηγορούμενό της Α. B. και όχι στην ίδια.
Συνεπώς, ως προς το κεφάλαιο του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με το οποίο έγινε δεκτό, ότι συντρέχει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της απάτης, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγος της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες, με την, κατ ' επίφαση, επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί ως προς την αναιρεσείουσα, κατά το πιο πάνω κεφάλαιο, το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο
Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται εν μέρει την από 31-5-2010 αίτηση της Έ.-Μ.-Π. Β. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αρ.931/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Αναιρεί το ως άνω με αριθμό 931/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο του περί συνδρομής στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τέλεσης από αυτήν της αναφερόμενης στο σκεπτικό πράξης της απάτης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως κατά του αυτού ως άνω βουλεύματος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη και απόπειρα απάτης από κοινού, από δράστη που διαπράττει κατ' επάγγελμα και συνήθεια. Αίτηση αναίρεσης βουλεύματος με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ανεπάρκεια αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων, ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της απάτης. Αναιρεί. Παραπέμπει στο ίδιο Συμβούλιο.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1220/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28-2-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Παπαδέα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 150/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1638/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ως άνω Κώδικα. Άλλες πλημμέλειες στην παράσταση της πολιτικής αγωγής, όπως η επιδίκαση ποσού, λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο δεν δικαιούται ο πολιτικώς ενάγων, δεν επάγονται απόλυτη ακυρότητα.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, διότι επιτράπηκε στην παθούσα να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα κατά την εκδίκαση της εφέσεως και αποβλήθηκε μετά τη διάσκεψη και πριν από την εκφώνηση της αποφάσεως και ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η ως άνω παθούσα δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα στη δίκη αυτή για ηθική βλάβη την οποία υπέστη από το εις βάρος της αδίκημα και ζήτησε να της επιδικασθεί χρηματικό ποσό 15 ευρώ, ποσό, το οποίο είχε ζητήσει και πρωτοδίκως, με επιφύλαξη να ζητήσει μεγαλύτερο ποσό ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένων προϋποθέσεων ερειδόμενος δεδομένου ότι η παραδοχή του προϋπέθετε η αποβολή της πολιτικής αγωγής από το Δικαστήριο να ήταν παράνομη, ενώ κατά τα εκτιθέμενα στον ως άνω λόγο η παράσταση της πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τα εκτιθέμενα στον λόγο αναιρέσεως ήταν κατά πάντα νόμιμη. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1α του Ποινικού Κώδικα, που ορίζει ότι "Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", 310 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών" και 29 του Ποινικού Κώδικα, που ορίζει ότι "Στις περιπτώσεις όπου ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή, όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα, η ποινή αυτή επιβάλλεται μόνο αν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη", συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση του τιμωρούμενου σε βαθμό πλημμελήματος εγκλήματος της βαριάς σωματικής βλάβης, η οποία σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 310 του Ποινικού Κώδικα υπάρχει ιδίως, αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του, απαιτείται: α) πρόκληση σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας άλλου, β) δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του άλλου και γ) η πράξη να είχε ως επακόλουθο την βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, το αποτέλεσμα δε αυτό να οφείλεται σε αμέλεια του δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Προκειμένου για το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης πρέπει επί πλέον, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υποστάσεως, να αιτιολογείται και ο δόλος του δράστη, ήτοι ο σκοπός αυτού που κατευθύνεται στην παραγωγή της σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του άλλου, ο οποίος μπορεί να είναι και ενδεχόμενος, που όμως πρέπει να προσδιορίζεται σαφώς στην απόφαση, καθώς επίσης να αναφέρεται σε αυτή ότι το βαρύτερο αποτέλεσμα που επήλθε, οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου και να καθορίζεται ποιο είδος αμελείας (συνειδητής ή μη) συνέτρεξε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο κάποιας από τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, η παραδοχή της οποίας οδηγεί σε μείωση της ποινής στα πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 9.6.2003 στην Πεδινή Ιωαννίνωνκαι συγκεκριμένα στον χώρο του κοιμητηρίου των νεκρών, ο κατηγορούμενος προκάλεσε από πρόθεση σωματική κάκωση στην εγκαλούσα - παθούσα Α. Α. -Τ., κάτοικο .... Ειδικότερα επετέθη κατ' αυτής και αφού την άρπαξε από τα ενδύματά της, τη σήκωσε επάνω με δύναμη και την έριξε στο έδαφος. Έτσι προξένησε σ' αυτή σωματικές κακώσεις και δη θλάση ΟΜΣΣ και (ΔΕ) ημιθωρακίου, εκδορά τριχωτού κεφαλής, θλαστικό τραύμα (ΔΕ) κνήμης και κατάγματα τόσο στο σώμα, όσο και στα δύο πλάγια ογκώματα του ΑΣ. Η πράξη αυτή του κατηγορουμένου κατά της εγκαλούσας είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική πάθηση της τελευταίας, καθόσον εμποδίσθηκε η παθούσα σημαντικά και για τουλάχιστον επτά (7) μήνες να χρησιμοποιεί το σώμα της, δεδομένης της τοποθέτησης σιδήρων σε διάφορα μέρη του σώματός της. Το αποτέλεσμα αυτό δεν αποδείχθηκε μεν ότι επεδίωκε ο δράστης, αλλά πρέπει να αποδοθεί σε αμέλεια αυτού, συνεπεία της οποίας δεν το προέβλεψε, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του την σκληρότητα και τον τρόπο δράσης του. Για όλα τα πιο πάνω σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση της παθούσας, η οποία ενισχύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Α. Α. και Μ. Τ. συζ. Γ., οι οποίες βεβαιώνουν ότι είδαν την παθούσα τραυματισμένη και το δράστη να φεύγει από τον τόπο του συμβάντος, καθώς και ότι τους αναφέρθηκε ως δράστης ο κατηγορούμενος, ακόμη και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Κ. Τ., συζύγου της παθούσας, ο οποίος δεν ήταν παρών κατά το επεισόδιο, όμως επιβεβαιώνει την επίθεση του κατηγορουμένου κατά της συζύγου του, επί πλέον δε επιβεβαιώνει την επί μακρό χρόνο ανικανότητα της παθούσης να χρησιμοποιεί το σώμα της, η οποία προκύπτει και από τα αναγνωσθέντα υπ' αριθμ. πρωτ. 13189 και 13190/19.6.2003 πιστοποιητικά νοσηλείας του Π.Π.Γ.Ν. Ιωαννίνων και υπ' αριθμ. πρωτ. Φ/Γ/20/13487 πιστοποιητικά του Γ.Ν. Ιωαννίνων "Γ. ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ". Η κρίση του Δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι η μάρτυρας υπερασπίσεως σύζυγος του κατηγορουμένου δεν έχει ίδια αντίληψη του συμβάντος αλλά και επί πλέον καταθέτει ότι ο σύζυγός της ζήτησε συγγνώμη από την ποθούσα στο πρωτόδικο Δικαστήριο, που η παθούσα δεν την δέχθηκε και ότι λυπήθηκαν για το συμβάν. Ενόψει όλων αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της βαριάς σωματικής βλάβης μη σκοπούμενης, η οποία του αποδίδεται, όπως τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό. Ο ισχυρισμός του ότι πρέπει να μετατραπεί η κατηγορία σε απλή σωματική βλάβη, άλλως σε επικίνδυνη σωματική βλάβη είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού η πράξη του είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική πάθηση της παθούσας, καθόσον εμποδίσθηκε να χρησιμοποιεί το σώμα της για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως ήδη έχει εκτεθεί. Το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστο, αφού αυτός δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά που να το θεμελιώνουν, εν πάση δε περιπτώσει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός μέχρι το χρόνο τελέσεως της πιο πάνω αξιόποινης πράξης έζησε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Αντίθετα τούτο αποκλείεται από την ψυχοδυναμική της προσωπικότητας του δράσης ως εκ της βαρύτητας της πράξης του. Τέλος το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Αντίθετα έφυγε από τον τόπο του συμβάντος, μη ενδιαφερόμενος έκτοτε για την κατάσταση της υγείας της παθούσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "στην Π. Ι. (και στο χώρο του κοιμητηρίου των νεκρών), την 9η Ιουνίου 2003, εκ προθέσεως προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση που είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική πάθηση της παθούσης, καθόσον προκάλεσε σ' αυτή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια και την εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα της. Ειδικότερα, επετέθη κατά της εγκαλούσης - παθούσης, Α. Α. - Τ., κατοίκου ..., την άρπαξε από τα ενδύματά της, τη σήκωσε επάνω με δύναμη την έριξε στο έδαφος και προξένησε σ' αυτή σωματικές κακώσεις και δη θλάση ΟΜΣΣ και (ΔΕ) ημιθωρακίου, εκδορά τριχωτού κεφαλής, θλαστικό τραύμα (ΔΕ) κνήμης και κατάγματα τόσο στο σώμα - όσο και τα δύο πλάγια ογκώματα του ΑΣ. Η πράξη δε είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική πάθηση αυτής (εγκαλούσης - παθούσης) καθόσον της προξένησε βαριά και μακροχρόνια αρρώστια και την εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα της, αφού τοποθέτησαν σίδερα (σε διάφορα μέρη του σώματός της) και εξαιτίας των τραυμάτων της παρέμεινε στην κατοικία της προς πλήρη ανάρρωση επί χρονικό διάστημα επτά (7) περίπου μηνών". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1α σε συνδυασμό με 308 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες, διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων από πρόθεση προκάλεσε στην παθούσα, κατά της οποίας επιτέθηκε και αφού την άρπαξε από τα ενδύματά της, τη σήκωσε με δύναμη και την έριξε στο έδαφος, την σωματική κάκωση που αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση. Δηλαδή δέχθηκε ότι ο δόλος του κατευθυνόταν αμέσως στην πρόκληση της απλής σωματικής βλάβης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ως άνω σωματική κάκωση εμπόδισε την παθούσα σημαντικά και για τουλάχιστον επτά (7) μήνες να χρησιμοποιεί το σώμα της, στο οποίο τοποθετήθηκαν σε διάφορα σημεία σιδηρές προσθήκες και επομένως περιέχει με πληρότητα τα στοιχεία που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό της σωματικής βλάβης ως βαριάς, αφού αναφέρεται η βαρύτητα της βλάβης επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω αιτιολογεί πλήρως η προσβαλλομένη το είδος της βλάβης που υπέστη η παθούσα, η οποία φέρει όλα τα ανωτέρω στοιχεία που απαιτεί η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 Ποινικού Κώδικα, για τον χαρακτηρισμό της ως βαριάς. Εξάλλου η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δέχεται με πλήρη αιτιολογία ότι το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε ασυνείδητη αμέλεια του αναιρεσείοντος, τα πλήρη στοιχεία της οποίας και παραθέτει αναφέρει δε και από ποιο γεγονός συνήγαγε την αμέλειά του αυτή, αφού δέχθηκε ότι το παραπάνω αποτέλεσμα δεν αποδείχθηκε ο δράστης, αλλά πρέπει να αποδοθεί σε αμέλεια αυτού, συνεπεία της οποίας δεν το προέβλεψε, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του την σκληρότητα και τον τρόπο δράσης του. Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης η συνήγορος του αναιρεσείοντος όταν πήρε τον λόγο και ανέπτυξε την υπεράσπιση ζήτησε να αθωωθεί ο κατηγορούμενος και επικουρικά για την περίπτωση της ενοχής του, ζήτησε να δεχθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' του Ποινικού Κώδικα. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει παντελώς αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε, προς θεμελίωση των ελαφρυντικών περιστάσεων που ζήτησε να του αναγνωρισθούν, πραγματικά περιστατικά προκειμένου αυτά να αξιολογηθούν από το δικαστήριο προς σχηματισμό της κρίσεως περί συνδρομής ή όχι αυτών στο πρόσωπό του, αλλά περιορίσθηκε στην αναφορά μόνον των διατάξεων που τους προβλέπουν.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπήρχε υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να διαλάβει αιτιολογία περί αυτών, εν τούτοις όμως, ως εκ περισσού, διέλαβε την ανωτέρω αιτιολογία με την οποία απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς. Ως προς το χαρακτηρισθέν από τον κατηγορούμενο ως αυτοτελή ισχυρισμό αίτημα της μετατροπής της κατηγορίας σε απλή σωματική βλάβη, αν και δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά για άρνηση της κατηγορίας, το Δικαστήριο με τις ως άνω παραδοχές του, δεχόμενο ότι πρόκειται για βαριά μη σκοπούμενη σωματική βλάβη, απέρριψε σιγή τον ως άνω ισχυρισμό. Κατ’ ακολουθία ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη της απαιτούμενης από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 2 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Δ. Μ. του Θ. για αναίρεση της 150/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 21 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βαριά σωματική βλάβη. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Απόλυτη ακυρότητα διότι επιτράπηκε στην παθούσα να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα κατά την εκδίκαση της εφέσεως και αποβλήθηκε μετά τη διάσκεψη και πριν από την εκφώνηση της αποφάσεως. 2) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας: α) ως προς τα στοιχεία της ενοχής και β) ως προς την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1218/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1458/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ι. Κ. του Ε. και 2) Ι. Τ. του Α. και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Κ. Γ. του Ν. και 2) Χ. Μ. του Κ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1195/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη, με αριθμό 406/8-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"- Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, κατ' άρθ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την 120/5-10-2010 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Ε. συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 1458/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτουμε τ' ακόλουθα : - Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ...ς με το 224/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε για την παραπομπή των: 1) Ι. Κ. του Ε., 2) Ι. Τ. του Α., και 3) Ε. συζ. Γ. Κ., στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, για να δικαστούν, για τις αξιόποινες πράξεις : α) της απάτης από υπαίτιο, που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ,κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 75.000 ευρώ κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, γ) της ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω πράξεις (αρθρ. 1-13 γ, στ', -14 -16 -17 -18 -26§§1 -27§1-46§1α-51-52-60-63-79-94§Ι-98-216§§3βα-1 και 386§§3α-1 ΠΚ) που συνίστανται στο ότι : Α) Η πρώτη εξ αυτών (Ι. Κ.),στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μία κράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα και δη κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα 1) Στη ..., στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό ν' αποκομίσει αυτή και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είναι, δε, πρόσωπο, που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, δοθέντος ότι πρόκειται για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης ,ως στοιχείο της προσωπικότητας της, το δε συνολικό όφελος και η συνολική αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ. Τουτέστιν : α) Στον προαναφερόμενο τόπο, το μήνα Αύγουστο του έτους 1999, ως ασφαλίστρια και υποδιευθύντρια του γραφείου της … της ασφαλιστικής εταιρείας "SCOPL1FE-.E.A.E.Z.", με σκοπό ν' αποκομίσει αυτή και η ασφαλιστική εταιρεία "SCOPLΙFE-.E.A.E.Z." παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντος Μ. Χ. του Κ., παριστάνοντας εν γνώσει της ψευδώς προς αυτόν ,πως η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα, πως η απόδοση του επενδυόμενου κεφαλαίου ήταν εγγυημένη, διότι η επένδυση θα γινόταν σε ελληνικά και διεθνή ισχυρά αμοιβαία κεφάλαια και σε πολύ μεγάλη διασπορά του επενδυτικού κινδύνου σε χώρες, κλάδους και νομίσματα, πως ισχυροί θεματοφύλακες εγγυώνταν την ομαλή διαχείριση του κεφαλαίου, οι αποδόσεις του οποίου μακροχρόνια θα υπερέβαιναν κατά πολύ τις αντίστοιχες τραπεζικές, πως διασφαλιζόταν το κεφάλαιο του και πως επρόκειτο να έχει τακτική και πλήρη ενημέρωση για την πορεία του κεφαλαίου, των επενδύσεων και των αποδόσεων. Έτσι, έπεισε τον παραπάνω μηνυτή Μ. Χ. του Κ. να συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία "SCOPL1FE Α.Ε.Α.Ε.Ζ." την 19-08-1999 το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο "Bonus Portfolio" και την 20-08-1999 το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο "Bonus Portfolio" - συνδεδεμένα με επενδύσεις αμοιβαίων κεφαλαίων - καταβάλλοντας στην παραπάνω εταιρεία, ως εφάπαξ ασφάλιστρο, το χρηματικό ποσό των 35.000.000 δραχμών ή 102.715,00 ευρώ για κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δηλαδή συνολικά το χρηματικό ποσό των 70.000.000 δραχμών ή 205.429,00 ευρώ. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η περιουσία του παραπάνω εγκαλούντος Μ. Χ. υπέστη βλάβη, διότι χειροτέρευσε, ήτοι μειώθηκε το ενεργητικό της, κατά το ποσό των 101.982,89 ευρώ, δοθέντος πως το ποσό τούτο από το κεφάλαιο των 205.429,00 ευρώ απωλέσθηκε, καθόσον κατά την εξαγορά των παραπάνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων καταβλήθηκε ως κεφάλαιο για το πρώτο εξ αυτών το χρηματικό ποσό των 55.752,99 ευρώ και για το δεύτερο το ποσό των 47.693,12 ευρώ. Τα γεγονότα, τα οποία κατά τα ανωτέρω παρέστησε στον παραπάνω εγκαλούντα Μ. Χ. ήταν ψευδή, εν γνώσει, δε, της αναλήθειας τα παρέστησε σ' αυτόν, καθόσον η πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία "SCOPL1FE -Α.Ε.Α.Ε.Ζ." δεν ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα, ούτε η απόδοση του επενδυόμενου κεφαλαίου ήταν εγγυημένη, διότι η επένδυση δε γινόταν σε ελληνικά και διεθνή ισχυρά αμοιβαία κεφάλαια και σε πολύ μεγάλη διασπορά του επενδυτικού κινδύνου σε χώρες, κλάδους και νομίσματα, ούτε ισχυροί θεματοφύλακες εγγυώνταν την ομαλή διαχείριση του κεφαλαίου, οι αποδόσεις του οποίου μακροχρόνια θα υπερέβαιναν κατά πολύ τις αντίστοιχες τραπεζικές, ούτε διασφαλιζόταν το κεφάλαιο του και ούτε επρόκειτο να έχει τακτική και πλήρη ενημέρωση για την πορεία του κεφαλαίου, των επενδύσεων και των αποδόσεων. β) Στον προαναφερόμενο τόπο, το μήνα Οκτώβριο του έτους 1999 και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2000, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ίου ίδιου εγκλήματος, ως ασφαλίστρια και υποδιευθύντρια του γραφείου της … της ασφαλιστικής εταιρείας "SCOPLIFE- Α.Ε.Α.Ε.Ζ.", με σκοπό ν' αποκομίσει αυτή και η ασφαλιστική εταιρεία "SCOPLIFE Α.Ε.Α.Ε.Ζ." παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντος Γ. Κ. του Ν., παριστάνοντας εν γνώσει της ψευδώς προς αυτόν, πως η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα, πως η απόδοση του επενδυόμενου κεφαλαίου ήταν εγγυημένη, διότι η επένδυση θα γινόταν σε ελληνικά και διεθνή ισχυρά αμοιβαία κεφάλαια και σε πολύ μεγάλη διασπορά του επενδυτικού κινδύνου σε χώρες, κλάδους και νομίσματα, πως ισχυροί θεματοφύλακες εγγυώνταν την ομαλή διαχείριση του κεφαλαίου, οι αποδόσεις του οποίου μακροχρόνια θα υπερέβαιναν κατά πολύ τις αντίστοιχες τραπεζικές, πως διασφαλιζόταν το κεφάλαιο του και πως επρόκειτο να έχει τακτική και πλήρη ενημέρωση για την πορεία του κεφαλαίου, των επενδύσεων και των αποδόσεων. Έτσι, έπεισε τον παραπάνω εγκαλούντα Γ. Κ. του Ν. να συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία "SCOPLIFE - Α.Ε.Α,Ε.Ζ." την 08-10-1999 το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο "Bonus Portfolio" και το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο "Active Plan", καθώς και την 10-10-2000 το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο "Bonus Portfolio" - συνδεδεμένα με επενδύσεις αμοιβαίων κεφαλαίων καταβάλλοντας στην παραπάνω εταιρεία, ως εφάπαξ ασφάλιστρο, το χρηματικό ποσό των 11.921.856 δραχμών ή 34.987,10 ευρώ για το πρώτο εκ των παραπάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το χρηματικό ποσό των 3.078.144 δραχμών ή 9.033,44 ευρώ για το δεύτερο και το χρηματικό ποσό των 9.000.000 δραχμών ή 26.412,32 ευρώ για το τρίτο εξ αυτών, δηλαδή συνολικά το χρηματικό ποσό των. 24.000.000 δραχμών ή 70.432,87 ευρώ. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η περιουσία του παραπάνω εγκαλούντος Γ. Κ. υπέστη βλάβη, διότι χειροτέρευσε, ήτοι μειώθηκε το ενεργητικό της, κατά το ποσό των 51.319,88 ευρώ, δοθέντος πως το ποσό τούτο από το κεφάλαιο των 70.432,87 ευρώ απωλέσθηκε, καθόσον κατά την εξαγορά των παραπάνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων καταβλήθηκε ως κεφάλαιο για το πρώτο εξ αυτών το χρηματικό ποσό των 6.096,18 ευρώ, για το δεύτερο το ποσό των 2.646,92 ευρώ και για το τρίτο απ' αυτά το ποσό των 10.369,85 ευρώ. Τα γεγονότα, τα οποία κατά τα ανωτέρω παρέστησε στον παράπονα εγκαλούντα Γ. Κ. ήταν ψευδή, εν γνώσει δε της αναλήθειας τε παρέστησε σ' αυτόν, καθόσον η πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία "SCOPLIFE Α.Ε.Α.Ε.Ζ." δεν ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα, ούτε η απόδοση του επενδυόμενοι κεφαλαίου ήταν εγγυημένη, διότι η επένδυση δε γινόταν σε ελληνικά και διεθνή ισχυρά αμοιβαία κεφάλαια και σε πολύ μεγάλη διασπορά του επενδυτικού κίνδυνοι σε χώρες, κλάδους και νομίσματα, ούτε ισχυροί θεματοφύλακες εγγυώνταν την ομαλή διαχείριση του κεφαλαίου, οι αποδόσεις του οποίου μακροχρόνια θα υπερέβαιναν κατά πολύ τις αντίστοιχες τραπεζικές, ούτε διασφαλιζόταν το κεφάλαιό του και ούτε επρόκειτο να έχει τακτική και πλήρη ενημέρωση για την πορεία του κεφαλαίου, των επενδύσεων και των αποδόσεων. Είναι, δε, πρόσωπο, που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και συνήθεια καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, δοθέντος ότι πρόκειται για κα' εξακολούθηση έγκλημα, προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης ,ως στοιχείο της προσωπικότητας της, το, δε, συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ, καθόσον ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 153.302,77 ευρώ. 2) Στη ..., στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, των πλαστών δε αυτών εγγράφων έκανε χρήση, ενώ είναι πρόσωπο, που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και συνήθεια, δοθέντος ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας της, το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000,00) ευρώ. Ειδικότερα: α) Στον προαναφερόμενο τόπο, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, την 07-02-2000, την 20-03-2000, την 18-04-2000, την 10-05-2000, την 24-05-2000, την 11-09-2000, την 19-09-2000, την 22-01-2001, την 12-02-2001, την 08-10-2001, την 01-11-2001 και την 21-11-2001,κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστά καθ' ολοκληρία έγγραφα, ήτοι τις: 1] από 07-02-2000 με αριθμό ..., 2] από 20-03-2000 με αριθμό ..., 3] από 18-04-2000 με , αριθμό ..., 4] από 10-05-2000 με αριθμό 23026254, 5] από 24-05-2000 με αριθμό ..., 6] από 11-09-2000 με αριθμό ..., 7] από 19-09-2000 με αριθμό ..., 8] από 22-01-2001 με αριθμό 23027893, 9] από 12-02-2001 με αριθμό ..., 10] από 08-10-2001 με αριθμό ...,11] από 08-10-2001 με αριθμό ...,12] από 01-11-2001 με αριθμό ...,13] από 01-11-2001 με αριθμό ..., 14] από 21-11-2001 με αριθμό ..., και, 15] από 21-11-2001 με αριθμό ..., αιτήσεις ανταλλαγής μονάδων επενδυτικού κεφαλαίου στο όνομα του εγκαλούντος Μ. Χ. του Κ., θέτοντας σ' αυτές την υπογραφή τούτου (Μ. Χ.) κατ' απομίμηση, χωρίς την εντολή, συναίνεση ή έγκριση του. Στην πράξη της αυτή προέβη, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των εγγράφων αυτών τρίτα πρόσωπα για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα προκειμένου να παραπλανήσει οποιοδήποτε πρόσωπο, ότι δήθεν είχαν υποβληθεί από τον παραπάνω μηνυτή Μ. Χ. οι απαιτούμενες κατά το νόμο και τη σύμβαση αιτήσεις για την ανταλλαγή μονάδων επενδυτικού κεφαλαίου των με αριθμούς ... και ... ασφαλιστήριων συμβολαίων "Bonus Portfolio" στην ασφαλιστική εταιρεία "-SCOPLIFE Α-Ε.Α.Ε,Ζ." με άλλα εταιρικά μερίδια επενδυτικού κεφαλαίου. Στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, αποστέλλοντας τα στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία "SCOPLIFE - Α.Ε.Α.Ε.Ζ." και πραγματοποιώντας ανταλλαγές μονάδων επενδυτικού κεφαλαίου με άλλα εταιρικά μερίδια επενδυτικού κεφαλαίου, β) Στον προαναφερόμενο τόπο, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, την 07-02-2000, την 27-03-2000, την 24-05-2000, την 26-06-2000, την 27-06-2000, την 22-01-2001, την -12-02-2001, την 08-10-2001, την 01-11-2001 και την 17-06-2002, κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστά καθ' ολοκληρία έγγραφα, ήτοι τις 1] από 17-06-2002 με αριθμό ..., 2] από 01-112001 με αριθμό ..., 3] από 08-10-2001 με αριθμό ..., 4] από 12-02-2001 με αριθμό ..., 5] από 22-01-2001 με αριθμό ..., 6] από 24-052000 με αριθμό ..., 7] από 27-03-2000 με αριθμό ..., 8] από 07-02-2000 με αριθμό ..., 9] από 08-10-2001 με αριθμό ..., 10] από 12-022001 με αριθμό ..., 11] από 22-01-2001 με αριθμό ..., 12] από 27-06-2000 με αριθμό ..., 13] από 26-06-2000 με αριθμό ..., 14] από 27-03-2000 με αριθμό ..., 15] από 07-02-2000 με αριθμό ..., 16] από 17-06-2002 με αριθμό ...,17] από 01-11-2001 με αριθμό ...,18] από 12-02-2001 με αριθμό ..., και 19] από 22-01-2001 με αριθμό ...,αιτήσεις ανταλλαγής μονάδων επενδυτικού κεφαλαίου στο όνομα του εγκαλούντος Γ. Κ. του Ν., θέτοντας, σ' αυτές την υπογραφή τούτου (Γ. Κ.) κατ' απομίμηση, χωρίς την εντολή, συναίνεση ή έγκριση του. Στην πράξη της αυτή προέβη, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των εγγράφων αυτών τρίτα πρόσωπα για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα προκειμένου να παραπλανήσει οποιοδήποτε πρόσωπο, ότι δήθεν είχαν υποβληθεί από τον παραπάνω εγκαλούντα Γ. Κ. οι απαιτούμενες κατά το νόμο και τη σύμβαση αιτήσεις για την ανταλλαγή μονάδων επενδυτικού κεφαλαίου των με αριθμούς ... και ... ασφαλιστήριων συμβολαίων "Bonus Portfolio", καθώς και του με αριθμό ... ασφαλιστήριου συμβολαίου "Active Plan" στην ασφαλιστική εταιρεία "SCOPELIFE-A.E.A.E.Z." και την καθολική της διάδοχο "COMMERCIAL- UNION -LIFE -A.E.A.Z." με άλλα εταιρικά μερίδια επενδυτικού κεφαλαίου. Στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, αποστέλλοντας τα, στις παραπάνω ασφαλιστικές εταιρείες και πραγματοποιώντας ανταλλαγές μονάδων επενδυτικού κεφαλαίου με άλλα εταιρικά μερίδια επενδυτικού κεφαλαίου. Είναι, δε, πρόσωπο, που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, δοθέντος ότι πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου, εγκλήματος της πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας της, το, δε, συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000,00) ευρώ, καθόσον ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 153.302,77 ευρώ.
Β) Οι δεύτερος (Ι. Τ.) και τρίτη (Ε. Κ.) εξ αυτών, στη …, κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του έτους 1999 έως τις 17-6-2002, με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις που διέπραξε και συγκεκριμένα με πειθώ, συμβουλή και υπόσχεση αμοιβής προκάλεσαν στη συγκατηγορουμένη τους την απόφαση να εκτελέσει τις κατά τ' ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής απάτης και κακουργηματικής πλαστογραφίας, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, τις οποίες αυτή κατά τα προεκτεθέντα διέπραξε, ενώ διαπράττουν (2ος και 3η) τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. -Κατά του βουλεύματος αυτού οι παραπεφθέντες κατηγορούμενοι άσκησαν τις υπ' αριθ. 41/2009 , 18/2009 και 17/2009, αντιστοίχως, εφέσεις τους. Στη συνέχεια το Συμβούλιον Εφετών Αθηνών, αφού έκανε τυπικά δεκτές τις ασκηθείσες εφέσεις, με το προσβαλλόμενο 1458/2010 βούλευμα του απέρριψε αυτές- κατ' ουσία,- και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. -Κατά του εφετειακού αυτού Βουλεύματος στρέφεται τώρα η κατηγορουμένη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 8-9-2010 η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 10-10-2010 ήτοι εμπροθέσμως (άρθρο 473§1 ΚΠΔ). Η εν λόγω αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από την ίδια , συντάχθηκε δε γι' αυτήν η με αριθ 107/5-10-2010 έκθεση στην οποίαν διατυπώνονται οι λόγοι άσκησής της και ειδικότερα: α) η απόλυτη ακυρότητα επειδή το Συμβούλιο δεν απήντησε καθόλου στο αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισής της ενώπιον του (αρθρ 484§1α σε συνδυασμό προς άρθρο 171§1δ ΚΠΔ), β) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων της απάτης και της πλαστογραφίας που τις αποδίδονται (αρθρ 484§1δ και 139 ΚΠΔ). -Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει αυτήν για κακούργημα. - Ενόψει των ανωτέρω και των άρθρων 462, 463, 465, 474, 473, 482, 484 §1 α, δ ΚΠΔ και 1 14 18,19, 216§§1β-3 και 386 §§ 1,3 ΠΚ, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Ι) Ως προς τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως: -Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν σ' αυτόν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171§ 1δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται επιτρεπτώς για τη διαπίστωση της βασιμότητας αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε, με το 224/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε στις 9-9-2009 έφεση ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 17/9-9-2009 έκθεση εφέσεως. Στην έκθεση αυτή, εκτός των άλλων, διέλαβε και αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, προκειμένου να παράσχει διευκρινήσεις επί της υποθέσεως. Το Συμβούλιο αυτό, με το προσβαλλόμενο 2364/2006 βούλευμά του απέρριψε σιωπηρώς το ως άνω αίτημα, απορρίψαν κατ' ουσίαν την έφεση. Έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα και, επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ΑΠ 546/2007-ΑΠ 72/2006 – ΑΠ 723/2004). Κατ' ακολουθία, πρέπει, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 519, 485 §1 ΚΠΔ).
Ι) Ως προς τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως: - Από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικά δε, όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/3.6.1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (73.000 €). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 § 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Κατά το εδ. 2 της ίδιας §1 του άνω άρθρου 216 ΠΚ, η χρήση του εγγράφου από τον πλαστογράφο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση, ενώ για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης, οπότε η πλαστογραφία τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου 216 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2721/1999, [1] πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 75.000 €, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι, ή [2] ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €. - Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή δια της αποσοβήσεως της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου.- Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και ισχύει από 3.6.1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε Από το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης της απάτης και της πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του ως άνω εγκλήματος. (ΑΠ 974/2006 - ΑΠ 680/2000 - ΑΠ 372/2002 - ΑΠ 402/2004 - ΑΠ 1649/2006). Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 2466/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1478/2007). Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού (ΑΠ 951/2006 –ΑΠ 957/2005). - Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρθρ. 98 ΠΚ), το οποίο συγκροτείται όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ίδιου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενός και του αυτού εγκλήματος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρ. 46 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή, συμβουλή εντολή, εκμετάλλευση πλάνης κ.α. β) διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης.
- Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 46 § 1 ΠΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 13 στ'. 49§2, 216 και 386 του ΠΚ, συνάγεται ότι οι επιβαρυντικές περιστάσεις [της κατ' επάγγελμα και συνήθεια τέλεσης] των πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης, πρέπει να συντρέχουν αυτοτελώς και στα πρόσωπα του ηθικού αυτουργού για να χαρακτηριστούν οι πράξεις και ως προς αυτόν κακουργηματικές (ΑΠ 1649/2006-ΑΠ 1656/2007). -Τέλος έλλειψη της από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177§1 και 178 ΚΠΔ, ενώ είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, και δι' αυτής και στο πρωτόδικο βούλευμα (Ολ.ΑΠ 1/2005 – ΑΠ 1649/2006 - ΑΠ 114/2004 - ΑΠ 225/2002 - ΑΠ 1303/2002 - ΑΠ 356/2001). Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι του άρθρου 13 στοιχ στ' του ΠΚ και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, αναφορά των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους (ΑΠ 679/2009 - ΑΠ3 89/2009 ΑΠ 2309/2007).
- Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις και αφού έλαβε υπόψη του, τις ένορκες και ανωμοτί καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν κατά την διενεργηθείσα προανάκριση και κυρία ανάκριση, τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, την από 11-2-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ.-Μ. Κ. που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την 16/2009 Διάταξη του Ανακριτή Χαλκίδος, την από 15-3-2010 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του Π. Α. που διορίστηκε με την 2/2010 Διάταξη του Ανακριτή Χαλκίδος, η οποία (λογιστική πραγματογνωμοσύνη) διατάχθηκε με το 2473/2009 βούλευμα αυτού του Συμβουλίου και από τις απολογίες των κατηγορουμένων, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: " ... Στη … κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 1999 η κατηγορουμένη Ι. Κ. ως ασφαλίστρια και υποδιευθύντρια του Καταστήματος της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "SCOPLIFE- ΑΕΑΕΖ" στη … εν γνώσει της παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα Χ. Μ. ότι η ως άνω εταιρεία ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα, ότι η απόδοση του επενδυόμενου κεφαλαίου του ήταν εγγυημένη, λόγω του έμπειρου στελεχιακού δυναμικού της, καθόσον το κεφάλαιο του θα επενδυόταν από έμπειρους διαχειριστές σε ελληνικά και διεθνή ισχυρά αμοιβαία κεφάλαια με πολύ μεγάλη διασπορά του επενδυτικού κινδύνου σε χώρες, κλάδους και νομίσματα, ότι ισχυροί θεματοφύλακες εγγυώντο την ομαλή διαχείριση του κεφαλαίου, οι αποδόσεις του οποίου μακροχρόνια υπερέβαιναν κατά πολύ τις αντίστοιχες τραπεζικές αποδόσεις, ότι το κεφάλαιο του διασφαλιζόταν και επρόκειτο να έχει τακτική και πλήρη ενημέρωση για την πορεία του κεφαλαίου του, των επενδύσεων και των αποδόσεων. Με αυτές τις ψευδείς παραστάσεις έπεισε τον ανωτέρω εγκαλούντα να συνάψει στις 19-8-1999 το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με τον τίτλο "BONUS PORTFOLIO" και στις 20-8-1999 το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τον ίδιο τίτλο, συνδεδεμένα με επενδύσεις αμοιβαίων κεφαλαίων και να καταβάλει στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία ως εφάπαξ ασφάλιστρο το ποσό των 70.000.000 δραχμών (ή 205.429,00 €) και για τα δύο συμβόλαια. Επίσης κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 1999 και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2000 η ως άνω κατηγορουμένη εν γνώσει της παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα Κ. Γ. τα ίδια ακριβώς περιστατικά που είχε παραστήσει και στον εγκαλούντα Χ. Μ. και αναφέρθηκαν παραπάνω. Με τις ίδιες λοιπές ψευδείς παραστάσεις της η κατηγορουμένη έπεισε και τον εγκαλούντα Κ. Γ. να συνάψει στις 8-10-1999 το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τον τίτλο "BONUS PORTFOLIO", στις 8-10-1999 το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τον τίτλο "ACTIVE PLAN" και στις 10-10-2000 το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τον τίτλο "BONUS PORTFOLIO", συνδεδεμένα με επενδύσεις αμοιβαίων κεφαλαίων και να καταβάλει στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία ως εφάπαξ ασφάλιστρο το ποσό των 11.921.856 δραχμών (ή 34.987,10 €) για το πρώτο συμβόλαιο, το ποσό των 3.078.144 δρχ. (ή 9.033,446 €) για το δεύτερο και των 9.000.000 δρχ. (ή 26.412,32 €) για το τρίτο συμβόλαιο και συνολικά το ποσό των 24.000.000 δραχμών (ή 70.432,87 €). Όμως προέκυψε ότι οι ανωτέρω διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι η εταιρεία "SCOPLIFE" δεν ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα, δεν είχε έμπειρο στελεχιακό δυναμικό, οι αποδόσεις των επενδυόμενων κεφαλαίων δεν ήταν εγγυημένες, αφού οι επενδύσεις δεν έγιναν σε ελληνικά και διεθνή ισχυρά αμοιβαία κεφάλαια ούτε έγινε μεγάλη διασπορά του επενδυτικού κινδύνου σε χώρες, κλάδους και νομίσματα, ούτε ισχυροί θεματοφύλακες εγγυώντο την ομαλή διαχείριση των κεφαλαίων των εγκαλούντων, ούτε διασφαλίζονταν τα κεφάλαια αυτών, ούτε είχαν οι εγκαλούντες τακτική και πλήρη ενημέρωση για την πορεία των κεφαλαίων τους, των γενόμενων επενδύσεων και των αποδόσεων αυτών. Ειδικότερα προέκυψε ότι η εταιρεία SCOPLIFE ήδη από το έτος 1999 είχε αρχίσει να επενδύει τα κεφάλαια των πελατών της, μεταξύ των οποίων και των εγκαλούντων σε ελληνικό αμοιβαίο κεφάλαιο, παρά τη συμφωνία που είχε κάνει με τους εγκαλούντες και κατά παράβαση των όρων των παραπάνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει διασπορά σε χώρες, κλάδους και νομίσματα αλλά τα κεφάλαια των εγκαλούντων να παραμένουν εγκλωβισμένα στο Χ.Α.Α. και σε ελληνικό νόμιμα εν αγνοία των τελευταίων. Το πρώτο ασφαλιστήριο συμβόλαιο του Χ. Μ. ήταν συνδεδεμένο με επενδυτικά κεφάλαια (FUNDS) ως εξής: α) 30% (ΒΡ) Ηνωμένου Βασιλείου Μικτό σε λίρες Αγγλίας, β) 30% Τεχνολογικό Αναπτυξιακό σε δολάρια ΗΠΑ και γ) 40% Ελληνικό Αναπτυξιακό σε δρχ. και το δεύτερο ήταν συνδεδεμένο 100% με το επενδυτικό κεφάλαιο (FUND) Ελληνικό Αναπτυξιακό σε δρχ.. Το πρώτο ασφαλιστήριο συμβόλαιο του Κ. Γ. ήταν συνδεδεμένο με επενδυτικά κεφάλαια (FUNDS) ως εξής: α) 15% Ιαπωνικό Δυναμικό σε λίρες Αγγλίας, β) 15% Τεχνολογικό Αναπτυξιακό σε δολάρια ΗΠΑ, γ) 35% Ελληνικό Αναπτυξιακό σε δρχ. και δ) 3 5% Ηνωμένου Βασιλείου Μικτό σε λίρες Αγγλίας, το δεύτερο ήταν συνδεδεμένο 100% με το Τεχνολογικό Αναπτυξιακό σε δολάρια ΗΠΑ και το τρίτο ήταν συνδεδεμένο ως εξής: α) 15% Ευρωπαϊκό Δυναμικό σε ευρώ, β) 35% Ηνωμένου Βασιλείου Μικτό σε λίρες Αγγλίας, γ) 15% Τεχνολογικό Αναπτυξιακό σε δολάρια ΗΠΑ και δ) 35% Ελληνικό Αναπτυξιακό σε δρχ.. Όμως η κατηγορουμένη Ι. Κ. κατάρτισε τις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο πλαστές αιτήσεις ανταλλαγής μονάδων επενδυτικού κεφαλαίου στο όνομα των εγκαλούντων, θέτοντας τις υπογραφές τους, χωρίς την εντολή, συναίνεση ή έγκριση των τελευταίων, κατά τρόπον ώστε να φαίνεται ότι είχαν υποβληθεί στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία και είχαν υπογραφεί από τους εγκαλούντες οι απαιτούμενες από το νόμο και τη σύμβαση αιτήσεις για την ανταλλαγή μονάδων επενδυτικού κεφαλαίου των ασφαλιστηρίων συμβολαίων τους με άλλα εταιρικά μερίδια επενδυτικού κεφαλαίου. Με βάση τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα η κατηγορουμένη πραγματοποίησε ανταλλαγές μονάδων επενδυτικού κεφαλαίου με άλλα εταιρικά μερίδια, όπως το Ελληνικό Αναπτυξιακό, Εισοδήματος Ομολογιών, Εσωτερικού, Τεχνολογικό Αναπτυξιακό και Ελληνικό Μετοχικό, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της και στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία των εγκαλούντων. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα από 15-3-2010 έκθεση Λογιστικής Πραγματογνωμοσύνης του Π. Α. όλα τα επενδυτικά κεφάλαια (FUNDS) κατά το χρονικό διάστημα από 19-8-1999 μέχρι και την ημερομηνία της τελευταίας πράξεως ανταλλαγής υπέστησαν σημαντική μείωση της τιμής τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι το κεφάλαιο BΡ Ελληνικό Αναπτυξιακό, το οποίο έτυχε των περισσοτέρων επενδύσεων, υπέστη τη μεγαλύτερη μείωση της τιμής αγοράς. Έτσι στις 24-2-2005 εξαγοράστηκαν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του Χ. Μ. στη σημαντικά μειωμένη τιμή των 55.752,99 ευρώ και 41.693,12 ευρώ αντίστοιχα. Η κατηγορουμένη Ι. Κ. με την προαναφερόμενη ιδιότητα της (σύμβουλος επενδύσεων) ενώ ήταν υποχρεωμένη να απομακρυνθεί από τις επαχθείς επενδύσεις, όπως η ως άνω στο κεφάλαιο Ελληνικό Αναπτυξιακό, δεν το έπραξε, αλλά αντίθετα προέβη στις παραπάνω ανταλλαγές με εταιρικά μερίδια επενδυτικού κεφαλαίου υψηλού κινδύνου, με συνέπεια να ζημιωθούν οι εγκαλούντες, ο μεν Χ. Μ. κατά το ποσό των 101.982,89 ευρώ, το οποίο απωλέσθηκε, αφού, όπως προεκτέθηκε, κατά την εξαγορά των ασφαλιστηρίων συμβολαίων του, καταβλήθηκε σ' αυτόν ως κεφάλαιο μόνο το ποσό των 103.446,11 ευρώ, ενώ είχε καταβάλει στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία 205.429,00 ευρώ, ο δε Κ. Γ. κατά το ποσό των 51.319,88 ευρώ, το οποίο απωλέσθηκε, αφού κατά την εξαγορά των ασφαλιστηρίων συμβολαίων του, καταβλήθηκε σ' αυτόν ως κεφάλαιο μόνο το ποσό των 19.112,99 ευρώ, ενώ είχε καταβάλει στην ίδια ως άνω ασφαλιστική εταιρεία 70.432,87 ευρώ. Περαιτέρω, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι Ι. Τ., ως διευθύνων σύμβουλος και γενικός διευθυντής της ανωτέρω εταιρείας και η Ε. Κ., ως συντονίστρια ασφαλιστικών συμβούλων και επόπτης του καταστήματος της εν λόγω εταιρείας στη ..., κατά τους μήνες Αύγουστο και Οκτώβριο του έτους 1999 και κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2000, με προτροπές και παραινέσεις, με πειθώ, φορτικότητα, συμβουλές και υποσχέσεις παροχής αμοιβής προκάλεσαν στην ασφαλίστρια Ι. Κ. την απόφαση να τελέσει τις προαναφερόμενες πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας. Οι αρνητικοί των κατηγοριών ισχυρισμοί της Ι. Κ. αναιρούνται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Π. Μ., Χ. Μ., Γ. Τ., Κ. Γ. και την από 11-2-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία οι υπογραφές ως "Χ. Μ." και "Κ. Γ." στις επίδικες αιτήσεις ανταλλαγής μονάδων επενδυτικού κεφαλαίου, καθώς και η ιδιόχειρη γραφή στις συμπληρώσεις των αντίστοιχων ενδείξεων επί των εν λόγω εγγράφων, έχουν τεθεί με το χέρι της Ι. Κ. Επίσης και οι αρνητικοί των κατηγοριών ισχυρισμοί των Ε. Κ. και Ι. Τ. αναιρούνται από τις ένορκες καταθέσεις του μάρτυρος Γ. Τ.. Ο κατηγορούμενος Ι. Τ. ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη η προδικασία γιατί δεν εκλήθη για ανωμοτί εξέταση κατά την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση. Κατά την άσκηση της ποινικής διώξεως ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών εκτίμησε τα στοιχεία της δικογραφίας, δηλαδή το αποδεικτικό υλικό, της μέχρι τότε διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως από τα οποία δεν προέκυπταν επαρκείς ενδείξεις για το πρόσωπο του ως άνω κατηγορουμένου, και ως εκ τούτου δεν υπήρχε υποχρέωση για κλήση του σε ανωμοτί κατάθεση, δεδομένου ότι μια τέτοια ενέργεια απαιτεί να αποδίδονται ευθέως ευθύνες για την τέλεση συγκεκριμένης αξιόποινης πράξεως, σε συγκεκριμένο πρόσωπο, πράγμα που δεν συνέβαινε κατ' εκείνον το χρόνο. Επομένως είναι αβάσιμος ο ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, δεν έσφαλε το εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται και τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν οι εφέσεις των κατηγορουμένων ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα, όπως ορίζονται στο διατακτικό ...". -Με βάση όλα αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την αποδιδόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απάτη και πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος. Με αυτά όμως που δέχθηκε, όπως ανωτέρω εξετέθησαν, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις, καθόσον, αφενός μεν, δεν γίνεται καμία σκέψη τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό του (αλλά ούτε και γίνεται αναφορά στο πρωτοβάθμιο υπ' αριθ. 224/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας), αν η αναιρεσείουσα παραπέμπεται με την επιβαρυντική περίσταση της τρίτης παραγράφου των άρθρων 386 και 216 Π.Κ., κατά την οποία αν η πράξη της απάτης και της πλαστογραφίας τελέσθηκε κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, αφετέρου δε, δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων που της αποδίδονται. Πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για τους παραπάνω λόγους ως προς τον αναιρεσείουσα κατηγορουμένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς αυτήν, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο που το εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε : Α) Να γίνει δεκτή η υπ' αριθ. 107/2010 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Ε. συζ. Γ. Κ. , κατά του υπ' αριθ. 1458/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς τον ως άνω λόγο. Β) Να αναιρεθεί το ανωτέρω προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το σκέλος του που αφορά την εν λόγω κατηγορουμένη . Και Γ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το σκέλος της αυτό για νέα ουσιαστική συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα. Αθήνα 7-12-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ...ς με το 224/2009 βούλευμα του αποφάνθηκε για την παραπομπή των: 1) Ι. Κ. του Ε., 2) Ι. Τ. του Α., και 3) Ε. συζ. Γ. Κ., στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, για να δικαστούν, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης από υπαίτιο, που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, και β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, η μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Ι. Κ. του Ευαγγέλου και γ) της ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω πράξεις ο επίσης, μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Ι. Τ. του Α. και η αναιρεσείουσα (αρθρ. 1-13 γ,στ',-14-16-17- 18- 26§§1- 27§1- 46§1α- 51 -52-60-63-79-94§1-98-216§§3βα-1 και 386§§3α-1 ΠΚ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ" αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιον του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν σ' αυτόν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το όρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται επιτρεπτός για τη διαπίστωση της βασιμότητας αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε, με το 224/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας στην κακουργηματική απάτη και της πλαστογραφίας. Κατά του βουλεύματος αυτού η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε στις 9-9-2009 έφεση ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 17/9-9-2009 έκθεση εφέσεως. Στην έκθεση αυτή, εκτός των άλλων, διέλαβε και αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, προκειμένου να παράσχει διευκρινίσεις επί της υποθέσεως. Το Συμβούλιο αυτό, με το 2473/2009 εκδοθέν αρχικά βούλευμά του, ανέβαλε να αποφανθεί επί των αποδιδομένων σε αυτή κατηγοριών και διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, για τους αναφερόμενους σε αυτό λόγους, στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο 1.408/2010 βούλευμά του χωρίς καθόλου να αναφέρεται στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του εισαγγελέα, με δικές του σκέψεις απέρριψε σιωπηρώς το ως άνω αίτημα, απόρριψαν κατ' ουσίαν την έφεση. Έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα και, επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να αναιρεθεί κατά τούτο το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός, εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 519, 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ), παρελκούσης της έρευνας του, σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφερομένου δευτέρου λόγου της αιτήσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά τούτο το 1458/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπομπή με πρωτόδικο βούλευμα της αναιρεσείουσας για ηθική αυτουργία σε απάτη πλέον των 15.000 ευρώ, από υπαίτιο (απάτης) που διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έφεση κατά του βουλεύματος αυτού από αναιρεσείουσα. Διατύπωση με αυτή αιτήματος από εκκαλούσα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο. Σιωπηρή απόρριψη από αυτό άνω αιτήματος. Βάσιμος ο λόγος της αιτήσεως από αναιρεσείουσα, για απόλυτη ακυρότητα. Αναιρεί κατά τούτω το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπέμπει στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση, παρελκούσης της έρευνας του άλλου λόγου της αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1219/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπουρονίκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1931/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 165/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Ενώ τέλος κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, για πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1931/2010 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, πράξη που τέλεσε κατά το διάστημα από 30-4-2004 έως 31-7-2007, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, μετατραπείσα, προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανέλεγκτος, κατά λέξη, τα εξής: "Με την υπ αριθ. 1370/20-2-2004 ταμειακή βεβαίωση βεβαιώθηκε οφειλή της Αφοί Μ. ΑΕ, ύψους 108.653,61 €, η οποία έπρεπε να καταβληθεί μέχρι τις 30-4-2004. Με την υπ' αριθ. 85000/1-6-2004 ταμειακή βεβαίωση βεβαιώθηκε οφειλή της Αφοί Μ. ΑΕ, ύψους 153,85 €, η οποία έπρεπε να καταβληθεί μέχρι τις 30-7-2004. Με την υπ' αριθ. 85000/1-6-2004 ταμειακή βεβαίωση όφειλε να καταβάλει μέχρι τις 30-7-2004 153,85 €. Με την υπ' αριθ. 85000/1-6-2005 ταμειακή βεβαίωση βεβαιώθηκε οφειλή της Αφοί Μ. ΑΕ, ύψους 136,60 €, η οποία έπρεπε να καταβληθεί μέχρι τις 29-7-2005. Με την ίδια ταμειακή βεβαίωση βεβαιώθηκε οφειλή της ίδιας εταιρίας 136,60 € που έπρεπε να καταβληθεί μέχρι 29-7-2005, με την υπ' αριθ. 85000/1-6-2006 ταμειακή βεβαίωση βεβαιώθηκε οφειλή της ίδιας εταιρίας ύψους 124,60 € που έπρεπε να καταβληθεί μέχρι 31-7-2006, με την ίδια βεβαίωση βεβαιώθηκε οφειλή της ίδιας εταιρίας ύψους 124,60 € που έπρεπε να καταβληθεί μέχρι 31-7-2006. Με την υπ' αριθ. 85000/1-6-2007 ταμειακή βεβαίωση βεβαιώθηκε οφειλή της ίδιας εταιρίας ύψους 168,90 €, που έπρεπε να καταβληθεί μέχρι 31-7-2007. Με την ίδια βεβαίωση όφειλε να καταβάλει μέχρι 31-7-2007 168,90 €. Αν και παρήλθε τετράμηνο από τις ως προαναφερόμενες καταληκτικές προθεσμίες καταβολής τα βεβαιωθέντα ταμειακώς ποσά δεν κατεβλήθησαν. Ο κατηγορούμενος, Διευθύνων σύμβουλος ων της προαναφερόμενης εταιρίας υπέχει ποινική ευθύνη για την καθυστέρηση καταβολής των χρεών αυτών, ύψους 109.821,51 €, των οποίων δηλ. το συνολικό ύψος υπερβαίνει το ποσό των 50.000 €. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών στο Δημόσιο, το ύψος των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 50.000 € (άρθρ. 25 παρ.1 περ. β - Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 34 Ν. 3220/2004 και 27 του ιδίου Νόμου)".
Η προκύπτουσα από το παραπάνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία, ενόψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 3220/2004, αφού ο χρόνος καταβολής των επιδίκων χρεών έπεται της 1-1-2004, σύμφωνα με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, προσδιορίζονται στην απόφαση όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την κατά νόμο θεμελίωση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, μεταξύ των οποίων και η ιδιότητα του κατηγορουμένου, ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας "Αφοί Μ. Α.Ε.", σε βάρος της οποίας βεβαιώθηκαν οι παραπάνω οφειλές. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον δεν αναφέρεται με ποία ιδιότητα εν σχέσει με το χρέος του νομικού προσώπου και κατά ποίον χρόνο εν σχέσει προς το χρόνο γενέσεως του αντιστοίχου χρέους τέλεσε το ως άνω αδίκημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τα παραπάνω αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας είναι ο επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως για εκ πλαγίου παραβίαση της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης με την ειδικότερη αιτίαση ότι υπάρχουν αντιφάσεις περί του είδους του χρέους και του χρόνου τέλεσης του αδικήματος, αφού δεν καθορίζει ποίες είναι οι αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα σημεία αυτά της αντικειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος. Τέλος ο λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο, η ρύθμιση των παρ.2 και 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτές παραπάνω αναλύθηκαν, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εγκαθίδρυση ποινικής ευθύνης, σε βάρος των αναφερομένων σε αυτές προσώπων (διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους κ.λ.π.) διότι αντιβαίνουν ευθέως στη θεμελιώδη αρχή της ενοχής, ως βάσεως της ποινικής ευθύνης που στηρίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος, καθόσον οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν αντιβαίνουν στην παραπάνω διάταξη του Συντάγματος. Ναι μεν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας είναι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος), αλλά όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Συντάγματος, επιτρέπεται να ορίζεται με νόμο περιορισμός στο εν λόγω δικαίωμα, που μπορεί να φθάνει και στη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας (πρβλ. Ολ. Α.Π. 1/2009). Άλλωστε, οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στην προαναφερθείσα διάταξη του Συντάγματος, εφόσον η παραπάνω ευθύνη προβλέπεται με νόμο και αποβλέπει στην αποτελεσματική συμμόρφωση του οφειλέτη προς τις έναντι του Δημοσίου οικονομικές του υποχρεώσεις προς εξυπηρέτηση του Δημοσίου συμφέροντος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10 Ιανουαρίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 243/2011) δήλωση του Δ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1931/2010 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 2 και 3 Ν. 1882/1990. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για αιτιολόγηση της ιδιότητας του κατηγορουμένου –αναιρεσείοντος από την οποία εξαρτάται η ποινική του ευθύνη για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Δεν αντίκεινται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος οι ρυθμίσεις των παρ.2 και 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1217/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1273/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ι. Ν. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 27/2-7-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 904/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ. 505 παρ. 2 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του αρ. 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του αρ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, καταδικαστικής ή αθωωτικής ή εκείνης που παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη, για όλους τους λόγους του άρ. 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η υπέρβαση εξουσίας (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠΔ). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφήρμοσε, υπέρβαση δε εξουσίας συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμον όροι.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 2 Ιουλίου 2010 ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου δήλωσή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 27/2010 έκθεση, άσκησε αναίρεση ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 ΚΠΔ, κατά της 1273/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε αίτηση του κατηγορούμενου, Ι. Ν. του Α., κατοίκου ..., για ανάκληση αναστολής της ποινής του και μετατροπής της σε χρηματική ποινή, βάσει της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 26 του Ν.3811/09, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας, για τους εκτιθέμενους στη δήλωσή του λόγους. Αυτή (δήλωση), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 26 του νόμου 3811/2009 (ο οποίος, κατά το άρθρο 27 αυτού, ισχύει από την κατά την 18-12-2009 δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως - ΦΕΚ 231/28-12-09 τεύχος Α') ορίζονται τα ακόλουθα: "Η στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία έχει καταγνωσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, εφόσον δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης και της πενταετούς κάθειρξης, μετατρέπεται, με αίτηση του καταδικασθέντος, σε χρηματική. Η αίτηση μετατροπής υποβάλλεται παραδεκτά εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και γίνεται δεκτή, εκτός εάν, με ειδικά ανθολογημένη απόφαση, το δικαστήριο κρίνει, από την εν γένει συμπεριφορά του καταδικασθέντος, τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του, ότι η μετατροπή δεν αρκεί για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων, ανάλογης βαρύτητας, αξιοποίνων πράξεων".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι οι ακόλουθες: 1) επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινή μέχρι πέντε ετών με απόφαση που δημοσιεύθηκε μέχρι την 18-12-09 και δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, και 2) υποβολή αιτήσεως περί μετατροπής της ποινής σε χρηματική ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση εντός προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλ. μέχρι τις 18-2-10. Αντίθετα, δεν τίθεται ως προϋπόθεση της νομιμότητας και του παραδεκτού της αιτήσεως η μη προηγουμένη αναστολή εκτελέσεως της ποινής αυτής υπό όρους. Πρόκειται δηλ. για ειδική διάταξη που επιτρέπει την επάνοδο του δικαστηρίου και την κρίση του για το θέμα της μετατροπής ή μη της ποινής του καταδικασθέντος μετά τη δημοσίευση αντίθετης απόφασης του, υπό τον όρο ότι δεν κατέστη ακόμη αμετάκλητη η επιβολή της. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία παραδεκτός επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 2969 και 2977/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος Ι. Α. Ν., καταδικάστηκε για τα εγκλήματα της ληστείας κατ' εξακολούθηση και της παράνομης οπλοφορίας κατ' εξακολούθηση, του αναγνωρίσθηκαν τρεις (3) ελαφρυντικές περιστάσεις και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 3 ετών και 8 μηνών, η οποία, δια της αυτής αποφάσεως, ανεστάλη επί τριετία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 100Α ΠΚ, υπό τους όρους της εμφανίσεως του στο Α.Τ. του τόπου κατοικίας του το πρώτο πενθήμερο κάθε μηνός και της απαγορεύσεως συναναστροφής του με τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, τότε συγκατηγορουμένους του Ε. Σ., Τ. Β. και Γ. Π..
- Ακολούθως, δια της υπό ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 2010 αιτήσεώς του προς το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών ζήτησε να διαταχθεί η άρση (άλλως η ανάκληση) της άνω, κατ' άρθρο 100Α ΠΚ, αναστολής εκτελέσεως της παραπάνω συνολικής ποινής του (φυλακίσεως 3 ετών και 8 μηνών) και η μετατροπή του υπολοίπου της ποινής αυτής σε χρηματική ποινή, σύμφωνα με το άρθρο 26 του νόμου 3811/2009. Η αίτηση του αυτή, η οποία υπεβλήθη εμπροθέσμως, ήτοι εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου 3811/2009, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 27 αυτού, ισχύει από την κατά την 18.12.2009 δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, απερρίφθη υπό της ελεγχομένης, ως άνω, υπ' αριθμ. 1273/2010, αποφάσεως με την ακόλουθη κατά λέξη αιτιολογία: " Ο αιτών με την 2669-2997/09 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, καταδικάσθηκε, τελεσιδίκως, για τις πράξεις της ληστείας κατ' εξακολούθηση και οπλοφορίας κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε συνολική ποινή 3 ετών και 8 μηνών, αφού το δικαστήριο δέχτηκε τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων των εδαφίων α', δ' και ε' της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ. Με την ίδια απόφαση, μετά την παραδοχή σχετικού αιτήματός του το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 100Α ΠΚ, ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής και έθεσε τον αιτούντα υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αγωγής με τους όρους: α)εμφάνισης του στο Α/Τα της κατοικίας του το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα και β)της απαγόρευσης συναναστροφής του με τα κατονομαζόμενα πρόσωπα. Με την υπό κρίση αίτησή του, ζητά ο αιτών, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της: α)την ανάκληση της χορηγηθείσης αναστολής με την εν λόγω απόφαση και την μετατροπή της ποινής, καθόσον συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 26 ν. 3811/2009. Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, μη συντρέχοντος, νομίμου λόγου για την μετατροπή".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 26 του Ν. 3811/09, θέτοντας ως προϋπόθεση της εφαρμογής της, τη μη προηγούμενη αναστολή υπό όρους της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο στερητικής της ελευθερίας ποινής, για να μπορεί να τύχει του ευεργετήματος που του χορηγεί ο νόμος της μετατροπής της σε χρηματική. Επομένως, παραβίασε ευθέως τη μεταβατική αυτή διάταξη και υπερέβη την εξουσία του. Ειδικότερα, με την παράλειψή του αυτή, δημιουργείται και από το αυτό άρθρο 510 παρ.1 περ.Η του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως της υπέρβασης εξουσίας, υπό την αρνητική της μορφή, διότι το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 26 του Ν. 3811/2009, αλλά και της υπέρβασης εξουσίας υπό την αρνητική της μορφή, είναι βάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1.273/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση κατηγορουμένου για μετατροπή της ποινής φυλακίσεως των τριών (3) ετών και οκτώ μηνών, η οποία επιβλήθηκε σε αυτόν με απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου και έχει ανασταλεί η εκτέλεσή της. Η μετατροπή ζητείται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 26 του Ν. 3811/2009. Εφόσον η ποινή είναι μέχρι πέντε (5) ετών και η απόφαση που δημοσιεύτηκε μέχρι την 18/12/2009, δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, η δε υποβολή της αιτήσεως περί μετατροπή της ποινής σε χρηματική, γίνει εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού δηλ. μέχρι τις 18. 2. 10, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή, είναι δυνατή η μετατροπή της σε χρηματική, χωρίς για τη νομιμότητα της αιτήσεως και το παραδεκτό αυτής, να απαιτείται η μη προηγούμενη αναστολή εκτελέσεως αυτής υπό όρους. απόφαση δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η ενώπιόν του, νομίμως και εμπροθέσμως υποβληθείσα, αίτηση αναστολής εκτελέσεως. Οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 26 του Ν. 3811/2009, αλλά και της υπέρβασης εξουσίας υπό την αρνητική της μορφή, είναι βάσιμοι. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1216/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ά. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Θαλασσινό, για αναίρεση της υπ'αριθ.ΑΤ464/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 418/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ. 501 παρ. 1 εδ. 1,3 ΚΠΔ, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή διά συνηγόρου του, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη (εδ.1). Η διάταξη του αρ. 349 του ίδιου κώδικα για αναβολή της συζήτησης, εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας (εδ. 2). Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε αίτημα αναβολής. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 51,0 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα, απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 παρ.1 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφαση του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης ΑΤ-464/2010 κυρίας αποφάσεως του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 παρ.1 ΚΠΔ, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπό του (κατηγορουμένου- ασθένειά του και αδυναμία του λόγω αυτής να προσέλθει στο Δικαστήριο να δικαστεί). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.ΑΤ-464/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της έφεσής του κατά της υπ'αριθμ.ΑΜ-5628/2009 καταδικαστικής για εκείνον απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο ο ίδιος, αλλά η Ά. Δ.Β., η οποία για λογαριασμό του εκκαλούντος, ανήγγειλε στο δικαστήριο ότι ο εκκαλών ήταν ασθενής και δεν μπορούσε να εμφανιστεί στο δικαστήριο και για τον λόγο αυτό ζήτησε αναβολή της δίκης, εγχείρησε δε την από 20-1-2010 ιατρική γνωμάτευση του ΙΚΑ Αιγάλεω, η οποία αναγνώσθηκε, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και παράλληλα εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενόρκως. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς, με την συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα αναβολής της δίκης με την αιτιολογία κατά λέξη ως εξής: "ο προτεινόμενος λόγος περί αναβολής λόγω ασθενείας του κατ/νου, ο οποίος φέρεται ότι πάσχει από "οξεία οσφυαλγία με διαταραχές βαδίσεως", δεν αποτελεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου σημαντικό αίτιο, που να δικαιολογεί την αιτούμενη αναβολή, αφού θα μπορούσε, ενόψει ιδίως την αξιόποινης πράξης που κατηγορείται "παραβίασης της υποχρέωσης για διατροφή κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση", να διορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη". Όμως η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση δεν είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτή τα στοιχεία που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή καθώς και τις αποδείξεις που την στηρίζουν. Ειδικότερα, ενώ προκύπτει ότι προσκομίσθηκε από την προαναφερθείσα μάρτυρα το από 20-1-2010 ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο και αναγνώσθηκε, δεν αναφέρεται τούτο εις τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, καθώς και αν έγινε δεκτό ως αληθές ή όχι το περιεχόμενο του, ενώ δεν μνημονεύεται και από ποια πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύεται η ασθένεια του κατηγορουμένου, αλλά την απορριπτική του αιτήματος κρίση του θεμελίωσε μόνο στην κατάθεση της ως άνω εξετασθείσας ως μάρτυρα, αν και, όπως προκύπτει από τα οικεία προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, για την απόδειξη του αιτήματος αναβολής είχε προσκομισθεί και αναγνωσθεί σχετικό πιστοποιητικό. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος ως προς το αίτημα αυτό. Το Δικαστήριο εκείνο στην συνέχεια αφού επέτρεψε, κατ'αρ.340 παρ.2 ΚΠΔ, την δια πληρεξουσίου εκπροσώπηση του ως άνω κατηγορουμένου από δικηγόρο, έκανε τυπικά δεκτή την έφεσή του και ακολούθως εκήρυξε αυτόν ένοχο με ωσεί παρόντα τον κατηγορούμενο.
Επομένως το δικαστήριο, που απέρριψε χωρίς επαρκή αιτιολογία το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου, λόγω σημαντικών αιτίων και ακολούθως, αν και εκπροσωπήθηκε διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατά την επ'ακροατήριω διαδικασία, μετά από έρευνα του βάσιμου της κατηγορίας, κήρυξε αυτόν ένοχο της αποδιδόμενης εις αυτόν κατηγορίας, υπέπεσε και στην εκ του αρ.510 παρ.1 στοιχ.Η' αρνητική υπέρβαση εξουσίας, κατά την βάσιμη περί τούτου διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή και λόγου αυτού της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση κατά το προσβαλλόμενο δι'αυτής κεφάλαιο, με περαιτέρω παραπομπή της υποθέσεως για νέα εκδίκασή της στο αυτό δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την ΑΤ-464/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση της υποχρεώσεως προς παροχή διατροφής, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση. η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει το αίτημα του απόντος κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων (ασθένειά του), πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δηλαδή πρέπει να αναφέρονται σε αυτή τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, καθώς και τις αποδείξεις που τη στηρίζουν – βάσιμος ο λόγος της αιτήσεως για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας – η απόρριψη χωρίς επαρκή αιτιολογία του αιτήματος αυτού και στη συνέχεια, εκδίκαση κατ’ ουσίαν της υποθέσεως, με ωσεί παρόντα τον εκπροσωπηθέντα από συνήγορο εκκαλούντα, άγει το Δικαστήριο σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, που αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’, σχετικό λόγο αναιρέσεως. Βάσιμες οι αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1215/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 21/27-1-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, σύμφωνα με την 197/28-12-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαζαφειρόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5301/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Σ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 20 Δεκεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους επ' αυτής, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1280/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το αίτημα περί αναβολής της εκδίκασης της ένδικης αίτησης αναίρεσης μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 30-7-2010 κλήσης - αγωγής, με αριθμό κατάθεσης 2845/2010, του αναιρεσείοντος, που εκδικάζεται στις 27-9-2011, αναφορικά με την εγκυρότητα των συμβολαίων .../2000 και .../2007, τα οποία αμφισβητεί ο πολιτικώς ενάγων, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού η έκδοση της όποιας απόφασης ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην παρούσα αναιρετική δίκη. Κατ' άρθρο 57 παρ. 1 ΚΠΔ "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ. 3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξης του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ' ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται περί της αυτής πράξης, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα. Για την ταυτότητα πράξης απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέσθηκε.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473§2, 474§2, 476§1, 509§1 και 510 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση άσκησης αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., ο οποίος να αφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, από την παραπάνω δε αξίωση του νόμου να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρούνται και οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β' και Η' του ΚΠΔ. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως βάσει των οποίων το δικαστήριο της ουσίας δεν εδέχθη την ύπαρξη δεδικασμένου. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλα έξω από την έκθεση αναίρεσης έγγραφα ή υπομνήματα του αναιρεσείοντος με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509§2 του ΚΠΔ την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Επίσης δεν επιτρέπεται να εξεταστούν ούτε αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο οι υπό στοιχ. Α', Γ', Δ', ΣΤ' και Θ' (ήδη Η') του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών, που προβλέπεται από το άρθρο 511 ίδιου Κώδικα, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναίρεσης.
Εν προκειμένω, στην, από 8-6-2010, ένδικη έκθεση αναίρεσης ενώπιον της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών, διαλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος ασκεί αναίρεση κατά της 5301/2010 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης εννιά μηνών, που ανεστάλη για τρία χρόνια, "Διότι δεν ελήφθη υπόψη: α) Η πρόταση του κου Εισαγγελέα για Έλλειψη Δόλου. Β) Η ένσταση του Δεδικασμένου, σύμφωνα με τη ΔΙΑΤΑΞΗ ΕΓ-78/31-8-07, το βούλευμα 3553/2008 Συμβουλίου Πλημ/κών και τις αποφάσεις 116/09 και 259/2010 του Ποιν. Εφετείου Αθηνών, επί παρομοίων μηνύσεων και γ) Η προηγηθείσα συμπεριφορά του μηνυτή: Σε συνδυασμό με το επισυναπτόμενο Υπόμνημά μου και τα οκτώ (8) σχετικά". "Η Διάταξη ΕΓ-78/07 τα βουλεύματα 1821/08 και 3553/08- με τις αποφάσεις 116/09 και 259/2010 υπάρχουν στη Δικογραφία.-". Ο υπό στοιχ. β' λόγος αναίρεσης, όπως διατυπώνεται, είναι παντελώς αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθεται στην έκθεση αναίρεσης σε τι συνίσταται η παραβίαση των διατάξεων περί δεδικασμένου από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα οι παραδοχές του Εφετείου, βάσει των οποίων αυτό απέρριψε τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περιοριζόμενου στην παράθεση της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, κάποιων αποφάσεων και μιας Εισαγγελικής διατάξεως. Εξάλλου, οι λοιποί υπό στοιχ. α' και γ' λόγοι είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, εφόσον δε συνιστούν λόγους αναίρεσης από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Περαιτέρω, το επισυναπτόμενο στην έκθεση αναίρεσης "ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ", εφόσον δε φέρει την υπογραφή της συντάξασας αυτή Γραμματέα, ούτε βεβαία χρονολογία, δεν αποτελεί ένα ενιαίο όλο με την έκθεση αναίρεσης και, συνεπώς ουδεμία έννομη έχει επιρροή. Ενόψει των παραπάνω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτη και εντεύθεν απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 8 Ιουνίου 2010, αίτηση του Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 5301/2010 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση. Ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση δεδικασμένου είναι παντελώς αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1212/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με τη με αριθμό 47/11.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ν. Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Α. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, για αναίρεση της με αριθμό 10/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου. Με συγκατηγορούμενο τον Σ. Ζ. του Ε. . Με πολιτικώς ενάγουσα τη Σ. Π. του Ι. , κάτοικο ... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δημητράτο.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 29 Απριλίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 449/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 22.3.2011 αίτηση του Γ. Κ. του Ά. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Μαζί με αυτήν θα συνεξετασθούν και οι από 29.4.2011 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα ο ως άνω αναιρεσείων με ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση η οποία περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να περιέχει ορισμένους λόγους. Ειδικώς, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 Κ.Π.Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, η άσκηση εφέσεως πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση από τον Εισαγγελέα των λόγων της έφεσης, στους οποίους πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, τη δεχθεί τυπικά προχωρήσει δε στην εξέταση της ουσίας και κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει την εξουσία και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. 17 του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 393/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, ο αναιρεσείων και οι λοιποί τότε συγκατηγορούμενοί του κηρύχθηκαν αθώοι της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατά συναυτουργία και κατά συρροή, της χρήσης ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία και της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση. Τα πληρούντα τις ως άνω πράξεις αντικειμενικά στοιχεία συνίστανται, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της ως άνω αποφάσεως και προσδιορίζονται στη διαμάχη μεταξύ του αναιρεσείοντος, της πολιτικώς ενάγουσας κυρίως αλλά και μεταξύ άλλων προσώπων, αν το μεταβιβασθέν ακίνητο στον αναιρεσείοντα με το υπ' αριθμ. ... /16.7.2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής συζύγου Γρηγορίου Κουτσοπούλου, είχε πρόσωπο μήκους 24,85 μ. σε δημοτική - κοινόχρηστη οδό πλάτους 2,50 - 2,60 μέτρων ή το ακίνητο αυτό συνορεύει νοτίως και επί πλευράς μήκους 25,20 μέτρων με ιδιωτικό δρόμο (δουλεία διόδου) πλάτους 2 μέτρων. Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Νάξου άσκησε εμπροθέσμως την από 17.6.2008 έφεση, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 15/2008 σχετική έκθεση του αρμοδίου Γραμματέα, το πλήρες περιεχόμενο της οποίας έχει ως ακολούθως: ... Από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (στις οποίες πρέπει να τονισθεί ότι περιλαμβάνεται πρόδηλα και η χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, που δεν μνημονεύεται ρητά στην έφεση της ως άνω Εισαγγελέα) όλα γενικά τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά: Α) Ο κατηγορούμενος Κ. Γ. κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις πραγμάτωσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: "1) Στην Αθήνα, την 16-7-2003, πέτυχε με εξαπάτηση, να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα : Εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς και εξαπάτησε τη Συμβολαιογράφο Αθηνών, Παρασκευή, σύζ. Γρηγορίου Κουτσοπούλου, το γένος Γεωργίου Χατζηαντωνίου, ότι δήθεν η προκάτοχος του - πωλήτρια, Ι. Τ. , το γένος Μ. και Σ. Λ. , είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της, ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, που βρίσκεται εντός των ορίων οικισμού ... και στην περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου Νάξου, στη θέση "... " ή "... " και επί δήθεν δημοτικής οδού, το οποίο, δήθεν, κατά νεότερη, μέτρηση και σύμφωνα με το από Ιουλίου 2003, - ψευδές κατά περιεχόμενο - τοπογραφικό διάγραμμα του συγκατηγορουμένου του, αγρονόμου-τοπογράφου Μηχανικού, Σ. Ζ. , το οποίο προσκόμισε ενώπιον της συμβολαιογράφου, είναι δήθεν άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει έκταση 344 τ.μ. και συνορεύει δήθεν μεταξύ άλλων, νότια, σε πρόσωπο 24,85 μέτρων, με δημοτική οδό, πλάτους 2,50 - 2,60 μέτρων, αναφέροντας στη συνέχεια στην ως άνω συμβολαιογράφο τους τίτλους κτήσεως αυτού και ότι το εν λόγω οικόπεδο, με τη συγκεκριμένη δήθεν έκταση, εμβαδόν και όρια, η Ι. Τ. , πωλεί και μεταβιβάζει στον ίδιο και τη σύζυγο του, Ά. Ν. και έτσι, έπεισε την εν λόγω συμβολαιογράφο, να συντάξει το με αριθμ. ... /16-7-2003, συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ένδικου ακινήτου, στο οποίο, μεταξύ άλλων, προσήρτησε και το προαναφερόμενο, από Ιουλίου 2003, τοπογραφικό διάγραμμα, αφού πρώτα το συνυπέγραψαν άπαντες οι συμβαλλόμενοι. Πλην όμως, όλα όσα ανέφερε ενώπιον της Συμβολαιογράφου, ο Γ. Κ. , για την κατάσταση και τα όρια του ακινήτου, ήταν εν γνώσει του ψευδή, καθόσον, όπως προκύπτει από τους προηγούμενους τίτλους κτήσης του ακινήτου (συμβολαιογραφικά έγγραφα), καθώς και από τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα που τους συνόδευαν και προσαρτήθηκαν σε αυτούς, και συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από :-το με αριθμ. ... /22-9-1955, συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Νάξου, Παναγιώτη Πάγκαλου, με βάση το οποίο, το ως άνω ακίνητο πωλήθηκε από το Ν. Δ. στον Μ. Λ. , -το με αριθμ. ... /16-5-199-7, συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αττικής, Γενοβέφας Αθητάκη-Ζούκα, με βάση το οποίο, το εν λόγω ακίνητο, μεταβιβάστηκε στην κατηγορούμενη Ι. Τ. το γένος Λ. , κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου από τον πατέρα της, Μ. Λ. , -το με αριθμ. ... /7-12-2001, συμβόλαιο της ιδίας, ως άνω, συμβολαιογράφου, με βάση το οποίο, μεταβιβάστηκε στην ίδια κατηγορουμένη, Ι. Λ. , με δωρεά εν ζωή, από την αδελφή της Μ. Σ. , ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου, -το από 2-9-1987, τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα -Μηχανικού, Ι. Π. , το οποίο, προσαρτήθηκε στο προαναφερόμενο, με αριθμ. ... /16-5-1997, συμβόλαιο γονικής παροχής, το συγκεκριμένο ακίνητο, έχει πραγματική έκταση 354,62 τ.μ. και συνορεύει, μεταξύ άλλων, νοτίως, και επί πλευράς, μήκους 25,20 μέτρων, με ιδιωτικό δρόμο (δουλεία διόδου), πλάτους 2 μέτρων. Ο παραπάνω κατηγορούμενος, με την προπεριγραφόμενη ενέργεια του, πέτυχε με εξαπάτηση της πιο πάνω συμβολαιογράφου, να συνταχθεί το ως άνω, με αριθμ. ... /16-7-2003, συμβόλαιο και να βεβαιωθεί σε αυτό, ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο, είχε δήθεν πρόσωπο μήκους 24,85 μ., σε δημοτική - κοινόχρηστη οδό, πλάτους, 2,50 - 2,60 μέτρων και ότι ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, περιστατικά εντελώς αναληθή και έχοντα έννομες συνέπειες, μολονότι γνώριζε ότι τούτο ήταν ψευδές, αφού, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, η ως άνω οδός, όπως περιγραφόταν στα συμβόλαια (και στα σχετικά με αυτά, τοπογραφικά διαγράμματα) των δικαιοπαρόχων του (των οποίων, όπως ο ίδιος ανέφερε σαην απολογία ίου, είχε λάβει γνώση), ήταν στην πραγματικότητα ιδιωτική οδός (και όχι δημοτική), πλάτους 2 μέτρων (και όχι 2,50-2,60 μέτρων) και ειδικότερα η συγκεκριμένη αυτή εδαφική λωρίδα, όπως και ο ίδιος γνώριζε, δημιουργήθηκε κατά το έτος 1960, σε βάρος του ακινήτου του Μ. Λ. (δικαιοπαρόχου και πατέρα της πρώτης κατηγορουμένης), του οποίου αποτελούσε τμήμα και αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του ακινήτου του Γ. Α. (και ήδη Ν. Α. ), κατ' επέκταση δε, αποτελούσε δουλεία διόδου, με δουλεύον ακίνητο, το ένδικο ακίνητο, το οποίο, πώλησε η Ι. Τ. , στον ίδιο και στη σύζυγο του, τούτο δε, έπραξε με σκοπό, να βεβαιωθούν τα αναληθή αυτά περιστατικά στο πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, με την χρήση του οποίου, ως και του προσαρτηθέντος σε αυτό, τοπογραφικού διαγράμματος του συγκατηγορουμένου του, Σ. Ζ. , να υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια πολεοδομία για έκδοση οικοδομικής άδειας και ανοικοδόμηση επ' αυτού. 2) Στη Νάξο Κυκλάδων, την 3-5-2004, πέτυχε με εξαπάτηση, να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα: Την 24-12-2003, υπέβαλε στο Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου, την με ίδια ημεροχρονολογία, αίτηση του για χορήγηση οικοδομικής άδειας για κατασκευή διορόφου συγκροτήματος τεσσάρων (4) διαμερισμάτων και μονοκατοικίας με υπόγειο στο προπεριγραφόμενο ακίνητο, το οποίο αγόρασε κατά τα εκτεθέντα στο στοιχείο 1. Με την εν λόγω αίτηση του προς την Πολεοδομία, συνυπέβαλε ως απαραίτητα δικαιολογητικά, μεταξύ άλλων, αφενός μεν, το ως άνω, με αριθμ. ... /16-7-2003, ψευδές κατά το προαναφερόμενο περιεχόμενο του, .συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ένδικου ακινήτου, το οποίο, με τον προεκτεθέντα στο στοιχείο αυτό, τρόπο, είχ υφαρπάξει, αφετέρου δε, το από Ιουλίου 2003, ομοίως ψευδές κατά περιεχόμενο, τοπογραφικό διάγραμμα του συγκατηγορουμένου τους, αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, Σ. Ζ. , με βάση τα οποία, το ένδικο ακίνητο, εμφανιζόταν να συνορεύει (έχει πρόσωπο), στη νότια αυτού πλευρά, δήθεν, με δημοτική - κοινόχρηστη οδό, πλάτους 2,50 - 2,60 μέτρων και να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, γεγονός εντελώς αναληθές, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το ακίνητο αυτό, στη νότια αυτού πλευρά, συνόρευε με ιδιωτική οδό - δουλεία διόδου (με δουλεύον, το ίδιο αυτό, ακίνητο), πλάτους 2 μέτρων, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να ανοικοδομηθεί. Με την ενέργεια του αυτή, ο κατηγορούμενος, πέτυχε να εκδοθεί στο όνομα του (και στο όνομα της συζύγου του), η με αριθμ. ... /3-5-2004, οικοδομική άδεια, από το Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου, με την οποία είχαν το δικαίωμα να κατασκευάσουν διόροφο συγκρότημα 4 διαμερισμάτων και μονοκατοικία με υπόγειο, για την έκδοση της οποίας (οικοδομικής άδειας), οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Π. Γ. Νάξου, παραπλανηθέντες και εξαπατηθέντες από τον ως άνω κατηγορούμενο, έλαβαν υπόψη τους, με βάση το υποβληθέν συμβόλαιο και το προσαρτηθέν σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, τις διατάξεις του από 14-7-1988 Προεδρικού Διατάγματος (ΦΕΚ 504Δ/14-7-1988), (αρθρ. 2), σύμφωνα με το οποίο, τα οικόπεδα που βρίσκονται εντός του οικισμού ... Νάξου Κυκλάδων, είναι οικοδομήσιμα, εφόσον, με ελάχιστο εμβαδόν 300 τ.μ. και ελάχιστο πρόσωπο 12 μέτρων, έχουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο ή σε χώρο που έχει τεθεί σε κοινή χρήση. Σύμφωνα με το ίδιο, ως άνω άρθρο, οικόπεδο που δεν έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο ή σε χώρο που έχει τεθεί σε κοινή χρήση, για να είναι οικοδομήσιμο, πρέπει να τεθεί σε κοινή χρήση με συμβολαιογραφική πράξη έκταση στη συγκεκριμένη θέση για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου, συνολικού πλάτους τουλάχιστον τεσσάρων (4) μέτρων και μήκους τουλάχιστον 13 μέτρων κατά μήκος των ορίων του οικοπέδου, που να συνδέει το οικόπεδο με το υφιστάμενο σε κοινή χρήση δίκτυο κυκλοφορίας του οικισμού, κατά συνέπεια των προαναφερομένων, το ένδικο οικόπεδο, δεν ήταν δυνατόν να ανοικοδομηθεί, καθόσον, αφενός μεν, δεν είχε πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο, αφετέρου δε, δεν τέθηκε με συμβολαιογραφική πράξη σε κοινή χρήση, έκταση συνολικού πλάτους 4 μέτρων για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου... Γ) Ο κατηγορούμενος Γ. Κ. , στη Νάξο Κυκλάδων, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με πρόθεση ενεργώντας, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, χρησιμοποίησε υφαρπαχθείσα ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλους, σχετικά με περιστατικά που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα: 1) την 24-12-2003, υπέβαλλε ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων του Πολεοδομικού Γραφείου Νάξου, την με ίδια ημεροχρονολογία, αίτηση του, προκειμένου να εκδοθεί στο όνομα του ιδίου και της συζύγου του, οικοδομική άδεια για κατασκευή διορόφου συγκροτήματος τεσσάρων (4) διαμερισμάτων και μονοκατοικίας με υπόγειο, συνυποβάλλοντας, μεταξύ άλλων δικαιολογητικών, και το, υφαρπαχθέν από τον ίδιο, κατά τα εκτεθέντα στο στοιχείο Α, με αριθμ. ... /16-7-2003, συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Κουτσοπούλου, με σκοπό να παραπλανήσει και να εξαπατήσει τους υπαλλήλους αυτούς, σχετικά με το ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν δήθεν οικοδομήσιμο και να τους πείσει να εκδώσουν την με αριθμ. ... /3-5-2004, οικοδομική άδεια, αφού σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο και στο προσαρτηθέν σε αυτό, από Ιουλίου 2003, τοπογραφικό διάγραμμα του συγκατηγορουμένου του, Σ. Ζ. , το ένδικο αυτό, ακίνητο, εμφανιζόταν ψευδώς, ως έχον πρόσοψη σε δημοτική - κοινόχρηστη οδό.
