text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 1153/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Α. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Αντωνοπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1373/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Καρδίτσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1618/2010.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 349 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι παρέχεται το δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεση του και από λόγους ανώτερης βίας. Η παραδοχή του αιτήματος αυτού εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, όταν απορρίπτει το αίτημα αναβολής, πρέπει να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφαση του, σύμφωνα με το εδάφ. γ' του άρθρου 139 του Ν. 2408/1996 (Ολ.Α.Π. 7/2005), διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως. Στην κρινομένη υπόθεση ο αναιρεσείων, επικαλείται ως λόγο αναιρέσεως, την ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εξαιτίας της απορρίψεως του αιτήματος του, που υπέβαλε με άγγελο, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για αναβολή της υποθέσεως, λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του, να παραστεί στη δίκη και να τον εκπροσωπήσει. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση με αριθμό 1373/29-9-2010 του, κατ' έφεση, δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας και τα πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την υπ' αριθμό 3152/17-10-2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, για την παράβαση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, που τελέστηκε στα Τρίκαλα, στο χρονικό διάστημα από 28-6-2006 μέχρι και 1-12-2007. Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, άσκησε την με αριθμό 132 από 18-5-2010 έφεση. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως του, στις 29-9-2010, δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο ο ίδιος ο αναιρεσείων, αλλά ο Ν. Μ., δικηγόρος Καρδίτσας, ο οποίος εμφανίστηκε ως άγγελος στο ακροατήριο και ανήγγειλε κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου του κατηγορούμενου, Νικολάου Αλεξίου, μέλους του Δ.Σ Τρικάλων, να εμφανιστεί στο δικαστήριο, λόγω προσωπικού κωλύματος του και συγκεκριμένα, γιατί την ίδια ημέρα ο άνω συνήγορος του, Νικόλαος Αλεξίου, έπρεπε, να παρευρίσκεται στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, προκειμένου να υπερασπίσει υπόθεση άλλου εντολέα του. Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφαση του, το αίτημα αναβολής της δίκης, ως ουσιαστικά αβάσιμο με την εξής αιτιολογία: "στην προκείμενη περίπτωση ο δικηγόρος του Δ.Σ Καρδίτσας Ν. Μ., εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, προκειμένου να υποβάλει αίτημα αναβολής της, ως άγγελος του δικηγόρου του Δ. Σ Τρικάλων Νικολάου Αλεξίου, ο οποίος επρόκειτο να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιτρέψει την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου Ε. Α., κατά το άρθρο 340 παρ.2 του Κ.Π.Δ, βάσει της από 27-9-2010 εξουσιοδότησης του τελευταίου προς αυτόν. Ωστόσο, ο ως άνω δικηγόρος Καρδίτσας δεν νομιμοποιείται να προβάλει αίτημα αναβολής στο πρόσωπο άλλου δικηγόρου, πριν επιτραπεί από το δικαστήριο η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από τον απόντα συνήγορο του, γεγονός που δεν έχει λάβει χώρα μέχρι στιγμής. Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, το αίτημα περί αναβολής εκδικάσεως της παρούσας υπόθεσης, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του δικηγόρου Νικολάου Αλεξίου, που υποβλήθηκε από το δικηγόρο Ν. Μ., για λογαριασμό του τελευταίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο από νομική άποψη και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Με αυτά τα δεδομένα ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του Κ.Π.Δ λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, το αίτημα αναβολής υποβλήθηκε από άγγελο όχι του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, αλλά του δικηγόρου Νικολάου Αλεξίου, ο οποίος επρόκειτο να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιτρέψει την εκπροσώπηση του απολιπομένου κατηγορουμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 340 παρ.2 και 501 παρ.1 του Κ.Π.Δ, και ο οποίος, (δικηγόρος) πριν του επιτραπεί η εκπροσώπηση αυτή, δεν νομιμοποιείτο να προβάλει αίτημα αναβολής που αφορά προσωπικό του κώλυμα να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να ζητήσει να του επιτραπεί η εκπροσώπηση. Συνακόλουθα και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που με την παραπάνω ορθή αιτιολογία απέρριψε το κατά τα ανωτέρω υποβληθέν αίτημα για αναβολή της ποινικής δίκης, δεν υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Η' του Κ.Π.Δ, πρώτος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι εχώρησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ότι το Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως κατά της ποινικής απόφασης ιδρύει η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όχι όμως και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή δικονομικής διάταξης, όπως είναι εκείνες του ΚΠΔ που αφορούν την αποδεικτική διαδικασία.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας με την προσβαλλόμενη απόφαση του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 501, 340 παρ.2 του Κ.Π.Δ, και το άρθρο 6 παρ. 3δ της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι διατάξεις των άρθρων 501 και 340 παρ.2 του Κ.Π.Δ, δεν είναι ουσιαστικές διατάξεις, αλλά δικονομικές διατάξεις. Επίσης, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη η αιτίαση, που προβάλλεται με το ως άνω λόγο από το άρθρο 6 παρ.3 εδ. Δ της ΕΣΔΑ, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, ο εμφανισθείς ως άγγελος δικηγόρος Καρδίτσας Ν. Μ., δεν ήταν εφοδιασμένος με ειδική εντολή του απολιπομένου κατηγορουμένου, να παραστεί και να τον εκπροσωπήσει. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Ε. Α. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1373/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή - μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, γ) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση και δ) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των δικονομικών διατάξεων (501 και 340 παρ.2 ΚΠΔ) Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1159/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1934/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αμαλιάδας.
Με κατηγορούμενους τους: 1) Ι. Κ. του Δ., κάτοικο ... και 2)Π. Θ. του Δ., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." νόμιμα εκπροσωπουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αμαλιάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 2/2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 111/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του αυτού Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου αθωωτικής ή καταδικαστικής, ή εκείνης που παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη, και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθώς και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, αποτελεί η έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και κατά το στοιχείο Ε' της ίδιας διάταξης του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι (Ολ.ΑΠ 3/2005). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 36 και 50 ΚΠΔ και του άρθρου 18 ΠΚ προκύπτει ότι η ποινική δίωξη κινείται αυτεπαγγέλτως και μόνον κατ' εξαίρεση, στις ρητώς οριζόμενες από τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους νόμους περιπτώσεις, κατ' έγκληση του παθόντος. Επί των αυτεπαγγέλτως διωκομένων εγκλημάτων, κινείται κατόπιν αναφοράς, μηνύσεως ή άλλης ειδήσεως περί της τελέσεως αξιόποινης πράξεως, όπως είναι και η μήνυση που υποβάλλεται από τον αντιπρόσωπο νομικού προσώπου που δεν έχει το απαιτούμενο κατ' άρθρο 42 παρ. 2 ΚΠΔ ειδικό πληρεξούσιο, δεδομένου ότι η τήρηση των οριζομένων στην τελευταία αυτή διάταξη προϋποθέτει έγκλημα διωκόμενο κατ' έγκληση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 397 του ΠΚ, ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο....κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη σύμφωνα με την παρ.3 της πιο πάνω διάταξης ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της Προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αμαλιάδας που την εξέδωσε κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων 1) Π. Θ. του Δ. και Ι. Κ. του Δ., για τις πράξεις της καταδολίευσης δανειστών σε βάρος του πρώτου και της άμεσης συνέργειας σε βάρος του δευτέρου (άρθρο 397 και 45 του Π.Κ) με την αιτιολογία ότι: "επειδή η πράξη διώκεται κατ' έγκληση, η οποία δεν υποβλήθηκε νομότυπα και παρήλθε τρίμηνο από τη γνώση της τέλεσης της πράξης για την Τράπεζα, πρέπει κατ' ακολουθία αυτών να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη".Η αιτιολογία, όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι η έγκληση δεν υποβλήθηκε νομότυπα, ούτε εκτίθενται στην απόφαση ποιες συγκεκριμένες πλημμέλειες καθιστούν το μη νομότυπο της υποβολής της εγκλήσεως. Επιπρόσθετα, δεν αναφέρονται, ούτε κατά το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείσθηκε το δικαστήριο αφενός μεν για τη μη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως, αφετέρου δε για την εκπρόθεσμη υποβολή της.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος. Μετά ταύτα, και ενώ, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1934/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 13 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση αποφάσεως, που κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, λόγω μη προσήκουσας υποβολής της εγκλήσεως, [με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή. Ανεπάρκεια αιτιολογίας - Αναιρείται και παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση της υπόθεσης.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1161/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν.ΡΟΓΚΑΚΟΣ- ΑΝΩΝΥΜΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ -ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕΒΕ" με έδρα το Βύρωνα Αττικής, η οποία εκπροσωπείται από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Νικόλαο Ρογκάκο που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φαλαγκαράκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5340/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 17-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή των πρώτου κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ, δεύτερου από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, τρίτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ και πέμπτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγων του αναιρετηρίου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της αναιρεσείουσας την από 22-9-2005 αγωγή της με την οποία, επικαλούμενη ότι αγόρασε από την εναγόμενη, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που νόμιμα μεταγράφηκε, την κυριότητα ενός διαμερίσματος και τη χρήση της υπό στοιχ. ΘΣ-7 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στην πρασιά του οικοπέδου και ότι η θέση αυτή δεν προβλέπεται στην οικεία οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αθηνών, με αποτέλεσμα να απαγορεύεται η χρήση της, γεγονός που συνιστά πραγματικό ελάττωμα, ζήτησε να υποχρεωθεί η ενάγουσα να της καταβάλει αποζημίωση ίση με το χρηματικό ποσό που κατέβαλε για την αγορά της θέσης στάθμευσης και με εκείνο που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στο μέλλον για τη μίσθωση άλλης θέσης στάθμευσης. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 36.812,79 ευρώ με την υπ' αριθ. 311/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατ' αυτής ο εναγόμενος άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την 5340/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των 16.262,79 ευρώ. Η τελευταία αυτή απόφαση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση ( δια τεκμηρίων ) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ( στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων. Ο λόγος αυτός περί της παρά τον νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως. Ο από το άρθρο δε 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του Α.Κ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 3043/2002, ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 543 του ίδιου κώδικα, αν κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή λείπει η συνομολογημένη ιδιότητα του πράγματος, ο αγοραστής δικαιούται, αντί για τα δικαιώματα του άρθρου 540, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση παροχής ελαττωματικού πράγματος, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "... Η εναγομένη πώλησε και παρέδωσε στην ενάγουσα το με στοιχεία Ζ 1 διαμέρισμα του εβδόμου ορόφου επιφανείας 90 τ.μ. με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της με στοιχ. ΘΑ ( ορθό ΘΣ )-7 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στην πρασιά του οικοπέδου και την με στοιχεία ΑΠ-9 αποθήκη του υπογείου....Η ενάγουσα άρχισε να έχει προβλήματα με τους άλλους ενοίκους της πολυκατοικίας, αναφορικά με τη θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, αφού στο δικό της χώρο η ένοικος Δ. Γ. στάθμευε το δικό της αυτοκίνητο. Προς αποφυγή των διαπληκτισμών η ενάγουσα προσέφυγε στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο και ζήτησε τη διενέργεια αυτοψίας. Η Πολεοδομική έρευνα που διενεργήθηκε κατέδειξε ότι είχε καταργηθεί ο χώρος πρασίνου που προβλεπόταν στην σχετική οικοδομική άδεια ανεγέρσεως της ως άνω πολυκατοικίας, στη θέση του οποίου δημιουργήθηκαν θέσεις στάθμευσης καθ' υπέρβαση της εν λόγω οικοδομικής άδειας. Μετά από αυτά επιβλήθηκαν τα ανάλογα διοικητικά πρόστιμα ( βλ. από 25-5-2004 έκθεση αυτοψίας...). Επομένως, το πωληθέν δικαίωμα χρήσης στάθμευσης της θέσης ΘΑ (ΘΣ ).7 στην πρασιά της προαναφερόμενης πολυκατοικίας έχει το χαρακτήρα του αυθαιρέτου και λόγω της ιδιότητάς του αυτής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την ενάγουσα παρά το ότι αυτή αγόρασε το σχετικό δικαίωμα...". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο 1 ) παρά τη βεβαίωση ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καταλείπεται αμφιβολία αν έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και προσκόμισε η αναιρεσείουσα για την ανταπόδειξη ότι η πωληθείσα θέση στάθμευσης με τα στοιχ. ΘΣ-7 συμπίπτει κατά θέση και έκταση με την εγκεκριμένη από την πολεοδομία θέση στάθμευσης με στοιχ. ΘΣ-1, και ειδικότερα : α ) το ακριβές αντίγραφο της από Ιουνίου 2001 κάτοψης της πυλωτής, εγκεκριμένης από την Πολεοδομία Αθηνών, εξαχθέντος από τον φάκελο της 926/2001 οικοδομικής άδειας με βάση την οποία ανηγέρθη η πολυκατοικία, στο οποίο απεικονίζεται αφενός η εγκεκριμένη θέση στάθμευσης υπό στοιχ. ΘΣ-1 στην πρασιά της πολυκατοικίας με πρόσοψη επί της οδού ..., όπου και έχει είσοδο, δεξιά της εισόδου της πολυκατοικίας και αφετέρου ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου ως χώρος πρασίνου μεταξύ της εισόδου της πολυκατοικίας και της θέσεως στάθμευσης ΘΣ-1 και β ) το από Ιουνίου 2001 διάγραμμα κάλυψης πυλωτής της μηχανικού Μ. Β. που έχει επισυναφθεί στην 169.798/2001 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, στο οποίο απεικονίζονται εκτός από τις εγκεκριμένες από την Πολεοδομία υποχρεωτικές θέσεις στάθμευσης και πρόσθετες θέσεις στάθμευσης, μη εμφαινόμενες στην ως άνω από Ιουνίου 2001 κάτοψη πυλωτής που έχει εγκριθεί από την πολεοδομία, μία στην πρασιά της πολυκατοικίας ( ΘΣ- 6 ) και τρείς στον πίσω ακάλυπτο χώρο ( ΘΣ-1, ΘΣ-2 και ΘΣ-3 ), ενόψει του ότι από την απλή θεώρηση των ανωτέρω εγγράφων, για τα οποία δεν γίνεται στην απόφαση καμία αναφορά, φαίνεται ότι η εγκεκριμένη από την πολεοδομία υπό στοιχ. ΘΣ-1 θέση στάθμευσης ταυτίζεται κατά θέση και εμβαδόν με την πωληθείσα υπό στοιχ. ΘΣ-7 θέση στάθμευσης και 2 ) διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο το αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 534 του Α.Κ., διότι, ενώ δέχεται ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, πέραν των εγκεκριμένων θέσεων, δημιούργησε στον προβλεπόμενο χώρο πρασίνου επί πλέον θέσεις στάθμευσης, που χαρακτηρίσθηκαν από την πολεοδομία ως αυθαίρετες, και ότι η θέση ΘΣ-7 βρίσκεται στην πρασιά της πολυκατοικίας, παραλείπει να προσδιορίσει πόσες και με ποία στοιχεία εγκεκριμένες θέσεις προβλέπονταν από τα συνοδεύοντα την οικοδομική άδεια σχεδιαγράμματα στην πρασιά της πολυκατοικίας και σε ποίες ειδικότερα θέσεις, ποία έκταση καταλάμβανε το πράσινο στην πρασιά, αν στη θέση του δημιουργήθηκαν μία ή περισσότερες αυθαίρετες θέσεις στάθμευσης και ποίες και αν η θέση ΘΣ-7 συμπίπτει με κάποια από αυτές, ώστε να θεωρείται αυθαίρετη και εντεύθεν να αποτελεί πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος ή συμπίπτει με την εγκεκριμένη από την πολεοδομία υπό στοιχ. ΘΣ-1 θέση στάθμευσης, οπότε από μόνη την μετονομασία της με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας σε ΘΣ-7 δεν καθίσταται αυθαίρετη. Επομένως, οι πρώτος κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου κώδικα λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή ( άρθρο 580 αριθ.3 ΚΠολΔ ). Η αναιρεσείουσα παραδεκτά υποβάλλει με τις προτάσεις της αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και ζητεί να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των 22.915 ευρώ, το οποίο της κατέβαλε σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ ). Το αίτημα, όμως, αυτό πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν αποδεικνύεται η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον η αναιρεσείουσα επικαλείται αλλά δεν προσκομίζει την από 18-9-2009 έγγραφη απόδειξη του δικηγόρου της αντιδίκου της περί καταβολής στην τελευταία του επιδικασθέντος ποσού. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5340/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ( 3.000 ) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011 και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οριζόντια ιδιοκτησία. Πώληση κατά χρήση θέσης στάθμευσης μη εγκεκριμένης από την Πολεοδομία. Συνιστά πραγματικό ελάττωμα. Αγωγή του αγοραστή κατά του πωλητή για αποζημίωση (άρθρο 540 Α.Κ.) Αναίρεση. Μη λήψη υπόψη εγγράφων που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εναγόμενος προς ανταπόδειξη ότι πρόκειται για εγκεκριμένη θέση στάθμευσης (άρθρο 559 αριθ. 11 γ΄ ΚΠολΔ). Έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Δεκτή η αναίρεση (Εξαφανίζει την 5340/2008 απόφαση Εφετείου Αθηνών).
| null | null | 2
|
Αριθμός 1162/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ.-Α. συζ. Γ. Δ., κατοίκου ... και 2. Μ. συζ. Γ. Μ., κατοίκου ... και 3. Ε. Β. του Ζ.. κατοίκου ....
Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαράλαμπο Κεδίκογλου ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Δ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χήρας Α. Π., κατοίκου ..., 2. Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., 3. Σ. συζ. Μ. Π., κατοίκου ..., 4.Μ. θυγ. Α. Π., κατοίκου ... και 5. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2ος, 3η, και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. η 5η δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 385/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 352/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 4726 Β/11-5-2010 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Α., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εκ των αναιρεσιβλήτων εταιρία με την επωνυμία " INTERTRAST ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ". Κατά την αρχική δικάσιμο της 13ης Δεκεμβρίου 2010 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, της αναβολής αυτής επεχούσης θέσης κλήτευσης όλων των διαδίκων (άρθρα 226 παρ.4, 575 ΚΠολΔ ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της εξής διαδικαστικής διαδρομής : Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 1-8-2000 αγωγή τους, στην οποία εξέθεταν ότι ο Μ. Κ., αδελφός της πρώτης εναγομένης και θείος των λοιπών διαδίκων, με ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του τους διαδίκους, καθένα κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά. Ότι μεταξύ των κληρονομιαίων κινητών ήταν και μετοχές, των οποίων δικαιούχοι ήταν οι εναγόμενοι και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, των οποίων συνδικαιούχοι ήταν ο αποβιώσας και η πρώτη εναγόμενη. Ότι ο γενικός όρος που τέθηκε στις αιτήσεις για συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλαια, ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους τα δικαιώματα συμμετοχής στο αμοιβαίο θα περιέχονται αυτοδικαίως στον επιζώντα συνδικαιούχο είναι καταχρηστικός και εκ τούτου άκυρος, γιατί, μεταξύ άλλων ο όρος αυτός διατυπώθηκε εκ των προτέρων μονομερώς από την εταιρεία διαχείρισης, επιβλήθηκε από αυτήν, έγινε χωρίς ατομική διαπραγμάτευση, χωρίς επισήμανση, για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, ο αιτών τη συμμετοχή που στα αμοιβαία αγνοούσε ανυπαιτίως τον όρο αυτό και τις έννομες συνέπειες του, η εταιρεία διαχείρισης δεν του υπέδειξε την ύπαρξη του όρου και του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου του και ζήτησαν σε σχέση με τα παραπάνω περιστατικά και βάση της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι ο πρόσθετος αυτός όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός σε σχέση με τους τρεις τίτλους των αμοιβαίων κεφαλαίων, άλλως άκυρος λόγω πλάνης ως προς την τρίτη εναγομένη, άλλως ως καταπιστευτική η σύμβαση υπέρ της πρώτης εναγόμενης με κρυπτόμενη σύμβαση εντολής για διανομή των επιδίκων μεριδίων υπέρ των εν τη διαθήκη τετιμημένων, άλλως να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγόμενη ζημίωσε κατ' άρθρο 919 Α.Κ. τους ενάγοντες, ιδιοποιούμενη κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη την αξία των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Ότι σε σχέση με τις μετοχές είναι εικονικές οι συμβάσεις των εναγομένων, άλλως είναι καταπιστευτικές δικαιοπραξίες, άλλως είναι καταχρηστική η κατακράτηση και ιδιοποίησή τους εκ μέρους των εναγομένων, πλην της τρίτης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 385/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία α) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή κατά το μέρος που εδιώκετο με αυτήν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του τεθέντος όρου ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου εκ των συνδικαιούχων του αμοιβαίου κεφαλαίου τα δικαιώματα θα περιέρχονται αυτοδικαίως στον επιζώντα, β) έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη κατά τη βάση της από αδικοπραξία ( άρθρο 919 Α.Κ. ) και γ ) απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς εναγόμενους. Κατά της αποφάσεως αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κατά μερική παραδοχή των εφέσεων εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή και κατά μέρος που δέχθηκε την αγωγή έναντι της πρώτης εναγόμενης και στη συνέχεια απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η αγωγή. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ` αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται μ` αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ` αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός ( Α.Π. 731/2005, 596/2003 ). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την υπ' αριθ. 352/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης με την οποία, όπως αναφέρθηκε, κατά παραδοχή των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων μερών, εξαφανίστηκε η υπ' αριθ. 385/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 1-8-2000 αγωγή των νυν αναιρεσειόντων, τόσο κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε υπεξαίρεση από την πρώτη εναγόμενη τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων, των οποίων αυτή ήταν μετά του αποβιώσαντος Μ. Κ. συνδικαιούχος και όφειλε με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εντολής να μεταβιβάσει στους ενάγοντες τα αναλογούντα στην κληρονομική τους μερίδα μερίδια, όσο και κατά το κεφάλαιο τη αγωγής που αφορούσε μετοχές που αγοράσθηκαν στο όνομα των εναγομένων φυσικών προσώπων με χρήματα του κληρονομουμένου Μ. Κ., ως προς τις οποίες οι ενάγοντες ζήτησαν την αναγνώριση ως ακύρων των συμβάσεων αγοράς, άλλως ως καταπιστευτικών, άλλως ότι είναι καταχρηστική η κατακράτηση και ιδιοποίησή τους από τους εναγόμενους. Οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με το αναιρετήριο κατωτέρω πλημμέλειες αφορούν αποκλειστικά το πρώτο κεφάλαιο της αγωγής που αναφέρεται στην υπεξαίρεση από την πρώτη εναγόμενη των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ενώ ουδεμία αιτίαση προβάλλεται για την απόρριψη του δεύτερου κεφαλαίου της αγωγής που αφορά τις μετοχές. Επομένως, κατά το τελευταίο αυτό μέρος που αφορά όλα τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα η αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως στρέφεται κατ' αυτών και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 22/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997, A.Π. 587/2009). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 587/2009, Α.Π. 465/1988). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα: " Την ... απεβίωσε στο Ηράκλειο Κρήτης ο Μ. Κ. του Ε., κάτοικος εν ζωή Ηρακλείου, αδελφός της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας-εφεσίβλητης και θείος των λοιπών διαδίκων. Ο αποθανών είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία, διατηρούσε τραπεζικούς λογ/σμούς με μεγάλα χρηματικά ποσά, είχε επενδύσει μεγάλα ποσά σε μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια, η ενασχόληση του με τις επενδύσεις ήταν συνεχής, είχε δε πλήρη επίγνωση, μέχρι του θανάτου του, του μεγέθους των οικονομικών του στοιχείων και φύλασσε με ιδιαίτερη προσοχή τους τίτλους και τα παραστατικά τους στοιχεία. Ο αποβιώσας με την από 20-1-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία με το υπ' αριθμ. 382/1999 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, εγκατέστησε ως αποκλειστικούς κληρονόμους του τις δύο αδελφές του Α. συζ. Α. Π. (πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα) και Ε. χήρα Φ. Α., τα τέκνα της αποβιωσάσης αδελφής του Ά. Β., (ενάγοντες-εκκαλούντες-εφεσίβλητοι), ήτοι τους Μ., Δ. και Ε. Β., τον ανεψιό του Φ. Γ. και την ανεψιά του Σ. Α.. Ειδικότερα κατέλιπε το 1/3 της κινητής και ακίνητης περιουσίας του στην πρώτη εναγομένη αδελφή του Α. Π., πλην της ψιλής κυριότητος του ημίσεως διαμερίσματος του Ε' ορόφου επί της ... της συνοικίας ..., το 1/3 από κοινού στους ενάγοντες Μ. Μ., Δ. Δ. και Ε. Β., τέκνα της αποβιωσάσης αδελφής του Ά. Β., πλην της ψιλής κυριότητος του διαμερίσματος του Ε' ορόφου επί της ... της συνοικίας ..., την ψιλή κυριότητα του 1/3 της κινητής και ακίνητης περιουσίας του στην ανεψιά του Σ. Α. και την επικαρπία του παραπάνω ποσοστού στην αδελφή του Ε. Α., πλην του διαμερίσματος στην συνοικία ... και τέλος την ψιλή κυριότητα του ημίσεως διαμερίσματος επί της ... στον Φ. Γ.. Δεν εγκατέστησε κληρονόμους του εκ διαθήκης τον γιό του αδελφού του Γ.. Κ., Ε. Κ., ούτε τον Β. Α. γιο της Ε. Α.. Με την υπ' αριθμ. 718/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), αναγνωρίστηκε το κληρονομικό δικαίωμα των προαναφερομένων εκ διαθήκης κληρονόμων και διατάχθηκε η χορήγηση σ' αυτούς του σχετικού κληρονομητηρίου. Κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς, στα αντικείμενα που κατείχε κατά το θάνατό του, ανευρέθησαν και τα παρακάτω στοιχεία: Τα αμοιβαία κεφάλαια της εταιρείας Interamerican Α.Ε με αριθμούς α) 207090 73-12-1996 σταθερό με αριθμό μεριδίων 6229,28 β) 244013/1-1-1997 σταθερό με 412,76 μερίδια, γ) 336469/1-1-1998 με 416,99 μερίδια δ) 021049/24-6-1999 αναπτυσσομένων εταιρειών μετοχικό εσωτερικού με 7877 μερίδια ε) 020946 αναπτυσσομένων εταιρειών μετοχικού εσωτερικού με αριθμό μεριδίων 13.646,59 και στ) 090605/13-10-1999 Ολυμπιονίκης μετοχικό εσωτερικού με 15005,91 μερίδια. Οι τίτλοι αυτοί είχαν εκδοθεί στο όνομα του προαναφερομένου αποβιώσαντα και της πρώτης εναγομένης, ως συνδικαιούχου. Διαχειρίστρια των παραπάνω αμοιβαίων ήταν η τρίτη εναγομένη - εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία Intertrust Α.Ε Ανώνυμος Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων. Ο αποβιώσας είχε αποκτήσει με αγορά με δικά του χρήματα τα παραπάνω αμοιβαία κεφάλαια, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης προς την διαχειρίστρια των αμοιβαίων αυτών κεφαλαίων εταιρεία για τη συμμετοχή του στα αμοιβαία. Στις σχετικές έντυπες αιτήσεις συμμετοχής στα παραπάνω αμοιβαία, κατόπιν των οποίων εκδόθηκαν οι σχετικοί τίτλοι, ο αποβιώσας με δική του πρωτοβουλία δήλωσε ότι επιθυμεί να εκδοθεί κάθε τίτλος των αμοιβαίων κεφαλαίων σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχο κατά τις διατάξεις του ν. 5638/1932 και το άρθρο 19 ν. 1969/1991 και συγκεκριμένα δήλωσε με δική του θέληση ως συνδικαιούχο την αδελφή του -πρώτη εναγομένη Α. συζ. Α. Π.. Στο έντυπο της αίτησης αναφέρεται ότι κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθένας των συνδικαιούχων δικαιούται να κάνει χρήση ακόμη και ολική ή μερική εξαγορά του τίτλου, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, σε περίπτωση δε θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους, τα δικαιώματα από τη συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλια, θα περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες μέχρι του τελευταίου. Με τη δήλωσή του αυτή ο αποβιώσας θέλησε να έχει η συνδικαιούχος όλα τα δικαιώματα που αναφέροντο στην αίτησή του και κατά το περιεχόμενο καθενός αυτών των δικαιωμάτων. Γνώριζε δε ο αποβιώσας την έννοια του συνδικαιούχου στα αμοιβαία και τα δικαιώματα καθενός των συνδικαιούχων, διότι αφενός μεν του είχαν εξηγηθεί τα δικαιώματα αυτά πριν συμπληρωθεί η αίτηση και πριν υπογραφεί από αυτόν, αφετέρου, ως συνταξιούχος τραπεζικός υπάλληλος που ήταν και ασχολούμενος συνεχώς με τέτοιου είδους επενδύσεις και τραπεζικές καταθέσεις, γνώριζε τη λειτουργία του κοινού λογαριασμού, τον σκοπό του ορισμού συνδικαιούχου στον κοινό λογαριασμό και την ύπαρξη του πρόσθετου όρου στα έντυπα των κοινών λογαριασμών και των αιτήσεων για συμμετοχή σε αμοιβαία κεφάλαια. Μετά την υπογραφή καθεμιάς αίτησης, η οποία ήταν σε δύο αντίγραφα, ο προαναφερόμενος ελάμβανε στην κατοχή του το αντίγραφο της αίτησης, το οποίο έκτοτε κατείχε, και με βάση αυτό προέβαινε στην κατάθεση των χρημάτων στη Γενική Τράπεζα που ήταν θεματοφύλακας του αμοιβαίου κεφαλαίου για τη συμμετοχή του στο αμοιβαίο. Στη συνέχεια κατά το περιεχόμενο και τις δηλώσεις στην αίτηση εκδόθηκαν οι σχετικοί τίτλοι των αμοιβαίων κεφαλαίων, αποτέλεσαν δε οι όροι για τον ορισμό συνδικαιούχου και τα σχετικά δικαιώματα αυτού περιεχόμενο της συμβάσεως για την αγορά και συμμετοχή των συνδικαιούχων αυτών στα παραπάνω αμοιβαία κεφάλαια. Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος είχε υποβάλει και υπογράψει 11 συνολικά αιτήσεις για συμμετοχή σε αμοιβαία. Στα έντυπα στις επτά αιτήσεις έχει οριστεί ως συνδικαιούχος η πρώτη εναγομένη, σε μία αίτηση για ένα αμοιβαίο (αναπτ. Εταιριών) με ποσό 50.000.000 δρχ. έχει οριστεί η Σ. Α. και στα υπόλοιπα δεν έχει οριστεί κανένας συνδικαιούχος, κατά συνέπεια ο προαναφερόμενος είχε σαφή επίγνωση του ορισμού από αυτόν συνδικαιούχου σε καθεμιά αίτησή του και αντίστοιχο τίτλο και για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά όριζε συνδικαιούχο την πρώτη εναγομένη ή άλλο πρόσωπο ή δεν όριζε κανένα συνδικαιούχο, όπως στις τρεις περιπτώσεις του αμοιβαίου με τίτλο INTERAMERICAN Διαθεσίμων. Ο παραπάνω πρόσθετος κατ' άρθρο 2 εδ. α Ν. 5638/1932 και 19 Ν. 1969/1991 όρος στις σχετικές αιτήσεις για την έκδοση αμοιβαίων κεφαλαίων είχε μεν περιληφθεί στο έντυπο των αιτήσεων από τη διαχειρίστρια των αμοιβαίων εταιρία με πρόβλεψη κενού για τη συμπλήρωση ονομάτων συνδικαιούχων, όχι όμως για να επιβληθεί στους αιτούντες από τη διαχειρίστρια η δήλωση συνδικαιούχων και ο όρος ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους τα δικαιώματα από τη συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλαια θα περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες, μέχρι του τελευταίου, αλλά για να έχουν τη δυνατότητα και να διευκολυνθούν οι αιτούντες στη συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλαια στην περίπτωση που επιθυμούν και δηλώσουν ονόματα συνδικαιούχων και να επωφεληθούν γενικώς όλοι οι συνδικαιούχοι, μεταξύ των οποίων και οι αιτούντες , των πλεονεκτημάτων που παρέχονται στην περίπτωση αυτή από τον ίδιο Νόμο στο εδάφιο β υπεδ. α του ίδιου άρθρου 2, ήτοι να περιέλθει η κατάθεση στους λοιπούς επιζώντες συνδικαιούχους ελεύθερη παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους, ωφέλεια που θα επιθυμεί καθένας των αρχικών συνδικαιούχων, δεδομένου μάλιστα ότι η διαχειρίστρια των αμοιβαίων εταιρία ουδέν συμφέρον έχει να οριστεί συνδικαιούχος ή τεθεί ο παραπάνω πρόσθετος όρος. Στην κρινόμενη περίπτωση ο αποβιώσας-αιτών, με δική του πρωτοβουλία δήλωσε την πρώτη εναγομένη ως συνδικαιούχο στα παραπάνω αμοιβαία και δεν του επιβλήθηκε από τη διαχειρίστρια των αμοιβαίων ο όρος για τη συνδικαιούχο και την αυτοδίκαιη περιέλευση των σχετικών δικαιωμάτων στον επιζώντα συνδικαιούχο μετά το θάνατο ενός συνδικαιούχου, δεν χρειάστηκε διαπραγμάτευση για τον όρο αυτό γιατί από αυτόν η διαχειρίστρια δεν είχε κανένα συμφέρον να περιληφθεί ή όχι στην αίτηση, αλλά αφορούσε τον αιτούντα, αυτός έλαβε γνώση της έντυπης περικοπής της αίτησης για τα δικαιώματα της συνδικαιούχου, που έτσι και αλλιώς γνώριζε κατά τα παραπάνω, και δήλωσε την πρώτη εναγομένη ως συνδικαιούχο. Εξ άλλου από καμία διάταξη νόμου δεν εξαρτάται το κύρος του δεύτερου ως άνω πρόσθετου όρου είτε από το ποιος συμβαλλόμενος είχε την πρωτοβουλία να τεθεί στην αίτηση και τη σύμβαση ο όρος αυτός, είτε από το κατά πόσο η σε έντυπο καταχωρισμένη αίτηση συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως, που ενδεχομένως η διαχειρίστρια του αμοιβαίου προμήθευσε στους ενδιαφερομένους, δεν περιείχε το δεύτερο πρόσθετο όρο, ώστε να χρειάζεται να αναγραφεί αυτός στην αίτηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων που τυχόν επιθυμούσαν να αποτελεί αυτός στοιχείο της συμβάσεως, ή από το κατά πόσο η έντυπη αίτηση περιείχε αυτόν τον όρο, ώστε να χρειάζεται να διαγραφεί αυτός από την αίτηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων που τυχόν δεν επιθυμούσαν να αποτελεί αυτός στοιχείο της συμβάσεως. Με την προσθήκη του παραπάνω όρου στις αιτήσεις και τις συμβάσεις , ο όρος αυτός ήταν προς το συμφέρον του αιτούντος και του προσώπου που ο ίδιος όρισε συνδικαιούχο, με τον όρο αυτό δεν επήλθε κανένας περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη φύση της συμβάσεως και με τέτοιο τρόπο ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της, και εν τέλει ο όρος αυτός κατά το περιεχόμενο του στόχευε και το συμφέρον του ιδίου του αιτούντος, αφού σε οποιονδήποτε επιζώντα συνδικαιούχο, άρα και τον αιτούντα, θα περιέρχονταν τα σχετικά δικαιώματα από τα μερίδια των αμοιβαίων στην περίπτωση θανάτου κάποιου συνδικαιούχου. Κατά συνέπεια οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγόντων στην αγωγή ότι ο όρος αυτός επιβλήθηκε από τη διαχειρίστρια, ο αιτών αγνοούσε τον όρο αυτό και τις συνέπειες του και δεν του υπεδείχθη η ύπαρξη του και ότι είναι πρόσθετος και όχι αναγκαίος είναι αβάσιμοι. Ομοίως είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός στην αγωγή ότι στην αίτηση δεν υπήρχε άλλη επεξήγηση του όρου ούτε αναγραφόταν το υπόλοιπο του άρθρου 2 και το άρθρο 3 Ν. 5638/32 ούτε βεβαιωνόταν στις αιτήσεις αυτές αν ο αιτών γνώριζε τους όρους της σύμβασης και μεταξύ αυτών και τον πρόσθετο όρο, αφού δεν είναι αναγκαίο κατά μόνο στην αίτηση να περιλαμβάνεται το κείμενο των διατάξεων αυτών, ούτε να βεβαιώνεται ότι ο αιτών γνωρίζει τον πρόσθετο όρο, ούτε χρειαζόταν άλλη επεξήγηση αφού τα αναγραφέντα κατά τα παραπάνω στις αιτήσεις για τον όρο αυτό ήταν αρκετά και απολύτως σαφή, ούτε με την ένταξη του όρου αυτού στις αιτήσεις υποκρύπτονται παγίδες για τους αιτούντες τη συμμετοχή τους στα αμοιβαία αφού στις αιτήσεις καθορίζεται σαφώς το περιεχόμενο του πρόσθετου όρου που αποτελεί στο έντυπο των αιτήσεων αντιγραφή του κειμένου του νόμου που τον προβλέπει. Εξ' άλλου, αφού τα αντίγραφα των αιτήσεων αυτών παραδόθηκαν στον αιτούντα Μ. Κ. και αυτός δεν απέκρουσε τον παραπάνω πρόσθετο όρο όχι μόνο σε εύλογη προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης ή την παραλαβή του τίτλου του αμοιβαίου αλλά και παντελώς μέχρι το θάνατο του, συνάγεται εκ τούτου ότι αυτός και σιωπηρά ακόμη αποδέχτηκε τον πρόσθετο όρο, ο οποίος και έτσι απέκτησε συμβατική ισχύ ( πρβλ. ΑΠ 113/2007). Ο προαναφερόμενος κατέχοντας τα αντίγραφα των αιτήσεων και τους τίτλους δεν μετέβαλε γνώμη μέχρι το θάνατο του ως προς την ύπαρξη συνδικαιούχου στους τίτλους του και δεν αντικατέστησε κανέναν τίτλο με άλλο στον οποίο να μην υπάρχει συνδικαιούχος, αλλά κατείχε και διατηρούσε αυτούς με την αναγραφή των παραπάνω συνδικαιούχων και με τον τεθέντα πρόσθετο όρο. Κατόπιν όλων αυτών και των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης έκδοσης των παραπάνω τίτλων αμοιβαίων και των λοιπών ρητρών των σχετικών συμβάσεων, ο πρόσθετος όρος στις αιτήσεις είναι έγκυρος και δεν πάσχει από καμιά ακυρότητα, όλοι δε οι ισχυρισμοί των εναγόντων στο δικόγραφο της αγωγής και στην πρώτη βάση της με τους οποίους υποστηρίζεται ότι ο όρος αυτός είναι άκυρος ως καταχρηστικός κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Νόμου 2251/1994 είναι αβάσιμοι, συνακόλουθα το πρώτο αίτημα της αγωγής να αναγνωριστεί η ακυρότητα του πρόσθετου όρου και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες το αναφερόμενο ποσό των 60.700,80 ευρώ, άλλως 51.760,59 ευρώ άλλως 36.105,01 ευρώ είναι αβάσιμο κατ' ουσία. Οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν με την αγωγή τους ότι ο πρόσθετος όρος είχε ως αποτέλεσμα ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων, αιτούντος τη συμμετοχή στα αμοιβαία και της διαχειρίστρια εταιρίας, σε βάρος του αιτούντος. Εξ άλλου ο αιτών τη συμμετοχή στα αμοιβαία Μ. Κ., και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν τελούσε σε καμιά πλάνη ως προς τη συνδικαιούχο πρώτη εναγομένη και τα δικαιώματα αυτής και γενικώς για τα δικαιώματα του επιζώντος συνδικαιούχου στην περίπτωση θανάτου ενός εξ αυτών, αλλά είχε επίγνωση της δήλωσης του και των συνεπειών αυτής. Κατά συνέπεια η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής ότι ο πρόσθετος όρος είναι άκυρος λόγω πλάνης ήταν αβάσιμη, συνακόλουθα αβάσιμο ήταν και το σχετικό αίτημα να ακυρωθεί ο όρος αυτός και να καταβάλει η πρώτη τα ίδια παραπάνω ποσά στις ενάγουσες. Εξ άλλου η δήλωση του ιδίου στις αιτήσεις για ορισμό της πρώτης εναγομένης ως συνδικαιούχου έγινε από αυτόν σοβαρά και με πραγματική θέληση να είναι αυτή συνδικαιούχος με όλες τις κατά νόμο συνέπειες, και ειδικά στην περίπτωση που ο τίτλος δεν θα είχε εξαγοραστεί από αυτόν και υπήρχε κατά το θάνατο του, τα δικαιώματα από τη συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλαια να περιέρχονται αυτοδικαίως σ' αυτήν ως συνδικαιούχο, και δεν έγινε η δήλωση του αυτή εικονικά για άλλους λόγους, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες στην αγωγή και θα εκτεθεί εν συνεχεία, και αυτό ανεξάρτητα από την αοριστία του δικογράφου της αγωγής στο οποίο δεν εκτίθεται ότι οι συμβληθέντες Μ. Κ. και η διαχειρίστρια του αμοιβαίου κεφαλαίου κάθε φορά τελούσαν σε γνώση του ότι η δήλωση του αιτούντος για τον πρόσθετο όρο δεν έγινε στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά. Κατά συνέπεια η σχετική δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής στην εικονικότητα ήταν αβάσιμη, ομοίως και το αίτημα να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση ήταν εικονική ως προς τον πρόσθετο όρο και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες είναι αβάσιμο. Με τις παραπάνω συνθήκες η πρώτη εναγομένη είχε οριστεί ως συνδικαιούχος στους παραπάνω τίτλους με τον πρόσθετο όρο για αυτοδίκαιη περιέλευση στον επιζώντα των δικαιωμάτων από τη συμμετοχή σε καθένα των αμοιβαίων κεφαλαίων. Μετά από κάθε επένδυση σε καθένα των παραπάνω τίτλων, ο προαναφερόμενος ενημέρωνε την πρώτη εναγομένη ότι την όρισε συνδικαιούχο στο τίτλο και αυτή αποδεχόταν τον ορισμό αυτό. Στον ορισμό αυτό προέβαινε ως δωρεά προς την αδελφή του, πρώτη εναγομένη, των μεριδίων των αμοιβαίων στην περίπτωση που αυτός θα είχε αποβιώσει και δεν θα είχε προηγουμένως εξαγοράσει ο ίδιος τους τίτλους, δεδομένου ότι- αυτός παρακολουθούσε ανελλιπώς την πορεία του Χρηματιστηρίου Αθηνών, τους τίτλους αμοιβαίων και τις μετοχές του, κρατούσε τα αμοιβαία και τις μετοχές αν υπήρχε κέρδος για αυτόν, και άλλα κεφάλαια τα διατηρούσε σε αμοιβαία διαθεσίμων κεφαλαίων που δεν είχαν τον κίνδυνο του Χρηματιστηρίου. Η αδελφική σχέση μεταξύ τους και η ιδιαίτερη φροντίδα που είχε επιδείξει η πρώτη εναγομένη στον αδελφό της, αφού αυτός δεν είχε δημιουργήσει οικογένεια, το ότι διέμενε με την οικογένεια της για μεγάλο χρονικό διάστημα, δικαιολογούσε απολύτως τον ορισμό της πρώτης εναγομένης ως συνδικαιούχου στους τίτλους αμοιβαίων, ως δωρεά με την παραπάνω έννοια, ώστε το ποσό της αξίας των μεριδίων των αμοιβαίων στην περίπτωση που θα υπήρχαν κατά το θάνατο του, εφόσον θα είχε αυτός προαποβιώσει, να περιέλθουν στη συνδικαιούχο αδελφή του αυτοδικαίως. Εξ άλλου η συνομολόγηση του όρου αυτού στην προκειμένη περίπτωση αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων συνάδει απολύτως προς τους σκοπούς που εξυπηρετούνται από τις καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό ως προς τους καταθέτες που τυχαίνει να είναι μεταξύ τους αδέλφια, εκ των οποίων ο αιτών τη συμμετοχή του στο αμοιβαίο είναι άγαμος χωρίς τέκνα ( πρβλ. ΑΠ 855/2002). Τους τίτλους αυτούς, αφότου εκδόθηκαν κατείχε ο παραπάνω αγοραστής , χωρίς εν ζωή να παραδώσει κάποιον από αυτούς στη πρώτη εναγομένη αδελφή του για να ασκήσει κάποιο από τα δικαιώματα που είχε ως συνδικαιούχος, ούτε αυτή άσκησε κάποιο σχετικό δικαίωμα όσο ζούσε ο αδελφός της. Δεν αποδεικνύεται ότι ο ορισμός της εναγομένης ως συνδικαιούχου από τον παραπάνω αγοραστή στα αμοιβαία αυτά έγινε κατόπιν σύμβασης εντολής μεταξύ τους, συναφθείσας πριν την υποβολή των αιτήσεων, και ειδικά το πρώτο την 2-12-1996, με περιεχόμενο να αναλάβει η πρώτη εναγομένη να μοιράσει το ποσό του τίτλου που θα αγόραζε αυτός την επομένη ημέρα, αλλά και καθενός των τίτλων των αμοιβαίων που θα αγόραζε πιθανόν στο μέλλον, στους κληρονόμους του μετά το θάνατο του. Όταν ο προαναφερόμενος την όριζε συνδικαιούχο σε καθένα των τίτλων αυτών δεν της είχε προηγουμένως αναθέσει ούτε της ανέθετε με άλλη σύμβαση μεταξύ τους συγκεκριμένη εντολή την οποία να εκτελέσει μετά το θάνατο του σε σχέση με τα μερίδια του και το ποσό εξαγοράς καθενός από τους τίτλους αυτούς, και ειδικότερα να μοιράσει αυτή σε καθένα των κληρονόμων του το ποσό του τίτλου ανάλογα με κάποιο ποσοστό, ούτε προκύπτει ότι την 2-12-1996 ή και μεταγενέστερα είχε γνωρίσει σ' αυτήν ποιοι θα ήταν οι κληρονόμοι του και ποιο το ποσοστό ή ποσό που θα ελάμβανε ο καθένας ούτε αν είχε ή θα συνέτασσε διαθήκη και με ποιο περιεχόμενο, δεδομένου μάλιστα ότι αυτός την 2-12-1996, αν και ήταν 84 ετών δεν είχε συντάξει καμιά διαθήκη, αλλά η παραπάνω δημοσιευθείσα ιδιόγραφη συντάχθηκε την 20-1-1998, ήτοι σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο από την 2-12-1996 που ισχυρίζονται οι ενάγοντες στο δικόγραφο ότι συνάφθηκε σύμβαση εντολής. Ο προαναφερόμενος είχε ορίσει, εκτός από την πρώτη εναγομένη, και άλλα πρόσωπα ως συνδικαιούχους, σε άλλους τίτλους. Ειδικότερα είχε ορίσει την Ε. Α. - αδελφή του ως συνδικαιούχο στον 501325745402 κοινό τραπεζικό λογαριασμό που είχε ανοίξει με μεγάλο δικό του χρηματικό ποσό. Στο λογαριασμό αυτό κατατέθηκαν τα χρήματα από την εκποίηση των μετοχών των Μινωικών Γραμμών, που ανήκαν στην κυριότητα του προαναφερόμενου, εκποίηση που έγινε με έγγραφο πληρεξούσιο του λίγο πριν αποβιώσει και με τη ρητή εντολή να μοιραστεί το ποσό στις δύο αδελφές του και τα τέκνα της αδελφής του που είχε προαποβιώσει. Επίσης είχε ορίσει την Σ. Α. - ανεψιά του, συνδικαιούχο σε τίτλο ρέπος ποσού 54.000.000 δραχμών, τίτλο τον οποίο αυτή κατείχε μετά τον θάνατο του, έχοντας περιέλθει σ' αυτήν αυτοδικαίως, ως επιζώσα συνδικαιούχο. Από το γεγονός ότι και σε άλλους τίτλους και καταθέσεις ο αποβιώσας είχε ορίσει και άλλα πρόσωπα ως συνδικαιούχους, συνάγεται ότι ο ορισμός αυτός δεν έγινε για να είναι καθένα των προσώπων αυτών εντολοδόχοι για να μοιράσουν ο καθένας στους λοιπούς κληρονόμους του αντίστοιχα, αλλά για να περιέλθουν σ' αυτούς ως συνδικαιούχους κατά κυριότητα οι τίτλοι και καταθέσεις και τα σχετικά ποσά κάθε τίτλου ή κατάθεσης προβαίνοντας με τον τρόπο αυτό σε αντίστοιχες δωρεές προς αυτούς των ποσών της αξίας των τίτλων και καταθέσεων, ποσά τα οποία θα περιέρχονταν σ' αυτούς οπωσδήποτε μετά το θάνατο του αυτοδικαίως, η δε ηλικία του των 84 ετών το 1996 και μεταγενέστερα δικαιολογούν απολύτως την τακτική αυτή του ορισμού συνδικαιούχου καθενός των παραπάνω προσώπων στους διάφορους τίτλους και καταθέσεις ώστε να λάβει ο καθένας τους με τον τρόπο αυτό το περιουσιακό στοιχείο που ήθελε ο δωρητής με αποφυγή των εν γένει διατυπώσεων της κληρονομικής διαδοχής. Αν ο αποβιώσας είχε συνάψει την 2-12-1996 σύμβαση εντολής με την πρώτη εναγομένη ή ήθελε να είναι αυτή εκτελεστής της διαθήκης του, τότε θα το όριζε αυτό ρητά στη διαθήκη του που συνέταξε την 20-1-1998 γιατί αυτός με τις γνώσεις και την προσωπικότητα που είχε διαμορφώσει και έχοντας επίγνωση της μεγάλης περιουσίας και παρακολουθώντας τις επενδύσεις του δεν θα άφηνε ένα τέτοιο θέμα χωρίς να το ρυθμίσει με έγγραφο. Αν ο αποβιώσασας ήθελε να είναι η πρώτη εναγομένη στην ουσία εκτελεστής της διαθήκης του σε σχέση με τους τίτλους των αμοιβαίων κεφαλαίων στους οποίους την είχε ορίσει συνδικαιούχο και είχε την 2-12-1996 συνάψει με αυτήν σύμβαση εντολής με το παραπάνω περιεχόμενο, τότε θα την είχε ορίσει ως δικαιούχο σε όλους τους τίτλους και στους τραπεζικούς λογαριασμούς του για να μοιράσει αυτή όλα τα περιουσιακά στοιχεία του και όχι μόνο επιλεκτικά σε κάποιους τίτλους. Αν αυτός ήθελε το ποσό καθενός των τίτλων στους οποίους όρισε συνδικαιούχο την πρώτη εναγομένη να μοιραστεί μετά το θάνατό του κατ' ίσο μέρος στις δύο αδελφές του και τα τέκνα της προαποβιωσάσης αδελφής του, τότε θα είχε ορίσει και αυτούς ως συνδικαιούχους στους τίτλους αυτούς, όπως τους είχε ορίσει συνδικαιούχους στον με αριθμό 5753 007955 410 τραπεζικό λογαριασμό του στην Τράπεζα Πειραιώς, στον οποίο είχε ορίσει συγκεκριμένα την αδελφή του Ε. Α., την αδελφή του πρώτη εναγομένη Α. Π. και τους δεύτερο και τέταρτη εναγόμενη αφού δεν προέκυψε ότι δεν τους είχε εμπιστοσύνη προς τούτο. Αν ήθελε ο προαναφερόμενος τα ποσά της αξίας των μεριδίων των παραπάνω αμοιβαίων να περιέλθουν στους κληρονόμους του, και όχι στη συνδικαιούχο που είχε ορίσει, τότε εν όψει του ότι γνώριζε σαφώς την έννοια του συνδικαιούχου και τον όρο της αυτοδίκαιης περιέλευσης των μεριδίων στον συνδικαιούχο σε περίπτωση προαποβιώσεώς του, δεν θα όριζε παντελώς συνδικαιούχο, αλλά θα ήταν αυτός ως μόνος δικαιούχος και οι κληρονόμοι του θα συνέτρεχαν στα μερίδια του αμοιβαίου κατά το νόμιμο ποσοστό ή το εκ διαθήκης ποσοστό αναλόγως. Εξ άλλου , όταν ο Μ. Κ. επένδυε τα χρήματα του και αγόραζε αμοιβαία κεφάλαια, όπως τα προαναφερόμενα μερίδια, δεν το έκανε με σκοπό να μοιράσει από τότε και με τον τρόπο που ισχυρίζονται οι ενάγοντες την περιουσία του μετά θάνατο, αλλά για να αποκομίσει το μεγαλύτερο και ευκολότερο κέρδος μέσω του Χρηματιστηρίου την εποχή εκείνη και με το λιγότερο σχετικά δυνατό κίνδυνο που παρείχαν τα αμοιβαία σε σχέση με την αγορά μετοχών, πράγμα που προείχε στην οικονομική του δραστηριότητα, με την ευκαιρία δε των επενδύσεων αυτών όριζε, όταν ήθελε και στον τίτλο που ήθελε, ένα συνδικαιούχο, όπως και στους λογαριασμούς καταθέσεων με περισσότερους συνδικαιουχους, στον οποίο συνδικαιούχο να περιέλθουν οι τίτλοι και τα σχετικά μερίδια και καταθέσεις αυτοδικαίως στην περίπτωση που αυτός ως συνδικαιούχος αποβιώσει. Από το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη δήλωσε στους ενάγοντες ότι είναι συνδικαιούχος των παραπάνω αμοιβαίων, δεν αποδεικνύεται ότι αυτή αναγνώρισε ότι τα μερίδια των αμοιβαίων δεν της ανήκουν, ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα και ότι πρέπει να τα μοιράσει με αυτούς και τους κληρονόμους που θα προκύψουν όταν δημοσιευθεί η διαθήκη, δεδομένου μάλιστα, και προεχόντως , ότι η πρώτη εναγομένη δεν είχε τότε νομική πληροφόρηση για τα δικά της δικαιώματα, και αυτά ειδικότερα που προέκυπταν από τις συμβάσεις για την αγορά των αμοιβαίων, σε αντίθεση με τους ενάγοντες. Ομοίως από το γεγονός ότι η ίδια εναγομένη την 11-1-2000 από το ποσό των 28.069.032 δραχμών της εξαγοράς των μεριδίων των τίτλων των αμοιβαίων κεφαλαίων ΣΤΑΘΕΡΟ με αριθμούς 207090, 244013 και 336469 διέθεσε στους ανεψιούς της Ε. Β. (τέκνου της αδελφής της Ά. Β.), Χ. Δ. (υιό της ανεψιάς της Δ. Δ., τέκνου της αδελφής της, Ά. Β.), Γ. Μ. (σύζυγο της ανεψιάς της Μαρίας, τέκνου της αδελφής της Ά. Β.) και Σ. Α. το ποσό των 9.356.345 δραχμών στους τρεις πρώτους και το ποσό των 9.356.345 δραχμών στην τελευταία, που αντιστοιχεί στα 2/3 του συνολικού ποσού, δεν συνάγεται ότι η πρώτη εναγομένη είχε εντολή να μοιράσει το ποσό της αξίας των τίτλων αυτών στους κληρονόμους του προαναφερομένου κατά τη διαθήκη του, αφού στις καταβολές αυτές προέβη ως δωρεά προς αυτούς και με απώτερο σκοπό να μη διαταραχθούν οι σχέσεις της με αυτούς λόγω του ότι οι ενάγοντες και τα τέκνα της αδελφής της Ά. Β. που είχε αποβιώσει της ζητούσαν επίμονα να λάβουν τα 2/3 συνολικά από όλα τα αμοιβαία κεφάλαια στα οποία ήταν συνδικαιούχος, είχε δε την ευχέρεια της δωρεάς αυτής γιατί από την πώληση των μετοχών των Μινωικών Γραμμών που έγινε πριν αποβιώσει ο προαναφερόμενος είχε εισπράξει πολύ μεγάλο ποσό στην αναλογία της. Ήδη δε η παραπάνω δωρεά έχει ανακληθεί από την πρώτη εναγομένη. Κατόπιν όλων των προαναφερομένων ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι είχε συναφθεί εντολή σε σχέση με τα παραπάνω τρία αμοιβαία κεφάλαια μεταξύ του αποβιώσαντος και της πρώτης εναγομένης με το αναφερόμενο στην αγωγή περιεχόμενο είναι παντελώς αβάσιμος. Εξ άλλου αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός των εναγόντων στην αγωγή ότι είχε συναφθεί σύμβαση με το ίδιο περιεχόμενο και σκοπό τον περιορισμό του δικαιώματος της πρώτης εναγομένης να διαθέτει τα μερίδια αυτά κατά τη βούληση της, ο δε ισχυρισμός των εναγόντων και η τρίτη επικουρική βάση της αγωγής ότι είχε συναφθεί σύμβαση με το παραπάνω περιεχόμενο είναι αβάσιμος κατ' ουσία, συνακόλουθα είναι αβάσιμο και το σχετικό αίτημα της αγωγής να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ίδια παραπάνω ποσά. Κατά συνέπεια μετά το θάνατο του προαναφερόμενου και την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η δωρεά των μεριδίων προς την πρώτη εναγομένη, οι τίτλοι των παραπάνω αμοιβαίων κεφαλαίων και τα σχετικά μερίδια, στα οποία συνδικαιούχος ήταν η πρώτη εναγομένη, περιήλθαν αυτοδικαίως και νομίμως σ' αυτήν ως επιζώσα συνδικαιούχο κατά τις σχετικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν και το σχετικό όρο των σχετικών συμβάσεων που είχε δηλωθεί κατά τα παραπάνω στις αιτήσεις και είχε γίνει δεκτός από τη διαχειρίστρια των αμοιβαίων εταιρία, και δεν περιλαμβάνονταν οι τίτλοι αυτοί στην κληρονομιαία περιουσία. Η πρώτη εναγομένη, στην συνέχεια, και αφού ήδη είχαν περιέλθει στα χέρια της οι τίτλοι των αμοιβαίων και έχοντας αποδεχθεί τη δωρεά αυτών, άσκησε τα δικαιώματα που είχε ως μοναδική δικαιούχος πλέον των παραπάνω τίτλων, και προέβη την 12-5-2000 σε εξαγορά των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων των δύο με τίτλο ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ με αριθμούς 021049, 020946 και του ενός με τίτλο ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ με αριθμό 090605, όπως περιγράφηκαν παραπάνω, και μεταφορά τους σε τίτλους αποκλειστικά στο όνομα της και των δύο τέκνων της, δεύτερου και πέμπτης των εναγομένων. Η εναγομένη ως μόνη πλέον δικαιούχος των τίτλων είχε δικαίωμα να προβεί στην εξαγορά αυτή αφού μετά το θάνατο του αδελφού της τα δικαιώματα από τα αμοιβαία κεφάλαια περιήλθαν κατά τα παραπάνω αυτοδικαίως σ' αυτήν. Οι ενάγοντες δεν έχουν αποκτήσει κανένα δικαίωμα επί των μεριδίων των τίτλων αυτών και του ποσού της εξαγοράς τους ούτε ως κληρονόμοι του Μ. Κ. ούτε με βάση σύμβαση εντολής που επικαλέστηκαν στην αγωγή τους, κατά συνέπεια το αίτημά τους προς την πρώτη εναγομένη να δώσει και σ' αυτές το 1/3 από το ποσό της αξίας των μεριδίων δεν εντάσσεται στα πλαίσια ασκήσεως νομίμου δικαιώματος αυτών και συναφούς οχλήσεως, το ίδιο δε ισχύει και για το υποβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα. Η εξαγορά αυτή και η άρνηση της εναγομένης στη συνέχεια να προβεί σε διανομή και στους ενάγοντες του ποσού που εισέπραξε δεν αντιβαίνει με τα παραπάνω περιστατικά και συνθήκες στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ούτε η άρνηση αυτή δημιουργεί δικαίωμα στους ενάγοντες με το χαρακτηρισμό στην αγωγή της άρνησης ως καταχρηστικής κατ' άρθρο 281 ΑΚ και ως παραβίασης με πρόθεση των χρηστών ηθών κατ' άρθρο 914 ΑΚ. Εξ άλλου η ανάληψη του ποσού των χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό από τον επιζώντα συνδικαιούχο στην περίπτωση που έχει τεθεί ο παραπάνω πρόσθετος όρος δεν αποτελεί αντικειμενικά παράβαση της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, ομοίως δεν αποτελεί τέτοια παράβαση η εν συνεχεία άρνηση καταβολής κάποιου ποσού σε κληρονόμο που θεωρεί ότι έχει θιγεί οικονομικά με τον ορισμό συνδικαιούχου με τον παραπάνω πρόσθετο όρο, ούτε αποτελεί η άρνηση αυτή παράβαση των χρηστών ηθών και το ποσό που ζητήθηκε ζημία η οποία προκλήθηκε με πρόθεση κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ. Συνακόλουθα δεν υπέστησαν οι ενάγοντες καμιά ηθική βλάβη από πράξη ή παράλειψη της πρώτης εναγομένης και δεν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι είχε συναφθεί σύμβαση εντολής μεταξύ του Μ. Κ. και της πρώτης εναγομένης για να οριστεί αυτή ως συνδικαιούχος στους τίτλους των αμοιβαίων κεφαλαίων και να μοιράσει μετά το θάνατο του πρώτου τα ποσά των μεριδίων, ότι η πρώτη εναγομένη με τη μεταφορά των μεριδίων σε λογαριασμό δικό της και των τέκνων της και την άρνηση της να μοιράσει τα ποσά που αναλογούσαν παραβίασε με πρόσθεση τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, προκάλεσε ζημία στους ενάγοντες κατά το ποσοστό που τους αναλογεί ως εξ διαθήκης κληρονόμοι του προαναφερόμενου, ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη και δικαιούνταν εύλογη χρηματική ικανοποίηση και δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία εν μέρει κατά της πρώτης εναγομένης ως προς την επικουρική βάση στη παράβαση του άρθρου 919 ΑΚ, εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι εφέσεως της πρώτης εναγομένης είναι βάσιμοι. Συνακόλουθα είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της εφέσεως των εναγόντων με τους οποίους παραπονούνται ότι η εκκαλούμενη εσφαλμένα υπολόγισε την αποζημίωση στο χρόνο άσκησης της αγωγής και αναγνώρισε μόνο το ποσό των 2000 ευρώ στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση. Κατόπιν αυτών, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων της εφέσεως της εναγομένης οι οποίοι εκτιμώνται ως πραγματικοί ισχυρισμοί της εκκαλούσας - εναγομένης, παραδεκτά προβληθέντες κατ' άρθρα 269 και 527 Κ.Πολ.Δικ η έφεση της με αριθμό καταθ. 1072/2005 πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσία να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που δέχτηκε εν μέρει την σωρευόμενη αγωγή κατά της πρώτης εναγομένης κατά την τελευταία επικουρική βάση αυτής στην πρόκληση ζημίας κατά παράβαση του άρθρου 919 Κ.Πολ.Δ, σε σχέση με την αξίωση αποζημίωσης για τα αμοιβαία κεφάλαια και τη συναφή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και υποχρέωσε αυτήν αφενός μεν να καταβάλει στους ενάγοντες ως αποζημίωση το ποσό των 36.105,010 ευρώ αφετέρου αναγνώρισε ότι αυτή οφείλει στους ενάγοντες το ποσό των 2.000 σε καθένα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932 , 341, 345, 346 140, 141, 177, 178, 179 ΑΚ, 176, 70 Κ.Πολ.Δ και ν. 2251/94 κατ' ουσία κατά την παραπάνω βάση και αιτήματα και να απορριφθεί κατ' αυτά ως αβάσιμη κατ' ουσία, να καταδικασθούν δε οι ενάγοντες -εφεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της εναγομένης - εκκαλούσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.... Αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος της εφέσεως των εναγόντων, η έφεση αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της κατ' ουσία ". Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 713 του Α.Κ., ήτοι αν υπήρχε ή όχι σύμβαση εντολής μεταξύ του Μ. Κ., δικαιούχου των αμοιβαίων κεφαλαίων και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων Α. Π., συνδικαιούχου, δυνάμει της οποίας η τελευταία όφειλε μετά τον θάνατο του εντολέως Μ. Κ. να ρευστοποιήσει τα αμοιβαία κεφάλαια και να διανείμει το προϊόν τους, κατ' ίσον μέρος, στις τρεις αδελφές του εντολέως, δηλαδή στην ίδια, την Ε. Α. και τα τέκνα της προαποβιωσάσης αδελφής τους Άννας, δηλαδή στους αναιρεσείοντες. Το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση τέτοιας σύμβασης και ότι επιθυμία του Μ. Κ. ήταν να περιέλθουν μετά το θάνατό του οι τίτλοι των αμοιβαίων κεφαλαίων και το προϊόν τους αποκλειστικά στην αδελφή του και συνδικαιούχο Α. Π., θέτοντας προς τούτο στις σχετικές αιτήσεις για την συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλαια τον όρο ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου εκ των συνδικαιούχων αυτά θα περιέρχονται αυτοδικαίως στον επιζώντα συνδικαιούχο, τελώντας εν πλήρη γνώση ενόψει και της ιδιότητάς του ως συνταξιούχου τραπεζικού υπαλλήλου, της σημασίας και των συνεπειών του σχετικού όρου. Στις παραδοχές του δεν εμφιλοχώρησαν αντιφάσεις και συγκεκριμένα οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο. Ειδικότερα : α ) η παραδοχή ότι η βούληση του διαθέτη Μ. Κ., όπως εκφράσθηκε στην από 20-1-1998 διαθήκη του, ήταν να λάβει κάθε αδελφή του το 1/3 της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, πλην ενός διαμερίσματος που άφησε στον ανεψιό του Φ. Γ. και ότι κατά τον χρόνο του θανάτου του, χρόνο επαγωγής της κληρονομίας, στα αντικείμενα που κατείχε ανευρέθηκαν και τα έξι αμοιβαία κεφάλαια, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι από τα έξι αμοιβαία κεφάλαια τα επίδικα τρία πρέπει να παραμείνουν στην περιουσία της συνδικαιούχου πρώτης των αναιρεσιβλήτων και να μη διανεμηθούν τα χρήματα που προήλθαν από τη ρευστοποίησή τους, με την αναλογία του 1/3 σε κάθε μερίδα αδελφής, σε αντίθεση με τα τρία πρώτα που διανεμήθηκαν, καθόσον το Εφετείο δέχεται ότι κατά τη βούληση του Μ. Κ. και τον σχετικό όρο που είχε τεθεί στις αιτήσεις συμμετοχής στα αμοιβαία κεφάλαια μετά τον θάνατό του η αναιρεσίβλητη Α. Π. κατέστη αυτοδικαίως αποκλειστική δικαιούχος των αμοιβαίων κεφαλαίων και των χρημάτων από τη ρευστοποίησή τους και ότι η διανομή από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων του προϊόντος από τη ρευστοποίηση των πρώτων τριών τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων δεν έγινε σε εκτέλεση εντολής του Μ. Κ., αλλά με πρόθεση δωρεάς προς τις αδελφές της και τους κληρονόμους τους, την οποία δωρεά έχει ήδη ανακαλέσει, β ) Η παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε σύμβαση εντολής για την εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων διανομή των χρημάτων από τη ρευστοποίηση των επιδίκων τριών αμοιβαίων κεφαλαίων, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι η εκ των αδελφών Ε. Α., συνδικαιούχος σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τον Μ. Κ., διένειμε τα χρήματα που έλαβε από την ρευστοποίηση μετοχών και κατέβαλε στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων το 1/3, διότι το Εφετείο δέχεται ότι η εκποίηση των μετοχών έγινε με έγγραφο πληρεξούσιο του Μ. Κ., λίγο πριν τον θάνατό του και με τη ρητή εντολή να διανεμηθούν τα χρήματα εξ ίσου στις τρεις αδελφές, γ ) δεν υπάρχει καμία αντίφαση στις παραδοχές του Εφετείου ότι "η πρώτη εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη δήλωσε μεν στις ενάγουσες ότι είναι συνδικαιούχος των αμοιβαίων κεφαλαίων, όταν καταγράφονταν τα περιουσιακά στοιχεία του Μ. Κ., πλην προέβη στη δήλωση αυτή γιατί δεν είχε νομική πληροφόρηση για τα δικά της δικαιώματα και ότι δεν υπήρχε εντολή του διαθέτη προς αυτήν για να μοιράσει το ποσό που προήλθε από την ρευστοποίηση και των επιδίκων τριών αμοιβαίων κεφαλαίων". Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος υπό στοιχ. α, β' και δ' από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Οι αναφερόμενος στο αναιρετήριο ως αντιφατικές αιτιολογίες υπό στοιχ. ε' " Το Εφετείο αντιφάσκει δεχόμενο ότι ο διαθέτης όριζε συνδικαιούχους, ώστε να λάβει ο καθένας με τον τρόπο αυτό το περιουσιακό στοιχείο που ήθελε ο δωρητής και να αποφύγει τις διατυπώσεις της κληρονομικής διαδοχής, ενώ στη συνέχεια υποστηρίζει ότι αν ήθελε ο διαθέτης να περιέλθουν τα αμοιβαία κεφάλαια στους κληρονόμους του δεν θα όριζε συνδικαιούχο, αλλά θα ήταν μόνον αυτός δικαιούχος και οι κληρονόμοι θα συνέτρεχαν στα μερίδια του αμοιβαίου ", υπό στοιχ. στ' " ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η διαθήκη του Μ. Κ. έγινε στις 20-1-1998, όπου εκφράσθηκε η βούλησή του για αν περιέλθει η κινητή και η ακίνητη περιουσία του στις δύο αδελφές του κατά το ποσοστό του 1/3 σε κάθε μια και στα τέκνα της προαποβιωσάσης άλλης αδελφής του, κατά το 1/3 και ότι τα επίδικα ομόλογα αγοράσθηκαν το έτος 1999, δηλ. σε χρόνο μεταγενέστερο της συντάξεως της διαθήκης του, και ότι τους τίτλους αυτούς κατείχε ο αγοραστής μέχρι του θανάτου του, χωρίς να παραδώσει αυτούς στην αδελφή του ( πρώτη εναγομένη ), δέχεται στη συνέχεια ότι δεν υπήρχε εντολή για τη διανομή του ποσού των τίτλων αυτών στον καθένα των κληρονόμων του, με την πρόσθετη αιτιολογία ότι αν υπήρχε τέτοια εντολή θα το όριζε στη διαθήκη του, πράγμα, όμως, που δεν μπορούσε να συμβεί, διότι τα επίδικα ομόλογα αγοράσθηκαν μετά τη σύνταξη της διαθήκης ", δεν αποτελούν παραδοχές της αποφάσεως με βάση τις οποίες διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν είναι δεκτικά αναιρετικού ελέγχου, εφόσον διατυπώνεται με σαφήνεια το πόρισμα του δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε η βάση της αγωγής ότι ο ορισμός από τον Μ. Κ. της εναγομένης Α. Π. ως συνδικαιούχου στα αμοιβαία κεφάλαια έγινε κατόπιν σύμβασης εντολής μεταξύ τους, που καταρτίστηκε πριν από την υποβολή των αιτήσεων για την αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων, την 2-12-1996, με περιεχόμενο να αναλάβει η εναγομένη να μοιράσει το ποσό του τίτλου που θα αγόραζε αυτός την επομένη ημέρα, αλλά και καθενός των τίτλων των αμοιβαίων κεφαλαίων που θα αγόραζε στο μέλλον, στους κληρονόμους του μετά τον θάνατό του. Επομένως, κατά το μέρος αυτό ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος κατά την υπό στοιχ. γ' αιτίαση ότι " το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η πρώτη εναγομένη από την εξαγορά των τριών πρώτων μη επιδίκων αμοιβαίων κεφαλαίων κατέθεσε στους αναιρεσείοντες το 1/3 και στην κόρη της αδελφής της Ε. επίσης 1/3, δεν δέχεται την ύπαρξη εντολής για διανομή του ποσού αυτού, αλλά ότι προέβη στις εν λόγω καταβολές λόγω δωρεάς, δικαιολογώντας έτσι την μη ύπαρξη εντολής και για τα επίδικα άλλα τρία αμοιβαία κεφάλαια", είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της θεμελιώσεώς του στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ). Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να απορρίψει με βάση τις ανωτέρω παραδοχές ως αβάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής ότι η συμπεριφορά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων είναι καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη, για το λόγο ότι ενώ εισέπραξε ως κληρονόμος το μερίδιό της από κληρονομιαία στοιχεία του Μ. Κ. και διένειμε στους λοιπούς κληρονόμους το μερίδιό τους από την ρευστοποίηση των τριών πρώτων αμοιβαίων κεφαλαίων στα οποία είχε ορισθεί συνδικαιούχος, αρνήθηκε να διανείμει και τα χρήματα που εισέπραξε από τα επίδικα τρία αμοιβαία κεφάλαια, δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 919 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Τέλος, το Εφετείο με το να δεχθεί με βάση τις παρατιθέμενες στην απόφασή του ως άνω αιτιολογίες ότι ο ορισμός από τον Μ. Κ. της πρώτης αναιρεσίβλητης ως συνδικαιούχου των αμοιβαίων κεφαλαίων και ο τεθείς από τον ίδιο όρος στις αιτήσεις αγοράς ότι μετά τον θάνατο ενός εκ των συνδικαιούχων οι τίτλοι και το προϊόν εξαγοράς τους θα περιέρχεται αυτοδικαίως στον άλλο συνδικαιούχο και άρα επί προαποβιώσεώς του στην πρώτη αναιρεσίβλητη, γεγονός που ο Κ.ς της γνωστοποιούσε κάθε φορά και εκείνη το αποδεχόταν, αποτελούσε δωρεά την οποία αποδέχθηκε η εν λόγω αναιρεσίβλητη, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την περί δωρεάς διάταξη του άρθρου 496 Α.Κ. και ο περί του αντιθέτου τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Όπως σαφώς συνάγεται από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β` ΚΠολΔ, οι αποδείξεις που παρά τον νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένα τέτοιος (ουσιώδης) ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος κρίσιμα για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί καταρτίσεως συμβάσεως εντολής μεταξύ του Μ. Κ. και της πρώτης αναιρεσίβλητης έγγραφα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη : α) το από 2-11-199 σημείωμα - κατάσταση περί των στοιχείων που είχε εις χείρας του ο Κ.ς, όπου αναγράφονται τα περιουσιακά στοιχεία ( μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια κ.λ.π. ), ως κοινή περιουσία στην οποία μετέχουν όλοι από κοινού, το οποίο έγγραφο υπογράφεται και από την πρώτη των εναγομένων και αναφέρονται σ' αυτό και τα επίδικα αμοιβαία κεφάλαια και μάλιστα ένα από αυτά δια χειρός της άνω αναιρεσίβλητης, β ) την από 12-11-1999 δήλωση-εντολή των κληρονόμων Μ. Κ., μεταξύ των οποίων και η πρώτη των εναγομένων, όπου σημειώνονται : " 1. να πουληθούν όλες οι μετοχές σήμερα, 2. Να μπούν όλα τα χρήματα, ομόλογα και λογαριασμοί πάσης φύσεως στο λογαριασμό Λ. και Σ." και γ ) την από 10-1-2000 έγγραφη απόδειξη λήψεως ποσού 300.000 δρχ. από την πρώτη αναιρεσίβλητη, όπου ομολογεί ότι έλαβε από την Σ. Α. το ποσό αυτό, ως αναλογία του 1/3 από την κατάθεση στη ΧΙΟΣ ΜΑΝΚ 900.000 δρχ, σε κοινό λογαριασμό Μ. Κ.ς-Α.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι τα εν λόγω έγγραφα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, μάλιστα τα δύο πρώτα μνημονεύονται ρητά στην απόφαση, ενώ η λήψη υπόψη του τρίτου προκύπτει από την αναφορά του Εφετείου σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό Κ.- Ε.Α., στον οποίο κατατέθηκαν τα χρήματα από την εκποίηση μετοχών με βάση έγγραφο πληρεξούσιο του Κ. και με ρητή εντολή να διανεμηθούν στις δύο αδελφές του ( άρα και στην αναιρεσίβλητη ) και στα παιδιά της αδελφής του Ά. Β..
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε διαπίστωση διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή, καθώς και όταν σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων σ' αυτό τριών εγγράφων, από τα οποία προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη τα χρήματα που εισέπραξε από την εξαγορά των τριών πρώτων αμοιβαίων κεφαλαίων, στα οποία είχε ορισθεί συνδικαιούχος, διένειμε, κατ' ίσο μέρος, στους κληρονόμους του Μ. Κ. , δεχόμενο ότι από τη διανομή αυτή δεν συνάγεται ότι η αναιρεσίβλητη είχε εντολή να μοιράσει το ποσό της αξίας των τίτλων αυτών στους κληρονόμους, αφού στις καταβολές αυτές προέβη λόγω δωρεάς προς αυτούς και με απώτερο σκοπό να μη διαταραχθούν οι σχέσεις τους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε παραμόρφωση ( εσφαλμένη ανάγνωση ) από το Εφετείο των εγγράφων, αφού, όπως συνομολογούν οι αναιρεσείοντες, δεν μνημονεύεται σ' αυτά ως αιτία καταβολής η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες σύμβαση εντολής, ώστε δεχόμενο το αντίθετο το Εφετείο να υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αλλά πρόκειται για εσφαλμένη εκτίμηση της μη διαλαμβανόμενης στα έγγραφα αιτίας καταβολής, η οποία δεν ιδρύει τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας των ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2009 αίτηση των 1 )Δ.-Α. συζ. Γ.ίου Δ., 2 ) Μ. συζ. Γ. Μ. και 3 ) Ε. Β., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 352//2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ( 1.800 ) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Iουνίου 2011 και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αδικοπραξία. Αγορά μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου με περισσότερους συνδικαιούχους. Όρος ότι σε περίπτωση θανάτου του ενός συνδικαιούχου τα μερίδια θα περιέρχονται στον άλλον. Αναίρεση. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1, 11 β΄ , 19 και 20 ΚΠολΔ. ( Επικυρώνει 352/2099 απόφαση Εφετείου Κρήτης ).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1141/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου,Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με τη με αριθμό 47/11.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 1382-1383/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 107/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από την προπαρατεθείσα ποινική διάταξη με την οποία προστατεύεται η περί τα υπομνήματα δημόσια πίστη και η ασφάλεια των συναλλαγών, προκύπτει ότι, προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αρχήθεν κατάρτιση πλαστού εγγράφου εκ μέρους του υπαιτίου, που εμφανίζει ότι αυτό (έγγραφο) κατηρτίσθη δήθεν από άλλο πρόσωπο ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας και του περιεχομένου του, δυναμένη να γίνει δια της προσθήκης ή εξαλείψεως λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, περιλαμβάνων τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των απαρτιζόντων το έγκλημα πραγματικών περιστατικών και σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης. Επίσης, κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, ο υπαίτιος πλαστογραφίας τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 ετών, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, εάν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτους ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 1 του Ν. 1608/1950, περί αυξήσεως των προβλεπομένων για τους καταχραστές του Δημοσίου ποινών, όπως ισχύει μετά το Ν. 1738/1987. Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και το για την πλαστογραφία, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. (όπως αυξήθηκε με το άρθρο 4 § 3 του Ν. 2408/1996), επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως". Κατά δε το άρθρο 16 § 2 του ν.δ. 2576/1953 "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθησιν δια πολλών μερικότερων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμoν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, ως επίσης δια τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψιν τον όλον περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων". Περαιτέρω, από τον άρθρο 155 του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", συνάγεται ότι το έγκλημα της λαθρεμπορίας συντελείται αφενός με την εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εκτός τούτων εξαγωγή εμπορεύματος, που υπόκειται σε τέλος, εισαγωγικό δασμό, φόρο ή άλλα δικαιώματα, ή άλλα δικαιώματα, χωρίς να δηλωθεί κατά την εισαγωγή ή εξαγωγή στην αρμόδια τελωνειακή αρχή για να εκδώσει την άδεια εισαγωγής ή εξαγωγής, ή με τη χρησιμοποίηση σημείου και χρόνου εισόδου από τα σύνορα του Κράτους ή εξόδου του από αυτά άλλου από εκείνο, που για το σκοπό αυτό έχει καθορισθεί από την τελωνειακή αρχή και αφετέρου με τη χρησιμοποίηση οποιωνδήποτε τεχνασμάτων, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνονται και όλες οι προπαρασκευαστικές πράξεις της λαθρεμπορίας, που αποβλέπουν στο να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο από τα τέλη, τους δασμούς, τους φόρους και τα λοιπά δικαιώματα του, στα οποία υπόκεινται κατά νόμο τα εμπορεύματα που εισήχθησαν στο κράτος ή εξήχθησαν από αυτό.
Συνεπώς επί ενεργειών που στόχευαν στην αποφυγή καταβολής έστω μόνο των δασμών εισαγωγής των εμπορευμάτων που εισήχθησαν στο έδαφος της χώρας από άλλη χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατά ποσοστό 10% των εν λόγω δασμών, εφόσον η χώρα δικαιούται να παρακρατήσει αυτό αμέσως όταν εισπραχθούν οι δασμοί αυτοί [ΑΠ 1835/2005 Π.Δ/ΝΗ 06/843, Π.ΛΟΓ 05/1742]. Με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κωδικός", οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι αυτές των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές, με τις ίδιες διακρίσεις, ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 160 παρ.1 και 2 του Ν. 2960/2001 για τον "Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα", που ισχύει κατά το άρθρο 185 αυτού από 1.1.2002, "σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής, δημεύονται ... . Εάν για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των (κατά το παρόν άρθρο), αντικειμένων της λαθρεμπορίας επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλόμενης κατά τον παρόντα Κώδικα".
Από το άρθρο 157 του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", ορίζεται ότι η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται:α) Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, β) Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους στις εξής περιπτώσεις -εάν διαπράχθηκε καθ' υποτροπήν, -εάν διαπράχθηκε ενόπλως ή υπό τριών ή περισσοτέρων μαζί, -εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή 'Ενωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω και-εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα.
Κατά το άρθρο 4 παρ. 10 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (Κανονισμός 2913/1992 τον Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως η δεύτερη περίπτωση του σημείου 10 τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2γ του Κανονισμού 82/1997) που άρχισε να ισχύει από 1-1-1994, εισαγωγικοί δασμοί, είναι οι δασμοί εισαγωγή και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος που καταβάλλονται κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων ως και οι επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή, που θεσπίζονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή των ειδικών καθεστώτων που εφαρμόζονται σε ορισμένα εμπορεύματα που προκύπτουν από την μεταποίηση γεωργικών προϊόντων.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 παρ. 1β και 3 της απόφασης του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24 Ιουνίου 1988, που εγκρίθηκε με την 76742/1937/23 Αυγούστου 1988 (ΦΕΚ Β' 622/25-8-1988) απόφαση των Υπουργών Αναπληρωτή Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και κυρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1828/1989 (ΦΕΚ Α' 2/3-1-1989), 1. Συνιστούν ιδίους πόρους που εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων τα έσοδα που προέρχονται από: α)... β)τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που θεσπίζονται ή θα θεσπισθούν από τα όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη και από τους δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα τα οποία υπάγονται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα. 3. Τα κράτη μέλη παρακρατούν, ως έξοδα είσπραξης, το 10% των ποσών που πρέπει να καταβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, στοιχεία α) και β). Σύμφωνα με τις τελευταίες αυτές διατάξεις οι οικονομικές επιβαρύνσεις των εμπορευμάτων, που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως από χώρα μη μέλος, αποτελούν ιδίους πόρους αυτής και εισπράττονται για λογαριασμό της με βάση το κοινοτικό δασμολόγιο από το Κράτος - Μέλος, στο έδαφος του οποίου εισέρχονται και το οποίο ακολούθως τους καταβάλει σε ειδικό λογαριασμό, που για το σκοπό αυτό έχει ανοιχθεί στο όνομα της, αφού όμως παρακρατήσει ποσοστό 10% για έξοδα εισπράξεως αυτών.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1382-1383/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Κ. Μ. με την ιδιότητά του ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΖΑΚΟΜΑ Α.Ε." με αντικείμενο την εμπορία και τυποποίηση τροφίμων, η οποία εδρεύει στη ... του Νομού …, στην Κ. Π. κατά τα χρονικά διαστήματα, που αναφέρονται παρακάτω τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Συγκεκριμένα : Α) Με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσε το αδίκημα της λαθρεμπορίας, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα με σκοπό να αποστερήσει με οποιαδήποτε ενέργεια το Ελληνικό Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις από εισαγόμενα εμπορεύματα που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο : α) την 5-6-2003 και κατά τη διαδικασία τελωνισμού 1.000.000 τεμαχίων αναπτήρων τσέπης με κωδικό "ΤΑRIC" και δασμολογική κλάση "9613100019" (αναπτήρων τσέπης αερίου, που δεν ξαναγεμίζουν με πυρόλιθο) κατέθεσε στο Τελωνείο Κατερίνης τη με αριθμό 202696/5-6-2003 διασάφηση εισαγωγής, δηλώνοντας αναληθώς σ' αυτήν (διασάφηση) ότι τα ανωτέρω εμπορεύματα είναι καταγωγής Μαλαισίας, με συνέπεια εξαιτίας της ανωτέρω δηλώσεως τους στην παραπάνω διασάφηση, στην οποία μάλιστα είχε επισυνάψει και τα κατωτέρω αναφερόμενα πλαστά έγγραφα, ήτοι το με στοιχεία ΡΡ 2003/8483/27-4-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α), που φέρει στη θέση "1" ως παραγωγό-εξαγωγέα εταιρία των ως άνω εμπορευμάτων την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "FOSCEHM INDUSTRIES SDN. BHD" και με έδρα τη Μαλαισία και το με στοιχεία ΚΗ 20201-4/15-4-2003 τιμολόγιο πώλησης των ως άνω εμπορευμάτων της παραπάνω αλλοδαπής εταιρίας, β] την 27-6-2003 και κατά τη διαδικασία τελωνισμού 1.000.000 τεμαχίων αναπτήρων τσέπης• με κωδικό "ΤΑRIC" και δασμολογική κλάση "9613100019" (αναπτήρων τσέπης αερίου, που δεν ξαναγεμίζουν με πυρόλιθο) κατέθεσε στο Τελωνείο Κατερίνης τη με αριθμό 203174/27-6-2003 διασάφηση εισαγωγής, δηλώνοντας αναληθώς σ' αυτήν (διασάφηση) ότι τα ανωτέρω εμπορεύματα είναι καταγωγής Μαλαισίας, με συνέπεια εξαιτίας της ανωτέρω δηλώσεως τους στην ως άνω διασάφηση, στην οποία μάλιστα είχε επισυνάψει και τα κατωτέρω αναφερόμενα πλαστά έγγραφα, ήτοι το με στοιχεία ΡΡ 2003/9304/5-5-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α), που φέρει στη θέση "1" ως παραγωγό-εξαγωγέα εταιρία των ως άνω εμπορευμάτων την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία ""FOSCEHM INDUSTRIES SDN. BHD" και με έδρα τη Μαλαισία και το με στοιχεία ΚΗ 20201-5/4-5-2003 τιμολόγιο πώλησης των ως άνω εμπορευμάτων της παραπάνω αλλοδαπής εταιρίας, γ) την 18.7.2003 και κατά τη διαδικασία τελωνισμού 800.000 τεμαχίων αναπτήρων τσέπης με κωδικό "ΤΑRIC" και δασμολογική κλάση "9613100019" (αναπτήρων τσέπης αερίου, που δεν ξαναγεμίζουν με πυρόλιθο) κατέθεσε στο Τελωνείο Κατερίνης τη με αριθμό 203526/18-7-2003 διασάφηση εισαγωγής, δηλώνοντας αναληθώς σ' αυτήν (διασάφηση) ότι τα ανωτέρω εμπορεύματα είναι καταγωγής Μαλαισίας, με συνέπεια εξαιτίας της ανωτέρω δηλώσεως τους στην ως άνω διασάφηση, στην οποία μάλιστα είχε επισυνάψει και τα κατωτέρω αναφερόμενα πλαστά έγγραφα, ήτοι το με στοιχείο ΡΡ 2003/11386/26-5-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α), που φέρει στη θέση "1" ως παραγωγό-εξαγωγέα εταιρία των ως άνω εμπορευμάτων την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "FOSCEHM INDUSTRIES SDN. BHD" και με έδρα τη Μαλαισία και το με στοιχεία ΚΗ 20201-7/10-5-2003 τιμολόγιο πώλησης των ως άνω εμπορευμάτων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΝΗΟ (ΗΟΝG ΚΟΝG) LITITED", δ) την 26-9-2003 και κατά τη διαδικασία τελωνισμού 996.000 τεμαχίων αναπτήρων τσέπης με κωδικό "ΤΑRIC" και δασμολογική κλάση "9613100019" (αναπτήρων τσέπης αερίου, που δεν ξαναγεμίζουν με πυρόλιθο) κατέθεσε στο Τελωνείο Κατερίνης τη με αριθμό 204642/26-9-2003 διασάφηση εισαγωγής, δηλώνοντας αναληθώς σ' αυτήν (διασάφηση) ότι τα ανωτέρω εμπορεύματα είναι καταγωγής Μαλαισίας, με συνέπεια εξαιτίας της ανωτέρω δηλώσεώς τους στην ως άνω διασάφηση, στην οποία μάλιστα είχε επισυνάψει και τα κατωτέρω αναφερόμενα πλαστά έγγραφα, ήτοι το με στοιχεία ΡΡ 2003/15171/18-7-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FORΜ Α), που φέρει στη θέση "1" ως παραγωγό-εξαγωγέα εταιρία των ως άνω εμπορευμάτων την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "FOSCEHM INDUSTRIES SDN. BHD" και το με στοιχεία ΚΗ 20201-9/6-7-2003 τιμολόγιο πώλησης των ως εμπορευμάτων της παραπάνω αλλοδαπής εταιρίας και ε) την 30-9-2003 κατά τη διαδικασία τελωνισμού 979.000 τεμαχίων αναπτήρων τσέπης με κωδικό "ΤΑRIC" και δασμολογική κλάση "9613100019" (αναπτήρων τσέπης αερίου, που δεν ξαναγεμίζουν με πυρόλιθο) κατέθεσε στο Τελωνείο Κατερίνης τη με αριθμό 204680/30-9-2003 διασάφηση εισαγωγής, δηλώνοντας αναληθώς σ' αυτήν (διασάφηση) ότι τα ανωτέρω εμπορεύματα είναι καταγωγής Μαλαισίας, με συνέπεια εξαιτίας της ανωτέρω δηλώσεώς τους στην ως άνω διασάφηση, στην οποία μάλιστα είχε επισυνάψει και τα κατωτέρω αναφερόμενα πλαστά έγγραφα, ήτοι το με στοιχεία ΡΡ 2003/17050/18-8-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α), που φέρει στη θέση "1" ως παραγωγό-εξαγωγέα εταιρία των ως άνω εμπορευμάτων την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "FOSCEHM INDUSTRIES SDN. BHD" και με έδρα τη Μαλαισία και το με στοιχεία ΚΗ 20201-8/6-8-2003 τιμολόγιο πώλησης των ως άνω εμπορευμάτων της παραπάνω αλλοδαπής εταιρίας, παραπλανώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους του Τελωνείου Κατερίνης κατά τον τελωνισμό των ανωτέρω εμπορευμάτων (αναπτήρων τσέπης αερίου, που δεν ξαναγεμίζουν με πυρόλιθο), που αναφέρονταν στα προαναφερόμενα έγγραφα, ήτοι στις διασαφήσεις εισαγωγής, στα πλαστά πιστοποιητικά καταγωγής (FΟRΜ Α) και στα πλαστά τιμολόγια πώλησης, ότι πρόκειται για εμπορεύματα καταγωγής Μαλαισίας, χώρα για τα εμπορεύματα της οποίας η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει επιβάλλει δασμό αντιντάμπινγκ, με συνέπεια να τελωνιστούν ως εμπορεύματα καταγωγής Μαλαισίας και όχι ως εμπορεύματα καταγωγής Κίνας, όπως ήταν στην πραγματικότητα, έτσι ώστε να μην χρεωθεί ο εισαγωγικός δασμός αντιντάμπινγκ 0,065 ευρώ ανά τεμάχιο, τον οποίο έχει επιβάλλει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον κανονισμό 1824/01, όταν το εμπόρευμα είναι καταγωγής Κίνας, και να στερηθεί το Ελληνικός• Δημόσιο και η Ευρωπαϊκή Ένωση τους αναλογούντες δασμούς αντιντάμπινγκ συνολικού ποσού 310.375,00 ευρώ και το Φ.ΠΑ συνολικού ποσού 55.867,50 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 366.242,50 ευρώ.
Β) Ι. Στον ανωτέρω τόπο και κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται παρακάτω, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό τους και σε τρίτον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας το Ελληνικό Δημόσιο και από την οποία (πράξη) το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία, που προξενήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο, υπερβαίνει το ποσόν των 150.000 ευρώ. Εν συνεχεία δε για τον παραπάνω σκοπό χρησιμοποίησε τα πλαστά έγγραφα: Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-2003 έως 18-8-2003 κατήρτισε τα κατωτέρω αναφερόμενα πέντε (5) πλαστά έγγραφα, ήτοι: α) Την 27-4-2003 κατήρτισε το με στοιχεία ΡΡ 2003/8483/27-4-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α), β) την 5-5-2003 κατήρτισε το με στοιχεία ΡΡ 2003/9304/5-5-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α), γ) την 26-5-2003 κατήρτισε το με στοιχεία ΡΡ 2003/11386/26-5-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α), δ) Την 18-7-2003 κατήρτισε το με στοιχεία ΡΡ 2003/15171/18-7-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α) και ε) την 18-8-2003 κατήρτισε το με στοιχεία ΡΡ 2003/17050/18-8-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α).
II. Κατά το χρονικό διάστημα από 15-4-2003 έως 6-8-2003 κατήρτισε τα κατωτέρω αναφερόμενα πέντε (5) πλαστά τιμολόγια πώλησης, ήτοι : 3) την 15-4-2003 κατήρτισε το με στοιχεία ΚΗ 20201-4/15-4-2003 τιμολόγιο πώλησης, β] την 4-5-2003 κατήρτισε το με στοιχεία ΚΗ 20201-5/4-5-2003 τιμολόγιο πώλησης, γ) την 10-5-2003 κατήρτισε το με στοιχεία ΚΗ 20201-7/ί 0-5-2003 τιμολόγιο πώλησης, δ) την 6-7-2003 κατήρτισε το με στοιχεία ΚΗ 20201-9/6-7-2003 τιμολόγιο πώλησης και ε) την 6-8-2003 κατήρτισε το με στοιχεία ΚΗ 20201-8/6-8-2003 τιμολόγιο πώλησης και στα οποία (με στοιχεία II α, β, δ και ε ) πλαστά έγγραφα εμφανιζόταν ως εκδότρια εταιρία παραγωγής και εξαγωγής των προαναφερομένων εμπορευμάτων (αναπτήρων τσέπης αερίου που δεν ξαναγεμίζουν με πυρόλιθο) η εδρεύουσα στη Μαλαισία αλλοδαπή, εταιρία με την επωνυμία "FOSCEHM INDUSTRIES SDN. BHD", ενώ στο υπό στοιχείο (ΙΙγ) πλαστό έγγραφο εμφανιζόταν ως εκδότρια εταιρία παραγωγής και εξαγωγής των ως άνω εμπορευμάτων η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "ΚΕΝΗΟ (ΗΟΝG ΚΟΝG) LITITED", οι οποίες (εταιρίες) είναι ανύπαρκτες. Εν συνεχεία δε για τον παραπάνω σκοπό χρησιμοποίησε τα ανωτέρω αναφερόμενα πέντε (5) πλαστά πιστοποιητικά καταγωγής (FΟRΜ Α) και τα πέντε (5) πλαστά τιμολόγια πώλησης, προσαρτώντας αντίστοιχα αυτά στις κατωτέρω αναφερόμενες πέντε (5) διασαφήσεις εισαγωγής, ήτοι : 1) την 5-6-2003 προσάρτησε το με στοιχεία ΡΡ 2003/8483/27-4-2003 πιστοποιητικό ί καταγωγής (FΟRΜ Α) και το με στοιχεία ΚΗ 20201-4/15-4-2003 τιμολόγιο πώλησης στη με αριθμό 202696/5-6-2003 διασάφηση εισαγωγής, 2) την 27-6-2003 προσάρτησε το με στοιχεία ΡΡ 2003/9304/5-5-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α) και το με στοιχεία ΚΗ 20201-5/4-5-2003 τιμολόγιο πώλησης στη με αριθμό 203174/27-6-2003 διασάφηση εισαγωγής, 3) την 18-7-2003 προσάρτησε το με στοιχεία ΡΡ2003/11386/26-5-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α) και το με στοιχεία ΚΗ 20201-7/10-5-2003 τιμολόγιο πώλησης στη με αριθμό 203526/18-7-2003 διασάφηση εισαγωγής, 4) την 26-9-2003 προσάρτησε το με στοιχεία ΡΡ 2003/15171/18-7-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α) και το με στοιχεία ΚΗ 20201-9/6-7-2003 τιμολόγιο πώλησης στη με αριθμό 204642/26-9-2003 διασάφηση εισαγωγής και 5) την 30-9-2003 προσάρτησε το με στοιχεία ΡΡ 2003/17050/18-8-2003 πιστοποιητικό καταγωγής (FΟRΜ Α) και το με στοιχεία ΚΗ 20201-8/6-8-2003 στη με αριθμό 204680/30-9-2003 διασάφηση εισαγωγής, παραπλανώντας με τη χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων τους αρμοδίους υπαλλήλους του Τελωνείου Κατερίνης κατά τον τελωνισμό των εμπορευμάτων (αναπτήρων τσέπης αερίου, που δεν ξαναγεμίζουν με πυρόλιθο), που αναφέρονταν στα ανωτέρω έγγραφα, ήτοι στις διασαφήσεις εισαγωγής, στα πλαστά πιστοποιητικά καταγωγής (FΟRΜ Α) και στα πλαστά τιμολόγια πώλησης, ότι πρόκειται για εμπορεύματα καταγωγής Μαλαισίας, χώρα για τα εμπορεύματα της οποίας η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει επιβάλλει δασμό αντιντάμπινγκ, με συνέπεια να τελωνιστούν τα ανωτέρω εμπορεύματα ως εμπορεύματα καταγωγής Μαλαισίας και όχι ως εμπορεύματα καταγωγής Κίνας, όπως ήταν στην πραγματικότητα, ώστε να μην χρεωθεί ο εισαγωγικός δασμός αντιντάμπινγκ 0,065 ευρώ ανά τεμάχιο, τον οποίο έχει επιβάλλει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον κανονισμό 1824/01, όταν το εμπόρευμα είναι καταγωγής Κίνας, με συνέπεια να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο συνολικό όφελος και με αντίστοιχη συνολική ζημία του Ελληνικού Δημοσίου κai της Ευρωπαϊκής Ένωσης ποσού 310.375,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στους αναλογούντες δασμούς αντιντάμπινγκ και ποσού 55.867,50 ευρώ, που αντιστοιχεί στο Φ.Π.Α., ήτοι το συνολικό ποσό των 366.242,50 ευρώ. Να σημειωθεί ότι από το συνολικό αυτό ποσό ποσοστό 28% (18% ΦΠΑ και 10% έξοδα είσπραξης), που ανέρχεται στο ποσό των 102.547,9 αποτελεί ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 263.94,60 αποτελεί ζημία της Ευρωπαϊκής Ένωσης". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε τρίτο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας το Ελληνικό Δημόσιο και από την οποία πράξη του το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία που προξενήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και με την παραδοχή του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ (καλής συμπεριφοράς για σχετικό μακρύ χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων) του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών που μετέτρεψε σε χρηματική, καθορίζοντας για κάθε ημέρα φυλάκισης το ποσό των οκτώ (8) ευρώ και χρηματική ποινή (για την πράξη της λαθρεμπορίας) 125.433,70 ευρώ.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.1, 84 παρ.2ε', 94 παρ.1, 98, 216 περ. 1 και 3 του ΠΚ, 155 παρ.1β και 157 παρ.1β του ν. 2960/2001, όπως αυτός ισχύει, τις οποίες πλην 1) της εφαρμογής του ν. 1608/1950 και 2) της επιβολής της χρηματικής ποινής για το έγκλημα της λαθρεμπορίας, για τις οποίες περιπτώσεις γίνεται λόγος παρακάτω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις περί του αντιθέτου των ανωτέρω, αυτές είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ακόμη εξειδικεύεται ο δόλος του αναιρεσείοντος τόσον ως προς την τέλεση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας όσο και προς το έγκλημα της πλαστογραφίας με την κατάρτιση και εκτέλεση σχεδίου απ' αυτόν εισαγωγής των Κινέζικων προϊόντων ως προερχομένων δήθεν από την Μαλαισία και την αποφυγή έτσι καταβολής δασμών για την εισαγωγή προϊόντων από την Κίνα (μη μέλους της Ενωμένης Ευρώπης (πρώην ΕΟΚ) και δασμών αντιντάμπινγκ, ανερχομένων σε 0,065 ευρώ ανά τεμάχιο εισαγομένου προϊόντος, χωρίς να ασκεί κάποια επιρροή η καταδικαστική υπ' αριθμ. 1926/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με ένοχο τον Θ. Π., που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο κατηγορούμενος, καθόσον όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπησή της από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, αναφέρεται σε συναφή και όχι την ίδια εγκληματική πράξη, που κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων της προκειμένης δίκης και η καταδίκη αυτού δεν αποκλείεται από την καταδίκη του Θ. Π., που προηγήθηκε με την ως άνω υπ' αρ. 1926/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως κατά το μέρος που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου (ενοχή του αναιρεσείοντος) για την πράξη της λαθρεμπορίας και την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας και την επιβολή της ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών για την πράξη της πλαστογραφίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι ίδιοι ως άνω αναιρετικοί λόγοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι α) ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του όφελος, βλάπτοντας το Ελληνικό Δημόσιο κατά ποσό που υπερβαίνει τις 147.000 ευρώ και την επιβολή της προσήκουσας κατ' άρθρο 83 περ. γ' του ΠΚ (μειωμένης της προβλεπόμενης ποινής της κάθειρξης μέχρι δέκα ετών λόγω της παραδοχής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 περ. 2ε' του ΠΚ), β) της επιβολής της χρηματικής ποινής των 125.433,70 σε βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξη της λαθρεμπορίας (εκ παραδρομής αναφέρεται στην προσβαλλόμενης απόφαση ως ποινή της β' πράξης, δηλαδή της πλαστογραφίας, ενώ είναι πρόδηλο ότι αυτή επιβλήθηκε για την πράξη της λαθρεμπορίας και γ) ως προς τον καθορισμό (την επιμέτρηση) της συνολικής ποινής φυλάκισης, καθόσον α) σύμφωνα με τις παραδοχές του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η καθορίζουσα την εφαρμογή ή μη του ν.1608/1950 ζημία του Ελληνικού Δημοσίου και μόνο από την τέλεση της κακουργηματικής πλαστογραφίας από τον αναιρεσείοντα ανήλθε στο ποσό των 102.547,9 ευρώ, ήτοι κατώτερον του ποσού των 147.000 ευρώ που ορίζεται από το νόμο για την εφαρμογή του (άρθρο 1 του ν. 1608/1950), β) η χρηματική ποινή του ποσού των 125.433,70 ευρώ που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για την πράξη της λαθρεμπορίας, δεν δικαιολογείται ούτε ως προς το ύψος της, ούτε ως προς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις της σωρευτικής επιβολής της, δηλονότι, του ότι κατέστη αδύνατη η δήμευση των λαθροεμπορευμάτων και ότι η αξία CIF αυτών (βλ. ΑΠ 129/2009 και αλ.) και γ) η συνολική ποινή φυλάκισης εξαρτάται από τον σύννομο καθορισμός της μιας των συγχωνευομένων ποινών και συγκεκριμένης της ποινής για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, ως προς την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη ήδη αμετάκλητη, απαλειφομένου από το Δικαστήριο αυτό (Άρειο Πάγο) του μέρους που αναφέρεται ότι από την πράξη αυτή επήλθε ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Τέλος, με τους ίδιους ως άνω λόγους πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον ως προς τα ζητήματα αυτά είναι η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επέβαλε στον αναιρεσείοντα 1) την ποινή φυλάκισης των δύο (2) ετών για την κακουργηματική πλαστογραφία, απαλειφομένου του μέρους περί επελεύσεως ζημίας από την πράξη αυτή στο Ελληνικό Δημόσιο ποσού ανωτέρου των 150.000 ευρώ, 2) τη σωρευτική χρηματική ποινή του ποσού των 125.433,70 ευρώ για την πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση και 3) ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής φυλάκισης αυτού των τεσσάρων (4) ετών να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1382-1383/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που επέβαλε την αναφερόμενη στο σκεπτικό ποινή φυλάκισης για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, για τη χρηματική ποινή για την πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση και τον καθορισμό της συνολικής ποινής φυλάκισης.