2) την 23-5-2006 και την 19-4-2007, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, αντίστοιχα, ενόψει αφενός μεν, της από 14-11-2005, αγωγής που άσκησε σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, Σ. Π. , με την οποία (αγωγή), ζήτησε να αναγνωρισθεί οιονεί - συννομέας πραγματικής δουλείας διόδου - δρόμου, ευρισκόμενου στη νότια πλευρά του ένδικου ακινήτου του, μήκους 24,85 μέτρων και πλάτους 2,61 μέτρων, αφετέρου δε, της έφεσης που άσκησε η τελευταία, κατά της με αριθμ. 34/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νάξου, η οποία εξεδόθη επί της ως άνω αγωγής, προσκόμισε και κατέθεσε με τις προτάσεις του, την προαναφερόμενη, υφαρπαχθείσα από τον ίδιο, ψευδή βεβαίωση, ήτοι, το με αριθμ. ... /16-7-2003, συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Παρασκευής Κουτσοπούλου, με σκοπό να παραπλανήσει και να εξαπατήσει τους δικαστές των πιο πάνω δικαστηρίων, ότι δήθεν, το ένδικο αυτό ακίνητο συγκυριότητας του, είχε πρόσοψη σε δουλεία διόδου - δρόμο, μήκους 24, 85 μέτρων και πλάτους 2,61 μέτρων, η οποία (δουλεία διόδου), υφίστατο από το έτος 1955, δήθεν, υπέρ του -δεσπόζοντος- ακινήτου τους, ενώ, η αλήθεια την οποία γνώριζε, ήταν ότι το ακίνητο,αυτό, συνόρευε στη νότια πλευρά του, με ιδιωτική οδό, πλάτους 2 μέτρων, η οποία, δημιουργήθηκε κατά το έτος 1960, σε βάρος του ακινήτου του Μ. Λ. (δικαιοπαρόχου της πωλήτριας του ακινήτου), του οποίου αποτελούσε τμήμα και αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του ακινήτου του Γ. Α. (και ήδη Ν. Α. ), κατ' επέκταση δε, αποτελούσε δουλεία διόδου με δουλεύον (και όχι δεσπόζον) ακίνητο, το ένδικο ακίνητο, το οποίο, πώλησε η δικαιοπάροχος του, Ι. Τ. στον ίδιο και τη σύζυγο του, ενώ, εξάλλου, ουδέποτε η ένδικη αυτή λωρίδα γης (δουλεία διόδου), κατέστη κοινόχρηστη. 3) την 23-12-2004, υπέβαλε αναφορά - αίτηση ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Νάξου, με την οποία στρεφόμενος σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, Σ. Π. , συνυπέβαλε προκειμένου να ληφθεί υπόψη από τους υπαλλήλους αυτούς και να συνεκτιμηθεί, μεταξύ άλλων και την ως άνω υφαρπαχθείσα ψευδή βεβαίωση, ήτοι, το με αριθμ. ... /16-7-2003, συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Παρασκευής Κουτσοπούλου. Ο κατηγορούμενος, χρησιμοποίησε το προαναφερόμενο - υφαρπαχθέν κατά τα προεκτεθέντα - συμβόλαιο, με σκοπό να εξαπατήσει τους υπαλλήλους της πιο πάνω υπηρεσίας, ότι δήθεν ο ίδιος, είχε παραχωρήσει την ένδικη εδαφική λωρίδα και ότι δήθεν η εγκαλούσα, είχε αυθαιρέτως καταλάβει τμήμα αυτής, πλάτους 0,70 εκατοστών, σε όλο της το μήκος και προκειμένου να τους πείσει ότι η συγκεκριμένη οδός ήταν δημοτική - κοινόχρηστη, υπαγόμενη στην καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα τους, για την λήψη μέτρων προστασίας από το Δήμο Νάξου, για να διαφυλαχθούν, δήθεν τα επ' αυτής, έννομα δικαιώματα του (ως δήθεν δημοτικής - κοινόχρηστης οδού). Δ) Ο κατηγορούμενος, Γ. Κ. , στη Νάξο Κυκλάδων, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς και ανέφερε γι' αυτόν, ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτές και συγκεκριμένα : 1) την 23-12-2004, υπέβαλε στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Νάξου, την από 20-12-2004 "αναφορά - αίτησή" του, με την οποία κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς την πολιτικώς ενάγουσα, Σ. Π. για δήθεν αυθαίρετη κατάληψη δημοτικής - κοινόχρηστης οδού, μολονότι γνώριζε ότι η συγκεκριμένη οδός είναι ιδιωτική και είχε παραχωρηθεί ως δουλεία διόδου, σε βάρος του δικού του ακινήτου. Ειδικότερα, με την ως άνω "αναφορά - αίτηση" του κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς την πολιτικώς ενάγουσα, Σ. Π. , με σκοπό να προκαλέσει την ποινική της δίωξη, ότι : "Με το ... /16-7-2003 συμβόλαιο αγόρασα το περιγραφόμενο σε αυτό ακίνητο....Προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα ανέγερσης οικοδομής παραχώρησα λωρίδα οδού πλάτους 2,50-2,60 μέτρων και μήκους 24,85 μέτρων νοτίως του οικοπέδου μας ... Ξαφνικά, όταν άρχισα οικοδομικές εργασίες επί του οικοπέδου μου, βάσει νόμιμης οικοδ. άδειας, στα σημεία ... οι ιδιοκτήτες της οικίας Σ. και Δ. Π. , στα νότια όρια του δρόμου αυτού τοποθέτησαν πλέγματα 70 cm κατά μήκος και προς το εσωτερικό της οδού αυτής. Πριν ένα μήνα περίπου, έχτισε τοίχο με τούβλα αποκόπτοντας την πρόσβαση του δρόμου αυτού ...". 2) την 12-1-2005, υπέβαλε εκ νέου αναφορά ("υπόμνηση") στο Δήμο Νάξου, σε βάρος της ως άνω πολιτικώς ενάγουσας, με την οποία την κατήγγειλε εκ νέου, εν γνώσει του ψευδώς για δήθεν αυθαίρετη κατάληψη δημοτικής - κοινόχρηστης οδού, που αφορά την πιο πάνω δουλεία διόδου. Συγκεκριμένα, με την ως άνω καταγγελία του, ανέφερε εν γνώσει του ψευδώς, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της πιο πάνω πολιτικώς ενάγουσας, ότι: "Όπως γνωρίζετε έχω υποβάλλει σχετικά με την παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη κοινοχρήστων χώρων από την Π. Σ. ... Από την αναμενόμενη απάντησή σας προσδοκώ να ενημερώσω τις εισαγγελικές και λοιπές Αρχές, για την απόδοση ευθυνών ώστε ή διάνοιξη των κοινόχρηστων χώρων που σας αναφέρω να συντελεστεί άμεσα ...". Επισημαίνεται δε, ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Γ. Κ. , ότι εκτός από το πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο συγκατηγορούμενός του, επιπλέον και τα τοπογραφικά διαγράμματα της πολιτικώς ενάγουσας Σ. Π. , περιέγραφαν την ένδικη οδό ως δημοτική, δεν αναιρεί τη δική του ευθύνη και το δόλο του, καθόσον, όπως ο ίδιος ανέφερε στην απολογία του, γνώση των τοπογραφικών αυτών διαγραμμάτων, έλαβε αμέσως μετά τις σε βάρος του υποβληθείσες μηνύσεις και ενώ, είχε διαπράξει όλες τις προαναφερόμενες πράξεις που του αποδίδονται. Εξίσου αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός αμφότερων των κατηγορουμένων ότι δηλαδή, διέλαβαν ότι η ένδικη οδός, η οποία οδηγούσε στην ερειπωμένη οικία του Α. , ήτοι, σε αδιέξοδο, ήταν δημοτική, ενόψει του ότι όπως διαπίστωσαν, "η οικία της πολιτικώς ενάγουσας, είχε παράθυρα προς αυτήν", είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός τους αυτός, διότι, η εν λόγω κατασκευή (άνοιγμα παραθύρων), δεν αποτελεί κριτήριο και γνώμονα σε ένα μέτριο και συνετό άνθρωπο για τον χαρακτηρισμό μιας οδού ως δημοτικής, καθόσον, μπορεί η ύπαρξη παραθύρων να ήταν αυθαίρετη, λαμβανομένης υπόψη της θέσης και της κατάστασης της συγκεκριμένης οδού, όπως αυτή αποτυπώνεται στις πολυάριθμες φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, από τις οποίες προκύπτει αναμφισβήτητα και από μη ειδικό ακόμη, ότι η εν λόγω οδός δεν είναι δημοτική. Τέλος, το ότι η ως άνω οδός ουδέποτε ήταν δημοτική αλλά, αντίθετα αποτελούσε δουλεία διόδου σε βάρος του ακινήτου το οποίο αγόρασε ο πρώτος κατηγορούμενος με τη σύζυγο του, το αποδέχθηκε αναμφίβολα και ο ίδιος, στη σχετική αγωγή που άσκησε σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας καθώς και σε όλα τα δικόγραφα του που υπέβαλε ενόψει της ανοιγείσας αυτής δίκης, στοιχείο από το οποίο αποδεικνύεται και ενισχύεται η γνώση του για την κατάσταση της οδού και η εντεύθεν στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των αδικημάτων που του αποδίδονται. Κατά συνέπεια των προαναφερομένων, από όλα τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, κατά τους προαναφερόμενους τόπους και χρόνους, τέλεσαν με πρόθεση τις αποδιδόμενες σε αυτούς, ως άνω, αξιόποινες πράξεις.
Για τους λόγους αυτούς αιτούμαι την παραδοχή της παρούσας έφεσης, την εξαφάνιση της ως άνω, με αριθμό 393/11.6.2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, την κήρυξη των ως άνω κατηγορουμένων (εννοώντας τον αναιρεσείοντα και τον Σ. Ζ. ) ενόχων των αποδιδομένων σ' αυτούς προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων και την καταδίκη τους σε ανάλογη ποινή". Την ως άνω έφεση της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Νάξου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αιτιολογημένη και συνεπώς παραδεκτή, την ερεύνησε κατ' ουσίαν και ήχθη σε καταδικαστική απόφαση για τον αναιρεσείοντα στον οποίο επέβαλε την ως άνω αναφερόμενη ποινή φυλάκισης. Ήδη ο αναιρεσείων πλήττει με την κρινόμενη αίτησή του αναίρεσης την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επικαλούμενος ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο με το να κρίνει αιτιολογημένη την έφεση της προμνημονευόμενης Εισαγγελέα, δεν έχει την από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά γίνεται σ'αυτήν μια γενική και αοριστόλογη έκθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά την άποψή του προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ως άνω δικογράφου της έφεσης, εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην ως άνω αθωωτική απόφαση, με αναφορά στα προκύψαντα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων πραγματικών γεγονότα τα οποία συγκροτούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των αξιοποίνων πράξεων της υφαρπαγής της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες ζητεί την επανεξέταση της υποθέσεως και την ενοχή του κατηγορουμένου. Με τα δεδομένα αυτά, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση, απέρριψε την περί απαραδέκτου αυτής ένσταση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα δεν υπερέβη θετικά την εξουσία του.
Συνεπώς, πρέπει ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης κα ι γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά. Απαιτείται δηλαδή ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναληθείας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπατήσεως, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικό περί της αληθείας, όπως όταν ο συμβολαιογράφος στηρίχτηκε απλώς στη δηλωθείσα βούληση των εμφανισθέντων ενώπιον του να συνάψουν κάποια δικαιοπραξία. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ’ αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγηση του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξεως, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 10/2011 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσον αφορά τον αναιρεσείοντα που ήταν κατηγορούμενος στο δεύτερο βαθμό μαζί με τον Σ. Ζ. ). "Ο κατηγορούμενος Γ. Κ. , κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικά που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα: στην Αθήνα, την 16.7.2003, εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς και εξαπάτησε τη Συμβολαιογράφο Αθηνών, Παρασκευή συζ. Γρηγορίου Κουτσοπούλου, ότι δήθεν η δικαιοπάροχός του πωλήτρια Ι. Τ. , το γένος Λ. , είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, που βρίσκεται στα όρια του οικισμού ... (Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου Νάξου), στη θέση "... ", και επί δήθεν δημοτικής οδού, το οποίο δήθεν, με νεότερη μέτρηση και σύμφωνα με το από Ιουλίου 2003 - ψευδές κατά περιεχόμενο - τοπογραφικό διάγραμμα του συγκατηγορουμένου του, Σ. Ζ. , αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, το οποίο προσκόμισε ενώπιον της Συμβολαιογράφου, είναι δήθεν άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει έκταση 344 τετ.μ. και συνορεύει δήθεν μεταξύ άλλων, νότια σε πρόσωπο 24,85 μ. με δημοτική οδό, πλάτους 2,50 - 2, 60 μέτρ. και ότι το εν λόγω οικόπεδο, με τη συγκεκριμένη δήθεν έκταση, εμβαδόν και όρια, η Ι. Τ. , πωλεί και μεταβιβάζει στον ίδιο και τη σύζυγό του, Ά. Ν. και έτσι, έπεισε τη συμβολαιογράφο να συντάξει το αριθμ. ... /16.7.2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ένδικου ακινήτου στο οποίο, μεταξύ άλλων, προσάρτησε και το προαναφερόμενο, από Ιουλίου 2003, τοπογραφικό διάγραμμα, αφού το συνυπέγραψαν άπαντες. Όλα όσα, όμως, ανέφερε ενώπιον της Συμβολαιογράφου ο Α' κατηγορούμενος, για την κατάσταση και τα όρια του ακινήτου, ήταν εν γνώσει του ψευδή, αφού, όπως προκύπτει από τους προηγούμενους τίτλους κτήσης του ακινήτου καθώς και από τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα που τους συνόδευαν και προσαρτήθηκαν σε αυτούς, και, συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από: 1) το αριθμ. ... /22.9.1955 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Νάξου Παναγ. Παγκάλου, δυνάμει του οποίου το ως άνω ακίνητο πωλήθηκε από το Ν. Δ. στο Μ. Λ. , 2) το αρ. ... /16.5.1997 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αττικής, Γενοβέφας Αθητάκη - Ζούκα, με βάση το οποίο, το εν λόγω ακίνητο, μεταβιβάστηκε στον Ι. Τ. , το γένος Λ. , κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, από τον πατέρα της, Μ. Λ. , 3) το αρ. ... /7.12.2002 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου, με βάση το οποίο, μεταβιβάστηκε στην Ι. Τ. , με δωρεά εν ζωή, από την Μ. Σ. ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, 4) το από 2.9.1987 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα - Μηχανικού Ι. Π. , το οποίο προσαρτήθηκε στο υπ' αρ. ... /1997 συμβόλαιο γονικής παροχής, το επίδικο ακίνητο, έχει πραγματική έκταση 354,62 τ.μ. και συνορεύει, μεταξύ άλλων, νοτίως και επί πλευράς μήκους 25,20 μ. με ιδιωτικό δρόμο (δουλεία διόδου) πλάτους 2 μέτρων. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος, με την προπεριγραφόμενη ενέργειά του πέτυχε, με εξαπάτηση της πιο πάνω Συμβολαιογράφου να συνταχθεί το αρ. ... /16.7.2003 συμβόλαιο και να βεβαιωθεί σ' αυτό ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο είχε δήθεν πρόσωπο μήκους 24,85 μ. σε δημοτική - κοινόχρηστη οδό πλάτους 2,50-2,60 μ. και ότι ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, περιστατικά εντελώς αναληθή και έχοντα έννομες συνέπειες, μολονότι γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές αφού η ανωτέρω οδός, όπως περιγράφετο στα συμβόλαια και στα σχετικά με αυτά τοπογραφικά διαγράμματα, των δικαιοπαρόχων του των οποίων όπως ο ίδιος ανέφερε στην απολογία του, είχε λάβει γνώση - στην πραγματικότητα ήταν ιδιωτική οδός και όχι δημοτική, πλάτους 2 μέτρων και όχι 2,50-2,60 μ. και ειδικότερα η συγκεκριμένη αυτή εδαφική λωρίδα, όπως και ο ίδιος γνώριζε, δημιουργήθηκε κατά το έτος 1960, σε βάρος του ακινήτου του Μ. Λ. (δικαιοπαρόχου και πατέρα της Ι. Τ. ) του οποίου αποτελουσε τμήμα και αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του ακινήτου του Γ.Α. , κατ' επέκταση δε αποτελούσε δουλεία διόδου, με δουλεύον ακίνητο, το ένδικο ακίνητο, το οποίο πώλησε η Ι. Τ. στον α' κατηγορούμενο και τη σύζυγό του, τούτο δε έπραξε με σκοπό να βεβαιωθούν τα αναληθή αυτά περιστατικά στο πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, με τη χρήση του οποίου καθώς και του προσαρτηθέντος σε αυτό τοπογραφικού διαγράμματος του Σ. Ζ. , να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια Πολεοδομία για έκδοση οικοδομικής άδειας και ανοικοδόμηση επ' αυτού. Ο ίδιος ως άνω Α' κατηγορούμενος, επίσης, στη Νάξο, στις 3.5.2004, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ήτοι, την 24.12.2003 υπέβαλε στο Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου, αίτηση του για χορήγηση οικοδομικής άδειας για κατασκευή διόροφου συγκροτήματος 4 διαμερισμάτων και μονοκατοικίας με υπόγειο στο προπεριγραφόμενο ακίνητο το οποίο είχε αγοράσει. Με την αίτησή του αυτή συνυπέβαλε ως απαραίτητα δικαιολογητικά, μεταξύ άλλων, αφενός μεν το αρ. ... /16.7.2003 ψευδές κατά το περιεχόμενό του συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ένδικου ακινήτου, το οποίο με τον προεκτεθέντα τρόπο είχε υφαρπάξει, αφετέρου δε, το από Ιουλίου 2003, ομοίως ψευδές κατά περιεχόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Β' κατηγορουμένου Σ. Ζ. , τοπογράφου - μηχανικού, με βάση τα οποία, το ένδικο ακίνητο εμφανιζόταν να συνορεύει στη νότια πλευρά, δήθεν με δημοτική - κοινόχρηστη οδό, πλάτους 2,50 - 2,60 μ. και να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, γεγονός αναληθές, διότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το ακίνητο αυτό στη νότια του πλευρά συνόρευε με ιδιωτική οδό - δουλεία διόδου, πλάτους 2 μέτρων, κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσε να ανοικοδομηθεί. Με την ενέργειά του αυτή, ο Α' κατηγορούμενος πέτυχε να εκδοθεί στο όνομά του (και σ' αυτό της συζύγου του) η αρ. ... /3.5.2004 οικοδομική άδεια από το Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου, με την οποία θα μπορούσαν να κατασκευάσουν διόροφο συγκρότημα 4 διαμερισμάτων και μονοκατοικία με υπόγειο, για την έκδοση της οποίας (οικοδ. αδείας) οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Πολεοδ. Γραφείου Νάξου, παραπλανηθέντες και εξαπατηθέντες από τον ως άνω κατηγορούμενο, έλαβαν υπόψη τους, με βάση το υποβληθέν συμβόλαιο και το προσαρτηθέν σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, τις διατάξεις του από 14.7.1988 (ΦΕΚ 504Δ/14.7.1988), σύμφωνα με το οποίο, τα οικόπεδα που βρίσκονται στον οικισμό ... Νάξου Κυκλάδων είναι οικοδομήσιμα, εφόσον, με ελάχιστο εμβαδό 300 τ.μ. και ελάχιστο πρόσωπο 12 μέτρων, έχουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο ή σε χώρο που έχει τεθεί σε κοινή χρήση. Κατά συνέπεια, το ένδικο οικόπεδο, δεν θα ήταν δυνατόν να ανοικοδομηθεί, καθόσον, αφενός μεν, δεν είχε πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο, αφετέρου δε, δεν τέθηκε με συμβολαιογραφική πράξη σε κοινή χρήση, έκταση συνολικού πλάτους 4 μέτρων, για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου ... . Ο Α' κατηγορούμενος, εξάλλου, στη Νάξο, κατά τους πιο κάτω χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς και ανέφερε γι' αυτόν, ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτές και συγκεκριμένα: 1) Την 23.12.2004 υπέβαλε στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Νάξου την από 20.12.2004 αναφορά - αίτησή του, με την οποία κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς την πολιτικώς ενάγουσα, Σ. Π. , για δήθεν αυθαίρετη κατάληψη δημοτικής - κοινόχρηστης οδού, μολονότι γνώριζε ότι η συγκεκριμένη οδός είναι ιδιωτική και είχε παραχωρηθεί ως δουλεία διόδου σε βάρος του δικού του ακινήτου. Ειδικότερα, με την ως άνω αναφορά - αίτησή του, κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς την πολιτικώς ενάγουσα, Σ. Π. , με σκοπό να προκαλέσει την ποινική της δίωξη, ότι "... Με το ... /16.7.2003 συμβόλαιο ... αγόρασα το περιγραφόμενο σε αυτό ακίνητο ... . Προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα ανέγερσης οικοδομής παραχώρησα λωρίδα οδού πλάτους 2,50 μ. - 2,60 μ. και μήκους 24,85 μ. νοτίως του οικοπέδου μας ... . Ξαφνικά, όταν άρχισα οικοδομικές εργασίες επί του οικοπέδου μου, βάσει νόμιμης οικοδομικής άδειας, στα σημεία ... οι ιδιοκτήτες της οικίας Σ. και Δ. Π. , στα νότια όρια του δρόμου αυτού ...", 2) Την 12.1.2005 υπέβαλε εκ νέου αναφορά ("υπόμνηση") στο Δήμο Νάξου σε βάρος της ως άνω πολιτικώς ενάγουσας, με την οποία την κατήγγειλε εκ νέου, εν γνώσει του ψευδώς για δήθεν αυθαίρετη κατάληψη δημοτικής - κοινόχρηστης οδού, που αφορά την πιο πάνω δουλεία διόδου. Συγκεκριμένα, με την ως άνω καταγγελία του, ανέφερε εν γνώσει του ψευδώς, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της πολιτικώς ενάγουσας ότι: "... Όπως γνωρίζετε έχω υποβάλλει ... σχετικά με την παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη κοινοχρήστων χώρων από την Σ. Π. ... Από την αναμενόμενη απάντησή σας προσδοκώ να ενημερώσω τις εισαγγελικές και λοιπές Αρχές, για την απόδοση ευθυνών, ώστε η διάνοιξη των κοινόχρηστών χώρων σας αναφέρω, συντελεστεί άμεσα ...". Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του Α' κατ/νου Γ. Κ. , ότι εκτός από το πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο συγκατηγορούμενός του, επιπλέον και τα τοπογραφικά διαγράμματα της πολιτικώς ενάγουσας Σ. Π. , περιέγραφαν την ένδικη οδό ως δημοτική, δεν αναιρεί τη δική του ευθύνη και το δόλο του, καθόσον όπως ο ίδιος ανέφερε, γνώση των προαναφερομένων τοπογραφικών διαγραμμάτων, έλαβε μετά την έναρξη της αντιδικίας του με την πολιτικώς ενάγουσα και αφού ήδη είχαν υποβληθεί σε βάρος του μήνυσης. Επίσης, αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός των ως άνω (α-β) κατηγορουμένων ότι, δηλαδή, διέλαβαν ότι η ένδικη οδός η οποία οδηγούσε στην ερειπωμένη οικία του Α. , ήτοι σε αδιέξοδο, ήταν δημοτική, ενόψει του ότι, όπως διαπίστωσαν, "η οικία της πολιτικώς ενάγουσας είχε παράθυρα προς αυτήν", είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός τους αυτός, διότι η εν λόγω κατασκευή (άνοιγμα παραθύρων) δεν αποτελεί κριτήριο και γνώμονα σε ένα μέτριο και συνετό άνθρωπο για το χαρακτηρισμό μιας οδού ως δημοτικής, καθόσον μπορεί η ύπαρξη παραθύρων να ήταν αυθαίρετη, λαμβανομένης υπόψη της θέσης και της κατάστασης της συγκεκριμένης οδού, όπως αυτή αποτυπώνεται στις επιδειχθείσες στο δικαστήριο φωτογραφίες που λήφθηκαν υπόψη και από τις οποίες προκύπτει αναμφισβήτητα ότι η εν λόγω οδός σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι δημοτική. Τέλος, το ότι η ως άνω οδός ουδέποτε ήταν δημοτική αλλά, αντίθετα, αποτελούσε δουλεία διόδου σε βάρος του ακινήτου το οποίο αγόρασε ο Α' κατηγορούμενος με τη σύζυγό του, το αποδέχθηκε αναμφίβολα και ο ίδιος στη σχετική αγωγή που άσκησε σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας καθώς και σε όλα τα δικόγραφά του που υπέβαλε ενόψει της ανοιγείσας αυτής δίκης, στοιχείο από το οποίο αποδεικνύεται και ενισχύεται η γνώση του για την κατάσταση της οδού και η εντεύθεν στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων που του αποδίδονται. Κατά συνέπεια, των όσων προαναφέρθηκαν και τα οποία προέκυψαν ως αληθή και βάσιμα, τόσο από τις καταθέσεις στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου των Σ. Π. (μηνύτρια), Κ. Σ. , Ε. Π. , Δ. Π. όσο και από την ανάγνωση των εγγράφων της δικογραφίας, ενώ ο μάρτυρας υπερασπίσεως του Α' κατηγορουμένου είναι μόνιμος κάτοικος Αθηνών και δεν έχει άμεση αντίληψη των περιστατικών στα οποία βασίζεται η υπό κρίση διαφορά, ό,τι δε αυτός γνωρίζει είναι από όσα του έχει αναφέρει ο ίδιος ο Α' κατηγορούμενος, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, ήτοι της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και όχι κατά συρροή, κατ' επιτρεπτή μεταβολή του κατηγορητηρίου (Α' κατηγορούμενος) και της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση (Α' κατηγορούμενος) ... . Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωρισθεί σε αμφότερους τους κατηγορουμένους το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, ήτοι του προτέρου εντίμου βίου". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή δώδεκα (12) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2α, 94, 98, 220 παρ. 1 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς αμφότερα τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε επισημαίνονται τα ακόλουθα όσον αφορά το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης α) σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων ενεργώντας εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στη συμβολαιογράφο Αθηνών Παρασκευή Κουτσοπούλου - Χατζηαντωνίου με την ιδιότητά του ως συναγοραστής (η ετέρα συναγοράστρια ήταν η σύζυγος του Ά. Ν. ) ότι το πωλούμενο από την Ι. Τ. οικόπεδο, που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού ... και στην περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... , του Δήμου Νάξου, στη θέση "... " ή "... ", ότι συνορεύει, μεταξύ άλλων, νότια σε πρόσωπο 24,85 μέτρων δήθεν με δημοτική οδό πλάτους 2,50-2,60 μέτρων, β) με επιμέλεια και ευθύνη και του αναιρεσείοντος προσαρτήθηκε στο ως άνω συμβόλαιο το σχετικό από Ιουλίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Σ. Ζ. (συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος), που προσυπέγραψαν άπαντες οι συμβαλλόμενοι, στο οποίο εμφανίζεται αναληθώς η ως άνω έκταση ως δημοτική - κοινόχρηστη οδός, γ) η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος, εξαιτίας των προαναφερομένων περιστατικών, εξαπατήθηκε κατά τη σύνταξη του προμνημονευόμενου συμβολαίου της και βεβαίωσε το αναληθές περιστατικό ως προς το νότιο σύνορο του πωληθέντος οικοπέδου και ειδικότερα την ιδιότητα αυτού ως δημοτικής - κοινόχρηστης οδού ενώ το αληθές ήταν ότι επρόκειτο περί ιδιωτικής οδού και αποτελούσε δουλεία διόδου σε βάρος του ακινήτου του Μ. Λ. (δικαιοπαρόχου και πατέρα της πωλήτριας Ι. Τ. ) και υπέρ του ομόρου ακινήτου (δεσπόζοντος) του Γ. Α. και ήδη Ν. Ν. Α. . Όσον αφορά τη χρήση του πλαστού εγγράφου: Τα ως άνω δύο έγγραφα, αναληθή εν μέρει ως προς τα σ' αυτά βεβαιούμενα στοιχεία, υπέβαλε μαζί με άλλα δικαιολογητικά ο αναιρεσείων στο Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου και πέτυχε με την παραπλάνηση και εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων της εν λόγω υπηρεσίας να εκδοθεί η υπ' αριθμ. ... /3.5.2004 οικοδομική άδεια, με την οποία είχε δικαίωμα αυτός (αναιρεσείων) και η συνιδιοκτήτρια του οικοπέδου σύζυγός του Ά. Ν. να κατασκευάσουν επί του οικοπέδου αυτού διώροφο συγκρότημα 4 διαμερισμάτων και μονοκατοικία με υπόγειο, με την προϋπόθεση, ότι το εν λόγω οικόπεδο είχε ελάχιστο πρόσωπο 12 μέτρων σε κοινόχρηστο χώρο ή σε χώρο που είχε τεθεί νομότυπα σε κοινή χρήση, το οποίο όμως δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση με το αγορασμένο από τους αναιρεσείοντα και σύζυγό του Ά. Ν. οικόπεδο. Και τέλος, όσο αφορά το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης, σαφώς και ορισμένως αναφέρονται στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης οι δύο περιπτώσεις της ψευδούς καταμήνυσης της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας Σ. Π. (την 23.12.2004 υποβάλλοντας την από 20.12.2004 αναφορά της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Νάξου και την 12.1.2005 με την υποβολή εν νέου αναφοράς (υπομνήματος) του προς το Δήμο Νάξου), με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη αυτής για τέλεση αξιοποίνων πράξεων σχετικών με την καταπάτηση από εκείνη μέρους της φερόμενης ως δημοτικής κοινόχρηστης οδού, ανεξαρτήτως του ότι δεν επιτεύχθηκε ο σκοπό του αυτός.
Συνεπώς όλες οι περί του αντιθέτου των προεκτιθεμένων αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες στο σύνολό τους ως αβάσιμες. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ αναφερόμενοι ως δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και αμφότεροι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης από την ίδια ως άνω απόφαση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου των ως άνω λόγων αναιρέσεως, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠΔ αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα όμως αυτή, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ επέρχεται μόνον, όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος και όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63,64,68,82, 84 και 87 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική διαδικασία αποκτά εκείνος που δικαιούται κατά το αστικό δίκαιο να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Τέτοιο δικαίωμα ειδικότερα για χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ έχει όποιος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) υπέστη αμέσως ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και όχι αυτός που ζημιώθηκε έμμεσα από την πράξη αυτή. Τέτοια χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του μπορεί να ζητήσει από το ποινικό δικαστήριο, παριστάμενος σ'αυτό ως πολιτικώς ενάγων, επί του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως εκείνος που θίγονται άμεσα ιδιωτικά του συμφέροντα, ενώ επί του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης ο παθών καταμηνυθείς. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 500, 502 παρ. 2 και 486 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αθωώσεως του κατηγορουμένου και ασκήσεως εφέσεως από τον Εισαγγελέα, αυτός που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Πλημμελειοδικείου που δίκασε σε πρώτο βαθμό, δικαιούται να παραστεί με την αυτήν ιδιότητα και στην κατ' έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, από την οποία απορρέουν οι πολιτικές απαιτήσεις του, την επιδίκαση των οποίων δεν μπορεί να επιδιώξει στο Εφετείο. Τούτο δε διότι η έφεση του Εισαγγελέα προσβάλλει το ποινικό μέρος της υποθέσεως, ως προς το οποίο μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό προς την υπ' αριθμ. 398/2008 πρωτόδικη (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου) το Εφετείο Αιγαίου καίτοι επιλήφθηκε της υποθέσεως, συνεπεία εφέσεως της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Νάξου κατά την άνω αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα και τον επίσης αθωωθέντα συγκατηγορούμενό του Σ. Ζ. (αγρονόμο - τοπογράφο μηχανικό που συνέταξε το επίμαχο τοπογραφικό διάγραμμα και προσαρτήθηκε στο υπ' αριθμ. ... /16.7.2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Κουτσοπούλου - Χατζηαντωνίου), επέτρεψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του την παράσταση της παραστάσεως Σ. Π. του Ι. ως πολιτικώς ενάγουσας στον πρώτο βαθμό, εκτός του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεώς της, και για το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδής βεβαιώσεως μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας (Βλ. 5η σελίδα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης). Η τοιαύτη παράσταση της Σ. Π. στο δεύτερο βαθμό είναι σύννομη και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε εκ της ανωτέρω παράστασης της πολιτικώς ενάγουσας κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου η σχετική με τον λόγο αυτό αιτίαση του αναιρεσείοντος ως προς την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για παραβίαση της εκ του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αρχής για δίκαιη δίκη, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών εκ μέρους του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Μετά από όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.3.2011 αίτηση ως και τους από 29.4.2011 πρόσθετους επ' αυτής λόγους του Γ. Κ. του Α. , κατοίκου ... , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ ως και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχειοθέτηση εγκλημάτων υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και ψευδούς καταμήνυσης κατ’ εξακολούθηση. Αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, για απόλυτη ακυρότητα ως προς την παράσταση της πολιτικής αγωγής στο δευτεροβάθμιο και για υπέρβαση εξουσίας ως προς την παραδοχή της έφεσης της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών κατά της αθωωτικής πρωτοβάθμιας απόφασης. Απόρριψη όλων των ως άνω λόγων αναίρεσης ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1211/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου καθώς και την αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Κ. του Κ., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γκολφίνο Γκολφινόπουλο περί αναιρέσεως της 1740-1741-1742/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με κατηγορούμενο τον Ά. Β. του Π., κάτοικο ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Παπαδόπουλο και Δημήτριο Δρουμέτσικα, και με συγκατηγορούμενη την Α. Κ. του Β. και με πολιτικώς ενάγον το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σταύρο Χούρσογλου και Μαρινέττα Γούναρη.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες: 1) Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 7/23-2-2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και 2) Π. Κ. του Κ. ζητά τώρα την αναίρεση αυτής με την από 21 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση αναίρεσης καθώς και τους από 27 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 276/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και να απορριφθεί αυτή του Π. Κ. του Κ. και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 21-2-2011 και 23-2-2011 αιτήσεις του Π. Κ. του Κ. και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αρ. 1740, 1741 και 1742/2010 εν μέρει καταδικαστικής και εν μέρει αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών ως συναφείς πρέπει να συνεκδικασθούν. Μαζί με αυτές θα συνεκδικασθούν οι από 28-4-2011 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που άσκησε παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων Π. Κ. (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠΔ).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 505 παρ.2 και 473 παρ.3 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 504 και 506 του ίδιου Κώδικα, σαφώς προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, ήτοι και της αθωωτικής απόφασης ακόμη δε και της σχετικής παρεμπίπτουσας, για οποιονδήποτε λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ λόγους, συνεπώς και για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ίδιο Κώδικα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (στοιχ.Δ), μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη από 23-2-2011 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 1740, 1741 και 1742/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, με την οποία ο κατηγορούμενος Ά. Β. του Π., ιατρός, κάτοικος ..., κηρύχθηκε αθώος της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σε απάτη πλημμεληματικής μορφής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η καταχώρηση της ως άνω απόφασης στο προαναφερόμενο βιβλίο έγινε στις 3-2-2011 (όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματείας του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πατρών), με μόνο λόγο την έλλειψη από την απόφαση αυτήν της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας: 1)ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" για κλήτευση και εξέταση του ιατρού Φ. Τ. και 2)ως προς την αθωωτική κρίση του Δικαστηρίου για τον κατηγορούμενο Ά. Β.. Επομένως η ως άνω αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της ως προς καθένα των πληττομένων με αυτήν μερών της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά το άρθρο 242§ 1 του ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263Α ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, Α) Το άρθρο 28 του Κανονισμού του ΙΚΑ (ΑΥΕργ 25078/1938), "Προθέσεις και θεραπευτικά μέσα", στις παρ. 1, 4 και 5 ορίζει ότι, "1. Προς αποκατάστασιν της υγείας των δικαιούχων παροχών ή της επαγγελματικής ικανότητος των ή προς ανακούφισιν νοσηράς καταστάσεως παρέχονται υπό του Ιδρύματος:α)... β)... γ)... δ)Βοηθητικά θεραπευτικά μέσα και πάσης φύσεως ορθοπεδικά είδη, οίον, κηλεπίδεσμοι, ομφαλεπίδεσμοι, ζώναι ελαστικαί, περικνημίδες, επιγονατίδες, επιστραγάλια, τεχνητά μέλη, τροχήλατα αμαξίδια, βακτηρίαι κλπ. ... 4. Επί ησφαλισμένων ή νοσηλευομένων, τα περί ων η παράγραφος 1 βοηθητικά θεραπευτικά μέσα, αι αναγκαίοι προθέσεις και τα ορθοπεδικά είδη παρέχονται παρά των προμηθευτών μεθ' ων το Ίδρυμα έχει συμβληθή, προτιμώμενων πάντως, των Εργαστηρίων του Εθνικού Ιδρύματος Αποκαταστάσεως Αναπήρων και των μετ' αυτού συνεργαζομένων Ορθοπεδικών Εργαστηρίων Αναπήρων Πολέμου. Δι' αποφάσεων του Διοικ. Συμβουλίου του Ιδρύματος ορίζονται είδη, εκ των περί ων το εδάφιον δ' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η προμήθεια των οποίων είναι δυνατή εκ του ελευθέρου εμπορίου, απ' ευθείας παρά των δικαιούχων, αποδιδόμενου αυτοίς του καταβληθέντος ποσού μέχρι του συμβατικού δια το είδος ποσού, ελλείψει δε συμβάσεως, μέχρι της τιμής του κρατικού εργοστασίου. Δια είδη μη κατασκευαζόμενα εις το Κρατικόν Εργοστάσιον, ως και δι' όσα εξ αυτών δεν υφίσταται σύμβασις προμηθείας, το ανώτερον όριον αποδοτέου κατ1 είδος ποσού ορίζεται δι' αποφάσεως του Διοικ, Συμβουλίου του Ιδρύματος. 5. Η χορήγησις ειδών περί ων η προηγουμένη παράγραφος, ενεργείται κατόπιν γνωματεύσεως του θεράποντος ιατρού της αντιστοίχου ειδικότητος μετ' έγκρισιν του αρμοδίου ελεγκτού ... . Β) Η εγκύκλιος του ΙΚΑ με αριθμό 200/30-11-1979 (παρ. 2), ορίζει ότι "Η χορήγηση των ειδών που παρέχει το Ίδρυμα βάσει του άρθρου 28 του Κανονισμού Ασθενείας γίνεται κατόπιν γνωματεύσεως του θεράποντος ιατρού της αντιστοίχου ειδικότητας και έγκριση του αρμοδίου ελεγκτού, εκτός από ορισμένα μη συνήθη είδη ...". Γ) Στην εγκύκλιο 45/5-4-1999 με θέμα "Κοινοποίηση πίνακα των χορηγουμένων από το ΙΚΑ πρόσθετων ορθοπεδικών και ορθωτικών ειδών και παροχή σχετικών οδηγιών για τη χορήγηση τους" σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης αυτών, ορίζεται ότι "...Το Ίδρυμα για την αποκατάσταση της υγείας ή της επαγγελματικής ικανότητας ή για την ανακούφιση της νοσηρής κατάστασης των δικαιούχων παροχών, πάντα όμως στο μέτρο του αναγκαίου και του σκόπιμου (άρθρο 7 του Κανονισμού Ασθένειας ΙΚΑ) χορηγεί τα συγκεκριμένα είδη με τ' αναφερόμενα για κάθε ένα τεχνικά χαρακτηριστικά και τις ειδικότερα οριζόμενες προϋποθέσεις .... ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ... Μετά την έκδοση της σχετικής γνωμάτευσης του θεραπευτή γιατρού ειδικότητας η οποία θα πρέπει να θεωρηθεί από τον ελεγκτή γιατρό και, πριν την αγορά του είδους ο ασφαλισμένος θα παραπέμπεται στο Τμήμα Παροχών του Υποκ/τος ΙΚΑ του τόπου κατοικίας του ... Στη συνέχεια ο ασφαλισμένος ... μετά την έκδοση της γνωμάτευσης του θεραπευτή ιατρού ΙΚΑ, θα έχει ενημερωθεί από το Τμήμα Παροχών για το ποσό που θα του αποδοθεί, προμηθεύεται το είδος από το ελεύθερο εμπόριο και πριν την απόδοση δαπάνης .... ΑΠΟΔΟΣΗ ΔΑΠΑΝΗΣ Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις απόδοσης της σχετικής δαπάνης και ο ασφαλισμένος υποβάλλει Υ.Δ. Ν. 1599/86 στην οποία θ' αναφέρει ότι το χορηγούμενο είδος θα το έχει στο σπίτι του και είναι υποχρεωμένος να το επιδεικνύει σε κάθε περίπτωση επιτόπιου ελέγχου από εντεταλμένο όργανο του Ιδρύματος ... θ' αποδοθεί η δαπάνη αγοράς, ... αφαιρουμένου του ποσοστού 25% για τα είδη και τους ασφαλισμένους που προβλέπεται συμμετοχή ... .Δ) Εξάλλου το ΠΔ 27/2000 "Υποχρεώσεις ασφαλιστ. Οργαν., ιατρών, φαρμακοποιών κλπ." οι διατάξεις του οποίου τέθηκαν σε εφαρμογή με την Γ55/325/23-8-2000 εγκύκλιο του ΙΚΑ, στο άρθρο 2 (ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΘΕΡΑΠΟΝΤΩΝ ΙΑΤΡΩΝ), ορίζει τα εξής: "Α. Οι θεράποντες ιατροί, σύμφωνα με τον κανονισμό περίθαλψης του Δημοσίου και κάθε ασφαλιστικού οργανισμού, κατά τη συνταγογράφηση στους ασφαλισμένους υποχρεούνται: 1. να ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας. 2. Να εφαρμόζουν τα προβλεπόμενα στους κανονισμούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του Δημοσίου και των ασφαλιστικών οργανισμών και να τηρούν τους όρους των συμβάσεων τους. 3. Να ελέγχουν το βιβλιάριο υγείας και να διαπιστώνουν εάν το πρόσωπο που προσέρχεται για εξέταση ταυτίζεται με αυτό που αναγράφεται ή εικονίζεται στο βιβλιάριο υγείας βεβαιώνοντας ότι υπάρχει ασφαλιστική ικανότητα. 4. Να εξετάζουν τον ασφαλισμένο πριν χορηγήσουν τη συνταγή. 5. Να συνταγογραφούν από τον κατάλογο συνταγογραφουμένων ιδιοσκευασμάτων ("λίστα") και να τηρούν τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας που ισχύει κάθε φορά, όσον αφορά τη συνταγογράφηση ιδιοσκευασμάτων ως "αναντικατάστατων" και τη συνταγογράφηση φαρμάκων για τα οποία απαιτείται ειδική διαδικασία ... 12) Να μην προτρέπουν με οποιονδήποτε τρόπο τους ασφαλισμένους να εκτελούν τις εκδιδόμενες συνταγές σε συγκεκριμένο φαρμακείο και να μην προσκομίζουν οι ίδιοι τις συνταγές στο φαρμακείο για εκτέλεση ...". Τέλος με την εγκύκλιο 79/20-12-2000 "παρέχονται οδηγίες για τη χορήγηση ορθοπεδικών και ορθωτικών ειδών". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι η παροχή ιατρικής περίθαλψης από τους θεράποντες ιατρούς πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας, με γνώμονα αφ' ενός την αποκατάσταση της υγείας των ασθενών ασφαλισμένων του ΙΚΑ με τη χορήγηση των κατάλληλων και αυστηρά αναγκαίων θεραπευτικών μέσων, αφετέρου το συμφέρον του ασφαλιστικού οργανισμού και την αποτροπή της κατασπατάλησης των περιορισμένων πόρων του με την παράνομη χορήγηση παροχών. Αρμόδιοι για την παροχή πρόσθετων ιατρικών ειδών περίθαλψης είναι ο θεράπων ιατρός, ο οποίος οφείλει να χορηγεί με τους προβλεπόμενους τύπους τα πρόσθετα είδη περίθαλψης που κρίνει αναγκαία στους ασφαλισμένους, οι οποίοι πάσχουν από ορισμένη νοσηρή κατάσταση και ο ελεγκτής ιατρός, ο οποίος εγκρίνει, μετά από έλεγχο των πράξεων του θεράποντος ιατρού τη χορήγηση. Ειδικότερα, η ανάγκη χορήγησης ειδών πρόσθετης περίθαλψης πρέπει να, δικαιολογείται και να τεκμηριώνεται. Προϋπόθεση κάθε διάγνωσης είναι η εξέταση του ασθενούς από τον θεράποντα ιατρό και, όπου κρίνεται αναγκαίο, ο συνδυασμός κλινικής εξέτασης και παρακλινικών εξετάσεων. Ο θεράπων ιατρός εκτός από τη διάγνωση, έχει υποχρέωση να διαπιστώνει αν ο προσερχόμενος για εξέταση έχει δικαίωμα περίθαλψης από το ΙΚΑ, ζητώντας και ελέγχοντας το ατομικό βιβλιάριο ασθενείας που έχει εκδοθεί από τον οργανισμό. Περαιτέρω, από το άρθρο 98 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ του με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Από το άρθρο 386 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιούται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη να παρασιωπήση αληθινών, συνέπεια των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει σε περιουσιακή με πράξη, παράλειψη ή ανοχή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχα παράνομο όφελος και είναι αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 παρ.1β και 386 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι η άμεση (αναγκαία) συνέργεια σε απάτη, της οποίας ο δράστης τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού, θεμελιούται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την ηθελημένη παροχή άμεσης συνδρομής στον πράττοντα (αυτουργό), γνωρίζοντας ότι αυτή παρέχεται κατά την πράξη της απάτης και κατά την εκτέλεση αυτής, ήτοι με την ηθελημένη και εν γνώσει του δράστου παροχή άμεσης υποστήριξης της κυρίας πράξεως της απάτης με την οποία συνδέεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη βοηθητική αυτή ενέργεια του αμέσου συνεργού δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της απάτης κάτω από τις περιστάσεις που διαπράχθηκε. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για ανυπαρξία καταλογισμού λόγω πραγματικής πλάνης του δράστη (άρθρο 31 του ΠΚ) πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ακόμη κατά τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 139 ΚΠΔ που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 εδ.β' του ν.2908/1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξεύρεση της αποφάσεως, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή του αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστού που τις εξέδωσε.
Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει το αίτημα της αναβολής της δίκης κάποιου διαδίκου για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η έλλειψη της κατά τα ανωτέρω απαιτουμένης ειδικής αιτιολογίας και για την παρεμπίπτουσα απόφαση ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1740, 1741 και 1742/2010 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στους κατηγορουμένους Π. Κ. και Ά. Β., ιατρούς, υπαλλήλους κατά την έννοια του άρθρου 263α: Π.Κ., είχε ανατεθεί (στον κύκλο των λειτουργικών αρμοδιοτήτων τους) με τον Κανονισμό Ασθενείας του Ι.Κ.Α., εγκυκλίους, οδηγίες της Διοίκησης κ.λπ.) η γνωμάτευση των ασθενειών και η παροχή των απαιτούμενων πρόσθετων για την περίθαλψη των ασθενών τους ειδών, ώστε μετά την εξέταση του ασθενούς να αναγράφουν σε τριπλότυπη απόδειξη (διατακτική) (εν προκειμένω εν πολλοίς παρατύπως ανέγραφαν σε παραπεμπτικό παρακλινικών εξετάσεων) την πάθηση του ασθενούς και τα, κατά την κρίση τους, πρόσθετα είδη περίθαλψης προς αποκατάσταση αυτής. Μετά τον έλεγχο και τη θεώρηση των ως άνω γνωματεύσεων από τους ελεγκτές ιατρούς, υπαλλήλους του Ι.Κ.Α., μετά την προσκομιδή από συγγενικά πρόσωπα του ασθενούς του βιβλιαρίου υγείας αυτού, των γενομένων εξετάσεων και οποιουδήποτε άλλου στοιχείου που ήταν αναγκαίο για τη διακρίβωση της ασθένειας του, οι ασθενείς είχαν τη δυνατότητα να απευθυνθούν σε οποιοδήποτε κατάστημα ανάλογων ειδών, όπου με βάση τη γνωμάτευση του ιατρού μπορούσαν να προμηθευτούν τα αναγραφέντα σ' αυτήν (γνωμάτευση) είδη πρόσθετης περίθαλψης και στη συνέχεια επακολουθούσες διαδικασία απόδοσης της συμμετοχής του ΙΚΑ με την προσκομιδή υπεύθυνης δήλωσης παραλαβής των ειδών, εξουσιοδότησης προς τρίτο πρόσωπο για την ανάληψη του ποσού συμμετοχής τους κ.λπ. Ενόψει αυτών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι βεβαιώσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων, συντασσόμενες από δημοσίους υπαλλήλους που ασκούν δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αρμοδίους καθ' ύλην και κατά τόπο για την κατάρτιση τους και που ενεργούν μέσα στα όρια της υπηρεσίας που τους ανατέθηκε, αποτελούν ως έγγραφα πλήρη απόδειξη έναντι όλων, παρέχουν δηλαδή δημόσια πίστη και έχουν εγγυητική και αποδεικτική λειτουργία έναντι τρίτων, βάσει του υπηρεσιακού τους προορισμού, της λειτουργίας τους, που προσδιορίζεται τόσο από τις διατάξεις νόμων όσο και από υπηρεσιακές διατάξεις, καθόσον προορίζονται από την έκδοση τους για εξωτερική κυκλοφορία, αποδεικνύουν έναντι πάντων γεγονός προσωπικής φύσεως του ασθενούς ως προς την αναγραφόμενη πάθηση του και την αναγκαιότητα των χορηγούμενων πρόσθετων ειδών περίθαλψης αυτού. Άλλωστε τούτο καταδεικνύει και η τριπλότυπη διατακτική αναγραφής αυτών, η οποία είχε, με εγκυκλίους της Διοίκησης του Ι.Κ.Α., καταστεί μοναδική για την αναγραφή της γνωμάτευσης από τους θεράποντες ιατρούς, εκ των οποίων το πρώτο στέλεχος προοριζόταν για την Υπηρεσία, το δεύτερο για τον ασθενή και το τρίτο εν είδη αρχείου παρέμενε στην Υπηρεσία και τούτο ανεξαρτήτως του ότι στην προκείμενη περίπτωση οι γνωματεύσεις αναγράφονταν από τους κατηγορουμένους (θεράποντες ιατρούς) παρατύπως σε έντυπα παραπεμπτικά παρακλινικών εξετάσεων. Επομένως, οι γνωματεύσεις και οι από αυτές απορρέουσες έννομες συνέπειες (δικαίωμα αγοράς πρόσθετων ειδών περίθαλψης από τους ασθενείς με μειωμένη συμμετοχή τους στη δαπάνη και υποχρέωση απόδοσης στους εμπόρους των πρόσθετων ειδών περίθαλψης του υπολοίπου μέρους της δαπάνης από το Τμήμα Παροχών του Ι.Κ.Α.) δεν αφορούσαν εσωτερική της Υπηρεσίας σχέση, αλλά δημοσίου δικαίου σχέση που ανάγεται στις εξωτερικές σχέσεις της Υπηρεσίας με τους ασφαλισμένους της ...", στη συνέχεια το ίδιο ως άνω δικαστήριο δέχθηκε ότι: "Ο κατηγορούμενος Π. Κ. στην … στις 2-4-2003, όντας υπάλληλος, στον οποίο είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η έκδοση ορισμένων δημοσίων εγγράφων, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση βεβαίωσε σε τέτοια έγγραφα ψευδώς περιστατικά που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, όντας ιατρός νευροχειρουργός και υπάλληλος του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α … με μόνιμη σχέση εργασίας και αρμόδιος για την εξέταση ασθενών ασφαλισμένων του άνω Ασφαλιστικού Οργανισμού καθώς και για τη βεβαίωση των τυχόν διαπιστουμένων από αυτόν παθήσεων επί του ασφαλιστικού τους βιβλιαρίου και των ειδικών διπλοτύπων εντύπων, με την ιδιότητα του θεράποντος ιατρού βεβαίωσε σε δύο γνωματεύσεις του για ασθενή ψευδώς ότι τον εξέτασε και ότι αυτός χρειαζόταν ορθοπεδικά είδη πρόσθετης περίθαλψης, το κόστος των οποίων επιβαρύνθηκε το Ι.Κ.Α.. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος, μόνιμος ιατρός του Ι.Κ.Α. από το έτος 1993, στις 2-4-2003 εξέδωσε δυο παραπεμπτικά για παρακλινική εξέταση για την ασθενή Α. Κ., στα οποία θέτοντας τη σφραγίδα του και την υπογραφή του, με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς ότι την άνω ημεροχρονολογία εξέτασε στα ιατρεία του Ι.Κ.Α. την ανωτέρω συγκατηγορουμένη του Α. Κ., η οποία ήταν ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α., ότι βρήκε να πάσχει αυτή από "κάκωση και κάταγμα του Θ12 -δυσχρησία σκελών και αδυναμία βάδισης - ορθοστάτισης" και ότι έχει ανάγκη χορηγήσεως ενός αναπηρικού αμαξιδίου ειδικού τύπου (με την πρώτη γνωμάτευση) και ενός αεροστρώματος κατάκλισης και ενός μαξιλαριού κατάκλισης με κυψέλες αέρος από σιλικόνη (με τη δεύτερη γνωμάτευση),(γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ως προς τη χορήγηση ή μη στην ασθενή των άνω τριών πρόσθετων ιατρικών ειδών) ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε πολύ καλά ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ήταν ότι ουδέποτε εξέτασε την Α. Κ., ούτε βεβαίως η τελευταία έπασχε από τις αναγραφόμενες στις άνω γνωματεύσεις του (παραπεμπτικά για παρακλινική εξέταση) παθήσεις, ώστε να της είναι απαραίτητα τα άνω ιατρικά είδη, αλλά η ηλικίας 76 ετών μητέρα της Ε. Κ., της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν θεράπων ιατρός. Η τελευταία από ετών ήταν κατάκοιτη πάσχουσα από πολλαπλές παθήσεις ορθοπεδικής φύσεως (βαριά παραμορφωτική ρευματοειδή αρθρίτιδα με προσβολή των άνω και κάτω άκρων, βαρύτατης μορφής κυφωσκωλίωση απότοκο βαριάς οστεοπενίας με παθολογικό κάταγμα ΘΜΣΣ, κ.ά.). Περί τα τέλη του μηνός Μαρτίου του έτους 2003 ο ανωτέρω κατηγορούμενος εξέτασε την Ε. Κ. στην επί της οδού ... στην … οικία της και αφού εκτίμησε τη σοβαρότητα της κατάστασης της έδωσε εντολή για την αγορά των παραπάνω ορθοπεδικών ειδών συνολικής αξίας 1.796,56 €. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε ότι η Ε. Κ. ήταν ασφαλισμένη στον Ο.Γ.Α., καθόσον αυτό του είχε γίνει γνωστό από την συγκατηγορουμένη του Α. Κ., και ότι απαιτείτο γνωμάτευση ιατρού κρατικού νοσοκομείου σχετικής με την πάθηση ειδικότητας για την απόδοση της δαπάνης αγοράς ειδικών θεραπευτικών μέσων σε ασφαλισμένους του Ο.Γ.Α., στις 2-4-2003 συνταγογράφησε τα είδη αυτά στο βιβλιάριο ασθενείας του ΙΚΑ που είχε εκδοθεί επ' ονόματι της ανωτέρω συγκατηγορουμένης του, η οποία ήταν ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α, και αυθημερόν εξέδωσε τις δύο προαναφερθείσες ψευδείς γνωματεύσεις του, που είχαν ως έννομη συνέπεια αφενός το δικαίωμα αγοράς των ως άνω πρόσθετων ειδών περίθαλψης από τον ασθενή και αφετέρου την υποχρέωση καταβολής της δαπάνης για την αγορά τους από το Ι.Κ.Α. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης συνιστάμενος στο ότι από πλάνη πίστευε ότι η ασθενής Ε. Κ. ήταν ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α. και ότι το βιβλιάριο ασθενείας που του προσκόμισε στα ιατρεία του Ι.Κ.Α. η Α. Κ. ανήκε στη μητέρα της δεν κρίνεται βάσιμος, αφού από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι αυτός γνώριζε ότι η Ε. Κ. ήταν ασφαλισμένη στον Ο.Γ.Α. και ότι το βιβλιάριο ασθενείας του ΙΚΑ ανήκε στην Α. Κ. καθόσον η τελευταία του είχε ζητήσει να συνταγογραφήσει τα παραπάνω ορθοπεδικά είδη στο δικό της βιβλιάριο ασθενείας.
Με τα δεδομένα αυτά στοιχειοθετείται εις βάρος των κατηγορουμένων η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση της συγκατηγορουμένης του Α. Κ., που αποδίδονται στον κατηγορούμενο Π. Κ. και συνεπώς, πρέπει οι ανωτέρω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των άνω εγκλημάτων, όπως ορίζεται στο διατακτικό." Ενώ, όσον αφορά τον κατηγορούμενο Ά. Β., αφού το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις που υποβλήθηκε από το παριστάμενο ως πολιτικώς ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δηλαδή της κλητεύσεως του μάρτυρα ιατρού Φ. Τ. με την αιτιολογία "καθόσον το συλλέγον αποδεικτικό υλικό της προκειμένης ποινικής διαδικασίας είναι αρκούντος ικανό για την κατ'ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και το σχηματισμό της κατ' άρθρο 177 ΚΠΔ δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου επί των ερευνωμένων κατηγοριών εις βάρος του κατηγορουμένου Ά. Β. και συνεπώς δεν κρίνεται αναγκαία, για την ανεύρεση της αλήθειας, η κλήτευση ως μάρτυρα του Φ. Τ." δέχθηκε τα εξής: "... Περαιτέρω από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος Ά. Β., ιατρός ορθοπεδικός στην ειδικότητα, και από το έτος 1992 υπάλληλος του Ι.Κ.Α. (Υποκαταστήματος …) με μόνιμη σχέση εργασίας και από το έτος 1995 υπηρετών στην Τοπική Μονάδα Υγείας στο Υποκατάστημα του Ι.Κ.Α. …, ήταν αρμόδιος για την εξέταση ασθενών ασφαλισμένων του εν λόγω Ασφαλιστικού Οργανισμού και για τη βεβαίωση των τυχόν διαπιστουμένων από αυτόν παθήσεων επί του ασφαλιστικού τους βιβλιαρίου και των ειδικών διπλοτύπων εντύπων, Ο ανωτέρω κατηγορούμενος την 1-3-2004 εξέδωσε την 579989/1-3-2004 γνωμάτευση που αφορούσε τον ασθενή Α. Μ., στην οποία, θέτοντας τη σφραγίδα και την υπογραφή του, βεβαίωσε ότι ο ανωτέρω ασφαλισμένος πάσχει από "πάρεση κάτω άκρου, αστάθεια βάδισης - κατάκλισης" και ότι ως εκ τούτου έχει ανάγκη αναπηρικού αμαξιδίου ειδικού τύπου, αεροστρώματος κατάκλισης και μαξιλαριού σιλικόνης με κυψέλες αέρος. Ο κατηγορούμενος δεν αναγράφει στην άνω γνωμάτευση ότι εξέτασε ιατρικώς τον ασθενή Α. Μ., ώστε να έχει πραγματική εικόνα της κλινικής του κατάστασης και να κρίνει την αναγκαιότητα χορήγησης των προαναφερθέντων πρόσθετων ιατρικών ειδών, γιατί πράγματι δεν τον είχε εξετάσει, γεγονός που ομολογεί και ο ίδιος, η δε παραπάνω γνωμάτευση του κατηγορουμένου, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, είναι ψευδής καθόσον, όπως αποδείχθηκε, ο ασθενής Α. Μ. δεν είχε την προαναφερθείσα πάθηση για να του είναι αναγκαία τα παραπάνω ορθοπεδικά είδη. Ωστόσο από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πίστευε ότι όσα βεβαιώνει στην προαναφερθείσα γνωμάτευση του αναφορικά με την πάθηση του ασθενούς Α. Μ. ήσαν αληθή, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του θεράποντος ιατρού του Φ. Τ., ιατρού νευροχειρουργού, επιμελητή Α' της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, με τον οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικά ο ανωτέρω κατηγορούμενος, όταν προσήλθε στα ιατρεία του Ι.Κ.Α. η σύζυγος του Α. Μ., και του ζήτησε να γνωματεύσει για την ανάγκη χορήγησης από το Ι.Κ.Α. των άνω ορθοπεδικών ειδών στο σύζυγο της, ο οποίος τα είχε ανάγκη, καθόσον, όπως του ανέφερε είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Φ. Τ. τον διαβεβαίωσε ότι ο ασθενής Α. Μ. αντιμετώπιζε πρόβλημα στα κάτω άκρα και συγκεκριμένα παρουσίαζε αστάθεια και δυσχέρεια στη βάδιση, απότοκα ισχαιμικού Α.Ε.Ε. Προς απόδειξη μάλιστα του άνω ισχυρισμού του ο κατηγορούμενος προσκόμισε την από 27-11-2006 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Φ. Τ., η οποία αναγνώστηκε από το Δικαστήριο, στην οποία αναφέρεται ότι ο Α. Μ., ετών 84, έχει ιστορικό Α.Ε.Ε. (ισχαιμικού τύπου) μετά από αναφερόμενη πτώση που είχε στην Αθήνα, ότι τον εξέτασε στην οικία του τον Φεβρουάριο και Μάρτιο 2004 και από τη νευρολογική εξέταση διαπίστωσε αστάθεια και δυσχέρεια στη βάδιση, απότοκο του ισχαιμικού Α.Ε.Ε., ότι αυτός παρέμεινε κλινήρης πάνω από ένα μήνα και του συνέστησε φυσιοθεραπευτική αγωγή καθώς και να έχει άτομο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του. Ο ανωτέρω ιατρός Φ. Τ. επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της ως άνω ιατρικής βεβαίωσης καθώς επίσης βεβαίωσε τη γνησιότητα της υπογραφής του επ' αυτής με την από 7-10-2010 βεβαίωση του που προσκόμισε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ανωτέρω κατηγορούμενος και αναγνώστηκε από το Δικαστήριο. Με τα δεδομένα αυτά απομένουν στο Δικαστήριο ελάχιστες αμφιβολίες αναφορικά με το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου του κατηγορουμένου Α. Β. για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης των Α. Μ. και Α. Π., προμηθευτή των άνω ορθοπεδικών ειδών εις βάρος του Ι.Κ.Α., που του αποδίδονται και, συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος των άνω πράξεων, όπως ορίζεται στο διατακτικό." Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Π. Κ. για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας στην από την συγκατηγορουμένη του Α. Κ. τελεσθείσα απάτη σε βαθμό πλημμελήματος και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και ενός (1) μηνός, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε επί τριετία, ενώ κήρυξε αθώο τον Ά. Β. για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε απάτη πλημμεληματικής μορφής.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών σχετικά με τον κατηγορούμενο Π. Κ., διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σε πλημμεληματική απάτη για το οποίο καταδίκασε τον ανωτέρω κατηγορούμενο τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1β, 98, 242 παρ.1 263α και 386 παρ.1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει: α)την ιδιότητα των γνωματεύσεων που εξέδωσε ο κατηγορούμενος ως δημόσιων εγγράφων, β)ότι οι γνωματεύσεις αυτές προορίζονταν και για εξωτερική κυκλοφορία, γιατί αυτές, εκτός του ότι προσκομίζονταν στις υπηρεσίες του ΙΚΑ για την είσπραξη της δαπάνης αγοράς των ειδών πρόσθετης περίθαλψης, προσκομίζονταν και στον έμπορο των ειδών αυτών και βάσει αυτών αγοράζονταν τα εν λόγω είδη, γ)την ιδιότητα του ανωτέρω κατηγορουμένου ως υπαλλήλου του ΙΚΑ και την αρμοδιότητα του να εκδίδει τις ανωτέρω γνωματεύσεις, δ)ότι το περιεχόμενο των γνωματεύσεων, ότι δηλαδή ο γιατρός εξέτασε τον ασθενή και διαπίστωσε συγκεκριμένη ασθένεια για την αντιμετώπιση της οποίας ήταν αναγκαία η χορήγηση των συγκεκριμένων ειδών πρόσθετης περίθαλψης, ήταν ψευδές, γιατί ο ανωτέρω γιατρός δεν εξέτασε την ασθενή Ε. Κ., μητέρα της συγκατηγορούμενης Α. Κ., ώστε να διαπιστώσει τη συγκεκριμένη ασθένεια και την ανάγκη χορήγησης των συγκεκριμένων ειδών και ε)ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Επομένως είναι αβάσιμη η αιτίαση του ανωτέρω κατηγορουμένου ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 242 παρ.1 του ΠΚ, επειδή οι φερόμενες ως ψευδείς γνωματεύσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του νόμου, γιατί δεν προορίζονται για εξωτερική κυκλοφορία. Επίσης και η αιτίαση του ίδιου αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον έτσι προσβάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης η αιτίαση του αναιρεσείοντος ως προς το πραγματικό ύψος της ζημίας που προκλήθηκε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με την αγορά από την Α. Κ. ιατρικών ειδών που δεν δικαιούνταν, λόγω της συμμετοχής της τελευταίας κατά ποσοστό 25% επί του τιμήματος της αγοράς τους είναι απορριπτέα, καθόσον προβάλλεται χωρίς οποιαδήποτε έννομη επιρροή ως προς την τέλεση από την μεν Α. Κ. του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος, αφού η συνολική ζημία του ΙΚΑ ανέρχεται σε 1347,42 (658,92 ευρώ + 688,50) ευρώ, στην πρόκληση δε αυτής της ζημίας συνέργησε άμεσα ο ως άνω αναιρεσείων κατά τα προεκτιθέμενα. Τέλος και όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό του ιδίου ως άνω αναιρεσείοντος περί πραγματικής πλάνης του, το δικαστήριο της ουσίας τον απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "καθόσον από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι αυτός γνώριζε ότι η Ε. Κ. ήταν ασφαλισμένη στον ΟΓΑ και ότι το βιβλιάριο ασθένειας του ΙΚΑ ανήκε στην Α. Κ., καθόσον η τελευταία του είχε ζητήσει να συνταγογραφήσει τα παραπάνω ορθοπεδικά είδη στο δικό της βιβλιάριο ασθένειας". Η ως άνω αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον σαφώς και ειδικώς αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε σε τίνος ασφαλισμένου βιβλιάριο συνταγογραφούσε για τη χορήγηση των ανωτέρω ορθοπεδικών ειδών και ότι σε αυτό προέβη χωρίς να εξετάσει την πραγματική ασθενή Ε. Κ.. Επομένως η περί του αντιθέτου σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος που προβάλλεται με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και εκτενέστερα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί πραγματικής πλάνης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως όλοι οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ κύριοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης και πρόσθετοι αυτής, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση αυτών, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω αναφερομένων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη νόμιμης βάσιμης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Αντίθετα όμως με την παραδοχή από το Δικαστήριο της ουσίας ότι κατηγορούμενος ιατρός Ά. Β. δεν προέβη σε εξέταση του ασθενούς Α. Μ., απαραίτητη προϋπόθεση για να εκδώσει την 1-3-2004 την υπ' αριθμ. 579989/1-3-2004 γνωμάτευση του για την αναγκαιότητα χορήγησης δωρεάν πρόσθετων ορθοπεδικών ειδών στον ανωτέρω ασθενή λόγω του ότι πάσχει "από πάρεση κάτω άκρου, αστάθεια βάδισης-κατάκλισης" αλλά αρκέσθηκε στην από 27-11-2006 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Φ. Τ., του οποίου η κλήτευση στο Δικαστήριο δεν κρίθηκε αναγκαία για επιβεβαίωση και διασαφήνιση της ως άνω ιατρικής βεβαίωσης του, καταλήγοντας το δικάσαν δικαστήριο της ουσίας σε αθωωτική κρίση για τον κατηγορούμενο Ά. Β., εξαίροντας ιδιαίτερα την ως άνω γνωμάτευση ιατρού Φ. Τ. που προσκόμισε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Ά. Β., έσφαλε. Δηλονότι η αιτιολογία της αποφάσεως για το ψευδές της ανωτέρω γνωματεύσεως του αναιρεσιβλήτου Ά. Β. δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την προαναφερθείσα έννοια ενόψει κυρίως του ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του: 1)τη μη εξέταση από τον αναιρεσίβλητο ιατρό του ασθενούς Α. Μ., και 2)τις σχετικές (για το περιστατικό της μη εξέτασης του Α. Μ. από τον Ά. Β.) ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Δ. Μ. και Χ. Μ.. Επομένως ο σχετικός λόγος εκ του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠΔ της κρινούμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, όσο αφορά τόσο την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως όσο και τη συναφή πράξη της άμεσης συνέργειας στην απάτη που τελέσθηκε με βάση την ανωτέρω ψευδή βεβαίωση του αναιρεσίβλητου από τους Α. Μ. και τον Α. Π., προμηθευτή των ως άνω ορθοπεδικών ειδών σε βάρος του ΙΚΑ, με βλάβη της περιουσίας του τελευταίου ποσού 1843,60 ευρώ. Εξάλλου και όσο αφορά την αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ περί αναβολής της δίκης για κλήτευση και εξέταση και μάρτυρα του ιατρού Φ. Τ., είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, δεδομένου ότι η σχετική αιτίαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που έχει κατά λέξη: "Συντρέχει καθ' ημάς έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική απόφαση, καθόσον δεν αναφέρει τις αποδείξεις στις οποίες εστήριξε την κρίση του. Από ποιες αποδείξεις έβγαλε το συμπέρασμα ότι είναι αρκετές και ικανές στην ανεύρεση της αληθείας, ούτε αναφέρει τις σκέψεις ή συλλογισμούς βάσει των οποίων είναι ικανό και αρκετό αυτό το αποδεικτό υλικό ώστε να παρέλκει η κλήτευση του μάρτυρα. Σκοπός του αιτήματος της αναβολής για κρείσσονας αποδείξεις, προκειμένου να κληθεί ο μάρτυρας ιατρός Τ., δεν ήτο για να πληρωθεί το υπάρχον αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, για το οποίο προπετώς έσπευσε το Δικαστήριο να αποφανθεί πως είναι αρκετό και ικανό για την ανεύρεση της αληθείας στην υπόθεση, αλλά για να ελεγχθεί, αφ' ενός, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Α. Β. περί του μεσολαβήσαντος τηλεφωνήματος με τον ιατρό Τ., και αφ' ετέρου, για να ελεγχθεί και η γνησιότης του εγγράφου (της από 27-11-2006 βεβαίωσης) που μετά διετία από την πράξη εκδόθηκε από τον ιατρό - μάρτυρα Τ., και αμφισβητήθηκε η γνησιότης της", αναφέρεται εσφαλμένα για την αναγκαιότητα κλήτευσης του ως άνω μάρτυρα, δεδομένου ότι η εμφάνιση του ως άνω ιατρού στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ενόψει του προβληθέντος αιτήματος δεν είναι στοιχείο που θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου (καταδικαστική ή αθωωτική), καθόσον από την προαναφερόμενη διάταξη του νόμου σαφώς προκύπτει ότι το ερευνητέο κρίσιμο θέμα ήταν εάν ο προμνημονευόμενος κατηγορούμενος (Ά. Β.) εξέτασε προσωπικά τον ασφαλισμένο Α. Μ.. Μετά απ' όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι του Π. Κ. και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), χωρίς όμως να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, λόγω ελλείψεως σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρο 106 ΚΠολΔ). Αντίθετα πρέπει, κατά παραδοχή της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως βάσιμης εν μέρει, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα κατά το μέρος που κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Ά. Β. του Π. και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 21-2-2011 και 23-2-2011 αιτήσεις: 1) τον Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., και 2) του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως και τους από 28-4-2011 πρόσθετους επί της πρώτης των αιτήσεων αυτών λόγους αναίρεσης, για αναίρεση εν μέρει της υπ' αριθμ. 1740-1741-1742/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.
Απορρίπτει συνολικά την ως άνω αίτηση αναίρεσης του Π. Κ. του Κ..
Καταδικάζει τον ως άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Αναιρεί εν μέρει την ως άνω απόφαση και ειδικότερα ως προς το μέρος που αφορά την αθώωση του κατηγορουμένου Ά. Β. του Π., κατοίκου .... Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το προαναφερόμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων ψευδούς βεβαίωσης και άμεσης συνέργειας σε απάτη από ιατρούς που εξέδιδαν ψευδή πιστοποιητικά για ασθενείς με σκοπό οι τελευταίοι να προμηθευτούν ιατρικά βοηθητικά αντικείμενα (καρότσι αναπηρίας κλπ) αν και δεν δικαιούνταν. Αίτηση αναίρεσης από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά της αθωωτικής για τον ένα των κατηγορουμένων ιατρών για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης και αίτηση αναίρεσης από καταδικασθέντα κατηγορούμενο για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Παραδοχή της πρώτης αίτησης. Αναίρεση εν μέρει της απόφασης και παραπομπή της υπόθεσης (ως προς το μέρος αυτό) στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτησή της. Απόρριψη των λόγων της δεύτερης αίτησης αναίρεσης και αυτής στο σύνολό της.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1210/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Δ. Π. του Θ., κατοίκου ... και 2) Χ. Χ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.8800/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Φεβρουαρίου 2011 (δύο) αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 387/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 14-2-2011 δύο αιτήσεις του Δ. Π. του Θ. και του Χ. Χ. του Β. κατά της υπ' αριθμ. 8800/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών πρέπει ως συναφείς να συνεκδικασθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αφετέρου δε ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ.8 του π.δ.17/1996 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ", "Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων του παρόντος διατάγματος, ο εργοδότης οφείλει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης: α)... δ)Να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνο οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες". Κατά δε το άρθρο 4 παρ.1 του ίδιου π.δ.-του οποίου οι διατάξεις, κατά το άρθρο 1 παρ.3, εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα (βιομηχανίες κλπ)-, "Στις επιχειρήσεις που απασχολούν 50 και άνω εργαζομένους, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και γιατρού εργασίας, σύμφωνα με το κεφ.Α'του ν.1568/1985 ...". Ο εν λόγω δε τεχνικός ασφαλείας έχει τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 6 του ν. 1586/1985 και "υπάγεται απευθείας στη διοίκηση της επιχείρησης" (άρθρο 5 παρ.4 του εν λόγω νόμου). Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 78 του Π.Δ. 1073 της 12/16 Σεπτεμβρίου 1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", η οποία περιλαμβάνεται στο τμήμα V: Ηλεκτροδότηση Εργοταξίων", και ειδικότερα στο Κεφάλαιο Α αυτού "Δια την πρόλειψιν ατυχημάτων, από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυο ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον ... β) αι μεταφοραί, χειρωνακτικοί ή μη, σιδηροπλισμού σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.α. και οι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών, αναβατορίων, πυραύλων κ.α. ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος, να πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς ασχέτως τάσεως". Κατά δε το άρθρο 111 του ίδιου Π.Δ. "Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π.Δ/τος 778/80 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικός και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίσταται, ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων". Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία δε αυτή, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 8800/2010 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι την 5.10.2003 και περί ώρα 13:30 στην ..., από έλλειψη της ιδιαίτερης προσοχής και επιμέλειας που ως εκ του επαγγέλματος τους ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν, προκάλεσαν σωματική βλάβη της υγείας άλλου χωρίς να προβλέψουν το, αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους. Συγκεκριμένα τυγχάνοντας τεχνικός ασφαλείας της εταιρίας "Χαλυβουργική ΑΕ" ο πρώτος και προϊστάμενος των ηλεκτροτεχνιτών της ίδιας εταιρίας ο δεύτερος, δεν έλαβαν μέριμνα για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στους χώρους εργασίας του εργοστασίου ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων προς το χώρο εκκίνησης πομονών ο οποίος είναι χώρος ηλεκτρικής υπηρεσίας και πρέπει να είναι προσιτός μόνο στο αρμόδιο προσωπικό, δεν μερίμνησαν ώστε η πόρτα προς το χώρο αυτό να έχει κλειδαριά η οποία να είναι κλειδωμένη όπως επίσης κλειδωμένοι να είναι και οι ηλεκτρολογικοί πίνακες εντός του χώρου, τα δε κλειδιά αυτών να διαφυλάσσονται από αρμόδιο ηλεκτρολόγο. Η εταιρία "Χαλυβουργική ΑΕ" στην οποία εργάζονταν είχε αναθέσει στην εταιρία "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ" την κατασκευή έργων πολιτικού μηχανικού του κτιρίου νέου ελασματουργείου στις εγκαταστάσεις της στην Ελευσίνα, η δε "ΑΚΤΩΡ ΑΤΈ" είχε αναθέσει στον υπεργολάβο Ι. Γ. την κατασκευή σκυροδεμάτων του κλιβάνου ηλεκτρικού τόξου, εργαζόμενος δε στον τελευταίο ήταν ο παθών G. A.. Περί ώρα 13:30 ο παθών, μπήκε στον μη κλειδωμένο χώρο τροφοδοσίας ηλεκτρικού ρεύματος εκκίνησης πομονών κρατώντας την τσάντα του με τα εργαλεία, λοστό ξεκαλουπώματος, αλφάδι, ζύγι, σκεπάρνι και μέτρο, προχώρησε τρία μέτρα από την είσοδο, και έκρυψε το λοστό ξεκαλουπώματος οριζόντια στο μέσον περίπου ενός ηλεκτρολογικού πίνακα τον οποίο βρήκε ανοικτό, γεγονός που προκάλεσε-ηλεκτρολογικό βραχυκύκλωμα, με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτρικά εγκαύματα μερικού βαθέως μερικού πάχους δεξιάς άκρας χειρός και αντιβραχίου έκτασης 8% ολικής επιφάνειας του σώματος και προσώπου έκτασης 3% της ολικής επιφάνειας του σώματος, το αποτέλεσμα δε αυτό, οι κατηγ/νοι δεν προέβλεψαν ως δυνατό.
Η κρίση αυτή στηρίζεται ιδίως στις καταθέσεις του παθόντος και του ετέρου μάρτυρος κατηγορίας, οι οποίοι λέγουν ότι "Οι υπεύθυνοι της Χαλυβουργικής έπρεπε να έχουν φροντίσει να κλειδώσουν το χώρο αυτό, …, Ο χώρος δεν ήταν κλειδωμένος, ..., Υπήρχε μια πόρτα σκονισμένη αλλά δε φαινόταν τίποτα. Δεν είδα καμία πινακίδα. Εκεί βάλαμε τα εργαλεία. Ο κ. Γ. είχε ένα κοντέινερ έξω για να αφήνουμε τα εργαλεία. Εκεί όμως έκλεβαν τα εργαλεία" [Α. G., βλ. σελ. 3 πρακτικών] και "Ήταν μία αποθήκη και πίσω από την πόρτα βάζαμε τις μπαλαντέζες και κάποια εργαλεία. Μπήκε καλά και βγήκε καμένος. Αυτή η πόρτα ήταν πάντα ανοικτή. Δεν έκλεινε ποτέ, ..., Δεν ήρθε ποτέ κανένας αρμόδιος να μας προειδοποιήσει για τυχόν κινδύνους. Δεν υπήρχε καθόλου κλειδαριά. Ήταν ανοικτή η πόρτα, ..., Ο πίνακας ήταν μπροστά αλλά υπήρχε ένας κενός χώρος που τον θεωρούσαμε ακίνδυνο. Για μένα ήταν ένας ελεύθερος ανοικτός χώρος. Δε μας έδιωξε κανείς από εκεί" [Τ. Μ., βλ. σελ. 4 ιδίων πρακτικών]. Οι εν λόγω καταθέσεις ενισχύονται από αυτές των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι εκθέτουν, μεταξύ άλλων, ότι "Ήμουν υπεργολάβος, ..., Κάποιος από τη Χαλυβουργική προφανώς ήταν υπεύθυνος για το χώρο. Εγώ έκανα καλουπώματα, αλλά γινόταν πλήθος εργασιών. Εμείς είχαμε περιφράξει το χώρο εργασιών μας" [Ι. Γ., σελ. 7 πρακτικών] και "Ο συνοδός του θύματος μου είπε ότι έγινε μια έκρηξη, ..., Ξεκλείδωτη ήταν. Η Χαλυβουργική αναθέτει ένα έργο. Αυτό το πήρε η ΑΚΤΩΡ και έδωσε σε υπεργολάβους. Κανονικά αναλαμβάνει τεχνικός ασφαλείας της εργολάβου εταιρίας για την ασφάλεια των εργασιών. Ο τεχνικός ασφαλείας της ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗΣ δε μπορεί να είναι παντού, ..., Ο κ. Π. ήταν τεχνικός ασφαλείας της Χαλυβουργικής. Ο τεχνικός ασφαλείας περνάει και κάνει τη βόλτα του και ελέγχει ως οφείλει, ..., Κλειδιά του χώρου είχε ο κ. Χ." [Χ. Μ., σελ. 7-8 πρακτικών], δεν αναιρούνται δε από τις απολογίες των κατηγορουμένων. Με άλλα λόγια, ο χώρος ηλεκτρικής υπηρεσίας, στον οποίο συνέβη το ατύχημα, ήταν χώρος εργασίας του εργοστασίου της Χαλυβουργικής, για την ασφάλεια του οποίου και ειδικότερα για την πρόληψη ατυχημάτων, όπως το επίδικο, υπεύθυνοι ήταν i] ο τεχνικός ασφαλείας της Χαλυβουργικής [1ος κατηγορούμενος] και ii] ο προϊστάμενος των ηλεκτροτεχνιών της ιδίας εταιρείας [2ος κατηγορούμενος], οι οποίοι δεν μερίμνησαν ώστε η πόρτα προς τον χώρο αυτό να διαθέτει κλειδαριά και να είναι αυτή κλειδωμένη, όπως και οι ηλεκτρολογικοί πίνακες που ευρίσκοντο εντός του χώρου αυτού, με αποτέλεσμα της παραλείψεως τους αυτής να λάβει χώρα το ανωτέρω περιγραφόμενο συμβάν. Το ότι δεν υπήρχε κλειδαριά επιβεβαιώνεται από την από 19-11-2003 έκθεση αυτοψίας [νομίμως αναγνωσθείσα], που διενήργησε η Π. Π., Τεχνική Επιθεωρήτρια του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας (ΣΕΠΕ), του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στην οποίαν αναφέρεται ότι "Κατά την αυτοψία η πόρτα του χώρου τροφοδοσίας ηλεκτρικού ρεύματος βρέθηκε ανοικτή, δεν είχε κλειδαριά", αναφέρει δε σαφώς η Επιθεωρήτρια ότι πρόκειται για τον χώρο "εκκίνησης πομονών του χαλυβουργείου", δηλαδή για χώρο εργασίας του εργοστασίου της Χαλυβουργικής.
Από το ίδιο, ως άνω, αποδεικτικό υλικό, απεδείχθη ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι το χρόνο που διέπραξαν το παραπάνω έγκλημα διήγαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια το ως άνω δικαστήριο κήρυξε αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες ενόχους για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υπόχρεου και με την παραδοχή ως βασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού τους περί συνδρομής στο πρόσωπό τους ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2 περ.α του ΠΚ) επέβαλε στον καθένα αυτών ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1β, 28, 314 παρ.1α και 315 παρ.1β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α)η ιδιότητα των αναιρεσειόντων ως εργαζομένων στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ Α.Ε." στις εγκαταστάσεις της οποίας έλαβε χώρα το ατύχημα στο οποίο τραυματίσθηκε ο αλλοδαπός (A. A.) και δη ότι ο πρώτος ήταν τεχνικός ασφαλείας και ο δεύτερος προϊστάμενος ηλεκτροτεχνιτών, β)ότι συνέπεια της ως άνω επαγγελματικής ιδιότητάς τους είχαν υποχρέωση να ελέγχουν και να έχουν ασφαλισμένους τους χώρους εκτέλεσης ηλεκτρικής υπηρεσίας και να προειδοποιούν τους εργαζόμενους ότι υπήρχε κίνδυνος ηλεκτρολογικού βραχυκυκλώματος από την επαφή αντικειμένων με τους ηλεκτρολογικούς πίνακες που βρίσκονταν μέσα στο χώρο αυτό, γ)η παράλειψη αυτών να ελέγχουν διαρκώς ότι η θύρα εισόδου στον ανωτέρω χώρο ήταν κλειδωμένη και όχι ανοικτή, με συνέπεια να μπορεί οιοσδήποτε εργαζόμενος, χωρίς να έχει ειδίκευση εργασίας του σ' αυτήν, να εισέλθει σ' αυτόν για οποιοδήποτε λόγο, όπως συνέβη στην κρινόμενη υπόθεση με την χωρίς έλεγχο των δυο αναιρεσειόντων που επιβαλλόταν από τις ανωτέρω μνημονευόμενες εκτός του ΠΚ διατάξεις είσοδο σ' αυτόν του παθόντος (A. A.) για την τοποθέτηση αντικειμένων-εργαλείων οποιουδήποτε μεγέθους με κίνδυνο να έλθουν σε επαφή με τους ηλεκτρικούς πίνακες και να προκληθεί ηλεκτρολογικό βραχυκύκλωμα από το οποίο προκλήθηκαν οι αναφερόμενες στο αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σωματικές κακώσεις στον A. A., ήτοι αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο είχαν υποχρέωση να παρεμποδίσουν και δ)ότι δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέροντας με πληρότητα και σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη συνευθύνη αμφοτέρων των αναιρεσειόντων ως προς τους οποίους και μόνο ερευνάται η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, η τυχόν δε συνευθύνη και άλλων τρίτων προσώπων, όπως του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας της εταιρείας, του νομίμου εκπροσώπου της εργολήπτριας του συγκεκριμένου έργου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Α.Ε." και ακόμη του υπεργολάβου Ι. Γ., στον οποίο προσέφερε την εργασία του με σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παθών (A. A.), όπως ισχυρίζονται οι δύο αναιρεσείοντες, δεν αίρει την από τη συγκλίνουσα ως άνω αμέλεια τους ευθύνη αυτών για τις σωματικές κακώσεις που προκλήθηκαν στον ανωτέρω αλλοδαπό, ο οποίος εισήλθε σε χώρο υψηλού κινδύνου της εργοδότριας τους εταιρείας, χωρίς έλεγχο των δύο αναιρεσειόντων, που επιβαλλόταν από τις ανωτέρω, πλέον του ΠΚ, αναφερόμενες διατάξεις.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ κοινοί και μόνοι λόγοι αναιρέσεως αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης γι' αυτήν ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή από το δικαστήριο της ουσίας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε και για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τα λοιπά με τους ανωτέρω δύο λόγους πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον ως προς τα ζητήματα αυτά η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Μετά απ' όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως ως αβάσιμες, να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 14-2-2011 δύο αιτήσεις: α) του Δ. Π. του Θ., κατοίκου ... και 2) του Χ. Χ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8800/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ’ υποχρέων. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Καταδικαστική απόφαση για αμφότερους τους αναιρεσείοντες. Αιτήσεις αναιρέσεως της απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων. Απόρριψη των λόγων αυτών, ως αβασίμων και των αιτήσεων αναίρεσης συνολικώς.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1208/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011 με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Διαμαντή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1675/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 18 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1610/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η κρινόμενη από 26 Νοεμβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ι. Μ. του Δ. καθώς και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο, από τον αυτό κατηγορούμενο, από 18 Απριλίου 2011 πρόσθετοι λόγοι, κατά της 1675/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 264, 266 και 28 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος του εμπρησμού από αμέλεια, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ο δράστης να μην κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την απαιτούμενη προσοχή που κάθε μέτρια συνετός κι ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν και της κοινής πείρας και λογικής, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, ενόψει των προσωπικών του ιδιοτήτων, των γνώσεων του, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, γ) να υπάρχει αντικειμενικά αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος και δ) από την προξενηθείσα πυρκαγιά να προκλήθηκε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1675/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος εμπρησμού από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε (κατά πλειοψηφία), κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Στο Δ.Δ. ... του Δήμου ... τον Ιούλιο του έτους 2003, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε πυρκαγιά από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και ειδικότερα, ενώ ως τεχνίτης κατασκευής τζακιών είχε αναλάβει την κατασκευή τζακιού σε μονοκατοικία ιδιοκτησίας του Β. Β. του Δ., δεν προέβη στη σωστή κατασκευή της καμινάδας αυτού (τζακιού) και ειδικότερα τοποθέτησε καμινάδα χωρίς την κατάλληλη μόνωση από σπιράλ ατσαλιού σε όλα τα σημεία αυτής και κυρίως σε εκείνα με τα οποία εφαπτόταν με την ξύλινη σκεπή της ανωτέρω μονοκατοικίας για την αποτροπή πυρκαγιάς. Αυτό είχε ως συνέπεια, όταν την 31.12.2005 ο ιδιοκτήτης της εν λόγω μονοκατοικίας άναψε την εστία, να αλλοιωθεί από την υψηλή θερμοκρασία που αναπτύχθηκε το σπιράλ από αλουμίνιο, με το οποίο είχε μονωθεί η ως άνω καμινάδα, να διαφύγουν από οπή της τελευταίας σπινθήρες, οι οποίοι ακολούθως προκάλεσαν την ανάφλεξη των υπαρχόντων εύφλεκτων υλικών της στέγης, όπως του ασφαλτόπανου, φελιζόλ, ξυλείας και να εκδηλωθεί φωτιά μεταξύ της στέγης και της οροφής, η οποία στη συνέχεια επεκτάθηκε στην ξύλινη σκεπή και έλαβε διαστάσεις πυρκαγιάς, από την οποία καταστράφηκε ολοσχερώς η παραπάνω μονοκατοικία, καθώς και ένα τμήμα διπλανής οικίας δεκαπέντε τετραγωνικών μέτρων περίπου, ιδιοκτησίας Β. Β. του Δ., που ήταν προσαρτώμενο και κάτω από την ίδια στέγη. Από την πυρκαγιά δε αυτή, η οποία κατασβέστηκε με την επέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος επέκτασης της σε ξένα πράγματα και δη στις οικοδομές που εφάπτονταν με την ως άνω μονοκατοικία καθώς και κίνδυνος για τους ανθρώπους που διέμεναν σε αυτές. Στη σκέψη αυτή άγεται το Δικαστήριο ιδία από τις καταθέσεις των μαρτύρων Κ. Κ., Μ. Β., οι οποίοι έχουν άμεση γνώση των γεγονότων (βλ. καταθέσεις μαρτύρων). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την παραπάνω πράξη". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως του εμπρησμού από αμέλεια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, με αλληλοσυμπλήρωση από το διατακτικό αυτής, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1β', 28 264α' και 266 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1675/2009 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Ειδικότερα, και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις 1) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γίνεται ρητή μνεία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την απολογία του κατηγορουμένου, από το όλο δε περιεχόμενο της αποφάσεως, χωρίς καμία αμφιβολία συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει την καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, συνεπώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Δ., Ε. Μ. και Ν. Σ.. Το γεγονός ότι εξαίρονται οι καταθέσεις μόνο των μαρτύρων Κ. Κ. και Μ. Β. δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις και των άλλων μαρτύρων. 2) Διευκρινίζεται ότι η πρόκληση της πυρκαϊάς οφείλεται στην παράλειψη του κατηγορουμένου να τοποθετήσει την καμινάδα του τζακιού, σε όλα τα σημεία της και κυρίως σε εκείνα με τα οποία εφαπτόταν με την ξύλινη σκεπή της μονοκατοικίας του Β. Β. κατάλληλη μόνωση από σπιράλ ατσαλιού και διευκρινίζεται επίσης η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραλείψεως του κατηγορουμένου και της προκλήσεως της πυρκαϊάς, διευκρινίζεται δε ότι από την πυρκαϊά αυτή μπορούσε να προκληθεί κοινός κίνδυνος.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 παρ. 2, 357 παρ. 3 , 358 , 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι για να επέλθει η από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν απηύθυναν προς το μάρτυρα ερωτήσεις για εξακρίβωση της αλήθειας ή μετά την εξέταση του δεν προέβησαν σε παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση του ή την αξιοπιστία του, πρέπει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του να ζήτησαν να τους δοθεί προς τούτο η άδεια και, αν δεν τους δοθεί από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, να προσφύγουν αμέσως, μη αποδεχόμενοι την διάταξη του Προέδρου, σε ολόκληρο το δικαστήριο και τούτο να απορρίψει παρά το νόμο τη προσφυγή ή να παραλείψει να αποφανθεί επ' αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε από τα οικεία πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ως κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του μετά την εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως Γ. Δ., Ε. Μ., Ν. Σ. και την επανεξέταση της μάρτυρος Μ. Β., ζήτησαν να ασκήσουν τα από τις ως άνω διατάξεις δικαιώματα τους, δηλαδή να απευθύνουν ερωτήσεις προς τους προαναφερθέντες μάρτυρες ή να προβούν σε δηλώσεις ή σε παρατηρήσεις σχετικές με την αξιοπιστία ή την κατάθεση τους και παρακωλύθηκαν σε τούτο από τον Διευθύνοντα τη συζήτηση και στη συνέχεια από το Δικαστήριο στο οποίο προσέφυγαν. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, στα αποδεικτικά μέσα περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 στοιχ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία αποτελεί επώνυμο αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Τέτοια δε είναι η πραγματογνωμοσύνη που συντάσσεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα, που έχουν ειδικές γνώσεις τέχνης ή επιστήμης επί ορισμένου αντικειμένου και τα οποία νόμιμα διορίσθηκαν πραγματογνώμονες κατά τις διατάξεις των άρθρων 368 επ. και 183 επ. του ίδιου Κώδικα με αφορμή εκκρεμή δίκη. Η απλή όμως γνωμάτευση, η οποία προκαλείται γενικώς από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που και αυτά έχουν ειδικές γνώσεις σε ορισμένο αντικείμενο δεν αποτελεί πραγματογνωμοσύνη κατά την έννοια των παραπάνω άρθρων, αλλά είναι απλό έγγραφο.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, διότι η αναγνωσθείσα από 26 Φεβρουαρίου 2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που προκλήθηκε από τους διαδίκους και συντάχθηκε από τον έχοντα ειδικές γνώσεις της τέχνης κατασκευής τζακιού Β. Χ., ο οποίος κλήθηκες να εκφέρει κρίση, σχετικά με γεγονότα, που τέθηκαν υπόψη του, δεν μνημονεύεται στην απόφαση ως ειδικό αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός είναι, ενόψει των εκτεθέντων στην μείζονα σκέψη αβάσιμος, απορριπτέος ως διότι η ως άνω πραγματογνωμοσύνη δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστικό συμβούλιο, συνεκτιμήθηκε δε ως έγγραφο από το Δικαστήριο και ως τέτοιο λήφθηκε υπόψη του.
Επειδή, κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 26 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1675/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εμπρησμός από αμέλεια. Στοιχεία της πράξεως. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πρόσθετοι λόγοι: 1) απόλυτη ακυρότητα, διότι παραβιάστηκαν υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και 2) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σχετικά με τη μη λήψη υπόψη εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται ως έγγραφο, εάν η πραγματογνωμοσύνη έγινε με πρωτοβουλία των ενδιαφερομένων και αποτελεί απλή, ιδιωτική γνωμοδότηση. Αποτελεί όμως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται στην απόφαση ειδικά, όταν διατάχθηκε από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστικό Συμβούλιο. Απορρίπτονται η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1207/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με τη με αριθμό 47/11.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Λ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πασσάλη, για αναίρεση της με αριθμό 8375/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Μ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2010, αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 01/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, με αναφορά κατ' είδος στα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του έτους 2003 έως 1.7.2004, με σκοπό να παραπλανήσει κάθε τρίτο στον οποίο θα παρέδιδε την υπ' αριθμόν ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, σχετικά με το γεγονός ότι ήταν νόμιμος κάτοχος αυτής, στο έντυπο της επιταγής αυτής, που είχε εκδοθεί προς χρέωση του υπ' αριθμόν ... λογαριασμό του εγκαλούντος Π. Μ., συμπλήρωσε χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα, τα τυπικά στοιχεία αυτής, αναγράφοντας σ' αυτήν ως τόπο εκδόσεως το Βόλο, χρονολογία την "15.07.2004", ποσό αριθμητικώς "15.000 €" και ολογράφως δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ", το ονοματεπώνυμο του στη θέση του δικαιούχου σε διαταγή, ακολούθως δε έθεσε στη θέση του εκδότη κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος και αφού εκ νέου έθεσε στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του, έκανε στη συνέχεια χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, μεταβιβάζοντας δι' οπισθογραφήσεως την ως άνω επιταγή στην Ε. Κ., προς κάλυψη ατομικών του οφειλών. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος είχε λάβει την ως άνω επιταγή από τον εγκαλούντα ασυμπλήρωτη και ανυπόγραφη στα πλαίσια συνεργασίας που είχαν ως εργοδότης ο εγκαλών και ως εργαζόμενος ο κατηγορούμενος για να την επιδεικνύει σε προμηθευτές και στη συνέχεια να συμπληρώνονται από τον ίδιο τον εγκαλούντα δικαιούχο του λογαριασμού των επιταγών. Σημειώνεται ακόμη ότι ο κατηγορούμενος με την ως άνω αναγνωσθείσα υπεύθυνη δήλωση αυτού του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, παραδέχεται ότι έχει συμπληρώσει την ως άνω επιταγή μόνος του, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε ο εγκαλών και χωρίς να έχει ευθύνη για την πληρωμή της ο εγκαλών Π. Μ.. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε στην ποινή της φυλακίσεως των δώδεκα (12) μηνών, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 2, 51, 53, 79 και 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ο τρόπος κατά τον οποίο τελέστηκε το έγκλημα, η συμπλήρωση δηλαδή από τον αναιρεσείοντα όλων των στοιχείων της αναφερόμενης λευκής επιταγής, που του είχε παραδώσει ο φερόμενος ως εκδότης της, ότι η συμπλήρωση αυτή έγινε χωρίς τη συναίνεση του φερόμενου ως εκδότη της, του οποίου είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή στην οικεία θέση του εκδότη, αιτιολογείται δε ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση της επιταγής αυτής τους τρίτους, στους οποίους θα τη μεταβίβαζε με οπισθογράφηση ότι αυτή ήταν γνήσια, καθώς και ότι είχε εκδοθεί σε διαταγή και συνεπώς αυτός ήταν νόμιμος κομιστής της. Εξάλλου, δεν υπάρχει ασάφεια και λογικό κενό από την παραδοχή του Δικαστηρίου ότι η επιταγή αυτή του είχε παραδοθεί από τον πολιτικώς ενάγοντα, στα πλαίσια της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας, προκειμένου αυτός να την επιδεικνύει σε προμηθευτές, διότι ανεξάρτητα από τον λόγο για τον οποίο είχε παραδοθεί η επιταγή αυτή στον αναιρεσείοντα, από τις παραδοχές του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτός πλαστογράφησε και αυτήν ακόμη την υπογραφή του εκδότη, διαπίστωση η οποία αποκλείει τη ν ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ τω ν δύο για τη συμπλήρωση της επιταγής από τον αναιρεσείοντα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό τής κρίσεως του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος του να προβεί σε παρατηρήσεις, δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία, από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που φέρεται ότι αναγνώσθηκε και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση του εγγράφου, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενο του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, στα οποία στηρίχθηκε η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου και ειδικότερα εκείνων που φέρουν του αύξοντες αριθμούς 1, 2, 3, 4, 6, 8, 10, 11, 12, 13, 14, 16, και 20. Και ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι αβάσιμος, διότι η ταυτότητα των εγγράφων αυτών προσδιορίζεται επαρκώς, δεν ήταν δε απαραίτητα να αναφερθεί στην απόφαση τι αφορούσε κάθε ένα από τα έγγραφα αυτά, ούτε να αναφέρονται περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της ταυτότητας τους. Άλλωστε, με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητας τους και επιπλέον τού ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας τα προαναφερόμενα έγγραφα.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά απ' αυτά, δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 19 Νοεμβρίου 2010 αίτηση της Ι. Λ. του Α. για αναίρεση της 8375/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2011.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία και απόλυτη ακυρότητα διότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων Απορρίπτει την αναίρεση.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1206/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ρουμελιώτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3081/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1565/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η αξιόποινη πράξη της δυσφημήσεως περιλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 362 του Ποινικού Κώδικα, αντικειμενικώς μεν τον ισχυρισμό από τον δράστη ενώπιον τρίτου ή διάδοση με οποιοδήποτε τρόπο για κάποιον άλλον γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αυτού, υποκειμενικώς δε τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή διαδώσει το βλαπτικό γεγονός. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση από το άρθρο 363 του ίδιου κώδικα της προβλεπόμενης αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, επιπλέον από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, το ως άνω γεγονός, το οποίο ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο δράστης, να είναι ψευδές και αυτός να τελεί σε γνώση της αναληθείας του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει απ' αυτήν, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο των αναιρεσείοντα, για το ότι "στο ... στις 18.6.2004, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, επέδωσε την με ημερομηνία 15.6.2004 εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία - πρόσκληση προς την εγκαλούσα εν διαστάσει σύζυγο του, Ε. Κ. του Ε., με την οποία ισχυρίστηκε και συμπεριέλαβε μεταξύ άλλων τα εξής δυσφημιστικά για την ανωτέρω εγκαλούσα: "... Προσπέρασα και κατάπια τις τακτικές, άνομες, ερωτικές - εξωσυζυγικές σας σχέσεις και περιπέτειες διαρκούντος του γάμου μας, βάσει πονηρού και σατανικά εκπονηθέντος σχεδίου με απομυζούσατε και μου αποσπάσατε ποσό άνω των 15.000 ευρώ, τα οποία υποτίθεται και ήδη θα έπρεπε να μου είχατε επιστρέψει και τα οποία καταναλώθηκαν από τους γονείς σας και εσάς για άσχετους σκοπούς". Προέβη δε στην πράξη του αυτή αν και γνώριζε ότι τα παραπάνω ισχυρισθέντα γεγονότα, των οποίων έλαβαν γνώση μεταξύ άλλων, ο Δικαστικός Επιμελητής που επέδωσε την παραπάνω εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία -πρόσκληση και δήλωση στην εγκαλούσα, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της άνω εγκαλούσας Ε. Κ. του Ε.". Εξάλλου, το Εφετείο αιτιολογώντας την καταδικαστική του κρίση, διέλαβε στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στο ... την 18.6.2004 επέδωσε την με ημερομηνία 15.6.2004 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία - πρόσκληση και δήλωση προς την εγκαλούσα πρώην σύζυγο του, με την οποία ισχυρίστηκε και ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής δυσφημιστικά γι' αυτήν: "... Προσπέρασα και κατάπια τις τακτικές, άνομες, ερωτικές -εξωσυζυγικές σας σχέσεις και περιπέτειες διαρκούντος του γάμου μας, βάσει πονηρού και σατανικά εκπονηθέντος σχεδίου με απομυζούσατε και μου αποσπάσατε ποσό άνω των 15.000 ευρώ, τα οποία υποτίθεται και ήδη θα έπρεπε να μου είχατε επιστρέψει και τα οποία καταναλώθηκαν από τους γονείς σας και εσάς για άσχετους σκοπούς". Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι αυτός προέβη στην πράξη του αυτή, μολονότι γνώριζε ότι όλα αυτά τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στο κείμενο της παραπάνω διαμαρτυρίας -προσκλήσεως και δηλώσεως, τα οποία έλαβαν γνώση μεταξύ άλλων και ο δικαστικός επιμελητής που επέδωσε αυτή στην εγκαλούσα, ήταν αναληθή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτής ως δυσφημιστικά. Και αυτό γιατί από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα και πρώην σύζυγος του δημιούργησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους τακτικές άνομες, ερωτικές εξωσυζυγικές σχέσεις και περιπέτειες. Η μόνη εξωσυζυγική σχέση που είχε, τουλάχιστον αυτό αποδείχθηκε, ήταν με κάποιο δάσκαλο Ι. Μ. και η οποία σχέση δημιουργήθηκε, όταν στην ουσία ο γάμος τους είχε σχεδόν διαλυθεί αφού αυτή αναχώρησε για το πατρικό της σπίτι στο..., ήτοι μετά το 2003. Επίσης από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα με τους γονείς της του απέσπασαν ποσό άνω των 15.000 ευρώ, το οποίο δεν δόθηκε ούτε σαν δάνειο, προκειμένου να αποπερατωθεί το πατρικό σπίτι της εγκαλούσας στο .... Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτοί (γονείς) πραγματοποίησαν από μόνοι τους διάφορες επιδιορθώσεις ως συνταξιούχοι και ο πατέρας της ως οικοδόμος. Επομένως, όλα αυτά τα αναφερόμενα στην εξώδικη πρόσκληση - δήλωση είναι αναληθή, αυτό το γνώριζε ο κατηγορούμενος και το έκανε για να πλήξει την τιμή και την υπόληψη της, ενόψει του ότι μεταξύ άλλων έλαβαν γνώση του κειμένου αυτού και ο δικαστικός επιμελητής, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε...". Έτσι όμως δεν προκύπτει σαφώς και ορισμένως για ποια αξιόποινη πράξη καταδίκασε το εφετείο τον αναιρεσείοντα, δηλαδή γι' αυτή της απλής δυσφημήσεως ή για εκείνη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αφού στο σκεπτικό γίνεται λόγος για την αναλήθεια των γεγονότων και τη γνώση της αναλήθειας αυτής, ενώ στο διατακτικό δεν γίνεται μνεία για αναλήθεια.
Συνεπώς καθίσταται ανέφικτος ο ακυρωτικός έλεγχος, αν στην προκειμένη περίπτωση τα γενόμενα από το Εφετείο δεκτά περιστατικά, υπήχθησαν ορθώς ή όχι στον νόμο και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της ασάφειας αυτής, στερείται νόμιμης βάσεως και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επομένως ο από τις διατάξεις αυτές λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί εξ ολοκλήρου η ως άνω απόφαση και να παραπεμφθεί (άρθρο 519 ΚΠΔ) η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 3081/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή δυσφήμηση. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεκτή η αίτηση διότι στην απόφαση υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις
| null | null | 0
|
Αριθμός 1205/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Π. του Α. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, για αναίρεση της με αριθμό 874/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Χ. του Ν.. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Θ. Β. του Χ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1307/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η κατ' άρθρο 308 του Ποινικού Κώδικα απλή σωματική βλάβη, η οποία υπάρχει όταν κάποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, διώκεται, κατ' άρθρον 318 παρ. 1 μόνο ύστερα από έγκληση. Έγκληση είναι η δήλωση βουλήσεως του παθόντος προς την αρμοδία δικαστική αρχή ότι επιθυμεί την δίωξη της αξιόποινης πράξεως, που τελέσθηκε κατ' αυτού, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση για την νομότυπο γένεση της ποινικής δίκης. Έτσι, κατά το άρθρο 117 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της". Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η υπέρβαση εξουσίας η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υπεβλήθη η απαιτουμένη έγκληση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης, διωκόμενο κατά τα ανωτέρω κατ' έγκληση, προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, και ειδικότερα από τις από 3 Απριλίου 2003 και 10 Απριλίου 2003 καταθέσεις της παθούσας ότι και για τη σωματική βλάβη που προξένησαν οι κατηγορούμενοι από κοινού σ' αυτήν, ζήτησε την ποινική τους δίωξη. Με την πρώτη κατάθεση της η παθούσα ζήτησε την ποινική δίωξη για εξύβριση και με τη δεύτερη ζήτησε την ποινική δίωξη και για τη σωματική βλάβη (βλ. κατάθεση στην οποία περιγράφει το περιστατικό και δηλώνει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη "για την πράξη τούτη"). Δηλαδή, αφού για την εξύβριση (για την οποία έπαυσε η ποινική δίωξη υφ' όρον κατά το άρθρο 31 του Ν. 3346/2005) ήδη είχε δηλώσει στην πρώτη προανακριτική της κατάθεση, τη βούλησή της για την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων δήλωσε στη δεύτερη κατάθεση της τη βούληση της για την ποινική δίωξή τους και για την κλοπή. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι καθ' υπέρβαση εξουσίας χωρίς να υπάρχει εκ μέρους της παθούσας έγκληση για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από πρόθεση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου. 372 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Αντικείμενο ιδιοποιήσεως μπορεί να είναι και χαρτονομίσματα, τα οποία ενσωματώνουν αξία, εφόσον η αφαίρεση γίνεται με σκοπό ιδιοποιήσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 377 παρ.1 α' του ίδιου Κώδικα, αν η κλοπή έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι ένα πράγμα κρίνεται ως ευτελούς αξίας, από την οικονομική του αξία κατά τις συναλλαγές κατά το χρόνο της κλοπής με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η κρίση περί ευτελούς και ιδιαιτέρως μεγάλης της αξίας αυτής καθώς και από την οικονομική κατάσταση του παθόντος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα και την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως, όπως είναι και ο ισχυρισμός, κατ' άρθρον 377 του Ποινικού Κώδικα, ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ευτελούς αξίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 874/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων μαζί με τον συγκατηγορούμενό του, Α. Χ., την 3.4.2003 και την 02.30 ώρα, στο Ηράκλειο τέλεσαν από κοινού, τις αποδιδόμενες σ' αυτούς με το κατηγορητήριο πράξεις της κλοπής και της σωματικής βλάβης σε βάρος της εγκαλούσας, η οποία από την αρχή ήταν κατηγορηματική ότι τη χτυπούσαν και της αφαίρεσαν την τσάντα που κρατούσε με το περιεχόμενο της, καθώς και τα σκουλαρίκια που φορούσε, αφού αμφότεροι κατέβηκαν για το σκοπό αυτό, από το αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο 2ος και ήταν συνοδηγός ο 1ος από αυτούς. Τα παραπάνω περιστατικά ενισχύονται από την κατάθεση της μάρτυρα της πολιτικώς ενάγουσας κόρης της, η οποία τη μετέφερε αμέσως το ίδιο βράδυ στο νοσοκομείο και της περιέγραψε ότι στο συμβάν συμμετείχαν από κοινού ο οδηγός και συνοδηγός του αυτοκινήτου, αντίθετα δεν αποδυναμώνονται από τις απολογίες των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν κρίνονται πειστικοί, όταν παραδέχονται ο πρώτος μόνο την κλοπή και ο δεύτερος μόνο τη σωματική βλάβη σε βάρος της παθούσας. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατηγορούνται αλλά δικαιούνται να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας του άρθρου 133 Π.Κ., διότι οι κατηγορούμενοι οι οποίοι γεννήθηκαν το έτος 1984, ήταν κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων ηλικίας 19 ετών". Οι παραπάνω παραδοχές περιέχουν την απαιτούμενη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία που απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αφού κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κλοπής από κοινού και της απλής σωματικής βλάβης από κοινού, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που σωστά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν, χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, δεν απαιτούνταν να εξειδικευθεί η συμμετοχή καθενός από τους κατηγορουμένους στις παραπάνω πράξεις, αφού έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι από κοινού ενήργησαν αυτοί, ούτε ήταν αναγκαίο να εξειδικευθεί περισσότερο το σημείο του σώματος που δέχθηκε τα χτυπήματα η παθούσα, αφού από το διατακτικό προκύπτει ότι τα χτυπήματα ήταν στο κεφάλι και τον αυχένα. Αιτιολογείται επίσης ο σκοπός των κατηγορουμένων παράνομης ιδιοποιήσεως των αναφερόμενων κινητών πραγμάτων της παθούσας, αφού εκτίθεται στην απόφαση ότι οι κατηγορούμενοι κατέβηκαν από το αυτοκίνητο με σκοπό να κτυπήσουν την παθούσα και να της αφαιρέσουν τα κινητά πράγματα.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 520 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ενώ, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την κατ' επίφαση επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος δεν ελέγχει, σύμφωνα με τα παραπάνω την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Τέλος ορθώς το Εφετείο δεν απάντησε στον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό ότι τα κλαπέντα ήσαν ευτελούς αξίας, διότι ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη αναφέρονται ήταν αόριστος, διότι δεν αναφέρονταν σ' αυτόν η οικονομική κατάσταση της παθούσας πράγμα απαραίτητο εν προκειμένω, για να διαπιστωθεί το ευτελές ή μη της αξίας των κινητών της.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος για έλλειψη ακροάσεως.
Επειδή, κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 24 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 874/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλοπή, από κοινού, απλή σωματική βλάβη από κοινού. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την παραδοχή της ενοχής του αναιρεσείοντος στη σωματική βλάβη, ως προς τον σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεως αναφορικά με την κλοπή και ως προς την σιωπηρή απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ως προς το ευτελές της αξίας των κλαπέντων πραγμάτων. Υπέρβαση εξουσίας συνισταμένης ότι καταδικάστηκε για απλή σωματική βλάβη από πρόθεση, χωρίς την έγκληση της παθούσας. Απορρίπτει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1204/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Έ.-Γ.-Α. Ν. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, για αναίρεση της με αριθμό 3054/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 734/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, όταν σε αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Περαιτέρω, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε τους εξής αυτοτελείς ισχυρισμούς: 1) Ότι αυτός μέχρι την τέλεση των πράξεων που του αποδίδονται την συγκεκριμένη χρονική στιγμή (23, 25, 26 και 27 Οκτωβρίου του 2002) έζησε μία καθ' όλα έντιμη και οικογενειακή ζωή. Παιδί χωρισμένων γονέων διέμενε με την μητέρα του και κατάφερε να τελειώσει τις εγκύκλιες σπουδές του και μάλιστα εργαζόμενος παράλληλα, παρά τελειώσει τις εγκύκλιες σπουδές του και μάλιστα εργαζόμενος παράλληλα παρά το νεαρό της ηλικίας του, χωρίς να έχει άλλη αξιόποινη συμπεριφορά, εκτός εκείνης για την οποία κατηγορείται σήμερα, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να αναγνωρίσει το Δικαστήριο (άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ.). 2) μόλις συνελήφθη εξαιτίας των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και αντιλήφθηκε την πραγματική απαξία των πράξεων που διέπραξε "ήλθε εις εαυτόν" και όπως καταθέτει ο μάρτυρας αστυνομικός Ζ. Κ., "αυθόρμητα ομολόγησε" τις πράξεις του και παράλληλα ζήτησε συγγνώμη από τους παθόντες και το δήλωσε και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, γεγονός που αποδεικνύει ότι επέδειξε την ειλικρινή του μεταμέλεια. Με τον τρόπο αυτό, κατέστη δυνατό να πάρουν τα θύματα - παιδιά, τα αντικείμενα που τους είχαν αφαιρεθεί, ενώ στα δύο παιδιά, που φαινόταν ότι δεν τα πήραν, ο κατηγορούμενος προσέφερε το αντίτιμο της αξίας των, καίτοι αυτό ήταν μικρής αξίας, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό, να μειώσει ή να άρει τις συνέπειες των πράξεων του. Και αυτό επίσης πρέπει να το αναγνωρίσει το Δικαστήριο (άρθρο 84 παρ. 2 δ' Π.Κ.). Αλλά και μετά την τέλεση των συγκεκριμένων πράξεων (Οκτώβριος 2002), μέχρι και σήμερα έχουν περάσει επτά (7) ολόκληρα χρόνια, που ο κατηγορούμενος, ενήλικος πλέον σήμερα, ζει και κινείται στην κοινωνία μας, εργαζόμενος και χωρίς να δημιουργήσει την οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά, γεγονός που προκύπτει και από το ποινικό του μητρώο. Η διαρκής εργασία του προκύπτει αναμφίβολα από τις σχετικές βεβαιώσεις του ΙΚΑ, που προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μας, σήμερα δε και μάλιστα πριν από ολίγους μήνες έχει αρχίσει να εργάζεται στο γνωστό τηλεοπτικό κανάλι της Κρήτης με την ονομασία "ΚΥΔΩΝ", στο Ρέθυμνο της Κρήτης. Και αυτή την ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς για μακρύ χρόνο μετά την αξιόποινη συμπεριφορά του θα πρέπει να την αναγνωρίσει το Δικαστήριο (άρθρο 84 παρ. 2 ε Π.Κ.)". Ακολούθως, με την προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και τον κήρυξε ένοχο, με το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας, απορρίπτοντας τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, με την εξής αιτιολογία: "Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της υπερασπίσεως του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων των περιπτώσεων α', δ' και ε' της παραγράφου 2 του άρθρου 84 Π.Κ. πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και τούτο, γιατί από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι του χρόνου τελέσεως των άνω πράξεων του έζησε έντιμο βίο, καθόσον το ότι δεν είχε ξαναδικασθεί και ότι μέχρι την σύλληψη του εργαζόταν δεν αρκούν, αλλά απαιτείται η απόδειξη κατά τόπο θετικό, περιστατικών έντιμης ζωής σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α' της παραγράφου 2 του άρθρου 84, τέτοια δε έντιμη ζωή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετανόησε ειλικρινά και μεταμελήθηκε για τις πράξεις του, ούτε ότι επεζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, μη αρκούσης της απλής έκφρασης συγγνώμης υπό του κατηγορουμένου, κατά τα διαλαμβανόμενα στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Τέλος, δεν αποδείχθηκε θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του κατηγορουμένου μετά τις άνω πράξεις του, μη αρκούσης της ήσυχης, χωρίς παραπτώματα συμπεριφοράς αυτού, υπαγορευόμενης από το γεγονός ότι ήταν ακόμη εκκρεμείς, λόγω της εφέσεως του, οι εναντίον του ως άνω κατηγορίες". Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού πλήρως απάντησε στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για τη συνδρομή των αναφερόμενων ελαφρυντικών περιστάσεων, απορρίπτοντας αυτούς, αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε έντιμη ζωή σε όλους τους αναφερόμενους από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' του Ποινικού Κώδικα τομείς, ότι δεν μετανόησε ειλικρινά και ότι η μετά την πράξη του συμπεριφορά υπαγορεύτηκε από το γεγονός της δίκης που εκκρεμούσε επί εφέσεως του. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, αναφορικά με την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από τη κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Αντικείμενο ιδιοποιήσεως μπορεί να είναι και χαρτονομίσματα, τα οποία ενσωματώνουν αξία, εφόσον η αφαίρεση γίνεται με σκοπό ιδιοποιήσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 377 παρ.1α του ίδιου Κώδικα, αν η κλοπή έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι ένα πράγμα κρίνεται ως ευτελούς αξίας, από την οικονομική του αξία κατά τις συναλλαγές κατά το χρόνο της κλοπής με βάση τις συνθήκες της αγοράς του διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων και την οικονομική κατάσταση του παθόντος, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η κρίση περί ευτελούς και ιδιαιτέρως μεγάλης της αξίας αυτής.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των πρακτικών της εκκαλούμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος προέβαλε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του τον αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικά ότι το αντικείμενο της κλοπής (ένα κινητό ΝΟΚΙΑ 3510 και 10 ευρώ) είναι ευτελούς αξίας. Ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός είναι αόριστος διότι δεν αναφέρει την οικονομική κατάσταση του παθόντος.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, αν και εκ περισσού απάντησε ότι το αντικείμενο της κλοπής "δεν ήταν ευτελούς αξίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, αν ληφθεί ιδίως υπόψη ότι ο παθών ήταν μαθητής", ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την σχετική διάταξη του ΠΚ. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 17 Μαΐου 2010 αίτηση του Έ.-Γ.-Α. Ν. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 3054/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ληστεία από κοινού, κλοπή. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1205/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Μπεζαντέ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Θ. Μ. του Μ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δάμη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6/10/2004 και 17/3/2005 αγωγές του 2ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2737/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4542/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 6/7/2007 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1842/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 17/3/2010 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 22/10/2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελευθέριου Μάλλιου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης από 6/7/2007 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 4542/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, διαδικασία μισθώσεων.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 1695/11-2-2008 και 9734/21-4-2010 αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της από 6-7-2007 αίτησης για αναίρεση της 4542/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και της από 17-3-2010 κλήσης για συζήτηση, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (28-1-2011), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ι. Σ., ο οποίος, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση, παρά την απουσία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος: "Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης ...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι είναι επιτρεπτή, με διάταξη νόμου, η θέσπιση γενικών και αντικειμενικών περιορισμών της ιδιοκτησίας, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης, προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον αυτοί δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας αναιρώντας ή αποδυναμώνοντας το σε μεγάλο βαθμό, είναι δε αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος (ΟλΑΠ 896/85, 1/1982) και β) ότι επιτρέπεται η οριστική στέρηση ή αφαίρεση της ιδιοκτησίας (με μετάθεση ολική της κυριότητας του πράγματος σε άλλο πρόσωπο ή δημιουργία άλλου εμπράγματου δικαιώματος) με πράξη της πολιτείας μόνο αν επιβάλλεται προς θεραπεία δημόσιας ωφέλειας, εφόσον προηγηθεί της καταλήψεως καταβολή πλήρους αποζημίωσης που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 24 (παρ. 2-4) του Συντάγματος: 2. "Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης ... 3. Για να αναγνωρισθεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει. 4. Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμιση της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής". Σε εκτέλεση και εφαρμογή των ως άνω συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 24, εκδόθηκαν αρχικά ο ν. 947/1979 και στη συνέχεια ο ν. 1337/1983 "Επέκταση των Πολεοδομικών σχεδίων κλπ", με τον οποίο θεσμοθετείται νέα διαδικασία (διαφέρουσα από τη ρυμοτομία των ν.δ. 17.7.1923 και 797/71) συνολικής διαχείρισης των ακινήτων της οικιστικής περιοχής προς πραγμάτωση των συνταγματικών σκοπών, με την υποχρέωση των ιδιοκτητών να διαθέσουν χωρίς αποζημίωση μέρος του ακινήτου τους ή με υποχρεωτική συμμετοχή αυτών με ολόκληρο το ακίνητο τους έναντι αντιπαροχής άλλου ακινήτου (ή διαιρεμένης ιδιοκτησίας) ίσης αξίας. Με τα άρθρα 8 και 12 δε αυτού ρυθμίζεται η νέα διαδικασία απόκτησης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, η οποία εφαρμόζεται στις περιοχές ένταξης ή επέκτασης του σχεδίου και προβλέπεται ο τρόπος υλοποίησης της διαχείρισης με την έκδοση της Πράξεως Εφαρμογής, με την οποία καθορίζονται τα τμήματα των ακινήτων που αφαιρούνται χωρίς αποζημίωση για εισφορές σε γη (εκ ποσοστού ανάλογου με την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας) για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και υποχρεωτικές αναδασμικές μεταβολές (μετακινήσεις, συνενώσεις, αναδιανομές, ανταλλαγές ακινήτων). Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ν. 1772/1988 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ) κλπ", αντικαταστάθηκε η παρ. 7 του άρθρου 12 του ως άνω ν. 1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 56 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985 και ορίσθηκαν με τις παραγρ. α και β αυτού, μεταξύ άλλων τα εξής: α) Η πράξη εφαρμογής κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη, αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται στα ακίνητα σύμφωνα με την παρ. 3, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 5α του ν. 1512/1985, και μεταγράφεται στο οικείο υποθηκοφυλακείο ... Με τη μεταγραφή επέρχονται όλες οι αναφερόμενες στην πράξη εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από αυτές που οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν. δ/τος από 17.7.1923 και του ν. δ/τος 797/1971. β) Αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή των πράξεων εφαρμογής, ο οικείος ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος, μπορούν να καταλάβουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σε αυτούς, με την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί οι αποζημιώσεις της προηγούμενης περιπτώσεως (α), (η οποία, σημειώνεται, ότι αφορά τις αναφερόμενες στην Πράξη Εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες που οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ. από 17.7.1923 και ν.δ. 797/1971) ... . Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι με την κύρωση και από τη μεταγραφή της Πράξης Εφαρμογής επέρχονται στις ιδιοκτησίες που συμμετέχουν στον πολεοδομικό (οικιστικό) σχεδιασμό, πλην των άλλων, και μεταβολές που δεν έχουν οικονομικό αντικείμενο, οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή του άνω νόμου για τη συνολική διαχείριση της γης, με δέσμευση των υποχρεωτικώς εισφερομένων τμημάτων αυτής και διάθεση τους είτε απευθείας για τους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους της πολεοδομικής μελέτης είτε για την αποκατάσταση άλλων ιδιοκτησιών που δεσμεύθηκαν για τον ίδιο σκοπό με μετακινήσεις των εισφερομένων τμημάτων για την καλύτερη αξιοποίηση της γης (ΟλΑΠ 19/2002). Στις περιπτώσεις όμως που οφείλεται αποζημίωση σύμφωνα με τις διαδικασίες του ν.δ. από 17.7.1923 και του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, όπως όταν αφαιρείται αναγκαστικά ένα ακίνητο, χωρίς να αντιπαρέχεται άλλο ακίνητο στον ιδιοκτήτη του ή όταν αφαιρείται τμήμα του ακινήτου μεγαλύτερο εκείνου του ποσοστού της υποχρεωτικής εισφοράς σε γη, δεν επέρχονται στις ιδιοκτησίες αυτές οι αναφερόμενες στην πράξη εφαρμογής εμπράγματες μεταβολές προτού ολοκληρωθούν οι παραπάνω διαδικασίες και καταβληθεί η αποζημίωση. Με την καταβολή δε της ως άνω αποζημίωσης συντελείται η απαλλοτρίωση και επέρχεται έκτοτε με πρωτότυπο τρόπο στα άνω Νομικά Πρόσωπα η κτήση του πράγματος και αντίστοιχα η απόσβεση κάθε εμπραγμάτου δικαιώματος τρίτου απ' αυτό, καθώς και η αυτοδίκαιη λύση των ενοχικών συμβάσεων (συμπεριλαμβανομένων και των εμπορικών μισθώσεων) που σχετίζονται με αυτό.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή (όπως και κυρία παρέμβαση) εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 117 και 118 του αυτού Κώδικα, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τα θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά, η αγωγή είναι αόριστη. Αν το δικαστήριο δεν απορρίψει αυτή, μολονότι το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της, παραλείπει, κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και εντεύθεν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με αυτόν αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, αναφορικά με την έφεση του μισθωτή (Ι. Σ.), τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Για την επίδικη ιδιοκτησία (μίσθιο) του ενάγοντος (Θ. Μ.) με αρ. ... στα Ο.Τ. 13 και 14 της περιοχής Ελαιώνα του Δήμου Αθηναίων και στα πλαίσια της με αρ. Μ7/2001 Μεμονωμένης Πράξης Εφαρμογής στα ως άνω Ο.Τ., που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4706/672/16-7-2001 απόφαση του Βοηθού Νομάρχη Αθηνών, οφείλεται αποζημίωση 442,15 τ.μ., η οποία δεν έχει αποδοθεί ακόμη στον ενάγοντα, λόγω μη ολοκλήρωσης της ενιαίας Πράξης Εφαρμογής του Ελαιώνα. Τούτο, πέραν των άλλων, προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. 980/40/2004 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, αλλά και από το από Σεπτεμβρίου 2004 έγγραφο της Δ/νσης Σχεδίου Πόλεως (Γραφ. Ελαιώνα) του Δήμου Αθηναίων, μετά του συνημμένου σχεδιαγράμματος, που επικαλείται και προσκομίζει ο ίδιος ο εναγόμενος και όπου αναφέρεται ότι η ως άνω έκταση των 442.15 τ.μ. απομένει για αποζημίωση, στα πλαίσια της παραπάνω με αρ. Μ7/2001 Μεμονωμένης Πράξης Εφαρμογής, από το Δήμο Αθηναίων, στον οποίο θα αποδοθεί μετά την καταβολή της αποζημιώσεως. Έτσι, ανεξάρτητα από την μεταγραφή της Πράξεως Εφαρμογής, εφόσον δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση και δεν έχει ολοκληρωθεί η Ενιαία Πράξη Εφαρμογής του Ελαιώνα, δεν επήλθε συντέλεση της απαλλοτριώσεως και εντεύθεν λύση της μισθώσεως και ο εναγόμενος οφείλει τα επίδικα μισθώματα και την αποζημίωση χρήσεως στον ενάγοντα και όχι στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήμο Αθηναίων, όπως έκρινε το Δικαστήριο τούτο (Εφετείο) με την υπ' αριθμ. 1550/2005 (άλλη) απόφαση του, που εκδόθηκε για παρόμοιο αντικείμενο, μεταξύ των αυτών διαδίκων, αλλά για προηγούμενο χρονικό διάστημα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του εναγομένου "περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως" του ενάγοντος, αν και με άλλη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα-εναγόμενο με τους ως άνω σχετικούς λόγους εφέσεως, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα". Κατά της αποφάσεως αυτής ο μισθωτής άσκησε αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 725/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με παρόντα τον αναιρεσείοντα, τότε δεύτερο αναιρεσίβλητο. Λεκτέον ότι με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι ανεξάρτητα από τη μεταγραφή της Πράξεως Εφαρμογής, εφόσον δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση και δεν έχει ολοκληρωθεί η Ενιαία Πράξη Εφαρμογής του Ελαιώνα, δεν επήλθε η συντέλεση της απαλλοτριώσεως και εντεύθεν λύση της μισθώσεως και ο εναγόμενος οφείλει τα επίδικα μισθώματα και την αποζημίωση χρήσεως στον ενάγοντα και όχι στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήμο Αθηναίων.
Περαιτέρω, αναφορικά με την κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων, δέχτηκε το Εφετείο ότι αυτή είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί ο Δήμος επικαλείται απλώς μεταγραφή της Πράξεως εφαρμογής και όχι ευθέως συντέλεση της απαλλοτριώσεως (και λύση της μισθώσεως) με την καταβολή της αποζημιώσεως και την ολοκλήρωση της διαδικασίας του ν.δ. 17-7-1923 και του ν.δ. 797/1971 και στην προκείμενη περίπτωση την ολοκλήρωση της ενιαίας Πράξης Εφαρμογής του Ελαιώνα και δη κατά μείζονα λόγο αφού ο Δήμος δέχεται ότι διά της Πράξεως εφαρμογής πρέπει να παραχωρηθεί στον ενάγοντα έκταση 442,15 τ.μ. και έχει μάλιστα ζητήσει και τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για να αποζημιώσει τον ενάγοντα. Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, που έκρινε αόριστη την κυρία παρέμβαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με το δεύτερο σκέλος του οποίου υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νομό δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναιρέσεως αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ότι κατέστη κύριος της επίδικης έκτασης του μισθίου βάσει του άρθρου 12 παρ.5,6,7α εδ.4 Ν. 1337/1983 και 24 παρ. 2-4 του Συντάγματος, με βάση τη μεταγραφή των ΜΠΕ, που αναφέρει και ότι η έκταση του μισθίου εμπεριέχεται σε αυτές οι οποίες αποκτήθηκαν όχι με απαλλοτρίωση αλλά με υποχρεωτική εισφορά σε γη τμήματος της εντασσόμενης στο σχέδιο ιδιοκτησίας Μ., που προσδιορίζονται για κοινόχρηστοι χώροι, για τις οποίες δεν οφείλεται αποζημίωση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απήντησε επί του ισχυρισμού αυτού του αναιρεσείοντος, τον οποίο απέρριψε ως αόριστο, έτσι δε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.15 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν παρά το νόμο ανακληθεί ολικά ή κατά ένα μέρος οριστική απόφαση. Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται το περιεχόμενο και η θέση της οριστικής διατάξεως, καθώς και αν αυτή ανακλήθηκε ρητά ή σιωπηρά.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια ότι "δεν αφαιρέθηκε δια της εντάξεως το σύνολο της ιδιοκτησίας Μ., αλλά τμήμα μόνο αυτής που αντιστοιχούσε σε εισφορά σε γη, όπου ακριβώς επάνω στα εισφερόμενα τμήματα ευρίσκετο το επίδικο μίσθιο, συνεπώς παραβίασε τις διατάξεις νόμου η προσβαλλόμενη, αλλά και υπέπεσε στην παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 15". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος γιατί δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει με επίκληση, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι δεν στοιχειοθετείται ο ως άνω λόγος, όταν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της κυρίας παρεμβάσεως, αλλά απέρριψε αυτή ως αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (αρθρ.179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2007 αίτηση για αναίρεση της 4542/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μισθωτική διαδικασία. Επί διαφοράς εκμισθωτή (Θ. Μ.) και μισθωτή (Ι. Σ.), με κυρίως παρεμβαίνοντα το Δήμο, του οποίου η κυρία παρέμβαση απερρίφθη ως αόριστη. Ανεξάρτητα από τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, εφόσον δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση, δεν έχει ολοκληρωθεί η πράξη εφαρμογής και δεν επέρχεται συντέλεση της απαλλοτρίωσης και εντεύθεν λύση της μίσθωσης και ο εναγόμενος οφείλει τα μισθώματα και την αποζημίωση χρήσεως στον ενάγοντα και όχι στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήμο, ο οποίος μάλιστα είχε ζητήσει και τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1209/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπουρονίκο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5328/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1077/2010
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, οι προβλεπόμενες από την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου ποινές επιβάλλονται για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες στους προέδρους των διοικητικών συμβουλίων, στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη και σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η ποινική δίωξη ασκείται για 1) τα χρέη που ήτα βεβαιωμένα κατά τον χρόνο αποκτήσεως της πιο πάνω ιδιότητας ή 2) βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα (ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία καθώς και για 3) τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στον χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε φυλάκιση δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί μία τριετία, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Για να οδηγηθεί στην ως άνω καταδικαστική του κρίση, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στη Λάρισα την 1.9.2004 και 1.8.2004 ενώ ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "Αφοί ... ΑΕ - Εκκοκκιστήρια (Πρόεδρος του Δ.Σ.) ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια Υπηρεσία σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί χρεών προς το Δημόσιο και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως εμφαίνεται στον πιν. 38/2006 της Β' ΔΟΥ … και που αποτελεί ένα σώμα με αυτό και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα δεν προέβη στην εξόφληση τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, ενώ όφειλε προς το Ελληνικό Δημόσιο συνολικά το ποσό των 319.511,49 ευρώ μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στη Β ΔΟΥ … σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιοδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς την εξόφληση προθεσμίες (δηλ. καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών), απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι δεν είχε καμία σχέση με την οφειλέτρια ΑΕ, αφού τα χρέη βεβαιώθηκαν το έτος 2004, γεννήθηκαν δε τα έτη 1992 - 2002 (βλ. κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας), όταν δηλαδή ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. της εταιρείας (έπεται η παράθεση του πίνακα". Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε την ως άνω ποινή. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε στην παραπάνω ποινή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά τον χρόνο που βεβαιώθηκαν τα αναφερόμενα χρέη προς το δημόσιο ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτριας εταιρείας και ειδικότερα Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, αρκούσε δε η παραδοχή αυτή για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος, δεν υπάρχει δε καμία αντίφαση αν στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας, τόσο κατά τον χρόνο της βεβαιώσεως του χρέους, όσο και κατά τον χρόνο που γεννήθηκε το χρέος, Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ ο υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος διότι μ' αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.7.2010 αίτηση του Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της 5328/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του νόμου 1882/1110. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1213/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Ιουλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Δ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, 2) Ε. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο και 3) Θ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4054/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βάια Παπακωσταντίνου.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Απριλίου 2011, 21 Απριλίου 2011 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 582/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προσκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι από 20-4-2011, 21-4-2011 και 26-4-2011, αιτήσεις των Δ. Δ. του Ε. κατοίκου ..., Ε. Γ. του Κ. κατοίκου ..., και Θ. Γ. του Χ. κατοίκου ..., αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 4054/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
1) Επί της αίτησης αναίρεσης του Δ. Δ. του Ε.:
Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ’ αυτήν τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ’ αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Περαιτέρω στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' ορίζεται ότι επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους α)....β)....γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και δ) εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Περαιτέρω, με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος", οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι αυτές των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές, με τις ίδιες διακρίσεις, ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας.
Περαιτέρω, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο Ν. 2127/1993 "Εναρμόνηση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίστηκε ότι "Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατά το άρθρο 51 παρ. 1, "Η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας, που είναι επικολλημένες στο πακέτο ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές. Η επικόλληση της ταινίας γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής τους ...". Κατ’ άρθρ. 67 "1. ... 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρ. 53 επ., 118 παρ. 5 ν. 2960/2001), και επομένως, είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ των οποίων και για τα τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ν. 2960/2001, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας, προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του πιο πάνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα τσιγάρα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι’ αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Επίσης ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. ζ' του άρθρου 155 παρ. 1 β' του ν. 2960/2001 (όπως και κατά την παρ. 2 περ ζ' του άρθρου 100 του ν. 1165/1918), θεωρείται, πλην άλλων, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ 'του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ’ επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Β' Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 4054/2010 απόφασή του, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους για την πράξη της λαθρεμπορίας από κοινού εισαχθέντων τσιγάρων που κατείχαν, με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης ιδιαίτερων τεχνασμάτων και στερήσεως από το Δημόσιο δασμών, φόρων και τελών, σημαντικού ποσού, ύψους 219.168,23 Ευρώ και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός έτους στον καθένα, την οποία ανέστειλε επί τριετία ως προς τον 1ο και 2ο των αναιρεσειόντων ενώ μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς 10 Ευρώ ημερησίως ως προς τον 3ο των αναιρεσειόντων. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Θ. Γ. είναι έμπορος και τον Σεπτέμβριον έτους 2002 εδήλωσε εις την Δ.Ο.Υ. Ν. Θεσσαλονίκης έναρξη δραστηριότητος ατομικής επιχειρήσεως χονδρικού εμπορίου (τρόφιμα κ.λπ.) με την επωνυμία "TRUST HELLAS-Θ. Γ." και έδρα επί της οδού ... τον Νοέμβριον του ιδίου έτους απεφάσισε να μεταβάλλει την εμπορική δραστηριότητα διότι, ως κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η σύζυγός του, "η επιχείρηση δεν πήγαινε καλά" και να ασχοληθεί με την εμπορίαν οικιακού διατηρών και υποκατάστημα της επιχειρήσεως επί της οδού ..., επίσης εις την ... με την αυτήν ως άνω επωνυμία (υποδηλούσα εξαγωγικόν εμπόριον), η οποία έπαυσε να λειτουργεί, κατά τους ισχυρισμούς του, περί τις αρχές Ιανουαρίου 2003. Ένα μήνα μετά, την 11-2-2003 ο κατηγορούμενος έμπορος, ο οποίος δεν είχε παραδώσει τα θεωρημένα στοιχεία εις την αρμοδίαν Δ.Ο.Υ., εδήλωσε, εις το Α' Τμήμα Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, με ταυτόχρονη υπεύθυνη δήλωση Ν. 1599/1986 ότι απώλεσε την προηγούμενη ημέρα την τσάντα του, εντός της οποίας μεταξύ άλλων υπήρχαν όλα τα θεωρημένα φορολογικά παραστατικά και βιβλία καθώς και οι σφραγίδες της επιχειρήσεώς του, την άνω όμως απώλεια δεν εδήλωσε επί έτος και πλέον ο κατηγορούμενος εις την αρμοδίαν Δ.Ο.Υ. Την 26-11-2003, εις τον λιμένα του Λίβερπουλ, κατασχέθηκε από το αντίστοιχο Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος της Αγγλίας ποσότητα 1.966.400 τσιγάρων μάρκας Sovereign Gold, τα οποία δεν έφεραν την ταινία η οποία αποδεικνύει την καταβολήν δασμών, φόρων-τελών και λοιπών δικαιωμάτων του Δημοσίου, ευρέθησαν δε τα λαθραία αυτά τσιγάρα εντός του από τον λιμένα της Θεσσαλονίκης φορτωθέντος με αριθμό TRHU ...-3 εμπορευματοκιβωτίου (κοντέινερ), επιμελώς κρυμμένα εντός ξυλοκιβωτίων τα οποία, συμφώνως προς τα φορτωτικά έγγραφα, περιείχαν φύλλα γυαλιού, έφερε δε το άνω εμπορευματοκιβώτιο ως αποστολέα την Ελληνική επιχείρηση του πρώτου κατηγορουμένου "TRUST HELLAS-Θ. Γ. του Χ.-...-..., είχε προορισμόν την Μ. Βρετανία και παραλήπτη την Βρετανική επιχείρηση "SCORPIO GLASS and GLAZING PRODUCTS UNIT 14 Tullydoonigan Industrial Estate-Moy Road, Amargh-Northern Ireland, UK" η προδιαληφθείσα αλλοδαπή εταιρεία ήτο ανύπαρκτη αλλά η διεύθυνση υπαρκτή. Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Δ., υπεύθυνος του ναυτιλιακού γραφείου "SEA HORIZON SHIPING AGENCY" ..., εδέχθη την πρόταση του πρώτου κατηγορουμένου Θ. Γ. με τηλεομοιοτυπία (FAX) της επιχειρήσεως TRUST HELLAS να οργανώσει δια λογαριασμόν του και οργάνωσε την εσωτερική μεταφορά από τις αποθήκες του, τον εκτελωνισμόν και την φόρτωση επί του πλοίου "MSC GINA" εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης την 27-10-2003 της λαθραίας ποσότητος τσιγάρων, ο ίδιος ανεζήτησε εκτελωνιστή δια την αποστολή της επιχειρήσεως του πρώτου κατηγορουμένου Θ. Γ. και δεν προέβη μόνον, ως ισχυρίζεται, εις τις απαραίτητες ενέργειες δια την θαλάσσια μεταφορά του προδιαληφθέντος εμπορευματοκιβωτίου. Συντονιστής των, δια την διακίνηση των λαθραίων εμπορευμάτων, από την Ελλάδα εις την Μ.Βρετανία, απαιτουμένων ενεργειών, έχων κύρια συμμετοχή εις την ένδικη υπόθεση ως προς την διεκπαιραίωση εσωτερικών και εξωτερικών μεταφορών των λαθραίων εμπορευμάτων, ήτο ο τρίτος κατηγορούμενος Ε. Γ., υπάλληλος τότε της ναυτιλιακής εταιρείας "Β." η οποία συνέστησε εις τον δεύτερον κατηγορούμενο Δ. Δ. τον εκτελωνιστή Γ. Σ. δια την έκδοση του πιστοποιητικού Κοινοτικής διαμετακόμισης (Τ2L), ενώ έδωσε εντολή εις τον ιδιοκτήτη και οδηγό του με αριθμό ΕΚΒ 6093 ΔΧΦ αυτοκινήτου με επικαθήμενη καρότσα αρ. ... Α. Π., αθωωθέντα πρωτοδίκως, να εκτελέσει την μεταφοράν του εμπορεύματος από την αποθήκη του αποστολέως εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης. Ο αθωωθείς επίσης πρωτοδίκως, εκτελωνιστής Γ. Σ., κατόπιν συνεννοήσεως με τον δεύτερον κατηγορούμενον Δ. Δ., εις τον οποίον ο πρώτος κατηγορούμενος Θ. Γ. είχε παραδώσει τα φορτωτικά έγγραφα και την έντυπη σφραγίδα της επιχειρήσεώς του TRUST HELLAS, ανέλαβε κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου-αποστολέα τις τελωνειακές διαδικασίες εις το Δ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης, όπου προσεκόμισε τα έγγραφα τα οποία του παρέδωσε ο τρίτος κατηγορούμενος Ε. Γ., ήτοι το υπ' αριθμόν 19/24-10-2003 δελτίο αποστολής και 19/2-7-2003 τιμολόγιον πωλήσεως "φύλλων γυαλιού" της αποστολέως επιχειρήσεως του κατηγορουμένου Θ. Γ. προς την παραλήπτρια Βρετανική επιχείρηση, ώστε εξεδόθη το υπ' αριθμόν 4912/24-10-2003 Τ2L πιστοποιητικό Κοινοτικής Διαμετακόμισης, το οποίο απεδείκνυε τον κοινοτικό χαρακτήρα των προς αποστολή δηλωθέντων Ελληνικών προϊόντων ήτοι φύλλων γυαλιού (υαλοπίνακες ασφαλείας) συνολικού βάρους 8000 κιλών, τιμήματος 12.800 €. Πρέπει να σημειωθεί ότι η επιχείρηση του πρώτου κατηγορουμένου TRUST HELLAS την 14-8-2003 είχε πραγματοποιήσει και άλλη αποστολή από τον λιμένα Θεσσαλονίκης προς την Μ. Βρετανία με φύλλα γυαλιού με παραλήπτρια την ίδια αλλοδαπή εταιρεία, ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Δ., έμπειρος πράκτορας, διαμεσολάβησε πάλι κατόπιν του από 11-8-2003 FAX της επιχειρήσεως του πρώτου TRUST HELLAS προς το ναυτιλιακό του γραφείο και δια την θαλάσσια μεταφορά του υπ' αριθμ. CAXU ...-2 εμπορευματοκιβωτίου την 14-8-2003 το οποίο, συμφώνως προς τα συνοδευτικά έγγραφα, περιείχε φύλλα γυαλιού βάρους 6.000 κιλών (και δεν ήλεγξαν οι Αγγλικές Αρχές για διακίνηση λαθραίων τσιγάρων), ο ίδιος δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Δ. παρέδωσε εις τον προαναφερόμενον εκτελωνιστή τα φορτωτικά συνοδευτικά έγγραφα της επιχειρήσεως του πρώτου κατηγορουμένου και την έντυπη σφραγίδα της, τον αυτόν δε εκτελωνιστήν ανεζήτησε και τότε από τον τρίτον κατηγορούμενον Ε. Γ., με τον οποίον είχαν άμεση συνεργασία. Πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν ο άνω εκτελωνιστής παρετήρησε εις τον τρίτον κατηγορούμενον ότι δεν έχει αναγραφεί εις το τιμολόγιον πωλήσεως ο Α.Φ.Μ. της Αγγλικής παραλήπτριας εταιρείας, απαραίτητο στοιχείο δια την ενδοκοινοτική συναλλαγή, ο τελευταίος τον καθησύχασε ότι η αλλοδαπή επιχείρηση είναι νεοσύστατη και "υπάρχει Νόμος στην Αγγλία που επιτρέπει τις καινούργιες επιχειρήσεις για τριάντα ημέρες να μη έχουν ΑΦΜ". Εξ ετέρου, πρέπει να λεχθεί ότι εάν ο πρώτος των κατηγορουμένων Θ. Γ., ο οποίος ανέφερε "απώλεια" των θεωρημένων φορολογικών παραστατικών εις το Α' Τμήμα Ασφαλείας Θεσσαλονίκης (απώλεια την οποία μετωνόμασε κλοπή), ήθελε καταγγείλει την επικαλουμένη κλοπή από το σταθμευμένο ΙΧΕ αυτοκίνητό του (εις το οποίο θα υπήρχαν δακτυλικά αποτυπώματα του "δράστη") και επίσης είχε δηλώσει, ως ώφειλε, την "απώλειαν-κλοπή" ταυτοχρόνως εις την αρμοδίαν Δ.Ο.Υ., ενέργεια δια την οποία δεν επαπειλείται καταβολή χρηματικού ποσού, ως αυτός ισχυρίζεται αιτιολογών την παράλειψή του, θα ήτο ανεπιτυχής η απόπειρα εξαγωγής λαθρεμπορευμάτων (ενδεχομένως και της 14-8-2003). Καθ' όσον αφορά εις τον από τον πρώτο των κατηγορουμένων Θ.Γ. προβληθέντα ισχυρισμόν, ο οποίος αποτελεί επιχείρημα προς απόκρουση της εις βάρος του κατηγορίας, ότι δηλαδή δεν αναγράφεται εις το προδιαληφθέν FAX προς το ναυτιλειακό γραφείο του δευτέρου Δ.Δ. ο αντίστοιχος αριθμός του αποστολέα, ήτοι της επιχειρήσεώς του (η οποία σε μισθωμένο ακίνητο διατηρούσε τηλεφωνική σύνδεση, μήνες μετά την επικαλουμένη διακοπή εργασιών), πρέπει να λεχθεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος προσεκόμισε, κατά τον γενόμενον από το Σ.Δ.Ο.Ε. έλεγχον, φωτοτυπικά αντίγραφα εκτυπώσεων της τηλεομοιοτυπίας εις τα οποία, ενδεχομένως σκοπίμως, δεν φωτοτυπήθηκε ο αριθμός του FAX του αποστολέα, γεγονός το οποίο ουδεμία καταλείπει αμφιβολία δια την τέλεση της πράξεως και από τον πρώτον των κατηγορουμένων Θ.Γ.. Επομένως εκ πάντων των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων αποδείχθη, πλήρως κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι οι κατηγορούμενοι-εκκαλούντες από την 23-10-2003 έως την 27-10-2003 κατείχαν από κοινού 1.966.400 τεμάχια τσιγάρα μάρκας Sovereign Gold τα οποία δεν έφεραν ταινία ειδικού φόρου κατανάλωσης και είχαν εισαχθεί εντός των συνόρων της Ελλάδος από άγνωστη μη μέλος της Ε.Ε. χώρα χωρίς άδεια της αρμοδίας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς να καταβληθούν οι νόμιμοι δασμοί, τέλη και φόροι προς το Δημόσιο, γεγονός το οποίο εγνώριζαν οι κατηγορούμενοι, λαμβανομένου υπόψιν ότι και η φόρτωση του εμπορευματοκιβωτίου έγινε σε πάρκιγκ μετά το Δερβένι, νύκτα, χωρίς την παρουσία του μεταφορέα-αυτοκινητιστή κατά τις οδηγίες του τρίτου των κατηγορουμένων και δια λογαριασμόν του δευτέρου ναυτιλιακού πράκτορα, εν συνεχεία δε οι κατηγορούμενοι από κοινού εξήγαγαν την 27-10-2003 εις την Μ. Βρετανία τα προπεριγραφόμενα εμπορεύματα χωρίς την γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, εντός εμπορευματοκιβωτίου το οποίο, κατά τα προδιαληφθέντα, έφερε φορτωτικά έγγραφα εξαγωγής-αποστολής εις την αγγλική επιχείρηση οκτώ (8) πακέτων φύλλων γυαλιού βάρους 8000 κιλών αξίας 12.800 €, ενώ είχαν τοποθετηθεί εντός αυτού επιμελώς κρυμμένα λαθραία τσιγάρα. Πρέπει επομένως οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι με ευφυές σχέδιο ενήργησαν προς τον σκοπόν αποστερήσεως του Ελληνικού Δημοσίου από τους οφειλόμενους δια τις άνω ποσότητες αναλογούντες δασμούς, φόρους και τέλη του σημαντικού ποσού των ευρώ 219.168,23, όπως κηρυχθούν ένοχοι του αδικήματος της λαθρεμπορίας". Στη συνέχεια κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη ενεργώντας με πρόθεση από κοινού με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσαν την πράξη της λαθρεμπορίας και ειδικότερον στον ανωτέρω τόπο κατείχαν από την 23-10-2003 έως την 27-10-2003 εμπορεύματα τα οποία είχαν εισαχθεί από άγνωστη χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως εντός της Ελληνικής Επικράτειας και εν συνεχεία την 27-10-2003 τα εξήγαγαν από αυτό και δη από τον λιμένα Θεσσαλονίκης με προορισμό τη Μ. Βρετανία, χωρίς για την εισαγωγή, κατοχή και εξαγωγή τους να προηγηθεί η γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής Αρχής. Τα εμπορεύματα αυτά 1.966.400 τεμάχια τσιγάρων μάρκας SOVEREIGN GOLD υπέκειντο σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που εισπράττονται στα Τελωνεία και ξεπερνούν τις 30.000 ευρώ καθώς ανέρχονται στο ποσό των 219.168,23 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι προέβησαν εις την τέλεση της λαθρεμπορίας κατά την εξαγωγήν αυτών μεταχειριζόμενοι ιδιαίτερα τεχνάσματα. Στα ανωτέρω εμπορεύματα, οι ίδιοι έθεσαν δική τους φυσική εξουσίαση με το να τα τοποθετήσουν στη Θεσσαλονίκη σε αποθηκευτικό χώρο κατά το διάστημα από την 23-10-2003 έως την 27-10-2003. Ακολούθως την 27-10-2003 ενεργώντας με πρόθεση από κοινού εξήγαγαν τα εν λόγω εμπορεύματα από τη χώρα προς τη Μ. Βρετανία μέσω της φόρτωσης τους σε εμπορευματοκιβώτιο με στοιχεία ΤRHU ...-3, το οποίο φορτώθηκε στο λιμένα Θεσσαλονίκης στο πλοίο ΜSC GΙΝΑ. Τα τσιγάρα αποτελούν εμπορεύματα που σε κάθε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάγονται σε διαφορετικό τελωνειακό καθεστώς, μεταξύ δε των χωρών με διαφορετικό τελωνειακό καθεστώς είναι η Ελλάδα και η Μ. Βρετανία. Το ανωτέρω πλοίο απέπλευσε από τον λιμένα Θεσσαλονίκης και μετέβη στη Μ. Βρετανία στο λιμάνι του Λίβερπουλ. Το εμπορευματοκιβώτιο αυτό με μέριμνα των κατηγορουμένων έφερε ένδειξη ότι περιείχε ποσότητες φύλλων γυαλιού (τζαμιών). Επιπλέον τα προαναφερθέντα εμπορεύματα με μέριμνα των κατηγορουμένων συνοδεύονταν από το με αριθμό 19/24-10-2003 τιμολόγιο πώλησης της εταιρίας ΤRUST HELLAS - Θ. Γ. και το υπ' αριθ. 4912/24-10-2003 παραστατικό Τ2L κοινοτικής διαμετακόμισης, με βάση τα οποία εμφανιζόταν στους τελωνειακούς υπαλλήλους Θεσσαλονίκης, ότι η επιχείρηση ΤRUST HELLAS - Θ. Γ. πωλούσε στην εταιρία SCORPIO GLASS AND GLAZING PRODUCTS - UNITED KINGDOM ποσότητες φύλλων γυαλιού (τζαμιών) συνολικού βάρους 8.000 κιλών και συνολικής αξίας 12.800 ευρώ. Ωστόσο η εταιρία SCORPIO GLASS AND GLAZING PRODUCTS - UNITED KINGDOM ήταν ανύπαρκτη. Για τα ανωτέρω τσιγάρα που εισήχθησαν στο τελωνειακό έδαφος της χώρας και δεν έφεραν ταινία ειδικού φόρου κατανάλωσης, τα οποία κατείχαν οι κατηγορούμενοι και τα οποία εξήχθησαν με μεριμνά τους από αυτό, δεν είχε προηγηθεί η γραπτή άδεια του Τελωνείου Θεσσαλονίκης, ενώ αυτά ήταν υποκείμενα σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που εισπράττονται στα Τελωνεία. Επιπλέον η εξαγωγή αυτών έγινε με ιδιαίτερα τεχνάσματα, καθόσον κατά την εξαγωγή,-χρησιμοποιήθηκε εμπορευματοκιβώτιο, που έφερε ένδειξη, ότι περιείχε φύλλα γυαλιού, αλλά και ψευδή κατά περιεχόμενο συνοδευτικά έγγραφα, που αφορούσαν πώληση ποσότητας φύλλων γυαλιού από την επιχείρηση ΤRUST HELLAS - Θ. Γ. στην εταιρία της Μ. Βρετανίας με την επωνυμία SCORPIO GLASS AND GLAZING PRODUCTS - UNITED KINGDOM. Με το προαναφερθέν ιδιαίτερης ευφυΐας σχέδιο παραπλάνησαν τους τελωνειακούς υπαλλήλους Θεσσαλονίκης κατά τον έλεγχο και θεώρηση των συνοδευτικών εγγράφων του εμπορευματοκιβωτίου και έτσι κατέστη δυνατή από τους κατηγορουμένους η ενδοκοινοτική διαμετακόμιση του εμπορευματοκιβωτίου από τη Θεσσαλονίκη στη Μ. Βρετανία με την εντύπωση στους υπαλλήλους Τελωνείου Θεσσαλονίκης ότι περιείχε ποσότητες φύλλων γυαλιού αντί τσιγάρων, που υπάγονται σε διαφορετικό τελωνειακό καθεστώς μεταξύ Ελλάδας και Μ. Βρετανίας και ως εκ τούτου για την εξαγωγή αυτών έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι φόροι, δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις. Οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 219.168,23 Ευρώ." Με αυτά που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατ’ εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις του εθνικού τελωνειακού κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ειδικότερα, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, καίτοι δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, η προσβαλλομένη απόφαση, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με πρόθεση, από κοινού, και αναφέρει με πληρότητα τα περιστατικά σύμπραξής τους στην πραγμάτωση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας με κοινό δόλο στον οποίο εμπεριέχεται η παραδοχή της γνώσης των ενεργειών του άλλου και η ηθελημένη σύμπραξή του. Ως προς το θέμα της κατοχής των λαθραίων τσιγάρων, αυτό τίθεται υπό την έννοια της ύπαρξης κοινού δόλου φυσικής τους εξουσίασης, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα σε όλους τους συναυτουργούς της διάθεσης και της διαπίστωσης της ύπαρξης των λαθραίων. Κατά συνέπεια δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα ης αιτιολογίας να αναλυθεί η κατοχή εκάστου εκ των δραστών. Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί σε ποιο αποθηκευτικό χώρο βρισκόταν τα τσιγάρα. Και τέλος σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης τα τσιγάρα, εισήχθησαν στην Ελλάδα, από άγνωστη χώρα, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός της χώρας δεν ήταν απαραίτητος για την αιτιολογία και δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού, σε κάθε περίπτωση η εισαγωγή τους, από χώρα, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να καταβληθούν οι εισαγωγικοί δασμοί, είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη, χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, μόνο δε στην περίπτωση που ο εισαγωγέας και ο κάτοχος εισάγει αυτά από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (γεγονός που δεν συμβαίνει εν προκειμένω) δεν διαπράττει λαθρεμπορία, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση και συνεπώς δεν είναι αξιόποινη και η κατοχή.