Απαλείφει από το κεφάλαιο της ως άνω αποφάσεως που αφορά την καταδίκη του αναιρεσείοντος Κ. Μ. για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας το μέρος ότι από την πράξη αυτή προκλήθηκε ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο που υπερβαίνει το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα μέρη που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3.12.2010 αίτηση αναίρεσης του Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., κατά της αυτής πιο πάνω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία ως κακουργηματική πλαστογραφία. Καταδικαστική απόφαση. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβολή της χρηματικής ποινής λόγω του ότι κατέστη αδύνατη η δήμευση του λαθρεμπορευμάτων και ως προς την παραδοχή της επιβαρυντικής περίπτωσης της πρόκλησης ζημίας από την κακουργηματική πλαστογραφία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (άρθρο 1 του ν. 1608/1950). Παραδοχή εν μέρει των λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αναίρεση εν μέρει της απόφασης μόνο ως προς τα ως άνω σημεία της, ως προς την επιβολή της ποινής για την πλαστογραφία, της χρηματικής ποινής για την πράξη της λαθρεμπορίας και τον καθορισμό της συνολικής ποινής. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1138/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο - Εισηγητή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Ιουλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Α. Κ. του Γ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο, για α) επανάληψη της διαδικασίας και β) αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε, η οποία (διαδικασία) περατώθηκε με τη με αριθμό 63-65-95/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας και την αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 507/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 123/17.5.2011 έγγραφη πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 3, 5, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠοινΔ, την από 25 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, Α. Κ. του Γ., με την οποία αυτός ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 63-65-95/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 200.000 ευρώ και πρόσκαιρης κάθειρξης επτά (7) ετών για τις πράξεις της κατοχής, μεταφοράς και παραλαβής ναρκωτικών ουσιών, καθώς και της οργάνωσης, κατεύθυνσης και εποπτείας της τέλεσης των πράξεων αυτών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τέλεσης και από ιδιαίτερα επικίνδυνο δράστη, κατά συναυτουργία και επίσης της συγκρότησης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και η οποία απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αφού με την υπ' αριθμ. 626/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντα. Επειδή, κατά την παράγρ. 1 εδ. 3 του άρθρου 525 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα "αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου ...". Περαιτέρω κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 525 "οι κατά την παράγρ. 1 αριθμ. 3 αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας ... πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη".
Συνεπώς, για να γίνει δεκτή αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας για το λόγο ότι, μεταξύ άλλων, λήφθηκαν υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, πρέπει όχι μόνο να βεβαιωθεί ότι οι ψευδείς αυτές καταθέσεις των μαρτύρων άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, αλλά συγχρόνως η ψευδορκία να έχει αποδειχθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν αυτό ήταν αδύνατο από άλλο νόμιμο λόγο που εμπόδιζε την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλε την ποινική δίωξη, περιστατικά που πρέπει να επικαλεσθεί ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας. Εξάλλου με το ενδέκατο άρθρο του Ν. 2865/2000, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως που ανέλαβε η Ελλάδα με το άρθρο 46 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) προστέθηκε πέμπτη περίπτωση στην παράγραφο 1 του άρθρου 525 του ΚΠοινΔ, το οποίο προβλέπει την επανάληψη της διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου. Έτσι πλέον, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας, που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας κατά της ως άνω καταδικαστικής απόφασης διότι α) παραβιάσθηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, αφού κρίθηκε η υπόθεσή του με τη χρησιμοποίηση παράνομων αποδεικτικών μέσων, που αποκτήθηκαν με την παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων, αφού η παρακολούθηση των τηλεφωνικών του συνδιαλέξεων έγινε χωρίς να έχει διαταχθεί προηγουμένως με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών η άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών του συνδιαλέξεων. β) ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του Ν. 2472/1997 για τα προσωπικά του δεδομένα, γ) ότι παραβιάστηκε η νομολογία του ΕΣΔΑ διότι με την παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων του στερήθηκε του δικαιώματος να υποβάλει ερωτήσεις σε μάρτυρες και να εξετασθεί κατ' αντιπαράσταση και έτσι παραβιάστηκε το δικαίωμά του που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε, δ) ότι εσφαλμένα εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 187 ΠΚ για συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και συγκεκριμένα εσφαλμένα εφαρμόστηκε ο Ν. 2928/2001, που ισχύει από 27-6-2001, ενώ η αποδιδομένη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάιο του έτους 2001 έως 14-6-2002 και δεν υπάρχουν τα τρία κριτήρια που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της συγκρότησης κ.λ.π. εγκληματικής οργάνωσης δηλαδή το ποιοτικό (δομημένη ομάδα) το ποσοτικό (τρία ή περισσότερα πρόσωπα) και το χρονικό (διάρκεια δράσης), ε) ότι στην καταδίκη του συνετέλεσε η αναληθής κατάθεση του αστυνομικού Γ. Κ., στ) ότι εξετάστηκαν ως μάρτυρες στο ακροατήριο ο αστυνομικός Γ. Κ. και ο υπάλληλος του ΣΔΟΕ Γ. Π., οι οποίοι είχαν ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα, κατά παράβαση του άρθρου 211 ΚΠοινΔ, ζ) ότι στηρίχθηκε η ενοχή του αποκλειστικά στην απολογία του συγκατηγορουμένου του Κ. Σ.. Οι παραπάνω λόγοι της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας με στοιχεία α-β-δ-στ και ζ, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον και αληθινοί υποτιθέμενοι, δεν εμπίπτουν σ' ένα από τους αναφερόμενους στο άρθρο 525 ΚΠοινΔ λόγους επανάληψης της διαδικασίας και μόνο ως λόγοι αναιρέσεως θα μπορούσαν να προβληθούν. Ο τρίτος λόγος ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα του, που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε, θα μπορούσε να θεμελιώσει λόγο επανάληψης αν είχε εκδοθεί γι' αυτό απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), προϋπόθεση που δεν υφίσταται στην προκειμένη υπόθεση. Τέλος ο πέμπτος λόγος, καθόσον αφορά την κατάθεση του αστυνομικού Γ. Κ., θα μπορούσε να θεμελιώσει λόγο επανάληψης αν η αποδιδόμενη στο μάρτυρα ψευδορκία αποδεικνυόταν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, προϋπόθεση που δεν υφίσταται στην προκειμένη υπόθεση, ούτε ο αιτών ισχυρίζεται ότι δεν απαγγέλθηκε τέτοια απόφαση για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 525 ΚΠοινΔ. Επομένως και οι τρίτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη, να απορριφθεί το από 25-11-2010 αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο αιτών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η από 25-11-2010 αίτηση του Α. Κ. του Γ., κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης …, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη με αριθμ. 63-65-95/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. 2) Να απορριφθεί το από 25-11-2010 αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο αιτών. Και
3) Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17-5-2011 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κοτζαμάνη".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, το οποίο, πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι εκείνες, που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή, σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, αφού στρέφεται κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω, οι κατά την παρ. 1 αρ. 3 του άρθρου 925 Κ.Π.Δ. αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροληψίας και της παράβασης καθήκοντος, πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός εάν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι, που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη. Δηλαδή, για να χωρήσει επανάληψη της διαδικασίας, κατά την πιο πάνω περίπτωση είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας κ.λ.π. με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, η οποία καταδικάζει τον ένοχο (ΑΠ 1509/2010, ΑΠ 1490/2006). Τέλος, κατά την παρ. 1 περ. 5 της πιο πάνω διάταξης, η διαδικασία επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου "αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε". Κατά ταύτα, απαιτείται απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, και όχι απλή αναφορά στην αίτηση επανάληψης αιτιάσεων, οι οποίες κατά τον αιτούντα, θα ήταν δυνατόν να αποτελέσουν περιεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Στην προκείμενη περίπτωση εισάγεται για κρίση η από 25.11.2010 αίτηση του κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης … Α. Κ. του Γ., με την οποία αυτός ζητά την, προς το συμφέρον του, επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 63-65-95/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε Α) στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 200.000 ευρώ, για τις πράξεις α) της οργάνωσης, κατεύθυνσης και εποπτείας παραλαβής δεμάτων με ναρκωτικές ουσίες κατά συναυτουργία, β) κατοχής και γ) μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία, κατ' επάγγελμα από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο και Β) σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για την πράξη της συγκρότησης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση. Η παραπάνω απόφαση είναι, ήδη, αμετάκλητη, εφ' όσον η κατ' αυτής αναίρεση του ήδη αιτούντα απορρίφθηκε με τη με αριθμό 626/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στην παραπάνω αίτηση αναφέρεται, ότι η επανάληψη της διαδικασίας, είναι αναγκαία γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση "... τιτρώσκεται τόσον από λάθος εκτιμήσεις, όσον και από νομικά σφάλματα ...". Ειδικότερα, ο αιτών προβάλλει πως η διαδικασία πρέπει να επαναληφθεί, διότι: 1) το δικαστήριο επλανήθη, 2) παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Ν. 2472/1997, για τα προσωπικά του δεδομένα, παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, γιατί: α) κρίθηκε η υπόθεσή του παράτυπα, εφ' όσον χρησιμοποιήθηκαν παράνομα αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν με παρακολούθηση των τηλεφωνικών του συνδιαλέξεων, β) η παραβίαση του τηλεφωνικού του απορρήτου έγινε χωρίς να έχει προϋπάρξει βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, 4) παραβιάστηκε η νομολογία του ΕΣΔΑ, εφ' όσον, με την παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνομιλιών του, δεν είχε το δικαίωμα να υποβάλει ερωτήσεις σε μάρτυρες, ούτε να εξεταστεί κατ' αντιπαράσταση με επακόλουθο να μην υπάρχει δίκαιος χαρακτήρας της τηρηθείσας διαδικασίας, 5) εσφαλμένα εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 187 ΠΚ για τη συγκρότηση σε εγκληματική οργάνωση, ειδικότερα δε κακώς εφαρμόστηκε ο νόμος 2928/2001, ο οποίος ισχύει από 27.6.2001, ενώ η αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάϊο του έτους 2001 έως 14.6.2002, ενώ δεν υπάρχουν τα τρία αναγκαία κριτήρια, τα οποία απαιτούνται για να συγκροτηθεί το κακούργημα της συγκρότησης κ.λ.π. εγκληματικής ομάδας, δηλαδή το ποιοτικό (υποδομή και οργάνωση ομάδας), το ποσοτικό (πλείονα πρόσωπα, όχι όμως συγκρότηση από άγνωστους αλλοδαπούς) και το χρονικό (βάθος χρόνου), 6) η καταδίκη του στηρίχτηκε στην κατάθεση του αστυνομικού Γ. Κ., η οποία ήτο αναληθής, ο μάρτυς δε, δεν απεκάλυψε τις πηγές των πληροφοριών του, 7) παράνομα εξετάστηκαν ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) ο πιο πάνω αστυνομικός Γ. Κ., γιατί είχε ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα στην υπόθεση και β) ο υπάλληλος του ΣΔΟΕ Γ. Π., ο οποίος, επίσης είχε ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα, κατά παράβαση του άρθρου 211 Κ.Π.Δ., 8) η ενοχή του στηρίχτηκε, αποκλειστικά και μόνο, στην απολογία του συγκατηγορουμένου του Κ. Σ.. Πέραν των παραπάνω προσαπτομένων στην προεκτεθείσα απόφαση πλημμελειών, ο αιτών, εκφράζει κρίσεις για τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης αυτής, αξιολογήσεις της συμπεριφοράς του συγκατηγορουμένου του Κ. Σ. και περιγράφει την οικογενειακή του κατάσταση. Σύμφωνα, όμως, με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, οι με στοιχεία 1, 2, 3, 5, 7 και 8 λόγοι επανάληψης της διαδικασίας δεν εμπίπτουν σε κάποιον από τους αναφερόμενους λόγους επανάληψης της διαδικασίας, ακόμη και αν θα εθεωρούντο αληθείς. Αντίθετα, οι παραπάνω λόγοι, θα μπορούσαν να προβληθούν παραδεκτά, ως λόγοι αναιρέσεως. Ο με στοιχείο 4 λόγος, δεν μπορεί ωσαύτως να θεμελιώσει λόγο επανάληψης, εφ' όσον δεν έχει εκδοθεί σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), πράγμα που απαιτείται ως προϋπόθεση για την ευδοκίμηση του σχετικού λόγου επανάληψης. Επίσης, αναφορικά με τον με στοιχείο 6 λόγο θα μπορούσε να κριθεί πώς θα ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί, αν η αποδιδόμενη στον πιο πάνω μάρτυρα ανακριβής κατάθεση και απόκρυψη γεγονότων, αν είχε ως συνέπεια την καταδίκη του, αμετάκλητα, για ψευδορκία. Τέτοια όμως δεν υφίσταται, ούτε ο αιτών προβάλλει πως δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση για τους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 525 παράγραφος 2 Κ.Π.Δ. Συνακόλουθα, όλοι οι λόγοι της ένδικης αίτησης πρέπει ν' απορριφθούν, ως απαράδεκτοι. Μετά απ' αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα του αιτούντος για την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε, με βάση την παραπάνω απόφαση, εφ' όσον, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ, προϋπόθεση της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, η οποία εκτίεται σύμφωνα με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας είναι η ευδοκίμηση της τελευταίας. Εδώ, σημειώνεται, πως ο αιτών κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησής του (βλ. από 19.5.2011 αποδεικτικό επίδοσης του ..., υπαλλήλου στο Κ.Κ.Χαλκίδας). Όμως, ο ίδιος, με την από 23.6.2011 υπεύθυνη δήλωσή του, δήλωσε ότι: α) δεν επιθυμεί να παραστεί κατά την δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, β) θα τον εκπροσωπήσει ο δικηγόρος Αθηνών Γ.Παπαϊωάννου, ο οποίος δεν παρέστη. Μετά από αυτά πρέπει να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει: α) την από 25.11.2010 αίτηση του Α. Κ. του Γ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε αμετάκλητα με τη με αριθμό 63-65-95/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και β) το από 25.11.2010 αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ποινής. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη της διαδικασίας (άρθρο 525 ΚΠΔ). Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως. Αποδιδόμενες στην απόφαση νομικές και ουσιαστικές πλημμέλειες δεν συνιστούν λόγους επανάληψης της διαδικασίας. Απόρριψη αιτήματος αναστολής εκτέλεσης της ποινής (άρθρ. 529 ΚΠΔ).
| null | null | 1
|
Αριθμός 1136/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Ιουλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Φ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπακωνσταντίνου, για αναίρεση της με αριθμό 11120/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 676/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11120/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, επί πλημμελημάτων, Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για την πράξη της παράνομης κατακράτησης από κοινού, έχει ασκηθεί νόμιμα, από τον νομίμως ορισθέντα προς τούτο αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος δικηγόρο Ιω. Χαρέμη και με εμπρόθεσμη επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 463, 465παρ. 1α', 473 παρ. 2 και 3, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 περ. α' του ΚΠΔ). Επομένως η αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 325 του ΠΚ, κατά την οποία όποιος με πρόθεση κατακρατεί άλλον χωρίς τη θέλησή του ή του στερεί με άλλον τρόπο την ελευθερία της κινήσεώς του τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή ποινές, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράνομης κατακράτησης που προβλέπεται από αυτήν απαιτείται αντικειμενικώς μεν παράνομη αποστέρηση έστω και για ελάχιστο χρόνο της ελευθερίας κινήσεως του παθόντος, χωρίς τη συναίνεσή του, η οποία (αποστέρηση) πραγματώνεται είτε με την κατακράτηση του παθόντος σε περίκλειστο χώρο από τον οποίο εμποδίζεται ή άλλως πως αδυνατεί να εξέλθει, είτε με την καθ' οιονδήποτε τρόπο στέρηση της ελευθερίας κινήσεώς του στον χώρο, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή της παράνομης αποστέρησης της ελευθερίας κινήσεως του παθόντος, η οποία μπορεί να γίνει και με παράλειψη, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 15 του ΠΚ (ΑΠ 396/2008, 956/2009). Ο νομοθέτης θεσμοθέτησε τη διάταξη αυτή με σκοπό να προστατεύσει την ελεύθερη, κατά την οικεία κρίση και βούληση, κίνηση του προσώπου, η οποία είναι συναφής προς την προσωπική ελευθερία, ώστε να τιμωρείται όποιος δεσμεύει το πρόσωπο κατά τρόπον που να αδυνατεί τούτο να μετακινηθεί στο χώρο και να στερείται έτσι την ελεύθερη επιλογή παραμονής σε ορισμένο τόπο. Ενόψει τούτων και του γεγονότος ότι ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση η στέρηση της ελεύθερης κίνησης να αναφέρεται σε περιορισμένο και συγκεκριμένο χώρο, η προρρηθείσα ελεύθερη κίνηση του προσώπου προστατεύεται χωρίς αυτή να συνδέεται με τοπικούς περιορισμούς, κατά συνέπειαν δε τελείται το ως άνω έγκλημα της παράνομης κατακράτησης και όταν κάποιος εκ προθέσεως κατακρατεί παρανόμως το διαβατήριο άλλου ώστε ο τελευταίος να μην μπορεί, παρά την αντίθετη θέλησή του, να μετακινηθεί εκτός της Χώρας, εξερχόμενος από αυτήν. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1Ε' του ΚΠΔ δόλο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για την προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο 325 του ΠΚ αξιόποινη πράξη της παράνομης κατακράτησης συνισταμένης στο ότι αυτός (κατηγορούμενος) "κατά το χρονικό διάστημα από 23.7.2003 έως 30.9.2003, από κοινού με την A.-M. A., στέρησε σε άλλον την ελευθερία της κίνησής του και δή αφαίρεσε και δεν παρέδωσε στην E.-C. B., Ρουμανικής υπηκοότητας, το διαβατήριό της, για να μην μπορεί να εξέλθει του εδαφικού χώρου της Ελλάδος". Στην κρίση του αυτή κατέλήξε το δικαστήριο αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα (αιτιολογικό) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: "Ο κατηγορούμενος και η A. A.-M. περί το μήνα Ιούλιο του έτους 2003 δημοσίευσαν στη Ρουμάνικη Εφημερίδα "COURIER ZILEI" αγγελία με την οποία ζητούταν κοπέλες νεαρές δήθεν για εργασία στην Ελλάδα. Έτσι η Ρουμάνα υπήκοος B. E. C. συναντήθηκε με την ανωτέρω A. A. στην πόλη της Ρουμανίας Pitesti, όπου η τελευταία την διαβεβαίωσε ότι θα εργαζόταν σε βιοτεχνία ρούχων στην Ελλάδα και έτσι την 23.7.2003 η άνω B. E. αεροπορικώς αφίχθηκε στην Ελλάδα, όπου την παρέλαβε ο κατηγορούμενος και την εγκατέστησε σε μισθωμένη οικία της οδού ... στην ..., μαζί με άλλη κοπέλα με το όνομα M.. Την επομένη ο κατηγορούμενος και η άνω A., που ήταν γνωστοί και από κοινού προωθούσαν αλλοδαπές την πορνεία, αφαίρεσαν το διαβατήριο από την άνω παθούσα και τότε ανακοίνωσαν σ' αυτήν ότι δεν πρόκειται να εργασθεί σε βιοτεχνία, αλλά πρέπει να εκδίδεται για λογαριασμό τους. Έτσι η άνω παθούσα υπό το κράτος απειλής του κατηγορουμένου και ανθρώπων του περιβάλλοντός του εξαναγκαζόταν να εκδίδεται για λογαριασμό του κατηγορουμένου και της ανωτέρω A. και επιχειρούσε να ξεφύγει πλην οι ανωτέρω που της είχαν αφαιρέσει το διαβατήριο δεν της το επέστρεφαν και έτσι η ανωτέρω παθούσα δεν μπορούσε να εξέλθει από τη Χώρα, παρά τις επίμονες προσπάθειές της να της αποδοθεί το διαβατήριό της από τον κατηγορούμενο και τη συνεργό του A. A., οι οποίοι της το κατακρατούσαν από την αρχή που αυτή ήλθε στην Ελλάδα (23.7.2003) μέχρι τις 30.9.2003, οπότε η άνω παθούσα δημιούργησε επεισόδιο στην άνω οικία όπου την είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος. Έτσι ο τελευταίος από κοινού ενεργώντας με την ανωτέρω A. A. καθόλο το χρονικό διάστημα από 23.7.2003 μέχρι τις 30.9.2003 στέρησαν από την ανωτέρω παθούσα την ελευθερίας κίνησής της, αφού της είχαν εκ προθέσεως αφαιρέσει το διαβατήριό της και δεν της το απέδιδαν και αυτή (παθούσα) δεν μπορούσε, ως επιθυμούσε, να εξέλθει από τη Χώρα προκειμένου να απεμπλακεί από την κατάσταση της πορνείας, που την υποχρέωναν ο κατηγορούμενος και η άνω συνεργός του A. A..
Συνεπώς πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως για την οποία κατηγορείται". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ειρημένη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 325 του ΠΚ, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον πρώτο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1Ε' του ΚΠΔ, λόγο του αναιρετηρίου. Με τον δεύτερο, από την ίδια διάταξη, λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου το ανωτέρω άρθρο 325 του ΠΚ, με το να δεχθεί στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι "... έτσι η ως άνω παθούσα, υπό το κράτος απειλής του κατηγορουμένου και ανθρώπων του περιβάλλοντός του εξαναγκαζόταν (η παθούσα) να εκδίδεται για λογαριασμό του κατηγορουμένου και της ανωτέρω A. και επιχειρούσε να ξεφύγει, πλην οι ανωτέρω που της είχαν αφαιρέσει το διαβατήριο δεν της το επέστρεφαν και έτσι η ανωτέρω παθούσα δεν μπορούσε να εξέλθει από τη Χώρα ...", χωρίς να προσδιορίζει (το Εφετείο) τη μορφή των απειλών του κατηγορουμένου προς την παθούσα, καθώς και τα πρόσωπα του περιβάλλοντός του με τα οποία επίσης ο κατηγορούμενος απειλούσε την παθούσα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ως αλυσιτελής, αφού, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, οι αναφερόμενες απειλές δεν αφορούν την πράξη της παράνομης κατακράτησης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αλλά τον εξαναγκασμό της παθούσης να εκδίδεται, πράξη όμως για την οποία εδώ δεν πρόκειται και για την οποία επομένως δεν ήταν αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός των απειλών και των προσώπων που απειλούσαν την παθούσα. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο υποστηρίζεται ότι με το κατά τα ανωτέρω διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης το Εφετείο παραβίασε επίσης εκ πλαγίου τη ρηθείσα διάταξη του άρθρου 325 του ΠΚ, παραλείποντας να αναφέρει τον τόπο τελέσεως της πράξεως, καθώς και τον περιορισμένο χώρο στον οποίον έγινε η κατακράτηση. Και τούτο διότι ο μεν τόπος τελέσεως της πράξεως του κατηγορουμένου προκύπτει σαφώς από τον συνδυασμό του διατακτικού της απόφασης με το παρατιθέμενο ως ανωτέρω αιτιολογικό της, όπου αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος αφήρεσε και κατακρατούσε το διαβατήριο της παθούσης στην επί της οδού .... στην ..., μισθωμένη οικία, όπου την είχε εγκαταστήσει και όπου την κατακρατούσε παρά τη θέλησή της, ο δε χώρος (τόπος) από τον οποίο δεν μπορούσε να μετακινηθεί η παθούσα είναι, κατά τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλομένης, "ο εδαφικός χώρος της Ελλάδος". Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας από την οποία ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, προκαλείται και όταν παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου αναγνωσθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη χωρίς να βεβαιώνεται και η αδυναμία της εμφανίσεώς του, γιατί και στην περίπτωση αυτή παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο να εξετάζει τους μάρτυρες και δημιουργείται έτσι ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ. Η εναντίωση του κατηγορουμένου στην ανάγνωση αυτή αποτελεί μεν βουλητική εκδήλωση που εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 2 του ΚΠΔ, μπορεί όμως να μη λαμβάνεται υπόψη όταν ο κατηγορούμενος ρηματικά και μόνον εναντιώνεται στην ανάγνωση, χωρίς να εξειδικεύει και να προσδιορίζει σε τι συνίστανται οι αντιρρήσεις του και κατά τι παραβλάπτονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα από την ανάγνωση τέτοιας μαρτυρικής κατάθεσης (ΑΠ 2494/2008), πολλώ δε μάλλον όταν ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά την οποία δεν εναντιώθηκε στην ανάγνωση τέτοιας κατάθεσης, επισημαίνει ότι η ανάγνωση της κατάθεσης αυτής παραβλάπτει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη και τα ταυτάριθμα πρακτικά του δικαστηρίου που την εξέδωσε, το δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του αφού έλαβε υπόψη μεταξύ των άλλων και τις μαρτυρικές καταθέσεις των B. F.-A. και S. S.-M., που είχαν δοθεί στην προδικασία χωρίς να διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι η εμφάνιση των μαρτύρων αυτών στο ακροατήριο ήταν αδύνατη και αν οι καταθέσεις αυτές ήταν στην Ελληνική ή την Ρουμανική γλώσσα. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και τα ειρημένα πρακτικά συνεδριάσεως του Εφετείου προκύπτει περαιτέρω ότι α) οι ανωτέρω καταθέσεις είναι ειλημμένες και έχουν γραφτεί στην Ελληνική γλώσσα, και ότι β) ο ένας από τους συνηγόρους υπεράσπισης του κατηγορουμένου δεν εναντιώθηκε καθόλου στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, αλλά σχολίασε και το περιεχόμενό τους, ο δε έτερος, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά την αγόρευσή του και χωρίς επίσης να έχει προηγουμένως εναντιωθεί στην ανάγνωση, ισχυρίστηκε (ανέφερε) ότι "είναι παραβίαση δικαιωμάτων η ανάγνωση των καταθέσεων". Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε νομίμως το δικαστήριο της ουσίας ανέγνωσε τις ειρημένες καταθέσεις που είχαν ληφθεί κατά την προδικασία και δεν δημιουργήθηκε από την ανάγνωση αυτή (απόλυτη) ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1α' του ΚΠΔ τέταρτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα αναφερόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.5.2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11120/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράνομη κατακράτηση. Στοιχεία της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Έννοια στερήσεως ελευθερίας κινήσεως. Δεν συνδέεται με τοπικούς περιορισμούς. Το έγκλημα στοιχειοθετείται και με την εκ προθέσεως κατακράτηση του διαβατηρίου και την μη απόδοσή του στο δικαιούχο με αποτέλεσμα να στερείται ο τελευταίος την ελευθερία κινήσεώς του προς το εξωτερικό (έξοδος από τη χώρα). Ποινική δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Ιδίως προϋποθέσεις για την επιτρεπτή ανάγνωση στο ακροατήριο μαρτυρικής κατάθεσης που δόθηκε κατά την προδικασία. Δεν αρκεί απλή «ρηματική» εναντίωση του κατηγορουμένου Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 11120/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1134/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Ιουλίου, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Ψ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Τζαννετή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 89942/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 497/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 89942/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών για παράβαση του ΠΔ 17/18-1-1996 "περί μέτρων για τη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία", έχει ασκηθεί νόμιμα, με δήλωση του συνηγόρου του που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία (δήλωση) επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και εμπρόθεσμα (αρθρ. 463, 465 παρ.2 εδ.α', 473 παρ.2 και 3, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ.α' του ΚΠΔ). Επομένως η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 130 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις για την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την κατά τα ανωτέρω, επομένως, πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του π.δ. 17/18-1-1996 "περί μέτρων για τη βελτίωση της υγείας και την ασφάλιση των εργαζομένων κατά την εργασία", στο άρθρο 16 παρ.2 του οποίου ορίζεται ότι σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή κ.λπ. που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 του ν. 2224/94, απαιτείται να προσδιορίζεται εκτός των άλλων και η ιδιότητα του υποχρέου, ως εργοδότη, εφόσον όμως εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, όπως και η ανώνυμη εταιρεία, θα πρέπει να προσδιορίζεται η ιδιότητα του υπόχρεου φυσικού προσώπου ως νομίμου εκπροσώπου, του νομικού προσώπου, ώστε να ανακύπτει η νομική υποχρέωσή του για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, και δεν αρκεί ο χαρακτηρισμός του προσώπου ως εργοδότη, οπότε δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωσή του και ιδρύεται ο ανωτέρω, εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 453/2010, 1081/2009).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει (από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 89942/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με αυτήν σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών για παράβαση του ειρημένου π.δ. 17/18-1-1996, πράξη που τέλεσε στην …, την 1-8-2003, κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα στην απόφαση αυτή, στην αιτιολογία δε της ίδιας (προσβαλλόμενης) απόφασης αναφέρεται ότι την πράξη αυτή τέλεσε ο αναιρεσείων "υπό την ιδιότητά του ως εργοδότη-υπευθύνου στην ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΤΕΚΑ Α.Ε.", η οποία εκτελούσε έργα επί της οδού ..., στην …, και στο εκεί ευρισκόμενο εργοτάξιό της ...". Η αιτιολογία όμως αυτής της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι η κατά τα προεκτεθέντα απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα της Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, αν και πρόκειται για εταιρική και όχι για ατομική επιχείρηση, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα του αναιρεσείοντος η οποία και δεν αναφέρεται, ως νομίμου εκπροσώπου της ειρημένης ανώνυμης εταιρείας και η εντεύθεν υποχρέωσή του για τη λήψη των κατά το ανωτέρω π.δ. 17/18-1-1996 αναγκαίων μέτρων, αλλά αναφέρεται απλώς η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως "εργοδότη-υπεύθυνου" της ειρημένης ανώνυμης τεχνικής εταιρείας, πράγμα που όμως δεν αρκεί, όπως προαναφέρθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας. Επομένως και κατά παραδοχήν του σχετικού, από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ΚΠΔ, πρώτου λόγου αναιρέσεως, μετά την οποία και παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση (αρθρ. 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 89942/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση π.δ. 17/18-1-1996 «περί μέτρων για τη βελτίωση της υγείας κλπ των εργαζομένων κατά την εργασία». Ποινική δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εργοδότης - νομικό πρόσωπο. Πρέπει να προσδιορίζεται η ιδιότητα του φυσικού προσώπου ως νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 89942/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τον ως άνω λόγο, επειδή, αν και πρόκειται για εργοδότη - νομικό πρόσωπο, δεν προκύπτει αν ο καταδικασθείς αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του νομικού εκπροσώπου του νομικού προσώπου – εργοδότη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1132/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεράσιμο Φουρλάνο-Εισηγητής, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Ιουλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου B. D. του N., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 146/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών.
Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 750/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα με αριθμό 168/24-6-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 στοιχ. α', 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ, την 493/16.5.2011 αίτηση του B. D. του N., για αναίρεση του 146/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό. Μετά δε την κατάργηση του άρθρου 482 του ΚΠΔ με το άρθρο 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010, που ισχύει, κατά το άρθρο 38 αυτού, από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 23.12.2010, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ...".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση του κατηγορουμένου B. D. του N., πλήττεται το 146/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η 2/30.11.2010 έφεση αυτού κατά του 45/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καλαβρύτων, δυνάμει του οποίου έχει παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε κατάσταση ψυχικής ορμής και παράνομη είσοδο στη Χώρα. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, το προσβαλλόμενο βούλευμα που εκδόθηκε στις 5.5.2011, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010, με την οποία καταργήθηκε το άρθρο 482 του ΚΠΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον κατηγορούμενο. Επομένως, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η 493/16.5.2011 αίτηση του B. D. του N., για αναίρεση του 146/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα, 24 Ιουνίου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 462 και 463 ΚΠΔ: Α)τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά βουλευμάτων ... είναι: α)... β)αναίρεση και β)ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει, ρητά το δικαίωμα αυτό. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 482 ΚΠΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την κατάργησή της κατά τα αναφερθησόμενα, ορίζονταν οι προϋποθέσεις, για την άσκηση αίτησης αναίρεσης του βουλεύματος από τους διαδίκους. Επακολούθησε ο Ν. 3904/2010, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έγινε στις 23-12-2010. Στο άρθρο 34 του παραπάνω νόμου αναφέρεται ότι από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται: α)... β)... γ)τα άρθρα ... 482 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επομένως, από την πιο πάνω ημερομηνία, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση του παραπεμπτικού βουλεύματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠοινΔ όταν το ένδικο μέσο αιτήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος, που έχει προσβληθεί ...".
Στην παρούσα περίπτωση, ανάγεται προς κρίση αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου B. D. του N. κατά του με αριθμό 146/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφτηκε στην ουσία η 2/30-11-2010 έφεση αυτού κατά του με αριθμό 45/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καλαβρύτων, με βάση το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών για ανθρωποκτονία από πρόθεση, σε κατάσταση ψυχικής ορμής και παράνομη είσοδο στη χώρα. Το προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε στις 5 Μαΐου 2011, δηλαδή σε χρόνο, που ίσχυε η διάταξη του άρθρου 34 εδ.γ' του Ν.3904/2010 και, έτσι, αφού είχε καταργηθεί η διάταξη του άρθρου 482 ΚΠΔ το πιο πάνω βούλευμα δεν υπέκειτο σε αναίρεση από τον κατηγορούμενο. Διευκρινίζεται, ότι, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της δικογραφίας βεβαίωση της αρμοδίας Γραμματέως είχε ειδοποιηθεί σχετικά με την παρούσα συζήτηση, από 27-6-2011, ο αντίκλητος δικηγόρος του κατηγορούμενου. Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (αρθρ. 476 παρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 493/16-5-2011 αίτηση του B. D. του N. για αναίρεση του με αριθμό 146/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης από κατηγορούμενο κατά παραπεμπτικού βουλεύματος. Απαράδεκτη μετά την κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠΔ από το άρθρο 34 εδ. γ Ν. 3904/2010. Κρίσιμος ο χρόνος έκδοσης του προσβαλλόμενου βουλεύματος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1129/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρτκτόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με τη με αριθμό 47/11.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπαλάμπρου, για αναίρεση της με αριθμό 1606Α-1656/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Κ. του Π., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πολυχρονόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου2011 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 21 Απριλίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγω αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 187/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27.1.2011 αίτηση αναίρεσης του Ι. Π. του Μ. κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 1606Α-1656/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με αυτή θα εξετασθούν και οι από 21.4.2011 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που άσκησε παραδεκτά ο ανωτέρω κατηγορούμενος αναιρεσείων με ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 509 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ. "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι1 αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται, αντικειμενικώς, η καταμηνυόμενη ή αναφερόμενη στην αρχή πράξη να συνιστά έγκλημα ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης - επίγνωσης) ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον του ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει επίσης ότι για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στη περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού Κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι υπάρχει κατ' εξακολούθηση τέλεση ενός εγκλήματος όταν οι μερικότερες πράξεις που αφορούν το ίδιο έγκλημα και απέχουν χρονικώς η μία από την άλλη, συνδέονται μεταξύ τους με ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών απόφασης, δηλαδή με "ενότητα δόλου" του δράστη, που εξαρχής καταλαμβάνει το σύνολο των μερικωτέρων πράξεων.
Στην ανωτέρω περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει μία και μόνο ποινή, λαμβάνοντας υπόψη για την επιμέτρησή της το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή δεν είναι νόμιμος ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 1606Α, 1656/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"Ο Οργανισμός Κεντρικής Λαχαναγοράς Πατρών (Ο.Κ.Λ.Π.) που είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου ανέθεσε, μετά από επαναδημοπράτηση, με την από 9.12.1982 έγγραφη σύμβαση στην Κοινοπραξία "Ι. Π. - Κ. Γ.", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο κατηγορούμενος, την εκτέλεση του έργου "Αποπεράτωση Νέας Κεντρικής Λαχαναγοράς Πατρών". Ο αρχικός προϋπολογισμός του έργου ήταν 27.622.779 δραχμές με έκπτωση 27,18% και αρχική προθεσμία περαίωσης του η 30-6-1984, μέχρι δε την ολοκλήρωση του έργου /συντάχθηκαν 11 Συγκριτικοί Πίνακες, ο τελευταίος με την με αριθ. 382/20-12-1991 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, προϋπολογισμού 558.000.000 δραχμών. Διευθύνουσα Υπηρεσία κατά την κατά την έναρξη εκτέλεσης του έργου και μέχρι και την ολοκλήρωση της κατασκευής του περίοδο ήταν η Περιφερειακή Διεύθυνση Εγγείων Βελτιώσεων (ν.Π.Δ.Ε.Β. - Τμήμα Κατασκευών του Υπουργείου Γεωργίας) η οποία παρέμεινε ως Διευθύνουσα μέχρι την κατάργηση της στις 31-8-1997 με τον Ν. 2503/1997, ακολούθως δε η Διεύθυνση Ελέγχου Κατασκευής Έργων (Δ.Ε.Κ.Ε.) της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος στην οποία υπηρετούσε ως υπάλληλος, πολιτικός μηχανικός ο μηνυτής. Με την με αριθ. 905/οικ./31-1-2001 απόφαση του Διευθυντή της εν λόγω Δ.Ε.Κ.Ε. καθορίσθηκε ως αρμόδιο τμήμα της Δ.Ε.Κ.Ε., για την εκκαθάριση της εργολαβίας, το Τμήμα Εποπτείας Συγκοινωνιακών Έργων (Τ.Ε.Σ.Ε.) και ορίσθηκε 5μελής Επιτροπή εκκαθαρίσεως του έργου, στην οποία μετείχε ως μέλος και ο μηνυτής. Προϊσταμένη Αρχή ήταν η Διεύθυνση Έργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας. Στις 22-2-1993 συντάχθηκε η βεβαίωση περαίωσης των εργασιών του έργου και στη συνέχεια ορίσθηκε Επιτροπή παραλαβής του, στην οποία η ανάδοχος Κοινοπραξία, κατά το στάδιο της παραλαβής, έθεσε τέσσερα αιτήματα για εξέταση, από τα οποία έγιναν δεκτά τα τρία μεταξύ των οποίων και το αίτημα να της αναγνωρισθεί αποζημίωση για τη φύλαξη του έργου. Το Πρωτόκολλο παραλαβής του έργου υπεγράφη από την Επιτροπή, την ανάδοχο και τους επιβλέποντες στις 17-12-1993 και διαβιβάσθηκε στη Διευθύνουσα Υπηρεσία, η οποία στις 15-2-1994 διαβίβασε αυτό προς γνωμοδότηση στον κύριο του έργου (Ο.Κ.Λ.Π.) που όμως αδυνατούσε να γνωμοδοτήσει λόγω έλλειψης Διοικητικού Συμβουλίου. Το εν λόγω πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής διαβιβάσθηκε στην Προϊσταμένη Αρχή στις 23-5-1995 και εγκρίθηκε εν μέρει την 7-7-1995 με την 210/1995 απόφαση αυτής. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκαν τα αιτήματα που είχε υποβάλει κατά το στάδιο της παραλαβής του έργου η ανάδοχος, τα οποία είχε κάνει δεκτά η Επιτροπή Παραλαβής, Κατά της απόφασης αυτής η ανάδοχος υπέβαλε ένσταση που απορρίφθηκε σιωπηρά από την Προϊσταμένη Αρχή και κατόπιν αίτηση θεραπείας που απορρίφθηκε επίσης σιωπηρά από τον Υπουργό Γεωργίας. Προσφυγή που άσκησε κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης της αίτησης θεραπείας αυτής απορρίφθηκε κατά ένα μέρος από το Διοικητικό Εφετείο Πατρών με την με αριθ. 418/1998 απόφαση του, με την αιτιολογία ότι το αίτημα της, ότι η αναθεώρηση των τιμών έπρεπε να υπολογισθεί όχι με τους συντελεστές του χρόνου εκτελέσεως των εργασιών, όπως έκανε η Υπηρεσία, αλλά με τους συντελεστές του χρόνου πληρωμής, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Ν.Δ. 1266/1972, ώστε να μην υποστεί ζημία κυρίως από σημαντική ανατίμηση υλικών και ημερομισθίων, ήταν αβάσιμο. Η απόφαση αυτή του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης αναίρεσης της αναδόχου, αναιρέθηκε, με την 1093/2005 απόφαση του Σ.τ.Ε., ως μη νομίμως αιτιολογημένη για τον λόγο ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν εξέτασε αν πράγματι το ως άνω αίτημα της αναδόχου προς πληρωμή, των ένδικων εργασιών υποβλήθηκε, λόγω υπαιτιότητας της Διοίκησης, μετά την πάροδο του αναθεωρητικού τριμήνου του χρόνου εκτελέσεως αυτών και μάλιστα σε χρόνο που, λόγω της, εν τω μεταξύ επελθούσας μεταβολής των τιμών, η οφειλόμενη από την ανάδοχο παροχή κατέστη υπέρμετρα επαχθής, σε βαθμό που να υπερβαίνει τον, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δυνάμενο να αναληφθεί απ' αυτήν κίνδυνο. Στο μεταξύ στις 16-6-1994 η ανάδοχος υπέβαλε στη Διευθύνουσα την 48η Πιστοποίηση ποσού 293.640,870 δραχμών καθώς και σχέδιο του 12ου Σ.Π. Στην πιστοποίηση περιλαμβάνονταν εργασίες και δαπάνες που έγιναν αποδεκτές με το ως άνω πρωτόκολλο παραλαβής, αλλά ήταν υπερσυμβατικές σε σχέση προς τον εγκεκριμένο 11° Σ.Π., καθώς επίσης και συγκεντρωτικός πίνακας με τα ποσά αναθεώρησης των εργασιών ανά τρίμηνο, χωρίς όμως αυτός να συνοδεύεται από πίνακες διαχωρισμού των εργασιών σε τρίμηνα και φύλλα αναλυτικού υπολογισμού της αναθεώρησης, όπως και πίνακα υπολογισμού των τόκων υπερημερίας. Η Διευθύνουσα επέστρεψε στην ανάδοχο την εν λόγω 48η Πιστοποίηση και το σχέδιο του 12ου Σ.Π., με το με αριθ. 1744-5/21-6-1994 έγγραφο της, ανέλεγκτα, για το λόγο το Πρωτόκολλο παραλαβής και η 48η Πιστοποίηση περιλάμβαναν εργασίες που δεν είχαν εγκριθεί αρμοδίως. Κατά της πράξης της επιστροφής της η ανάδοχος άσκησε ένσταση και ακολούθως, κατά της σιωπηρής απόρριψης αυτής αίτηση θεραπείας, που απορρίφθηκε καταρχήν σιωπηρώς και στη συνέχεια ρητώς με την Δβ/102/208/620/17-4-1995 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Προσφυγή που άσκησε, ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου κατά της ως άνω απόρριψης της αίτησης θεραπείας της η ανάδοχος, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή με την 416/1998 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε ότι το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής της οικείας Επιτροπής έπρεπε να θεωρηθεί ως αυτοδικαίως εγκριθέν από 16-5-1994, δηλαδή μετά την πάροδο απράκτου τριμήνου από τις 15-2-1994 που υποβλήθηκε για έγκριση και ότι η 210/7-7-1995 πράξη της Προϊσταμένης Αρχής, με την οποία εγκρίθηκε κατά ένα μέρος το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής, εστερείτο εννόμων συνεπειών αφού, ως απλώς επιβεβαιωτική πράξη, δεν μπορούσε να τροποποιήσει το αυτοδικαίως εγκριθέν πρωτόκολλο, ανέπεμψε δε την υπόθεση στη Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία προκειμένου, ενόψει του ότι η 48η Πιστοποίηση είχε επιστραφεί ανέλεγκτη, να προβεί σε έλεγχο της, σε έγκριση ή μη αυτής και, σε περίπτωση που δεν προέκυπταν ασάφειες ή ανακρίβειες αυτής, ο τόκος υπερημερίας να υπολογισθεί μετά την πάροδο 2 μηνών από την ημερομηνία της υποβολής της για έγκριση (16-6-1994). Η ως άνω απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου επικυρώθηκε με την 1627/2003 απόφαση του Σ.τ.Ε., με την οποία απορρίφθηκε η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως. Στο μεταξύ στις 12-1-1996 συντάχθηκε από την Διευθύνουσα και εγκρίθηκε ο 12ος Σ.Π. και το 12° Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε, με βάση το Πρωτόκολλο Παραλαβής όπως αυτό είχε εγκριθεί με την κατά τα ανωτέρω Πράξης της Προϊσταμένης Αρχής. Κατά των πράξεων αυτών η ανάδοχος άσκησε ένσταση και ακολούθως, κατά της σιωπηρής απόρριψης της, την από 28-6-1996 αίτηση θεραπείας, η οποία επίσης απορρίφθηκε σιωπηρώς. Με την προσφυγή της, που άσκησε κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης της αίτησης της, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να περιληφθούν στον 12° Σ.Π. όλες οι εργασίες που εκτελέσθηκαν με υπέρβαση των εγκεκριμένων ποσοτήτων του 11ου Σ.Π. καθώς και οι νέες εργασίες του 12ου Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. με την εφαρμογή της αρνητικής έκπτωσης 28% που είχε συμφωνηθεί και στους προηγούμενους 8° - 11° Σ.Π. οι οποίοι με τα αντίστοιχα Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. είχαν εγκριθεί και καταστεί συμβατικά τεύχη. Το Διοικητικό Εφετείο Πατρών, με την 418/1998 απόφαση του, έκρινε ότι έπρεπε να περιληφθούν στον 12° Σ.Π. οι ανωτέρω εργασίες με τηνσυμφωνηθείσα στους προηγούμενους Σ.Π. (8-11) αρνητική έκπτωση 28%, ανέπεμψε δε την υπόθεση στην Υπηρεσία προκειμένου αυτή να υπολογίσει τις ως άνω εργασίες του 12ου Σ.Π. με την αρνητική έκπτωση 28%. Η απόφαση αυτή κατά το μέρος που αφορούσε την αρνητική έκπτωση στις εργασίες του 12ου Σ.Π., κατόπιν αίτησης αναίρεσης των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, αναιρέθηκε με την 1628/2003 απόφαση του Σ.τ.Ε., με την αιτιολογία ότι δεν ήταν νόμιμη διότι δεν επρόκειτο για απαιτήσεις της αναδόχου από προηγούμενους Σ.Π. και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. τα δεδομένα των οποίων, όσον αφορά τις εργασίες και την αξία τους, εφ' όσον είχαν οριστικοποιηθεί, δεν ήταν δυνατόν να ανατραπούν μονομερώς από την Υπηρεσία εξ αφορμής καταρτίσεως νέων πινάκων, αλλά για εργασίες :πέραν εκείνων που είχαν περιληφθεί στους προηγούμενους Σ.Π, για τις οποίες η Υπηρεσία, λόγω της αυτοτέλειας των πινάκων, δεν δεσμεύονταν, ως προς τις ποσότητες, το είδος και την αξία των εργασιών αυτών, από όσα είχε συμφωνήσει με την ανάδοχο σε προηγούμενους πίνακες. ΕΠΕΙΔΗ, όπως αναφέρεται στο με αριθ.πρωτ. 10080/31-12-2002 έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας προς το ως άνω Δικαστήριο, στο οποίο διατυπώνονται οι απόψεις της επί των λόγων της προσφυγής, η Υπηρεσία αυτή δεν εχώρησε στην άμεση εκτέλεση των ανωτέρω τριών αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πατρών (416,417 και 418/1998) και τούτο διότι τόσο ο κύριος του έργου όσο και το Ελληνικό Δημόσιο άσκησαν κατ' αυτών αιτήσεις αναίρεσης, τελικώς δε στις 26-4-2000 η ΔΕΚΕ της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος (τότε Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία) συνέταξε εκ νέου τον 12 Σ.Π. προϋπολογισμού 644.000.000 δρχ., δηλαδή με υπέρβαση 86.000.000 δραχμών σε σχέση προς τον 11° Σ.Π., εσπευσμένα (όπως αναφέρεται στο ανωτέρω έγγραφο) και χωρίς να έχει γίνει έλεγχος και εκκαθάριση του έργου λόγω της δικαστικής εκκρεμότητας (των αιτήσεων αναιρέσεως στο Σ.τ.Ε.) αλλά με βάση τις απαιτήσεις της αναδόχου όπως αυτές εμφαίνονταν στην ανέλεγκτη 48η Πιστοποίηση. Τούτο έλαβε χώρα, όπως αναφέρεται στο παραπάνω έγγραφο διότι, με βάση την 416/1998 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, οι όποιες ενδεχομένως απαιτήσεις της αναδόχου, που θα προέκυπταν τελικά από τον έλεγχο της 48ης πιστοποίησης θα επιβαρύνονταν με υψηλούς τόκους υπερημερίας και επομένως έπρεπε να πληρωθούν το ταχύτερο δυνατό μετά την εκδίκαση των αναιρέσεων από το Σ.τ.Ε. Κατά του Σ.Π. όπως συντάχθηκε, η ανάδοχος άσκησε ένσταση θέτοντας και τέσσερα αιτήματα, μεταξύ των οποίων και αίτημα να της καταβληθούν τόκοι υπερημερίας με ανατοκισμό. Στις 17-1-2001 η Προϊσταμένη Αρχή ενέκρινε, παρά την αντίθετη άποψη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, τον πιο πάνω 12° Σ.Π., με συνολικό αντικείμενο 1.046.000.000 δρχ., δηλαδή με υπέρβαση 488.000.000 δρχ. και έκανε δεκτό, εκτός των άλλων, το αίτημα της αναδόχου να της καταβληθούν τόκοι υπερημερίας με ανατοκισμό. Κατά της απόφασης έγκρισης του ανωτέρω Σ.Π. (12ου) ο κύριος του έργου (Ο.Κ.Λ,Π.) άσκησε, στις 16-2-2001, αίτηση θεραπείας επιδιώκοντας την ακύρωση του όπως εγκρίθηκε από την Προϊσταμένη Αρχή και την έγκριση του όπως υποβλήθηκε από την Διευθύνουσα Υπηρεσία. Η αίτηση αυτή έγινε κατά ένα μέρος δεκτή με την με αριθ.10385/20γ/534/18-5-2001 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, κατά της οποίας η ανάδοχος άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, που έγινε δεκτή με την 384/2006 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η ανωτέρω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας για παράλειψη ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσης της (κλήση της αναδόχου στο Τεχνικό Συμβούλιο - Κ.Γ.Σ.Ε.Ε. - του αυτού Υπουργείου κατά την συζήτηση της υπόθεσης προκειμένου να γνωμοδοτήσει τούτο), αναπέμφθηκε δε η υπόθεση στην Διοίκηση προκειμένου να επαναληφθεί η διαδικασία με την τήρηση του τύπου αυτού.
ΕΠΕΙΔΗ, στο μεταξύ, την 11-1-2001 κοινοποιήθηκε στη Διευθύνουσα Υπηρεσία η με αριθ. 9187/20γ/534/13-12-2000 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με την οποία έγινε δεκτή η με αριθ. 486/2000 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. περί άμεσης εκτέλεσης των αναφερθεισών 416,417 και 418/1998 αποφάσεων του παραπάνω Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την γνωμοδότηση αυτή η Διευθύνουσα Υπηρεσία όφειλε να προβεί άμεσα στον έλεγχο και την έγκριση της 48ης πιστοποίησης που είχε υποβάλει η ανάδοχος στις 16-6-2004. Προκειμένου να εφαρμόσει τις εν λόγω δικαστικές αποφάσεις η ανωτέρω Υπηρεσία, στην οποία υπηρετούσε ο μηνυτής, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, διετέλεσε μέλος της επιτροπής εκκαθαρίσεως του έργου κάλεσε, με το με αριθ. 712/25-1-2001 έγγραφο της, την ανάδοχο να επανυποβάλει την επιστραφείσα ως ανέλεγκτη με ημερομηνία 16-6-1994 48η πιστοποίηση προκειμένου να ελεγχθεί και εγκριθεί αρμοδίως, η οποία δεν υπήρχε στο αρχείο της υπηρεσίας. Όπως αναφέρεται στο προαναφερθέν έγγραφο της ΔΕΚΕ (Τ.Ε.Σ.Ε.), η ανάδοχος υπέβαλε στην Υπηρεσία για έγκριση μια αποκαλούμενη απ' αυτήν ως 48η πιστοποίηση η οποία ήταν τελείως διαφορετική από την υποβληθείσα στις 16-6-1994, ποσού 293.640.870 δρχ. που είχε επιστραφεί ως ανέλεγκτη από την Υπηρεσία το έτος 1994. Με το με αριθ. 701/29-1-2001 έγγραφο της η Διευθύνουσα επέστρεψε στην ανάδοχο την υποβληθείσα νέα 48η Πιστοποίηση και την κάλεσε να επανυποβάλει προς έλεγχο την κατατεθείσα στις 16-6-1994 με ίδιο αριθμό πιστοποίηση ώστε να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της με αριθ.416/1998 απόφασης του πιο πάνω Δικαστηρίου και να υπολογισθούν οι νομίμως απαιτητοί τόκοι υπερημερίας, ενώ με το 709/30-1-2001 έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας δόθηκαν διευκρινίσεις επί του προηγουμένου εγγράφου ως προς το ότι μόνον η υποβληθείσα στις 16-6-94 πιστοποίηση, κατά την 416/1998 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, ήταν έγκυρη και για το"/λόγο αυτό έπρεπε να επανυποβληθεί για να ελεγχθεί κ.λ.π. και, ως εκ τούτου, η νέα υποβληθείσα, ως 48η τοιαύτη, έπρεπε να θεωρηθεί ως 49η κ.λ.π. Στις 7-2-2001 η ανάδοχος υπέβαλε κατά της επιστροφής του ως άνω Λογαριασμού (Πιστοποίησης) ένσταση προς την Προϊσταμένη Αρχή στην οποία επί λέξει ανέγραφε:"Με το με αριθ. 701/29-1-2001 έγγραφο της η Διευθύνουσα επιστρέφει τον 48° Λογαριασμό με το αιτιολογικό ότι πρέπει να προβεί σε έλεγχο της 48ης Πιστοποίησης που υπεβλήθη στις 16/6/1994 και επομένως πρέπει να υποβάλουμε την πιστοποίηση αυτή προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία. Η υποβληθείσα Πιστοποίηση έχει συνταχθεί με βάση τον εγκεκριμένο 12ο Σ.Π. και την τελική επιμέτρηση του έργου που εμπεριέχεται στο εγκεκριμένο οριστικό πρωτόκολλο παραλαβής του έργου. Επομένως είναι καθ' όλα νομότυπη και είχε υποχρέωση η Διευθύνουσα υπηρεσία βάσει των πιο πάνω εγκεκριμένων στοιχείων να την ελέγξει. Η επίκληση της 416/1998 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών εκ μέρους της Διευθύνουσας Υπηρεσίας (που αποτελεί το αιτιολογικό της επιστροφής) είναι ανεπίτρεπτη. Πρώτον διότι η πιστοποίηση συντάχθηκε χωρίς να ληφθεί υπόψη η υπ' αριθμ. 416/1998 απόφαση του Δ.Εφ. Πατρών αλλά μόνο με όσα ο 12ος εγκεκριμένος Σ.Π. εμπεριέχει. Δεύτερον διότι δεν έχει συνταχθεί ο 13ος Σ.Π, από την Διευθύνουσα Υπηρεσία που θα επικυρώνει και θα καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή του 416, 417 και 418/1998 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Επομένως η Διευθύνουσα Υπηρεσία έχει υποχρέωση να προχωρήσει στον έλεγχο της πιστοποίησης σύμφωνα με τον εγκεκριμένο 12ο Σ.Π.". Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμ. πρωτ. Η1086/6-4-2001 απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής, με την οποία αποφασίστηκε να ελεγχθεί και διορθωθεί ο 48ος Λογαριασμός της 16/6/1994 σύμφωνα με τις ποσότητες του εγκεκριμένου πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής του έργου και οι τόκοι υπερημερίας επί του ως άνω Λογαριασμού να υπολογιστούν κατά τον νόμο. Κατά της απόφασης αυτής της ανωτέρω Αρχής η ανάδοχος δεν άσκησε αίτηση θεραπείας. Στις 15/2/2001 η ανάδοχος υπέβαλε τελικά μια 48η Πιστοποίηση ποσού 293.640.870 δραχμών (αριθμ.πρωτ. 1447/15-2-2001), που, σύμφωνα με έγγραφη βεβαίωση της, ήταν αυτή που είχε υποβάλλει για πρώτη φορά στις 16-6-94. Με το με αριθ. 1447/7-3-2001 έγγραφο της η Διευθύνουσα επέστρεψε και τη νέα αυτή (48η) Πιστοποίηση και γνωστοποίησε στην ανάδοχο ότι αναζήτησε (από το φάκελο της δικογραφίας της 416/1998 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου που είχε διαβιβασθεί στο Σ.τ.Ε. κατόπιν ασκηθείσας κατ' αυτής, αίτησης αναίρεσης) και έλαβε την "πρωτότυπη" 48η Πιστοποίηση, ότι η "πρωτότυπη" αυτή Πιστοποίηση είναι αυτή που σε εκτέλεση της 416/98 απόφασης του παραπάνω Δικαστηρίου έπρεπε να ελεγχθεί και εγκριθεί από την Διευθύνουσα Υπηρεσία, ότι η εν λόγω υποβληθείσα στις 16-6-1994 Πιστοποίηση παρουσίαζε ρητά επισημαινόμενες διαφορές σε σχέση προς την επιστραφείσα τοιαύτη, ότι από τον έλεγχο της "πρωτότυπης" 48ης Πιστοποίησης προέκυψε ότι δεν συνοδευόταν 1) από συνοπτική ή τελική επιμέτρηση των πιστοποιουμένων εργασιών, που είναι κατά το άρθρο 50 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 475/1976 απολύτως απαραίτητο συνοδευτικό στοιχείο της πιστοποίησης για τον προϋπολογισμό της δαπάνης των εκτελεσμένων εργασιών, 2) από πίνακα διαχωρισμού των εργασιών κατά τρίμηνα, που είναι κατά το άρθρο 50 παρ. 9 του ανωτέρω Π.Δ./τος απαραίτητο συνοδευτικό στοιχείο της πιστοποίησης για τον προσδιορισμό της δαπάνης αναθεώρησης, 3) πίνακες υπολογισμού της αναθεώρησης Η/Μ εργασιών, που κατά την αμέσως παραπάνω διάταξη αποτελεί απαραίτητο συνοδευτικό στοιχείο της πιστοποίησης για τον προσδιορισμό της δαπάνης αναθεώρησης και 4) τα προβλεπόμενα από το άρθρο 52 παρ.3 του αυτού ως άνω Π.Δ/τος για την εκτέλεση απολογιστικών εργασιών νόμιμα αποδεικτικά πληρωμής, που δεικνύουν την πραγματική δαπάνη εργατικών για τη φύλαξη του χώρου της Λαχαναγοράς, ότι οι ελλείψεις αυτές καθιστούν την υποβληθείσα (στις 16-6-1994) 48η Πιστοποίηση παντελώς ασαφή και αδύνατο τον έλεγχο αυτής για τους εκτιθέμενους στο εν λόγω έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας ειδικότερους λόγους, ότι ενόψει των λόγων αυτών ήταν αδύνατη και η διόρθωση της ενώ ασαφής και μη επιδεχόμενη διόρθωσης ήταν και η 48η πιστοποίηση που επανυποβλήθηκε στις 15-2-2001, για τους ανωτέρω δε λόγους η "πρωτότυπη" 48° Πιστοποίηση, με το ως άνω έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, επεστράφη στην ανάδοχο για διόρθωση και συμπλήρωση κατά τα ρητώς υποδεικνυόμενα και επανυποβολή της μέσα σε ρητά ορισθείσα προθεσμία. Λόγω όμως του ότι η ανάδοχος δεν ανταποκρίθηκε σχετικώς, με το με αριθ. 2371/οικ.γ/20-3-2001 έγγραφο της η Διευθύνουσα Υπηρεσία γνωστοποίησε σ' αυτήν ότι προκειμένου να εφαρμόσει την με αριθ. 416/1998 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου η Υπηρεσία ξεκινά από 20-3-2001 τη διαδικασία σύνταξης του 48ου Λογαριασμού και πιστοποίησης, σύμφωνα με τα άρθρα 50 παρ. 11 και 51 παρ. 4 του Π.Δ/τος 475/1976, Στις 29-3-2001 κοινοποιήθηκε στη Διευθύνουσα Υπηρεσία η δοθείσα, κατόπιν σχετικού ερωτήματος της με αριθ. 181/2001 γνωμοδότηση του Ε' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που είναι σχετική με τα ανωτέρω επίμαχα ζητήματα. Στις 29-5-2001 η Διευθύνουσα ολοκλήρωσε τον έλεγχο της εργολαβίας και την σύνταξη της 48ης Πιστοποίησης, η οποία ήταν χρεωστική για την ανάδοχο για ποσό 4.893.026 δραχμών, με το με αριθ. 4018/οικ/23.5.2001 δε έγγραφο της κοινοποίησε στην ανάδοχο την πιστοποίηση αυτή. Στο έγγραφο της αυτό μεταξύ των άλλων, αναφερόταν ότι ο Λογαριασμός συνετάγη σε εφαρμογή των 416,417 και 418/1998 αποφάσεων του πιο πάνω Δικαστηρίου και ύστερα από την 486/2000 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., ότι μ' αυτήν εκκαθαρίζεται το σύνολο των νομίμων απαιτήσεων της αναδόχου και ότι έπρεπε αυτή να επιστρέψει στον κύριο του έργου το ανωτέρω χρεωστικό ποσό, ότι οι δικαιούμενοι από την ανάδοχο τόκοι υπερημερίας καταλογίσθηκαν με βάση τις διατάξεις του Ν. 1418/1984 και του Ν. 1947/1981, ότι οι πίνακες διαχωρισμού των εργασιών σε τρίμηνα συντάχθηκαν από τους εκκαθαριστές του έργου κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 889/1979 και η κατανομή των εργασιών σε τρίμηνα έγινε κατ' εφαρμογή της 418/1998 απόφασης του παραπάνω Δικαστηρίου και ότι δεν πιστοποιήθηκε η δαπάνη φύλαξης των χώρων της Λαχαναγοράς, που είχε αναγνωρισθεί με την 417/1998 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, διότι η ανάδοχος δεν υπέβαλε τα νόμιμα αποδεικτικά της πληρωμής της δαπάνης για την απολογιστική αυτή εργασία όπως απαιτείται από τα άρθρα 52 παρ. 3 και 50 παρ. 8 του Π.Δ/τος 475/1976. Στις 30-5-2001 από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία κοινοποιήθηκε στην ανάδοχο ορθή επανάληψη του ανωτέρω 4018/οικ/23-5-2001 εγγράφου αυτής. Κατά της ανωτέρω πράξης και της ορθής επανάληψης της η ανάδοχος άσκησε ένσταση ενώπιον της προϊσταμένης Αρχής (αριθ. κατάθεσης της στην Διευθύνουσα 4511/12-6-2001) υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί για λόγους τυπικούς και ουσιαστικούς και συγκεκριμένα 1) τυπικώς διότι μ' αυτήν γίνεται μεταβολή του οικονομικού αντικειμένου της εργολαβίας χωρίς να έχει προηγηθεί η σύνταξη συγκριτικού πίνακα, αφού "πριν από τη σύνταξη του λογαριασμού που θα περιλαμβάνει την εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων προηγείται πάντοτε η σύνταξη Σ.Π.", 2) διότι οι συντάξαντες την 48η πιστοποίηση προέβησαν αυθαίρετα και αναιτιολόγητα στη σύνταξη πινάκων διαχωρισμού για έργα που έγιναν πριν από πολλά χρόνια, χωρίς να έχουν ίδια αντίληψη καταργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο τα νομίμως συνταχθέντα μεταξύ επιβλέποντος το έργο και εργολάβου πρωτόκολλα διαχωρισμού, σε κάθε δε περίπτωση ακόμα και εάν δεν υπήρχαν πρωτόκολλα διαχωρισμού, έπρεπε να γίνει αποδεκτό ότι οι εργασίες έγιναν τα τρίμηνα κατά το τα όποια πιστοποιήθηκαν,3) διότι μη νόμιμα έγινε δεκτό ότι εδικαιούτο τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1418/1984,ενόσω η 416/1998 απόφαση αναφέρεται σε νομίμους τόκους και η "οποιαδήποτε ασάφεια που υπάρχει" ήρθη από την 417/1998 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που δέχθηκε ότι "εδικαιούτο τους νόμιμους τόκους που αφορούν το έργο" και η Προϊσταμένη Αρχή δέχθηκε ότι" οι τόκοι υπερημερίας έπρεπε να υπολογισθούν σύμφωνα με το νόμο", ενώ παράνομα α) περιεκόπησαν οι κατ'επανάληψη αναγνωρισθέντες τόκοι υπερημερίας της 47ης πιστοποίησης που υποβλήθηκε στην Διευθύνουσα στις 23/1/1991 ,β) δεν έγινε δεκτό το αίτημα να καταβληθούν τόκοι υπερημερίας όχι μόνον επί του οφειλόμενου βάσει της τελικής επιμέτρησης ποσού αλλά και τοιούτοι επί της εξόφλησης των συσσωρευθέντων τόκων υπερημερίας από την καθυστέρηση εξόφλησης των παλαιότερων λογαριασμών, γ) αγνοείται για πρώτη φορά ο υπολογισμός τόκων υπερημερίας για την καθυστέρηση εξόφλησης του 33ου λογαριασμού και δ) δεν υπολογίσθηκε τόκος υπερημερίας επί του οφειλόμενου Φ.Π.Α. και 4) διότι μη νόμιμα δεν υπολογίσθηκε η αναγνωρισθείσα με το οριστικό Πρωτόκολλο Παραλαβής των εργασιών, το οποίο με την 417/1998 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου θεωρήθηκε ως αυτοδικαίως εγκριθέν όπως είχε συνταχθεί από την αρμόδια Επιτροπή παραλαβής του, αποζημίωση της για τη φύλαξη του έργου σε εικοσιτετράωρη βάση από 8-7-1987 έως 8-11-1989 και από 30-1-1992 έως 10-5-1993. Ζητούσε δε με την ένσταση της 1) οι τόκοι υπερημερίας που δικαιούται να υπολογισθούν α) σύμφωνα με το νόμο και την 1582/20γ/534/24-2-2000 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που εκδόθηκε κατόπιν ερωτήματος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, β) να υπολογισθούν τόκοι υπερημερίας επί των καθυστερήσεων στην εξόφληση των οικονομικών υποχρεώσεων και γ) να υπολογισθούν τόκοι υπερημερίας και επί της καθυστέρησης εξόφλησης των τόκων υπερημερίας παλαιοτέρων λογαριασμών, 2) να μη θιγεί η αναθεώρηση των εργασιών και να παραμείνει ως έχει σύμφωνα με τα υπάρχοντα υπογεγραμμένα τεύχη διαχωρισμού των εργασιών κατά τρίμηνα από τους επιβλέποντες το έργο και όπως υπολογίσθηκε από τη Διευθύνουσα όταν συνέταξε το πρωτόκολλο παραλαβής του έργου, 3) να υπολογισθεί η αποζημίωση φύλαξης σύμφωνα με τη μερική αποδοχή του 4ου αιτήματος της προς την Επιτροπή Παραλαβής του έργου και τον σαφή υποδεικνυόμενο τρόπο για τον οποίο εξεδόθη το από 9-5-2001 διευκρινιστικό Πρακτικό της Επιτροπής αυτής και 4) να γίνει δεκτή η "εκκαθάριση" του έργου όπως συνετάγη από την Διευθύνουσα Υπηρεσία κατά τη σύνταξη του 12ου Σ.Π. σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 6745/11-2-1999 έγγραφο της. Η πιο πάνω ένσταση της απορρίφθηκε με την με αριθ. πρωτ. Η 5830/10-8-2001 απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής κατά της οποίας η ανάδοχος άσκησε αίτηση θεραπείας που επιδόθηκε στον Υπουργό Γεωργίας στις 13-11-2001 και στον κύριο του έργου στις 8-11-2001, ζητώντας όσα με την ένσταση της, επιπλέον δε, για πρώτη φορά, να υπολογισθούν οι τόκοι υπερημερίας και επί του Φ.Π.Α. της 48ης Πιστοποίησης, να υπολογισθεί η αναθεώρηση σύμφωνα με τον τύπο που αναφέρεται στην Δ11 /γ/12/27-4-1998 εγκύκλιο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. έως το Δ' τρίμηνο του έτους 1989 και από το Α' τρίμηνο του έτους 1990 σύμφωνα με την εγκύκλιο 19/Δ17α/01 -26/23-2-1990 εγκύκλιο του ίδιου Υπουργείου. Επί της αίτησης θεραπείας αυτής δεν υπήρξε απάντηση μέσα στην προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία, με αποτέλεσμα να τεκμαίρεται η σιωπηρή απόρριψη της, ενώ, μετά την πάροδο της προθεσμίας, απορρίφθηκε ρητά με την αριθμ.πρωτ. 9099/20γ/534/7-2-2002 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Με την από 8-4-2002 προσφυγή τους ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών η Κοινοπραξία ζήτησε την ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης από μέρους του Υπουργού Γεωργίας της κατά τα ανωτέρω αίτησης θεραπείας αυτής και την αποδοχή της ένστασης της. Εξάλλου με το επί της προσφυγής υπόμνημα της παραιτήθηκε του αιτήματος της με στοιχείο Ε' ήτοι να αναγνωρισθεί ότι πρέπει να υπολογισθεί η αναθεώρηση σύμφωνα με τον τύπο που για τα Δ'τρίμηνο του έτους 1989 και Α' του έτους 1990 αναφέρεται στις Εγκυκλίους που αναφέρθηκαν σε προηγούμενο σημείο και να υποχρεωθεί η Διευθύνουσα να συντάξει τους σχετικούς πίνακες αναθεώρησης σύμφωνα με τις Εγκυκλίους αυτές. Ειδικότερα η αιτούσα υποστήριξε ότι η σύνταξη από μέρους της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της 48ης Πιστοποίησης δεν είναι νόμιμη διότι για κάθε μεταβολή του οικονομικού αντικειμένου μιας εργολαβίας προηγείται η σύνταξη Συγκριτικού Πίνακα, γεγονός που δεν έχει λάβει χώρα στην προκειμένη περίπτωση, Εξειδικεύοντας δε τον ισχυρισμό της αυτό υποστηρίζει ότι οι 416,417και 418/1998 αποφάσεις του ανωτέρω Δικαστηρίου "συνεπάγονταν" μεταβολή του εργολαβικού οικονομικού αντικειμένου και, για τον λόγο αυτό, έπρεπε προηγουμένως να συνταχθεί ο αναγκαίος συγκριτικός πίνακας, να εγκριθεί αυτός και κατόπιν αυτών να συνταχθεί ο 48ος Λογαριασμός. Ο ισχυρισμός αυτός σύμφωνα με την 437/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε επί της προσφυγής, πρέπει να απορριφθεί διότι η σύνταξη της επίμαχης 48ης Πιστοποίησης αποτελεί πράξη της οποίας η έκδοση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, προέκυψε στα πλαίσια της εφαρμογής (εκτέλεσης) των πιο πάνω αποφάσεων του ανωτέρω Δικαστηρίου από τα διατακτικά των οποίων δεν προκύπτει ότι απαιτείτο η σύνταξη σχετικού Σ.Π. και η έγκριση του αρμοδίως. Συγκεκριμένα αποτελεί πράξη σε εφαρμογή, πλέον των άλλων, της 416/1998 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκαν, η αυτοδίκαιη έγκριση του από 17-12-1993 πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής της οικείας Επιτροπής παραλαβής του έργου, ότι αυτή συντελέσθηκε από 16-5-1994 και παραπέμφθηκε η υπόθεση στη Διευθύνουσα Υπηρεσία προκειμένου αυτή "να προβεί, μετά από έλεγχο στην έγκριση ή μη της 48ης πιστοποίησης (που υποβλήθηκε στις 16-6-1994) και σε περίπτωση που δεν προκύψουν ασάφειες ή ανακρίβειες αυτής (πιστοποίησης) ο τόκος υπερημερίας να υπολογισθεί μετά την πάροδο 2μήνου από την ημερομηνία (16-6-1994) της υποβολής της προς έγκριση", ενόψει δε του ότι η ανάδοχος δεν επανυπέβαλε, συνταγμένη κατά τα υποδειχθέντα από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, την θεωρηθείσα ως ασαφή (υποβληθείσα στις 16-6-1998) 48η Πιστοποίηση, κατόπιν των προεκτεθεισών προειδοποιήσεων, έλαβε χώρα η από μέρους της εν λόγω Υπηρεσίας σύνταξη της πιο πάνω Πιστοποίησης. Άλλωστε, όπως εκθέτει η ως άνω Υπηρεσία, στο προαναφερθέν έγγραφο της επί των λόγων της προσφυγής, και δεν αμφισβητείται, όλες οι εργασίες και τα κονδύλια, που περιλαμβάνονται στην 48η Πιστοποίηση με την οποία εκκαθαρίζεται το έργο, περιλαμβάνονται στον εγκεκριμένο 12° Σ.Π. και το 12° Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. προϋπολογισμού 644.000.000 δραχμών (με υπέρβαση 86.000.000.δρχ. σε σχέση με τον 11ο Σ.Π.) όπως τον συνέταξε η Υπηρεσία της και τον υπέβαλε για έγκριση στην Προϊσταμένη Αρχή, ενώ, ο εν λόγω Σ.Π., όπως εγκρίθηκε από την Προϊσταμένη Αρχή, δηλαδή με προϋπολογισμό 1.046.000.000 (ήτοι με υπέρβαση 488.000.000 δρχ.), ακυρώθηκε, κατόπιν αίτησης θεραπείας του κυρίου του έργου, με την με αριθ. 10385/20γ/534/18-5-2001 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με ΐήν αιτιολογία ότι η Προϊσταμένη Αρχή απεφάνθη επί της ένστασης μετά την πάροδο του διμήνου από της καταθέσεως της (προθεσμία του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν.Δ. 1266/1972). Η επικαλούμενη δε από την ανάδοχο αυτή με αριθ, 384/2006 του πιο πάνω Δικαστηρίου, δεν ακύρωσε την ανωτέρω απόφαση για ουσιαστικό λόγο αλλά για τυπικό λόγο(μη κλήση της αναδόχου στο Κ.Γ.Σ.Ε.Ε. προκειμένου να διατυπώσει τις απόψεις της), αναπέμφθηκε δε η υπόθεση στην Διοίκηση προκειμένου να τηρηθεί ο τύπος αυτός. Ενόψει δε του ότι δεν προκύπτει στη συνέχεια, η τύχη της αίτησης θεραπείας του κυρίου του έργου μετά την αναπομπή, δεν προκύπτει η οριστικοποίηση της έγκρισης από την Προϊσταμένη Αρχή του 12ου Σ.Π. με υπέρβαση σε σχέση προς τον 11ο 308.000.000 δραχμών, όπως προβάλλεται από την ανάδοχο, ή η έγκριση του με την προταθείσα από την Διευθύνουσα Υπηρεσία υπέρβαση.
ΕΠΕΙΔΗ, περαιτέρω, η Κοινοπραξία προβάλλει με την ανωτέρω προσφυγή της ότι με την συνταχθείσα επίμαχη 48η Πιστοποίηση παράνομα η Διευθύνουσα Υπηρεσία προέβη στη μείωση της συνολικής αξίας της αναθεώρησης του έργου μεταφέροντας την εκτέλεση των εργασιών σε διαφορετικά, προγενέστερα, τρίμηνα από αυτά που πράγματι εκτελέσθηκαν, με αποτέλεσμα να υπάρξει μείωση των συντελεστών αναθεώρησης και εν τέλει του οικονομικού αντικειμένου του έργου. Τούτο διότι η σύνταξη των "επιμετρητικών" πινάκων διαχωρισμού των εργασιών κατά τρίμηνα γίνεται από τον επιβλέποντα το έργο κατ' αντιπαράσταση με τον εργολάβο και αποτελεί πράξη της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας, που εφόσον συνταχθούν και υπογραφούν κατά το νόμο χωρίς αμφισβήτηση από τον ανάδοχο ή τον κύριο του έργου, οριστικοποιούνται ως συμβατικά πλέον στοιχεία, χωρίς να είναι δυνατή η μονομερής σε βάρος του αναδόχου τροποποίηση τους μη υπαρχούσης της συγκατάθεσης αυτού. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως εκθέτει στην προσφυγή της η ανάδοχος ουδέποτε έως της σύνταξης της επίμαχης 48ης επιμέτρησης αμφισβητήθηκε από μέρους του κυρίου του έργου κάποια από τις ανωτέρω πράξεις της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας, ενώ η Επιτροπή παραλαβής παρέλαβε το σύνολο των εργασιών της εργολαβίας βάσει του φακέλου αυτής, με αποτέλεσμα οι ως άνω πράξεις να έχουν ενσωματωθεί στις εγκρίσεις των αντιστοίχων επιμετρήσεων και, ως εκ τούτου αυτές, ως πράξεις της Υπηρεσίας, να μην επιτρέπεται να μεταβληθούν μονομερώς αφού έχουν προ καιρού οριστικοποιηθεί. Στις περιπτώσεις δε που υπάρχει έλλειψη πινάκων διαχωρισμού, όπως προκύπτει απ' το άρθρο 3 του Π.Δ/τος 889/1979, "είναι αυτονόητο ότι η εκτέλεση των εργασιών στο τρίμηνο που έγιναν αποδεικνύεται από τη χρονολογία των υπογεγραμμένων λογαριασμών και πιστοποιήσεων των εργασιών αυτών".
Συνεπώς, όπως προβάλλεται, οι συντάξαντες την 48η Πιστοποίηση αυθαίρετα και αναιτιολόγητα προέβησαν οίκοθεν στη σύνταξη ανακριβών πινάκων διαχωρισμού για εργασίες που εκτελέσθηκαν πριν πολλά χρόνια χωρίς να έχουν ιδία αντίληψη, η ενέργεια δε αυτή συνιστά ανεπίτρεπτη τροποποίηση οριστικοποιηθέντων δεδομένων, κατάργηση (παρανόμως) όχι μόνο των συνταχθέντων μεταξύ επιβλέποντος και εργολάβου πρωτοκόλλων πινάκων διαχωρισμού των εργασιών κατά τρίμηνα αναθεωρήσεως, αλλά και τροποποίηση όλων των συνταχθέντων κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου 48 συνολικώς Λογαριασμών (πιστοποιήσεων) αφού, με την μεταφορά των εκτελεσθεισών εργασιών, είναι σαφές ότι γίνεται και διαφοροποίηση αυτών. Επί των ισχυρισμών αυτών της αναδόχου η Διευθύνουσα Υπηρεσία, με τις επί των λόγων της προσφυγής απόψεις της, μεταξύ των άλλων, προβάλλει ότι "δεν ευσταθούν" όσο προβάλλονται σχετικώς με την προσφυγή και τούτο διότι α) οι πίνακες διαχωρισμού των εργασιών κατά τρίμηνα δεν είναι " επιμετρητικά πρωτόκολλα" η σύνταξη των οποίων διέπεται από το άρθρο 49 του Π.Δ/τος 475/1976 ούτε επέχουν θέση πράξεως της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, αλλά κατά την παράγραφο 9 του άρθρου 50 του Π.Δ. 475/1976, απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα των πιστοποιήσεων προκειμένου να υπολογισθεί ανακεφαλαιωτικά η αναθεώρηση των πιστοποιούμενων κάθε φορά εργασιών, για το λόγο δε αυτό άλλωστε η ανάδοχος προβάλλει την διαφωνία της όσον αφορά τους πίνακες αυτούς με την εξεταζόμενη προσφυγή της κατά της 48ης Πιστοποίησης την οποία συνοδεύουν, β) ότι η ανάδοχος, παρά το ότι για την εκκαθάριση της εργολαβίας επανειλημμένα κλήθηκε να υποβάλει προς έγκριση την 48η Πιστοποίηση και επομένως, να υποβάλλει και τους οριστικούς πίνακες διαχωρισμού των εργασιών, δεν ανταποκρίθηκε σχετικώς, με αποτέλεσμα, ύστερα από σχετική προειδοποίηση της, η Υπηρεσία να προβεί κατ' εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου 51 του Π.Δ/τος 475/76 σε μονομερή σύνταξη των πράξεων αυτών, γ) ότι κατά της πράξης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας περί της σύνταξης των ανωτέρω εγγράφων με μονομερή ενέργεια, η ανάδοχος δεν άσκησε ένσταση και περαιτέρω ενδικοφανή μέσα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή πλέον η μονομερής αμφισβήτηση από μέρους αυτής της νομιμότητας της σύνταξης της 48ης Πιστοποίησης, δ) ότι εγκεκριμένοι προσωρινοί πίνακες διαχωρισμού των εργασιών κατά τρίμηνα υπήρχαν για μικρό μόνο μέρος των εκτελεσμένων εργασιών, ο τελευταίος δε πίνακας διαχωρισμού (για οικοδομικές εργασίες) συντάχθηκε την 1-2-1990 και συνόδευε την 38η Πιστοποίηση και έκτοτε δεν συντάχθηκε άλλος πίνακας διαχωρισμού των εργασιών κατά τρίμηνα όπως αυτές (οι εργασίες) προέκυψαν από τα Επιμετρητικά Πρωτόκολλα και εγκρίθηκαν με το Πρωτόκολλο Παραλαβής, ε) ότι η Υπηρεσία δεν αποδέχθηκε τους προσωρινούς πίνακες διαχωρισμού, που επικαλείται η ανάδοχος ως οριστικούς καθόσον αυτοί, συνοδεύοντες μία υποβληθείσα το έτος 1996 ως 48η Πιστοποίηση, με το με αριθ. πρωτ. 1114/28-5-1996 έγγραφο του Διευθυντή της Διευθύνουσας τότε Υπηρεσίας (Υ.Π.Δ.Ε.Β.) επεστράφησαν με την σημείωση από τον επιβλέποντα το έργο ότι στους πίνακες διαχωρισμού αυτούς παρατηρείται συστηματική εγγραφή εργασιών σε μεταγενέστερα, τρίμηνα από αυτά που πράγματι εκτελέσθηκαν, στ) ότι μεγάλο μέρος ι^ εργασιών που εγκρίθηκαν εκ των υστέρων με τον 12° Σ.Π. του έργου πιστοποιήθηκαν για πρώτη φορά με την 48η Πιστοποίηση, οι εργασίες δε αυτές δεν είχαν περιληφθεί σε κανένα από τους κατά καιρούς υποβληθέντες και εγκριθέντες προσωρινούς πίνακες διαχωρισμού που επικαλείται η ανάδοχος και κατά συνέπεια κατατάσσονται για πρώτη φορά στον οριστικό-πίνακα διαχωρισμού των εργασιών κατά τρίμηνα που συνοδεύει την 48η Πιστοποίηση επικαιροποιώντας τους παλαιότερους πίνακες και ζ) ότι στους προσωρινούς πίνακες διαχωρισμού των εργασιών, που συνόδευαν τις κατά καιρούς πιστοποιήσεις του έργου, πολλές εργασίες κατατάσσονταν προσωρινά στο τρίμηνο πληρωμής τους και όχι τρίμηνο εκτέλεσης τους, όμως, κατόπιν της 418/1998 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, όλες οι εργασίες αυτές πρέπει να αναθεωρηθούν με τους συντελεστές του τριμήνου εκτέλεσης τους και επομένως πρέπει υποχρεωτικά να τροποποιηθούν οι παλαιότεροι πίνακες διαχωρισμού προκειμένου να εφαρμοσθεί η εν λόγω δικαστική απόφαση, κατόπιν δε αυτού "δεν ευσταθεί" ο ισχυρισμός ότι ο οριστικός πίνακας "καταργεί" παρανόμως τους προσωρινούς πίνακες διαχωρισμού που συνόδευαν προγενέστερες πιστοποιήσεις του έργου. Ενόψει των ανωτέρω το προβαλλόμενο με την προσφυγή αίτημα της προσφεύγουσας "να μη θιγεί η αναθεώρηση ως είχε μέχρι την επίδικη βλαπτική πράξη (48η Πιστοποίηση) υπολογισθεί με τους υπάρχοντες πίνακες διαχωρισμού των εργασιών, κατά την προεκτεθείσα 437/2009 απόφαση παρίστατο ως αβάσιμο. Τούτο διότι με δεδομένο ότι δεν αμφισβητείται ότι για μεγάλο μέρος του έργου δεν υπήρχαν πίνακες διαχωρισμού των εργασιών (ο τελευταίος πίνακας, που αφορούσε οικοδομικές εργασίες, υποβλήθηκε τη 1-2-1990 και συνόδευε την 38η Πιστοποίηση του έργου, ενώ, όσον αφορά τις υποβληθείσες τοιούτες, για πολλές εργασίες γινόταν εγγραφή αυτών σε μεταγενέστερα τρίμηνα από αυτά που πράγματι εκτελέσθηκαν και κατά κανόνα στο τρίμηνο πληρωμής τους, σαφώς προκύπτει ότι κατά το χρόνο εκτέλεσης της 418/1998 απόφασης του παραπάνω Δικαστηρίου και, κατ' επέκταση, της σύνταξης της 48ης Πιστοποίησης παρίστατο ανάγκη όπως υποβληθούν πίνακες διαχωρισμού όλων των εργασιών κατά τρίμηνα (συμπεριλαμβανομένων και των δεδομένων αυτών που είχαν υποβληθεί), αφού, με την εν λόγω απόφαση, ρητά επιβαλλόταν όπως για τον υπολογισμό της αναθεώρησης, αυτή έπρεπε να υπολογισθεί με βάση το χρόνο εκτέλεσης των εργασιών και όχι αυτόν της πιστοποίησης (πληρωμής) τούτων. Το αίτημα δε της προσφεύγουσας, να ληφθεί ως χρόνος εκτέλεσης των εργασιών, για τις οποίες δεν υπήρχαν πίνακες διαχωρισμού τους κατά τρίμηνα, προκειμένου να υπολογισθεί η αναθεώρηση αυτών, αυτός της πιστοποίησης-πληρωμής αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως απαραδέκτως προβαλλόμενο, αφού το ζήτημα αυτό ήδη έχει κριθεί οριστικώς με την ανωτέρω απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, πρόκειται δε για θέμα που ρυθμίζεται ρητά από τις εκτεθείσες στο νομικό μέρος της ως άνω αποφάσεως διατάξεις. Οι κατ' ιδίαν δε περιπτώσεις, που επικαλείται η Κοινοπραξία προς αμφισβήτηση του τρόπου κατά τον οποίον κατετάγησαν από την Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία οι εργασίες σε τρίμηνα, δεν ανατρέπουν το κατ' ουσίαν βάσιμο της κατάταξης, αφού τα υποστηριζόμενα από την προσφεύγουσα είτε είναι αόριστα (π.χ. ως αναφερόμενα "σε αρχικό στάδιο εργασιών" χωρίς να αναφέρεται από ποιο τρίμηνο αναθεώρησης μεταφέρονται οι εργασίες και σε ποιο συγκεκριμένο τρίμηνο-περίπτωση Β.2.1. στην προσφυγή, είτε ως μη επαγόμενα συνέπεια κ.λ.π. περιπτώσεις Β.2,9., Β.2.3), είτε ως αβάσιμα, όπως στην περίπτωση της προσφυγής Β.2.2., διότι στους συνταγέντες πίνακες διαχωρισμού των εργασιών δεν εμφανίζεται η εκτέλεση εργασιών παρά μόνο η εισκόμιση υλικών, είτε ως αναπόδεικτα, αφού δεν γίνεται επίκληση των σχετικών πρωτοκόλλων παραλαβής αφανών υπηρεσιών και των σχετικών πιστοποιήσεων ώστε να προκύπτει ο χρόνος εκτέλεσης των εργασιών (περιπτώσεις Β.2.4, Β.2.5, κ.λ.π).
ΕΠΕΙΔΗ, πλέον αυτών, η προσφεύγουσα ισχυριζόταν ότι παράνομα οι δικαιούμενοι απ' αυτήν τόκοι υπερημερίας α) δεν υπολογίσθηκαν "σύμφωνα με το νόμο" και την με αριθ. 1582/20γ/534/24-2-2000 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που εκδόθηκε κατόπιν ειδικού Ρ συγκεκριμένου ερωτήματος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, β) δεν αναγνωρίσθηκε το αίτημα της, ; που περιέχεται στο πρωτόκολλο παραλαβής του έργου, όπως αυτό έγινε δεκτό από την Επιτροπή Παραλαβής, δηλαδή να υπολογισθούν οι τόκοι υπερημερίας και επί τη καθυστέρησης εξόφλησης των τόκων υπερημερίας παλαιότερων λογαριασμών, γ) αναγνωρίσθηκε ότι έπρεπε να πληρωθούν τόκοι υπερημερίας και επί του Φ.Π.Α. της 48ης Πιστοποίησης, κατ' εφαρμογή της 416/1998 απόφασης του άνω Δικαστηρίου και δ) δεν υπολογίσθηκαν τόκοι υπερημερίας, ποσού 12.239.285 δρχ., για τις καθυστερημένες πληρωμές των λογαριασμών από 33ο έως και 46ο και 7.137.168 δρχ. για τον 47ο Λογαριασμό, που πληρώθηκε επίσης καθυστερημένα. Ειδικότερα επί των ανωτέρω προέβαλε ότι εσφαλμένα οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας υπολογίστηκαν από την Διευθύνουσα Υπηρεσία που κατά τις διατάξεις των νόμων 1418/1984 και 1947/1991, δηλαδή σε ποσοστό 85% του τόκου των εξαμηνιαίων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, όπως προτεινόταν με την 181/2001 γνωμοδότηση του Ε' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενώ έπρεπε να υπολογισθούν με βάση τα προτεινόμενα με την 780/1999 γνωμοδότηση του Γ Τμήματος του ιδίου Νομικού Συμβουλίου, η οποία έγινε αποδεκτή με την με αρ. 1582/20γ/534/24-2-2000 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δηλαδή να αναγνωρισθεί ότι οφείλονταν η βάσει του χρόνου υποβολής της προσφοράς κατά την προκήρυξη του έργου τόκοι υπερημερίας (γενικώς ισχύων τόκος υπερημερίας όπως καθορίζεται από τις διατάξεις του Ν.Δ.1266/1972 και του Ν.889/1979), πράγμα το οποίο άλλωστε (όπως προβάλλει) πρότεινε η Διευθύνουσα Υπηρεσία δύο φορές κατά τη σύνταξη του 12ου Σ.Π.. Ο ισχυρισμός αυτός κατά την 437/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών πρέπει να
απορριφθεί διότι εν προκειμένω ο καθορισμός των δικαιουμένων από την προσφεύγουσα τόκων υπερημερίας έχει αχθεί ως διαφορά, προκύψασα από την επίμαχη σύμβαση εκτέλεσης δημόσιου έργου, στο ως άνω Δικαστήριο, κατόπιν τήρησης της σχετικής νόμιμης προδικασίας, το οποίο προσδιόρισε την αξίωση της, ως είχε υποχρέωση (βλ. και Σ.τ.Ε. 174/1998, 2667/1992, 1806/1991 κ.α.), με την 416/1998 απόφαση του, ανάλογα με το περιεχόμενο της προσφυγής της και στα πλαίσια της σχετικής προδικασίας. Ειδικότερα η ανάδοχος, τόσο με την ένσταση της και την αίτηση θεραπείας αυτής, όσο και με την κατατεθείσα στις 31-3-1995 προσφυγή της, επί της %ποίας εκδόθηκε η πιο πάνω, επικυρωθείσα κατόπιν αναίρεσης, απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου αξίωσε, όπως συνομολογεί και η ίδια με την προσφυγή της (βλ. σελίδα 26), την καταβολή σ' αυτήν τόκων υπερημερίας επί του κεφαλαίου της πιστοποίησης βάσει των διατάξεων του άρθρου 18 του Ν. 1947/1991, το ως άνω Δικαστήριο δε, με την ανωτέρω (416/1998), απόφαση του, αποφάνθηκε προφανώς εντός του και προδικαστικώς δια της ένστασης και της αίτησης θεραπείας προβληθέντος αιτήματος της προσφυγής, άλλως, διάφορο με την προσφυγή αίτημα θα ήτο απαράδεκτο ως μη περιληφθέν κατά την ενδικοφανή διαδικασία - ΣτΕ 4162/1997, 194/1998) εντός των ορίων του αιτήματος αυτού και υπό την εκτεθείσα προϋπόθεση, και συγκεκριμένα ότι στην περίπτωση που από τον διατασσόμενο έλεγχο της 48ης Πιστοποίησης δεν προέκυπταν ασάφειες ή ανακρίβειες αυτής ότι εδικαιούτο τους νομίμους τόκους, χωρίς, στην περίπτωση που ήθελε να αχθεί πέραν του αιτηθέντος, να κάνει μνεία περί τούτου, ότι δηλαδή εδικαιούτο τόκους όχι κατά τα αιτηθέντα αλλά βάσει του προϊσχύσαντος των νόμων 1418/1984 και 1947/1981 νομοθετικού καθεστώτος. Ενόψει αυτών, δεδομένου ότι η επίμαχη 48η Πιστοποίηση συνετάγη σε εκτέλεση και της ανωτέρω απόφασης του παραπάνω Δικαστηρίου, το πιο πάνω αίτημα της προσφεύγουσας πρέπει κατά την προεκτεθείσα απόφαση να απορριφθεί, τα λοιπά δε σχετικώς υποστηριζόμενα απ' αυτή ομοίως πρέπει να απορριφθούν. Συγκεκριμένα τα υποστηριζόμενα, ότι "το λάθος της να ζητήσει με την από 31-3-1995 προσφυγή της τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1418/1984" δεν επιτρέπει στη Διευθύνουσα Υπηρεσία να προσδιορίσει τόκους υπερημερίας κατά τα ανωτέρω, αφού "η 416/1998 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου αναφέρεται σε νόμιμους τόκους και την οποιαδήποτε ασάφεια ξεκαθάρισε η με αριθ. 417/1998 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που δέχεται τους νόμιμους τόκους που αφορούν το έργο, οπότε είναι πρόδηλο ότι, μετά τη μεταγενέστερη αυτή απόφαση, το οποιοδήποτε σε βάρος της λάθος έχει διορθωθεί", πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, αφού τους δικαιούμενους απ' αυτήν τόκους υπερημερίας, ως αντικείμενο διαφοράς, πραγματεύεται η 416/1998 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η επικαλούμενη δε απ' αυτήν 417/1998 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου δεν αναφέρεται στον προσδιορισμό τόκων υπερημερίας, αλλά στην έγκριση του από 17-12-1993 πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής των εργασιών, κατά τα άρθρα δε 14 του Ν.Δ. 1266/1972 και 53 και 55 του Π.Δ. 475/1976 η Επιτροπή Παραλαβής ελέγχει ποσοτικώς και ποιοτικώς τις εκτελεσθείσες εργασίες και δεν αναγνωρίζει δικαιούμενους τόκους υπερημερίας κ.λ.π. Εξάλλου η επικαλούμενη με αριθ. 780/1999, γνωμοδότηση του Γ Τμήματος του Ν.Σ.Κ., που έγινε αποδεκτή με την απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που αναφέρθηκε, πραγματεύεται το γενικό θέμα του ποίο νομοθετικό καθεστώς εφαρμόζεται για τον υπολογισμό του τόκου υπερημερίας σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής, όπως στην εξεταζόμενη περίπτωση, ενώ η 181/2001 γνωμοδότηση του Ε1 Τμήματος του ιδίου Συμβουλίου αναφέρεται ειδικώς στην εξεταζόμενη περίπτωση και για τη λήψη της ελήφθησαν υπόψη και εκτιμήθηκαν τα συντρέχοντα στην παρούσα διαφορά πραγματικά και νομικά δεδομένα, οι εκδοθείσες σχετικώς δικαστικές αποφάσεις (όπως η 416/1998 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου), τα προβαλλόμενα με την κρινόμενη προσφυγή της αναδόχου κ.λ.π, και συνεπώς, ως αντιμετωπίζουσα ειδικότερα τα θέματα της ανακυψάσης διαφοράς, ορθά λήφθηκε υπόψη από την Διευθύνουσα Υπηρεσία, χωρίς να τίθεται κανένα ζήτημα, όπως π.χ. ζήτημα δέσμευσης της Διοίκησης από την προηγούμενη (780/1999) γνωμοδότηση, όπως αβάσιμα (εμμέσως) προβάλλεται από την Κοινοπραξία. Περαιτέρω η Κοινοπραξία υποστηρίζει ότι μη νόμιμα δεν αναγνωρίσθηκε το δεύτερο αίτημα της που διατυπώθηκε στο πρωτόκολλο παραλαβής και το οποίο έγινε αποδεκτό από την Επιτροπή Παραλαβής, να υπολογισθούν δηλαδή τόκοι υπερημερίας και επί της καθυστέρησης εξόφλησης των τόκων υπερημερίας παλαιότερων λογαριασμών. Το αίτημα αυτό, παρά την αοριστία του, πρέπει κατά την προαναφερόμενη απόφαση να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο, διότι κατά το άρθρο 296 εδάφιο α' του Αστικού Κώδικα (Π.Δ. 456/1984, 164 Α'), ο ανατοκισμός, δηλαδή η καταβολή τόκου τόκων είναι μεν επιτρεπτός, αλλά με τριπλό περιορισμό, ήτοι α) ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους, β) ότι έγινε ειδική συμφωνία περί ανατοκισμού μεταξύ δανειστή και οφειλέτη ή ότι ασκήθηκε καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή και γ) ότι η συμφωνία καταρτίσθηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους, αφού, δηλαδή, κατά την κατάθεση της προσφυγής συμπληρώθηκε ετήσια χρήση του κεφαλαίου και, επομένως, υπάρχουν δεδουλευμένοι τόκοι ενός τουλάχιστον έτους (ΣτΕ 2509/2008, 1966/2004, ΑΠ 67/2000, 1285/83, 1036/1980 κ.α.), προϋποθέσεις από τις οποίες ουδεμία εν προκειμένω συντρέχει, όπως προβάλλεται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία στο αναφερθέν έγγραφο της και δεν αμφισβητείται από την Κοινοπραξία. Ακόμη προβάλλεται ότι εσφαλμένα δεν αναγνωρίσθηκε ότι έπρεπε να πληρωθούν τόκοι υπερημερίας επί του φόρου προστιθέμενης αξίας της 48ης πιστοποίησης "δεδομένου ότι η ανάδοχος ήταν υποχρεωμένη αντίστοιχα να εξοφλεί τα τιμολόγια που περιείχαν Φ.Π.Α. και αφορούσαν την κατασκευή του έργου". Το αίτημα αυτό, ανεξάρτητα από το ότι δεν προκύπτει ότι έχει καταβληθεί από την προσφεύγουσα ο αναλογών στην αξία των εργασιών Φ.Π.Α., πρέπει, κατά την ίδια ως άνω απόφαση προεχόντως, να απορριφθεί ως απαραδέκτως προβαλλόμενο, διότι όπως προβάλλεται και με το αναφερθέν έγγραφο της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας, για πρώτη φορά έχει προβληθεί με την αίτηση θεραπείας, χωρίς να έχει περιληφθεί στην ασκηθείσα ένσταση από μέρους της αναδόχου (βλ. και Σ.τ.Ε. 4162/1997, 194/1998 κ.α.). Πλέον αυτών προβαλλόταν ότι μη νόμιμα και για πρώτη φορά περιεκόπησαν από την 48η πιστοποίηση οι κατ' επανάληψη αναγνωρισθέντες τόκοι υπερημερίας της 47ης Πιστοποίησης, που υπεβλήθη στη Διευθύνουσα Υπηρεσία στις 23-12-1991, με την αιτιολογία ότι η ανάδοχος δεν συνυπέβαλε τιμολόγιο και λοιπά δικαιολογητικά της εξόφλησης της ενόσω ήταν γνωστό τόσο στο φορέα όσο και στους επιβλέποντες ότι η πιστοποίηση ήταν αδύνατο να εξοφληθεί λόγω ανυπαρξίας πιστώσεως. Δεδομένου όμως ότι, όπως προβάλλεται με το προαναφερθέν έγγραφο της Διευθύνουσας επί των λόγων της προσφυγής και δεν αμφισβητείτο, η Υπηρεσία αυτή ενέκρινε την υποβληθείσα 47η Πιστοποίηση στις 21-2-1992, η δε ανάδοχος υπέβαλε τα σχετικά δικαιολογητικά, που ήταν απαραίτητα για να πληρωθεί το εγκριθέν ποσό αυτής από τον κύριο του έργου, (όπως δελτίο παροχής υπηρεσιών, φορολογική ενημερότητα, ασφαλιστική ενημερότητα, καταβολή κρατήσεων υπέρ Τ.Ε.Ε. και Τ.Μ.Ε.Δ.Ε. κ.λ.π.), μετά τις 21-12-1995, ημερομηνία έκδοσης που έχουν τα εν λόγω στοιχεία, σαφώς προκύπτει ότι για την καθυστέρηση της πληρωμής της εν λόγω πιστοποίησης δεν προκύπτει ότι ευθύνεται ο κύριος του έργου και επομένως η ανάδοχος για την καθυστέρηση πληρωμής αυτή δεν δικαιούται τόκους υπερημερίας. Ακόμη προβάλλεται ότι μη νόμιμα δεν περιλήφθηκαν στην 48η πιστοποίηση τόκοι υπερημερίας, ποσού 12.239.285 δραχμών, για τις καθυστερημένες πληρωμές των λογαριασμών από 33° έως και 46°, Με δεδομένα, όμως, ότι στον 48° Λογαριασμό περιλαμβάνονται τόκοι υπερημερίας λόγω εκπρόθεσμης εξόφλησης για τους Λογαριασμούς από 30° έως 33°,ποσού 1.241.417 δραχμών και για τους Λογαριασμούς από 34° έως 47°,ποσού 1.684.816 δραχμών, τόσο δε ο κύριος του έργου, με το υπόμνημα του, όσο και η Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία, στο αναφερθέν έγγραφο της, υποστηρίζουν ότι οι τόκοι υπερημερίας από την καθυστέρηση της πληρωμής των ανωτέρω Λογαριασμών ανέρχονται στα ως άνω ποσά, αορίστως η προσφεύγουσα, χωρίς ειδικότερη εξήγηση και εξειδίκευση, υποστηρίζει ότι τα ποσά των τόκων υπερημερίας για την εκπρόθεσμη πληρωμή των Λογαριασμών από 33° έως 46° ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 12.239.185 δραχμών. Τέλος η ανάδοχος προέβαλε, ότι μη νόμιμα δεν αναγνωρίσθηκε ότι έπρεπε να της καταβληθεί αποζημίωση για τη φύλαξη του έργου σύμφωνα με την μερική αποδοχή του 4ου αιτήματος της που εμπεριεχόταν στο Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής των εργασιών του έργου όπως ακριβώς τούτο έγινε δεκτό από την Επιτροπή Παραλαβής και έχει αναγνωρισθεί με την 417/1998 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, και ότι εσφαλμένα η Διευθύνουσα Υπηρεσία την αποζημίωση αυτή υπολόγισε ως δαπάνη απολογιστικής εργασίας. Ειδικότερα υποστήριξε ότι το Πρωτόκολλο Παραλαβής, ως προς την αναγνώριση της αποζημίωσης αυτής, έχει προ πολλού καιρού οριστικοποιηθεί, και δικαστικά, ως πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, η μεταγενέστερη δε μονομερής διαφοροποίηση του από μέρους της Υπηρεσίας, αποτελεί μη νόμιμη ενέργεια. Επ' αυτού ο κύριος του έργου, με το επί των λόγων της προσφυγής υπόμνημα του, υποστήριξε ότι η αναγνωρισθείσα με την 417/1998 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου "αποζημίωση" σαφώς προκύπτει ότι αποτελεί δαπάνη για απολογιστική εργασία, για την οποία η ανάδοχος αρνήθηκε να προσκομίσει τα σχετικά παραστατικά για να πληρωθεί, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η πληρωμή της από υπαιτιότητα της. Εξάλλου η Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία με την έκθεση απόψεων της επί των λόγων της προσφυγής, πλέον των ανωτέρω υποστήριξε ότι από τα οριζόμενα σχετικώς στο Πρωτόκολλο Παραλαβής, την 417/1998 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και τις σχετικές ισχύουσες διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι η φύλαξη της Λαχαναγοράς είτε έγινε με προσωπικό της αναδόχου είτε υπεργολαβικώς, εξ ορισμού αποτελεί εργασία απολογιστική και προκειμένου να προσδιορισθεί το ύψος αυτής, να εγκριθεί συγκριτικός πίνακας και να πληρωθεί η ανάδοχος, εκτός της δικαστικής αναγνώρισης του δικαιώματος καταβολής αποζημίωσης, απαιτείται, κατά τα άρθρα 50 παρ. 8 και 52 παρ. 3 του Π.Δ. 475/1976, η υποβολή από την ανάδοχο Κοινοπραξία των νομίμων αποδεικτικών πληρωμής της προκύπτουσας δαπάνης (καταστάσεις Ι.Κ.Α. κ.λπ.), η ανάδοχος όμως, παρά το ότι με το με αριθ. 665/οικ./24-1-2001 έγγραφο της κλήθηκε να υποβάλει τα αποδεικτικά πληρωμής, δεν ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να περιληφθεί η δαπάνη σε Σ.Π. και να πληρωθεί, ενώ, προκειμένου να διευκρινισθεί οριστικά εάν η ανάδοχος είχε καταβάλει εισφορές στο ί.Κ.Α. για την απασχόληση προσωπικού για τη\/ φύλαξη του έργου, με το 1888/οικ./5-3-2001 έγγραφο ζητήθηκε από το Ι.Κ.Α. η κοινοποίηση των σχετικών ασφαλιστικών καταστάσεων, από τις οποίες προέκυψε ότι ουδέποτε είχαν καταβληθεί εισφορές για την φύλαξη του έργου, παρά το ότι η ανάδοχος, αν και με την ένσταση της ισχυριζόταν ότι θα προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία της απασχόλησης εργαζομένων για την φύλαξη του έργου, δεν προσκόμισε τέτοια στοιχεία. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο με την 437/2009 απόφαση του, αφού έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω, επιπλέον δε 1) ότι στο από 17-12-1993 Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής αναφέρεται "Δέχεται, σε συνδυασμό με την απόρριψη του 3ου αιτήματος, το τέταρτο αίτημα της αναδόχου (δηλαδή για καταβολή αποζημίωσης για τη φύλαξη των χώρων του έργου) περιορίζον τούτο μόνο στα χρονικά διαστήματα που υπήρξε υπαιτιότητα του φορέα. Δηλαδή να αποζημιωθεί η ανάδοχος Κοινοπραξία για την φύλαξη του έργου σε 24ωρη βάση από της 8-7-1987, οπότε επεδόθη κατ' αρχάς η αίτηση δήλωσης διακοπής των εργασιών με αριθ. πρωτ. 3638, μέχρι της 8-11-1989, οπότε ενεκρίθη ο 8ος Σ.Π. με τον οποίο εδόθη η δυνατότης αφ' ενός συνεχίσεως των εργασιών και της εξοφλήσεως των 35ου και 36ου Λογαριασμών. Επίσης από της 30-1-1992, που επεραιώθη το έργο, μέχρι της 10-5-1993 οπότε έγινε η Διοικητική Παραλαβή αυτού δεδομένου ότι η καθυστέρηση της Διοικητικής Παραλαβής έγινε λόγω ανυπαρξίας και υπαιτιότητας του φορέα. Η αποζημίωση της φυλάξεως να υπολογιστεί με βάση το ωρομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη",2) ότι με την 416/1998 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου το ανωτέρω Πρωτόκολλο Παραλαβής θεωρήθηκε ως αυτοδικαίως εγκριθέν από 16-5-1994, 3)ότι με την 417/1998 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι η Προϊσταμένη Αρχή λόγω της ανωτέρω αυτοδικαίας έγκρισης του, δεν ηδύνατο να τροποποιήσει το εν λόγω πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής, δεν διατάχθηκε όμως με την απόφαση αυτή η καταβολή στην ανάδοχο ως αποζημίωσης συγκεκριμένου ποσού, 4)τις διατάξεις που εκτέθηκαν στο νομικό μέρος και ειδικότερα αυτές των άρθρων 50 §8 και 52 § 3του Π.Δ.475/1976, σύμφωνα με τις οποίες επί απολογιστικών εργασιών αποδίδεται η πραγματική σύμφωνα με τα σχετικά παραστατικά δαπάνη και το ισχύον όφελος, ως πραγματικές δαπάνες, μεταξύ των άλλων είναι οι μισθοί, τα ημερομίσθια και οι κάθε φύσεως εργοδοτικές επιβαρύνσεις και 5) ότι κατά τις εκτεθείσες διατάξεις έργο της Επιτροπής Παραλαβής είναι ο έλεγχος ποσοτικώς και ποιοτικώς των εκτελεσθεισών εργασιών, σύμφωνα με τα ειδικότερον εκτιθέμενα στο άρθρο 53 του Ν. 475/1976, έκρινε ότι υπό τα συντρέχοντα πραγματικά δεδομένα, η φύλαξη των χώρων του επίμαχου έργου είτε έγινε με προσωπικό της αναδόχου είτε υπεργολαβικώς, αποτελεί ενόψει του είδους και της φύσης της εργασίας απολογιστικώς εκτελούμενη εργασία, για την πληρωμή της οποίας καταβάλλεται τόσο η αμοιβή των εργαζόμενων όσο και οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές. Η έννοια αυτή της εν λόγω εργασίας δεν ανατρέπεται από το χαρακτηρισμό, στο Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής, του αναγνωρισθέντος ανταλλάγματος για την πληρωμή της εν λόγω εργασίας ως "αποζημίωσης" και την επιβεβαίωση του χαρακτηρισμού αυτού με το από 9-5-2001 διευκρινιστικό πρακτικό της ίδιας Επιτροπής (στο οποίο, σε σχετικό διευκρινιστικό ερώτημα της αναδόχου η επιτροπή απάντησε "δεν χωρά άλλος τρόπος υπολογισμού της αποζημιώσεως φύλαξης, εκτός αυτού που σαφώς αναφέρεται στο Πρωτόκολλο Παραλαβής των εργασιών"), αφού δεν νοείται καταβολή αποζημίωσης, τουλάχιστον, για ασφαλιστική κάλυψη εργαζομένου, χωρίς να αποδεικνύεται προεχόντως η καταβολή των εισφορών από μέρους του αιτουμένου την αποζημίωση, προϋπόθεση που συναρτάται με αυτή τούτη την απασχόληση αυτού. Κατόπιν αυτών, δεδομένου ότι η ανάδοχος, παρά την κλήση της να υποβάλλει τα απαιτούμενα, κατά τις εκτεθείσες διατάξεις, δικαιολογητικά(νόμιμα αποδεικτικά) πληρωμής της δαπάνης, δεν υπέβαλε αυτά, δεν δικαιούται την σχετική δαπάνη. Με την προεκτεθείσα δε αναλυτικότατη αιτιολογία του το Διοικητικό Εφετείο Πατρών, με την 437/2009 απόφαση του απέρριψε την από 8.4.2002 προσφυγή της ανωτέρω Κοινοπραξίας για ακύρωση: α) της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απορρίψεως εκ μέρους του Υπουργού Γεωργίας της επιδοθείσας σ' αυτόν στις 10.11.2001 από 8.11.2001 αιτήσεως θεραπείας της ανωτέρω Κοινοπραξίας κατά τις υπ'αρίθμ.πρωτ.Η5830/10-8-2001 αποφάσεως τις Προϊστάμενης Αρχής, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση που άσκησε η Κοινοπραξία κατά του υπ' αριθμ. Πρωτ. 4018/οικ./23.5.2001 εγγράφου της Διευθύνουσας το έργο υπηρεσίας, περί κοινοποιήσεως σ' αυτήν της υπό της Υπηρεσίας συνταχθείσης 48ης χρεωστικής γι' αυτήν (Κοινοπραξία) πιστοποιήσεως του έργου και β) της υπ' αριθμ. πρωτ 9099/20γ/534/7.2.2002 αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.