Συνεπώς οι από τον πρώτο των αναιρεσειόντων προβαλλόμενοι 1ος και 2ος αναιρετικοί λόγοι περί ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης για τους παραπάνω λόγους, είναι αβάσιμοι κατ’ ουσία και απορριπτέοι. Οι διαλαμβανόμενες στον ως άνω, 1ο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, κατά τις οποίες "... το Δικαστήριο δέχτηκε πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τον τρόπο τέλεσης των παραπάνω εγκληματικών πράξεων και συμμετοχής σ' αυτές τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ... η φόρτωση του εμπορευματοκιβωτίου ... επί του φορτηγού έγινε στο Δερβένι , κατά τις οδηγίες του τρίτου κατηγορουμένου (νυν δεύτερου αναιρεσείοντα) ... καθόλου δεν συνάδει με δική μου γνώση περί του περιεχομένου του εμπορευματοκβωτίου, ... τέλος την σύγχυση επιτείνουν οι παραδοχές της αποφάσεως εν σχέσει με τους αθωωθέντες κατηγορούμενους ... για τους οποίους η προσβαλλομένη αφενός μεν δέχεται, ότι αθωώθηκαν πρωτοδίκως, χωρίς να δέχεται ευθέως ότι κακώς αθωώθηκαν ..." είναι απορριπτέες, ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, καθόσον με την επίφαση της ασαφούς αιτιολογίας και έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως, η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά το άρθρο 470 εδ.α' Κ.Π.Δ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει, ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος, ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον καταδίκασε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου, για το οποίο είχε καταδικασθεί με την πρωτόδικη απόφαση, έστω και αν σε δεύτερο βαθμό επιβάλλεται η ίδια ή ακόμη και μικρότερη ποινή από εκείνη που καταγνώσθηκε πρωτοδίκως. Χειροτερεύει επίσης η θέση του κατηγορουμένου και όταν, χωρίς να μεταβάλλεται ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως ή το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για το έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, δέχεται πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν είχε δεχτεί το πρωτόδικο δικαστήριο, που προσδίδουν στην πράξη μείζονα αντικειμενική απαξία, καθόσον στην περίπτωση αυτή επηρεάζεται δυσμενώς η κρίση του δικαστηρίου, ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής, εν όψει της διατάξεως του άρθρου 79 παρ.1 του ΠΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο παραπάνω, 1ος αναιρεσείων, με τον 3ο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι, το Δικαστήριο δέχτηκε πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τον τρόπο τέλεσης των παραπάνω εγκληματικών πράξεων και συμμετοχής του σ' αυτές, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και δεν έλαβε υπόψη του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με συνέπεια να επιβαρυνθεί η νομική του μεταχείριση. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, για χειροτέρευση της θέσεως αυτού, με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 470 εδ.α' ΚΠΔ, είναι απορριπτέες, κυρίως, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού αυτός δεν ισχυρίζεται, ότι καταδικάστηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για πράξη βαρύτερη από εκείνη που είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως. Άλλωστε, με την εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν χειροτερεύει η θέση του παραπάνω αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, όλοι ενήργησαν από κοινού με συναπόφαση και κοινό δόλο, τόσο ως προς τον σχεδιασμό, όσο και ως προς την εκτέλεση της πράξης της λαθρεμπορίας, για αυτό το λόγο άλλωστε επιβλήθηκε σε καθένα εξ αυτών η ιδία ποινή, ενός έτους, όσο και πρωτοδίκως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η' του ΚΠΔ 3ος λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου, διότι αυτό παρέβη τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 470 του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
2) Επί της αίτησης αναίρεσης του Ευαγγέλου Γκότση του Κων/νου:
Με αυτά που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό, της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, όπως αυτά ήδη εκτέθηκαν κατά την ανάλυση των οικείων λόγων αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντα, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και καθόσον αφορά τον ως άνω δεύτερο αναιρεσείοντα, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατ’ εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις του εθνικού τελωνειακού κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Επίσης αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του περί ενοχής, ήτοι καταθέσεις μαρτύρων, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων.
Συνεπώς, ο από τον δεύτερο των αναιρεσειόντων προβαλλόμενοι 1ος αναιρετικός λόγος, περί έλλειψης αιτιολογίας είναι αβάσιμος κατ’ ουσία και απορριπτέος. Οι διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, κατά τις οποίες: 1) το δικαστήριο δέχτηκε ότι η εξαγωγή ολοκληρώθηκε από τον εξαγωγέα Γ., το ναυτιλιακό γραφείο Δ. και τον εκτελωνιστή Σ., ο οποίος αθωώθηκε στον πρώτο βαθμό και έτσι δεν απαιτείτο η δική του συμμετοχή 2) δέχτηκε ότι υπήρξε συντονιστής, ενώ συμμετοχή δική του, δεν υπήρξε, είναι απορριπτέες, ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, καθόσον με την επίφαση της ασαφούς αιτιολογίας και έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως, η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά την ανάλυση των οικείων λόγων αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης τα τσιγάρα, εισήχθησαν στην Ελλάδα, από άγνωστη χώρα , εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ως εκ τούτου ο προσδιορισμός της χώρας δεν ήταν απαραίτητος για την αιτιολογία της απόφασης και δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού, σε κάθε περίπτωση η εισαγωγή τους από χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να καταβληθούν οι εισαγωγικοί δασμοί, είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη, χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο 2ος λόγος αναίρεσης, ότι εσφαλμένα το δικάσαν δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις περί λαθρεμπορίας είναι αβάσιμος κατ’ ουσία και απορριπτέος.
Με τον 3ο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η ζημία του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται σε 219.168,23 Ευρώ για διαφυγόντες δασμούς και φόρους, ενώ η ζημία του ανήλθε σε ποσοστό 10% του ανωτέρω ποσού, αφού το υπόλοιπο ποσό, 90% , αποδίδεται στο κεντρικό ταμείο της Ε.Ε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1β και 3 της αποφάσεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24-6-1988. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το προαναφερθέν ποσοστό 90% προς 10%, αφορά ενδοκοινοτική συναλλαγή, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για τέτοια, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, τα τσιγάρα εισήχθηκαν στην Ελλάδα, από χώρα άγνωστη μεν, αλλά εκτός της Ε.Ε. και στερήθηκε η χώρα μας τους ανάλογους δασμούς και τέλη.
3)Επί της αίτησης αναίρεσης του Θ. Γ. του Χ..
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εφόσον δε τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, δεν τίθεται, ως προς αυτόν, ζήτημα προσδιορισμού ταυτότητας, προκειμένου να ασκήσει τα πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου ότι αυτός, ως επικαλούμενος και προσκομίζων αυτά, γνωρίζει το περιεχόμενό τους και μπορεί, έτσι, να προβαίνει, κατ’ άρθρο 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, ως εξής: 1 ... 24) η αντίστροφη ερώτηση αναζήτηση στον ΟΤΕ, καθώς και στα έγγραφα που προσκόμισαν στο δικαστήριο οι συνήγοροι των κατηγορουμένων " 1 ... 8) το από 4-3-2010 Θέμα "παροχή στοιχείων".
Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, προεχόντως, διότι το δεύτερο από αυτά (με αριθμό 8) το είχε προσκομίσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων και, επομένως, γνώριζε την ταυτότητα και το περιεχόμενο του, άλλωστε όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως αναγνώσθηκαν. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, ούτε ότι υποβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Το Τριμελές, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις του κατηγορούμενου ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του, κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά τα αναφερόμενα στην αίτησή του επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο 2ος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αίτησης του παραπάνω αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι περιεχόμενες στον 1ο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις ότι: 1) το δικαστήριο ήχθη σε καταδικαστική σε βάρος του κρίση, με ενδείξεις ενοχής και όχι με αποδείξεις αφού η μη έγκαιρη δήλωση από μέρους του στη ΔΟΥ της απώλειας κλοπής των φορολογικών του στοιχείων δεν αποδεικνύει συμμετοχή του σε λαθρεμπορία, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, καθώς και η δήθεν αποστολή φαξ την 11-8-2003 από την επιχείρησή του, στο γραφείο Δ. Δ., με εντολή ετέρας εξαγωγής ομοίως λαθραίας, η οποία δεν σχετίζεται με την επίδικη εξαγωγή που έλαβε χώρα στις 32-10-2003 ι δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο ενοχής σε βάρος του για την εν λόγω πράξη όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, 2) περί έλλειψης αποδείξεων για τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο και επιλεκτικής αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, με αναφορά σε αποσπάσματα των καταθέσεων των μαρτύρων Κ. Ξ. και Ν. Κ., είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, αφού υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσιαστική κρίση του. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 20-4-2011, 21-4-2011 και 26-4-2011, αιτήσεις των Δ. Δ. του Ε., Ε. Γ. του Κ. και Θ. Γ. του Χ., αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 4054/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτές. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για έκαστο, καθώς και στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (Ελληνικού Δημοσίου) που ανέρχονται επίσης σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία. Ειδικός φόρος κατανάλωσης. Προϊόντα που υπάγονται στον ειδικό αυτό φόρο κατανάλωσης. Τσιγάρα. Πραγματικά περιστατικά. Εισαγωγή και κατοχή ποσοτήτων τσιγάρων που είχαν εισαχθεί από άγνωστη χώρα, εκτός Ε.Ε. κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, καθ' όσον για αυτά δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες φόροι και δασμοί, αφού δεν έφεραν τη σχετική ταινία με ένδειξη "φόρος κατανάλωσης καπνού". Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απορρίπτει αίτηση για τους ως άνω λόγους. Έννοια κατοχής. Δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της χώρας εισαγωγής, όταν αυτή γίνεται από χώρα εκτός Ε.Ε. Ανάγνωση εγγράφων, προσδιορισμός αυτών. Αναιρετικά ανέλεγκτη η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1195/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Καραβιώτη, για αναίρεση της υπ'αριθ.256/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρόδου.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Ρόδου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1576/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατά εξακολούθηση, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ'αυτόν στη Ρόδο, κατά το χρονικό διάστημα από 1/5/2002 έως 13/5/2003. Να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος μνημονεύει, και ειδικότερα, "από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, και ειδικότερα από τα πρακτικά της εκκαλουμένης τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος καθώς και από τους ισχυρισμούς που κατέθεσε στο δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη Ρόδο κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2002 μέχρι 30-6-2006 με περισσότερες από μια πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 ως ισχύει και συγκεκριμένα κατά το ως 'άνω χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το δημόσιο συνολικού ποσού 240.163,74 ευρώ, όπως αυτά αναλυτικά εμφανίζονται: Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις παραπάνω πράξεις και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την υπ' αριθμ. 1η, 2η, 3η όπως αυτές αναφέρονται στον πίνακα χρεών του κατηγορητηρίου. Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο -αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκιση 12 μηνών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 10,00 ευρώ ημερησίως. Στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό, διαλαμβάνεται ότι "ο κατηγορούμενος στη Ρόδο κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2002 μέχρι 30-6-2006 με περισσότερες από μια πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 ως ισχύει και συγκεκριμένα κατά το ως 'άνω χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το δημόσιο συνολικού ποσού 240.163,74 ευρώ, όπως αυτά αναλυτικά εμφανίζονται.
Με τις παραδοχές όμως αυτές η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού και χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δε διαλαμβάνονται τα περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα: α) δεν προσδιορίζεται ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης κάθε επιμέρους χρέους και η λήξη του χρόνου καταβολής του, ενώ, για τα χρέη που ήταν καταβλητέα σε δόσεις όπως στα με α.α του πίνακα χρεών 5, 19, 20, 21, 22, 23,24, 25, 26, 27 και 28, δεν προσδιορίζεται ο χρόνος καταβολής κάθε δόσης, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το συνολικό ποσό οφειλής του αναιρεσείοντος, το οποίο σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, αλλά και με το διατακτικό της, ανέρχεται στο ποσό των 240.163,74 ευρώ, παρόλο που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τα με α. α 1, 2 και 3 του πίνακα χρεών, χρέη του, τα οποία οπωσδήποτε, κατά τα αντίστοιχα επί μέρους χρηματικά ποσά από 7.630 ευρώ μειώνουν τη συνολική οφειλή του, γ) δεν διευκρινίζεται αν για τα επί μέρους χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μέχρι την 1-1-2004, όπως για το με α.α του πίνακα χρεών 4, εφαρμόστηκε ως επιεικέστερη η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 ή έτυχε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 34 του ν. 3220/2004. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, εφόσον, ως προς τις χαρακτηριζόμενες ως πλημμελήματα πράξεις της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 12, 18 ΠΚ και άρθρο 25 παρ.1, γ 2, 3 του Ν. 1882/1990, όπως αντ. με άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του Ν.2523/1997), τελέσθηκαν στο χρονικό διάστημα από 1-5-2002 έως 16-6-2003 παρήλθε μέχρι την ημέρα διασκέψεως (16-6-2011) χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.). Δεδομένου δε ότι ο Αρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ' Κ.Π.Δ.), πρέπει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος για τις παραπάνω πράξεις .κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' του ίδιου Κώδικα. Μετά από αυτά, κατά τα λοιπά πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 256/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, για τις πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ' αυτόν στη Ρόδο από 1-5-2002 έως 16-6-2003. Και
Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 13 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο- Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αναιρεί, παραπέμπει και παύει οριστικά για παραγραφείσες μερικότερες πράξεις.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1186/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Καραντώνη, για αναίρεση της υπ'αριθ.10234/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την C.-A. Z. συζ. C. C., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κουτσονάσιο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 249/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η 10234/2010 απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ , ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξ άλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 10234/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο των αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και της απάτης, το σκεπτικό και το διατακτικό της οποίας αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, το δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατ' είδος και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι
" Η εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα Κ. Ά. Ζ. (C.-A. Z.), Γερμανίδα υπήκοος και μόνιμος κάτοικος ..., είχε εκμετάλλευση από το έτος 2001, ως μισθώτρια, του ξενοδοχείου ΡΑLΜ ΒΕΑCΗ ΗΟΤΕL (πρώην GOLDEN SUN), που βρίσκεται στην περιοχή Κουτσουρά Σητείας Κρήτης. Το ξενοδοχείο αυτό ανήκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Π. Α.Ε.", μέτοχος της οποίας ήταν και ο σύζυγος της εγκαλούσας Κ. Γ. (C. C.), κάτοικος ..., ο οποίος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας και ενδιαφερόταν για τη σωστή λειτουργία του ως άνω ξενοδοχείου και την τακτοποίηση και επίλυση όλων των εκκρεμοτήτων με τις Δημόσιες Αρχές (ΕΟΤ, ΙΚΑ, ΤΕΒΕ κλ.π). Διευθύντρια στο ως άνω ξενοδοχείο από το Μάρτιο του 2003 ήταν η Γερμανίδα ηπήκοος Κ. Κ. (K. K.), η οποία όμως δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα και τις διαδικασίες με τις Δημόσιες Αρχές. Για το λόγο αυτό περί τα μέσα Απριλίου 2003 ανέθεσαν στον κατηγορούμενο, ο οποίος εργαζόταν ως σύμβουλος ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και γνώριζε τις σχετικές διαδικασίες, να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες με τις εν λόγω Αρχές και κυρίως να μεριμνήσει για την έκδοση ειδικού σήματος του ΕΟΤ στο όνομα της εγκαλούσας, να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες με το ΙΚΑ (ρύθμιση χρεών), να λάβει άδεια λειτουργίας από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και να προβεί σε ενέργειες για την έκδοση ενός δανείου από τοπική Τράπεζα, του έδωσαν δε τις από 29-4-2003 εξουσιοδοτήσεις προκειμένου να ενεργεί για λογαριασμό τους στις ως άνω Δημόσιες Υπηρεσίες. Ο κατηγορούμενος μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου 2003, που έληξε η συνεργασία του με την επιχείρηση της εγκαλούσας, έφερε σε πέρας το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών που του είχαν ανατεθεί, κατά την εκτέλεση δε των εργασιών αυτών ενεργούσε αυτοβούλως και δεν υποβαλόταν στον έλεγχο και την εποπτεία των εντολέων του ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής των εργασιών που του είχαν ανατεθεί, ενώ στο ξενοδοχείο πήγαινε όταν αυτός έκρινε ότι ήταν αναγκαίο για την προώθηση των εργασιών που είχε αναλάβει. Κατά τη λήξη της ως άνω συνεργασίας έλαβε από την εγκαλούσα ως αμοιβή για τις παραπάνω εργασίες το ποσό των 3.700 ευρώ καθαρά. Ακολούθως ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου την από 2-8-2004 (αρ.καταθ.87/20-8-2004) αγωγή κατά της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας, του Κ. Κ. και της εγκαλούσας. Με την αγωγή αυτή ισχυρίσθηκε ότι είχε προσληφθεί από την ως άνω εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να εργαστεί ως διευθυντής του ξενοδοχείου ΡΑLΜ ΒΕΑCΗ ΗΟΤΕL, που εκμεταλλευόταν ως μισθώτρια η εγκαλούσα, αντί μηνιαίου μισθού ύψους 3.150 ευρώ και ότι ακόμη συμφωνήθηκε η καταβολή σε αυτόν εφάπαξ ποσού ύψους 15.000 ευρώ υπό τον όρο της επιτυχούς διευθετήσεως των θεμάτων της επιχείρησης. Ότι προσέφερε τις ως άνω υπηρεσίες του στην παραπάνω επιχείρηση κατά το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα από 17-4-2003 έως 17-12-2003 και ακόμη έφερε σε πέρας τις επιπλέον εργασίες που είχαν ανατεθεί σε αυτόν. Ότι οι εναγόμενοι έπρεπε να του καταβάλουν το ποσό των 40.200 ευρώ για τους μισθούς οκτώ μηνών και το συμφωνηθέν κατ'αποκοπή ποσό έναντι του οποίου του κατέβαλαν το ποσό των 3.700 ευρώ και του οφείλουν το υπόλοιπο ποσό των 36.500 ευρώ, το οποίο ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε παροχή κατέστη απαιτητή. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής στις 12-1-2005 ο κατηγορούμενος προσεκόμισε ενώπιο του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου τα παρακάτω πλαστογραφημένα έγγραφα τα οποία είχε καταρτίσει ο ίδιος και είχε θέσει κατ'απομίμηση και χωρίς συναίνεση την υπογραφή της εγκαλούσας (C.-A. Z.) υπό τη σφραγίδα με το ονοματεπώνυμό της και με τα στοιχεία της επιχείρησής της.
Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή της εγκαλούσας χωρίς την συναίνεσή της 1)την 21-5-2003 σε έγγραφο που συνέταξε και υπέβαλε στη Διεύθυνση Τουρισμού Περιφέρειας Κρήτης με αριθμό πρωτ.... και στο οποίο γνωστοποιούνται ότι ο κατηγορούμενος είχε προσληφθεί ως διευθυντής στο ξενοδοχείο ΡΑLΜ ΒΕΑCΗ κάτω από το κείμενο του εγγράφου, 2)στις 21-5-2003 και 29-5-2003 σε έντυπα αναγγελίας προσλήψεως στον ΟΑΕΔ των υπαλλήλων Γ. Κ. και Α. Γ., αντίστοιχα, στη θέση της υπογραφής του εργοδότη 3)στις 31-5-2003 σε έντυπο της εταιρείας ΘΕΡΜΙΣ ΧΟΧΛΙΕΡΗ που αφορούσε προσφορά προς το παραπάνω ξενοδοχείο για προμήθεια συστήματος πυρόσβεσης, κάτω από το κείμενο της προσφοράς, 4)σε έγγραφο του ΟΤΕ Λασιθίου προς την εταιρεία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Π. Α.Ε." που αφορούσε στην άρση βλάβης ιδιωτικών τηλεφωνικών κέντρων έθεσε κάτω από το κείμενο την υπογραφή της εγκαλούσας και 5)κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2003 έως 12-1-2005 και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίσθηκε επακριβώς σε αίτηση προς την Πυροσβεστική Υπηρεσία Ιεράπετρας για έλεγχο των συστημάτων πυροπροστασίας του ξενοδοχείου, έθεσε κάτω από το κείμενο της αιτήσεως την υπογραφή της εγκαλούσας. Ο κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή της εγκαλούσας στα παραπάνω έγγραφα που είχε συντάξει ή συμπληρώσει ο ίδιος, με σκοπό να παραπλανήσει κάθε τρίτο ως προς το ότι αυτός ήταν διευθυντής του παραπάνω ξενοδοχείου και με την ιδιότητά του αυτή είχε τη συναίνεση της εγκαλούσας να προβαίνει στη σύνταξη και υπογραφή για λογαριασμό της των εν λόγω εγγράφων. Τα πλαστά αυτά έγγραφα προσεκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου στις 12-1-2005, κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής, για να αποδείξει τον αναληθή ισχυρισμό του ότι είχε προσληφθεί ως διευθυντής στο παραπάνω ξενοδοχείο, με τη χρήση δε των εγγράφων αυτών παρέστησε, εν γνώσει της αναληθείας, ότι εργαζόταν ως διευθυντής στο εν λόγω ξενοδοχείο και έπεισε έτσι το Δικαστή να δεχθεί τον ισχυρισμό του αυτόν και με την υπ'αριθμ.92/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου υποχρέωσε την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Π. Α.Ε." να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 15.200 ευρώ για μισθούς του ως διευθυντή του ξενοδοχείου. Κατά το ποσό αυτό ωφελήθηκε ο κατηγορούμενος χωρίς νόμιμη αιτία με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της ως άνω εταιρείας. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση και της απάτης στο δικαστήριο, που του αποδίδονται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Πρέπει, όμως, να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ.84 παρ.2α ΠΚ) καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός έζησε, μέχρι το χρόνο που τελέσθηκαν οι ως άνω πράξεις, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Όμως η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ελλιπής, ασαφής και αντιφατική και ως εκ τούτου στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της η πληττόμενη απόφαση δέχεται: α) ότι η εγκαλούσα Κ. Ά. Ζ. που είχε την εκμετάλλευση, ως μισθώτρια του ξενοδοχείου "ΡΑLΜ ΒΕΑCΗ ΗΟΤΕL" και ο σύζυγος της Κ. Γ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Τουριστικές επιχειρήσεις Π. Α.Ε.", στην οποία ανήκε το ως άνω ξενοδοχείο, ανέθεσαν στον κατηγορούμενο, ο οποίος γνώριζε τις σχετικές διαδικασίες, να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες με διάφορες δημόσιες αρχές (έκδοση ειδικού σήματος από τον ΕΟΤ στο όνομα της εγκαλούσας, περαίωση των εκκρεμοτήτων με το ΙΚΑ- ρύθμιση χρεών, χορήγηση άδειας λειτουργίας από την πυροσβεστική υπηρεσία και έκδοση δανείου από την τοπική Τράπεζα), και β) ότι για το σκοπό αυτό του παρέδωσαν τις από 29/4/2003 εξουσιοδοτήσεις, προκειμένου αυτός να ενεργεί για λογαριασμό της επιχειρήσεως τους σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, από τις οποίες συνάγεται ότι αυτός είχε τη συναίνεση τους να υπογράφει τα απαιτούμενα έγγραφα προς τις εν λόγω υπηρεσίες. Στη συνέχεια όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο αναιρεσείων έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της Κ. Ά. Ζ., υπό τη σφραγίδα με το ονοματεπώνυμο της και με τα στοιχεία της επιχείρησης της, χωρίς τη συναίνεση της, στα έγγραφα που κατάρτισε από την αρχή ο ίδιος (ήτοι τα από 21/5/2003, 29/5/2003, 31/5/2003, 1/6/2003 και 12/1/2005 λεπτομερώς αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη έγγραφα που απευθύνονταν στις διαλαμβανόμενες σ' αυτή δημόσιες αρχές και υπηρεσίες και που προσκόμισε στη συνέχεια ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου κατά τη συζήτηση της από 2/8/2004 εργατικής αγωγής του κατά της ως άνω Κ. Α. Ζ. και λοιπών εναγομένων, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση 40.200 ευρώ από την εργασία του ως διευθυντής του ξενοδοχείου "ΡΑLΜ ΒΕΑCΗ ΗΟΤΕL"), χωρίς όμως να παραθέτει πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την κρίση ότι για τα εν λόγω έξι έγγραφα, τα οποία επίσης απευθύνονταν σε δημόσιες υπηρεσίες προς περαίωση διαφόρων εκκρεμοτήτων του ξενοδοχείου, δεν είχε δώσει τη συναίνεση της η εγκαλούσα. Δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει και δεν αιτιολογεί γιατί αυτά τα συγκεκριμένα έξι έγγραφα εξαιρέθηκαν από τις με ημερομηνία 29/4/2003 εξουσιοδοτήσεις της εγκαλούσας και για ποιό λόγο. Με τις παραπάνω ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της. Περαιτέρω, εφόσον οι χαρακτηριζόμενες στο νόμο ως πλημμελήματα μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση (άρθρο 216 παρ. 1, 98 του ΠΚ), φέρονται ότι τελέστηκαν στις 21/5/2003, 29/5/2003 και 31/5/2003, έκτοτε δε και μέχρι την ημέρα της διασκέψεως (8/6/2001), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των μερικότερων αυτών πράξεων που διατηρούν την αυτοτέλεια τους ως προς την παραγραφή, εξαλείφθηκε με την παραγραφή ( άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1,2 και 3 του ΠΚ). Δεδομένου δε ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος( άρθρο 511 εδ. γ του ΚΠΔ), πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος για τις μερικότερες αυτές πράξεις, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β του ίδιου κώδικα. Για τις λοιπές, όμως, πράξεις που δεν έχουν παραγραφεί, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ), ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 10234/2010 απ όφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος Α. Ζ. του Γ., για τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, οι οποίες φέρονται ότι τελέστηκαν από αυτόν στο Λασίθι Κρήτης την 21/5/2003, 29/5/2003 και 31/5/2003, αντίστοιχα.
Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και απάτη. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής (υπό την έννοια της έλλειψης νόμιμης βάσης) των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ). Βάσιμοι οι λόγοι. Αναιρεί και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για ορισμένες από τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας και παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά για νέα συζήτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1185/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Κ. του Ν., κατοίκου ...,η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φωκά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 18037/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 158/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν, 3198/1995 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα, τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις (άρθρο 655 του Α.Κ.). Εξ άλλου, ασχέτως του άρθρου 655 του ΑΚ, το οποίο ορίζει πότε καταβάλλεται ο μισθός, για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ. 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους, αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να γίνεται ο εργοδότης υπερήμερος. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διάταξης του Α.Ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερόμενων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κ.λ.π.), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε οριστεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Επί νομικού δε προσώπου, φερομένου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου, και αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική της μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για καταβολή των αποδοχών. Δεν αρκεί δηλαδή ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης. Όσον αφορά τον δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ, 1 του ίδιου κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτήν, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε άμεσου είτε ως ενδεχόμενου. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 18037/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, σε δεύτερο βαθμό για παράβαση του πιο πάνω ΑΝ 690/1945 σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ. Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής, που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, κατά πιστή μεταφορά τους, τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2003 έως 31.5.2006, η κατηγορουμένη, υπό την ιδιότητά της ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνουσα Σύμβουλος της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΚΤΡΟΥΜ - ΚΟΝΝΕΚΤ - ΦΑΣΜΑ Α.Ε. ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ", βάσει του καταστατικού της οποίας εκπροσωπούσε νομίμως την ανωτέρω εταιρία σε όλες τις συναλλαγές και δραστηριότητές της, υπογράφοντας μεταξύ άλλων, τις προσλήψεις, συμβάσεις εργασίας και μισθολογικές καταστάσεις του προσωπικού, διευθύνοντας τους εργαζομένους στην επιχείρηση και εμφανιζόμενη ως εκπροσωπούσα την εταιρία ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας για επίλυση εργατικών διαφορών, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση δεν κατέβαλες στη Σ. Π. του Δ., κάτοικο ..., που προσελήφθη από την ίδια με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και απασχολήθηκε από 25-1-2003 έως 31-5-2006, ως υπάλληλος και δη χειρίστρια ηλεκτρονικού υπολογιστή στην ως άνω εταιρία, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας νόμιμες αποδοχές και χορηγίες που καθορίστηκαν από τις οικείες ΣΣΕ Παροχής Υπηρεσιών (ΠΚ 14/9.6.2005) αφενός, του άρθρου 5 παρ. 7 ΑΝ 539/1945 περί αδείας, του άρθρου 3 παρ. 16 Ν. 4504/66 περί επιδόματος αδείας, της υπ' αρ. 19040/81 απόφασης Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας "περί χορηγήσεως επιδόματος εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα", του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4020/59 περί υπερωριών, του ΝΔ 3755/57 περί αργιών και εορτών και της απόφασης 8900/81 του Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας περί Κυριακής αργίας αφετέρου και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε στην ανωτέρω υπάλληλο εμπρόθεσμα, ήτοι την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκαν οι κάτωθι εργασίες, τις ακόλουθες αποδοχές, ήτοι: Ι) ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΑΠΟ 1/7/2003 μέχρι 30/9/2004, όφειλε να καταβάλλει Α) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΠΟ ΔΕΥΤΕΡΑ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: 1) Για την κανονική πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία των 40 ωρών 777,67 € Χ15 μήνες = 11.665,05 €, 2) Για την αμοιβή για την ιδιόρρυθμη υπερωρία, ήτοι για την εργασία από την 41η - 43η ώρα ανά εβδομάδα: ωρομ = 777,67 : 25 = 31,11 Χ 6 = 186,66 : 40 = ωρομίσθιο 4,67 + 2,34 για 50% προσαύξηση ιδιόρρυθμης υπερωρίας = 7,01 Χ 3 ώρες = 21,03 Χ 4 εβδ. = 84,12 Χ 15 μήνες = 1.261,80 €. 3) Για την αμοιβή για την παράνομη υπερωρία, ήτοι για την εργασία από την 44η - 70η ώρα ανά εβδομάδα: ωρομ. = 4,67 + 7,01 για προσαύξηση 150% παράνομης υπερωρίας - 11,68 χ 27 ώρες = 189,27 Χ 4 εβδ. = 757,08 Χ 15 μήνες = 11.356,20. 4) Για την προσαύξηση για την νυχτερινή εργασία των 35 ωρών/εβδομάδα = ωρομ. 4,67 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 1,17 Χ 35 ώρες = 40,95 Χ 4 εβδ = 163,80 Χ 15 μήνες = 2.457,00. Β) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ: 1) Για τις πρώτες 8 ώρες για τις οποίες αντιστοιχεί απλό ωρομίσθιο = 4,67 Χ 8 ώρες -37,36 Χ 64 Σάββατα = 2.391,04. 2) Για τις επόμενες 6 ώρες παράνομης υπερωρίας για τις οποίες αντιστοιχεί το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150% = 4,67 + 7,01 για προσαύξηση 150% παράνομης υπερωρίας = 11,68 Χ 6 ώρες = 70,08 Χ 64 Σάββατα = 4.485,12 3) Για την προσαύξηση νυχτερινής εργασίας για 7 ώρες = ωρομ. 4,67 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 1,17 Χ 7 ώρες = 8,19 Χ 64 Σάββατα = 524,16. Γ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ: Για τις πρώτες 8 ώρες για τις οποίες αντιστοιχεί ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75% = 4,67 + 3,50 για προσαύξηση 75% = 8,17 Χ 8 ώρες = 65,36 Χ 64 Κυριακές = 4.183,04. Για τις επόμενες 6 ώρες παράνομης υπερωρίας για τις οποίες αντιστοιχεί το ωρομίσθιο Κυριακής (ωρομίσθιο + 75%) προσαυξημένο κατά 150% = 8,17 + 12,26 για προσαύξηση 150% παράνομης υπερωρίας = 20,43 Χ 6 ώρες = 122,58 Χ 64 Κυριακές = 7.845,12. 3) Για την προσαύξηση νυχτερινής εργασίας για 7 ώρες = ωρομ. 8,17 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 2,04 Χ 7 ώρες = 14,28 Χ 64 Κυριακές = 913,92. Ήτοι συνολικά για όλες τις παραπάνω αιτίες η κατηγορούμενη όφειλε να καταβάλλει ποσό 47.082,45 € (11.665,05 + 1.261,80 + 11.356,20 + 2.457,00 + 2.391,04 + 4-485,12 + 524,16 + 4.183,04 + 7.845,12 + 913,92). Έναντι δε των ως άνω οφειλομένων η κατηγορουμένη κατέβαλε μόνο 880 € ανά μήνα, ήτοι κατέβαλε συνολικά ποσό 13.200 € (880 Χ 15 μήνες) και οφείλει εν γνώσει της από τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 33.882,45 € (47.082,45 - 13.200 που κατέβαλε). II) ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ από 1/10/2004 μέχρι 8/6/2005. όφειλε να καταβάλλει: Α) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΠΟ ΔΕΥΤΕΡΑ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: 1) Για την κανονική πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία των 40 ωρών 828,99 χ 8,25 μήνες = 6.839,17. 2) Για την προσαύξηση για την νυχτερινή εργασία των 10 ωρών/εβδομάδα = ωρομ. 828,99 : 25 = 33,16 Χ 6 - 198,96 : 40 = 4.97 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 1,24 Χ 10 ώρες = 12,40 Χ 4 εβδ = 49,60 Χ 8,25 μήνες = 409,20. Β) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ : 1) Για τις πρώτες 8 ώρες για τις οποίες αντιστοιχεί απλό ωρομίσθιο = 4,97 Χ 8 ώρες = 39,76 Χ 36 Σάββατα = 1.431,36. 2) Για την προσαύξηση νυχτερινής εργασίας για 2 ώρες = ωρομ. 4,97 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 1,24 Χ 2 ώρες = 2,48 Χ 36 Σάββατα = 89,28. Ήτοι συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες η κατηγορούμενη όφειλε να καταβάλλει ποσό 8.769,01 € (6.839,17 + 409,20 + 1.431,36 + 89,28). Έναντι δε των ως άνω οφειλομένων η κατηγορούμενη κατέβαλε μόνο 880 € ανά μήνα, ήτοι κατέβαλε συνολικά ποσό 7.260 € (880 Χ 8.25 μήνες) και οφείλει εν γνώσει της από τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 1.509,01 € (8.769,01 - 7.260 που κατέβαλε). III) ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ από 9/6/2005 μέχρι 31/5/2006, όφειλε να καταβάλλει: Α) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΠΟ ΔΕΥΤΕΡΑ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: 1) Για την κανονική πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία των 40 ωρών: 876,89 Χ 11,75'μήνες= 10.197,71. 2) Για την προσαύξηση για την νυχτερινή εργασία των 10 ωρών/εβδομάδα = ωρομ. 876,89: 25 = 35,08 Χ 6 = 210,48 : 40 = 5,26X25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 1,32X10 ώρες = 13,20 Χ 4 εβδομ = 52,80 Χ 11,75 μήνες 620,40. Β) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ: 1) Για τις πρώτες 8 ώρες για τις οποίες αντιστοιχεί απλό ωρομίσθιο = 5,26 Χ 8 ώρες = 42,08 Χ 51 Σάββατα= 2.164,08. 2) Για την προσαύξηση νυχτερινής εργασίας για 2 ώρες = ωρομ. 5,26 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 1,32 Χ 2 ώρες = 2,64 Χ 51 Σάββατα 134,64. Ήτοι συνολικά για τις ανωτέρω αίτιες η κατηγορουμένη έπρεπε να καταβάλλει ποσό 13.116,83 € (10.197,71 + 620,40 + 2.164,08 + 134,64). Έναντι δε των ως άνω οφειλομένων η κατηγορουμένη κατέβαλε μόνο 880 € ανά μήνα, εκτός του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2006 όπου κατέβαλε 620 €, και των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου του έτους 2006 για τους οποίους δεν κατέβαλε τίποτα, ήτοι κατέβαλε συνολικά ποσό 6.560 € και οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 6.556,83 € (13.116,83 - 6.560). IV) Επιπλέον των ανωτέρω η κατηγορουμένη οφείλει αποδοχές αδείας έτους 2005 και 2006, αποδοχές επιδόματος αδείας έτους 2006, αποδοχές Δώρου Πάσχα 2006, αποδοχές αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2006. Ήτοι συγκεκριμένα οφείλει: Α) Αποδοχές αδείας 2005 = 876,89. Β) Αποδοχές αδείας 2006 = 876,89. Γ) Αποδοχές επιδόματος αδείας 2006 = 876,89 : 25 = 35,08 Χ 13 = 456,04. Δ) Δώρο Πάσχα 2006 = 876,89 : 25 = 35,08 Χ 15 = 526,20. Ε) Αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2006 = 35,08 Χ 3,24 = 113,66. Δηλαδή συνολικά για τις ως άνω αιτίες η κατηγορουμένη οφείλει ποσό 2.849,68 € (από 9/6/2005-30/6/2005 κατέβαλε 660 €, τους υπόλοιπους μήνες μέχρι και τον Δεκέμβριο 2005 κατέβαλλε 5.280 € (880 Χ 6 μήνες) και τον Ιανουάριο 2006 κατέβαλλε 620 €). Ενόψει των προαναφερομένων η κατηγορουμένη δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα και οφείλει εν γνώσει της στην ανωτέρω υπάλληλο για τις διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών, τις μη καταβληθείσες αποδοχές των ως άνω μηνών και τα προεκτεθέντα επιδόματα το συνολικό ποσό των 44.797,97 (33.882,45 1.509,01 + 6.556,83 + 2.849,68), ενώ η μη εμπρόθεσμη καταβολή της νομίμου αποζημιώσεως λόγω απολύσεως της εργαζόμενης, και αληθής υποτιθέμενη δεν θεμελιώνει το αδίκημα του άρθρου 1 του ΑΝ 690/1945 (βλ. ΑΠ 793/1989, ΠοινΧρ 1990, σ. 167).
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία μνημονεύει και προσδιορίζει γενικά κατ' είδος, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: α) αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, προκύπτει δε με βεβαιότητα ότι ελήφθησαν υπόψη όλα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, επομένως και οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και τα κλητήρια θεσπίσματα, καθώς και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Β. Χ. και δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε ήταν απαραίτητο να εκθέσει τι προκύπτει από το καθένα από αυτά χωριστά ή να προσδιορίσει ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα (Ολ.ΑΠ 1/2005), β) προσδιορίζεται η εταιρική μορφή της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΚΤΡΟΥΜ - ΚΟΝΝΕΚΤ - ΦΑΣΜΑ Α.Ε. ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ, ως ανώνυμης εταιρίας, καθώς επίσης η θέση και η ιδιότητα της κατηγορουμένης ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνουσας Συμβούλου και νόμιμης εκπροσώπου της εταιρίας αυτής κατά το καταστατικό της, και παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι αυτή εκπροσωπούσε την εταιρία τυπικά και ουσιαστικά σε όλες τις συναλλαγές και δραστηριότητές της, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της αποφάσεως υπέγραφε μεταξύ άλλων, τις προσλήψεις, συμβάσεις εργασίας και μισθολογικές καταστάσεις του προσωπικού, διηύθυνε τους εργαζόμενους στην επιχείρηση και εμφανιζόταν ως εκπροσωπούσα την εταιρία ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας για επίλυση εργατικών διαφορών, γ) αιτιολογείται και θεμελιώνεται πλήρως η ποινική ευθύνη της αναιρεσείουσας με την παραδοχή ότι με την παραπάνω ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας, αρμόδιας για την πρόσληψη και καταβολή των αποδοχών του προσωπικού της εταιρίας, προσέλαβε η ίδια τη Σ. Π. του Δ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ενώ αυτή απασχολήθηκε από 25-1-2003 έως 31-5-2006, ως υπάλληλος και δη χειρίστρια ηλεκτρονικού υπολογιστή στην ως άνω εταιρία, από πρόθεση, δεν τις κατέβαλε εμπρόθεσμα τις συνεπεία της ως άνω συμβάσεως οφειλόμενες αποδοχές που αναφέρονται λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, και δ) από την αιτιολογία της απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το σκεπτικό της δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, αφού, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που συγκροτούν την πράξη για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, εκτίθενται σ' αυτό λεπτομερώς τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο πραγματικά περιστατικά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για και για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως περί εσφαλμένης εκτίμησης και αξιολόγησης των αποδείξεων και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της ελλείψεως νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/1/2011 αίτηση της Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 18037/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για Α.Ν. 690/1945 και Α.Ν. 539/1945. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής- έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1183/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μακρυγιάννη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1464/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 997/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 περ. δ' του Ν. 3037/2002, "απαγόρευση παιγνίων", ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος), κατά δε το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, απαγορεύεται η διεξαγωγή, εκτός άλλων, και των ανωτέρω ηλεκτρονικά διεξαγόμενων παιγνίων, καθώς και η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών, σε δημόσια γενικά κέντρα (όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσεως), και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνο, ενώ με το άρθρο 4 παρ. 1 του αυτού νόμου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ, όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 εδ. α', 7 παρ. 1 α' του Β.Δ. 29/1971 τα τυχερά παίγνια απαγορεύονται σε όλη την Ελληνική Επικράτεια, οι δε "εκμεταλλευόμενοι ή διευθύνοντες κέντρα, επιτρέποντες τη διενέργεια σε αυτά τυχηρών παιγνίων, τιμωρούνται με χρηματική ποινή και φυλάκιση μέχρι δύο ετών και σε υποτροπή με χρηματική ποινή και φυλάκιση μέχρι πέντε ετών, καθώς και με στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων μέχρι πέντε ετών". Οι παραπάνω διατάξεις, που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχηρών παιγνίων (και ως τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη) με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που κατά τον νομοθέτη αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια που οδηγεί στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού, πράγμα που προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3037/2002, δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και στη θεσπισθείσα με το άρθρο 25 παρ. 4 του ίδιου Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αφού στο απολύτως αναγκαίο μέτρο πατάσσουν την με οποιοδήποτε και ηλεκτρονικά διεξαγόμενο τρόπο (με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού προγράμματος που εισάγεται και ασύρματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές) εγκατάσταση και διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, πράξη η οποία πλήττει την οικογενειακή, επαγγελματική και προσωπική οικονομική και όχι μόνον ζωή των παικτών, την οποία προστατεύει το Σύνταγμα, αλλά και τη δημόσια οικονομική ζωή, αποφέροντας εκ παραλλήλου σοβαρά οικονομικά ανταλλάγματα στους εκμεταλλευόμενους και διευθύνοντες τις αντίστοιχες επιχειρήσεις (Α.Π. 1 549/2009, Α.Π. 1 273/2010, Α.Π. 1 627/2010).
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ, εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφερόντα στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1464/2010 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε (μετά την παράθεση του νομικού μέρους), κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρία με την επωνυμία "Α. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", της οποία διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος, είχε στην εκμετάλλευσή της κατά το έτος 2005 κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφενείου και παροχής υπηρεσιών διαδικτύου), με την επωνυμία "BULL CAFE", που βρίσκεται στην οδό Παπάγου 19. Την 25/11/2005 αστυνομικοί επισκέφθηκαν το κατάστημα για να διενεργήσουν σχετικό έλεγχο. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν απών στο κατάστημα, ενώ παρούσα στο κατάστημα ήταν η υπάλληλος Ά. Λ.. Διαπιστώθηκε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία εντός του καταστήματος μεταξύ άλλων και έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, συνδεδεμένο με κεντρικό υπολογιστή, ελεγχόμενο από τον κατηγορούμενο, στον οποίο παιζόταν από ένα θαμώνα, το τυχηρό παίγνιο "φρουτάκια", με οικονομικό αντάλλαγμα. Ειδικότερα, ο παίκτης κατέβαλε στην ως άνω υπάλληλο, κατ' εντολή του κατηγορουμένου, για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας εκμεταλλεύτριας εταιρίας, που αυτός εκπροσωπούσε, ένα χρηματικό ποσό και ο τελευταίος του διέθετε αντίστοιχες με τα καταβληθέντα χρήματα μονάδες καταχωρημένες στον υπολογιστή, για να παίξει το παιχνίδι. Ο παίκτης έπαιζε το παιχνίδι πατώντας ένα κουμπί του υπολογιστή και με κάθε πάτημα εμφανιζόταν στην οθόνη φρουτάκια-ζωάκια, ανά τρία στη σειρά. Στόχος του παίκτη ήταν να επιτευχθεί τρίλιζα, δηλαδή να εμφανιστούν στην οθόνη του υπολογιστή τρία όμοια ζωάκια ή φρουτάκια στην ίδια σειρά, κάθετα, οριζόντια ή διαγώνια. Τότε ο παίκτης κέρδιζε τα συμφωνημένα χρήματα. Αν μετά από κάθε χτύπημα δεν εμφανιζόταν τρίλιζα, μειωνόταν ο αριθμός των μονάδων, με τις οποίες είχε πιστωθεί ο παίκτης, καταβάλλοντας τα χρήματα, και όταν οι μονάδες μηδενίζονταν ο παίκτης είχε χάσει τα χρήματα που διέθεσε. Το αποτέλεσμα του παιγνίου, το οποίο διεξάγεται στους υπολογιστές που διαθέτουν ανάλογο λογισμικό, όπως ο ως άνω υπολογιστής που είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος στο κατάστημα της εταιρίας, της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη, χωρίς ο παίκτης να μπορεί να επιτύχει με τη δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που ήθελε. Μόλις έγινε αντιληπτή από την υπάλληλο η παρουσία των αστυνομικών, αυτή που γνώριζε ότι διεξαγόταν με τους προαναφερόμενους υπολογιστές το περιγραφόμενο τυχερό παιχνίδι, ύστερα από σχετικές προς τούτο οδηγίες του κατηγορουμένου, με τον κεντρικό υπολογιστή έκλεισε την οθόνη του υπολογιστή στον οποίο διεξαγόταν από το θαμώνα το ως άνω τυχερό παίγνιο, πιστεύοντας ότι δεν θα μπορέσουν οι αστυνομικοί να διαπιστώσουν τη διεξαγωγή του απαγορευμένου αυτού παιγνίου. Τούτο όμως οι αστυνομικοί το διαπίστωσαν, δεν μπόρεσαν όμως, λόγω κλεισίματος από τον κεντρικό υπολογιστή, στον οποίο παιζόταν το τυχερό παίγνιο, να διαπιστώσουν το ύψος του οικονομικού ανταλλάγματος, που ο παίκτης είχε καταβάλει. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού απορριφθούν οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί αντιθέσεως των σχετικών διατάξεων στην νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ελληνικό Σύνταγμα, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τη διεξαγωγή του ως άνω τυχερού παιγνίου με τον εγκατεστημένο στο κατάστημα της εταιρίας υπολογιστή". Με τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα του ότι: "Στην Θέρμη Θεσσαλονίκης την 25/11/2005, ως εκμεταλλευτής καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος "καφενείου" και παροχής υπηρεσιών διαδικτύου, με την επωνυμία "BULL CAFE" που βρίσκεται στην οδό Παπάγου 19, ιδιοκτησίας της εταιρίας "Α. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", με νόμιμο εκπρόσωπο τον κατηγορούμενο, εγκατέστησε εντός αυτού και έθεσε σε λειτουργία, μεταξύ άλλων, και έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, αποτελούμενο από οθόνη, κεντρική μονάδα, πληκτρολόγιο και ποντίκι, στην οθόνη του οποίου εμφανίζονταν φρουτάκια σε τρίλιζες και μονάδες πονταρίσματος και ένας θαμώνας διενεργούσε απαγορευμένα παίγνια, ένας δε κεντρικός υπολογιστής έλεγχε τον ανωτέρω ηλεκτρονικό υπολογιστή". Για την πράξη του δε αυτή, η οποία, όπως έκρινε, προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 του Ν. 3037/2002, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 εδ. α και 7 παρ. 1 εδ. α του Β.Δ. 29/1971, επέβαλε στον αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, η οποία ανεστάλη για τρία έτη. Με αυτές τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το δίκασαν Εφετείο διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες πιο πάνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, του διευθύνοντος και εκμεταλλευόμενου το παραπάνω κατάστημα (καφενείο-κατάστημα παροχής υπηρεσιών διαδικτύου) είχε εγκαταστήσει προσωπικά ο ίδιος και θέσει σε λειτουργία έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή στον οποίο είχε εγκαταστήσει το παίγνιο "φρουτάκια", το αποτέλεσμα του οποίου, όπως γίνεται ανελέγκτως δεκτό, εξαρτιόταν αποκλειστικά από την τύχη, δηλαδή τυχερό παίγνιο, για την εκτέλεση του οποίου ήταν απαραίτητη η ύπαρξη λογισμικού προγράμματος. Ότι το λογισμικό πρόγραμμα για την διενέργεια του τυχερού αυτού παιγνίου το είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος, ελέγχοντας συγχρόνως ο ίδιος (όταν ήταν παρών, άλλως όταν απουσίαζε είχε αναθέσει τούτο στην υπάλληλο του Ά. Λ.) και τη διενέργεια του διεξαγόμενου, δια μέσου του διαδικτύου, και κεντρικής μονάδας Η/Υ, τυχερού παιγνίου, εισπράττοντας από το συγκεκριμένο παίκτη, που βρισκόταν έμπροσθεν του Η/Υ με τα τυχερά παίγνια, την οικονομική του συμμετοχή σε αυτά. Παραθέτει δε τον τρόπο με τον οποίο παιζόταν το τυχερό αυτό παίγνιο και πώς προέκυπτε η ζημία ή το κέρδος των παικτών, διαλαμβάνουσα η προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά την στιγμή του ελέγχου από τους αστυνομικούς, η υπάλληλος του καταστήματος, μόλις αντιλήφθηκε αυτούς, ενεργούσα κατ' εντολή του κατηγορουμένου, έκλεισε από τον κεντρικό Η/Υ τον υπολογιστή στον οποίο ο πελάτης έπαιζε το τυχερό παίγνιο "φρουτάκια" και έτσι δεν μπόρεσαν αυτοί να διαπιστώσουν τι χρηματικό ποσό είχε καταβάλει αυτός στο ταμείο για να το παίξει. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, δεν χρειαζόταν να αναφέρεται το ύψος της οικονομικής συμμετοχής του παίκτη, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις παραδοχές αυτές και με τη μείζονα νομική σκέψη που παραθέτει στο προοίμιο του σκεπτικού της, ορθώς και αιτιολογημένα απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα περί αντιθέσεως των διατάξεων των άρθρων 1 δ, 2 παρ.1, 4 παρ. 1α Ν. 3037/2002 για τις οποίες, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 4 εδ. α και 7 παρ. 1 εδ. α του ΒΔ. 29/1971, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, στη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Συντάγματος. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι οι ως άνω ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση έρχονται σε αντίθεση προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης "όπως άλλωστε κρίθηκε με την C- 65/05 απόφαση του Δ.Ε.Κ από 26/10/2006, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, κατά την οποία "η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998". Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η πιο πάνω C- 65/05 απόφαση του ΔΕΚ, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις εν λόγω συγκεκριμένες ποινικές διατάξεις, για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, και οι οποίες αφορούν τη διενέργεια, δια μέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών, με την υποστήριξη λογισμικού προγράμματος, τυχερών παιγνίων, δεδομένου ότι η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη σε κάθε περίπτωση και όχι μόνο όταν αυτή τελείται μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Β.Δ. 29/1971, η οποία διάταξη δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 3037/2002. Ούτε οι διατάξεις αυτές των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1α του Ν. 3037/2002 για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων (εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και λογισμικό πρόγραμμα) αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και στη θεσπισθείσα με το άρθρο 25 παρ. 4 του ίδιου Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με τις προαναφερόμενες ειδικότερες αιτιάσεις και στοιχ. Β του ίδιου ως άνω άρθρου για έλλειψη ακροάσεως, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε αιτιολογημένα στους παραπάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί αντιθέσεως των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, στην Ευρωπαϊκή Νομοθεσία και στο Σύνταγμα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/7/2010 αίτηση του Γ. Α. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1464/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο με εγκατάσταση ανάλογου λογισμικού (άρθρα 1 παρ. δ, 2 παρ. 1, 4 παρ. Γ του Ν. 3037/2002 και 4, 7 του Β.Δ. 29/1971). Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο με εγκατάσταση ανάλογου λογισμικού, το αποτέλεσμα του οποίου (παιγνίου) εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη. Λόγοι Αναίρεσης: Έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Οι ως άνω διατάξεις που ν. 3037/2002 δεν έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα ή την νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1182/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξανδρή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 64908/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 119/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ,που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σχετικά με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι, χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσή του στην περιουσία του. Ο προσδιορισμός του προσώπου του κυρίου του υπεξαιρεθέντος πράγματος και συνακόλουθα του τρόπου με τον οποίο απέκτησε τούτο, δεν είναι αναγκαίο στοιχείο του εγκλήματος αυτού (Ολ. Α.Π. 1093/1991). Περαιτέρω, τη διάταξη του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές ή με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι' αυτό, σε περίπτωση μη αποδόσεως στον εντολέα και παράνομης ιδιοποιήσεως όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το έγκλημα της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 του ΠΚ.
Εξάλλου, η πρακτορεία αποτελεί σύμβαση, με την οποία ο πράκτορας διενεργεί υλικές πράξεις ή συνάπτει δικαιοπραξίες με τρίτους, ενδεχομένως και στο όνομα του εντολέα του. Τέτοια σύμβαση ασφαλώς αποτελεί και η σύμβαση μεταξύ του πράκτορα ιπποδρομιακού στοιχήματος και του Οργανισμού Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος (Ο.Δ.Ι.Ε.). Πράκτορας ιπποδρομιακού στοιχήματος είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας που κατ' επάγγελμα αναλαμβάνει την πώληση σε τρίτους δελτίων ιπποδρομιακού στοιχήματος του Ο.Δ.Ι.Ε., όλες δε οι ενέργειές του γίνονται στο όνομα και για λογαριασμό του Ο.Δ.Ι.Ε., του οποίου αυτός είναι άμεσος αντιπρόσωπος. Με βάση την ανωτέρω σύμβαση πρακτορείας και τις διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπορικού Νόμου, 713 επ. του Α.Κ. και 3 του Εισ. Ν. του Α.Κ., ο πράκτορας ιπποδρομιακού στοιχήματος καθίσταται εντολοδόχος του Ο.Δ.Ι.Ε. και διαχειριστής της περιουσίας του. Κατά συνέπεια για την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του εν λόγω πράκτορα, κρίσιμη είναι η ιδιότητά του ως εντολοδόχου, και επομένως οτιδήποτε αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, έχει υποχρέωση να το αποδώσει στον εντολέα, αφού επί των αντικειμένων αυτών δεν αποκτά κυριότητα.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμα και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτήν όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, οπότε απαιτείται αξιολόγησή του, πράγμα όμως που δεν συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση, στην οποία για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξεως αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν το πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 65908/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, δέχθηκε ότι από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως που μνημονεύει και προσδιορίζει κατά το είδος τους, αποδείχθηκε ότι: Το μήνα Σεπτέμβριο 2002 ο κατηγορούμενος Ι. Δ. είχε την ιδιότητα του πράκτορα ιπποδρομιακού στοιχήματος διατηρώντας πρακτορείο με έδρα το Δήμο ... επί της οδού ... και ήταν μέλος του σωματείου ΠΕΠΠΣ (Πανελλήνια Ένωση Πρακτόρων Προϊπποδρομιακού Στοιχήματος), η οποία είναι επαγγελματική ένωση και εκπροσωπεί το σύνολο των επαγγελματιών πρακτόρων ιπποδρομιακού στοιχήματος, που διεξάγεται αποκλειστικά από τον Οργανισμό Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος (ΟΔΙΕ). Στις 4/9/2002 ο κατηγορούμενος εισέπραξε στο πρακτορείο του το ποσό των 2.797,10 ευρώ από τη διάθεση δελτίων ιπποδρομιακού στοιχήματος, για τις ιπποδρομίες που διεξήχθησαν την ίδια ημέρα. Το ποσό αυτό, το οποίο αφορούσε οφειλή προς τον ΟΔΙΕ, αφού είχε ήδη παρακρατηθεί το ποσό της προμηθείας του κατηγορουμένου, έπρεπε να καταβληθεί στο ταμείο του ΟΔΙΕ εντός 48 ωρών, ήτοι μέχρι τις 6/9/2002, πλην όμως ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να το αποδώσει, το παρεκράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, με αποτέλεσμα ο ΟΔΙΕ να διακόψει τη συνεργασία του με το πρακτορείο του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση ιδιοποιήθηκε ξένο ολικά κινητό πράγμα, ήτοι το παραπάνω χρηματικό ποσό των 2.797,10 ευρώ, που περιήλθε στην κατοχή του από διάθεση δελτίων ιπποδρομιακού στοιχήματος λόγω της ιδιότητάς του ως πράκτορα ιπποδρομιακού στοιχήματος δυνάμει σύμβασης με τον ΟΔΙΕ, αρνούμενος δε να το αποδώσει στον παραπάνω οργανισμό στο συμφωνηθέντα χρόνο, ήτοι στις 6/9/2002, εξεδήλωσε την πρόθεσή του να το ιδιοποιηθεί παράνομα, ενσωματώνοντας αυτό στην περιουσία του. Ας σημειωθεί ότι όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να αποδώσει το παραπάνω υπεξαιρεθέν ποσό, ακόμα και όταν προσκλήθηκε προς τούτο από την ΠΕΠΠΣ με εξώδικο επιστολή στις 13/12/2002 και ότι εκδόθηκε σε βάρος του η υπ' αριθμ. 1735/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει το πιο πάνω ποσό στη ν ΠΕΠΠΣ, λόγω της θέσης της ως εγγυήτριας απέναντι στον Ο.Δ.Ι.Ε. της εκπλήρωσης της σύμβασης με τον κατηγορούμενο. Ο. ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν οφείλεται το παραπάνω ποσό στον ΟΔΙΕ, διότι αυτό ουδεμία απαίτηση διατηρεί απέναντι στον κατηγορούμενο, επικαλούμενος σχετική βεβαίωση του ΟΔΙΕ, η οποία όμως δεν προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο, αλλά και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, ακόμα και αν θεωρηθεί βάσιμος, δεν ασκεί επιρροή στην ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, αφού, όπως αποδείχθηκε, το υπεξαιρεθέν ποσό κατέβαλε στον παθόντα κύριο του ποσού ΟΔΙΕ ο σύλλογος ΠΕΠΠΣ στις 18/12/2002, λόγω της μεταξύ τους σύμβασης περί κοινής εγγυήσεως και δεν το απέδωσε ο κατηγορούμενος, αφού ούτε και αυτός το ισχυρίζεται. Επομένως, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που ικανοποίησε τον παθόντα ΟΔΙΕ, αλλά τρίτος υποχρεούμενος από τη μεταξύ τους ενοχική σύμβαση, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 379 ΠΚ και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος.