Παρά ταύτα όμως, και ενώ ο κατηγορούμενος, λόγω της προεκτεθείσας ιδιότητας του ως νόμιμος εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας, είχε εκπροσωπήσει αυτή σε όλες τις ενέργειες της, προς τις Δημόσιες Υπηρεσίες και τα Διοικητικά Δικαστήρια (Διοικητικό Εφετείο Πατρών και Συμβούλιο της Επικρατείας) και εγνώριζε ότι η Κοινοπραξία δεν εδικαιούτο τα διεκδικούμενα με τον 48ο Λογαριασμό ποσά, στις 20.8.2003 υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημ/κων Πατρών μήνυση - έγκληση κατά των Ι. Κ., διευθυντή της ΔΕΚΕ Πατρών, Β. Λ. και εγκαλούντος, υπαλλήλων της Δ.Ε.Κ.Ε, Πατρών και Θ. Κ. Προέδρου του Δ.Σ. του Οργανισμού Κεντρικής Λαχαναγοράς Πατρών, με την οποία καταλόγιζε μεταξύ άλλων και στον ήδη εγκαλούντα - μηνυτή ότι διέπραξε τα εγκλήματα της απάτης από κοινού με σκοπό προσπορίσεως παρανόμου οικονομικού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, της ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού με σκοπό προσπορίσεως αθεμίτου οφέλους και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριμένα διέλαβε μεταξύ άλλων στην έγκληση του και τα εξής: "Οι άνωθεν μηνυόμενοι δημόσιοι υπάλληλοι, συνομολογίσαντες αλλήλους αμοιβαία συνδρομή και ενεργήσαντες αδικήματα διέπραξαν εις βάρος εμού τα προαναφερόμενα αδικήματα...ο δε (ήδη εγκαλών) Χ. Κ. διέπραξε τα ανωτέρω αδικήματα με σκοπό να ωφεληθεί υπηρεσιακά και οικονομικά δια της μη αναζητήσεως από την υπηρεσία του αποζημίωσης για τις πράξεις και παραλείψεις που τέλεσε με τους συγκατηγορουμένους του εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ενεργώντας δολίως και εκ προθέσεως και εις βάρος της περιουσίας της Κοινοπραξίας. Ειδικότερα ανέφερε για τον εγκαλούντα ότι ως μέλος της Πενταμελούς Επιτροπής Εκκαθάρισης της Δ.Ε.Κ.Ε. που είχε ως έργο την εκκαθάριση του έργου "Αποπεράτωση Νέας Λαχαναγοράς Πατρών", επενέβη με δόλιο τρόπο προκειμένου να βλάψει την Κοινοπραξία στην αναθεώρηση του έργου και στην αποζημίωση η οποία είχε δοθεί στην Κοινοπραξία από την Επιτροπή Παραλαβής υπό "τύπο φύλαξης του έργου" και έτσι κατ' επανάληψη με έγγραφα στοιχεία ένα ομολογουμένως χρέος του Οργανισμού Κ. Λαχαναγοράς κατέληξε μετά από δέκα χρόνια σε μια προσωπική οφειλή της Κοινοπραξίας ποσού 4.800.000 δρχ., ότι ο ήδη εγκαλών μετέφερε επίτηδες εκτελεσθείσες στο έργο εργασίες, σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που πραγματικά είχαν εκτελεστεί δηλαδή επιχείρησε μετά 15 χρόνια μια εντελώς παράλογη και ανεξέλεγκτη καταγραφή των εργασιών ανακατατάσσοντας περισσότερες από 1000 περίπου επαναλαμβανόμενες εργασίες που είχαν εκτελεσθεί κατά την διάρκεια κατασκευής του έργου σε χρονολογικές περιόδους νωρίτερα από αυτές που είχαν εκτελεστεί με σκοπό να μειώσουν την αξία του ποσού της αναθεώρησης, β) απαλοίφοντας την δαπάνη πληρωμής στον ανάδοχο φυλάκτρων δηλαδή ποσού για την φύλαξη της Λαχαναγοράς στο διάστημα από 8.7.1987 μέχρι 8.11.1989 και από 30.1.1991 μέχρι 10.5.1993, αίτημα το οποίο είχε θέσει ο ανάδοχος στην επιτροπή παραλαβής και είχε αναγνωριστεί και με δικαστικές αποφάσεις ανερχόμενο σε 149.603.990 δρχ. Με βάση την ως άνω έγκληση - μήνυση του ήδη κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων και κατά του εγκαλούντος Χ. Κ. για τις προεκτεθείσες αξιόποινες πράξεις της απάτης από κοινού με σκοπό προσπορίσεως παρανόμου οικονομικού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τις ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού με σκοπό προσπορίσεως αθεμίτου οφέλους και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ, της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημίσεως κατ' εξακολούθηση και μετά την διενέργεια κυρίας ανακρίσεως εκδόθηκε το 53/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία και κατ' αυτού για τις ως άνω πράξεις. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος καταμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα ότι τέλεσε τις προμνημονευόμενες αξιόποινες πράξεις, αν και εγνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα απ' αυτόν ήσαν αναληθή, καθόσον επεδίωκε να προκαλέσει την καταδίωξη του για τις εν λόγω πράξεις. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, εγνώριζε, σύμφωνα με τα αναλυτικώς εκτεθέντα παραπάνω, ότι ο μηνυτής δεν προέβη σε οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια για να μηδενίσει τα δήθεν οφειλόμενα ποσά του Ο.Κ.Λ.Π. και ότι ο τελευταίος δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό προς την Κοινοπραξία αλλά ότι αντιθέτως υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος αυτής ποσού 4.893.026 δραχμών. Εξάλλου εγνώριζε ότι ο μηνυτής δεν μετέφερε δολίως, εργασίες αναθεωρήσεως σε τρίμηνα προγενέστερα αυτών που πραγματικά εκτελέστηκαν οι εργασίες αλλά εφάρμοσε τα προβλεπόμενα από το Ν.Δ. 1266/1972 κατά το οποίο οι εργασίες αναθεωρήσεως υπολογίζονται με τους συντελεστές του χρόνου εκτελέσεως των εργασιών. Όσον αφορά δε στο θέμα της αποζημιώσεως για την φύλαξη του έργου ο μηνυτής εξέφρασε την γνώμη ότι η Κοινοπραξία δεν δικαιούται το ποσό που διεκδικούσε ως αποζημίωση για την φύλαξη, εφόσον δεν έγινε στην πραγματικότητα φύλαξη του έργου, άλλωστε και η ίδια η Κοινοπραξία μέχρι το έτος 2001 κατά την υποβολή των σχετικών λογαριασμών θεωρούσε την φύλαξη απολογιστική εργασία. Η εκφρασθείσα ως άνω άποψη του μηνυτή κρίθηκε εξάλλου ως βάσιμη με την 437/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, κατά την οποία η ανάδοχος δεν δικαιούται την σχετική δαπάνη "δεδομένου ότι παρά την κλήση της, να υποβάλλει τα απαιτούμενα κατά τις εκτεθείσες διατάξεις δικαιολογητικά (νόμιμα αποδεικτικά) πληρωμής της δαπάνης, δεν υπέβαλε αυτά". Ο μηνυτής εξάλλου, κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων ως μέλος της Επιτροπής Εκκαθαρίσεως του επιδίκου έργου έπραξε το υπηρεσιακό του καθήκον και δεν επεδίωξε, με πρόθεση να ωφελήσει τον κύριο του έργου επί ζημία της Κοινοπραξίας όπως αβασίμως και με πρόθεση του καταλόγισε με την κρινόμενη μήνυση του ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 20.8.2003 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα αποκρύπτοντας την αλήθεια. Συγκεκριμένα κατά την υποβολή της από 20.8.2003 εγκλήσεώς του, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κων Πατρών, που είναι αρμόδια αρχή να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε τα προεκτεθέμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά καταγγέλλοντας ότι ο εγκαλών διέπραξε τα εγκλήματα της απάτης από κοινού με σκοπό προσπορίσεως παρανόμου οικονομικού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τις ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού με σκοπό προσπορίσεως αθεμίτου οφέλους και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημίσεως κατ' εξακολούθηση, ενώ εγνώριζε ότι τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν ψευδή και ότι ο εγκαλών ουδέποτε συνέπραξε δολίως με τους συγκατηγορουμένους του Ι. Κ., Β. Λ. και Θ. Κ. στον μηδενισμό των ποσών που δήθεν όφειλε ο Ο.Κ.Λ. Πατρών στην Κοινοπραξία "Ι. Π.-Ι.Γ." που εκπροσωπούσε νομίμως ο κατηγορούμενος. Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 8.11.2005 έως 3.4.2007 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για τον εγκαλούντα τα παρακάτω, ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, ενώ εγνώριζε ότι αυτά ήσαν αναληθή. Ειδικότερα στις 11.12.2006 κατέθεσε ως πολιτικώς ενάγων στην ανωτέρω μήνυση το από 11.12.2006 το υπόμνημα του, του οποίου έλαβαν γνώση οι Δικαστές και ο Γραμματέας του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, στο οποίο διέλαβε, εν γνώσει της αναληθείας τους τα παρακάτω ψευδή γεγονότα για τον εγκαλούντα "...Το Ελληνικό Δημόσιο εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων θα κληθεί να πληρώσει υπέρογκο ποσό από επιδικασμένους τόκους υπερημερίας. Η παρούσα μου αποσκοπεί στην διεύρυνση της κατηγορίας για τα αδικήματα της απιστίας και απάτης εις βάρος όλων των κατηγορούμενων, διότι από κοινού συνέπραξαν την απάτη εις βάρος της Κοινοπραξίας και κατ' επέκταση την υπερβολική ζημία του Δημοσίου, όπως προκύπτει από τις ψεύδορκες ενορχηστρωμένες καταθέσεις τους εναντίον μου, όσον αφορά τη φύλαξη του έργου και την άσκηση τους να εφαρμόσουν δικαστικές και υπουργικές αποφάσεις, οι λόγοι που τους οδήγησαν στις ενέργειες τους αυτές, όπως αποδεικνύεται από έγγραφα της δικογραφίας είναι: Ο κ. Κ. καθυστερούσε υπερβολικά στην διεκπεραίωση της εκκαθάρισης για ευνόητους λόγους και απειλήθηκε να υποστεί τις συνέπειες των διατάξεων του άρθρου 198 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομία. Οι λοιποί υπάλληλοι (μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών) συνέδραμαν τον Διευθυντή τους κ. Κ., τον οποίο είχαν ανάγκη για άλλου είδους υποθέσεις τους...", β) Στις 12.1.2001 κατέθεσε ως πολιτικώς ενάγων στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο το από 12.1.2007 υπόμνημά του, οποίου έλαβαν γνώση τα αυτά ως άνω πρόσωπα, στο οποίο διέλαβε τα εξής συκοφαντικά για τον εγκαλούντα. "...Πρόκειται επίσης από τον υποβληθέντα 49ο Λογαριασμό, που συνετάγη σύμφωνα με τις δικαστικές αποφάσεις, τις υποδείξεις του Υπουργείου Γεωργικής Ανάπτυξης, της Γνωμοδοτικής Επιτροπής και του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, ότι μέχρι σήμερα το Ελληνικό Δημόσιο, έχει επιβαρυνθεί με το υπέρογκο ποσό της τάξεως των 5.000,000 ευρώ. Το ποσό αυτό θα κληθεί να πληρώσει από δόλια υπαιτιότητα των υπό ποινική δίωξη μηχανικών ο έλληνας φορολογούμενος. Το πιο πάνω ποσό εξακολουθεί να προσαυξάνεται κατά 39,000 ευρώ μηνιαίως. Οι υπεύθυνοι της τραγωδίας, που βιώνει η Κοινοπραξία θα πρέπει να λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη", γ) στις 31-1-2007 κατέθεσε στο Συμβούλιο Εφετών Πατρών το από 31-1-2007 υπόμνημα του, του οποίου έλαβαν γνώση ο Γραμματέας του Συμβουλίου και τα μέλη του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και στο οποίο διέλαβε τα εξής συκοφαντικά για τον εγκαλούντα Χ. Κ.: "..Προς τούτο μειώνουν το ποσόν της δαπάνης για αναθεώρηση που νόμιμα εδικαιούμεθα, κατά 145.233.376 δρχ. και απαλείφουν πλήρως το κονδύλιο δαπάνης φυλάξεως του έργου, που αναγνωριζόταν από τις άνω αποφάσεις, ανερχόμενο σε 149.603.990 δρχ. Με τις αλχημείες αυτές όχι μόνο αρνήθηκαν ότι δικαιούμεθα τα δύο ως άνω κονδύλια που δεν περιέλαβαν αλλά μας εμφάνισαν και οφειλέτρια του άνω ποσού των 4.893.026 δρχ. Παρατηρούμε από τούδε ότι πρόκειται για δόλιους και μεθοδευμένους χειρισμούς, όπως θα αναλυθεί παρακάτω. Από αντικειμενικής πλευράς είναι σαφές ότι οι χειρισμοί αυτοί πληρούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κακουργηματικής ψευδούς βεβαιώσεως και της κακουργηματικής απάτης και δη ... Ο μηδενισμός των υπερβαινουσών τα 300,000.000 δρχ. ως άνω απαιτήσεων μας επέφερε περιουσιακή ζημία μας με αντίστοιχο όφελος του Κυρίου του Έργου, το οποίο ήταν παράνομο και το εγνώριζαν οι κατηγορούμενοι, αφού παραβίαζαν τις συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις.... Οι κατηγορούμενοι αγνόησαν τους συνταχθέντες πίνακες κατανομής των εργασιών από τους επιβλέποντες και χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό υπολογιστή προέβησαν σε μια αυθαίρετη μεταφορά των εκτελεσθεισών εργασιών σε προγενέστερα χρονικά διαστήματα από αυτά που πράγματι είχαν εκτελεστεί με αντικειμενικό σκοπό να μειώσουν την αξία των εργασιών αυτών και να ελαχιστοποιήσουν το οικονομικό αντικείμενο της αναθεώρησης. Μάλιστα με επέμβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αλλοίωσαν τα αριθμητικά αποτελέσματα κάνοντας σκόπιμα λογιστικά λάθη αθροίσεων, πολλαπλασιασμών κ.τ.λ. Το γεγονός αυτό αγνοείται στην εισήγηση του Αντεισαγγελέα. Δεν εξηγεί δηλαδή πως και γιατί το ποσό της αναθεώρησης των 308.000.000 το οποίο είχε υπολογίσει ο πρώτος των κατηγορουμένων στην εκκαθάριση του 12ου Σ.Π. μετά μάλιστα από εργασία 5 μηνών και το οποίο είχε διορθωθεί από το γνωμοδοτικό συμβούλιο της Νομαρχίας το υπ' αριθμ. 166/2-8-2000 και εγκρίνει η Προϊσταμένη Αρχή του έργου, μετεβλήθη με την απατηλή πράξη των κατηγορουμένων σε ποσό 245,890.544 δρχ. ...", δ) Στις 6-2-2007 κατέθεσε στο Συμβούλιο Εφετών Πατρών το από 6-2-2007 υπόμνημα του, του οποίου έλαβαν γνώση ο Γραμματέας του Συμβουλίου και τα μέλη του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και στο οποίο διέλαβε τα εξής συκοφαντικά για τον εγκαλούντα Χ. Κ. : "... Τέλος η απαλλαγή θα μπορούσε να επιτευχθεί και αν ακόμα αγνοηθεί (κάτι που οι κατηγορούμενοι επί σειρά ετών επεδίωξαν με τις ενέργειες τους) η αγωνιώδης προσπάθεια της Κοινοπραξίας να εισπράξει τα χρήματα που τα Ελληνικά Δικαστήρια αναγνώρισαν ότι δικαιούται, τις αποφάσεις των οποίων Δικαστηρίων αγνόησαν επιδεικτικά και σκόπιμα οι κατηγορούμενοι αναζητώντας δήθεν γνώμες απόψεις και σχόλια από άλλα όργανα, λες και δεν είναι δεσμευτικές αυτές οι αποφάσεις για όλους και ήθελαν επικύρωση. Αλήθεια, αν οι δικαστικές αποφάσεις ήταν σε βάρος της Κοινοπραξίας, οι κατηγορούμενοι θα επιδείκνυαν τέτοιο ζήλο για να επιβεβαιώσουν την εκτελεστότητά τους; Και αν ο τόκος υπερημερίας από την καθυστέρηση αφορούσε τη δική τους προσωπική περιουσία, άραγε θα επέλεγαν τη λύση της καθυστέρησης στην ικανοποίηση των οικονομικών αιτημάτων μας - μέχρι βέβαια τη στιγμή που συνειδητοποίησαν ότι θα αναζητηθούν από τους ιδίους προσωπικά ευθύνες για τους τόκους που θα κληθεί να πληρώσει το Ελληνικό Δημόσιο, οπότε αναγκάσθηκαν να διαπράξουν την απάτη και ψευδή βεβαίωση όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο ;...", ε) Στις 26-2-2007 κατέθεσε στο Συμβούλιο Εφετών Πατρών το από 26-2-2007 υπόμνημα του, του οποίου έλαβαν γνώση ο Γραμματέας του Συμβουλίου και τα μέλη του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και στο οποίο διέλαβε τα εξής συκοφαντικά για τον εγκαλούντα Χ. Κ.: "... Σήμερα οι κατηγορούμενοι μετά την υπέρ αυτών πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών περί απαλλαγής τους, αναθάρρησαν και επεμβαίνουν ως εκκαθαριστές του έργου με αντικειμενικό σκοπό να διαιωνίζουν την εκκαθάριση του έργου....", στ) Στις 11-1-2007, συνέταξε και απέστειλε προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, τον Υπουργό Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και την Δ.Ε.Κ.Ε. Πατρών, οι οποίοι και έλαβαν γνώση του περιεχομένου του, το από 11-1 -2007 έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και στο οποίο διέλαβε τα εξής συκοφαντικά για τον εγκαλούντα Χ. Κ.: "Με το υπ' αρ. 6804/19-12-2006 έγγραφο μας με το ίδιο θέμα ενημερωθήκατε εντελώς περιληπτικά των παρανόμων ενεργειών και μεθοδεύσεων των κ.κ. Ι.Κ., Χ. Κ. και Β. Λ. που αφορούσαν την εκκαθάριση του έργου Αποπεράτωση Νέας Κεντρικής Λαχαναγοράς Πατρών ... Είναι εντελώς παράλογη η απαίτηση των κ.κ. Χ. Κ., Β. Λ., Ι. Κ. να θέλουν να κρίνουν την εκκαθάριση του έργου, τη στιγμή ακριβώς που υπάρχει ποινική δίωξη εναντίον τους για τον τρόπο και τις παράνομες επεμβάσεις τους στην εκκαθάριση ... Ακόμη, η Διοίκηση θα έπρεπε πάραυτα, με δική της πρωτοβουλία να εξαιρέσει αυτούς χωρίς να περιμένει τις προτροπές του Συνηγόρου του Πολίτη, του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και της Προϊσταμένης Αρχής του έργου ... Οι κ.κ. Χ.Κ. και Β.Λ. είναι υπόλογοι πειθαρχικών παραπτωμάτων που αποτελούν και ποινικά αδικήματα. Η αποδεδειγμένη και συνεχής επί δυόμιση χρόνια έγγραφη άρνηση τους να εφαρμόσουν την υπ' αρ. 9099/20γ/534/7-2-2002 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας αποτελεί παράβαση καθήκοντος, που σύμφωνα με το άρθρο 109 παρ. 26 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα επιφέρει την ποινή της οριστικής παύσης τους. Είναι προφανές ότι οι κ.κ. Χ. Κ., Β. Λ. και Ι. Κ. χαίρουν ασυλίας λόγω συντεχνιακής καλύψεως ... Γνωρίζετε ότι εξ' αιτίας των παρανόμων ενεργειών και των παραλήψεων των κ.κ.Χ. Κ., Β. Λ., Ι. Κ., το έργο έχει υπερχρεωθεί από τόκους υπερημερίας....". ζ) Στις 19-1-2007, συνέταξε και απέστειλε προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, τον Υπουργό Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και το Σώμα Επιθεωρητών Ελγ. Δημ. Διοίκ., οι οποίοι και έλαβαν γνώση του περιεχομένου του, το από 19-1-2007 έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και στο οποίο διέλαβε τα εξής συκοφαντικά για τον εγκαλούντα Χ. Κ.: "... Εξ' αιτίας της ανικανότητος, της διαπλοκής, της διαφθοράς και του συντεχνιακού κατεστημένου των Δημοσίων Υπηρεσιών, η εκκαθάριση του έργου ενεπλάκη σε πληθώρα μεθοδεύσεων από τους εκάστοτε μηχανικούς που είχαν την ευθύνη της εκκαθάρισης ... Εν συνεχεία η Δ.Ε.Κ.Ε. Πατρών αρνήθηκε πεισματικά να εφαρμόσει την υπ' αρ. 9099/20γ/534/7-2-2002 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία εντέλετο να προβεί στον επανυπολογισμό της αναθεώρησης του έργου. Επίσης, αρνήθηκε να εφαρμόσει τις εντολές της Προϊσταμένης Αρχής του έργου και να διορθώσει τα λογιστικά λάθη, που είχαν γίνει εκ δόλου με επέμβαση στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή και ακόμα αρνήθηκε να εφαρμόσει τις οδηγίες της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας ... Οι κ.κ Κ., Κ. και Λ. χρησιμοποιούν το συντεχνιακό καθεστώς των Δημοσίων έργων προκειμένου να παρατείνουν την εκκαθάριση για να μην αποκαλυφθεί το μέγεθος της απάτης που διέπραξαν ... Επιπρόσθετα σας γνωρίζω ότι υπάρχει μια προσπάθεια συμμετοχής των κ.κ. Κ., Λ. στην εκκαθάριση του έργου, παρότι σας γνώρισα ότι σύμφωνα με τις γενικές αρχές του Διοικητικού Δίκαιου λόγω της οξείας έχθρας που έχει αναπτυχθεί μεταξύ των πιο πάνω πρώην εκκαθαριστών και της Κοινοπραξίας, αυτοί δεν παρέχουν τα εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης ... Η κωλυσιεργία, την οποία έχουν επιφέρει και επιφέρουν και σήμερα, μηχανικοί του Δημοσίου επιβαρύνει το έργο με τόκους υπερημερίας, σύμφωνα με τις Δικαστικές αποφάσεις. Το ποσό των τόκων ανέρχεται σήμερα στα 6.000.000 € περίπου και κάθε μήνα προσαυξάνεται κατά 39.000 € ... Κύριε Γενικέ, είναι βέβαιο ότι εάν δεν επέμβετε εσείς προσωπικά, το Ελληνικό Δημόσιο θα εξακολουθεί να χρεώνεται, με αντικειμενικό σκοπό να καλυφθούν αυτοί που με την τακτική και τις μεθοδεύσεις τους έχουν φέρει σήμερα αυτό το αποτέλεσμα ...", η) Στις 20-2-2007, υπέβαλε στη Δ.Ε.Κ.Ε. Πατρών την από 20-2-2007 ένσταση, την οποία υπογράφει ο ίδιος και στην οποία διέλαβε ίδιο συκοφαντικό για τον ως άνω εγκαλούντα περιεχόμενο με τα υπό στοιχ. στ' και ζ' έγγραφα, του οποίου έλαβαν γνώση οι αρμόδιοι υπάλληλοι της παραπάνω υπηρεσίας, θ) Στις 28-2-2007 συνέταξε και απέστειλε προς τον Γενικό Διευθυντή της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, τη Δ.Ε.Κ.Ε. Πατρών, τον Υπουργό Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και το Δικαστικό Γραφείο Πατρών, οι οποίοι και έλαβαν γνώση του περιεχομένου του, το από 28-2-2007 έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και στο οποίο διέλαβε ίδιο συκοφαντικό για τον ως άνω εγκαλούντα περιεχόμενο με τα υπό στοιχ. στ', ζ' και η' έγγραφα, ι) Στις 5-3-2007 συνέταξε και απέστειλε προς τη Δ.Ε.Κ.Ε. Πατρών, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας και έλαβαν γνώση του περιεχομένου του, το από 5-3-2007 έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και στο οποίο διέλαβε ίδιο συκοφαντικό για τον ως άνω εγκαλούντα περιεχόμενο με τα υπό στοιχ. στ', ζ', η' και θ' έγγραφα, ια) Στις 12-3-2007, συνέταξε και απέστειλε προς τη Δ.Ε.Κ.Ε. Πατρών, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας και έλαβαν γνώση του περιεχομένου του, το από 12-3-2007 έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και στο οποίο διέλαβε ίδιο συκοφαντικό για τον ως άνω εγκαλούντα περιεχόμενο με τα υπό στοιχ. στ1, ζ', η', θ' και Γ έγγραφα, ιβ) Στις 21-3-2007, συνέταξε και απέστειλε προς τη Δ.Ε.Κ.Ε. Πατρών, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας και έλαβαν γνώση του περιεχομένου του, το από 21-3-2007 έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και στο οποίο διέλαβε ίδιο συκοφαντικό για τον ως άνω εγκαλούντα περιεχόμενο με τα υπό στοιχ. στ', ζ', η', θ', ι' και ια' έγγραφα, ιγ) Στις 8-11-2005, συνέταξε και απέστειλε προς την Γενική Διεύθυνση Τεχνικών Μελετών και Κατασκευών του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας και έλαβαν γνώση του περιεχομένου του, το από 8-11-2005 έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και στο οποίο διέλαβε ίδιο συκοφαντικό για τον ως άνω εγκαλούντα περιεχόμενο με τα υπό στοιχ. στ', ζ', η', θ', Γ, ια' και ιβ' έγγραφα, ιδ) Στις 13-12-2005, συνέταξε και απέστειλε προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, ο οποίος και έλαβε γνώση του περιεχομένου του, το από 13-12-2005 έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και στο οποίο διέλαβε ίδιο συκοφαντικό για τον ως άνω εγκαλούντα περιεχόμενο με τα υπό στοιχ. στ', ζ', η', θ', Γ, ια', ιβ' και ιγ' έγγραφα, ιε) Στις 24-1-2007, συνέταξε και απέστειλε προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, ο οποίος και έλαβε γνώση του περιεχομένου του, το από 24-1-2007 έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και στο οποίο διέλαβε ίδιο συκοφαντικό για τον ως άνω εγκαλούντα περιεχόμενο με τα υπό στοιχ. στ', ζ', η', θ', γ', ια', ιβ', ιγ' και ιδ' έγγραφα, ιστ) Στις 29-3-2006, συνέταξε και απέστειλε προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, ο οποίος και έλαβε γνώση του περιεχομένου του, το από 29-3-2006 έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και στο οποίο διέλαβε ίδιο συκοφαντικό για τον ως άνω εγκαλούντα περιεχόμενο με τα υπό στοιχ. στ', ζ, η', θ', ι', ια', ιβ', ιγ', ιδ' και ιε' έγγραφα. Και ιζ) στις 3-4-2007, συνέταξε και απέστειλε προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, ο οποίος και έλαβε γνώση του περιεχομένου του, το από 3-4-2007 έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και στο οποίο διέλαβε ίδιο συκοφαντικό για τον ως άνω εγκαλούντα περιεχόμενο με τα υπό στοιχ. στ', ζ', η', θ', Γ, ια', ιβ', ιγ', ιδ', ιε' και ιστ' έγγραφα. Με τα παραπάνω υπομνήματα και έγγραφα του ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε και για τον εκκαλούντα ότι με τις ανωτέρω εκτιθέμενες αλχημείες και δόλιους χειρισμούς επεδίωξε να μηδενίσει την οφειλή του Ο.Κ.Λ.Π. προς την Κοινοπραξία και να βλάψει τα συμφέροντα της τελευταίας και ότι σε συνεργασία με τους παραπάνω συγκατηγορουμένους του χρησιμοποίησαν το συντεχνιακό καθεστώς που διέπει τα Δημόσια Έργα προκειμένου να παρατείνουν την εκκαθάριση και να μην αποκαλυφθεί το μέγεθος της απάτης που διέπραξαν. Τα παραπάνω όμως γεγονότα που ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα ήσαν αναληθή, δεδομένου ότι αυτός εκτέλεσε με ευσυνειδησία τα καθήκοντα του και έχοντας ως γνώμονα την προστασία του δημοσίου συμφέροντος αλλά και των νομίμων συμφερόντων της Κοινοπραξίας. Τα παραπάνω δε ψευδή γεγονότα που ισχυρίσθηκε ενώπιον των τρίτων για τον εγκαλούντα ο κατηγορούμενος ήσαν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, πράγμα το οποίο και καθόσον ο εγκαλών συνεπεία των ανωτέρω ενεργειών του κατηγορουμένου υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από την θέση του Γενικού Γραμματέα του Τεχνικού Επιμελητηρίου Δυτικής Ελλάδας που κατείχε καθώς και από αυτήν του μέλους του Δ.Σ. της Δημοτικής Επιχείρησης Υδρεύσεως Αποχέτευσης Πατρών (Δ.Ε.Υ.Α.Π.), ενώ μετατέθηκε και σε άλλη υπηρεσία. Ο κατηγορούμενος δε τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας των ανωτέρω γεγονότων, καθόσον μέχρι σήμερα και παρά τις επανειλημμένες προσφυγές ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων και τις λοιπές ενέργειες ενώπιον των αρμοδίων αρχών στις οποίες έχει προβεί η Κοινοπραξία, ουδέν επιπλέον ποσόν της έχει επιδικασθεί για το κρινόμενο έργο γεγονός που καταδεικνύει με σαφήνεια ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής Εκκαθαρίσεως του έργου έπραξαν ενόρκως και ευσυνειδήτως το καθήκον τους. Ενδεικτικό εξάλλου του δόλου του κατηγορουμένου είναι και το ότι, ενώ ο μηνυτής παραιτήθηκε από την επιτροπή εκκαθαρίσεως του έργου μετά την άσκηση ποινικής διώξεως κατ' αυτού, ο κατηγορούμενος με συνεχή υπομνήματα προς το Συμβούλιο Εφετών Πατρών και έγγραφα προς τις λοιπές Υπηρεσίες συνέχισε να καταφέρεται κατ' αυτού υποστηρίζοντας τα προεκτεθέντα ψευδή γεγονότα και τούτο ενώ δεν έχει στραφεί δικαστικώς εναντίων των νέων υπαλλήλων της Δ.Ε.Κ.Ε. που απαρτίζουν πλέον την Επιτροπή Εκκαθαρίσεως του έργου και εμμένουν στις απόψεις περί μη οφειλής προς την Κοινοπραξία που είχαν διασώσει με την 48η Πιστοποίηση τα μέλη (μεταξύ των οποίων και ο μηνυτής) της αρχικής Επιτροπής Εκκαθαρίσεως, αλλά ούτε και είχε στραφεί δικαστικώς εναντίον των υπαλλήλων της Δ.Ε.Κ.Ε. Σ. Π., Β. Ε. και Π. Κ., οι οποίοι μαζί με τον εγκαλούντα και τον Β. Λ. αποτελούσαν την Πενταμελή Επιτροπή Εκκαθαρίσεως που είχε αποφανθεί ομοφώνως για μη οφειλή οποιουδήποτε ποσού προς την Κοινοπραξία. Ο κατηγορούμενος προέβαλε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τον αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 367§1 Π.Κ.. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι με όσα γεγονότα διέλαβε στα υπομνήματα του προς το Συμβούλιο Εφετών Πατρών και τις λοιπές αρχές αποσκοπούσε στην διαφύλαξη (προστασία) νομίμου δικαιώματος της Κοινοπραξίας προς λήψη του οφειλομένου σε αυτήν εργολαβικού ανταλλάγματος εκ μέρους του κυρίου του έργου Ο.Κ.Λ. Πατρών. Ο ισχυρισμός του, όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' άρθρο 367§2α Π.Κ. καθόσον τα όσα ισχυρίσθηκε για τον κατηγορούμενο ήσαν κατά τα ανωτέρω συκοφαντικά και τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη της παραγράφου 1γ του άρθρου 367 Π.Κ.. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκία ςμάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27
παρ.1, 94 παρ. 1, 98 παρ. 1, 224 παρ. 2 και 1, 227, 229 παρ. 1 και 363 σε συνδυασμό με το άρθρο 362 και 367 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την υπ'αρ. 437/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, η ιδιαίτερη δε έξαρση αυτής από το ως άνω Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παρά το μη αμετάκλητο αυτής, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν όλα τα άλλα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως αβάσιμα αιτιάσεις ο αναιρεσείων. Επιπλέον και σχετικά α) ως προς τη ψευδή καταμήνυση εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, η υποβολή δηλαδή της από 20.8.2003 υποβολής μήνυσης - έγκλησης του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών κατά του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος Χ. Κ. στην προκειμένη δίκη για τέλεση από τον τελευταίο των εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης από κοινού, της κακουργηματικής ψευδούς βεβαίωσης, της ψευδορκίας μάρτυρα κατ'εξακολούθηση, με σκοπό να ασκηθεί σε βάρος του εγκαλούντος (και άλλων προσώπων) ποινική δίωξη για περιστατικά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και για τα οποία εκδόθηκε τελικά, μετά τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης το υπ' αριθμ. 13/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία και κατά του πολιτικώς ενάγοντος της προκειμένης δίκης για τις ως άνω πράξεις, β) ως προς τη ψευδορκία μάρτυρα προσδιορίζονται τα ψευδή γεγονότα που ο αναιρεσείων κατέθεσε, αιτιολογείται δε ότι τα περιεχόμενα στην ως άνω μήνυση - έγκληση του και απ' αυτόν ενόρκως επιβεβαιωθέντα....κατατεθέντα ήταν ψευδή και ο αναιρεσείων τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους..., λόγω της αναφερομένης για τη ψευδή καταμήνυση ιδιότητάς του, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα δεν ήταν απαραίτητο να επαναληφθεί η αναφορά των αληθινών γεγονότων και γ) ως προς τη συκοφαντική δυσφήμηση παρατίθενται στην απόφαση τα δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ως άνω μήνυση και τα σχετικά υπομνήματα που κατέθεσε ως πολιτικώς ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 8.01.2005 έως 3.4.2007 ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και Εφετών Πατρών, τα οποία προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Χ. Κ..
Περαιτέρω, η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές του υπ' αυτού κατατεθέντος αιτιολογείται πλήρως από την παραδοχή ότι αυτός είχε άμεση αντίληψη των καταμηνυθέντων ως ψευδών και του αντίστοιχου περιεχομένου της ως άνω μήνυσής - έγκλησής του, ο οποίος γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με ...γνώση αυτή περιστατικών. Ακόμη, το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφαση ορθά απέρριψε τον από το άρθρο 367 παρ.1 του ΠΚ προβληθέντα από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό, με την αιτιολογία μη άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση που τέλεσε ο αναιρεσείων, κατ' εφαρμογή της διατάξεως της παρ. 2α του ίδιου ως άνω άρθρου.
Συνεπώς, η περί του αντιθέτου των ανωτέρω σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' μόνοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης, κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτής και δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι, για τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτουμένης από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την ως άνω απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους παραπάνω λόγους πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον ως προς τα ζητήματα αυτά η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς. Τέλος, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και την παραδεκτή επισκόπηση από το Δικαστήριο αυτό της υπ'αριθμ. 437/2009 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, το πρώτο δεν αποτελεί αντιγραφή της προαναφερόμενης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου, ούτε το Τριμελές Εφετείο Πατρών με το ως άνω αιτιολογικό έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών και ήδη στο Συμβούλιο Επικρατείας, λόγω της ασκήσεως αναιρέσεως κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης. Ως παραδοχές του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι κυρίως άλλα περισρτατικά με τα οποία θεμελιώνεται, όπως προεκτίθεται, η υποκειμενική και αντικείμενη υπόσταση των τριών (3) ποινικών αδικημάτων που τέλεσε ο αναιρεσείων, εκτός του αντικειμένου της διοικητικής διαφοράς που δεν έχει λυθεί ακόμη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Συνακόλουθα ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για θετική υπέρβαση εξουσίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Κατά τα λοιπά με τον ίδιο ως άνω λόγο επαναπροσβάλλεται απαραδέκτως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, ως προς τα οποία ζητήματα, όπως προαναφέρθηκε, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Μετά απ' όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.1.2011 αίτηση και τους από 21.4.2011 επ' αυτής πρόσθετους λόγους του Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 1606Α,1656/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμισης. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Μη εφαρμογή του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφήμισης. Απόρριψη των ως άνω λόγων αναίρεσης ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης συνολικά.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1130/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2) Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Ξενίδη, για αναίρεση της 1302-1303/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Ε. Π. του Α. και στην από 6 Νοεμβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως και στους από 23 Μαρτίου 2011 προσθέτους λόγους της Ν. Κ. του Ι., που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1443/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 1 Νοεμβρίου 2010 αίτηση αναίρεσης του Π. Ε. του Α. και να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως της Ν. Κ. του Ι..
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ'αριθμ.1302-1303/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης άσκησαν: 1) ο κατηγορούμενος Ε. Π. του Α. την από 1-11-2010 αίτηση αναίρεσης και 2) η κατηγορουμένη Ν. Κ. του Ι., δικηγόρος, την από 6-11-2010, με τις οποίες ζητούν την αναίρεση της ως άνω καταδικαστικής απόφασης, κατά το μέρος που αφορά τον καθένα τους. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας. Μαζί με αυτές θα συνεκδικαστούν και οι από 23-3-2011 πρόσθετοι λόγοι επί της δεύτερης των ως άνω αιτήσεων που ασκήθηκαν παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ'ΚποινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 28 Δεκεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Μ. Μ., σε συνδυασμό και με το από 20-12-2010 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 8-3-2011, κατά την οποία, με αίτημα του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (βλ.την υπ'αρ.409/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚποινΔ).
Οι διατάξεις των άρθρων 235 και 236 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 2 του ν.2802/2000, ορίζουν ότι "τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος....και "με την ποινή του άρθρου 235 του ίδιου κώδικα τιμωρείται όποιος υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα για τον εαυτό του ή για τρίτο, προκειμένου ο υπάλληλος κατά παράβαση των καθηκόντων του, να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της ενεργητικής δωροδοκίας, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τη δεύτερη από αυτές και στο οποίο κάθε τρόπος τελέσεως είναι αυτοτελής και αρκεί για την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξεως, απαιτείται υπόσχεση ή παροχή από οποιοδήποτε πολίτη σε υπάλληλο, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263 Α' του ΠΚ, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφελημάτων για τον εαυτό του ή τρίτο και η υπόσχεση ή η παροχή τους να γίνεται για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου, που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο, ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διατάξεις και τις οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, ενώ προκειμένου για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου η πράξη αυτή κατέστη ανέγκλητη από την έναρξη ισχύος του ν. 2802/2000. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1β του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση περέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 11 του ν.5227/1931 "Περί μεσαζόντων" τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή, όποιος παριστάνοντας ψευδώς ή αληθώς, ότι λόγω των σχέσεων του ή της ιδιοτητάς του ή γενικώς της επιρροής και του κύρους του, μπορεί να επιτύχει για άλλον ή για τον εαυτό του, αλλά για λογαριασμό άλλου τη σύναψη οποιασδήποτε συμβάσεως με το δημόσιο ή δήμο ή κοινότητα ή κρατική επιχείρηση ή μονή ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ότι, ασχέτως με κάθε σύμβαση, μπορεί να προκαλέσει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη των προσώπων αυτών, των υπαλλήλων, αντιπροσώπων ή των οργάνων αυτών, λαμβάνει αμοιβή ή άλλο αντάλλαγμα ή αποσπά υπόσχεση τέτοιας αμοιβής ή ανταλλάγματος για τον εαυτό του ή τρίτο. Εξάλλου για την τέλεση κατ'εξακολούθηση του ως άνω εγκλήματος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του ΠΚ, απαιτείται η τέλεση από τον ίδιο δράστη περισσοτέρων επί μέρους πράξεων, που περιέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης κάθε εγκληματικής μορφής από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 12 του ν.5227/1932 και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους, συνδεόμενες όμως με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών αποφάσεως (ενότητα δόλου). Εξάλλου κατά το άρθρο 216 παρ.2 του Π.Κ. με την ποινή εκείνου που καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται όποιος για τον ίδιο σκοπό κάνει εν γνώσει χρήση του πλαστού εγγράφου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα όχι μόνον όταν γίνεται από τρίτο, αλλά και από αυτόν τον πλαστογράφο, αλλά μόνον όταν αυτός για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για την πλαστογραφία. Όταν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο θεωρείται, σύμφωνα, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216, ως επιβαρυντική περίσταση. Το έγκλημα της χρήσης πλαστού εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτον και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αρ.1302-1303/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά(όσο αφορά την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη):
"Η πρώτη κατηγορούμενη είναι Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν υπάλληλος με την έννοια του άρθρου 13α Π.Κ. και συγκεκριμένα αστυνομικός υπάλληλος, που υπηρετούσε στο Α.Τ. .... Η πρώτη εξ αυτών με την ιδιότητα της ως Δικηγόρου ασχολήθηκε με υποθέσεις ομογενών, που επιθυμούσαν να υποβάλουν δικαιολογητικά για να εφοδιαστούν με ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς [ΕΔΤΟ]. Έτσι, εκμεταλλευόμενη την εμπειρία της από την εν λόγω ενασχόληση θέλησε με ανάλογο αντάλλαγμα να επιτύχει την έκδοση αντίστοιχων δελτίων σε αλλοδαπούς, οι οποίοι είτε δεν ήταν ομογενείς είτε δεν είχαν τις νόμιμες προϋποθέσεις και ως εκ τούτο δεν δικαιούντο τέτοιοι δελτίου. Για τον σκοπό συνεργάσθηκε με τους δεύτερο και τρίτη συγκατηγορούμενούς της. Συγκεκριμένα η πρώτη εξ αυτών προκειμένου να επιτύχει την έκδοση τέτοιου δελτίου για λογαριασμό εντολέα της, Αλβανικής υπηκοότητας και εθνικότητας, τα στοιχεία της ταυτότητας του οποίου δεν εξακριβώθηκαν στις 11-2-2003 όπως αυτό προκύπτει από το προσωπικό ημερολόγιο της ανωτέρω κατηγορουμένης, παρέδωσε στην υπάλληλο της Ι. Λ.-Τρίτη συγκατηγορούμενή της διακόσια [200] ευρώ σε τέσσερα [4] χαρτονομίσματα των πενήντα [50] ευρώ, τοποθετημένα σε χάρτινο κουτί φαρμάκων για να τα παραδώσει στον δεύτερο κατηγορούμενο Ε. Π., αστυνομικό υπάλληλο, υπηρετούντα στο Α.Τ. ... και ειδικότερα στο γραφείο αλλοδαπών αυτού με τον βαθμό του Αρχιφύλακα, στα καθήκοντα του οποίου ήταν και η παραλαβή και ο έλεγχος των σχετικών δικαιολογητικών για την έκδοση ειδικών δελτίων ταυτότητας ομογενούς, ως ωφέλημα [οικονομικό αντάλλαγμα] του ανωτέρω αστυνομικού- υπαλλήλου, ώστε αυτός κατά παράβαση των καθηκόντων του να προβεί στην έκδοση από το γραφείο αλλοδαπών του εν λόγω Α.Τ. ψευδούς βεβαίωσης περί καταθέσεως δικαιολογητικών για χορήγηση ΕΔΤΟ τα οποία ήταν πλαστά και κατόπιν στην έκδοση Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς [ΕΔΤΟ], ώστε ο εντολέας της να εμφανίζονταν ως έλληνας ομογενής, καταγόμενος από την Βόρειο Ήπειρο, χωρίς να συντρέχει το στοιχείο αυτό [της καταγωγής από την Βόρεια Ήπειρο], κατά παράλειψη του υπηρεσιακού του καθήκοντος. Το ανωτέρω χάρτινο κουτί η τρίτη κατηγορούμενη, γνωρίζοντας το περιεχόμενο του, κατόπιν προσυνεννοήσεως με την πρώτη κατηγορούμενη, το παρέλαβε από την τελευταία στο δικηγορικό της γραφείο που βρίσκονταν στον 5° όροφο της επί της οδού ... οικοδομής και το μετέφερε στο γραφείο αλλοδαπών του Α.Τ. ... και το παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος έχοντας προσυνεννοηθεί με την πρώτη κατηγορούμενη να δεχθεί τα χρήματα αυτά προκειμένου να εκδώσει τα προαναφερόμενα έγγραφα -βεβαιώσεις με το ψευδές περιεχόμενο επ' ονόματι του ως άνω εντολέως της, κατά παράβαση των καθηκόντων του και προκειμένου να ωφελήσει τον εν λόγω αλλοδαπό, που θα μπορούσε με την κατοχή αυτών των εγγράφων να παραμείνει και να εργασθεί στην Ελλάδα, ενώ χωρίς αυτά δεν θα μπορούσε ούτε να παραμείνει στην Ελλάδα, ούτε να εργασθεί παρέλαβε το κουτί και το πέταξε στο καλάθι των αχρήστων ώστε να μην γίνει αντιληπτό αυτό στους παρευρισκομένους στο ίδιο γραφείο συναδέλφους του αστυνομικούς, στη χαμηλόφωνη δε παρατήρηση της τρίτης κατηγορουμένης, ο πρώτος κατηγορούμενος υπέδειξε με κίνηση των χεριών του να μην συνεχίσει, προφανώς διότι γνώριζε το περιεχόμενο του εν λόγω κουτιού.....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη, παριστώντας αληθώς αλλά και ψευδώς, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις ότι εκ των σχέσεων της, της, ιδιότητάς της και της εν γένει επιρροής και του κύρους της δύναται να προκαλέσει υπέρ άλλου, οποιαδήποτε πράξη και παράλειψη υπαλλήλων, οργάνων του δημοσίου, έλαβε αμοιβή και αντάλλαγμα, υπέρ εαυτής και τρίτου και συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη, α) κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2003 μέχρι και τις 11.02.2003, παριστώντας αληθώς σε τρίτο, Αλβανό υπήκοο, πελάτη και εντολέα της, τα στοιχεία του οποίου δεν έχουν διακριβωθεί, ότι ως εκ της ιδιότητας της ως δικηγόρου, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, του κύρους της, της επιρροής της και των σχέσεων της με αστυνομικούς υπαλλήλους, υπηρετούντες στο Α.Τ. ..., δύναται να επιτύχει υπέρ αυτού (εντολέα της) την έκδοση από το γραφείο αλλοδαπών του εν λόγω Α.Τ. ψευδούς βεβαιώσεως και ειδικότερα, Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς (Ε.Δ.Τ.Ο.), καθώς και βεβαιώσεως περί καταθέσεως δικαιολογητικών για χορήγηση Ε.Δ.Τ.Ο., τα οποία (δικαιολογητικά) ήταν πλαστά, ώστε αυτός να εμφανίζεται ως Έλληνας ομογενής, καταγόμενος από τη Βόρεια Ήπειρο, χωρίς να συντρέχει το στοιχείο αυτό στο πρόσωπο του, κατά παράλειψη του υπηρεσιακού καθήκοντος των ανωτέρω αστυνομικών, έλαβε για το λόγο αυτό αφενός μεν ως δική της αμοιβή και αντάλλαγμα αδιευκρίνιστο ποσό χρημάτων σε ΕΥΡΩ, αφετέρου δε το ποσό των διακοσίων ΕΥΡΩ (200,00€) αποτελούμενο από τέσσερα (4) χαρτονομίσματα των 50,00 ΕΥΡΩ έκαστο, προκειμένου να το παράσχει στον ανωτέρω, συγκατηγορούμενό της αστυνομικό υπάλληλο, Ε. Π., ως δικό του ωφέλημα (οικονομικό αντάλλαγμα), ώστε αυτός, κατά παράβαση των καθηκόντων του, να προβεί στην έκδοση από το γραφείο αλλοδαπών του εν λόγω Α.Τ. ψευδούς βεβαιώσεως με το ανωτέρω περιεχόμενο. Το τελευταίο χρηματικό ποσό των 200 ΕΥΡΩ, παρέδωσε στον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο με την άμεση συνδρομή της συγκατηγορούμενής της, Ι. Λ. κατά τα προαναφερόμενα και β) κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 2003 μέχρι και το μήνα Ιούλιο του έτους 2004, παριστώντας ψευδώς στον Αλβανό υπήκοο, πελάτη και εντολέα της, με τα στοιχεία F.(ον.) Ν.(επ,) του R. και της S., ότι ως εκ της ιδιότητας της ως δικηγόρου, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, του κύρους της, της επιρροής της και των σχέσεων της με τους αστυνομικούς υπαλλήλους, υπηρετούντες στο ως άνω Α.Τ., δύναται να επιτύχει υπέρ αυτού (πελάτη της) την έκδοση από το γραφείο αλλοδαπών του εν λόγω Α.Τ. ψευδούς βεβαιώσεως και ειδικότερα, Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς (Ε.Δ.Τ.Ο.), καθώς και βεβαιώσεως περί καταθέσεως δικαιολογητικών για χορήγηση Ε.Δ.Τ.Ο., τα οποία (δικαιολογητικά) ήταν πλαστά, ώστε αυτός να εμφανίζεται ως Έλληνας ομογενής, καταγόμενος από τη Βόρεια Ήπειρο, χωρίς να συντρέχει το στοιχείο αυτό στο πρόσωπο του, κατά παράλειψη του υπηρεσιακού καθήκοντος των ανωτέρω αστυνομικών, έλαβε για το σκοπό αυτό ως αμοιβή και αντάλλαγμα, αδιευκρίνιστο χρηματικό ποσό, παραδίδοντας μέσω της αδελφής της, Δ. Κ., τον Ιούλιο του 2004 το με αριθμό πρωτ. (Α/Α) 4000/3/6397 και με αριθμό (Νο) 14583/20.05.2004, Ε.Δ.Τ.Ο. του Α.Τ. ..., με τα στοιχεία του και τις λοιπές ενδείξεις, που περιγράφονται στο διατακτικό, το οποίο όμως δεν ήταν γνήσιο, αλλά πλαστό και το είχε καταρτίσει άγνωστο πρόσωπο για το σκοπό αυτό, καθόσον δεν έφερε ελαστικές σφραγίδες υγρής μελάνης, αλλά είχε εκτυπωθεί με τη μέθοδο της έγχρωμης αναπαραγωγής με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, σαρωτή (scanner) και έγχρωμου εκτυπωτή ψεκασμού μελάνης (ink jet) και ουδέποτε είχε εκδοθεί από το Α.Τ. ... ούτε και είχε υπογραφεί από το Διοικητή αυτού, το παρέδωσε δε η ίδια εν γνώσει της ότι αυτό ήταν πλαστό, κάνοντας με τον τρόπο αυτό χρήση τους εν λόγω πλαστού εγγράφου. Ο F. (ον.) Ν. (επ.) είχε έλθει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1990 και εργαζόταν εδώ μέχρι το 1999, όταν καταδικάσθηκε για διακίνηση ναρκωτικών και απελάθηκε. Επανήλθε παράνομα στην Ελλάδα το 2001 και μέσω κάποιου ομοεθνούς του ήλθε σε επαφή με την δεύτερη κατηγορουμένη, από την οποία απέσπασε την υπόσχεση ότι έναντι αμοιβής θα κατόρθωνε η τελευταία να τον διαγράψει από τον κατάλογο των ανεπιθύμητων στον οποίο είχε καταχωρηθεί λόγω της προαναφερομένης καταδίκης του και της εν συνεχεία απελάσεως του και να τον εφοδιάσει με ειδικό δελτίο ταυτότητος ομογενούς. Προς το σκοπό αυτό ο εν λόγω αλλοδαπός μετέβη στις 29 8.2001, συνοδευόμενος από τη δεύτερη κατηγορουμένη στο ΑΤ ... προκειμένου να εφοδιαστεί με το ΕΔΤΟ, έχοντας μαζί του 4 φωτογραφίες, όπως του είχε ζητήσει η δεύτερη κατηγορουμένη. Εισήλθαν μεσημβρινές ώρες και οι δυο σε ένα γραφείο του αστυνομικού καταστήματος του ως άνω ΑΤ, όπου ευρίσκονταν ο δεύτερος κατηγορούμενος. Απευθύνθηκαν στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος επέδειξε στον ως άνω αλλοδαπό το ΕΔΤΟ και του είπε ότι δεν μπορούσε να του το παραδώσει εκείνη την ημέρα διότι δεν είχε το δελτίο την υπογραφή του διοικητή του ΑΤ, ο οποίος απουσίαζε και του υπέδειξε να προσέλθει την επομένη να το παραλάβει υπογεγραμμένο. Την επομένη, 30.8.2001, ο ως άνω αλλοδαπός προσήλθε στο ως άνω ΑΤ, προκειμένου να παραλάβει το δελτίο, όπως του είχε υποδείξει ο τρίτος κατηγορούμενος. Αναμένοντας ο αλλοδαπός στο διάδρομο των γραφείων του αστυνομικού καταστήματος, την έλευση του τρίτου κατηγορουμένου για να παραλάβει το δελτίο κατά τα προσυμφωνηθέντα, έγινε αντιληπτός από τον Κ. Α., Αστυνομικό, ο οποίος του ζήτησε τα στοιχεία ταυτότητας. Όταν ο αλλοδαπός έδωσε τα στοιχεία ταυτότητας του στον πρώτο κατηγορούμενο, ο τελευταίος συμβουλεύθηκε τους υπολογιστές της υπηρεσίας του και διαπίστωσε ότι ο αλλοδαπός ήταν καταχωρημένος στον κατάλογο ανεπιθύμητων. Τότε τον συνέλαβε και τον έστειλε συνοδεία στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.... Κατόπιν των παραπάνω, αφού πληρούται η νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων, που τους αποδίδονται, πρέπει οι πρώτη ......των κατηγορουμένων να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις αυτές και ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών για ενεργητική δωροδοκία, παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων κατ' εξακολούθηση και της χρήσης πλαστού με το πρωτοδίκως αναγνωρισθέν σ'αυτούς ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ." Στη συνέχεια το ως άνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη αναιρεσίουσα για τις αξιόποινες πράξεις της άμεσης συνέργειας σε ενεργητική δωροδοκία, της παράβασης του νόμου περί μεσαζόντων κατ'εξακολούθηση και της χρήσης πλαστού εγγράφου (πλήν πλημμελημάτων) και της επέβαλε συνολική ποινή μετά την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό της μόνο της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου της (άρθρο 84 παρ.2α του ΠΚ) ποινή φυλάκισης δέκα τεσσάρων (14) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για μία τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2α, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.2, 235 και 236 του ΠΚ, 1 και 11 του ν.5227/1931 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης ως και την από 13-11-2006 έκθεση εργαστηριακής της ΥΕΒΕ και το συνημμένο σ'αυτήν ειδικό δελτίο ταυτότητας του αλλοδαπού N. F.
Εδικότερα ως προς το έγκλημα της χρήσης του πλαστού εγγράφου για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α)ότι το υπ'αριθμ.πρωτ.(Α/Α) 4000/3/6/6397 και με αριθμ.(νο) 14583/20-5-2004 ΕΔΤΟ του Α.Τ.... ήταν πλαστό, που είχε καταρτίσει άγνωστο πρόσωπο, β)η αναιρεσείουσα τελούσε εν γνώσει της πλαστογραφίας αυτής, δηλονότι ότι δεν είχε εκδοθεί από τα αρμόδια όργανα του Α.Τ.Θεσσαλονίκης, την παραπλάνηση του αλλοδαπού F. N. ως προς τη γνησιότητα αυτού, δηλαδή ότι εκδόθηκε από τα αρμόδια όργανα, στον οποίο και του παραδόθηκε μέσω της αδελφής της Δ. Κ.. Από τα αμέσως προεκτιθέμενα προκύπτει ότι η χρήση του εγγράφου (ΕΔΤΟ) έγινε για το σκοπό που προαναφέρθηκε.
Συνεπώς ορθά το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.2 του ΠΚ και όχι εκείνη του άρθρου 217 ΠΚ (περί πλαστογραφίας πιστοποιητικού), αφού από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν η πλαστογράφηση και περαιτέρω η χρήση του πλαστογραφημένου εγγράφου γίνεται για άλλο σκοπό, εκτός του διαλαμβανομένου στο άρθρο 217 του ΠΚ, τότε και αν ακόμη αφορά έγγραφα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό (πιστοποιητικά κλπ), εφαρμογή έχει η γενική διάταξη του άρθρου 216 και όχι η εξαιρετική διάταξη του άρθρου 217 ΠΚ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως ως και ο μόνος επ'αυτής πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω και όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης για να σχηματίσει την καταδικαστική του κρίση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση: 1)....ανέγνωσε κατ'αρθρο 502 παρ.1 ΚΠΔ, και έλαβε υπόψη του το ως άνω Δικαστήριο την υπ'αριθμ.3847/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και όπως είναι πρόδηλο τα ταυτάριθμα και εμπεριεχόμενα σ'αυτήν πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου, η οποία ήταν η πρωτοβάθμια και εκκαλούμενη απόφαση, το οποίο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση με κατηγορουμένους για πλημμελήματα, λόγω της ειδικής δωσιδικίας της αναιρεσείουσας, εξαιτίας της δικηγορικής ιδιότητάς της. Η προαναφερόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σαφώς προσδιορίζεται και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται ως προς τα πρόσωπα που καταδικάσθηκαν με αυτήν και τα εγκλήματα που καταδικάσθηκαν.
Συνεπώς όλες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ως προς το ως άνω έγγραφο (απόφαση) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε'του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας το οποίο την εξέδωσε, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους δύο ως άνω λόγους πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον στην περίπτωση αυτή η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 εδ.α του ΚΠΔ "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α)όσοι άσκησαν εισαγγελική ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση....". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης και όχι η ενέργεια οποιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξέτασης, ενόψει του ότι ανακριτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι δεν ταυτίζονται και στόχος της ποινικής δίκης είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας (Ολ.ΑΠ 4/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.1302-1303/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε, μεταξύ των άλλων, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για άμεση συνέργεια σε ενεργητική δωροδοκία, παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων κατ'εξακολούθηση και για χρήση πλαστού εγγράφου. Κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και μετά την εξέταση καθενός των αστυνομικών Ι. Γ. και Δ. Β. ο συνήγορος της αναιρεσείουσας Λάζαρος Ξενίδης, ζήτησε να μη ληφθούν υπόψη οι καταθέσεις των ως άνω δύο μαρτύρων, υποβάλλοντας ένσταση απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας του άρθρου 171 ΚΠΔ, λόγω του ότι "η γνώση του ως άνω μάρτυρα προέρχεται από την άσκηση προανακριτικών καθηκόντων... και ο κύριος μάρτυρας N. F.". Το αίτημα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για τη μη λήψη υπόψη των ως άνω δύο μαρτυρικών καταθέσεων και μη συνεκτίμησή τους με τις λοιπές αποδείξεις το οποίο ήταν αόριστο και εντεύθεν απορριπτέο ως απαράδεκτο, απορρίφθηκε από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ως προς μεν την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Γ. σιωπηρώς, ως προς δε την κατάθεση του μάρτυρα Δ. Β. με την αιτιολογία ότι "στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν εκτέλεσε καθήκοντα προανακριτικού υπαλλήλου (άρθρο 31 ΚΠΔ) που ισχυρίζεται ο συνήγορος υπεράσπισης της πρώτης κατηγορουμένης, δεδομένου ότι ο εν λόγω μάρτυρας ασχολήθηκε με τις κλοπές του αλλοδαπού N. F. και όχι με τη συγκεκριμένη υπόθεση". Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο, δηλαδή απορρίπτοντας το μεν σιωπηρά το δε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το μάρτυρα αστυνομικό Δ. Β. την προβληθείσα σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας ως προς τη μη λήψη υπόψη των προαναφερομένων μαρτυρικών καταθέσεων, ορθά το νόμο εφάρμοσε. Συνακόλουθα είναι απορριπτέος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεως του έγγραφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου και έτσι δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκε, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο εκείνο, δια της Προέδρου του ανέγνωσε κατά τη δημόσια συνεδρίαση του, μεταξύ των άλλων εγγράφων, και τα εξής έγγραφα: 1)το υπ'αριθμ.πρωτ.4000/1/14/4-ρβ/1-12-2006 της ΥΕΥ Β.Ελλάδος, 2)το υπ'αριθμ.πρωτ.4000/1/14/4-ρλγ/25-7-2007 της ΥΕΥ Β.Ελλάδος και....υπ'αρ.7 το υπ'αριθμ.4000/1/14/4-ξστ/22-9-2006 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος. Τα ως άνω τρία έγγραφα σαφώς προσδιοριζόμενα αναγνώσθησαν χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από οποιονδήποτε (βλ.12η σελίδα των ως άνω πρακτικών). Επομένως όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα για τα έγγραφα αυτά και ειδικότερα για το ότι δεν είναι εκθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 148 ΚΠΔ είναι απορριπτέα ως ερειδόμενα σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα έγγραφα αυτά είναι εκθέσεις που προβλέπονται από το ως άνω άρθρο, ενώ πράγματι δεν πρόκειται περί τέτοιου είδους εγγράφων. Ακόμη οι εμπεριεχόμενες στο ίδιο αναιρετικό λόγο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιάσεως της αναιρεσείουσας όχι με την ανάγνωση και συναξιολόγηση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα των τριών (3) ως άνω εγγράφων παραβιάσθηκαν τα προβλεπόμενα από το άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ υπερασπιστικά δικαιώματα (έγκαιρης πληροφόρησης της εναντίον της κατηγορίας, διάθεση χρόνου για την προετοιμασία της υπεράσπισης, εξέτασης μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης), ακόμη δε προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ.1 περ.δ ΚΠΔ) είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον η αναιρεσείουσα άσκησε ανεμπόδιστα τα υπερασπιστικά δικαιώματά της. Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ.γ'του ΚΠΔ προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση εκδικάσεως της εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που είναι ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση και που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν. Η μη ανάγνωση των παραπάνω πρακτικών δεν παράγει χωρίς άλλο ακυρότητα, αφού δεν απαγγέλεται κατά τέτοιο ρητώς στο νόμο (άρθρο 170 παρ.1 ΚΠΔ). Αν όμως ζητηθεί από τον κατηγορούμενο η ανάγνωση των πρακτικών και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί ή αρνήθηκε, ιδρύεται εντεύθεν ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.β'του ΚΠΔ, για σχετική ακυρότητα, ήτοι για έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η Πρόεδρος του ως άνω Δικαστηρίου, μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο την εκκαλούμενη υπ'αριθμ.3847/26-9-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α'Βαθμού. Με την τελευταία αναφορά (Α'Βαθμού) επισημάνθηκε ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δίκασε σε πρώτο βαθμό τις αξιόποινες πράξεις-πλημμελήματα που αποδίδονται στην αναιρεσείουσα και τους συγκατηγορούμενους της λόγω της ειδικής καθύλη δυσιδικίας αυτής (άρθρο 111 αρ.7 του ΚΠΔ), περιστατικά που ήταν άμεσα γνωστό στην αναιρεσείουσα και συνεπώς ουδεμία αμφιβολία δημιουργήθηκε σ'αυτήν ή σε οιοδήποτε άλλο παράγοντα της δευτεροβάθμιας δίκης ότι η ως άνω εκκαλούμενη απόφαση αφορούσε υπόθεση κακουργημάτων με κατηγορουμένη την αναιρεσείουσα. Συνακόλουθα ουδαμώς υπερέβη το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης την εξουσία του με το να αναγνώσει, όπως όφειλε, την επακριβώς προσδιοριζόμενη απόφαση και τα εμπεριεχόμενα σ'αυτήν πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον περί υπερβάσεως εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 περ.Η'του ΚΠΔ) τέταρτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως της πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Κώδικα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια, ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, υποχρεωτικά δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, επί της ενοχής, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο επί της ενοχής, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.δ του ΚΠΔ) για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα να προτείνει επί της ενοχής των τότε εκκαλούντων, στους οποίους περιλαμβανόταν και η αναιρεσείουσα, στη συνέχεια στους συνηγόρους των κατηγορουμένων και τέλος η Πρόεδρος ρώτησε τους κατηγορουμένους αν έχουν να προσθέσουν τίποτε για την υπεράσπισή τους και οι κατηγορούμενοι απάντησαν αρνητικά, οπότε η Πρόεδρος κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση. Στη συνέχεια όμως και ενώ το Δικαστήριο είχε αποσυρθεί για διάσκεψη στο δωμάτιο των διασκέψεων και επανήλθε στην έδρα περί τη 12.30 για δημοσίευση της αποφάσεως χώρησε αιφνίδια διακοπή της συνεδρίασης για μία ώρα λόγω εκκένωσης του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης, μετά την παρέλευση δε αυτής επαναλήφθηκε νομότυπα η συνεδρίαση του Δικαστηρίου, το οποίο με την Πρόεδρο του δημοσίευσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς να χρειάζεται κατά την επανάληψη της συνεδρίασης να δοθεί και πάλι ο λόγος στους παρισταμένους κατηγορουμένους ή τους συνηγόρους τους, αφού είχε περατωθεί η συζήτηση της υποθέσεως και εκκρεμούσε μόνο η δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια με την ως άνω εξέλιξη της διαδικασίας στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ και συνεπώς ο τρίτος και υπό στοιχ.Α λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αυτή προβάλλεται πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά απ'όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμοι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ'αυτής λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 1-11-2010 αίτηση του Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., με την από 6-11-2010 αίτηση και τους επ'αυτής από 23-3-2011 πρόσθετους λόγους της Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ.1302-1303/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της μιας των αιτήσεων αναιρέσεως λόγω μη εμφάνισης του αναιρεσείοντος, αν και είχε κληθεί νόμιμα προς αυτό. Στοιχειοθέτηση εγκλημάτων ενεργητικής δωροδοκίας (άμεσης συνέργειας σ’ αυτήν), νόμου περί μεσαζόντων και χρήσης πλαστού εγγράφου. Αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης από την κατηγορούμενη για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη όλων των λόγων ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης με τους επ’ αυτής προσθέτους λόγους στο σύνολό τους.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1131/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Λ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 84/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον νόμιμο εκπρόσωπο του Σ. Λ., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Φωτάκη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Καρδίτσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1005/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1251 ΑΚ για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία, κατά δε το άρθρο 1255 παρ.1 εδ.α' του ίδιου Κώδικα, αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος, και αν ακόμη δεν έληξε, το ασφαλιζόμενο χρέος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο κομιστής τίτλου σε διαταγή, προς τον οποίο μεταβιβάσθηκε ο τίτλος με οπισθογράφησή λόγω ενεχύρου, αποκτά με την οπισθογράφηση και ασκεί με βάση το ενέχυρο ίδιο και αυτόνομο δικαίωμα εκ του τίτλου προς είσπραξη της ενσωματωμένης στον τίτλο απαιτήσεως, κατ' αποκλεισμόν του ενεχυράσαντος οπισθογράφου, και μάλιστα στο όνομα του (Ολ.ΑΠ 18/2004). Μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφησή κατά το ανωτέρω άρθρο 1251 ΑΚ, είναι και η τραπεζική επιταγή, καθόσον από τη μη ύπαρξη στο Ν. 5960/1933 περί επιταγής διατάξεως αντίστοιχης προς το άρθρο 19 του Ν. 5325/1932, που προβλέπει την λόγω ενεχύρου οπισθογράφησή της συναλλαγματικής και του γραμματίου σε διαταγή (άρθρο 77 Ν. 5325/1932), δεν μπορεί να συναχθεί ότι θεσπίζεται για την επιταγή σχετική απαγόρευση (ΑΠ 1565/2002). Περαιτέρω, το άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, μετά και την προσθήκη σ' αυτό, με το άρθρο 4 παρ.1 περ. Α' του Ν. 2408/1996, παραγράφου 5, ορίζει ότι εκείνος, ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής τους, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ΠΚ επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, ήτοι επί τελέσεως περισσότερων ομοειδών πράξεων από το ίδιο πρόσωπο που απέχουν χρονικώς μεταξύ τους αλλά συνδέονται όμως με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών απόφασης (... δόλου), μπορεί το δικαστήριο να επιβάλλει μία μόνο ποινή για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Από το συνδυασμό των ανωτέρω προκύπτει ότι μόνον ο ενεχυρούχος δανειστής και κομιστής της τραπεζικής επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως και μη πληρωμής της δικαιούται σε υποβολή εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και όχι ο ενεχυράσας την επιταγή. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο ... Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ.1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του., διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό, προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή της εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το Διοικητικό Συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρίας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεως του, αναθέσει σε τρίτον, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22.παρ. 3 του ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος-εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 5/2006, 6/2006). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.3, 6 και 7 και 7 παρ. 4 του ν. 1667/1986 σαφώς προκύπτει ότι από την καταχώριση του καταστατικού αστικού συνεταιρισμού με πράξη του αρμοδίου ειρηνοδίκη στο σχετικό Μητρώο Συνεταιρισμών που τηρείται στο Ειρηνοδικείο ο συνεταιρισμός αποκτά νομική προσωπικότητα, χωρίς άλλη περαιτέρω διαδικασία και το διοικητικό συμβούλιο διοικεί και εκπροσωπεί το συνεταιρισμό σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού. Εξάλλου το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να μεταβιβάζει αρμοδιότητες του σε ένα ή περισσότερα μέλη, στο διευθυντή ή σε άλλον υπάλληλο του συνεταιρισμού, στις οποίες περιλαμβάνεται και η εκπροσώπηση αυτού ενώπιον των δικαστηρίων και ειδικότερα η υποβολή εγκλήσεως κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής, της οποίας ο συνεταιρισμός είναι από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία νόμιμος κομιστής αυτής. Εξάλλου, προκειμένου περί εγκλήματος κατ' έγκληση διωκομένου ως είναι πλέον (μετά την προσθήκη παραγρ.5 στο άρθρο 79 του ν. 5969/1933 με το άρθρο 4 παρ.1 περ.α' του ν. 2408/1996) και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, η ύπαρξη της εγκλήσεως ερευνάται κατόπιν υποβολής σχετικής ενστάσεως από τον κατηγορούμενο, αλλά και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, το οποίο, αν διαπιστώσει ότι η έγκληση δεν υποβλήθηκε νομίμως, οφείλει να κηρύξει την ποινική δίωξη απαράδεκτη, γιατί διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 84/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Λ. Κ., καταδικάσθηκε για έκδοση ακάλυπτων επιταγών και συγκεκριμένα: 1)της υπ' αρ. ...-0/30-12-2005 επιταγής της ΕΤΕ Α.Ε. ποσού 14.500 ευρώ σε διαταγή της "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗΣ Α.Ε.", 2)της υπ' αρ. ...-1/20-1-2006 επιταγής της ΕΤΕ Α.Ε. ποσού 12.590 ευρώ σε διαταγή του Χ. Π. και 3)της υπ' αρ. ...-0/30-4-2006 επιταγής ποσού 15830 ευρώ σε διαταγή του Χ. Π., των οποίων οι εγκαλούσες έγιναν νόμιμες κομίστριες (της πρώτης αυτών η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" δεύτερης η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε", και της τρίτης επιταγής η Συνεταιριστική Τράπεζα με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Ν. Τρικάλων ΣΥΝΠΕ" και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ μηνών που μετατράπηκε χρηματικά καθορίζοντας για την καθεμία ημέρα φυλάκισης το ποσό των πέντε (5) ευρώ και συνολική χρηματική ποινή δύο χιλιάδες (2000) ευρώ, ως προς την επιμέτρηση (συγχώνευση) των ποινών αυτών γίνεται λόγος κατωτέρω. Από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται προκύπτει ότι οι εγκαλούσες εταιρείες, γενόμενες νόμιμες κομίστριες των τριών επίμαχων επιταγών, σύννομα με τους εκπροσωπούντας αυτές πρόσωπα που ορίστηκαν ειδικά προς τούτο, σύμφωνα με το νόμο και τα οικεία καταστατικά τους, υπέβαλαν νομότυπα και εμπρόθεσμα την απαιτούμενη για την άσκηση της ποινικής δίωξης έγκληση κατά του κατηγορούμένου. Γι' αυτό το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας με την αναφερόμενη στις σελίδες από 13 έως 17 της προσβαλλόμενης απόφασης ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης για τις ως άνω τρεις (3) επιταγές. Επομένως το δικάσαν Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι δικαιούνταν σε υποβολή εγκλήσεως α)η Συνεταιριστική Τράπεζα με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Ν. Τρικάλων ΣΥΝΠΕ" ως ενεχυρούχος δανείστρια και κομίστρια της υπ' αριθμ....-0 μεταχρονολογημένης επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30-4-2006 ποσού 15880 ευρώ, β)η "Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμος Εταιρεία" ως νόμιμη κομίστρια της υπ' αριθμ....-1/20-1-2006 τραπεζικής επιταγής της ΕΤΕ Α.Ε., ποσού 12590 ευρώ, που είχε εκδώσει ο αναιρεσείων και γ)η ανώνυμη εταιρεία με επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ως νόμιμη κομίστρια της υπ' αριθμ. ...-0/30-12-2005 (από παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως ημεροχρονολογία έκδοσης η 30-12-2006) της ΕΤΕ ΑΕ, ποσού 14.500 ευρώ που είχε εκδώσει ο αναιρεσείων και ακολούθως να καταδικάσει τον τελευταίο για έκδοση ακάλυπτων επιταγών, ορθά ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και δεν υπερέβη την εξουσία του.
Συνεπώς οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Η του ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους ισχυρίζεται ο αναιρεσείων τα αντίθετα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 84/2010 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στα … στις 30-12-2005, και στις … στις 20-1-2006 και 30-4-2006, με περσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εν γνώσει του εξέδωσε επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν στους πληρωτές, στους οποίους δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής των επιταγών και ειδικότερα εν γνώσει του ότι κατά τις παραπάνω ημερομηνίες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, (υποκατάστημα Σοφάδων) δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή εκδοθησομένων επιταγών εξέδωσε: 1. τη με αριθμ. ...-0/30-12-2006 επιταγή της Ε.Τ.Ε. Α.Ε ποσού 14.500,00 Ευρώ, σε διαταγή της "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗΣ Α.Ε." 2. τη με αριθμ. ...-1/20-1-2006 επιταγή της Ε.Τ.Ε. Α.Ε. ποσού 12.590,00 Ευρώ, σε διαταγή του Χ. Π. και 3. τη με αριθμ. ...-0/30-4-2006 της Ε.Τ.Ε. Α.Ε. επιταγή ποσού 15.880,00 Ευρώ, σε διαταγή του Χ. Π., οι οποίες αν και εμφανίστηκαν προς πληρωμή από τις εγκαλούσες και νόμιμες κομίστριες Τράπεζες, η 1η στις 2-1-2006, η 2η στις 24-1-2006 και η 3η στις 4-5-2006, δεν εξοφλήθηκαν, διότι δεν υπήρχαν στην παραπάνω πληρώτρια Τράπεζα οι αντίστοιχες για την εξόφληση των επιταγών καλύψεις κατά την ημερομηνία της έκδοσης και της πληρωμής των επιταγών. Πρέπει, επομένως, αυτός να κηρυχθεί ένοχος, κατ' εξακολούθηση, για την ως άνω πράξη, (αρ.98 ΠΚ)." Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, καθορίζοντας για κάθε ημέρα φυλάκισης το ποσό των πέντε (5) ευρώ και συνολική χρηματική ποινή 2000 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, και 98 του ΠΚ και 79 παρ.1, 3 και 5 του ν. 5960/1933, όπως ήδη ισχύουν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση για το έγκληση της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 481 παρ.1, 485 παρ.2, 499 και 501-503 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ασκηθείσης εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως εφ όλων των κεφαλαίων αυτής, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής είναι καθολικό, διότι μεταβιβάζεται η υπόθεση στο σύνολό της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο το οποίο έχει εξουσία να ερευνήσει την υπόθεση εξ αρχής ως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να αποσαφηνίσει ή συμπληρώσει τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, υπό μόνο του από το άρθρο 470 ΚΠΔ περιορισμό της μη χειροτερεύσεως της θέσης του κατηγορουμένου, δίδοντας μάλιστα συντρεχούσης περιπτώσεως και τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό στην πράξη. Τέτοια χειροτέρευση εξάλλου της θέσης του κατηγορουμένου δεν δημιουργείται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται (συνεκδικάζοντας εφέσεις του ίδιου κατηγορουμένου που τέλεσε το ίδιο έγκλημα πολλές φορές και καταδικάστηκε με περισσότερες αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) ότι υπό τα αυτά δεκτά γενόμενα και πρωτοδίκως πραγματικά γεγονότα η πράξη τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση και όχι κατά συρροή, εφόσον η υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επιβληθείσα ποινή είναι η αυτή ή μικρότερη της πρωτόδικης επιβληθείσας, καθόσον ο χαρακτηρισμός των πράξεων ενός εγκλήματος ως εξακολουθηματικών συνεπάγεται ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του δράστη, από ότι ο χαρακτηρισμός της κατά συρροή τελέσεώς της (ΑΠ 1321/1986 ΠΧΡ 1987.105). Τέλος η επιβαλλόμενη σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ΠΚ ενιαία ποινή πρέπει να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια του οικείου εγκλήματος και όχι στα τοιαύτα του είδους της ποινής (φυλάκισης ή χρηματικής), που στην περίπτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής το μεν ανώτατο όριο είναι τα πέντε (5) χρόνια, το δε ανώτατο όριο της χρηματικής ποινής είναι το ποσό των 15.000 ευρώ, δηλονότι συμπίπτουν με τα οριζόμενα από τα άρθρα 53 και 57 του ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση όλων των εγγράφων, που παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των λόγων αναίρεσης, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και καταδικάστηκε και για τις αναφερόμενες παραπάνω τρείς (3) τραπεζικές επιταγές ως ακολούθως: 1) για την πρώτη αυτών με την υπ' αριθμ. 644/644α/31-10-2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σοφάδων σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών και χρηματική ποινή 1000 ευρώ, 2) για τη δεύτερη των ως άνω επιταγών με την υπ' αριθμ. 187/27-2-2008 απόφαση του ίδιου ως άνω Πλημμελειοδικείου σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών και χρηματική ποινή 2000 ευρώ και 3) για την τρίτη των ως άνω επιταγών με την υπ' αριθμ. 355/28-5-2008 απόφαση του ίδιου ως άνω Πλημμελειοδικείου σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή 500 ευρώ. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκδικάζοντας τις αντίστοιχες εφέσεις του αναιρεσείοντος κατά των τριών προαναφερομένων καταδικαστικών αποφάσεων, δέχθηκε, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, ότι αυτός τέλεσε το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση και αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΠΚ κατά την επιμέτρηση των ποινών φυλάκισης και να ορίσει ως συνολική ποινή φυλάκισης 21 μηνών και 7 ημερών (ποινή βάσης 10 μήνες + 6 μήνες από τους 8 μήνες +5 μήνες +7 ημέρες από την ποινή των 7 μηνών, με την επισήμανση ότι η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων δύο συντρεχουσών ποινών) του επέβαλε την ενιαία ποινή των 18 μηνών φυλάκισης, δηλαδή κατώτερη αυτής που μπορούσε να του επιβάλλει εφαρμόζοντας το άρθρο 94 παρ.1 του ΠΚ. Εξάλλου ως προς τον καθορισμό της χρηματικής ποινής δεν έχει έννομο συμφέρον να παραπονείται ο αναιρεσείων, καθόσον ... σ' αυτόν επιβλήθηκε το ποσό μόνο των 2000 ευρώ που είχε επιβληθεί με την υπ' αρ. 187/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σοφάδων, χωρίς οιαδήποτε επαύξηση του από τις λοιπές συντρέχουσες χρηματικές ποινές. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα το δικάσαν κατ' έφεση δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 98 παρ.1 του ΠΚ και δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου με την επιβολή των ως άνω συνολικών ποινών (φυλάκισης και χρηματικής). Συνακόλουθα ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ τέταρτος-τελευταίος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται κατά τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 98 του ΠΚ και του άρθρου 470 του ΚΠΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά απ' όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας ως πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ". (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-7-2010 αίτηση του Λ. Κ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 84/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη της αναφερομένης στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγουσας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Νομιμοποίηση προσώπων εκπροσωπούντων Τράπεζες και Συνεταιρισμό για υποβολή της έγκλησης. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, υπέρβαση εξουσίας και χειροτέρευση θέση εκκαλούντος (ως προς την επιμέτρηση των ποινών). Απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1135/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Κ. Λ. του Θ., κατοίκου ..., 2. Γ. Λ. του Θ., κατοίκου ... και 3. Π. συζ. Γ. Χ., το γένος Θ. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Ανδρουλάκη και Κωνσταντίνο Παπασαράντου.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Παπασαράντου δήλωσε, ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 18-3-2008 αίτησης για αναίρεση της 1052/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και από το δικόγραφο των από 28-7-2009 προσθέτων λόγων ως προς τους 3η 4ο και 5η αναιρεσιβλήτους.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ. συζ. Κ. Μ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., 2. Α. Γ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δικαίο Χασανάκο, 3. Α. χας Κ. Β., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., 4. Ε. Κ. Β., κατοίκου ..., 5. Μ. Κ. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι, 3η, 4ος και 5η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 6. Σταυροπηγιακής και Κοινοβιακής Ιεράς Μονής "Μεγίστης Λαύρας" του Αγίου Αθανασίου Αγίου Όρους, νομίμως εκπροσωπουμένου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κοσμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με την από 21-12-2002 αγωγή της Ιεράς Μονής "Μεγίστης Λαύρας" του Αγίου Αθανασίου, β) με την από 8-7-2003 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπουτσα αγωγή των (Χ. Τ. και Α. Σ.) ήδη 1ης και 2ου αναιρεσίβλητων, γ) με την από 14-4-2003 κύρια παρέμβαση των Α. χας Κ. Β., Ε. Κ. Β. και Μ. Κ. Β., δ) με την από 4-3-2003 αγωγή των Α., Ε. και Μ. Β. και ε) με την από 15-6-2005 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή των Χ. Τ. και Α. Σ.. Κατατέθηκαν όλα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5950/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1052/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-3-2008 αίτησή τους και με τους από 28-7-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 31-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της από 18-3-2008 αίτησης και των από 28-7-2009 πρόσθετων λόγων, για αναίρεση της 1052/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514, 515 παρ.1 και 516 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση του αγοραστή σε περίπτωση ύπαρξης νομικού ελαττώματος να ζητήσει αποζημίωση και πριν ακόμη του αφαιρεθεί με δικαστική απόφαση το πράγμα, καταλύεται, αν ο πωλητής ισχυρισθεί και αποδείξει ότι εκείνος (αγοραστής) γνώριζε τα ελαττώματα του πράγματος που υπήρχαν κατά το χρόνο της πώλησης, δηλ. ότι είχε θετική αυτών γνώση. Όμως ο από την παραπάνω ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΑΚ καθιερούμενος λόγος απαλλαγής του πωλητή από την ευθύνη του για νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος αδρανεί, αν οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει διαφορετικά. Έτσι, σε περίπτωση πώλησης πράγματος, που στο πωλητήριο συμβόλαιο περιέχεται ο όρος ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται "ελεύθερο διεκδίκησης ή δικαιώματος τρίτου", ο πωλητής υπέχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον αγοραστή για τα νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος και αν ακόμη ο τελευταίος γνώριζε αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχτηκε, ότι οι αναιρεσείοντες, με το πωλητήριο συμβόλαιο (.../2001 της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Καλογεροπούλου-Πολυμενέα), εγγυήθηκαν το πωλούμενο ακίνητο ελεύθερο από κάθε βάρος, εκκίνηση, διεκδίκηση και από κάθε δικαίωμα τρίτου, η πώλησή του όμως δεν είχε το σκοπούμενο αποτέλεσμα, διότι, κατά το χρόνο σύναψης του ανωτέρω συμβολαίου, ανήκε κατά κυριότητα στην έκτη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή "Μεγίστης Λαύρας" του Αγίου Αθανασίου Αγίου Όρους. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι οι αναιρεσείοντες πωλητές ευθύνονται σε αποζημίωση των-πρώτης και δεύτερου-αναιρεσίβλητων αγοραστών για τη ζημία που υπέστησαν οι τελευταίοι από τη μη απόκτηση του επίδικου ακινήτου, ανεξάρτητα αν αυτοί (αγοραστές) γνώριζαν ή όχι τη νομική κατάσταση του εν λόγω ακινήτου, και ότι ο αντίθετος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή δεν υπέχουν ευθύνη, επειδή ουδέν απέκρυψαν και μάλιστα δολίως από τους αγοραστές αναφορικά με τη νομική κατάσταση του επιδίκου, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως άλλωστε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ομοίως, ως τέτοιον ορθά τον απέρριψε. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφαση, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Η πρόσκτηση της ιδιότητας του μοναχού γίνεται σύμφωνα με τους Θείους και ιερούς Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες, σε κανονικώς λειτουργούσα Μονή ύστερα από τριετή δοκιμασία και μοναχική κουρά, η οποία, προκειμένου για μοναχό στο Άγιο Όρος, ενεργείται με σταυροειδή απόκαρση της κόμης του υποψήφιου μοναχού σε θρησκευτική αλλ' όχι μυστηριακή τελετή, σύμφωνα με την Ιερά Ακολουθία που περιέχεται στο Μεγάλο Ευχολόγιο από τον Ηγούμενο ή τον αναπληρωτή του. Για την κουρά δεν συντάσσεται σχετική πράξη υπογραφόμενη από τον ηγούμενο που ενήργησε και παρέστη κατά την τελετή, όπως απαιτεί το άρθρο 114 του καταστατικού χάρτη του Αγίου όρους του 1924, ο οποίος κυρώθηκε από το Ν.Δ. της 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 και ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστ. Κώδ. (άρθ. 99 Εισ.ΝΑΚ), στην ανάλογη περίπτωση της εκλογής του ηγουμένου. Η εγγραφή στο οικείο μοναχολόγιο, κατά τον καταστατικό αυτό χάρτη (άρθ. 94, 95 και 97) ενεργείται από τον εκλεγόμενο για το διακόνημα αυτό κατάλληλο και ικανό αδελφό (άρθ. 191), χωρίς να απαιτείται η αυτοπρόσωπη σύμπραξη του ηγουμένου που πρωτοστάτησε ή έλαβε μέρος στη θρησκευτική τελετή της κουράς. Δεν αποτελεί δε η εγγραφή αυτή απαραίτητο στοιχείο για τη νομική ολοκλήρωση της κουράς, ούτε αποκλειστικό μέσο αποδείξεως. Εάν η μοναχική κουρά έγινε αντικανονικά και άκυρα, τότε ο καρείς απαλλάσεται από τις συνέπειες που θα του προσέδιδε η πρόσκληση της μοναχικής ιδιότητας, εφ' όσον η φύση της γενόμενης παραβίασης των προς τούτο κανόνων αποκλείει τη θεραπεία της ελαττωματικότητας, αλλιώς αποκαθίσταται το κύρος της αντικανονικά γενόμενης απόκαρσης, όπως στην περίπτωση που έγινε πριν περάσει η τριετής ως άνω δοκιμασία με τη συμπλήρωση του χρόνου αυτού δια της παραμονής του μοναχού στη Μονή που τελέστηκε η κουρά και εμμονής στο μοναχικό βίο, οπότε η κουρά καθίσταται απ' αρχής έγκυρη, χωρίς να είναι ανάγκη να επαναληφθεί. Η αποκατάσταση αυτή, η θεραπεία δηλαδή μιας καταστάσεως που αντιβαίνει στους ιερούς κανόνες, γίνεται δια της κατ' εκκλησιαστικήν οικονομίαν συγκαταβάσεως και επεικείας, σύμφωνα με την κρατούσα αρχαία εκκλησιαστική τάξη, και επιτρέπεται εφ' όσον δεν παραβιάζεται το δόγμα. Από τα παραπάνω με σαφήνεια προκύπτει, ότι, στην περίπτωση που εκάρη κάποιος ως μοναχός πριν περάσει τριετής ως άνω δοκιμασία, ο προβαλλόμενος σχετικός ισχυρισμός, ότι ο προαναφερόμενος απέκτησε την ιδιότητα του μοναχού, εφόσον μετά την κουρά συνέχισε το μοναχικό βίο επί μακρό χρόνο, εμπεριέχει και την επίκληση (χωρίς δηλαδή να διατυπώνεται πανηγυρικά) ότι το κύρος της κουράς αποκαταστάθηκε με την εμμονή του προαναφερομένου στο μοναχικό βίο επί μακρό χρόνο μετά την κουρά, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, από τα πράγματα πλέον επήλθε θεραπεία, την οποία δεν αποκλείει η φύση των διατάξεων που παραβιάστηκαν.
Στην προκείμενη περίπτωση η έκτη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή με την ένδικη αγωγή της, επικαλέστηκε τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, τα οποία και το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του έκανε δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις και συγκεκριμένα ότι "Ο Α. Β. το έτος 1900 είχε εισέλθει στο Άγιο Όρος, στην ενάγουσα Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας Αγ. Αθανασίου, η οποία λειτουργούσε κανονικά (και) ύστερα από την προσήκουσα δοκιμασία εκάρη μοναχός σύμφωνα με τους θείους και Ιερούς Αποστολικούς και Συνοδικούς κανόνες κατά το έτος 1902 και έλαβε το μοναχικό όνομα " Ι." (και ότι έκτοτε) αυτός ανήκε στην ενάγουσα Μονή, όντας καταχωρημένος στο μοναχολόγιό της με στοιχεία 192, 193/4 και στη μερίδα της υπ' αυτήν Ιεράς Καλύβης Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος της Ιεράς Σκήτης των Καυσοκαλυβίων Μεγίστης Λαύρας και εμόνασε εκεί μέχρι το έτος 1921 (οπότε) ... αποχώρησε από εκεί και εγκαταστάθηκε στον …, όπου εργαζόταν έκτοτε ως αγιογράφος ... μέχρι (δε) το θάνατό του ήταν γραμμένος στα μοναχολόγια της ενάγουσας Ι. Μονής και δεν είχε αποχωρήσει απ' αυτήν νόμιμα για κάποιον από τους πιο πάνω λόγους (απόλυση ή καθαίρεση)". Σύμφωνα με τα παραπάνω, και, η ενάγουσα Ιερά Μονή επικαλέστηκε και το Εφετείο, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δέχτηκε ως αποδειχθέν, ότι το κύρος της κουράς (που έγινε ως άνω πριν περάσει τριετής δοκιμασία) αποκαταστάθηκε με την εμμονή του προαναφερόμενου στο μοναχικό βίο επί μακρό χρόνο, ως άνω, μετά την κουρά και ότι τη μοναχική του ιδιότητα, την οποία απέκτησε, ως άνω, διατήρησε μέχρι το θάνατό του (το 1938). Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές του το Εφετείο έκρινε, ότι "η περιουσία που (ο προαναφερόμενος μοναχός) απέκτησε μετά την κουρά περιήλθε λόγω κληρονομιθής από το νόμο διαδοχής στην ενάγουσα Ι. Μονή και συνεπώς η τελευταία με τον τρόπο αυτό έγινε κυρία του επιδίκου ...". Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχτεί τα ανωτέρω, ούτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε δέχτηκε πράγματα χωρίς απόδειξη και συνεπώς πρέπει ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.8 περίπτ. α' και 10 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής. Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 57/1990). Εξάλλου, οι νομοθετικού περιεχόμενου αποφάσεις των συνόδων επικράτησε να αποκαλούνται κανόνες, η δε παραβίασή του, εφόσον με αυτούς ρυθμίζονται σχέσεις Αστικού Δικαίου, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Τέλος, οι κληρονομικές σχέσεις των μοναχών του Αγίου Όρους ρυθμίζονται ειδικά από το άρθρο 101 του καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, κυρώθηκε με το ν.δ. της 10/16-9-1926, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το ν. 6010/1934 και τον α.ν. 758/1937, και ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 99 ΕισΑΚ), σύμφωνα με το οποίο κάθε περιουσία την οποία αποκτά μοναχός μετά την κουρά του περιέρχεται στην οικεία αυτού μονή, οπουδήποτε κι αν πεθάνει χωρίς να έχει πάρει απολυτήριο από τη μονή του.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης ισχυρίζονται επί λέξει τα εξής: "κατά τα υπό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεκτά γενόμενα ο "Α." Β. ως γεννηθείς στην Ανατολική Θράκη, στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχε, εκτός της ελληνικής ιθαγένειας, την ύπαρξη της οποίας δεν βεβαιώνει η εν λόγω απόφαση και περί της οποίας ουδεμία σκέψη διαλαμβάνει, και την ιθαγένεια, την υπηκοότητα, του ανωτέρω κράτους στο οποίο γεννήθηκε, κατά το, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ισχύον καθεστώς κτήσεως της ιθαγένειας. Περαιτέρω το Άγιο Όρος, στη μονή του οποίου φέρεται ότι μόνασε και απέκτησε την ιδιότητα του μοναχού κατά τον αυτόν κρίσιμο χρόνο, εκτός της Ελληνικής Επικράτειας κείμενο, βρισκόταν υπό το καθεστώς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ συγχρόνως δεν υπαγόταν στο καθεστώς της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλ' απευθείας στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Επί τη βάσει των περιστατικών αυτών, συνδεόμενο αμέσως με την ιδιότητα του "Α." Β. ως μοναχού και την κληρονομία αυτού, οι μεν προϋποθέσεις της κτήσεως της ιδιότητας του μοναχού στη συγκεκριμένη περίπτωση ρυθμίζονται από τους Ιερούς Κανόνες και τις Συνοδικές αποφάσεις, σύμφωνα με τους οποίους για την κτήση της ιδιότητας αυτής και δη στην περίπτωση της υπάρξεως αλλοδαπής ιθαγένειας απαιτείται ρητή έγκριση και απόφαση του Οικονομικού Πατριάρχη, η δε κληρονομική διαδοχή του μοναχού αυτού δεν ρυθμίζεται από το παρ' ημίν ισχύον δίκαιο, ούτε από τις διατάξεις του μεταγενεστέρως τεθέντος σε ισχύ Κ.Χ.Α.Ο., όπως δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και συγκεκριμένα από τις διατάξεις των Νεαρών 5,76,123 του Ιουστινιανού και 5,6 του Λέοντος, κατά τις οποίες δεν αποκλείεται η υπό του μοναχού διάθεση της περιουσίας του δια πράξεως εν ζωή ή τελευταίας διατάξεως και περαιτέρω όπως επίσης δεν αποκλείεται η υπό του συγγενούς του κληρονομική διαδοχή του, κατά τις υπό των εφαρμοστέων αυτών διατάξεων προβλεπόμενες διακρίσεις". Καταλήγουν δε οι αναιρεσείοντες, ότι "κατ' ακολουθία τούτων δεχθέν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την ανωτέρω κύρια αγωγή της Ιεράς Μονής και υπαγάγον την ιστορική αυτής βάση στις υπ' αυτού εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς την ιδιότητα του "Α." Β. ως μοναχού και την κληρονομική διαδοχή του, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις αυτές και αναιρετέα κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση του κατά τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ". Όμως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, προεχόντως, είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι Ιεροί κανόνες και Συνοδικές Αποφάσεις, που κατά τους αναιρεσείοντες ρυθμίζουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τις προϋποθέσεις της κτήσης από τον Α. Β. της ιδιότητας του μοναχού. Εξάλλου, ορθά το Εφετείο δέχτηκε, ότι, κατά τα από την προσβαλλόμενη απόφασή του δεκτά γενόμενα, για την κληρονομία του κατά το έτος 1938 αποβιώσαντος μοναχού Ιωάννη (Α. Β. είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του τότε ισχύοντος πλέον καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους και συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περίπτωση γ'του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 άριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι, ότι, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή της έκτης αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα την υπ' αριθ. 5432/8-10-1936 και με αριθμό πρωτοκόλλου 40276 απόφαση του Νομάρχη Αττικής και Βοιωτίας, με την οποία διατάχτηκε η εγγραφή του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Ι. Β. Β. στα μητρώα αρρένων του Δήμου ... με τα προαναφερθέντα στοιχεία και μητρώνυμο Χ. και έτος γέννησης 1880, και από την οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, προέκυπτε, ότι αυτός (απώτερος δικαιοπάροχος τους) δεν ήταν ποτέ μοναχός, δεν είχε καρεί μοναχός το 1902 (όπως) ισχυριζόταν με την αγωγή και τις προτάσεις της η αντίδικος Μονή), δεν ήλθε στην Ελλάδα από το Άγιο Όρος, αλλά είχε έλθει στην Ελλάδα το 1921 ως πρόσφυγας από την Ανατολική Θράκη και ήταν κάτοικος ... και ότι επομένως στην κρινόμενη υπόθεση δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 101 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους, και κατά συνέπεια με το θάνατό του, το 1938, ο Ι. Β., δεν κληρονομήθηκε από την αντίδικο Μονή, όπως είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εν τέλει δέχτηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος και μάλιστα ότι, για την παραδοχή της ότι ο εν λόγω απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, κατά το έτος 1902, είχε καρεί μοναχός στο Άγιο Όρος, υπάρχει στο αιτιολογικό της ειδική μνεία και παραπομπή σε αναφερόμενα συγκεκριμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το 728/19-12-1955 πιστοποιητικό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Μονής, με το οποίο, έχοντας εκδοθεί (όπως εκτιμάται από το Εφετείο), σε ανύποπτο χρόνο, συγκεκριμένα πιστοποιείται ότι "... ο εκ Μυριοφύτου Θράκης καταγόμενος Β. Α. του Β. ελθών ενταύθα και κοινοβιάσας εν τη καλύβη Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος της ημετέρας Ιεράς Σκήτης των Καυσοκαλυβίων κατά το έτος 1900 μετά την νόμιμον και κανονικήν δοκιμασίαν εκάρη εν αυτή Μοναχός μετανομασθείς Ι., αδεία δε της Ιεράς ημών Μονής διαμένων εν Πειραιεί και εργαζόμενος την αγιογραφικήν τέχνην απεβίωσε εκείσε... τη 6η Απριλίου του έτους 1938, κατά δε τα νόμιμα...κληρονόμος της τε κινητής και ακινήτου περιουσίας αυτού ως και της εν ... αριθμ. 114 κειμένης επ' ονόματι αυτού οικίας είναι η διαληφθείσα Καλύβη ...", δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω έγγραφο, που κατά τα άνω οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω και αν δεν το μνημόνευσε ρητά ή δεν το αξιολόγησε ειδικά, όπως το αμέσως προηγούμενο. Επομένως, ο υπό εξέταση πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, στην αρχή του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο περιγράφει το επίδικο ακίνητο και αμέσως μετά την περιγραφή του αναφέρει: "Καθώς ρητά συνομολογείται απ' όλες τις διάδικες πλευρές, το επίδικο αυτό ακίνητο ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον Α. Β. του Β. και της Χ., ο οποίος γεννήθηκε στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης το 1882 και πέθανε στον Πειραιά στις 6-4-1938 και στον οποίο συγκεκριμένα το υπόψη ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από την αδελφή του Κ. χήρα Κ. Β., το γένος Β. Β., δυνάμει του .../1934 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Ταξινοπούλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα". Δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο δέχεται ότι υπάρχει ομολογία "απ' όλες τις διάδικες πλευρές" μόνο για το ότι το επίδικο ανήκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων. Για το όνομα του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, το οποίο κατ' αυτούς δεν ήταν Α., αλλά Ι., και το ζήτημα του εάν τα ονόματα αυτά (Α. και Ι.) αφορούν ή όχι το ίδιο πρόσωπο και συγκεκριμένα τον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων (το οποίο ζήτημα οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στο Εφετείο είχαν ρητά αρνηθεί) τέτοια ομολογία ("απ' όλες τις διάδικες πλευρές") ούτε υπάρχει ούτε το Εφετείο έλαβε υπόψη του. Απεναντίας, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι πρόκειται εδώ για το ίδιο πρόσωπο και συγκεκριμένα για τον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, ο οποίος ονομαζόταν Α. και κατά την κουρά του μετονομάστηκε σε Ι., αφού συνεκτίμησε το σύνολο των αποδείξεων και μάλιστα και το ανωτέρω 728/19-12-1955 πιστοποιητικό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Ιεράς Μονής, στο οποίο το Εφετείο, κατά την ανάπτυξη και αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, όπως προεκτέθηκε, κάνει ειδική αναφορά, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.β του ΚΠολΔ, γιατί τάχα το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και συγκεκριμένα τη δήθεν ως άνω ομολογία των αναιρεισειόντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του συμβολαίου .../1934 του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Ταξινόπουλου και της .../1934 (και όχι 1932 όπως, από πρόδηλη προφανώς γραφική παραδρομή, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) πράξης περί εξαλείψεως προσημείωσης υποθήκης του ίδιου συμβολαιογράφου, γιατί, ενώ (κατά πιστή αντιγραφή) στο .../1934 συμβόλαιο αναγράφεται, ότι στις 2 Μαΐου 1934 εμφανίσθηκαν ενώπιον του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου "αφ'ενός η Κ. χήρα Κ. Β....και αφετέρου ο Ι. Β. Β., μοναχός αγιογράφος, κάτοικος … (…) … Η διαληφθείσα Κ., χήρα Κ. Β. ... επώλησεν σήμερον, μετεβίβασε, παρεχώρησε και παρέδωσε εις την κατοχήν, νομήν και κυριότητα του ετέρου συμβαλλομένου Ι. Β. Β. αντί συμπεφωνημένου ολικού τιμήματος ..." και στην εν λόγω ... πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου, ότι στις 2 Μαΐου 1934 εμφανίσθηκε στο συμβολαιογραφείο του ο "Ι. Β. Β., μοναχός, κάτοικος ... (...) και εδήλωσεν ότι συναινεί να εξαλειφθεί ... η υπέρ αυτού και κατά της Κ. χήρας Κ. Β. εγγεγραμμένη προσημείωση", στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναγράφεται "διότι "αναγνώσθηκαν" από το Εφετείο εσφαλμένα" κατά λέξη ότι "πράγματι, κατ' αρχήν, με την ιδιότητα του μοναχού μνημονεύεται ο Ι. (Α.) Β. α) στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσεως του επιδίκου (.../1934), β)...γ) στην .../1932 (1934) πράξη του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου περί εξαλείψεως προσημειώσεως υποθήκης" και όχι Ι. Β., όπως σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, έπρεπε να αναγράφεται, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για τον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων και ότι κληρονομήθηκε αυτός από την ενάγουσα και ήδη έκτη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή και εν τέλει να γίνει ως άνω δεκτή η αγωγή. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην προεκτιθέμενη κρίση του κατέληξε ύστερα από την ευνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα.