Στη συνέχεια το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα της πράξεως της υπεξαίρεσης (άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, κατά το είδος τους και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27 και 375 παρ. 1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι ο αναιρεσείων υπεξαίρεσε το αναφερόμενο σ' αυτήν χρηματικό ποσό, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του από τις εισπράξεις πωλήσεως δελτίων ιπποδρομιακού στοιχήματος, για τις ιπποδρομίες του Ο.Δ.Ι.Ε., με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχεται ότι το περιελθόν στην κατοχή αυτού, ως άνω χρηματικό ποσό, είναι ολικά ξένο και όφειλε να το αποδώσει στον δικαιούχο Ο.Δ.Ι.Ε. Περαιτέρω, ρητώς εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το ύψος του ποσού που υπεξαίρεσε ο αναιρεσείων ανέρχεται, μετά την παρακράτηση της προμήθειάς του, στο ποσό των 2.797,10 ευρώ, για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ύψος του ποσού της προμήθειας αυτής, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων με τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Επιπλέον καθαρά προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι κύριος των υπεξαιρεθέντων χρημάτων ήταν ο Ο.Δ.Ι.Ε. Το γεγονός ότι στο διατακτικό αναφέρεται ότι από την πράξη του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ζημιώθηκε το σωματείο με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Πρακτόρων Προϊπποδρομιακού στοιχήματος" (Π.Ε.Π.Π.Σ.), δεν δημιουργεί καμία ασάφεια ή αντίφαση, αφού η αναφορά αυτή έχει την έννοια ότι το ανωτέρω σωματείο αναγκάστηκε εκείνο να καταβάλει στον Ο.Δ.Ι.Ε. το παραπάνω χρηματικό ποσό των 2.797,10 ευρώ. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, η εξειδίκευση του κυρίου του πράγματος, δηλαδή του παθητικού υποκειμένου του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, δεν είναι αναγκαίο στοιχείο του εγκλήματος αυτού, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων με τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, αρκεί ότι τούτο (πράγμα) δεν ανήκει στον δράστη.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, με τις ειδικότερες ως άνω αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/1/2011 αίτηση του Ι. Δ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 64908/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση. Λόγοι αναίρεσης: 1) Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Ο κατηγορούμενος ως πράκτορας, άμεσος αντιπρόσωπος, εντολοδόχος και διαχειριστής του Οργανισμού Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος, δεν απέδωσε στον οργανισμό τα χρήματα που εισέπραξε από δελτία ιπποδρομιών που πούλησε, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα (άρθρα 375 παρ. 1 ΠΚ και 713, 719 ΑΚ, 90 επ. του Εμπ. Νόμου). Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1184/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1656/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς στους από 2 Μαΐου 2011 πρόσθετους λόγους επ’ αυτής, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 144/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την κατηγορία, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, και τα οποία πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα υπόψη στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται ειδικώς τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, που πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη, αποτελεί η αναφερόμενη στο άρθρο 178 του ΚΠΔ, μεταξύ των κύριων αποδεικτικών μέσων πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ από ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του Εισαγγελέα ή των διαδίκων. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, σε αναφορά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται ως άνω, λαμβάνεται όμως υπόψη από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση κρίσεώς του, ως έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, διότι ούτε στο προοίμιο της αιτιολογίας, αλλά ούτε και στην κυρίως αιτιολογία αναφέρει την προσκομισθείσα από αυτόν και αναγνωσθείσα στο ακροατήριο έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού γραφολόγου Δ. Κ., η οποία αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, το οποίο έτσι δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας για την καταδικαστική επί της ενοχής κρίση του.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, στην οικεία θέση των αναγνωστέων εγγράφων που προσκόμισε ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, μνημονεύεται ως αναγνωσθείσα και η από 12/2/2004 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του ειδικού γραφολόγου Δ. Κ.. Η έκθεση αυτή, η οποία συντάχθηκε από τον ως άνω ειδικό γραφολόγο, με επιμέλεια του κατηγορουμένου, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠΔ ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν διατάχθηκε, κατά το άρθρο 183 του ίδιου κώδικα, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, ώστε να μνημονεύεται χωριστά ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά ως έγγραφο (άρθρο 178 εδ. στ' του ΚΠΔ), συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για τη διαμόρφωση της κρίσης του. Ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαίο το δικαστήριο να μνημονεύσει ιδιαιτέρως την παραπάνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης στην αιτιολογία της απόφασής του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 δ , 329, 331 παρ. 1, 333 , 364 παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα όμως αυτή δεν επέρχεται όταν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτά στοιχεία ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε, για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ των άλλων εγγράφων και το υπ' αριθμ. 326/2006 αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, το οποίο δεν περιλαμβάνεται μεν στα αναγνωστέα έγγραφα που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, περιέχεται όμως στο καταχωρημένο στα πρακτικά (και συγκεκριμένα στη σελίδα 18 και επόμενες) έγγραφο σημείωμα που παραδόθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 2 του ΚΠΔ, από το συνήγορο του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο, το οποίο ανέπτυξε αυτός και προφορικά, στο οποίο (σημείωμα) αναφέρεται ρητά ότι το εν λόγω βούλευμα αναγνώσθηκε και μάλιστα γίνεται επίκληση των σκέψεων αυτού στις σελίδες 20 και εν μέρει 21 των πρακτικών και αντίκρουση του βουλεύματος αυτού στις σελίδες 21, 22 και 23.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ), που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, εκ του ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη για την περί ενοχής κρίση του, το υπ' αριθμ. 326/2006 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, το οποίο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, ούτε προκύπτει το περιεχόμενό του από άλλα, νομίμως ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να στερηθεί του εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ δικαιώματός του να προβεί σε παρατηρήσεις, εξηγήσεις και διευκρινίσεις, ενώ ταυτόχρονα παραβιάστηκαν και οι αρχές της δημοσιότητας και της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της διεξαγωγής της δίκης αντιμωλία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού προκύπτει με βεβαιότητα ότι το εν λόγω βούλευμα περιέχεται στο καταχωρημένο στα πρακτικά έγγραφο σημείωμα του αναιρεσείοντος, ο οποίος άσκησε το από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμά του, αναπτύσσοντας προφορικώς και εγγράφως τις απόψεις του προς αντίκρουση του περιεχομένου του, και δεν παραβιάστηκαν οι αρχές της δημοσιότητας και της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρο 502 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠΔ, μετά την παραδοχή της έφεσης, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στάση, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας απόφασης του Εφετείου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και το Εφετείο επανεξετάζει την υπόθεση τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση. Έτσι το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε σχετικό ισχυρισμό περί ακυρότητας στην πρωτοβάθμια δίκη και συνακόλουθα δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της έλλειψης ακροάσεως ή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, ώστε να ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Η του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας και της έλλειψης ακρόασης, εκ του ότι ενώ στην 636/2010 έκθεση έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης διατύπωσε ως ειδικό λόγο έφεσης την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διότι "αξιοποιήθηκε αποδεικτικά έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και συμμετείχε στη σύνθεση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Πρόεδρος, ο οποίος είχε ασκήσει δικαιοδοτικά καθήκοντα σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο της αυτής υπόθεσης", το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε, ούτε απάντησε στις αιτιάσεις του αυτές. Οι λόγοι όμως αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μετά την παραδοχή από το Τριμελές Εφετείο Πειραιά ως τυπικά παραδεκτής της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η τελευταία ατόνησε και η υπόθεση εξετάστηκε εκ νέου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σύνολό της ανεκκλήτως με την προσβαλλόμενη απόφαση, και συνεπώς το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22/12/2010 αίτηση και τους από 2/5/2011 πρόσθετους λόγους του Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1656/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή ανώμοτη κατάθεση. Λόγοι αναίρεσης του κυρίου δικογράφου: α) Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την αναφορά της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος, διότι η διεξαχθείσα με πρωτοβουλία του αναιρεσείοντα πραγματογνωμοσύνη, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν συντάχθηκε κατά το άρθρο 183, και έτσι εκτιμάται ως απλό έγγραφο, β) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας 171 παρ. 1 δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ), διότι για τη καταδικαστική του κρίση έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε και δη αμετάκλητο βούλευμα. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος, διότι το βούλευμα αυτό περιέχεται στο σημείωμα που παρέδωσε στο δικαστήριο ο συνήγορος του αναιρεσείοντος και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, στο οποίο και σχολιάζεται από τον συνήγορο του το περιεχόμενο αυτού. Πρόσθετοι λόγοι: Έλλειψη αιτιολογίας, αρνητική υπέρβαση εξουσίας και έλλειψη ακρόασης, στις οποίες υπέπεσε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Απαράδεκτοι οι λόγοι και απορριπτέοι, διότι πλήττουν την πρωτόδικη απόφαση, η οποία εξαφανίστηκε με την άσκηση της έφεσης. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης και πρόσθετους λόγους.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1187/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Κόκκινο, περί αναιρέσεως της 4505/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Μ. Σ. του Ν.. Με πολιτικώς ενάγοντα τον I. L. του L., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1091/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Εξάλλου, κατά το αρθρ.40 παρ. 1 του Π.Δ 1073/81 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", ορίζονται τα ακόλουθα: "καταπακταί δαπέδων, ανοίγματα κλιμάκων, υαλωταί στέγαι, φωταγωγοί, εκσκαφαί, τάφροι, φρεάτια, αύλακες και άλλα επικίνδυνα χάσματα, καθώς και δεξαμεναί ή τάφροι περιέχουσαι θερμάς καυστικάς ή δηλητηριώδεις ουσίας ως και τάφροι φυλάξεως άσβεστου, πρέπει να εξασφαλίζονται κατά πτώσεων περιμετρικώς δια στηθαίου μετά χειρολισθήρος ελαχίστου ύψους ενός (1) μέτρου από του δαπέδου, σανίδος μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί) ή δι' επικαλύψεως ικανής αντοχής". Τέλος, σύμφωνα με το αρθρ. 111 παρ. 1 του ιδίου ΠΔ "Για την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλεια της εφαρμογής του παρόντος ως και του ΠΔ 778/80 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικός και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθόλη των διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται η εκπρόσωπος τούτων". Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου οι εργολάβοι και υπεργολάβοι "οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας". Αλλά υπεύθυνος για την εφαρμογή των άνω μέτρων ασφαλείας είναι και ο επιβλέπων πολιτικός μηχανικός ως εκ του επαγγέλματος του (αρθρ. 315 παρ. 1 ΠΚ) αλλά και σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 1 ΠΔ 1073/81 και 3 παρ. 1,2 του ΒΔ της 25/8-5/9, 1920, όπως αντικ. με αρθρ. 1 β ν. 2943/22. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (αρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 4505/2010 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Κατά το χρονικό διάστημα Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 2005 η εταιρεία με την επωνυμία "Χ. Κ. - Δ. Τ. Ο.Ε." εκτελούσε εργασίες ανακαίνισης σε κατάστημά της, που βρίσκεται στο Λιμάνι της Ραφήνας, ενόψει του ότι επρόκειτο αυτό να λειτουργήσει ως καφετέρια, ενώ μέχρι τότε ήταν ταβέρνα. Για το σκοπό αυτό, με βάση την από 12-9-2005 Τεχνική Έκθεση που συνέταξε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος είναι αρχιτέκτων μηχανικός, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../12-9-2005 έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Παλλήνης, καθώς και η από 7-10-2005 άδεια εκτέλεσης εργασιών του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ραφήνας. Καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα εργάστηκαν στο κατάστημα, άλλοτε ταυτόχρονα και άλλοτε διαδοχικά, διάφοροι εργολάβοι, ήτοι σιδεράς, ξυλουργός, ψυκτικός, κλπ, που εκτελούσαν επί μέρους εργασίες. Μεταξύ αυτών ήταν και η εταιρεία με την επωνυμία "COMCAT ΑΕΒΕ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Σ.. Η εν λόγω εταιρεία είχε αναλάβει, να τοποθετήσει στο μεγαλύτερο τμήμα της ταράτσας του καταστήματος, και συγκεκριμένα προς την πρόσοψη αυτού, ένα ανοιγόμενο μεταλλικό αψιδωτό στέγαστρο (πέργκολα), διαστάσεων σε κάτοψη 21 Χ 5 μ. περίπου. Λίγες ημέρες προτού λάβει χώρα το ένδικο ατύχημα, είχαν εκτελεστεί από άλλο συνεργείο εργασίες διαπλάτυνσης μία οπής στην πλάκα της οροφής, διαστάσεων 60 Χ 60 εκ., περίπου, στη γωνία της ταράτσας, έξω από το χώρο κατασκευής του στεγάστρου, από την οποία θα περνούσε αμέσως μετά η καμινάδα, η οποία θα υψωνόταν πάνω από το επίπεδο του στεγάστρου. Η οπή αυτή ήταν πολύ παλιά και υπήρχε από τότε που το κατάστημα ήταν ταβέρνα και μέσα από αυτή οδηγούνταν στη ταράτσα οι εξαερισμοί της κουζίνας. Αφού ολοκληρώθηκε η διαπλάτυνση, κατασκευάστηκε σενάζι και σηκώθηκε στηθαίο γύρω από την οπή αυτή, σε ύψος 60-70 εκ. περίπου, με αποτέλεσμα το άνοιγμα να μη βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την ταράτσα, ακολούθως δε το άνοιγμα αυτό σκεπάστηκε με μία γυψοσανίδα. Η οπή αυτή παρέμενε ανοικτή και με τον τρόπο αυτό σκεπασμένη καθ' όλο το επόμενο χρονικό διάστημα, διότι αφενός μεν αυτή εχρησιμοποιείτο από διάφορα συνεργεία, αφετέρου δε δεν είχαν ολοκληρωθεί και οι σχετικές εργασίες, που επέβαλαν τη δημιουργία της, αφού ήταν αναγκαίο να μπορεί εύκολα να αποκαλυφθεί για την ολοκλήρωση των εργασιών τοποθέτησης του σωλήνα εξαερισμού του καταστήματος. Το συγκεκριμένο χώρο επισκέφθηκαν μετά την κατασκευή της οπής οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εταιρείας "COMCAT ΑΕΒΕ", οι οποίοι κατ' εντολή και με τις υποδείξεις του πρώτου κατηγορουμένου, νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, συνέταξαν τα σχέδια για την κατασκευή του ανωτέρω στεγάστρου. Αφού προηγήθηκε η απαραίτητη προεργασία του χώρου της ταράτσας, συνεργείο της ανωτέρω εταιρείας άρχισε τις εργασίες με εργοδηγό τον Ε. Β.. Στις 31-10-2005 το ανωτέρω συνεργείο, αποτελούμενο από 4-5 εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο παθών L. I. μετέβη και πάλι στο ως άνω κατάστημα για τη συνέχιση των εργασιών. Οι εργάτες του συνεργείου και ο εργοδηγός τους είχαν επιλέξει, να μην εισέρχονται στο χώρο της ταράτσας μέσω της κυρίας σκάλας του κτηρίου από το ισόγειο, αλλά κατέβαιναν σ’ αυτή από το πίσω μέρος του κτηρίου, όπου υπάρχει ένας μικρός λοφίσκος και διέρχεται ο δρόμος. Στο σημείο αυτό άφηναν και το φορτηγό, που μετέφερε τα απαραίτητα εξαρτήματα και εργαλεία, δεδομένου ότι η διαμόρφωση του εδάφους ήταν τέτοια, ώστε να είναι εφικτή η πρόσβαση των εργαζομένων στην οροφή του κτηρίου από τον παρακείμενο λοφίσκο. Για το λόγο αυτό, είχαν τοποθετήσει οι ίδιοι μία ξύλινη σκάλα, η οποία ακουμπούσε σε ενδιάμεσο τοιχείο, ύψους άνω του ενός μέτρου, στη βάση του οποίου υπήρχε η σκεπασμένη οπή της καμινάδας. Περί ώρα 14:30' της 31-10-2005, μετά το πέρας των εργασιών ο εργαζόμενος L. I. άρχισε να μαζεύει διάφορα πράγματα (εργαλεία, σχοινιά κλπ), ενώ τα υπόλοιπα μέλη του συνεργείου πήγαν σε παρακείμενο σουβλατζίδικο για να γευματίσουν. Κάποια στιγμή, ο ανωτέρω εργαζόμενος θέλησε να φωνάξει έναν άλλο εργαζόμενο, τον Σ. Δ., που ήταν φίλος του, προκειμένου να τον βοηθήσει. Προς τούτο κατέβηκε από το λοφίσκο στην οροφή του κτηρίου, μέσω της σκάλας, και αμέσως πήδηξε πάνω στη γυψοσανίδα, που κάλυπτε την υπάρχουσα στο σημείο αυτό οπή, καθόσον αγνοούσε την ύπαρξη της. Όμως, λόγω του ύψους, από το οποίο πήδηξε, σε συνδυασμό και με το βάρος του (ο ίδιος ανέφερε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι ήταν 80 κιλά), η γυψοσανίδα έσπασε, με αποτέλεσμα αυτός, μέσω του ως άνω ανοίγματος, να πέσει από ύψος πέντε (5) μέτρων περίπου στο δάπεδο του ισογείου καταστήματος και να υποστεί κάταγμα διάφυσης αριστερού μηριαίου. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 555/9-12-2005 έκθεση αυτοψίας των τεχνικών επιθεωρητών της Επιθεώρησης Εργασίας Δ. Τ. και Π. Δ., η κύρια αιτία του ατυχήματος είναι το γεγονός ότι η καταπακτή επίsης οροφής του κτηρίου δεν ήταν καλυμμένη με υλικό ικανής αντοχής, σύμφωνα με το άρθρο 40 του π.δ/τος 1073/1981. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η σωματική βλάβη, που υπέστη ο παθών, οφείλεται σε αμέλεια και των δύο κατηγορουμένων, οι οποίοι με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "COMCAT ΑΕΒΕ", ο πρώτος και του επιβλέποντος μηχανικού των εκτελούμενων εργασιών ο δεύτερος, καίτοι υπόχρεοι από το επάγγελμα τους και την ιδιότητα τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν έλαβαν τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την ασφαλή εκτέλεση των εργασιών και την αποφυγή ατυχήματος, και ειδικότερα δεν φρόντισαν να διασφαλίσουν την ασφαλή κίνηση των εργαζόμενων στο χώρο της ταράτσας του κτηρίου, καλύπτοντας το συγκεκριμένο άνοιγμα με υλικό ικανής αντοχής, ούτε και ενημέρωσαν τους εργαζόμενους για την ύπαρξη του προαναφερόμενου ανοίγματος και τον ενδεχόμενο κίνδυνο υποχώρησης της γυψοσανίδας, σε περίπτωση που κάποιος πατούσε απότομα σ' αυτή, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο τον τραυματισμό του εργαζόμενου L. I., χωρίς να προβλέψουν το εν λόγω αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η ως άνω παράλειψή τους. Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος αποδείχθηκε, ότι γνώριζε την ύπαρξη της προαναφερόμενης οπής, αφού, όπως αναφέρθηκε, το συγκεκριμένο χώρο είχαν επισκεφθεί μετά την κατασκευή του ανοίγματος, αρμόδιοι υπάλληλοι της εταιρείας "COMCAT ΑΕΒΕ", οι οποίοι κατ' εντολή και με τις υποδείξεις του πρώτου κατηγορουμένου, συνέταξαν τα σχέδια για την κατασκευή του ανωτέρω στεγάστρου, ενώ επηκολούθησε και η απαραίτητη προεργασία του χώρου της ταράτσας, αλλά και ο σχετικός έλεγχος αυτής, για την πιστή εφαρμογή των σχεδίων (τοποθέτηση των υποστυλωμάτων σε συγκεκριμένα και σταθερά σημεία του δαπέδου της ταράτσας κλπ). Εξάλλου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, είχε συντάξει, όπως αναφέρθηκε, την από 12-9-2005 Τεχνική Έκθεση, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../12-9-2005 έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Παλλήνης. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους εταίρους της εταιρείας "Χ. Κ. - Δ. Τ. Ο.Ε." και ουσιαστικά, ανεξαρτήτως του ότι δεν προέκυψε η συμφωνία και η καταβολή αμοιβής, είχε αναλάβει την επίβλεψη των εργασιών ανακαίνισης του καταστήματος της εταιρείας. Έτσι, όπως ο ίδιος ανέφερε στην απολογία του, έστελνε στο κατάστημα συνεργεία, που ο ίδιος απασχολούσε και στις δικές του εργασίες, δίνοντας σ' αυτά τις απαραίτητες συμβουλές και οδηγίες. Επίσης, τακτικά περνούσε από το κατάστημα και επέβλεπε τις εργασίες, όπως ανέφερε στην από 31-10-2005 προανακριτική απολογία του, η συγκεκριμένη περικοπή της οποίας αναγνώστηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, τούτο δε επιβεβαίωσε ο κατηγορούμενος και κατά την απολογία του, αναφέροντας συγκεκριμένα, ότι "σποραδικά ανέβαινα πάνω και έλεγα, τελειώνετε, τα παιδιά θέλουν να μπουν στο μαγαζί (βλ. σχετικά και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Ε. Β. και του μάρτυρα υπεράσπισης V. H.). Σημειώνεται, ότι και ο πρώτος κατηγορούμενος, στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε, αναφέρει το δεύτερο κατηγορούμενο ως επιβλέποντα μηχανικό των εκτελούμενων εργασιών. Η ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών εργασιών από διάφορα συνεργεία ενισχύει την άποψη, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος επέβλεψε τις εν λόγω εργασίες, αφού δεν προέκυψε, ότι οι ιδιοκτήτες Χ. Κ. και Δ. Τ. είχαν σχετικές γνώσεις και την κατάλληλη εμπειρία. Επομένως, ο δεύτερος κατηγορούμενος υπήρξε κατ' ουσίαν επιβλέπων μηχανικός του έργου. Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, πλήρως αποδεικνύεται, ότι οι κατηγορούμενοι, ενώ ήσαν υπόχρεοι από το επάγγελμα τους και την ιδιότητά τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, παρ' όλα αυτά δεν φρόντισαν να διασφαλίσουν την ασφαλή κίνηση των εργαζόμενων στο χώρο της ταράτσας του κτηρίου, καλύπτοντας, όπως αναφέρθηκε, το συγκεκριμένο άνοιγμα με υλικό ικανής αντοχής, ούτε και ενημέρωσαν τους εργαζόμενους για την ύπαρξη του προαναφερόμενου ανοίγματος και τον ενδεχόμενο κίνδυνο υποχώρησης της γυψοσανίδας, σε περίπτωση που κάποιος πατούσε απότομα σ' αυτή, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του εργαζόμενου L. I.. Τα ως άνω περιστατικά συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στους κατηγορούμενους αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υπόχρεου και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 314 παρ. 1 και 315 παρ. 1α του Π.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 40 του ΠΔ 1073/1981, που ορθά εφάρμοσε, και τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενήργησε, ενώ περαιτέρω αναφέρει και αιτιολογεί την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του, να παρεμποδίσει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και τον επιτακτικό κανόνα από τον πηγάζει η υποχρέωση αυτή, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, αφού δέχεται ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων είχε συντάξει και υπογράψει την από 12-9-2005 τεχνική έκθεση, που υποβλήθηκε προς την αρμόδια Πολεοδομική υπηρεσία Παλλήνης, προκειμένου να τύχουν εγκρίσεως οι εργασίες ανακαίνισης στο ακίνητο της ως άνω εταιρείας. Επίσης, αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, του τραυματισμού του παθόντος, που οφείλεται κατά κύριο λόγο στην παντελή έλλειψη προστατευτικών μέτρων, στο χώρο του δώματος που υφίστατο η διαστάσεων 60 επί 60 εκατοστά οπή, από την οποία θα διερχόταν η καμινάδα. Τούτο, γιατί ο αναιρεσείων ,αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να επιμελείται για τη λήψη των επιβαλλόμενων προστατευτικών μέτρων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ομαλή εργασία του εργατοτεχνικού προσωπικού, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν έλαβε τα προσήκοντα εκείνα μέτρα και συγκεκριμένα παρέλειψε όχι μόνο να καλύψει την οπή με την τοποθέτηση επ' αυτής κατάλληλου υλικού αντοχής, αλλά και παρέλειψε όπως όφειλε να ενημερώσει ο ίδιος ή με πρόσωπο της επιλογής του τους εργαζόμενους για τον ενδεχόμενο κίνδυνο πτώσεως τους, αφού η υφιστάμενη πρόχειρη γυψοσανίδα που κάλυπτε την οπή, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει την ασφαλή διέλευση των εργαζομένων. Σημειώνεται, επίσης, σύμφωνα με τις οικείες παραδοχές της αποφάσεως, ότι η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, αναμφισβήτητα πήγαζε από την ειδική σχέση που υπήρχε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ως άνω εταιρείας, ενόψει και της συντάξεως από μέρους του ήδη αναιρεσείοντος της σχετικής τεχνικής εκθέσεως, με βάση την οποία και χορηγήθηκε η σχετική εγκριτική άδεια της Πολεοδομίας Παλλήνης, ανεξαρτήτως του ότι δεν υφίστατο μεταξύ τους σχετική γραπτή συμφωνία, για την ανάληψη με την πιο πάνω ιδιότητα του επιβλέποντα μηχανικού του συγκεκριμένου έργου. Άλλωστε, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε στην προανακριτική απολογία του, περικοπές της οποίας αναγνώσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και επιβεβαίωσε κατά την απολογία του, αυτός, τακτικά περνούσε από το συγκεκριμένο χώρο και ότι όχι μόνο επέβλεπε αυτοπροσώπως την πρόοδο των εργασιών, αλλά και επιμελείτο ο ίδιος της αποστολής των οικείων συνεργείων, ενδιαφερόμενος ακόμη και για την ταχεία περαίωση των εργασιών. Επίσης, από την αντιπαραβολή του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, γίνεται φανερό ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προέκυψαν, σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα σε εκείνη υπό τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, με την έννοια ότι αυτός δεν προέβλεψε το εξ' αυτής επελθόν αποτέλεσμα. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει αντίφαση στην παραδοχή της αποφάσεως, ότι αυτός ήταν ο επιβλέπων μηχανικός, ενώ δεν προέκυψε η ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας γραπτής ή προφορικής μεταξύ αυτού και της εργοδότριας εταιρείας, καθώς και αντίστοιχη συμφωνία για την καταβολή της αμοιβής του, είναι αβάσιμη, αφού η ιδιότητα του ως επιβλέποντα μηχανικού του έργου, θεμελιώνεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται στις παραδοχές της αποφάσεως και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαίο για τη θεμελίωση της ιδιότητας του αυτής, δηλαδή του επιβλέποντα μηχανικού, να προκύπτει η ειδικότερη συμφωνία του με την ως άνω εταιρεία, καθώς και η καταβολή της αμοιβής του. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2010 αίτηση του Χ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 4505/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ’ υποχρέου. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των οικείων ποινικών διατάξεων. Αιτιολογείται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του και ο επιτακτικός κανόνας από τον οποίο απορρέει η υποχρέωση του. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1180/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σουμελά, περί αναιρέσεως της 1105/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 97/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την προσβαλλόμενη 1105/2010 απόφαση του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την παράβαση του αγορανομικού κώδικα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) ημερών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νομίμως, σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις της πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου, για την πράξη που αποδίδεται στον τελευταίο, αλλά και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που αποδίδεται σ' αυτόν με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος και αγορανομικός εκπρόσωπος της εταιρίας "ΜΥΛΟΙ Κ. Α. Ε" η οποία διατηρεί μύλο παραγωγής αλεύρων στις Σέρρες. Την 2 Αυγούστου 2005, παρασκεύασε άλευρο τύπου 90%, το οποίο διέθεσε προς πώληση στον αθωωθέντα Ι. Κ. στο .... Την 24-8-2005, σε έλεγχο που νομότυπα διενεργήθηκε από την αρμόδια Χημική Υπηρεσία Καβάλας δείγμα του αλεύρου τύπου 90% παραγωγής 2-8-05 και ανάλωσης κατά προτίμηση εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία παραγωγής, αφού εξετάστηκε από την αρμόδια χημική υπηρεσία βρέθηκε "ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟ", διότι έχει τέφρα 1,70 % αντί εντός των ορίων 1,25 έως 1,35 %. Το γεγονός ότι η περίσσεια τέφρα δεν προκαλεί βλάβη στην υγεία του καταναλωτή δεν καθιστά το προϊόν κανονικό, άλλωστε και η ίδια η εταιρία του εκκαλούντος, μετά τον έλεγχο αυτό, με ενέργειες που έκανε ζήτησε από το αρμόδιο υπουργείο να καθοριστούν διαφορετικά τα όρια τέφρας στα προϊόντα της. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι στον πιο πάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο (στο ... την 24-8-2005), ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος και αγορανομικός εκπρόσωπος της εταιρίας "ΜΥΛΟΙ Κ. Α.Ε", δε συμμορφώθηκε με τις γνωμοδοτήσεις της αρμόδιας χημικής υπηρεσίας με τις οποίες καθορίζονται οι όροι που πρέπει να πληρούν τα προσφερόμενα στην κατανάλωση τρόφιμα ως και αντικείμενα χρήσης και οι όροι που πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και συντήρηση αυτών προς φύλαξη της δημόσιας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών και διέθεσε στην κατανάλωση αλεύρι τύπου 90% παραγωγής 2-8-05 και ανάλωσης κατά προτίμηση εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία παραγωγής, από κλειστή συσκευασία των 50 κιλών, δείγμα του οποίου αφού εξετάστηκε από την αρμόδια χημική υπηρεσία βρέθηκε "ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟ", διότι έχει τέφρα 1,70 % αντί εντός των ορίων 1,25 έως 1,35 % και για το λόγο τούτο πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Από τα ίδια πραγματικά περιστατικά και ιδίως την προσπάθεια του εκκαλούντος να διορθωθούν τα όρια του παραγομένου προϊόντος προέκυψε ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του και για το λόγο αυτό πρέπει να του αναγνωρισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ".
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27 ΠΚ και αρθρ. 106 παρ. 11β του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών σε συνδυασμό με το άρθρο 30 παρ. 12 του Ν. 136/1946, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων παρασκεύασε άλευρο τύπου 90%, το οποίο σε γενόμενη δειγματοληψία διαπιστώθηκε ότι περιείχε τέφρα σε ποσοστό 1,70% αντί του επιτρεπόμενου από 1,25-1,35%, όπως ορίζεται στη σχετική διάταξη του άρθρου 106 παρ.11β του Κ.Τ.Π.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του Κ.Π. Δ, πρώτος και τρίτος λόγοι αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αίτηση του αναιρεσείοντος, ότι με την πράξη του αυτή δεν αποκόμισε κέρδος, είναι αβάσιμη αφού το στοιχείο αυτό δεν είναι απαραίτητο για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του παραπάνω αδικήματος, ενώ, οι λοιπές αιτιάσεις του πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες.
Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων σ' αυτό εγγράφων έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, οπότε δημιουργείται ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά τα άρθρα 170 παρ.2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β' του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, ο αναιρεσείων ενώ προσκόμισε το υπ' αριθμ. 3006957/834/24-3-2009 έγγραφο του Γενικού Χημείου του Κράτους, δε λήφθηκε υπόψη και δε συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος προσκόμισε το ως άνω έγγραφο το οποίο και αναγνώστηκε με α.α. 9, που εκτιμήθηκε και αξιολογήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, που κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, στηρίζεται, όχι στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, που σημειώνει στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων, αλλά στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β' του ΚΠΔ, για ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-1-2011 αίτηση του Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1105/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Καβάλας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του Αγορανομικού Κώδικα. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και σχετικής ακυρότητας. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1179/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Α. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γιαννικόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 80550/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 51/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ και 171 παρ. 1 εδ.α' του ίδιου κώδικα, λόγο αναιρέσεως της απόφασης που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα, που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής: Στην σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 25/10/2010, είχαν κληρωθεί να μετέχουν ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Νικόλαος Μήλιος και οι Πλημμελειοδίκες Ευαγγελία Παπάζογλου και Αθανασία Βασιλάκη.
Όταν επρόκειτο να εκδικασθεί η ποινική υπόθεση με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα Ι. Α., ο Πρόεδρος του δικαστηρίου Νικόλαος Μήλιος υπέβαλε νομοτύπως δήλωση αποχής, σύμφωνα με το άρθρο 23 του ΚΠΔ. Επί της δηλώσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 80579α /25/10/2010 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, το οποίο συνεδρίασε για το σκοπό αυτό την ίδια ημέρα (25/10/2010) και στη σύνθεση του οποίου δεν συμμετείχε ο δηλών Νικόλαος Μήλιος.
Στη συνέχεια συγκροτήθηκε εκ νέου το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και τη θέση του Προέδρου κατάλαβε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Δημήτριος Λευκός, ο οποίος είχε κληρωθεί ως αναπληρωματικός του ανωτέρω Νικολάου Μήλιου.
Έτσι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ανωτέρω σύνθεση εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 80550/25/10/2010.
Με τα δεδομένα αυτά η σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν απολύτως νόμιμη. Το υποστηριζόμενο από τον αναιρεσείοντα ότι η απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η δήλωση αποχής του Νικολάου Μήλιου είναι, λόγω του αριθμού της (80579α/2010), μεταγενέστερη της προσβαλλόμενης και συνεπώς η τελευταία εκδόθηκε πριν εκδικασθεί η δήλωση αποχής του Νικολάου Μήλιου, δεν ευσταθεί.
Πράγματι και οι δύο αυτές αποφάσεις εκδόθηκαν την ίδια ημέρα (25/10/2010) και προδήλως η περί εκδικάσεως της δηλώσεως αποχής υπ' αριθμ. 8057972010 απόφαση προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 80550/2010 αποφάσεως. Το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση φέρει μικρότερο αριθμό από εκείνον της αποφάσεως που έκρινε τη δήλωση αποχής, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα και προφανώς οφείλεται σε τεχνικούς λόγους , σχετικούς με την οργάνωση και τον τρόπο λειτουργίας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη...Η διάταξη του άρθρου 349 για αναβολή της συζήτησης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας κ.λ.π.". Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε το αίτημα αναβολής. Εξ άλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , δεν αφορά μόνο την κύρια απόφαση, αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.80550/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 108675/2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο σε φυλάκιση δώδεκα(12) μηνών, που μετατράπηκε προς 10 ευρώ ημερησίως, μετά την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν εμφανίστηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος, αλλά αντ' αυτού εμφανίστηκε ως άγγελος ο Σ. Γ., δικηγόρος Αθηνών, ο οποίος ανήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος αδυνατεί, λόγω ασθενείας του, να εμφανισθεί στο ακροατήριο και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκόμισε στο δικαστήριο την από 25/10/2010 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του ιατρού Η. Μ., η οποία και αναγνώσθηκε, ενώ ο ίδιος εξετάστηκε και ως μάρτυρας, καταθέτοντας ότι: "Δεν πρόλαβα να πάρω εξουσιοδότηση, είναι άρρωστος, έχει κολπική μαρμαρυγγή". Το δικαστήριο ακολούθως απέρριψε το αίτημα αναβολής ως ουσιαστικά αβάσιμο και κατόπιν την έφεση ως ανυποστήρικτη, με την εξής αιτιολογία: "Από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο και την ανάγνωση της από 25/10/2010 ιατρικής βεβαίωσης -γνωμάτευσης του ιατρού Μ. Η., το δικαστήριο δεν πείστηκε ότι το προβαλλόμενο κώλυμα (κολπική μαρμαρρυγή) αποτελεί σπουδαίο λόγο που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης. Επιπρόσθετα, ως εκ του χρόνου τέλεσης της πράξης (2002) ο εκκαλών επιδιώκει την παραγραφή της πράξης, και γι' αυτό το αίτημα αναβολής, ασκείται καταχρηστικά". Όμως η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση δεν είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, και τους συλλογισμούς με τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του αυτή. Δεν εξηγεί τι περιλαμβάνει η ιατρική βεβαίωση, ποιά είναι η ασθένεια του εκκαλούντα-κατηγορουμένου και πως παρά ταύτα δικαιολογείται η κρίση του ότι ο λόγος αναβολής δεν συνιστά σημαντικό αίτιο για αδυναμία εμφάνισης του στο ακροατήριο του δικαστηρίου. Το γεγονός ότι υφίσταται κίνδυνος παραγραφής, δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία. Εφόσον μετά από αυτά το ως άνω δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη ,υπερέβη σχετικώς την εξουσία του.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως( άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 80550/2010 απόφαση του του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση, αφού προηγουμένως το δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα για αναβολή της δίκης, λόγω σημαντικού αιτίου στο πρόσωπο του εκκαλούντος. Λόγοι αναίρεσης: 1) Απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου (171 παρ. 1 α και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ). Απορρίπτεται ως αβάσιμος, και 2) έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Βάσιμος ο λόγος, στερείται αιτιολογίας η παρεμπίπτουσα απόφαση. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1178/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαυρουδή, για αναίρεση της υπ'αριθ.7541/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 37/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, η οποία φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στην Αθήνα την 30-1-2003.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα , τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για τον σχηματισμό της καταδικαστικής (ή αθωωτικής) κρίσης του, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7541/2010 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που την εξέδωσε, προκειμένου να στηρίξει την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, διέλαβε στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης του, κατά πιστή αναφορά τα εξής: "Στην Αθήνα, στις 30-1-2003, ο κατ/νος συνέταξε την υπ'αριθμ.... επιταγή, ποσού 2.400 ευρώ, που δήθεν θα πληρωνόταν από λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, στο κατάστημα της Ν.Ερυθραίας και έθεσε στη θέση του εκδότη και κάτω από την εταιρική επωνυμία "Β.Ν.Σ. και ΣΙΑ Ε.Ε." στη δήθεν υπογραφή του Σ. Β.. Στη συνέχεια, ο κατ/νος έκανε χρήση αυτής (πλαστής επιταγής), δεδομένου ότι την παρέδωσε στο Γ. Τ., ο οποίος εξέδωσε διαταγή πληρωμής. Ο κατ/νος ισχυρίζεται, ότι πρέπει να μετατραπεί ο χρόνος τέλεσης της πιο πάνω αξιόποινης πράξης από 30-1-2003 σε 16-9-2002, επειδή τότε κατείχε και παρέδωσε με οπισθογράφηση του στο Γ. Τ. την πιο πάνω επιταγή. Όμως, ο Γ. Τ. επικοινώνησε με το Β. Σ. στις 31-1-2003 και του ζήτησε να πληρώσει την ως άνω επιταγή, η οποία ήταν πλαστή. Αν η επιταγή αυτή του είχε παραδοθεί από τις 16-9-2002, θα είχε τηλεφωνήσει στο Β. Σ. νωρίτερα για να διαπιστώσει, αν θα πλήρωνε αυτή ή όχι. Να σημειωθεί εδώ, ότι ο Γ. Τ. ήταν συγκατηγορούμενος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τον κατηγορούμενο στην υπόθεση αυτή στο παρών Δικαστήριο, ο οποίος αθωώθηκε και αυτά που ανέφερε προανακριτικά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στην αστική δίκη δεν είναι πειστική. Τα αυτά ισχύουν και με το μάρτυρα, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος ήταν μάρτυρας υπεράσπισης του κατ/νου τότε Γ. Τ.. Το γεγονός, αν υπήρξε πραγματικό δάνειο από προς τον Γ. Τ. προς τον κατ/νο ύψους 49.000 ευρώ, για το οποίο ο κατ/νος του έδωσε μεταχρονολογημένες πλαστές επιταγές και ο Γ. Τ. σε μετρητά το ως άνω ποσό, ατό το γνωρίζουν μόνον αυτοί οι δύο. Όμως, ο Γ. Τ. ήταν ως σύμβουλος στο Επιμελητήριο και γνώριζε τι συμβαίνει στις εμπορικές συναλλαγές και πριν παραλάβει τις ως άνω επιταγές θα μπορούσε να ελέγξει από τους εκδότες και την Τράπεζα, αν ήσαν γνήσιες και υπήρχε πρόθεση πληρωμής τους. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπήρξε δάνειο. Ο Β. Σ. στην ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και στο παρόν Δικαστήριο δεν ανέφερε για την επίδικη επιταγή αλλά για δύο προηγούμενες αυτής επιταγές, που ήσαν πλαστές, και ειδοποιήθηκε στις 10-9-2002, δεν γνώριζε, δε, πότε συνέταξε ο κατ/νος την επιταγή, που έληγε 30-1-2003. Το γεγονός, ότι ο τελευταίος κομιστής τον ειδοποίησε να πληρώσει την ως άνω επιταγή στις 31-1-2003, δημιουργεί την πεποίθηση στο Δικαστήριο ότι ο κατ/νος τη συνέταξε την ημερομηνία λήξης αυτής 30-1-2003. Ο Γ. Τ., ως κομιστής της επίδικης επιταγής, παρόλο, που ενημερώθηκε από το Β. Σ. ότι αυτή ήταν πλαστή και είχε υποβάλει μήνυση κατ'αγνώστου, καθώς επίσης και από την Τράπεζα για την πλαστότητα αυτής, εξέδωσε διαταγή πληρωμής, η οποία ακυρώθηκε μετά από ανακοπή, που άσκησε ο Β. Σ. από το Δικαστήριο, ενώ είχε αναφέρει ο Γ. Τ. στο Β. Σ. σε ......ότι γνώριζε ποίος του έδωσε την επιταγή και θα λάμβανε τα χρήματα από εκείνον, γεγονός, που σημαίνει ότι τελικά ο κατ/νος μαζί με το Γ. Τ., ενώ ήταν πλαστή η επίδικη επιταγή ήθελαν να εισπράξουν το ποσό αυτής από το Β. Σ.. Κατόπιν τούτων, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, ως αβάσιμων κατ' ουσίαν, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για την αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορείται". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά(7) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη ως προς τα αποδεικτικά μέσα , τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, αφού δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με αυτά, έστω και κατά το είδος τους, καίτοι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι εξετάστηκε στο ακροατήριο ένας μάρτυρας κατηγορίας και αναγνώσθηκαν συνολικά 18 έγγραφα. Ούτε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή μνεία των ως άνω αποδεικτικών μέσων, ούτε από το όλο περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει, είτε ευθέως, είτε διηγηματικώς, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης, όσον αφορά την λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 του ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα ,είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 εδ. β και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και στον Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κριθεί τυπικά δεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρα 12,18 και 216 παρ. 1 του ΠΚ), φέρεται δε ότι τελέστηκε την 30/1/2003. Όμως από τον ανωτέρω χρόνο τέλεσης της μέχρι και την συζήτηση της αναίρεσης παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της οκταετίας και έτσι εξαλείφθηκε το αξιόποινο αυτής. Επομένως, αφού η αίτηση αναίρεσης περιέχει παραδεκτό λόγο αναίρεσης, ο οποίος έγινε δεκτός ως βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7541/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα την 30/1/2003.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Λόγος αναίρεσης: έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα . Δεκτός ο λόγος ως βάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν αναφέρει στο προοίμιο, ούτε προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης, ότι έλαβε υπόψη του τον μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε και 18 έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Αναιρεί και παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1177/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης D. I. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χατζηγιαννάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.3427/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Π. Κ. και πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 909/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς, καθώς και ως προς τη διάταξή της περί ποινής. Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση κατά το άνω αναιρούμενο μέρος. Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αναίρεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Ωστόσο, πρέπει, να προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Αντίθετα, η γνωμάτευση ή γνωμοδότηση που προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, αναφορικά με τα γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν συντάσσεται ύστερα από παραγγελία του αρμοδίου ανακριτικού υπαλλήλου ή του ανακριτή ή του δικαστηρίου ή συμβουλίου, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 ΚΠΔ. Απλώς λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη και συνεκτιμάται ως απλό έγγραφο μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και επομένως δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή της (ΑΠ 1489/2009, ΑΠ 786/2009.) Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 3427/2009 απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ'έφεση, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης της κατ'εξακολούθηση και της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το άνω Πενταμελές Εφετείο προκειμένου να στηρίξει την καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του, διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά αποδείχθηκαν, "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλη την αποδεικτική διαδικασία". Περαιτέρω από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκαν και τα ακόλουθα έγγραφα: α) η από 2-4-2004 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της ειδικής δικαστικής γραφολόγου-γραφοψυχολόγου Β. Σ. (με α.α 39 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων), β) η από 5-11-2008 έκθεση ελέγχου της εταιρείας FRS GLOBAL ΑΕ για την Ι. D. (αναιρεσείουσα), γ) η από 8-12-2009 ψυχιατρική γνωμοδότηση του ψυχιάτρου Ι. Ν. για την ήδη αναιρεσείουσα,(α.α 12 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων) δ) η από 27-9-2007 έκθεση τεχνικού συμβούλου του ψυχιάτρου Ι. Ν. για την αναιρεσείουσα, (α.α 24 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων), και ε) η ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ειδικού ιατροδικαστή Χ. Κ. για την αναιρεσείουσα (α.α 25 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων). Όμως, οι ως άνω αναγνωσθείσες εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις δεν ανήκουν στο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο πραγματογνωμοσύνης, που προβλέπεται από τα άρθρα 178 και 183 του Κ.Π.Δ, ώστε να μνημονεύονται χωριστά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού οι εκθέσεις αυτές δεν συντάχθηκαν ύστερα από παραγγελία των αρμοδίων ανακριτικών υπαλλήλων ή του δικαστηρίου ή του συμβουλίου, αλλά αντιθέτως, προκλήθηκαν και προσκομίσθηκαν, στο δικαστήριο, μετά από πρωτοβουλία της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς όλες οι ανωτέρω εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις εμπίπτουν στην έννοια του αποδεικτικού μέσου των εγγράφων (άρθρο 178 εδ. στ ΚΠΔ) και όχι εκείνου της πραγματογνωμοσύνης, ως έγγραφα δε λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο συναφής περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αναφορικά με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, είναι αβάσιμος και ο άλλος συναφής περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας της αποφάσεως, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του ότι στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν αιτιολογείται η αντίθετη με τα πορίσματα των ως άνω εκθέσεων γνωμοδοτήσεων κρίσης του Δικαστηρίου, αφού ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Πράγματι, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι εν λόγω εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά ανήκουν στην κατηγορία των εγγράφων και για το λόγο αυτό, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, αρκεί η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να είναι απαραίτητη η παράθεση ειδικής αιτιολογίας για την αντίκρουση του περιεχομένου των πορισμάτων των εγγράφων αυτών.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας και της απάτης(ΑΠ 412/2007, ΑΠ 415/2007). Ειδικώς η καταδικαστική απόφαση για το έγκλημα της απάτης πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ο δόλος του δράστη, ως προς το ψευδές της παραστάσεως, της αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως και την επιδίωξη του για τον πορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους για τον εαυτό του ή άλλο με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πλανηθέντος ή τρίτου(ΑΠ 1215/2007). Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα , πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο μερικά από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.
Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας πρός καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση τους, γιατί διαφορετικά, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός με την παραπάνω έννοια είναι και ο περί ελλείψεως ή μειωμένης ικανότητος προς καταλογισμό (άρθρο 34 και 36 ΠΚ), αφού, σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητας του, έχει ως συνέπεια το ατιμώρητο του δράστη ή την επιβολή μειωμένης ποινής. Αυτοτελής δε είναι και ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ.1 του ίδιου άρθρου , στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως προκειμένου να προβεί στη μέτρηση αυτής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το ανωτέρω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων(ΑΠ 743/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη από τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "με την πράξη 2286/1994 του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος επιτράπηκε στις λειτουργούσες στην Ελλάδα Τράπεζες να χορηγούν καταναλωτικά δάνεια με την προσκόμιση δικαιολογητικών μέχρι το 65% της χρηματοδοτούμενης δαπάνης με ανώτατο όριο χρηματοδότησης ανά φυσικό πρόσωπο 8.000.000 δρχ. (αργότερα καθορίστηκε σε 25.000 ευρώ). Το υπόλοιπο 35% της δαπάνης θα αποτελούσε τη συμμετοχή του δανειολήπτη, η οποία θα προκαταβαλλόταν από αυτόν στη δανείστρια τράπεζα, ώστε να εκδίδεται ακολούθως δίγραμμη επιταγή στο όνομα του προμηθευτή για ολόκληρη την αξία του τιμολογίου. Κάθε Τράπεζα είχε την ευχέρεια, εξειδικεύοντας του όρους της δανειοδότησης, να προσθέσει τις αναγκαίες κατά την κρίση της προϋποθέσεις για το σκοπό αυτό. Έτσι η Γενική Τράπεζα, με τις εγκυκλίους της 400/1994 και 464/2000, όρισε για τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων τις ακόλουθες προϋποθέσεις, οι οποίες ίσχυσαν κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2000 έως το Σεπτέμβριο του 2002: 1)Να μην έχουν οι δανειολήπτες δυσμενή στοιχεία, 2) το 30% να επαρκεί για την εξυπηρέτηση του δανείου, διαφορετικά να υπάρχει εγγυητής χωρίς δυσμενή στοιχεία και με εισόδημα επαρκές για την εξυπηρέτηση του δανείου, 3) να υποβάλουν οι δανειολήπτες αίτηση δανειοδότησης, συνοδευόμενη από α) ταυτότητα ή διαβατήριο, β) εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος του τελευταίου οικονομικού έτους ή αντίγραφο της τελευταίας φορολογικής δήλωσης, εκκαθαριστικά σημειώματα των δύο τελευταίων ετών οι ελεύθεροι επαγγελματίες και μισθοδοσία του τελευταίου μήνα ή βεβαίωση αποδοχών οι μισθωτοί, γ)τραπεζική ενημερότητα, όταν αναφέρονται δάνεια κλπ., δ) προσφορές ή προτιμολόγια των χρηματοδοτούμενων ειδών και ε) φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια πώλησης - δελτία - αποστολής), που θα σφραγίζονται με την ένδειξη "εξοφλήθηκαν με χρηματοδότηση από τη Γενική Τράπεζα", προκειμένου να γίνεται η εκταμίευση των χρημάτων. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Π. Κ. και D. I. συναποφάσισαν να εκμεταλλευτούν την ανάγκη πολλών προσώπων που ενδιαφέρονταν να πάρουν δάνεια, αλλά δεν κάλυπταν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, και να παρέμβουν με απατηλά μέσα για τη δανειοδότηση των προσώπων αυτών με καταναλωτικά δάνεια με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα συνέλαβαν το σχέδιο να συστήσουν εταιρίες, οι οποίες δεν θα ανέπτυσσαν καμιά εμπορική δραστηριότητα, αλλά θα εμφανίζονταν ως προμηθεύτριες καταναλωτικών εμπορευμάτων διαρκείας και εκδότριες κανονικών παραστατικών προς ενδιαφερόμενους για τη λήψη καταναλωτικών δανείων. Ακολούθως, κάνοντας χρήση εικονικών παραστατικών και ανακριβών ή πλαστών στοιχείων πιστοληπτικής ικανότητας, θα εμφάνιζαν στη Γενική Τράπεζα τους τελευταίους, ως πραγματικούς αγοραστές εμπορευμάτων που κάλυπταν δήθεν όλες τις προϋποθέσεις χρηματοδότησης της υποτιθέμενης δαπάνης, και με τον τρόπο αυτό, παραπλανώντας τα αρμόδια τραπεζικά όργανα και παρακάμπτοντας τους περιορισμούς της Τράπεζας της Ελλάδος και τις εγκυκλίους της Γενικής Τράπεζας, θα εξασφάλιζαν τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων στο όνομα των δήθεν αγοραστών και οι ίδιοι θα καρπώνονταν ένα μεγάλο μέρος από τα εκταμιευόμενα δάνεια. Έτσι συνέστησαν, με προσχηματικό αντικείμενο εργασιών το εμπόριο οικιακού και επαγγελματικού εξοπλισμού, ηλεκτρικών ειδών κλπ., την εταιρία "ΓΚΡΕΚΟΣΑΟΥΝΤ ΕΛΕΚΤΡΟΝΙΚΣ ΕΠΕ",με νόμιμη εκπρόσωπο τη δεύτερη κατηγορουμένη, την εταιρία "ΝΤΑΝΙΕΛΕ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ", με εταίρους και τους δύο και δ ιαχειριστή-νόμιμο εκπρόσωπο τον πρώτο κατηγορούμενο, την εταιρία "ΕΥΡΩΝΤΑΝ ΕΠΕ", με εταίρο νόμιμη εκπρόσωπο τη δεύτερη και την εταιρία "ΒΑΣΠΑΝΚ ΕΠΕ", εταίρους τον πρώτο, κατά ποσοστό 43,08%, καθώς και άλλα πρόσωπα, μη κατηγορουμένους στην παρούσα δίκη. Οι εταιρίες αυτές, τελούσαν πραγματικά υπό τον έλεγχο και τη συνεκμετάλλευση και των δύο προαναφερόμενων κατηγορουμένων, για την εξυπηρέτηση του πιο πάνω εγκληματικού σχεδίου αυτών, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε τυπική συμμετοχή τους σ' αυτές. Στην οργανωμένη και συστηματική παραπλάνηση των οργάνων της Γενικής Τράπεζας για τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων σε εικονικούς αγοραστές εμπορευμάτων των παραπάνω εταιριών, οι οποίοι δεν συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, καίριο ρόλο διαδραμάτισε και ο τρίτος κατηγορούμενος Δ. Α., προϊστάμενος του Τμήματος Χορηγήσεων του υποκαταστήματος της Γενικής Τράπεζας στην Καλλιθέα, ο οποίος ενήργησε ως άμεσος συνεργός κατ' εξακολούθηση στις πράξεις τετελεσμένης κακουργηματικής απάτης των συναυτουργών δύο πρώτων -κατηγορουμένων, που αναφέρονται σε χορηγηθέντα από το υποκατάστημα Καλλιθέας δάνεια και περιγράφονται αναλυτικά στο διατακτικό της απόφασης.
Ειδικότερα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι εύρισκαν, συνήθως μέσω αγγελιών στη εφημερίδα "ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ", άτομα μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας που ενδιαφέρονταν να πάρουν καταναλωτικά δάνεια και ήσαν διατεθειμένα να καταβάλουν στους ίδιους ένα μεγάλο μέρος, του δανείου. Τα άτομα αυτά έδιναν όσα στοιχεία διέθεταν στους δύο κατηγορουμένους (εκκαθαριστικά σημειώματα κλπ.), οι οποίοι συμπλήρωναν και τις περισσότερες φορές κατέθεταν οι ίδιοι στην Τράπεζα τις αιτήσεις δανειοδότησης υπογεγραμμένες από τους δανειολήπτες. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι εξέδιδαν εικονικές προσφορές ή τιμολόγια των πιο πάνω εταιριών τους για την αγορά δήθεν εμπορευμάτων από τους υποψήφιους δανειολήπτες και στη συνέχεια παρίσταναν ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους της Γενικής Τράπεζας ότι οι υποψήφιοι δανειολήπτες ήσαν δήθεν αγοραστές των αναγραφόμενων εμπορευμάτων και ότι συγκέντρωναν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη λήψη των δανείων. Ακόμη προσκόμιζαν στην Τράπεζα μαζί με τις εικονικές προσφορές ή τα εικονικά τιμολόγια και πλαστά έγγραφα που κατασκεύαζαν οι ίδιοι (εκκαθαριστικά σημειώματα ΔΟΥ) ή ψευδή κατά περιεχόμενο έγγραφα (δηλώσεις ακινήτων Ε9), των οποίων γίνεται αναλυτική αναφορά στο διατακτικό για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, έτσι ώστε να πειστούν τα αρμόδια τραπεζικά όργανα για την πιστοληπτική ικανότητα των υποψήφιων δανειοληπτών και να εγκρίνουν τις αιτήσεις και οι εποπτεύοντες υπάλληλοι της Κεντρικής Διεύθυνσης της Γενικής Τράπεζας ότι είναι σύννομη η διαδικασία χορήγησης των καταναλωτικών δανείων. Με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειες και με την άμεση συνεργεία του τρίτου κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν γνώστης όλων αυτών και με σκόπιμες υπηρεσιακές παραλείψεις και θετικές εισηγήσεις παρέσυρε τα άλλα μέλη της επιτροπής του Υποκαταστήματος της Καλλιθέας (Γ. Κ., διευθυντή, και Δ. Π., υποδιευθύντρια), τα οποία βασίζονταν στις εισηγήσεις εκείνου και δεν ενεργούσαν ουσιαστικό έλεγχο των φακέλων, επετύγχαναν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι τη χορήγηση των δανείων. Μετά την έγκριση των δανείων οι δανειολήπτες, συνοδευόμενοι κατά περίπτωση από τον πρώτο και τη δεύτερη από τους κατηγορουμένους, κατέθεταν το 35% της αξίας των τιμολογίων, το οποίο τους χορηγούσαν οι δύο τελευταίοι, στη δανείστρια- Τράπεζα, η οποία στη συνέχεια εξέδιδε δίγραμμη τραπεζική επιταγή για το σύνολο της αξίας των υποτιθέμενων εμπορευμάτων, στο όνομα του εκπροσώπου της εμφανιζόμενης εκάστοτε ως πωλήτριας εταιρίας, ο οποίος και το εισέπραττε. Ακολούθως, από το χορηγούμενο δάνειο το 45% καρπώνονταν οι κατηγορούμενοι και μόνο το υπόλοιπο 65% εισέπρατταν οι δανειολήπτες, οι οποίοι είχαν και την υποχρέωση να το εξοφλήσουν ολόκληρο με τους τόκους του.
Πιο συγκεκριμένα ο τρίτος κατηγορούμενος παραλάμβανε (συνήθως από τον πρώτο ή τη δεύτερη από τους κατηγορουμένους)τις αιτήσεις δανειοδότησης, ως προϊστάμενος του αρμόδιου τμήματος στο υποκατάστημα Καλλιθέας, τις οποίες επεξεργαζόταν σκόπιμα πλημμελώς και στη συνέχεια προωθούσε για έγκριση στην αρμόδια τριμελή επιτροπή, της οποίας ήταν μέλος και ο ίδιος. Εκεί τα άλλα δύο μέλη της επιτροπής (διευθυντής και υποδιευθύντρια), βασιζόμενα στις θετικές εισηγήσεις του και χωρίς να ελέγχουν ουσιαστικά το περιεχόμενο των φακέλων, ενέκριναν τη χορήγηση των δανείων. Αναλυτικότερα ο τρίτος κατηγορούμενος απέκρυψε και δεν σημείωσε στις εισηγήσεις του την ύπαρξη δυσμενών στοιχείων σε 13 περιπτώσεις καταναλωτικών δανείων (Φ., Θ., Γ., Κ., Μ., Μ., Ρ., Β., Ρ., Θ., Χ., Κ. και Κ.). Ο εν λόγω κατηγορούμενος εισηγήθηκε ακόμη και επέτυχε την έγκριση 8 καταναλωτικών δανείων, παρότι οι ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ξεπερνούσαν το 30% του εισοδήματος των δανειοληπτών και συγκεκριμένα κυμαίνονταν από 36% έως 63% (περιπτώσεις Π., Χ., Κ., Π., Π., Κ., Ρ. και Π.). Δεν έλαβε υπόψη του -και δεν αξιολόγησε δυσμενή ποιοτικά στοιχεία που αφορούσαν δάνεια ή πιστωτικές κάρτες, που είχαν χορηγηθεί από το κατάστημα της Γενικής Τράπεζας, παρότι ήταν διαθέσιμα (περιπτώσεις Θ., Λ., Θ., Σ.). Ο ίδιος πρότεινε στο γνωστό του Ι. Σ. να πάρει δάνειο μέσω του Π. Κ., με τον οποίο και είχε καθημερινή επικοινωνία από το υπηρεσιακό τηλέφωνο του τμήματος του. Μάλιστα όταν ρωτήθηκε από τον ομόλογο του στο κεντρικό κατάστημα της Γενικής τράπεζας Α. Κ. για την ποιότητα της συνεργασίας του πρώτου κατηγορουμένου με το υποκατάστημα Καλλιθέας και την πορεία των δανείων που χορηγήθηκαν με τιμολόγια των εταιριών του, απέκρυψε ότι είχαν ήδη δημιουργηθεί προβλήματα και καθυστερήσεις στην εξόφληση των δανείων.
Με τον πιο πάνω επιλήψιμο τρόπο, με απατηλά μέσα και πλαστογραφημένα στοιχεία, χορηγήθηκαν 50 καταναλωτικά δάνεια από το υποκατάστημα της Καλλιθέας και 5 από το κεντρικό κατάστημα της Γενικής Τράπεζας, από τα οποία εξελίχθηκαν χωρίς προβλήματα και χωρίς ζημία της Τράπεζας μόνο τα 9 (Π. Δ., Α. Κ., Ι. Σ., Κ. Β., Θ. Λ., Κ. Π. Α. Ρ., Φ. Φ., Δ. Μ.). Τα υπόλοιπα περιγραφόμενα ειδικότερα στο διατακτικό δάνεια περιήλθαν σε προσωρινή ή οριστική καθυστέρηση και μεταφέρθηκαν στην κατηγορία των καθυστερούμενων δανείων κατά τις ειδικότερες χρονολογίες και τα αντίστοιχα ποσά που αναφέρονται για κάθε περίπτωση δανείου στη σχετική κατάσταση εξέλιξης δανείων της Γενικής Τράπεζας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα δάνεια έμειναν ανείσπρακτα, αφού δεν υπήρχαν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εξασφάλιση της ικανοποίησης της δανείστριας Τράπεζας. Η περιέλευση των δανείων αυτών, έστω και σε προσωρινή καθυστέρηση, και το γεγονός ότι η αναγκαστική ικανοποίηση της Τράπεζας κατέστη τουλάχιστον αμφίβολη, είχε ως συνέπεια τουλάχιστον να απειληθεί σε βάρος της ζημία ισόποση με τη μη εξυπηρετούμενη οφειλή των δανείων σε κεφάλαιο και τόκους. Η πιο πάνω ζημία της Τράπεζας από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα των κατηγορουμένων έφτασε μόνο από το κεφάλαιο το ποσό των 550.000 ευρώ συνολικά, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το όριο των 150.000 ευρώ, που απαιτείται για τη θεμελίωση κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας σύμφωνα με το ν.1608/1950, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην παραπάνω νομική σκέψη. Το ύψος της ζημίας αυτής προκύπτει με σαφήνεια από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και δεν χρειάζεται να διενεργηθεί περαιτέρω οποιαδήποτε πραγματογνωμοσύνη για το σκοπό αυτό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο τρίτος κατηγορούμενος. Το γεγονός ότι η πολιτικώς ενάγουσα Γενική Τράπεζα δεν ανήκει εν όλω ή κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο δεν αναιρεί το χαρακτήρα αυτής ως νομικού προσώπου εντασσόμενου στο άρθρο 263α ΠΚ και συνακόλουθα προστατευόμενου από το Ν.1608/1950, σύμφωνα με τα εκτεθέντα αναλυτικά στην πιο πάνω νομική σκέψη, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο πρώτος κατηγορούμενος ελέγχονται αβάσιμα. Περαιτέρω όμως δεν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι εξακολούθησαν επί μακρό χρόνο την εκτέλεση των προαναφερόμενων εγκλημάτων ή ότι το αντικείμενο αυτών είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή ότι συνέτρεξαν άλλες ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 περ. τελευταία του ν. 1608/1950 και συνακόλουθα δεν δικαιολογείται η εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση της τελευταίας αυτής πρόβλεψης του ν.1608/1950. Συγκεκριμένα το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2001 έως τον Ιούνιο του 2002, μέσα στο οποίο τελέστηκαν τα εγκλήματα των κατηγορουμένων, δεν αποτελεί "μακρό χρόνο" τέλεσης των εγκλημάτων κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, όπως δέχθηκε και η πρωτόδικη απόφαση, ούτε το ποσό των 550.000 ευρώ αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αν ληφθούν υπόψη οι πολλαπλάσιες οικονομικές δυνατότητες και τα πολλαπλάσια οικονομικά μεγέθη της ζημιωθείσας Γενικής στοιχεία με τα οποία πρέπει να συσχετισθεί το αντικείμενο των επίμαχων εγκλημάτων. Ο συσχετισμός αυτός δείχνει το ποσό των 550.000 ευρώ (ακόμη και με την προσθήκη τόκων του), ως αντικείμενο των επίμαχων εγκλημάτων αποτελεί ένα σημαντικό ποσό για τη Γενική Τράπεζα, όμως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά την έννοια του άρθρου παρ.1 του ν.1608/1950.
Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι: Α) οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Π. Κ. και D. I. 1)ως συναυτουργοί κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση (τετελεσμένης και σε απόπειρα), που εμπίπτει στο άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, χωρίς όμως τις επιβαρυντικές περιστάσεις του αυτού, του οποίου εγκλήματος οι μερικότερες πράξεις περιγράφονται αναλυτικά στο διατακτικό υπό τα στοιχεία ΑαΙ-4 4 και ΑβΙ-8 και 2) ως συναυτουργοί κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, που εμπίπτει στο άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, χωρίς όμως τις επιβαρυντικές περιστάσεις του αυτού, του οποίου εγκλήματος οι μερικότερες πράξεις περιγράφονται επίσης αναλυτικά στο διατακτικό υπό τα στοιχεία Β1-8, Β) ο τρίτος κατηγορούμενος Δ. Α., άμεσης συνεργείας κατ' εξακολούθηση σε τετελεσμένη κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, πράξη που εμπίπτει στο άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1608/1950 , χωρίς όμως τις επιβαρυντικές περιστάσεις του αυτού, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό υπό τους αριθμούς 1 έως 39. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι τέλεσαν τις προαναφερόμενες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση τους και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (οργανωμένο σχέδιο) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και από την επανειλημμένη τέλεση σταθερή ροπή τους για διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Οι μερικότερες πράξεις τετελεσμένης απάτης και εκείνες της απόπειρας απάτης συνιστούν όλες μαζί κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αφού συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης των δύο πρώτων κατηγορουμένων για την εκτέλεση τους και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, έτσι ώστε εκλαμβάνονται ως ενιαίο έγκλημα. Πρέπει να σημειωθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, συρρέουν αληθώς και κανένα από αυτά δεν απορροφάται από το άλλο, αφού τα στοιχεία που αποτελούν την αντικειμενική υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο ή συνέπεια της πλαστογραφίας".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14,26,27, 42,45,46 παρ. 1β, 48, 216 παρ.1,2,3, 386 παρ.1,3 Π.Κ, και άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, πλήρως αιτιολογείται ο υπερχειλής δόλος της αναιρεσείουσας, τόσο αναφορικά με την πράξη της απάτης, όσο και αναφορικά με εκείνη της πλαστογραφίας. Πράγματι στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά ότι η αναιρεσείουσα αποφάσισε με τον συγκατηγορούμενό της Π. Κ., να εκμεταλλευθούν την ανάγκη πολλών προσώπων που ενδιαφέρονταν να πάρουν δάνεια, αλλά δεν κάλυπταν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και να παρέμβουν με απατηλά μέσα για τη δανειοδότηση των προσώπων αυτών, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι συνέλαβαν το σχέδιο να συστήσουν εταιρείες, οι οποίες δεν θα ανέπτυσσαν καμία εμπορική δραστηριότητα, αλλά θα εμφανίζονταν ως προμηθεύτριες καταναλωτικών εμπορευμάτων διαρκείας και εκδότριες εικονικών παραστατικών και ανακριβών ή πλαστών στοιχείων πιστοληπτικής ικανότητας, θα εμφάνιζαν στη Γενική Τράπεζα τους τελευταίους ως πραγματικούς αγοραστές εμπορευμάτων διαρκείας και εκδότριας εικονικών παραστατικών προς ενδιαφερομένους για τη λήψη καταναλωτικών δανείων, ακολούθως δε, κάνοντας χρήση εικονικών παραστατικών και ανακριβών ή πλαστών στοιχείων πιστοληπτικής ικανότητας, θα εμφάνιζαν στη Γενική Τράπεζα τους τελευταίους, ως πραγματικούς αγοραστές εμπορευμάτων που κάλυπταν δήθεν όλες τις προϋποθέσεις χρηματοδότησης της υποτιθέμενης δαπάνης και με τον τρόπο αυτό, παραπλανώντας τα αρμόδια τραπεζικά όργανα και παρακάμπτοντας τους περιορισμούς της Τράπεζας της Ελλάδος και τις εγκυκλίους της Γενικής Τράπεζας, θα εξασφάλιζαν τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων στο όνομα των δήθεν αγοραστών και οι ίδιοι θα καρπώνονταν ένα μεγάλο μέρος από τα εκταμιευόμενα δάνεια. Περαιτέρω, στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο παραδεκτώς συμπληρώνει το αιτιολογικό, αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της "από κοινού συνέλαβαν το σχέδιο να αποκομίσουν σημαντικά οικονομικά οφέλη με την εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων της Γενικής Τράπεζας, πείθοντας αυτούς να εγκρίνουν τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων σε άτομα που είχαν ανάγκη να τους χορηγηθούν δάνεια, αλλά δεν είχαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις......Γνωρίζοντας οι δυο κατηγορούμενοι τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν για τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων, τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν προέβησαν στις εξής ενέργειες.......Με την εν γνώσει παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων ως αληθινών, αλλά και με την άμεση συνδρομή του Δ. Α.......
που γνώριζε το σκοπό τους...." επί πλέον στο ίδιο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ρητώς αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της Π. Κ., κατάρτισαν τα επίδικα πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της Γενικής Τράπεζας σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα των οικείων δανειοληπτών, ενώ στη συνέχεια έκαναν χρήση των επίδικων πλαστών εγγράφων, γνωρίζοντας την πλαστότητά τους. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της οι προϋποθέσεις του άρθρου 34 του Π.Κ και επικουρικά του άρθρου 36 του ίδιου Κώδικα, γιατί, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών της λειτουργιών της (επειδή έπασχε και εξακολουθεί να πάσχει από μανιοκαταθλιπτική ψύχωση με αυτοκτονικό ιδεασμό), δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων της ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη της για το άδικο αυτό και επικουρικά ότι είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητα της για καταλογισμό. Τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό απέρριψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως αβάσιμο, με την ακόλουθη αιτιολογία "το γεγονός της ψυχικής πάθησης (μανιοκαταθλιπτική ψύχωση) της εν λόγω κατηγορουμένης, η οποία υπήρχε ήδη κατά το χρόνο τέλεσης των πιο πάνω εγκλημάτων, δεν είναι ικανό να οδηγήσει σε εφαρμογή είτε της διάταξης του άρθρου 34 του ΠΚ, είτε εκείνης του άρθρου 36 του ίδιου Κώδικα, αφού από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε απλώς η ασθένεια της κατηγορουμένης, όχι όμως και ότι αυτή η πάθηση κατά το χρόνο τέλεσης των επίμαχων πράξεων (Ιανουάριος 2001-Ιούνιος 2002), τελούσε σε κατάσταση νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης της, και μάλιστα τέτοια που να στερούσε ή να μείωνε σημαντικά την ικανότητα της να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων της ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη της για το άδικο, δηλαδή την ικανότητα της για καταλογισμό". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη επομένως, οι σχετικοί περί ελλείψεως αιτιολογίας, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση και συγκεκριμένα τον υπερχειλή δόλο της αναιρεσείουσας και το σκοπό της να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών εγγράφων τους αρμοδίους υπαλλήλους της Γενικής Τράπεζας και να προσπορίσει στον εαυτόν της παράνομο περιουσιακό όφελος, καθώς και αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της για έλλειψη ή έστω, μείωση της ικανότητας της προς καταλογισμό, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Σε σχέση όμως με τον άλλο αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για αναγνώριση στο πρόσωπο της, της ελαφρυντικής περιστάσεως, ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα δια του συνηγόρου της κατέθεσε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας έγγραφο υπόμνημα αυτοτελών ισχυρισμών, το οποίο ανέπτυξε και προφορικά, ζητώντας, μεταξύ άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο να αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπο της συντρέχει η ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση, προβάλλοντας ταυτοχρόνως και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της περιστάσεως αυτής. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε τα εξής: " Όσον αφορά το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. Ε του Π.Κ, επισημαίνεται ότι μετά την τέλεση των πράξεων, επέδειξα υποδειγματική συμπεριφορά, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από το ότι έχουν παρέλθει επτά-7- έτη από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι, μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα καθόλη τη διάρκεια της προσωρινής κράτησης μου, δεν είχα τιμωρηθεί πειθαρχικά, η συμπεριφορά και η διαγωγή μου υπήρξε άριστη, συμμορφώθηκα απόλυτα με τους σωφρονιστικούς κανονισμούς, συμπεριφέρθηκα καλά στις συγκρατούμενές μου και συνεργάστηκα με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, επιδεικνύοντας εργατικότητα, προθυμία και συνέπεια. Μάλιστα, με την υπ' αριθμ. 875/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (Αναστολών), αφέθηκα ελεύθερη με περιοριστικούς όρους, τους οποίους τήρησα απαρέγκλιτα συνεχίζοντας να επιδεικνύω υποδειγματική συμπεριφορά, όπως προκύπτει από την από 10-9-2007 βεβαίωση του Τ.Α Κυψέλης, σύμφωνα με την οποία παρουσιάζομαι κανονικά το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μήνα δυνάμει της ανωτέρω αποφάσεως. Επίσης, φροντίζω το τέκνο μου και δεν έδωσα αφορμή για αρνητικά σχόλια ούτε απασχόλησα τις διωκτικές αρχές.
Συνεπώς, από όλα συνάγεται ότι έχω επιδείξει μέχρι σήμερα συνέπεια και άριστη συμπεριφορά, τόσο εντός των φυλακών στις οποίες κρατήθηκα, όσο και μετά την προσωρινή αποφυλάκιση μου μέχρι σήμερα (19-10-2009) και ότι δεν πρόκειται να δημιουργήσω προβλήματα στο μέλλον". Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας με την εξής αιτιολογία: ".......από τα υπάρχοντα στοιχεία δεν δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση καλή συμπεριφορά αυτής για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις της". Η αιτιολογία όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά ελλιπής, αφού δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οδήγησαν το Εφετείο στην αρνητική περί αναγνωρίσεως της ανωτέρω ελαφρυντικής περιστάσεως κρίση του, ενώ δε γίνεται καμία αναφορά στα περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, προς θεμελίωση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως. Τούτο γιατί, το δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, για τη συνδρομή στο πρόσωπο της, της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, περιορίσθηκε μόνο στο ότι "από τα υπάρχοντα στοιχεία δε δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση καλή συμπεριφορά της για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις της", ενώ, η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί σειρά θετικών στοιχείων, που συνηγορούσαν στην παραδοχή του ισχυρισμού της αυτού, όπως ότι υπήρξε υποδειγματική η συμπεριφορά της κατά το διάστημα του επταετούς εγκλεισμού της στο Κατάστημα Κράτησης, κατά τη διάρκεια του οποίου όχι μόνο δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά, αλλά ούτε και υπέπεσε σε οποιαδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, πολύ δε περισσότερο που η ίδια είχε άψογη συνεργασία με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, ενώ, μετά την υπ' αριθμ. 875/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία πέτυχε την προσωρινή αναστολή έκτισης της ποινής της, εωσότου εκδικαζόταν σε δεύτερο βαθμό η κατ' αυτής κατηγορία, καθώς και ότι δεν είχε παραβεί τους περιοριστικούς όρους, που της είχαν επιβληθεί με την άνω απόφαση. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως του ότι η αναιρεσείουσα επέδειξε καλή συμπεριφορά για μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση των πράξεων της (άρθρο 84 παρ.2ε του Π.Κ) είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απορριπτική της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως διάταξη της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη της για την επιβολή ποινής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου το εκδόσαν αυτή Εφετείο να κρίνει ως προς το μέρος της συνδρομής στο πρόσωπο της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε του Π.Κ, και σε καταφατική περίπτωση να συνεκτιμηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής, που θα της επιβληθεί, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 3427/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνο α) ως προς τη διάταξη της που απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνδρομής στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περιστάσεως ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του β) ως προς τη διάταξη της περί της ποινής που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό πράξεις.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 8 Ιουνίου 2010 αίτηση της D. I. του Δ., κατοίκου ... ..., για αναίρεση της ίδιας (με αριθμό 3427/2009) αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για κακουργηματική απάτη και πλαστογραφία με το ν. 1608/1950 σε βάρος Τράπεζας με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και την απόρριψη ελαφρυντικής περιστάσεως 84 παρ.2ε ΠΚ. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για ελαφρυντική περίσταση. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1174 / 2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Παναγιώτη Βασιλακόπουλο και Χαράλαμπο Τσιρογιάννη, περί αναιρέσεως της 868/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, καθώς και στο από 22 Φεβρουαρίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1433/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του χρέους. Ειδικότερα, προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τους τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Το άρθρο τούτο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, διώκεται δε ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό της οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κτλ), και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία, λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος χρόνος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος - οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ. 356/1974) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφορικά με το παραπάνω έγκλημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Εξ άλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 868/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, μετά από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως που μνημονεύει και προσδιορίζει κατά το είδος τους, δέχθηκε τα ακόλουθα (κατά το νομικό και πραγματικό μέρος): Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττομαι από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π. και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος χρόνος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνος βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του (ΑΠ 126/2009 ΤρΝομΠληρ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω ως χρόνος τέλεσης του ανωτέρω αδικήματος είναι η παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους (ΑΠ 1451/05 Νόμος). Εξάλλου κατ' άρθρο 84 παρ. 2β του ΠΚ για να συντρέξουν οι προβλεπόμενες από αυτό ελαφρυντικές περιστάσεις οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 83 του ΠΚ πρέπει ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, ήτοι όχι από κερδοσκοπία (ΑΠ 626.06 Νόμος).
Από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τις καταθέσεις των μαρτύρων του κατηγορητηρίου, που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και απ' όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Από το με αριθμό 1/2006 πίνακα χρεών που συντάχθηκε από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Τρικάλων Α. Π. προκύπτει ότι σε βάρος του κατηγορούμενου βεβαιώθηκαν από την προαναφερόμενη οικονομική αρχή τα ακόλουθα χρέη: 1) το με αριθμό 5, ύψους 5.738.037,46 ευρώ, που βεβαιώθηκε στις 2.11.2005 και αφορούσε τέλη και πρόστιμα τελωνείων, που μαζί με τις προσαυξήσεις 6.707.765,79 ευρώ ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 12.445.803,25 ευρώ και το οποίο έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ εντός διαστήματος τεσσάρων μηνών από τ7/ν ταμειακή του βεβαίωση (2.11.2005), ήτοι μέχρι τις 3.3.2006 και 2) το με αριθμό 6, ύψους 1.124.916,43 ευρώ, που βεβαιώθηκε στις 2.11.2005 και αφορούσε τέλη και πρόστιμα τελωνείων, που μαζί με τις προσαυξήσεις 1.315.027,31 ευρώ ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 2.439.943,74 ευρώ και το οποίο έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ εντός διαστήματος τεσσάρων μηνών από την ταμειακή του βεβαίωση (2.11.2005), ήτοι μέχρι τις 3.3.2006. Για τα δύο τελευταία χρέη στον εν λόγω πίνακα χρεών αναγράφεται ως χρόνος καταβολής τους η 31.8.1999, γεγονός, όμως, το οποίο δεν είναι ακριβές, ο χρόνος δε αυτός αφορά τον χρόνο από τον οποίο θα μπορούσαν να συνυπολογισθούν προσαυξήσεις επί του χρέους. Τα με αριθμό 5 και 6 χρέη, ύψους αντίστοιχα 12.445.803,25 και 2.439.943,74 ευρώ και συνολικά 14.885.746,99 ευρώ δεν έχουν εξοφληθεί από τον κατηγορούμενο. Αφορούν τέλη και πρόστιμα τελωνείων και καταλογίσθηκαν σε αυτόν αντίστοιχα με τις με αριθμούς 132/97/1999 και 133/97/1999 καταλογιστικές πράξεις του τελωνείου Κρυσταλλοπηγής. Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη ο χρόνος διάπραξης των διωκόμενων πράξεων, ήτοι της με καταβολής των χρεών που στο πίνακα φέρουν τους αριθμούς 5 και 6, είναι ο χρόνος συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών μετά τη βεβαίωση στις 2.11.2005 από την αρμόδια οικονομική αρχή (Δ.Ο.Υ. Τρικάλων), ήτοι στις 3.3.2006, χρόνος που είναι διάφορος του ληξιπρόθεσμου του χρέους που συνάπτεται με την στενή έννοια βεβαίωση. Από το χρονικό αυτό σημείο (3.3.2006) άρχισε τρέχουσα και η πενταετής παραγραφή της πράξης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1,3,112 και 113 του ΠΚ, η οποία όμως παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 26.11.2008, οπότε επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το με αριθμό 2349/07 κλητήριο θέσπισμα για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις του, κατά τα προκύπτοντα από το υπό ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος Τρικάλων Σ. Τ., ούτε, άλλωστε, συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, και επομένως, η αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη, ως αφορώσα τη δημόσια τάξη, ένσταση παραγραφής των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο αξιόποινων πράξεων, πρέπει ν απορριφθεί ως αβάσιμη. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι τα χρέη αυτά (5 και 6) δεν έχουν εξοφληθεί από τον κατηγορούμενο πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για τη μη καταβολή τους.
Περαιτέρω επί του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου που αφορά στην αθώωση του με τις με αριθμούς 111/03, 245-246/02 και 763/00 αποφάσεις αντίστοιχα του Τριμελούς Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας και Θεσσαλονίκης για την πράξη της λαθρεμπορίας, δυνάμει της οποίας έγινε η βεβαίωση των ως άνω χρεών λεκτέα τα ακόλουθα: Από την επισκόπηση του περιεχομένου των ως άνω αποφάσεων προκύπτει ότι: α) ο κατηγορούμενος με τις με αριθμούς 111/03 και 245-246/02 αποφάσεις αντιστοίχως του Τριμελούς Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας και Θεσσαλονίκης φέρεται αθωωθείς για τις πράξεις της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, ήτοι για πράξεις διάφορες της λαθρεμπορίας, β) με τη με αριθμό 763/00 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε αθώος της πράξης της ηθικής αυτουργίας σε λαθρεμπορία κατά εξακολούθηση για τα οποία εξεδόθησαν τα με αριθμούς 11846180, 11846182, 11846178, 11846179, 11846305, 11846306 και 11846339 carnet tir tarac alcool, ήτοι για carnet διάφορα εκείνων που αναφέρονται στις ένδικες με αριθμούς 132/97 και 133/97 καταλογιστικές πράξεις του Τελωνείου Κρυσταλλοπηγής που βεβαίωσε ταμειακώς το μη καταβληθέν χρέος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Μετά ταύτα ο ως άνω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος.
Περαιτέρω δεν απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια και ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος.
Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την προαναφερθείσα πράξη.
Στη συνέχεια το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως του άρθρου 25 παρ. 1 γ του Ν. 1882/1990, ήτοι του ότι "Στα Τρίκαλα στις 3/3/2006 με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως ισχύει, και συγκεκριμένα ότι κατά τον ως άνω χρόνο δεν κατέβαλε δύο ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού δεκατεσσάρων εκατομμυρίων οκτακοσίων ογδόντα πέντε χιλιάδων επτακοσίων σαράντα έξι ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (14.885.746,99), όπως αυτά αναλυτικά εμφανίζονται με τους αριθμούς 5 και 6 στο με αριθμό 1/2006 πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ Τρικάλων και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε: 1) το χρέος με αριθμό 5, ύψους 5.738.037, 46 ευρώ, που βεβαιώθηκε στις 2/11/2005 και αφορούσε τέλη και πρόστιμα Τελωνείων, που μαζί με τις προσαυξήσεις 6.707.765,79 ευρώ ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 12.445.803,25 ευρώ και το οποίο έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ εντός διαστήματος τεσσάρων μηνών από την ταμειακή του βεβαίωση(2/11/2005), ήτοι μέχρι στις 3/3/2006, και 2) το χρέος με αριθμό 6, ύψους 1.124.916,43 ευρώ, που βεβαιώθηκε στις 2/11/2005 και αφορούσε τέλη και πρόστιμα Τελωνείων, που μαζί με τις προσαυξήσεις 1.315.027,31 ευρώ, ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 2.439.943,74 ευρώ και το οποίο έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ εντός διαστήματος τεσσάρων μηνών από την ταμειακή του βεβαίωση (2/11/2005), ήτοι μέχρι στις 3/3/2006". Του επέβαλε δε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και έξι (6) μηνών.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26,27 του ΠΚ και άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτίθενται: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών του αναιρεσείοντα (ήτοι η Δ.Ο.Υ. Τρικάλων), 2) ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης του κάθε χρέους (2/11/2005), 3) το ύψος των βεβαιωθέντων χρεών, με αύξοντες αριθμούς στον πίνακα χρεών, 5 και 6, που ανέρχονται στα ποσά των 12.445.803,25 και 2.439.943,74 ευρώ, αντίστοιχα, 4) ο τρόπος πληρωμής των βεβαιωθέντων χρεών (εφάπαξ καταβολή), 5) ο ακριβής χρόνος καταβολής των χρεών (2/11/2005), και 6) το ληξιπρόθεσμο αυτών (3/3/2006). Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να παρατεθεί αυτούσιος ο πίνακας χρεών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι αυτός είναι μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων και ως διαδικαστικό έγγραφο ήταν σε γνώση του αναιρεσείοντος, ο οποίος μπορούσε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου να κάνει δηλώσεις και παρατηρήσεις επ' αυτού, κατ' άρθρο 358 του ΚΠΔ. Ούτε ήταν αναγκαίο να αναφέρεται η ιδιότητα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, αφού αυτός, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εδιώκετο ατομικά ως οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο των ως άνω χρεών, και όχι ως εκπρόσωπος κάποιου νομικού προσώπου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ 2ος λόγος της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις επί μέρους ως άνω αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 86 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 1/1/1996, "καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή στο αρμόδιο Τελωνείο. Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία βεβαίωση (παρ. 1 ). Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη (παρ. 2 ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 παρ. 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά την παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Εξ άλλου με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1/1/2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι " Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα Τελωνεία, χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κτλ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: 1) ... 2)... 3)... . Τέλος με το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004 , η παράγραφος 7 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, αντικαταστάθηκε ως εξής: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι διαχωρίζεται σαφώς η παραγραφή της οφειλής και των χρεών προς το Δημόσιο από την παραγραφή του σε βαθμό πλημμελήματος διωκομένου ειδικού αδικήματος καθυστέρησης καταβολής των βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο. Ενώ κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 ου Ν. 2523/1997, οριζόταν ότι "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής (εδάφ. α) και η υποβολή της αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (εδάφ. 2), με την τελευταία τροποποίηση της παραγράφου αυτής 7, με το προπαρατεθέν άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, το παραπάνω πρώτο εδάφιο περί έναρξης παραγραφής του αδικήματος μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής, απαλείφθηκε εντελώς, στο δε δεύτερο εδάφιο προστέθηκε η φράση "Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Έτσι με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, ενώ δε μπορεί να γίνει λόγος για από παραδρομή απάλειψη του ανωτέρω πρώτου εδαφίου, το δε άρθρο 86 του Ν. 2362/1995 " Περί Δημοσίου Λογιστικού κτλ", διαλαμβάνει μόνον περί παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου και όχι περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστέρησης καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 για τα χρέη με αριθμούς 5 και 6 του πίνακα χρεών, ανερχόμενα, αντιστοίχως, στα ποσά των 12.445.803,25 και 2.439.943,74 ευρώ. Ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και τον ταυτόσημο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλει την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 καταδικάστηκε για τα εν λόγω χρέη, ενώ τα χρέη αυτά είχαν υποκύψει στην οκταετή παραγραφή, αφού, όπως ισχυρίζεται, από το χρόνο που εκδόθηκαν οι καταλογιστικές πράξεις του Τελωνείου Κρυσταλλοπηγής (31/8/1999) και μέχρι την επίδοση σ' αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος (26/11/2008) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και συνεπώς το αξιόποινο της πράξης είχε παραγραφεί και το δικαστήριο της ουσίας όφειλε να παύσει οριστικά την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ως άνω χρέη, που έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ, βεβαιώθηκαν από την Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, την 2/11/2005, και όχι την 31/8/1999, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι την ημερομηνία αυτή (31/8/1999) εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 132/97/1999 και 133/97/1999 καταλογιστικές πράξεις του Τελωνείου Κρυσταλλοπηγής και βεβαιώθηκε το 30% του χρέους, ενώ η ταμειακή βεβαίωση ολοκλήρου του ποσού με τις προσαυξήσεις έγινε την 2/11/2005, όταν απορρίφθηκε η προσφυγή του που είχε ασκήσει στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Κοζάνης. Ως εκ τούτου, εφόσον χρόνος διαπράξεως του εγκλήματος της μη καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο , είναι, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν 3220/2004 ,ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που τα χρέη βεβαιώθηκαν από την αρμόδια Δ.Ο.Υ Τρικάλων (βεβαιώθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, στις 2/11/2005), από το χρονικό αυτό σημείο της συμπλήρωσης τετραμήνου, που επί του προκειμένου τοποθετείται χρονολογικά στις 3/3/2006, άρχισε να τρέχει και η πενταετής παραγραφή, η οποία, όμως, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την 26/11/2008, οπότε επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα το με αριθμό 2349/2007 κλητήριο θέσπισμα για την παραπάνω αξιόποινη πράξη.
Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 7 του Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, ο εκ του άρθρου δε 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η του ΚΠΔ δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και ο ταυτόσημος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης και περί (αρνητικής)υπερβάσεως εξουσίας, λόγω μη παύσεως οριστικά της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ, 329,331,364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνο επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, πλην όμως τέτοια ακυρότητα δεν συνεπάγεται η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφων και η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο για την αναγκαία κρίση του, τα οποία συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της εις βάρος του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως για κάποιο έγκλημα, αφού αυτός , προς αντίκρουση των εγγράφων τούτων, μπορεί, κατ' άρθρο 358 του ΚΠΔ, να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτών αναγκαίες εξηγήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αιτιάται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ του λόγου ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του έγγραφο μη αναγνωσθέν και συγκεκριμένα το από 26/11/2008 αποδεικτικό επιδόσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το έγγραφο αυτό ως διαδικαστικό δεν ήταν απαραίτητο να αναγνωσθεί για να ληφθεί υπόψη.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, σύμφωνα με το οποία στην πράξη του ωθήθηκε από αίτια όχι ταπεινά. Πρέπει όμως ο ισχυρισμός αυτός να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο , με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία, καθόσον η αόριστη προβολή αυτού, όχι μόνο δεν υποχρεώνει το δικαστήριο να τον απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά ούτε καν το υποχρεώνει να απαντήσει σ' αυτόν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, ζήτησαν επικουρικά (δηλαδή σε περίπτωση καταδίκης του) να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β του ΠΚ, ήτοι ότι ωθήθηκε στην πράξη όχι από ταπεινά αίτια, αλλά εξ αιτίας της πεποίθησής του ότι δεν διέπραξε κανένα αδίκημα, η οποία τον ώθησε να μην καταβάλει το χρέος του στο Δημόσιο. Ο τρόπος αυτός υποβολής του ανωτέρω ισχυρισμού ήταν αόριστος και συνεπώς το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Επομένως, ο σχετικός πέμπτος λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης (σελίδα 2 της προσβαλλόμενης απόφασης) "οι συνήγοροι υπεράσπισης του εκκαλούντος-κατηγορουμένου έλαβαν διαδοχικώς το λόγο, και προέβαλαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς περί παραγραφής και χορηγήσεως της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, τους οποίους ανέπτυξαν προφορικά στο ακροατήριο με λεπτομέρεια και σαφήνεια". Τους ισχυρισμούς τους αυτούς ακολούθως τους υπέβαλαν και εγγράφως και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου. Όπως δε προκύπτει από τα ίδια πρακτικά (σελίδα 5) ο Εισαγγελέας της έδρας "αφού ανέπτυξε την κατηγορία, πρότεινε να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και την ενοχή του, όπως κατηγορείται". Κατά συνέπεια δεν δημιουργήθηκε καμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1,138 παρ. 2 και 3 και 171 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, διατεινόμενος ότι ο Εισαγγελέας πρότεινε επί των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του αντιδικονομικώς και ακαίρως. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ανεξαρτήτως αυτού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 δ του ΚΠΔ, την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7/9/2010 αναίρεση και τους από 22/2/2011 πρόσθετους λόγους του Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 868/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο, με χρόνο τελέσεως την 3/3/2006. (άρθρο 25 παρ. 1γ ν. 1882/1990). Λόγοι Αναίρεσης: α) απόλυτη ακυρότητα, 510 παρ. 1 Α και 171 παρ. 1δ του ΚΠΔ, διότι ο Εισαγγελέας πρότεινε ακαίρως για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της παραγραφής και του 84 παρ. 2β του ΠΚ Απορρίπτεται ως αβάσιμος, πέραν δε τούτου την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος, β) έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτεται ως αβάσιμος. Τι πρέπει να περιέχει η καταδικαστική απόφαση για να είναι αιτιολογημένη, γ) εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 7 του Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικ. με το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004 που εφάρμοσε που συνάπτονται με την παραγραφή του αδικήματος, και υπέρβαση εξουσίας (αρνητική, διότι έπρεπε να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής). Απορρίπτεται ως αβάσιμος, το χρέος βεβαιώθηκε 1/11/2005 και η παραγραφή του αδικήματος αρχίζει μετά την παρέλευση 4 μηνών, ήτοι την 3/3/2006, μέχρι δε την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος (26/11/2008) δεν παρήλθε πενταετία. Με τη νέα διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου έναρξης τη ς παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ, δ) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώστηκε, και δη το αποδεικτικό επίδοσης. Απορρίπτεται, διότι το αποδεικτικό ήταν έγγραφο διαδικαστικό και δεν ήταν απαραίτητο να αναγνωσθεί, ε) έλλειψη αιτιολογίας για απόρριψη του 84 παρ. 2β του ΠΚ. Ήταν παντελώς αόριστο και το δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει και πού περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του. Πρόσθετοι λόγοι, ταυτόσημοι με τον λόγο του κυρίου δικογράφου περί παραγραφής του αδικήματος. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1173/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Η. Γ. του Κ. και 2. Ε. Γ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Λιακόπουλο, περί αναιρέσεως της 6894/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Δεκεμβρίου 2010 δυο αιτήσεις τους, καθώς και στα από 15 Φεβρουαρίου 2011 δύο δικόγραφα πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 36/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: α) να γίνουν δεκτές οι υπ' αριθμ. 22/2010 και 23/2010 αιτήσεις αναιρέσεως της Ε. Γ. και Η. Γ., κατά της υπ' αριθμ. 6894/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, β) να αναιρεθεί η απόφαση αυτή στο σύνολό της και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 22/12/2010 αιτήσεις αναιρέσεως των ή του Κ. και Ε. Γ. του Χ., καθώς και οι από 15/2/2011 πρόσθετοι λόγοι αυτών κατά της υπ' αριθμ. 6894/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Η από τα άρθρα 93 παρ. 3 και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία του δικαστηρίου, αλλά και για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε.
Συνεπώς η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (Ολ.Α.Π. 7/2005). Η έλλειψη της κατά τα ανωτέρω απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο, αν δε το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του ΚΠΔ στα πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του, η οποία γίνεται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Εξ άλλου κατά το άρθρο 349 παρ. 1 α του ίδιου κώδικα το δικαστήριο μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Σημαντικό δε αίτιο για την αναβολή της δίκης κατά την προαναφερθείσα διάταξη αποτελεί και η κατ' αυτή (δίκη) αδυναμία από ανυπέρβλητο κώλυμα εμφάνισης του κατηγορουμένου, πράγμα το οποίο υπάρχει και όταν ο συνήγορος του κατηγορουμένου αδυνατεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο λόγω απασχόλησής του σε άλλη δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου, ενώ αν εμφανιζόταν θα εκπροσωπούσε τον απόντα κατηγορούμενο κατά τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 του ΚΠΔ. Τέλος κατά το άρθρο 502 παρ. 1 του ΚΠΔ τα άρθρα 340 και 349 του ΚΠΔ εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6894/2010 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και κατά το παρεμπίπτον μέρος αυτής προκύπτουν τα εξής: Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, αυτοί μεν βρέθηκαν απόντες, εμφανίσθηκε όμως ως άγγελος η δικηγόρος Αθηνών Α. Ξ. και είπε στο δικαστήριο, κατά λέξη τα κάτωθι: "Ο δικηγόρος Αθηνών Χρήστος Δεμερούκας χειρίζεται την υπόθεση των κατηγορουμένων και σήμερα βρίσκεται στα δικαστήρια της Αθήνας και θα παραστεί σε δύο υποθέσεις. Ζητάει μία μικρή αναβολή της παρούσας υπόθεσης. Σας προσκομίζω και σχετική δική του βεβαίωση". Το δικαστήριο, στη συνέχεια, αφού ανάγνωσε τη βεβαίωση, μετά από σχετική πρόταση του Εισαγγελέα, απέρριψε το αίτημα της αναβολής, με την εξής αιτιολογία, κατά το νομικό και πραγματικό του μέρος: "Στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων ή ο συνήγορός τους ζητούν να ασκήσουν δικαίωμα, που ρητά τους παρέχεται από το νόμο, το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί για τη σχετική τους αίτηση, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα κατά το άρθρο 170 παρ. 2 στοιχ. α του ΚΠΔ. Τέτοιο δικαίωμα είναι αυτό του κατηγορουμένου, που κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπό του ή στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισής του. Η παραδοχή τέτοιου αιτήματος ή μη του κατηγορουμένου απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που όμως σε περίπτωση απορρίψεως του αιτήματος αυτού οφείλει, κατ' άρθρο 139 εδ. β του ΚΠΔ, να διαλάβει στη σχετική απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Το άρθρο 349 του ΚΠΔ για αναβολή της συζήτησης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος, που δεν μπόρεσε να εμφανιστεί για λόγους ανώτερης βίας (άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ). Επί του προκειμένου, κατ' άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, το υπό κρίση αίτημα αναβολής της παρούσας ποινικής δευτεροβάθμιας δίκης, λόγω κωλύματος του δικηγόρου Αθηνών Χρήστου Δεμερούκα, που δεν τίθεται υπόψη του παρόντος κατ' έφεση δικάζοντος δικαστηρίου από τους εκκαλούντες ή από διορισμένο από τους ίδιους στην προκειμένη δευτεροβάθμια δίκη πληρεξούσιο συνήγορο υπεράσπισής τους, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 του ΚΠΔ, αλλά από τρίτο πρόσωπο, ήτοι τη δικηγόρο Αθηνών Α. Ξ., που δεν εκπροσωπεί τους εκκαλούντες και δεν ζητεί αναβολή της ένδικης υπόθεσης λόγω κωλύματος των εκκαλούντων, εν όψει όσων εκτίθενται στην παραπάνω μείζονα σκέψη, είναι κατ' άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, απορριπτέο, ως μη νόμιμο και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η περαιτέρω πρόοδος της δίκης". Με τον πρώτο κοινό λόγο του κυρίου δικογράφου των αιτήσεων αναιρέσεως προβάλλεται και από τους δύο αναιρεσείοντες η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ του ότι το δικαστήριο εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε το αίτημά τους για αναβολή εκδίκασης της υπόθεσής τους, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισής τους Χρήστου Δεμερούκα, που υποβλήθηκε από την δικηγόρο Α. Ξ., ως άγγελο εκείνου. Όμως ο λόγος αυτός που αναφέρεται στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αίτημα αναβολής της δίκης υποβλήθηκε από άγγελο όχι των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, αλλά του δικηγόρου Χρήστου Δεμερούκα που επρόκειτο να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιτρέψει την εκπροσώπηση των απολειπόμενων κατηγορουμένων, σύμφωνα με τα άρθρα 340 παρ. 2 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο οποίος (δικηγόρος) πριν του επιτραπεί η εκπροσώπηση αυτή, δεν νομιμοποιείται να προβάλει αίτημα αναβολής που αφορά προσωπικό του κώλυμα να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να ζητήσει να του επιτραπεί η εκπροσώπηση.
Επομένως, ο κοινός λόγος αναιρέσεως, που εμπίπτει, κατ' ορθή υπαγωγή των εκτιθέμενων σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, κατά τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημα των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για αναβολή της ποινικής δίκης, κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια του ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμοδία, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία". Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από οποιοσδήποτε μορφής επιχείρηση ή φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο στη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία, στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη.
Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά τον δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχόμενου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ. 1, 4 του Ν. 2523/1997, για οποίο η περί τούτου( δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της εκδόσεως ή αποδοχής των εικονικών τιμολογίων. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι το πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου , οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6894/2010 απόφαση του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό και την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, ότι από τα κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι, στη ..., κατά το χρονικό από 31-1-2000 μέχρι 22-5-2003, από πρόθεση, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος τέλεσαν το αδίκημα της φοροδιαφυγής, που η παραγραφή του άρχεται στις 23-4-2004, ημεροχρονολογία θεώρησης της εκθέσεως ελέγχου σε βάρος των κατηγορουμένων (άρθρο 21 παρ.10 εδ. β του Ν. 2523/1997). Ειδικότερα, με την ιδιότητά τους, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ομόρρυθμης εμπορικής κατά το ουσιαστικό σύστημα εταιρεία εμπορίας ηλεκτρικών ειδών με την επωνυμία "Η. Γ. Ο.Ε." που εδρεύει στην οδό Εφέσου αριθ. 63, αποδέχθηκαν συνολικά 153 αναφερόμενα στο διατακτικό εικονικά φορολογικά στοιχεία χρήσεων των ετών 2000, 2001, 2002 και 2003, συνολικής αξίας 1.929.485,17 € πλέον ΦΠΑ που διακίνησε ο Σ. Σ., αντί των φερόμενων εκδοτών τους, ήτοι: α)χρήση 2000, 12 τιμολόγια Δ.Α. εκδόσεως Ι. Α. συνολικής αξίας 171.805,23 €, β)40 τιμολόγια-ΔΑ εκδόσεως A. J. (EUROPEAN TRADING) συνολικής αξίας 627.687,28 €, γ)χρήση 2001, 34 τιμολόγια-ΔΑ εκδόσεως A. J. (EUROPEAN TRADING) συνολικής αξίας 504.681,59 €, δ)χρήση 2002, 3 τιμολόγια-ΔΑ εκδόσεως A. J. (EUROPEAN TRADING) συνολικής αξίας 1.209.607,41 €, ε)44 τιμολόγια - ΔΑ εκδόσεως Α. Γ., συνολικής αξίας 615.765,89 €, στ)χρήση 2003, 20 τιμολόγια - ΔΑ εκδόσεως Α. Γ. συνολικής αξίας 279.613,92 € που αναλυτικά εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας, τα οποία οι κατηγορούμενοι αποδέχθηκαν και καταχώρισαν στα τηρούμενα από την ως άνω εταιρεία τους βιβλία, με σκοπό να την ωφελήσουν παράνομα, εμφανίζοντας στα εμπορικά της βιβλία, δαπάνες, μείωση κερδών και έκπτωση του αναλογούντος ΦΠΑ. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και να απορριφθεί τέλος ως αόριστος ο αυτοτελής ισχυρισμός της πληρεξούσιας δικηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων αναγνώρισης σ' αυτούς της ελαφρυντικής περίστασης ότι ωθήθηκαν στην πράξη τους από μη ταπεινά αίτια, κατ' άρθρο 84 παρ. 2 β του ΠΚ., καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός στερείται παντελώς πραγματικών περιστατικών, που να τον θεμελιώνουν και να τον στοιχειοθετούν, κατά το νόμο". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες ενόχους της αξιόποινης πράξεως της αποδοχής εικονικών τιμολογίων, κατ' εξακολούθηση και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών τον καθένα, την οποία μετέτρεψε προς 10 ευρώ ημερησίως.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997 και 98 του ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών τιμολογίων, κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την ανυπαρξία συναλλαγών μεταξύ αυτών και των διαλαμβανόμενων στην απόφαση προσώπων και εταιριών, από τους οποίους με μερικότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκαν και καταχώρησαν στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησης τους 153 συνολικά εικονικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που απεικόνιζαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με την ιδιότητα τους ως νόμιμοι εκπρόσωποι της Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Η. Γ. και Σία ΟΕ" και αντικείμενο εργασιών το εμπόριο ηλεκτρικών ειδών. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολόγηση της ύπαρξης του δόλου των αναιρεσειόντων, αφού αυτός, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και ειδικότερα των παραπάνω αναφερόμενων τιμολογίων και προκύπτει από τις ως άνω ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του. Τούτο δε, διότι η παραπάνω πράξη της αποδοχής των ως άνω εικονικών τιμολογίων τελέστηκε μετά την 1/1/1998, έναρξη ισχύος του Ν. 2523/1997 και συνεπώς, σύμφωνα με την εφαρμοστέα ως άνω διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του νόμου αυτού, αρκούσε για τη συνδρομή της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, ο κοινός δόλος και δεν ήταν αναγκαία τα από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 εδ. η' του Ν. 1591/19863, για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτούμενα πρόσθετα στοιχεία της γνώσης από τον υπαίτιο ότι το φορολογικό στοιχείο είναι εικονικό και του σκοπού του για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, ήτοι στοιχεία που δεν απαιτεί ο ισχύων στην προκειμένη περίπτωση ως άνω νεότερος νόμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, με την ειδικότερη αιτίαση της έλλειψης αιτιολογίας ως προς το στοιχείο της γνώσης της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων, και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας .
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 22/12/2010 αιτήσεις αναίρεσης των Η. Γ. και Ε. Γ., κατοίκων ... και τους επ' αυτών 15/2/2011 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 6894/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Πειραιώς.
Καταδικάζει τους- αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αποδοχή εικονικών τιμολογίων. Λόγοι αναίρεσης: 1) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (171 παρ. 1 δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ) εκ του ότι το δικαστήριο εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για αναβολή της δίκης, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του δικηγόρου τους Χ, που υπέβαλε ως άγγελος η δικηγόρος Ψ. Απορρίπτεται ο λόγος, διότι το αίτημα απορρίφθηκε με πλήρη και σαφή αιτιολογία, ότι το αίτημα υποβλήθηκε από άγγελο όχι των αναιρεσειόντων, αλλά του δικηγόρου τους Χ, που επρόκειτο να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιτρέψει την εκπροσώπηση των απολιπομένων κατηγορουμένων, κατά τα 340 παρ. 2, 501 παρ. 1, ο οποίος (δικηγόρος) πριν του επιτραπεί η εκπροσώπηση αυτή, δεν νομιμοποιείται να προβάλλει αίτημα αναβολής που αφορά προσωπικό του κώλυμα να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να ζητήσει να του επιτραπεί εκπροσώπηση, 2) Εσφαλμένη ερμηνεία (510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 2325/1997. Απορρίπτεται ως αβάσιμος. Πρόσθετοι Λόγοι: Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ). Απορρίπτεται ως αβάσιμος. Απορρίπτει αναίρεση και πρόσθετους λόγους.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1171/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Π. Γ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραγεώργο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3300/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 129/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 1, 358,364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό μέσο. Η ίδια ακυρότητα δημιουργείται και στην περίπτωση αναγνώσεως εγγράφων εάν τούτο δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο ώστε να διακρίνεται η ταυτότητα του. Τούτο όμως δεν ισχύει για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο εχώρησε η καταδίκη του κατηγορουμένου, διότι στη περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητα του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του ΚΠΔ ως άνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον πραγματοποιήθηκε όντως η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως, προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης 330/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, και τα εξής έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και φέρουν αύξοντα αριθμό 1, 2 και 4, αντίστοιχα, ήτοι: το υπ' αριθμ. 112/29/5/2003 πτυχίο, η έκθεση ένορκης διοικητικής εξέτασης και το πτυχίο του ΤΕΕ "Ε. Β.". Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους κατά τρόπο που δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτών, τα πρόσωπα στα οποία αφορούν, αφού με την ανάγνωσή τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά. Επομένως ορθώς έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας τα ως άνω έγγραφα, ο δε σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α του ΚΠΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται την πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τη σελίδα 3 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, πριν την εξέταση του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας, με εντολή της Προέδρου του δικαστηρίου, η γραμματέας ανάγνωσε την προσβαλλόμενη απόφαση μετά των πρακτικών της. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για την καταδικαστική του κρίση τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς όμως να τα έχει αναγνώσει, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξ άλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής της αναιρεσείουσας του υπ' αριθμ. 4/16.5.2003 εγγράφου των καθηγητών του ιδιωτικού ΤΕΕ "Ε. Β.", με το οποίο "κρίθηκε η φοίτηση της αναιρεσείουσας ως επαρκής" και του υπ' αριθμ. 2/29/5/2003 εγγράφου της Κρατικής Επιτροπής, με την οποία "βεβαιώθηκε ότι όντως η αναιρεσείουσα είχε τα τυπικά προσόντα για να λάβει μέρος στις εξετάσεις Μαΐου- Ιουνίου 2003" και συνακόλουθα αυτή να αποκτήσει το υπ' αριθμ. 112/29/5/2003 πτυχίο Β κύκλου σπουδών ειδικότητας Κομμωτικής Τέχνης, χωρίς αυτά να αναγνωσθούν, δεν δημιούργησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν το σώμα του εξεταζόμενου εγκλήματος και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή τους στο ακροατήριο. Επομένως, ο σχετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο έλαβε αυτά υπόψη για την περί ενοχής κρίση του, χωρίς να τα αναγνώσει, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς, και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον, σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις περί για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται αντικειμενικώς: α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δικ. έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή προφορικά. Απαιτείται δηλαδή ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναληθείας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπατήσεως, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικό περί της αληθείας, όπως όταν ο συμβολαιογράφος στηρίχθηκε απλώς στη δηλωθείσα βούληση των εμφανισθέντων ενώπιόν του να συνάψουν κάποια δικαιοπραξία. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιοδήποτε τρόπο.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινή διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη κατηγορουμένη, Π. Γ., εγγράφηκε κατά το σχολικό έτος 2002-2003 στον Β' κύκλο σπουδών του ιδιωτικού Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (εφεξής Τ.Ε.Ε.) Β., που βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη, για να αποκτήσει πτυχίο Β' κύκλου σπουδών ειδικότητας κομμωτικής τέχνης του τμήματος Κομμωτικής-Αισθητικής, προκειμένου να λάβει μέρος στις πτυχιακές εξετάσεις Μαΐου-Ιουνίου 2003. Η ως άνω κατηγορουμένη προσκόμισε στην κρατική Επιτροπή, που είχε συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 323/2003, την υπ' αριθμ. 4/16-5-2003 πράξη των καθηγητών του ανωτέρω ιδιωτικού ΤΕΕ, προϋπόθεση απαραίτητη για την συμμετοχή των μαθητών στις εξετάσεις, με την οποία (πράξη) οι καθηγητές έκριναν ότι η φοίτηση της άνω μαθήτριας-κατηγορουμένης ήταν επαρκής, αφού το σύνολο των απουσιών της, που ήταν καταχωρημένες στο απουσιολόγιο ήταν 88 συνολικά, ήτοι δεν υπερέβαιναν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, που ήταν 114 απουσίες. Έτσι η Κρατική Επιτροπή, πεισθείσα στην προαναφερόμενη πράξη, δέχθηκε τη συμμετοχή της κατηγορουμένης στις εξετάσεις και με την υπ' αριθμ. 2/29-5-2003 πράξη της έκρινε αυτήν ως επιτυχούσα, εκδόθηκε δε ακολούθως το υπ' αριθμ. 112/29-5-2003 δημόσιο πτυχίο Β' κύκλου σπουδών ειδικότητας Κομμωτικής Τέχνης. Όμως, η εν λόγω κατηγορουμένη, κατά το σχολικό έτος 2002-2003 υπηρετούσε ως προσωρινή αναπληρώτρια καθηγήτρια με βαθμό Γ της ΜΚ 26 στο ΤΕΕ της νήσου Πάρου. Κατά την υπηρεσία της, ως αναπληρώτρια καθηγήτρια, στην Πάρο. Είχε καθημερινά μαθήματα 21 ώρες την εβδομάδα. Οι άδειες απουσίας που έλαβε από το ΤΕΕ Πάρου ανέρχονταν σε 16 ημέρες, εκ των οποίων 5 ημέρες απουσίας ήταν αυτές κατά τις οποίες έλαβε μέρος στις εξετάσεις για τη λήψη του πτυχίου. Επίσης ελάμβανε προφορικές άδειες από τον Διευθυντή του ΤΕΕ Πάρου, τις ημέρες Δευτέρα και Παρασκευή, λόγω της μίας ώρας διδασκαλίας που είχε κατ' εκείνες τις ημέρες. Έτσι, οι ημέρες απουσίας της κατά την υπηρεσία της στην Πάρο, ανέρχονται συνολικά σε 52 ημέρες, που αντίστοιχα φοιτούσε στο άνω ιδιωτικό ΤΕΕ Β.. Λαμβανομένου υπόψη ότι οι εργάσιμες ημέρες κατά το σχολικό έτος 2002-2003 ήταν 144, τις υπόλοιπες 92 ημέρες απουσίαζε από το ιδιωτικό αυτό ΤΕΕ, στο οποίο φοιτούσε, δεδομένου ότι η αυθημερόν μετακίνηση μεταξύ Θεσσαλονίκης και Πάρου είναι αδύνατη, λόγω αποστάσεως. Η φοίτησή της στο ΤΕΕ Β. ήταν 34 ώρες εβδομαδιαίως ή 7 ώρες ημερησίως, σε απογευματινό κύκλο. Έτσι, η πρώτη κατηγορουμένη απουσίαζε πολύ πέραν των 114 ωρών, που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο (92 Χ 7). Ως εκ τούτου, η κρίση της επιτροπής καθηγητών του ΤΕΕ Β. είναι ψευδής. Η εμφάνιση απουσίας στην υπ' αριθμ. 4/16-5-2003 πράξη, μόνο 88 ωρών, οφείλεται στην πλημμελή παρακολούθηση της παρουσίας των μαθητών από τον απουσιολόγο (μαθητή) και τον υπεύθυνο καθηγητή της τάξεως της ως άνω μαθήτριας-κατηγορουμένης. Την παραπάνω υπ' αριθμ. 4/16-5-2003 πράξη υπέγραψαν οι δύο λοιποί κατηγορούμενοι, η μεν Ε. Β., ως διευθύντρια του ΤΕΕ, ο δε Τ. Μ., ως υποδιευθυντής αυτού, χωρίς όμως να ελέγξουν, εάν πράγματι η πρώτη κατηγορουμένη φοίτησε επαρκώς στο εν λόγω ΤΕΕ, επιδείξαντες προς τούτο αμέλεια. Ωστόσο, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί γνώριζαν ότι η μαθήτρια-συγκατηγορουμένη τους δεν φοιτούσε ανελλιπώς στο άνω ΤΕΕ. Η πρώτη κατηγορουμένη, προσκομίζοντας την υπ' αριθμ. 4/16-5-2003 πράξη και γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν ψευδής, αφού αφορούσε την ίδια, παρεπλάνησε την αρμόδια Κρατική Επιτροπή, ώστε να βεβαιώσει στην υπ' αριθμ. 2/29-5-2003 πράξη της, ότι όντως αυτή είχε τα τυπικά προσόντα, για να λάβει μέρος στις εξετάσεις Μαΐου-Ιουνίου 2003 και συνακόλουθα να αποκτήσει το υπ' αριθμ. 112/29-5-2003 πτυχίο Β' κύκλου σπουδών ειδικότητας Κομμωτικής Τέχνης. Όλα τα προεκτεθέντα αποδεικνύονται από το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων και τις καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων. Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η πρώτη κατηγορουμένη, Π. Γ. της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από ηθική αυτουργία σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, για την οποία καταδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (ΑΠ 983/1989 ΠΧ Μ 294) και να κηρυχθούν αθώοι οι δεύτερη και τρίτος των κατηγορουμένων (Ε. Β. και Τ. Μ., αντίστοιχα) της από κοινού τέλεσης της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, για την οποία καταδικάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ελλείψει δόλου.
Στη συνέχεια το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, ένοχο της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 51, 53 και 220 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών ή διατάξεων και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσείουσα, προκείμενου να αποκτήσει δημόσιο πτυχίο Β' κύκλου σπουδών ειδικότητας Κομμωτικής τέχνης, προσκόμισε στην αρμόδια Κρατική Επιτροπή βεβαίωση-πράξη των καθηγητών του Τ.Ε.Ε. Ε. Β., στην οποία βεβαιωνόταν αναληθώς ότι αυτή φοίτησε κανονικά και πληρούσε τα τυπικά προσόντα για τη συμμετοχή της στις εξετάσεις προς απόκτηση του παραπάνω δημόσιου πτυχίου, και έτσι παραπλάνησε την αρμόδια Κρατική Επιτροπή, η οποία δέχθηκε τη συμμετοχή της στις εξετάσεις, εκδίδοντας σχετική ψευδή βεβαίωση, διαπιστωτική των νόμιμων προσόντων της, με βάση την οποία η αναιρεσείουσα συμμετείχε στις εξετάσεις, κρίθηκε επιτυχούσα και ακολούθως της χορηγήθηκε από την Κρατική αυτή Επιτροπή το 112/29/5/2003 δημόσιο πτυχίο Β κύκλου σπουδών ειδικότητας κομμωτικής τέχνης. Η ως άνω δε ψευδής βεβαίωση που εξέδωσε η Κρατική Επιτροπή, στην οποία βεβαιωνόταν ψευδές περιστατικό, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα κατείχε τα νόμιμα προσόντα για τη συμμετοχή της στις εξετάσεις, είναι δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δικ., συντεταγμένο από λειτουργό κρατικής υπηρεσίας, και στην έκδοσή του προέβησαν οι υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής παραπλανηθέντες από την αναληθή βεβαίωση-πράξη των καθηγητών του ΤΕΕ Ε. Β. που προσκόμισε σ' αυτούς η αναιρεσείουσα περί κανονικής φοίτησης και κτήσεως των αναγκαίων προσόντων για τη συμμετοχή της στις εξετάσεις. Η καταδίκη δε της αναιρεσείουσας για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, δεν δημιουργεί καμία ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος αυτού για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος της ορθής ή μη εφαρμογής της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 220 παρ. 1 του ΠΚ, και ως εκ τούτου η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/1/2011 αίτηση της Π. Γ. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3300/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Λόγοι Αναίρεσης: 1) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρ. 171 παρ. 1δ και 510 παρ. 1Α ΚΠΔ) εκ του λόγου ότι η καταδικαστική κρίση α) στηρίχθηκε σε έγγραφα που αναγνώσθηκαν, αλλά δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι προσδιορίζονται επαρκώς, και β) στηρίχθηκε σε δύο έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν. Απορρίπτεται, διότι τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν τα σώματα του εγκλήματος και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή τους, 2) Έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1170/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παλιοτζίκα, περί αναιρέσεως της 1442-1443/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 105/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι αυτές που αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (23 του ΚΝΝ) και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. Ιδιαίτερα, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, εφόσον είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας, στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντά, όπως είναι ο ισχυρισμός του ότι η πράξη δεν τελέσθηκε υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, ο οποίος είναι αρνητικός της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με αριθμό 1442-1443/2010, κήρυξε τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, ως τοξικομανή, των πράξεων της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ηρωίνης βάρους 1.161 γραμμαρίων, κοκαΐνης βάρους 330 γραμμαρίων και ινδικής καννάβεως βάρους 4,8 γραμμαρίων, με σκοπό την εμπορία και του επέβαλε την ποινή της καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987. Προκειμένου δε να στηρίξει την κρίση του για τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των περιστάσεων αυτών, δέχθηκε, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων εγγράφων και την απολογία του κατηγορουμένου, ότι διέπραξε τις παραπάνω πράξεις που του αποδίδονται κατ' επάγγελμα, καθόσον αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος είχε διαμορφώσει υλικοτεχνική υποδομή και οργάνωση με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών, και με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, ότι η υλικοτεχνική υποδομή και η οργάνωση που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών συνίστατο στο ότι: α) είχε προμηθευτεί μεγάλες ποσότητες διαφόρων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα 1161 γραμμάρια ηρωίνης, 330 γραμμάρια κοκαΐνης και ακατέργαστη κάνναβη, β) οι ανωτέρω ποσότητες ήσαν κατανεμημένες σε αυτοτελείς συσκευασίες, έτοιμες προς άμεση διάθεση, γ) είχε προμηθευτεί ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας και δ) ότι βρέθηκαν επιπρόσθετα 32 νάϋλον μικρές σακούλες, κατάλληλες για τη συσκευασία ναρκωτικών ουσιών για περαιτέρω διάθεση. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων, της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο γιατί, από το σύνολο των παραδοχών που προεκτέθηκαν, προκύπτει με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ότι εκτίθενται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των περιστάσεων αυτών. Ειδικότερα, αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου σύμφωνα με τα περιστατικά που προεκτέθηκαν και υποδηλώνουν, ως προς την κατά συνήθεια τέλεση, ότι ο αναιρεσείων απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητας του, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του ως άνω άρθρου 13 στ. ΠΚ, όπως επίσης, από τις ίδιες παραδοχές προκύπτουν αντίστοιχα περιστατικά, από τα οποία δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου, ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση, και η διαμόρφωση από τον αναιρεσείοντα τέτοιας υποδομής, ώστε η τέλεση των πράξεών του να εκτείνεται σε βάθος χρόνου με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής τους, καθώς και ο σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, στοιχεία τα οποία είναι ικανά να προσδώσουν στον αναιρεσείοντα την ιδιότητα, ότι ενεργούσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα, το ότι είναι μεγάλες οι ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα αυτών της ηρωίνης και της κοκαΐνης, το ότι οι ναρκωτικές αυτές ουσίες ήσαν κατανεμημένες σε επί μέρους αυτοτελείς συσκευασίες, επιπρόσθετα δε η ύπαρξη των κατάλληλων νάυλον συσκευασιών και η ύπαρξη ηλεκτρονικής ζυγαριάς ακριβείας, προκειμένου να επιτυγχάνεται τόσο ο ακριβής καταμερισμός των ποσοτήτων, όσο και η ευκολότερη διάθεση σε υποψήφιους αγοραστές, στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου, ότι συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την αποδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του των παραπάνω επιβαρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Α. Β. του Γ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1442-1443/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά: Αγορά-Κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1169/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου A. (ον) B. (επων) του B., κατοίκου ... και νυν κρατούμενου στις φυλακές …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1465-1466/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένο τον A. T. του C..
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 103/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης (Ολ.ΑΠ 1/2005 Ποινική), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 170 § 2 και 333 § 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη τους. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 εδ. β' ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν, συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη, δηλαδή η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως, αίρει τον καταλογισμό του. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της αγνοίας του ή της εσφαλμένης αντίληψης του. Ωστόσο, απαραίτητα στοιχεία του τελευταίου αυτού ισχυρισμού για να είναι ορισμένος, είναι, εκτός εκείνων που συνιστούν την ίδια την πλάνη, και η προσωπική κατάσταση του δράστη, που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές του ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση, αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Η απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως, προϋπόθεση ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις κακουργηματικές πράξεις της κατοχής και της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης αυτού, επικαλούμενος τα εξής περιστατικά: "Επί της κατηγορίας που μου αποδίδεται και διαλαμβάνεται στο διατακτικό της υπ' αριθμό 761/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και της εκκρεμοδικίας που αναβιώνει, επάγομαι τα κάτωθι διακωλυτικά των πραγματικών περιστατικών στοιχεία: Όπως δήλωσα απολογούμενος τόσο ανακριτικά όσα προανακριτικά αλλά και κατά τη συζήτηση της εκκαλουμένης, αγνοούσα ότι ο συγκατηγορούμενός μου μετέφερε στο ταξιδιωτικό του βαλιτσάκι ναρκωτικά και δη, την μνημονευόμενη στο κατηγορητήριο ποσότητα. Με τον συγκατηγορουμενο μου γνωριζόμασταν σχεδόν δέκα μήνες προ της συλλήψεως μου. Ήταν εργατικός, οικογενειάρχης, συνεπής και δεν μου είχε δώσει δικαίωμα να υποψιαστώ -κατ' ελάχιστον έστω- την πιθανότητα να κάμει ό,τι αποδείχθηκε. Εγώ ήδη λίγες ημέρες προ της συλλήψεως μου, είχα κανονίσει με τον συγχωριανό μου, L. B., ν' ανέβω στη Θεσσαλονίκη για δουλειά στην θέση Ρετζίχι. Ειδικότερα, κατά το στάδιο της παραμονής μου στην Ελλάδα, έχω κάμει πολλές δουλειές, από μερεμέτια σε οικοδομές, διαχείριση αιγοπροβάτων (βοσκός), υδραυλικός, ηλεκτρολόγος κλπ. Το μεροκάματο στη Θεσσαλονίκη ήταν πολύ καλό, διότι θα ελάμβανα το ποσό των 50 - 70 € ημερησίως, ανάλογα με την εργασία (ηλεκτρολογικά και τοποθέτηση πλακιδίων). Ο συγκατηγορούμενός μου, γνωρίζοντας ότι την 11-02-2008 θα αναλάμβανα εργασία, το απόγευμα της Κυριακής, μου ζήτησε να τον πάρω μαζί μου, διότι είχε μια δουλειά. Χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις, τον πήρα μαζί μου, αγνοώντας όμως ότι μετέφερε ναρκωτικά! Χαρακτηριστικά, η ναρκωτική ουσία, όπως εκ των υστέρων διαπίστωσα, ήταν ελαχίστου όγκου και επιμελώς κρυμμένη σε βαλίτσα που κρατούσε χωρίς να είναι ορατή σε εμένα. Προς επίρρωση του ισχυρισμού μου αυτού, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: (1) Η ναρκωτική ουσία ήταν επιμελώς κρυμμένη χωρίς να είναι ορατή από εμένα. (2) Συνελήφθην με τα ρούχα της εργασίας μου, την οποία θα αναλάμβανα, και τα εργαλεία πίσω στο αυτοκίνητο μου. (3) Οι αστυνομικοί στις καταθέσεις τους προανακριτικώς μνημονεύουν την προσπάθεια του συγκατηγορουμένου μου να έλθει σε επαφή με τον παραλήπτη, και καμία τέτοια δική μου, διότι απλούστατα δεν είχα καμία σχέση. (4) Δεν έχω απασχολήσει ποτέ τις αστυνομικές και διωκτικές αρχές για καμία υπόθεση, πολλώ δε μάλλον για ναρκωτικά, (5) Είχα σταθερή εργασία και διαμονή, μην έχοντας ανάγκη για παράνομες πράξεις για άντληση χρημάτων. (6) Κατά τη συζήτηση της εκκαλουμένης. Ο αστυνομικός και μάρτυρας κατηγορίας σε σχετική ερώτηση του κου εισαγγελέα "εάν έδειχνα φοβισμένος ή υποψιασμένος, ότι δήθεν είχα τελέσει αξιόποινη πράξη" απήντησε αρνητικά. (7) Μαζί μου έφερα και το βιβλιάριο καταθέσεων μου, δηλωτικό της αλήθειας του ισχυρισμού μου ότι μετέβαινα στη Θεσσαλονίκη για εργασία και θα έμενα μάλιστα για αρκετό διάστημα. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την απολογία του συγκατηγορουμένου μου, ο οποίος ρητώς δηλώνει ότι αγνοούσα ότι αυτός μετέφερε ναρκωτικά, πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο Σας στην ευδοκίμηση και την παραδοχή του αυτοτελούς ισχυρισμού μου. Όπως, όμως, διατυπώθηκε ο παραπάνω περί πραγματικής πλάνης του αναιρεσείοντος ισχυρισμός ήταν αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν εκτίθενται περιστατικά σχετικά με την πνευματική του κατάσταση, την ηλικία του, τις πνευματικές ικανότητες, ή ακόμη στοιχεία του περίγυρου του, ώστε το δικαστήριο της ουσίας να μπορεί να σχηματίσει την πεποίθηση αν ο ισχυρισμός του είναι αληθινός ή προσχηματικός. Αντίθετα, οι αιτιάσεις του κατηγορουμένου, αναιρεσείοντος και ειδικότερα, ότι: "α) απολογούμενος τόσο ανακριτικά, όσο και προανακριτικά, αλλά και κατά τη συζήτηση της εκκαλουμένης αγνοούσε, ότι ο συγκατηγορούμενός του μετέφερε στο ταξιδιωτικό του βαλιτσάκι ναρκωτικά, β) με το συγκατηγορούμενό του γνωρίζονταν σχεδόν δέκα μήνες, γ) ο συγκατηγορούμενός του ήταν εργατικός, και ότι ο ίδιος (ο αναιρεσείων), λίγες ημέρες πριν τη σύλληψη του, είχε κανονίσει να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, για εργασία, δ) ο ίδιος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα, έχει εργαστεί σε διάφορες εργασίες (σε οικοδομές, με την επίβλεψη αιγοπροβάτων, ως υδραυλικός, ως ηλεκτρολόγος κλπ), ε) ο συγκατηγορούμενός του ζήτησε απ' αυτόν να τον πάρει μαζί του στη Θεσσαλονίκη, ζ) η ναρκωτική ουσία, ήταν επιμελώς κρυμμένη, χωρίς να είναι ορατή από τον ίδιο, και ότι κατά τη στιγμή της σύλληψης του, ήταν με τα ρούχα της εργασίας του, ενώ, οι αστυνομικοί στις προανακριτικές καταθέσεις τους δεν μνημονεύουν οποιαδήποτε προσπάθεια του ίδιου, να έλθει σε επαφή με τον παραλήπτη των ναρκωτικών ουσιών, η) δεν έχει απασχολήσει ο ίδιος τις αστυνομικές αρχές, πολύ περισσότερο με παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, θ) έχει σταθερή εργασία και διαμονή, χωρίς να έχει ανάγκη για παράνομες δραστηριότητες, προκειμένου να αντλήσει χρήματα, και ι) ότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως σε σχετική ερώτηση του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού, κατατέθηκε ότι αυτός (αναιρεσείων), δεν ήταν φοβισμένος και τέλος, ότι κατά τη στιγμή της σύλληψης του, έφερε μαζί του το βιβλιάριο καταθέσεων, προεχόντως, αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, για τους οποίους το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί πραγματικής πλάνης κατά το άρθρο 30 παρ.2 του Π.Κ. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2010 αίτηση του B. A. του B. και L., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης … . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά - Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί πραγματικής πλάνης. Διατυπώθηκε κατά τρόπο αόριστο. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1168/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοντό, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 610/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σάμου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως καθώς και στους από 19 Απριλίου 2011 πρόσθετους λόγους αυτής, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 81/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του ΚΠΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, "σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του ... . Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν ...". Κατά δε το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. α του ίδιου κώδικα "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης", ενώ κατά την παράγραφο 3 εδ' α του ίδιου άρθρου "η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η κατά του εκπροσωπηθέντος πλήρως, υπό του διορισθέντος συνηγόρου, εκδοθείσα απόφαση του δικαστηρίου, λογίζεται ότι δημοσιεύτηκε παρόντος αυτού και ότι η τασσόμενη με τα άρθρα 507 παρ. 1 εδ. α και 473 του ΚΠΔ προθεσμία αναιρέσεως, η οποία είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικα απόφαση καταχωρείται καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαία η προς τον κατηγορούμενο επίδοσή της. Αν η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, η προθεσμία είναι εικοσαήμερη και έχει την ίδια αφετηρία ενάρξεως. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση τούτου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 610/2010 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα σε ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών, ανασταλείσα επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας, όπως από αυτή προκύπτει, δημοσιεύτηκε, παρούσας της, δια συνηγόρου, νομίμως εκπροσωπηθείσας εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, στις 23/9/2010, καταχωρίστηκε δε στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο στις 20/10/2010, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 5/1/2011 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του γραμματέα του ποινικού τμήματος του Πρωτοδικείου Σάμου. Η κρινόμενη (υπό 28/12/2010 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση της αναιρεσείουσας που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30/12/2010. Έτσι όμως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εκπρόθεσμα, αφού από την επόμενη της ημέρας που καταχωρήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο ειδικό βιβλίο, ήτοι την 21/10/2010, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ημερών, που είναι, όπως προεκτέθηκε, η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως που εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, με δήλωσή του επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η αναιρεσείουσα προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της ασκήσεως της αιτήσεώς της προβάλλει ότι από λόγους ανώτερης βίας και ανυπέρβλητου κωλύματος δεν άσκησε εμπρόθεσμα την αίτησή της και συγκεκριμένα ότι η μόνιμη κατοικία της είναι στην Αθήνα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παρακολουθεί τη διαδικασία καθαρογραφής της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι είχε αναθέσει έγκαιρα την εντολή ασκήσεως αναιρέσεως στο δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Νικολαΐδη, ο τελευταίος όμως, δεν άσκησε την αναίρεση, το γεγονός δε αυτό το πληροφορήθηκε στις 23/12/2010 και ακολούθως η ίδια άσκησε αμέσως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της αναιρεσείουσας είναι χωρίς έννομη επιρροή προεχόντως μεν γιατί το επικαλούμενο ως άνω περιστατικό δεν συνιστά κατά νόμο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στην αίτηση ότι την ο δικηγόρος της τη διαβεβαίωσε ψευδώς ότι έχει ασκήσει αναίρεση και ότι για την παράλειψή του αυτή ασκήθηκε κατ' αυτού πειθαρχική και ποινική δίωξη, αλλά και διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ούτε προσάγει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της βασιμότητας του ισχυρισμού της αυτού.
Μετά από όλα αυτά, πρέπει, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και συνακόλουθα να απορριφθούν και οι πρόσθετου λόγοι που ασκήθηκαν με έγγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 19/4/2011, ως απαράδεκτοι, γιατί προϋπόθεση του παραδεκτού τους είναι η παραδεκτή άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Απορριπτόμενων της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28/12/2010 αίτηση και τους από 19/4/2011 πρόσθετους λόγους της Α. Κ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 610/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική πράξη για αυτοδικία κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση λόγω εκπρόθεσμης άσκησης (καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 30/10/2010 και ασκήθηκε την 30/12/2010), ο λόγος δε που επικαλείται για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο, ότι δηλαδή ο δικηγόρος της καθυστέρησε να ασκήσει την αναίρεση, δεν συνιστά ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, αφού δεν εκθέτει ότι τη διαβεβαίωσε ψευδώς περί τούτου και ότι ασκήθηκε κατ' αυτού πειθαρχική και ποινική δίωξη, αλλά ούτε επικαλείται και προσάγει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της βασιμότητας του ισχυρισμού της. Συνακόλουθα απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι, που προϋποθέτουν παραδεκτή αναίρεση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1166/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρος του Αικατερίνη Τζαννετουλάκου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 362/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου κατόπιν του υπ' αριθμ. 79/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 867/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε προς κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, με αριθμό 361/22-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525§§1,2, 527§§1,3 και 528§1 ΚΠΔ την από 19-4-2010 αίτηση του Κ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., συνταξιούχου του ΟΓΑ, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 362/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου - Πλημ/των - Ναυπλίου, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, συνολική, 16 μηνών, με τριετή αναστολή, για τις πράξεις της α) ψευδούς καταμήνυσης, β) ψευδορκίας μάρτυρα και γ) συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, (άρθρα 1, 14, 26§1, 94§1, 229§1, 224§§2,1 και 363-362 ΠΚ), και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημ/μα σε ορισμένες, περιοριστικώς αναφερόμενες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Βλ. ΑΠ 1086/2009, ΑΠ 1034/09, ΑΠ 746/09, ΑΠ 444/09, Μπουρόπουλος Ερμ. Κ.Π.Δ. άρθρο 535, σελίς 310, κ' ΑΠ 230/2005, Ποιν.Δνη 2005, Σελίς 771). Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527§§1,3 και 528§1 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημ/κείο, και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα, [μετά την έκδοση της 2048/2008 αποφάσεως του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα απ' αυτόν αίτηση αναιρέσεως κατά της 362/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου - Πλημ/των - Ναυπλίου], για τους λόγους που αναφέρει στην από 19-4-2010 αίτησή του, και στα από 30-6-2010 δύο ταυτόσημα υπομνήματά του ισχυριζόμενος, ότι είναι αθώος των παραπάνω πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 525§1 περίπτ. 2, 527§§1,3 και 528§1 ΚΠΔ, αρμοδίως εισάγεται στο Συμβούλιό Σας, μετά την αναρμόδια εισαγωγή της αίτησης στο Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου και την με το υπ' αριθμ. 79/2010 κήρυξη αυτού ως αναρμοδίου, και την παραπομπή της στο αρμόδιο κατά νόμο (άρθρο 528§1 ΚΠΔ), Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, και πρέπει μετά ταύτα να εξετασθεί από την άποψη της ουσιαστικής της βασιμότητας.
ΙΙΙ. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών καταδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 362/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου - Πλημ/των - Ναυπλίου σε συνολική ποινή φυλάκισης 16 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί 3ετία, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που συνίστανται κατά την απόφαση εις το ότι: Α. Εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς και ανέφερε γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτήν και συγκεκριμένα: Στο ... στις 13-9-2000 εγχείρισε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου την από 13-9-2000 Έγκληση του κατά του ήδη εγκαλούντα Γ. Η. Π., Διευθυντή του Υποκαταστήματος … της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ "Α.Τ.Ε. Α.Ε." (ΑΒΜ : Αοο/4832/13-9-2000), με την οποία έγκληση ο κατηγορούμενος Δ. Κ., πιστούχος στο κατάστημα … της Α.Τ.Ε. από το έτος 1972, ο οποίος κατά το χρονικό διάστημα 1972-1989 είχε λάβει από την Τράπεζα διάφορα κτηνοτροφικά και καλλιεργητικά δάνεια, κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς τα εξής: «Ότι δήθεν το συνολικό ποσό των πάσης φύσεως οφειλών του προς την Αγροτική Τράπεζα ανερχόταν στα ποσά που καθορίζονται στο υπ' αριθμ. Πρωτ 1278/ 6-6-1995 έγγραφο του Καταστήματος … τής Α.Τ.Ε., δηλαδή, μετά την απαλλαγή του από τόκους ποσού 4.031.580 δραχμών, η οφειλή του αποτελείτο από το μερικότερο ποσό των 5.786.081 δραχμών, για το οποίο παρασχέθηκε δικαίωμα ρύθμισης με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για 10 χρόνια, από το μερικότερο ποσό των 4.000.000 δραχμών, για το οποίο παρασχέθηκε δικαίωμα ρύθμισης μονοετούς διάρκειας, καθώς και από το μερικότερο ποσό των 3.916.669 δραχμών, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί άμεσα, προ της υπογραφής της συμβάσεως ρυθμίσεως. Ότι δήθεν το ποσό των συνολικών οφειλών του, ληξιπρόθεσμων και άληκτων προς την Α.Τ.Ε., ουδέποτε ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 32.413.271 δραχμών, όπως αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 707/16-9-1996 έγγραφο της θυρίδας … της Α.Τ.Ε., οι φερόμενες δε ανωτέρω οφειλές ύψους 32.413.271 δραχμές προς την Αγροτική Τράπεζα δεν υφίσταντο πραγματικά, αλλά ήταν αποτέλεσμα διάπραξης ποινικώς κολασίμων πράξεων σε βαθμό κακουργήματος εκ μέρους του ήδη εγκαλούντα Διευθυντού της Α.Τ.Ε. … ή και άλλων πιθανών συμμετοχών. Ειδικότερα καταγγέλθηκε ψευδώς, ότι δήθεν ο εν λόγω Διευθυντής του Καταστήματος … της Α.Τ.Ε. κατά μήνα Μάρτιο 1990 πλησίασε τον κατηγορούμενο και του είπε επί λέξει: "Εσύ Κ. έχεις δύο καρτέλλες στην Τράπεζα μου ... μια μεμονωμένη και μια συνεταιρισμένη ... έχεις μια οφειλή ληγμένη ... μια εκκρεμότητα ... εγώ θα σε βοηθήσω αλλά σου γυρεύω ένα πράγμα ... πρόκειται να τις κινήσεις ποτέ; του απάντησα όχι. ... σε πειράζει μου λέει εάν πάρω χρήματα στην καρτέλλα σου χωρίς υπογραφή δική σου και χωρίς να φαίνεσαι πουθενά: μόνο στην καρτέλλα σου γιατί μυρίζεται ότι πρόκειται να χαρισθούν ... και εγώ θα βάλω την καρτέλλα σου στο αρχείο ... και ότι κάνουμε θα το ξέρουμε οι δυό μας ... εγώ είμαι υπεύθυνος αφού ξέρω την περίπτωση σου ότι εσύ βρίσκεσαι σε μεγάλη οικονομική ανέχεια ... έχεις 4 παιδιά ... οι οικονομικές σου ανάγκες είναι μεγάλες ... η γυναίκα σου είναι άρρωστη ... ό,τι χαρτί σου έρχεται εκτός υπηρεσίας θα έρχεσαι να σε συμβουλεύω ... εγώ θα είμαι υπεύθυνος».
Ακολούθως δε φέρεται ότι ο ήδη εγκαλών είπε στον κατηγορούμενο ότι έστειλε αυτό το χαρτί (εννοείται το υπ' αριθμ. πρωτ. 707/16-9-1996 έγγραφο της Θυρίδας ... της Α.Τ.Ε. που αναβιβάζει την οφειλή του κατηγορουμένου στο ποσό των 32.413.271 δραχμών) ... "για να καλυφθεί", στη συνέχεια δε φέρεται ότι του είπε: "τι σε νοιάζει εσένα ... θα χαρισθούν από την τσέπη σου πήρα τα 32.000.000 δρχ;" Δηλαδή καταγγέλθηκε ότι δήθεν ο εγκαλών Γ. Η. Π. είχε τελέσει τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας με σκοπό προσπορίσεως στον εαυτό του περιουσιακού οφέλους, δια βλάβης τρίτου, από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 Ευρώ (αρθρ. 216 παραγρ. 1, 3 εδάφ. α' ΠΚ), υπό την έννοιαν ότι χρέωσε με διάφορα χρηματικά ποσά τις τηρούμενες στην Α.Τ.Ε., καρτέλλες δανειοδότησης του κατηγορουμένου, προβαίνοντας στις αντίστοιχες εγγραφές, έτσι ώστε να φέρεται ότι ο κατηγορούμενος είχε λάβει αγροτικά δάνεια διαφόρων ποσών, θέτοντας προφανώς κατ' απομίμηση την υπογραφή του κατηγορουμένου δίπλα από τις αντίστοιχες εγγραφές και β) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρθρα 263 Α στοιχ. β', 258 εδάφ. α' ΠΚ), υπό την έννοιαν ότι δήθεν ο εγκαλών ιδιοποιήθηκε παράνομα τα διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία είχε χρεώσει στις δανειστικές καρτέλες του κατηγορουμένου. Όμως η προαναφερθείσα από 13-9-2000 έγκληση του κατηγορουμένου ήταν ψευδής και για αυτό απορρίφθηκε, κατ' άρθρο- 47 § 2 ΚΠοινΔ, με την υπ' αριθμ. Αοο/4832/19Δβ/5-4-2001 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου και ακολούθως, απορρίφθηκε κατ' άρθρο 48 ΚΠοινΔ, με την υπ' αριθμ. 42/18-6-2001 Διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου, καθόσον ουδέποτε είχαν λάβει χώρα ψευδείς χρεώσεις στις δανειστικές καρτέλλες του κατηγορουμένου στην Α.Τ.Ε. ούτε ποτέ ο εγκαλών Διευθυντής του υποκαταστήματος … της Α.Τ.Ε. ιδιοποιήθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό; χρεώνοντας αυτό στις δανειστικές καρτέλες του κατηγορουμένου. Αντίθετα η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, όπως η αλήθεια αυτή αποδεικνύεται από την με ημερομηνία 5-3-2001 Έκθεση του Επιθεωρητή της Α.Τ.Ε. Ι. Τ. και το υπ' αριθμ. πρωτ. 3/7-6-2001 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Α.Τ.Ε. Π. Κ. προς την Γενική Επιθεώρηση Τραπεζών της Τράπεζας Ελλάδος, είναι ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1972 - 1989 έλαβε από το Κατάστημα … της Α.Τ.Ε. κτηνοτροφικά και καλλιεργητικά δάνεια, τα οποία καταχωρήθηκαν νόμιμα στις με αριθμούς 20/249 και 47/4081 καρτέλλες του, ειδικότερα δε στην πρώτη καρτέλλα (20/249) καταχωρήθηκαν οι οφειλές του κατηγορουμένου ως μεμονωμένου πιστούχου και στην δεύτερη καρτέλλα (47/4081) καταχωρήθηκαν οι οφειλές του ως συνεταιρισμένου πιστούχου. Πλην όμως ο κατηγορούμενος διατηρεί προς την Α.Τ.Ε. ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 35,2 εκατομμυρίων δραχμών, καίτοι τα χρέη του ρυθμίσθηκαν τρεις φορές κατά τα έτη 1981, 1984 και 1989, ενώ στις δανειστικές του καρτέλλες δεν υπάρχουν χρεώσεις ποσών πέραν των δανείων που πράγματι έλαβε.
Β) Ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα και απέκρυψε την αλήθεια. Συγκεκριμένα στο ... στις 13-9-2000 κατά την εγχείριση της από 13-9-2000 εγκλήσεώς του κατά του ήδη εγκαλούντα Γ. Η. Π. (ΑΒΜ: Αοο/483/13-9-2000) εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον της Αντεισαγγελεως Πρωτοδικών Ναυπλίου Παναγιώτας Ζαφειριάδου και της Γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, οπότε συντάχθηκε η από 13-9-2000 Ένορκη Εξέταση του Μηνυτή, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα βεβαιώνοντας ως αληθές το περιεχόμενο της ανωτέρω μηνύσεως, καίτοι η εν λόγω έγκληση ήταν ψευδής, όπως διαλαμβάνεται αναλυτικά παραπάνω υπό στοιχείο (Α).
Γ. Με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονότα ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας των γεγονότων αυτών και ειδικότερα: α) Στο ... στις 13-9-2000 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου την από 13-9-2000 Έγκληση του κατά του ήδη εγκαλούντα Γ. Η. Π. (ΑΒΜ: Αοο/4832/13-9-2000), με την οποία ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι δήθεν ο εγκαλών, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως Διευθυντή του Καταστήματος … της Α.Τ.Ε., είχε τελέσει τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας επί σκοπώ οφέλους υπερβαίνοντας το ποσό των 73.000 Ευρώ και της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, όπως διαλαμβάνεται αναλυτικά ανωτέρω υπό στοιχείο (Α). Του περιεχομένου της εν λόγω εγκλήσεως έλαβαν γνώση οι επεξεργασθέντες αυτήν Εισαγγελείς Πρωτοδικών και Εφετών Ναυπλίου, οι Γραμματείς των Εισαγγελιών καθώς και όλοι όσοι επελήφθησαν της σχηματισθείσας προκαταρκτικής δικογραφίας, τα διαλαμβανόμενα δε στην ως άνω έγκληση ψευδή γεγονότα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. β) Στο ... στις 9-11-2000 άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ναυπλίου την από 9-11-2000 με αριθ. καταθ. 78/9-11-2000 ΑΝΑΚΟΠΗ του κατά της με αριθμό 6410/26-10-2000 βεβαιώσεως του Προϊσταμένου της ΔΟΥ …, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος του κατηγορούμενου οφειλή ποσού 17.825.437 δραχμών, προερχόμενη από απαιτήσεις του Δημοσίου βάσει συμβάσεων εγγύησης δανείων χορηγηθέντων στον ανακόπτοντα -κατηγορούμενο από την Α.Τ.Ε., αντίγραφο δε του δικογράφου της εν λόγω ανακοπής διαβιβάσθηκε με το υπ' αριθμ. πρωτ. 612/Ν2920/13-6-2001 έγγραφο του Δικαστικού Γραφείου Ναυπλίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προς το Υπουργείο Οικονομικών και το Κατάστημα … της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, στο οποίο υποκατάστημα της Α.Τ.Ε. περιήλθε την 15-6-2001. Στο δικόγραφο της εν λόγω ανακοπής, του περιεχομένου του οποίου έλαβαν γνώση ο Δικαστής του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η Γραμματέας του Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι, δικηγόροι των διαδίκων καθώς και το Υπουργείο Οικονομικών και το Υποκατάστημα … της Α.Τ.Ε. όπου διαβιβάσθηκε η ανωτέρω ανακοπή, είχε ενσωματωθεί ολόκληρη η προαναφερθείσα από 13-9-2000 ψευδής έγκληση του κατηγορούμενου κατά του Γ. Η. Π., με αποτέλεσμα να βλαβεί ενώπιον τρίτων η τιμή και η υπόληψη του εγκαλούντα, τελικώς δε με την υπ’ αριθμ. 28/2002 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ναυπλίου απορρίφθηκε η ασκηθείσα ανακοπή ελλείψει δικαιοδοσίας. Και γ) Στην Αθήνα στις 22-5-2001 απέστειλε την από 22-5-2001 Επιστολή- Αίτηση του προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία παρελήφθη από το Γραφείο Διοικητή με αριθ. πρωτ. 5398/22-5-2001 και ακολούθως περιήλθε στη Γενική Επιθεώρηση Τραπεζών της Τράπεζας της Ελλάδος με αριθ. πρωτ. 2063/28-5-2001, με την οποία Αίτηση ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς για τον εγκαλούντα Διευθυντή του Καταστήματος … της Α.Τ.Ε. ότι δήθεν χρέωνε την δανειστική καρτέλα του κατηγορουμένου και εισέπραττε ο ίδιος (δηλαδή ο ήδη εγκαλών Γ. Η. Π.) τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, ιδιοποιούμενος αυτά παράνομα, με τους ανωτέρω δε ισχυρισμούς του ο κατηγορούμενος έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα".
IV. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του 525§1 ΚΠΔ, τα γεγονότα ή οι αποδείξεις, όροι ταυτόσημοι, καθόσον τα γεγονότα πρέπει να είναι αποδείξεις ή να στηρίζονται επί αποδείξεων, αφού ο νόμος τα δέχεται μόνο εφόσον έχουν αποδεικτική ισχύ, δεν δύνανται να αποτελέσουν τον ερευνόμενο λόγο επανάληψης της διαδικασίας, α) όταν αυτά δεν ήσαν καθοιονδήποτε τρόπο άγνωστα στους Δικαστές, αλλ' αντιθέτως ηρευνήθησαν ρητώς ή εμμέσως πλην σαφώς υπ' αυτών και ούτοι τα απέρριψαν, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση, και β) όταν τούτοι δεν άσκησαν ουσιώδη επιρροή εις τον σχηματισμόν της δικανικής κρίσης επί της ενοχής τους αιτούντος, αλλ' αντιθέτως ήσαν άσχετα και εντελώς αλυσιτελή προς θεμελίωση κατά νόμο του εγκλήματος περί ού η καταδικαστική απόφαση. (Βλ. ΑΠ 703/1982, Π.Χρ ΛΓ' Σελίς 125). Τέλος οι αποδείξεις ή τα γεγονότα πρέπει να αφορούν την πράξη για την οποία η καταδίκη, και όχι άλλη πράξη (Βλ. ΑΠ 938/1994, Ποιν. Χρ. ΜΔ', Σελίς 654).
V. Στην κρινόμενη υπόθεση, ο αιτών επανέρχεται με την από 19-4-2010 αίτησή του και τα δύο ταυτόσημα υπομνήματά του από 30-6-2010, ζητώντας την αθώωσή του. Ο αιτών επικαλείται ως στοιχεία αποδεικτικά προς επανεξέταση της υποθέσεως, υπέρ της αθωώτητός του, α) Το με αριθμ. Πρωτ. 2/8931/0025/ από 4-3-2004 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών προς την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, Κεντρικό Κατάστημα, με κοινοποίηση στο κατάστημα της ΑΤΕ …, στην ΔΟΥ … και στον αιτούντα, (Βλ. Σχετικό 14), με το εξής περιεχόμενο: "Παρακαλούμε να φροντίσετε για τη διαγραφή των συνολικών ποσών που έχουν βεβαιωθεί στη ΔΟΥ … σε βάρος του εν λόγω οφειλέτη ..." και β) Το με αριθμ. πρωτ. 1120/από 31-7-2007 έγγραφο του καταστήματος της ΑΤΕ … προς τον κατηγορούμενο με το κάτωθι περιεχόμενο: "Μετά τις πρόσφατες παραστάσεις - παρακλήσεις σας στις κεντρικές Υπηρεσίες της Τράπεζας, με αίτημα την εξόφληση του χρέους σας προς την ΑΤΕ, με ταυτόχρονη μείωση του οφειλόμενου συνολικά ποσού, σας γνωρίζουμε τα εξής: Το Γενικό Συμβούλιο Χορηγήσεων (Γ.Σ.Χ.) της ΑΤΕ, στην συνεδρίαση Νο 30/19-7-2007, κρίνοντας με ιδιαίτερη επιείκεια την περίπτωσή σας, απεφάσισε το συνολικό διακανονισμό των οφειλών σας, με καταβολή εφ' άπαξ του ποσού των 12.000 ΕΥΡΩ, μετρητοίς, και διαγραφή του υπολοίπου, με τους εξής όρους και προϋποθέσεις: 1) Την έγγραφη δήλωσή σας ότι η προτεινόμενη λύση αποτελεί παραχώρηση εκ μέρους της Αγροτικής Τράπεζας και την αναγνώριση εκ μέρους σας ότι η προσφυγή σας στη δικαιοσύνη είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εκτίμησης δεδομένων. 2) Την ρητή παραίτησή σας από το σύνολο των αγωγών, ενδίκων μέσων κλπ που έχετε ασκήσει κατά της ΑΤΕ". Τα ανωτέρω δύο κρίσιμα έγγραφα για τα οικονομικά συμφέροντα του αιτούντος, κατ' αρχάς, δεν είναι νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις. Περιλαμβάνονταν στα αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας, το μεν πρώτο στον αριθμό 30, το δε δεύτερο, στον αριθμό 3 των εγγράφων που προσκόμισαν στο δικαστήριο οι διάδικοι. (Βλ. πρακτικά απόφασης Εφετείου Ναυπλίου, σελίδες 7 και 8, αντίστοιχα). Τα έγγραφα αυτά νομίμως αναγνώσθηκαν, χωρίς να υπάρχει αντίρρηση από κανένα, ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν, ενδεχομένως και εσφαλμένως (ΑΠ 703/82 Π.Χ. ΛΓ.125, ΑΠ 842/94 Π.Χ. ΜΔ.810), πλην όμως συναξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν με όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρει η απόφαση στις σελίδες, τέλος της 9ης και αρχή της 10ης, και σε σχέση με τις φερόμενες πράξεις της κατηγορίας, και απερρίφθησαν εμμέσως πλην σαφώς, προφανώς ως μη ασκούντα επιρροή στις συγκεκριμένες κατηγορίες. Επομένως, τα έγγραφα αυτά, τα αποδεικτικά μέσα αυτά, ήσαν γνωστά εις τους δικαστάς που εδίκασαν και ελήφθησαν υπόψη, ως προαναφέρθηκε, όμως ως αποδείξεις δεν αφορούν εις τις πράξεις για τις οποίες έλαβε χώρα η καταδίκη, αλλά αφορούν σε άλλη πράξη. Αφορούν σε υποχρεώσεις προς την Τράπεζα ή το Δημόσιο, όπου αμφισβητείται η υποχρέωση ή και το ύψος της οφειλής. Άμεση σχέση και επιρροή νοείται, λόγου χάριν, στο αδίκημα του Νόμου 1882/1990, χρέη προς το Δημόσιο, όχι όμως στην κρινόμενη υπόθεση, όπου τα πληττόμενα έννομα αγαθά είναι διάφορα, (Σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, άρθρα 224 κ 229 ΠΚ, και τιμή ή την υπόληψη, άρθρα 363 - 362 ΠΚ).
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του, και τα προσκομιζόμενα και επισυναπτόμενα αποδεικτικά μέσα, (τα δύο έγγραφα), δεν άσκησαν ουσιώδη επιρροή εις τον σχηματισμόν της δικανικής πεποίθησης και κρίσης επί της ενοχής τους αιτούντος, αλλ' αντιθέτως εκρίθησαν ως άσχετα και εντελώς αλυσιτελή προς θεμελίωση κατά νόμο των εγκλημάτων περί ών η καταδικαστική απόφαση. Άλλωστε και προ πάσης ενάρξεως της διαδικασίας στο Εφετείο - Πλημ/των Ναυπλίου, ο συνήγορος της υπεράσπισής του έκανε την δήλωση, "ότι ο κατηγορούμενος έχει την διάθεση και επιθυμία να δηλώσει ότι δεν είχε σκοπό να θίξει την προσωπικότητα του πολιτικώς ενάγοντος, και όλα είναι προϊόν δικής του σύγχυσης". Στην απολογία του δε, στο ίδιο δικαστήριο κατέθεσε: "Ποτέ δεν με σταμάτησε ο Η. Π. να μου πει, έλα να κάνουμε κομπίνα στην Τράπεζα κλπ κλπ. Αγράμματος είμαι, έκανα λάθος, έπεσα σε δικηγόρο ακατάλληλο". Τα παραπάνω υπήρξαν ο πυρήνας της κατηγορίας στις μηνύσεις του κατά του Π., Δντή της Α.Τ.Ε. …, για κακ/κή πλαστογραφία και υπεξαίρεση εν τη υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, που τέθηκαν στο Αρχείο κατ' άρθρα 47, 48 ΚΠΔ.
VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, γεγονότα ή αποδείξεις που προσκομίζονται εκ νέου, και τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθησαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν, καθόσον η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αιτών στα έξοδα (αρθρ. 583§1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Ι. Να απορριφθεί η από 19-4-2010 αίτηση του Κ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 362/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου - Πλημ/των - Ναυπλίου. ΙΙ. Να επιβληθούν έξοδα στον αιτούντα (220 ευρώ). Αθήνα 18-10-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση, και την πληρεξούσια δικηγόρο του αιτούντος
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία.
Συνεπώς, η υπό κρίση από 19-4-2010 αίτηση, με την οποία ο αιτών Δ. Κ. του Κ., επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 362/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για τις πράξεις: α) της ψευδούς καταμηνύσεως, β) ψευδορκίας μάρτυρα και γ) συκοφαντικής δυσφημήσεως, σε συνολική ποινή φυλάκισης (16) μηνών, ισχυρίζεται ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος των πράξεων, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 Κ.Π.Δ, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, με την υπ' αριθμό 362/2008 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2048/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαέξι (16) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, για τις πράξεις α) της ψευδούς καταμήνυσης, β) της ψευδορκίας μάρτυρα και γ) της συκοφαντικής δυσφήμησης, και ειδικότερα, του ότι: "Εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς και ανέφερε γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτήν και συγκεκριμένα: Στο ... στις 13-9-2000 εγχείρισε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου την από 13-9-2000 Έγκληση του κατά του ήδη εγκαλούντα Γ. Η. Π., Διευθυντή του Υποκαταστήματος … της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ "Α.Τ.Ε. Α.Ε." (ΑΒΜ : Αοο/4832/13-9-2000), με την οποία έγκληση ο κατηγορούμενος Δ. Κ., πιστούχος στο κατάστημα … της Α.Τ.Ε. από το έτος 1972, ο οποίος κατά το χρονικό διάστημα 1972-1989 είχε λάβει από την Τράπεζα διάφορα κτηνοτροφικά και καλλιεργητικά δάνεια, κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς τα εξής: Ότι δήθεν το συνολικό ποσό των πάσης φύσεως οφειλών του προς την Αγροτική Τράπεζα ανερχόταν στα ποσά που καθορίζονται στο υπ' αριθμ. πρωτ 1278/ 6-6-1995 έγγραφο του Καταστήματος … της Α.Τ.Ε., δηλαδή, μετά την απαλλαγή του από τόκους ποσού 4.031.580 δραχμών, η οφειλή του αποτελείτο από το μερικότερο ποσό των 5.786.081 δραχμών, για το οποίο παρασχέθηκε δικαίωμα ρύθμισης με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για 10 χρόνια, από το μερικότερο ποσό των 4.000.000 δραχμών, για το οποίο παρασχέθηκε δικαίωμα ρύθμισης μονοετούς διάρκειας, καθώς και από το μερικότερο ποσό των 3.916.669 δραχμών, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί άμεσα, προ της υπογραφής της συμβάσεως ρυθμίσεως. Ότι δήθεν το ποσό των συνολικών οφειλών του, ληξιπρόθεσμων και άληκτων προς την Α.Τ.Ε., ουδέποτε ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 32.413.271 δραχμών, όπως αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 707/16-9-1996 έγγραφο της θυρίδας … της Α.Τ.Ε., οι φερόμενες δε ανωτέρω οφειλές ύψους 32.413.271 δραχμές προς την Αγροτική Τράπεζα δεν υφίσταντο πραγματικά, αλλά ήταν αποτέλεσμα διάπραξης ποινικώς κολασίμων πράξεων σε βαθμό κακουργήματος εκ μέρους του ήδη εγκαλούντα Διευθυντού της Α.Τ.Ε. Ναυπλίου ή και άλλων πιθανών συμμετοχών. Ειδικότερα καταγγέλθηκε ψευδώς, ότι δήθεν ο εν λόγω Διευθυντής του Καταστήματος … της Α.Τ.Ε. κατά μήνα Μάρτιο 1990 πλησίασε τον κατηγορούμενο και του είπε επί λέξει: "Εσύ Κ. έχεις δύο- καρτέλλες στην Τράπεζα μου ... μια μεμονωμένη και μια συνεταιρισμένη ... έχεις μια οφειλή ληγμένη ... μια εκκρεμότητα ... εγώ θα σε βοηθήσω αλλά σου γυρεύω ένα πράγμα ... πρόκειται να τις κινήσεις ποτέ; του απάντησα όχι ... σε πειράζει μου λέει εάν πάρω χρήματα στην καρτέλλα σου χωρίς υπογραφή δική σου και χωρίς να φαίνεσαι πουθενά: μόνο στην καρτέλλα σου γιατί μυρίζεται ότι πρόκειται να χαρισθούν ... και εγώ θα βάλω την καρτέλλα σου στο αρχείο ... και ότι κάνουμε θα το ξέρουμε οι δυο μας ... εγώ είμαι υπεύθυνος αφού ξέρω την περίπτωση σου ότι εσύ βρίσκεσαι σε μεγάλη οικονομική ανέχεια ... έχεις 4 παιδιά ... οι οικονομικές σου ανάγκες είναι μεγάλες ... η γυναίκα σου είναι άρρωστη ... ό,τι χαρτί σου έρχεται εκτός υπηρεσίας θα έρχεσαι να σε συμβουλεύω ... εγώ θα είμαι υπεύθυνος".
Ακολούθως δε φέρεται ότι ο ήδη εγκαλών είπε στον κατηγορούμενο ότι έστειλε αυτό το χαρτί (εννοείται το υπ' αριθμ. πρωτ. 707/16-9-1996 έγγραφο της Θυρίδας ... της Α.Τ.Ε. που αναβιβάζει την οφειλή του κατηγορουμένου στο ποσό των 32.413.271 δραχμών) ... "για να καλυφθεί", στη συνέχεια δε φέρεται ότι του είπε: "τι σε νοιάζει εσένα ... θα χαρισθούν από την τσέπη σου πήρα τα 32.000.000 δρχ;" Δηλαδή καταγγέλθηκε ότι δήθεν ο εγκαλών Γ. Η. Π. είχε τελέσει τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας με σκοπό προσπορίσεως στον εαυτό του περιουσιακού οφέλους, δια βλάβης τρίτου, από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 216 παραγρ. 1, 3 εδάφ. α' ΠΚ), υπό την έννοιαν ότι χρέωσε με διάφορα χρηματικά ποσά τις τηρούμενες στην Α.Τ.Ε., καρτέλλες δανειοδότησης του κατηγορουμένου, προβαίνοντας στις αντίστοιχες εγγραφές, έτσι ώστε να φέρεται ότι ο κατηγορούμενος είχε λάβει αγροτικά δάνεια διαφόρων ποσών, θέτοντας προφανώς κατ' απομίμηση την υπογραφή του κατηγορημένου δίπλα από τις αντίστοιχες εγγραφές και β) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρθρα 263 Α στοιχ.β', 258 εδάφ. α' ΠΚ), υπό την έννοιαν ότι δήθεν ο εγκαλών ιδιοποιήθηκε παράνομα τα διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία είχε χρεώσει στις δανειστικές καρτέλες του κατηγορουμένου. Όμως η προαναφερθείσα από 13-9-2000 έγκληση του κατηγορουμένου ήταν ψευδής και για αυτό απορρίφθηκε, κατ' άρθρο- 47 § 2 ΚΠοινΔ, με την υπ' αριθμ. Αοο/4832/19Δβ/5-4-2001 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου και ακολούθως, απορρίφθηκε κατ' άρθρο 48 ΚΠοινΔ, με την υπ' αριθμ.42/18-6-2001 Διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου, καθόσον ουδέποτε είχαν λάβει χώρα ψευδείς χρεώσεις στις δανειστικές καρτέλλες του κατηγορουμένου στην Α.Τ.Ε. ούτε ποτέ ο εγκαλών Διευθυντής του υποκαταστήματος … της Α.Τ.Ε. ιδιοποιήθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό; χρεώνοντας αυτό στις δανειστικές καρτέλες του κατηγορουμένου. Αντίθετα η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, όπως η αλήθεια αυτή αποδεικνύεται από την με ημερομηνία 5-3-2001 Έκθεση του Επιθεωρητή της Α.Τ.Ε. Ι. Τ. και το υπ' αριθμ. πρωτ. 3/7-6-2001 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Α.Τ.Ε. Π. Κ. προς την Γενική Επιθεώρηση Τραπεζών της Τράπεζας Ελλάδος, είναι ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1972 - 1989 έλαβε από το Κατάστημα … της Α.Τ.Ε. κτηνοτροφικά και καλλιεργητικά δάνεια, τα οποία καταχωρήθηκαν νόμιμα στις με αριθμούς 20/249 και 47/4081 καρτέλλες του, ειδικότερα δε στην πρώτη καρτέλλα (20/249) καταχωρήθηκαν οι οφειλές του κατηγορουμένου ως μεμονωμένου πιστούχου και στην δεύτερη καρτέλλα (47/4081) καταχωρήθηκαν οι οφειλές του ως συνεταιρισμένου πιστούχου. Πλην όμως ο κατηγορούμενος διατηρεί προς την Α.Τ.Ε. ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 35,2 εκατομμυρίων δραχμών, καίτοι τα χρέη του ρυθμίσθηκαν τρεις φορές κατά τα έτη 1981, 1984 και 1989, ενώ στις δανειστικές του καρτέλλες δεν υπάρχουν χρεώσεις ποσών πέραν των δανείων που πράγματι έλαβε.