VI.- Κατά το άρθρο 105 του Συντάγματος, η περιοχή του Αγίου Όρους αποτελεί αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους, στο οποίο ισχύει ιδιόρρυθμο νομικό καθεστώς, διεπόμενο από τον προεκτιθέμενο από 10-5-1924 καταστατικό χάρτη του Αγίου Όρους (Κ.Χ.Α.Ο.), ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, κυρώθηκε με το ν.δ. της 10/16-9-1926, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το ν.6010/1934 και τον α.ν. 758/1937, και ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 99 Εισ. ΝΑΚ). Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 101 εδάφια δεύτερο και τρίτο του Κ.Χ.Α.Ο., που ρυθμίζει ειδικά τις κληρονομικές σχέσεις των μοναχών του Αγίου Όρους, κάθε περιουσία την οποία αποκτά μοναχός μετά την κουρά του περιέρχεται στην οικεία αυτού μονή, οπουδήποτε κι αν πεθάνει χωρίς να έχει πάρει απολυτήριο από τη μονή του. Κατά τη διάταξη δηλαδή αυτή, από το κοινό δίκαιο διέπεται η κληρονομία μόνο εκείνων των μοναχών καθώς και των προερχόμενων από μοναχούς του Αγίου Όρους κληρικών, οι οποίοι αποχώρησαν οριστικά από τη μονή εγκαταβιώσεώς του νόμιμα, δηλαδή είτε διότι απολύθηκαν από τη μονή προκειμένου στο μέλλον να ζήσουν έξω απ' αυτήν ως διάκονοι, εφημέριοι, ιεροκήρυκες, καθηγητές ή σε άλλες εκκλησιαστικές γενικά υπηρεσίες, είτε διότι καθαιρέθηκαν και απέβαλαν το ιερατικό σχήμα. Αλλά και στην περίπτωση αυτή από το κοινό δίκαιο ρυθμίζεται μόνο το μέρος της κληρονομίας που αποτελείται από περιουσιακά στοιχεία, τα οποία ο κληρονομούμενος απέκτησε μετά την αποχώρησή του από τη μονή της εγκαταβιώσεώς του. Σε καμία όμως περίπτωση δεν ρυθμίζεται από το κοινό δίκαιο η κληρονομία εκείνων των αγιορειτών μοναχών ή προερχόμενων από μοναχούς του Αγίου Όρους κληρικών, οι οποίοι αποχώρησαν μεν οριστικά από τη μονή εγκαταβιώσεώς τους όχι όμως νόμιμα αλλά αυθαίρετα. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση, η κληρονομία των εν λόγω μοναχών, έστω και αν αποκτήθηκε έξω από την περιοχή του Αγίου Όρους, διέπεται από την προαναφερόμενη διάταξη. Η διάταξη όμως αυτή, κατά το τελευταίο αυτό μέρος της, που αποκλείει στο μοναχό που αυθαίρετα αποχώρησε από το μονή οριστικά, προκειμένου να ζεί, πλέον, όπως και κάθε άνθρωπος, ο οποίος μπορεί να αποκτά και να διαθέτει κατ' αρέσκειαν την περιουσία του, έρχεται σε αντίθεση στο Σύνταγμα και στις πιο κάτω υπερνομοθετικής ισχύος (ενόψει του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος) διατάξεις, με τις οποίες κατοχυρώνονται πλήρως τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου και φυσικά και κάθε μοναχού, να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και επομένως να αποκτά και περιουσία (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος), να ρυθμίζει τα της οικογενειακής του ζωής, να κατοικεί και να μεταβάλλει οποτεδήποτε κατοικία (άρθρο 8 παρ.1 της ΕΣΔΑ) και να μην στερείται της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση (άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος και άρθρο 1 παρ.1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 96 του καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους "Ουδενί επιτρέπεται η εκ του Αγίου Όρους έξοδος άνευ εγγράφου αδείας της οικείας Μονής, εν η δέον να ορίζεται ο χρόνος της απουσίας και ο λόγος αυτής. Πάσα δε άδεια απουσίας δέον να θεωρήται και υπό της Ι. Επιστασίας. Τας σπουδασταίς δεν δύναται ν' αρνηθεί η Μονή την άδεια απουσίας". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν προκύπτει, ότι, εάν με άδεια επιτραπεί σε μοναχό η έξοδος του από το Άγιο Όρος, (που σημαίνει ότι στην περίπτωση αυτή συνεχίζει να ζει ως μοναχός και ότι με την έξοδό του αυτή δεν αποχωρεί οριστικά από τη μονή του), έχει εφαρμογή η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 101 εδάφια δεύτερο και τρίτο του Κ.Χ.Α.Ο. και συνεπώς η περιουσία του περιέρχεται στην οικεία αυτού μονή, οπουδήποτε και αν πεθάνει χωρίς να έχει πάρει απολυτήριο από τη μονή του. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι, όταν πρόκειται για ακίνητο που απέκτησε μοναχός του Αγίου Όρους από δραστηριότητα που άσκησε εκτός του Αγίου Όρους όπου και έζησε μέχρι το θάνατό του, το γεγονός ότι είχε ή όχι επιτραπεί με άδεια η έξοδός του από το Άγιο Όρος, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, δηλαδή γεγονός ουσιώδες της αγωγής περί διεκδικήσεως του εν λόγω ακινήτου, που ασκεί η οικεία του Μοναχού Μονή, ώστε η ενάγουσα Μονή να βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξή του, αλλά άρνηση αιτιολογημένη στην ένσταση του εναγομένου στην εν λόγω αγωγή, η οποία (ένσταση) απορρέει από τις οικείες του Αστικού Δικαίου για την κληρονομική διαδοχή διατάξεις, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω του Συντάγματος και τις άλλες ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, περί του ότι το διεκδικούμενο ακίνητο το απέκτησε (ο εναγόμενος) ως καθολικός διάδοχος μοναχού, ο οποίος το είχε αποκτήσει, όταν είχε αυθαίρετα αποχωρήσει οριστικά από το Άγιο Όρος, προκειμένου να ζει πλέον όπως και κάθε άνθρωπος, από δραστηριότητά του, την οποία έκτοτε είχε ασκήσει εκτός του Αγίου Όρους. Επομένως, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο μέρος του), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.8 περιπτ.α' και 1 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα γιατί α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και πιο συγκεκριμένα ότι έκρινε για τον Ι. Β. ότι "ύστερα από άδεια της (ενάγουσας) Μονής αποχώρησε το 1921 (από το Άγιο Όρος) και εγκαταστάθηκε στον … όπου εργαζόταν έκτοτε ως αγιογράφος", μολονότι η Μονή δεν είχε ισχυρισθεί, ότι ο Ι. Β. είχε αποχωρήσει ύστερα από άδειά της, και β) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και τις άλλες ως άνω (ουσιαστικού δικαίου) διατάξεις, και, έτσι, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβασή και την έφεση των υπέρ ων η παρέμβασή Χ. Α. Τ., συζύγου Κ. Μ. και Α. Σ. (πρώτης και δεύτερου από τους αναιρεσιβλήτους, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, το Εφετείο ούτε έλαβε υπόψη "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, που δεν προτάθηκαν, ούτε παραβίασε τις προεκτιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τέλος, με τον ίδιο πρόσθετο λόγο (κατά το πρώτο μέρος του), όπως εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 σε συνδυασμό με 11 περίπτ.γ' του ΚΠολΔ, γιατί (όπως διατείνονται) κατά παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 παρ.1 τη ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), το Εφετείο έλαβε υπόψη το από 28-8-/10-9-2002 με αριθ. πρωτοκόλλου 507 έγγραφο της Ιεράς Επιστασίας του Αγίου Όρους, το οποίο προσκόμισε η ενάγουσα Μονή με επίκληση σ' αυτό -Εφετείο, βεβαιώνοντας στο ίδιο ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους ήταν μοναχός της, μεθόδευσή της, δηλαδή συνιστώσα βαρύτατη προσβολή της αρχής της δίκανης δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, δεν υπάρχει τέτοια παραβίαση, αφού, όπως εκτέθηκε και στη με τα στοιχεία ΙΙ σκέψη της παρούσας, ούτε η εγγραφή της κουράς στο οικείο μηχανολόγιο αποτελεί αποκλειστικό μέσο απόδειξής της (και συνεπώς και της μοναχικής ιδιότητας), ούτε, πολύ περισσότερο, αποτελεί τέτοιο αποκλειστικό μέσο απόδειξης) το ανωτέρω έγγραφο, ούτε άλλωστε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το έλαβε υπόψη ως τέτοιο (αλλά απεναντίας για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το συνεκτίμησε μαζί με όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση).
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22 Απριλίου (16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης, απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της αεροπορικής αμύνης κλπ", που κυρώθηκε από τη Συντακτική Απόφαση 24 της 7/10-7-1926 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, " τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της αεροπορικής αμύνης και των Ιερών Μονών εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφήν, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίνα νόμιμον συνέπειαν κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντας νόμους". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύτπει ότι από την ισχύ του ανωτέρω Νομοθετικού Διατάγματος και εφεξής τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της αεροπορικής αμύνης και των Ιερών Μονών σε ουδεμία υπόκεινται παραγραφή και αντιστοίχως ουδεμία σε βάρος αυτών δύναται να κτηθεί κυριότητα με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Η ως άνω διάταξη, η οποία θσμοθετήθηκε γιατί η διαληφθείσα ακίνητη ιδιοκτησία αποτέλεσε ανέκαθεν αντικείμενο καταπατήσεων και απέβη ατυχώς πηγή αδικαιολόγητου πλουτισμού κακόπιστων ιδιωτών, δεν είναι αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών (και ενοχικών) δικαιωμάτων (ενδεχομένως και δια της επιβολής αναδρομικής παραγραφής αυτών), όχι δε και στη διασφάλιση υπαρκτών δικαιωμάτων επί ακινήτων μάλιστα ως άνω του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, ενόψει άλλωστε και της διάταξης της παρ.2 του άρθρου 1 του ως άνω πρωτοκόλλου, από την οποία, εφόσον ορίζει ότι: "Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύ Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το εν λόγω πρωτόκολλο, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν κρίνει τούτο αναγκαίο, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει ως άνω και η προστασία της προμνημονευθείσας ακίνητης περιουσίας. Ούτε (η ως άνω διάταξη είναι αντίθετη στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, εφόσον το άρθρο αυτό δεν έχει την έννοια ότι κατοχυρώνει ουσιαστικά δικαιώματα, αλλά ούτε, πολύ περισσότερο, είναι αντίθετη στο άρθρο 8 παρ.1 της ΕΣΔΑ, το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν έχει εδώ εφαρμογή. Για τον ίδιο λόγο δεν είναι αντίθετη ούτε στ άρθρα του Συντάγματος 2 παρ.1 (για το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου), 5 παρ.1 (για το δικαίωμα του καθένα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του) και 17 παρ.2 (για την προστασία της ιδιοκτησίας). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε, ότι η περιουσία που απέκτησε ο Ι. Β. "περιήλθε λόγω κληρονομικής από το νόμο διαδοχής στην ενάγουσα Ι. Μονή και συνεπώς η τελευταία με τον τρόπο αυτό έγινε κυρία του επιδίκου" έκρινε στη συνέχεια και ότι "ούτε με χρησικτησία μπορούσε η Φ. Κ. και οι κληρονόμοι της να αποκτήσουν το επίδικο, διότι σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 23 α.ν. 1539/1938 και 21 ν.δ. από 16-5-1926 τα κτήματα των Ιερών Μονών είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας". Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Συντάγματος, αλλά απεναντίας ορθά τις διατάξεις αυτές εφάρμοσε, και συνεπώς ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VIII.- Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν και τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν την ένσταση από το άρθρο 281 του ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο 120,62 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στον …, στη συνοικία ... και επί της Λεωφ. ... αριθ.144, πριν από την έναρξη της μεταξύ των διαδίκων αντιδικίας περιείχε παλαιό, ερειπωμένο και κατεδαφιστέο διώροφο οίκημα, που αποτελούνταν από ισόγειο κατάστημα και υπόγειο διαμέρισμα, και το οποίο έχει ήδη κατεδαφιστεί. Το επίδικο αυτό ακίνητο ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον Α. Β. του Β. και της Χ.ς μετά από αγορά της αδελφής του Κ. χας Κ. Β. το γένος Β. Β. προς αυτόν, δυνάμει του .../1934 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Ταξινοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο οποίος (Α. Β. του Β.) γεννήθηκε στο Μυριόφυτο της Ανατολικής θράκης το 1882 και πέθανε στον Πειραιά στις 6-4-1938 και ο οποίος το έτος 1900 είχε εισέλθει στο Άγιο Όρος, στην ενάγουσα Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας Αγίου Αθανασίου, η οποία λειτουργούσε κανονικά, και κατά το έτος 1902 εκάρη μοναχός και έλαβε το μοναχικό όνομα "Ι.", εμόνασε δε στη διαληφθείσα Μονή μέχρι το έτος 1921, οπότε ύστερα από άδεια της εν λόγω Μονής αποχώρησε από εκεί και εγκαταστάθηκε στον …, όπου εργαζόταν έκτοτε ως αγιογράφος, από δε το έτος 1931 διέμενε με την αδελφή του Φ. χήρα Ν. Κ., την οποία συντηρούσε. Μετά το θάνατο του Ι. Β., ο οποίος μέχρι το θάνατό του δεν είχε απολυθεί ή καθαιρεθεί, το επίδικο περιήλθε λόγω κληρονομικής από το νόμο διαδοχής στην ενάγουσα Ι. Μονή και συνεπώς η τελευταία με τον τρόπο αυτόν έγινε κυρία του επιδίκου, δεδομένου ότι αποδέχθηκε την κληρονομία με ενεργό ανάμειξη σ'αυτήν (πληρωμή σχετικών με το επίδικο φόρων, διενέργεια διαπραγματεύσεων για την εκποίησή του κλπ), λαμβανομένου υπόψη ότι, αφού ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, δεν ήταν αναγκαία η αποδοχή της κληρονομιάς του με δημόσιο έγγραφο και μεταγραφή αυτού. Η ενάγουσα Ιερά Μονή είχε επιτρέψει στην αδελφή του κληρονομουμένου Φ. Κ.-Β. να συνεχίζει να διαμένει στο επίδικο και μετά το θάνατο του τελευταίου και παράλληλα διαπραγματευόταν την εκποίησή του σε αυτήν, αλλά οι σχετικές διαπραγματεύσεις δεν είχαν ευοδωθεί μέχρι το θάνατό της (1979), στη συνέχεια δε το επίδικο παρέμεινε κλειστό και χωρίς συντήρηση με συνέπεια να ερειπωθεί. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, το Μάρτιο του 2001 οι αναιρεσείοντες, τέκνα του Θ. Λ. (ανηψιού του Ι. Β. και της Φ. Κ.), πώλησαν το επίδικο στους πρώτη και δεύτερο από τους αναιρεσιβλήτους, δυνάμει του .../2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Καλογεροπούλου-Πολυμενέα, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί, οι οποίοι, αμέσως μετά που παρέλαβαν στη νομή και κατοχή τους το επίδικο, κατεδάφισαν τα κτίσματα που υπήρχαν σ' αυτό, προκειμένου να ανεγείρουν επ' αυτού πολυώροφη οικοδομή. Με το αγοραπωλητήριο ως άνω συμβόλαιο οι πωλητές αναιρεσείοντες δήλωσαν ότι το επίδικο ανήκε στον πατέρα τους Θ. Λ., ο οποίος πέθανε στις 24.1996, ότι στον τελευταίο αυτό είχε περιέλθει από κληρονομία της προαναφερόμενης θείας του Φ. Κ.-Β., η οποία τον είχε εγκαταστήσει κληρονόμο της με τη .../1972 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ξενοφώντα Αντωνιάδη, και ότι στη Φ. Κ. είχε περιέλθει από κληρονομία του αδελφού της Ιωάννη Β. του Β. δυνάμει τη από 10-11-1937 ιδιόγραφης διαθήκης του, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με το 14/2000 πρακτικό και τη 1429/2000 απόφαση αντίστοιχα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Οι δηλώσεις όμως αυτές και οι προβαλλόμενοι συναφείς ισχυρισμοί δεν ευσταθούν, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, η κυριότητα του επιδίκου είχε περιέλθει με τον προεπεριγραφόμενο παράγωγο τρόπο και ανήκε στην ενάγουσα Ιερά Μονή και όχι στην προαναφερόμενη αδελφή του Ιωάννη Β. Φωτεινή (που φέρεται ως η απώτερη δικαιοπάροχος των πωλητών) ή σε άλλους κατά το κοινό δίκαιο εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Υπό τα ανωτέρω αλλά και τα παρακάτω περιστατικά, τα οποία οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι τα είχαν νόμιμα προτείνει αλλά το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη και συγκεκριμένα ότι είχαν αναλώσει για το επίδικο και χρόνο και προσωπική εργασία και δαπάνη (διαχείριση, ενοικίαση, ανέγερση, ιδίας δαπάνες του α' υπέρ το ισόγειο ορόφου από Φ. Κ. με χρήματα από την πώληση άλλου ακινήτου, ηλεκτροδότηση, ανακαίνιση από Θ. Λ. κοκ), και ότι είχε προηγηθεί της μεταβίβασης του επιδίκου το αγοραπωλητήριο ως άνω συμβόλαιο το έγγραφο της Ιεράς Επιστασίας του Αγίου Όρους με τα στοιχεί Φ3/10α/984/2-15/6-2000 προς την πληρεξούσια δικηγόρο τους, με το οποίο, απαντώντας σε σχετική επιστολή αυτής αναφορικά με τον Ι. Β., την είχε πληροφορήσει ότι είχε ήδη κοινοποιήσει την επιστολή της στις Ιερές Μονές αλλά δεν είχε λάβει μέχρι τότε απάντηση για την εγγραφή του Ι. Β. στα μοναχολόγια κάποιας απ' αυτές και ότι κατόπιν σχετικής έρευνας στα τηρούμενα απ' αυτήν (Ι. Επιστασία) μοναχολόγια διαπιστώθηκε ότι αυτός δεν φέρεται εγγεγραμμένος σ' αυτά (που σημαίνει ότι έως την έκδοση του εγγράφου αυτού δεν είχαν απαντήσει ακόμη οι Ιερές Μονές και συνεπώς δεν είχε ολοκληρωθεί η σχετική έρευνα και έτσι άλλωστε εξηγείται ότι με μεταγενέστερο (με τα στοιχεία Φ. 4.3.1620/5-19/9/2002) έγγραφό της προς την ίδια δικηγόρο η Ιερά επιστασία διευκρίνισε και έκανε σ' αυτήν γνωστό ότι "... κατόπιν νέας ερεύνης και εξακριβώσεως μοναχολογικών στοιχείων εις τα ενταύθα τηρούμενα Μοναχολόγια σχετικώς με τον περί ου ο λόγος ... Μοναχόν Ι., κατά κόσμον Α. Β. ... ούτος φέρεται εγγεγραμμένος εις τα Μοναχολόγια της Ι. Μονής Μεγίστης Λαύρας ...) η άσκηση από την ενάγουσα Ιερά Μονή με την ένδικη αγωγή του επίδικου δικαιώματος της, περί διεκδικήσεως του επίμαχου ακινήτου, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που τάσσει η διάταξη αυτή. Επομένως, ορθά το Εφετείο (σιωπηρά) απέρριψε κατ' ουσίαν την από την ΑΚ 281 ένσταση των αναρεσειόντων και στη συνέχεια ορθά επίσης απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση των αναιρεσειόντων, καθώς και την έφεση των υπέρων η παρέμβαση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια, και συνεπώς ο έκτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτ. β' του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2008 αίτηση και τους από 28-7-2009 πρόσθετους λόγους των 1) Κ. Λ. κ.α. για αναίρεση της 1052/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευθύνη πωλητή. Σε περίπτωση πώλησης πράγματος, που στο πωλητήριο συμβόλαιο περιέχεται ο όρος ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται «ελεύθερο διεκδίκησης ή δικαιώματος τρίτου», ο πωλητής υπέχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον αγοραστή για τα νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος και αν ακόμη ο τελευταίος γνώριζε αυτά. Μοναχοί. Κτήση ιδιότητας μοναχού. Θεραπεία άκυρης κουράς μοναχού κατά οικονομία. Ιεροί κανόνες και Συνοδικές αποφάσεις. Εφόσον ρυθμίζουν σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, η παραβίασή τους ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ. Πότε ιδρύεται. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου. Δεν υπάρχει παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, όταν η αναφορά του σε απόφαση συνοδεύεται με φράση ή όνομα σε παρένθεση, αφού αυτό γίνεται για να δειχθεί ότι η φράση ή το όνομα δεν αποτελούν μέρος του εγγράφου. Κληρονομική διαδοχή Μοναχών Αγίου Όρους. Έννοια άρθρου 101 εδάφια δεύτερο και τρίτο του καταστατικού χάρτη του Αγίου όρους (Κ.Χ.Α.Ο.). Πότε υπάρχει αντίθεσή του στο Σύνταγμα και σε υπερνομοθετικής ισχύος (ενόψει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις. Άρθρο 21 του ν. δ. της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης κ.λπ.» που κυρώθηκε από τη Συντακτική Απόφαση 24 της 7/10-7-1926 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝ ΑΚ. Δεν είναι αντίθετο στις διατάξεις του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στα άρθρα 6 παρ. 1 και 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 2 παρ.1, 5 παρ. 1 και 17 παρ.2 του Συντάγματος. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν και τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ. Περιστατικά τα οποία δεν θεμελιώνουν ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1140/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Παπάγου Αττικής, εδρεύοντος στον ομώνυμο Δήμο, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Σκολίδη και Δημήτριο Τσικρικά.
Των αναιρεσίβλητων: 1. του εδρεύοντος στην Αθήνα "Ταμείου Αλληλοβοηθείας Στρατού (Τ.Α.Σ.)" (πρώην "Ταμείου Αλληλοβοηθείας Στρατού Ξηράς (Τ.Α.Σ.Ξ.) αποτελούντος ήδη "Ειδικό Λογαριασμό" του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, νομίμως εκπροσωπουμένου υπό του εδρεύοντος στην Αθήνα "Μετοχικού Ταμείου Στρατού (Μ.Τ.Σ)"", νομίμως και ετούτου εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δούκα Αγιασσώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 2. του εδρεύοντος στον Δήμο Παπάγου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος (Α.Ο.Ο.Α)", νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλη Κοσμόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 20-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, β) με την από 20-8-2001 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του Ταμείου Αλληλοβοηθείας Στρατού (Τ.Α.Σ.) νπδδ και γ) και με την από 22-10-2001 πρόσθετη παρέμβαση του ΝΠΔΔ "Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών του Στρατού Ξηράς Θαλάσσης και Αέρος" που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5187/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6691/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-3-2008 αίτησή του και με τους από 2-2-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 31-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόστασή του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.Α.Π. 33/2005, Ολ.Α.Π. 7/2002, Ολ.Α.Π. 8/2001). Η διάταξη του άρθρου 282 Α.Κ. έχοντας έντονο χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην άσκηση δικαιώματος, που πηγάζει επίσης από διατάξεις δημόσιας τάξης (Ολ.Α.Π. 1179/1985), όπως είναι οι διατάξεις, που προστατεύουν την ακίνητη περιουσία των Δήμων και Κοινοτήτων. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στη ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομής συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της,
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 13/1951 απόφαση του Πολεμικού Συμβουλίου, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 2207/7.8.1951 ΦΕΚ τ.Α και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και με αυξ. Αριθ. 432 στα Βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, παραχωρήθηκε κατά κυριότητα στο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Αυτόματος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών ΑΟΟΑ" έκταση 1.600 περίπου στρεμμάτων από το στρατόπεδο Γουδί Αττικής, ιδιοκτησίας του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, κείμενη μεταξύ του νοσοκομείου "Σωτηρία" και του Χολαργού Αττικής, προς εκπλήρωση του σκοπού για τον οποίο συστήθηκε αυτό, δυνάμει του ΑΝ 1563/1950 και συγκεκριμένα για την παραδοχή ιδιοκτήτης κατοικίας στους στερούμενους αυτής αξιωματικούς του στρατού ξηράς, θαλάσσης και αέρος. Στη συνέχεια ο ΑΟΟΑ προέβη στη ρυμοτόμηση της άνω περιοχής προς το σκοπό οικοπεδοποιήσεώς της, καθορίζοντας συγχρόνως και τους κοινόχρηστους χώρους και με επίσπευσή του επεκτάθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του Χολαργού επί της παραπάνω εκτάσεως που αποτέλεσε τον οικισμό Παπάγου και εγκρίθηκε με το από 27.1.1953 ΒΔ, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 19/31.1.1953 ΦΕΚ τ. Α. Στο ρυμοτομικό σχέδιο περιλαμβανόταν και το υπ' αριθ. … ΟΤ. Το έτος 1960 με επίσπευση του ΑΟΟΑ εκδόθηκε το από 21.1.1960 ΒΔ, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 23/26.2.1960 ΦΕΚ τ.Δ. με το οποίο, μεταξύ άλλων, εγκρίθηκε η τροποποίηση του άνω ρυμοτομικού σχεδίου στο υπ' αριθ. … ΟΤ. Ειδικότερα, αυτό κατατμήθηκε σε τρία μικρότερα ΟΤ υπό τους αριθμούς …, …Α και …Β, που εμφαίνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει το ΒΔ και το τελευταίο από αυτά με αριθ. …Β, εκτάσεως 1.694,55 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με την οδό ..., δυτικά με την οδό ..., βόρεια με ανώνυμη οδό και νότια με οδό …, καθορίστηκε από χώρο οικοδομήσιμο σε κοινόχρηστο χώρο με προορισμό την επ' αυτού δημιουργία πλατείας-πρασίνου. Ακολούθως, ο Δήμος Χολαργού, στον οποίο υπαγόταν ο οικισμός Παπάγου, κατόπιν διαβημάτων και επικλήσεων των οικιστών του για τη δημιουργία κινηματοθεάτρου και εμπορικού κέντρου, με τις υπ' αριθ. 33/1965 και 112/1965 πράξεις του δημοτικού συμβουλίου του αποφάσισε την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Χολαργού κατά τον υπ' αριθ' …Β κοινόχρηστο χώρο, ώστε να ανεγερθούν τα παραπάνω κτίσματα που επέσπευσε την έγκριση αυτής. Ειδικότερα με το από 23.12.1965 ΒΔ, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 24/18.2.1966 ΦΕΚ τ. Δ', εγκρίθηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Χολαργού, περιοχή ΑΟΟΑ, κατά τον υπ' αριθ. …Β κοινόχρηστο χώρο για καθορισμό θέσεως προς ανέγερση κινηματοθεάτρου και καταστημάτων, και καθορίστηκαν οι όροι δομήσεως. Έτσι ο άνω κοινόχρηστος χώρος του υπ' αριθ. ΟΤ κατέστη μετά την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου οικοδομήσιμος". Με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο δέχεται ότι "ο άνω χώρος (…Α)- ενόψει των διατάξεων του άρθρου 1 του ΝΔ 690/1948 "περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων", σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 9 εδ. β' του Ν. 4060/1950 "περί τροποποιήσεως ενιαίων διατάξεων της περί Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού Νομοθεσίας" και των άρθρων 967, 968 και 971 ΑΚ -από της εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου με το από 21.2.1960 ΒΔ (ΦΕΚ 23/26.2.1960 τ. Δ.), με το οποίο αυτός καθοριζόταν ως κοινόχρηστος, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση και η επ' αυτού κυριότητα του ΑΟΟΑ απωλέσθηκε υπέρ του Δήμου Χολαργού, του οποίου διάδοχος κατέστη η Κοινότητα Παπάγου και στη συνέχεια ο εκκαλών Δήμος Παπάγου, και μάλιστα χωρίς καταβολή αποζημιώσεως, αφού η έγκριση του άνω σχεδίου έγινε με την επίσπευση αυτού (ΑΟΟΑ) και δεν επανήλθε σ' αυτόν ούτε με την, κατά τα παραπάνω, μεταγενέστερη κατάργηση του χαρακτήρα του ως κοινοχρήστου, μετά τη νέα τροποποίηση του σχεδίου με το από 23.12.1965 ΒΔ (ΦΕΚ 24/18.2.1966 τ. Δ'), αφού δεν προβλήθηκε από τους εφεσίβλητους ούτε αποδείχθηκε ότι με την άνω κατάργηση του κοινόχρηστου χώρου και τον καθορισμό του ως οικοδομήσιμου κατέστη συγχρόνως κοινόχρηστος άλλος χώρος της ιδιοκτησίας του ΑΟΟΑ σε αντικατάστασή του και με το αυτό εμβαδόν, ούτε ότι ο ΑΟΟΑ κατά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, με το οποίο χώρος αυτός είχε καταστεί αρχικά κοινόχρηστος, είχε επιφυλάξει στον εαυτό του την κυριότητα στο χώρο αυτό σε περίπτωση καταργήσεώς του ως κοινοχρήστου". Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι ο χώρος αυτός μετά την κατάργησή του ως κοινοχρήστου εξακολούθησε να ανήκει στην κυριότητα του εκκαλούντος Δήμου, υπάγεται στην ιδιωτική περιουσία αυτού και είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από 1.12.1968 και εφεξής, βάσει των διατάξεων του ΝΔ 31/1968, σύμφωνα με τις οποίες "οι διατάξεις 1 έως 24τ ου ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" εφαρμόζονται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως". Όμως, ο ΑΟΟΑ, έχοντας την πεποίθηση ότι το άνω υπ' αριθ. …Β ΟΤ ουδέποτε κατέστη κοινόχρηστο και ότι, επομένως, αυτό ανήκε στην κυριότητά του, προκειμένου σ' αυτό ν' ανεγερθεί το κινηματοθέατρο και το εμπορικό κέντρο, που προβλεπόταν στο ρυμοτομικό σχέδιο, για την εξυπηρέτηση των κατοίκων της κοινότητας ήδη Παπάγου, εξέθεσε αυτό με την από 17.4.1967 διακήρυξή του σε δημοτικό πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίησή του προς ανέγερση των άνω κτισμάτων και όρισε ως ημέρα διενέργειας του διαγωνισμού την 8.5.1967. Η διακήρυξη αυτή έγινε γνωστή στην τότε Κοινότητα Παπάγου, διότι πέραν της δημοσιεύσεώς της σε ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών, και της αναρτήσεώς του στα γραφεία του ΑΟΟΑ, τοιχοκολήθηκε και στα γραφεία αυτής (Κοινότητας Παπάγου). Το εφεσίβλητο με την επωνυμία "Ταμείο Αλληλοβοηθείας Στρατού " (πρώην ΤΑΣΣ) αποτελούντος ήδη "Ειδικό Λογαριασμό" του Μετοχικού Ταμείου Στρατού και εκπροσωπούμενο υπ' αυτού, εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά αυτού και την ανέγερση των άνω κτισμάτων, πράγμα το οποίο είχε εκδηλώσει και παλαιότερα. Μετά τα παραπάνω, και πριν υπογραφεί το σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, το άνω εφεσίβλητο "ΤΑΣ" απέστειλε προς την τότε Κοινότητα Παπάγου το υπ' αριθ. πρωτ. 64/4.9.1968 έγγραφο με το οποίο της ζητούσε, σε συνέχεια των συζητήσεων που είχαν μεταξύ τους για την αξιοποίηση του άνω υπ' αριθ. …Β ΟΤ, να του γνωστοποιήσει, αν επιθυμεί στο κτίριο, που θα ανεγερθεί επ' αυτού του ΟΤ, να στεγασθούν με εκμίσθωση και τα γραφεία της και σε καταφατική περίπτωση να του προσδιορίσει τους χώρους, που απαιτούνται, ώστε να ληφθούν υπόψη κατά τη σύνταξη της σχετικής οικοδομικής μελέτης. Η Κοινότητα Παπάγου με το υπ' αριθ. πρωτ. 1620/13.9.1968 έγγραφό της προς το άνω εφεσίβλητο, χωρίς να εναντιωθεί στην πρότασή του, απάντησε καταφατικά και καθόρισε λεπτομερώς τους χώρους, που είχε ανάγκη για τη στέγαση των υπηρεσιών της, συνολικού εμβαδού 140 τ.μ. Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. Φ. 873/125/505152/ 14.1.1969 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Αμύνης και Οικονομικών εγκρίθηκε η απευθείας εκποίηση του άνω ακινήτου υπό του ΑΟΟΑ προς το ΤΑΣ και τελικά με το υπ' αριθ. .../5.2.1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανάσιου Αθανασούλη, που μεταγράφηκε νομίμως, μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, από τον ΑΟΟΑ προς το ΤΑΣ το υπ' αριθ. …Β ΟΤ, αντί τιμήματος 1.355.640 δραχμών. Η αναφορά στο συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι ο αγοραστής τελεί εν γνώσει των υφισταμένων διεκδικήσεων ως και η ρύθμιση των σχέσεων των συμβαλλομένων σε περίπτωση ανατροπής εξ αυτού του λόγου της συμβάσεως, δεν αφορούσε στην περίπτωση της Κοινότητας, αλλά σε διεκδικήσεις που είχαν εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων. Η τότε Κοινότητα Παπάγου, στην κυριότητα της οποίας, όπως έχει προαναφερθεί, ανήκε το άνω ακίνητο, αν και έλαβε γνώση και της άνω μεταβιβάσεως της κυριότητάς του από το μη κύριο αυτού ΑΟΟΑ, δεν εναντιώθηκε σ' αυτή. Αντίθετα μάλιστα παρέσχε και συνδρομή στην εν συνεχεία ανοικοδόμησή του με την προοπτική εκμισθώσεως μέρους των κτισμάτων για τη στέγαση των γραφείων της. Ειδικότερα, ενώ το ΤΑΣ αμέσως μετά την υπογραφή του άνω συμβολαίου προέβη εν γνώσει της στην περίφραξη του ακινήτου, αυτή δεν προέβη σε ενέργειες που να υποδηλώνουν την αντίθεσή της, όπως π.χ. άσκηση αιτήσεως για λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Επιπλέον, σε απάντηση του υπ' αριθ. Φ. 6319/15/82733/1969 εγγράφου του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, το οποίο είχε αναλάβει την ανοικοδόμηση του κτιρίου επί του άνω ακινήτου για λογαριασμό του "ΤΑΣ", με το υπ' αριθ. πρωτ. 960/20.2.1969 έγγραφό της αναγνώριζε ότι το ακίνητο αυτό ήταν ιδιοκτησίας του "ΤΑΣ" και γνωστοποιούσε σ' αυτό (ΜΤΣ) τα αιτούμενα στοιχεία σχετικά με τον καθορισμό των υψομέτρων των κρασπέδων επ' αυτού. Επίσης το εφεσίβλητο ΤΑΣ με το υπ' αριθ. πρωτ. 32/17.4.1969. έγγραφό του προς αυτή (Κοινότητα Παπάγου) ζήτησε να του χορηγήσει βεβαίωση από την οποία να προκύπτει ότι δεν υφίσταται θέμα καταβολής υπεραξίας, προκειμένης της ανεγέρσεως οικοδομής επί του οικοπέδου της ιδιοκτησίας του, κειμένου στο …Β ΟΤ. ως και πληροφορίες για τα συγκεκριμένα πλάτη των πεζοδρομιών πέριξ αυτού, χωρίς και πάλι αυτή να αντιδράσει για τη μεταβίβαση. Ακολούθως το εφεσίβλητο "ΤΑΣ" άρχισε τις εργασίες οικοδομήσεως του κτιρίου στο ως άνω ακίνητο και κατά την τελετή θεμελιώσεως του παρέστη και εκπρόσωπος της Κοινότητας Παπάγου και συγκεκριμένα ο σύμβουλος Β. Χ.. Ενώ οι οικοδομικές εργασίες επί του άνω ακινήτου προχωρούσαν, ο δημότης της Κοινότητας Παπάγου Ν. Κ. υπέβαλε αναφορικά στο Υπουργείο Εσωτερικών, αναφέροντας την "παρέμβαση" του ΑΟΟΑ επί του άνω ακινήτου. Κατόπιν αυτού ζητήθηκαν εξηγήσεις από την κοινότητα Παπάγου. Αυτή με το υπ' αριθ. πρωτ. 2036/28.6.1969 έγγραφό της προς τη Νομαρχία Αθηνών ανέφερε κατά λέξη τα εξής: "... η ανωτέρω ενέργεια του ΑΟΟΑ, δηλ. η εκποίηση του …Β ΟΤ, κατά την ημετέρα αντίληψιν δεν δύναται προφανώς να χαρακτηρισθή ούτε ως παράνομος ούτε ως αυθαίρετος, καθόσον αυτή εγένετο κατόπιν συμφώνου γνώμης και σχετικής υποδείξεως της νομικής υπηρεσίας του ΑΟΟΑ, ήτις φρονεί ότι το οικοδομικόν τούτο τετράγωνον ανήκει κατά κυριότητα στον Οργανισμόν ... παρά ταύτα η ημετέρα Κοινότης διατηρούσα σοβαράς και βασίμους πιθανότητας ότι η κυριότης του ρηθέντος ΟΤ ανήκει κατά το νόμον εις αυτήν, όταν ανεκινήθη το όλον θέμα, ευρέθη προ του διλήμματος ή να επιδιώξει την δικαστικήν αναγνώρισιν της κυριότητάς της επί του χώρου τούτου, δημιουργούσα δικαστικήν αντιδικίαν μετά του ΑΟΟΑ, ότε το όλον θέμα θα παρέμενεν εκκρεμές και εν αδρανεία, τις οίδεν επί πόσον χρονικόν διάστημα ... ή να παραιτηθή από παντός δικαιώματός της υπέρ του ΑΟΟΑ, προκειμένου να πραγματοποιηθή η υλοποίησις του σκοπού, δι' ον εγένετο η ρηθείσα τροποποίησις, δηλονότι της όσον το δυνατόν ταχυτέρας ανεγέρσεως των κτισμάτων τούτων, προς κάλυψιν των αμέσων αναγκών των κατοίκων της Κοινότητας, είτε υπό του ΑΟΟΑ είτε υπό του ΤΑΣΣ ... . Προ της τοιαύτης καταστάσεως και λαμβανομένων υπόψη ότι και αν έτι η κυριότης του …Β ΟΤ ανήκε αναμφισβητήτως εις την Κοινότητα, αύτη δεν διέθετε τα απαιτούμενα οικονομικά μέσα δια την πραγματοποίησιν του ως είρηται σκοπού και ότι το Κοινοτικόν Συμβούλιον ως γνώμονα απασών των ενεργειών που έθεσεν και θέτει πάντοτε το ουσιαστικόν συμφέρον της εξυπηρετήσεως και καλύψεως των βασικών αναγκών των κατοίκων της Κοινότητας ... το Συμβούλιον στάθμισαν δεόντως ... τα εξ απασών των ενδεχομένων ενεργειών του προκύπτοντα ζητήματα, απεφάσισεν τελικώς όπως αφενός μεν μη δημιουργήσει ανυπέρβλητα προσκόμματα εις τας υπό του ΑΟΟΑ και του ΤΑΣΣ ενεργείας, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η εκτέλεσις του έργου, αφετέρου δε, κηδόμενη των συμφερόντων της Κοινότητας εθεώρησε σκόπιμον όπως επιφυλαχθεί των πιθανών δικαιωμάτων κυριότητας επί του … Β ΟΤ ... δια την εν τω μέλλοντι δικαστικήν επίλυσιν του θέματος τούτου ...". Μετά από αυτά και ενώ είχε ολοκληρωθεί το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών ανοικοδομήσεως του κτιρίου, χωρίς η άνω Κοινότητα να έχει εναντιωθεί σ' αυτές, άσκησε την από 17.1.1970 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1603/1970 διεκδικητική αγωγή της κατά του εφεσιβλήτου "ΤΑΣ" για το ακίνητο αυτό αλλά στη συνέχεια παραιτήθηκε από το δικόγραφο της με το αριθ. εκθ. καταθ. 8033/9.9.1970 δικόγραφο. Το εφεσίβλητο "ΤΑΣ" , μετά την άνω παραίτηση συνέχισε τις εργασίες, που υπολείπονταν και ολοκλήρωσε το κτίριο στις αρχές του έτους 1972, δαπανώντας για το σκοπό αυτό τότε το συνολικό ποσό των 17.339.640 δραχμών. Το κτίριο αποτελείται από υπόγειο εμβαδού 941,50 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 941,50 τ.μ., πατάρι ισογείου εμβαδού 123 τ.μ., Α' όροφο εμβαδού 761 τ.μ. Β' όροφο εμβαδού 7.611 τ.μ. και δώμα 931,50 τ.μ. Στους Α' και Β' ορόφους του κτιρίου και στο δώμα στεγάζεται το κινηματοθέατρο και στους λοιπούς ορόφους στεγάζονται καταστήματα, φροντιστήρια κλπ, τα οποία το εφεσίλητο εκμισθώνει σε τρίτους. Ο "ΑΟΟΑ", ενόψει της άνω πρόσκαιρης αμφισβητήσεως υπό της Κοινότητας Παπάγου και λόγω της παραιτήσεώς της μόνον από το δικόγραφο της αγωγής της όχι και από του δικαιώματός της, άσκησε την 1.10.1970 αγωγή του με την οποία επεδίωκε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί του άνω ακινήτου. Η αγωγή αυτή, που συνεκδικάσθηκε με την ασκηθείσα από το "ΤΑΣ" πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση, απορρίφθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 3500/1977 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως μη νόμιμη και οι επ' αυτής αναιρέσεις του "ΑΟΟΑ" και του "ΤΑΣ" απορρίφθηκαν με την υπ' αριθ. 46/1980 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η Κοινότητα Παπάγου κατά τη συζήτηση της άνω αγωγής του "ΑΟΟΑ" δεν άσκησε ανταγωγή για την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του άνω ακινήτου ή αντίθετη αγωγή, αλλά αρκέστηκε στην προβολή των ισχυρισμών της με τις προτάσεις της και μόνον μετά την απόρριψη της αγωγής του "ΑΟΟΑ" άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του "ΤΑΣ" ο Δήμος Παπάγου, που αποτελεί διάδοχό της, την από 17.12.1982 διεκδικητική αγωγή του, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 4641/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και στη συνέχεια άσκησε την υπό κρίση αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Από τα άνω πραγματικά περιστατικά καταδεικνύεται ότι η τότε Κοινότητα Παπάγου όχι μόνο δεν προέβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση ή εναντίωση στην αγορά του επίδικου από το εφεσίβλητο "ΤΑΣ" και στην ανοικοδόμησή του, αλλά ότι παρότρυνε αυτό στην αγορά και του παρέσχε και συνδρομή στην ανέγερση του κτιρίου με σκοπό την ολοκλήρωση του έργου για το οποίο προοριζόταν, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί άμεσα από τους δημότες της και επιπλέον παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 17.1.1970 ασκηθείσας κατ' αυτού αγωγής της. Μετά δε την αναφορά, στο προπεριγραφέν έγγραφό της προς τη Νομαρχία Αττικής, του σκοπού της σχετικά με την ανέγερση του κτιρίου στο άνω …Β ΟΤ και της στάσεως, που αποφάσισε το Κοινοτικό της Συμβούλιο να τηρήσει, για την όσο το δυνατόν ταχύτερη ολοκλήρωση του έργου, οι οποίες επιφυλάξεις και ενέργειες προέβαλε σχετικά με το δικαίωμα της κυριότητάς της επί του άνω ακινήτου ακόμη και αυτές που περιέχονται στα από 29.7.1967, 22.9.1967, 3.6.1968 και 4.7.1968 έγγραφά της προς τον "ΑΟΟΑ" και το "ΤΑΣ", που προηγούνται της αμέσως παραπάνω συναινετικής συμπεριφοράς της, κρίνεται ότι είναι προσχηματικές και υποβλήθηκαν για την άρση αποδόσεως τυχόν ευθυνών προς τα πρόσωπα του Κοινοτικού Συμβουλίου της. Η άνω περιγραφόμενη συμπεριφορά, ευλόγως δημιούργησε την πεποίθηση στο εφεσίβλητο "ΤΑΣ" ότι η δικαιοπάροχος του εκκαλούντος Δήμου Παπάγου δεν θα ασκούσε το δικαίωμα της για τη διεκδίκηση της κυριότητάς επί του άνω ακινήτου. Η άσκησή του δε, ενόψει του ότι άγει σε ανατροπή της καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό τις εκτεθείσες συνθήκες με τη ρητή συναίνεση του εκκαλούντος εκφρασθείσα δια των αρμοδίων κάθε φορά οργάνων του, και οδηγεί σε επαχθείς συνέπειες για το εφεσίβλητο "ΤΑΣ", διότι αυτό για την ανέγερση του κτιρίου δαπάνησε το συνολικό ποσό των 17.339.649 δραχμών, υπολογιζόμενο με βάση τις τιμές του έτους 1972, που είναι πολλαπλάσιο εκείνου του 1.355.640 δραχμών στο οποίο ανερχόταν κατά το χρόνο της αγοράς η αξία του επίδικου, υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα με το άρθρο 281 ΑΚ όρια της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και απαγορεύεται έστω και αν το επίδικο δικαίωμα του εκκαλούντος εκπηγάζει από διατάξεις δημόσιας τάξεως που το προστατεύουν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι η ένσταση του ήδη αναιρεσίβλητου "ΤΑΣ" περί καταχρηστικής άσκησης από τον αναιρεσείοντα (ενάγοντα) Δήμο Παπάγου του ένδικου δικαιώματος για τη διεκδίκηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου είναι βάσιμη και κατ' ουσίαν, όπως και η υπέρ αυτού πρόσθεση παρέμβαση του ήδη αναιρεσίβλητου "ΑΟΟΑ", ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση και -κατά παραδοχήν της ένστασης αυτής- είχε απορρίψει την περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου ένδικη αγωγή του. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκτινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη αυτή σε σχέση με την ως άνω ένσταση για καταχρηστική άσκηση από τον αναιρεσείοντα Δήμο Παπάγου του ένδικου δικαιώματός του. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ότι εξαιτίας της αδράνειας που η τότε Κοινότητα Παπάγου και ο διάδοχός της Δήμος Παπάγου επέδειξαν, ήτοι από την αγορά του επίδικου ακινήτου από το "ΤΑΣ" με το ανωτέρω .../5.2.1969 συμβόλαιο μέχρι την άσκηση της από 17.12.1982 αγωγής -που απορρίφθηκε τελεσίδικα ως αόριστη- και στη συνέχεια μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (η διάρκεια της οποίας, να σημειωθεί ότι δεν είναι μικρή) και της συμπεριφοράς που προηγήθηκε της άσκησης της ένδικης αγωγής της τότε Κοινότητας Παπάγου, η οποία όχι μόνο δεν εναντιώθηκε, αλλά αντίθετα παρότρυνε και συνέδραμε το ήδη αναιρεσίβλητο "ΤΑΣ" στην αγορά και στην ανέγερση του κτιρίου, και παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 17.1.1970 ασκηθείσας κατ' αυτού αγωγής της με σκοπό την ολοκλήρωση του έργου για το οποίο προοριζόταν, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί άμεσα από τους δημότες της, ευλόγως δημιουργήθηκε η πεποίθηση στο ήδη αναιρεσίβλητο "ΤΑΣ", ότι η δικαιοπάροχος του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Παπάγου δεν θα ασκούσε το δικαίωμά της για τη διεκδίκηση της κυριότητάς της επί του άνω ακινήτου. Δέχτηκε επίσης το Εφετείο, ότι η εξαιτίας της άσκησης του επίδικου δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις εκτεθείσες συνθήκες οδηγεί στις επαχθείς ως άνω συνέπειες για το ήδη αναιρεσίβλητο-εναγόμενο "ΤΑΣ". Και, τέλος, ότι οι όποιες επιφυλάξεις προέβαλε η τότε Κοινότητα Παπάγου ήταν προσχηματικές και υποβλήθηκαν για την άρση απόδοσης τυχόν ευθυνών προς τα πρόσωπα του Κοινοτικού Συμβουλίου. Τα ανωτέρω περιστατικά θεμελιώνουν την ένσταση από την ΑΚ 281 του "ΤΑΣ", χωρίς να χρειάζεται και η μνεία ότι η ανατροπή της κατάστασης θα οδηγούσε σε "δυσαναλόγως δυσβάστακτες συνέπειες". Η κρίση αυτή του Εφετείου δεν κλονίζεται εκ του ότι το επίδικο πριν καταστεί οικοδομήσιμο με την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Χολαργού ήταν κοινόχρηστος χώρος, ενόψει μάλιστα των παραδοχών του, ότι κατόπιν διαβημάτων και επικλήσεων των οικιστών του Δήμου Χολαργού (στον οποίο υπαγόταν η τότε Κοινότητα Παπάγου) δημιουργήθηκε σ' αυτό (επίδικο) κινηματοθέατρο και Εμπορικό Κέντρο για την ικανοποίηση αναγκών των δημοτών. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του κύριου δικογράφου της αναίρεσης καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Εφόσον κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση από τον ήδη αναιρεσείοντα ενάγοντα-ο οποίος παραπονέθηκε με αυτήν για την, κατά παραδοχή ως βάσιμης και κατ' ουσία της ένστασης από την ΑΚ 281, απόρριψη της ένδικης αγωγής του-, η υπόθεση μεταβιβάστηκε και ως προς τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό στο Εφετείο (ΚΠολΔ 522). Έτσι, δεν χρειαζόταν επαναφορά του, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 8 περιπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη την παραπάνω ένσταση χωρίς να έχει επαναφερθεί κατά τους όρους του άρθρου 240 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.3.2008 αίτηση και τους από 16.1.2009 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος Δήμου Παπάγου Αττικής για αναίρεση της 6691/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποφάσεις που προσβάλλονται με αναίρεση (άρθρο 553 ΚΠολΔ). Σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ’ ουσία, ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως έκρινε ότι αποδείχτηκαν. Πότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Περιστατικά. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Υπό την έννοια της διάταξης αυτής δεν αποτελεί «πράγμα» η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή των ενστάσεων. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ. Αποτελεί «πράγμα» υπό την έννοια της διάταξης αυτής και ο αυτοτελής ισχυρισμός, ο οποίος τείνει σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περιπτ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ ΚΠολΔ Ο λόγος αυτός δημιουργείται μόνο όταν ισχύει το σύστημα των νομικών αποδείξεων, δηλαδή όταν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που έχει, σύμφωνα με διάταξη του νόμου, δεσμευτική δύναμη για το δικαστήριο, όχι όμως και όταν πρόκειται για δικαστικό, υπό την έννοια των άρθρων 336 παρ. 3 και 339 ΚΠολΔ, τεκμήριο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. Έγγραφα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν είναι τα περιέχοντα τις γνωμοδοτήσεις των εχόντων ειδικές γνώσεις ή τέχνης ή τη γνώμη των πραγματογνωμόνων, των οποίων το περιεχόμενο εκτιμά ανελέγκτως και ελευθέρως το δικαστήριο. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1128/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου L. F. του T., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάτη, για αναίρεση της με αριθμό 2783/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 12/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 περ. β' και ζ' του Κ.Ν.Ν.3459/2006, προβλέπεται ως βασικό έγκλημα, πλην των άλλων, η αγορά και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Η αγορά των ουσιών αυτών πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την, για το σκοπό αυτό, παράδοση της από τον πωλητή στον αγοραστή με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Ως κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Εξ άλλου, η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδικότερα, για την αιτιολόγηση της τελέσεως του εγκλήματος της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός 1) της ποσότητας τούτων, αφού ο νόμος δεν συνδέει, ούτε την τέλεση, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα των ναρκωτικών, 2) του χρόνου τελέσεως της πράξεως, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής αυτής, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, 3) του επιτευχθέντος τιμήματος και 4) της ταυτότητας των πωλητών ή των αγοραστών. Η δε παραδοχή της αποφάσεως "αγόρασε από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τιμήματος", λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Περαιτέρω περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΠΚ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2783/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ως μη τοξικομανής, των πράξεων αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, και επιβλήθηκε σ' αυτόν, μετά την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, ποινή κάθειρξης δέκα οκτώ (18) ετών και χρηματική ποινή 06.000 ευρώ. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, οι οποίες του αποδίδονται, με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης αυτών, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αυτών. Αντίθετα από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν αμφιβολίες περί του αν ο κατηγορούμενος έχει τελέσει και την πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση, η οποία του αποδίδεται, γιατί δεν αποδείχθηκαν σε βάρος του συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτής, γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί αυτός αθώος της πράξεως αυτής.
Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής: Ύστερα από πληροφορίες που περιήλθαν στην Υποδ/νση Δίωξης Ναρκωτικών της ΕΛΑΣ, ότι ένας Αλβανός υπήκοος με το μικρό όνομα L., ο οποίος διέμενε στο ... επί της οδού ... εισάγει στην Ελλάδα από την Αλβανία κοκαΐνη, άνδρες της παραπάνω υπηρεσίας, μεταξύ των οποίων ήταν και ο αρχιφύλακας Π. Χ., ο οποίος εξετάσθηκε ως μάρτυρας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διαπίστωσαν, ύστερα από σχετική έρευνα ότι σε διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου της επί της οδού ... στο ... πολυκατοικίας διέμενε ο κατηγορούμενος. Μετά από αυτά οι αστυνομικοί έθεσαν τον κατηγορούμενο υπό διακριτική παρακολούθηση και διαπίστωσαν ότι αυτός ερχόταν σε επαφή με ομοεθνείς του σε διάφορα καφενεία του κέντρου των Αθηνών. Στις 9-5-2008 και κατά τις μεσημβρινές ώρες οι άνδρες της παραπάνω υπηρεσίας έθεσαν σε διακριτική επιτήρηση την πολυκατοικία στην οποία διέμενε σ κατηγορούμενος. Περί ώρα 18.40 ο κατηγορούμενος εξήλθε από την οικία του, κρατώντας ένα τσαντάκι στον ώμο του και κατευθύνθηκε προς την οδό Καραϊσκάκη. Οι αστυνομικοί τον ακολούθησαν και στη συμβολή των οδών Ρεθύμνης και Καραϊσκάκη στο ... έλαβαν εντολή και ακινητοποίησαν τον κατηγορούμενο για έλεγχο. Από τη σωματική έρευνα που έκαναν στον κατηγορούμενο οι αστυνομικοί βρήκαν στην κατοχή του και κατάσχεσαν μία συσκευασία περιτυλιγμένη με κολλητική ταινία, η οποία περιείχε κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 1.175 γραμμαρίων, το χρηματικό ποσό των 100 ευρώ, δύο κινητά τηλέφωνα και ένα ζεύγος κλειδιών της επί της οδού ... οικίας στην οποία διέμενε. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί έκαναν έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου και βρήκαν στην κατοχή του και κατάσχεσαν 4 συσκευασίες περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία, οι οποίες περιείχαν κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 3.469 γραμμαρίων, 3 νάιλον συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 860 γραμμαρίων, 4 νάιλον συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν σκόνη 3.825 γραμμαρίων, προοριζόμενη για τη νόθευση της κοκαΐνης, το χρηματικό ποσό των 17.740 ευρώ, το χρηματικό ποσό των 1.300 δολαρίων ΗΠΑ, μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας εργοστασίου κατασκευής ΤΑΝΙΤΑ κατάλληλη για ζύγιση ναρκωτικών ουσιών έως 120 γραμμάρια, μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας εργοστασίου κατασκευής ΡΗΙLIPS κατάλληλη για ζύγιση ναρκωτικών ουσιών έως 5 κιλά, ένα μίκτη (μίξερ) ΡRINCES και ένα μίκτη (μίξερ) ΡΗΙLIPS. Μετά από αυτά ο κατηγορούμενος συνελήφθη και οδηγήθηκε στον Εισαγγελέα.
Όπως αποδείχθηκε τις παραπάνω ποσότητες της κοκαΐνης τις κατείχε ο κατηγορούμενος με σκοπό την εμπορία αυτών, τις είχε δε αγοράσει αυτός στην Αθήνα και σε τόπο που δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί κατά το τελευταίο δίμηνο πριν από τη σύλληψή του, που έγινε στις 9-5-2008, επανειλημμένα από άτομα τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν αποκάλυψε αυτός, ούτε και κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν, αντί τιμήματος το ακριβές ύψος του οποίου επίσης δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί, με σκοπό την εμπορία αυτών.
Η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση με σκοπό την εμπορία αυτών, οι οποίες του αποδίδονται.
Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος διαπράττει τις παραπάνω πράξεις κατ' επάγγελμα, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός είχε διαμορφώσει υλικοτεχνική υποδομή και οργάνωση με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η υλικοτεχνική υποδομή και η οργάνωση που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών συνίστατο στο ότι: α) χρησιμοποιούσε διαμέρισμα στο οποίο φύλασσε την κοκαΐνη που είχε αγοράσει και κατείχε, β) είχε προμηθευθεί δύο ζυγαριές ακριβείας εκ των οποίων η μία με ικανότητα ζυγίσεως έως 120 γραμμάρια, για να ζυγίζει την κοκαΐνη που ετοίμαζε προς πώληση, γ) είχε προμηθευθεί μεγάλη ποσότητα σκόνης βάρους περί τα 3.825 γραμμάρια για τη νόθευση της κοκαΐνης, δ) είχε προμηθευθεί δύο μίκτες (μίξερ) για την νόθευση της κοκαΐνης με την σκόνη αυτή πριν τη διαθέσει στη συνεχεία σε τρίτους και ε) είχε προμηθευθεί δύο κινητά τηλέφωνα για την επικοινωνία του με τους αγοραστές της κοκαΐνης. Η ποσότητα δε της κοκαΐνης που είχε αγοράσει και κατείχε αυτός είναι μεγάλη και προϋποθέτει διασυνδέσεις με μεγάλα κυκλώματα εμπόρων ναρκωτικών ουσιών, ικανά να τον προμηθεύουν τέτοιες ποσότητες. Από την υποδομή αυτή που είχε δημιουργήσει αυτός και από τη μεγάλη ποσότητα της κοκαΐνης που είχε αγοράσει και κατείχε, συνάγεται ότι αυτός είχε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των παραπάνω πράξεων, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Όσον αφορά την πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών που αποδίδεται στον κατηγορούμενο από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός προέβη σε κάποια συγκεκριμένη πράξη πωλήσεως κοκαΐνης. Η κατηγορία που του αποδίδεται αναφέρεται αόριστα σε πώληση αγνώστων ποσοτήτων κοκαΐνης σε άγνωστα άτομα αντί αγνώστου τιμήματος ή άλλων ανταλλαγμάτων. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ως μη τοξικομανής, για τις πράξεις της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως αυτών, και αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του ΓΊΚ, που του είχε αναγνωρισθεί πρωτοδίκως. Αντίθετα για την πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, πρέπει να κηρυχθεί αθώος".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση από μη τοξικομανή με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως αυτών και, αφού αναγνώρισε στο πρόσωπο του την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, του επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα οκτώ (18) ετών και χρηματική ποινή 80.000 ευρώ, ενώ τον κήρυξε αθώο της πράξεως της κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς και της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τέλεσης τους, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1, 98 του ΠΚ και άρθρων 1 παρ. 1,2 ΠΙΝ.Β αρ. 3 , 20 παρ. 1 περ. β και ζ και 23 του ΚΝΝ. 3459/2006, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικέ παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Εφόσον δε ως αγορά ναρκωτικής ουσίας θεωρείται, ως προεκτέθηκε, η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του ΑΚ, δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταυτότητας του πωλητή, ούτε του επιτευχθέντος τιμήματος, δεδομένου οτι η παραδοχή της απόφασης ότι τις ουσίες αυτές ο αναιρεσείων τις αγόρασε στην Αθήνα επανειλημμένα κατά το χρονικό διάστημα από 9/3/2005 έως 9/5/2005 από άτομα τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν, αντί τιμήματος το ακριβές ύψος του οποίου επίσης δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί, λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία και μόνον αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος. Ειδικότερα, όσον αφορά την πράξη της αγοράς κατ' εξακολούθηση, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού, αλλά περιέχει πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα. Η καταδίκη δε του αναιρεσείοντος για κατ' εξακολούθηση αγορά ναρκωτικών ουσιών, στην Αθήνα, δεν δημιουργεί καμία ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος αυτού για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, και κυρίως ως προς τον τόπο αγοράς των ναρκωτικών ουσιών, αφού τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό σαφώς διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων, τις ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών, οι οποίες βρέθηκαν σε σωματική έρευνα που πραγματοποίησαν οι αστυνομικοί, όταν τον συνέλαβαν, αλλά και κατά την επακολουθήσασα έρευνα στο σπίτι του, τις είχε αγοράσει στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 9/3/2005 έως 9/5/2005. Η δε αναφορά στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η Υπ/νση Δίωξης Ναρκωτικών ουσιών της ΕΛΑΣ είχε πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος, Αλβανός υπήκοος, εισάγει από την Αλβανία κοκαΐνη, δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση ως προς τον τόπο αγοράς των ναρκωτικών ουσιών, ο οποίος, κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης, ήταν η Αθήνα, καθόσον έγινε ιστορικά και διηγηματικά και αναφέρεται στην αξιοποίηση της σχετικής πληροφορίας και στην παρακολούθηση του κατηγορουμένου από την αστυνομία.
Επομένως, οι λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω έγκλημα της κατ' εξακολούθηση αγοράς ναρκωτικών ουσιών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ.3, 492,373,310 παρ.2, 463 και 467 του ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι κατά το μέρος της ποινικής απόφασης σχετικά με την απόδοση ή δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων πραγμάτων έκρινε η απόφαση. Ακόμα κατά το άρθρο 37 του ΚΝΝ 3459/2006, σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των άρθρων 20έως 24 του νόμου αυτού, το δικαστήριο διατάσσει τη δήμευση όλων των πραγμάτων που προήλθαν από την πράξη, του τιμήματος τους, των κινητών και ακινήτων που αποκτήθηκαν με το τίμημα αυτό, καθώς και των μεταφορικών μέσων και όλων των αντικειμένων, τα οποία χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την τέλεση της πράξης....Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ρυθμίσεις της Σύμβασης Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών και ιδίως εκείνες του άρθρου 5 αυτής αναφορικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε με αναφορά σε συγκεκριμένη διάταξη που τη προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα (ΑΠ 1521/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, ως μη τοξικομανή, για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, ήτοι για πράξεις περιλαμβανόμενες στα άρθρα 20 παρ. 1 και 23 του ΚΝΝ 3459/2006 και ακολούθως τον καταδίκασε γι' αυτές σε ποινή κάθειρξης δέκα οκτώ (18) ετών και χρηματική ποινή 80.000 ευρώ, διέταξε περαιτέρω τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία με βάση τις από 9/5/2008 δύο εκθέσεις κατασχέσεως του Αρχ. Σ. Α., ήτοι 5.504 γραμμαρίων κοκαΐνης (σε οκτώ συσκευασίες, των οποίων διέταξε και την καταστροφή), δύο κινητών τηλεφώνων, δύο ηλεκτρονικών ζυγαριών ακριβείας, δύο μικτών (μίξερ) και των χρηματικών ποσών των 100 και 17.740 ευρώ και 1.300 δολαρίων ΗΠΑ, αφού προηγουμένως έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα και στους συνηγόρους του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, για τη δήμευση όλων αυτών των πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των ως άνω χρηματικών ποσών, το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής : "Κατά τη διάταξη του άρθρου 373 του ΚΠΔ, στην οριστική απόφαση του δικαστηρίου, διατάσσεται η απόδοση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν στον ιδιοκτήτη και η δήμευση των αντικειμένων που πρέπει να δημευθούν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ΠΚ, αντικείμενα, που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος, το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης και αντικείμενα, που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης, μπορούν να δημευθούν, αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους. Κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 2 εδ. α του ίδιου άρθρου, αν από τα ανωτέρω αντικείμενα προκύπτει κίνδυνος της δημόσιας τάξης, η δήμευση τους επιβάλλεται υποχρεωτικά σε όποιον τα κατέχει, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την πράξη, που τελέστηκε. Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου σε κάθε περίπτωση δημεύσεως, το δικαστήριο αποφασίζει, αν αυτά που δημεύθηκαν, πρέπει να καταστραφούν. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 9/5/2008 δύο εκθέσεις κατασχέσεως του Αρχ. Σ. Α. κατασχέθηκαν τα πράγματα που αναφέρθηκαν παραπάνω κατά την ανάγνωση των εκθέσεων αυτών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα πράγματα αυτά αποτελούν προϊόντα και μέσα τελέσεως των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς πρέπει, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη να διαταχθεί η δήμευση αυτών και η καταστροφή μόνο των ναρκωτικών ουσιών". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι τα ποσά των 17.740 ευρώ και των 1.300 δολαρίων ΗΠΑ , προήλθαν από την τέλεση των παραπάνω πράξεων της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός κηρύχθηκε αθώος "για την πράξη της κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα πώλησης ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης), από την οποία φέρεται να εισέπραττε άγνωστα χρηματικά ποσά, μέρος των οποίων αποτελούν τα κατασχεθέντα ποσά των 17.740 ευρώ και των 1.300 δολαρίων ΗΠΑ", και έτσι δεν καθίσταται σαφές από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης κατά ποιο τρόπο και με βάση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το Εφετείο ότι τα ως άνω χρηματικά ποσά αποτελούν προϊόν, των εγκλημάτων της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από τον αναιρεσείοντα και όχι τίμημα της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, πράξη για την οποία αυτός αθωώθηκε.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει ως προς τη διάταξη αυτής περί δημεύσεως μόνο των ως άνω χρηματικών ποσών των 17.740 ευρώ και των 1.300 δολαρίων ΗΠΑ. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο καθόσον αφορά τη διάταξη αυτής με την οποία διατάχθηκε η δήμευση των ως άνω ποσών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ), απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2783/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και δη μόνον ως προς τη διάταξη αυτής με την οποία διατάχθηκε η δήμευση των ποσών των 17.740 ευρώ και 1.300 δολαρίων ΗΠΑ, που κατασχέθηκαν ως κατεχόμενα από τον αναιρεσείοντα και για την οποία κατάσχεση συντάχθηκε η από 9/5/2008 έκθεση κατάσχεσης του Αρχ. Σ. Α..
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 7/12/2010 αίτηση του L. F. του Τ., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2783/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κατ' εξακολούθηση αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, από μη τοξικομανή. Λόγοι Αναίρεσης: 1) έλλειψη αιτιολογίας για την πράξη της κατ' εξακολούθηση αγοράς ναρκωτικών (510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) και για εκ πλαγίου παραβίαση (510 παρ. 1 στοιχ Ε του ΚΠΔ) με την παραδοχή ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών όσον αφορά την ίδια πράξη. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. 2) έλλειψη αιτιολογίας ως προς την δήμευση των κατασχεθέντων χρημάτων (17.740 ευρώ και 1300 δολλάρια ΗΠΑ). Δεκτός ο λόγος αναίρεσης, διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι τα ως άνω ποσά προήλθαν από την τέλεση των πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και όχι από την πώληση ναρκωτικών, πράξη για την οποία κηρύχθηκε αθώος. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1126/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 39998/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1285/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της έφεσης, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4/6/1999 "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ.Α.Π. 9/2005). Όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και ακολούθως εκδώσει καταδικαστική απόφαση για τον κατηγορούμενο, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 47425/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας. Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης ο Εισαγγελέας Πλημ/κών Αθηνών άσκησε την υπ' αριθμ. 7001/14-5-2009 έφεση. Στην έκθεση αυτής της έφεσης, αναφέρεται ότι αυτός εφεσιβάλλει την πιο πάνω απόφαση με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Σ. Κ. της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας (αλλά και οι αναφερόμενοι συγκατηγορούμενοί του αθώοι της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη του αυτουργού), ενώ, αν ορθώς έκρινε, θα έπρεπε να τον κηρύξει ένοχο για άμεση συνεργεία σε διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας γιατί "από τις αποδείξεις, μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα κ.λ.π., σαφέστατα προέκυπτε τόσο η διενέργεια ασέλγειας (ασελγών πράξεων) εκ μέρους των 7ης, 8ης, 9ης, 10ης και 11ης αλλοδαπών γυναικών του καταστήματος υπό τον τίτλο "Ε..." επί της οδού ... μετά των πελατών αυτών-αρρένων, μεταξύ των οποίων και του εξετασθέντος πρώτου μάρτυρα-αστυνομικού του Τμήματος Ηθών της ΕΛ.ΑΣ., αλλά και του έτερου συναδέλφου του, του οποίου ανεγνώσθη η προανακριτική του κατάθεση (ψαύση και πρόστριψη γεννητικών οργάνων αυτών, θωπεία ερωτογόνου περιοχής - γυμνού γυναικείου στήθους κατά τη διάρκεια ιδιωτικού, επονομαζόμενου, έμπροσθεν αυτών χορού (private dance), όσο και η κατ' επάγγελμα (επανειλημμένη τέλεση, υποδομή σχετική του καταστήματος με τέτοια πρόθεση και προς πορισμό-σκοπό-εισοδήματος) διευκόλυνση της ασέλγειας αυτής εκ μέρους του μη συλληφθέντος ιδιοκτήτη της επιχείρησης (είσπραξη έναντι της παρεχόμενης ειδικής "κάρτας ιδιωτικού χορού" - δύο εκ των οποίων άλλωστε είχαν κατασχεθεί - του ημίσεος της χρηματικής της αξίας και δη 5 ευρώ επιπλέον για έκαστο τέτοιο ασελγή χορό- με θωπείες κλπ - ολίγων λεπτών- τούτο άλλωστε (περί κάρτας και ποσοστού κέρδους δηλ.) το ομολόγησαν και άπαντες οι κατηγορούμενοι, ιδιοκτήτη τον οποίον εν τέλει συνέδραμαν εν προκειμένω, αναγκαίως και σπουδαίως, οι α', β', γ', δ', ε' και στ' κατηγορούμενοι (υπάλληλοι του καταστήματος με διαφορετικό επιφορτισμένο ο καθένας τους ρόλο και καθήκοντα -υποδοχής και είσπραξης χρημάτων από χορό ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Κ., σερβιτόρος ο πέμπτος, μουσικοθέτης ο τρίτος, επί της υποδοχής και "μετρ" οι δεύτερος και έκτη, αντίστοιχα), οι οποίοι άπαντες τελούσαν εν γνώσει των ανωτέρω και έπρεπε να καταδικασθούν για άμεση συνεργεία εν τέλει στην αποδιδόμενη ως άνω πράξη (διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας), όπως δηλαδή η κατηγορία αυτή αποδιδόταν, αντίστοιχα, στους β', γ', δ', ε' και στ', και κατ' επιτρεπτή μεταβολή αυτής για άμεση συνέργεια σε διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο Σ. Κ.". Η έφεση αυτή περιέχει την απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του Κ.ΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται σ' αυτήν οι πλημμέλειες που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση και τα πραγματικά περιστατικά που οδηγούσαν στην κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου.
Συνεπώς το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών που με την προσβαλλόμενη 39998/2010 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας αθωωτικής απόφασης και ακολούθως ερεύνησε αυτήν στην ουσία, δεν υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Γι' αυτό ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, προκύπτει ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στο πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναίρεσης που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία επήλθε εκ του ότι τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού τηρήθηκαν ελλιπώς, αφού παρά το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, δεν καταχωρήθηκε σ' αυτά το αναφερόμενο γεγονός που συνέβη στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης δεν παράγει χωρίς άλλο ακυρότητα, αφού δεν απαγγέλλεται κάτι τέτοιο ρητώς στο νόμο (άρθρο 171 παρ. 1). Αν όμως ζητηθεί από τον κατηγορούμενο η ανάγνωση των πρακτικών και το δικαστήριο παρέλειψε ν' αποφανθεί ή αρνήθηκε, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1Β, για σχετική ακυρότητα, ήτοι για έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 170 παρ. 2). Η ανάγνωση των πρακτικών πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά του Εφετείου ή από τις αιτιολογίες της απόφασής του. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται από το δικαστήριο, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, συνιστάμενη στο ότι δεν αναγνώσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καίτοι υπέβαλε σχετικό αίτημα για ανάγνωσή τους. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από τα πρακτικά συνεδρίασης, που αποτελούν πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών (άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ), προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου διαβάστηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Περαιτέρω, δε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι τα πρακτικά αυτά, κατά το μέρος που αναφέρουν ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά και η απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης ενέχουν ψευδή βεβαίωση, στερείται έννομης σημασίας, εφόσον αυτά δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά. Κατά το άρθρο 348 παρ.1 του ΠΚ "όποιος κατ' επάγγελμα διευκολύνει με οποιονδήποτε τρόπο την ασέλγεια μεταξύ άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Ασέλγεια κατά την έννοια της διατάξεως αυτής συνιστά κάθε πράξη η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή στη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στ του ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 περίπτωση β του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράση κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί. Εξ άλλου, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα: Στην Αθήνα στις 18/4/2008 διενεργήθηκε έλεγχος από αστυνομικούς του Τμήματος Ηθών της ΕΛΑΣ στην επιχείρηση κέντρου διασκεδάσεως - μπαρ, ιδιοκτησίας του Σ. Χ., που λειτουργεί με την επωνυμία "Ε..." επί της οδού ... 101, όπου διαπιστώθηκε ότι αλλοδαπές γυναίκες, οι οποίες είχαν προσληφθεί για να εργασθούν ως χορεύτριες - στριπτιζέζ, προέβαιναν σε γυμνά σώου στην πίστα του καταστήματος, κατά τη διάρκεια του οποίου απέβαλαν όλα τα ενδύματά τους, πλην του κάτω μέρους του εσωρούχου τους, και κάθονταν στα τραπέζια των πελατών και παρότρυναν αυτούς με αισθησιακές κινήσεις να τις θωπεύουν ελεύθερα σε όλα τα σημεία του σώματός τους, αποβλέποντας στην κατανάλωση από τους πελάτες του καταστήματος συνεχώς περισσοτέρων ποτών. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω γυναίκες φορώντας μόνο το εσώρουχό τους, προέτρεπαν τους πελάτες του καταστήματος και μετέβαιναν μαζί σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, όπου χόρευαν καθήμενες στα σώματα των πελατών και, αφού απέβαλαν το εσώρουχό τους, χάιδευαν και έτριβαν τα γεννητικά τους όργανα, προκαλώντας γενετήσιο ερεθισμό στους πελάτες, οι οποίοι τις θώπευαν σε όλο τους το σώμα και αυτές το ανέχονταν. Για το συγκεκριμένο χορό στο προαναφερόμενο ειδικό χώρο του καταστήματος, ο οποίος χαρακτηριζόταν ως "σπέσιαλ", οι πελάτες του καταστήματος πλήρωναν, για κάθε χορό, στον κατηγορούμενο Σ. Κ. το ποσό των 10 ευρώ και αυτός εισέπραττε τούτο με την ιδιότητα του "μετρ" και προσωρινά υπεύθυνου του καταστήματος για λογαριασμό του ιδιοκτήτη της επιχείρησης του Σ. Χ., ενώ μέρος του ποσού των 10 ευρώ αποδιδόταν σε κάθε γυναίκα που προέβαινε στο συγκεκριμένο χορό. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος καταμετρούσε τους γενόμενους από τις γυναίκες χορούς και επιτηρούσε τη συμπεριφορά αυτών και των πελατών του καταστήματος, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε λάβει από τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης, είχε δε πλήρη γνώση των ασελγών πράξεων που ελάμβαναν χώρα εντός του χώρου του καταστήματος. Εν όψει τούτων, ο κατηγορούμενος αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της τέλεσης της αξιόποινης πράξης της άμεσης συνέργειας σε διευκόλυνση ακολασίας άλλων (άρθρα 46 παρ. 1 στοιχ. , 348 παρ. 1 του ΠΚ) κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την αποδιδόμενη σ' αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη της διευκόλυνσης ακολασίας άλλων". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άμεσης συνέργειας σε διευκόλυνση της ακολασίας άλλων, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27, 46 παρ. 1β και 348 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αιτιολογείται στην απόφαση η δημιουργία των προϋποθέσεων για την πραγματοποίηση ασελγών πράξεων μεταξύ των πελατών και των χορευτριών στους ιδιαίτερους χώρους του νυχτερινού κέντρου με την επωνυμία "Ε...", της ιδιοκτησίας του Σ. Χ., περιγράφονται με λεπτομέρεια οι ασελγείς πράξεις που διενεργούνταν στους ειδικά διαμορφωμένους με καναπέδες χώρους, χαρακτηριζόμενους "σπέσιαλ" (σωματικές επαφές μεταξύ των γυμνών χορευτριών και των πελατών που κατέτειναν στη διέγερση της γενετήσιας ορμής των τελευταίων), οι πράξεις δε αυτές όντως ήταν ασελγείς κατά την έννοια του άρθρου 348 παρ. 1 του ΠΚ, αφού αντικειμενικά πρόσβαλαν το κοινό αίσθημα της αιδούς, υποκειμενικά δε κατευθύνονταν στην ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας των πελατών. Επίσης αιτιολογείται η κατ' επάγγελμα τέλεση των πράξεων αυτών από την όλη υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι υπαίτιοι (ο φυσικός αυτουργός και ιδιοκτήτης του νυχτερινού κέντρου Χ. Σ. και ο κατηγορούμενος άμεσος συνεργός του), με την εκμετάλλευση τούτου, με ειδικά διαμορφωμένους χώρους, στους οποίους διενεργούνταν συστηματικά οι πράξεις αυτές, με σκοπό το κέρδος. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο δεν αιτιολογεί σε τι συνίσταται η άμεση συνδρομή που παρέσχε αυτός στο φυσικό αυτουργό της πράξεως, είναι αβάσιμες, καθόσον το δικαστήριο αιτιολογεί πλήρως τη συνδρομή αυτή, δεχθέν ότι αυτός είχε όλη την εποπτεία και προσωρινή διεύθυνση του νυχτερινού κέντρου, όπου διενεργούνταν οι ασελγείς πράξεις μεταξύ των χορευτριών και των πελατών, ότι ο ίδιος εισέπραττε για λογαριασμό του ιδιοκτήτη του κέντρου το επιπλέον ποσό των 10 ευρώ, που κατέβαλλαν οι πελάτες για κάθε χορό που διενεργείτο στους ιδιαίτερα διαμορφωμένους χώρους του κέντρου, μέρος του οποίου απέδιδε σε κάθε χορεύτρια, σύμφωνα δε με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, χωρίς τις άνω ενέργειές του, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η διάπραξη του εγκλήματος από τον αυτουργό, υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΠΚ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά δε το μέρος που με αυτούς, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, και συγκεκριμένα οι αιτιάσεις ότι οι παραδοχές του δικαστηρίου σχετικά με τις ενέργειες που του αποδίδονται (επίβλεψη του νυχτερινού κέντρου, είσπραξη του αντιτίμου των ιδιωτικών χορών κτλ), δεν προκύπτουν από τα στοιχεία της διαδικασίας, είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/9/2010 αίτηση του Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 39998/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για άμεση συνέργεια σε διευκόλυνση ακολασίας άλλων. Λόγοι αναίρεσης: α) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω πλημμελειών των πρακτικών της πρωτόδικης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι οι τυχόν πλημμέλειες καλύπτονται με την τυπική παραδοχή της έφεσης, β) παραβίαση των διατάξεων περί δημοσιότητας, διότι δεν αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτόδικης. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν (αν ήταν βάσιμος θα συνιστούσε έλλειψη ακροάσεως), γ) υπέρβαση εξουσίας, διότι δέχθηκε ότι η έφεση του Εισαγγελέα κατά της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, δεν περιείχε αιτιολογία. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι η έφεση του Εισαγγελέα είναι πλήρως αιτιολογημένη, δ) έλλειψη αιτιολογίας ως προς την άμεση συνέργεια στην διευκόλυνση ακολασίας άλλων. Απορρίπτεται ως αβάσιμος. Απορρίπτεται στο σύνολο η αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1125/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 984/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με κατηγορούμενο τον Ε. Γ. του Π., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γαλούνη.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Χ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στη με αριθμό 49/17.11.2010 έκθεσή του περί αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1466/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα(30) ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Α.Π. δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται , είτε όταν δεν αιτιολογείται καθόλου ή με σαφήνεια και πληρότητα γιατί το δικαστήριο δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 259 του ΠΚ "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το Κράτος ή κάποιον άλλο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας , προκύπτει ότι , για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α και 263 α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται, 1) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, 2) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και 3) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το Κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξη του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το Κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παρανόμου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου( αντικειμενικό στοιχείο) . Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 984/2010 απόφασή του κήρυξε αθώο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο Ε. Γ. για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος και συγκεκριμένα για το ότι αυτός στην Κανδήλα Αιτωλοακαρνανίας την 20/1/2005, με την ιδιότητα του Δημάρχου Αλυζίας, προσώπου δηλαδή στο οποίο είχε ανατεθεί η άσκηση δημοσίας, δημοτικής ή άλλης υπηρεσίας, με πρόθεση ενεργώντας παρέβη το καθήκον της υπηρεσίας του, που του είχε ανατεθεί στα πλαίσια της δημοτικής εξουσίας, με σκοπό να βλάψει κάποιον τρίτο και συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ενώ το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αλυζίας τον είχε εξουσιοδοτήσει να εκδώσει σχετική άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ποιμνιοστασίου του καταγγέλλοντος κτηνοτρόφου Κ. Χ., με την υπ' αριθμ. 11/20/1/2005 απόφασή του και ο Δήμαρχος ήταν υποχρεωμένος να χορηγήσει τη σχετική άδεια για να προβεί ο καταγγέλλων στις προβλεπόμενες ποιμενικές εγκαταστάσεις και να λάβει το 50% της προβλεπόμενης δαπάνης, που ανερχόταν στο ποσό των 23.658 ευρώ, ουδέποτε εξέδωσε τη σχετική άδεια, με αποτέλεσμα ο εγκαλών, εξ αιτίας της άρνησης του Δημάρχου Αλυζίας, να μη λάβει την προβλεπόμενη επιδότηση, στην πράξη του δε αυτή προέβη ενεργώντας με πρόθεση, με σκοπό να προκαλέσει ζημία στον καταγγέλλοντα Κ. Χ..
Για να καταλήξει στην απαλλακτική αυτή κρίση το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Έπειτα από αίτηση του μηνυτή Κ. Χ. προς το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αλυζίας με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί άδεια ίδρυσης ποιμνιοστασίου, του χορηγήθηκε κατά την συνεδρίαση της 20/1/2005 με την υπ' αριθμ. 11/2005 απόφαση του άδεια ίδρυσης και λειτουργίας αιγοπροβατοτροφικής μονάδας, δυναμικότητας 370 αιγοπροβάτων στον προαναφερθέντα Κ. Χ., στη θέση "... του Δ.Δ. ..., ενώ σύμφωνα με την απόφαση αυτή ο Δήμος διατηρούσε το δικαίωμα ανάκλησης της άδειας σε περίπτωση καταστρατηγήσεως των περιβαλλοντολογικών όρων, πολεοδομικών και υγειονομικών κανονικών και κανονιστικών αποφάσεων του Δήμου. Όμως ο κατηγορούμενος που θα υλοποιούσε την απόφαση αυτή του Δημοτικού Συμβουλίου, διαπίστωσε ότι ο φάκελος που είχε υποβάλλει ο Κ. Χ. ήταν ελλιπής και συγκεκριμένα έλειπε από το φάκελο το πρακτικό σταυλισμού που εκδίδει η σχετική επιτροπή της Διεύθυνσης Υγείας και Δημόσιας Υγιεινής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αιτολωακαρνανίας, καθόσον υπήρχε μεν στον προηγούμενο φάκελο το από 26/6/1999 πρακτικό της επιτροπής αυτής, πλην όμως αυτό ήταν παλαιό και έπρεπε ο κατηγορούμενος να ζητήσει την έκδοση νέου (πρόσφατου) πρακτικού σταυλισμού για να χορηγήσει τη σχετική άδεια ίδρυσης του ποιμνιοστασίου. Πράγματι η Διεύθυνση Υγείας και Δημόσιας Υγιεινής, αφού στη συνέχεια εξέτασε το σχετικό φάκελο, με το υπ' αριθμ. 3752/22/5/2006 έγγραφο της που έστειλε στο Δήμο Αλυζίας μετά την πάροδο 16 μηνών από τη λήψη της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου εισηγήθηκε την έκδοση της σχετικής άδειας. Όμως από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος Δήμαρχος διαπίστωσε την έλλειψη αυτή είχε εύλογες αμφιβολίες για το σύννομο της έκδοσης της σχετικής άδειας για την ίδρυση του ποιμνιοστασίου, που τον οδήγησαν προσωρινά στη μη υλοποίηση της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αλυζίας, τη στιγμή μάλιστα που αντιδρούσε το τοπικό Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος προσπάθησε να προστατεύσει τα συμφέροντα του Δήμου, αφού από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να ζημιώσει τον εγκαλούντα Κ. Χ., ενεργώντας με τον προαναφερθέντα τρόπο. Κατά συνέπεια, αφού λείπει το στοιχείο του δόλου, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας της παράβασης καθήκοντος". Η αιτιολογία όμως αυτή της αθωωτικής απόφασης δεν είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη. Και τούτο διότι, ενώ το δικαστήριο δέχεται ότι υπήρξε σαφής απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για τη χορήγηση στον Κ. Χ. της άδειας ιδρύσεως και λειτουργίας ποιμνιοστασίου, η οποία ήταν δεσμευτική για τον κατηγορούμενο Δήμαρχο, αφού ο σχετικός φάκελος που εισήγαγε ο τελευταίος στο Δημοτικό Συμβούλιο ήταν πλήρης , παρά ταύτα θεωρεί αναιτιολόγητα ότι αυτός δεν είχε δόλο τελέσεως του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, καίτοι, δέχεται ότι 1) δεν χορήγησε άμεσα την σχετική άδεια, όπως είχε υποχρέωση, και 2) δεν χορήγησε αυτήν, και μεταγενέστερα και δη, όταν στις 22/5/2006 περιήλθε στην υπηρεσία του το υπ' αριθμ. 3572/22/5/2006 πρακτικό σταυλισμού της Επιτροπής της Διεύθυνσης Υγείας και Δημόσιας Υγιεινής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αιτωλοακαρνανίας με τη σχετική εισήγηση της για την έκδοση της σχετικής άδειας, καίτοι η Επιτροπή αυτή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε εκδώσει προγενέστερα τέτοιο πρακτικό και συγκεκριμένα το από 26/6/1999 πρακτικό που υπήρχε στο σχετικό φάκελο, το οποίο όμως ο κατηγορούμενος θεώρησε ως παλαιό και ζήτησε την έκδοση νέου. Επιπρόσθετα, το δικαστήριο εντελώς αναιτιολόγητα δέχεται ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να βλάψει το δικαιούχο της άδειας ιδρύσεως και λειτουργίας ποιμνιοστασίου Κ. Χ., ο οποίος εξαιτίας της μη χορήγησης της άδειας που εδικαιούτο απώλεσε την σχετική επιδότηση, ποσού 23.658 ευρώ, παρά το ότι ο κατηγορούμενος επέμενε όσο ήταν Δήμαρχος στη μη χορήγηση της εν λόγω άδειας, η οποία τελικά δόθηκε από τον επόμενο Δήμαρχο με βάση τον ίδιο φάκελο.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, 139 και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) , και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 984/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αθωωτική απόφαση για παράβαση καθήκοντος Δημάρχου. Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αναιρείται η αθωωτική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας. Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1124/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του αρχαιοτέρου μέλους της συνθέσεως Νικόλαου Ζαΐρη) και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 172/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1534/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 εδ.β' και γ' του Κ.Ν.Ν.3459/2006 τιμωρείται με τις προβλεπόμενες ποινές, όποιος αγοράζει, κατέχει ή μεταφέρει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. Στα ναρκωτικά δε, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 και 2 πιν. Α' περ. 5 του ίδιου Κ.Ν.Ν. 3459/2006, περιλαμβάνεται και η ηρωίνη. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αγορά πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του Α.Κ. μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την, για το σκοπό αυτό, παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή με το τίμημα που συμφωνήθηκε, η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ η μεταφορά πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από τον ένα τόπο σε άλλο, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 23 του Κ.Ν.Ν. 3459/2006 με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22, αν (μεταξύ των άλλων προβλεπομένων περιστάσεων) ενεργεί κατά συνήθεια. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ., όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η από τα άνω άρθρα απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή σ' αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι στο πρόσωπο του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2δ του Π.Κ., καθώς και ο ισχυρισμός αυτού ότι για δική του αποκλειστική χρήση κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες (άρθρο 29 παρ. 1 του ΚΝΝ 3459/2006). Ως προς τις αποδείξεις αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 172/2010 απόφαση του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, ως τοξικομανή, των πράξεων της αγοράς, μεταφοράς στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, τελεσθείσες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και των πράξεων της παράνομης κατοχής όπλου και της μη συμμόρφωσης σε σήμα στάσεως από αστυνομικό όργανο και, μετ' απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του, του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι ( 6) ετών και τεσσάρων(4) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 3.300 ευρώ. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, την απολογία του κατηγορουμένου, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκε ότι την 29-9-2007 και περί ώρα 18.00' άνδρες του Τ.Δ.Ν. Ορεστιάδας που ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία διενεργώντας ελέγχους οχημάτων στη Δόξα Έβρου έκαναν σήμα στο υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Α. Ο., το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος να σταματήσει για έλεγχο. Αυτός δεν σταμάτησε στο σήμα στάσης και προσπάθησε να αποφύγει τον έλεγχο με επικίνδυνο ελιγμό. Συγχρόνως, από το παράθυρο του αυτοκινήτου πέταξε ένα δέμα, προσπαθώντας να σχίσει το περιτύλιγμα του με το χέρι του και να διασκορπίσει το περιεχόμενο του. Από το δέμα που απέρριψε οι αστυνομικοί συνέλεξαν ποσότητα ηρωίνης βάρους 32,6 γραμμαρίων. Ακολούθησε καταδίωξη του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου με τα υπηρεσιακά αυτοκίνητα της αστυνομίας που είχαν αναμμένους τους φάρους και τις σειρήνες σε λειτουργία, πλην όμως αυτός δεν ακινητοποιούσε το όχημα του και προσπαθούσε να διαφύγει τη σύλληψη. Τελικώς, οι αστυνομικοί επέτυχαν να ακινητοποιήσουν το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο κλείνοντας το δρόμο με τα υπηρεσιακά τους οχήματα σε απόσταση 5 χιλιομέτρων περίπου από το σημείο που έγινε σήμα στάσης στον πρώτο κατηγορούμενο για έλεγχο. Σε νομότυπη κατ' οίκον έρευνα που ακολούθησε βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα πιστόλι κρότου μάρκας VOLTRAN Μο. 99 - cal.9 mm με μία γεμιστήρα, ένα πιστόλι αεροβόλο αερίου γκαζιού μάρκας ΡROFF, δύο πομποδέκτες συντονισμένοι σε συχνότητα της Ελληνικής Αστυνομίας, το συνολικό χρηματικό ποσό των 58.050 ευρώ, μία απόδειξη κατάθεσης επί προθεσμία στην Εmporiki Bank ποσού 100.000 ευρώ στο όνομα του, τέσσερις πιστωτικές κάρτες, δύο βιβλιάρια καταθέσεων στην Αγροτική Τράπεζα με το ποσό των 22.691 ευρώ στο όνομα του, δύο βιβλιάρια καταθέσεων στην Εmporiki Bank με το ποσό των 6.802 ευρώ στο όνομα του. Την ανωτέρω ποσότητα ηρωίνης αγόρασε από άγνωστο πρόσωπο σε μη εξακριβωμένο τόπο και χρόνο. Τις πιο πάνω πράξεις της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, που αφορούσαν την ίδια ποσότητα, τέλεσε ο κατηγορούμενος κατ' επάγγελμα, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, λαμβανομένου υπόψη ότι και κατά το παρελθόν είχε τελέσει πράξεις παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών και για το λόγο αυτό αποτάχθηκε από το Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας και είχε διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης και δη είχε δύο πομποδέκτες συντονισμένους σε συχνότητα της Ελληνικής Αστυνομίας, ώστε να παρακολουθεί τις κινήσεις των αστυνομικών οργάνων, όπλα, διάφορα βιβλιάρια καταθέσεων τραπεζών (Αγροτικής Τράπεζας με το ποσό των 22.691 ευρώ στο όνομα του, Εmporiki Bank με το ποσό των 6.802 ευρώ στο όνομα του), προθεσμιακή κατάθεση στην Εmporiki Bank ποσού 100.000 ευρώ στο όνομα του και το ποσό των 58.050 ευρώ, ενώ κατά το χρόνο σύλληψης έφερε δύο συσκευές κινητών τηλεφώνων και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση των εν λόγω πράξεων προκύπτει σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Επομένως ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του πρέπει ν' απορριφθεί σαν αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που τέλεσε τις προαναφερόμενες πράξεις της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, ήταν τοξικομανής κατά την έννοια του νόμου, διότι δεν μπορούσε να αποβάλει αυτοδυνάμως την έξη προς χρήση ναρκωτικών ουσιών, όπως προκύπτει από την από 31-10-2007 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, των ιατρών Γ. Κ. και Α. Α., ψυχιάτρων, του Πανεπιστημιακού Γ. Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης. Τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών Γ. Τ. και Β. Ζ., οι οποίοι έχουν ιδίαν αντίληψη, σε συνδυασμό με τα ευρήματα (ναρκωτικά, όπλα, πομποδέκτες χρήματα, βιβλιάρια κλπ) που περιγράφονται στην έκθεση κατασχέσεως και τα λοιπά έγγραφα, χωρίς να αναιρούνται από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων και την απολογία του κατηγορουμένου. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι προόριζε την άνω ποσότητα ναρκωτικών για ιδία αποκλειστική χρήση είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον η ποσότητα που ευρέθη και κατασχέθηκε δεν δικαιολογούνταν για αποκλειστική χρήση του κατηγορουμένου στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενοι από τον 1ο κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμοί περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2δ'και 2ε' Π.Κ., δεδομένου ότι: α) δεν αποδείχθηκε ότι αυτός μετανόησε ειλικρινά και ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των άνω αξιόποινων πράξεων, το γεγονός δε ότι συνετέλεσε με πρωτοβουλία του, όπως εκθέτει, στη σύλληψη ατόμου που προέβη σε διάθεση ποσότητας ηρωίνης 11,5 γραμμαρίων, δεν αναιρεί την κρίση αυτή του Δικαστηρίου, αφού μοναδικός σκοπός του κατηγορουμένου ήταν η επίκληση του γεγονότος αυτού, προς επιστήριξη του ισχυρισμού του προς αναγνώριση του σχετικού ελαφρυντικού και β) δεν συνιστά καλή συμπεριφορά η καλή πειθαρχική διαγωγή του κατά την κράτηση του, που επιβάλει ο Κανονισμός της φυλακής, διότι η καλή συμπεριφορά προϋποθέτει ελεύθερη διαβίωση, και όχι συμπεριφορά του κρατούμενου στις φυλακές (ΑΠ 973/2000 ΝοΒ 49.93, ΑΠ 1890/2003 ΠοινΔικ 7.231), εν προκειμένω δε ο κατηγορούμενος ήταν διαρκώς κρατούμενος από την 29-9-2007 έως και 16-2-2009, για δε το περαιτέρω χρονικό διάστημα, κατά την προβολή του ισχυρισμού του, δεν εκθέτει περιστατικά που να θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του αυτό.
Συνεπώς, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος α) των πράξεων της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από τοξικομανή, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού αυτού (άρθρο 30 παρ.1 Ν. 3459/2006), για τις οποίες όμως θα επιβληθεί ενιαία ποινή (αρθρ. 20 παρ. 2 ν. 3459/2006), αφού πρόκειται για την αυτή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, β) της παράνομης κατοχής όπλου και γ) της μη συμμόρφωσης σε σήμα στάσης. Με όλα αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω αξιοποίνων πράξεων (κακουργημάτων και πλημμελημάτων), καθώς και της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης τούτων από τον αναιρεσείοντα, παραθέτει δε τις αποδείξεις από τις οποίες προήλθαν τα σχετικά περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα τελευταία στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με ειδική αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ότι η ποσότητα των 32,60 γραμμαρίων ηρωίνης που βρήκαν οι αστυνομικοί στο αυτοκίνητο που οδηγούσε και ακολούθως κατάσχεσαν, προοριζόταν για δική του αποκλειστική χρήση, δεχόμενη ότι δεν δικαιολογείτο η κατοχή της ποσότητας αυτής για δική του αποκλειστική χρήση στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο (περιοχή Δόξας Έβρου και περί ώρα 18.00). Επίσης, με ειδική αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ του ΠΚ, δεχθείσα ότι "δεν αποδείχθηκε ότι αυτός μετανόησε ειλικρινά και ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των αξιοποίνων πράξεων του, το γεγονός δε ότι συνετέλεσε με πρωτοβουλία του, όπως εκθέτει, στη σύλληψη ατόμου που προέβη σε διάθεση ποσότητας ηρωίνης 11,5 γραμμαρίων, δεν αναιρεί την κρίση αυτή του δικαστηρίου, αφού μοναδικός σκοπός του κατηγορουμένου ήταν η επίκληση του γεγονότος αυτού, προς επιστήριξη του ισχυρισμού του προς αναγνώριση του σχετικού ελαφρυντικού". Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και της επιβαρυντικής περίστασης της κατά συνήθεια τέλεσης των κακουργηματικών πράξεων της αγοράς, μεταφοράς και κατοχής της ναρκωτικής ουσίας, αφού δέχθηκε ότι αυτός και κατά το παρελθόν είχε τελέσει πράξεις παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών και για το λόγο αυτό αποτάχθηκε από το Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας, από την επανειλημμένη δε τέλεση των εν λόγω πράξεων προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκληματώντας στοιχείο της προσωπικότητας του. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με τα ανωτέρω εγκλήματα και την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τέλεσης των κακουργηματικών αυτών πράξεων καθώς και την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του ίδιου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στη διαδικασία και συγκεκριμένα την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τα πρακτικά της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά και συγκεκριμένα στη σελίδα 6 στίχος 17 βεβαιώνονται κατά λέξη τα εξής: "Μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αναφέρονται στο εισαγωγικό έγγραφο της εφέσεως, ήτοι τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στη δίκη αυτή, ήτοι : 1)..., 2... κτλ". Επομένως, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία είναι ενσωματωμένα τα πρακτικά, καίτοι δεν σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκε και αυτή(απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), αφού η εν λόγω απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά της και έπεται ότι αναγνώσθηκε και αυτή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ. 3, 492,373, 310 παρ. 2 , 463 και 467 του ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι κατά το μέρος της ποινικής απόφασης σχετικά με την απόδοση ή δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων πραγμάτων έκρινε η απόφαση. Ακόμα κατά το άρθρο 37 του ΚΝΝ 3459/2006 "σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των άρθρων 20 έως 24 του νόμου αυτού, το δικαστήριο διατάσσει τη δήμευση όλων των πραγμάτων που προήλθαν από τη πράξη, του τιμήματος τους, των κινητών και ακινήτων που αποκτήθηκαν με το τίμημα αυτό, καθώς και των μεταφορικών μέσων και όλων των αντικειμένων, τα οποία χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την τέλεση της πράξης, είτε αυτά ανήκουν στον αυτουργό είτε σε οποιονδήποτε από τους συμμέτοχους ή ακόμα και σε τρίτους ... . Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ρυθμίσεις της Σύμβασης Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών και ιδίως εκείνες του άρθρου 5 αυτής αναφορικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων". Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε με αναφορά σε συγκεκριμένη διάταξη που τη προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσία περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα (ΑΠ 1521/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, ως τοξικομανή, για τις πράξεις της αγοράς, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ήτοι για πράξεις περιλαμβανόμενες στα άρθρα 20 παρ. 1 και 23 του ΚΝΝ 3459/2006 και ακολούθως τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για τις παραπάνω κακουργηματικές πράξεις, διέταξε περαιτέρω τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά τη προδικασία με βάση τις από 29/9/2007 εκθέσεις κατάσχεσης του Υ/Β' Α. Ν., Διοικητή του Τ.Δ.Ν Ορεστιάδος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το χρηματικό ποσό των 58.050 ευρώ, αφού προηγουμένως έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα και στον συνήγορο του αναιρεσείοντος. Για τη δήμευση όλων των κατασχεθέντων πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του ως άνω χρηματικού ποσού, ειδικότερα το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε ανέλεγκτα, τα εξής: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 373 του ΚΠΔ, στην οριστική απόφαση του δικαστηρίου, διατάσσεται η απόδοση των πραγμάτων, που κατασχέθηκαν στον ιδιοκτήτη και η δήμευση των αντικειμένων, που πρέπει να δημευθούν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ΠΚ, αντικείμενα που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος, το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημα τους και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης και αντικείμενα, που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης, μπορούν να δημευθούν, αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους. Κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 2 εδάφιο α' του ίδιου άρθρου, αν από τα ανωτέρω αντικείμενα προκύπτει κίνδυνος της δημόσιας τάξης, η δήμευση τους επιβάλλεται υποχρεωτικά σε όποιον τα κατέχει, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την πράξη που τελέστηκε. Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου σε κάθε περίπτωση δημεύσεως, το δικαστήριο αποφασίζει, αν αυτά που δημεύθηκαν, πρέπει να καταστραφούν. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 29/9/2007 εκθέσεις κατάσχεσης του Υ/Β' Α. Ν., Διοικητή του Τ.Δ.Ν. Ορεστιάδος, κατασχέθηκαν τα πράγματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, κατά την ανάγνωση της εκθέσεως αυτής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα πράγματα αυτά αποτελούν προϊόντα του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η δήμευση αυτών, η καταστροφή των ναρκωτικών και η απόδοση του κατασχεθέντος αυτοκινήτου στο νόμιμο ιδιοκτήμονα αυτού". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη διάταξη της που αφορά την δήμευση του χρηματικού ποσού των 58.050 ευρώ, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον, κατά τις παραδοχές της, το ποσό αυτό προήλθε από την τέλεση των πράξεων της αγοράς, μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, δηλαδή αποτελούν προϊόν των παραπάνω εγκλημάτων. Επομένως, ο από τα άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ περαιτέρω δεν υπερέβη την εξουσία του το δικαστήριο διατάσσοντας τη δήμευση των χρημάτων αυτών, αφού δέχθηκε ότι αποτελούν προϊόν των εγκλημάτων της αγοράς, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/11/2010 αίτηση του Ν. Κ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 172/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα(250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αγορά, μεταφορά στο Ελληνικό έδαφος και κατοχή ναρκωτικών, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από τοξικομανή. Λόγοι Αναίρεσης: α) Απόλυτη ακυρότητα (άρθρα 171 παρ. 1δ και 510 παρ. 1δ ΚΠΔ) διότι δεν αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτόδικης, όπως απαιτεί το 502 ΚΠΔ. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, ρητώς διαλαμβάνεται ότι αναγνώσθηκαν, β) έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι τα ναρκωτικά τα προόριζε για δική του αποκλειστική χρήση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διαλαμβάνεται πλήρης αιτιολογία, γ) έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του 84 παρ. 2ε ΠΚ. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, έχει πλήρη αιτιολογία, δ) έλλειψη αιτιολογίας για την «κατά συνήθεια» τέλεση των πράξεων. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διαλαμβάνει πλήρη αιτιολογία, ε) έλλειψη αιτιολογίας-υπέρβαση εξουσίας ως προς την δήμευση των κατασχεθέντων χρημάτων (58.050 ευρώ). Απορρίπτεται ως αβάσιμος (σχετικά άρθρα 20 παρ. 1, 23 του ΚΝΝ 3459/2006, 373 ΚΠΔ, 76 παρ. 1 του ΠΚ). Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1123/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως Νικόλαου Ζαΐρη) και Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Απριλίου 201, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος-αναιρεσείοντος, Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., για επανεξέταση αναιρετικών λόγων που δεν κρίθηκαν με την υπ'αριθμόν 1314/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Και ο αιτών-αναιρεσείων, ζητεί την επανεξέταση των λόγων αναιρέσεως της 1314/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιανουαρίου 2011 αίτηση επανεξέτασης λόγων αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 62/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα, με αριθμό 71/10-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγουμε, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 3.1.2011 αίτηση του Α. Δ.. του Δ., κατοίκου ..., για επανεξέταση λόγων αναιρέσεως που δεν κρίθηκαν με την 1314/2010 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο), και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Κατά τα άρθρα 370 και 514 του ΚΠΔ, τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ, κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως, αλλά, στην περίπτωση, κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως, ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων (επί αποφάσεων), να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι, επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου, δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει και στην περίπτωση, που ο Άρειος Πάγος εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως, αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 484 παρ. 2 του ΚΠΔ, ερευνώμενο, ο οποίος δεν προτάθηκε, ακόμη και όταν ο αναιρεσείων, με υποβληθέν υπόμνημά του στην συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (εν όψει του ότι κατά το άρθρο 485 παρ. 2 του ΚΠΔ, πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση βουλευμάτων πέραν από όσους περιλαμβάνονται στη σχετική έκθεση δεν μπορούν να προταθούν από εκείνον που ασκεί την αναίρεση), επεσήμανε την ύπαρξη τέτοιου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη έρευνά του, καθόσον ο Άρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των παραδεκτώς προβληθέντων αναιρετικών λόγων, ελλείψει εκκρεμότητας παραδεκτώς προταθέντος λόγου, απεκδύεται της εξουσίας του και δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υποθέσεως. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα απ' αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της αποφάσεως, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας (ΑΠ 89/2009, ΑΠ 1251/2010, ΑΠ 1518/2010, ΑΠ 1541/2009). Εξάλλου, το διατακτικό της οριστικής αποφάσεως, με την οποία απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως και η οποία έχει προφανώς την έννοια ότι δεν κρίθηκε βάσιμος κανένας παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, αφορά, ακόμη και χωρίς ειδική απορριπτική σκέψη στο αιτιολογικό, και στους απαράδεκτους λόγους, καθώς και σ' αυτούς που το πραγματικό τους ταυτίζεται με άλλους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι ασκήθηκαν συνδυαστικά με εκείνους και κρίθηκαν ρητά απορριπτέοι (ΑΠ 1251/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της ένδικης από 3.1.2011 αιτήσεως, με την οποία ζητείται η επανεξέταση προγενέστερης από 7.8.2009 απορριφθείσης εν μέρει αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, ως προς τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, τους οποίους, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, καίτοι προβλήθηκαν παραδεκτώς, παρέλειψε από παραδρομή να εξετάσει και συνεπώς δεν απέρριψε η εκδοθείσα σχετικώς 1314/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου και, περαιτέρω, ζητείται η κατά παραδοχή των λόγων αυτών, αναίρεση του προσβαλλόμενου 17/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών και η ακύρωση αυτού και όλων των πράξεων της προδικασίας, προκύπτουν τα εξής: Με το 17/2009 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, απορρίφθηκε κατ' ουσία η 52/6.5.2009 έφεση του κατηγορουμένου Α. Δ. του Δ. κατά του 432/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, με το οποίο αυτός έχει παραπεμφθεί ενώπιον του ακροατηρίου του Πενταμελούς Στρατοδικείου Αθηνών για να δικασθεί για α) απόπειρα βιασμού κατά συρροή, β) απρόκλητη σωματική βλάβη κατά συρροή και γ) κλοπή (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 2β, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 336 παρ. 1 308Α παρ. 1α και 372 παρ. 1 του ΠΚ). Κατά του βουλεύματος αυτού ο ανωτέρω κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την 10/7.8.2009 αίτηση αναιρέσεως με προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α', β' και δ' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 203 και 204 του ΣΠΚ). Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) με την 1314/2010 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως και δη ως προς τις πλημμεληματικές πράξεις της σωματικής βλάβης σε βάρος των Φ. Μ. και Β. Μ., και της κλοπής σε βάρος της Λ. Ζ., για τις οποίες έπαυσε οριστικώς την εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής και απέρριψε αυτήν κατά τα λοιπά. Με την κρινόμενη αίτησή του ο Α. Δ. αιτιάται ότι ο Άρειος Πάγος από παραδρομή δεν εξέτασε α) τον παραδεκτώς προβαλλόμενο με την από 7.8.2009 αίτησή του τέταρτο λόγο αναιρέσεως [πρώτο σκέλος] για απόλυτη ακυρότητα του πληττόμενου βουλεύματος και συγκεκριμένα, όπως επί λέξει αναφέρει, "παρέλειψε εκ παραδρομής να εξετάσει το αίτημα που συμπεριέλαβε και ενσωμάτωσε στην αίτηση αναιρέσεως, όπως είχε το δικονομικό δικαίωμα, και ζητούσε να ακυρωθούν οι πράξεις της προδικασίας, διότι οι προανακριτικοί υπάλληλοι του Α.Τ Μυτιλήνης διενήργησαν παρά το νόμο εις βάρος του έκτακτη (αστυνομική) προανάκριση για υποθέσεις του παρελθόντος (εκτός αυτοφώρου) που ήδη εκκρεμούσαν στον Ανακριτή Μυτιλήνης και στον Εισαγγελέα Μυτιλήνης [σελ. 170-217 της 10/7.8.2009 αιτήσεώς του και 42-74 του από 16.2.2010 υπομνήματός του]" και β) τον προβαλλόμενο με το από 16.2.2010 υπόμνημά του και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα εκ του ότι το 432/2009 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, μετέβαλε ανεπιτρέπτως την εναντίον του κατηγορία και τον παρέπεμψε να δικασθεί στο Πενταμελές Στρατοδικείο Αθηνών για πράξεις ουσιωδώς διαφορετικές από εκείνες που άσκησε ποινική δίωξη ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Αθηνών (άρθρ. 171 παρ. 1β' του ΚΠΔ). Ως προς τις αιτιάσεις αυτές λεκτέα τα ακόλουθα: Α) Η αιτίαση ότι ο Άρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή να εξετάσει τον παραδεκτώς προβαλλόμενο με την 10/7.8.2009 αίτηση αναιρέσεως τέταρτο αναιρετικό λόγο [πρώτο σκέλος] για απόλυτη ακυρότητα πράξεων της προδικασίας, είναι προδήλως αβάσιμη, διότι στην 1314/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και στη σκέψη που αφορά τον προμνησθέντα λόγο αναιρέσεως, έγιναν δεκτά, κατά λέξη, τα εξής: "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 27, 43, 171 παρ. 1 στοιχ. β' και 243 του ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, επιφέρει και η χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα ενέργεια προανακρίσεως, εκτός αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα ή αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος να ματαιωθεί ή να δυσχερανθεί η βεβαίωση του διαπραχθέντος εγκλήματος και του δράστη, οπότε, κατά την παρ. 2 του τελευταίου ως άνω άρθρου, οι προανακριτικοί υπάλληλοι όχι μόνο δύνανται αλλά και υποχρεούνται, ακόμη και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέως, να επιχειρήσουν προς βεβαίωση της πράξεως και ανακάλυψη του δράστη προανακριτικές πράξεις, για τις οποίες ουδεμία δημιουργείται ακυρότητα. Για την ύπαρξη του ως άνω κινδύνου μόνος αρμόδιος να κρίνει είναι ο ανακριτικός υπάλληλος (όλοι οι κατά τα άρθρα 33 και 34 ΚΠΔ δηλαδή, τοιούτοι) και χωρίς παραγγελία του Εισαγγελέως. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελεύς, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 επ. ΚΠΔ. Σκοπός της ρυθμίσεως αυτής, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ, είναι η χωρίς χρονοτριβή διενέργεια των απολύτως αναγκαίων ανακριτικών πράξεων, ώστε να αποφευχθεί ο άμεσος κίνδυνος ματαιώσεως ή δυσχεράνσεως της βεβαιώσεως του διαπραχθέντος εγκλήματος. Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζει ότι η προανάκριση περατώνεται μόνο αφού κληθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί πριν από σαράντα οκτώ ώρες, πλην όμως η ρύθμιση αυτή ισχύει μόνο στην τακτική και όχι στην λεγόμενη "αστυνομική" προανάκριση, εκείνη δηλαδή που διενεργείται χωρίς παραγγελία του εισαγγελέως λόγω κινδύνου από την καθυστέρηση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ. Η ταχύτητα δε με την οποία διενεργείται η αστυνομική προανάκριση δικαιολογεί την περάτωσή της χωρίς την κλήση για απολογία των κατηγορουμένων. Άλλωστε κατά τη διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ..., εφόσον προκύπτει τέλεση κακουργήματος η προανάκριση μπορεί να διακοπεί με παραγγελία του Εισαγγελέως και να διαβιβασθεί η υπόθεση στον Ανακριτή για τη διενέργεια κυρίας ανακρίσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα και τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Α. Δ. συνελήφθη επ' αυτοφώρω την 06.05' της 7.5.2006 από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας Μυτιλήνης, για απόπειρα βιασμού κατά συρροή, σε βάρος των Β. Α. και Σ. Ν.. Από το άνω Α.Τ. διενεργήθη αυτεπάγγελτη "αστυνομική" προανάκριση, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 του ΚΠΔ, χωρίς παραγγελία του αρμόδιου Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, διότι ο αξιωματικός που επελήφθη της υποθέσεως έκρινε ως προανακριτικός υπάλληλος ότι υπήρχε κίνδυνος από την καθυστέρηση να δυσχαιρανθεί η βεβαίωση του εγκλήματος. Όμως, κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως προέκυψαν ενδείξεις εις βάρος του άνω κατηγορουμένου για τέλεση και άλλων παρομοίων πράξεων μη αυτοφώρων και ο ανωτέρω προανακριτικός υπάλληλος ενήργησε και γι' αυτές προανακριτικές πράξεις, που έκρινε αναγκαίες διότι η γι' αυτές καθυστέρηση θα δυσχέρανε την βεβαίωση αυτών και την ανακάλυψη του δράστη. Ειδικότερα, εξήτασε μάρτυρες, συνέταξε εκθέσεις αναγνωρίσεως και έλαβε απολογία του κατηγορουμένου για τις πράξεις αυτές, εκτός από τρεις περιπτώσεις με παθόντα πρόσωπα τις Μ. Κ., Α. Α. και Ζ. Λ.. Περαιτέρω την αυτήν ημέραν, 7.5.2006, με σηματική αναφορά του Τμήματος Ασφαλείας Μυτιλήνης ενημερώθη ο εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, εις τον οποίον ο κατηγορούμενος προσήχθη με την εναντίον του δικογραφία, την 8.5.2006. Ο άνω εισαγγελεύς διαπιστώσας ότι ο τελευταίος είχε την ιδιότητα του στρατιωτικού τον παρέπεμψε στον αρμόδιο Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών, ο οποίος, ακολούθως άσκησε εναντίον του την ποινική δίωξη για τις πράξεις που κατηγορείται και παρήγγειλε τη διενέργεια της κυρίας ανακρίσεως εντεύθεν και ουδεμία ακυρότης επήλθεν εκ της μη ειδοποιήσεως εξ αρχής του Εισαγγελέως του Στρατοδικείου. Μετά ταύτα η άνω "αστυνομική" προανάκριση νομίμως διενεργήθη για όλα τα αδικήματα για τα οποία ο αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος εκ της αναβολής, νομίμως δε (και) επερατώθη χωρίς απολογία του κατηγορουμένου και για τις μη αυτόφωρες μερικότερες πράξεις για τις οποίες και ησκήθη αρμοδίως η ποινική δίωξη (από τον εισαγγελέα του Στρατοδικείου) με παραγγελία προς τακτική ανάκριση. Άλλωστε, κατά τη διενέργεια της κυρίας ανακρίσεως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ήσκησεν απροσκόπτως όλα τα προβλεπόμενα υπό των διατάξεων των άρθρων 96 επ. ΚΠΔ δικαιώματά του και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την υπεράσπιση και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο. Εντεύθεν και δεν ήσαν άκυρες οι καταθέσεις των μαρτύρων για τις υποθέσεις αυτές, οι απολογίες του κατηγορουμένου και οι σχετικές εκθέσεις αναγνωρίσεως, η ασκηθείσα ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών και η επακολουθήσασα παραγγελία προς την Τακτική Ανακρίτρια προς διενέργεια κυρίας ανακρίσεως ως και πάσα άλλη ανακριτική πράξη που ακολούθησε και ήτο αμέσως συνδεδεμένη και εξαρτημένη από την άνω αστυνομική προανάκριση και την εν συνεχεία άσκηση της ποινικής διώξεως όπως αιτιολογημένως δέχθηκε και το προσβαλλόμενο βούλευμα. Εντεύθεν και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και εις το εν σκέλος αυτού είναι αβάσιμες και απορριπτέες".
Συνεπώς, ο Άρειος Πάγος ερεύνησε τον ανωτέρω παραδεκτώς προβληθέντα λόγω αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα πράξεων της προδικασίας και τον απέρριψε αιτιολογημένα [αν και είναι αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας] στο σύνολό του, ως αβάσιμο, οι δε αντίθετες περί τούτου αιτιάσεις του αιτούντος που διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτησή του είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Το ότι δεν απορρίφθηκε με χωριστή απορριπτική σκέψη κάθε μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος δεν σημαίνει ότι ο Άρειος Πάγος παρέλειψε να την ερευνήσει, ώστε να μπορεί να επανέλθει επί του λόγου αυτού, αλλά είναι φανερό ότι η απόρριψή της έχει ενταχθεί στη συνολική απόρριψη του συγκεκριμένου εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγου. Β) Περαιτέρω, η αιτίαση ότι ο Άρειος Πάγος δεν εξέτασε τον περιεχόμενο στο από 16.2.2010 υπόμνημα του αναιρεσείοντος και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα του 432/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, εκ του ότι μετέβαλε ανεπιτρέπτως την εναντίον του κατηγορία και τον παρέπεμψε να δικασθεί στο Πενταμελές Στρατοδικείο Αθηνών για πράξεις ουσιωδώς διαφορετικές από εκείνες που άσκησε ποινική δίωξη ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη. Και τούτο διότι η αιτίαση αυτή δεν περιέχεται ως λόγος αναιρέσεως στην 10/7.8.2010 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως, αφού, όπως προαναφέρθηκε, πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση βουλευμάτων πέραν από όσους περιλαμβάνονται στη σχετική έκθεση δεν μπορούν να προταθούν από εκείνον που ασκεί την αναίρεση. Σε κάθε περίπτωση, όπως προβλήθηκε η παραπάνω αιτίαση με το υπόμνημα του αναιρεσείοντος, ήταν προδήλως αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη, αφού δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά που να τη στηρίζουν, ως λόγο αναιρέσεως εξεταζόμενο αυτεπαγγέλτως, και ως τέτοια έχει ενταχθεί στη συνολική απόρριψη του συγκεκριμένου εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγου. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί η από 3.1.2011 αίτηση του Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., για επανεξέταση των αναφερόμενων στο σκεπτικό λόγων του δικογράφου της 10/7.8.2010 αιτήσεως αυτού, για αναίρεση του 17/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-
Αθήνα, 8 Μαρτίου 2011
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 370 και 514 του ΚΠΔ, τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ, κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως, αλλά στην περίπτωση, κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως, ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων (επί αποφάσεων), να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι, επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου, δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει και στην περίπτωση, που ο Άρειος Πάγος εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως, αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 484 παρ. 2 του ΚΠΔ, ερευνώμενο, ο οποίος δεν προτάθηκε, ακόμη και όταν ο αναιρεσείων, με υποβληθέν υπόμνημα του στην συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (ενόψει του ότι κατά το άρθρο 485 παρ. 2 του ΚΠΔ, πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση βουλευμάτων πέραν από όσους περιλαμβάνονται στη σχετική έκθεση δεν μπορούν να προταθούν από εκείνον που ασκεί την αναίρεση), επεσήμανε την ύπαρξη τέτοιου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη ερευνά του, καθόσον ο Άρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των παραδεκτώς προβληθέντων αναιρετικών λόγων, ελλείψει εκκρεμότητας παραδεκτώς προταθέντος λόγου, απεκδύεται της εξουσίας του και δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υποθέσεως. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέταση τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα απ' αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της αποφάσεως, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας (ΑΠ 89/2009, ΑΠ 1251/2010, ΑΠ 1518/2010, ΑΠ 1541/2009). Εξάλλου, το διατακτικό της οριστικής αποφάσεως, με την οποία απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως και η οποία έχει προφανώς την έννοια ότι δεν κρίθηκε βάσιμος κανένας παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, αφορά, ακόμη και χωρίς ειδική απορριπτική σκέψη στο αιτιολογικό, και στους απαράδεκτους λόγους, καθώς και σ' αυτούς που το πραγματικό τους ταυτίζεται με άλλους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι ασκήθηκαν συνδυαστικά με εκείνους και κρίθηκαν ρητά απορριπτέοι (ΑΠ 1251/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της ένδικης από 3.1.2011 αιτήσεως, με την οποία ζητείται η επανεξέταση της προγενέστερης από 7.8.2009, απορριφθείσης εν μέρει, αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, ως προς τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, τους οποίους, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, καίτοι προβλήθηκαν παραδεκτώς, παρέλειψε από παραδρομή να εξετάσει και συνεπώς δεν απέρριψε η εκδοθείσα σχετικώς 1314/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου και, περαιτέρω, ζητείται η κατά παραδοχή των λόγων αυτών, αναίρεση του προσβαλλόμενου 17/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών και η ακύρωση αυτού και όλων των πράξεων της προδικασίας, προκύπτουν τα εξής: Με το 17/2009 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου ν του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, απορρίφθηκε κατ' ουσία η 52/6.5.2009 έφεση του κατηγορουμένου Α. Δ.του Δ. κατά του 432/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, με το οποίο αυτός έχει παραπεμφθεί ενώπιον του ακροατηρίου του Πενταμελούς Στρατοδικείου Αθηνών για να δικασθεί για α) απόπειρα βιασμού κατά συρροή, β) απρόκλητη σωματική βλάβη κατά συρροή και γ) κλοπή (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 2β, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 336 παρ. 1 308Α παρ. 1α και 372 παρ. 1 του ΠΚ). Κατά του βουλεύματος αυτού ο ανωτέρω κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την 10/7.8.2009 αίτηση αναιρέσεως με προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α', β' και δ' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 203 και 204 του ΣΠΚ). Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) με την 1314/2010 απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως και δη ως προς τις πλημμεληματικές πράξεις της σωματικής βλάβης σε βάρος των Φ. Μ. και Β. Μ., και της κλοπής σε βάρος της Λ. Ζ., για τις οποίες έπαυσε οριστικώς την εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής και απέρριψε αυτήν κατά τα λοιπά.
Με την κρινόμενη αίτηση του ο Α. Δ.. αιτιάται ότι ο Άρειος Πάγος από παραδρομή δεν εξέτασε α) τον παραδεκτώς προβαλλόμενο με την από 7.8.2009 αίτηση του τέταρτο λόγο αναιρέσεως [πρώτο σκέλος] για απόλυτη ακυρότητα του πληττόμενου βουλεύματος και συγκεκριμένα, όπως επί λέξει αναφέρει, "παρέλειψε εκ παραδρομής να εξετάσει το αίτημα που συμπεριέλαβε και ενσωμάτωσε στην αίτηση αναιρέσεως, όπως είχε το δικονομικό δικαίωμα, και ζητούσε να ακυρωθούν οι πράξεις της προδικασίας, διότι οι προανακριτικοί υπάλληλοι του Α.Τ Μυτιλήνης διενήργησαν παρά το νόμο εις βάρος του έκτακτη (αστυνομική) προανάκριση για υποθέσεις του παρελθόντος (εκτός αυτοφώρου) που ήδη εκκρεμούσαν στον Ανακριτή Μυτιλήνης και στον Εισαγγελέα Μυτιλήνης [σελ. 170-217 της 10/7.8.2009 αιτήσεως του και 42-74 του από 16.2.2010 υπομνήματος του]" και β) τον προβαλλόμενο με το από 16.2.2010 υπόμνημα του και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα εκ του ότι το 432/2009 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, μετέβαλε ανεπιτρέπτως την εναντίον του κατηγορία και τον παρέπεμψε να δικασθεί στο Πενταμελές Στρατοδικείο Αθηνών για πράξεις ουσιωδώς διαφορετικές από εκείνες που άσκησε ποινική δίωξη ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Αθηνών (αρθρ. 171 παρ. 1β' του ΚΠΔ). Ως προς τις αιτιάσεις αυτές πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Α) Η αιτίαση ότι ο Άρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή να εξετάσει τον παραδεκτώς προβαλλόμενο με την 10/7.8.2009 αίτηση αναιρέσεως τέταρτο αναιρετικό λόγο [πρώτο σκέλος] για απόλυτη ακυρότητα πράξεων της προδικασίας, είναι προδήλως αβάσιμη, διότι στην 1314/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και στη σκέψη που αφορά τον προμνησθέντα λόγο αναιρέσεως, έγιναν δεκτά, κατά λέξη, τα εξής: "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 27, 43, 171 παρ. 1 στοιχ. β' και 243 του ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, επιφέρει και η χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα ενέργεια προανακρίσεως, εκτός αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα ή αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος να ματαιωθεί ή να δυσχερανθεί η βεβαίωση του διαπραχθέντος εγκλήματος και του δράστη, οπότε, κατά την παρ. 2 του τελευταίου ως άνω άρθρου, οι προανακριτικοί υπάλληλοι όχι μόνο δύνανται αλλά και υποχρεούνται, ακόμη και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέως, να επιχειρήσουν προς βεβαίωση της πράξεως και ανακάλυψη του δράστη προανακριτικές πράξεις, για τις οποίες ουδεμία δημιουργείται ακυρότητα. Για την ύπαρξη του ως άνω κινδύνου μόνος αρμόδιος να κρίνει είναι ο ανακριτικός υπάλληλος (όλοι οι κατά τα άρθρα 33 και 34 ΚΠΔ δηλαδή, τοιούτοι) και χωρίς παραγγελία του Εισαγγελέως. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελεύς, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 επ. ΚΠΔ. Σκοπός της ρυθμίσεως αυτής, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ, είναι η χωρίς χρονοτριβή διενέργεια των απολύτως αναγκαίων ανακριτικών πράξεων, ώστε να αποφευχθεί ο άμεσος κίνδυνος ματαιώσεως ή δυσχεράνσεως της βεβαιώσεως του διαπραχθέντος εγκλήματος. Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζει ότι η προανάκριση περατώνεται μόνο αφού κληθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί πριν από σαράντα οκτώ ώρες, πλην όμως η ρύθμιση αυτή ισχύει μόνο στην τακτική και όχι στην λεγόμενη "αστυνομική" προανάκριση, εκείνη δηλαδή που διενεργείται χωρίς παραγγελία του εισαγγελέως λόγω κινδύνου από την καθυστέρηση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ. Η ταχύτητα δε με την οποία διενεργείται η αστυνομική προανάκριση δικαιολογεί την περάτωση της χωρίς την κλήση για απολογία των κατηγορουμένων. Άλλωστε κατά τη διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ..., εφόσον προκύπτει τέλεση κακουργήματος η προανάκριση μπορεί να διακοπεί με παραγγελία του Εισαγγελέως και να διαβιβασθεί η υπόθεση στον Ανακριτή για τη διενέργεια κυρίας ανακρίσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα και τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Α. Δ. συνελήφθη επ' αυτοφώρω την 06.05' της 7.5.2006 από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας Μυτιλήνης, για απόπειρα βιασμού κατά συρροή, σε βάρος των Β. Α. και Σ. Ν.. Από το άνω Α.Τ. διενεργήθη αυτεπάγγελτη "αστυνομική" προανάκριση, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 του ΚΠΔ, χωρίς παραγγελία του αρμόδιου Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, διότι ο αξιωματικός που επελήφθη της υποθέσεως έκρινε ως προανακριτικός υπάλληλος ότι υπήρχε κίνδυνος από την καθυστέρηση να δυσχαιρανθεί η βεβαίωση του εγκλήματος. Όμως, κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως προέκυψαν ενδείξεις εις βάρος του άνω κατηγορουμένου για τέλεση και άλλων παρομοίων πράξεων μη αυτοφώρων και ο ανωτέρω προανακριτικός υπάλληλος ενήργησε και γΓ αυτές προανακριτικές πράξεις, που έκρινε αναγκαίες διότι η γι' αυτές καθυστέρηση θα δυσχέρανε την βεβαίωση αυτών και την ανακάλυψη του δράστη. Ειδικότερα, εξήτασε μάρτυρες, συνέταξε εκθέσεις αναγνωρίσεως και έλαβε απολογία του κατηγορουμένου για τις πράξεις αυτές, εκτός από τρεις περιπτώσεις με παθόντα πρόσωπα τις Μ. Κ., Α. Α. και Ζ. Λ.. Περαιτέρω την αυτήν ημέραν, 7.5.2006, με σηματική αναφορά του Τμήματος Ασφαλείας Μυτιλήνης ενημερώθη ο εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, εις τον οποίον ο κατηγορούμενος προσήχθη με την εναντίον του δικογραφία, την 8.5.2006. Ο άνω εισαγγελεύς διαπιστώσας ότι ο τελευταίος είχε την ιδιότητα του στρατιωτικού τον παρέπεμψε στον αρμόδιο Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών, ο οποίος, ακολούθως άσκησε εναντίον του την ποινική δίωξη για τις πράξεις που κατηγορείται και παρήγγειλε τη διενέργεια της κυρίας ανακρίσεως εντεύθεν και ουδεμία ακυρότης επήλθεν εκ της μη ειδοποιήσεως εξ αρχής του Εισαγγελέως του Στρατοδικείου. Μετά ταύτα η άνω "αστυνομική" προανάκριση νομίμως διενεργήθη για όλα τα αδικήματα για τα οποία ο αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος εκ της αναβολής, νομίμως δε (και) επερατώθη χωρίς απολογία του κατηγορουμένου και για τις μη αυτόφωρες μερικότερες πράξεις για τις οποίες και ησκήθη αρμοδίως η ποινική δίωξη (από τον εισαγγελέα του Στρατοδικείου) με παραγγελία προς τακτική ανάκριση. Άλλωστε, κατά τη διενέργεια της κυρίας ανακρίσεως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ήσκησεν απροσκόπτως όλα τα προβλεπόμενα υπό των διατάξεων των άρθρων 96 επ. ΚΠΔ δικαιώματα του και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την υπεράσπιση και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο. Εντεύθεν και δεν ήσαν άκυρες οι καταθέσεις των μαρτύρων για τις υποθέσεις αυτές, οι απολογίες του κατηγορουμένου και οι σχετικές εκθέσεις αναγνωρίσεως, η ασκηθείσα ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών και η επακολουθήσασα παραγγελία προς την Τακτική Ανακρίτρια προς διενέργεια κυρίας ανακρίσεως ως και πάσα άλλη ανακριτική πράξη που ακολούθησε και ήτο αμέσως συνδεδεμένη και εξαρτημένη από την άνω αστυνομική προανάκριση και την εν συνεχεία άσκηση της ποινικής διώξεως όπως αιτιολογημένως δέχθηκε και το προσβαλλόμενο βούλευμα. Εντεύθεν και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και εις το εν σκέλος αυτού είναι αβάσιμες και απορριπτέες".
Συνεπώς, ο Άρειος Πάγος ερεύνησε τον ανωτέρω παραδεκτώς προβληθέντα λόγω αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα πράξεων της προδικασίας και τον απέρριψε αιτιολογημένα [αν και είναι αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας] στο σύνολο του, ως αβάσιμο, οι δε αντίθετες περί τούτου αιτιάσεις του αιτούντος που διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτηση του είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Το ότι δεν απορρίφθηκε με χωριστή απορριπτική σκέψη κάθε μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος δεν σημαίνει ότι ο Άρειος Πάγος παρέλειψε να την ερευνήσει, ώστε να μπορεί να επανέλθει επί του λόγου αυτού, αλλά είναι φανερό ότι η απόρριψη της έχει ενταχθεί στη συνολική απόρριψη του συγκεκριμένου εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγου. Β) Περαιτέρω, η αιτίαση ότι ο Άρειος Πάγος δεν εξέτασε τον περιεχόμενο στο από 16.2.2010 υπόμνημα του αναιρεσείοντος και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα του 432/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, εκ του ότι μετέβαλε ανεπιτρέπτως την εναντίον του κατηγορία και τον παρέπεμψε να δικασθεί στο Πενταμελές Στρατοδικείο Αθηνών για πράξεις ουσιωδώς διαφορετικές από εκείνες που άσκησε ποινική δίωξη ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη. Και τούτο διότι η αιτίαση αυτή δεν περιέχεται ως λόγος αναιρέσεως στην 10/7.8.2010 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως, αφού, όπως προαναφέρθηκε, πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση βουλευμάτων πέραν από όσους περιλαμβάνονται στη σχετική έκθεση δεν μπορούν να προταθούν από εκείνον που ασκεί την αναίρεση. Σε κάθε περίπτωση, όπως προβλήθηκε η παραπάνω αιτίαση με το υπόμνημα του αναιρεσείοντος, ήταν προδήλως αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη, αφού δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά που να τη στηρίζουν, ως λόγο αναιρέσεως εξεταζόμενο αυτεπαγγέλτως, και ως τέτοια έχει ενταχθεί στη συνολική απόρριψη του συγκεκριμένου εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγου.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-1-2011 αίτηση του Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., για επανεξέταση των αναφερομένων στο σκεπτικό λόγων του δικογράφου της 10/7-8-2010 αιτήσεως αυτού, για αναίρεση του 17/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πατρών
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1122/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Κυριακούλα Γεροστάθη και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του αρχαιοτέρου μέλους της συνθέσεως Νικολάου Ζαΐρη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Α. του Α., πρώην κατοίκου ... και ήδη κρατούμενος στις Φυλακές …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ζαχόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 401/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 8 Μαρτίου 2011 πρόσθετους λόγους αυτής, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1603/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης κατά το δεύτερο αναιρετικό λόγο, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να αναπεμφθεί η εν λόγω υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές για επανάκριση επί της ουσίας
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 502 παρ. 1 και 365 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατάθεσης μάρτυρα που δόθηκε στην προδικασία, και αν ακόμη δεν βεβαιώνεται στην απόφασή του ότι συνέτρεξε νόμιμη προς τούτο περίπτωση (αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα κ.λ.π.), δεν παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από τα άρθρα 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και 6 παρ. 3 στοιχ. δ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δε δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, εκτός αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του είχε αντιλέξει στην ανάγνωση της εν λόγω κατάθεσης. Εφόσον, δηλαδή, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν αντέλεξε στην ανάγνωση της ως άνω κατάθεσης, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από τις προαναφερόμενες διατάξεις, να θέτει ερωτήματα στο μάρτυρα, αφού διατηρείται το από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του να κάνει παρατηρήσεις και να εκθέτει τις απόψεις του επί της κατάθεσης μάρτυρα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως της δίκης, κατά την οποία δόθηκε η προσβαλλόμενη 401/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, το δικαστήριο που την εξέδωσε, ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του για την περί ενοχής κρίση του, την από 23/12/2005 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν. Δ., που είχε αυτός δώσει κατά την προανάκριση, χωρίς προηγουμένως να εξετάσει, αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 365 παρ. 1 του ΚΠΔ. Στην εν λόγω ανάγνωση δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος, ούτε ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορος του Παναγιώτης Ζαχόπουλος, γεγονός το οποίο ρητά αναφέρεται στα παραπάνω πρακτικά, με τη μνεία ότι για την ανάγνωση της εκεί αναφερόμενης προανακριτικής κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα, δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση. Άρα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, δε δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ του λόγου ότι το δικαστήριο ανέγνωσε την κατάθεση αυτή, χωρίς να βεβαιώσει στην απόφασή του ότι συνέτρεξε νόμιμη προς τούτο περίπτωση, εφόσον δεν αντέλεξε σχετικά ο κατηγορούμενος. Επομένως, δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την αναφερόμενη αιτία, και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το σχετικό εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329 παρ. 1, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου κώδικα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ίδια ακυρότητα δημιουργείται και στην περίπτωση αναγνώσεως εγγράφου, εάν τούτο δεν προσδιορίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο, ώστε να διακρίνεται η ταυτότητά του. Στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Διαφορετικά, παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις που επιβάλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: 1) Ένα ντοσιέ που περιέχει μία καρτέλα εργοδότη κατά μισθολογική περίοδο του Ι.Κ.Α. (υποκαταστήματος Νίκαιας), καθώς επίσης και 58 φύλλα του γενικού ημερολογίου της Δημοτικής Επιχείρησης Δ.Ε.Τ.Ε.Ο.Π.Α.Ν, 2) Φωτοτυπημένο έγγραφο της Τράπεζας ΑLΡΗΑ … με ημερομηνία 3/1/2003 και φωτοτυπημένη καρτέλα πελατών της εταιρίας ΡΑΝΑFΟΝ-VΟDΑFΟΝ, 3) το από 2/12/2002 φωτοτυπημένο αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο της Ε' ΔΟΥ … και φωτοτυπημένο τριπλότυπο είσπραξης του Ι.Κ.Α. … χρηματικού ποσού 18.320 ευρώ, 4) το από 9/1/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης του ως άνω έργου, 5) δύο φωτοτυπίες που περιέχουν καταστάσεις πληρωμών. Η κατά τον τρόπο αυτό καταχώρηση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζει την ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε του κειμένου αυτών κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Συνακόλουθα ορθώς έλαβε υπόψη του το Εφετείο τα ως άνω έγγραφα, οι δε σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α και Γ του ΚΠΔ λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, αντιστοίχως, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και της παραβίασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι τα ως άνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο ώστε να διακρίνεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από όλα τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ως αβάσιμοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/11/2010 αίτηση και τους από 8/3/2011 πρόσθετους λόγους του Κ. Α. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 401/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση. Λόγοι του κυρίου δικογράφου: 1) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1δ, 510 παρ. 1 Α του ΚΠΔ), διότι αναγνώστηκε ένορκη κατάθεση μάρτυρα που δόθηκε στην προδικασία, χωρίς να βεβαιώσει ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του 365παρ. 1 του ΚΠΔ. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αντέλεξε (οπότε και μόνο δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, άρθρα 502 παρ. 1, 365 παρ. 1, 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και 6 παρ. 3δ της ΕΣΔΑ), 2) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρα 171 παρ. 1 δ και 510 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ), διότι έλαβε υπόψη του έγγραφα από τα οποία δεν προέκυπτε η ταυτότητά τους. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι προσδιορίζονται επαρκώς (άρθρα 329 παρ. 1, 333 παρ. 2, 358, 364, 369 του ΚΠΔ). Προσθετοι Λόγοι: Παραβίαση της δημοσιότητας στο ακροατήριο από τον μη προσδιορισμό της ταυτότητας των ίδιων εγγράφων. Απορρίπτεται ως αβάσιμος διότι προσδιορίζονται τα έγγραφα επαρκώς. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1119/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Καλογερά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 110/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Φλώρινας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1055/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν ως οφειλόμενες, συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας, πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε καταστάσεις διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα, τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις. Εξ άλλου, ασχέτως του άρθρου 655 του ΑΚ το οποίο ορίζει πότε καταβάλλεται ο μισθός, για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους, αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να γίνεται ο εργοδότης υπερήμερος. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διάταξης του Α.Ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερόμενων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε οριστεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου, και αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για καταβολή των αποδοχών. Δεν αρκεί δηλαδή ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 110/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945 και του Α.Ν. 539/1945 σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, που μετατράπηκε προς 10 ευρώ ημερησίως, και σε χρηματική ποινή 4.000 ευρώ. Το δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που επιτρεπτώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής, τα οποία περιέχονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της: "Ο κατηγορούμενος κατά τους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες της μίας πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από πρόθεση ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας "ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΑΤΕΒΕ" με έδρα το …, οδός ..., δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, σε αυτόν που απασχολήθηκε από τον ίδιο με την ανωτέρω ιδιότητα στην ως άνω εταιρία με μισθό, τις οφειλόμενες από την σχέση εργασίας αποδοχές που καθορίστηκαν από την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, όπως ισχύει για τους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου. Συγκεκριμένα, αν και ο κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητά του απασχόλησε στην ως άνω εταιρία ως τεχνολόγο μηχανικό με πλήρη απασχόληση, για το χρονικό διάστημα από 20 Οκτωβρίου του 2004 μέχρι 15 Σεπτεμβρίου του 2006, με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό 1.500 ευρώ, τον Ε. Ν. του Κ., κάτοικο ..., εν τούτοις δεν του κατέβαλε όπως όφειλε δεδουλευμένες αποδοχές, παροχές, χορηγίες συνολικού ποσού δέκα επτά χιλιάδων εξακοσίων πενήντα δύο ευρώ (17.652), το οποίο δικαιούνταν ο εργαζόμενος. Ειδικότερα δεν του κατέβαλε δεδουλευμένες αποδοχές για τους μήνες από Φεβρουάριο του 2006 μέχρι 15 Σεπτεμβρίου του 2006 συνολικού ποσού 11.250,00 ευρώ καθώς και δώρο Χριστουγέννων έτους 2004 ποσού 456,00 ευρώ (7,6 ημερομίσθια Χ 60), δώρο Πάσχα του έτους 2005 ποσού 900 ευρώ, δώρο Χριστουγέννων έτους 2005 ποσού 1.500 ευρώ, δώρο Πάσχα έτους 2006 ποσού 900 ευρώ και δώρο Χριστουγέννων έτους 2006 ποσού 870 ευρώ (14,5 Χ 60). Επίσης, δεν του κατέβαλε από χορηγίες αδείας το επίδομα αδείας έτους 2004 ποσού 276 ευρώ (4,6 Χ 60), το επίδομα αδείας έτους 2005 ποσού 750 ευρώ και το επίδομα αδείας έτους 2006 ποσού 750 ευρώ. Οι δεδουλευμένες αποδοχές, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και τα επιδόματα αδείας ήταν καταβλητέα τη δήλη ημέρα καταβολής τους που ορίζεται από το νόμο και πλέον συγκεκριμένα από τις διατάξεις των άρθρων 655 εδ. α' Α.Κ., 10 της Υ.Α. 19040/1981 και 3 παρ. 8 ΑΝ 539/1945. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι υπήρξε απόσβεση της παλαιάς ενοχής από την προσφερθείσα εκ μέρους του προαναφερόμενου εργαζομένου εργασία, ότι δημιουργήθηκε νέα οφειλή προερχόμενη πλέον από τις επικαλούμενες εκ μέρους του συναλλαγματικές και ότι η ως άνω εταιρία οφείλει πλέον το ποσό των 8.000 €, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί καθόσον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι έλαβε χώρα η προαναφερθείσα απόσβεση της αρχικής ενοχής και ότι δημιουργήθηκε νέα ενοχή ύψους πλέον 8.000 ευρώ, δεν αίρεται το αξιόποινο της τελεσθείσας ως άνω κατ' εξακολούθηση παράβασης του Ν. 690/1945, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητά του καθυστέρησε την καταβολή στον εργαζόμενο των προαναφερόμενων ποσών, η τυχόν δε μεταγενέστερη μείωση του οφειλόμενου ποσού, οφείλεται σε παραίτηση του ως άνω εργαζομένου των αντίστοιχων αξιώσεων που περιελήφθηκαν στο δικόγραφο της ασκηθείσας εκ μέρους του σχετικής αγωγής και όχι στην ανυπαρξία της σχετικής οφειλής. Αλλά και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση στην πληρωμή των προαναφερόμενων ποσών, για το λόγο ότι ήταν τεχνικός σύμβουλος της εταιρίας και όχι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής δεν επιβεβαιώνεται από τα προσκομισθέντα εκ μέρους του έγγραφα μεταξύ των οποίων και τα αναγνωσθέντα ΦΕΚ, δεδομένου ότι στα εν λόγω ΦΕΚ φέρεται το διοικητικό συμβούλιο της προαναφερθείσας εταιρίας να αναθέτει όλες τις εξουσίες και αρμοδιότητές του, όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 20 του καταστατικού της στον Χ. Λ., πλην όμως το ίδιο διοικητικό συμβούλιο παρέσχε στον ανωτέρω την ευχέρεια να εξουσιοδοτεί τον Αντιπρόεδρο και τα λοιπά μέλη του να ασκούν τις εξουσίες εκείνες που θα καθορίζονται ειδικά από το διοικητικό συμβούλιο, στην προκειμένη δε περίπτωση όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανωτέρω εταιρίας μέχρι τις 11-8-2005, έκτοτε δε και μέχρι τις 11-1-2007 Πρόεδρος και τεχνικός Διευθυντής αυτής, ήταν το πρόσωπο που εκπροσωπούσε την παραπάνω εταιρία κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας μεταξύ αυτής και του εργαζόμενου Ε. Ν., κατά την υποβολή στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας των σχετικών πινάκων και κατά την καταβολή των δικαιούμενων εκ μέρους του αμοιβών (βλ. σχετικές περικοπές της κατάθεσης του δευτέρου μάρτυρος Ε. Ν. "... Ο Λ. ποτέ δεν εμφανίστηκε, με τον Δ. γίνονταν όλες οι συμφωνίες ..." και της πρώτης μάρτυρος Θ. Κ. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου "... Εκείνο το διάστημα την εταιρεία εκπροσωπούσε ο Δ. ..." και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου "... Σύμφωνα με τον πίνακα που μας στέλνει κάθε εταιρία εκπρόσωπος ήταν ο Ι. Δ. ... Ο εργαζόμενος ανέφερε σαν υπεύθυνο της εταιρίας τον κ. Δ. ... Με τον Δ. είχα να κάνω ..."). Με βάση λοιπόν τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται τόσον αντικειμενικά, όσον και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη, τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση, γι' αυτό και πρέπει αφού απορριφθούν οι προβληθέντες εκ μέρους του ισχυρισμοί, να κηρυχθεί ένοχος αυτής".
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου μόνου παρ. 1 του Α.Ν. 690/1945 και του Α.Ν. 539/1945, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό αυτής α) προσδιορίζει τις ιδιότητες υπό τις οποίες ο αναιρεσείων - εργοδότης και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΑΤΕΒΕ από πρόθεση δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στον Ε. Ν., τον οποίο, ως αρμόδιος προσέλαβε και απασχόλησε ως τεχνολόγο - μηχανικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 2004 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2006, τις πάσης φύσεως οφειλόμενες σ' αυτόν από την εργασία του αποδοχές, έτσι ώστε δεν δημιουργείται ασάφεια, σε σχέση με την ιδιότητα υπό την οποία καταδικάστηκε, β) προσδιορίζει το χρόνο απασχόλησης, τις μηνιαίες αποδοχές του και το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν στον εργαζόμενο οι οφειλόμενες αποδοχές οι οποίες και προσδιορίζονται επακριβώς. Ως προς τις οφειλές δε του αναιρεσείοντος προς τον εργαζόμενο που αφορούσαν τα επιδόματα αδείας των ετών 2004, 2005 και 2006, καθώς και τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα των ίδιων ετών, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητη η παράθεση του ακριβούς χρόνου κατά τον οποίο αυτά ήταν καταβλητέα, ενόψει του ότι δεν υφίστατο θέμα παραγραφής, ο χρόνος δε καταβολής των επιδομάτων αυτών είναι επακριβώς καθορισμένος από το νόμο, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη.
Περαιτέρω, η μερική επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό και η παραπομπή σ' αυτό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, διότι στην εξεταζόμενη περίπτωση το διατακτικό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε αιτιολογημένα τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απόσβεσης της παλαιάς οφειλής του και δημιουργίας νέας, προερχόμενης από τις αναφερόμενες συναλλαγματικές, ποσού 8.000 ευρώ που αποδέχθηκε, δεχθέν ότι "τούτο δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή για το αξιόποινο της πράξεως της παράβασης του άρθρου μόνου του Α.Ν. 590/1945 και Α.Ν. 539/1945, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητά του καθυστέρησε την καταβολή στον εργαζόμενο των προαναφερόμενων ποσών, η τυχόν δε μεταγενέστερη μείωση του οφειλόμενου ποσού, οφείλεται σε παραίτηση του εργαζόμενου των αντίστοιχων αξιώσεών του που περιλήφθηκαν στο δικόγραφο της ασκηθείσας εκ μέρους του σχετικής αγωγής και όχι στην ανυπαρξία της σχετικής οφειλής".
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις ειδικότερες επιπρόσθετα αιτιάσεις της παραπομπής του σκεπτικού στο διατακτικό και της αναιτιολόγητης απόρριψης του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί απόσβεσης της παλαιάς οφειλής και δημιουργίας νέας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Να σημειωθεί ότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών (άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ), προκύπτει ότι μεταξύ των προσκομισθέντων από τον συνήγορο του αναιρεσείοντος και αναγνωσθέντων εγγράφων, δεν περιλαμβάνεται και το "κατηγορητήριο με στοιχεία ΑΒΜ 136,131/2007", και συνεπώς η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το προσκόμισε, αλλά το δικαστήριο δεν το ανάγνωσε, είναι αβάσιμη.
Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να κατασκευασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22/7/1010 αίτηση του Ι. Δ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 110/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή δεδουλευμένων, κατ' εξακολούθηση (Α.Ν.690/1945, Α.Ν. 539/1945). Τι πρέπει να περιέχει η καταδικαστική απόφαση για να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Απορρίπτεται ο μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας με την ειδικότερη αιτίαση της επανάληψης στο σκεπτικό του διατακτικού. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1117/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Θ. Γ. του Σ. και 2)Π. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 1561/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγων τον Μ.-Δ. Μ. του Β., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2010 αίτησή τους καθώς και στο από 12 Ιανουαρίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1015/2010.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1α και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγος, για να αναιρεθεί η απόφαση, μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις, που καθορίζουν την σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις, όπως είναι αυτές των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 και 9 παρ. 1 του ως ισχύει Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), οι οποίες, εκτός των άλλων, ορίζουν, ότι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αν δεν υπάρχει ένας Πρωτοδίκης ή κωλύεται ή απουσιάζει, μπορεί να αναπληρωθεί με Πάρεδρο Πρωτοδικείου ή Ειρηνοδίκη ή Πταισματοδίκη, οριζόμενο με πράξη του δικαστή, που διευθύνει το Πρωτοδικείο. Με το άρθρο όμως 77 παρ. 8 του ίδιου Ν. 1756/1988, όπως ισχύει τούτο μετά την τροποποίηση του και την αντικατάσταση του με τα άρθρα 12 παρ. 3 του Ν. 1968/1991 και 16 α' αριθμ. 9 γ' του Ν. 2479/1997, αντιστοίχως, ενοποιήθηκαν οι οργανικές θέσεις των Παρέδρων και των Πρωτοδικών και έτσι δεν είναι απαραίτητο η αναπλήρωση του Πρωτοδίκη με Πάρεδρο να γίνεται δια πράξεως του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο δικαστή.
Συνεπώς, σε περίπτωση, κατά την οποία στην αναφερόμενη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου μνημονεύεται ως μέλος της και Πάρεδρος, χωρίς να διαλαμβάνεται ότι αυτός ορίσθηκε με πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο δικαστή προς αναπλήρωση Πρωτοδίκη, τούτο δε δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα για κακή σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό λόγο του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής σύνθεσης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 1561/2010 απόφαση και ειδικότερα λόγω του ότι στη σύνθεση αυτού συμμετείχε η Έμμισθη Πάρεδρος του Πρωτοδικείου Ευαγγελία Μπασδραγιάννη, κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1α του ΚΠΔ, το οποίο επιτρέπει την αναπλήρωση ενός μόνο δικαστή της σύνθεσης, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου από Πάρεδρο ή Ειρηνοδίκη, χωρίς να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι ήταν ανέφικτη από οποιοδήποτε λόγο η εξολοκλήρου σύνθεση του δικαστηρίου από τακτικούς δικαστές που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, μετά την κατά τα ανωτέρω ενοποίηση των οργανικών θέσεων των Παρέδρων και των Πρωτοδικών, είναι δυνατή η αναπλήρωση Πρωτοδίκη από Πάρεδρο, χωρίς να είναι απαραίτητο στην περίπτωση αυτή, η αναπλήρωση να γίνεται με πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο δικαστή.
Από τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης, απαιτείται αντικειμενικά η πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβη της υγείας άλλου και υποκειμενικά δόλος του δράστη, αρκεί και ενδεχόμενος, κατευθυνόμενος στην παραγωγή σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας. Εξ άλλου, το από το άρθρο 325 του ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της παράνομης κατακράτησης, στοιχειοθετείται αντικειμενικά μεν με την κατακράτηση άλλου χωρίς τη θέληση του ή τη στέρηση με άλλο τρόπο της ελευθερίας κίνησής του, υποκειμενικά δε αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος, όμως δεν απαιτείται να περιλαμβάνει και το παράνομο της πράξης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στ. β του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, απλός συνεργός είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία χωρίς να είναι άμεση συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή μπορεί να παρασχεθεί και με την ενίσχυση της απόφασης που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού καθοιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως. Τέλος, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τη έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική κατ' είδος τους αναφορά , χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 1561/2010 απόφασή του, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για την πράξη της παράνομης κατακράτησης από κοινού και επιπλέον τον εξ αυτών Π. Σ. της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση και τον Θ. Γ. της απλής συνέργειας στην πράξη αυτή του αυτουργού και τους καταδίκασε στις διαλαμβανόμενες σ' αυτήν ποινές. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Οι κατηγορούμενοι διατηρούν επιχείρηση εκμεταλλεύσεως καφετερίας και ηλεκτρονικών παιγνίων, με το διακριτικό τίτλο "ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ", στη Θεσσαλονίκη, στην οδό ..., όπου εργαζόταν, επί πενταετία περίπου, ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων Μ. Μ.. Το πρωί της 7-1-2004 και περί ώρα 07.00', μετά τη συμπλήρωση του ωραρίου του, όπως συνέβαινε κάθε ημέρα, ο εγκαλών, κλείδωσε το κατάστημα. Λίγες ώρες αργότερα διαπιστώθηκε ότι χωρίς να τελεστεί κάποια διάρρηξη, έλειπε από το χρηματοκιβώτιο, που ήταν σε κλειδωμένο γραφείο του καταστήματος, το ποσό των 11.000 ευρώ περίπου. Οι κατηγορούμενοι, εκτιμώντας ότι ο εγκαλών είναι το άτομο που αφαίρεσε τα χρήματα, ο οποίος αρνείτο την πράξη, αποφάσισαν να τον εξαναγκάσουν να ομολογήσει την πράξη του. Έτσι πρωινές ώρες της 11-1-2004 ζήτησαν από τον εγκαλούντα να επιβιβαστεί στο ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου Θ. Γ., ο οποίος οδηγώντας το εν λόγω όχημα ανέπτυξε ταχύτητα, κατευθυνόμενος προς τη Χαλκιδική, ενώ στα πίσω καθίσματα καθόταν ο εγκαλών και ο δεύτερος κατηγορούμενος Π. Σ.. Ο τελευταίος, κατά τη διαδρομή, κατάφερε αλλεπάλληλες γροθιές στην περιοχή της κεφαλής και του σώματος του εγκαλούντος και τον απειλούσε, ζητώντας του να επιστρέψει τα χρήματα, ενώ επιπλέον, αφού άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου από την πλευρά που καθόταν ο εγκαλών, προσπαθούσε να τον ωθήσει προς τα έξω στο κενό, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει κάκωση κεφαλής, μικρό κεφαλαιμάτωμα, βρεγματονιακά αριστερά και μικρό αιμάτωμα και εκδορές πρόσθιας επιφάνειας αριστερού βραχίονα, ο δε πρώτος κατηγορούμενος, οδηγός του οχήματος, με την παρουσία του και την υπ' αυτού οδήγηση του αυτοκινήτου, ενίσχυσε ψυχικά το δεύτερο κατηγορούμενο στη τέλεση της παραπάνω σε βάρος του εγκαλούντος πράξεως. Ακόμη αποδείχθηκε, ότι οι κατηγορούμενοι, περιέφεραν, με το ως άνω όχημα τον εγκαλούντα, σε διάφορους δρόμους της περιφέρειας Θεσσαλονίκης, κατευθυνόμενοι προς τη Χαλκιδική, χωρίς τη θέληση του εγκαλούντος, στερώντας έτσι από αυτόν την ελευθερία της κίνησής του. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά οι πράξεις της παράνομης κατακράτησης κατά συναυτουργία και της απλής σωματικής βλάβης και απλής συνέργειας σ' αυτή και επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στα διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση, της απλής συνέργειας σ' αυτή και της κατά συναυτουργία παράνομης κατακράτησης, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του , αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 45, 47 παρ.1 , 308 παρ. 1α και 325 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, παραβίασε. Ειδικότερα, προσδιορίζονται στο σκεπτικό, με αντίστοιχη αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης οι σωματικές κακώσεις που από πρόθεση προκάλεσε ο δεύτερος αναιρεσείων Π. Σ. στον παθόντα καθώς και η συμμετοχική δράση της απλής συνέργειας του πρώτου αναιρεσείοντος Θ. Γ. στην παραπάνω πράξη του αυτουργού, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την κατάσταση των πράξεων αυτών ήτοι της οδήγησης από αυτόν (Θ. Γ.) του αυτοκινήτου, εντός του οποίου ο αυτουργός προκάλεσε τις σωματικές κακώσεις στον παθόντα, παρέχων έτσι και με την παρουσία του ψυχική συνδρομή σ' εκείνον για την τέλεση της πράξεως της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση. Εξ' άλλου δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου και της κοινής απόφασης, όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης κατά συναυτουργία, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, αφού τα στοιχεία αυτά ενυπάρχουν στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού και προκύπτουν από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, ενώ περαιτέρω, καίτοι δεν απαιτείτο εξειδίκευση της συναυτουργικής δράσης του κάθε συναυτουργού για την παραπάνω πράξη, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται οι ενέργειες του καθένα από αυτούς. Επομένως, ο προβαλλόμενος με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, κοινός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, οι διαλαμβανόμενες στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28/6/2010 αίτηση και τους από 12/1/2011 πρόσθετους λόγους των Θ. Γ. του Σ. και Π. Σ. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1561/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απλή σωματική βλάβη ο α' αναιρεσείων και απλή συνέργεια σ' αυτή ο β' αναιρεσείων και παράνομη κατακράτηση από κοινού. Μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου: Απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου (συμμετείχε Πάρεδρος αντί Πρωτοδίκη). Απορρίπτεται ο λόγος, διότι μετά την ενοποίηση των οργανικών θέσεων Παρέδρων και Πρωτοδικών, είναι δυνατή η αναπλήρωση Πρωτοδίκη από Πάρεδρο, χωρίς καν να απαιτείται η αναπλήρωση να γίνεται με πράξη του διευθύνοντος του Πρωτοδικείο δικαστή. Πρόσθετοι λόγοι: έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απλή σωματική βλάβη και την απλή συνέργεια σ' αυτή. Απορρίπτεται ως αβάσιμος. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1116/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Μ. του Μ., 2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 228/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Ν. Μ. του Ι. και με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΠΟΛΥΣΟΝΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Ε.Π.Ε" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1208/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα, με αριθμό 74/16-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ' αριθμ. 13/10-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Μ. του Μ. και της Α., 48 ετών, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω της πληρεξουσίας του Δικηγόρου Φωτεινής Φωτεινού, δυνάμει της από 8-9-2010 εξουσιοδοτήσεως, κατά του υπ' αριθμ. 228/16-7-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς καθώς και κατά του υπ' αριθμ. 239/17-8-2009 ενσωματωμένου στο ανωτέρω προπαρασκευαστικού - παρεμπίπτοντος βουλεύματος του αυτού ως άνω Δικαστικού Συμβουλίου, και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγινε εν μέρει δεκτή η υπ' αριθμ. 26/2009 έφεση του ανωτέρω κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) κατά του υπ' αριθμ. 353/6-5-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, και τελικά μετά από σχετική μεταρρύθμιση τούτου (353/2009) παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, προκειμένου να δικαστεί για κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτη, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και η οποία φέρεται να έχει τελεστεί στην περιοχή ... σε βάρος της εταιρείας "ΠΟΛΥΣΟΝΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Ε.Π.Ε.", κατά το χρονικό διάστημα από 8-9-2005 έως 6-7-2006 (άρθρα 13 στ', 14, 16, 17, 18, 19, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1-2, 45, 98 και 386 παρ. 1-3α του ΠΚ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999). Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως ίσχυαν μέχρι 23-12-2010 όταν με το άρθρο 34 του Ν. 3904/2010 καταργήθηκε το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 473 καθώς και το άρθρο 482 του Κ.Π.Δ., όπως ίσχυαν μέχρι 23-12-2010 όταν με το άρθρο 34 του Ν. 3904/2010 καταργήθηκε το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 473 καθώς και το άρθρο 482 του Κ.Π.Δ., καθόσο κατά τον χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν είχαν επέλθει οι προαναφερόμενες μεταβολές. Πράγματι όπως προκύπτει από το από 23-8-2010 αποδεικτικό επιδόσεως το εν λόγω προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αντίκλητο του αναιρεσείοντος και στις 25-8-2010 επιδόθηκε στον ίδιο, κατά συνέπεια είναι τυπικά δεκτή.
Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως: α) Έλλειψη Ειδικής και Εμπεριστατωμένης Αιτιολογίας, β) Εσφαλμένη Εφαρμογή Ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, γ) Εσφαλμένη Ερμηνεία Ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, δ) Απόλυτη Ακυρότητα. Έλλειψη Ειδικής και Εμπεριστατωμένης Αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα η οποία απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Εσφαλμένη Ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε Εφαρμογή υπάρχει όταν δεν υπαγάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν με βάση τις αποδείξεις στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, καθώς και όταν παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/2004 και 2200/2002 Ποιν.Χρον. ΝΓ.62). Απόλυτη Ακυρότητα επέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1δ του Κ.Π.Δ. όταν αναιτιολόγητα απορρίπτεται το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο δικαστικό συμβούλιο προκειμένου να παράσχει οποιαδήποτε διασάφηση ή διευκρίνιση (Α.Π. 960/2006 Ποινική Δικ. 2006.1346, Α.Π. 292/2003 Ποινική Δικ. 2003.844, Α.Π. 2125/2002 Ποιν.Χρον. ΝΓ.134). Σχετικά δε με την έλλειψη αιτιολογίας που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κυριαρχική επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου (Α.Π. 1457/2000, Α.Π. 591/2001 Ποιν.Χρον. ΝΑ.537 και ΝΒ.131).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, το οποίο μνημονεύει όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Ι. Μ. Μ. από το 1985 δραστηριοποιείται στο εμπόριο κρεάτων και αναλώσιμων ειδών αλλαντοποιίας με τη διατήρηση συναφών επιχειρήσεων, όπως αρχικά της εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Μ. ΕΠΕ" και από το έτος 1994 της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΦΑΡΜ ΑΒΕΕ" και διακριτικό τίτλο "ΑΒΡΑ" με έδρα στον ..., της οποίας υπήρξε μέτοχος και πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου μέχρι την πτώχευσή της κατά το έτος 2006, ενώ ο κατηγορούμενος Ν. Ι. Μ. υπήρξε διευθύνων σύμβουλος αυτής μέχρι την παραίτησή του την 21-3-2006, η οποία, όμως δεν δημοσιεύτηκε στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, λόγω μη αποστολής στη Διοίκηση του πρακτικού διοικητικού συμβουλίου για την αναπλήρωσή του (βλ. υπ' αριθμ. 8172/20-10-2005, 2907/2-5-2006, 7091/30-10-2009 έγγραφα Τμήματος Α.Ε. Α' Διεύθυνσης Εμπορίου και Τουρισμού Νομαρχίας Πειραιά). Η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "ΠΟΛΥΣΟΝΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΠΕ" και διακριτικό τίτλο "ΠΟΛΥΣΟΝΣ ΕΠΕ" εδρεύει στον ... και έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την εισαγωγή από το εξωτερικό και τη μεταπώληση σε τρίτους πρώτων υλών, βοηθητικών στην αλλαντοποιία, όπως φωσφορικών, μπαχαρικών και τεχνητών εντέρων, καθώς και την αντιπροσώπευση στην Ελλάδα αλλοδαπών εισαγωγικών εταιριών εμπορίας κρέατος (βλ. ΦΕΚ 11483/27-10-2003 τ. ΑΕ και ΕΠΕ Εφημερίδος της Κυβερνήσεως). Η εν λόγω εταιρία προμήθευε από το έτος 1994 την εταιρία "ΑΛΦΑ ΦΑΡΜ ΑΒΕΕ" με εμπορεύματα απαραίτητα για το σκοπό της και για τις αγορές αυτές οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι κατά το καταστατικό της εταιρίας τους εκπροσωπούσαν αυτήν και τη δέσμευαν με την από κοινού υπογραφή τους κάτω από την εταιρική επωνυμία, εξέδιδαν επιταγές. Από τις αρχές Σεπτέμβρη του έτους 2005 η εταιρία των κατηγορουμένων παρουσίασε αδυναμία να αντεπεξέλθει στις προς τρίτους οικονομικές υποχρεώσεις της και η οικονομική της στενότητα επιδεινώθηκε από τις αρχές του έτους 2006, όπως παραδέχεται στην απολογία του ο Ι. Μ.. Ωστόσο η εν λόγω εταιρία συνέχισε τις παραγγελίες εμπορευμάτων προς την εταιρία "ΠΟΛΥΣΟΝΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΠΕ", που αγνοούσε την οικονομική κατάσταση αυτής και την οποία έπεισαν οι κατηγορούμενοι να πωλήσει και παραδώσει στην εταιρία τους από 27-1-2006 έως 26-5-2006 εμπορεύματα συνολικής αξίας 44.718 ευρώ και να δεχθεί χάριν καταβολής μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές. Τούτο επιτεύχθηκε με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων ότι η εταιρία τους είναι φερέγγυα και οικονομικά εύρωστη και ότι διαθέτει στον τραπεζικό της λογαριασμό διαθέσιμα κεφάλαια, ικανά να καλύψουν τα ποσά των επιταγών, που αντιστοιχούσαν στην συνολική αξία των εμπορευμάτων, που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτήν από 27-1-2006 έως 26-5-2006. Έτσι η εγκαλούσα εταιρία αποδέχθηκε μέσω του εκπροσώπου της την 23-3-2006, την 18-4-2006 και την 5-6-2006 τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές της "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε." με αριθμούς ..., ... και ... έκδοσης της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΦΑΡΜ ΑΒΕΕ", που σύρονταν στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της, κατά τις ημερομηνίες 31-8-2006 η πρώτη και η δεύτερη και 31-10-2006 η τρίτη, ποσού 14.718 ευρώ η πρώτη, 15.000 ευρώ η δεύτερη και 15.000 ευρώ η τρίτη, συνολικής αξίας 44.718 ευρώ (βλ. τις υπ' αριθμ. 57/23-3-2006, 86/18-4-2006 και 149/5-6-2006 αποδείξεις παραλαβής και τις υπ' αριθμ. 808/23-3-2006, 839/18-4-2006 και 904/5-6-2006 αντίστοιχες αποδείξεις παραλαβής). Οι εν λόγω επιταγές έφεραν μόνο την υπογραφή του κατηγορουμένου Ν. Ι. Μ., ο οποίος εξακολουθούσε να δεσμεύει με την υπογραφή του την εταιρία "ΑΛΦΑ ΦΑΡΜ ΑΒΕΕ" ως διευθύνων σύμβουλος αυτής, εφόσον συνυπέγραφε μαζί του υπό την εταιρική επωνυμία ο συγκατηγορούμενός του Ι. Μ. Μ.. Επομένως οι επιταγές αυτές ήσαν άκυρες, αφού δεν είχαν ως αναγκαίο τυπικό στοιχείο του κύρους τους κατ' άρθρο 1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής (βλ. Ι. Μάρκου: Δίκαιο Επιταγής, έκδ. 1995, σελ. 49 - 52 και ιδίως σελ. 51) τις υπογραφές και των δύο κατηγορουμένων ως αντιπροσώπων που επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία της έκδοσης επιταγών αντί της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας "ΑΛΦΑ ΦΑΡΜ ΑΒΕΕ" και, συνεπώς, δεν τη δέσμευαν (οι ως άνω επιταγές) για την πληρωμή τους. Την ακυρότητα των εν λόγω επιταγών δεν γνώριζε η εγκαλούσα εταιρία ούτε ήταν υποχρεωμένη να γνωρίζει ως μέσος συναλλασσόμενος, καθόσον την υποχρέωση έκδοσης έγκυρης επιταγής υπέχει κατά νόμο ο εκδότης αυτής, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση η αντιπροσωπευόμενη από τους κατηγορουμένους εταιρία μέσω αυτών ως νομίμων αντιπροσώπων της. Όμως, την ακυρότητα αυτή γνώριζαν οι κατηγορούμενοι Ι. Μ. και Ν. Μ., δεδομένου ότι δεν αναπληρώθηκε ο δεύτερος απ' αυτούς μετά την παραίτησή του την 21-3-2006 από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου και υπέγραψε μόνος κάτω από την εταιρική επωνυμία τις ανωτέρω επιταγές και ο πρώτος απ' αυτούς τις παρέδωσε, μέσω του λογιστηρίου του, στο νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρίας. Επίσης γνώριζαν ότι η εταιρία τους λόγω της οικονομικής της δυσπραγίας δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή των εν λόγω επιταγών τόσο κατά το χρόνο της έκδοσής τους όσο και κατά το χρόνο της πληρωμής τους (βλ. τις από 11-10-2006, 3-8-2006 και 3-8-2006 βεβαιώσεις της πληρώτριας τράπεζας περί μη πληρωμής λόγω έλλειψης αντικρύσματος και άτακτης έκδοσης). Παρά ταύτα προέβησαν εν γνώσει τους από κοινού σε παραπλανητικές περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρίας, με συνέπεια αυτός ενεργώντας για λογαριασμό της τελευταίας να προβεί στις πωλήσεις εμπορευμάτων συνολικής αξίας 44.718 ευρώ προς την εταιρία των κατηγορουμένων και στην αποδοχή των επιταγών. Στις πράξεις τους αυτές οι κατηγορούμενοι προέβησαν από κοινού με πρόθεση βάσει οργανωμένου σχεδίου δράσης με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία τους και οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσας εταιρίας, ως αποτέλεσμα των παραπλανητικών παραστάσεών τους. Περαιτέρω από το αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι σε ίδιες παραπλανητικές παραστάσεις για την οικονομική κατάσταση της εταιρίας τους προέβησαν οι κατηγορούμενοι και προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας "Φ. ΑΕΒΕΚ", σε διαταγή της οποίας εξέδωσαν μεταχρονολογημένες και σε κάθε περίπτωση ακάλυπττες επιταγές.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το έγκλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση περαιτέρω δε από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι και από την πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων της απάτης πρόκυπτει σκοπός αυτών για τον πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή για την τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, εφόσον παρίσταναν στους προμηθευτές τους αναληθή περιστατικά και τους παρέδιναν ακάλυπτες επιταγές, που δεν δέσμευαν την εταιρία τους.
Συνεπώς ορθώς παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος Ι. Μ. με το εκκαλούμενο βούλευμα για να δικασθεί για το ως άνω έγκλημα της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσο εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στην προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για παράβαση του άρθρου 484 στοιχεία α, β και δ του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξη του περιουσιακού οφέλους, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή τρίτο συμπεριφορά, γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, υφιστάμενη και στην περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός διατηρεί ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνδέονται ταυτοχρόνως και με ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναγόμενων στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση της μη εκπλήρωσης της υποχρέωσής του αυτής, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται επιπλέον, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 του Π.Κ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλ' απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή η αντίστοιχη ζημία που προκλήθηκε να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίσθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2943/2001). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης μπορεί να υπάρχει και όταν αυτή τελείται για πρώτη φορά, δεν έχει όμως ευκαιριακό χαρακτήρα, εντασσόμενη σε ένα γενικότερο εγκληματικό σχέδιο του δράστη προς πορισμό εισοδήματος, που συμβαίνει όταν από την όλη υποδομή που αυτός έχει διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπό του προς πορισμό εισοδήματος (βλ. ΑΠ 76/2010 ΤΝΠ Νόμος). Σχετικά δε με την επικαλουμένη ακυρότητα λόγω ελλείψεως αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματός του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Δικαστικό Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς προς παροχή διασαφήσεων, δοθέντος ότι το προπαρασκευστικό - παρεμπίπτον υπ' αριθμ. 239/17-8-2009 βούλευμα του αυτού ως άνω Δικαστικού Συμβουλίου που απέρριψε το εν λόγω αίτημα με το σκεπτικό ότι "Επειδή όσα είχαν να προτείνουν για την επίρρωση των απόψεων και των ισχυρισμών τους οι κατηγορούμενοι, το έχουν ήδη αναλύσει επαρκώς και δεν κρίνεται απαραίτητη η παρουσία τους ενώπιον του Συμβουλίου", το οποίο είναι ενσωματωμένο στο υπ' αριθμ. 228/16-7-2010 προσβαλλόμενο βούλευμα, έχει πλήρη αιτιολογία (Α.Π. 960/2006 Ποιν.Δικ. 2006.1346, Α.Π. 292/2003 Ποιν.Δικ. 2003.844, Α.Π. 2125/2002 Ποιν.Χρον. ΝΓ.134).
Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 386 παρ. 1-3α του Π.Κ., όπως αντικ. με το άρθρο με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και για τον λόγο αυτό οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Ως εκ τούτου η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 13/10-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Μ. του Μ. και της Α., 48 ετών, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 228/16-7-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και κατά του ενσωματωμένου στο ανωτέρω υπ' αριθμ. 239/17-8-2009 προπαρασκευαστικού - παρεμπίπτοντος βουλεύματος του αυτού ως άνω Δικαστικού Συμβουλίου. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 24 Φεβρουαρίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών." Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών από την οποία παραπλανήθηκε άλλος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα θεωρούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνδέονται ταυτοχρόνως και με ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναγομένων στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως της συμβατικής υποχρεώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση της μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως του αυτής, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, για την κακουργηματική μορφή της απάτης, απαιτείται επί πλέον, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του Νόμου 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 του Ποινικού Κώδικα με το άρθρο 14 παρ. 4 του Νόμου 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλ' απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός ή η αντίστοιχη ζημία που προκλήθηκε να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001). Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 13 στ' του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 2408/1996, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Γίνεται δεκτό ότι κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΟλΑΠ 1/1205). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου σχετικά με τη συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όσα διαλαμβάνονται σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, ώστε θα ήταν άσκοπη η τυπολατρική επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΟλΑΠ 1227/1979). Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μεν είναι εφικτός ο έλεγχος τη ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Τέλος απόλυτη ακυρότητα επέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μεταξύ άλλων και όταν αναιτιολόγητα απορρίπτεται το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο δικαστικό συμβούλιο, προκειμένου να παράσχει οποιαδήποτε διασάφηση ή διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, που το εξέδωσε, με δική του σκέψη, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Ι. Μ. Μ. από το 1985 δραστηριοποιείται στο εμπόριο κρεάτων και αναλώσιμων ειδών αλλαντοποιίας με τη διατήρηση συναφών επιχειρήσεων, όπως αρχικά της εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Μ. ΕΠΕ" και από το έτος 1994 της εταιρείας με την επωνυμία "ΆΛΦΑ ΦΑΡΜ ΑΕΒΕ" και διακριτικό τίτλο "ΑΒΡΑ", με έδρα στον ..., της οποίας υπήρξε μέτοχος και πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου, μέχρι την πτώχευση της, κατά το έτος 2006, ενώ ο κατηγορούμενος Ν. Ι. Μ. υπήρξε διευθύνων σύμβουλος αυτής μέχρι την παραίτηση του την 21.3.2006, η οποία όμως δεν δημοσιεύτηκε στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, λόγω μη αποστολής στη Διοίκηση του πρακτικού διοικητικού συμβουλίου για την αναπλήρωση του. Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΠΟΛΥΣΟΝΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΠΕ" εδρεύει στον ... και έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την εισαγωγή από το εξωτερικό και τη μεταπώληση σε τρίτους πρώτων υλών, βοηθητικών στην αλλαντοποιία, όπως φωσφορικών, μπαχαρικών και τεχνητών εντέρων, καθώς και την αντιπροσώπευση στην Ελλάδα αλλοδαπών εισαγωγικών εταιριών εμπορίας κρέατος. Η εν λόγω εταιρεία προμήθευε από το έτος 1994 την εταιρεία "ΆΛΦΑ ΦΑΡΜ ΑΒΕΕ" με εμπορεύματα απαραίτητα για το σκοπό της και για τις αγορές αυτές οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι κατά το καταστατικό της εταιρείας τους εκπροσωπούσαν αυτήν και τη δέσμευαν με την από κοινού υπογραφή τους κάτω από την εταιρική επωνυμία, εξέδιδαν επιταγές. Από τις αρχές Σεπτέμβρη του έτους 2005 η εταιρεία τω κατηγορουμένων παρουσίασε αδυναμία να αντεπεξέλθει στις προς τρίτους οικονομικές υποχρεώσεις της και η οικονομική της στενότητα επιδεινώθηκε από τις αρχές του έτους 2006, όπως παραδέχεται στην απολογία του ο Ι. Μ.. Ωστόσο η εν λόγω εταιρεία συνέχισε τις παραγγελίες εμπορευμάτων προς την εταιρεία "ΠΟΛΥΣΟΝΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΠΕ", που αγνοούσε την οικονομική κατάσταση αυτής και την οποία έπεισαν οι κατηγορούμενοι να πωλήσει και παραδώσει στην εταιρεία τους από 27.1.2006 έως 26.5.2006 εμπορεύματα συνολικής αξίας 44.718 ευρώ και να δεχθεί χάριν καταβολής μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές. Τούτο επιτεύχθηκε με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων ότι η εταιρεία τους είναι φερέγγυα και οικονομικά εύρωστη και ότι διαθέτει στον τραπεζικό της λογαριασμό διαθέσιμα κεφάλαια, ικανά να καλύψουν τα ποσά των επιταγών, που αντιστοιχούσαν στη συνολική αξία των εμπορευμάτων, που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτήν από 27.1.2006 έως 26.5.2006. Έτσι, η εγκαλούσα εταιρεία αποδέχθηκε μέσω του εκπροσώπου της την 23.3.2006, την 18.4.2006 και την 5.6.2006 τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές της "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ" με αριθμούς ..., ... και ... έκδοσης της εταιρείας "ΆΛΦΑ ΦΑΡΜ ΑΒΕΕ", που σύρονταν στον υπ' αριθμ.... λογαριασμό της, κατά τις ημερομηνίες 31.8.2006, η πρώτη και η δεύτερη και 31.10.2006 η τρίτη, ποσού 14.718 ευρώ η πρώτη, 15.000 ευρώ η δεύτερη και 15.000 ευρώ η τρίτη, συνολικής αξίας 14.718 ευρώ. Οι εν λόγω επιταγές έφεραν μόνο την υπογραφή του κατηγορουμένου Ν. Ι. Μ., ο οποίος εξακολουθούσε να δεσμεύει με την υπογραφή του την εταιρεία "ΑΛΦΑ ΦΑΡΜ ΑΒΕΕ" ως διευθύνων σύμβουλος αυτής, εφόσον συνυπέγραψε μαζί του υπό την εταιρική επωνυμία ο συγκατηγορούμενός του Ι. Μ. Μ.. Επομένως, οι επιταγές αυτές ήσαν άκυρες, αφού δεν είχαν ως αναγκαίο τυπικό στοιχείο του κύρους τους κατ' άρθρο 1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής, τις υπογραφές και των δύο κατηγορουμένων ως αντιπροσώπων που επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία της έκδοσης επιταγών αντί της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας "ΆΛΦΑ ΦΑΡΜ ΑΒΕΕ" και συνεπώς δεν τη δέσμευαν (οι άνω επιταγές) για την πληρωμή τους. Την ακυρότητα των εν λόγω επιταγών δεν γνώριζε η εγκαλούσα εταιρεία ούτε ήταν υποχρεωμένη να γνωρίζει ως μέσος συναλλασσόμενος, καθόσον την υποχρέωση έκδοσης έγκυρης επιταγής υπέχει κατά νόμο ο εκδότης αυτής, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση η αντιπροσωπευόμενη από τους κατηγορουμένους εταιρεία μέσω αυτών, ως νομίμων αντιπροσώπων της. Όμως, την ακυρότητα αυτή γνώριζαν οι κατηγορούμενοι Ι. Μ. και Ν. Μ., δεδομένου ότι δεν αναπληρώθηκε ο δεύτερος απ' αυτούς μετά την παραίτηση του την 21.3.2006 από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου και υπέγραψε μόνος κάτω από την εταιρική επωνυμία τις ανωτέρω επιταγές και ο πρώτος απ' αυτούς τις παρέδωσε, μέσω του λογιστηρίου του, στο νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρίας. Επίσης γνώριζαν ότι η εταιρεία τους λόγω της οικονομικής της δυσπραγίας δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή των εν λόγω επιταγών τόσο κατά το χρόνο της έκδοσης τους, όσο και κατά το χρόνο της πληρωμής τους. Παρά ταύτα, προέβησαν εν γνώσει τους από κοινού σε παραπλανητικές περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας, με συνέπεια αυτός, ενεργώντας για λογαριασμό της τελευταίας να προβεί στις πωλήσεις εμπορευμάτων συνολικής αξίας 44.718 ευρώ, προς την εταιρεία των κατηγορουμένων και στην αποδοχή των επιταγών/ Στις πράξεις τους αυτές οι κατηγορούμενοι προέβησαν από κοινού, με πρόθεση βάσει οργανωμένου σχεδίου δράσης, με σκοπό να αποκομίσει η εταιρεία τους και οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσας εταιρείας, ως αποτέλεσμα των παραπλανητικών παραστάσεων τους. Περαιτέρω, από το αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι σε ίδιες παραπλανητικές παραστάσεις για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας τους προέβησαν οι κατηγορούμενοι και προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "Φ. ΑΕΒΕΚ", σε διαταγή της οποίας εξέδωσαν μεταχρονολογημένες και σε κάθε περίπτωση ακάλυπτες επιταγές.
Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το έγκλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση, περαιτέρω δε από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι και από την πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων της απάτης προκύπτει σκοπός αυτών για τον πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή για την τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητα τους, εφόσον παρίσταναν στους προμηθευτές τους αναληθή περιστατικά και τους παρέδιναν ακάλυπτες επιταγές, που δεν δέσμευαν την εταιρεία τους.
Συνεπώς ορθώς παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος Ι. Μ. με το εκκαλούμενο βούλευμα για να δικασθεί για το ως άνω έγκλημα της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση... Επομένως, το εκκαλούμενο βούλευμα ως προαναφέρεται, κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου παραπέμπει τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο Ι. Μ. Μ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, για να δικαστεί για το παραπάνω έγκλημα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ', 14, 16, 17, 18, 19, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 - 2, 45, 98, 386 παρ. 1 - 3α του Π.Κ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999 και οι λόγοι της έφεσης του ως άνω κατηγορουμένου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι". Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμα του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων στο ακροατήριο, μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', 18, 26 παρ. 1 στοιχ. α', 27, 46 παρ. 1 στοιχ. α'. 48, παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1, 3 στοιχ. β' του Ποινικού Κώδικα, που εφαρμόσθηκαν χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή λογικά κενά και έτσι το βούλευμα δεν στερήθηκε νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες στο προσβαλλόμενο βούλευμα από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η μεθοδευμένη και βάσει σχεδίου δράση του αναιρεσείοντος, ο οποίος, με πρόθεση και από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του, με σκοπό να αποκομίσει η παραπάνω εταιρεία τους "ΦΑΡΜ ΑΒΕΕ" η οποία βρισκόταν σε κακή οικονομική κατάσταση και οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσας, απέκρυψε από την εγκαλούσα , η οποία αγνοούσε την παραπάνω κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας "ΦΑΡΜ ΑΒΕΕ" το γεγονός αυτό (δηλ. την κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας τους), πείθοντας αυτήν να πουλήσει και να παραδώσει στην εταιρεία τους εμπορεύματα συνολικής αξίας 44.717 ευρώ, και να δεχθεί χάριν καταβολής άκυρες και ακάλυπτες μεταχρονολογημένες τραπεζιτικές επιταγές. Ομοίως με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθεται ότι από την δραστηριότητα αυτή του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του, οι οποίοι είχαν προβεί σε ίδιες παραπλανητικές παραστάσεις για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας τους και προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "Φ. ΑΕΒΕΚ", σε διαταγή της οποίας εξέδωσαν ακάλυπτες επιταγές, συνάγεται ότι διέπραξαν το έγκλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση και ότι από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και από την πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως του εγκλήματος αυτού, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Δηλαδή, αναφέρονται οι ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε σε βάρος της εγκαλούσας το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης από τον αναιρεσείοντα. Τέλος, αιτιολογείται επαρκώς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου και ο σκοπός του αναιρεσείοντος να αποκομίσει ο ίδιος, ο συγκατηγορούμενός του και η εταιρεία τους από τις παραπάνω πράξεις παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο παραπάνω αναφερόμενο ποσό, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της τελευταίας και προσδιορίζεται η ζημία που προξενήθηκε στην εγκαλούσα, η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Κατ' ακολουθίαν οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την κατ' επίφαση επίκληση των παραπάνω αναιρετικών λόγων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος δεν ελέγχει, σύμφωνα με τα παραπάνω την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, απορριπτέος είναι και ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με την επικαλούμενη ακυρότητα λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Δικαστικό Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, προς παροχή διασαφήσεων, δοθέντος ότι το προπαρασκευαστικό - παρεμπίπτον και συμπροσβαλλόμενο 239/17.8.2009 βούλευμα του αυτού ως άνω Δικαστικού Συμβουλίου, που απέρριψε το εν λόγω αίτημα με το σκεπτικό ότι "επειδή όσα είχαν να προτείνουν για την επίρρωση των απόψεων και των ισχυρισμών τους οι κατηγορούμενοι, το έχουν ήδη αναλύσει επαρκώς και δεν κρίνεται απαραίτητη η παρουσία τους ενώπιον του Συμβουλίου", έχει πλήρη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Επειδή, ενόψει των ανωτέρω και του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 13/10.9.2010 αίτηση του κατηγορουμένου Ι. Μ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 228/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και του συμπροσβαλλομένου 239/2009 παρεμπίπτοντος βουλεύματος του αυτού Δικαστικού Συμβουλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250 €) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση τέλεση των εγκλημάτων της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία με χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης των 15.000 ευρώ και πλαστογραφίας με σκοπό το όφελος, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €. Κατά του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το 504/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα.. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος ασκήθηκε η κρινόμενη αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως: 1ος λόγος. 'Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν αναφέρονται 61 αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικτικά μέσα. 2ος λόγος: Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα του άρθρου 258, του άρθρου 216 και του άρθρου 98
| null | null | 0
|
Αριθμός 1115/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 504/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών.
Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 122/2011. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη, με αριθμό 106/15-4-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"- Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, κατ' άρθ. 485 § 1 ΚΠΔ, την 1/7-1-2011 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 504/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, εκθέτουμε τ' ακόλουθα:
- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας με το 22/2010 βούλευμά του, παρέπεμψε την αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών για να δικασθεί για κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση τέλεση των εγκλημάτων α) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαιτέρως μεγάλης, ανώτερης των 15.000 € αξίας και β) της πλαστογραφίας με σκοπό το όφελος τελεσθείσας "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια", εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 € [(άρθρα 1, 13 α' γ', στ,14,18, 26 §1α, 27§§2-1, 94§1, 98, 216 §§ 3β -1 258γ'(α'α'), 262, 263 Α(β') 263 ΠΚ)].
- Κατά του ως παραπάνω βουλεύματος του Συμβούλιου Πλημμελειοδικών, η αναιρεσείουσα άσκησε την 1/1-4-2010 έφεσή της.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 504/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο αφού έκανε τυπικά δεκτή την ασκηθείσα έφεση, απέρριψε αυτή κατ' ουσία, και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. - Κατά του εφετειακού αυτού Βουλεύματος στρέφεται τώρα η κατηγορουμένη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 30-12-2010 η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 7-1-2011 ήτοι εμπροθέσμως ( άρθρο 473§1 ΚΠΔ). Η εν λόγω αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πατρών από την, Φωτεινή Γούργουρα, πληρεξούσια της, και δικηγόρο Πατρών, συντάχθηκε δε γι' αυτήν, η με αριθ.1/7-1-2011 έκθεση, στην οποίαν προβάλλονται, ως λόγοι αναίρεσης του βουλεύματος: 1) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ 484§1δ ΚΠΔ) διότι δεν αναφέρονται σ'αυτό, με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικτικά στοιχεία που θεμελιώνουν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις άδικες πράξεις για τις οποίες παραπέμπομαι, αλλά αρκείται στην αναφορά τους κατά τρόπο γενικό και αόριστο. 2) η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (αρθρ 484§1β ΚΠΔ), διότι σ' αυτό γίνεται εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων: α) του άρθρου 258 γ(α') περί υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με τη χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, ενώ δεν αποδείχθηκαν τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία ή πράξεις που ανάγονται στην έννοια των ιδιαιτέρων τεχνασμάτων ως επιβαρυντική περίπτωση της προαναφερόμενης πράξης, οι ενέργειες δε που αναφέρει, ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, συνιστούν το αδίκημα της πλαστογραφίας του άρθρου 216 ΠΚ β) του άρθρου 216§3β του ΠΚ περί συνδρομής της επιβαρυντικής περίπτωσης της πλαστογραφίας ως ενεργούμενης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ενώ από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε η συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περίστασης και γ) του άρθρου 98§2, ως προς την εκτίμηση του ύψους της περιουσιακής βλάβης αφού δεν αποδείχθηκε ή ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου της διάταξης, δηλαδή ο σκοπός της προσπόρισης, ποσού ανώτερου των 15.000 €.
- Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει αυτήν για κακουργήματα. - Ενόψει των ανωτέρω, και των άρθρων 462, 463, 465, 474, 473, 482, 484 περ. β, δ του ΚΠΔ και άρθρ. 1, 13α'β'στ', 14, 18,19, 26 §1α, 27§§2-1, 94§1, 98, 216 §§ 3β-1, 258γ'(α'), 262, 263 και 263 Α(β') του ΠΚ, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. - Κατά την διάταξη του άρθρ. 258 του ΠΚ. όπως η περίπτωση γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 14 παρ. 5β του Ν. 2721/1999, "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α)... β)... γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν αα)ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δρχ. (ήδη 14.673 ευρώ)".
- Η υπεξαίρεση του άρθρου 258 ΠΚ, είναι ειδική έναντι της υπεξαιρέσεως της προβλεπομένης υπό της γενικής διατάξεως του άρθρου 375 ΠΚ. Περιλαμβάνει και την απαξία της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 ΠΚ, με επαύξηση λόγω της ιδιότητος του δράστου -ως υπαλλήλου- της ποινής. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού απαιτούνται τα εξής στοιχεία: α) πρόθεση δόλος του δράστη, που συνίσταται στη θέληση του να ιδιοποιηθεί ξένο εξ ολοκλήρου ή εν μέρει κινητό πράγμα ή χρήματα, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου κατά την έννοια των άρθρων 13 και 263α ΠΚ, γ) το ιδιοποιούμενο κινητό πράγμα ή τα χρήματα να ανήκουν εξ ολοκλήρου ή μερικώς στην κυριότητα άλλου και όχι του δράστη, ιδιοποίηση, δηλαδή ενσωμάτωση του ξένου πράγματος ή των χρημάτων, στην περιουσία του δράστη, η οποία να είναι παράνομη, να γίνεται δηλαδή χωρίς τη θέληση του κυρίου του πράγματος και χωρίς δικαίωμα του -δράστη προς τούτο, δ) το ιδιοποιούμενο πράγμα ή τα χρήματα να περιήλθαν στην κατοχή του δράστη, λόγω της ιδιότητος του ως υπαλλήλου, έστω και αναρμόδιου, γι' αυτό, συντελείται προκειμένου περί χρημάτων σε Τράπεζα όχι μόνο με την ανάληψη αυτών αλλά και με λογιστική μεταφορά τους σε λογαριασμό αυτού στην Τράπεζα ή για λογαριασμό του ιδίου δράστη σε λογαριασμό άλλου προσώπου στην τράπεζα (ΑΠ 1949/2002).
- Ως υπάλληλος για την εφαρμογή του άρθρου αυτού θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρ. 263 Α του ΠΚ, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρ. 13α' και όποιος υπηρετεί μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό της. Αντικείμενο της πράξεως είναι χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος δόλος) που ενέχει τη γνώση από τον δράστη ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι έλαβε ή κατέχει αυτό υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και θέληση να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (ΑΠ 110/98, ΑΠ 859/97, ΑΠ 703/97, ΑΠ 1264/95).
- Ως "ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ" θεωρούνται "χρησιμοποιηθείσες υλικές ενέργειες και μέθοδοι κεκρυμμένες, μη εμφανώς διακριτές με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη, που αποσκοπούν στη μερική ή ολική άρση της δυνατότητος ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και δη των προϊσταμένων ή των εχόντων δικαίωμα ελέγχου και τα οποία φαινομενικώς θεωρούν τις ενέργειες ως κατ' αρχήν νόμιμες" [ΑΠ 56/98, ΑΠ 104/1991 850, ΑΠ (Συμβ) 464/1990]. Ειδικότερα, ως "ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ", κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, νοούνται, ενέργειες του δράστη για την επίτευξη ή τη συγκάλυψη της παρανόμου ιδιοποιήσεως όπως προκειμένου για χρήματα τρίτων που τηρούνται έγγραφα παραστατικά, με τα οποία γίνεται η απόδοση αυτών στον δικαιούχο και έλεγχος της σωστής διαχειρίσεως ψευδείς εγγραφές ή παραποιήσεις αυτών ή απόκρυψη των σχετικών παραστατικών (ΑΠ 1264/95, ΑΠ 1763/90, ΑΠ 1010/84, ΑΠ 1485/84).
- Το ιδιαίτερο τέχνασμα που χρησιμοποιήθηκε από το δράστη της υπεξαιρέσεως είναι δυνατό να συνιστά ιδιαίτερο έγκλημα, οπότε υπάρχει πραγματική συρροή με το έγκλημα της υπεξαιρέσεως (ΑΠ 1358/1995, ΑΠ 970/1995).
- Όσον αφορά τον προσδιορισμό της εννοίας της ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας θα ληφθεί υπόψη η ισχύουσα στις συναλλαγές και όχι η από διαθέσεως αξία η οποία έχει υποκειμενική σημασία (ΑΠ 63/2004). Πρέπει να λεχθεί ότι το αξιόποινο της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία δεν εξαλείφεται αν ο δράστης αυτής αποδώσει το πράγμα που υπεξαίρεσε ή ικανοποιήσει εντελώς εκείνον που ζημιώθηκε από αυτή, διότι το άρθρο 379 ΠΚ, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις των άρθρ. 372 επ. και 375 επ. ΠΚ, όχι δε στην περίπτωση του άρθρου 258 ΠΚ, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο IB' του ΠΚ, με τον τίτλο "Εγκλήματα σχετικά με υπηρεσία" (ΑΠ 1008/83, Εφ. Πατρών 301/1997).
- Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 216 §1 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον- σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υλικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο πλαστού εγγράφου, δηλαδή εγγράφου που εμφανίζεται ότι εκδόθηκε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που πράγματι είναι ο εκδότης του είτε η νόθευση γνησίου εγγράφου δηλαδή αλλοίωση του περιεχομένου ενός καταρχήν γνησίου εγγράφου, χωρίς τη συναίνεση του εκδότη αυτού. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Τέτοιο δε είναι το γεγονός που μπορεί να είναι σημαντικό για τη γένεση, απώλεια ή αλλοίωση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως δημοσίας ή ιδιωτικής. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής κατάρτιση πλαστού εγγράφου υπάρχει όταν το έγγραφο καταρτίσθηκε επ' ονόματι άλλου, σαν να εκδόθηκε από αυτόν [ΑΠ (Ολ.) 3/2008, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 141/2009, ΑΠ 1234/2010, ΑΠ 217/2003, ΑΠ 346/2002, ΑΠ 1224/2001, ΑΠ 725/2000, ΑΠ 54/1999, ΑΠ 712/1995].
- Επειδή δια της διατάξεως της παραγράφου 3 του άνω άρθρου συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 § 7α' Ν. 2408/1996 που ισχύει από την 4-6-1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.2α' και β1 του Ν. 2721/1999 που ισχύει από την 3η-6-1999 προβλέπονται δύο μορφές κακουργηματικής πλαστογραφίας ήτοι: 1) Η πλαστογραφία επί σκοπώ οφέλους ή βλάβης τρίτου εκ της οποίας το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ. Για τη συγκρότηση δε αυτής απαιτείται να συντρέχουν συμπλεκτικά οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις: α) Σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή σκοπός του βλάβης τρίτου, ως άμεσο αποτέλεσμα της πράξεως, χωρίς δηλαδή την μεσολάβηση κάποιας περαιτέρω πράξεως του δράστη (ΑΠ 406/1991). Πρόκειται για επιβαρυντική περίσταση "υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως" ως προς την οποία δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος. Όφελος θεωρείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί ο δράστης, που επέρχεται είτε με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα, είτε με την αποσόβηση της μειώσεως της περιουσίας του με τη βλάβη άλλου, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. Ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο, του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του (ΑΠ 725/2000, ΑΠ 1389/1997), β) το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ., ήτοι ευρώ 73.000 και 2) Η πραττόμενη "κατ' επάγγελμα" ή "κατά συνήθεια" κατά την έννοια του άρθρου 13 στ' ΠΚ και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ.
- Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω διατάξεων (αρθρ. 258 γ'(α') ΠΚ και 216 §3 β του ΠΚ), προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας συρρέει αληθινά με εκείνη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία με μεταχείριση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων και δεν απορροφάται απ' αυτήν όταν η πλαστογραφία εμφανίζεται ω "ΤΕΧΝΑΣΜΑ". Τα δύο αυτά εγκλήματα είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ του λόγω της διαφορετικότητας του πληττομένου με καθένα από αυτά εννόμου αγαθού, τελούν δε μεταξύ τους σε σχέση, αληθούς πραγματικής συρροής και όταν ακόμη πλαστογραφία διαπράττεται προς διευκόλυνση, ή προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως (ΑΠ 1560/1987, ΑΠ 1039/89, ΑΠ 1763/90, ΑΠ 814/2000, Μπουροπ. β' 385, Σταμάτης α' 177).
- Περαιτέρω, το κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 ΠΚ), που συνιστά περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων (ΑΠ 1308/80), είναι εκείνο, που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες χρονικά χωρισμένες μεταξύ τους αυτοτελείς και κολάσιμες πράξεις, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, και που κάθε μία από αυτές περιέχει τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, και ως κοινό στοιχείο έχουν την ταυτότητα της εγκληματικής αποφάσεως για την εκτέλεση τους [ΑΠ 749/78, ΑΠ (Συμβ) 1235/1987, ΑΠ 532/90].
- Στην περίπτωση δε τελέσεως πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την §2 του αρθρ. 98 του ΠΚ, η οποία προστέθηκε με το άρθρ. 14 § 11 του Ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, εφόσον ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ (Συμβ) 111/2008).
- Εξάλλου, από τη διάταξη δε του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 §1 Ν. 2408/1996 προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως α) της τελέσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας "ΚΑΤ' ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ", απαιτείται, αντικειμενικώς, επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Υποκειμενικώς δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος, β) της "ΚΑΤΑ ΣΥΝΗΘΕΙΑ" δε, τελέσεως αυτού, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Η ροπή, πρέπει να είναι σταθερή δηλαδή έμμονη και επίμονη και να διαγιγνώσκεται ειδικά ότι συνιστά και συναποτελεί οργανικό στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη, δηλαδή συστατικό στοιχείο της δομής και της λειτουργίας του χαρακτήρα του (ΑΠ 789/1999, ΑΠ 853/1999). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή ομοειδούς πραγματικής συρροής. Δεν απαιτείται μάλιστα να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες του δράστη [ΑΠ 1855/2001, ΑΠ 299/1998, ΑΠ (Συμβ) 766/2000 και ΑΠ 111/2008)].
- Αν όμως δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 1082/200, ΑΠ 1045/98). Περαιτέρω, ο όρος "ΥΠΟΔΟΜΗ" αποτελεί νομικό νεολογισμό, με τον οποίο νοείται η ύπαρξη οργανωμένης τεχνικής υποστηρίξεως κατάλληλα διαρθρωμένης για την επίτευξη εισοδήματος από οικονομική εγκληματική δραστηριότητα. Με τη χρήση του όρου αυτού νοείται τέλεση της πράξεως βάσει συγκεκριμένου οργανωμένου σχεδίου από δράστη που ασκεί οιονεί επιχειρηματική δραστηριότητα και αποβλέπει στον εισοδήματος (Ν.Λίβου, "Η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια" τέλεση εγκλήματος, ΠΧ ΜΣΤ.1374). - Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ 1 και 178 ΚΠΔ [ΑΠ (Ολ) 1/2005,ΑΠ 234/2003, ΑΠ 1459/2004, 2413/2005, ΑΠ 570/2006].
- Εξάλλου η κατά το άρθρο 484 § 1β ΚΠΔ. εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση [ΑΠ (Ολ)1178/93, ΑΠ 446/99, ΑΠ 879/96].
- Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με δικές του σκέψεις και με συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και στο υπ' αριθ. 22/2010 βούλευμα του Συμβούλιου Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, τα έγγραφα της δικογραφίας την απολογία της κατηγορουμένης, εδέχθη ότι προέκυψαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, η οποία προσελήφθη την 22.5.1986 στην επιχείρηση με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" εργάσθηκε έως 28.1.2005 στο υποκατάστημα ... αυτής και στη συνέχεια στο Κατάστημα ... της ίδιας Τράπεζας έως 31.12.2005 όταν και συνταξιοδοτήθηκε. Στα καθήκοντα της άνω υπαλλήλου, η οποία εργαζόταν αρχικά ως ταμίας, έως το 2001 και στη συνέχεια τοποθετήθηκε ως Προϊσταμένη στο άνω Υποκατάστημα (...) ανάγονταν η έκδοση, σύνταξη και τήρηση των εγγράφων κινήσεως των λογαριασμών των πελατών της τραπέζης δηλαδή βιβλιαρίων καταθέσεων, πάσης φύσεως λογαριασμών (προθεσμιακών, ταμιευτηρίου) καρτελών ηλεκτρονικών εγγράφων κινήσεως των λογαριασμών, κατά πάγια δε τακτική του άνω Υποκαταστήματος ασχολείτο με τις πράξεις που αφορούσαν σε προθεσμιακούς λογαριασμούς συναλλαγμάτων λόγω της εμπειρίας που διέθετε και λόγω της απειρίας και έλλειψης αντίστοιχων προσόντων τόσον της ταμειολογίστριας (teller) Ρ. Σ., όσον και του γενικού ταμία, Μ. Ζ., εκ των οποίων η πρώτη προσελήφθη το έτος 1990 διαθέτοντας τα τυπικά προσόντα ως καθαρίστρια και ο δεύτερος ως κλητήρας από το 1987 έως 1998, όταν του ανατέθηκε η θέση του "γενικού ταμία" (βλ. καταθέσεις Ρ. Μ., Μ. Ζ., Ε. Κ.). Εκμεταλλευόμενη την προαναφερθείσα σχέση και το κλίμα καθώς και τη δυνατότητα προσβάσεως που είχε στα τερματικά και το ταμείο των άνω συναδέλφων της, την απουσία των τελευταίων αλλά και την αδυναμία αυτών για εκτέλεση "πράξεων" συναλλαγών επί λογαριασμών καταθέσεως συναλλάγματος καθώς και την παντελή έλλειψη ελέγχου για τα παραστατικά που η ίδια εξέδιδε (εντάλματα πληρωμής), τα οποία η ίδια υπέγραφε ως Προϊσταμένη, αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή σχέδιο και την ιδιοποίηση χρημάτων από το Ταμείο της Τράπεζας, τμηματικά, διενεργώντας από το τερματικό (σύστημα on line) αντικανονικές εικονικές αναλήψεις από λογαριασμούς (ταμιευτηρίου και προθεσμιακού ξένου συναλλάγματος), διαφόρων πελατών της τράπεζας η πλειοψηφία των οποίων είτε ήταν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, είτε είχαν αποβιώσει είτε απουσίαζαν από το ..., χωρίς τη συναίνεση των τελευταίων. Στη συνέχεια εξέδιδε εξ υπαρχής τα ειδικά για έκαστη συναλλαγή ειδικά τραπεζικά έντυπα "εντάλματα πληρωμής μετατροπής σε ευρώ" λογαριασμών καταθέσεων σε συνάλλαγμα (USD: δολλάρια ΗΠΑ, GBP: λίρες Αγγλίας, CAP: δολλάρια Καναδά, ΝΟΚ: Κορώνες Νορβηγίας, AUD: δολλάρια Αυστραλίας, CHF: Γαλλικά Φράγκα). Τα άνω έγγραφα φρόντιζε η κατηγορουμένη να συντάσσει θέτοντας στις έντυπες ενδείξεις το εκάστοτε αναληφθέν από την ίδια και κατά τη βούληση της ποσό, το οποίο παρακρατούσε, θέτοντας η ίδια κατ' απομίμηση την υπογραφή των δικαιούχων των λογαριασμών, εν αγνοία αυτών, προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της Τράπεζας, σχετικά με ότι πράγματι πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή και στη συνέχεια θεωρώντας η ίδια το σχετικό έντυπο θέτοντας κάτω από την ένδειξη "θεωρήθηκε" την υπογραφή της (β' υπογραφή) παρατύπως καθόσον η ίδια είχε διενεργήσει την ανάληψη και συνεπώς όφειλε να είχε ζητήσει "πρώτη" υπογραφή από τον Δ/ντή και Υποδ/ντή του υποκαταστήματος, προκειμένου να αποφύγει εσωτερικό έλεγχο των προϊσταμένων της. Έτσι η εκάστοτε συναλλαγή την οποία πραγματοποιούσε η κατηγορουμένη και η ανάληψη των χρημάτων, γινόταν χωρίς τη βούληση των δικαιούχων (οι οποίοι αναλυτικά αναφέρονται κατωτέρω), ενώ εξάλλου προκειμένου να μην εντοπισθούν οι παράνομες αυτές ενέργειες τους, μέρος των άνω παραστατικών φρόντισε η ίδια να καταστρέψει ώστε να μην ανευρεθούν σε σχετικό έλεγχο από τους Προϊσταμένους της. Η παραπάνω "δραστηριότητα" της κατηγορουμένης άρχισε να γίνεται γνωστή στους συναδέλφους της ήδη από το έτος 2003 (βλ.καταθέσεις από 1.4.2009 Ρ. Μ., από 24.11.2008 Ε. Κ.), καθώς άρχισαν να διαμαρτύρονται οι πελάτες του Υποκαταστήματος στους εκτελούντες χρέη Διευθυντού του τελευταίου, Δ. Ρ. αρχικά και στη συνέχεια στην Ε. Κ.. Έτσι στις περιπτώσεις αυτές και όταν οι άνω Προϊστάμενοι της ζητούσαν εξηγήσεις η κατηγορουμένη φρόντιζε να αναλαμβάνει χρήματα από το δικό της λογαριασμό και να καταθέτει στο λογαριασμό των πελατών, όπως έκανε στις περιπτώσεις των: Α. Φ., Α. Π., Π. Κ. και Χ. Μ., όπως κατέθεσαν σχετικά οι άνω δικαιούχοι των λογαριασμών (βλ. τις από 17.1.2007, 22.10.2007, 23.10.2007, 15.11.2007 καταθέσεις τους). Η άνω παράνομη δραστηριότητα της κατηγορουμένης εντοπίσθηκε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε για το διάστημα 2001-2002 από τον Επιθεωρητή του τομέα Γενικής Επιθεωρήσεως της Δ/νσεως Τραπέζης Ν. Σ. ο οποίος επελήφθη της υποθέσεως κατόπιν του από 22.8.2005 "φύλλου συμβάντων" που συνέταξε η τοποθετηθείσα από 25.11.2004, ως Διευθύντρια, Ε. Κ., καθώς είχε προηγηθεί η από 12.8.2005 έγγραφη καταγγελία πελάτη του υποκαταστήματος, Χ. Λ., για παράνομη ανάληψη ποσού 1.800 USD. Ειδικότερα η κατηγορουμένη προέβαινε σε πράξεις αναλήψεως (εισπράξεις χρημάτων) από τους λογαριασμούς συναλλάγματος (με ευρωποίηση) των κάτωθι πελατών της Τραπέζης: 1) Φ. Γ., 2) Σ. Χ., 3) Μ. Γ., 4) Μ. Ε., 5) Ρ. Χ. Δ., 6) Ρ. Χ. Δ., 7) Ρ. Χ. Γ., 8) Κ. Δ., 9) Λ. Γ., 10) Λ. Α., 11) Φ. Χ., 12) Α. Κ., 13) Κ. Σ., 14) Μ. Ε., 15) Ν. Α., 16) Λ. Σ., 17) Π. Π., 18) Γ. Α., 19) Κ. Π., 20) Μ. Σ., 21) Ν. Α., 22) Φ. Α., 23) Β. Δ., 24) Κ. Ε., 25) Κ. Π., 26) Μ.-Φ. Α., 27) Φ.-B. Α., 28) Μ. Ά., 29) Λ. Χ., 30) Λ. Γ., 31) Μ. Π., 32) Κ. Ι., 33) Κ. Α., 34) Β. Α., 35) Μ. Ά., χωρίς τη συναίνεση τους και, άνευ ουδεμιάς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, δοθείσας προς αυτήν εντολή τους. Ειδικότερα δε έγιναν αναλήψεις με τον προαναφερόμενο τρόπο από τους κάτωθι αναφερόμενους λογαριασμούς, οι οποίοι παρατίθενται εν είδει πίνακας κατά χρόνο, λογαριασμό, δικαιούχο και ποσό: α/α Ημερομηνία Λογαριασμός Ονοματεπώνυμο Νόμισμα Υπεξαιρεθέν ποσό Τόκοι Ισόποσο σε ΕΥΡΩ (Κεφάλαιο & Τόκοι)
(Ακολουθεί Πίνακας)
Το άνω συνολικό ποσό (48.02,08 €) είναι ιδιαιτέρως μεγάλο, ενώ εξάλλου η κατηγορουμένη για τη συγκάλυψη και απόκρυψη της άνω παράνομης ιδιοποίησης χρημάτων προέβη σε κατάρτιση πλαστών εγγράφων (ενταλμάτων πληρωμής) μεταχειριζόμενη μάλιστα περίτεχνα προσχεδιασμένη τεχνική (ιδιαίτερα τεχνάσματα). Ειδικότερα όπως προαναφέρθηκε προέβαινε εξ υπαρχής σε κατάρτιση πλαστών παραστατικών (ενταλμάτων πληρωμής μετατροπής σε ευρώ ή ενταλμάτων με δραχμοποίηση από λογαριασμό καταθέσεως σε συνάλλαγμα) στα οποία αφού υπέγραφε η ίδια υπό την ένδειξη "θεωρήθηκε" έθετε κατ' απομίμηση υπό την ένδειξη "ο λαβών" ή "ο πελάτης" την υπογραφή των δικαιούχων του προθεσμιακού λογαριασμού συναλλάγματος ή του απλού λογαριασμού ταμιευτηρίου που ανήκαν στους τελευταίους (πελάτες της Τράπεζας) επιλέγοντας όπως προαναφέρθηκε περιπτώσεις αδρανών λογαριασμών προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις για τον ίδιο λόγο κατέστρεψε τα εν λόγω παραστατικά της Τραπέζης. Στην τέλεση δε των άνω πράξεων η κατηγορουμένη το διάστημα από 16.1.2001 έως 14.5.2002 μετήλθε επί μακρόν αναγάγοντάς την ως μέσον βιοπορισμού ενώ από την κατ' επανάληψη και κατά το σύστημα της τελέσεως αυτής αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη ως προσωπικότητα έχει κλίση προς το συγκεκριμένο έγκλημα. Σκοπός δε της κατάρτισης των άνω πλαστών παραστατικών ήταν να παραπλανηθούν οι ελεγκτές και να εφησυχάσουν τα λοιπά στελέχη (Διευθυντής, ταμίες) θεωρώντας ως νόμιμες τις συναλλαγές σχετικά με το ότι ο φερόμενος ως απογραφέας κάτω από την ένδειξη "ο πελάτης" ή "ο λαβών" είχε προβεί στις αναλήψεις των άνω χρηματικών ποσών τα οποία παρακρατούσε η ίδια. Τα πλαστά δε αυτά εντάλματα τα οποία ανευρέθηκαν από τον ελεγκτή Επιθεωρητή της Τραπέζης είναι, για το έτος 2001 τα με No:
1) 0502156/16.11.2001[αφορά περίπτωση Γ. Φ.)
2) 0501708/14/2/2001 ( " " Λ. Γ.}
3) 0501709/14.2.2001 ( " " Λ. Α.)
4) 0501721/7-3-2001 (περίπτωση Φ. Γ.)
5) 0501694/15-3-2001 (περίπτωση Μ. Γ.)
6) 0502232/10-4-2001 (περίπτωση Π. Π.)
7) 0502245/194-2001 (περίπτωση Λ. Σ.)
8) 12726/6-6-2001 (περίπτωση Ρ. Δ.)
9) 0501705/6-6-2001 (περίπτωση Ρ. Δ.)
10) 21590/18-6-2001 (περίπτωση Μ. Ε.)
11) 0501905/;;-8-2001 (περίπτωση Μ. Σ.)
12) 0501681/9-8-2001 (περίπτωση Σ. Χ.)
13) 20819/12-9-2001 (περίπτωση Κ. Δ.)
14) 0501955/25-10-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
15) 0501952/22-10-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
16) 0501947/18-10-2001 (περίπτωση Μ. Ε.)
17) 0501971/7-11-2001 (περίπτωση Ρ. Χ. Γ.)
18) 0501990/9-11-2001 (περίπτωση Φ. Α.)
19) 0501989/23-11-2001 (περίπτωση Φ. Α.)
20) 0208374/5-12-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
Β) Κατά το έτος 2002 τα με No:
21) 09254/28-1-2002 (περίπτωση Λ. Ι.)
23) 06555/18-2-2002 (περίπτωση Λ. Γ.)
24) 34802/21-2-2002 (περίπτωση Β. Α.)
25) 169501/21-2-2002 (περίπτωση Β. Ά.)
26) 169507/27-2-2002 (περίπτωση Φ. Α.)
27) 169601/27-2-2002 (περίπτωση Β. Ά.)
28) 01747/26-2-2002 (περίπτωση Β. Δ.)
29) 169510/28-2-2002 (περίπτωση Β. Α.)
30) 169581/4-4-2002 (περίπτωση Λ. Λ.)
31) 169540/15-4-2002 (περίπτωση Φ. Α.)
32) 54756/2-5-2002 (περίπτωση Κ. Π.)
33) 54651/28-5-2002 (περίπτωση Κ. Ε.)
34) 54653/25-6-2002 (περίπτωση Μ. Μ.)
35) 169592/27-6-2002 (περίπτωση Μ.-Φ. Α.)
36) 169591/27-6-2002 (περίπτωση Μ.-Φ. Α.)
37) 169634/2-7-2002 (περίπτωση Ρ. Ε.)
38) 22272/4-7-2002 (περίπτωση Π. Λ.)
39) 54757/14-5-2002 (περίπτωση Λ. Χ.)
Τα ανωτέρω προέκυψαν τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων (υπαλλήλων των πελατών της άνω Τράπεζας) όσα και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα από 27.9.2005, 18.10.2005, 18.11.2005, 14.12.2005 ειδικά σημειώματα του ελεγκτή, Επιθεωρητή της Τράπεζας Ν. Σ., ενώ εξάλλου η ίδια κατηγορουμένη στις από 21.9.2005, 12.10.2005, 18.10.2005 επιστολές της προς τον άνω επιθεωρητή αποδέχεται τις "αντικανονικές αναλήψεις" και την ιδιοποίηση από την ίδια των άνω ποσών, αναλαμβάνοντας μάλιστα την υποχρέωση, όπως και έκανε να καταβάλλει το σύνολο του εξαιρεθέντος χρηματικού ποσού (48.102 Ε) στην εργοδότρια της Τράπεζα. Οι όψιμοι ισχυρισμοί της, που περιέχονται στο από 27.10.2009 απολογητικό υπόμνημα της κατηγορουμένης περί "σκευωρίας" της συναδέλφου της, εκτελούσας χρέη Διευθύντριας στο Υποκατάστημα ..., Ε. Κ., η οποία τυγχάνει αδελφή, του πρώην συζύγου της Γ. Κ. για λόγους αντεκδικήσεως, λόγω αρνήσεως της κατηγορουμένης να "δώσει διαζύγιο στον αδελφό της και να μην διεκδικήσει χρήματα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ενώ εξάλλου αναιρείται από την άνω ομολογία της κατηγορουμένης προς τον άνω Επιθεωρητή, σε διάστημα μάλιστα περίπου ενός μήνα, και όχι εν θερμώ και λόγω "ψυχολογικής πίεσης", την οποία δέχθηκε από τον τελευταίο, όπως επίσης στο από 27.10.2009 απολογητικό της υπόμνημα αναφέρει, ενόψει -όχι μόνο της άνω αναγνώρισης από την ίδιο των εκνόμων ενεργειών της- αλλά και της καταβολής από την τελευταία του συνολικά υπεξαιρεθέντος ποσού των 48.102 ευρώ. Περαιτέρω όσον αφορά το αίτημα διενεργείας πραγματογνωμοσύνης της κατηγορουμένης προκειμένου να ελεγχθεί η γνησιότητα των φερομένων ως υπογραφών της κατηγορουμένης στα άνω εντάλματα πληρωμής πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη καθώς οι υπογραφές αυτές δεν τέθηκαν από τους πελάτες της Τράπεζας όπως οι ίδιοι κατέθεσαν, ενώ έγινε αντιπαραβολή αυτών με τα δείγματα των υπογραφών που διατηρεί στο αρχείο της η άνω Τράπεζα προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα ανωτέρω. Ο ισχυρισμός εξάλλου της κατηγορουμένης ότι δεν έθεσε η ίδια την υπογραφή της στα άνω αναφερόμενα εντάλματα πληρωμής, αναιρείται από την ομολογία της ίδιας περί "αντικανονικών αντιλήψεων" και ιδιοποιήσεως του ποσού από την ίδια, όσο και από την υποχρέωση που ανέλαβε να καταβάλει, όπως και κατέβαλε, το συνολικά αναληφθέν από άνω λογαριασμούς ποσό. Το εκκαλούμενο βούλευμα, συνεπώς που αποφάνθηκε ομοίως, για τις παραπάνω πράξεις, δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα και πρέπει, επομένως να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της και στη συνέχεια το εκκαλούμενο βούλευμα πρέπει να επικυρωθεί. Το υποβαλλόμενο δε από την εκκαλούσα αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, αν και είναι νόμιμο (αρ. 309 παρ2 ΚΠΔ) πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, αφού η εκκαλούσα εκτενώς και επαρκώς ανέπτυξε με την κρινόμενη έφεση τους υπερασπιστικούς της ισχυρισμούς και εξέθεσε τις απόψεις της για τα κρίσιμα στην υπόθεση στοιχεία και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαία η εμφάνιση της στο Συμβούλιο για την παροχή περαιτέρω διευκρινήσεων επί της ουσίας της".
- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο πληττόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σε σχέση με τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις για την στήριξη δημόσιας κατηγορίας σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του δικαστηρίου για τις κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις: α) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαιτέρως μεγάλης, ανώτερης των 15.000 ευρώ, αξίας και β) της πλαστογραφίας με σκοπό το όφελος τελεσθείσας "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια", εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 € [(άρθρα 1, 13 α' γ', στ,14,18, 26 §1α, 27§§2-1, 94§1, 98, 216 §§ 3β -1 258γ'(α'α'), 262, 263 Α(β') 263 ΠΚ)]. Ειδικότερα: α) εκτίθενται σ' αυτό λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά, που σηματοδοτούν την τέλεση από την αναιρεσείουσα των πράξεων που της αποδίδονται. β) επαρκώς συνάγεται ο δόλος της, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των προαναφερθέντων εγκλημάτων, και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς τους. γ) αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός της από την παραδοχή του Συμβουλίου ότι: "Σκοπός δε της κατάρτισης των άνω πλαστών παραστατικών ήταν να παραπλανηθούν οι ελεγκτές και να εφησυχάσουν τα λοιπά στελέχη (Διευθυντής, ταμίες) θεωρώντας ως νόμιμες τις συναλλαγές σχετικά με το ότι ο φερόμενος ως υπογραφέας κάτω από την ένδειξη "ο πελάτης" ή "ο λαβών" είχε προβεί στις αναλήψεις των άνω χρηματικών ποσών τα οποία παρακρατούσε η ίδια" δ) αιτιολογείται πλήρως η απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ως προς την γνησιότητα των φερομένων ως υπογραφών αυτής στα εντάλματα πληρωμής. ε) έγινε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την ανάκριση, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98§2, 216§3β και 258γ(α) του ΠΚ.
- Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, οι κατά - το άρθρο 484 §1 δ' - β' του ΚΠΔ-, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αιτιάσεις δε της αναιρεσείουσας που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων αναιρέσεως με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου.
- Κατά συνέπεια θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί κατ' ουσία, να επιβληθούν δε τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας (αρθ. 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 1/7-1-2011 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 504/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος της, ως άνω, αναιρεσείουσας. Αθήνα 13-4-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 258 Π.Κ., όπως η περίπτωση γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 ' του ν. 2721/99, η πράξη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα τιμωρούμενη επίσης με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερο μεγάλης αξίας συνολικής ανώτερης των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 €). Η υπεξαίρεση του άρθρου 258 του Ποινικού Κώδικα είναι ειδική έναντι της υπεξαιρέσεως που προβλέπεται από τη γενική διάταξη του άρθρου 375 του Ποινικού Κώδικα. Περιλαμβάνει και την απαξία της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 του Ποινικού Κώδικα, με επαύξηση της ποινής, λόγω της ιδιότητας του δράστη ως υπαλλήλου. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού απαιτούνται τα εξής στοιχεία: α) πρόθεση ήτοι δόλος του δράστη, που συνίσταται στη θέληση του να ιδιοποιηθεί εξολοκλήρου ή εν μέρει κινητό πράγμα ή χρήματα, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 και 263Α του Ποινικού Κώδικα. Ως υπάλληλος, σύμφωνα με το άρθρο 263 Α, είναι, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 13α'και όποιος υπηρετεί μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή κατά τον νόμο ή το καταστατικό της. γ) το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα να είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει). Θεωρείται δε ως ξένο αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, δ) Η κατοχή του πράγματος από τον δράστη υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, συντελείται προκειμένου περί χρημάτων σε Τράπεζα όχι μόνο με την ανάληψη αυτών αλλά και με λογιστική μεταφορά τους σε λογαριασμό αυτού στην Τράπεζα ή για λογαριασμό του ιδίου δράστη σε λογαριασμό άλλου προσώπου στην Τράπεζα. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα θεωρούνται χρησιμοποιηθείσες ενέργειες και μέθοδοι κρυμμένες, μη εμφανώς διακριτές, με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη, που αποσκοπούν στη μερική ή ολική άρση της δυνατότητας ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και δη των προϊσταμένων ή εκείνων που έχουν δικαίωμα ελέγχου και τα οποία φαινομενικώς θεωρούν τις ενέργειες ως κατ' αρχήν νόμιμες. Ειδικότερα, ως ιδιαίτερα τεχνάσματα νοούνται ενέργειες του δράστη για την επίτευξη ή τη συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποιήσεως, όπως προκειμένου για χρήματα τρίτων, που τηρούνται έγγραφα παραστατικά, με τα οποία γίνεται η απόδοση αυτών στον δικαιούχο και έλεγχος της σωστής διαχειρίσεως, ψευδείς εγγραφές ή παραποιήσεις αυτών ή απόκρυψη των σχετικών παραστατικών. Το ιδιαίτερο τέχνασμα που χρησιμοποιείται από τον δράστη της υπεξαιρέσεως είναι δυνατόν να συνιστά ιδιαίτερο έγκλημα, οπότε υπάρχει πραγματική συρροή με το έγκλημα της υπεξαιρέσεως.
Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του Ποινικού Κώδικα, όπως η διάταξη της τελευταίας παραγράφου ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2408/1996 και αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 14 του ν. 2721/99 "παρ. 1 Όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση ... παρ. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των "δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ". Με τις διατάξεις αυτές θεσμοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος χάριν της προστασίας των υπομνημάτων, τα οποία αποτελούν διακινούμενα έγγραφα με ουσιώδες περιεχόμενο και από τα οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η κατάρτιση εξ αρχής εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή νόθευση του περιεχομένου του καταρτισμένου ήδη γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου, με τη χρήση του πλαστού εγγράφου ή του εγγράφου που νοθεύτηκε, να παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες με στόχο να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον, με βλάβη τρίτου, περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, χωρίς να ασκεί επιρροή ή επέλευση του περιουσιακού οφέλους ή βλάβη του τρίτου. Και ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 2721/99 για τον υπολογισμό του ποσού της ζημίας στις κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίες λαμβάνεται υπ' όψη του συνολικό όφελος ή ζημίας στο οποίο απέβλεψε ο κατηγορούμενος. Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω διατάξεων (άρθρα 258 γ' (α') Π.Κ. και 216 παρ. 3 Π.Κ.), προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας συρρέει αληθινά με εκείνη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, και δεν απορροφάται από αυτήν, όταν η πλαστογραφία εμφανίζεται ως τέχνασμα. Τα παραπάνω εγκλήματα είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ τους λόγω της διαφορετικότητας του πληττόμενου με καθένα από αυτά έννομου αγαθού. Ενόψει τούτου αλλά και διότι το καθένα από αυτά δεν αποτελεί μέσο τελέσεως ή αναγκαία συνέπεια του άλλου, τελούν μεταξύ τους σε σχέση αληθούς πραγματικής συρροής και όταν ακόμη η πλαστογραφία διαπράττεται προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω, το κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 Π.Κ.), που συνιστά περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες χρονικά χωρισμένες μεταξύ τους αυτοτελείς και κολάσιμες πράξεις, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και που κάθε μία απ' αυτές περιέχει τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, και ως κοινό στοιχείο έχουν την ταυτότητα της εγκληματικής αποφάσεως για την εκτέλεση τους. Στην περίπτωση τελέσεως πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του Νόμου 2721/99, λαμβάνεται η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, εφόσον ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του Ποινικού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή την οποία έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ τέλεση του εγκλήματος κατά συνήθεια υφίσταται όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και ποινική καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε απαιτείται σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΟλΑΠ 1/1205). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου σχετικά με τη συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όσα διαλαμβάνονται σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, ώστε θα ήταν άσκοπη η τυπολατρική επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΟλΑΠ 1227/1979). Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μεν είναι εφικτός ο έλεγχος τη ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, που το εξέδωσε, με δική του σκέψη, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, η οποία προσελήφθη την 22.5.1986 στην επιχείρηση με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" εργάσθηκε έως 28.1.2005 στο υποκατάστημα ... αυτής και στη συνέχεια στο Κατάστημα ... της ίδιας Τράπεζας έως 31.12.2005 όταν και συνταξιοδοτήθηκε. Στα καθήκοντα της άνω υπαλλήλου, η οποία εργαζόταν αρχικά ως ταμίας, έως το 2001 και στη συνέχεια τοποθετήθηκε ως Προϊσταμένη στο άνω Υποκατάστημα (...) ανάγονταν η έκδοση, σύνταξη και τήρηση των εγγράφων κινήσεως των λογαριασμών των πελατών της τραπέζης δηλαδή βιβλιαρίων καταθέσεων, πάσης φύσεως λογαριασμών (προθεσμιακών, ταμιευτηρίου) καρτελών ηλεκτρονικών εγγράφων κινήσεως των λογαριασμών, κατά πάγια δε τακτική του άνω Υποκαταστήματος ασχολείτο με τις πράξεις που αφορούσαν σε προθεσμιακούς λογαριασμούς συναλλαγμάτων λόγω της εμπειρίας που διέθετε και λόγω της απειρίας και έλλειψης αντίστοιχων προσόντων τόσον της ταμειολογίστριας (teller) Ρ. Σ., όσον και του γενικού ταμία, Μ. Ζ., εκ των οποίων η πρώτη προσελήφθη το έτος 1990 διαθέτοντας τα τυπικά προσόντα ως καθαρίστρια και ο δεύτερος ως κλητήρας από το 1987 έως 1998, όταν του ανατέθηκε η θέση του "γενικού ταμία" (βλ. καταθέσεις Ρ. Μ., Μ. Ζ., Ε. Κ.). Εκμεταλλευόμενη την προαναφερθείσα σχέση και το κλίμα καθώς και τη δυνατότητα προσβάσεως που είχε στα τερματικά και το ταμείο των άνω συναδέλφων της, την απουσία των τελευταίων αλλά και την αδυναμία αυτών για εκτέλεση "πράξεων" συναλλαγών επί λογαριασμών καταθέσεως συναλλάγματος καθώς και την παντελή έλλειψη ελέγχου για τα παραστατικά που η ίδια εξέδιδε (εντάλματα πληρωμής), τα οποία η ίδια υπέγραφε ως Προϊσταμένη, αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή σχέδιο και την ιδιοποίηση χρημάτων από το Ταμείο της Τράπεζας, τμηματικά, διενεργώντας από το τερματικό (σύστημα on line) αντικανονικές εικονικές αναλήψεις από λογαριασμούς (ταμιευτηρίου και προθεσμιακού ξένου συναλλάγματος), διαφόρων πελατών της τράπεζας η πλειοψηφία των οποίων είτε ήταν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, είτε είχαν αποβιώσει είτε απουσίαζαν από το ..., χωρίς τη συναίνεση των τελευταίων. Στη συνέχεια εξέδιδε εξ υπαρχής τα ειδικά για έκαστη συναλλαγή ειδικά τραπεζικά έντυπα "εντάλματα πληρωμής μετατροπής σε ευρώ" λογαριασμών καταθέσεων σε συνάλλαγμα (USD: δολλάρια ΗΠΑ, GBP: λίρες Αγγλίας, CAP: δολλάρια Καναδά, ΝΟΚ: Κορώνες Νορβηγίας, AUD: δολλάρια Αυστραλίας, CHF: Γαλλικά Φράγκα). Τα άνω έγγραφα φρόντιζε η κατηγορουμένη να συντάσσει θέτοντας στις έντυπες ενδείξεις το εκάστοτε αναληφθέν από την ίδια και κατά τη βούληση της ποσό, το οποίο παρακρατούσε, θέτοντας η ίδια κατ' απομίμηση την υπογραφή των δικαιούχων των λογαριασμών, εν αγνοία αυτών, προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της Τράπεζας, σχετικά με ότι πράγματι πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή και στη συνέχεια θεωρώντας η ίδια το σχετικό έντυπο θέτοντας κάτω από την ένδειξη "θεωρήθηκε" την υπογραφή της (β' υπογραφή) παρατύπως καθόσον η ίδια είχε διενεργήσει την ανάληψη και συνεπώς όφειλε να είχε ζητήσει "πρώτη" υπογραφή από τον Δ/ντή και Υποδ/ντή του υποκαταστήματος, προκειμένου να αποφύγει εσωτερικό έλεγχο των προϊσταμένων της. Έτσι η εκάστοτε συναλλαγή την οποία πραγματοποιούσε η κατηγορουμένη και η ανάληψη των χρημάτων, γινόταν χωρίς τη βούληση των δικαιούχων (οι οποίοι αναλυτικά αναφέρονται κατωτέρω), ενώ εξάλλου προκειμένου να μην εντοπισθούν οι παράνομες αυτές ενέργειες τους, μέρος των άνω παραστατικών φρόντισε η ίδια να καταστρέψει ώστε να μην ανευρεθούν σε σχετικό έλεγχο από τους Προϊσταμένους της. Η παραπάνω "δραστηριότητα" της κατηγορουμένης άρχισε να γίνεται γνωστή στους συναδέλφους της ήδη από το έτος 2003 (βλ. καταθέσεις από 1.4.2009 Ρ. Μ., από 24.11.2008 Ε. Κ.), καθώς άρχισαν να διαμαρτύρονται οι πελάτες του Υποκαταστήματος στους εκτελούντες χρέη Διευθυντού του τελευταίου, Δ. Ρ. αρχικά και στη συνέχεια στην Ε. Κ.. Έτσι στις περιπτώσεις αυτές και όταν οι άνω Προϊστάμενοι της ζητούσαν εξηγήσεις η κατηγορουμένη φρόντιζε να αναλαμβάνει χρήματα από το δικό της λογαριασμό και να καταθέτει στο λογαριασμό των πελατών, όπως έκανε στις περιπτώσεις των: Α. Φ., Α. Π., Π. Κ. και Χ. Μ., όπως κατέθεσαν σχετικά οι άνω δικαιούχοι των λογαριασμών (βλ. τις από 17.1.2007, 22.10.2007, 23.10.2007, 15.11.2007 καταθέσεις τους). Η άνω παράνομη δραστηριότητα της κατηγορουμένης εντοπίσθηκε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε για το διάστημα 2001-2002 από τον Επιθεωρητή του τομέα Γενικής Επιθεωρήσεως της Δ/νσεως Τραπέζης Ν. Σ. ο οποίος επελήφθη της υποθέσεως κατόπιν του από 22.8.2005 "φύλλου συμβάντων" που συνέταξε η τοποθετηθείσα από 25.11.2004, ως Διευθύντρια, Ε. Κ., καθώς είχε προηγηθεί η από 12.8.2005 έγγραφη καταγγελία πελάτη του υποκαταστήματος, Χ. Λ., για παράνομη ανάληψη ποσού 1.800 USD. Ειδικότερα η κατηγορουμένη προέβαινε σε πράξεις αναλήψεως (εισπράξεις χρημάτων) από τους λογαριασμούς συναλλάγματος (με ευρωποίηση) των κάτωθι πελατών της Τραπέζης: 1) Φ. Γ., 2) Σ. Χ., 3) Μ. Γ., 4) Μ. Ε., 5) Ρ. Χ. Δ., 6) Ρ. Χ. Δ., 7) Ρ. Χ. Γ., 8) Κ. Δ., 9) Λ. Γ., 10) Λ. Α., 11) Φ. Χ., 12) Α. Κ., 13) Κ. Σ., 14) Μ. Ε., 15) Ν. Α., 16) Λ. Σ., 17) Π. Π., 18) Γ. Α., 19) Κ. Π., 20) Μ. Σ., 21) Ν. Α., 22) Φ. Α., 23) Β. Δ., 24) Κ. Ε., 25) Κ. Π., 26) Μ.-Φ. Α., 27) Φ.-B. Α., 28) Μ. Ά., 29) Λ. Χ., 30) Λ. Γ., 31) Μ. Π., 32) Κ. Ι., 33) Κ. Α., 34) Β. Α., 35) Μ. Ά., χωρίς τη συναίνεση τους και, άνευ ουδεμιάς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, δοθείσας προς αυτήν εντολή τους. Ειδικότερα δε έγιναν αναλήψεις με τον προαναφερόμενο τρόπο από τους κάτωθι αναφερόμενους λογαριασμούς, οι οποίοι παρατίθενται εν είδει πίνακας κατά χρόνο, λογαριασμό, δικαιούχο και ποσό: α/α Ημερομηνία Λογαριασμός Ονοματεπώνυμο Νόμισμα Υπεξαιρεθέν ποσό Τόκοι Ισόποσο σε ΕΥΡΩ (Κεφάλαιο & Τόκοι)
(Ακολουθεί Πίνακας)
Το άνω συνολικό ποσό (48.02,08 €) είναι ιδιαιτέρως μεγάλο, ενώ εξάλλου η κατηγορουμένη για τη συγκάλυψη και απόκρυψη της άνω παράνομης ιδιοποίησης χρημάτων προέβη σε κατάρτιση πλαστών εγγράφων (ενταλμάτων πληρωμής) μεταχειριζόμενη μάλιστα περίτεχνα προσχεδιασμένη τεχνική (ιδιαίτερα τεχνάσματα). Ειδικότερα όπως προαναφέρθηκε προέβαινε εξ υπαρχής σε κατάρτιση πλαστών παραστατικών (ενταλμάτων πληρωμής μετατροπής σε ευρώ ή ενταλμάτων με δραχμοποίηση από λογαριασμό καταθέσεως σε συνάλλαγμα) στα οποία αφού υπέγραφε η ίδια υπό την ένδειξη "θεωρήθηκε" έθετε κατ' απομίμηση υπό την ένδειξη "ο λαβών" ή "ο πελάτης" την υπογραφή των δικαιούχων του προθεσμιακού λογαριασμού συναλλάγματος ή του απλού λογαριασμού ταμιευτηρίου που ανήκαν στους τελευταίους (πελάτες της Τράπεζας) επιλέγοντας όπως προαναφέρθηκε περιπτώσεις αδρανών λογαριασμών προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις για τον ίδιο λόγο κατέστρεψε τα εν λόγω παραστατικά της Τραπέζης. Στην τέλεση δε των άνω πράξεων η κατηγορουμένη το διάστημα από 16.1.2001 έως 14.5.2002 μετήλθε επί μακρόν αναγάγοντάς την ως μέσον βιοπορισμού ενώ από την κατ' επανάληψη και κατά το σύστημα της τελέσεως αυτής αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη ως προσωπικότητα έχει κλίση προς το συγκεκριμένο έγκλημα. Σκοπός δε της κατάρτισης των άνω πλαστών παραστατικών ήταν να παραπλανηθούν οι ελεγκτές και να εφησυχάσουν τα λοιπά στελέχη (Διευθυντής, ταμίες) θεωρώντας ως νόμιμες τις συναλλαγές σχετικά με το ότι ο φερόμενος ως απογραφέας κάτω από την ένδειξη "ο πελάτης" ή "ο λαβών" είχε προβεί στις αναλήψεις των άνω χρηματικών ποσών τα οποία παρακρατούσε η ίδια. Τα πλαστά δε αυτά εντάλματα τα οποία ανευρέθηκαν από τον ελεγκτή Επιθεωρητή της Τραπέζης είναι, για το έτος 2001 τα με No:
1) 0502156/16.11.2001 [αφορά περίπτωση Γ. Φ.)
2) 0501708/14/2/2001 ( " " Λ. Γ.)
3) 0501709/14.2.2001 ( " " Λ. Α.)
4) 0501721/7-3-2001 (περίπτωση Φ. Γ.)
5) 0501694/15-3-2001 (περίπτωση Μ. Γ.)
6) 0502232/10-4-2001 (περίπτωση Π. Π.)
7) 0502245/194-2001 (περίπτωση Λ. Σ.)
8) 12726/6-6-2001 (περίπτωση Ρ. Δ.)
9) 0501705/6-6-2001 (περίπτωση Ρ. Δ.)
10) 21590/18-6-2001 (περίπτωση Μ. Ε.)
11) 0501905/;;-8-2001 (περίπτωση Μ. Σ.)
12) 0501681/9-8-2001 (περίπτωση Σ. Χ.)
13) 20819/12-9-2001 (περίπτωση Κ. Δ.)
14) 0501955/25-10-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
15) 0501952/22-10-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
16) 0501947/18-10-2001 (περίπτωση Μ. Ε.)
17) 0501971/7-11-2001 (περίπτωση Ρ. Χ. Γ.)
18) 0501990/9-11-2001 (περίπτωση Φ. Α.)
19) 0501989/23-11-2001 (περίπτωση Φ. Α.)
20) 0208374/5-12-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
Β) Κατά το έτος 2002 τα με No:
21) 09254/28-1-2002 (περίπτωση Λ. Ι.)
23) 06555/18-2-2002 (περίπτωση Λ. Γ.)
24) 34802/21-2-2002 (περίπτωση Β. Α.)
25) 169501/21-2-2002 (περίπτωση Β. Ά.)
26) 169507/27-2-2002 (περίπτωση Φ. Α.)
27) 169601/27-2-2002 (περίπτωση Β. Ά.)
28) 01747/26-2-2002 (περίπτωση Β. Δ.)
29) 169510/28-2-2002 (περίπτωση Β. Α.)
30) 169581/4-4-2002 (περίπτωση Λ. Λ.)
31) 169540/15-4-2002 (περίπτωση Φ. Α.)
32) 54756/2-5-2002 (περίπτωση Κ. Π.)
33) 54651/28-5-2002 (περίπτωση Κ. Ε.)
34) 54653/25-6-2002 (περίπτωση Μ. Μ.)
35) 169592/27-6-2002 (περίπτωση Μ.-Φ. Α.)
36) 169591/27-6-2002 (περίπτωση Μ.-Φ. Α.)
37) 169634/2-7-2002 (περίπτωση Ρ. Ε.)
38) 22272/4-7-2002 (περίπτωση Π. Λ.)
39) 54757/14-5-2002 (περίπτωση Λ. Χ.).
Τα ανωτέρω προέκυψαν τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων (υπαλλήλων των πελατών της άνω Τράπεζας) όσα και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα από 27.9.2005, 18.10.2005, 18.11.2005, 14.12.2005 ειδικά σημειώματα του ελεγκτή, Επιθεωρητή της Τράπεζας Ν. Σ., ενώ εξάλλου η ίδια κατηγορουμένη στις από 21.9.2005, 12.10.2005, 18.10.2005 επιστολές της προς τον άνω επιθεωρητή αποδέχεται τις "αντικανονικές αναλήψεις" και την ιδιοποίηση από την ίδια των άνω ποσών, αναλαμβάνοντας μάλιστα την υποχρέωση, όπως και έκανε να καταβάλλει το σύνολο του εξαιρεθέντος χρηματικού ποσού (48.102 €) στην εργοδότρια της Τράπεζα. Οι όψιμοι ισχυρισμοί της, που περιέχονται στο από 27.10.2009 απολογητικό υπόμνημα της κατηγορουμένης περί "σκευωρίας" της συναδέλφου της, εκτελούσας χρέη Διευθύντριας στο Υποκατάστημα ..., Ε. Κ., η οποία τυγχάνει αδελφή, του πρώην συζύγου της Γ. Κ. για λόγους αντεκδικήσεως, λόγω αρνήσεως της κατηγορουμένης να "δώσει διαζύγιο στον αδελφό της και να μην διεκδικήσει χρήματα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ενώ εξάλλου αναιρείται από την άνω ομολογία της κατηγορουμένης προς τον άνω Επιθεωρητή, σε διάστημα μάλιστα περίπου ενός μήνα, και όχι εν θερμώ και λόγω "ψυχολογικής πίεσης", την οποία δέχθηκε από τον τελευταίο, όπως επίσης στο από 27.10.2009 απολογητικό της υπόμνημα αναφέρει, ενόψει -όχι μόνο της άνω αναγνώρισης από την ίδιο των εκνόμων ενεργειών της- αλλά και της καταβολής από την τελευταία του συνολικά υπεξαιρεθέντος ποσού των 48.102 ευρώ. Περαιτέρω όσον αφορά το αίτημα διενεργείας πραγματογνωμοσύνης της κατηγορουμένης προκειμένου να ελεγχθεί η γνησιότητα των φερομένων ως υπογραφών της κατηγορουμένης στα άνω εντάλματα πληρωμής πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη καθώς οι υπογραφές αυτές δεν τέθηκαν από τους πελάτες της Τράπεζας όπως οι ίδιοι κατέθεσαν, ενώ έγινε αντιπαραβολή αυτών με τα δείγματα των υπογραφών που διατηρεί στο αρχείο της η άνω Τράπεζα προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα ανωτέρω. Ο ισχυρισμός εξάλλου της κατηγορουμένης ότι δεν έθεσε η ίδια την υπογραφή της στα άνω αναφερόμενα εντάλματα πληρωμής, αναιρείται από την ομολογία της ίδιας περί "αντικανονικών αντιλήψεων" και ιδιοποιήσεως του ποσού από την ίδια, όσο και από την υποχρέωση που ανέλαβε να καταβάλει, όπως και κατέβαλε, το συνολικά αναληφθέν από άνω λογαριασμούς ποσό. Το εκκαλούμενο βούλευμα, συνεπώς που αποφάνθηκε ομοίως, για τις παραπάνω πράξεις, δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα και πρέπει, επομένως να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της και στη συνέχεια το εκκαλούμενο βούλευμα πρέπει να επικυρωθεί." Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμα του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα στο ακροατήριο, μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. α' γ', στ', 14, 18, 27, 94 παρ.1, 98, 216 παρ. 3β - 1 258 γ'(αα), 262, 263 Α (β') και 263 του Ποινικού Κώδικα, που εφαρμόσθηκαν χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή λογικά κενά και έτσι το βούλευμα δεν στερήθηκε νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, εκτίθενται σ! αυτό λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ο δόλος της αναιρεσείουσας, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν τα παραπάνω εγκλήματα και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως τους, αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός της από την παραδοχή του Συμβουλίου ότι "σκοπός δε της κατάρτισης των άνω πλαστών παραστατικών ήταν να παραπλανηθούν οι ελεγκτές και να εφησυχάσουν τα λοιπά στελέχη (Διευθυντής ταμίες) θεωρώντας ως νόμιμες τις συναλλαγές σχετικά με το ότι ο φερόμενος ως υπογραφέας κάτω από την ένδειξη "ο πελάτης" ή "ο λαβών" είχε προβεί στις αναλήψεις των άνω χρηματικών ποσών, τα οποία παρακρατούσε η ίδια". Επίσης, αιτιολογείται πλήρως η απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ως προς τη γνησιότητα των φερομένων ως υπογραφών αυτής στα εντάλματα πληρωμής. Κατ' ακολουθίαν οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες, υπό την κατ' επίφαση επίκληση των παραπάνω αναιρετικών λόγων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος δεν ελέγχει, σύμφωνα με τα παραπάνω την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, ενόψει των ανωτέρω και του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 1/7.1.2011 αίτηση της κατηγορουμένης Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 504/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250 €) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση τέλεση των εγκλημάτων της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία με χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης των 15.000 ευρώ και πλαστογραφίας με σκοπό το όφελος, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €. Κατά του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το 504/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα.. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος ασκήθηκε η κρινόμενη αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως: 1ος λόγος. 'Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν αναφέρονται 61 αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικτικά μέσα. 2ος λόγος: Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα του άρθρου 258, του άρθρου 216 και του άρθρου 98
| null | null | 0
|
Αριθμός 1111/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Ιουλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Δ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοσμά, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ.93/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, καθώς και την από 8 Μαρτίου 2011 αίτηση αναστολής εκτέλεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 334/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή με αριθμό 115/11-5-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525§1 περιπτ. 2, 527§§1,3 και 528§1 Κ.Π.Δ., την από 10-3-2011 αίτηση του Δ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 93/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών, και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για 5 έτη, για 1) υπεξαίρεση αρχαίων αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, και 2) εξαγωγή αρχαίων αντικειμένων από την Ελληνική Επικράτεια, και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημ/μα σε ορισμένες, περιοριστικώς αναφερόμενες, περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη, κατά την οποία μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις νέες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετακλήτου αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Βλεπ. ΑΠ 1086/2009, ΑΠ 1034/2009, ΑΠ 746/2009, ΑΠ 444/2009, Μπουρόπουλος Εμην. Κ. Ποιν. Δικ. άρθρ. 535, σελίς 310). Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527§§1,3 και 528§1 Κ.Π.Δ., η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημ/κείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα, καλούμενο προς τούτο. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 189/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου, που ως λόγο αναφέρει τις νέες αποδείξεις που εκθέτει σ' αυτήν και ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γίνεται φανερό, (όπως διατείνεται ο ίδιος), ότι ήταν αθώος των παραπάνω πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 525§1 περιπτ. 2, 527§§1,3, και 528§1 Κ.Π.Δ., και παραδεκτή, και πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατ' ουσίαν.
ΙΙΙ. Από τα πρακτικά της απόφασης και τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών καταδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 93/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου-Κακ/των Ναυπλίου, σε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών για τις πράξεις: α) της υπεξαίρεσης αρχαίων αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι δέκα τρία (13) στον αριθμό, αξίας 51.000.000 δρχ., αρχαιολογικής αξίας ευρήματα, τα οποία ανήκαν στην κυριότητα και κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου, και περιήλθαν στην κατοχή του παρανόμως, και β) της εξαγωγής, με σκοπό την εμπορία, των παραπάνω αναφερόμενων αρχαιολογικών ευρημάτων, με συνεργό τον συγκατηγορούμενό του Χ. Σ., χωρίς της άδεια της αρμοδίας Αρχής.
IV. O αιτών με την υπό κρίση αίτησή του επικαλείται ως νέα στοιχεία και νέες αποδείξεις υπέρ της αθωότητάς του, τα παραπάνω έγγραφα: α) Την από 7-1-2011 απάντηση της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας Δίωξης Εγκλήματος του Βισμπάντεν Γερμανίας, που απέστειλε στο δικηγόρο του Β., κατόπιν σχετικού αιτήματος, σύμφωνα με την οποία προκύπτει, (μετάφραση εκ του πρωτοτύπου), "ότι ουδέποτε έχει απασχολήσει τις Γερμανικές Αρχές για οποιαδήποτε αιτία, και δεν υπάρχουν αποθηκευμένα δεδομένα που αφορούν σ' αυτόν. Επίσης δεν υφίστανται στους φακέλλους και στα δεδομένα της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας Δίωξης Εγκλήματος στοιχεία και έγγραφα σχετικά με τον κ. Ζ.". β) Την από 21-1-2011 απάντηση, επί υποβληθέντος ερωτήματος από την εμπλοκή του αιτούντος στις 1-12-2010 προς την Ίντερπολ Ελλάδος, σχετικά με το πρωτότυπο, από 25-5-1999, Γερμανικό "ΣΗΜΑ προς την Ίντερπολ Ελλάδας. Η απάντηση της Γερμανικής Ίντερπολ είναι, ότι τα Αρχεία έχουν καταστραφεί λόγω παρέλευσης δέκα ετών (10) από τον χρόνο διάπραξης του εγκλήματος, (βάσει Γερμανικού Νόμου, από 23-4-2009). γ) Την υπ' αριθμ. πρωτ. 203/4-2-2011 βεβαίωση του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Ναυπλίου, ότι δεν υφίσταται στη δικογραφία κανένα πρωτότυπο έγγραφο, "ΣΗΜΑ", στην Γερμανική γλώσσα από την Γερμανική Ίντερπολ προς την Ελληνική με ημερομηνία 25-5-1999, αντ' αυτού στη δικογραφία υπάρχει το έγγραφο αυτό μεταφρασμένο στην ελληνική από Τ.Δ.Σ. Ίντερπολ Ελλάδος. Αξιολογώντας τα ανωτέρω έγγραφα εκθέτω τα εξής: α)Η από 7-1-2011 απάντηση της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας Δίωξης Εγκλήματος της Βισπάντεν Γερμανίας, την οποία αποκαλεί ο αιτών νέα μεταγενέστερη - νέα απόδειξη - συνιστά υπηρεσιακή απάντηση σε υποβληθέν αίτημα, το περιεχόμενό της είναι μία βεβαίωση και πιστοποίηση πως δεν έχει απασχολήσει τις Γερμανικές Αρχές για κάποια υπόθεση και πως μετά από έρευνα δεν βρέθηκε στους υπάρχοντες φακέλλους και στα δεδομένα της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας Δίωξης Εγκλήματος, του Βισμπάντεν. Αυτό το έγγραφο με την απάντηση που προαναφέρθηκε, δεν συνιστά, κατά την άποψή μας, "νέα απόδειξη", "νέο στοιχείο", ότι δεν έχει ανάμειξη στην συγκεκριμένη υπόθεση. Βεβαιώνει απλά, ως άλλο δελτίο Ποινικού Μητρώου (ΔΠΜ), ότι δεν φέρεται, γενικά, αναμειγμένος σε κάποια υπόθεση ποινικού ενδιαφέροντος, πραχθείσα στο Γερμανικό έδαφος, και ειδικότερα δεν βρέθηκε σε φακέλους και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές αποθηκευμένος, ως Ζ., κατόπιν ερεύνης που έγινε στα τωρινά αρχεία τους, (αίτηση το 2010) γιατί τα προ δεκαετίας είχαν καταστραφεί - πολτοποιηθεί - με νόμο ομοσπονδιακό, και ως προς την κρινόμενη πράξη του, με χρόνο τέλεσης τις 23-4-1999, είχε παρέλθει ήδη δωδεκαετία. β) Θεωρεί πως αυτό το στοιχείο που τον καταδίκασε ήταν το από 25-5-1999 έγγραφο, - ΣΗΜΑ - της Γερμανικής ΙΝΤΕΡΠΟΛ προς την Ελληνική ΙΝΤΕΡΠΟΛ, μεταφρασμένο επισήμως από Αξ/κόν της ΕΛΑΣ, τον Αστυνόμο Α' Ι. Φ., που υπογράφει, και που με αριθμό "5" φέρεται στα αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας, μαζί με άλλα δέκα (10), τόσο πρωτόδικα, όσο και στη δευτεροβάθμια κατ' έφεση δίκη. Ζήτησε ο αιτών επίμονα από την ΙΝΤΕΡΠΟΛ Ελλάδος το πρωτότυπο "ΣΗΜΑ" και η Ελληνική ΙΝΤΕΡΠΟΛ απευθυνθείσα στη Γερμανική, έλαβε την απάντηση που επιδόθηκε σ' αυτόν, "ότι δεν υπάρχει, γιατί παρήλθε δεκαετία (10ετία) και καταστράφηκαν, με βάση τον Ομοσπονδιακό Νόμο. Έτσι και η από 21-1-2011, (κατόπιν της από 1-12-2010 αίτησής του) απάντηση της Γερμανικής ΙΝΤΕΡΠΟΛ, που προσκομίζει, δεν συνιστά "νέα απόδειξη". Ως προς το έγγραφο αυτό, (το από 25-5-1999) - ΣΗΜΑ - σαφώς προκύπτει, αμφιβολία, επιφύλαξη και δυσπιστία, ως προς την μετάφραση του περιεχομένου του, και ειδικότερα ως προς την γνησιότητά του - πλαστότης αποδεικτικών εγγράφων - (Βλεπ. Σελίδες 4η και 6η της αίτησης επανάληψης). Όμως τέτοιοι ισχυρισμοί και άλλες περιπτώσεις ανάλογες, όπως, ψευδείς μαρτυρικές καταθέσεις, δωροληψία, παράβαση καθήκοντος του Δικαστή του Ενόρκου, ψευδής πραγματογνωμοσύνη κ.λ.π. πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (Βλεπ. ΑΠ 291/1994, Π.Χρ. ΜΔ', Σελ. 384).
Δεν δύναται να γίνει δεκτή αίτηση επανάληψης της διαδικασίας για το λόγο ότι προσκομίστηκε και λήφθηκε υπόψη πλαστό έγγραφο, αν ο αιτών δεν ισχυρίζεται ότι η πλαστότης του εγγράφου αποδείχθηκε με αμετάκλητη απόφαση (Βλεπ. ΑΠ 612/89 Π.Χρ. Μ', Σελίς 67). Τέτοιες πράξεις που καταγγέλλονται ως οι ανωτέρω, δεν αρκεί μόνο να βεβαιώνονται με αμετάκλητη απόφαση, αλλά πρέπει αναγκαία το Συμβούλιο να κρίνει ότι οι ανωτέρω πλημμέλειες, και στη προκείμενη περίπτωση, η πλαστότης του εγγράφου, άσκησαν ουσιώδη επιρροή στη καταδίκη του, όπως αυτή συνάγεται, από τις αιτιολογίες της απόφασης, το περιεχόμενο του εγγράφου που αμφισβητείται ή προσβάλλεται ως μη γνήσιο, και από τα πρακτικά της σχετικής δίκης, που αμετακλήτως έκρινε για την ψευδορκία μάρτυρος, την δωροληψία ή παράβαση καθήκοντος κ.λ.π. (Βλεπ. Μπουρόπουλο Ερμην. Κωδ. Ποιν. Δικον. Άρθρο 525, σελίς 656 επόμ., και Ζησιάδη Ποιν. Δικονομία, σελίς 381). Να σημειωθεί, πως τέτοιες αποφάσεις ούτε προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, ούτε και σήμερα προσκομίζονται. Στη κρινόμενη περίπτωση, εκτιμούμε, πως η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο από 25-5-1999 αναγνωστέο έγγραφο - σε επίσημη μετάφραση - από την Ελληνική Ιντερπόλ. Απεναντίας αποδεικνύεται πως ελήφθη υπόψη και συναξιολογήθηκε με την ένορκη κατάθεση του Κ. Γ., μάρτυρα Αστυνομικού της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής στο τμήμα δίωξης Αρχαιοκαπηλίας, ο οποίος ανακάλυψε ποιος "ο Τ." που κατά την πληροφορία ήτο ο συνεργάτης του Γερμανού G.. Επίσης εβάρυνε θεωρώ, και η κατά το παρελθόν παράνομη δραστηριότητά του περί τα αρχαία αντικείμενα, τα οποία είτε αγόραζε από τρίτους λαθροανασκαφείς είτε από λαθροανασκαφές που διενεργούσε ο ίδιος με άγνωστους συνεργούς, και εν συνεχεία συνεργαζόμενος με τον Γερμανό φίλο του RINTSHENK GERHARD τα διαπραγματεύονταν στην Ελλάδα ή στην Γερμανία με αλλοδαπούς, επ' ευκαιρία της εισαγωγής Γερμανικών αυτ/των που διενεργούσε (Βλεπ. 10η και 11η σελίδες της απόφασης). Κατά συνέπεια, και αληθούς υποτιθέμενου του ισχυρισμού της πλαστότητας του από 25-5-1999 εγγράφου-ΣΗΜΑΤΟΣ- η καταδίκη του δεν ήταν απόρροια του εγγράφου αυτού αποκλειστικά. Το επικαλούμενο και αμφισβητούμενης γνησιότητας έγγραφο από 25-5-1999, μεταφρασμένο επισήμως από την Ελληνική ΙΝΤΕΡΠΟΛ, (Αστυνόμος Α' Φ. με υπογραφή του), δεν είναι νέο, είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οίκοθεν - αυτεπάγγελτα, και ήτο αναγνωστέο σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Κι αν ακόμη υπήρχε το πρωτότυπο "ΣΗΜΑ" στην Γερμανική γλώσσα, ο Δικαστής θα διάβαζε το μεταφρασμένο κείμενο στα Ελληνικά. Η βεβαιούμενη από την γραμματεία του Εφετείου Ναυπλίου ανυπαρξία του, ουδεμία ακυρότητα επιφέρει. Θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η γνησιότης του και να ζητηθεί τούτο, τόσο πρωτόδικα όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με αναβολή για κρείσσονας αποδείξεις προκειμένου να προσκομισθεί ή να προσβληθεί ως πλαστό στο ακροατήριο. Τα προαναφερθέντα δε έγγραφα, εκτιμώμενα κατά το περιεχόμενό τους, και την αποδεικτική τους ισχύ, κατά την άποψή μας, δεν συνιστούν "νέες αποδείξεις", αλλά είναι απαντήσεις που δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση και δεν είναι ικανά να επιφέρουν την ανατροπή, δηλαδή την επανάληψη της διαδικασίας, αφού αυτά εκτιμώμενα, είτε από μόνα τους, αυτά καθ' εαυτά, είτε σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις (μαρτυρία-έγγραφα), που είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, καθιστούν φανερό, και όχι πιθανό, πως ο αιτών θα εκηρύσσετο αθώος των πράξεών του. Τέλος ζητείται με την κρινόμενη αίτηση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και από μας που θα επεξεργασθούμε την αίτησή του, να δοθεί εντολή στην ΙΝΤΕΡΠΟΛ Ελλάδας προκειμένου να δοθεί το πρωτότυπο του ΣΗΜΑΤΟΣ στα Γερμανικά. Το αίτημά του αυτό τυγχάνει μη νόμιμο. Στο παρόν στάδιο δεν νοείται διενέργεια εκ νέου προανάκρισης ή κυρίας ανάκρισης από τον Άρειο Πάγο, και αυτό θα μπορούσε να το προβάλει ως αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις ο ίδιος με την υπεράσπισή του. Επειδή η αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, και κατά συνέπεια η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, οι επικαλούμενοι λόγοι επανάληψης της διαδικασίας είναι αβάσιμοι, η αίτησή του αποβαίνει απαράδεκτη, και εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί, και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. Παράλληλα με την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, την αυτήν ημέρα, στις 10-3-2011, ο αιτών κατέθεσε αυτοτελή αίτηση αναστολής της ποινής του, σύμφωνα με το άρθρο 529 Κ.Π.Δ. Εκθέτει δε στην αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, επειδή η αίτησή του αυτή είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθινή, και ως τέτοια πρόκειται να γίνει δεκτή, ζητά να γίνει δεκτή και η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε και εκτίεται ήδη. Προβάλλει δε τέλος επικουρικώς σοβαρούς λόγους υγείας. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 529 Κ.Π.Δ. "Μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το Συμβούλιο που είναι αρμόδιο να την κρίνει αποφαίνεται μέσα σε τρεις ημέρες, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος". Προϋποθέσεις της αναστολής εκτέλεσης της ποινής που απαιτούνται κατά την παραπάνω διάταξη είναι: α) η υποβολή αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, και πιθανολόγηση ευδοκίμησης της αίτησης (Βλεπ. ΑΠ 1612/2002, Π.Χρ. ΝΓ', σελίς 597), και β) η ποινή να εκτίεται από αυτόν που καταδικάστηκε και ζητά την επανάληψη της διαδικασίας, και όχι π.χ. να φυγοδικεί.(Βλεπ. ΑΠ 306/89, Ποιν. Χρ. ΛΘ' - 1989 - Σελίς 885).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 93/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου - Κακ/των - Ναυπλίου καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών για τις πράξεις α) της υπεξαίρεσης αρχαίων αντικειμένων, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, και β) της εξαγωγής αρχαίων αντικειμένων από την Ελληνική Επικράτεια. Ήδη ο αιτών με την από 10-3-2011 αίτησή του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, επικαλούμενος λόγους που δεν κρίνονται καθ' ημάς ότι συνιστούν "νέα άγνωστα γεγονότα" και "νέες αποδείξεις", αλλά είναι απαντήσεις, βεβαιώσεις και πιστοποιήσεις, δημοσίων Υπηρεσιών μεν, χωρίς όμως ουσιαστικό περιεχόμενο, τα οποία σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως στο Δικαστήριο, καθιστούν φανερό, και όχι απλά πιθανό, δεν θα αλλάξουν την ληφθείσα απόφαση, και να κηρυχθεί αθώος. Ειδικότερα, ως νέα γεγονότα και αποδείξεις επικαλείται ο αιτών: α) την από 7-1-2011 απάντηση της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας δίωξης εγκλήματος του Βισμπάντεν, "περί του ότι δεν έχει απασχολήσει τις Γερμανικές Αρχές για οποιαδήποτε αιτία, και ότι δεν υπάρχουν - δεν βρέθηκαν στους φακέλους και στα δεδομένα του ηλεκτρονικού αρχείου της Αστυνομίας, έγγραφα και στοιχεία για τον Κο. Ζ.". β) Την από 7-1-2011 απάντηση της Γερμανικής ΙΝΤΕΡΠΟΛ, μετά από αίτησή του στις 1-12-2010 προς την Ελληνική ΙΝΤΕΡΠΟΛ, για το πρωτότυπο "ΣΗΜΑ", που απέστειλε στην Ελλάδα, στην Γερμανική γλώσσα, με την οποία καθιστά γνωστό πως δεν υπάρχει πλέον, αφού βάσει Ομοσπονδιακού Νόμου, αυτά μετά δεκαετία (10 έτη) καταστρέφονται (Η πράξη Απρίλιο 1999). γ) Την με αριθμό πρωτ. 203/4-2-2011 βεβαίωση (υπηρεσιακή) του γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Ναυπλίου, ότι το έγγραφο αυτό, (το πρωτότυπο του ΣΗΜΑΤΟΣ), δεν βρίσκεται στην δικογραφία. Και δ) Αμφισβητείται τέλος η γνησιότης του περιεχομένου του από 25-5-1999 σήματος, ερμηνευμένου στην ελληνική, χωρίς ποτέ και στους δύο βαθμούς διαδικασίας να αμφισβητηθεί ή να προσβληθεί τούτο ως πλαστό. Κατά τη γνώμη μας, τα παραπάνω δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν "νέες αποδείξεις" που κι αν ακόμη εγνώριζε το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διάφορη κρίση. Επικαλείται λόγους υγείας ο αιτών, συμπληρωματικά, και δη "επέμβαση ανοιχτής καρδιάς με συχνές κρίσεις και επιβαρύνσεις", με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη η έκτιση της ποινής του εντός της φυλακής". Η σοβαρά αυτή κατάσταση του κρατουμένου αντιμετωπίζεται δικονομικά με τις διαδικασίες του άρθρου 557§§2,3 Κ.Π.Δ. (ανήκεστος βλάβη). Επειδή, εν όψει όλων των παραπάνω εκτεθέντων, καθ' ημάς η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας κρίνεται απαράδεκτη, και ουδεμία, κατά τη γνώμη μας, πιθανολόγηση ευδοκίμησης της παραπάνω αίτησης υφίσταται, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναστολής της εκτιόμενης υπό του αιτούντος ποινής και πρέπει η σχετική αίτηση να απορριφθεί. ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Α. Να απορριφθεί η από 10-3-2011 αίτηση του Δ. Ζ., κρατουμένου στη δικαστική φυλακής …, περί επαναλήψεως της διαδικασίας, ως ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ. Και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του. Β. Να απορριφθεί η από 10-3-20111 αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής του. Αθήνα, 28-3-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΖΑΓΚΟΥΡΝΗΣ"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ’ αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ’ αυτούς, έστω και κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 8-2-2011 αίτηση, ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη με αριθμό 93/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, μετά την απόρριψη της αναιρέσεως με την με αριθμό 189/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου και με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών για τις πράξεις: α) της υπεξαίρεσης αρχαίων αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι δέκα τρία (13) στον αριθμό, αξίας 51.000.000 δρχ., αρχαιολογικής αξίας ευρήματα, τα οποία ανήκαν στην κυριότητα και κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου, και περιήλθαν στην κατοχή του παρανόμως, και β) της εξαγωγής, με σκοπό την εμπορία, των παραπάνω αναφερόμενων αρχαιολογικών ευρημάτων, με συνεργό τον συγκατηγορούμενό του Χ. Σ., χωρίς της άδεια της αρμοδίας Αρχής. ). Ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας, προβάλλει με την αίτηση, ότι μετά την οριστική καταδίκη του, προέκυψαν νέα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επικαλείται και αποδεικνύουν ότι, το Δικαστήριο τον καταδίκασε άδικα. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ.3, και 528 παρ.1 του Κ.Π.Δ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία. Επίσης ο αιτών άσκησε και την από 8-3-2011 αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, ζητάει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής που κατά τα ανωτέρω του επιβλήθηκε. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ, παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την αυτή συνεδρίαση που εισάγεται και η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, στο οποίο εκκρεμεί αυτή, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ’ ουσία, μετά την έρευνα της αιτήσεως επαναλήψεως, αφού από την πιθανολόγηση ευδοκιμήσεως της εξαρτάται η παραδοχή της και, όπως διαμορφώθηκε πλέον δικονομικώς η υπόθεση (ταυτόχρονη εισαγωγή προς κρίση και των δύο αιτήσεων και όχι εντός της προθεσμίας που ορίζει η διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ) η παρούσα, εξαρτάται από την ουσιαστική βασιμότητά της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, ο
αιτών καταδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 93/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αναιρέσεως με την με αριθμό 189/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, σε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών για τις πράξεις: α) της υπεξαίρεσης αρχαίων αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι δέκα τρία (13) στον αριθμό, αξίας 51.000.000 δρχ., αρχαιολογικής αξίας ευρήματα, τα οποία ανήκαν στην κυριότητα και κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου, και περιήλθαν στην κατοχή του παρανόμως, και β) της εξαγωγής, με σκοπό την εμπορία, των παραπάνω αναφερόμενων αρχαιολογικών ευρημάτων. Ειδικότερα το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα κατά τα άνω πράξεις: Αντιγραφή από απόφαση πενταμελούς των εντός αγκυλών σελ.10, 11). Με βάση τα στοιχεία αυτά κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις: α) της υπεξαίρεσης αρχαίων αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι δέκα τρία (13) στον αριθμό, αξίας 51.000.000 δρχ., αρχαιολογικής αξίας ευρήματα, τα οποία ανήκαν στην κυριότητα και κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου, και περιήλθαν στην κατοχή του παρανόμως, και β) της εξαγωγής, με σκοπό την εμπορία, των παραπάνω αναφερόμενων αρχαιολογικών ευρημάτων. Ο αιτών με την υπό κρίση αίτησή του επικαλείται ως νέα στοιχεία και νέες αποδείξεις υπέρ της αθωότητάς του, τα παρακάτω έγγραφα: α) Την από 7-1-2011 απάντηση της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας Δίωξης Εγκλήματος του Βισμπάντεν Γερμανίας, την οποία απέστειλε στο δικηγόρο του Βλαχόπουλο, κατόπιν σχετικού αιτήματος, σύμφωνα με την οποία προκύπτει, (μετάφραση εκ του πρωτοτύπου), "ότι ουδέποτε έχει απασχολήσει τις Γερμανικές Αρχές για οποιαδήποτε αιτία, και δεν υπάρχουν αποθηκευμένα δεδομένα που αφορούν σ' αυτόν. Επίσης δεν υφίστανται στους φακέλους και στα δεδομένα της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας Δίωξης Εγκλήματος στοιχεία και έγγραφα σχετικά με τον κ. Ζ.".
β) Την από 21-1-2011 απάντηση, επί υποβληθέντος ερωτήματος από την εμπλοκή του αιτούντος στις 1-12-2010 προς την Ιντερπόλ Ελλάδος, σχετικά με το πρωτότυπο, από 25-5-1999, Γερμανικό "ΣΗΜΑ" προς την Ιντερπόλ Ελλάδας. Η απάντηση της Γερμανικής Ιντερπόλ είναι, ότι τα Αρχεία έχουν καταστραφεί λόγω παρέλευσης δέκα ετών (10) από τον χρόνο διάπραξης του εγκλήματος, (βάσει Γερμανικού Νόμου, από 23-4-2009).
γ) Την υπ' αριθμ. πρωτ. 203/4-2-2011 βεβαίωση του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Ναυπλίου, ότι δεν υφίσταται στη δικογραφία κανένα πρωτότυπο έγγραφο, "ΣΗΜΑ", στην Γερμανική γλώσσα από την Γερμανική Ιντερπόλ προς την Ελληνική με ημερομηνία 25-5-1999, αντ' αυτού στη δικογραφία υπάρχει το έγγραφο αυτό μεταφρασμένο στην ελληνική από Τ.Δ.Σ. Ιντερπόλ Ελλάδος. Σε σχέση δε με όσα παραπάνω στοιχεία επικαλείται ο αιτών, αξιολογώντας τα, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: α) Η από 7-1-2011 απάντηση της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας Δίωξης Εγκλήματος της Βισμπάντεν Γερμανίας, την οποία θεωρεί ο αιτών νέα μεταγενέστερη - νέο στοιχείο - συνιστά υπηρεσιακή απάντηση σε υποβληθέν αίτημα, το περιεχόμενο της είναι μία βεβαίωση και πιστοποίηση πως δεν έχει απασχολήσει τις Γερμανικές Αρχές για κάποια υπόθεση και πως μετά από έρευνα δεν βρέθηκε στους υπάρχοντες φακέλους και στα δεδομένα της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας Δίωξης Εγκλήματος, του Βισμπάντεν. Αυτό το έγγραφο με την απάντηση που προαναφέρθηκε, δεν συνιστά, "νέα απόδειξη", "νέο στοιχείο", ότι δεν έχει ανάμειξη ο αιτών στην ως άνω υπόθεση. Βεβαιώνει απλά, ότι δεν φέρεται, γενικά, αναμειγμένος σε κάποια υπόθεση ποινικού ενδιαφέροντος, διαπραχθείσα στο Γερμανικό έδαφος, και ειδικότερα δεν βρέθηκε στους φακέλους και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές αποθηκευμένος, ως Ζ., κατόπιν έρευνας που έγινε στα τωρινά αρχεία τους (αίτηση το 2010), γιατί τα προ δεκαετίας, είχαν καταστραφεί - πολτοποιηθεί - με νόμο ομοσπονδιακό, και ως προς την κρινόμενη πράξη του, με χρόνο τέλεσης τις 23-4-1999, είχε παρέλθει ήδη δωδεκαετία.
β) Θεωρεί ο αιτών, ότι κρίσιμο έγγραφο για την έκβαση της δίκης του, ήταν το από 25-5-1999 έγγραφο, - ΣΗΜΑ - της Γερμανικής ΙΝΤΕΡΠΟΛ προς την Ελληνική ΙΝΤΕΡΠΟΛ, μεταφρασμένο επισήμως από Αξ/κό της ΕΛΑΣ, τον Αστυνόμο Α' Ι. Φ., που υπογράφει, και που με αριθμό "5" φέρεται στα αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας, μαζί με άλλα δέκα (10), τόσο πρωτόδικα, όσο και στη δευτεροβάθμια κατ' έφεση δίκη. Ζήτησε επίμονα από την ΙΝΤΕΡΠΟΛ Ελλάδος το πρωτότυπο "ΣΗΜΑ" και η Ελληνική ΙΝΤΕΡΠΟΛ, απευθυνθείσα στη Γερμανική, έλαβε την απάντηση που επιδόθηκε σ’ αυτόν, "ότι δεν υπάρχει, γιατί παρήλθε δεκαετία (10ετία) και καταστράφηκαν, με βάση τον Ομοσπονδιακό Νόμο. Έτσι και η από 21-1-2011, (κατόπιν της από 1-12-2010 αίτησής του) απάντηση της Γερμανικής ΙΝΤΕΡΠΟΛ, που προσκομίζει, δεν συνιστά "νέα απόδειξη". Ως προς το έγγραφο αυτό (το από 25-5-1999) - ΣΗΜΑ - ο αιτών σαφώς εκφέρει επιφύλαξη και δυσπιστία, ως προς την μετάφραση του περιεχομένου του, και ειδικότερα ως προς την γνησιότητά του, θεωρώντας το, ως πλαστό (Βλ. Σελίδες 4η και 6η της αίτησης επανάληψης). Όμως τέτοιοι ισχυρισμοί και άλλες περιπτώσεις ανάλογες, όπως, ψευδείς μαρτυρικές καταθέσεις, δωροληψία, παράβαση καθήκοντος του Δικαστή του Ενόρκου, ψευδής πραγματογνωμοσύνη κ.λ.π. πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (Βλ. ΑΠ 291/1994, Π.Χρ. ΜΔ', Σελ. 384). Δεν επηρεάζει την παραδοχή αίτησης επανάληψης της διαδικασίας το γεγονός ότι προσκομίστηκε και λήφθηκε υπόψη πλαστό έγγραφο, αν ο αιτών δεν ισχυρίζεται ότι η πλαστότητα του εγγράφου αποδείχθηκε με αμετάκλητη απόφαση (Βλ. ΑΠ 612/89 Π.Χρ. Μ', 67). Τέτοιες πράξεις που καταγγέλλονται ως οι ανωτέρω, δεν αρκεί μόνο να βεβαιώνονται με αμετάκλητη απόφαση, αλλά πρέπει αναγκαία το Συμβούλιο να κρίνει ότι οι ανωτέρω πλημμέλειες, και στη προκείμενη περίπτωση, η πλαστότητα του εγγράφου, άσκησαν ουσιώδη επιρροή στη καταδίκη του, όπως αυτή συνάγεται, από τις αιτιολογίες της απόφασης, το περιεχόμενο του εγγράφου που αμφισβητείται ή προσβάλλεται ως μη γνήσιο, και από τα πρακτικά της σχετικής δίκης, που αμετακλήτως έκρινε για την ψευδορκία μάρτυρος, την δωροληψία ή παράβαση καθήκοντος κ.λ.π. Να σημειωθεί, ότι τέτοια απόφαση περί πλαστότητας του παραπάνω εγγράφου, δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, ούτε και σήμερα προσκομίζεται.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, πρέπει να σημειωθεί ότι, η καταδικαστική κατά τα άνω, κρίση του Δικαστηρίου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο ως άνω, από 25-5-1999 αναγνωστέο έγγραφο - σε επίσημη μετάφραση - από την Ελληνική Ιντερπόλ. Απεναντίας αποδεικνύεται πως ελήφθη υπόψη και αξιολογήθηκε μαζί με τα λοιπά έγγραφα και με την ένορκη κατάθεση του Κ. Γ., μάρτυρα Αστυνομικού της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής στο τμήμα δίωξης Αρχαιοκαπηλίας, ο οποίος ανακάλυψε ποιος ήταν "ο Τ." (κατηγορούμενος), που κατά τις πληροφορίες του, ήτο ο συνεργάτης του Γερμανού G.. Επίσης στην κρίση του δικαστηρίου βάρυνε και η κατά το παρελθόν παράνομη δραστηριότητά του περί τα αρχαία αντικείμενα, τα οποία είτε αγόραζε από τρίτους λαθροανασκαφείς είτε από λαθροανασκαφές που διενεργούσε ο ίδιος με άγνωστους συνεργούς, και εν συνεχεία συνεργαζόμενος με τον Γερμανό φίλο του R. G. τα διαπραγματεύονταν στην Ελλάδα ή στην Γερμανία με αλλοδαπούς, επ' ευκαιρία της εισαγωγής Γερμανικών αυτ/των που διενεργούσε. Κατά συνέπεια, η καταδίκη του δεν ήταν απόρροια του 25-5-1999 εγγράφου- ΣΗΜΑΤΟΣ- αποκλειστικά. Το επικαλούμενο και αμφισβητούμενης γνησιότητας έγγραφο από 25-5-1999, μεταφρασμένο επισήμως από την Ελληνική ΙΝΤΕΡΠΟΛ, (Αστυνόμος Α' Φ. με υπογραφή του), δεν είναι νέο, είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οίκοθεν - αυτεπάγγελτα, και ήτο αναγνωστέο σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Κι αν ακόμη υπήρχε το πρωτότυπο "ΣΗΜΑ" στην Γερμανική γλώσσα, το δικαστήριο θα προέβαινε σε ανάγνωση του μεταφρασμένου κειμένου, στα Ελληνικά. Η βεβαιούμενη από την γραμματεία του Εφετείου Ναυπλίου ανυπαρξία του πρωτοτύπου, ουδεμία ακυρότητα επιφέρει. Άλλωστε, θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η γνησιότητά του και να ζητηθεί τούτο, τόσο πρωτόδικα όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με αναβολή για κρείσσονας αποδείξεις προκειμένου να προσκομισθεί ή να προσβληθεί ως πλαστό στο ακροατήριο.
Κατ’ ακολουθία όσων αναφέρθηκαν, τα παραπάνω έγγραφα, εκτιμώμενα κατά το περιεχόμενό τους, και την αποδεικτική τους ισχύ, δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση "νέα στοιχεία", τα οποία να είναι ικανά να δικαιολογήσουν την παραδοχή της αίτησης, αλλά είναι απαντήσεις που δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση και δεν είναι ικανά να επιφέρουν την ανατροπή, δηλαδή την επανάληψη της διαδικασίας. Αυτά εκτιμώμενα, είτε από μόνα τους, αυτά καθ' αυτά, είτε σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις (μαρτυρία-έγγραφα), που είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των πράξεών του ή ότι καταδικάσθηκε άδικα. Τέλος ζητείται με την κρινόμενη αίτηση, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και από το συμβούλιο που θα επιληφθεί της αίτησης του, να δοθεί εντολή στην ΙΝΤΕΡΠΟΛ Ελλάδας προκειμένου να δοθεί το πρωτότυπο του ΣΗΜΑΤΟΣ στα Γερμανικά.
Το αίτημά του αυτό τυγχάνει μη νόμιμο. Στο παρόν στάδιο δεν νοείται διενέργεια εκ νέου προανάκρισης ή κυρίας ανάκρισης από τον Άρειο Πάγο, και αυτό θα μπορούσε να το προβάλει ως αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις ο ίδιος με την υπεράσπιση του, κατά την κατ’ ουσία εκδίκαση της υπόθεσής του.
Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, οι επικαλούμενοι λόγοι επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμοι, η αίτησή του πρέπει να απορριφθεί. Λόγω δε του αβασίμου της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, και η ανωτέρω αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής που κατά τα άνω επιβλήθηκε στον αιτούντα με την προσβαλλομένη απόφαση. Οι λόγοι υγείας που προβάλλει ο αιτών, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην έκβαση της παρούσας αίτησης. Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει: α) την με αριθμό πρωτ. 2235 από 8-2-2011 αίτηση του Δ. Ζ., κρατουμένου στη δικαστική φυλακής ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ’ αριθμό 93/7-4-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου Και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του.
β) την με αριθμό πρωτ. 2236 από 18-3-20111 αίτηση του ιδίου για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ανωτέρω απόφαση.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας, 525 επ. Κ.Π.Δ. προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης. Απαιτούνται νέα άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση. Απορρίπτει την αίτηση. Αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής. Απορρίπτει.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1113/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 17η Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Ι. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2) Ν. Κ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Περράκη.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2018/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6789/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-7-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης διάβασε την από 3-5-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται. Εξ άλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει περισσότερα στοιχεία απ' όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 3, 3, 4 παρ.1 και 8, 5 παρ. 3 και 4 και 42 παρ.4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 1274/1973) με την 2842/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 23-3-1990 ΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β' 227/1990), το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Προσωπικό έκτακτο είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως. Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων, που καθορίζεται για κάθε κατηγορία με απόφαση του γενικού διευθυντή, ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες. Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσεως Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης. Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα με τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων. Η κατάταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του διοικητή, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. Το διοικητικό συμβούλιο μετά από εισήγηση του διοικητή αποφασίζει για την ένταξη των τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και πρέπει να εκπληρώνεται από αυτήν όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288, ΟλΑΠ 4/2007). Περαιτέρω, όμως, συνάγεται με σαφήνεια ότι κατά την ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης, κενής οργανικής θέσης (ΑΠ 1252/2008).
Συνεπώς, στο δικόγραφο αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα μισθωτό αυτής σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η ορθή κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη (ΑΠ 646/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) με την ένδικη, από 25-7-2005 αγωγή ισχυρίσθηκαν ότι στην αναφερόμενη για τον καθένα ημερομηνία προσλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη) ως έκτακτοι, τεχνικοί υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που ανανεώθηκαν κατ' επανάληψη. Ότι, στη συνέχεια, εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, στον κλάδο Γενικών Υπηρεσιών, στην κατηγορία ΓΥ5 και συγκεκριμένα ο πρώτος την 1-6-1989, στο μισθολογικό κλιμάκιο 13 της βαθμίδας β' και, κατ' εφαρμογή της από 5-10-1989 ΕΣΣΕ, στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 και, ακολούθως, από 28-7-1989, 1-1-1990, 1-10-1991 και 28-7-1992 στο μισθολογικό κλιμάκιο 11, 10, 9 και 8, αντίστοιχα και ο δεύτερος την 1-11-1995, στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 και μετά από αναθεώρηση της μισθολογικής του εξέλιξης στο μισθολογικό κλιμάκιο 11 και, ακολούθως, από 5-10-1996 στο μισθολογικό κλιμάκιο 10, ενώ, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, η ένταξη θα έπρεπε να γίνει στον κλάδο Τεχνικών, στην κατηγορία Τ4, στο μισθολογικό κλιμάκιο 9 της βαθμίδας ε', αφού ήσαν κάτοχοι απολυτηρίου λυκείου και απασχολούνταν από την πρόσληψή τους με καθήκοντα ο πρώτος τεχνικού υπαλλήλου εναερίων δικτύων ("εναερίτη") και ο δεύτερος τεχνικού επιμελητή. Ότι μετατάχθηκαν καθυστερημένα στην ορθή κατηγορία Τ4, ο πρώτος από 1-12-1991 και ο δεύτερος από 1-12-2000, στο ήδη κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο 9. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και του άρθρου 288 ΑΚ, ζήτησαν: Α) να αναγνωρισθεί ότι κατά την ένταξή τους στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης έπρεπε να καταταχθούν, ο πρώτος την 1-6-1989 και ο δεύτερος την 1-11-1995, στην κατηγορία Τ4 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 9 της βαθμίδας ε' και στη συνέχεια α) ο πρώτος στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 από 28-7-1989 (λόγω αναθεώρησης της μισθολογικής του εξέλιξης), στο 7 από 1-1-1990, στο 6 από 1-10-1991 και στο 5 από 28-7-1992 και, ακολούθως, λόγω τριετούς ευδόκιμης υπηρεσίας, να προαχθεί από 28-7-1995, 28-7-1998, 28-7-2001 και 28-7-2004 στο μισθολογικό κλιμάκιο 4, 3, 2 και 1, αντίστοιχα και β) ο δεύτερος στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 από 1-11-1995 (λόγω αναθεώρησης της μισθολογικής του εξέλιξης) και στο 7 από 5-10-1996 και, ακολούθως, λόγω τριετούς ευδόκιμης υπηρεσίας, να προαχθεί από 5-10-1999 και 5-10-2002 στο μισθολογικό κλιμάκιο 6 και 5, αντίστοιχα και Β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, περιορίζοντας κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής ως προς τον πρώτο ενάγοντα σε εν μέρει αναγνωριστικό για το πέραν των 12.000 ευρώ αιτούμενο ποσό. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την υπό κρίση αγωγή στο σύνολό της, ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθεται σ' αυτή αν κατά τους συγκεκριμένους χρόνους, που έλαβε χώρα η ένταξη των αναιρεσειόντων στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, υπήρχε κενή οργανική θέση στην κατηγορία Τ4 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 9 της βαθμίδας ε', στην οποία οι αναιρεσείοντες δεν εντάχθηκαν αντίθετα προς την καλή πίστη, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς τους, θα έπρεπε από τότε να έχουν ενταχθεί. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την κατάταξη των μισθωτών της αναιρεσίβλητης σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού αυτής. Πράγματι, με δεδομένο το ότι για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε κάποια από τις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού και για την εν συνεχεία προαγωγή ή εξέλιξή του απαιτείται η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, που είναι θεμελιωτική του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς. Το γεγονός ότι η επιχείρηση είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, διότι τον απασχολούσε ως έκτακτο, δεν υποδηλώνει και την ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης, αφού σύμφωνα με τον ΚΚΠ/ΔΕΗ το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για την εξυπηρέτηση έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών για τις οποίες δεν επαρκεί το προσωπικό που καλύπτει τις οργανικές θέσεις. Και το γεγονός ότι αργότερα η επιχείρηση κατέταξε τον εργαζόμενο στην προσήκουσα κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο, δεν σημαίνει, επίσης, ότι υπήρχε αντιστοίχως κενή οργανική θέση και κατά την προγενέστερη ημερομηνία από την οποία ο εργαζόμενος επιδιώκει την κατάταξη που αναφέρεται στην αγωγή. Γι' αυτό, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην αγωγή, ώστε να αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, ότι κατά την ημερομηνία της ένταξης, της οποίας η ορθότητα αμφισβητείται, υπήρχε κενή οργανική θέση, στην οποία η διοίκηση της επιχείρησης, ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη, παρέλειψε να κατατάξει τον εργαζόμενο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-7-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 6789/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Ιουνίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΔΕΗ. Κανονισμός Καταστάσεως Προσωπικού. Η ένταξη των εκτάκτων υπαλλήλων σε κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο της ιεραρχίας του τακτικού προσωπικού προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, την ύπαρξη κενής οργανικής θέσης. Το περιστατικό αυτό αποτελεί στοιχείο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται δικαστικώς η ορθή ένταξη και πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1116/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. (K. S.) του Γ. (G.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Καραφίνα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Λ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαγρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1096/2006 μη οριστική και 3078/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5431/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 2-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 1 και 16 του ν. 551/1915 (που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ-άρθ. 38 εδ. α' ΕισΝΑΚ) προς τις διατάξεις των 297, 298, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι επί εργατικού ατυχήματος, όπως είναι και ο τραυματισμός του μισθωτού κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτήν οφείλεται κατά πάσα περίπτωση χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη) κατά τις κοινές διατάξεις, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας και επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα του εργοδότη ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων τους, με την έννοια του άρθ. 914 ΑΚ, αρκεί κατά συνέπεια να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια του άρθ. 16§1 ν. 551/1915 περί την τήρηση των μέτρων ασφαλείας. Τέτοιο πταίσμα κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του άρθ. 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου", καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κ.λπ., αδικοπραξία. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 361, 648 και 651 ΑΚ προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία, με την οποία ο εργοδότης, που έχει στην διάθεση του τις υπηρεσίες του μισθωτού, παραχωρεί με την συναίνεση του τελευταίου (που μπορεί να δοθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ρητό ή σιωπηρό, προς τον αρχικό ή μεταγενέστερο εργοδότη), τις υπηρεσίες αυτού σε άλλο πρόσωπο (δανεισμός μισθωτού), στο οποίο παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του, καθόσον η σχέση αυτή στηρίζεται στην βούληση και των τριών μερών. Στην περίπτωση αυτή του δανεισμού δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και ο παλαιός εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητα του εργοδότη, ενώ και ο τρίτος που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του δανειζομένου μισθωτού αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη, επέρχεται δηλ. διάσπαση (κατάτμηση) της ιδιότητας του εργοδότη, με συνέπεια τον επιμερισμό των εργοδοτικών αρμοδιοτήτων. Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια απομάκρυνση (παραχώρηση) του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας και δη, εκτός από αντίθετη συμφωνία, για την καταβολή του μισθού και των άλλων παροχών που τον βαρύνουν, ενώ ο εργοδότης που δανείζεται τον μισθωτό ασκεί κατά την διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα με τους περιορισμούς και το περιεχόμενο που θα το ασκούσε ο αρχικός εργοδότης. Τον κατά δανεισμό (δευτερογενή) εργοδότη βαρύνουν οι υποχρεώσεις σεβασμού των όρων δημόσιας τάξης που ισχύουν κατά την εκτέλεση της εργασίας και η τήρηση της ως άνω υποχρέωσης προνοίας για την εξασφάλιση όρων και συνθηκών κατ' αυτήν για την προστασία της ζωής και της υγείας του κατά παραχώρηση μισθωτού.
Συνεπώς, σε περίπτωση παραβίασης τους κατά τον χρόνο του δανεισμού και δη σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος και τραυματισμού του, ο εργαζόμενος μπορεί να στραφεί, συντρεχόντων και των ως άνω όρων ευθύνης, κατά του νέου εργοδότη, καθόσον έννομη σημασία και επιρροή έχει η ιδιότητα του εργοδότη κατά την επέλευση του ατυχήματος, αφού αυτός υπέχει την εξ αυτού σχετική ευθύνη, και όχι κατά την πρόσληψη του παθόντος εργαζομένου και μέχρι τον δανεισμό του.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερ' από έφεση του αναιρεσείοντος, επί αγωγής αυτού κατά του αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο την καταβολή ποσού 100.000? ως χρηματική ικανοποίηση λόγω εργατικού ατυχήματος, με την προσβαλλομένη απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) με προφορικά καταρτισθείσα τον Ιούλιο του 1997 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη από τον Ν. Λ., πατέρα του εναγομένου (και αναιρεσιβλήτου) Ι. Λ., προκειμένου να εργασθεί ως εργάτης στην επιχείρηση φυτωρίου που διατηρούσε τότε ο Ν. Λ. στον ... με τον διακριτικό τίτλο "Φυτώρια Ν. Λ.", στην οποία ο ενάγων απασχολήθηκε από την πρόσληψη του μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του έτους 2003, ότι τον Δεκέμβριο του 2001 ο ενάγων συμφώνησε με τον εναγόμενο και τον εργοδότη του Ν. Λ. τον δανεισμό της εργασίας του στον εναγόμενο, προκειμένου με την χρήση σκαπτικού μηχανήματος μικτού τύπου, εκσκαφέα και φορτωτή, να καθαρισθεί κήπος στην οδό ... στην ..., ότι ο εναγόμενος διατηρούσε τέτοια επιχείρηση (κηποτεχνικής) και χρειάσθηκε εργάτη για να εκριζώσει ένα μεγάλο δένδρο στον κήπο αυτόν και γι' αυτό δανείσθηκε τον ενάγοντα από τον πατέρα του με την συμφωνία και των τριών μερών, ότι κατά την εκρίζωση του δένδρου ο ενάγων υπέστη το ατύχημα που αναφέρεται στην αγωγή, ότι σ' αυτήν δεν αναφέρεται ο δανεισμός αυτός της εργασίας, αλλά σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων από το έτος 1997 και ότι ο εναγόμενος διατηρούσε επιχείρηση φυτωρίων και κηποτεχνικής, στην οποία απασχολήθηκε ο ενάγων από το έτος 1997, και ότι δεν αποδείχθηκε η παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου, όπως περιγράφεται στην αγωγή, ούτε μπορεί το δικαστήριο να θεωρήσει ότι αποδείχθηκαν γεγονότα που σχετίζονται με την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου και είναι τελείως διάφορα εκείνων που αναφέρονται στην αγωγή, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί για τον αυτόν λόγο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασεν ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξει, διότι, ενώ δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος, στα πλαίσια σύμβασης δανεισμού μισθωτού, ο ενάγων απησχολείτο από τον εναγόμενο, ο οποίος, άρα, ήταν εργοδότης του κατά τον χρόνο εκείνο έχοντας την υποχρέωση τήρησης της αρχής της πρόνοιας, έκρινε ταυτόχρονα ότι ο εναγόμενος δεν νομιμοποιείται παθητικά, δεν υπέχει δηλ. ευθύνη ως προς τις εκ του ατυχήματος αυτού αξιώσεις του ενάγοντος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, σημασία έχει η ιδιότητα του εργοδότη κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθ. 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5431/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Περίληψη:άρθ. 1 και 16 ν. 551/1915, 914, 932, 662, 361, 648, 651 ΑΚ. Εργατικό ατύχημα - δανεισμός εργαζομένου, έννοια. Σε περίπτωση δανεισμού εργαζομένου τον κατά δανεισμό (δευτερογενή) εργοδότη βαρύνουν οι υποχρεώσεις σεβασμού των όρων δημόσιας τάξης κατά την εκτέλεση της εργασίας και η τήρηση της υποχρέωσης προνοίας για την εξασφάλιση όρων και συνθηκών για την προστασία της ζωής και της υγείας του κατά παραχώρηση μισθωτού και συνεπώς σε περίπτωση παραβίασής τους κατά τον χρόνο του δανεισμού και δη εργατικού ατυχήματος ο εργαζόμενος μπορεί να στραφεί κατά του νέου εργοδότη (αναιρεί την ΕφΑθ 5431/2009).
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1118/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Νικηφορίδου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1603/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενους τους 1) C. G. του S. και 2) ....
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 28 Δεκεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους αυτής, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 733/2010.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμος η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α και β του Ν. 3386/2005 "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους-μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α) ..., β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος κτλ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχουν προηγηθεί και καταδίκες, υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να ποριστεί εντεύθεν εισόδημα. Κατ' επάγγελμα επίσης τέλεση συντρέχει και όταν μία φορά διαπράχθηκε η πράξη, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της διάταξης του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α και β του Ν. 3386/2005 δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σ' αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξης. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Κατά το άρθρο 211 Α του ΚΠΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2408/1996 "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από την εν λόγω διάταξη, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο στην μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και στις καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωστέα έγγραφα. Τέλος, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενού εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: Από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρονται και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, από τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, σε συνδυασμό και με την απολογία των κατηγορουμένων, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι α', β' και γ' κατηγορούμενοι από κοινού και κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του όρθρου 88 παρ.1 α του Ν. 3386/05 κατά συρροή, όπως αυτή, κατά τα συνιστώντα την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση πραγματικά περιστατικά, στο διστακτικό της παρούσας περιγράφεται. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικό περιστατικά: Ο α' κατ/νος ως οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας AUDI Α4, ιδιοκτησίας Y. Y. A., ο β' κατ/νος ως οδηγός και ο γ' ως συνοδηγός στο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας BMW ιδιοκτησίας του β', το οποίο κινούνταν έμπροσθεν του πρώτου αυτοκινήτου ως προπομπός, στις 30.4.2009 και ώρα 15:30, κατελήφθησαν από αστυνομικούς του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Ορεστιάδας στον κόμβο Καστανέων Έβρου, να έχουν επιβιβάσει στο πρώτο αυτοκίνητο τους αναφερόμενους στο διατακτικό οκτώ (8) αλλοδαπούς, με σκοπό να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας με τελικό προορισμό τη Θεσσαλονίκη, ενώ γνώριζαν ότι οι ανωτέρω αλλοδαποί δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, καθόσον στερούνταν των απαραίτητων νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων. Τους προαναφερόμενους λαθρομετανάστες, παρέλαβαν οι κατηγορούμενοι από αδιευκρίνιστο σημείο της Ελληνοτουρκικής μεθορίου στις 30.4.2009, τους επιβίβασαν στο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας AUDI Α4, ιδιοκτησίας Y. Y. A., στο οποίο οδηγός ήταν ο α' κατ/νος, ενώ οι β' και γ' κατ/νοι ευρίσκοντο στο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας BMW ιδιοκτησίας του β', το οποίο κινείτο έμπροσθεν του πρώτου αυτοκινήτου ως προπομπός και ανέλαβαν την προώθησή τους στο εσωτερικό της χώρας, έχοντας τους προαναφερόμενους ρόλους, με τελικό προορισμό την Θεσσαλονίκη, αντί χρηματικής αμοιβής που το ύψος της δεν εξακριβώθηκε, ενώ γνώριζαν σαφώς ότι οι αλλοδαποί είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα, την 29.4.2009 από αδιευκρίνιστο σημείο της Ελληνοτουρκικής μεθορίου μέσω του ποταμού Έβρου. Οι διακινούμενοι θα κατέβαλαν το ποσά των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ έκαστος. Την πράξη αυτή, που αποτελεί τμήμα συστηματικά σχεδιασμένης επιχείρησης μεταφοράς και προώθησης λαθρομεταναστών στη χώρα, τέλεσαν κατ' επάγγελμα, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, έναντι χρηματικής αμοιβής που το ύψος την δεν εξακριβώθηκε, έχοντας αναλάβει τους ως άνω ρόλους ως μέλη οργανωμένου κυκλώματος που μεταφέρει και προωθεί στην Ελλάδα από το Εξωτερικό αλλοδαπούς λαθρομετανάστες, το οποίο δρα με διαμορφωμένη την κατάλληλη υποδομή για επανειλημμένη τέλεση της πράξης. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξης της προώθησης στο εσωτερικό της χώρας - διευκόλυνση προώθησης από κοινού, κατά συρροή και κατ' επάγγελμα, απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών που προέβαλε ο κατηγορούμενος Χ. Α. περί εφαρμογής του άρθρου 211 Α του ΚΠΔ και απαλλαγής του από την κατηγορία που του αποδίδεται, διότι το δικαστήριο ήχθη στην ως άνω καταδικαστική του κρίση, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο την απολογία του συγκατηγορουμένου του C. G. και την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Τ. Ε., αλλά όλα τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης και τις απολογίες των κατηγορουμένων". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξης της διευκόλυνσης της προώθησης στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών, από κοινού, κατά συρροή και κατ' επάγγελμα και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης πενήντα εννέα (59) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 50.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ, 14, 26 παρ. 1α, 27, 45, 51-53, 57, 61, 94 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρο 88 παρ. 1β του Ν. 3386/2005, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του ανωτέρω εγκλήματος και συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων διευκόλυνε μαζί με τους συγκατηγορουμένους του την προώθηση στο εσωτερικό της χώρας, αντί χρηματικής αμοιβής, οκτώ αλλοδαπών (υπηκόων Ιράκ), ενώ γνώριζε ότι αυτοί δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, αφού στερούντο των νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων, παραλαμβάνοντας αυτούς από σημείο της Ελληνοτουρκικής μεθορίου και επιβιβάζοντάς τους στο ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγκατηγορούμενός του C. G., με προορισμό τη Θεσσαλονίκη, και ενώ εκινείτο, οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με συνεπιβάτη τον άλλο συγκατηγορούμενό του Χ. Σ., στον κόμβο Καστανέων Έβρου, έμπροσθεν του αυτοκινήτου που μετέφερε τους αλλοδαπούς, ως προπομπός, συνελήφθη (μαζί με τους συγκατηγορούμενούς του) από αστυνομικούς. Από την παραδοχή δε αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή εκινείτο "ως προπομπός", προκειμένου να ειδοποιήσει τον οδηγό του ακολουθούντος οχήματος που μετέφερε τους αλλοδαπούς, για την παρουσία της αστυνομίας στο δρόμο τους, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι οι μεταφερόμενοι ήταν αλλοδαποί και ότι είχαν εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος, χωρίς δηλαδή τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα. Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά για τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης, ενώ περαιτέρω από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν σ' αυτή, την απολογία του κατηγορουμένου, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η αναφορά και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, ενώ η καταδίκη του αναιρεσείοντος για τέλεση από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του της ως άνω πράξης, για την οποία καταδικάστηκε, καμία ασάφεια ή αντίφαση δεν δημιουργεί ως προς τη μορφή αυτή της κατά συναυτουργία τέλεσης της πράξης, εκ του ότι στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό διαλαμβάνεται το μεν ότι ο αναιρεσείων από κοινού με εκείνους επιβίβασαν στο αυτοκίνητο του συγκατηγορουμένου τους C. G. τους οκτώ αλλοδαπούς, το δε ότι εκινείτο έμπροσθεν αυτού, ως προπομπός, οδηγώντας το δικό του αυτοκίνητο. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του όχι μόνο την απολογία του παρισταμένου συγκατηγορουμένου του C. G., αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού Ε. Τ. και αυτού της υπεράσπισης, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης.