Β) Ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα και απέκρυψε την αλήθεια. Συγκεκριμένα στο ... στις 13-9-2000 κατά την εγχείριση της από 13-9-2000 εγκλήσεώς του κατά του ήδη εγκαλούντα Γ. Η. Π. (ΑΒΜ: Αοο/483/13-9-2000) εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον της Αντεισαγγελεως Πρωτοδικών Ναυπλίου Παναγιώτας ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΟΥ και της Γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, οπότε συντάχθηκε η από 13-9-2000 Ένορκη Εξέταση του Μηνυτή, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα βεβαιώνοντας ως αληθές το περιεχόμενο της ανωτέρω μηνύσεως, καίτοι η εν λόγω έγκληση ήταν ψευδής, όπως διαλαμβάνεται αναλυτικά παραπάνω υπό στοιχείο (Α).
Γ. Με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονότα ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας των γεγονότων αυτών και ειδικότερα: α) Στο ... στις 13-9-2000 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου την από 13-9-2000 Έγκληση του κατά του ήδη εγκαλούντα Γ. Η. Π. (ΑΒΜ: Αοο/4832/13-9-2000), με την οποία ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι δήθεν ο εγκαλών, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως Διευθυντή του Καταστήματος … της Α.Τ.Ε., είχε τελέσει τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας επί σκοπώ οφέλους υπερβαίνοντας το ποσό των 73.000 Ευρώ και της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, όπως διαλαμβάνεται αναλυτικά ανωτέρω υπό στοιχείο (Α). Του περιεχομένου της εν λόγω εγκλήσεως έλαβαν γνώση οι επεξεργασθέντες αυτήν Εισαγγελείς Πρωτοδικών και Εφετών Ναυπλίου, οι Γραμματείς των Εισαγγελιών καθώς και όλοι όσοι επελήφθησαν της σχηματισθείσας προκαταρκτικής δικογραφίας, τα διαλαμβανόμενα δε στην ως άνω έγκληση ψευδή γεγονότα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. βλ) Στο ... στις 9-11-2000 άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ναυπλίου την από 9-11-2000 με αριθ. καταθ. 78/9-11-2000 ΑΝΑΚΟΠΗ του κατά της με αριθμό 6410/26-10-2000 βεβαιώσεως του Προϊσταμένου της ΔΟΥ …, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος του κατηγορούμενου οφειλή ποσού 17.825.437 δραχμών, προερχόμενη από απαιτήσεις του Δημοσίου βάσει συμβάσεων εγγύησης δανείων χορηγηθέντων στον ανακόπτοντα -κατηγορούμενο από την Α.Τ.Ε., αντίγραφο δε του δικογράφου της εν λόγω ανακοπής διαβιβάσθηκε με το υπ' αριθμ. Πρωτ. 612/Ν2920/13-6-2001 έγγραφο του Δικαστικού Γραφείου Ναυπλίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προς το Υπουργείο Οικονομικών και το Κατάστημα Ναυπλίου της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, στο οποίο υποκατάστημα της Α.Τ.Ε. περιήλθε την 15-6-2001. Στο δικόγραφο της εν λόγω ανακοπής, του περιεχομένου του οποίου έλαβαν γνώση ο Δικαστής του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η Γραμματέας του Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι, δικηγόροι των διαδίκων καθώς και το Υπουργείο Οικονομικών και το Υποκατάστημα … της Α.Τ.Ε. όπου διαβιβάσθηκε η ανωτέρω ανακοπή, είχε ενσωματωθεί ολόκληρη η προαναφερθείσα από 13-9-2000 ψευδής έγκληση του κατηγορούμενου κατά του Γ. Η. Π., με αποτέλεσμα να βλαβεί ενώπιον τρίτων η τιμή και η υπόληψη του εγκαλούντα, τελικώς δε με την υπ αριθμ. 28/2002 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ναυπλίου απορρίφθηκε η ασκηθείσα ανακοπή ελλείψει δικαιοδοσίας. Και γ) Στην Αθήνα στις 22-5-2001 απέστειλε την από 22-5-2001 Επιστολή- Αίτηση του προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία παρελήφθη από το Γραφείο Διοικητή με αριθ. πρωτ. 5398/22-5-2001 και ακολούθως περιήλθε στη Γενική Επιθεώρηση Τραπεζών της Τράπεζας της Ελλάδος με αριθ. πρωτ. 2063/28-5-2001, με την οποία Αίτηση ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς για τον εγκαλούντα Διευθυντή του Καταστήματος Ναυπλίου της Α.Τ.Ε. ότι δήθεν χρέωνε την δανειστική καρτέλα του κατηγορουμένου και εισέπραττε ο ίδιος (δηλαδή ο ήδη εγκαλών Γ. Η. Π.) τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, ιδιοποιούμενος αυτά παράνομα, με τους ανωτέρω δε ισχυρισμούς του ο κατηγορούμενος έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα".
Ήδη, ο αιτών με την κρινόμενη αίτησή του επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, για τις πιο πάνω πράξεις για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε άδικα, τα εξής: α) το με αριθμ. πρωτ. 2/8931/0025 από 4-3-2004 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, που απευθύνεται προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και β) το με αριθμό πρωτ. 1120/31-7-2007 έγγραφο της ΑΤΕ προς τον ήδη αιτούντα. Με το πρώτο από τα άνω έγγραφα συνιστάται η, από μέρους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, διαγραφή των χρεών που έχουν βεβαιωθεί στη ΔΟΥ … σε βάρος του ήδη αιτούντος, για οφειλές του προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ, με το δεύτερο έγγραφο που απηύθυνε η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος προς τον ήδη αιτούντα και οφειλέτη της, γίνεται γνωστό προς αυτόν η απόφαση της Διοίκησης της δανείστριας Τράπεζας για διακανονισμό της οφειλής του, με την άμεση καταβολή εφάπαξ ποσού 12.000 ευρώ και υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών θα προβεί σε γραπτή δήλωση προς αυτήν, ότι δηλαδή η πρόταση προς επίλυση της διαφοράς τους, αποτελεί παραχώρηση της δανείστριας τράπεζας και ότι η από μέρους του προσφυγή στις δικαστικές αρχές, υπήρξε αποτέλεσμα πλάνης και κακής εκτίμησής του και ότι αυτός θα παραιτηθεί ρητά από τις εκκρεμείς αγωγές του, που έχει ασκήσει κατά της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Τα επικαλούμενα, όμως, από τον αιτούντα ως άνω στοιχεία, δεν αποτελούν νέα γεγονότα, ούτε και νέες αποδείξεις. Αντίθετα, τα ως άνω στοιχεία είχαν προσκομισθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αναγνωσθεί μεταξύ των άλλων εγγράφων, που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων και συγκεκριμένα το μεν πρώτο από αυτά με α.α. 30, το δε δεύτερο με α.α. 3. Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Σημειώνεται ότι τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν διευκρινιστικά ή τροποποιητικά εκείνων, που είχαν τεθεί υπόψη του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αιτούντα κρίσεώς του. Περαιτέρω, όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών με τα, από 24-6-2010, 20-12-2010 και 28-1-2011 υπομνήματά του, δεν μπορεί να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, ούτε και διευκρινιστικά ή τροποποιητικά εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου. Τούτο γιατί, ανεξαρτήτως του ότι όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μνημονεύονται στα υπομνήματά του, προϋπήρχαν της εκδικάσεως της κατηγορίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δεν είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου εκείνου, είναι πλέον ή βέβαιο ότι δεν μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου περί της ενοχής του κατηγορουμένου, ώστε να καταλήξει σε κρίση διαφορετική από εκείνη που κατέληξε. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο άνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, αποδεικτικά στοιχεία, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων. Πράγματι, αξιολογώντας το Δικαστήριο τούτο και τα λοιπά προσκομισθέντα πιο πάνω έγγραφα, κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά, είτε μόνα τους, είτε συνδυαζόμενα μεταξύ τους, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τα αποδεικτικά στοιχεία και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφασή του. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2010 αίτηση του Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτία, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 362/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας 525 επ. ΚΠΔ. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως. Απαιτούνται νέα, άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1167/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ. Β. του Γ. και 2) Π. Μ. του Π., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστομένη Τζαννετή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 9413/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Θ. Ρ. του Θ. και 2. Θ. Ρ. του Θ., κατοίκους αμφοτέρους …, εκ των οποίων ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο ενώ ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζήση.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιανουαρίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 155/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται από το άρθρο 229 παρ. 1 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης, είναι εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ.
Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς, ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τη χωρίς όρκο εξέταση των πολιτικώς εναγόντων, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εδρεύουσα στην Αθήνα ΑΕ με την επωνυμία "Β. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία αρτοσκευασμάτων, προϊόντων ζαχαροπλαστικής και εν γένει ειδών διατροφής. Η εταιρία αυτή χρησιμοποιώντας το σήμα του οποίου είναι δικαιούχος και το διακριτικό τίτλο "Φούρνος Β." δημιούργησε εκτεταμένο δίκτυο καταστημάτων με το σύστημα δικαιόχρησης. Περί τα τέλη του έτους 1999, η προαναφερόμενη εταιρία, επιδιώκοντας τη διεύρυνσή της, αποδέχτηκε πρόταση του εγκαλούντος Θ. Ρ. για επαγγελματική συνεργασία, προκειμένου να καταστεί δυνατή η προώθηση και διακίνηση των προϊόντων της στη Β. Ελλάδα και στις γειτονικές Βαλκανικές χώρες. Έτσι, συστήθηκε η ΑΕ με την επωνυμία "ΑΡΤΟΠΟΙΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Β. ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "Φούρνος Β. Βορείου Ελλάδος", που εδρεύει στο Δήμο … . Από τους εγκαλούντες-πολιτικώς ενάγοντες ο μεν πρώτος Θ. Ρ. είναι Πρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, ο δε δεύτερος Θ. Ρ., μέλος του ΔΣ. Μεταξύ της αμέσως παραπάνω εταιρίας και της εταιρίας "Β. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ", της οποίας Πρόεδρος είναι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Β. και Διευθύνων Σύμβουλος και Γενικός Διευθυντής της ο δεύτερος Π. Μ., υφίσταται από ετών αντιδικία, για την οποία έχουν επιληφθεί τα αστικά και ποινικά δικαστήρια, για διαφορές από την επιχειρηματική τους συνεργασία, η οποία δεν εξελίχθηκε ομαλά. Στις 14/8/2003 οι κατηγορούμενοι με τις ανωτέρω ιδιότητές τους υπέβαλαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 5/8/2003 έγκλησή τους σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων για τις πράξεις της απόπειρας εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος, που κατήγγειλαν ότι τέλεσαν σε βάρος τους. Ειδικότερα κατήγγειλαν ότι κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2001 έως και τον Ιούνιο 2002 σε επανειλημμένες προφορικές επικοινωνίες που είχαν οι πολιτικώς ενάγοντες με τους κατηγορούμενους, καθώς και με την από 17/7/2001 εξώδικο διαμαρτυρία τους, επεχείρησαν να τους εξαναγκάσουν να παραχωρήσουν χωρίς αντάλλαγμα στην εταιρία που εκπροσωπεί ο πρώτος πολιτικώς ενάγων το δικαίωμα παράλληλης χρήσης του σήματος και των διακριτικών γνωρισμάτων της επιχείρησης "Χ. Β. ΑΕ", των προϊόντων της και τη δωρεάν εκχώρηση του δικαιώματος ίδρυσης καταστημάτων σε ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα και τις χώρες της Βαλκανικής, απειλώντας τους κατηγορούμενους ότι σε διαφορετική περίπτωση θα επεδίωκαν την οικονομική καταστροφή της εταιρίας και των εκπροσώπων και μετόχων της και θα παρεμπόδιζαν την ομαλή λειτουργία της, με την υποβολή από μέρους τους ψευδών αναφορών στις αρχές και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δεδομένου ότι εκκρεμούσε αίτηση για εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο, αλλά δεν κατάφεραν το σκοπό τους, διότι οι κατηγορούμενοι δεν ενέδωσαν στις απειλές τους και δεν προέβησαν στην εκχώρηση του συγκεκριμένου δικαιώματος. Επί της μηνύσεως αυτής ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων για την πράξη της απόπειρας εκβίασης κακουργηματικής μορφής (Γ03/3525) και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση, η οποία περατώθηκε με την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος (υπ' αριθμ. 484/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), το οποίο κατέστη αμετάκλητο (υπ' αριθμ. 2426/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και υπ' αριθμ. 4145/10.9.2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου). Τα παραπάνω καταγγελλόμενα περιστατικά, όμως, ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας τους, προέβησαν δε στην καταμήνυση των πολιτικώς εναγόντων με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξή τους από τις δικαστικές αρχές, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος πολιτικώς ενάγων, ο οποίος κατά το διάστημα που φέρεται ότι εκβίαζε τους κατηγορούμενους απουσίαζε για εκπαιδευτικούς λόγους στο εξωτερικό, δεν είχε ενεργό ανάμιξη στις υποθέσεις της εταιρίας, τις οποίες διαχειριζόταν ο πρώτος, πατέρας του. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο πρώτος από του εγκαλούντες, κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο εταιριών, που διήρκεσαν επί ένα έτος, για την οριστικοποίηση της συμφωνίας συνεργασίας, απέστειλε και την από 17/7/2001 εξώδικο επιστολή, απαντώντας στην από 16/7/2001 εξώδικο επιστολή της εταιρίας που εκπροσωπούσαν οι κατηγορούμενοι, στην οποία, αφού εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους που κατά την άποψή του οδήγησαν τις σχετικές διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο θεωρώντας τους κατηγορούμενους αποκλειστικά υπαίτιους για τη μη υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου, τους καλούσε να εκπληρώσουν τα μεταξύ τους κατά την άποψη του συμφωνηθέντα. Από το περιεχόμενο της παραπάνω εξωδίκου επιστολής δεν προκύπτει ότι εμπεριέχεται σ' αυτή οποιαδήποτε μορφή απειλής, ικανή να αποκλείσει την ελεύθερη βούληση των κατηγορουμένων και να τους εξαναγκάσει να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, καθώς δεν περιέχει αναγγελία κακού, στρεφόμενου σε βάρος της εταιρίας "Χ. Β. ΑΕ", ενώ ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων επιβεβαιώθηκαν τέτοιες προφορικές απειλές. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης από κοινού, που τέλεσαν στις 14/8/2003 με την υποβολή της από 5/8/2003 μήνυσής τους ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού αποδείχθηκε ότι εν γνώσει της αναληθείας της καταγγελίας τους προέβησαν σ' αυτήν με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη των πολιτικώς εναγόντων". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή και επέβαλε στον καθένα συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία ως προς το δεύτερο κατηγορούμενο και την μετέτρεψε ως προς τον πρώτο σε χρηματική ποινή προς 10 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 και 229 παρ.1 του Π.Κ., που εφάρμοσε. Ειδικότερα, η ανωτέρω καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του Δικαστηρίου αιτιολογείται με την παραδοχή ότι όσα αυτοί κατάγγειλαν με την από 5-8-2003 έγκλησή τους, που υπέβαλαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων είναι ψευδή και ότι τελούσαν σε γνώση ότι ήσαν ψευδή. Συγκεκριμένα, παρατίθενται στην απόφαση τα γεγονότα για τα οποία οι εν λόγω αναιρεσείοντες κατάγγειλαν ψευδώς τους πολιτικώς ενάγοντες, ήτοι, α) ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2001 έως το μήνα Ιούνιο του έτους 2002, στις επανειλημμένες προφορικές επικοινωνίες τους, που είχαν οι εγκαλούντες με τους κατηγορουμένους, καθώς και στην από 17-7-2001 εξώδικη διαμαρτυρία τους, ότι οι πρώτοι επεχείρησαν να εξαναγκάσουν τους κατηγορουμένους, να δεχθούν και να τους παραχωρήσουν χωρίς κανένα αντάλλαγμα το δικαίωμα παράλληλης χρήσης του σήματος και των διακριτικών γνωρισμάτων της εταιρείας "Χ. Β. ΑΕ", των προϊόντων της, καθώς και τη δωρεά εκχώρηση του δικαιώματος ίδρυσης καταστημάτων, γιατί σε διαφορετική περίπτωση οι εγκαλούντες θα επιδίωκαν την οικονομική καταστροφή της άνω εταιρείας και θα παρεμπόδιζαν την ομαλή λειτουργία αυτής, με την υποβολή από μέρους των εγκαλούντων ψευδών αναφορών στις αρμόδιες αρχές, αλλά και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προκειμένου να ματαιώσει την εισαγωγή της εταιρείας τους στο Χ. Α. Αθηνών, β) αναφέρεται επίσης, ότι τα παραπάνω γεγονότα που αυτοί κατάγγειλαν και αφορούσαν την από μέρους των ήδη εγκαλούντων τέλεση αξιόποινης πράξεως σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων, ήσαν αντικειμενικώς ψευδή, όπως κρίθηκε αμετακλήτως, με το υπ' αριθμ. 2426/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (βλ. το υπ' αριθμ. 4145/10-9-2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου), που επικύρωσε το υπ' αριθμ. 484/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει σε βάρος των ήδη πολιτικώς εναγόντων κατηγορία για την πράξη της απόπειρας κακουργηματικής εκβίασης, και γ) εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι τα παραπάνω γεγονότα που κατάγγειλαν ήσαν ψευδή και ότι με την άνω έγκλησή τους επιδίωξαν να επιτύχουν την ποινική δίωξη των πολιτικώς εναγόντων, την οποία και επέτυχαν, ανεξάρτητα του ότι αμετάκλητα κρίθηκε ότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ικανές να επιστηρίξουν δημόσια σε βάρος τους κατηγορία.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ, Δ του Κ.Π.Δ., μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα, (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων (176, 183 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2011 αίτηση των: Χ. Β. του Γ. και Π. Μ. του Π., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9413/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως καταδικαστικής αποφάσεως για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς το δόλο και ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1172/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και ΚυριαΚ. Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κριθαρά, περί αναιρέσεως της 10270/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ν. Π., κάτοικο ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παναγόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, καθώς και στο από 19 Απριλίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 201/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 3327/2005, "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται: α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της, και γ) να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου (ΑΠ 1112/2010). Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμα και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του αιτιολογικού. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του. Ειδικά για την προαναφερόμενη μορφή του δόλου, που απαιτείται για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, επιβάλλεται η αναφορά στο σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης ειδικής και αναλυτικής αιτιολογίας, συντελούμενης με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από την ανωμοτί εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας Ν. Γ. Π., τις ένορκες καταθέσεις των Ε. Κ. (μάρτυρος κατηγορητηρίου), Ε. Κ., Κ. Κ. (μαρτύρων υπεράσπισης), που εξετάστηκαν νομοτύπως στο ακροατήριο, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πιο πάνω πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη εν γένει την συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Κ. Κ. του Α. στην Αθήνα, στις 1-9-2003, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς ενώπιον αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει, την καταδίωξή τους γι' αυτήν. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο και κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συζήτηση της από 6-4-2003 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4615/10-6-2003 στρεφόμενης εναντίον του αγωγής της πρώτης εγκαλούσας Ν. συζ. Γ. Π. και Ε. συζ. Μ. Μ., υπέβαλε ένσταση πλαστότητας των από 8-4-2003 και 17-4-2003 εγγράφων (προσκλήσεων προς σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης συνιδιοκτητών της ευρισκόμενης στο ... και επί της οδού ... πολυκατοικίας), κατονόμασε ως δήθεν πλαστογράφους την ανωτέρω εγκαλούσα, καθώς επίσης και τον δεύτερο εγκαλούντα Μ. Μ., και κατέθεσε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου τις από 1-9-2003 προτάσεις του, αναφέροντας σ' αυτές τους ψευδείς ισχυρισμούς του περί πλαστότητας των προαναφερθέντων. Ειδικότερα, στις ανωτέρω προτάσεις του ανέφερε ψευδώς τα εξής : "Επειδή κατόπιν όλων των προεκτεθέντων επιφυλάσσομαι ρητά, να καταθέσω μήνυση κατά των Ν. συζ. Γ. Π. και Μ. Μ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οδός ... για διάπραξη από κοινού εκ μέρους τους των προαναφερόμενων δύο πλαστογραφιών και πλαστογραφιών μετά χρήσεως των αναφερομένων στην κρινόμενη αγωγή από 8.4.2003 και 17.4.2003 προσκλήσεων, σε έκτακτη Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας μας επί της ... στο ... για τις 16.4.2003 και επαναληπτικής 23.4.2003 αντίστοιχα, ημέρα τετάρτη και ώρα 21.00 στην είσοδο της αναφερόμενης πολυκατοικίας, και τις δύο περιπτώσεις με μοναδικό θέμα ημερησίας διάταξης και των δύο Γ.Σ. την εκλογή νέου διαχειριστή, καθόσον παρόλο ότι η φερομένη ως συνυπογράψασα τις προσκλήσεις αυτές κα Α. χήρα Ι. Κ., ηλικίας 88 ετών, πάσχουσα από γεροντική άνοια και έτσι ανίκανη διανοητικά και βουλητικά ούτε μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο των προσκλήσεων αυτών και ούτε μπορούσε να τις υπογράψει οι προαναφερόμενοι από κοινού ενεργούντες, εκτός των δικών τους υπογραφών έθεσαν επί των εγγράφων αυτών προσκλήσεων και την υπογραφή της πάσχουσας διανοητικά και βουλητικά κ. Α. Κ..... τους προαναφερόμενους κατονομάζω εν προκειμένω ως από κοινού πλαστογράφους της υπογραφής της κ. Α. Κ....". Με την επίκληση του παραπάνω ψευδούς γεγονότος ο κατηγορούμενος επιδίωκε να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούντων για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία.
Η κρίση αυτή στηρίζεται ιδίως στις καταθέσεις της πολιτικώς εναγούσης και της μάρτυρος κατηγορητηρίου, που εξετάσθηκαν νομοτύπως στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, η πρώτη των οποίων λέγει "Ο κατηγορούμενος κατηγόρησε εμένα και τον κ. Μ. ότι πλαστογραφήσαμε την υπογραφή της κ. Κ. για να έχουμε απαρτία και να μπορέσουμε να τον παύσουμε από διαχειριστή. Δεν είχε λανθασμένη πληροφόρηση. Ήθελε να μας πάει κόντρα για να μην τον αλλάξουμε από διαχειριστή. Ο ίδιος το είπε στον δικηγόρο του και το έγραψε στην μήνυση. Συνέχεια το επαναλαμβάνει, ..., Η κ. Κ. είχε μόνο κινητικά προβλήματα, δεν είχε άνοια, ..., Την υπογραφή της δεν την ήξερα, ..., Οι υπογραφές είναι ίδιες" [βλ. σελ. 13 πρακτικών] και η δεύτερη [Ε. Κ.] "Η κ. Κ. ήταν αδελφή του πατέρα μου, γεννημένη το 1916, ...,Η θεία μου επίσης υπέγραψε η ίδια τα πρακτικά της συνελεύσεως. Ο κατηγορούμενος ήθελε να είναι διαχειριστής. Κράτησε τα κλειδιά και επί ένα χρόνο υπέφεραν όλοι από το κρύο. Η θεία αγωνιούσε και ήθελε να φτιαχτεί η πολυκατοικία, ..., Η υπογραφή στο πληρεξούσιο είναι της θείας μου. Πήγα με συμβολαιογράφο και η θεία υπέγραψε στο κρεβάτι" [βλ. σελ. 14 πρακτικών], μη αναιρούμενες από την απολογία του κατηγορουμένου και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως. Ενόψει αυτών αποδεικνύεται ότι ί] η καταμήνυση ήταν ψευδής, πράγμα που εγνώριζε ο κατηγορούμενος, ii] ο κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο που κατονόμαζε ως πλαστογράφους τους εγκαλούντες (1-9-2003) με τις από 1-9-2003 προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γνώριζε ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη (παράβαση του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, σε συνδ. με αρθρ. 45 ιδίου Κωδικός), σκοπός του δε ήταν να κινηθεί σε βάρος των εγκαλούντων ποινική διαδικασία για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατά συναυτουργίαν. Ειδικότερα, όσον αφορά τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, είναι σαφείς οι καταθέσεις της πολιτικώς εναγούσης (Ν. συζ. Γ. Π.) τόσο στο παρόν, όσο και στο πρωτοβάθμιο δικαστηρίου, η οποία λέγει "Δεν είχε λανθασμένη πληροφόρηση. Ήθελε να μας πάει κόντρα για να μην τον αλλάξουμε από διαχειριστή. Ο ίδιος το είπε στον δικηγόρο του και το έγραψε στην μήνυση. Συνέχεια το επαναλαμβάνει" [βλ. ανωτέρω] και "Στην δίκη μας κατηγόρησε ότι είχαμε κάνει πλαστογραφία. Το Δικαστήριο μας αναγνώρισε σαν διαχειρίστριες αλλά έστειλε τις προσκλήσεις στον Εισαγγελέα για την πλαστότητα......., Ο Κ. είχε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο από την κ. Κ. και μπορούσε να υπογράψει ο ίδιος δεν ήταν ανάγκη να βάλει την υπογραφή της αδελφής του, ......, Ακόμα και σήμερα μας λέει πλαστογράφους και το έμαθε όλη η γειτονιά. Δεν μπόρεσε ο κατηγορούμενος να χωνέψει ότι τον αλλάξαμε από διαχειριστή" [σελ. 13-14 πρακτικών της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 66385/2009 αποφάσεως, νομίμως αναγνωσθείσης, ως άνω]. Τέλος, απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο που διέπραξε το παραπάνω έγκλημα διήγε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Ενόψει αυτών, απορριπτόμενου του αιτήματος του κατηγορουμένου περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να (1) διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, (2) κλητευθεί ως μάρτυς η συμβολαιογράφος Αθηνών Ελευθερία Βασιλακοπούλου -Κουγιουμτζίδη και (3) προσκομισθεί η από 3-9-2003 υπεύθυνη δήλωση της Α. Κ., ως κατ' ουσίαν αβασίμου, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω πράξεως [ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροήν, άρθρ. 26§1α, 27§1 ημιπερίοδ.α' 94§1, 229§1 - όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεως της με το αρθρ.1 §6 Ν.3327/2005 ΦΕΚ Α' 70/11-3-2005 - Π.Κ], αναγνωριζομένης όμως στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περιστάσεως του στοιχείου α' της §2 του άρθρου 84 Π.Κ. κατά το διατακτικό.
Στην συνέχεια το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της ψευδούς καταμήνυσης, κατά συρροή, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις κατά το είδος τους που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14,26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει: α) τα πραγματικά περιστατικά που διέλαβε ο αναιρεσείων στις από 1/9/2003 προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις οποίες κατονόμαζε ως πλαστογράφους των με ημεροχρονολογία 8/4/2003 και 17/4/2003 προσκλήσεων έκτακτης γενικής συνέλευσης την εγκαλούσα Ν. Γ. Π. και τον Μ. Μ., τα οποία στοιχειοθετούν την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας , β) ότι το περιεχόμενο των προτάσεων αυτών είναι ψευδές και ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθειά του και γ) ότι ο κατηγορούμενος με την υποβολή των ως άνω προτάσεων του σκόπευε να προκαλέσει την ποινική δίωξη των παθόντων για την ως άνω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση. Επί πλέον πλήρως αιτιολογείται η γνώση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου "ότι το περιεχόμενο των από 1/9/2003 προτάσεων του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες κατονόμαζε ως πλαστογράφους των διαλαμβανόμενων δύο προσκλήσεων έκτακτης γενικής συνέλευσης τους ως άνω παθόντες, είναι ψευδές, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης "ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που κατονόμαζε ως πλαστογράφους τους εγκαλούντες (1/9/2003) με τις από 1/9/2003 προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γνώριζε ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη (παράβαση του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 45 του ΠΚ), σκοπός του δε ήταν να κινηθεί σε βάρος των εγκαλούντων ποινική διαδικασία για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία. Ειδικότερα, όσον αφορά τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, είναι σαφείς οι καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας Ν. Γ. Π. τόσο στο παρόν δικαστήριο, όσο και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία λέγει " δεν είχε λανθασμένη πληροφόρηση. Ήθελε να μας πάει κόντρα για να μην τον αλλάξουμε από διαχειριστή. Ο ίδιος το είπε στον δικηγόρο του και το έγραψε στην μήνυση. Συνέχεια το επαναλαμβάνει, στη δίκη μας κατηγόρησε ότι είχαμε κάνει πλαστογραφία. Το δικαστήριο μας αναγνώρισε σαν διαχειρίστριες, αλλά έστειλε τις προσκλήσεις στον Εισαγγελέα για την πλαστότητα... Ο Κ. είχε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο από την κ. Κ. και μπορούσε να υπογράψει ο ίδιος, δεν ήταν ανάγκη να βάλει την υπογραφή της αδελφής του... Ακόμα και σήμερα μας λέει πλαστογράφους και το έμαθε όλη η γειτονιά. Δεν μπόρεσε ο κατηγορούμενος να χωνέψει ότι τον αλλάξαμε από διαχειριστή". Περαιτέρω από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται αναλυτικά στα πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου, χωρίς καμία αμφιβολία προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλοι οι ισχυρισμοί και τα έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσείων και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκούσε η αναφορά των αποδεικτικών στοιχείων γενικώς κατά το είδος τους και δεν ήταν απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους και η μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, το γεγονός δε ότι στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες και έγγραφα) δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων, ενώ η εσφαλμένη αξιολόγηση τους δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που προκύπτει από το σύνολο του σκεπτικού της απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου α) να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, β) να κλητευθεί ως μάρτυρας η συμβολαιογράφος Αθηνών Ελευθερία Βασιλακοπούλου- Κουγιουμτζίδη και γ) να προσκομισθεί η από 3/9/2003 υπεύθυνη δήλωση της Α. Κ., αφού κατά τις παραδοχές της η υπογραφή που είχε τεθεί στις από 8/4/2003 και 17/4/2003 προσκλήσεις έκτακτης γενικής συνέλευσης ήταν γνήσια, είχε δηλαδή τεθεί από την ίδια την Αικατερίνη Κ. και συνεπώς δεν είχε πλαστογραφηθεί από τους εγκαλούντες .
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως ταυτόσημος κατά περιεχόμενο λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) και στην δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2/2/2011 αίτηση και τους από 19/4/2011 πρόσθετους λόγους του Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10270/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα(250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ τετρακοσίων ενενήντα(490) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή. Λόγοι Αναίρεσης του κυρίου δικογράφου: Έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) με τις ειδικότερες αιτιάσεις α) της μη παράθεσης πραγματικών περιστατικών για τον άμεσο δόλο του, β) της μη λήψης υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων, και γ) της απόρριψης του αιτήματος του για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και κλήτευση μαρτύρων. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Πρόσθετοι Λόγοι: Ταυτόσημοι με την έλλειψη αιτιολογίας και ιδίως του δόλου. Απορρίπτονται. Απορρίπτεται στο σύνολο της η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1181/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Κ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ασλάνη, περί αναιρέσεως της 8716/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 99/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Είναι δε γεγονότα κατά την έννοια του νόμου και τα αναφερόμενα στο μέλλον γεγονότα κα υποσχέσεις, όταν συνοδεύονται ταυτόχρονα από ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων και αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν , κατά τρόπο που να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από τον δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 του ΠΚ όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πράξη περιέχουσα αρχή εκτελέσεως είναι κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελώντας τμήμα, ολικώς ή μερικώς, της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, οδηγεί ευθέως και αναμφισβήτητα στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8716/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατά το είδος τους, αποδείχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα την 2/3/2005, από κοινού με τον Κ. Α., έχοντας λάβει την απόφαση να εκτελέσει το πλημμέλημα της απάτης, δηλαδή με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, επιχείρησε από κοινού πράξη συνιστά αρχή εκτέλεσης του αποφασισθέντος πλημμελήματος. Ειδικότερα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εισήλθε σε υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας και παρέστησε στον Διευθυντή Μ. Π. αναληθώς, επιδεικνύοντας του μάλιστα δίπτυχη εξουσιοδότηση του Ι. Μ., ως Προέδρου του σωματείου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία " Πανελλήνιος Σύνδεσμος Συνταξιούχων και Αποστράτων Ελληνικής Αστυνομίας", με θεώρηση εκ του Αστυνομικού Τμήματος Ν. Κόσμου, ότι τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος του εν λόγω συλλόγου και ότι διαθέτει προς πώληση νόμιμες προσκλήσεις για θεατρική παράσταση που πρόκειται να διοργανώσει ο ανωτέρω σύλλογος την 28/3/2005 στο θέατρο Αθηνών "ΑΚΑΔΗΜΟΣ", έναντι συμβολικού ποσού σαράντα (40) ευρώ, που δήθεν προορίζεται για ανθρωπιστικούς σκοπούς και προς ενίσχυση των δεσμών φιλίας και αλληλεγγύης μεταξύ πολιτών και σωμάτων ασφαλείας, αποκρύπτοντας όμως από τον ανωτέρω ότι ουδέποτε λειτούργησε σωματείο με την ανωτέρω επωνυμία, ότι καμία θεατρική παράσταση δεν είχαν διοργανώσει προκειμένου να ανεβάσουν κατά την ανωτέρω ημερομηνία, ενώ τα χρήματα που θα συγκέντρωναν προορίζονταν για την αποκομιδή παράνομου προσωπικού κέρδους, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε ο κατηγορούμενος το σκοπό του από λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή του, καθόσον ο ανωτέρω παθών, ενόψει του ότι είχε πληροφορηθεί προηγουμένως από το ως άνω θέατρο ότι καμία τέτοια παράσταση δεν είχε διοργανωθεί, αντιλήφθηκε τους σκοπούς του και δεν αγόρασε τις σχετικές προσκλήσεις. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της απόπειρας απάτης, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκιση δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν κατά το είδος τους και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 27, 27, 42 παρ. 1, 45 και 386 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, χωρίς αοριστίες και ασάφειες η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο αναιρεσείων παρέστησε στον Μ. Π., εν γνώσει ψευδώς, επιδεικνύοντας μάλιστα και δίπτυχη εξουσιοδότηση του Ι. Μ., ότι τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος του σωματείου "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Συνταξιούχων και Απόστρατων Ελληνικής Αστυνομίας" και ότι διαθέτει προς πώληση νόμιμες προσκλήσεις για θεατρική παράσταση που επρόκειτο να διοργανώσει το ανωτέρω σωματείο, έναντι του ποσού των 40 ευρώ η μία, ενώ γνώριζε ότι ουδέποτε λειτούργησε τέτοιο σωματείο, ούτε επρόκειτο να διοργανωθεί κάποια θεατρική παράσταση. Δεν πέτυχε δε να ολοκληρώσει τον σκοπό του, διότι ο παθών Μ. Π. πληροφορήθηκε την αλήθεια και δεν προέβη στην αγορά των προσκλήσεων. Τα περιστατικά δε αυτά συνιστούν αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος της απάτης.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/12/2010 αίτηση του Ε. Κ. του Φ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8716/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απόπειρα απάτης, κατά συναυτουργία. Λόγοι Αναίρεσης: 1) Έλλειψη αιτιολογίας (510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) και 2) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ).Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1163/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήρη Γιαννικόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.5239/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 75/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 266 ΠΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 264 και 28 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος του εξ αμελείας εμπρησμού πρέπει: 1) ο δράστης να μη κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, υπό τις ίδιες περιστάσεις, να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της συνήθους πείρας και λογικής, 2) να είχε αυτός τη δυνατότητα, ενόψει των προσωπικών ιδιοτήτων, των γνώσεων και των ικανοτήτων του, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και ν' αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, 3) να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος και 4) από την προξενηθείσα πυρκαγιά να προκλήθηκε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος διακινδυνεύσεως, για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται ο κίνδυνος που προκύπτει από την πυρκαγιά να είναι κοινός, με την έννοια της απειλής και διακινδύνευσης όχι μόνο ενός συγκεκριμένου πράγματος, αλλά ευρύτερου κύκλου ξένων πραγμάτων σε έκταση ανεπίδεκτη προσδιορισμού.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα, 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να αναγράφεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Περαιτέρω, η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο προβαλλόμενος από το άρθρο 267 του Π.Κ προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή του υπαιτίου εμπρησμού από αμέλεια. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την απόφαση του Εφετείου, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 267 ΠΚ σχετικά με την απόρριψη του προβληθέντος από αυτόν, ως προς την πράξη του εμπρησμού από αμέλεια, αυτοτελούς από την εν λόγω διάταξη ισχυρισμού του ότι συντρέχει προσωπικός λόγος απαλλαγής του από κάθε ποινή. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά ότι: "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος από το έτος 1990 ασχολούνταν με την μελισσοκομία και διατηρούσε κυψέλες στη δασική περιοχή Μετόχι Θρακομακεδόνων Πάρνηθας Αττικής, στις 26-6-2007, λόγω της επικρατούσας υψηλής θερμοκρασίας 46 βαθμών Κελσίου, μετέβη στο σημείο αυτό (συνέχεια η σελίδα 10 από παραδοχές) προκειμένου να ταΐσει τα μελίσσια του. Για το σκοπό προέβη στην κατασκευή αυτοσχέδιου λάκκου κοντά στις κυψέλες του, στον οποίο τοποθέτησε την κατάλληλη τροφή αφού προηγουμένως, προς αποφυγή κινδύνου από τα μελίσσια και την ασφαλή εκτέλεση των σχετικών εργασιών από τον ίδιο και τον βοηθό του , άναψε το σχετικό εργαλείο (φυσερό) και κάπνισε τις κυψέλες με τα μελίσσια. Κατά την ενέργεια αυτή όμως, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της ιδιαίτερης προσοχής, την οποία όφειλε, με βάση τις παραπάνω περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος, δεν απέφυγε ενόψει των επικρατουσών καιρικών συνθηκών να ανάψει φλόγα μέσα στη δασική περιοχή, ούτε επόπτευσε επαρκώς τη χρήση του φυσερού και το χώρο, με αποτέλεσμα υπολείμματα καπνίσματος να πέσουν σε ξερά χόρτα τα οποία πήραν αμέσως φωτιά και λόγω του καύσωνα με την άνω θερμοκρασία και του ισχυρού ανέμου με δείκτη επικινδυνότητας τρία με ανώτερο το πέντε που επικρατούσε, η φωτιά εξαπλώθηκε και εκδηλώθηκε πυρκαγιά από την οποία κάηκε δασική έκταση τεσσάρων στρεμμάτων με πεύκα νεαρής ηλικίας και πουρνάρια ,για την κατάσβεση της επενέβη η Πυροσβεστική Υπηρεσία ,η οποία ειδοποίησε και για αεροπορική βοήθεια, η οποία τελικώς δεν χρειάστηκε, γιατί η πυρκαγιά κατασβέστηκε από τα επίγεια μέσα. Από την πυρκαγιά δε, μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, δηλαδή να επεκταθεί στην υπόλοιπη δασική έκταση , αποτέλεσμα που αυτός δεν προέβλεψε, εξαιτίας της παραπάνω αμέλειας και ελλείψεως προσοχής. Σαφής περί αυτών ήταν η κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα Π. Ν., αξιωματικού της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, τότε διοικητή του αρμοδίου 6ου Πυροσβεστικού Σταθμού, που βρίσκεται στους πρόποδες της Πάρνηθας. Το αποτέλεσμα αυτό ο κατηγορούμενος δεν το προέβλεψε, εξαιτίας της ως άνω ελλείψεως προσοχής του. Οι παραπάνω πράξεις και παραλείψεις του κατηγορουμένου πληρούν κατά την κρίση του Δικαστηρίου την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του εμπρησμού από αμέλεια, το οποίο του αποδίδεται, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του εγκλήματος αυτού. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι την επίμαχη πυρκαγιά έσβησε η πυροσβεστική υπηρεσία με επίγεια μέσα. Όμως, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται κανένα συγκεκριμένο περιστατικό, από το οποίο να προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος με γρήγορη αναγγελία του προς την πυροσβεστική υπηρεσία έδωσε αφορμή για τη καταστολή της. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η πυροσβεστική υπηρεσία ,όταν ειδοποιήθηκε, εκτιμώντας λόγω των προεκτεθεισών περιστάσεων την επικινδυνότητα και το μέγεθος της πυρκαγιάς ειδοποίησε για αεροπορική βοήθεια, ώστε ο περί τούτου αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, που άλλωστε όλως αορίστως προβλήθηκε, πρέπει, να απορριφθεί, ως αβάσιμος, όπως και οι λοιποί αρνητικοί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ισχυρισμοί του. Από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια και ότι εξ αιτίας αυτού πρέπει να του επιβληθεί ποινή ελαττωμένη σύμφωνα με τα άρθρα 83 και 84§ 2β του ΠΚ." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως του εμπρησμού από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 14 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 10 ευρώ την ημέρα, αφού απέρριψε ως αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό, που παραδεκτώς πρόβαλε ο αναιρεσείων, περί απαλλαγής του από κάθε ποινή, σύμφωνα με το άρθρο 267 του Π.Κ, γιατί ο ίδιος με τη γρήγορη αναγγελία του προς την αρμόδια αρχή, έδωσε αφορμή για την καταστολή της πυρκαγιάς. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον άνω ισχυρισμό του με την ακόλουθη αιτιολογία: "εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι την επίμαχη πυρκαγιά έσβησε η Πυροσβεστική υπηρεσία με επίγεια μέσα και δεν αποδεικνύεται κανένα συγκεκριμένο περιστατικό, από το οποίο να προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος με γρήγορη αναγγελία του προς την πυροσβεστική υπηρεσία, έδωσε αφορμή για την καταστολή της. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η πυροσβεστική υπηρεσία, όταν ειδοποιήθηκε, εκτιμώντας λόγω των προεκτεθεισών περιστάσεων την επικινδυνότητα και το μέγεθος της πυρκαγιάς ειδοποίησε για αεροπορική βοήθεια, ώστε ο περί τούτου αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, που όλως αορίστως προβλήθηκε, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος"
Όμως, το δίκασαν δικαστήριο, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δεν έλαβε υπόψη του, και δεν αξιολόγησε τόσο το υπ' αριθμ. πρωτ. Α 48561/25-7-2007 έγγραφο της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας cosmote, όσο και το με αριθμ. πρωτ. 1832/Φ. 104.16 έγγραφο του Συντονιστικού Επιχειρησιακού Κέντρου Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος.
Πράγματι από τα έγγραφα αυτά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος, κατά την 26-6-2007, ημέρα κατά την οποία εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, για την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος, ήταν κάτοχος της υπ' αριθμό 6972-934296 τηλεφωνικής παροχής κινητής τηλεφωνίας και ότι καταγράφηκε στα αρχεία της άνω εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, τηλεφωνική κλήση του προς τον αριθμό 199 (όπου αντιστοιχεί προς την Πυροσβεστική Υπηρεσία), προερχόμενη από την άνω τηλεφωνική παροχή.
Επίσης, από το υπ' αριθμ πρωτ. 1832/25-7-2007 απαντητικό έγγραφο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, προκύπτει ότι στις 26-6-2007 και περί ώρα 14.44 μ.μ, λήφθηκε από την υπηρεσία αυτή, τηλεφωνική κλήση-ειδοποίηση από την υπ' αριθμ. 6972-934296 τηλεφωνική παροχή, γεγονός που κατάδηλοι ότι η κλήση προς παροχή άμεσης βοήθειας από την Πυροσβεστική αρχή, έγινε έγκαιρα από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος με τον τρόπο αυτό οπωσδήποτε συνέβαλε στην έγκαιρη ειδοποίηση της και στην καταστολή της.
Έτσι, το δικαστήριο που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και απέρριψε τον άνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου, δεν εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και μέσων, αλλά έκανε επιλεκτική χρήση αυτών, αφού όπως προεκτέθηκε δεν έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που προσκομίστηκαν και αναγνώσθηκαν. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 5239/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 13 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εμπρησμός από αμέλεια. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση του λογού της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του άρθρου 267 του Π.Κ. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι με τη γρήγορη αναγγελία του, έδωσε αφορμή για την καταστολή της. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1161/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του αριθμό 770/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Με κατηγορούμενη την Α. θυγατέρα Α. Γ., σύζυγο Π. Α., κάτοικο ....
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Π. του Γ., κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 14/06 Απριλίου 2010 έκθεσή του περί αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 457/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 457/11.04.2011 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγοντες την υπ'αριθμ. 14/2011 αίτηση αναιρέσεώς μας, κατά του υπ'αριθμ. 770/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά της Αλίκης Γ.-Α. του Α., κατοίκου ..., για συκοφαντική δυσφήμηση, αναφερόμεθα εξ ολοκλήρου στην έκθεση αναιρέσεως, προτείνοντες την παραδοχή αυτής, ήτοι την αναίρεση του ανωτέρω βουλεύματος και την παραπομπή της υποθέσεως στο ίδιο Συμβούλιο.
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Αναστάσιος Κανελλόπουλος".
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοση του (άρθρο 306), για τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ίδιου Κώδικα λόγους, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλομένης από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως του απαλλακτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ανυπαρξία αποχρωσών ενδείξεων για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τέλος οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ή αποχρώσες ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της, τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Μετά την υποβολή, από μέρους του εγκαλούντος Κ. Π., της από 10 Μαρτίου 2009 εγκλήσεως, ασκήθηκε σε βάρος της κατηγορουμένης, Α. Γ.-Α. και ήδη αναιρεσίβλητης, δικηγόρου, μέλους του Δ. Σ. Αθηνών, ποινική δίωξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, (άρθρα 98, 363-362 του Π.Κ). Επί της εγκλήσεως του αυτής και μετά την προανάκριση που διενεργήθηκε, λόγω της άνω ιδιότητας της κατηγορουμένης, η δικογραφία υποβλήθηκε με την από 12-08-2010 αναφορά, στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, γιατί κατά τον εισαγγελέα Πρωτοδικών που επεξεργάστηκε τη σχετική δικογραφία, υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούσαν την παραπομπή της κατηγορουμένης, στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών.
Στη συνέχεια ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, επειδή έκρινε ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, που να δικαιολογούν την παραπομπή της στο αρμόδιο δικαστήριο, με το υπ' αριθμ. 48090/15-10-2010 έγγραφο του, επανέφερε τη δικογραφία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου να εισαχθεί στο αρμόδιο δικαστικό Συμβούλιο, με πρόταση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα με αριθμ. 770/2011, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος της κατηγορουμένης Α. Γ.-Α., κατοίκου ... Αττικής, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι αυτή τέλεσε σε βάρος του εγκαλούντος, στην Αθήνα στο χρονικό διάστημα από 18 έως 20 Δεκεμβρίου 2006. Ειδικότερα, το ως άνω Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την προανάκριση και συγκεκριμένα από τις μαρτυρικές καταθέσεις σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Στις 23-02-2006 η Ο. Τ. του Ν. [ως ασκούσα την επιμέλεια υπέβαλε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την υπ' αρ. καταθ. 1908/2006 αγωγή της αναγνώρισης πατρότητας του εκτός γάμου γεννηθέντος και σε βρεφική ηλικία ευρισκομένου άρρενος τέκνου της [γεννηθέν στις 05-01-2005] Α. - Ν. σε βάρος του συζύγου της κατηγορουμένης Π. Α., που τυγχάνει γνωστός τραγουδιστής.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6472/07 "προδικαστική" απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία και ανέβαλε την έκδοση οριστικής, διατάξασα διενέργεια πραγματογνωμοσύνης με τη μέθοδο ταυτοποίησης DΝΑ προς απόδειξη της πατρότητας του παιδιού.
Με το διατακτικό της εν λόγω απόφασης η διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης ανατέθηκε στον εγκαλούντα ιατρό - γενετιστή Κ. Π.. Σε εκτέλεση του και αφού ο Π. ορκίστηκε και νομότυπα ανέλαβε τα σχετικά καθήκοντα προέβη στις 17-12-2007 στη λήψη δειγμάτων αίματος από την Τ. [ενάγουσα μητέρα], τον Α. [φερόμενο ως πατέρα εναγόμενο] και το βρέφος Ά. - Ν.. Μετά την επεξεργασία και τις εξετάσεις των δειγμάτων ο εγκαλών ιατρός κατέληξε στο επιστημονικά βεβαιωμένο συμπέρασμα ότι ο Α. είναι ο πατέρας του παιδιού με ποσοστό πιθανότητας 99,999%, το οποίο και διατύπωσε στη σχετική του έκθεση του που παρέδωσε στο Δικαστήριο στις 02-01-2008.
Μετά δε την επανασυζήτηση της υπόθεσης εκδόθηκε η υπ'αρ. 2048/09 απόφαση του Πολυμ. Πρωτ/κείου Αθηνών, με την οποία ο σύζυγος της κατηγορουμένης αναγνωρίστηκε ως ο πατέρας του ως άνω ανήλικου παιδιού.
Πλην όμως λόγω της αναγνωρισιμότητας του Α. ως μουσικού η υπόθεση [μετά την αρνητική για τον ίδιο εξέλιξη της] έλαβε δημοσιότητα με πρωτοβουλία της κατηγορουμένης, η οποία προχώρησε σε διαδοχικές τηλεοπτικές εμφανίσεις σε εκπομπές κοινωνικού σχολιασμού της καλλιτεχνικής [και όχι μόνον] επικαιρότητας που μεταδίδονται τις μεταμεσημβρινές ώρες, στις οποίες και αμφισβήτησε ευθέως την εγκυρότητα των εξετάσεων DΝΑ που ενήργησε ο εγκαλών.
Ειδικότερα, η κατηγορουμένη προέβη στις εξής τηλεοπτικές εμφανίσεις 1] στις 18-12-2008 στον τηλεοπτικό σταθμό ΑLΡΗΑ, όπου στην εκπομπή "ΚΟΥΣ- ΚΟΥΣ" δήλωσε - μεταξύ άλλων - για την εξέταση DΝΑ του συζύγου της και τα εξής "...αμφισβητώ την εξέταση γιατί για μένα έγινε κάτω από αδιαφανείς συνθήκες ... γιατί εμείς δεν πήραμε τεχνικό σύμβουλο και δεν πήραμε δείγματα από την αιμοληψία", 2] στις 19-12-2008 [επόμενη ημέρα] στον τηλεοπτικό σταθμό SΤΑR CΗΑΝΕLL, όπου στην εκπομπή "ΣΟΥΠΕΡ ΣΤΑΡ" δήλωσε - μεταξύ άλλων - για την ίδια εξέταση τα εξής "...αμφισβητώ το αποτέλεσμα που έβγαλε, θεωρούμε ότι υποστήκαμε μία αδικία, δεν είχαμε ίση μεταχείριση δεν είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε επαλήθευση του αποτελέσματος, ο πίνακας πραγματογνωμοσύνης που κατέθεσε ο κ.Π. έχει ατέλειες ... θεωρώ απολύτως ότι οι συνθήκες ήταν αδιαφανείς διότι έπρεπε και εμείς να είχαμε πάρει δείγματα από το αίμα κατά την αιμοληψία...", 3] στις 20-12-2008 [τρίτη συνεχόμενη ημέρα] στον τηλεοπτικό σταθμό ΑLΤΕR, όπου στην εκπομπή "ΤV WEEKEND" ανέφερε - μεταξύ άλλων - για την προαναφερθείσα εξέταση που διεξήγαγε ο εγκαλών και τα εξής "...αμφισβητώ την εξέταση που έκανε και το πόρισμα που έβγαλε ... ο έλεγχος πατρότητας, η εξέταση και το πόρισμα του κ.Π. θεωρώ ότι έγιναν κάτω από αδιαφανείς συνθήκες ... αμφισβητούμε την εξέταση και το πόρισμα θεωρείται από εμάς ελλιπής ... ο κ.Π. είναι πολύ μεγάλος επιστήμονας αλλά σε εμάς έκανε παραλείψεις".
Πληροφορηθείς ο εγκαλών ιατρός το περιεχόμενο των από τηλεοράσεως ως άνω δηλώσεων της κατηγορουμένης και θεωρώντας αυτό ψευδές και δυσφημιστικό για τον ίδιο ως επιστήμονα και επαγγελματία υπέβαλε σε βάρος την στις 11-03-2009 την έγκληση του, επί της οποίας εδράστηκε η εναντίον της ασκηθείσα ποινική δίωξη. Δυνάμει των προεκτεθέντων καθίσταται σαφές ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτηση της αποδοθείσας στην κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής [και απλής] δυσφήμισης, καθώς έλλειπες προς αντικειμενική θεμελίωση της το στοιχείο του ισχυρισμού - διαδόσεως ενώπιον τρίτων γεγονότος, όπως η κατά νόμον έννοια του εξειδικεύθηκε στο νομικό μέρος της παρούσας πρότασης μας, καθώς : α] η επανειλημμένη από μέρους της κατηγορουμένης χρήση της φράσης "αδιαφανείς συνθήκες" συνιστά αφηρημένη αξιολογική κρίση μη συναπτόμενη με οποιαδήποτε αναφορά σε παρατυπίες περί την ενδεδειγμένη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, β] ως άνω αναφορά αποτελεί υποκειμενική εκτίμηση της κατηγορουμένης ως έκφραση γνώμης επί της τηρηθείσας διαδικασίας, όπως φαίνεται και από τη διαρκή χρήση του ρήματος "θεωρώ" στην οποία προβαίνει, γ] οι διατυπωθείσες απόψεις κατευθύνονται στην αμφισβήτηση της βεβαιότητας του αποτελέσματος της ακολουθηθείσας επιστημονικής μεθόδου και όχι της επιστημονικής επάρκειας του εγκαλούντος που την υλοποίησε, δ] η χρήση από την κατηγορουμένη της λέξης "αδιαφανείς" ουσιαστικά εννοεί "άνισες" συνθήκες και έτσι μπορεί να ερμηνευθεί, αφού αναφέρεται στη μη παράσταση για λογαριασμό του συζύγου της τεχνικού συμβούλου κατά την εξέταση [καθόσον ο ίδιος παρέλειψε να προβεί σε διορισμό του], ενόσω τέτοιος παρέστη για λογαριασμό της αντιδίκου του και ε] σε κάθε περίπτωση η κατηγορουμένη συνομολογεί την εκτίμηση της στην επιστημονική οντότητα του εγκαλούντος καθώς στη μεν τελευταία εμφάνιση τον χαρακτηρίζει ως "πολύ μεγάλο επιστήμονα", στις δύο δε προηγούμενες ότι τον "περιέβαλαν με απόλυτη εμπιστοσύνη". Από τις εν λόγω δηλώσεις της διαπιστώνεται η ανυπαρξία κάθε διάθεσης της προσβολής της επιστημονικής τιμής και τρώσεως της κοινωνικής υπολήψεως του εγκαλούντος.
Συνεπώς δεν είναι εν προκειμένω δυνατή ούτε καν η αντικειμενική θεμελίωση της τέλεσης του διωχθέντος αδικήματος, συνακόλουθα δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο".
Με αυτά, που δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363-362 του Π.Κ. Τούτο γιατί, εσφαλμένα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δέχθηκε, ότι με όσα διέδωσε η κατηγορουμένη στις διαδοχικές τηλεοπτικές εμφανίσεις της σε βάρος του εγκαλούντος και συγκεκριμένα ότι αυτός διενήργησε την πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό συνθήκες αδιαφανείς, συνιστά αφηρημένη αξιολογική κρίση και αποτελεί έκφραση γνώμης αυτής, μη συναπτόμενη με οποιαδήποτε αναφορά σε παρατυπίες περί την ενδεδειγμένη διεξαγωγή", αφού, ενώ στις παραδοχές του αναφέρεται, ότι η κατηγορουμένη στις διαδοχικές τηλεοπτικές εμφανίσεις της, αμφισβήτησε ευθέως την εγκυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, αντιφατικά δέχεται ότι ο ισχυρισμός της "περί αδιαφανών συνθηκών", που επικράτησαν κατά τη διενέργεια της πραγματογωμοσύνης, δεν συνάπτεται με αυτήν.
Περαιτέρω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών δέχεται εσφαλμένα ότι με τη χρησιμοποίηση από μέρους της κατηγορουμένης του όρου "αδιαφανείς συνθήκες", υπονοούσε ότι η πραγματογνωμοσύνη διεξήχθη υπό "άνισες συνθήκες", εξαιτίας της μη συμμετοχής στη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, τεχνικού συμβούλου από μέρους του συζύγου της Π. Α., δεδομένου, ότι η αναφορά στο πρόσωπο του εγκαλούντος ότι η πραγματογνωμοσύνη, που αυτός διενήργησε έγινε υπό αδιαφανείς συνθήκες, αναμφισβήτητα υποδηλώνει, ότι αυτή διεξήχθη κατά τρόπο που να προκαλεί υπόνοιες ως προς την αντικειμενικότητα του εγκαλούντος, γεγονός το οποίο κατάδηλοι ευθεία προσβολή της τιμής και της υπόληψης του εγκαλούντος, όχι μόνο ως ατόμου, αλλά και ως επιστήμονα, ενόψει και της ιδιότητας του, ως καθηγητή της Γενετικής του Πανεπιστημίου.
Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ποινικών διατάξεων των άρθρων 363 - 362 Π.Κ., πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος.
Μετά από αυτά, και ενώ, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθμό 770/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, που αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία.- Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1160/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο-Νικόλαο Υψηλάντη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1478/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1140/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 1478/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι "ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, αποδείχθηκε σαφώς από την αστυκτηνιατρική έκθεση που αναγνώσθηκε, ότι εκτός ψυκτικού θαλάμου του ξενοδοχείου του κατηγορουμένου, βρέθηκαν 40 κιλά μόσχου κατεψυγμένου, τα οποία παρουσίαζαν αλλοίωση της χροιάς (αφυδάτωση). Ο ισχυρισμός περί ελλείψεως δόλου του εκκαλούντος - κατηγορουμένου δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω, αφού η ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, καθιστά αυτόν υπεύθυνο για την ορθή και εμπεριστατωμένη επίβλεψη των ψυκτικών θαλάμων. Αντίθετα, αυτός αν και θεωρούσε ενδεχόμενο ότι μπορεί να μην είχαν τηρηθεί τα κρέατα υπό τις ορθές συνθήκες, αποδέχθηκε αυτό το γεγονός και δεν προέβη στον απαιτούμενο έλεγχο των ψυκτικών θαλάμων". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως του άρθρου 15 στοιχ. δ του Π.Δ 40/1977, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και χρηματική ποινή 300 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2 του Π.Κ. και του άρθρου 15 στοιχ. δ του ΠΔ 40/1977. Ειδικότερα, η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την παραπάνω αξιόποινη πράξη αιτιολογείται με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, όντας υπεύθυνος ξενοδοχείου στη Ρόδο, διατηρούσε εντός των ψυκτικών θαλάμων αυτού 40 κιλά κατεψυγμένου μόσχου, που παρουσίαζαν αλλοίωση της χροιάς (αφυδάτωση), και τα οποία ήσαν ακατάλληλα για τη δημόσια υγεία των πολιτών, καθώς και ότι ο ίδιος γνώριζε ότι τα προϊόντα αυτά ήσαν ακατάλληλα για την κατανάλωση. Αιτιολογείται, επίσης, η κρίση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε, από πρόθεση και όχι από αμέλεια και δεν δημιουργείται οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία, ως προς το δόλο του.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 του Κ.Π.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2010 αίτηση του Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1478/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα(250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 13 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του Π.Δ. 40/1977 - Ακατάλληλα τρόφιμα. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1158/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Δ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Νικηφορίδου, για αναίρεση της υπ'αριθ.812/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1267/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η 812/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ως προς τον αναιρεσείοντα Α. Δ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 16-9-2010 και 17-9-2010 αιτήσεις αναιρέσεως του Α. Δ. του Α., κατά της υπ' αριθμ. 812/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνει η μια την άλλη, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της συνάφειας τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 Ν. 3386/2005, Πλοίαρχοι ....ή...και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε. Ε. ή τρίτης χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα .... Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι: 1) θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματοποιείται με έκαστον εκ των ανωτέρω τρόπων από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην χώρα, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τους ως λαθρομεταναστών, 2) για την εκτέλεση του αδικήματος της μεταφοράς ή της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας απαιτείται υποκειμενικώς δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. β του Π Κ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Ακόμη, η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο, δηλαδή, δόλο, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην γνώση αυτή.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο(Πλημμελημάτων) Θράκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την υπ' αριθμ. 812/201 απόφαση του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, της πράξεως της άμεσης συνέργειας στην πράξη της προώθησης στην Ελληνική Επικράτεια αλλοδαπών προσώπων, αφού δέχθηκε ότι από την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα από την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, τα οποία αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας δίκης καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο 12° χιλιόμετρο της Ε.Ο Ξάνθης-Καβάλας, στις 3 Αυγούστου 2007 και ώρα 05.45' Α) ο πρώτος των κατηγορουμένων (G. G. του V. ) ως οδηγός του αριθμ. κυκλοφορίας ... (γερμανικών πινακίδων) ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής ΟΡΕL, OMEGA, ιδιοκτησίας J. B., ενεργώντας από πρόθεση, μετέφερε στο εσωτερικό της χώρας, με προορισμό την Αθήνα, έναντι αμοιβής το ύψος της οποίας δεν διακριβώθηκε, πέντε (5) αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών (τέσσερες άνδρες και μία γυναίκα, οι οποίοι διέφυγαν τη σύλληψη) που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος. Β) Ο δεύτερος των κατηγορουμένων (Α. Δ.) παρέσχε στον πρώτο κατά την εκτέλεση της άνω πράξης άμεση συνδρομή και ειδικότερα στο άνω τόπο και κατά τον άνω χρόνο ως οδηγός του αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής ΒMW, ενεργούσε ως προπομπός του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος και μετέφερε τους λαθρομετανάστες, ώστε να ειδοποιεί αυτόν για τυχόν επικείμενο αστυνομικό έλεγχο. Η ανωτέρω κρίση στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Α. Π. του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Κοτύλης, ο οποίος κατέθεσε ότι είχε ειδοποιηθεί η υπηρεσία του για δύο ύποπτα αυτοκίνητα, ένα σταθμευμένο στο πρατήριο υγρών καυσίμων (Σ.) και ένα ΒMW που πηγαινοερχόταν, ότι αντιλήφθηκε ένα αυτοκίνητο ΟΡΕL από το οποίο αποβιβαζόταν άτομα και στη συνέχεια βρέθηκε το αυτοκίνητο στο χώρο του πρατηρίου, από αυτό δε έλειπαν τα καθίσματα, ότι στο πρόσωπο του πρώτου των κατηγορουμένων αναγνωρίζει τον οδηγό του άνω αυτοκινήτου. Περαιτέρω η άνω κρίση στηρίζεται και στο συνδυασμό των απολογιών των κατηγορουμένων, οι οποίοι αρνούνται μεν την ενοχή τους, οι αιτιολογίες όμως της παρουσίας τους στον άνω τόπο και των κινήσεών τους όχι μόνο δεν είναι πειστικές αλλά συνηγορούν υπέρ της ενοχής τους. Ειδικότερα ο πρώτος, βούλγαρος υπήκοος ισχυρίσθηκε ότι ήλθε στην Ελλάδα την προηγούμενη ημέρα με τραίνο και αποβιβάσθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ότι στη συνέχεια με φορτηγό μετέβη στο άνω πρατήριο υγρών καυσίμων όπου υπήρχε ένα. όπελ αυτοκίνητο κάποιου φίλου του (Μ. Χ.), το οποίο χρησιμοποιούσε ο ίδιος (κατηγορούμενος) για δουλειά. Ότι στο πρατήριο αυτό συνάντησε τον δεύτερο των κατηγορουμένων με τον οποίο αντάλλαξε τους αριθμούς των τηλεφώνων τους προκειμένου να του βρεί εργασία και στη συνέχεια ενώ έφυγε ο συγκατηγορούμενός του για Θεσσαλονίκη του τηλεφώνησε να επιστρέψει προκειμένου να τον πάρει μαζί του στη Θεσσαλονίκη. Ο δεύτερος των κατηγορουμένων ότι αναχώρησε από τη Θεσσαλονίκη προκειμένου να συναντήσει κάποιον φίλο του (Ι. Ο.) και να του συμπαρασταθεί σε οικογενειακό πρόβλημα, ότι συνάντησε τον φίλο του στο πρατήριο καυσίμων του Σ.. Ότι στη συνέχεια παρέμεινε σ'αυτό μέχρι να ξημερώσει και κατά το διάστημα αυτό γνωρίσθηκε με τον συγκατηγορούμενό του, ότι ενώ ξεκίνησε για Θεσσαλονίκη ξαναγύρισε προκειμένου να πάρει μαζί του τον συγκατηγορούμενό του και ότι τα πράγματα που είχε στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου του -700 γραμ φέτα, 5-6 ντομάτες και έξι φιάλες νερό δεν προοριζόταν για τους λαθρομετανάστες αλλά για το σπίτι, πράγμα που δεν δικαιολογείται αφού από τη Θεσσαλονίκη είχε αναχωρήσει στις 23.00. Υπό τα περιστατικά αυτά πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη. Το μέλος της συνθέσεως, Ε. Σ., Εφέτης, είχε τη γνώμη ότι υπό τα άνω στοιχεία καταλείπονται αμφιβολίες για την ενοχή των κατηγορουμένων και έπρεπε να κηρυχθούν αθώοι, ενόψει του ότι ενώ ο πρώτος των κατηγορουμένων φορούσε πράσινο παντελόνι ο μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ότι όταν τον είδε φορούσε τζίν παντελόνι. Στους κατηγορουμένους πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδάφιο α'ΠΚ στον πρώτο, καθόσον μέχρι την τέλεση της άνω πράξης διήγε έντιμο καθόλα ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό βίο και στον δεύτερο αυτό του εδαφίου ε'καθόσον μετά την τέλεση της πράξης συμπεριφέρθηκε καλώς για ικανό χρονικό διάστημα. Οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας καθόσον υποβλήθηκαν με την αναφορά μόνο του περιεχομένου του νομικού κανόνα, χωρίς επίκληση και πραγματικών περιστατικών που τους συνιστούν".
Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι από πρόθεση παρέσχε σε άλλο συνδρομή κατά την εκτέλεση από αυτόν της αξιόποινης πράξης της προώθησης λαθρομεταναστών προς το εσωτερικό της χώρας, τελεσθείσα κατά συρροή και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ως οδηγός του υπ' αριθμ. ... 1ΧΕ αυτοκινήτου μάρκας ΒΜW ιδιοκτησίας του, ενεργούσε ως προπομπός, με σκοπό να μεταφερθούν προς το εσωτερικό της χώρας οι υπό στοιχείο (Α) λαθρομετανάστες, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, έναντι απροσδιόριστης αμοιβής. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο(Πλημμελημάτων) Θράκης που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δε διέλαβε στην απόφαση του, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά η αιτιολογία είναι ασαφής και αντιφατική, προσέτι δε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης δεν έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά έκανε επιλεκτική χρήση ορισμένων από αυτά, αποκλείοντας ορισμένα άλλα. Συγκεκριμένα, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι κατά την ακροαματική διαδικασία εξετάσθηκαν, εκτός από το μάρτυρα κατηγορίας και μάρτυρες υπεράσπισης και συγκεκριμένα για μεν τον πρώτο κατηγορούμενο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη, η Κ. V. και η C. S., και για το δεύτερο κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, η σύζυγος του Ά. Ζ. του Γ. η οποία και κατέθεσε υπέρ του συζύγου της. Και όσον αφορά τη μη αναφορά στους μάρτυρες υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου, η παράλειψη αυτή δεν ασκεί έννομη επιρροή για τον ήδη αναιρεσείοντα, αφού όσα περιστατικά κατέθεσαν οι μάρτυρες αυτοί, αναφέρονται αποκλειστικά στον πρώτο κατηγορούμενο, χωρίς μάλιστα να ασκεί επιρροή το ότι στην απόφαση γίνεται μνεία και αναφορά σε μάρτυρα-πολιτικώς ενάγουσα, που όμως δεν εξετάσθηκε και η αναφορά σ' αυτήν οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Όμως, όσον αφορά την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης του ήδη αναιρεσείοντος, Ά. Ζ., αυτή δε λήφθηκε παντελώς υπόψη και δεν εκτιμήθηκε, αλλά ούτε και αξιολογήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Επίσης, από τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου, προκύπτει ότι γίνεται αναφορά μόνο στην απολογία του ενός κατηγορουμένου, χωρίς να γίνεται διάκριση σε ποταπό τους δυο γίνεται μνεία και αναφορά, τη στιγμή που και οι δυο κατηγορούμενοι παραστάθηκαν οι ίδιοι στο ακροατήριο και απολογήθηκαν. Περαιτέρω, προκύπτει ότι στην απόφαση εμφιλοχώρησε ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, σχετική με την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Τούτο γιατί, στο μεν αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι ο ήδη αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της άμεσης συνέργειας στην πράξη της μεταφοράς λαθρομεταναστών που τέλεσε με την ιδιότητα του φυσικού αυτουργού ο συγκατηγορούμενός του, αντίθετα στο διατακτικό κηρύσσεται ένοχος ο αναιρεσείων της πράξεως της άμεσης συνέργειας στην πράξη της προώθησης λαθρομεταναστών, που τέλεσε ο ανωτέρω, δηλαδή για συμμετοχική δράση με τη μορφή της άμεσης συνέργειας σε διαφορετική κύρια πράξη από εκείνη που καταδικάσθηκε ο φυσικός αυτουργός, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, δεδομένου ότι η προώθηση και η μεταφορά είναι δυο διαφορετικοί τρόποι τέλεσης του ίδιου υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Εξάλλου, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 88 του ν.3386/2006, όπως ισχύει (αρ.15 παρ.8 Ν.3536/2007), "Επιβληθείσα κατάσχεση του μεταφορικού μέσου, που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά προσώπων, αίρεται με την απαγγελία στο ακροατήριο της οριστικής αθωωτικής απόφασης και το μεταφορικό μέσο αποδίδεται στον ιδιοκτήτη του. Σε περίπτωση έκδοσης αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης δημεύονται τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά προσώπων, εκτός αν ο κύριος των μέσων αποδείξει ότι δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο αυτά χρησιμοποιήθηκαν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απαίτηση προς επιβολή της δημεύσεως των ως άνω μεταφορικών μέσων με την καταδικαστική απόφαση, εφόσον τα δημευτέα ανήκουν στην ιδιοκτησία του αυτουργού ή των συμμέτοχων των προβλεπομένων στο άρθρο αυτό αξιοποίνων πράξεων, καθιστά τη δήμευση παρεπόμενη ποινή, η οποία επιβάλλεται από το νόμο υποχρεωτικώς σε περίπτωση καταδίκης του κυρίου τους, η εν λόγω δε διάταξη ως ειδική ειδικού ποινικού νόμου, κατισχύει των γενικών διατάξεων του άρθρου 76 του Π.Κ. Εξάλλου, η απόφαση που διατάσσει τη δήμευση του μεταφορικού μέσου κατά την ανωτέρω διάταξη έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι το μεταφορικό μέσο, που δημεύθηκε και προσδιορίζεται κατά τα στοιχεία του, χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση της προβλεπόμενης στο άνω άρθρο μεταφοράς ή διευκόλυνσης της μεταφοράς ή προώθησης των λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της χώρας και ανήκει στην κυριότητα του αυτουργού ή των συμμέτοχων που καταδικάσθηκαν για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, διέταξε εκτός άλλων και τη δήμευση του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας ΒΜW, με αριθμό πλαισίου ... ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, το οποίο είχε κατασχεθεί με την από 3-8-2007 έκθεση κατασχέσεως οχήματος του αστυνόμου Χ. Κ. του ΤΣΦ Κοτύλης. Σχετικά δε με τη δήμευση του άνω οχήματος, το δικαστήριο στην απόφαση του διέλαβε τα εξής: "Επειδή, πρέπει να επικυρωθεί η κατάσχεση και να διαταχθεί η δήμευση των κατασχεθέντων κατά το άρθρο 76 ΠΚ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Eπικυρώνει τις γενόμενες κατασχέσεις και διατάσσει τη δήμευση του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας ΒΜW, με αριθμό πλαισίου ιδιοκτησίας του Α. Δ. του Α.". Όμως, η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική. Τούτο, γιατί, η αιτιολογία περιορίζεται στην απλή παράθεση της διατάξεως του άρθρου 76 του Π.Κ, χωρίς να επεκτείνεται αυτή σε πραγματικά περιστατικά τα οποία να συνέχονται με τη συμμετοχική δράση του αναιρεσείοντος, ενόψει μάλιστα του οτι, σύμφωνα με τις παραδοχές, το συγκεκριμένο όχημα χρησιμοποιήθηκε από τον αναιρεσειοντα, κατά την τέλεση από το φυσικό αυτουργό της πράξεως της μεταφοράς λαθρομεταναστών και συγκεκριμένα ότι το όχημα αυτό χρησιμοποιήθηκε, ώς προπομπός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... με γερμανικές πινακίδες αυτοκινήτου μάρκας ΟΡΕL ΟΜΕGΑ, που ήταν ιδιοκτησίας του πρώτου των κατηγορουμένων.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος κατ' ουσία.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφ αση ως προς τον αναιρεσείοντα Α. Δ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ.812/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης ως προς τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Α. Δ.. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προώθηση αλλοδαπών στη Χώρα. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λογού της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο της γνώσης για αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού και ως προς τη διάταξη για δήμευση του αυτοκινήτου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1152/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Α. του V., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρακτινιώτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7617/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΕΠΟΕ) νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βόσσο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1614/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 7617/2010 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "στο ... τον Ιανουάριο του 2004, ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν ο μεγαλύτερος μέτοχος και ο μοναδικός ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας με την επωνυμία "SILVER MEDIA", αναπαρήγαγε χωρίς την άδεια της δικαιούχου εταιρείας με την επωνυμία "Camelot media s.a.", δίδοντας εντολή σε εργοστάσιο σε υλικούς φορείς ήχου και εικόνας, 500 ψηφιακούς βιντεοδίσκους, που περιείχαν την κινηματογραφική ταινία και τηλεοπτική σειρά "Jesus of Nazaret" και στη συνέχεια κατείχε προς διάθεση και διέθεσε στο κοινό δια μέσου καταστημάτων που είχαν βιντεοταινίες τους εν λόγω αναπαραχθέντες ψηφιακούς βιντεοδίσκους. Το δικαίωμα αναπαραγωγής της ως άνω ταινίας ανήκε αποκλειστικά στην εγκαλούσα εταιρεία, η οποία ήταν μέλος της εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων (ΕΠΟΕ), στην οποία εταιρεία με την επωνυμία "Camelot media" εκχωρήθηκε το δικαίωμα εκμετάλλευσης από τη μητρική εταιρεία με την επωνυμία "CARLTON INTERNATIONAL MEDIA LIMITED", η οποία είχε αποκτήσει το σχετικό δικαίωμα εκμετάλλευσης, από την παραγωγό της ως άνω ταινίας εταιρεία με την επωνυμία "ΕΝΤΕRTAINMENT GROUP". Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είχε πάρει το δικαίωμα αναπαραγωγής από μια Κυπριακή εταιρεία. Όμως, δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι η εν λόγω Κυπριακή εταιρεία της οποίας η εγκαλούσα εταιρεία αμφισβητεί την ύπαρξη της, δε μπορούσε να έχει τα δικαιώματα αναπαραγωγής, αφού ανήκουν σε άλλη και ο κατηγορούμενος προσχηματικά επικαλέστηκε αυτό, δεδομένου ότι γνώριζε ότι η ως άνω εταιρεία δεν έχει τέτοιο δικαιώματα. Παλαιότερα δε ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει από την εγκαλούσα εταιρεία, να αγοράσει την ταινία "Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ", αλλά δεν ήθελε να πληρώσει και σκέφθηκε τον προαναφερόμενο τρόπο, τον οποίο έθεσε σε ενέργεια. Κατόπιν τούτων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πρώτη αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας του άρθρου 66 παρ.2Α του Ν. 2121/1993, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία και σε χρηματική ποινή 3.000 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, διέλαβε στην απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, του Π.Κ και άρθρο 66 παρ. 2Α του ν. 2121/1993, όπως η παρ.1 και 2 αντικ. με άρθρο 81 παρ.9 και 10 του ν.3057/2002. Ειδικότερα η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος αιτιολογείται με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων, χωρίς άδεια της δικαιούχου εταιρείας με την επωνυμία "CAMELOT MEDIA SA", προέβη στην αναπαραγωγή 500 ψηφιακών βιντεοδίσκων (DVD) που περιείχαν την κινηματογραφική και τηλεοπτική σειρά "JESUS OF NAZARET" και τους οποίους στη συνέχεια διέθεσε στο καταναλωτικό κοινό, ότι το αποκλειστικό δικαίωμα της αναπαραγωγής και διάθεσης των άνω δίσκων, το είχε η εταιρεία με την επωνυμία "CAMELOT MEDIA SA", στην οποία είχε εκχωρηθεί το δικαίωμα αυτό, από την παραγωγό εταιρεία με την επωνυμία "CARLTON INTERNATIONAL GROUP" και ότι ο αναιρεσείων γνώριζε, ότι η εταιρεία με την επωνυμία "SILVER MEDIA GROUP", της οποίας αυτός ήταν ο κύριος μέτοχος, δεν είχε ανάλογο δικαίωμα αναπαραγωγής και διάθεσης των συγκεκριμένων ψηφιακών δίσκων και ότι δεν είχε αποκτήσει το δικαίωμα αυτό από την Κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία SΡ ΕF LIMITED όπως αβάσιμα ο ίδιος ισχυρίζεται. Άλλωστε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο ίδιος ο αναιρεσείων σε προγενέστερο από το επίδικο χρονικό διάστημα, είχε ζητήσει από την εγκαλούσα εταιρεία, να αγοράσει τα δικαιώματα της συγκεκριμένης τηλεοπτικής σειράς "Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ", χωρίς, όμως, την καταβολή των αναλογούντων δικαιωμάτων στη δικαιούχο ως άνω εταιρεία.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας, ως πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας(583 παρ.1 του Κ.Π.Δ και 176, 183 του Κ.Πολ.Δικ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-12-2010 αίτηση του Ν. Α. του V., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7617/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα(250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια(500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πνευματική ιδιοκτησία. Ν. 2121/1993. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή-Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης - έξοδα και δικαστική δαπάνη υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1148/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Παντελή, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 299/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. σύζυγο Α. Β..
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 31/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 36/07.02.2011 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το υπ' αριθμ. 299/2010 βούλευμά του, που εκδόθηκε στις 7-12-2010 απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την υπ' αριθμ. 12/2009 έφεση του Σ. Μ. κατά του υπ' αριθμ. 254/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων με το οποίο είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [κακουργημάτων] Κρήτης για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως απάτης κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσης από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ ήτοι σε βαθμό κακουργήματος. Συγκεκριμένα το βούλευμα αυτό -με επιτρεπτή καθ' ολοκληρία παραπομπή στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών- δέχθηκε τα εξής: " Στον κατηγορούμενο ειδικότερα αποδίδεται ότι: α) στις 18-2-1999 άσκησε τη με αριθμό κατάθεσης 74/18-2-1999 αγωγή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων κατά των δύο αδελφών του, της ετεροθαλούς Α. Μ. του Π., και της αμφιθαλούς Μ. συζ. Ν. Λ., στην οποία ζητούσε, με τη σε γνώση του παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών, και με την προσαγωγή ψευδών αποδεικτικών μέσων, να αναγνωριστεί κύριος σε έξι ακίνητα, ήτοι τριών αγροτεμαχίων στις θέσεις "...", "..." και "..." της κτηματικής περιφερείας του χωριού ..., εκτάσεως 5.235,12 τ.μ., 3.163,96 τ.μ. και 7.544,62 τ.μ. αντίστοιχα, ενός οικοπέδου εκτάσεως 111 τ.μ., κειμένου μέσα στο χωριό ... επί του οποίου βρισκόταν η ερειπωμένη πατρική τους οικία, καθώς και δύο ακόμα αγροτεμαχίων κειμένων στα ..., στην τοποθεσία "...", εκτάσεως 400,69 τ.μ. και 1689,63 τ.μ. αντίστοιχα. Με την ιστορική βάση της αγωγής του παρέστησε ψευδώς στο δικαστήριο, ότι τις παραπάνω ακίνητες εκτάσεις απέκτησε με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Π. Μ. του Σ. από το έτος 1965 και έκτοτε κατέστη κύριος σε αυτές με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση τους, όπως εμβαδομετρήσεις και τοπογραφήσεις. Το αληθές όμως ήταν, ότι δεν είχε αποκτήσει από το 1965 με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Π. Μ. τις ακίνητες αυτές ιδιοκτησίες, που ανήκαν κατά πλήρη κυριότητα στον πατέρα του, αλλά μετά από το θάνατο του πατέρα του την 19-11-1991 κατέστη κατά το 1/3 κύριος αυτών, λόγω εξ' αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τον θανόντα πατέρα του. Παρέστησε επίσης ψευδώς στο παραπάνω δικαστήριο, ότι ο συγκατηγορούμενός του Ι. Ξ., εναγόμενος στο δικόγραφο της προαναφερόμενης αγωγής, δήθεν, αμφισβητούσε την κυριότητά του στα ακίνητα αυτά και αιτούνταν για το λόγο αυτό, να αναγνωριστεί, ως αποκλειστικός κύριος αυτών. Ακολούθως κατά την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής την 1-4-1999 υποστήριξε τους ισχυρισμούς του αυτούς και με τις έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου. Το αληθές όμως ήταν, ότι η αμφισβήτηση της υποτιθέμενης κυριότητας του στα ακίνητα αυτά από τον αντίδικο του ήταν εικονική ή και ανύπαρκτη, εικονικότητα, που έγινε εν αγνοία των δικαστών του παραπάνω δικαστηρίου. Ο αντίδικος του κατηγορούμενου και συγκατηγορούμενός του στην εκδικαζόμενη υπόθεση Ι. Ξ. αμέσως συνομολόγησε με τις από 30-3-1999 προτάσεις του την ιστορική βάση της αγωγής, δημιουργώντας μ' αυτό τον τρόπο τεκμήριο πλήρους αποδείξεως υπέρ των ισχυρισμών του κατηγορούμενου, τεκμήριο, που οδήγησε στην παραδοχή της ιστορικής βάσης της αγωγής και τη δικαίωση του κατηγορούμενου με την αρ. 144/1999 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία οι δικαστές, αφού πείστηκαν από τις παραστάσεις του, τον αναγνώρισαν, ως κύριο των παραπάνω έξι ακινήτων εκτάσεων. Με τον τρόπο αυτό ο ίδιος κατέστη παρανόμως πλουσιότερος κατά την αξία των παραπάνω ακινήτων εκτάσεων, την οποία αξία εκτίμησε ως εξής : 1) του οικοπέδου με την ερειπωμένη πατρική τους κατοικία σε 12.831,10 ευρώ, 2) του αγροτεμαχίου στη θέση "..." σε 31.366,10 ευρώ, 3) του αγροτεμαχίου στη θέση "..." σε 44.859,86 ευρώ, 4) του αγροτεμαχίου στη θέση "..." σε 20.619,22 ευρώ, 5) του αγροτεμαχίου των 400,69 τ. μ. στη θέση "..." σε 8.231,34 ευρώ και 6) του αγροτεμαχίου των 1689,63 τ.μ. στην ίδια τοποθεσία σε 34.709,93 ευρώ, συνολικά δηλαδή την αξία των παραπάνω ακινήτων εκτίμησε σε 152.617,57 ευρώ, ποσό που ήταν πολύ κατώτερο της πραγματικής-εμπορικής τους αξίας με βάση τις τρέχουσες αυξημένες εμπορικές τιμές των ακινήτων στη συγκεκριμένη ευρύτερη περιοχή. Συγχρόνως προκάλεσε περιουσιακή ζημία στην εγκαλούσα αδελφή του Α. Μ., που της αποστέρησε τη συμμετοχή της κατά το 1/3 εξ' αδιαιρέτου στην πραγματική αξία των παραπάνω ακινήτων, η οποία αξία ήταν τουλάχιστον 152.617,57 ευρώ και συγχρόνως την υπέβαλλε σε δικαστικές δαπάνες για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της στα ακίνητα αυτά και β) την 30-1-2007 στα Χανιά με την υπ' αρ. .../2007 συμβολαιογραφική πράξη αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Χανίων Μαριλένας Παν. Σκυλουράκη πώλησε και μεταβίβασε στις αδελφές Γ. Ε. Δ. και Μ.-Σ. Ε. Δ., κατά 1/2 εξ' αδιαιρέτου σε καθεμιά τους, μια ακίνητη έκταση 10.114,643 τετραγωνικών μέτρων, ευρισκόμενη στην τοποθεσία "..." στο ... αντί του συνολικού τιμήματος των 37.136,90 ευρώ. Για την από μέρους των αντισυμβαλλομένων του υπογραφή του παραπάνω συμβολαίου ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς σ' αυτές, ότι ήταν αποκλειστικός κύριος της έκτασης αυτής, για το μεν τμήμα εκτάσεως 7.544,62 τ.μ. με βάση την προαναφερόμενη υπ' αρ. 144/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, αποκρύπτοντας δολίως από τις αγοράστριες, ότι η παραπάνω απόφαση ήταν αποτέλεσμα εικονικής αμφισβήτησης από τον αντίδικο του στην αγωγή αυτή, για την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Για δε το τμήμα της έκτασης των 2.570,02 τ.μ. παρέστησε ψευδώς σ' αυτές, ότι απέκτησε αυτό με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Π. Μ. του Σ. από το έτος 1965 και έκτοτε κατέστη κύριος σε αυτή την έκταση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση τους, όπως εμβαδομετρήσεις και τοπογραφήσεις. Το αληθές όμως ήταν, ότι δεν είχε αποκτήσει από το 1965 με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Π. Μ. την ακίνητη αυτή ιδιοκτησία, που ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον πατέρα του, αλλά μετά από το θάνατο του πατέρα του την 19-11-1991 κατέστη κατά το 1/3 κύριος αυτών, λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τον θάνατο του. Με τις ψευδείς παραστάσεις του αυτές έπεισε τις αντισυμβαλλόμενες παραπάνω αγοράστριες και οι ίδιες υπέγραψαν τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία αγόραζαν και αποκτούσαν την ακίνητη αυτή ιδιοκτησία των 10.114,643 τ.μ. έναντι του τιμήματος των 37.136,90 ευρώ, το οποίο κατέβαλαν στον κατηγορούμενο. Με τον τρόπο αυτό ο μεν κατηγορούμενος κατέστη παρανόμως πλουσιότερος κατά το παραπάνω χρηματικό ποσό, αφού προέρχεται από πώληση μη ανήκουσας αποκλειστικά στον ίδιο ακίνητης ιδιοκτησίας, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία τόσο των δύο παραπάνω αγοραστριών, που αγόρασαν μια ακίνητη ιδιοκτησία, χωρίς ο πωλητής να έχει την αποκλειστική κυριότητα σ' αυτήν, όσο και της αδελφής του Α. Μ., που στερήθηκε από την πώληση αυτής της ακίνητης ιδιοκτησίας τη συμμετοχή της κατά το 1/3 εξ' αδιαιρέτου σ' αυτήν, και που αναγκάστηκε να υποβληθεί σε δικαστικούς αγώνες για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της στην ακίνητη αυτή ιδιοκτησία. Το συνολικό όφελος από τη συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, καθόσον ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 152.617,57 ευρώ, ο ίδιος δε τέλεσε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή τις τέλεσε με σκοπό πορισμού εισοδήματος και έχοντας επίσης αποκτήσει σταθερή ροπή για την τέλεση των πράξεων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητας του." Και "αφού έλαβε υπόψη του την υπό κρίση έγκληση, τις καταθέσεις της εγκαλούσας - συμπαραστάτριας Α. Μ. και της συμπαραστατούμενης στην έγκληση Α. Μ. του Π. καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων, τα κρίσιμα και ουσιώδη έγγραφα της δικογραφίας και τις καταθέσεις του κατηγορούμενου Σ. Μ. καθώς και του συγκατηγορούμενού του Ι. Ξ. του Μ., που ήδη απαλλάχτηκε της κατηγορίας της άμεσης συνέργειας με το προσβαλλόμενο Βούλευμα, φρονούμε, ότι τα παραπάνω περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τη σε βάρος του Σ. Μ. κατηγορία, αποδείχτηκαν, όπως δέχτηκε και το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 254/2009 Βούλευμα, που παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Η κρίση μας αυτή στηρίζεται στα εξής αποδεικτικά μέσα και στις εξής διαπιστώσεις: Πρώτον η παραπάνω υπ' αρ. 144/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία αναγνωρίζονταν ο κατηγορούμενος, ως κύριος των παραπάνω έξι ακινήτων εκτάσεων, ήταν προϊόν εικονικής δίκης και συμπαιγνίας μεταξύ των διαδίκων, μετά από μια εικονική ή ανύπαρκτη αμφισβήτηση της υποτιθέμενης κυριότητας του στα ακίνητα αυτά, εικονικότητα, που έγινε εν αγνοία των δικαστών του παραπάνω δικαστηρίου. Αυτό προέκυψε από το ότι κατά τη συζήτηση της συγκεκριμένης αγωγής για την αναγνώριση της κυριότητας επί των ακινήτων, ο αντίδικος του κατηγορούμενου και συγκατηγορούμενός του στην εκδικαζόμενη υπόθεση Ι. Ξ. αμέσως συνομολόγησε με τις από 30-3-1999 προτάσεις του την ιστορική βάση της αγωγής, δημιουργώντας μ' αυτό τον τρόπο τεκμήριο πλήρους αποδείξεως υπέρ των ισχυρισμών του κατηγορούμενου, τεκμήριο, που οδήγησε στην παραδοχή της ιστορικής βάσης της αγωγής και τη δικαίωση του κατηγορούμενου. Ο δικηγόρος Γ. Τ., που υπέγραψε τη σχετική από 13-11-1998 αγωγή του κατηγορούμενου, στην από 27-2-2008 ένορκη κατάθεση του δήλωσε, ότι οι παραπάνω από 30-3-1999 προτάσεις, που επίσης φέρεται, ότι υπέγραψε ο ίδιος, δεν έχουν υπογραφεί από αυτόν ούτε φυσικά το ονοματεπώνυμο του, που αναγράφεται χειρόγραφα, τέθηκε από τον ίδιο. Επίσης ο συγκατηγορούμενός του Ι. Ξ., που όπως προαναφέρθηκε, απαλλάχτηκε της κατηγορίας, λόγω παραγραφής της πράξης, που αντιμετώπιζε, στην ενώπιον του ανακριτή απολογία του, στην ενώπιον του ανακριτή χωρίς όρκo εξέτασή του και στη χωρίς όρκο εξέταση του, ως μηνυόμενου, στην πταισματοδίκη Χανίων κατέθεσε, πως δεν γνώριζε το περιεχόμενο της παραπάνω αγωγής, δεν είχε ζητήσει από κανένα δικηγόρο, να συντάξει προτάσεις και να τον εκπροσωπήσει σε δικαστήριο, δεν γνώριζε για την απόφαση, που εκδόθηκε για την αγωγή αυτή, και τελικά δεν γνώριζε τίποτα για τη συγκεκριμένη αστική υπόθεση, έχοντας μάλιστα μηνύσει με την από 26-6-2007 μήνυση του τον κατηγορούμενο, γιατί τον ενέπλεξε εν αγνοία του στην υπόθεση αυτή. Δεύτερον η φερόμενη, ως υποστείσα τις οικονομικές συνέπειες της απάτης του κατηγορούμενου ετεροθαλής αδελφή του και συμπαραστατούμενη στην υπό κρίση έγκληση Α. Μ. στις χωρίς όρκο καταθέσεις της, που έδωσε στον ανακριτή Χανίων, είπε πως όσο ζούσε ο πατέρας της, ο κατηγορούμενος δεν είχε εμφανιστεί καθόλου στα Χανιά και δεν είχε καμιά σχέση με τα ακίνητα αυτά, τα οποία περιποιούνταν η ίδια με τον πατέρα της. Μάλιστα, κατέθεσε η ίδια, ότι ο αδελφός της και κατηγορούμενος δεν ήλθε ούτε στην κηδεία του πατέρα της, ο οποίος πέθανε την 19-11-1991, ούτε στο πρώτο μνημόσυνο γι' αυτόν. Αντίθετα εμφανίστηκε μετέπειτα και άρχιζε να διεκδικεί μόνο για τον εαυτό του την πατρική περιουσία. Επίσης η Α. Μ. κατέθεσε, ότι την από 17-12-2002 δήλωση της, που έκανε στη συμβολαιογράφο Χανίων Γρηγορία Μαλεφάκη την υπέγραψε χωρίς να γνωρίζει, τι ακριβώς υπέγραψε, και στη δήλωση αυτή προέβη μετά από πιέσεις και απειλές του κατηγορούμενου, ότι θα τη σκοτώσει. Στην επίμαχη από 17-12-2002 δήλωση της η Α. Μ. είπε "πως αναγνωρίζει και αποκαθιστά τον αδελφό της και κατηγορούμενο, ως αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο των ακινήτων, που αναφέρονται στην υπ' αρ. 144/1999 απόφαση". Τα παραπάνω κατατιθέμενα από την Α. Μ. επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις και άλλων μαρτύρων. Οι μάρτυρες Σ. Μ., Κ. Μ. και Α. συζ. Α. Μ., που είναι πρώτα ξαδέλφια με τον κατηγορούμενο, είπαν κατηγορηματικά, πως όσο ζούσε ο θείος τους Π. Μ., πατέρας του κατηγορούμενου, δεν είχε μοιράσει την ακίνητη περιουσία του στα παιδιά του, άρα ούτε και στον κατηγορούμενο. Επίσης η εγκαλούσα, ως δικαστική συμπαραστάτρια της Α. Μ. δυνάμει της υπ' αρ. 421/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Μ. στην από 7-4-2009 ένορκη κατάθεση της στον ανακριτή Χανίων επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της Α. Μ., ότι η παραπάνω από 17-12-2002 συμβολαιογραφική δήλωση της ήταν αποτέλεσμα απειλών και εκβιασμών από τον κατηγορούμενο εναντίον της και εναντίον του συζύγου της Α. Β., που ο ίδιος όπως και η Α. Μ. είχαν ειδικές ανάγκες για προστασία και περίθαλψη. Τρίτον η άλλη, αμφιθαλής, αδελφή του κατηγορούμενου Μ. Λ., το γένος Π. Μ., που υπέγραψε παρόμοια δήλωση, όπως και η Α. Μ., σε συμβολαιογράφο της Λάρισας για την αποκλειστική κυριότητα του αδελφού της στα προαναφερόμενα ακίνητα, στην από 6-4-2009 ένορκη κατάθεση της στον ανακριτή Χανίων είπε, ότι η ίδια έλαβε από τον πατέρα της, ως προίκα για το γάμο της, το ποσό των 100.000 δραχμών, αλλά δεν γνωρίζει, αν η αδελφή της Α. είχε πάρει χρήματα για προίκα, "μπορεί να έδωσε μερικά χρήματα και στην Α. ο πατέρας της" είπε. Η ίδια μάρτυρας είπε, ότι ο πατέρας της, όσο ζούσε, είχε τη διαχείριση των ακινήτων του, και, χωρίς να είναι βέβαιη, νομίζει, ότι τα είχε τάξει στον αδελφό της, ο οποίος δεν έρχονταν συχνά στα Χανιά. Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν καταθέτει με βεβαιότητα είτε υπέρ είτε κατά του αδελφού της, προφανώς για να αποστασιοποιηθεί και από τους δύο, εγκαλούσα αδελφή της και αδελφό της κατηγορούμενο. Από την πλευρά τους οι αδελφές Γ. Ε. Δ. και Μ.-Σ. Ε. Δ., που αγόρασαν από τον κατηγορούμενο κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου καθεμιά τους την ακίνητη έκταση των 10.114,643 τετραγωνικών μέτρων στο ..., καθώς και ο πατέρας τους Ε. Δ., που ήλθε στις σχετικές διαπραγματεύσεις με τον πωλητή κατηγορούμενο, είπαν στις καταθέσεις τους, πως δεν γνώριζαν εκ των προτέρων τον κατηγορούμενο ούτε, εάν αυτός εμπλέκεται σε απάτες, αλλά προέβησαν στην αγορά της ακίνητης αυτής έκτασης, γιατί τη θεώρησαν επωφελή. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκαν, ότι μπορεί να υπάρξει πρόβλημα με την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου. Για την αγορά της ακίνητης αυτής έκτασης εξόφλησαν πλήρως στον κατηγορούμενο το τίμημα της αξίας της, καταβάλλοντος σ' αυτόν το ποσό των 37.136,90 ευρώ, όπως αυτό προκύπτει από τη συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης του τιμήματος, που προσκομίζεται στη δικογραφία. Τέλος ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου στην από 13-11-1998 και με αρ. πρωτ. κατάθεσης 74/18-2-1999 αγωγή του καθώς και κατά τη σύνταξη της υπ' αρ. .../30-1-2007 συμβολαιογραφικής πράξεως αγοραπωλησίας ακινήτου, ότι τις παραπάνω ακίνητες εκτάσεις απέκτησε με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Π. Μ. του Σ. από το έτος 1965 και έκτοτε κατέστη κύριος σε αυτές με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση τους, παρέμεινε ένας απλά αναπόδεικτος ισχυρισμός από τον ίδιο, χωρίς να ενισχυθεί από κανένα άλλο στοιχείο της δικογραφίας, αλλά αντίθετα αποδυναμώθηκε με τα περισσότερα από τα παραπάνω σε βάρος του αποδεικτικά στοιχεία. Ομοίως παρέμειναν απλά αναπόδεικτοι ισχυρισμοί και δεν ενισχύθηκαν από άλλα στοιχεία της δικογραφίας, τα όσα ισχυρίζεται στην υπό κρίση έφεση του ο κατηγορούμενος, ότι ο αποθανών πατέρας του Π. Μ., όσο ζούσε, προέβαινε σε πωλήσεις περιουσιακών του στοιχείων και τα εισπραττόμενα ποσά τα κατέθετε σε τραπεζικούς λογαριασμούς υπέρ της αδελφής του και συμπαραστατούμενης μηνύτριας Α. Μ., για να καλύψει έτσι το κληρονομικό της μερίδιο από την περιουσία του, ότι ο πατέρας του της έδινε επίσης χρήματα και σε μετρητά για τον ίδιο λόγο και ότι ο πατέρας του του είχε τάξει όλες τις παραπάνω ακίνητες ιδιοκτησίες, τις οποίες του μεταβίβασε με άτυπη δωρεά από το έτος 1965. Σχολιάζοντας στο σημείο αυτό την κατάθεση της αδελφής του Μ. Λ., φρονούμε, ότι όσα κατέθεσε η ίδια, που είπε, πως "νομίζει ότι ο πατέρας της είχε τάξει τα ακίνητα στο Σ. (κατηγορούμενο)" και πως "μπορεί ο πατέρας της να έδωσε χρήματα στην Α. (την αδελφή της) ", συμπεραίνουμε, ότι αυτά δεν κατατέθηκαν καταφατικά και με βεβαιότητα, ώστε να αποτελέσουν ένα σταθερό αποδεικτικό μέσο υπέρ του κατηγορούμενου, σε κάθε όμως περίπτωση η κατάθεση της αξιολογείται ανάλογα και με την ιδιότητα της, ως αμφιθαλούς αδελφής του κατηγορούμενου. Βεβαίως εδώ το εύλογο ερώτημα, που ανακύπτει, είναι, γιατί ο πατέρας του κατηγορούμενου δεν του μεταβίβασε τις παραπάνω ακίνητες ιδιοκτησίες με έγγραφες συμβολαιογραφικές πράξεις, όπως δωρεά ή γονική παροχή, ή με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, για να μην υπάρξει αμφισβήτηση περί της μεταβίβασης αυτής, αλλά προέβη σε μια άτυπη, κατά την άποψη του κατηγορούμενου, δωρεά, που δεν αποδεικνύεται από άλλα στοιχεία. Το γεγονός δε, ότι η παραπάνω υπ' αρ. 144/1999 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τον αναγνώριζε, ως κύριο των αναφερομένων στο κατηγορητήριο -6- ακινήτων εκτάσεων, η υπ' αρ. .../2007 συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία ο ίδιος πωλούσε και μεταβίβαζε μέρος της ακίνητης αυτής περιουσίας σε τρίτα πρόσωπα έναντι τιμήματος, και η προαναφερόμενη από 17-12-2002 δήλωση της αδελφής του Α. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Γρηγορίας Μαλεφάκη, ότι αναγνωρίζει τον αδελφό της αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο όλων των παραπάνω ακινήτων εκτάσεων, παρέμειναν ακόμα σε ισχύ, χωρίς να έχουν προσβληθεί, για να ακυρωθούν με άλλη Δικαστική Απόφαση, η μεν απόφαση του Πολιτικού Δικαστηρίου με οποιοδήποτε ένδικο μέσο ή βοήθημα, οι δε ενώπιον συμβολαιογράφου δηλώσεις με σχετική αγωγή ακυρώσεως, λόγω πλάνης, απάτης και (σχετικά άρθρα 150, 151, 152, 154, 155, 156, 157 του Α.Κ.), δεν σημαίνει, ότι οι παραπάνω νομικές πράξεις μπορούν να δεσμεύσουν την κρίση του ποινικού δικαστή ή ότι αποτελούν οποιοδήποτε πρόκριμμα για την κρίση του επί της ποινικής υποθέσεως, ώστε ο ίδιος να αποφασίσει, σύμφωνα με το περιεχόμενο τους. Αντίθετα, επειδή ο ποινικός δικαστής για το σχηματισμό δικανικής κρίσεως επί του αποδεικτέου γεγονότος δεν δεσμεύεται από νομικούς κανόνες αποδείξεως, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης {άρθρα 177 και επόμενα του Κ.Π.Δ.}, και επειδή η οποιαδήποτε απόφαση του Πολιτικού Δικαστηρίου δεν μπορεί επίσης να δεσμεύσει την κρίση του ποινικού δικαστή [σχετ. άρθρο 62 του Κ.Π.Δ], οι παραπάνω δικαστική απόφαση και συμβολαιογραφικές πράξεις συνεκτιμώνται ελεύθερα και αδέσμευτα από τον ποινικό δικαστή. Με όλα τα παραπάνω προέκυψε επίσης, εκτός από την τέλεση της κύριας πράξης της απάτης από τον κατηγορούμενο, ότι ο ίδιος τέλεσε τις πράξεις αυτές, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Και αυτό γιατί με τη δημιουργία, κατά τα προαναφερόμενα, εικονικής δίκης, που προήλθε από εικονική, δήθεν, αμφισβήτηση της κυριότητας του από τον αντίδικό του, με την οποία εκδόθηκε η παραπάνω δικαστική απόφαση για την αναγνώριση της κυριότητας του επί των ακινήτων αυτών εκτάσεων, με την προσπάθεια μεταπώλησης αυτών σε τρίτα πρόσωπα και με την ολοκληρωμένη πώληση μιας εκ των εκτάσεων αυτών στις Μ.-Σ. Δ. και Γ. Δ. διαπιστώθηκε, ότι ο ίδιος ενεργούσε με σκοπό πορισμού εισοδήματος, έχοντας συγχρόνως αποκτήσει από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών σταθερή ροπή για την τέλεση τους, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Μετά από τα παραπάνω υπάρχουν οι αναγκαίες επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορούμενου, ώστε ο ίδιος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111&1, 122&1, 313, 318 και 319&3 του Κ.Π.Δ., να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε από δράστη, που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και το περιουσιακό όφελος, που επήλθε, με την αντίστοιχη ζημία, που προξενήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 13 περ. στ;, 14, 26&1α, 27&1, 51 ,52, 60 , 98 και 386&&3α-1 του Π.Κ.". Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 23.12.2010, κατ' αυτού αυτός είχε ασκήσει στις 15.12.2010, ήτοι προ της άνω επιδόσεως [βλ. άρθρο 306 ΚΠΔ], την υπ' αριθμ. 19/15-12-2010 αίτηση αναίρεσης, προβάλλων ως λόγους αναίρεσης: 1) Εσφαλμένη εφαρμογή-ερμηνεία του άρθρου 386 ΠΚ διότι τα δεκτά γενόμενα δεν στοιχειοθετούν απάτη στο δικαστήριο, διότι ελλείπει το στοιχείο παραπλάνησης των δικαστών - η απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικά στο τεκμήριο ομολογίας εκ μέρους του εναγομένου. 2) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι: αα) δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η ζημία της εγκαλούσας από την άνω απόφαση και δη αν απεστερήθη αυτή του δικαιώματος κυριότητας, επί των ακινήτων ή κάποια άλλη ζημία αυτής.
ββ) Δεν έλαβε υπόψη ετέρα δήλωση της αδελφής του (αναιρεσείοντος) περιεχόμενη στο .../2002 δηλωτικό της συμβολαιογράφου Χανίων Γρ. Μαλεφάκη κατά την οποία παραιτείτο παντός δικαιώματός της και πάσης αγωγής της προς προσβολή ή διάρρηξη της κυριότητάς της επ' αυτών (ακινήτων). γγ) δεν εξηγεί γιατί δεν αρκεί η έκδοση της 144/99 απόφασης για να τον καταστήσουν αδιαφιλονίκητο κύριο των ακινήτων. δδ) δεν εκτίθεται και δη σαφώς αν η αδελφή του απώλεσε ή όχι στο διηνεκές την τυχόν κυριότητά της επί των ακινήτων δια και από της υπογραφής της .../2002 συμβολαιογραφικής δηλώσεως. εε) δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η εξαπάτηση των αγοραστριών αδελφών Δ. και σε τι συνίσταται η ζημιά αυτών -αφού το πωληθέν δεν διεκδικήθηκε ποτέ, ούτε υπεβλήθησαν αυτές σε δαπανήματα για την απόκρουση αγωγής και γιατί δεν εδικαιούτο αυτός [αναιρεσείων] να πιστεύει ότι ήταν αποκλειστικός κύριος του πωληθέντος. στ) Δεν αναφέρει περί της αξίας των ακινήτων που περιέχονται στην απόφαση 144/1999. Ενώ δέχεται ότι η αξία του ακινήτου που πώλησε στις αδελφές Δ. ανέρχεται σε 37.136,90 ευρώ και επομένως η αξία του ιδανικού μεριδίου που δήθεν ανήκε στην εγκαλούσα ήταν 12.000 περίπου. Δεν διαλαμβάνει ουδέν περί της ζημίας της εγκαλούσας αναφορικά προς όλα τα ακίνητα, αφετέρου εσφαλμένα ερμήνευσε-εφάρμοσε τα άρθρα 386 παρ. 3 και 13 στοιχ. στ ΠΚ εφόσον το μεν δεκτό γενόμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των 12.333 ευρώ, το δε τα δεκτά γενόμενα δεν συγκροτούν την έννοια της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση απάτης.
ΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ: "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά την παρ. δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999 επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ).
Προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/99, ΦΕΚ 112Α/3-6-99, η άνω παρ. 3 είχε ως εξής: "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Από το συνδυασμό των άνω νόμων σαφώς προκύπτει ότι πράξη που τελέστηκε πριν από την ισχύ του άνω νόμου [=2721/99] αρκεί -για να χαρακτηρισθεί ως κακούργημα- να τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια χωρίς να απαιτείται ορισμένο ποσό, ενώ εάν τελείται μετά το νόμο αυτό απαιτείται και συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των 5.000.000 δραχμών [=15.000 ευρώ]. Έτσι η νεώτερη διάταξη είναι, στο σημείο αυτό, επιεικέστερη -άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ- [βλ. και ΑΠ 1170/2008, ΑΠ 199/2008, ΑΠ 1394/2006 κ.α.]. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής επιεικέστερου νόμου εάν έχουμε πράξη που τελέστηκε μεν πριν από την ισχύ του άνω νόμου πλην όμως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ. Ούτω για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει εις τον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος και προέβη στην πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος (έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της). Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσης αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη - βλ. ΑΠ 281/2010.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος [βλ. και ΑΠ 956/2007, ΑΠ 211/2007, ΑΠ 502/2008 κ.α.]. Υποδομή συνιστά, ως είναι ευνόητο, και η δημιουργία ψευδούς τίτλου ακινήτου με σκοπό πωλήσεως αυτού (πρβλ ΑΠ 184/2002 Ποινικός Λόγος 2002 σελ. 155). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη (του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ για το άθροισμα του ποσού) και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από το Ν. 2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού [....] όπως ελέχθη -βλ. και ΑΠ 1170/2008 Ποιν Δ 2010 σελ. 1264. Εξ άλλου, εφ' όσον δεν απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο που υφίσταται τη βλάβη, αρκεί ο απατώμενος από το νόμο ή τα πράγματα να μπορεί να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη [βλ. ΑΠ 411/2007 ΠΧρ 2008 σελ. 62, ΑΠ 2087/2009, ΑΠ 1971/2008, ΑΠ 293/2006 κ.α.]. Τέτοιο πρόσωπο είναι και ο συμβολαιογράφος όταν ύστερα από ψευδείς παραστάσεις και δη ως προς την κυριότητα του πωλουμένου πράγματος πείθεται και συντάσσει συμβόλαιο πωλήσεως, με συνέπεια να επέρχεται περιουσιακή βλάβη στην περιουσία του αληθούς κυρίου είτε με μείωση της αξίας της περιουσίας του [κατά το αντίστοιχο ποσό που έχει το μεταβιβαζόμενο] είτε με τον κίνδυνο αυτής από την εμπλοκή του σε δικαστικό αγώνα -βλ. ΑΠ 411/2007, ΑΠ 1660/85, ΑΠ 2/84, ΑΠ 4/2001, ΑΠ 291/87, ΑΠ 979/89, ΑΠ 1531/95 κ.α. Επειδή, όπως ελέχθη μη απαιτουμένης της ταυτίσεως του απατηθέντος [πλανηθέντος] και του υποστάντος τη βλάβη επί του εγκλήματος της απάτης, η τελευταία μπορεί να τελεστεί και δια παραπλανήσεως του δικαστή στην πολιτική δίκη [που δικάζει δηλ. σε πολιτική δίκη] όταν υποβάλλεται σ' αυτόν εν γνώσει ψευδής ισχυρισμός που όμως υποστηρίζεται δια της εν γνώσει επικλήσεως και προσαγωγής πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν αλλά με ανακριβές κατ' ουσίαν περιεχόμενο, και γενικότερα με ψευδή αποδεικτικά μέσα [μάρτυρες κλπ.] από τα οποία παραπλανάται ο δικαστής και εκδίδει απόφαση βλαπτική για τα συμφέροντα του αντιδίκου ή τρίτου -βλ. ΑΠ181/2009, ΑΠ 2642/2008, ΑΠ 1963/2008, ΑΠ 1452/2006 κ.α. Όμως δεν υπάρχει αξιόποινη απάτη στο δικαστήριο, ούτε σε απόπειρα, όταν ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχθεί τους ισχυρισμούς του ενάγοντος χωρίς έλεγχο της ουσιαστικής αλήθειας τους -με βάση μόνο το από το [παλαιό άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ τεκμήριο ερημοδικίας ή το] κατά το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ τεκμήριο ομολογίας, αφού στην περίπτωση αυτή δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης του δικαστή από αποδεικτικό τι μέσο [αναληθές-πλαστόν-νοθευμένο] αλλά η απόφασή του είναι αποτέλεσμα εφαρμογής του νόμου -έτσι ΑΠ 977/2009 ΠΧρ 2010 σελ. 239 - Αρμενόπουλος 2009 σελ. 1744 - Νοβ 2010 σελ. 186 [αναιρετική], ΑΠ 713/2004 ΠΧρ ΝΕ.247, ΑΠ 91/94 ΠΧρ ΜΔ.319, ΑΠ 1023/95 ΠΧρ 1996 σελ. 62, ΑΠ 1378/96 ΝοΒ 1997.496 σημ. 1, ΑΠ 1839/97 ΝοΒ 1998 σελ. 688, ΑΠ 1269/96 ΠΧρ ΗΖ.990, Μυλωνόπουλος -Ειδικό Ποινικό (2006) σελ. 499 Νο 1067, Κωστάρας -Ποινικό Δίκαιο (2007) σελ. 1133 Νο 40, Μπουρόπουλο Ερμ ΠΚ τομ. γ σελ. 81 Νο ε πρβλ ΑΠ 227/92 ΠΧρ ΜΒ.417- η δε φερόμενη συμπαιγνία στερείται σημασίας για την ποινική αξιολόγηση της πράξεως, και συγκεκριμένα της απάτης, αλλά απλώς, εν συνδρομή των λοιπών όρων, παρέχει δικαίωμα τριτανακοπής κατά της απόφασης σύμφωνα με τα άρθρα 583 επ. ΚΠολΔ.
Να σημειωθεί εδώ ότι κατά το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ η ομολογία του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη του αποτελεί πλήρη απόδειξη και δη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, η δε δικαστική ομολογία μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο ή στις προτάσεις [βλ. και ΑΠ 596/2001 ΕλΔνη 43 σελ. 1417]? -Για την έννοια της ομολογίας [= παραδοχή επιβλαβούς δι'εαυτόν γεγονότος και ωφελίμου για τον αντίδικό του] -βλ. ΑΠ 1328/2000 ΕλΔνη 43 σελ. 441]. Διαφορετική είναι η περίπτωση που ο διάδικος εν γνώσει του ότι η εκδοθείσα κατά τα ανωτέρω απόφαση είναι προϊόν συμπαιγνίας με τον ομολογήσαντα αντίδικό του προβαίνει στη μεταγγραφή αυτής δια παραπλανήσεως του υποθηκοφύλακα, ο οποίος παραπλανάται περί της ουσιαστικής νομιμότητάς της προς μεταγγραφή αποφάσεως, αφού δια της μεταγγραφής επέρχεται περιουσιακή ωφέλεια-βλάβη και δη αυτή την οποία επεδίωκε ο διάδικος με την άνω συμπεριφορά του στο δικαστήριο. Έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο χώρησε η παραπομπή [-και ενόψει αυτού-], τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (ΑΠ Ολ. 1/2005, ΑΠ 281/2010 κ.α.). Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι: 1) σε σχέση με την πρώτη πράξη, ο πρώτος λόγος είναι βάσιμος. Για την αυτή πράξη, ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος κατά το πρώτο σκέλος διότι ρητά γίνεται αποδοχή ότι η ζημιά της εγκαλούσας συνίσταται α) στην απώλεια των ακινήτων και κατά το 1/3 της ολικής αξίας τους που συνίστατο τουλάχιστον στα 152.617,57 ευρώ [άρα η ζημιά της ανέρχεται σε 50.872 ευρώ 152.617:3=50.872] -πράγμα που αρκεί για τον χαρακτηρισμό της πράξης ως κακουργήματος- και β) στις δικαστικές δαπάνες για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της στα άνω ακίνητα [χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται συγκεκριμένο ποσό, αφού δεν γίνεται δεκτόν ότι πρόκειται για ιδιαίτερα μεγάλης αξίας]. Κατά το δεύτερο σκέλος είναι απαράδεκτος αφού το συμβούλιο ρητά δέχεται ότι το περιεχόμενό της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι αποτέλεσμα απειλών και εκβιασμών αυτού, αφετέρου αφού δεν γίνεται δεκτόν -ούτε ο αναιρεσείων αναφέρει κάτι ανάλογο- ότι έχει μεταγγραφεί η αναφερομένη δήλωση, τέλος δε αυτή είναι μεταγενέστερη του χρόνου τελέσεως της πράξης. κατά το τρίτο σκέλος είναι αβάσιμος αφού ο φερόμενος τίτλος, ήτοι η 5144/99 απόφαση, είναι αποτέλεσμα των ψευδών παραστάσεών του, ήτοι όχι νόμιμος. Επομένως δεν έχει καμιά έννομη συνέπεια υπέρ αυτού. Εξ άλλου το συμβούλιο εκτιμά ελευθέρως τις δικαστικές αποφάσεις [εφόσον δεν δημιουργούν επί της ίδιας υπόθεσης δεδικασμένο] -άρθρο 177 ΚΠΔ, 87 Συντ βλ. και 737/2001, ΑΠ 1914/2001 "Ποινικός Λόγος" σελ. 947, 2392 κ.α. Κατά το τέταρτο σκέλος είναι αβάσιμος -όπως ελέχθη ήδη, αλλά και απαράδεκτος αφού ρητά δέχεται τα αντίθετα. 2) Για τη δεύτερη πράξη, ο δεύτερος λόγος καθ' όλα τα σκέλη του είναι αβάσιμος: ρητά γίνεται αποδοχή ότι η εξαπάτηση των αγοραστριών αδελφών Δ. συνίσταται στο ότι παρέστησε ότι είναι κύριος [ιδιοκτήτης] της πωληθείσης εκτάσεως με βάση την αναφερόμενη 5144/99 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων [ενώ εγνώριζε ότι αυτή είχε αποκτηθεί δι' απάτης κατά τα δεκτά γενόμενα από το ίδιο συμβούλιο], αφετέρου ότι η ζημιά αυτών συνίσταται στο καταβληθέν τίμημα. Για τη στοιχειοθέτηση της συγκεκριμένης απάτης δεν απαιτείται όπως οι άνω αγοραστές προβούν σε κάποια δικαστική ενέργεια σε βάρος του. Εξ άλλου ο ίδιος ο αναιρεσείων γνώριζε ότι ο τίτλος με βάση τον οποίο προέβη στην πώληση της αναφερομένης εκτάσεως είχε αποκτηθεί δι' απάτης κατά τα δεκτά γενόμενα από το ίδιο το συμβούλιο. Ρητά γίνεται -όπως αναφέρθηκε ήδη- αναφορά της αξίας των ακινήτων που αναφέρονται και ποιά η ζημία της εγκαλούσας [=50.872 ευρώ =το 1/3 των 152.617,57 ευρώ] που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά το 6ο σκέλος του ο άνω λόγος είναι απαράδεκτος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Το κατ' επάγγελμα -κατά συνήθεια και η υπέρβαση του συνολικού ποσού των 15.000 ευρώ αναφέρεται στο σύνολο της συμπεριφοράς αυτού, ανεξάρτητα του ότι για μερικούς παθόντες αυτή καθ' εαυτή η ζημία για έκαστον εξ αυτών υπολείπεται του άνω ποσού πρβλ. ΑΠ 632/2002 ΠΧρ ΝΓ.215 - ΝοΒ 2002 σελ. 1748, ΑΠ 509/2000, ΑΠ 1252/2008. Τέλος, ορθά ερμήνευσε-εφάρμοσε τα άρθρα 13 στοιχ. στ, 386 παρ. 3 ΠΚ, αφού όντως τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα -κατά συνήθεια και δη όσον αφορά αυτή τη δεύτερη πράξη για την οποία και προτείνεται η απόρριψη της υπό κρίση αναίρεσης. Για την ολοκλήρωση του θέματος πρέπει να σημειώσουμε ότι τυπικά εμφανίζεται εδώ να έχουμε σε σχέση με την εγκαλούσα και στις δύο πράξεις την αυτή ζημία -πλην όμως τούτο είναι καταφαινόμενο αφού σε κάθε πράξη έχουμε ξεχωριστή πράξη διάθεσης πρβλ. ΑΠ 2642/2008, ΑΠ 1516/2001 -αφετέρου δεν εξαντλείται η κατηγορία για την πρώτη πράξη αφού στο πρωτόδικο [βλ. 7ο φύλλο αυτού] αλλά και στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνονται δεκτά πραγματικά περιστατικά και δη μεταγγραφή της εκδοθείσης αποφάσεως που μπορούν να στοιχειοθετήσουν αυτή κατά ακριβέστερον προσδιορισμό σε σχέση με το πρόσωπο του πλανηθέντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: α) να γίνει εν μέρει δεκτή η υπ' αριθμ. 19/2010 αναίρεση του Σ. Μ. κατά του υπ' αριθμ. 299/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Κρήτης και δη όσον αφορά τη μερικώτερη πράξη της απάτης που αναφέρεται ότι τελέστηκε στις 18-2-99 και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αυτή αίτηση αναίρεσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, β) ενόψει του ότι δεν εξαντλήθηκε η κατηγορία για την πρώτη πράξη, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο με άλλη σύνθεση. Αθήνα 26-1-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 και 3 του Ποινικού Κώδικα, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών από την οποία παραπλανήθηκε άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 εδάφ. β' του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 1721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 ή άνω παράγραφος 3 είχε ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Από τον συνδυασμό των παραπάνω νόμων σαφώς προκύπτει ότι πράξη που τελέσθηκε πριν από την ισχύ του νόμου 2721/1999 αρκεί για να χαρακτηριστεί ως κακούργημα να τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, χωρίς να απαιτείται ορισμένο ποσό, ενώ αν τελείται μετά τον νόμο αυτό, απαιτείται και συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). Έτσι, η νεότερη διάταξη είναι στο σημείο αυτό επιεικέστερη. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής επιεικέστερου νόμου εάν η πράξη τελέστηκε πριν από την ισχύ του άνω νόμου, πλην όμως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ. Έτσι, για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος. Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του Ποινικού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή την οποία έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ τέλεση του εγκλήματος κατά συνήθεια υφίσταται όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και ποινική καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε απαιτείται σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Υποδομή συνιστά, όπως είναι ευνόητο, και η δημιουργία ψευδούς τίτλου ακινήτου με σκοπό πωλήσεως αυτού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαράγραφο 1.1 της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Νόμου 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικώς υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα για το άθροισμα του ποσού και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από τον Ν. 2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. Εφόσον δεν απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο, που υφίσταται τη βλάβη, αρκεί ο απατώμενος, από τον νόμο ή τα πράγματα, να μπορεί να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Τέτοιο πρόσωπο είναι και ο συμβολαιογράφος, όταν ύστερα από ψευδείς παραστάσεις και δη ως προς την κυριότητα του πωλουμένου πράγματος πείθεται και συντάσσει συμβόλαιο πωλήσεως, με συνέπεια να επέρχεται περιουσιακή βλάβη στην περιουσία του αληθούς κυρίου, είτε με μείωση της αξίας της περιουσίας του, κατά το αντίστοιχο ποσό που έχει το μεταβιβαζόμενο, είτε με τον κίνδυνο αυτής από την εμπλοκή του σε δικαστικό αγώνα. Περαιτέρω, ενόψει του ότι δεν απαιτείται η ταύτιση εκείνου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη επί του εγκλήματος της απάτης, η τελευταία μπορεί να τελεστεί και με παραπλάνηση του δικαστή στην πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός, που όμως υποστηρίζεται με την εν γνώσει επίκληση και προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές κατ' ουσίαν περιεχόμενο, και γενικότερα με ψευδή αποδεικτικά μέσα, από τα οποία παραπλανάται ο δικαστής και εκδίδει απόφαση βλαπτική για τα συμφέροντα του αντιδίκου ή τρίτου. Όμως δεν υπάρχει αξιόποινη απάτη στο δικαστήριο ούτε σε απόπειρα, όταν ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχθεί τους ισχυρισμούς του ενάγοντος χωρίς έλεγχο της ουσιαστικής αλήθειας τους, με βάση μόνο από το (παλαιό άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ τεκμήριο ομολογίας λόγω της ερημοδικίας ή το) κατά το άρθρο 352 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας τεκμήριο ομολογίας, αφού στην περίπτωση αυτή δεν τίθεται θέμα παραπλανήσεως του δικαστή από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αλλά η απόφαση του είναι αποτέλεσμα εφαρμογής του νόμου, η δε φερόμενη συμπαιγνία στερείται σημασίας για την ποινική αξιολόγηση της πράξεως και συγκεκριμένα της απάτης επί δικαστηρίου, αλλ' απλώς σε συνδρομή με τους λοιπούς όρους, παρέχει δικαίωμα τριτανακοπής κατά της αποφάσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 583 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά. ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον σχηματισμό της δικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά απ' αυτά, κατ' επιλογήν. Εξάλλου, ως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ, 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό η στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε με το 254/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (κακουργημάτων) για να δικασθεί ως υπαίτιος τελέσεως απάτης κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε από δράστη, που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο αναιρεσείων άσκησε την 12/2009 έφεση της και το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το 299/2010 βούλευμά του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς όλες τις διατάξεις του. Προκειμένου το Συμβούλιο Εφετών να αποφανθεί τα παραπάνω, δέχθηκε, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, με επιτρεπτή, καθ' ολοκληρίαν αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στον κατηγορούμενο ειδικότερα αποδίδεται ότι: α) στις 18-2-1999 άσκησε τη με αριθμό κατάθεσης 74/18-2-1999 αγωγή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων κατά των δύο αδελφών του, της ετεροθαλούς Α. Μ. του Π., και της αμφιθαλούς Μ. συζ. Ν. Λ., στην οποία ζητούσε, με τη σε γνώση του παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών, και με την προσαγωγή ψευδών αποδεικτικών μέσων, να αναγνωριστεί κύριος σε έξι ακίνητα, ήτοι τριών αγροτεμαχίων στις θέσεις "...", "..." και "..." της κτηματικής περιφερείας του χωριού ..., εκτάσεως 5.235,12 τ.μ., 3.163,96 τ.μ. και 7.544,62 τ.μ. αντίστοιχα, ενός οικοπέδου εκτάσεως 111 τ.μ., κειμένου μέσα στο χωριό ... επί του οποίου βρισκόταν η ερειπωμένη πατρική τους οικία, καθώς και δύο ακόμα αγροτεμαχίων κειμένων στα ..., στην τοποθεσία "...", εκτάσεως 400,69 τ.μ. και 1689,63 τ.μ. αντίστοιχα. Με την ιστορική βάση της αγωγής του παρέστησε ψευδώς στο δικαστήριο, ότι τις παραπάνω ακίνητες εκτάσεις απέκτησε με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Π. Μ. του Σ. από το έτος 1965 και έκτοτε κατέστη κύριος σε αυτές με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση τους, όπως εμβαδομετρήσεις και τοπογραφήσεις. Το αληθές όμως ήταν, ότι δεν είχε αποκτήσει από το 1965 με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Π. Μ. τις ακίνητες αυτές ιδιοκτησίες, που ανήκαν κατά πλήρη κυριότητα στον πατέρα του, αλλά μετά από το θάνατο του πατέρα του την 19-11-1991 κατέστη κατά το 1/3 κύριος αυτών, λόγω εξ' αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τον θανόντα πατέρα του. Παρέστησε επίσης ψευδώς στο παραπάνω δικαστήριο, ότι ο συγκατηγορούμενός του Ι. Ξ., εναγόμενος στο δικόγραφο της προαναφερόμενης αγωγής, δήθεν, αμφισβητούσε την κυριότητά του στα ακίνητα αυτά και αιτούνταν για το λόγο αυτό, να αναγνωριστεί, ως αποκλειστικός κύριος αυτών. Ακολούθως κατά την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής την 1-4-1999 υποστήριξε τους ισχυρισμούς του αυτούς και με τις έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου. Το αληθές όμως ήταν, ότι η αμφισβήτηση της υποτιθέμενης κυριότητας του στα ακίνητα αυτά από τον αντίδικο του ήταν εικονική ή και ανύπαρκτη, εικονικότητα, που έγινε εν αγνοία των δικαστών του παραπάνω δικαστηρίου. Ο αντίδικος του κατηγορούμενου και συγκατηγορούμενός του στην εκδικαζόμενη υπόθεση Ι. Ξ. αμέσως συνομολόγησε με τις από 30-3-1999 προτάσεις του την ιστορική βάση της αγωγής, δημιουργώντας μ' αυτό τον τρόπο τεκμήριο πλήρους αποδείξεως υπέρ των ισχυρισμών του κατηγορούμενου, τεκμήριο, που οδήγησε στην παραδοχή της ιστορικής βάσης της αγωγής και τη δικαίωση του κατηγορούμενου με την αρ. 144/1999 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία οι δικαστές, αφού πείστηκαν από τις παραστάσεις του, τον αναγνώρισαν, ως κύριο των παραπάνω έξι ακινήτων εκτάσεων. Με τον τρόπο αυτό ο ίδιος κατέστη παρανόμως πλουσιότερος κατά την αξία των παραπάνω ακινήτων εκτάσεων, την οποία αξία εκτίμησε ως εξής : 1) του οικοπέδου με την ερειπωμένη πατρική τους κατοικία σε 12.831,10 ευρώ, 2) του αγροτεμαχίου στη θέση "..." σε 31.366,10 ευρώ, 3) του αγροτεμαχίου στη θέση "..." σε 44.859,86 ευρώ, 4) του αγροτεμαχίου στη θέση "..." σε 20.619,22 ευρώ, 5) του αγροτεμαχίου των 400,69 τ. μ. στη θέση "..." σε 8.231,34 ευρώ και 6) του αγροτεμαχίου των 1689,63 τ.μ. στην ίδια τοποθεσία σε 34.709,93 ευρώ, συνολικά δηλαδή την αξία των παραπάνω ακινήτων εκτίμησε σε 152.617,57 ευρώ, ποσό που ήταν πολύ κατώτερο της πραγματικής-εμπορικής τους αξίας με βάση τις τρέχουσες αυξημένες εμπορικές τιμές των ακινήτων στη συγκεκριμένη ευρύτερη περιοχή. Συγχρόνως προκάλεσε περιουσιακή ζημία στην εγκαλούσα αδελφή του Α. Μ., που της αποστέρησε τη συμμετοχή της κατά το 1/3 εξ' αδιαιρέτου στην πραγματική αξία των παράπανω ακινήτων, η οποία αξία ήταν τουλάχιστον 152.617,57 ευρώ και συγχρόνως την υπέβαλλε σε δικαστικές δαπάνες για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της στα ακίνητα αυτά και β) την 30-1-2007 στα Χανιά με την υπ' αρ. .../2007 συμβολαιογραφική πράξη αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Χανίων Μαριλένας Παν. Σκυλουράκη πώλησε και μεταβίβασε στις αδελφές Γ. Ε. Δ. και Μ.-Σ. Ε. Δ., κατά 1/2 εξ' αδιαιρέτου σε καθεμιά τους, μια ακίνητη έκταση 10.114,643 τετραγωνικών μέτρων, ευρισκόμενη στην τοποθεσία "..." στο ... αντί του συνολικού τιμήματος των 37.136,90 ευρώ. Για την από μέρους των αντισυμβαλλομένων του υπογραφή του παραπάνω συμβολαίου ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς σ' αυτές, ότι ήταν αποκλειστικός κύριος της έκτασης αυτής, για το μεν τμήμα εκτάσεως 7.544,62 τ.μ. με βάση την προαναφερόμενη υπ' αρ. 144/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, αποκρύπτοντας δολίως από τις αγοράστριες, ότι η παραπάνω απόφαση ήταν αποτέλεσμα εικονικής αμφισβήτησης από τον αντίδικο του στην αγωγή αυτή, για την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Για δε το τμήμα της έκτασης των 2.570,02 τ.μ. παρέστησε ψευδώς σ' αυτές, ότι απέκτησε αυτό με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Π. Μ. του Σ. από το έτος 1965 και έκτοτε κατέστη κύριος σε αυτή την έκταση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση τους, όπως εμβαδομετρήσεις και τοπογραφήσεις. Το αληθές όμως ήταν, ότι δεν είχε αποκτήσει από το 1965 με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Π. Μ. την ακίνητη αυτή ιδιοκτησία, που ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον πατέρα του, αλλά μετά από το θάνατο του πατέρα του την 19-11-1991 κατέστη κατά το 1/3 κύριος αυτών, λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τον θάνατο του. Με τις ψευδείς παραστάσεις του αυτές έπεισε τις αντισυμβαλλόμενες παραπάνω αγοράστριες και οι ίδιες υπέγραψαν τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία αγόραζαν και αποκτούσαν την ακίνητη αυτή ιδιοκτησία των 10.114,643 τ.μ. έναντι του τιμήματος των 37.136,90 ευρώ, το οποίο κατέβαλαν στον κατηγορούμενο. Με τον τρόπο αυτό ο μεν κατηγορούμενος κατέστη παρανόμως πλουσιότερος κατά το παραπάνω χρηματικό ποσό, αφού προέρχεται από πώληση μη ανήκουσας αποκλειστικά στον ίδιο ακίνητης ιδιοκτησίας, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία τόσο των δύο παραπάνω αγοραστριών, που αγόρασαν μια ακίνητη ιδιοκτησία, χωρίς ο πωλητής να έχει την αποκλειστική κυριότητα σ' αυτήν, όσο και της αδελφής του Α. Μ., που στερήθηκε από την πώληση αυτής της ακίνητης ιδιοκτησίας τη συμμετοχή της κατά το 1/3 εξ' αδιαιρέτου σ' αυτήν, και που αναγκάστηκε να υποβληθεί σε δικαστικούς αγώνες για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της στην ακίνητη αυτή ιδιοκτησία. Το συνολικό όφελος από τη συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, καθόσον ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 152.617,57 ευρώ, ο ίδιος δε τέλεσε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή τις τέλεσε με σκοπό πορισμού εισοδήματος και έχοντας επίσης αποκτήσει σταθερή ροπή για την τέλεση των πράξεων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητας του." Και "αφού έλαβε υπόψη του την υπό κρίση έγκληση, τις καταθέσεις της εγκαλούσας - συμπαραστάτριας Α. Μ. και της συμπαραστατούμενης στην έγκληση Α. Μ. του Π. καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων, τα κρίσιμα και ουσιώδη έγγραφα της δικογραφίας και τις καταθέσεις του κατηγορούμενου Σ. Μ. καθώς και του συγκατηγορούμενού του Ι. Ξ. του Μ., που ήδη απαλλάχτηκε της κατηγορίας της άμεσης συνέργειας με το προσβαλλόμενο Βούλευμα, φρονούμε, ότι τα παραπάνω περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τη σε βάρος του Σ. Μ. κατηγορία, αποδείχτηκαν, όπως δέχτηκε και το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 254/2009 Βούλευμα, που παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Η κρίση μας αυτή στηρίζεται στα εξής αποδεικτικά μέσα και στις εξής διαπιστώσεις: Πρώτον η παραπάνω υπ' αρ. 144/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία αναγνωρίζονταν ο κατηγορούμενος, ως κύριος των παραπάνω έξι ακινήτων εκτάσεων, ήταν προϊόν εικονικής δίκης και συμπαιγνίας μεταξύ των διαδίκων, μετά από μια εικονική ή ανύπαρκτη αμφισβήτηση της υποτιθέμενης κυριότητας του στα ακίνητα αυτά, εικονικότητα, που έγινε εν αγνοία των δικαστών του παραπάνω δικαστηρίου. Αυτό προέκυψε από το ότι κατά τη συζήτηση της συγκεκριμένης αγωγής για την αναγνώριση της κυριότητας επί των ακινήτων, ο αντίδικος του κατηγορούμενου και συγκατηγορούμενός του στην εκδικαζόμενη υπόθεση Ι. Ξ. αμέσως συνομολόγησε με τις από 30-3-1999 προτάσεις του την ιστορική βάση της αγωγής, δημιουργώντας μ' αυτό τον τρόπο τεκμήριο πλήρους αποδείξεως υπέρ των ισχυρισμών του κατηγορούμενου, τεκμήριο, που οδήγησε στην παραδοχή της ιστορικής βάσης της αγωγής και τη δικαίωση του κατηγορούμενου. Ο δικηγόρος Γ. Τ., που υπέγραψε τη σχετική από 13-11-1998 αγωγή του κατηγορούμενου, στην από 27-2-2008 ένορκη κατάθεση του δήλωσε, ότι οι παραπάνω από 30-3-1999 προτάσεις, που επίσης φέρεται, ότι υπέγραψε ο ίδιος, δεν έχουν υπογραφεί από αυτόν ούτε φυσικά το ονοματεπώνυμο του, που αναγράφεται χειρόγραφα, τέθηκε από τον ίδιο. Επίσης ο συγκατηγορούμενός του Ι. Ξ., που όπως προαναφέρθηκε, απαλλάχτηκε της κατηγορίας, λόγω παραγραφής της πράξης, που αντιμετώπιζε, στην ενώπιον του ανακριτή απολογία του, στην ενώπιον του ανακριτή χωρίς όρκο εξέτασή του και στη χωρίς όρκο εξέταση του, ως μηνυόμενου, στην .πταισματοδίκη Χανίων κατέθεσε, πως δεν γνώριζε το περιεχόμενο της παραπάνω αγωγής, δεν είχε ζητήσει από κανένα δικηγόρο, να συντάξει προτάσεις και να τον εκπροσωπήσει σε δικαστήριο, δεν γνώριζε για την απόφαση, που εκδόθηκε για την αγωγή αυτή, και τελικά δεν γνώριζε τίποτα για τη συγκεκριμένη αστική υπόθεση, έχοντας μάλιστα μηνύσει με την από 26-6-2007 μήνυση του τον κατηγορούμενο, γιατί τον ενέπλεξε εν αγνοία του στην υπόθεση αυτή. Δεύτερον η φερόμενη, ως υποστείσα τις οικονομικές συνέπειες της απάτης του κατηγορούμενου ετεροθαλής αδελφή του και συμπαραστατούμενη στην υπό κρίση έγκληση Α. Μ. στις χωρίς όρκο καταθέσεις της, που έδωσε στον ανακριτή Χανίων, είπε πως όσο ζούσε ο πατέρας της, ο κατηγορούμενος δεν είχε εμφανιστεί καθόλου στα Χανιά και δεν είχε καμιά σχέση με τα ακίνητα αυτά, τα οποία περιποιούνταν η ίδια με τον πατέρα της. Μάλιστα, κατέθεσε η ίδια, ότι ο αδελφός της και κατηγορούμενος δεν ήλθε ούτε στην κηδεία του πατέρα της, ο οποίος πέθανε την 19-11-1991, ούτε στο πρώτο μνημόσυνο γι'αυτόν. Αντίθετα εμφανίστηκε μετέπειτα και άρχιζε να διεκδικεί μόνο για τον εαυτό του την πατρική περιουσία. Επίσης η Α. Μ. κατέθεσε, ότι την από 17-12-2002 δήλωση της, που έκανε στη συμβολαιογράφο Χανίων Γρηγορία Μαλεφάκη την υπέγραψε χωρίς να γνωρίζει, τι ακριβώς υπέγραψε, και στη δήλωση αυτή προέβη μετά από πέσεις και απειλές του κατηγορούμενου, ότι θα τη σκοτώσει. Στην επίμαχη από 17-12-2002 δήλωση της η Α. Μ. είπε "πως αναγνωρίζει και αποκαθιστά τον αδελφό της και κατηγορούμενο, ως αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο των ακινήτων, που αναφέρονται στην υπ' αρ. 144/1999 απόφαση". Τα παραπάνω κατατιθέμενα από την Α. Μ. επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις και άλλων μαρτύρων. Οι μάρτυρες Σ. Μ., Κ. Μ. και Α. συζ. Α. Μ., που είναι πρώτα ξαδέλφια με τον κατηγορούμενο, είπαν κατηγορηματικά, πως όσο ζούσε ο θείος τους Π. Μ., πατέρας του κατηγορούμενου, δεν είχε μοιράσει την ακίνητη περιουσία του στα παιδιά του, άρα ούτε και στον κατηγορούμενο. Επίσης η εγκαλούσα, ως δικαστική συμπαραστάτρια της Α. Μ. δυνάμει της υπ' αρ. 421/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Μ. στην από 7-4-2009 ένορκη κατάθεση της στον ανακριτή Χανίων επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της Α. Μ., ότι η παραπάνω από 17-12-2002 συμβολαιογραφική δήλωση της ήταν αποτέλεσμα απειλών και εκβιασμών από τον κατηγορούμενο εναντίον της και εναντίον του συζύγου της Α. Β., που ο ίδιος όπως και η Α. Μ. είχαν ειδικές ανάγκες για προστασία και περίθαλψη. Τρίτον η άλλη, αμφιθαλής, αδελφή του κατηγορούμενου Μ. Λ., το γένος Π. Μ., που υπέγραψε παρόμοια δήλωση, όπως και η Α. Μ., σε συμβολαιογράφο της Λάρισας για την αποκλειστική κυριότητα του αδελφού της στα προαναφερόμενα ακίνητα, στην από 6-4-2009 ένορκη κατάθεση της στον ανακριτή Χανίων είπε, ότι η ίδια έλαβε από τον πατέρα της, ως προίκα για το γάμο της, το ποσό των 100.000 δραχμών, αλλά δεν γνωρίζει, αν η αδελφή της Α. είχε πάρει χρήματα για προίκα, "μπορεί να έδωσε μερικά χρήματα και στην Α. ο πατέρας της" είπε. Η ίδια μάρτυρας είπε, ότι ο πατέρας της, όσο ζούσε, είχε τη διαχείριση των ακινήτων του, και, χωρίς να είναι βέβαιη, νομίζει, ότι τα είχε τάξει στον αδελφό της, ο οποίος δεν έρχονταν συχνά στα Χανιά. Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν καταθέτει με βεβαιότητα είτε υπέρ είτε κατά του αδελφού της, προφανώς για να αποστασιοποιηθεί και από τους δύο, εγκαλούσα αδελφή της και αδελφό της κατηγορούμενο. Από την πλευρά τους οι αδελφές Γ. Ε. Δ. και Μ.-Σ. Ε. Δ., που αγόρασαν από τον κατηγορούμενο κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου καθεμιά τους την ακίνητη έκταση των 10.114,643 τετραγωνικών μέτρων στο ..., καθώς και ο πατέρας τους Ε. Δ., που ήλθε στις σχετικές διαπραγματεύσεις με τον πωλητή κατηγορούμενο, είπαν στις καταθέσεις τους, πως δεν γνώριζαν εκ των προτέρων τον κατηγορούμενο ούτε, εάν αυτός εμπλέκεται σε απάτες, αλλά προέβησαν στην αγορά της ακίνητης αυτής έκτασης, γιατί τη θεώρησαν επωφελή. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκαν, ότι μπορεί να υπάρξει πρόβλημα με την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου. Για την αγορά της ακίνητης αυτής έκτασης εξόφλησαν πλήρως στον κατηγορούμενο το τίμημα της αξίας της, καταβάλλοντος σ' αυτόν το ποσό των 37.136,90 ευρώ, όπως αυτό προκύπτει από τη συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης του τιμήματος, που προσκομίζεται στη δικογραφία. Τέλος ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου στην από 13-11-1998 και με αρ. πρωτ. κατάθεσης 74/18-2-1999 αγωγή του καθώς και κατά τη σύνταξη της υπ' αρ. .../30-1-2007 συμβολαιογραφικής πράξεως αγοραπωλησίας ακινήτου, ότι τις παραπάνω ακίνητες εκτάσεις απέκτησε με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Π. Μ. του Σ. από το έτος 1965 και έκτοτε κατέστη κύριος σε αυτές με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση τους, παρέμεινε ένας απλά αναπόδεικτος ισχυρισμός από τον ίδιο, χωρίς να ενισχυθεί από κανένα άλλο στοιχείο της δικογραφίας, αλλά αντίθετα αποδυναμώθηκε με τα περισσότερα από τα παραπάνω σε βάρος του αποδεικτικά στοιχεία. Ομοίως παρέμειναν απλά αναπόδεικτοι ισχυρισμοί και δεν ενισχύθηκαν από άλλα στοιχεία της δικογραφίας, τα όσα ισχυρίζεται στην υπό κρίση έφεση του ο κατηγορούμενος, ότι ο αποθανών πατέρας του Π. Μ., όσο ζούσε, προέβαινε σε πωλήσεις περιουσιακών του στοιχείων και τα εισπραττόμενα ποσά τα κατέθετε σε τραπεζικούς λογαριασμούς υπέρ της αδελφής του και συμπαραστατούμενης μηνύτριας Α. Μ., για να καλύψει έτσι το κληρονομικό της μερίδιο από την περιουσία του, ότι ο πατέρας του της έδινε επίσης χρήματα και σε μετρητά για τον ίδιο λόγο και ότι ο πατέρας του του είχε τάξει όλες τις παραπάνω ακίνητες ιδιοκτησίες, τις οποίες του μεταβίβασε με άτυπη δωρεά από το έτος 1965. Σχολιάζοντας στο σημείο αυτό την κατάθεση της αδελφής του Μ. Λ., φρονούμε, ότι όσα κατέθεσε η ίδια, που είπε, πως "νομίζει ότι ο πατέρας της είχε τάξει τα ακίνητα στο Σ. (κατηγορούμενο)" και πως "μπορεί ο πατέρας της να έδωσε χρήματα στην Α. (την αδελφή της)", συμπεραίνουμε, ότι αυτά δεν κατατέθηκαν καταφατικά και με βεβαιότητα, ώστε να αποτελέσουν ένα σταθερό αποδεικτικό μέσο υπέρ του κατηγορούμενου, σε κάθε όμως περίπτωση η κατάθεση της αξιολογείται ανάλογα και με την ιδιότητα της, ως αμφιθαλούς αδελφής του κατηγορούμενου. Βεβαίως εδώ το εύλογο ερώτημα, που ανακύπτει, είναι, γιατί ο πατέρας του κατηγορούμενου δεν του μεταβίβασε τις παραπάνω ακίνητες ιδιοκτησίες με έγγραφες συμβολαιογραφικές πράξεις, όπως δωρεά ή γονική παροχή, ή με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, για να μην υπάρξει αμφισβήτηση περί της μεταβίβασης αυτής, αλλά προέβη σε μια άτυπη, κατά την άποψη του κατηγορούμενου, δωρεά, που δεν αποδεικνύεται από άλλα στοιχεία. Το γεγονός δε, ότι η παραπάνω υπ' αρ. 144/1999 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τον αναγνώριζε, ως κύριο των αναφερομένων στο κατηγορητήριο -6- ακινήτων εκτάσεων, η υπ' αρ. .../2007 συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία ο ίδιος πωλούσε και μεταβίβαζε μέρος της ακίνητης αυτής περιουσίας σε τρίτα πρόσωπα έναντι τιμήματος, και η προαναφερόμενη από 17-12-2002 δήλωση της αδελφής του Α. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Γρηγορίας Μαλεφάκη, ότι αναγνωρίζει τον αδελφό της αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο όλων των παραπάνω ακινήτων εκτάσεων, παρέμειναν ακόμα σε ισχύ, χωρίς να έχουν προσβληθεί, για να ακυρωθούν με άλλη Δικαστική Απόφαση, η μεν απόφαση του Πολιτικού Δικαστηρίου με οποιοδήποτε ένδικο μέσο ή βοήθημα, οι δε ενώπιον συμβολαιογράφου δηλώσεις με σχετική αγωγή ακυρώσεως, λόγω πλάνης, απάτης και (σχετικά άρθρα 150, 151, 152, 154, 155, 156, 157 του Α.Κ.), δεν σημαίνει, ότι οι παραπάνω νομικές πράξεις μπορούν να δεσμεύσουν την κρίση του ποινικού δικαστή ή ότι αποτελούν οποιοδήποτε πρόκριμμα για την κρίση του επί της ποινικής υποθέσεως, ώστε ο ίδιος να αποφασίσει, σύμφωνα με το περιεχόμενο τους. Αντίθετα, επειδή ο ποινικός δικαστής για το σχηματισμό δικανικής κρίσεως επί του αποδεικτέου γεγονότος δεν δεσμεύεται από νομικούς κανόνες αποδείξεως, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης [άρθρα 177 και επόμενα του Κ.Π.Δ.], και επειδή η οποιαδήποτε απόφαση του Πολιτικού Δικαστηρίου δεν μπορεί επίσης να δεσμεύσει την κρίση του ποινικού δικαστή [σχετ. άρθρο 62 του Κ.Π.Δ], οι παραπάνω δικαστική απόφαση και συμβολαιογραφικές πράξεις συνεκτιμώνται ελεύθερα και αδέσμευτα από τον ποινικό δικαστή. Με όλα τα παραπάνω προέκυψε επίσης, εκτός από την τέλεση της κύριας πράξης της απάτης από τον κατηγορούμενο, ότι ο ίδιος τέλεσε τις πράξεις αυτές, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Και αυτό γιατί με τη δημιουργία, κατά τα προαναφερόμενα, εικονικής δίκης, που προήλθε από εικονική, δήθεν, αμφισβήτηση της κυριότητας του από τον αντίδικό του, με την οποία εκδόθηκε η παραπάνω δικαστική απόφαση για την αναγνώριση της κυριότητας του επί των ακινήτων αυτών εκτάσεων, με την προσπάθεια μεταπώλησης αυτών σε τρίτα πρόσωπα και με την ολοκληρωμένη πώληση μιας εκ των εκτάσεων αυτών στις Μ.-Σ. Δ. και Γ. Δ. διαπιστώθηκε, ότι ο ίδιος ενεργούσε με σκοπό πορισμού εισοδήματος, έχοντας συγχρόνως αποκτήσει από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών σταθερή ροπή για την τέλεση τους, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Μετά από τα παραπάνω υπάρχουν οι αναγκαίες επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορούμενου, ώστε ο ίδιος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111&1, 122&1, 313, 318 και 319&3 του Κ.Π.Δ., να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε από δράστη, που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και το περιουσιακό όφελος, που επήλθε, με την αντίστοιχη ζημία, που προξενήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 51, 52, 60, 98 και 386 παρ. 3α-1 του Π.Κ.". Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 386 του Ποινικού Κώδικα, ως προς την απάτη επί Δικαστηρίου, αφού τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα γεγονότα δεν στοιχειοθετούν απάτη στο δικαστήριο, διότι, ενόψει το γεγονότος ότι η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου στηρίχθηκε αποκλειστικά στο τεκμήριο ομολογίας εκ μέρους του εναγομένου, ελλείπει, σύμφωνα με τα παραπάνω στη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα το στοιχείο της παραπλανήσεως των δικαστών, που την εξέδωσαν. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Επειδή, κατά τα λοιπά, το προσβαλλόμενο βούλευμα, διέλαβε την απαιτούμενη από της παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικώς με το έγκλημα της απάτης, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ρητά γίνεται αποδοχή ότι η ζημία της εγκαλούσας συνίσταται στην απώλεια των ακινήτων κατά το 1/3 της ολικής αξίας, που συνίστατο τουλάχιστον στα 152.617,57 ευρώ και επομένως η ζημία της ανέρχεται σε (152.617:3=) 50.872 ευρώ, πράγμα που αρκεί για τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος ως και στις δικαστικές δαπάνες για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται συγκεκριμένο ποσό, αφού εν όψει του ότι ερευνούσε για το χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης ως κακουργηματικής, το παραπάνω ποσό των 50.872 ευρώ ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Περαιτέρω, αναφέρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραπάνω ενεργειών του αναιρεσείοντος και της παραπάνω 5144/1999 απόφασης, η οποία είναι αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεών του. Γίνεται επίσης δεκτό ότι η εξαπάτηση των αγοραστριών αδελφών Δ. συνίσταται στο ότι παρέστησε ότι είναι κύριος με βάση την πιο πάνω δικαστική απόφαση, της εκτάσεως που πουλήθηκε, και ότι η ζημία αυτών συνίσταται στο τίμημα που καταβλήθηκε. Γίνεται δε μνεία του γεγονότος ότι τα δεκτά πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν την πράξη της απάτης, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ως προς τη δεύτερη πράξη, αφού με τη δημιουργία εικονικής δίκης, που προήλθε από εικονική δήθεν αμφισβήτηση της κυριότητας του από τον αντίδικο του, με την οποία εκδόθηκε η παραπάνω δικαστική απόφαση για την αναγνώριση της κυριότητας του επί των ακινήτων αυτών, με την προσπάθεια μεταπωλήσεως αυτών σε τρίτα πρόσωπα και με την ολοκληρωμένη πώληση ενός ακινήτου στις αναφερόμενες αγοράστριες διαπιστώθηκε ότι ο ίδιος ενεργούσε με σκοπό πορισμού εισοδήματος, έχοντας αποκτήσει συγχρόνως από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών, σταθερή ροπή για την τέλεση τους, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Επομένως τα αντίθετα που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα με τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την κατ' επίφαση επίκληση του παραπάνω αναιρετικού λόγου πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος δεν ελέγχει, σύμφωνα με τα παραπάνω την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, ενόψει όλων των ανωτέρω και του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου Εφετών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που απεφάνθησαν προηγουμένως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται εν μέρει την 19/2010 αίτηση του Σ. Μ. για αναίρεση του 299/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και δη αναφορικά με την μερικότερη πράξη της απάτης, που αναφέρεται ότι τελέστηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1999.
Αναιρεί το ανωτέρω βούλευμα, ως προς τις διατάξεις του που αναφέρονται στην παραπάνω επί μέρους πράξη.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση και μόνο ως προς το παραπάνω αναιρούμενο τμήμα της στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, κατ' εξακολούθηση. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δέχεται εν μέρει την αίτηση
| null | null | 0
|
Αριθμός 1147/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Μήτση, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ6823/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 83/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να κάνει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Έτσι, αν ο αυτοτελής ισχυρισμός για τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή ότι ο υπαίτιος έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, αναπτύχθηκε προφορικώς κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως του, ώστε να γίνει αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση και παραδόθηκε γραπτώς στον διευθύνοντα τη συζήτηση, καταχωρίσθηκε δε στα πρακτικά (άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ) και περιλαμβάνει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του, όντας ορισμένος, το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την παραδοχή ή την απόρριψη του (ΟλΑΠ 2/2005), η έλλειψη δε της αιτιολογίας αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλομένη ΒΤ 6823/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ο συνήγορος της κατηγορουμένης, την οποία εκπροσωπούσε αυτός στο Δικαστήριο, μετά την πρόταση της Εισαγγελέως για την ενοχή της κατηγορουμένης, "αφού έλαβε τον λόγο ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την αθώωση της πελάτισσας του, άλλως την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη απορρίπτοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό της για να αναγνωρισθεί υπέρ αυτής η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου, απέρριψε δε τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό, με την εξής αιτιολογία: "Πρέπει λοιπόν όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη, σύμφωνα με το σε βάρος της κατηγορητήριο και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατηγορουμένης περί πρότερου εντίμου βίου της, ενόψει του λευκού της ποινικού μητρώου (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' του Π.Κ.), καθόσον έχει επανειλημμένα γίνει δεκτό από τον Άρειο Πάγο, ότι η ύπαρξη μόνο λευκού ποινικού μητρώου, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη προτέρου εντίμου βίου και εν προκειμένω ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατηγορουμένης, πέραν του λευκού της ποινικού μητρώου και της ηλικίας της, δεν επικαλείται στο σχετικό του αίτημα πραγματικά περιστατικά, που να στοιχειοθετούν για την κατηγορουμένη μετά της ηλικίας της ότι μέχρι την τέλεση της πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και οικογενειακή ζωή". Έτσι κρίνοντας το άνω Δικαστήριο, αν και δεν όφειλε να απαντήσει στον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, στον οποίο μόνο η νομική έννοια της προαναφερόμενης ελαφρυντικής περιστάσεως αναπτύχθηκε, χωρίς να συνοδεύεται με επίκληση πραγματικών περιστατικών, τα οποία να θεμελιώνουν αυτόν, εν τούτοις απάντησε ως εκ περισσού στον ισχυρισμό αυτόν διαλαμβάνοντας στην απόφαση του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, και ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται άλλον λόγον αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 30 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση της Κ. Ν. του Γ. για αναίρεση της ΒΤ 6823/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Το Δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να απαντά σε αόριστους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.