Συνεπώς είναι αβάσιμες οι μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι, κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 211 Α του Κ.Π.Δ., αξιοποιήθηκε αποδεικτικά από το Δικαστήριο της ουσίας η απολογία του άνω συγκατηγορουμένου του και ότι το δικαστήριο με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του περί εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 211 Α Κ.Π.Δ.. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Α του ΚΠΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ. 3, 492, 373, 310 παρ. 2, 463 και 467 του ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι κατά το μέρος της ποινικής απόφασης σχετικά με την απόδοση ή δήμευση των κατασχεθέντων πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων πραγμάτων έκρινε η απόφαση. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 373 του ΚΠΔ, στην οριστική απόφαση του δικαστηρίου, διατάσσεται η απόδοση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν στον ιδιοκτήτη και η δήμευση των αντικειμένων που πρέπει να δημευθούν, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, αντικείμενα τα οποία παρήχθησαν με κακούργημα ή με πλημμέλημα που πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημα αυτών και αυτά που αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης δε και αντικείμενα τα οποία χρησίμευσαν ή ήταν προορισμένα προς τέλεση τέτοιας πράξης, μπορούν, αν ανήκουν στον αυτουργό ή κάποιον από τους συμμέτοχους, να δημευθούν, ενώ σε κάθε περίπτωση δημεύσεως, το δικαστήριο αποφαίνεται αν τα πράγματα που δημεύθηκαν, πρέπει να καταστραφούν. Τέλος, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε με αναφορά σε συγκεκριμένη διάταξη που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσία περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της προώθησης στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών-διευκόλυνση προώθησης από κοινού κατά συρροή, διέταξε περαιτέρω τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία με βάση τις από 30/4/2009 εκθέσεις κατάσχεσης του Υ/Β Β. Κ. του Τ.Σ.Φ. Ορεστιάδας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΒΜW Μ5, χρώματος μαύρου, με αριθμό πλαισίου ..., ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος. Για τη δήμευση του εν λόγω αυτοκινήτου, ειδικότερα το δικαστήριο της ουσίας, αφού αναπτύσσει στο νομικό μέρος τις διατάξεις των άρθρων 373 του ΚΠΔ και 76 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, διέλαβε την εξής αιτιολογία: Στην προκειμένη περίπτωση από τις με ημερομηνία 30/4/2009 τρεις εκθέσεις κατάσχεσης του Τ/Β Β. Κ. του Τ.Σ.Φ. Ορεστιάδας κατασχέθηκαν τα εξής αντικείμενα: 1)..., 2)..., 3)..., 4) το υπ' αριθμ. ... (Ελληνικών αρχών) ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΒΜW Μ5, χρώματος μαύρου με αριθμό πλαισίου ..., ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου Α. Χ. καθώς και τα εντός αυτού ευρεθέντα κινητά α) ..., β) ..., τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση των παραπάνω πράξεων και συνεπώς συντρέχει νόμιμη περίπτωση δημεύσεως των αντικειμένων αυτών. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην πιο πάνω νομική σκέψη, να επικυρωθούν οι κατασχέσεις και να διαταχθεί η δήμευσή τους, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη διάταξή της που αφορά τη δήμευση του προαναφερθέντος αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον, κατά τις παραδοχές της, το αυτοκίνητο αυτό χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση της παραπάνω πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ανήκε δε σ' αυτόν.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης που προτείνεται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τη δήμευση του ως άνω αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/5/2010 αίτηση και τους από 28/12/2010 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1603/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για προώθηση στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών, κατ' επάγγελμα. Λόγοι αναίρεσης του κυρίου δικογράφου: α) έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτεται ο λόγος διότι αναφέρονται κατά το είδος τους και δεν χρειαζόταν να αναφέρεται τι προκύπτει από το καθένα, β) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, 171 παρ. 1 δ του ΚΠΔ, διότι για την καταδικαστική του κρίση έλαβε υπόψη μόνο την απολογία του συγκατηγορουμένου του (άρθρο 211 Α ΚΠΔ). Απορρίπτεται ο λόγος, διότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του αστυνομικού, τους μάρτυρες, τα έγγραφα. Πρόσθετοι λόγοι: έλλειψη αιτιολογίας ως προς την δήμευση του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου του κατηγορουμένου που χρησιμοποιήθηκε για την πράξη. Έχει αιτιολογία. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1127/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοντογιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Ι. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7062/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5705/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 20-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του δεύτερου , από το άρθρ. 559 αρ. 20 και 8 του Κ.Πολ.Δ, λόγου του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 13/2007, 305/2009).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ των άλλων ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων ο αναιρεσείων αγόρασε από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό "Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ" και με το υπ' αριθμ..../1984 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ.Σταθάκη το αναφερόμενο σ' αυτό οικόπεδο, εμβαδού 1003,80 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στους ..., ότι το οικόπεδο αυτό αγοράστηκε αντί τιμήματος 12.000 δραχμών (35,21 ευρώ), ότι κατά τη λύση του γάμου των διαδίκων η αξία του οικοπέδου ανερχόταν στο ποσό των 10.000.000 δραχμών (29.374 ευρώ), ότι η περιουσιακή επαύξηση του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, συμπεριλαμβανομένου και του ανωτέρω οικοπέδου, ανέρχεται εν συνόλω στο ποσό των 117.387 ευρώ, και ότι η συμβολή της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας στην επαύξηση αυτή ανέρχεται στο ήμισυ της επαύξησης, ήτοι στο ποσό των 58.693 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη κατά μερικήν παραδοχή της εκ του άρθρου 1400 του ΑΚ ένδικης αγωγής της. Όπως όμως προκύπτει από το ανωτέρω υπ' αριθμ. .../1984 συμβόλαιο, το οποίο ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ο τελευταίος αγόρασε με αυτό από τον προαναφερθέντα συνεταιρισμό το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ειρημένου οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 1003,80 τετρ. μέτρων, στο οποίο 1/2 εξ αδιαιρέτου αντιστοιχεί η αναφερόμενη στο συμβόλαιο υπ' αριθμ. 9 οριζόντια ιδιοκτησία με ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% επί του όλου οικοπέδου και με διακριτή έκταση του αντίστοιχου τμήματος, στο οποίο βρίσκεται η ιδιοκτησία αυτή, 500 τετρ. μέτρων. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή το ειρημένο οικόπεδο που αγόρασε ο αναιρεσείων με το υπ' αριθμ. .../1984 συμβόλαιο είχε έκταση 1003,80 τετρ. μέτρων και όχι 500 τετρ. μέτρων που ήταν η πράγματι αναγραφόμενη στο συμβόλαιο έκταση του αγορασθέντος οικοπέδου, παραμόρφωσε, υπό την προεκτεθείσα έννοια, το περιεχόμενο του εν λόγω συμβολαίου (εγγράφου), η παραμόρφωση δε αυτή ιδρύει εν προκειμένω τον αντίστοιχο, από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, αφού συνέβαλε αποκλειστικά στη διαμόρφωση της κρίσεως του δικαστηρίου ως προς την έκταση του οικοπέδου και έτσι το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την κατά τη λύση του γάμου των διαδίκων αξία του αγορασθέντος οικοπέδου, την οποία το Εφετείο προσδιόρισε στο ειρημένο ποσό των 10.000.000 δραχμών (29.374 ευρώ), αναφερόμενο στο όλον ακίνητο, συνολικής εκτάσεως, κατά τα προεκτεθέντα, 1003,80 τετρ. μέτρων, αντί του αυτονόητου, ενόψει του προσδιορισμού αυτού και της εκτάσεως του αγορασθέντος οικοπέδου (500 τ.μ.), ημίσεως του ανωτέρου ποσού, ήτοι 5.000.000 δραχμών (14.687 ευρώ) και εντεύθεν ως προς τη συμβολή της αναιρεσίβλητης στην απόκτηση του ακινήτου αυτού κατά 14.687 ευρώ (50% επί της όλης αξίας), τα οποία και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, ως μέρος του συνολικώς επιδικασθέντος ποσού των 58.693 ευρώ, αντί των 7.343,50 ευρώ που αντιστοιχεί στο ήμισυ (κατά 50% συμβολή της αναιρεσίβλητης που δέχθηκε το Εφετείο) της επαύξησης της περιουσίας του αναιρεσείοντος από την απόκτηση του ανωτέρω οικοπέδου των 500 τετρ. μέτρων. Επομένως και κατά παραδοχήν του σχετικού δεύτερου εκ του άρθρου 559 αρ. 20 (όπως εκτιμάται) του ΚΠολΔ, λόγου του αναιρετηρίου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, προκύπτει ότι η κατά τη διάταξη αυτή αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις που κατατίθενται στο αναιρετικό τμήμα μέχρι και τη συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 126/2008), είναι δε απαράδεκτη αν υποβληθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με σημείωμα που κατέθεσε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου την 2.2.2011, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της αρμόδιας γραμματέως επί του σημειώματος αυτού, ήτοι μετά τη συζήτηση της υποθέσεως (31.1.2011), επικαλούμενος αναγκαστική εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση ως προς το ανωτέρω ποσό που αντιστοιχεί στο ακίνητο του υπ' αριθμ. .../1984 συμβολαίου, για το οποίο αναιρείται η προσβαλλομένη, μετά των καταβληθέντων νομίμων τόκων και της αντίστοιχης δικαστικής δαπάνης. Η αίτηση όμως αυτή, που υποβλήθηκε ως ανωτέρω μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5705/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση απόφασης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου. Πότε ιδρύεται ο σχετικός λόγος. Αίτημα για επαναφορά πραγμάτων. Μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, που κατατίθενται μέχρι και τη συζήτηση. Απαράδεκτη η μετά τη συζήτηση υποβολή του.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1128/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ρ. Σ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραγιάννη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Ν. Κ., το γένος Κ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Γεροκωνσταντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2005 μη οριστική,181/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 805/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-4-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 25-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων και το αληθές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, καθώς και το διαφορετικό από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου κατά το άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη- εναγομένη ένσταση εξοφλήσεως του ένδικου δανείου εκ δραχμών 11.000.000, την απόδοση του οποίου ζητούσε η αναιρεσείουσα- ενάγουσα με την αγωγή της, ήτοι "Επίσης η εναγομένη, πέραν του ανωτέρω ποσού (αναφέρεται το ποσό των 5.000.000 δρχ., την καταβολή του οποίου, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, είχε συνομολογήσει η ενάγουσα), κατέβαλε στην ενάγουσα στις 7-8-2001 το ποσό των 2.500.000 δραχμών σε εξόφληση της τρίτης δόσεως του δανείου για την οποία είχε αποδεχθεί η ίδια μία ισόποση συναλλαγματική λήξεως 24-3-1998. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε από τον Ν. Κ., σύζυγο της εναγομένης, για λογαριασμό της, στον Ν. Ρ., σύντροφο της ενάγουσας, για λογαριασμό της ιδίας. Τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη χειρόγραφη απόδειξη με ημερομηνία 7-8-2001, του Ν. Ρ., μάρτυρα της ενάγουσας, που φέρει την υπογραφή του και δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο. Και ναι μεν ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι το ανωτέρω ποσό κατέβαλε σ' αυτόν ο Ν. Κ. για άλλο δάνειο που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους, δεν το προσδιόρισε όμως, ενόψει του ότι στην αρχή της κατάθεσής του αναφέρει ότι πριν από την επίδικη σύμβαση δανείου ο Ν. Κ. ζήτησε από τον ίδιο να του δανείσει χρήματα και εκείνος αρνήθηκε διότι στο παρελθόν του είχε δανείσει και δυσκολεύθηκε να τα εισπράξει. Και επιπλέον ο ίδιος μάρτυρας δεν κατέθεσε αν από το επικαλούμενο δάνειο που αυτός χορήγησε στον Ν. Κ., σύζυγο της εναγομένης, ο τελευταίος εξακολουθούσε να του οφείλει κάποιο υπόλοιπο και δη το ποσό των 2.500.000 δραχμών το οποίο αυτός που κατέβαλε στις 7-8-2001 και ότι για την καταβολή αυτή εκδόθηκε η ανωτέρω χειρόγραφη απόδειξη. Εξάλλου η ενάγουσα, ενώ αρνείται τις επικαλούμενες από την εναγομένη υπόλοιπες καταβολές, ουδέν αναφέρει για την ανωτέρω καταβολή των 2.500.000 δραχμών". Με το πρώτο σκέλος, από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αναφερόμενης ως άνω από 7-8-2001 "χειρόγραφης απόδειξης", αφού, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η απόδειξη αυτή αφορά οφειλή του Ν. Κ. προς τον Ν. Ρ. από άλλη αιτία, διαφορετική από εκείνην της ένδικης αγωγής, από την ακριβή διατύπωσή της δεν προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε για την αναιρεσείουσα και (ότι) τα καταβληθέντα χρήματα καταβλήθηκαν για λογαριασμό της ιδίας και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, το δε Εφετείο έκρινε την απόδειξη αυτή ως απόδειξη πληρωμής "τμήματος οφειλής" προς την αναιρεσείοσυα "βασιζόμενο σε υποθέσεις και υπόνοιες και όχι στην αξιολόγηση των τεκμηρίων και των αυταπόδεικτων δεδομένων που παρουσιάστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου". Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου, με το ανωτέρω περιεχόμενο, καθ' όσον μεν επιχειρείται να θεμελιωθεί στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως παντελώς αόριστος, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτόν ούτε το περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του από το Εφετείο ούτε το κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας διαφορετικό από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που έγινε δεκτό από το εφετείο, στοιχεία τα οποία είναι, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαία για το ορισμένο του υπ' όψιν αυτού λόγου αναιρέσεως. Κατά τα λοιπά ο ίδιος αυτός λόγος του αναιρετηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, μεταξύ των οποίων και το περιεχόμενο του ειρημένου εγγράφου, κατά συνέπειαν δε και αφού δεν υπάρχει παραβίαση κανόνων δικαίου ούτε λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 του ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, απαράδεκτος και απορριπτέος. Περαιτέρω από την προειρημένη περικοπή της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τη βεβαίωση της ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που περιέχονται στα προσκομισθέντα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλη τη ένορκη κατάθεση τον μάρτυρα της αναιρεσείουσας- ενάγουσας Ν. Ρ., και όχι μέρος μόνο της κατάθεσης αυτής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, σκέλος του ίδιου ως άνω πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, ο οποίος επομένως είναι κατά τούτο απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το τρίτο, επίσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της εναγομένης- αναιρεσίβλητης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με την προσθήκη της κατά τη συζήτηση της 6-2-2006 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, επί της οποίας εκδόθηκε η 121/2006 απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, ομολογεί ότι "ο τέως σύζυγός μου ... είχε επαγγελματική σχέση με τον Ν. Ρ., από τον οποίο μάλιστα και δανειζόταν με τόκο. Εξ αιτίας της συνεργασίας αυτής και τους δανεισμούς του από αυτόν προέκυψαν μεταξύ τους τριβές, αλλά και δικαστικοί αγώνες ...". Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου, παρεκτός του ότι είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε το αποδεικτικό αυτό μέσον ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού τα ανωτέρω που αποδίδονται ως ομολογία της αναιρεσίβλητης δεν είναι πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ώστε να εμπίπτουν στο αποδεικτέο εν προκειμένω ζήτημα της ένστασης εξοφλήσεως που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη και να συνιστούν έτσι (εξώδικη) ομολογία της τελευταίας (άρθρ. 335, 338§, 339 του ΚΠολΔ), την οποία να όφειλε να λάβει υπόψη το δικαστήριο (άρθρ. 340, 352§, 559 αρ. 11 γ του ΚΠολΔ). Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο α) παρά τον νόμο (άρθρ. 393§2 του ΚΠολΔ) δέχθηκε απόδειξη με τον ειρημένο μάρτυρα Ν. Ρ. (τον οποίο, σημειωτέον, είχε προτείνει η ίδια η αναιρεσείουσα)κατά του περιεχομένου της προαναφερθείσης από 7-8-2001 έγγραφης απόδειξης, και ότι β)παρά τον νόμο έλαβε υπόψη την απόδειξη αυτή ( έγγραφο) "ενώ τα ιδιωτικά έγγραφα αποτελούν απόδειξη μόνο κατά τον εκδότη τους και όχι υπέρ αυτού". Κατά το πρώτο ως άνω σκέλος του ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 11 α' του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει, όπως ήδη έχει αναφερθεί, το περιεχόμενο του εγγράφου κατά του οποίου το Εφετείο δέχθηκε, κατά τους ισχυρισμούς της, απόδειξη με τον ειρημένο μάρτυρα, αλλ' ούτε και το περιεχόμενο της καταθέσεως του μάρτυρα αυτού, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας. Εν πάση δε περιπτώσει ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την προρρηθείσα περικοπή της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο προέβη στη συνεκτίμηση και την αξιολόγηση των αποδεικτικών αυτών μέσων και δεν δέχθηκε μαρτυρική απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Αλλά και κατά το δεύτερο ως άνω σκέλος του ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως, εκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται ποιος είναι ο εκδότης του εγγράφου, είναι απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά το άρθρο 270§2 του Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά τον ν. 2915/2001, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394, και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως είναι και τα ιδιωτικά έγγραφα υπέρ του εκδότη τους (ΑΠ 1885/2008), εν πάση δε περιπτώσει από την υπόψη έγγραφη απόδειξη, την οποία προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι εκδότης του εγγράφου αυτού είναι ο ειρημένος Ν. Ρ., ο οποίος, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, έχει υπογράψει για λογαριασμό της αναιρεσείουσας την απόδειξη αυτή (στην ένδειξη "Ο λαβών"). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ) αίτημα της τελευταίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2009 αίτηση της Ρ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 805/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2011, και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση. Στοιχεία για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου. Ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ). Απορρίπτονται ως αβάσιμοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1110/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη-Εισηγητή Γεράσιμο Φουρλάνο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Ιουλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόγιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Έ. συζ. Γ. Μ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 89396/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Χ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 344/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 23 Μαΐου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων … του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2011 αίτηση της Ε. συζ. Γ. Μ., το γένος Ε. και Α. Ψ., για αναίρεση της 89396/6-12-2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
Αριθμός 1109/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κόμη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Ιουλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2193/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 300/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, με την προϋπόθεση, ότι οι ισχυρισμοί, είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας και προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί (αυτοτελείς), είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Όταν προβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου, κατά τρόπο ορισμένο, ο αυτοτελής ισχυρισμός, το δικαστήριο οφείλει, εάν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του, διαλαμβάνοντας αρνητικά περιστατικά ειδικά και συγκεκριμένα, διαφορετικά ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ' Κ.Π.Δ. για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών για την αξιόποινη πράξη της παράνομης κατοχής όπλου, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό, περί πλάνης, τον οποίο κατέθεσε γραπτώς και στη συνέχεια ανέπτυξε και προφορικά. Συγκεκριμένα κατέθεσε γραπτώς και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, τον παρακάτω ισχυρισμό: "Το φιαλίδιο δεν περιείχε αναισθησιογόνο χημική ουσία αλλά ουσία δακρυγόνο και δεν προορίζετο για επίθεση ή άμυνα, αλλά ούτε ήταν πρόσφορο προς τούτο ... . Το είχα αγοράσει από τη Γερμανία από κατάστημα ψιλικών όπου επωλείτο νόμιμα. Πίστευα ακράδαντα ότι δεν είναι απαγορευμένο στην Ελλάδα και μάλιστα μέσα στο σπίτι μου και γι αυτό εν πάση περιπτώσει πρέπει να κριθώ αθώος λόγω συγγνωστής νομικής άλλως πραγματικής πλάνης. Πράγματι ένας μέσος συνετός άνθρωπος δεν μπορεί να έχει διαφορετική πίστη για τη νομιμότητα κατοχής του φιαλιδίου".
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης, δεν απάντησε στον ισχυρισμό αυτό, καθ’ οιονδήποπε τρόπο, αν και αυτός προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης, όπως βασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 325 του Κ.Π.Δ. "από τη στιγμή που θα επιδοθεί στον κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα ή η κλήση για την εμφάνιση, τα πειστήρια του εγκλήματος πρέπει να παραμένουν κατά τις εργάσιμες ώρες στο οικείο δικαστικό γραφείο", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 β' Κ.Π.Δ. "αν χρειάζεται κάποιος από τους μάρτυρες ή τους κατηγορουμένους να αναγνωρίσει ένα έγγραφο ή πειστήριο, ο Πρόεδρος το επιδεικνύει σ' αυτόν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι αν τα πειστήρια ζητηθούν από τον κατηγορούμενο πρέπει ο πρόεδρος να τα επιδεικνύει σε όλους τους παράγοντες της διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί τούτο ή παραλείψει να απαντήσει σε σχετικό αίτημα του συνηγόρου ή του κατηγορουμένου υπάρχει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. δ' Κ.Π.Δ. που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Α Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης. Εξάλλου στην έννοια των πειστηρίων περιλαμβάνονται και τα όργανα του εγκλήματος λ.χ. μαχαίρι, πυροβόλο όπλο κ.λ.π.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε, νομότυπα, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, να προσκομιστεί το πειστήριο "αναισθητικό σπρέι", όργανο του εγκλήματος, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι αυτό είχε λήξει από του έτους 1999, σύμφωνα και με την επί του φιαλιδίου του αναγραφομένη ένδειξη του κατασκευαστή και δεν αποτελούσε όπλο. Το παραπάνω αίτημα, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, ανέπτυξε και προφορικά. Το δικαστήριο δεν απάντησε επί του αιτήματος αυτού και προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρί Α Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όπως βασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων με το σχετικό λόγο αναίρεσης.
Τέλος αβασίμως υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα, ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν είναι εμπεριστατωμένη, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, δεδομένου ότι ο απαιτούμενος δόλος ενυπάρχει στα στοιχεία της πράξης και δεν έχρηζε εξειδίκευσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατ' ουσία κα να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 2193/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, Πλημμελημάτων.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυτοτελής ισχυρισμός περί πλάνης. Αίτημα κατηγορουμένου να προσκομισθεί στο ακροατήριο πειστήριο «αναισθητικό σπρέι», προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτό είχε λήξει και δεν αποτελούσε όπλο. Το δικαστήριο δεν απάντησε στον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό και αίτημα. Αναιρεί.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1107/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με την 197/28.12.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπαγεωργίου-Γονατά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 36072/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1396/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 στοιχ. β' του Π.Δ. 17/1996 "Μέτρα ασφάλειας - υγείας εργαζομένων" ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να αναγγέλλει στις αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας και στις αρμόδιες υπηρεσίες "στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές" του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος εντός 24 ωρών όλα τα εργατικά ατυχήματα και εφόσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτιών του ατυχήματος". Την έννοια του εργοδότη, εν προκειμένω ορίζει το άρθρο 2 παρ. 2 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος, που ορίζει ότι "Για την εφαρμογή του παρόντος νοείται: 1. ... 2. Εργοδότης: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή και την εγκατάσταση". Το άρθρο 16 παρ. 2 του ίδιου Π.Δ. ορίζει ότι "σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή, εισαγωγέα ή προμηθευτή, που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 του Ν. 2224/94", το οποίο ορίζει ότι "κάθε εργοδότης, κατασκευαστής ή παρασκευαστής, εισαγωγέας ή προμηθευτής, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας του νόμου αυτού και των κανονιστικών πράξεων, που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών ή και με τις δύο αυτές ποινές". Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι την ιδιότητα του εργοδότη έναντι του εργαζομένου ως εργάτη έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει την ευθύνη για την επιχείρηση των εργασιών, υποχρεούμενο, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος να αναγγείλει τούτο στην αρμόδια αρχή. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "από την κύρια διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, διότι ο Γ. Β. από το έτος 2003 εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως πωλητής βιβλίων στην εργοδότριά του εταιρεία με την επωνυμία "Π… Ανώνυμη Εκδοτική Εισαγωγική Εμπορική Εταιρεία Επιστημονικών Βιβλίων", επί της οδού ... αρ. 47 - 49, με αντικείμενο την έκδοση βιβλίων και συγγραμμάτων, της οποίας διευθύνουσα σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος ήταν η κατηγορουμένη. Για την καλύτερη εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν εργασίας, η ως άνω εταιρεία δια της κατηγορουμένης παρείχε σ' αυτόν μοτοποδήλατο για τις μετακινήσεις του προς πώληση των βιβλίων. Κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ειδικότερα στις 31.8.2003, κατά τη μετακίνησή του με το μοτοποδήλατο για τις ανάγκες των καθηκόντων του ως πωλητής, καθώς και στις 28.1.2005, όταν μετέβαινε σε επιστημονικό συνέδριο στο Ευγενίδειο Ίδρυμα, κατ' εντολή της κατηγορουμένης, ενεπλάκη σε τροχαία ατυχήματα, όπου τραυματίστηκε στο μεν πρώτο (στις 31.8.2004) ελαφρά, στο δε δεύτερο (στις 28.1.2005) σοβαρά, παρά ταύτα και ενώ ως προαναφέρθηκε, τα ατυχήματα αυτά έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση της εργασίας του, η κατηγορουμένη, με την ανωτέρω ιδιότητά της, δεν τα ανήγγειλε ως όφειλε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας ή στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή ή στον ασφαλιστικό οργανισμό του εν λόγω εργαζομένου. Την πράξη της αυτή τέλεσε λόγω έλλειψης προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει και όχι από δόλο, ως κατηγορείται, αφού ουδόλως αποδείχθηκαν πραγματικά γεγονότα που να καταδεικνύουν πρόθεση της κατηγορουμένης. Ειδικότερα, ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως διευθύνουσα σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας να αναγγείλει κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 α' του Π.Δ. 17/1996 εντός 24 ωρών τα ανωτέρω ατυχήματα στις προαναφερόμενες αρχές, αυτή δεν κατέβαλε την προσοχή που επέβαλε η ιδιότητά της και η θέση της στην εταιρεία ήδη από το έτος 2003 ούτε να πράξει τα νόμιμα, με αποτέλεσμα να μη προβεί στη σχετική αναγγελία, στην οποία σαφώς μπορούσε να προβεί, ενόψει του ότι διηύθυνε μία εταιρεία με αρκετούς εργαζομένους και από πολλά έτη". Με τις παραδοχές αυτές, η πληττόμενη απόφαση δεν περιέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα η αιτιολογία δεν έχει πληρότητα αναφορικά με τη δυνατότητα της αναιρεσείουσας να αναγγείλει το ατύχημα, εφόσον μόνο το γεγονός ότι αυτή (αναιρεσείουσα) επί πολλά χρόνια διηύθυνε μία εταιρεία με αρκετούς εργαζομένους, δεν είναι επαρκές στοιχείο, εφόσον δεν αιτιολογείται επί πλέον ότι ως εκ της φύσεως της επιχειρήσεώς της, η οποία συνίστατο στην προώθηση βιβλίων, απαιτούσε τη χρησιμοποίηση μεταφορικών μέσων, που συνεπάγονται κινδύνους. Επομένως είναι βάσιμα τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δύο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγους αναιρέσεως και πρέπει οι λόγοι αυτοί να γίνουν δεκτοί, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 36072/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έχουν εκδώσει την αναιρούμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 8 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 25 παρ. 1 εδ. α' Ν. 2224/1994 Λόγοι αναιρέσεως. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δέχεται την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1103/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. ή A. B. ή B. του S., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Ξενίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 21/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορούμενο τον Μ. Χ. του Χ..
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1315/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α', β' και ζ' και παρ. 2 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος εκτός άλλων, εισάγει, αποθηκεύει, κατέχει ή πωλεί ναρκωτικά, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία και μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του Αστικού Κώδικα μεταβίβαση της κυριότητας τους στον αγοραστή, που γίνεται με την παράδοση τους προς αυτόν, αντί του τιμήματος που συμφωνήθηκε. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσία του δράστη επί των ουσιών, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της κατοχής ή πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση τούτων ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη, καθώς και της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας υπάρχει, όχι μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά δεν υπήχθησαν ορθώς στη διάταξη αυτή, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, όπως όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία της ταυτότητας του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Εν προκειμένω, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τον κατηγορούμενο σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €), για τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών. Για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση του Πενταμελές Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Την 14-11-2008, άνδρες της ομάδας δίωξης ναρκωτικών του ΤΑ ..., εντόπισαν σταθμευμένο στην πόλη και έθεσαν υπό παρακολούθηση το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου (Μ. Χ.), για τον οποίο υπήρχαν πληροφορίες ότι σχετίζεται με το χώρο των ναρκωτικών. Την 13,50 ώρα προσήλθε ο πρώτος κατηγορούμενος, επιβιβάστηκε στο ως άνω αυτοκίνητο και κινήθηκε προς την έξοδο της πόλης, ακολουθώντας την επαρχιακή οδό ...-..., με κατεύθυνση το χωριό του, ..., ενώ οι αστυνομικοί τον έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση. Όταν ο ανωτέρω έφθασε στο χωριό του δεν σταμάτησε, αλλά συνέχισε προς το επόμενο, τους ..., με συνέπεια οι αστυνομικοί να χάσουν επαφή μαζί του. Γι' αυτό, έμειναν κρυμμένοι σε παρακείμενο περιβόλι παρατηρώντας το δρόμο. Μετά από λίγο, επέστρεψε ο κατηγορούμενος με κατεύθυνση το χωριό του. Σε κάποιο σημείο σταμάτησε το αυτοκίνητο του στο δεξιό άκρο του δρόμου, με κατεύθυνση προς .... Μετά από ελάχιστο χρόνο, από την πλευρά των ..., πίσω από το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου, ήλθε και στάθμευσε προς στιγμή το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας FΙΑΤ ΡUΝΤΟ. Αμέσως μετά ξεκίνησαν και τα δύο οχήματα, με κατεύθυνση προς ...-.... Μετά από διαδρομή 500 περίπου μέτρων και στο ύψος του ..., στάθμευσαν το ένα πίσω από το άλλο και τότε ο πρώτος κατηγορούμενος αποβιβάστηκε από το δικό του, πήγε μέχρι το παράθυρο του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου συνομίλησαν για λίγο και στη συνέχεια επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του και οι δύο οδηγοί ξεκίνησαν με κατεύθυνση προς ...-.... Ο πρώτος σταμάτησε στο σπίτι του, ο δε άλλος συνέχισε προς .... Μετά από είκοσι περίπου λεπτά, ο πρώτος βγήκε από το σπίτι του και με το αυτοκίνητο του κατευθύνθηκε προς .... Στο μεταξύ, οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν τις κινήσεις του, ενημέρωσαν σχετικά την υπηρεσία τους. Έτσι, κάποιοι αστυνομικοί έστησαν μπλόκο προκειμένου να σταματήσουν για έλεγχο τον πρώτο κατηγορούμενο και κάποιοι άλλοι άρχισαν να αναζητούν το δεύτερο αυτοκίνητο. Στο 1° χλμ. της επαρχιακής οδού ...-..., άνδρες του ΤΑ ... σταμάτησαν για έλεγχο τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος μετά από σχετικές ερωτήσεις των αστυνομικών τους είπε ότι κατέχει ποσότητα κοκαΐνης, την οποία παρέδωσε στη συνέχεια στην υπηρεσία τους. Συγκεκριμένα, παρέδωσε τρεις πρόχειρες νάιλον συσκευασίες κοκαΐνης, οι οποίες είχαν μικτό βάρος (2,2), (2,7) και (4,1) γρ., αντιστοίχως. Ο ίδιος ανέφερε στους αστυνομικούς ότι αγόρασε την κοκαΐνη από τον οδηγό του προαναφερόμενου αυτοκινήτου FΙΑΤ ΡUΝΤΟ, ο οποίος είναι Αλβανός με το όνομα "Μ.", με τον οποίο είχαν συναντηθεί προηγουμένως κοντά στο .... Επίσης, ότι ο προαναφερόμενος διατηρεί ερωτική σχέση με την ιδιοκτήτρια του εν λόγω αυτοκινήτου, που όπως προέκυψε από το ηλεκτρονικό αρχείο της αστυνομίας είναι η Ε. Μ., κατ. … . Εκτός τούτων, ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε στους αστυνομικούς ότι ο "Μ." του έδωσε και δύο (2) ζυγαριές ακριβείας, τις οποίες έχει στο σπίτι του. Μετά δε από νομότυπη έρευνα στο σπίτι του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δύο (2) ζυγαριές ακριβείας, μία νάιλον συσκευασία με κοκαΐνη συνολικού βάρους 5 γρ., μια ακόμα νάιλον συσκευασία με κοκαΐνη συνολικού βάρους 5 γρ. και μία ακόμα συσκευασία με κοκαΐνη συνολικού βάρους 0,8 γρ. Επίσης, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 21 νάιλον συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν εννιά δισκία η καθεμία, δηλαδή συνολικά 189 δισκία, άγνωστης προέλευσης, στα οποία, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις εξετάσεως του Γενικού Χημείου του Κράτους, δεν ανιχνεύθηκαν ουσίες που υπάγονται στο ν. 3459/2006 περί ναρκωτικών. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, η ως άνω ποσότητα κοκαΐνης που βρέθηκε στο σπίτι του πρώτου αποτελεί μέρος αυτής που ο ίδιος αγόρασε, αντί του ποσού των 600 ευρώ, από τον "Μ." κατά την ως άνω συνάντηση τους, συνολικού βάρους 20 γρ. περίπου. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας - αστυνομικών - Δ. Ε. και Κ. Δ., ως και την κατάθεση του μάρτυρος συνοριοφύλακα Σ. Π., οι οποίοι με σαφήνεια και πειστικότητα αναφέρουν και επιβεβαιώνουν το εν λόγω συμβάν ως και ότι σε γενόμενο έλεγχο στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκαν η ποσότητα των 20 γρ. περίπου κοκαΐνης σε φιξάκια, δυο ζυγαριές ακριβείας, ως και ένα σημειωματάριο, όπου αναγράφονταν ονόματα και χρηματικά ποσά. Επιβεβαιώνονται δε τα ανωτέρω τόσον από την προανακριτική απολογία του πρώτου κατηγορουμένου και στη συνέχεια από την απολογία του ενώπιον του ανακριτή, όσον και από την ομολογία των ιδίων των κατηγορουμένων στους μάρτυρες αστυνομικούς. Ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου εξάλλου, ότι δεν γνώριζε τον πρώτο (ανακριτική απολογία), καταρρίπτεται από το γεγονός ότι στη συνέχεια παραδέχθηκε την προαναφερομένη συνάντηση τους το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν όψει των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, ο μεν πρώτος εξ αυτών της αγοράς και κατοχής της ως άνω ποσότητας κοκαΐνης, ως τοξικομανής, κατά την έννοια του νόμου (βλ. την από 4-3-2009 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Α. Τ., που διορίστηκε με την υπ' αριθμό 107/2008 διάταξη του Ανακριτή Κοζάνης, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος της πώλησης κατοχής της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να είναι τοξικομανής". Με τις παραδοχές αυτές, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ήτοι της κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα της κατοχής 19,8 γραμμαρίων κοκαΐνης σε έξι νάιλον συσκευασίες των 4,1 - 2,7 - 2,2 - 5 - 5 - 0,8 γραμμαρίων αντίστοιχα, την οποία πούλησε στον συγκατηγορούμενό του Μ. Χ., για τα οποία και καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ. στ', 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 98 του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 4 παρ. 1, 3 Πιν. Α' αρ.5, 5 παρ. 1 εδ. β και ζ και 5 παρ. 2, 8 του Ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και ισχύει με τον Κ.Ν.Ν. 3459/2006, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και παραδοχές. Ειδικότερα, από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό, προκύπτει ότι με πληρότητα και σαφήνεια αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, με τις οποίες ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατείχε ναρκωτικές ουσίες, με την έννοια ότι μπορούσε να τις εξουσιάζει και να τις διαθέτει κατά βούληση. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία στις 14 Νοεμβρίου 2004 κατείχε την παραπάνω ποσότητα κοκαΐνης, την οποία την ίδια μέρα πούλησε στον συγκατηγορούμενό του, αντί 600 ευρώ. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος και τρίτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 211α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο μεταξύ των άλλων και όσοι άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Ως ανακριτικά καθήκοντα νοούνται οι ανακριτικές πράξεις που ενεργούνται από ανακριτικό υπάλληλο προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Δεν είναι δε ανακριτική πράξη η ενεργούμενη από κάποιον απλό αστυφύλακα, ο οποίος δεν είναι προανακριτικός υπάλληλος, σύλληψη και προσαγωγή κάποιου στο Αστυνομικό Τμήμα, αφού για την ενέργεια του αυτή αυτός δεν προβαίνει στη σύνταξη σχετικής ανακριτικής πράξεως προς βεβαίωση της, η οποία συντάσσεται στη συνέχεια, από το αρμόδιο να προβεί στη σύνταξη αυτής προανακριτικό υπάλληλο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά την εμφάνιση στο ακροατήριο για εξέταση του κληθέντων μαρτύρων αστυνομικών Δ. Ε. και Κ. Δ. και πριν από την έναρξη της εξετάσεως τους, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, υπέβαλε τον κατωτέρω ισχυρισμό (ένσταση): "Αυτοτελής ισχυρισμός περί μη εξετάσεως και μη αναγνώσεως της προανακριτικής και επ' ακροατηρίω στον πρώτο βαθμό καταθέσεως κατ' άρθρο 211 ΚΠΔ, των μαρτύρων αστυνομικών Δ. Ε. και Κ. Δ. όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως Αλλά και από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών, οι τελευταίοι διενέργησαν έρευνα στο σπίτι του κατηγορουμένου Μ. Χ.. Το γεγονός ότι οι ανωτέρω μάρτυρες δεν υπέγραψαν τις εκθέσεις έρευνας οικίας δεν αναιρεί την ιδιότητα τους ως προανακριτικών υπαλλήλων, εφόσον οι ίδιοι κατέθεσαν ότι προέβησαν σε έρευνα και επομένως εμπίπτουν στην απαγόρευση εξέταση τους κατ' άρθρο 211 περ. α' ΚΠΔ". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες αστυνομικοί Δ. Ε. και Κ. Δ. δεν έπρεπε να εξεταστούν ως μάρτυρες για το λόγο ότι άσκησαν προανακριτικά καθήκοντα ως διενεργήσαντες έρευνα στην οικία του Μ. Χ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον οι τελευταίοι απλώς παρευρέθησαν συνοδεύοντες τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως προκύπτει από την από 14.11.2008 έκθεση έρευνας και δεν συνέπραξαν, ούτε υπέγραψαν αυτήν (βλ. σχετ. καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων). Ως εκ τούτου του γεγονότος ότι παρευρίσκοντο στο χώρο της έρευνας συνοδεύοντες τον κατηγορούμενο, δεν τους καθιστά ανακριτικούς υπαλλήλους, ώστε να εμπίπτουν στην κατά το άρθρο 211 εδ. α' απαγόρευση της εξέτασης τους". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και αφού απέρριψε την ένσταση του συνηγόρου του κατηγορουμένου, προχωρώντας στην εξέταση στο ακροατήριο των πιο πάνω μαρτύρων, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 211 α' του ΚΠΔ. ούτε δημιουργήθηκε σχετική ακυρότητα από τη διάταξη του άρθρου 173 παρ.1 εδ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα με α' σκέλος του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και αναφέρονται στην πιο πάνω ανύπαρκτη πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Επειδή, Κατά το άρθρο 211 Α1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2408/1996 "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ. 1, εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφορήσεως τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Ως συγκατηγορούμενος για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως πρέπει να θεωρηθεί όχι μόνον ο με την έννοια των άρθρων 45 έως 49 του Ποινικού Κώδικα, συναυτουργός, ηθικός αυτουργός, συνεργός, αλλά και κάθε άλλος, του οποίου η αξιόποινη πράξη που ακολούθησε, αν και αυτοτελής και διακεκριμένη, συνέχεται αμέσως με την προηγηθείσα αξιόποινη πράξη που τελέστηκε από άλλο πρόσωπο, επί της οποίας στηρίζεται η μεταγενέστερη αξιόποινη συμπεριφορά του εν συνεχεία αυτουργού. Δεν παραβιάζεται όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσον στην μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσον και στις καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, υπέβαλε τον κατωτέρω ισχυρισμό (ένσταση): "Αυτοτελής ισχυρισμός συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 211 Α' ΚΠΔ και της μη αποδεικτικής αξιολογήσεως της μαρτυρίας του συγκατηγορουμένου ... . Συγκεκριμένα εφόσον οι μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικοί τα επιβαρυντικά στοιχεία που καταθέτουν σε βάρος του κατηγορουμένου τα γνωρίζουν από την κατάθεση του συγκατηγορουμένου τους (όπως και συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση), οι καταθέσεις τους δεν αρκούν για να οδηγηθεί το δικαστήριο σε καταδικαστική απόφαση". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου για εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 211 Α ΚΠΔ εφόσον η εμπλοκή του στις εν λόγω αξιόποινες πράξεις της πώλησης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν αποδεικνύεται μόνο από την ανακριτική και προανακριτική απολογία του συγκατηγορουμένου του, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα - αστυνομικού Δ. Ε., ο οποίος παρακολούθησε ο ίδιος τη συνάντηση των δύο κατηγορουμένων, που επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια και από τον πρώτο κατηγορούμενο. Ο τελευταίος παραδέχτηκε ενώπιον των αστυνομικών τη συνάντηση του με τον δεύτερο κατηγορούμενο, την οποία περιγράφει όπως ακριβώς ο μάρτυρας, όσο και την ένδικη συναλλαγή τους, ενώ ο μάρτυρας αστυνομικός Κ. Δ. ανέφερε στην κατάθεση του ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ομολόγησε τη συναλλαγή του με το δεύτερο και ο μάρτυρας Σ. Π. ανέφερε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος επιβεβαίωσε τη συνάντηση αυτή με τον πρώτο κατηγορούμενο". Από το παραπάνω σκεπτικό προκύπτει ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, όχι μόνο στην ομολογία του συγκατηγορουμένου του, αλλά και από τις καταθέσεις των άλλων μαρτύρων.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι είναι άκυρη η διαδικασία στο ακροατήριο του εκδώσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου, διότι η καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση αυτού στηρίχτηκε αποκλειστικώς στην ομολογία του συγκατηγορουμένου του στην πρωτοβάθμια δίκη, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο παραπάνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως προς το σκέλος με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι δεν δόθηκε ο λόγος σ' αυτόν, αφ' ενός μεν ως ασαφής, διότι ενώ ισχυρίζεται ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση υπήρξε παράλειψη κατά τη σειρά του άρθρου 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (που ακολουθείται μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας) να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο, επικαλείται ταυτόχρονα παραλείψεις της ... του άρθρου 368 του ίδιου Κώδικα, το οποίο εφαρμόζεται πριν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, αφετέρου δε διότι από τη επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των πρακτικών της προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι, όταν τους ρώτησε η πρόεδρος αν έχουν να προσθέσουν τίποτα για την υπεράσπιση τους απάντησαν αρνητικά και στη συνέχεια η Πρόεδρος κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση. Δηλαδή προκύπτει ότι δόθηκε τελευταία ο λόγος στον κατηγορούμενο.
Επειδή ενόψει των παραπάνω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 56/9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Α. ή A. B. ή B. του S., κατοίκου ..., για αναίρεση της 21/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 2) απόλυτη ακυρότητα 6το ακροατήριο διότι εξετάστηκαν παρά την αντίρρηση τον κατηγορουμένου ως μάρτυρες αστυνομικοί που εκτέλεσαν έργα προανακρίσεως και διότι λήφθηκε υπόψη μαρτυρική κατάθεση του συγκατηγορούμενού και 3) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται η αίτηση.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1102/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1354-1355/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους : 1) Χ. Δ. του Γ., 2) K. X. του A. και 3) S. M. του M..
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1682/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεση του, λόγω σημαντικών αιτίων. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αίτιων, κατά το άρθρο 349 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του μη εμφανισθέντος εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, Βασίλειος Ματσιώρης, προέβαλε αίτημα για χωρισμό της δίκης ως προς αυτόν και αναβολή αυτής, λόγω ασθενείας του, συνισταμένης σε οστεονέκρωση μηριαίων κονδύλων και ολική αρθροπλαστική του δεξιού και αριστερού ισχίου, ο οποίος προσκόμισε την από 10.9.2009 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Γ. Π., Καθηγητή της Ορθοπαιδικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η οποία αναγνώσθηκε.
Η αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απορριπτικής αποφάσεως έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, που προβάλλονται από τον εισαγγελέα ή από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, το Δικαστήριο δεν πείσθηκε από τον προβαλλόμενο από τον πληρεξούσιο συνήγορο υπεράσπισης του 1ου κατηγορουμένου λόγο και επομένως το σχετικό αίτημα διαχωρισμού και της αναβολής της εκδίκασης της κατ' αυτού υπόθεσης πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού ενόψει του ότι είχε υποβάλει ο πληρεξούσιος δικηγόρος ο οποίος είχε προσκομίσει εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου για να τον εκπροσωπήσει, διότι δεν μπορεί να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, δεν διευκρινίζει εάν η κρίση του στην απόρριψη του αιτήματος αναβολής στηρίζεται στο ότι δεν πείστηκε εάν η ασθένεια του τον εμπόδιζε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο ή αν αυτή η βεβαίωση ήταν ψευδής, ενόψει του ότι πριν να υποβληθεί το αίτημα της αναβολής είχε ζητήσει την διά πληρεξουσίου παράσταση.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συναφής λόγος της υπό κρίση αιτήσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος αναβολής, ακολούθως δε να αναιρεθεί και ως προς την εν συνεχεία εκδίκαση της υποθέσεως με την απουσία του κατηγορουμένου, διότι το κατ' έφεση δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, με το να προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, κατά τον επίσης βάσιμο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο της αιτήσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εξ ολοκλήρου η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές άλλους, από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1354-1355/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος της αναβολής Υπέρβαση εξουσίας. Αναιρείται.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1101/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βενέτη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. ΒΤ7641/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 231/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Στους αυτοτελείς ισχυρισμούς περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενοι στη συνδρομή ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης" (περ. β), και ότι "έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεις του" (περ. δ). Όμως, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, που τους θεμελιώνουν. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε τους παρακάτω ισχυρισμούς και λόγους εφέσεως, τους οποίος ανέπτυξε και προφορικά: "1) από το σύνολο των αληθών και αδιαμφισβήτητων στοιχείων που προσκομίζω αποδεικνύεται ότι δεν έχω την δυνατότητα αποπληρωμής του βεβαιωθέντος ποσού και κατά συνέπεια θα πρέπει να κηρυχθώ αθώος της κατηγορίας. 2) Επειδή, κατά την απόφαση ηθελημένα δεν κατέβαλα προς τη ΔΟΥ Γ' … ποσό 911.943,75. Κατά παγία δε νομολογία, όχι μόνο η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών αποτελεί προϋπόθεση για την καταδίκη στο αδίκημα, αλλά και επί πλέον το συνολικό ύψος των χρεών αποτελεί επίσης κρίσιμη προϋπόθεση και πρέπει να προσδιορίζεται. Με την υπ' αριθμ. 2095/2007 αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου η ΔΟΥ Γ' … προέβη σε κατάσχεση εις χείρας του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους μέρους της σύνταξής μου και συγκεκριμένα του 25% αυτής. Έτσι, όπως πρωτοδίκως κατέθεσε και ο μάρτυρας παρακρατείται ποσό 268,07 μηνιαίως από τη σύνταξή μου. Πλην όμως, με την πρωτόδικη απόφαση καταδικάστηκα, εσφαλμένως, για το σύνολο του αναγραφομένου στον πίνακα χρεών ποσού, χωρίς να αφαιρεθούν οι παρακρατήσεις, 3) Ομοίως εσφαλμένη είναι η αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης περί ηθελημένης μη καταβολής του χρέους: Στην προκειμένη υφίσταται πλήρης αδυναμία καταβολής, η οποία κατ' ουσίαν γίνεται δεκτή και από τις ενέργειες της Γ' ΔΟΥ …: για να ληφθεί το μέτρο της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου μέρους της σύνταξής μου, σημαίνει ότι η ΔΟΥ προέβη σε όλες τις ενέργειες για να εντοπίσει περιουσία του οφειλέτη. Περιουσία δεν βρέθηκε, διότι δεν υφίσταται και έτσι τελικώς η εφορία προέβη στο ύστατο εισπρακτικό μέτρο, που είναι η παρακράτηση της σύνταξης. Περαιτέρω δε, η ως άνω πλήρης αδυναμία, καταβολής προκύπτει σαφώς και επαρκώς και από τη με αριθμό πρωτοκόλλου 5858/03-04-2008 αίτηση διαγραφής χρεών ενώπιον της Επιτροπής Παροχής Διευκολύνσεων του άρθρου 15 του Ν. 2648/1998, που παρακάτω αναφέρεται. 4) Επειδή άλλως και επικουρικώς και ενόψει της κατάστασης της υγείας μου και της οικονομικής μου κατάστασης πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην πράξη μου ωθήθηκα από όχι ταπεινά αίτια αλλά από μεγάλη ένδεια (οικονομική δυσπραγία ως λόγος της αδυναμίας καταβολής του ποσού). Άλλως, ότι επέδειξα ειλικρινή μετάνοια και προσπάθησα να άρω ή μειώσω τις συνέπειες των πράξεών μου, δεδομένου ότι έχω υποβάλει ήδη την από 3.4.2008 αίτηση διαγραφής χρεών ενώπιον της Επιτροπής Παροχής Διευκολύνσεων του άρθρου 15 του Ν. 2648/1998, προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα των φερόμενων ως οικονομικών μου εκκρεμοτήτων έναντι του Δημοσίου. Ως εκ τούτου, πρέπει να μου αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' ή δ' του ΠΚ". Το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων και διευκρινίσεων στο ακροατήριο του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος - κατηγορουμένου τα εξής: "Προέκυψε ότι στον …, κατά το χρονικό διάστημα από 31.12.2003 έως 30.6.2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ο εκκαλών κατηγορούμενος, ενώ είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη (ατομικά) προς το δημόσιο στην Γ' ΔΟΥ …, όπως αναλυτικά αναφέρονται στον συνημμένο στην παρούσα απόφαση πίνακα χρεών, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της (της παρούσας απόφασης) ποσού 911.943,75 ευρώ (συνολικού χρέους από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, 8.9.2006), με πρόθεση δεν κατέβαλε τούτο, μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Τα δε χρέη που ήταν καταβλητέα το έτος 2003 και συγκεκριμένα οι υπό στοιχεία (1) και (2) στον ως άνω πίνακα χρεών οφειλές, αφορούσαν χρέη γενικά (ήτοι ποινικά), ήταν ποσού 443.762 ευρώ και 119.601 ευρώ αντίστοιχα, καταβλητέα εφάπαξ την 31.3.2003 και 31.10.2003 αντίστοιχα και είχαν βεβαιωθεί στις 25.2.2003 και 15.9.2003 αντίστοιχα, ενώ όλες οι λοιπές οφειλές στον εν λόγω πίνακα χρεών είχαν βεβαιωθεί οι υπό στοιχεία (3) και (4) το έτος 2004 και οι υπό στοιχεία (5), (6) και (7) οφειλές το έτος 2005.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο εκκαλών κατηγορούμενος όπως κατηγορείται, απορριπτόμενων των με αριθμούς 1, 2, και 3 αυτοτελών ισχυρισμών - λόγων εφέσεως, που ουσιαστικά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της κατηγορίας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμων. Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του εκκαλούντος - κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' και δ' του Π.Κ., αφού δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην ως άνω πράξη του από όχι ταπεινά αίτια, αλλά από μεγάλη ένδεια, ούτε προέκυψε η ειλικρινής μεταμέλειά του, που επικαλείται". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών ετών και έξι μηνών. Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρ. 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατ. με το άρθρ. 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ορθώς δε και αιτιολογημένα απέρριψε και τους τρεις πρώτους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι με το παραπάνω εκτεθέν περιεχόμενό τους δεν πρόκειται περί αυτοτελών ισχυρισμών, αλλά περί αρνήσεως της κατηγορίας. Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο και με το πρώτο σκέλος του δευτέρου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα λόγους αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Πρέπει όμως να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, διότι ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 β' του Ποινικού Κώδικα, συνισταμένης στο ότι ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια, αλλά από ένδεια, το Δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του την από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αρκούμενο στην τυπική διατύπωση ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην ως άνω πράξη του από όχι ταπεινά αίτια, αλλά από μεγάλη ένδεια", χωρίς να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς και τις σκέψεις του από τα οποία οδηγήθηκε στην παραπάνω απορριπτική κρίση του, την οποία δέχθηκε ότι ήταν ορισμένη. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ως προς την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και ως προς την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, ως προς την απόρριψη του αναφερόμενου στο σκεπτικό αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε Π.Κ., την ΒΤ 7641/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και ως προς την διάταξη της περί επιβολής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 5 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δέχεται εν μέρει την αίτηση αναιρέσεως αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση ελαφρυντικού για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1100/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Π. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπανό, για αναίρεση της υπ' αριθ. 68191/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1637/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η πτώχευση του οφειλέτη ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν από την βεβαίωση του χρέους ή το ληξιπρόθεσμο αυτού, ενόψει του ότι το μεν, κατ' άρθρο 2 του Α.Ν. 635/1937, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας και είναι άκυρη ως προς την ομάδα των πιστωτών κάθε δικαιοπραξία αυτού που αφορά την πτωχευτική περιουσία, το δε, κατ' άρθρο 679 του Εμπορικού Νόμου, καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχεύσαντος από την πληρωμή των πιστωτών του μετά την παύση των πληρωμών. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, όταν σε αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Περαιτέρω, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε τους εξής αυτοτελείς ισχυρισμούς: "... Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 1282/30.10.2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εκούσιας Δικαιοδοσίας) και το αντίστοιχο πιστοποιητικό του κ. Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 1025/12.1.2009, η ανωτέρω εταιρεία την οποία εκπροσωπούσα είχε κηρυχθεί σε κατάσχεση πτώχευσης με ημερομηνία παύσεως των πληρωμών την 1.2.2002 (Ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης αυτής 30.10.2003).
Συνεπώς, σύμφωνα με την διαμορφωθείσα πάγια αντίληψη της νομολογίας, το επίδικο χρονικό διάστημα για το οποίο κατηγορούμαι (1/2002 μέχρι και 1/2004) ότι ως Πρόεδρος και διευθύνων Σύμβουλος της προαναφερομένης εταιρείας, αυτή όφειλε προς το ΙΚΑ ληξιπρόθεσμες εργοδοτικές εισφορές λόγω ακριβώς της ανωτέρω πτώχευσης της, εγώ στερούμουν αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας της, δεν είχα οποιαδήποτε πρόσβαση στα οικονομικά της καιν δεν μπορούσα ως εκ τούτου να προβώ σε οποιαδήποτε καταβολή χρέους που αφορούσε την πτωχευτική περιουσία της ανωτέρω περιουσίας της ανωτέρω εταιρείας, η δε οποιαδήποτε καταβολή χρέους, πέραν της ποινικής μου ευθύνης θα ήταν άκυρη ως προς την ομάδα των πιστωτών. Επομένως δεν στοιχειοθετείται σε βάρος μου το αδίκημα της διάταξης του Α.Ν. 86/67 για τη μη καταβολή ληξιπροθέσμων εργοδοτικών εισφορών προς το ΙΚΑ ...". Με την προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τα την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Ειδικότερα δέχθηκε τα ακόλουθα: απεδείχθησαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο ανωτέρω κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος Συμβούλου (εργοδότη) της επιχειρήσεως με την επωνυμία "ΧΟΡΟΥΣ ΑΕ", καίτοι απασχόλησε προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από πρόθεση δεν κατέβαλε τις βαρύνουσες αυτόν εργοδοτικές και εργατικές εισφορές για το χρονικό διάστημα από 8/2002 έως 2/2003, ανερχόμενη στο ποσό των 28.968 και 19.312 € αντίστοιχα εντός μηνός αφότου αυτές κατέστησαν απαιτητές και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ". Όμως, με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν απάντησε στον αυτοτελή και ορισμένο ισχυρισμό που υπέβαλε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε, ότι δηλαδή η εκπροσωπούμενη από τον αναιρεσείοντα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΧΟΡΟΥΣ ΑΕ" είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 1282/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με χρόνο παύσεως των πληρωμών την 1η Φεβρουαρίου 2002, δηλαδή σε χρόνο που ανέτρεχε πριν από τον χρόνο που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι απαιτήσεις του ΙΚΑ, για την καταβολή των οικείων ασφαλιστικών εισφορών, οπότε σύμφωνα με το άρθρο 679 παρ. 4 του Εμπορικού Νόμου απαγορευόταν στον πτωχεύσαντα να καταβάλει τις εισφορές αυτές, μετά την ημερομηνία παύσεως των πληρωμών, η απαγόρευση δε αυτή αναιρεί τον δόλο του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.
Επειδή, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Ποινικού Κώδικα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών (3) ετών. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ. β', 370 εδ. β', 511 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 50 παρ.5 του ν.3160/2003) και 514 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμα και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωση της, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και κριθεί βάσιμος ένας λόγος αυτής, οφείλει, μετά την εντεύθεν αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως ήδη σημειώθηκε ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ (Α.Ν. 87/1967) και ειδικότερα για τις μερικότερες πράξεις του ως άνω εγκλήματος που φέρονται ότι τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από Αύγουστο 2002 έως Φεβρουάριο 2003. Το αξιόποινο όμως, των μερικότερων πράξεων του ως άνω εγκλήματος, που είναι πλημμέλημα και φέρονται να έχουν τελεστεί κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, έχει εξαλειφθεί με παραγραφή, αφού από τον ως άνω χρόνο τελέσεως κάθε μίας από αυτές μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως συμπληρώθηκε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής και της τριετούς αναστολής αυτής. Επομένως, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, έγιναν δεκτοί ως βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, πρέπει το Δικαστήριο τούτο να παύσει οριστικώς, λόγω παραγραφής, την εναντίον του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για τις μερικότερες πράξεις του πιο πάνω εγκλήματος, που φέρονται να έχουν τελεστεί κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την με αριθ. 68191/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Aθηνών.
Παύει οριστικώς την κατά του κατηγορουμένου Αναστασίου Παπαδοπούλου ποινική δίωξη του ότι στην … στις 14 Δεκεμβρίου 2004 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "ΧΟΡΟΥΣ ΑΕ" και ΑΜΕ ... ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης Εκδόσεις - Διαφημίσεις και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 8/02 έως 2/03 στην επιχείρηση του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 28.968 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις δημόσιες υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 119242 ΠΕΕ. 1. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής τον ίδιο (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για τον Ειδικό Λογαριασμό Δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων βάσει των ημερών απασχόλησης, ποσού 19.312 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (εργατικές) ποσού 9.656 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση Α.Ν. 86/67. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό τον, τον οποίο ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε εγγράφως, ότι η εταιρεία της οποίας ήταν ο αναιρεσείων διευθύνων σύμβουλος είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, με χρόνο παύσεως των πληρωμών την 1.2.2002, δηλαδή σε χρόνο που ανέτρεχε πριν από τον χρόνο που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι απαιτήσεις τον ΙΚΑ. Αναιρείται η απόφαση, που δέχθηκε ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος και παύει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1099/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Φ. Π. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ιωαννίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 68928/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1607/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340 παρ. 2, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να εκπροσωπείται μόνον από συνήγορο, που διορίζεται με απλή έγγραφη δήλωσή του. Ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορος, ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι’ αυτόν, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος θεωρείται πραγματικά παρών και όχι ωσεί παρών, για το λόγο δε αυτό και η προθεσμία των δέκα (10) ημερών, για την άσκηση υπό τούτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αρχίζει από την δημοσίευση της καταδικαστικής αποφάσεως και όχι από την επίδοσή της, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο νομίμως εκπροσωπήσας αυτόν συνήγορος, ήταν παρών κατά τη δημοσίευση, διότι, πληροφορούμενος την καταδίκη του εντολέα του, μπορεί ν’ ασκήσει, κατ’ άρθρο 465 παρ. 2 Κ.Π.Δ, ένδικο μέσο, χωρίς άλλη εντολή. Επίσης, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το Δικαστήριο κηρύσσει αυτό απαράδεκτο. Περαιτέρω, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει, τον χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως κατά της οποίας στρέφεται η έφεση και εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ.Α.Π 6 και 7/1994), χωρίς να απαιτείται η μνεία των κατά το άρθρο 161 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. στοιχείων της εγκυρότητας της επιδόσεως. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν απαιτείται επίδοση της απόφασης για να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία άσκησης της έφεσης, όπως είναι και εκείνη, κατά την οποία η απόφαση εκδόθηκε ωσεί παρόντος του κατηγορουμένου, που εκπροσωπήθηκε στην δίκη από νόμιμα διορισμένο δικηγόρο, απαιτείται να διαλαμβάνεται στην απόφαση ο χρόνος έκδοσης της απόφασης και ο χρόνος άσκησης της έφεσης. Εξάλλου , από την γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση του ενδίκου μέσου μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Όταν εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, προβάλλει λόγους ανωτέρας βίας οι οποίοι τον εμπόδισαν να το ασκήσει εμπροθέσμως, τότε η προαναφερθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ως άνω λόγων, κρίση του δικαστηρίου (Ολ. Α.Π 4 και 5/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 134014/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα σε ποινή φυλάκισης 7 μηνών, η οποία μετετράπη προς δέκα (10) Ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ για παράβαση του άρθρου 19παρ.1 εδάφιο β' του Ν.Δ 96/1973, όπως η παρ.1 τροποποιήθηκε από το άρθρο 33 του Ν. 1316/1983. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης επετράπη από το δικαστήριο, η εκπροσώπησή της από συνήγορο, σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. Κατά συνέπεια η καταδικαστική σε βάρος της απόφαση η οποία δημοσιεύθηκε την 19-12-2008, θεωρείται ότι εκδόθηκε με την παρουσία της και συνεπώς δεν απαιτείτο η επίδοσή της για να αρχίσει η προθεσμία άσκησης έφεσης κατ' αυτής (Α.Π 1711/2005 ). Η αναιρεσείουσα, άσκησε κατ' αυτής τη με ' αριθμό 10208/15-7-2009 εκπρόθεσμη έφεση, προβάλλοντας με αυτήν λόγο ανωτέρας βίας και ειδικότερα ασθένεια του παραστάντος και εκπροσωπήσαντος αυτήν, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, συνηγόρου της που την εμπόδισε να την ασκήσει εμπροθέσμως. Κατά την συζήτηση της εφέσεως στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, προέβαλε διαφορετικό από τον παραπάνω λόγο ανωτέρας βίας και ειδικότερα άγνοια του συνηγόρου της, που παραστάθηκε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο και την εκπροσώπησε του ότι δεν απαιτείτο στην προκειμένη περίπτωση, επίδοση της απόφασης για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου της έφεσης. Προς απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού της που προέβαλε στο ακροατήριο εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο ίδιος ο συνήγορος που την εκπροσώπησε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Κ. Κ., ο οποίος και βεβαίωσε τον παραπάνω ισχυρισμό. Το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη, με την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο προέκυψε ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατηγορουμένης άσκησε εκπρόθεσμα την εν λόγω έφεση επειδή αγνοούσε την προθεσμία αυτής. Ο δε λόγος ανωτέρας βίας και ανυπέρβλητου κωλύματος, λόγω ασθένειας που αναφέρεται στην έκθεση εφέσεως δεν αποδείχθηκε βάσιμος από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Συνεπώς, η φερόμενη επίδοση της απόφασης είναι έγκυρη και το Δικαστήριο θεωρεί ότι η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία δεν απαιτείτο επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης για την κίνηση της προθεσμίας εφέσεως, για να έχει αυτή την ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έπρεπε να διαλαμβάνει στο σκεπτικό της, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν: α) ότι η απόφαση κατά της οποίας στρεφόταν η έφεση, εκδόθηκε με την παρουσία του συνηγόρου της εκκαλούσας, ο οποίος την εκπροσωπούσε κατά το άρθρο 340 παρ. 2 Κ.Π.Δ. β) τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, και γ) τον χρόνο άσκησης της έφεσης. Περαιτέρω, εφόσον προβλήθηκε λόγος ανωτέρας βίας, όπως αυτός διαφοροποιήθηκε στο ακροατήριο, το δικαστήριο έπρεπε να διαλάβει αιτιολογία εμπεριστατωμένη σχετικά και με την απόρριψη του λόγου αυτού, μη αρκούσης της αναφοράς ότι ο λόγος ανωτέρας βίας είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Παρά ταύτα, το δικαστήριο ουδέν διέλαβε από αυτά που αναφέρονται ανωτέρω υπό τα στοιχ. α, β και γ, ενώ αναφέρει στο σκεπτικό ότι "η φερόμενη επίδοση της απόφασης είναι έγκυρη", ενώ τέτοια επίδοση δεν απαιτείτο, όπως αναφέρθηκε, ούτε και έλαβε χώρα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα λόγος αναιρέσεως περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή της ως εκπρόθεσμη, είναι βάσιμος και πρέπει ως τέτοιος να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 68928/2010 απόφαση του ΙΑ' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όταν η απόφαση εκδόθηκε ωσεί παρόντος του κατηγορουμένου, που εκπροσωπήθηκε στην δίκη από νόμιμα διορισμένο δικηγόρο, απαιτείται να διαλαμβάνεται στην απόφαση, που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, ο χρόνος έκδοσης της απόφασης και ο χρόνος άσκησης της έφεσης. Λόγος ανωτέρας βίας. Αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση λόγω έλλειψης αιτιολογίας γιατί δεν διαλαμβάνεται στο σκεπτικό ότι η απόφαση εκδόθηκε με την παρουσία συνηγόρου που εκπροσωπούσε την κατηγορουμένη κατ' άρθρο 340 παρ.2 ΚΠΔ τον χρόνο έκδοσης της απόφασης και τον χρόνο άσκησης της έφεσης. Περαιτέρω δεν αιτιολογείται η απόρριψη του λόγου ανωτέρας βίας.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1098/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Θ. Κ. του Γ. και 2. Π. Κ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λιάπη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 81-82/2010 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Λ. Μ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 146/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και την Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης για τον Π. Κ. και να γίνει δεκτή εν μέρει για τον Θ. Κ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α Π.Κ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του η βαριά σωματική βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εν όψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο, στην καταδικαστική, για επικίνδυνη σωματική βλάβη, απόφαση, να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις, δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθορισθεί, βάσει των κατ’ άρθρο 79 Π.Κ. κριτηρίων. Απαιτούμενα στοιχεία, για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, είναι: α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 του Π.Κ. β) η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη και γ) δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση προκλήσεως της σωματικής κακώσεως και των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 του Π.Κ. και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. περίπτωσης, υπάρχει όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 Π.Κ. Για τη στοιχειοθέτηση επομένως απλής συνέργειας απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό ορισμένης αξιοποίνου πράξεως πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεση της, εφόσον εκείνος που την παρέχει με θετική ή αρνητική μορφή ενεργεί από πρόθεση και ειδικότερα με τον οικείο δόλο που απαιτείται για τον αυτουργό αυτής. Η ψυχική συνέργεια συνεπώς, συντελείται με παροχή συνδρομής όχι υλικής, αλλά διανοητικής φύσεως, με την έννοια ότι ο συνεργός με την συμπεριφορά του επενεργεί στον ψυχικό κόσμο του δράστη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη με αριθμό 81-82/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης ο πρώτος αναιρεσείων, Π. Κ. και της απλής συνέργειας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη ο δεύτερος αναιρεσείων, Θ. Κ., η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναφέρεται ότι από τα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο παθών με το Γ. Χ. υπήρξαν συγκύριοι ενός αγρού, επιφάνειας 12 στρεμμάτων ... που χρησιμοποιείται ως βοσκότοπος. Από το 1993 οι προαναφερόμενοι είχαν ατύπως διανείμει τον παραπάνω αγρό, χωρίς όμως να έχουν τοποθετήσει περίφραξη ώστε να διαχωρίζεται το διαιρετό τμήμα αυτού που είχε περιέλθει στον καθένα με τη διανομή, ούτε υπήρχαν άλλωστε φυσικά όρια προς τούτο και έτσι το μείζον ακίνητο είχε ενιαία μορφή. Καθένας όμως των προαναφερομένων αποδεχόμενος τον τρόπο της διανομής ήξερε τα όρια του ακινήτου του και ο Γ. Χ., το εκμίσθωνε σε τρίτους. Μισθωτής του ακινήτου που περιήλθε με τη διανομή στο Γ. Χ. υπήρξε για πολλά χρόνια ο παθών. Τα τελευταία, όμως χρόνια το ακίνητό του ο Γ. Χ. το εκμίσθωνε στους κατηγορούμενους όπως και το 2005. Την 10-10-2005 οι τελευταίοι βρίσκονταν στον παραπάνω αγρό, που είχαν μισθώσει και είχαν προσλάβει τον Χ. Κ. για να το οργώσει με το τρακτέρ του. Ο παθών όταν διαπίστωσε το μεσημέρι της ίδιας ημέρας από το σπίτι του, που ήταν σε μικρή απόσταση ότι όργωνε κάποιος τον αγρό, μετέβη με το αυτοκίνητο του εκεί και ρώτησε τον προαναφερόμενο Χ. Κ. γιατί οργώνει και εκείνος του απάντησε ότι ενεργούσε κατ' εντολή των κατηγορουμένων. Οι τελευταίοι βρίσκονταν σε άλλο σημείο του ίδιου ακινήτου και το έσπερναν. Ο παθών ζήτησε από τον Χ. Κ. να σταματήσει την άροση του αγρού και να καλέσει τους κατηγορούμενους να έρθουν εκεί που όργωνε, για να του εξηγήσουν πως προέβησαν στην ενέργεια αυτή, ισχυριζόμενος ότι είναι δικό του το ακίνητο και δεν έχει γίνει διανομή. Μετά από λίγο έφθασαν οι κατηγορούμενοι με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος και στο οποίο επέβαινε ο δεύτερος τούτων και ακολούθησε έντονη λογομαχία με υβριστικές εκατέρωθεν φράσεις. Κατά το επεισόδιο αυτό ο παθών ισχυριζόταν ότι ήταν δικό του το ακίνητο και οι κατηγορούμενοι ότι το είχαν μισθώσει από τον παραπάνω Γ. Χ. και ο παθών απώθησε με ήπιο τρόπο το δεύτερο κατηγορούμενο με τα χέρια του, ο οποίος όμως αν και ηλικίας 87 χρόνων ούτε έχασε την ισορροπία του ούτε υπέστη κάποια βλάβη. Ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος επιτέθηκε με πρόθεση κατά του παθόντος, τον απώθησε με βίαιο τρόπο με τα χέρια του, με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στο έδαφος και μάλιστα πάνω σε πέτρες, μεταλλικούς πασσάλους και συρματόπλεγμα και να τραυματισθεί στο κεφάλι του. Ειδικότερα αυτός υπέστη θλαστικό - ρηκτικό τραύμα, μήκους 18 εκ. στη δεξιά κροταφοβρεγματική χώρα, θλαστικό - ρηγματικό τραύμα μήκους 9 εκ. στην αριστερή κροταφοβρεγματική χώρα και θλαστικό ρηκτικό τραύμα μήκους 5 εκ. στην ινιακή χώρα. Ακολούθως ο παθών οδηγώντας το αυτοκίνητο του μετέβη στο Κέντρο Υγείας Αστακού, που απέχει από το χώρο που συνέβη το παραπάνω περιστατικό περίπου 10 χιλιόμετρα, όπου του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και ακολούθως στο ΓΝΝ Μεσολογγίου όπου έγινε συρραφή των τραυμάτων και μετά στο ΓΠΝ Ρίου, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 16-10-2005 και ακολούθως μέχρι την 21-10-2005 νοσηλεύθηκε στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών. Ο βίαιος τρόπος με τον οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος απώθησε τον παθόντα με σκοπό να του προκαλέσει σωματικές βλάβες, γνωρίζοντας ότι υπήρχε δυνατότητα, την οποία αποδέχθηκε, να απωλέσει την ισορροπία του και να πέσει πάνω στις πέτρες και τους μεταλλικούς πασσάλους που ήταν προφανώς ορατοί και να χτυπήσει στο κεφάλι, όπως και πράγματι συνέβη και το ευπαθές σημείο του σώματος του παθόντος που επλήγη από τη δυναμική επίθεση, μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη. Ο πρώτος κατηγορούμενος προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό της άμυνας (22 Π.Κ.), ως λόγο αποκλείοντα τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, που συνιστά απλή σωματική βλάβη κατά της επίθεσης που έκανε ο παθών στον πατέρα του. Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ' όσον η απώθηση του πατέρα του, ηλικίας 87 χρόνων που έγινε με ήπιο τρόπο από τον παθόντα, ο οποίος ούτε την ισορροπία του απώλεσε από την κίνηση αυτή, ούτε υπέστη κάποια σωματική βλάβη, δεν τον εξέθεσε σε άμεσο κίνδυνο, που να δικαιολογεί την άμυνα από τον τελευταίο.
Συνεπώς ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης ... . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά την τέλεση της παραπάνω πράξης, που παρευρισκόταν στο χώρο του συμβάντος από την έναρξή του, όπως ήδη έχει αναφερθεί, στο οποίο και συμμετείχε ενώ γνώριζε από την έντονη λογομαχία που είχε προηγηθεί ότι ο γιος του ενδεχομένως θα επιτεθεί και θα προκαλούσε επικίνδυνη σωματική βλάβη στον παθόντα, του παρείχε ψυχική συνδρομή, ενισχύοντας αυτόν στην πραγμάτωση της παραπάνω πράξης, επιθυμώντας να τον συνδράμει προς τούτο.
Συνεπώς πρέπει ο δεύτερος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας στην πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που διέπραξε ως αυτουργός ο πρώτος τούτων".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, του ότι "Ο 1ος κατηγορούμενος Π. Κ.. Στις 10-10-2005 και περί ώρα 13.30 στην αγροτική περιοχή ... με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, η δε πράξη του τελέστηκε με τρόπο, που μπορούσε να προκαλέσει βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα, έσπρωξε δυνατά με τα χέρια του τον εγκαλούντα Λ. Μ. του Γ., με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να υποστεί θλαστικό-ρηκτικό τραύμα, συρραφέν, μήκους 18 εκ. στη δεξιά κροταφοβρεγματική χώρα (διαπυηθέν), θλαστικό - ρηκτικό τραύμα, συρραφέν, μήκους 9 εκ. στην αριστερή κροταφοβρεγματική χώρα και θλαστικό - ρηκτικό τραύμα, συρραφέν, μήκους 5 εκ. στην ινιακή χώρα, με τον τρόπο δε που τελέστηκε η άνω πράξη και το ευπαθές σημείο του σώματος του που επλήγη, μπορούσε να προκαλέσει στον Λ. Μ. βαριά σωματική του βλάβη. Ο 2ος κατηγορούμενος Θ. Κ.. Στον παραπάνω τόπο και χρόνο παρέσχε με πρόθεση οποιαδήποτε συνδρομή κατά την τέλεση της προαναφερόμενης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που διέπραξε ως αυτουργός ο πρώτος κατηγορούμενος και συγκεκριμένα γνωρίζοντας τον εγκληματικό του σκοπό και θέλοντας να τον συνδράμει στην πραγμάτωση του παρέσχε ψυχική συνδρομή κατά την τέλεση αυτής ενισχύοντας αυτόν με την παρουσία του στον παραπάνω τόπο, χωρίς να τον αποτρέψει".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν, Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την τέλεση από τον πρώτο αναιρεσείοντα Π. Κ., της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάστηκε, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 308 και 309 Π.Κ. που εφήρμοσε.
Εξάλλου το Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί άμυνας, αιτιολογημένα, όπως προκύπτει, από την κατά τα άνω, παράθεση του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης και δεν ήταν απαραίτητο, να ασχοληθεί με την εφαρμογή ή μη της παραγράφου 3 του άρθρου 308 Π.Κ. διότι η ανωτέρω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής επί επικινδύνου σωματικής βλάβης. Κατ’ ακολουθία, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου για το εάν η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων ήταν επικίνδυνη σωματική βλάβη και όχι απλή τέτοια, υπό τα αναφερόμενα ως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, είναι αβάσιμοι. Μετά ταύτα και ελλείψει άλλου λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα, ως αβάσιμη.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν, Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την τέλεση και από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, Θ. Κ., της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάστηκε, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, καθόσον αφορά τον κατηγορούμενο αυτόν. Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση περιστατικά από τα οποία προκύπτει, ότι η συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος συνιστούσε πράξη ενεργού ψυχικής συνδρομής. Από τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της περιστατικά, ότι ο παραπάνω, ήταν παρών στο χώρο του συμβάντος, από την έναρξή του, στο οποίο και συμμετείχε (εννοώντας ως συμμετοχή, την ανάμιξή του στην προηγηθείσα λογομαχία), ενώ γνώριζε, από την έντονη λογομαχία που είχε προηγηθεί ότι ο γιος του ενδεχομένως θα επιτεθεί και θα προκαλούσε επικίνδυνη σωματική βλάβη στον παθόντα, ότι παρέμεινε στον τόπο του επεισοδίου , ότι δεν προσπάθησε να τον αποτρέψει, αλλά με την παρουσία του παρείχε ψυχική συνδρομή, ενισχύοντας αυτόν στην πραγμάτωση της παραπάνω πράξης, προκύπτει ότι η συμπεριφορά αυτή του δευτέρου αναιρεσείοντος συνιστούσε πράξη ενεργού ψυχικής συνδρομής. Κατ' ακολουθία, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να εκτίθενται, για να θεμελιώνεται ευθύνη του δευτέρου αναιρεσείοντος, ως απλού συνεργού, στην τέλεση της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από τον αυτουργό σε βάρος του άνω παθόντος, και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και καθόσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως αβάσιμη και καθόσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, την από 7-1-2011 (με αριθ. πρωτ. 146/7-1-2011), αίτηση για αναίρεση της παραπάνω απόφασης, ως προς αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή συνέργεια. Για τη στοιχειοθέτηση απλής συνέργειας απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό ορισμένης αξιοποίνου πράξεως πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεση της, εφόσον εκείνος που την παρέχει με θετική ή αρνητική μορφή ενεργεί από πρόθεση και ειδικότερα με τον οικείο δόλο που απαιτείται για τον αυτουργό αυτής. Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Τραυματισμός στο κεφάλι από απώθηση και πτώση στο έδαφος. Λόγοι αίτησης αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1096/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Σ. Σ. του Μαρίνου, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1315/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1359/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 407/8-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγοντες κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 525§1, 527 και 528§1 Κ.Π.Δ. την από 15-9-2010 αίτηση του Σ. Σ. του Μ., κρατουμένου στις φυλακές Τρικάλων, με την οποία ζητεί την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της αμετακλήτου υπ' αρ. 1315/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, για απάτη κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98, 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ., όπως το άρθρο 386 αντικαταστάθηκε και τροποποιήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και 14 του Ν. 2721/1999), εκθέτομεν τα εξής: Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν πρόδηλο ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάσθηκε αδίκως για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα, τα οποία, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Την περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, υπό την προϋπόθεση ότι, εκτιμώμενες είτε μόνες, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, (του οποίου άλλη αίτηση για την ίδια απόφαση, έχει απορριφθεί με την υπ' αριθμ. 1654/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου), με την υπό κρίση αίτηση του, η οποία χαρακτηρίζεται δια την αοριστία της, επιχειρεί να αποσείσει τις δικές του ευθύνες για την πράξη δια την οποία κατεδικάσθη και να μεταγγίσει αυτές εις τον Ε. Π., δικηγόρο και πρώην Βουλευτή Αργολίδος, επικαλούμενος κάποια δικαστική απόφαση με μόνα στοιχεία τον αριθμό της 227/2010 και την απορριπτική υπ' αριθμ. 27005/7118/5/2010 διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών. Με την τελευταία απερρίφθη μήνυση αυτού και των μελών της οικογενείας του, κατά 51 πολιτών, οι οποίοι ήσαν τα θύματα της απάτης του, αλλά και κατά του Ε. Π.. Σε κάθε περίπτωση, δεν προσκομίζεται, αλλ' ούτε γίνεται επίκληση νέων γεγονότων και αποδείξεων, αγνώστων στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, της οποίας ζητείται η επανάληψη και, επομένως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνομεν
α) Να απορριφθεί η από 15-9-2010 αίτηση του καταδικασμένου Σ. Σ. του Μ., κρατουμένου στις φυλακές Τρικάλων, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 1315/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, Και
β) Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 6 Δεκεμβρίου 2010
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αιτούντα που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν είναι, όμως, νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και οι παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ'αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία παραδεκτά εισάγεται, κατ'άρθρα 528 παρ.1 εδ.α'και 527 παρ.3 ΚΠοινΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) ζητεί ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθ.1315/2006 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών, για απάτη κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία, υπερέβαιναν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, συνισταμένης της απάτης στην παράσταση ψευδώς από τον καταδικασθέντα στους εγκαλούντες ότι αυτός είχε την δυνατότητα, λόγω γνωριμιών του και σχέσεων του με ισχυρά πρόσωπα, να μεριμνήσει για την πρόσληψη και τον διορισμό των τέκνων των εγκαλουμένων σε διάφορες θέσεις στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. και σε Τράπεζες, αν και γνώριζε ότι δεν είχε τη δυνατότητα αυτή, ούτε είχε γνωριμίες με ισχυρά πρόσωπα, ώστε να μεριμνήσει για τις προσλήψεις αυτές, οι δε εγκαλούντες πεισθέντες στα άνω ψευδή γεγονότα, κατέβαλε έκαστως εξ αυτών στον αιτούντα διάφορα χρηματικά ποσά κυμαινόμενα από 1.500.000 έως 6.000.000 δρχ., το δε παράνομο συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερέβαιναν τα 5.000.000 δρχ. Ήδη ο αιτών, επιδιώκοντας την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω απόφαση, αφού διατείνεται ότι αδίκως καταδικάσθηκε για την άνω πράξη διότι "αυτουργός και ηθικός αυτουργός της ιστορίας των διορισμών υπήρξε ο Ε. Π.", επικαλείται ως νέες αποδείξεις την υπ'αριθ.227/2010 απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, ο Ε. Π. ως αυτουργός απάτης και ο ίδιος ως συναυτουργός, όπως και διάφορα άλλα έγγραφα χωρίς να προσδιορίζει την ταυτότητα αυτών. Επίσης ισχυρίζεται ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε, διότι η απάτη κατ'εξακολούθηση που καταδικάσθηκε, είχε χαρακτήρα πλημμελήματος και όχι κακουργήματος, που εσφαλμένα δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, αφού οι επί μέρους πράξεις της τελέσθηκαν όλες πριν από την ισχύ, στις 3-6-1999, του Ν.2721/1999 και ουδεμιάς το αντικείμενο υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ, άλλως ότι το έγκλημα που τέλεσε είναι αυτό της παράβασης του νόμου "περί μεσαζόντων" το οποίο, όμως έχει παραγραφεί. Όμως η επίκληση των φερομένων ως νέων αποδείξεων είναι τελείως αόριστη, αφού δεν προσδιορίζεται ποίο δικαστήριο εξέδωσε την ως άνω 227/2010 απόφαση, εάν αυτή είναι αμετάκλητη και κατά ποίο τρόπο σχετίζεται ουσιωδώς με την πράξη της απάτης για την οποία καταδικάσθηκε, ενόψει μάλιστα και της ομολογίας του ότι και αυτός καταδικάσθηκε "ως συναυτουργός" απάτης με την ως άνω 227/2010 απόφαση, ούτε προσδιορίζεται η ταυτότητα των λοιπών εγγράφων. Περαιτέρω, με τις λοιπές αιτιάσεις, πλήττει τις σκέψεις της άνω αποφάσεως, με τις οποίες το δικαστήριο ήχθη στην άνω καταδικαστική κρίση του, χαρακτηρίζοντας συνάμα την απάτη ως κακούργημα (από το συνολικό περιουσιακό όφελος και την αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των επι μέρους πράξεων, συντρεχουσών και των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως) που όμως δεν εμπίπτουν σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, στην έννοια του λόγου επαναλήψεως της διαδικασίας που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περ.2 του ΚΠοινΔ, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, στηρίζει την εν λόγω αίτηση, ούτε και σε κάποιον από τους άλλους λόγους επανάληψης της διαδικασίας του άρθρου αυτού.
Επομένως, είναι απαράδεκτος ο άνω λόγος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2010 αίτηση του καταδικασμένου Σ. Σ. του Μαρίνου, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθ.1315/2006 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση διότι επικαλείται αορίστως νέες αποδείξεις.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1093/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 56/21.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ζώη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1369/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 750/2010.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά την παραγρ. 1 του άρθρου μόνον του αν. 690/1945, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σ' αυτόν τις οφειλόμενες, συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας, πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένοι για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερουμένου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται, είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του αν.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να περιλαμβάνει με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και την ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής, εκπρόσωπος κλπ), το χρόνο που διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, τις ημερήσιες ή μηνιαίες τακτικές και έκτακτες αποδοχές, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε μετά την αφαίρεση τούτου από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο καθορίζονται οι αποδοχές του εργαζομένου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1369/2009 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του α.ν. 690/1945 σε φυλάκιση δύο (2) μηνών που μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη, δηλαδή ότι στα …, κατά το χρονικό διάστημα από 6-10-04 μέχρι 31-3-06, με πρόθεση παρέβηκε τις διατάξεις του άρθρου μόνο του Α.Ν. 690/1945 με τις οποίες: ''κάθε εργοδότης ή Διευθυντής ή Εκπρόσωπος Επιχείρησης που δεν καταβάλει εμπρόθεσμα, στον απασχολούμενο σ' αυτόν αντί μισθού ή ημερομισθίου, τις οφειλόμενες αποδοχές ή χορηγίες, οι οποίες καθορίζονται από την σύμβαση εργασίας ή τις Διοικητικές πράξεις ή το Νόμο ή έθιμο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 μήνες και χρηματική ποινή'', και συγκεκριμένα με την ιδιότητα: του εργοδότης ως εκπρόσωπος του Οργανισμού Συλ. Διαχείρ. Δικαιωμ. Ελλήνων Μουσικών (ΣΥΝ.ΠΕ), αν και απασχόλησε τον Α. Ζ., ως εισπράκτορα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε μέχρι και την 19-5-2006 το χρηματικό ποσό των 3.834,96 ευρώ, που αντιστοιχεί σε οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, για την ως άνω χρονική περίοδο, ποσό που αποτελεί υπόλοιπο αποδοχών του εγκαλούντα για το ως άνω χρονικό διάστημα που εργάστηκε στην επιχείρησή του. Το ανωτέρω ποσό προσδιορίστηκε από την αριθμ. 999/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και επιδικάστηκε υπέρ του εγκαλούντος κατόπιν ασκήσεως αγωγής και αφορούσε δεδουλευμένες αποδοχές του βάσει των σχετικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας περιόδου από 6-10-2004 μέχρι 31-3-2006. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την ανωτέρω πράξη, με ελαφρυντικά του άρθρου 84 § 2β του ΠΚ". Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτήν με σαφήνεια, α) ποία η συγκεκριμένη ιδιότητα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ως εκπροσώπου του Οργανισμού "Σύλλογος Διαχείρισης Δικαιωμάτων Ελλήνων Μουσικών (ΣΥΝ.ΠΕ)", δηλονότι αν αυτός ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. του ως άνω συλλόγου ή ασκούσε στην πραγματικότητα τη διεύθυνση και τη διαχείριση των υποθέσεων αυτού ή είχε κάποια άλλη ιδιότητα, β) πόσες ήταν οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του εργαζομένου στον ως άνω σύλλογο ως εισπράκτορας Α. Ζ., γ) πόσο το σύνολο αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 6-10-2004 μέχρι 31-3-2006 κατά το οποίο απασχολήθηκε αυτός και δ) ποιο το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε μετά την αφαίρεση τούτου να προκύπτει το οφειλόμενο πραγματικό υπόλοιπο ενόψει της αντιφάσεως των αναφερόμενων στην ως άνω μη τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που υπάρχει μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού ως προς το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου, αφού στο με μεν αιτιολογικό αναφέρεται το ποσό των 3.834,96 ευρώ ενώ στο διατακτικό το ποσό των 3.570,59 ευρώ. Εξαιτίας των προαναφερόμενων ελλείψεων και ασαφειών στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμων των σχετικών από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1369/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 4 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου μόνον Α.Ν 690/1945. Πότε η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν ο κατηγορούμενος εκπροσωπεί νομικό πρόσωπο και ο εργαζόμενος, έχει λάβει μέρος των οφειλομένων σ’ αυτόν αποδοχών κλπ. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Παραδοχή των λόγων αυτών ως βασίμων. Αναίρεση απόφασης και παραπομπή υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1094/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 197/28.12.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπουρονίκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5331/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1075/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαίτιου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και. του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και. μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι, καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, με τη νέα αυτή ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου πόσου συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενη υπ' αρ. 5331/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα: "Στη … την 2-1-2006, ως νόμιμος εκπρόσωπος του Γυμναστικού Συλλόγου Λάρισας ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια Υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως εμφαίνεται στον επισυναπτόμενο στο παρόν κλητήριο θέσπισμα υπ' αρ. 35/2008 αναλυτικό πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος της Α' Δ.Ο.Υ. … σύμφωνα με το ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλ. καθυστέρησης καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών). Ο ισχυρισμός του κατ/νου ότι ήταν στη διοίκηση του Γ.Σ. Λάρισας μέχρι την 31-12-2000, και ως εκ τούτου δεν ευθύνεται για τα χρέη του Γ.Σ. Λάρισας (που αναφέρονται αναλυτικά στον παρακάτω πίνακα χρεών), αλυσιτελώς προβάλλεται ενόψει του ότι το χρέος αφορά μη επιστροφή ΦΠΑ που έπρεπε να γίνει τον Δεκέμβριο του 2000 (βλ. κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας). Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και τον καταδίκασε με την παραδοχή του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ (προτέρου εντίμου βίου) σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία τόσο ως προς το ύψος την χρεών και το χρόνο που κατέστησαν αυτά ληξιπρόθεσμα (31-8-2005) και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση το άνω έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1 και 84 παρ. 2α του ΠΚ, 25 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2523/1997, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 5 του ν. 2943/2001 και 34 του 3220/2004 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας και έγγραφα) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας Κ. Σ., υπαλλήλου της Α' ΔΟΥ … . Ειδικότερα αναφέρεται με πληρότητα και σαφήνεια στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης: α) το ποσό του χρέους που έπρεπε να καταβληθεί από το Γυμναστικό Σύλλογο Λάρισας προς το Δημόσιο (269.607,97 ευρώ) από το Δεκέμβριο του έτους 2000, β) το τελικό ποσό που ανήλθε μετά των προσαυξήσεων σε 372.059 ευρώ, που βεβαιώθηκε στις 25-7-2005 και έπρεπε να πληρωθεί εφάπαξ στις 31-8-2005, γ) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου του ανωτέρω Γυμναστικού Συλλόγου κατά το έτος 2000, όταν γεννήθηκε το ανωτέρω χρέος προς το Δημόσιο, με την επισήμανση ότι επρόκειτο για ΦΠΑ που είχε εισπράξει ο υπόχρεος ως άνω σύλλογος και δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 2000, όπως όφειλε, αλλά ούτε και μεταγενέστερα, είτε από τον ανωτέρω σύλλογο ή τη διάδοχό του ΚΑΕ με την επωνυμία "Γυμναστικός Σύλλογος Λάρισας ΚΑΕ". Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Έτσι είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος ως προς τον προσδιορισμό του προσώπου που όφειλε το ανωτέρω χρέος και δη εάν αυτό ήταν το αθλητικό σωματείο "Γυμναστικός Σύλλογος Λάρισας" του οποίου είχε διατελέσει Πρόεδρος ή η καλαθοσφαιρική ανώνυμη εταιρία "Γυμναστικός Σύλλογος Λάρισας ΚΑΕ" καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ποινική ευθύνη αυτού προέρχεται μόνο από την τότε (2000) ιδιότητά του ως Προέδρου του αθλητικού σωματείου με την επωνυμία τότε Γυμναστικός Σύλλογος Λάρισας και όχι από άλλη αιτία. Μετά απ' όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-7-2010 αίτηση του Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5331/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 4 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Καταδικαστική απόφαση εκπροσώπου Γυμναστικού Συλλόγου για χρέη προς το Δημόσιο που δημιουργήθηκαν αυτό το χρόνο της εκπροσώπησής του από τον κατηγορούμενο. Αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη αμφοτέρων των ως άνω λόγων ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1104/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δημάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.4260/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Β. Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1083/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί μία τριετία, για κλοπή κατά συναυτουργία. Για να οδηγηθεί στην ως άνω καταδικαστική του κρίση, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στις 7.6.2004, ενεργώντας από κοινού με συνεργό του, αγνώστων στοιχείων, επιβαίνοντας επί δίκυκλης μοτοσυκλέτας, άνοιξε την οπίσθια αριστερή θύρα του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε η Β. Κ. και αφαίρεσε την τσάντα της, η οποία περιείχε πορτοφόλι με 408 €, πιστωτικές κάρτες της ΑΜΕRICAN EXPRESS, MASTERCARD της Εμπορικής Τράπεζας, VISA της Εμπορικής Τράπεζας, κάρτα ανάληψης της Εμπορικής Τράπεζας, το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας της, την άδεια οδήγησης, μία κάρτα νοσηλείας ΙΝΤΕRAMERICAN, μία κάρτα ανεργίας ΟΑΕΔ, γυαλιά ηλίου, κλειδιά του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και διάφορα προσωπικά της είδη, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι ήταν ο δράστης της προαναφερόμενης κλοπής, ισχυριζόμενος ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σπούδαζε και ήταν στην Αγγλία. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Εξάλλου αναγνωρίστηκε με βεβαιότητα από την παθούσα και αποτύπωμα του βρέθηκε στην οπίσθια αριστερή θύρα του αυτοκινήτου της παθούσας. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος, να αναγνωρισθεί όμως σ' αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Π.Κ., καθόσον μέχρι το χρόνο που τέλεσε την παραπάνω αξιόποινη πράξη έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Η απόφαση όμως αυτή δεν περιέχει την σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι υπάρχει ασάφεια επί του κρισίμου ζητήματος εάν ο κατηγορούμενος είναι το ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος, δεδομένου ότι από τις παραπάνω παραδοχές του δεν καθίσταται σαφές, αν στηρίζει την καταδικαστική του κρίση, τόσο στην αναγνώριση του κατηγορουμένου από την ίδια την παθούσα, όσο και στην ύπαρξη δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατηγορουμένου στο αυτοκίνητο, αν και τούτο έχει πρωτεύουσα σημασία ενόψει του αφ' ενός μεν ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της κλοπής ευρίσκετο στην Αγγλία όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εξετάστηκε στο ακροατήριο η παθούσα και δεν αναφέρεται σ' αυτή ποίο το περιεχόμενο των αναγνωσθεισών ενόρκων βεβαιώσεων. Επομένως, ο σχετικός και μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4.260/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό, λόγω αντιφάσεως και ασάφειας, διότι λαμβάνεται υπόψη κατάθεση μάρτυρος (της παθούσας) η οποία δεν εξετάσθηκε.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1105/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., και 2)Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φωκά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1669/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κατερίνης.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Κατερίνης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Δεκεμβρίου 2010 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 94/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση οι, από 3-1-2011, αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Κ. Κ. του Ν. και Κ. Π. του Σ. κατά της 1669/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, με την οποία καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης εφτά μηνών ο καθένας για παράβαση του άρθρου 1 ΑΝ 86/1967. Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν.
Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του όρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται, με τις στη διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους στο Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσας διάταξης, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των σ' αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά τη παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Για την καταβολή των πιο πάνω εισφορών, όταν πρόκειται για ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος είναι ο διευθύνων σύμβουλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 115 ν. 2238/1994 και 4 παρ.4 ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ.2 ν. 2676/1999. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του ΑΝ. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός απ' αυτούς. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 36,43, 125, 132, 310 και 370 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 57 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν για την ίδια αξιόποινη πράξη ασκήθηκαν κατά του αυτού προσώπου δύο διαδοχικές ποινικές διώξεις, κηρύσσεται απαράδεκτη η μεταγενέστερη (αυτή που έπεται διαδικαστικά), λόγω της υφιστάμενης από την άσκηση της προγενέστερης ποινικής δίωξης εκκρεμοδικίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η απαγόρευση της εκ νέου άσκησης ποινικής δίωξης και της διεξαγωγής δύο διαδικασιών για την ίδια αξιόποινη πράξη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι πράγματι η πρώτη ποινική δίωξη προηγείται διαδικαστικά της δεύτερης, δηλαδή έχει εισέλθει σε προχωρημένο στάδιο δικονομικής έρευνας. Για την εκκρεμοδικία απαιτούνται οι ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις, όπως και για το δεδικασμένο, πλην της αμετάκλητης απόφασης. Αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη, έχει κριθεί οριστικά, όχι όμως και αμετάκλητα, η δεύτερη ποινική δίωξη πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτη. Αν παρά την ύπαρξη της εκκρεμοδικίας το δικαστήριο προχωρήσει στην εκδίκαση της μεταγενέστερης κατηγορίας, τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της υπέρβασης εξουσίας. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διάταξης αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκηση της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκηση της, προϋποθέσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά πλειοψηφία σε σχέση με την ενοχή, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο δεύτερος των κατηγορουμένων κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό πρόβαλλε ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία, μετά την απόρριψη της με την πρωτόδικη απόφαση επανέφερε με λόγο έφεσης και διατύπωσε εκ νέου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επικαλούμενος ότι το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο γιατί δεν υπήρχε ακριβής καθορισμός της πράξης, αφού δεν αναφέρετο σ' αυτό ο ακριβής χρόνος τέλεσης της πράξης, η επωνυμία και νομική μορφή της επιχείρησης, η ιδιότητα του κατηγορουμένου, ο αριθμός και η κλάση των εργαζομένων. Όμως σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν για τον ακριβή καθορισμό των ως παραπάνω συγκεκριμένων αξιόποινων πράξεων του ΑΝ 86/1967 δεν είναι αναγκαία τα παραπάνω στοιχεία, αναφέρεται δε στο επιδοθέν κλητήριο θέσπισμα, ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότη, όπως λεπτομερώς εξειδικεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως μέλους του ΔΣ της ΑΕ με την επωνυμία "Τηλεοπτική Πιερίας ΑΕ", ο οποίος εξάλλου σύμφωνα με το από 13-9-2002 πρακτικό του ΔΣ της ΑΕ που δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 2786/5-4-2004 ΦΕΚ είχε το δικαίωμα να εκπροσωπεί την εταιρεία, να δεσμεύει αυτή σε κάθε δραστηριότητα κλπ.
Συνεπώς ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός και λόγος έφεσης που πρότεινε ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ενώ, από τις με αριθμό 16637/08 και 42221/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι με την πρώτη εξ' αυτών κηρύχθηκε αθώος ο πρώτος των κατηγορουμένων και ένοχοι οι λοιποί κατηγορούμενοι και με τη δεύτερη επίσης αθώος ο πρώτος και ένοχος ο τρίτος των κατηγορουμένων για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στην Θεσσαλονίκη στο υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Π. Αξιού με την πρώτη για το χρονικό διάστημα από 8/2002 έως 12/2005 και Δ/Χ 2005 συνολικού ποσού 34.721,67 ευρω με βάση τις υπ' αρ. 422/07, 423/07 και 475/07 Πράξεις Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) και με την δεύτερη για το χρονικό διάστημα από 3/2002 έως 9/2003 συνολικού ποσού 38.653,01 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 8/2002 έως 9/2003 συνολικού ποσού 25.521,59 ευρω με βάση τις υπ' αρ. 399/05, 400/05, 472/05, 398/05, 397/05, 511/05, 402/05, 403/2005 και 513/05 ΠΕΕ Πύλης Αξιού, ενώ η κρινόμενη περίπτωση αφορά τους ίδιους κατηγορούμενους τους αυτούς εν μέρει εργαζόμενους καθώς και το αυτό χρονικό διάστημα με βάση όμως τις 3619/05 και 7655/08 ΠΕΕ (υποκαταστήματος ΙΚΑ Κατερίνης) για τις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο εισφορές οι οποίες όμως αφορούν διαφορετικά ποσά και αιτία, καθώς οι συνταχθείσες ΠΕΕ από το Υποκατάστημα ΙΚΑ Κατερίνης συντάχθηκαν βάσει των καταλόγων που προσκόμισε η ίδια εργοδότρια εταιρεία στο αμέσως ανωτέρω Υποκατάστημα, όπως αναφέρεται από τους μάρτυρες και δεν αμφισβητείται από τους κατηγορούμενους, ενώ οι ΠΕΕ οι οποίες συντάχθηκαν από το υποκατάστημα ΙΚΑ Πύλης Αξιού Θεσσαλονίκης συντάχθηκαν κατόπιν καταγγελιών των εργαζομένων και αφορούν τις διαφορές των δηλωθεισών από την εργοδότρια αμοιβών τους και των πράγματι οφειλομένων από την ίδια (μισθών, δώρων, επιδομάτων κλπ) όπως ρητά κατέθεσε ο μάρτυρας Γ. Κ., ο οποίος κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με το υποκατάστημα Πύλης Αξιού κατέθεσε ότι οι επίδικες εισφορές αφαιρέθηκαν από τις εισφορές που καταλόγισε το υποκατάστημα Πύλης Αξιού και επομένως δεν συντρέχει ταυτότητα πράξης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και επομένως ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι επίδικες δε με αρ. 3619/05 και 7655/08 Πράξεις Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ), στις οποίες αναφέρεται ως έδρα της Α.Ε. με την επωνυμία "ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ Α.Ε." η οδός ... στην πόλη της ..., όπου ήταν αρχικά η έδρα αυτής, ενώ μετά το 2000 κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων μεταφέρθηκε στην οδό ... και ... στη …, αρμοδίως εκδόθηκαν από το Υποκατάστημα ΙΚΑ Πιερίας, στο οποίο αυτή ως εργοδότης κατέθεσε τις αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις για το απασχολούμενο σ' αυτήν προσωπικό και στο οποίο όφειλε να καταβάλλει τις αναλογούσες σε κάθε εργαζόμενο ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές αναλυτικά καταλογίσθηκαν με τις προαναφερόμενες ΠΕΕ.
Συνεπώς αρμόδιο κατά τόπον Δικαστήριο είναι το παρόν Δικαστήριο της πόλης της ... όπου εκδόθηκαν οι επίδικες ΠΕΕ, ανεξαρτήτως της μεταφοράς ή μη της έδρας της επιχείρησης στην πόλη της Θεσσαλονίκης και επομένως ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις. Ειδικότερα αποδείχθηκε από το από 11-12-2001 πρακτικό του ΔΣ της ΑΕ με την επωνυμία "Τηλεοπτική Πιερίας Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό
τίτλο "ΒΕST ΝΕWS ΑΕ" το οποίο καταχωρήθηκε στο Μ.Α.Ε. στις 13-12-2001 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 11435/24-12-2001 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) ότι το ΔΣ της άνω εταιρείας, η θητεία του οποίου έληξε στις 30-6-2006, αποτελούνταν από τους: 1) Α. Τ., ως Προέδρου του ΔΣ, (1ου κατηγορουμένου) 2) ... ως Αντιπροέδρου και Δ/ντος Συμβούλου (3ου κατηγορουμένου), 3) Θ. Χ., 4) Β. Τ.-Κ., 5) Κ. Κ., ως μέλη του ΔΣ, καθώς και από το από 13-9-2002 πρακτικό του ΔΣ της άνω ΑΕ το οποίο καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ στις 24-3-2004 και δημ. στο 2780/5-4-2004 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) αποδείχθηκε ότι το ΔΣ της άνω εταιρίας αποτελούνταν από τους: 1)Α. Τ. ως Προέδρου (1ου κατηγορουμένου), 2) Κ. Κ. ως Αντιπροέδρου και Δ/νος Συμβούλου (3ου κατηγορουμένου), 3) Θ. Χ., 4) Κ. Π. (2ου κατηγορουμένου), και 5) Σ. Π., ως μέλη του ΔΣ ενώ εξάλλου με το ίδιο ως άνω πρακτικό το ΔΣ μεταβίβαζε στον Αντιπρόεδρο και Δ/ντα Σύμβουλο Κ. Κ. όλες τις εξουσίες και αρμοδιότητες, όπως αυτές περιγράφονταν στο καταστατικό της ΑΕ και παρείχε σ' αυτόν και τον 2° κατηγορούμενο Κ. Π. την εκπροσώπηση της εταιρείας και συγκεκριμένα τους παρείχε το δικαίωμα να εκπροσωπούν την εταιρεία από κοινού ή έκαστος εξ αυτών μεμονωμένα και να δεσμεύουν την εταιρεία σε κάθε δραστηριότητα και για κάθε συναλλαγή με νομικό και φυσικό πρόσωπο ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου ... με μόνη την υπογραφή εκάστου εξ αυτών. Εξάλλου από το 4-7-2003 πρακτικό του ΔΣ το οποίο καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών στις 24-3-2004 και δημοσιεύθηκε στο 2789/5-4-2004 ΦΕΚ προκύπτει ότι παραιτήθηκε ο 3ος κατηγορούμενος από το άνω ΔΣ και τοποθετήθηκε ο 2ος κατηγορούμενος ως Αντιπρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος αυτού. Από τα ανωτέρω όσον αφορά τον 1° των κατηγορουμένων Προέδρο του ΔΣ της άνω εταιρείας δεν αποδείχθηκε ούτε ότι είχε την εκπροσώπηση της εταιρείας, το επίδικο διάστημα ούτε ότι είχε ενεργό ανάμιξη στην διοίκηση της εταιρείας της οποίας την πραγματική και οικονομική διαχείριση είχαν οι λοιποί κατηγορούμενοι στους οποίους είχε ανατεθεί και η εκπροσώπηση αυτής όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Εξάλλου μόνο η ιδιότητα του τελευταίου ως Προέδρου του ΔΣ της άνω εταιρείας δεν αρκεί ώστε να ευθύνεται αλληλεγγύως και σε ολόκληρο για την καταβολή των οφειλομένων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 115 του Ν. 2238/94 και 69 παρ. 2 του Ν. 2676/99). Όσον όμως αφορά τους λοιπούς κατηγορουμένους αποδείχθηκε ότι με τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους, ο δεύτερος δε κατηγορούμενος από 24-3-2004 ήτοι μετά την καταχώριση στο ΜΑΕ του από 13-9-2002 πρακτικού του ΔΣ είχαν ενεργό ανάμειξη στη διοίκηση της εταιρείας και για το λόγο αυτό άλλωστε ο δεύτερος των κατηγορουμένων προέβη σε ρύθμιση των οφειλών που αφορούν τις ΠΕΕ που εξέδωσε το υποκατάστημα της Πύλης Αξιού Θεσσαλονίκης ενώ προσήλθε για τον ίδιο λόγο και στο υποκατάστημα Κατερίνης για τη ρύθμιση των επίδικων οφειλών χωρίς όμως τελικά να γίνει ρύθμιση αυτών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος (Κ. Κ.) με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου και Δ/ντος Συμβούλου της άνω εταιρείας που είχε ως αντικείμενο υπηρεσίας Τηλεοπτικών Μεταδόσεων, στην Κατερίνη, κατά το κατωτέρω χρονικό διάστημα, αφού απασχόλησε κατά την μισθολογική περίοδο από 1-2-2003 έως 31-12-2003 στην επιχείρηση αυτή σε εξηρτημένη εργασία με αμοιβή προσωπικό που ήταν ασφαλισμένο στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή στον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας, στο οποίο έπρεπε για την ασφάλιση του παραπάνω προσωπικού να καταβάλει τις παρακάτω εισφορές μέσα σε τριάντα (30) ημέρες απ' το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία, τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις, δηλαδή: α) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν αυτόν τον ίδιο (εργοδοτικές εισφορές) ποσού 44.718,57 ευρώ δεν τις κατέβαλε στον παραπάνω Οργανισμό μέσα σ' ένα μήνα από τότε που αυτές κατέστησαν απαιτητές, β) αφού παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάστηκαν σ' αυτόν (εργατικές εισφορές) ποσού 10.359,29 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε μέσα σ' ένα μήνα από τότε που αυτές κατέστησαν απαιτητές και έτσι τις υπεξαίρεσε. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο 2°ς κατηγορούμενος Κ. Π., στην …, κατά το κατωτέρω χρονικό διάστημα, ως μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της εδρεύουσας στην … ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ Α.Ε. - ΒΕST NEWS Α.Ε." με είδος επιχείρησης Υπηρεσίες Τηλεοπτικών Μεταδόσεων, αφού απασχόλησε κατά την μισθολογική περίοδο από 1-4-2004 έως 30-9-2004 στην επιχείρηση αυτή σε εξηρτημένη εργασία με αμοιβή προσωπικό που ήταν ασφαλισμένο στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή στον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας, στο οποίο έπρεπε για την ασφάλιση του παραπάνω προσωπικού να καταβάλει τις παρακάτω εισφορές μέσα σε τριάντα (30) ημέρες απ' το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία, τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις, δηλαδή: α) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν αυτόν τον ίδιο (εργοδοτικές εισφορές) και β) αφού παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάστηκαν σ' αυτόν (εργατικές εισφορές) με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω Οργανισμό, ανερχομένων όλων των ανωτέρω εισφορών (εργατικών και εργοδοτικών) στο συνολικό ποσό των 22.651,00 ευρώ, οι οποίες επιμερίζονται σε 1/3 των εργοδοτικών εισφορών και σε 2/3 των εργατικών εισφορών, δεν τις κατέβαλε μέσα σε ένα μήνα από τότε που αυτές κατέστησαν απαιτητές και έτσι τις υπεξαίρεσε. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων για τις αμέσως ανωτέρω πράξεις τους. Το Δικαστήριο όμως δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι κατά την διάπραξη των πράξεων αυτών ενήργησαν από αίτια μη ταπεινά." Στη συνέχεια το προδιαληφθέν Δικαστήριο κήρυξε, κατά πλειοψηφία, τους αναιρεσείοντες ενόχους του ότι: "Στην …, κατά το κατωτέρω χρονικό διάστημα ο δεύτερος κατηγορούμενος (Κ. Π.), στην …, κατά το κατωτέρω χρονικό διάστημα ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της "ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ Α.Ε. - ΒΕST NEWS Α.Ε." με είδος επιχείρησης Υπηρεσίες Τηλεοπτικών Μεταδόσεων, εδρεύουσας στην …, αφού απασχόλησε κατά την μισθολογική περίοδο από 1-4-2004 έως 30-9-2004 στην επιχείρηση αυτή σε εξηρτημένη εργασία με αμοιβή προσωπικό που ήταν ασφαλισμένο στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή στον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας, στο οποίο έπρεπε για την ασφάλιση του παραπάνω προσωπικού να καταβάλει τις παρακάτω εισφορές μέσα σε τριάντα (30) ημέρες απ' το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία, τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις, δηλαδή: α) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν αυτόν τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ) και β) Αφού παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάστηκαν σ' αυτόν (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ) με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω Οργανισμό, και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 22.651,00 ευρω, οι οποίες επιμερίζονται σε 1/3 των εργοδοτικών εισφορών και σε 2/3 των εργατικών εισφορών, δεν τις κατέβαλε μέσα σ' ένα μήνα αφ' ης κατέστησαν απαιτητές και έτσι τις υπεξαίρεσε. Στην …, κατά το κατωτέρω χρονικό διάστημα ο τρίτος κατηγορούμενος (Κ. Κ.), ως Αντιπρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος της ίδιας ως άνω εταιρίας, αφού απασχόλησε κατά την μισθολογική περίοδο από 1-2-2003 έως 31-12-2003 στην επιχείρηση αυτή σε εξηρτημένη εργασία με αμοιβή προσωπικό που ήταν ασφαλισμένο στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή στον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας, στο οποίο έπρεπε για την ασφάλιση του παραπάνω προσωπικού να καταβάλει τις παρακάτω εισφορές μέσα σε τριάντα (30) ημέρες απ' το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία, τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις, δηλαδή: Α) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν αυτόν τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ) ευρω #44.718,57# δεν τις κατέβαλε στον παραπάνω Οργανισμό μέσα σ'ένα μήνα αφ'ης κατέστησαν απαιτητές. Β) Αφού παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάστηκαν σ' αυτόν (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ) ευρω # 10.359,29# με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε μέσα σ' ένα μήνα αφ' ης κατέστησαν απαιτητές και έτσι τις υπεξαίρεσε". Αναγνώρισε και για τους δύο την ελαφρυντική περίσταση ότι ωθήθηκαν στην τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων από αίτια μη ταπεινά και επέβαλε στον καθένα συνολική ποινή φυλάκισης εφτά μηνών, η οποία για μεν τον Κ. Π. ανεστάλη για τρία χρόνια, για δε τον Κ. Κ. μετατράπηκε σε χρηματική προς δέκα ευρώ ημερησίως. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 ΑΝ 86/1967 και 375 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος απασχόλησης με σχέση εξαρτημένης εργασίας προσωπικού ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, αιτιολογείται πλήρως ότι οι μισθωτοί για τους οποίους πρόκειται υπάγονται στην ασφάλιση του προαναφερθέντος ασφαλιστικού οργανισμού, προσδιορίζονται τα χρηματικά ποσά, που με βάση τις τακτικές αποδοχές των ασφαλισμένων, όφειλαν οι κατηγορούμενοι, εργοδότες, να καταβάλλουν στον ασφαλιστικό οργανισμό ως εργοδοτικές εισφορές και εργατικές όμοιες, τις οποίες δεν κατέβαλαν και παρακράτησαν. Επίσης, προσδιορίζεται η νομική μορφή της εργοδότριας εταιρείας, που ήταν ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "BEST NEWS ΑΕ", καθώς και η θέση σ' αυτή των κατηγορουμένων, από την οποία από το νόμο (Ν. 2238/1994 115, Ν. 2676/1999 69 παρ.2) προκύπτει η ιδιότητά τους, ως υπόχρεων για την παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Ορθώς, εξάλλου, και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που υπέβαλε στο πρωτόδικο δικαστήριο και επανέλαβε με την έφεσή του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο δεύτερος αναιρεσείων (Κ. Π.), ενόψει του ότι τούτο (κλητήριο θέσπισμα) περιέγραφε επακριβώς την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη και περιείχε όλα εκείνα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία για την, κατά το άρθρο 321 ΚΠΔ, εγκυρότητά του. Ενώ, ορθώς και με την απαιτούμενη, κατά τα προδιαληφθέντα άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε η ένσταση της κατά τόπου αναρμοδιότητας του δικαστηρίου, καθώς και η ένσταση εκκρεμοδικίας, δοθέντος ότι ορθώς το προδιαληφθέν Δικαστήριο δέχτηκε ότι τόπος τέλεσης της πράξης ήταν οι τοπικές δικαστικές αρχές, περαιτέρω δε πλήρως αιτιολογείται ότι μεταξύ της κρινόμενης υπόθεσης και των υποθέσεων επί των οποίων είχαν εκδοθεί οι 16637/2008 και 42221/2007 καταδικαστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης δεν υπήρχε ταυτότητα πράξης. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, κατά το οικείο μέρος τους, σχετικοί λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών, πιο πάνω, ουσιαστικώς ποινικών διατάξεων, καθώς και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ενώ, κατά το μέρος, που με τους πρώτο και δεύτερο απ' αυτούς, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης της επιβαλλόμενης, κατά τα παραπάνω, αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ν' απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις, από 3 Ιανουαρίου 2011, αιτήσεις των Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ... και Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., αντιστοίχως, για αναίρεση της 1669/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου .... Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του ΑΝ 86/1967. Απόρριψη ένστασης εκκρεμοδικίας, ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος και τοπικής αναρμοδιότητας. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1106/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Βασιλειάδου, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΑΤ2097/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1364/2010.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 273, 274, και 28 ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της κοινώς επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ο δράστης να μην κατέβαλε, κατ" αντικειμενική κρίση, την απαιτούμενη προσοχή που κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν και της κοινής πείρας και λογικής, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, εν όψει των προσωπικών του ιδιοτήτων, των γνώσεων του, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, γ) να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος και δ) από την προξενηθείσα βλάβη σε δικό του ή ξένο πράγμα κινητό ή ακίνητο να μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα "1. Όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται: α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια επιβάλλεται θάνατος". Ως διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας νοείται η πράξη που καθιστά τη διεξαγωγή της συγκοινωνίας μη ασφαλή, δημιουργώντας συνθήκες που καθιστούν τη συνέχιση της ασφαλούς κινήσεως αδύνατη ή πολύ δυσχερή, που καθιστούν δηλαδή τη συγκοινωνία επικίνδυνη. Στο μέτρο που η κίνηση στους δρόμους ούτως ή άλλως περικλείει κινδύνους, η έννοια της διαταράξεως της ασφάλειας της συγκοινωνίας στοιχειοθετείται όταν η πράξη έχει ως αποτέλεσμα την επαύξηση του συνηθισμένου κινδύνου που ενυπάρχει σε κάθε κίνηση στους δρόμους. Η διάταξη προστατεύει κυρίως την ασφάλεια της οδικής συγκοινωνίας. Πρόκειται για έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου δεν αρκεί μόνο η διατάραξη - όταν δηλ. δημιουργούνται συνθήκες κινδύνου, κατά την ανωτέρω έννοια, για την ασφαλή διεξαγωγή της άνω συγκοινωνίας - αλλά πρέπει, επί πλέον από αυτή να μπορεί να προκύψει κίνδυνος (θανάτου ή σωματικής βλάβης) για άνθρωπο (ή να επήλθε όντως τέτοιος κίνδυνος). Η ελεγχόμενη πράξη διαταράξεως μπορεί να υπάγεται σε υποχρεωτική κυκλοφοριακή ρύθμιση ή, αντιθέτως, να μην υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, αρκεί ότι σε κάθε περίπτωση η πράξη αυτή θεωρείται πρόσφορη και ικανή, εξαιτίας της εντάσεως, ποιότητας και μορφής της, να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου. Κάθε επικίνδυνη παρατεινόμενη συμπεριφορά οδηγών αυτοκινήτων στους δρόμους (επικίνδυνη οδήγηση, οδήγηση υπό καθεστώς μέθης, κακή συντήρηση του κινούμενου οχήματος, υπερβολική ταχύτητα, υπερφόρτωση του αυτοκινήτου, κακή πρόσδεση του φορτίου σε καρότσες φορτηγών ή πορτ - μπαγκάζ αυτοκινήτων κλπ.) αποτελεί καθαυτή αξιόποινη πράξη διαταράξεως, κατά την ανωτέρω έννοια, διότι θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της συγκοινωνίας της οδού επί της οποίας κινείται το όχημα δημιουργώντας έναν εν δυνάμει κίνδυνο για αόριστο αριθμό προσώπων. Υποκείμενο του αδικήματος της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών μπορεί να είναι εκτός και άλλων προσώπων και ο οδηγός του αυτοκινήτου. Υποκειμενικώς δε, αρκεί και η αμέλεια. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας υπάρχει, όχι μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά δεν υπήχθησαν ορθώς στη διάταξη αυτή, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, όπως όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία της ταυτότητας του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Εν προκειμένω, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών την οποία ανέστειλε επί μία τριετία για τις αξιόποινες πράξεις της κοινώς επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια και της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών από αμέλεια. Για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση του Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (την ανάγνωση των εγγράφων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως - ο κατηγορούμενος δεν απολογήθηκε διότι στη δίκη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, η οποία ανέπτυξε τις απόψεις της), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του τα εξής πραγματικά περιστατικά: "... Ο κατηγορούμενος την 12 11.2004 οδηγούσε το ΔΧΦ αυτοκίνητο του, ρυμουλκό με επικαθήμενο, με αριθμό κυκλοφορίας ... και έβαινε επί της οδού ... με κατεύθυνση από ... προς …, έχοντας ταχύτητα περί τα 65 χιλιόμετρα. Στο ύψος του καταστήματος "Carrefour" κατασκευαζόταν μεταλλική πεζογέφυρα και ήδη από ώρα 1.00' (πρωινή) της 12.11.04 είχε διακοπεί η κυκλοφορία στην οδό ..., προκειμένου να τοποθετηθεί από την εργολήπτρια - κατασκευάστρια εταιρεία το καλούπι για το σκυρόδεμα. Η άνω εταιρεία, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας είχε τοποθετήσει την αναγκαία σήμανση που ενημέρωνε τους οδηγούς που κινούνταν στην ... και τους προειδοποιούσε για τη γέφυρα, το ύψος της (4 μέτρα) και την ταχύτητα που όφειλαν να έχουν, αρχικά περί τα 50 χιλιόμετρα και στη συνέχεια 40 χιλιόμετρα, προκειμένου να διέλθουν με ασφάλεια. Η αποκατάσταση της κυκλοφορίας στην άνω οδό έγινε περί ώρα 5 πρωινή. Περί ώρα 5.20, ο κατηγορούμενος προσέγγισε το άνω σημείο, ωστόσο από έλλειψη της προσοχής που όφειλε να καταβάλει με βάση τις επικρατούσες οδικές συνθήκες και μπορούσε να καταβάλει, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του, σύμφωνα με τις προειδοποιητικές πινακίδες, αντίθετα συνέχισε την πορεία του, αγνοώντας και τις λοιπές πινακίδες που σήμαιναν το εκτελούμενο δημόσιο έργο, με συνέπεια να επιπέσει στην κατασκευαζόμενη γέφυρα, η οποία κατέρρευσε στο έδαφος και καταστράφηκε. Από την άνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, προκλήθηκε κίνδυνος στα άλλα οχήματα, που έβαιναν στην ίδια οδό, όπως και στους εργαζομένους την ώρα του ατυχήματος στη γέφυρα.
Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των δύο πράξεων που του αποδίδονται, όπως περιγράφονται στο διατακτικό. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της ενοχής του κατηγορουμένου στηρίζεται στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που έχοντας προσωπική αντίληψη και γνώση των συνθηκών του ατυχήματος κατέθεσαν περί αυτού, αλλά και στα αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδίως την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που συνέταξε η τροχαία περί ώρα 5 και 46 της ίδιας ημέρας. Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά αποτυπώνεται πλήρως η σήμανση του έργου που κατασκευαζόταν, αλλά και η αμέλεια του κατηγορουμένου που έβαινε με 65 χιλιόμετρα (σχετ. και ο ταχογράφος), παρά τις προειδοποιητικές πινακίδες, αφού αποτυπώνονται τα μήκους 22 μέτρων ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του, το οποίο επίσης μετρήθηκε και βρέθηκε να ξεπερνά κατά πολύ τα 4 μέτρα, που αναγράφονται στην προειδοποιητική πινακίδα. Κατόπιν αυτών δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί της ενοχής του κατηγορουμένου". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε δε το πόρισμα της αποφάσεως, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα περιγράφεται με σαφήνεια α) ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε, κατ' αντικειμενική κρίση, την απαιτούμενη προσοχή που κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος οδηγός αυτοκινήτου οφείλει να καταβάλει βάσει των νομικών κανόνων, και της κοινής πείρας και λογικής, β) ότι είχε αυτός τη δυνατότητα, εν όψει των προσωπικών του ιδιοτήτων, των γνώσεων του, λόγω του ανωτέρω επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το πιο πάνω αξιόποινο αποτέλεσμα, γ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος και δ) ότι από την προξενηθείσα βλάβη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα καθώς και κίνδυνος για άνθρωπο, αφού εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων. Επομένως, περί του αντιθέτου οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως άνω δικαίωμα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσει που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου στην αποδιδόμενες σ' αυτόν ως άνω πράξεις, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Από δε την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφο που αφορά containers, Το από 7.10.2004 φωτοαντίγραφο πρακτικού επιθεώρησης οχήματος, η από 12.11.2004 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρος Ε. Μ.. Η με αυτό τον τρόπο περιγραφή των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, που δεν αμφισβητείται η ανάγνωση τους δεν δημιουργεί καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους εν όψει μάλιστα και του ότι άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν. Περαιτέρω, στο σκεπτικό γίνεται μνεία ότι αναγνώσθηκαν και η έκθεση αυτοψίας με το σχεδιάγραμμα του τόπου ατυχήματος που συνέταξαν τα αρμόδια όργανα της τροχαίας καθώς και ο ταχογράφος, τα έγγραφα δε αυτά ρητώς μνημονεύονται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία όπως εκτίθεται παραπάνω αναγνώσθηκαν Κατ' ακολουθίαν τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τρίτο λόγο αναιρέσεως ότι δηλαδή δεν προσδιορίζονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται η έκθεση αυτοψίας με το σχεδιάγραμμα και ο ταχογράφος είναι αβάσιμα.
Επειδή, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι επήλθε σχετική ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αναβολής της δίκης, προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν ως μάρτυρες τα αναφερόμενα πρόσωπα. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι απορριπτέος, ως βασιζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο απάντησε στο ως άνω αίτημα απορρίπτοντας αυτό.
Επειδή ενόψει των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 12/11 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της Α.Τ. 2097/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κοινώς επικίνδυνη βλάβη από αμέλεια και διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών από αμέλεια. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο μη προσδιορισμό των αναγνωσθέντων εγγράφων και σε λήψη υπόψην εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, σχετική ακυρότητα διότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε αίτημα αναβολής της δίκης Απορρίπτεται η αίτηση
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1092/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με την 56/21-3-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου C. - Ν. N. L. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3122/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1101/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 20 παρ. β περ. α, ζ και η και παρ. 2 του ίδιου άρθρου του ν. 3459/2006 (Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή 2.900 μέχρι 250.000 ευρώ τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, εισάγει στην επικράτεια ναρκωτικά ή κατέχει ναρκωτικά ή αποστέλλει ή παραλαμβάνει εν γνώσει του δέματα, δείγματα χωρίς εμπορική αξία ή επιστολές που περιέχουν οποιοδήποτε ναρκωτικό ή δίνει εντολή σε άλλον για όμοια αποστολή ή παραλαβή. Σε περίπτωση δε που για την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ο υπαίτιος έχει τελέσει περισσότερες πράξεις (από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου), επιβάλλεται σ' αυτόν μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική του πράξη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ως εισαγωγή νοείται η παράνομη είσοδος των ναρκωτικών στην Ελλάδα, μέσω των χερσαίων, υδάτινων ή εναέριων συνόρων της, με πρόθεση να παραμείνουν εδώ. Το έγκλημα της εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη διακίνηση αυτών από το εξωτερικό στη χώρα μας. Η κατοχή δε των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Ακόμη το έγκλημα της αποστολής δέματος είναι τετελεσμένο από την παράδοση του δέματος με τα ναρκωτικά στον μεταφορέα. Αυτός που έδωσε την εντολή τιμωρείται, ακόμη και αν δεν γίνει η μεταφορά. Τέλος, για την τέλεση της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της εισαγωγής στη χώρα και της αποστολής δέματος με ναρκωτικά απαιτείται πρόκληση στο φυσικό αυτουργό της απόφασης να τελέσει τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, με πειθώ, φορτικότητα, προτροπή, παραινέσεις, υπόσχεση καταβολής αμοιβής ή άλλα ανταλλάγματα. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί τοξικομανίας από τον δράστη του νόμου περί ναρκωτικών (άρθρο 30 παρ. 4 περ. β και γ του ίδιου νόμου (ΚΝ περί ναρκωτικών) ως και ο ισχυρισμός περί ελαττωμένου καταλογισμού (άρθρο 36 παρ. 1 του ΠΚ). Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμός ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτή, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 3122/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσον αφορά τον αναιρεσείοντα μόνο ή και τον συγκατηγορούμενό του Λ. Λ.): "Σύμφωνα με πληροφορίες οι οποίες είχαν περιέλθει στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών του Υπουργείου Οικονομικών το μήνα Μάιο 2006 ο πρώτος κατηγορούμενος L. C. εφέρετο ν' ασχολείται με την διακίνηση ναρκωτικών στην περιοχή Αθηνών. Μετά από έρευνα διαπίστωσαν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με την φίλη του Ε. Κ. έφυγαν τον Ιούνιο του 2006 για το Περού, από όπου επέστρεψε μετά την πάροδο 2 περίπου μηνών, όπως κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου η μητέρα του. Στις 19-10-2006 οι τελωνειακές αρχές του Βελγίου βρήκαν ένα φάκελο με 210 δισκία έκσταση και με παραλήπτη ένα άτομο με το όνομα Λ. Λ.. Οι τελωνειακές Αρχές του Βελγίου ειδοποίησαν αμέσως το Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών του Υπουργείου Οικονομικών. Μετά από παρακολούθηση ο φάκελος ελεγχόμενος έφθασε με τον ταχυδρομικό διανομέα στο σπίτι του Λ. στη .... Ο φάκελος ήταν συστημένος και αφού υπέγραψε τον παρέλαβε η μητέρα του, αφού ο β' κατηγορούμενος ήταν στην εργασία του. Ο αδελφός του β' κατηγορουμένου που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο σπίτι οδήγησε τους Αστυνομικούς στον τόπο εργασίας του β' κατηγορουμένου, ο οποίος εφέρετο και παραλήπτης του ως άνω φακέλου. Ο β' κατηγορούμενος αμέσως ανέφερε στους Αστυνομικούς ότι ο φάκελος δεν ήταν δικός του αλλά του C. L. (α' κατηγορούμενου) τον οποίο γνώριζε και του είχε ζητήσει να τον εξυπηρετήσει. Συνεργάστηκε με τους Αστυνομικούς, πήρε τηλέφωνο τον L. και του έκλεισε "ραντεβού" προκειμένου να του παραδώσει το φάκελο στο σπίτι του στις 2 η ώρα το μεσημέρι. Πράγματι ο πρώτος κατηγορούμενος προσήλθε στην οικία του β' κατηγορουμένου την ώρα που είχαν συμφωνήσει. Τη στιγμή κατά την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να παραλάβει το φάκελο και τον παρέλαβε επενέβησαν οι αστυνομικοί και τον συνέλαβαν. Μέσα στο φάκελο βρίσκονταν 210 χάπια "έκσταση" τα οποία του είχαν σταλεί μέσω της εταιρίας ταχυμεταφορών "ΤΝΤ" και τα οποία του είχε αποστείλει άγνωστο άτομο, στο οποίο αυτός είχε προκαλέσει την απόφαση. Την παραπάνω ποσότητα την ήθελε για να τη διαθέσει σε τρίτους. Επίσης κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν τη σύλληψή του, 23-10-2006, ο πρώτος κατηγορούμενος προκάλεσε την απόφαση στην Ε. Κ. που βρισκόταν στο Περού να του αποστείλει 11 γραμ. κοκαΐνης μέσα σε φάκελο αεροπορικώς μέσω του ταχυδρομείου, πλην όμως η παραπάνω ουσία ανακαλύφθηκε και κατασχέθηκε από τις αρχές στο ταχυδρομείο που πήγε να την παραλάβει. Τέλος το τελευταίο δεκαήμερο πριν την σύλληψή του 3-10-2006 προκάλεσε την απόφαση στην P. G.-R. να εισαγάγει στην Ελλάδα μέσα στο φάκελο 3,1 γραμ. κοκαΐνης, η οποία ανακαλύφθηκε από τις αρμόδιες αρχές και κατασχέθηκε. Στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις ο πρώτος κατηγορούμενος με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη την οποία διέπραξαν δηλ. να του αποστείλουν ταχυδρομικώς τις παρακάτω ναρκωτικές ουσίες τις οποίες αυτός θα διέθετε προς τρίτους δηλ. με σκοπό την εμπορία. Στους χρόνους που αναφέρονται παραπάνω, ο πρώτος κατείχε δηλ. είχε την εξουσία διαθέσεως, των ως άνω απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών. Επί πλέον δε στην οικία του βρέθηκαν 4 δισκία "έκσταση" καθώς και μία συσκευασία η οποία περιείχε υπολείμματα ινδικής κάνναβης. Επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ηθικής αυτουργίας σε αποστολή - εισαγωγή στην Ελλάδα των παραπάνω ναρκωτικών ουσιών, παραλαβής και κατοχής αυτών με σκοπό την εμπορία, όχι για δική του χρήση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού πρόκειται για αρκετά μεγάλη ποσότητα. Ο ισχυρισμός του α' κατηγορουμένου ότι κατά τον χρόνο που διέπραξε τις ως άνω πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ήταν τοξικομανής ήτοι άτομο το οποίο είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε ν' αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα στην έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης την οποία συνέταξε ο ψυχίατρος Α. Π. μετά από εντολή του ανακριτή ο οποίος ερευνούσε την υπόθεση συμπερασματικά αναφέρεται "θεωρώ ότι ο εξεταζόμενος αν και πληροί τα τουλάχιστον 3 από τα κριτήρια που απαιτεί η υπουργική απόφαση και δύναται να θεωρηθεί ότι ανήκει στον χώρο των χρονιών χρηστών ουσιών (κυρίως κοκαΐνης) δεν δύνανται να θεωρηθεί εξαρτημένος με την έννοια του άρθρου 15 του Ν. 2121/1993 και ότι δεν έχει ανάγκη ειδικής θεραπευτικής αντιμετώπισης και μεταχείρισης γιατί αδυνατεί να αποβάλλει την έξη της χρήσης ναρκωτικών με τις δικές του δυνάμεις. Στο συμπέρασμά μου αυτό κατέληξα λαμβάνοντας υπ' όψιν τα ευρήματα της επισκόπησης και της ΩΡΛ εξέτασης (ενδεικτικά χρήσης) αλλά και ότι η αναφερόμενη χρήση δεν επηρέασε τη λειτουργικότητά του και δεν τον ώθησε σε προσπάθειες απεξάρτησης". Με βάση το ως άνω συμπέρασμα του ιατρού-ψυχιάτρου Α. Π. ο α' κατηγορούμενος αν και κάνει χρήση κοκαΐνης δεν μπορεί να θεωρηθεί άτομο εξαρτημένο από τα Ναρκωτικά για τους λόγους που εκτίθενται παραπάνω. Το Δικαστήριο κρίνει πειστικό το συμπέρασμα του ως άνω πραγματογνώμονος δεδομένου ότι έχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες. Τούτο το συμπέρασμα δεν αναιρείται στα όσα αναφέρει στην έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης που έγινε με επιμέλεια του κατηγορουμένου ο Ιατροδικαστής Δ. Μ.. Στη κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψει ότι το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από τον Ανακριτή έχει περισσότερο σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες από το συμπέρασμα που αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή Δ. Μ.. Άλλωστε ο τελευταίος δεν δικαιολογεί πώς ένας τοξικομανής είχε τέτοια λειτουργικότητα να οργανώνει μεταφορά ναρκωτικών ουσιών από το εξωτερικό και μάλιστα να εμπλέκει και τρίτα πρόσωπα. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η μη τήρηση των διατάξεων των σχετικών με τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και δη αναφορικά με το χρόνο διεξαγωγής της, δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης αφού κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στο Νόμο. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του α' κατηγορουμένου ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο έτερος ισχυρισμός του α' κατηγορουμένου περί ελαττωμένου καταλογισμού αρθρ. 36 Π.Κ. και ναι μεν ο κατηγορούμενος προσκομίζει διάφορα πιστοποιητικά ότι πάσχει από ψυχική νόσο (ψευδαισθήσεις-κατάθλιψη), πλην όμως το Δικαστήριο δεν κρίνει ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των ανωτέρω παρανόμων πράξεων βρισκόταν σε διατάραξη της συνειδήσεως που επικαλείται, όσον αφορά την έλλειψη ικανότητας προς καταλογισμό εξ αιτίας της οποίας δεν εξέλιπε μεν εντελώς, εμειώθη όμως ουσιωδώς η απαιτούμενη ικανότητα προς καταλογισμό και τούτο διότι κατά τον χρόνο εκείνο ο κατηγορούμενος δεν είχε χάσει την λειτουργικότητά του ως άτομο, οργάνωσε αποστολή ναρκωτικών από το εξωτερικό, μετέβη επί δίμηνο στο Περού το θέρος 2006 μαζί με τη φίλη του Ε. Κ. και εργαζόταν, γεγονότα που δεν θα συνέβαιναν εάν βρισκόταν σε νοσηρή διατάραξη της συνειδήσεως. Πρέπει όμως για τις πράξεις αυτές που αναφέρονται παραπάνω και για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 1α ΠΚ, το οποίο του έχει αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως. Το έτερο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ που ζήτησε ο κατηγορούμενος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον η καλή συμπεριφορά στη φυλακή είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού του στο σωφρονιστικό σύστημα και όχι προϊόν ελεύθερης βούλησης". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της ηθικής αυτουργίας σε εισαγωγή στην επικράτεια ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή τους, κατ' εξακολούθηση, της ηθικής αυτουργίας στο έγκλημα της αποστολής επιστολών που περιείχαν ναρκωτικές ουσίες κατ' εξακολούθηση και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε, με την παραδοχή ότι πρόκειται για την ίδια ποσότητα ναρκωτικών που τέλεσε τα παραπάνω τρία εγκλήματα και ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του ΠΚ την ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 α, 94 παρ. 1 και 98 του ΠΚ, 1 παρ. 1, 2 πιν Α-5 και πιν. Β-3 και 20 παρ. 1 περ. α, ζ και η και παρ. 2 του ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την από 6-7-2007 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή Δ. Μ., που όρισε ως τεχνικό σύμβουλό του ο αναιρεσείων, χωρίς αυτή να αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρη και ειδική αιτιολογία: α) ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι είναι τοξικομανής και ότι τις μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που προέτρεψε άλλους να εισαγάγουν από το εξωτερικό ή να αποστείλουν με δέματα από το εξωτερικό σ' αυτόν δεν προορίζονταν αποκλειστικά για δική του χρήση αλλά για περαιτέρω διακίνηση τους - εμπορία, β) ως προς τη μη συνδρομή στο πρόσωπό του της μειωμένης σημαντικά ικανότητας για καταλογισμό και την απόρριψη του σχετικού εκ του άρθρου 36 παρ. 1 του ΠΚ αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, γ) ως προς την κατοχή απ' αυτόν, εκτός των λοιπών, και των αποσταλεισών από το εξωτερικό σε δέματα ναρκωτικών ουσιών που αφίχθησαν στην Ελλάδα την 24-10-2006 και 17-11-2006 αντίστοιχα ενώ αυτός ήταν κρατούμενος από τις 23-10-2006 με την παραδοχή ότι: 1) οι αντίστοιχες ποσότητες ναρκωτικών (11 γραμμάρια κοκαΐνης και 3,1 γραμμάρια κοκαΐνης) που βρίσκονταν μέσα σε ταχυδρομικούς φακέλους και κατασχέθηκαν στα ΕΛΤΑ … και ... αντίστοιχα είχαν πραγματικό παραλήπτη αυτόν και αυτός μόνο, με δική του θέληση, μπορούσε να τις διαθέσει πραγματικά, ενώ ήταν αυτός που με προτροπή και παραινέσεις προς την φίλη του Ε. Κ. και τη συγκατηγορουμένη του P. G.-R. να τις αποστείλουν σ' αυτόν από το Περού, και 2) μεταξύ της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της εισαγωγής στην χώρα ναρκωτικών ουσιών και της αποστολής δεμάτων από την αλλοδαπή στην ημεδαπή που περιέχουν ναρκωτικές ουσίες και της μετέπειτα κατοχής των ιδίων ναρκωτικών ουσιών υπάρχει πραγματική συρροή εγκλημάτων και δ) ως προς το σύννομο της διενεργηθείσας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από τον αρμόδιο Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών με την ειδικότερη ορθή επισήμανση ότι η μη τήρηση των σχετικών διατάξεων αναφορικά με το χρόνο διεξαγωγής της πραγματογνωμοσύνης δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, αφού κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στο νόμο (άρθρο 30 του ν. 3459/2006). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της έλλειψης νόμιμης βάσης, με σχετικές αιτιάσεις αντίθετες προς τις παραπάνω παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας (εμπεριεχόμενες στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και εμπίπτουσες όλες στους ως άνω δύο λόγους αναιρέσεως), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Μετά απ' όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουλίου 2010 αίτηση του Κ. Ν. Λ. (C.-N. L.) του Γ. (G.), κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3122/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβάσεις ΚΝ περί Ναρκωτικών (Ν. 3459/2006). Στοιχειοθέτηση εγκλημάτων εισαγωγής στην επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, αποστολής δεμάτων από την αλλοδαπή στην Ελλάδα με περιεχόμενο ναρκωτικές ουσίες ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Μόνο η διαταχθείσα ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απόρριψη των ανωτέρω λόγων ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολο της.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1091/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 197/28-12-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Κοτέα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1185/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Α. Κ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2) Ι. Κ., κάτοικο ..., και 3) Σ. Ι., κάτοικο ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ-Μηνά Σταύρου.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 106/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 264 στοιχ. α και 2 ΠΚ, προκύπτει ότι όποιος από αμέλεια προξενεί πυρκαγιά τιμωρείται με φυλάκιση αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρ. 28 ΠΚ, προκύπτει ότι για την πραγμάτωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείται: α) από ενέργεια του δράστη να προκληθεί πυρκαγιά, δηλ. πυρ σημαντικό και ασυνήθους εκτάσεως, το οποίο έχει τάση εξαπλώσεως και δεν μπορεί να κατασβεσθεί με ευκολία και από το οποίο είναι δυνατό να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, ήτοι σε ένα ευρύτερο και ανεπίδεκτο προσδιορισμού κύκλο εννόμων αγαθών, β) το προαναφερόμενο αποτέλεσμα να οφείλεται σε αμέλεια του υπαιτίου, η οποία, στην περίπτωση της μη ενσυνείδητης αμέλειας, υπάρχει όταν αυτός δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις αυτές συνθήκες να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις κρατούσες συνθήκες στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και λογική, καίτοι μπορούσε με βάση της προσωπικές του περιστάσεις και ικανότητες να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο από το άρθρο 267 του ΠΚ ισχυρισμός περί καταστολής της πυρκαγιάς από αμέλεια με τη θέληση του δράστη - κατηγορουμένου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμός ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1185/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατ/νος, στον Πειραιά στις 11-10-2003 από αμέλεια, προξένησε πυρκαγιά από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα. Ειδικότερα, ως τ. μέλος του διοικητικού συμβουλίου, υπεύθυνος τεχνικός ασφαλείας και κυρίως μετέχων ενεργά στη διοίκηση και λειτουργία της επιχείρησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Π. & ΣΙΑ ΑΕΒΕ" που λειτουργούσε εργοστάσιο κατασκευής πλαστικών προϊόντων σε κτίριο επί της οδού ..., παρέλειψε να εκπονήσει μελέτη πυροπροστασίας αλλά και να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για εγκατάσταση συστήματος πυρασφάλειας που θα εξασφάλιζαν, σε περίπτωση που εκδηλωνόταν φωτιά, την μη επέκτασή της, παρά το γεγονός ότι το αντικείμενο δραστηριότητας της εταιρείας του αφορούσε εύφλεκτα υλικά (πλαστικά). Έτσι, όταν από άγνωστη αιτία εκδηλώθηκε φωτιά στον αποθηκευτικό χώρο του εργοστασίου και άρχισαν να αναφλέγονται τα εκεί τοποθετημένα πλαστικά, να μην υπάρχει δυνατότητα άμεσου περιορισμού ή και κατάσβεσής της με τη λειτουργία και χρήση των προαναφερομένων μέτρων ασφαλείας που έπρεπε να υφίστανται. Αντίθετα, εξαιτίας των ανωτέρω παραλείψεων του κατηγορουμένου η φωτιά επεκτάθηκε αστραπιαία λαμβάνοντας διαστάσεις πυρκαγιάς και κατέστρεψε ολοσχερώς το εργοστάσιο της εταιρείας, ενώ καταστράφηκαν ή υπέστησαν ζημιές καταστήματα και βιοτεχνίες που στεγάζονταν στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα, ιδιοκτησίας της Εθνικής Τράπεζας. Συγκεκριμένα, καταστράφηκε ολοσχερώς α) ένα ξυλουργικό εργοστάσιο με την επωνυμία "ΔΡΙΣΚΟ", ιδιοκτησίας Α. Κ. β) ένα κατάστημα συσκευασίας και εμπορίας απορρυπαντικών, ιδιοκτησίας Σ. Ι., γ) το ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας Μ. Ι., δ) το κατάστημα επισκευής μηχανών θαλάσσης και εμπορίας ανταλλακτικών, ιδιοκτησία Ι. Κ., ε) εξοπλισμός εστίασης ιδιοκτησίας Δ. Κ., στ) δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα και ένα κλειστό φορτηγάκι, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και ζ) δεκατρείς ευκάλυπτοι, ενώ υπέστησαν ζημιές στο κτίριο, στον εξοπλισμό και στα αρχεία τους α) το κατάστημα εμπορίας ηλεκτρολογικών ειδών της εταιρείας "ΗΛΕΚΤΡΕΜΠΟΡΙΚΗ Ο. Τ.", ιδιοκτησίας Ο. Τ., β) το εργαστήριο επισκευής ηλεκτρικών τεχνικών συσκευών και οργάνων πλοίων ιδιοκτησίας Α. Ν., γ) το μηχανουργείο της εταιρείας "Αφοι Τ. ΟΕ", δ) το μηχανουργείο ιδιοκτησίας Ν. Κ.. Όλα τα παραπάνω προέκυψαν τόσο από το όλο έγγραφο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας που νόμιμα ... επιβεβαίωσαν πλήρως τους λοιπούς μάρτυρες κατηγορίας και ότι ο κατ/νος Π., ήταν ο έχων στην πράξη το γενικό πρόσταγμα στο εργοστάσιο και ο μοναδικός στην πράξη υπεύθυνος για τα πάντα, μεταξύ των οποίων και την πυρασφάλεια, για την οποία κανένα μέτρο δεν είχε λάβει από αυτά που προαναφέρθηκαν. Αντίθετα, οι καταθέσεις των τριών μαρτύρων υπεράσπισης δεν ανέτρεψαν τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα όσον αφορά την προέλευση της πυρκαϊάς, του διευθυντικού ρόλου του κατ/νου στην επιχείρηση με βάση την οποία είχε αυτός νομική υποχρέωση να λάβει τέτοια μέτρα, αλλά και το ότι απεδέχθη αυτός να είναι υπεύθυνος πυρασφαλείας, ως και την πλήρη απουσία καταλλήλων μέτρων πυρασφάλειας, η λήψη των οποίων ήταν στην ευθύνη αυτού. Ευθυνόταν δε και ήταν επιφορτισμένος για την ασφαλή λειτουργία της επιχείρησης, ως ο εν τοις πράγμασι ιθύνων νους αυτής. Επομένως, ο κατ/νος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος εμπρησμού εξ αμελείας απορριπτόμενων των αυτοτελών του ισχυρισμών περί του αντιθέτου". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, απορρίπτοντας όλους τους αντίθετους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος τον κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξης του εμπρησμού από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1β', 28, 266 § 1 σε συνδ. προς 264 περ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς αν τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και των μαρτύρων υπερασπίσεως. Είναι αβάσιμες όλες οι μερικότερες αντίθετες των ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και πρέπει ως τέτοιες να απορριφθούν. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν ήταν Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος κατά την 11-10-2003 (ημέρα του εμπρησμού) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Π. και Σία ΑΕΒΕ" πρέπει να απορριφθεί, αφού η έλλειψη της ιδιότητας αυτής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος δεν αίρει την ευθύνη του για την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο εργοστάσιο πλαστικών προϊόντων και επεκτάθηκε στα πέριξ κτίρια, καταστρέφοντας μερικά από αυτά και τα σταθμευμένα στην ίδια περιοχή οχήματα, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν κατά τον ως άνω χρόνο μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας (Πρόεδρός της ήταν ο γιος του Μ. Π.), ήταν δε υπεύθυνος τεχνικής ασφαλείας και εντεύθεν υπεύθυνος για την εκπόνηση μελέτης πυροπροστασίας και τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων πυρασφάλειας και ως μετέχων ενεργά με διευθυντικό ρόλο στη διοίκηση και λειτουργία της προαναφερόμενης επιχείρησης, παραλείποντας από μη συνειδητή αμέλειά του την ύπαρξη αυτών (μελέτης πυροπροστασίας και μέτρων πυρασφάλειας) κατά τη λειτουργία της ως άνω επιχείρησης και β) η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ιδιότητα αυτού και ειδικότερα στο μεν αιτιολογικό αναφέρεται ως "τ. (εννοώντας τέως) μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας Σ. Π. & ΣΙΑ ΑΕΒΕ" ενώ στο διατακτικό ως μέλος της ίδιας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού τούτο οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή κατά την κατάρτιση του αιτιολογικού και δεν επιδρά στην παραδοχή ότι αυτός κατά το χρόνο της πυρκαγιάς είχε ουσιαστικό διευθυντικό ρόλο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (μαρτυρικών καταθέσεων, αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης) και των πραγματικών περιστατικών.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠΔ, ως λόγος αναιρέσεως μπορεί να προταθεί και η κατ' άρθρο 170 παρ. 2 του αυτού Κώδικα έλλειψη ακροάσεως, επερχομένη και όταν το δικαστήριο δεν αποφανθεί επί αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος προβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και προκύπτει από τα πρακτικά κατά το άρθρο 141 ΚΠΔ, τέτοιος δε ισχυρισμός είναι, όπως έχει προαναφερθεί, και εκείνος που τείνει στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση ή στην απαλλαγή από την ποινή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 267 ΠΚ ο υπαίτιος της πράξης του άρθρου 266, ήτοι του εμπρησμού από αμέλεια, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν με την ελεύθερη θέλησή του καταστείλει ο ίδιος την πυρκαγιά ή με την γρήγορη αναγγελία του προς την αρχή δώσει αφορμή για την καταστολή της. Για την εφαρμογή αυτής της διάταξης, η οποία καθιερώνει προσωπικό λόγο απαλλαγής από την ποινή του υπαιτίου εμπρησμού από αμέλεια, απαιτείται, όπως προκύπτει από αυτόν, η συνδρομή διαζευκτικώς δύο προϋποθέσεως, ήτοι η καταστολή της πυρκαγιάς με τη θέληση του δράστη (δεν αρκεί η θέληση απλώς να την καταστείλει) ή η γρήγορη περί αυτής αναγγελία προς την αρχή, ώστε να δοθεί αφορμή για την καταστολή της, χωρίς να αρκεί στη δεύτερη περίπτωση μόνο η αναγγελία προς την αρχή αλλ' απαιτείται αυτή να γίνεται μέσα σε τέτοιο χρόνο, ώστε να καθίσταται δυνατή η εντός αυτού καταστολή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ο συνήγορος του τότε εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος υπέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 267 ΠΚ με την επίκληση μόνο των ακόλουθων περιστατικών: "μόλις έγινε αντιληπτή η εκδήλωση της πυρκαγιάς (σε χρόνο κατά τον οποίο δεν ευρισκόμουν εγώ στην επιχείρηση) τόσο ο υιός μου Μ. Π. από κοινού με τον Σ. Ι., όσο και ο υπάλληλος της επιχείρησης Σ. Μ. προσπάθησαν αφενός να περιορίσουν την έκταση της πυρκαγιάς και αφετέρου ο Σ. Μ. μαζί με άλλους εργαζόμενους ειδοποίησαν την Πυροσβεστική άμεσα για την κατάσβεσή της". Τα ως άνω μόνο περιστατικά όμως και αληθινά υποτιθέμενα δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση του εκ του άρθρου 267 ΠΚ αυτοτελούς ισχυρισμού, αφού δεν ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι με την ελεύθερη βούλησή του, έστω και με τη βοήθεια άλλου ή άλλων, κατέστειλε την πυρκαγιά (αντίθετα έγινε δεκτό από το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η φωτιά επεκτάθηκε αστραπιαία λαμβάνοντας διαστάσεις πυρκαγιάς και κατέστρεψε ολοσχερώς το εργοστάσιο της εταιρείας που εκπροσωπούσε κατ' ουσίαν ο αναιρεσείων και καταστράφηκαν ή υπέστησαν ζημιές καταστήματα και βιοτεχνίες στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα ιδιοκτησίας της Εθνικής Τράπεζας ως και σταθμευμένα στην ίδια περιοχή οχήματα), ούτε ότι ο ίδιος με γρήγορη προς την Πυροσβεστική Υπηρεσία αναγγελία έδωσε αφορμή στην καταστολή της πυρκαγιάς.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως περί του ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε σιωπηρώς τον ισχυρισμό του περί εφαρμογής στο πρόσωπό του της διατάξεως του άρθρου 267 ΠΚ είναι απορριπτέος ως βάσιμος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ήταν αόριστος και επομένως το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να απορρίψει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον εν λόγω ισχυρισμό, λόγω της αοριστίας του. Έτσι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης, αναφερόμενοι στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ως πρώτος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των ανωτέρω ως προς την στοιχειοθέτηση και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 267 ΠΚ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη των νομίμως παραστάντων με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο δύο (2) πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Σ. Π. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1185/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (Σ. Ι. και Ι. Κ.), το ύψος της οποίας ορίζει συνολικά σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εμπρησμός από αμέλεια. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Καταδικαστική απόφαση σε βάρος εργοστασιάρχη. Ευθύνη αυτού για εξάπλωση πυρκαγιάς. Αυτοτελής ισχυρισμός για εφαρμογή του άρθρου 267 ΠΚ. Απόρριψη αυτού λόγω επέκτασης της πυρκαγιάς. Αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίσης και λόγω της μη ρητής απόρριψης του εκ του άρθρου 267 ΠΚ ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβάσιμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1090/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2757/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Κ. του Σ..
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1333/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρθρ. 375 παρ.1 του ΠΚ "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 παρ.1 περ.β του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και ο άμεσα συνεργός του, δηλαδή εκείνος που με πρόθεση παρέσχε στο δράστη άμεση συνδρομή κατ' αυτήν και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της κυρίας πράξης. Για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, συνέργειας απαιτείται: α)δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και β)παροχή άμεσης συνδρομής κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της κυρίας πράξης. Τέλος η μετατροπή της κατηγορίας σε βάρος κάποιου από αυτουργό-συναυτουργό του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε άμεσο συνεργό του φυσικού αυτουργού δεν είναι ανεπίτρεπτη, αφού περί της αυτής πράξης πρόκειται, με διαφοροποίηση μόνο του τρόπου συμμετοχής αυτού στο παραπάνω έγκλημα, ο οποίος δεν καθιστά χειρότερη τη θέση του, διότι και στις δύο περιπτώσεις η ίδια προβλέπεται ποινή.
Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2757/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (ως προς τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Α. Κ., πρώτο κατηγορούμενο-εκκαλούντα στη δευτεροβάθμια δίκη) : "Στις 13-10-2003 το Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" παρήγγειλε, δια των αρμοδίων υπαλλήλων του, στην εταιρία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ" πετρέλαιο για τις ανάγκες του νοσοκομείου. Την επόμενη ημέρα (14-10-2003), πρωινή ώρα, η ως άνω εταιρία παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο Α. Κ., οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... βυτιοφόρου φορτηγού Δ.Χ. αυτοκινήτου, ποσότητα πετρελαίου 20.701 λίτρων, αξίας 13.110,31 € και τα σχετικά παραστατικά (δελτίο αποστολής- βιβλίο διακίνησης πετρελαιοειδών), με την εντολή να την παραδώσει στο πιο πάνω νοσοκομείο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος υπηρετούσε ως υπάλληλος στο εν λόγω νοσοκομείο και κατά το χρόνο εκείνο ήταν αποθηκάριος καυσίμων και υπεύθυνος για την παραλαβή του πετρελαίου. Όταν ο πρώτος κατηγορούμενος έφθασε στο νοσοκομείο, παρέδωσε μέρος της ποσότητας του πετρελαίου και δη μόνο 8.591 λίτρα και την υπόλοιπη ποσότητα των 12.110 λίτρων την παρακράτησε, με σκοπό να την ιδιοποιηθεί παράνομα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή του πετρελαίου, τελώντας εν γνώσει της άδικης πράξης του πρώτου και με τη θέληση να τον υποστηρίξει άμεσα, υπέγραψε το δελτίο αποστολής των 20.701 λίτρων και στο σχετικό πρωτόκολλο παραλαβής του πετρελαίου, με ημερομηνία 14-10-2003, που υπέγραψε, ανέφερε ότι παρέλαβε ολόκληρη την παραγγελθείσα ποσότητα, δηλαδή 20.701 λίτρα, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε γίνει η μετάγγιση ολόκληρης της ποσότητας από το φορτηγό στις δεξαμενές του νοσοκομείου παρά μόνο 8.591 λίτρα και έτσι, κατά την εκτέλεση και τη διάρκεια της πράξης του αυτουργού, παρέσχε σε αυτόν άμεση συνδρομή, ενώ χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε. Ο πρώτος κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ισχυρίσθηκε ότι παρέδωσε 8.591 λίτρα στον δεύτερο και ότι του είπε, επειδή είχε μία βλάβη, δεν μπορούσε να παραδώσει τα υπόλοιπα 12.110 λίτρα και θα τα πήγαινε την επομένη ημέρα, πλην όμως ελέγχεται αβάσιμος διότι, αν τα πράγματα είχαν συμβεί όπως αυτός διατείνεται, τότε ο δεύτερος στο πρωτόκολλο παραλαβής θα έπρεπε να αναφέρει την παραδοθείσα ποσότητα και όχι ότι παρέλαβε ολόκληρη την ποσότητα, πράγμα που σημαίνει ότι είχε άμεση γνώση της ποσότητας που παρέλαβε και το έκανε για να συνδράμει τον συγκατηγορούμενό του στην υπεξαίρεση του πετρελαίου, η αξία του οποίου είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου περί εξαλείψεως του αξιοποίνου, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 379 παρ.1 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η επιστροφή του υπεξαιρεθέντος πετρελαίου δεν έγινε με τη δική του θέληση, αλλά υπό το βάρος να διωχθεί ποινικά, επειδή αποκαλύφθηκε η πράξη του και είχε γίνει σχετική καταγγελία. Κατ' ακολουθία αυτών, πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ο δεύτερος να κηρυχθεί ένοχος, κατ' επιτρεπτή μεταβολής της κατηγορίας, για άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στην πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατ' αυτού κατηγορίας της συμμετοχής του στο ως άνω έγκλημα από συναυτουργία σε άμεση συνέργεια και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 46 παρ.1β 84 παρ.2α και 375 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου που την εξέδωσε: α)ο τόπος, ο χρόνος και ο τρόπος που ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Α. Κ. ως εντολοδόχος της εταιρείας "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ-ΑΒΕΕ" υπεξαίρεσε από την ποσότητα των 20.701 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, αξίας 13.110,31 ευρώ την ποσότητα των 12110 λίτρων τα οποία όφειλε να παραδώσει στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" ως αγοραστή αυτού από την παραπάνω ανώνυμη εταιρία, και β) ο τόπος, ο χρόνος και ο τρόπος που ηθελημένα ο αναιρεσείων παρέσχε άμεση συνδρομή στον προαναφερόμενο συγκατηγορούμενό του, με την παραδοχή και υπογραφή του ότι, με την ιδιότητα του ως αποθηκάριος καυσίμων στο ως άνω νοσοκομείο, παρέλαβε όλη την παραγγελθείσα ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης, ενώ γνώριζε ότι είχε γίνει μετάγγιση από το βυτιοφόρο αυτοκίνητο στις δεξαμενές πετρελαίου του νοσοκομείου μόνο 8591 λίτρα πετρελαίου, ενώ το υπόλοιπο το διοχέτευσε σε παρανόμως λειτουργούσα δεξαμενή καυσίμων, το οποίο ο συγκατηγορούμενος του Α. Κ. ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Συνεπώς ο σχετικώς πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως στην προσβαλλόμενη απόφαση της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Περαιτέρω όπως ορίζεται από το άρθρο 321 παρ.1 ΚΠΔ "το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: α)το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β)τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, γ)τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδος και την ώρα που πρέπει να εμφανισθεί, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη που εξέδωσε το θέσπισμα ... 4) Η τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως". Περαιτέρω, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 170 ΚΠΔ η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στον νόμο, κατά δε την παράγραφο 2 του άρθρου 174 ΚΠΔ η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του αστικώς υπευθύνου και του καταλόγου των μαρτύρων ... καλύπτονται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της. Εν τέλει, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 502 ΚΠΔ "σε κάθε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι". Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δύναται να ασκήσει έφεση κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής γι' αυτόν αποφάσεως, διατυπώνοντας ως ειδικό λόγο αυτής την παρά τον νόμο απόρριψη της παραδεκτώς κατά την έναρξη της διαδικασίας προβληθείσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενστάσεως ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος για λόγο που στηρίζεται στο στοιχείο δ' της παραγράφου 1 σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του άρθρου 321 ΚΠΔ, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσης εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του ειδικώς εκκληθέντος μέρους της πρωτοδίκου αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με την πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 50240/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως και την υπ' αριθμ. 4747/25-6-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της τελευταίας ως άνω απόφασης, έγγραφα που παραδεκτώς επισκοπούνται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πρόβαλε στον πρώτο βαθμό ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος για τον λόγο ότι δεν αναφέρει με επάρκεια την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη [ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική (συμμετοχική δράση) του υπόσταση]. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε την ένσταση με την ως άνω υπ' αρ. 50240/2009 απόφασή του και στη συνέχεια καταδίκασε και τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών για την πράξη της από κοινού υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Κατά αυτής της απόφασης αυτός άσκησε την ανωτέρω έφεση, στην οποία ως λόγος εφέσεως περιλαμβάνεται και η εσφαλμένη απόρριψη της ενστάσεως ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Εντεύθεν και κατά το σκέλος αυτό, η πρωτόδικη απόφαση μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Το τελευταίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε ως αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση κατά της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, από το υπάρχον στη δικογραφία αντίγραφο του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδόθηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο (δηλαδή τον ήδη αναιρεσείοντα), προκύπτει ότι καθορίζεται σε αυτό με επάρκεια η αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατά συναυτουργία τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική υπόσταση της, με αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που τη στοιχειοθετούν και πλήρη αναφορά των διατάξεων του ΠΚ που προβλέπουν και τιμωρούν την αποδιδόμενη σε αυτόν ως άνω εγκληματική πράξη". Με το να απορρίψει έτσι (με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία) το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών την ως άνω αντίρρηση του αναιρεσείοντος, ορθά έκρινε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε εξάλλου παραβίασε την εκ του άρθρου 6 παρ.1 και 3γ της ΕΣΔΑ καθιερουμένη αρχή περί δίκαιης δίκης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και συνακόλουθα ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων τα αντίθετα των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 105 § 2, 31 § 2 και 223 § 4 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκαν η πρώτη με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996 και η δεύτερη με το άρθρο 5 του Ν. 3346/2005, σε συνδυασμό και προς τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης εξετάσεως του, που έγινε κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή ανωμοτί καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Συνακόλουθα, η κατά παράβαση της απαγορεύσεως αυτής αποδεικτική αξιοποίηση, σε βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος, της κατά τα ανωτέρω καταθέσεως του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά τα άρθρα 510 § 1 στοιχ. Α' και 171 § 1 περ. δ' ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 1/2004 και 2/1999). Η ακυρότητα, όμως, αυτή δεν επέρχεται στην περίπτωση που αξιολογείται - εκτιμάται αποδεικτικώς πόρισμα το οποίο στηρίχθηκε και σε μαρτυρική κατάθεση του μετέπειτα κατηγορουμένου, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, ανεξάρτητο από την εν λόγω κατάθεση και συγκεκριμένα για έγγραφο, που συνεκτιμά συναξιολογεί το Δικαστήριο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων πρόβαλε αντιρρήσεις ως προς την ανάγνωση και την αξιοποίηση ως αποδεικτικών μέσων του από 13-1-2003 πορίσματος της ένορκης διοικητικής έρευνας που διενεργήθηκε για την ως άνω υπεξαιρεθείσα ποσότητα πετρελαίου και της υπ' αριθμ. πρωτ. 27/2004 εκθέσεως ελέγχου της ΣΕΣΥΠ. Το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδοχή των προαναφερομένων αντιρρήσεων του αναιρεσείοντος, ούτε ανέγνωσε ούτε έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικά μέσα τα δύο ανωτέρω έγγραφα, στο πρώτο των οποίων περιεχόταν η έγγραφη εξέταση αυτού. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ίδιου Κώδικα, περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση για ανάγνωση και αξιοποίηση της έγγραφης εξέτασής του κατά τη διενέργεια της σχετικής ΕΔΕ, αφού τούτο δεν έλαβε χώρα καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 και 333 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του έγγραφο, προς στήριξη της κρίσης για την ενοχή του κατηγορουμένου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, διότι, αλλιώς παραβιάζεται η άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο και δημιουργείται έτσι λόγος αναιρέσεως της απόφασης, για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατά τα άρθρα 171 παρ.1 περ.δ' και 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων ζήτησε από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών να μη αναγνωσθούν τα αναφερόμενα υπ' αριθμ. 5, 6, 7 και 8 έγγραφα, τα οποία τιτλοφορεί ως "παράγωγα" έγγραφα του από 13-1-2003 πορίσματος της ένορκης διοικητικής εξέτασης και της υπ'αρ.27/2007 εκθέσεως ελέγχου του ΣΕΥΥΠ, για τα οποία αποφάσισε τη μη ανάγνωση και αξιοποίηση τους ως αποδεικτικών μέσων. Το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρώς το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος και προχώρησε στην ανάγνωση και αξιολόγηση αυτών (της από 30-11-2003 αναφοράς Επιθεωρητών προς Διοικήτρια του Ιπποκρατείου Γ.Ν.Α., τον υπ' αρ. πρωτ. 14092/24-11-2003 απόφασης Προέδρου Α' ΠΕΣΥ και της υπ' αρ. 15074/8-12-2003 απόφασης Προέδρου Α' ΠΕΣΥ), χωρίς ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι προσέφυγε στο Δικαστήριο για τη μη ανάγνωση αυτών, από το οποίο συνάγεται ότι παραιτήθηκε από το σχετικό δικαίωμά του. Επομένως ορθά έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε τα ως άνω τέσσερα έγγραφα και γι' αυτό ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από όλα τα ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2757/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επιτρέπει μεταβολή κατηγορίας από συναυτουργία σε απλή συνέργεια. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (με την ανάγνωση εγγράφων που ζητήθηκε η μη ανάγνωσή τους) και ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος. Απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης ως αβασίμων και της ίδιας στο σύνολό της.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1089/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8083/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορουμένη την Π. Κ. του Ν., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μυταλούλη, και με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Β. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Ψαλτήρα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 23/22-6-210 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 842/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στις 22-6-2010 ενώπιον του γραμματέα του Αρείου Πάγου, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 23/2010 έκθεση, δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 504 § 1, 505 § 2, 510 § 1 εδ. Δ, Η ΚΠοινΔ, κατά της υπ' αριθμ. 8083/2009 απόφασης του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 27-5-2010, με την οποία έγινε αφενός μεν τυπικά δεκτή η εκπρόθεσμη έφεση κατά της υπ' αριθμ. 10354/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών της Π. Κ. και αφετέρου και ουσιαστικά δεκτή (κατά πλειοψηφία) και κηρύχθηκε αθώα της πράξης που κατηγορείτο. Μεταξύ των λόγων αναίρεσης περιλαμβάνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την κρίση της περί του εμπροθέσμου άσκησης της έφεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας για να αιτιολογήσει το εμπρόθεσμο της ασκηθείσης έφεσης δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από τη δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισης της κατηγορουμένης, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ' αριθμ. 10354/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δεδομένου ότι η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις 26-2-2008, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών από την επίδοσή της. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι συνέτρεξε περίπτωση ανώτερης βίας, η οποία δικαιολογεί το εκπρόθεσμο αυτής, συνιστάμενη στο ότι αυτή δεν ενημερώθηκε εγκαίρως για την ασθένεια του συνηγόρου της, αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμος ουσιαστικά". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Και τούτο καθόσον α) ενώ κατά τις παραδοχές της το Δικαστήριο δέχεται ότι από τη δήλωση του συνηγόρου της κατηγορουμένης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ότι η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι εκπρόθεσμη με την αιτιολογία ότι είχε παρέλθει η 10ήμερη προθεσμία από την επίδοσή της στην κατηγορουμένη, δεν αναφέρεται σ' αυτή ότι έδωσε η τελευταία και πότε εντολή σε κάποιο δικηγόρο ή έστω στον παραστάντα στο ακροατήριό του και εμφανισθέντα ως συνήγορό της, ν' ασκήσει έφεση κατ' αυτής, προκειμένου να ελεγχθεί η περαιτέρω κρίση του, ότι δικαιολογείται το εκπρόθεσμο της άσκησης αυτής λόγω συνδρομής ανωτέρας βίας, συνισταμένης στο ότι δεν ειδοποιήθηκε αυτή εγκαίρως για την ασθένεια του συνηγόρου της. β) ενώ κατά τις παραδοχές της το Δικαστήριο δέχθηκε ότι επιδόθηκε εκπρόθεσμα στην κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα η πρωτόδικη απόφαση, δεν προκύπτει ότι για να καταλήξει τούτο στην αιτιολογία αυτή περί του εκπροθέσμου της άσκησής της έλαβε μετά βεβαιότητας υπόψη της την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από την σημείωση στο οικείο τμήμα των πρακτικών της, με αριθμό 1823/26-2-2008 έκθεση εφέσεώς της, την οποία άσκησε ο εμφανισθείς στο ακροατήριο συνήγορός της και στην οποία αναφέρονται επιλέξει τα εξής: "λόγω αιφνιδίου ασθενείας του υπογράφοντος την παρούσα πληρεξουσίου δικηγόρου, ο οποίος σημειωτέον την εκπροσωπούσε στο ακροατήριο, που καθιστούσε αδύνατη μέχρι σήμερον την μετακίνηση και την άσκηση των καθηκόντων του, καθώς και του γεγονότος ότι η η καταδικασθείσα εντολέας του δεν ενημερώθηκε για την ασθένειά του, ώστε ν' ασκήσει η ίδια το ένδικο μέσο της εφέσεως ή να διορίσει άλλον πληρεξούσιο δικηγόρο για την άσκηση της παρούσας", αφού το περιεχόμενο αυτής (εφέσεως), όσον αφορά το εκπρόθεσμό της, είναι εντελώς αντίθετο με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης περί επιδόσεως της εκκαλουμένης. Σε κάθε πάντως περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι από προφανή παραδρομή αναγράφεται αντί του ορθού από "τη δημοσίευση" το εσφαλμένο "από την επίδοση", η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται ποία η μορφή της ασθένειας του παραστάντος και εκπροσωπήσαντος αυτήν συνηγόρου, πόσο διήρκεσε η ασθένεια αυτή και αν αυτή απέτρεπε αυτόν από το να ενημερώσει την κατηγορουμένη πελάτισσά του, έστω και τηλεφωνικώς, περί της αδυναμίας του ν' ασκήσει ο ίδιος την έφεση, ώστε να κριθεί αν η τελευταία είχε τον απαιτούμενο χρόνο ν' απευθυνθεί σε άλλο δικηγόρο ή ν' ασκήσει η ίδια την έφεση, εν όψει μάλιστα της απλουστάτης φύσεως της υπόθεσης. Επομένως, ο στηριζόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (519 ΚΠΔ). Κατόπιν αυτών, παρέλκει η έρευνα του άλλου λόγου της αιτήσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8083/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 43 Ν. 2696/99. Αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, που δίκασε κατ’ έφεση. Λόγος αναίρεσης: η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της εκπρόθεσμης εφέσεως. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εξέταση της υποθέσεως, παρελκούσης της έρευνας λοιπών λόγων της αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1087/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-11 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σκάκα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1413-1414/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους 1) Σ. Μ. του Α. και 2) Δ. Α. του Η., και με πολιτικώς ενάγουσα την "EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." καθολική διάδοχο της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσουκαλά.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 79/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Εξάλλου σύμφωνα με την παρ. 3 εδαφ. α του ίδιου άρθρου, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή τα 73.000 € (Ολ. ΑΠ 3/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμη βάσης. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκησή της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋποθέσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των, κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση 1413-1414/2010 αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι στον τόπο και στους χρόνους που αναγράφονται στο διατακτικό με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού αφενός έκαναν χρήση πλαστών εγγράφων, αφού τελούσαν εν γνώσει της πλαστότητας και αφετέρου κατάρτισαν εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους τρίτους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δεν έκαναν χρήση μέρους των πλαστών αυτών εγγράφων. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτους, το προσδοκώμενο δε όφελος των ή η απειλούμενη στους τρίτους ζημία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Και ειδικότερα, Α) Στις αρχές Φεβρουαρίου 1996, σε μη διακριβωθείσα επακριβώς, ημερομηνία, έκαναν χρήση των διαλαμβανομένων στο υπό στοιχείο Α τμήμα του διατακτικού, παραπάνω πλαστών εγγράφων, τα οποία ύστερα από συναπόφαση τα παρέδωσε η Δ. Β. στον συγκατηγορούμενό τους Σ. Μ. του Α. και της Β., υπάλληλο της Τράπεζας Αθηνών στο κατάστημα της οδού ..., στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος εμφανίζοντας τον εαυτό του ως διευθυντή του ως άνω καταστήματος, ενώ ήταν απλός υπάλληλός της, εξέδωσε την από 29-2-1996 απόδειξη παραλαβής αξιόγραφων, σύμφωνα με την οποία παραλήφθηκε δήθεν από την προαναφερόμενη Τράπεζα Αθηνών, για κατάθεση (deposit) η ως άνω με αριθμό 05 εγγυητική επιστολή ποσού 50.000.000 $ της ρωσικής τράπεζας "MOSCOW CITY ΒΑΝΚ" υπέρ της εταιρίας "Κ. OIL CO LTD", καθώς και την από 20-2-1996 όμοια απόδειξη, σύμφωνα με την οποία η Τράπεζα Αθηνών, δήθεν παρέλαβε και τα υπόλοιπα από τα παραπάνω αξιόγραφα, τελώντας σε γνώση της πλαστότητας αυτών Β) Το τελευταίο δεκαήμερο του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 1996, ενεργώντας από κοινού άπαντες οι ως άνω κατηγορούμενοι Α. Π. του Δ. και Π., κάτοικος ..., Δ. Α., κάτοικος ..., και Σ. Μ. του Α. και Β., κάτοικος ..., προέβησαν στην εξ υπαρχής κατάρτιση πλαστών εγγράφων, ακολούθως δε έκαναν χρήση ορισμένων εξ αυτών, όπως αναλυτικότερα αναφέρεται παρακάτω. Συγκεκριμένα, ύστερα από συναπόφαση προέβησαν στην εξ υπαρχής κατάρτιση δώδεκα (12) βεβαιώσεων (Certificate) και δύο (2) επιστολών της Τράπεζας Αθηνών (κατάστημα της οδού ... στη Θεσσαλονίκη), γραμμένες στην αγγλική γλώσσα, στις οποίες ο εκ των συγκατηγορουμένων Σ. Μ. έθεσε τη δική του υπογραφή, καθώς και την υπογραφή του υπαλλήλου της Τράπεζας Αθηνών Η. Σ., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Ειδικότερα κατάρτισαν 1) έξι (6) βεβαιώσεις (Certificate), με αριθμούς 04, 05, 06, 08, 09 και 10, με ημερομηνία των τριών πρώτων 28-2-1996 και των υπολοίπων 29-2-1996, στις οποίες βεβαιώνονταν ότι δήθεν είχαν καταθέσει στην παραπάνω Τράπεζα τα ποσά των 166.666.660 δολαρίων Η.Π.Α., 166.666.660 δολαρίων Η.Π.Α., 166.666.660 δολαρίων Η.Π.Α., 10.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., 10.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. και 20.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. αντίστοιχα, 2) μία (1) βεβαίωση (Certificate), με αριθμό 07, με ημερομηνία 29-2-1996, στην οποία βεβαιωνόταν ότι η εταιρεία Κ. OIL CO LTD είχε δήθεν καταθέσει στην παραπάνω Τράπεζα το ποσό των 50.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. 3) μία (1) βεβαίωση (Certificate) με αριθμό 11, με ημερομηνία 29-2-1996, στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο E. K. είχε δήθεν καταθέσει στην παραπάνω Τράπεζα το ποσό των 2.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. 4) μία (1) βεβαίωση (Certificate), με αριθμό 12, με ημερομηνία 29-2-1996, στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο S. A. είχε δήθεν καταθέσει στην παραπάνω Τράπεζα το ποσό των 2.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. 5) μία (1) βεβαίωση (Certificate), με αριθμό 13, με ημερομηνία 29-2-1996, στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο I. V. είχε δήθεν καταθέσει στην παραπάνω Τράπεζα το ποσό των 2.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., 6) μία (1) βεβαίωση (Certificate), με αριθμό 14, με ημερομηνία 29-2-1996 στην οποία βεβαιώνονταν ότι V. A. είχε δήθεν καταθέσει στην παραπάνω Τράπεζα το ποσό των 2.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., και 7) μία (1) βεβαίωση, με αριθμό 15, με ημερομηνία 29-2-1996, στην οποία βεβαιώνονταν ότι ο A. L. είχε δήθεν καταθέσει στην παραπάνω Τράπεζα το ποσό των 2.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., στις οποίες ο εκ των συγκατηγορουμένων Σ. Μ. έθεσε τη δική του υπογραφή, καθώς και την υπογραφή του υπαλλήλου της παραπάνω τράπεζας Η. Σ., κατ' απομίμηση, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Επίσης κατάρτισαν δύο επιστολές προς την EURO FINANCE AND CAPITAL LTD 7, CASTLE STR., MACROOM CO. CORK IRELAND, με ημερομηνία 9-1-1996, γραμμένες επίσης στην αγγλική γλώσσα, στις οποίες επίσης έθεσε ο εκ των συγκατηγορουμένων Σ. Μ. εκτός από τη δική του υπογραφή και την υπογραφή του υπαλλήλου της Τράπεζας Αθηνών Η. Σ., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του, στις οποίες αναφερόταν ότι ήταν κατατιθέμενο στην ως άνω Τράπεζα Αθηνών το ποσό των 15.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. και δεσμευμένο για περίοδο ενός έτους και τριών μηνών από 9-1-1996 από την Τράπεζα NEFTEK BANK RUSSIA. Από τα παραπάνω πλαστά έγγραφα, ύστερα από συναπόφαση, χρησιμοποίησαν την με αριθμό 07 βεβαίωση (Certificate), με ημερομηνία 29-2-1996, στην οποία βεβαιώνονταν ότι η εταιρεία K. OIL CO LTD είχε δήθεν καταθέσει στην ως άνω Τράπεζα Αθηνών το ποσό των 50.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., φωτοαντίγραφο της οποίας, μέσω FΑΧ απέστειλαν στις 4 Μαρτίου 1996 στην Τουρκική Τράπεζα "SUMERΒΑΝΚ", στην πόλη Inskederun, ενώ φωτοαντίγραφο της ίδιας παραπάνω βεβαιώσεως παρέδωσαν και στον Κ. Κ., κάτοικο .... Στην εξ' υπαρχής κατάρτιση των ως άνω πλαστών εγγράφων προέβησαν αυθαίρετα, δηλαδή χωρίς τη συναίνεση των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας Κ. ΟΙL CΟ LTD της ρωσικής τράπεζας MOSKOW CΙΤΥ ΒΑΝΚ και της Τράπεζας Αθηνών, κατ' απομίμηση γνησίων εγγράφων που εκδίδονται από αυτές, εμφανίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα είχαν εκδοθεί κανονικά και έγκυρα από την ως άνω εταιρεία και τράπεζες αντίστοιχα. Με την παραπάνω, κατ' εξακολούθηση, παράνομη πράξη τους σκόπευαν να παραπλανήσουν τρίτους, μεταξύ των οποίων κυρίως τραπεζικά και πιστωτικά ιδρύματα, ότι τα ως άνω έγγραφα ήταν δήθεν γνήσια, δηλαδή οι ως άνω διεθνείς συναλλαγματικές δήθεν είχαν εκδοθεί σε διαταγή της εταιρίας K. OIL CO LTD, ότι η ρωσική τράπεζα MOSKOW CΙTY ΒΑΝΚ είχε εκδώσει τις ως άνω εγγυητικές επιστολές και ότι η τράπεζα Αθηνών είχε εκδώσει τις παραπάνω βεβαιώσεις, προφανώς για να εμφανιστούν ότι έχουν φερεγγυότητα και μεγάλη οικονομική επιφάνεια, προσδοκώντας να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο ανέρχεται στο ποσό που αναφέρονταν στα ως άνω πλαστά έγγραφα, τα οποία θα χρησιμοποιούσαν προφανώς σε διάφορα πιστωτικά ιδρύματα, ως εγγύηση, για να δανειοδοτηθούν, και το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ειδικότερα δε ξεπερνά το ποσό των διακοσίων δισεκατομμυρίων (200.000.000.000) δραχμών, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία της παραπάνω εταιρείας Κ. OIL CO LTD, της ρωσικής τράπεζας MOSKOW CΙΤΥ ΒΑΝΚ και της Τράπεζας Αθηνών. Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τραπεζικών υπαλλήλων οι οποίοι λόγω της ιδιότητάς τους ως υπάλληλοι της Τράπεζας Αθηνών καταθέτουν με λόγο γνώσης. Δεν αποκρούονται με πειστικότητα από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα, ενισχύονται από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και ιδίως από τις εκθέσεις κατάσχεσης, τα έγγραφα των τραπεζών της Μόσχας, ανέκκλητες εντολές, αποδείξεις κατάθεσης, επιστολόχαρτα τράπεζας. Κατόπιν τούτων, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι της ως άνω πράξεως". Στη συνέχεια το προδιαληφθέν Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 8 στοιχ. ε' ΠΚ, και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς δέκα ευρώ ημερησίως. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 45, 98, 216 παρ. 1,3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, τα πλαστά έγγραφα, ο σκοπός για τον οποίο κατάρτισε αυτά και το παράνομο όφελος που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του βλάπτοντας τρίτον. Ενώ εξειδικεύονται στην απόφαση ποια έγγραφα αφορούν την πλαστή κατάρτιση και είναι α) η 05 εγγυητική επιστολή ποσού 50.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ της ρωσικής Τράπεζας MOSKOW CITY BANK,, β) η, από 20-2-96, όμοια απόδειξη της Τράπεζας Αθηνών, γ) δώδεκα βεβαιώσεις, όπως λεπτομερώς διαλαμβάνονται στο υπό στοιχ. Β' του σκεπτικού και υπό τους αριθμούς 1 έως και 7 και δύο επιστολές προς την EURO FINANCE AND CAPITAL LTD με ημερομηνία 9-1-96, καθώς και ποια αφορούν την παράνομη χρήση και είναι 1) η, από 29-2-96, απόδειξη παραλαβής εγγράφων της Τράπεζας Αθηνών, 2) η, από 20-2-96, απόδειξη παραλαβής εγγράφου της ίδιας Τράπεζας και 3) η 07 βεβαίωση με ημερομηνία 29-2-96 περί κατάθεσης του ποσού των 50.000.000 δολλαρίων στην εταιρεία K. OIL CO LTD. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών, πιο πάνω, ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, τον από του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσες για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης 1413-1414/2010 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) αυτός βρέθηκε απών και αντ' αυτού εμφανίστηκε ο Ν. Ζ., δικηγόρος του δεύτερου κατηγορουμένου, ο οποίος δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής και ζήτησε την αναβολή της δίκης, προσκομίζοντας και ιατρική βεβαίωση της γιατρού Ζ. Ν., την οποία το Δικαστήριο ανέγνωσε και εξέτασε αυτόν ενόρκως, ως μάρτυρα, ο οποίος κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από ημιπληγία και η γιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας του συνέστησε να μείνει κλινήρης για δύο μήνες. Είναι αδύνατη η εμφάνισή του στο σημερινό δικαστήριο. Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του το αίτημα αναβολής της δίκης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, με την εξής αιτιολογία: "... από την προσκομιζόμενη ιατρική βεβαίωση του τρίτου κατηγορουμένου προκύπτει ότι ο τελευταίος στις 3-9-10 υποβλήθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας σε τενοντομεταφορείς αριστερού άνω άκρου και ότι πρέπει να παραμείνει στο σπίτι του για δύο μήνες. Από την ως άνω βεβαίωση δεν προκύπτει ότι ο ως άνω κατηγορούμενος δεν μπορεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου προς εκδίκαση της υπόθεσής του, όταν αυτή έχει αναβληθεί (ήδη) επί πέντε φορές. Η πάθησή του αφορά το αριστερό άνω άκρο και κατά τη γνώμη του δικαστηρίου του επιτρέπει να μετακινηθεί και εμφανισθεί στο ακροατήριο προς εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας. Κατά συνέπεια το σχετικό αίτημα περί αναβολής της δίκης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο". Έτσι, που αποφάνθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην ειρημένη παρεμπίπτουσα απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, στις οποίες στηρίχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο για να οδηγηθεί στο προεκτεθέν ορθό πόρισμά του για απόρριψη του πιο πάνω περί αναβολής της δίκης αιτήματος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του παραπάνω αιτήματος αναβολής της δίκης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ.2 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Άλλες πλημμέλειες στην παράσταση της πολιτικής αγωγής, όπως αυτές που αφορούν την παράσταση και την εκπροσώπηση, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία αυτός που παραστάθηκε ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου που ζημιώθηκε, δεν έχει εξουσία εκπροσώπησης, δεν επάγονται απόλυτη ακυρότητα. Με την πρωτόδικη 275/2005 απόφαση το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για την παραπάνω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση σε βάρος της Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS, η οποία παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα και το Δικαστήριο της επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των -44- ευρώ, ως ηθική βλάβη που υπέστη από την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Κατά της παράστασης αυτής ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αντίρρηση, ενώ για την παράσταση ενομιμοποιείτο η προδιαληφθείσα Τράπεζα, ως καθολική διάδοχος της Τράπεζας Αθηνών, η οποία είχε τηρήσει την προδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της οποίας και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκε και παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα η πιο πάνω Τράπεζα, με τον Η. Σ., ως αντιπροσώπου της, και ζήτησε να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό των -44- ευρώ, που της είχε επιδικαστεί και πρωτόδικα. Κατά της παράστασης αυτής ο αναιρεσείων δεν προέβαλε και πάλι αντίρρηση. Ήδη ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλει για πρώτη φορά την αιτίαση ότι μη νομίμως η προσβαλλόμενη απόφαση επέτρεψε την παράσταση της παραπάνω Τράπεζας με αυτόν τον αντιπρόσωπό της, που όμως αυτός εστερείτο της ιδιότητας αυτής.
Συνεπώς, δεν αμφισβητείται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της εν λόγω Τράπεζας οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης αυτής για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ούτε εκτίθεται ότι παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης της υποβολής αυτής, κατά το άρθρο 68 ίδιου Κώδικα και συνακόλουθα η παράσταση της παθούσας Τράπεζας στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν παράνομη. Η αναφερόμενη δε από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια ότι ο παραστάς ως εκπρόσωπος της προδιαληφθείσας Τράπεζας δεν είχε εξουσία νόμιμης αντιπροσώπευσής της ή εκπροσώπησής της δε δημιουργεί, κατά τα εκτεθέντα, την κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα ούτε ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της εν λόγω απόφασης. Επομένως, και αυτός ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και ελλείψει άλλων λόγων αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠολΔ 176, 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 21 Δεκεμβρίου 2010, αίτηση του Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1413-1414/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση από κοινού και κατ’ εξακολούθηση. Απόρριψη αιτήματος αναβολής και ισχυρισμού απόλυτης ακυρότητας για κακή παράσταση πολιτικής αγωγής. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπέρβασης εξουσίας και απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1086/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δημητρίου Πρέπα του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, για αναίρεση της υπ'αριθ.688/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Αντώνιο Μαρκεσίνη, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φακατσέλη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 14 Ιανουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 958/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου η με αριθμό πρωτ. 5136/28-6-2010 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Δ. Π. του Κ. και οι προταθέντες, από 14-1-2011 πρόσθετοι λόγοι, που στρέφονται κατά της με αριθμό 688/2010 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, των οποίων οι λόγοι είναι εν μέρει ταυτόσημοι, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι τυπικά δεκτοί, και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειας τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται εις το παρελθόν ή εις το παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης που έχει ήδη λάβει την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ: α) κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος και β) κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτού προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς αυτό ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείτο επιπλέον, κατά την παρ. 3 του άρθρου 386 του Π.Κ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάστασή της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/ 1999, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή, εκτός από την κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγουμένων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής της. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολό του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια.
Συνεπώς, πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος άνω των 5.000.000 δρχ. διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Η άποψη ότι, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ’ εξακολούθηση απάτης, που τελέστηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2721/1999, απαιτείται η κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές, θα οδηγούσε στην κατασκευή ενός τρίτου, ανύπαρκτου, νόμου, αφού ο μεν παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος, προβλέπει όρια αλλά με το αθροιστικό σύστημα. (Ολ. ΑΠ 5/2008). Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 688/2010 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι: "Επειδή κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η όποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη του πλανηθέντος ή άλλου, προς τον σκοπόν να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απητείτο επί πλέον, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρον 1 παρ.11 Ν. 2408/1996, αλλά και μετά την αντικατάστασή του με την εν λόγω διάταξη, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθειαν. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 Π.Κ. με το άρθρο 14 παρ.4 Ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθειαν, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείον ότι το παράνομον περιουσιακόν όφελος το οποίον επεδίωξεν αυτός ή η αντίστοιχη προκληθείσα συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσόν των 5.000.000 δρχ. Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 14 παρ.4 Ν. 2721/1999, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή, εκτός από την κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθειαν τέλεση της πράξεως και το συνολικόν όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 €), είναι ευνοϊκότερη των προηγουμένων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις οι οποίες ετελέσθησαν πριν από την έναρξη εφαρμογής της. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολόν του για τον κατηγορούμενον, δεδομένου ότι στις παλαιότερες ρυθμίσεις δεν προεβλέποντο ποσοτικά όρια.
Συνεπώς, πράξεις απάτης οι οποίες ετελέσθησαν εξακολουθητικώς πρό της ισχύος του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικόν όφελος ανώτερον των 5.000.000 δρχ. διατηρούν και υπό το νέον νομοθετικόν καθεστώς τον κακουργηματικόν τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχεοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν τελέσεώς των. Η άποψη, ότι για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ' εξακολούθηση απάτης, η οποία ετελέσθη πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999, απαιτείται η κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ., θα οδηγούσε στην κατασκευή ενός τετάρτου, ανύπαρκτου, νόμου, αφού οι μεν παλαιοί νόμοι δεν προέβλεπαν ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος προβλέπει όρια, αλλά με το αθροιστικό σύστημα. Η υποστηριζομένη αυτή αντίθετη άποψη φαίνεται να στηρίζεται στην υπ' αριθ. 5/2002 απόφαση της Ολ.ΑΠ., η οποία έκρινε επί διαφορετικής περιπτώσεως, δηλαδή επί της κατ' άρθρον 216 παρ.3 εδ.α' κακουργηματικής πλαστογραφίας, όπου, όμως, διά του άρθρου 1 παρ.7 εδ.α' Ν. 2408/1996 είχε τεθεί ως χρηματικόν όριο το ποσόν των 25.000.000 δρχ., το οποίο έπρεπε να υπερβαίνει κάθε μερικότερη πράξη για να είναι κακούργημα (Ολ.Α.Π. 5/2008 ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις καταθέσεις των νομίμως στο παρόν Δικαστήριον εξετασθέντων μαρτύρων, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και από όλην την αποδεικτικήν διαδικασίαν απεδείχθησαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ηργάζετο ως οδηγός του Ε.Σ.Υ., απησχολείτο και σε επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων, η οποία ευρίσκετο στα … και λειτουργούσε με την επωνυμίαν της μητρός του. Την 8ην Ιουλίου 1992 παρέστησε στον εγκαλούντα Α. Μ., ο οποίος ενδιεφέρετο για την αγοράν αυτοκινήτου, ότι ηδύνατο να εισαγάγει από το εξωτερικό και να του πωλήσει Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας BMW, τύπου 318, στην τιμή η οποία ανεφέρετο στον κατάλογο της αντιπροσωπείας. Η εν λόγω παράσταση όμως του κατηγορουμένου ήτο ψευδής, καθόσον αυτός δεν είχε την δυνατότητα εισαγωγής και πωλήσεως αυτοκινήτων, εκμεταλλεύετο δε την πολυτελή εμφάνιση της επιχειρήσεως της μητρός του, προκειμένου να εξαπατά τα πολλά όπως απεδείχθη θύματά του, μεταξύ των οποίων ήτο και ο πολιτικώς ενάγων και να τα πείθει, ότι επρόκειτο για αξιόπιστον έμπορον. Έτσι, ο ανωτέρω παθών, πεισθείς στις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου ο οποίος απέβλεπε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακόν όφελος εις βάρος της περιουσίας εκείνου, υπέγραψε την με ημερομηνίαν 8 Ιουλίου 1992 έγγραφη συμφωνίαν, με την οποίαν παρήγγειλε στον κατηγορούμενον την εισαγωγήν για λογαριασμόν του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας BMW, τύπου 318 και με τις προδιαγραφές οι οποίες αναφέρονται ειδικότερον στο διατακτικό. Το έγγραφο αυτό υπεγράφη και από τον κατηγορούμενον, ο οποίος όμως έθεσε την υπογραφήν της μητρός του και την σφραγίδα της επιχειρήσεώς της, συγχρόνως δε ο παθών-πολιτικώς ενάγων προκατέβαλε στον κατηγορούμενον το ποσόν των 500.000 δρχ. Μετά πάροδον ολίγων ημερών και ειδικότερα την 27-7-1992 ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν είχε προβεί σε καμμίαν ενέργειαν εισαγωγής αυτοκινήτου και είχε ιδιοποιηθεί τα χρήματα παρανόμως, προκειμένου να ιδιοποιηθεί παρανόμως και άλλα χρήματα εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, παρέστησε ψευδώς σε αυτόν, ότι είχε εισαχθεί το αυτοκίνητο και εζήτησε από τον παθόντα να του καταβάλει το υπόλοιπον του τιμήματος, για να εκτελωνίσει δήθεν το αυτοκίνητο. Πράγματι, ο πολιτικώς ενάγων πεισθείς στις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου, κατέβαλε σε αυτόν 4.500.000 δρχ., τις οποίες ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παρανόμως, όπως και το προκαταβληθέν ποσόν των 500.000 δρχ., με αντίστοιχη ζημία του παθόντος, αφού εκείνος δεν είχε την δυνατότητα να εισαγάγει και δεν είχε εισαγάγει αυτοκίνητο για λογαριασμόν του παθόντος, ούτε βεβαίως ευρίσκετο στο τελωνείο τέτοιο αυτοκίνητο προς εκτελωνισμόν από τον κατηγορούμενον. Ο παθών διαμαρτυρήθη στον κατηγορούμενον για την ανωτέρω συμπεριφοράν του και ο τελευταίος απεφάσισε για μίαν ακόμη φοράν να τον εξαπατήσει. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στον παθόντα, ότι ήτο κύριος άλλου αυτοκινήτου και τον έπεισε να του πωλήσει αυτό, με την καταβολήν ως τιμήματος, πλέον του ήδη καταβληθέντος συνολικώς ποσού των 5.000.000 δρχ. (500.000 δρχ. + 4.500.000 δρχ.) και του ποσού των 3.500 δολλαρίων Η.Π.Α. Πράγματι ο παθών, ο οποίος συνοδεύετο από τον μάρτυρα Κ. Σ., πεισθείς στις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου, του κατέβαλε την 17-12-1992 και το ποσόν των 3.500 δολλαρίων Η.Π.Α, εκείνος δε, του παρέδωσε κλειδιά επιδειχθέντος αυτοκινήτου ειπών στον παθόντα, ότι έπρεπε να προσέλθει την επομένην ημέραν για να παραλάβει το νέο αυτοκίνητο. Όταν όμως ο παθών προσήλθε μαζί με τον ανωτέρω μάρτυρα την επομένην στην επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων της μητρός του κατηγορουμένου, δεν υπήρχε το αυτοκίνητο και δεν παρεδόθη κάτι τέτοιο σε εκείνον. Από τις ως άνω τμηματικές καταβολές προκύπτει συνολική ζημία του πολιτικώς ενάγοντος και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακόν όφελος του κατηγορουμένου υπερβαίνον τα 5.000.000 δρχ. και ανερχόμενον στο ποσόν των 5.000.000 δρχ. και 3.500 δολλαρίων Η.Π.Α., το οποίον είναι ιδιαιτέρως μεγάλο. Μάλιστα, αν συνυπολογισθούν και οι μέχρι της 28-2-1993 διαδραμόντες τόκοι ως και η εν τω μεταξύ προκύψασα διαφορά του συναλλάγματος, τότε κατά την ημερομηνίαν αυτήν η ζημία του παθόντος είχε διαμορφωθεί στο ποσόν των 8.250.000 δρχ. Η απατηλή όμως συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν εσταμάτησε σε αυτό το σημείον, καθόσον, όπως απεδείχθη, για να αποφύγει τις οχλήσεις του παθόντος, την 28-2-1993 τριτεγγυήθηκε συναλλαγματικήν εκδόσεως του πολιτικώς ενάγοντος για ποσόν 8.250.000 δρχ., αποδοχής της μητρός του κατηγορουμένου, ο οποίος όμως έθεσε ο ίδιος υπογραφήν στην θέση του αποδέκτου ως δήθεν προερχομένην από την μητέρα του και με ημερομηνίαν λήξεως την 5-3-1993. Και σε αυτήν όμως την περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν ετήρησε την υπόσχεσή του και δεν επλήρωσε τον πολιτικώς ενάγοντα. Από την υποδομή την οποίαν είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως της απάτης, εμφανιζόμενος ως δήθεν έμπορος αυτοκινήτων σε επιχείρηση της μητρός του, προκύπτουν σκοπός του για πορισμόν εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης ως στοιχείον της προσωπικότητός του. Από τις αναφερθείσες στην αρχή σκέψεις και διατάξεις, σε συνδυασμό προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος ετέλεσε την πράξη της κακουργηματικής απάτης του άρθρου 386 παρ.3 περ.α' Π.Κ., έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται των 5.000.000 δρχ. (15.000 €) και οι πράξεις αυτές ετελέσθησαν πρό της ισχύος του Ν. 2721/1999, αρκεί ότι το συνολικό ποσόν της ζημίας του παθόντος και αντιστοίχως το συνολικό παράνομο όφελος του κατηγορουμένου υπερβαίνουν το ποσόν των 5.000.000 δρχ., ανερχόμενα σε 5.000.000 δρχ. και 3.500 δολλάρια Η.Π.Α, συντρέχουν δε και οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν τελέσεως της πράξεως της απάτης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου και να κηρυχθεί αυτός ένοχος της αποδιδομένης στον ίδιον πράξεως" Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις άνω διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε. Περαιτέρω, στην αιτιολογία της απόφασης περιλαμβάνονται, οι χρόνοι των ψευδών παραστάσεων και οι χρόνοι επέλευσης της ζημίας, η κρίση δε του δικαστηρίου ότι η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, καθώς επίσης περιλαμβάνονται και τα πραγματικά περιστατικά και ο τρόπος τελέσεως του εγκλήματος τούτου, με τις άνω επιβαρυντικές περιστάσεις. Ειδικότερα καθόσον αφορά τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ’ επάγγελμα και τέλεσης της απάτης υπάρχει ειδική αιτιολογία, με την αναφορά στο σκεπτικό, ότι: "από την υποδομή την οποία είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξης της απάτης, εμφανιζόμενος ως δήθεν έμπορος αυτοκινήτων σε επιχείρηση της μητρός του, προκύπτουν σκοπός του για πορισμό εισοδήματος ενώ η κατά συνήθεια τέλεση δικαιολογείται από την κατ' εξακολούθηση τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης της απάτης από την οποία προκύπτει και η σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης ως στοιχείον της προσωπικότητός του".
Περαιτέρω, υπό τις άνω παραδοχές, και δη του ότι η πράξη της απάτης τελέστηκε κατ’ επάγγελμα και συνήθεια κατά το διάστημα από 8-7-1992 έως 28-2-1993 εκ της οποίας προκλήθηκε σε βάρος του παθόντος συνολική ζημία ποσού 8.250.000 δρχ. ή 24.211,30 ευρώ, η πράξη αυτή ορθώς κρίθηκε ως κακουργηματική σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη καίτοι οι μερικότερες πράξεις υπολείπονται του ποσού των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ και το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης με το να δεχθεί τ' ανωτέρω και ν' απορρίψει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι η πράξη φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος και το αξιόποινο αυτής εξαλείφτηκε με παραγραφή.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων και από την περίπτωση Η' του ιδίου άρθρου με στοιχ.Ζ' λόγος των προσθέτων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας των άνω ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-6-2010 (υπ’ αριθ. πρωτ. 5136/28-6-2010) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 688/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και τους από 14-1-2011 πρόσθετους λόγους. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος σχετικά με πώληση και παράδοση αυτοκινήτου Ποινική Δικονομία. Αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι. Λόγοι: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόλυτη ακυρότητα. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους
| null | null | 0
|
Αριθμός 1085/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Δ. Β. του Κ. και 2) Κ. Μ. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Αλφαντάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2353/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Νοεμβρίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως και στους από 29 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 168/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ, 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά τη γενική αρχή του δίκαιου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στη δήλωση άσκησης αυτού το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τη βασιμότητα τους, διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο, οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Τέλος, σε περίπτωση που γίνεται επίκληση από το διάδικο που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος για να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η άσκηση του, πρέπει να έχει ασκηθεί προ της παρόδου της νόμιμης προθεσμίας από τότε που έπαυσε η ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, αφού από τη στιγμή της λήξης τους αρχίζει νέα προθεσμία. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της απόφασης στον εκκαλούντα (Ολ ΑΠ 4/1995 και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικό με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της έφεσης του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 2353/2010 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της η από 24-3-2010, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 27/2006 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία εκείνοι είχαν καταδικαστεί ερήμην σε ποινή φυλάκισης τριών ετών ο καθένας, για πλαστογραφία με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Με την έφεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της σχετικής έκθεσης εζητείτο η εξαφάνιση της εκκαλούμενης και η απαλλαγή τους από την κατηγορία "για τους λόγους που θα εκθέσουν στο αρμόδιο Δικαστήριο και για τους εξής, όπως επί λέξει διαλαμβάνεται στην έκθεση έφεσης, "Διότι ουδέποτε οι κατηγορούμενοι έλαβαν γνώση της δίκης και ουδόλως κλητεύτηκαν νόμιμα για να παραστούν εις αυτήν, αφού από τις 9-5-2005 ευρίσκονταν νοσηλευόμενοι εκτός Ελλάδος και για αυτό με την με αρ. 1425/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ανεστάλη η ποινική διαδικασία εναντίον τους και διετάχθη η σύλληψη και προσωρινή κράτηση τους, γεγονός που ήταν γνωστό στην Εισαγγελία, η οποία τους κλήτευσε άκυρα και φυσικά δεν ήταν παρόντες κατά την ακροαματική διαδικασία. Συγκεκριμένως, και όπως έχουν εκθέσει και στην από 22-03-2010 αίτηση τους ενώπιον του Εισαγγελέως των Εφετών Αθηνών, δια της οποίας ζητούν την ανάκληση της με αρ. 1425/2005 παρεμπίπτουσας αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, λόγω ανωτέρας βίας, συνιστάμενης στη νοσηλεία αμφοτέρων στο Κρατικό Νοσοκομείο της Σόφιας Βουλγαρίας, για σοβαρότατες ασθένειες και δη η πρώτη για κακοήθη παχυσαρκία, με βάρος 240 και στη συνέχεια 280 κιλά, σακχαρώδη διαβήτη, λεμφοιδήματος αριστερού άκρου, συνδρόμου Cushing και θυρεοειδοπάθειας και ο δεύτερος για τα νοσήματα που αναλυτικώς περιγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που θα προσκομιστούν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν κατόρθωσαν να παραστούν στη δίκη και ούτε να εκπροσωπηθούν από κάποιον άγγελο για πληροφόρηση του Δικαστηρίου σχετικά με την αδυναμία προσέλευσης τους". Το A' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου ν' απορρίψει την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων δέχτηκε, κατά πλειοψηφία, τα παρακάτω σχετικά με την ουσιαστική του κρίση: "Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αποδείχθηκαν τα εξής: Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ' αριθμ. 27/06 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) η οποία εκδόθηκε ερήμην των εκκαλούντων κατηγορουμένων, επιδόθηκε νομότυπα σ' αυτούς, ως αγνώστου διαμονής, κατά την 156 §2 του ΚΠΔ, εν όψει του ότι η ενεργήσασα την επίδοση αστ/κας ... μετέβη προς επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στη δηλωθείσα από τους εκκαλούντες κατοικία τους στην οδό ... στην Αθήνα και όπως προκύπτει από την συνημμένη στην έκθεση επιδόσεως βεβαίωση της ως άνω αστυφύλακος, οι εκκαλούντες είχαν μετακομίσει σε άγνωστη διεύθυνση. Εντεύθεν η προθεσμία προς άσκηση της εφέσεως έληγε κατά την 473§1 του ΚΠΔ στις 7-3-2006. Η ένδικη έφεση ασκήθηκε στις 24-3-2010, δηλαδή μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας των 30 ημερών. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται με την έφεση τους ότι από τις 9-5-2005 νοσηλεύονταν εκτός Ελλάδος και συγκεκριμένα στο Κρατικό νοσοκομείο Σόφιας Βουλγαρίας και για το λόγο αυτό το μεν κλητεύθηκαν ακύρως να παραστούν στις 11-1-2006 στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση το δε δεν έλαβαν γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, επικαλούμενοι ότι η ως άνω νοσηλεία και των δύο στο νοσοκομείο αυτό για την μεν πρώτη λόγω κακοήθους παχυσαρκίας, σακχαρώδους διαβήτη λεμφοιδήματος αριστερού άκρου, συνδρόμου Cushing και θυροειδοπάθειας για δε τον δεύτερο, για τα, κατά τα στην έκθεση εφέσεως αναφερόμενα, "νοσήματα που περιγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που θα προσκομισθούν ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου", τους εμπόδισε να παραστούν στη δίκη, και να εκπροσωπηθούν σ' αυτήν αλλά και να πληροφορήσουν το Δικαστήριο μέσω κάποιου αγγέλου για την αδυναμία προσέλευσης τους στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (στο οποίο είχαν κλητευθεί στις 7-12-2005 με θυροκόλληση επίσης σύμφωνα με τις εκθέσεις επιδόσεως του αρχιφύλακα ...), με συνέπεια το μεν να μην λάβουν γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, το δε να μην λάβουν γνώση της επιδόσεως της, πραγματικά περιστατικά που όπως επικαλούνται συνιστούν τους λόγους ανωτέρας βίας εξ αιτίας των οποίων άσκησαν εκπροθέσμως την ένδικη έφεση τους κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πλέον του ότι ούτε στην κρινόμενη έφεση τους, αλλά ούτε στο υπόμνημα αυτοτελών ισχυρισμών τους από 8-9-2010 αναφέρουν τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο ήρθησαν οι λόγοι που επικαλούνται ότι συνιστούν ανωτέρα βία, ώστε αν αποδειχθούν τα πραγματικά γεγονότα που τη στηρίζουν να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της κρινομένης εφέσεως, δεν προσκομίζεται κανένα απολύτως ιατρικό πιστοποιητικό ή γνωμάτευση του Κρατικού Νοσοκομείου Σόφιας Βουλγαρίας από το οποίο να προκύπτει ότι από το Μάιο του 2006, οι εκκαλούντες, όπως ισχυρίζονται με το παραπάνω υπόμνημα αυτοτελών ισχυρισμών τους, νοσηλεύθηκαν στο παραπάνω νοσοκομείο για ποιους λόγους και για ποιο χρονικό διάστημα, ούτε αν είχαν νοσηλευθεί στο ίδιο νοσοκομείο σε προγενέστερο του Μαΐου του 2006 χρόνο, για ποιο χρονικό διάστημα και για ποιες αιτίες, ή αν νοσηλεύονται ακόμα, όπως ισχυρίζονται η μεν πρώτη στην καρδιολογική-παθολογική κλινική, ο δε δεύτερος στη νευρολογική κλινική του Νοσοκομείου Σόφιας Βουλγαρίας ΝΑΤΙΟΝΑL ΗΕΑRΤ ΗΟSΡΙΤAL LΤD, οδός Κοnyonista αριθ. 65. Από τα προσκομισθέντα από τους εκκαλούντες και αναγνωσθέντα ιατρικά πιστοποιητικά και γνωματεύσεις, το τελευταίο από τα οποία το έτος 2005 (το πρώτο το έτος 1999), προκύπτει ότι η μεν πρώτη εκκαλούσα πάσχει από τα προαναφερόμενα νοσήματα, ο δε δεύτερος εκκαλών ότι είχε νοσηλευθεί επανειλημμένα στο παρελθόν στο ψυχιατρικό Νοσοκομείο Τρίπολης και συγκεκριμένα από το έτος 1968, 1975, 1976 και 1980, αλλά και στη νευρολογική κλινική του Ε.Ι.Α.Α. στο Ίλιον Αττικής το 1970, και δύο φορές το 1987, με διάγνωση επιληψία, διαταραχές συμπεριφοράς, ολιγοφρένεια σε βαθμό μωρίας και πιθανή ψυχοκινητική επιληψία, και λαμβάνει ανελλιπώς αντιεπιληπτική θεραπευτική αγωγή. Στην τελευταία ιατρική γνωμάτευση του Νευρολόγου ψυχιάτρου Δ. Α. Λ. που αφορά τον δεύτερο εκκαλούντα, αναφέρεται ότι όπως διαπιστώθηκε από την εξέταση του στις 16-10-2003, ο δεύτερος εκκαλών πάσχει από χρόνια επιληπτική συνδρομή, ατελώς αντιμετωπιζόμενη επί εδάφους ολιγοφρένειας καθώς και ότι η προσθήκη δύο επί πλέον αντιεπιληπτικών φαρμάκων πιθανόν θα καταστήσει αραιότερες τις κρίσεις καθώς και ότι ο γνωματεύων ιατρός έλαβε υπόψη του τις βεβαιώσεις ιδίως του ψυχιατρικού Νοσοκομείου Τριπόλεως. Μεταγενέστερο ιατρικό πιστοποιητικό ή γνωμάτευση από το οποίο να προκύπτει ότι οι εκκαλούντες αδυνατούσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα λόγω των ως άνω νοσημάτων τους να επιμεληθούν των δικαστικών υποθέσεων τους αναθέτοντας σε πληρεξούσιο δικηγόρο τους τη διευθέτηση τους δεν αποδείχθηκε. Στις από 6-9-2010 ειδικές εντολές πληρεξουσιότητας των εκκαλούντων για την εκπροσώπηση τους στο παρόν Δικαστήριο, αναφέρουν ότι είναι πρώην κάτοικοι ... (...) και ... (οδός ...), και ότι ήδη νοσηλεύονται στο προαναφερόμενο νοσοκομείο. Η εκκαλουμένη απόφαση, επιδόθηκε όπως προαναφέρεται γιατί μεταβάσα η προαναφερόμενη αστυφύλακας (...) στην οδό ..., απ' όπου είχαν μετοικήσει οι εκκαλούντες ενήργησε την επίδοση κατά την 156§2 του ΚΠΔ). Στην ίδια διεύθυνση κλητεύθηκαν (με θυροκόλληση) οι εκκαλούντες να παραστούν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 11-1-2006 οπότε εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Με την έφεση τους επικαλούνται ότι δεν κλητεύθηκαν να παραστούν στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δεν έλαβαν γνώση αυτής λόγω του ότι από τις 9-5-2005 νοσηλεύονταν στο Κρατικό Νοσοκομείο Σόφιας Βουλγαρίας. Στο από 8-9-2010 υπόμνημα αυτοτελών ισχυρισμών τους αναφέρουν ότι από το Μάιο του 2006 νοσηλεύονται στο συγκεκριμένο νοσοκομείο στη Σόφια Βουλγαρίας, όπου νοσηλεύονταν παλαιότερα κατά καιρούς. Από τα προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες έγγραφα και συγκεκριμένα 1) από το υπ' αριθμ. .../29-10-2008 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Κωσταντινίδου, 2) από το από 5-2-2010 ανέκλητο πληρεξούσιο της συμβ/φου Βουλγαρίας Ροσίτσα Μπαμπάλεβα-Συμβολαιογράφου Νο 198 με έδρα το περιφερειακό Δικαστήριο της πόλης Σαντάνσι, με το οποίο οι εκκαλούντες εμφανίσθηκαν στην ως άνω συμβολαιογράφο για να παράσχουν στον εκπροσωπήσαντα στην παρούσα δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο τους την αναφερόμενη σ' αυτό ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, 3) το προσκομιζόμενο σε επίσημη μετάφραση από την Βουλγαρική στην Ελληνική γλώσσα, από 19-7-2010 πληρεξούσιο της ίδιας ως άνω συμβ/φου στην οποία παρουσιάσθηκε η πρώτη εκκαλούσα για τη σύνταξη του ως άνω πληρεξούσιου. 4) το επικαλούμενο από τους εκκαλούντες με το ως άνω υπόμνημα αυτοτελών ισχυρισμών τους, υπ' αριθμ. 4653/2003 προσκομιζόμενο παραπεμπτικό βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο λόγω μη ασκήσεως κατ' αυτού από τους εκκαλούντες κανενός ενδίκου μέσου και την προσκομιζόμενη επίσης από 23-3-2010 αίτηση τους για την κατάργηση της υπ' αριθμ. 8/1999 διάταξης του 7ου τακτικού ανακριτή Αθηνών, με την οποία υπέβαλαν αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης τους ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών (αίτηση από την οποία παραιτήθηκαν με την επίσης προσκομιζόμενη από 20-4-2010 παραίτηση τους), το μεν αναιρείται ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι από το Μάιο του 2006 μέχρι σήμερα νοσηλεύονται στο προαναφερόμενο νοσοκομείο στη Σόφια Βουλγαρίας, το δε αποδεικνύεται ότι είχαν την ικανότητα να επιμελούνται των υποθέσεων τους, όπως ενδεικτικά συνέβη τον Οκτώβριο του 2008 οπότε με βάση το πληρεξούσιο της προαναφερομένης συμβολαιογράφου, με το οποίο η πρώτη εκκαλούσα παρέσχε την απαιτουμένη πληρεξουσιότητα για τη σύνταξη στην Κηφισιά του προαναφερομένου υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, αλλά και τον Φεβρουάριο του 2010 χρόνο σύνταξης του προαναφερομένου ανέκκλητου πληρεξουσίου. Οι εκκαλούντες γνώριζαν τις σε βάρος τους εκκρεμούσες ποινικές δίκες αναντίλεκτα από το έτος 2003 (επίδοση του υπ' αριθμ. 4653/2003 αμετακκλήτου βουλεύματος). Όλες οι σε βάρος των εκκαλούντων ποινικές υποθέσεις αφορούν τις πράξεις για τις οποίες παραπέμφθηκαν με το προαναφερόμενο αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών (4653/2003). Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες κατά το χρόνο της επιδόσεως στις 6-2-2006, βρίσκονταν, όπως επικαλούνται, νοσηλευόμενοι σε νοσοκομείο της πόλης Σόφια της Βουλγαρίας, ούτε ότι δεν έλαβαν γνώση της γενόμενης προς αυτούς επιδόσεως. Επομένως, το όποιο κώλυμα ασθένειας επικαλούνται ότι απετέλεσε το λόγο ανωτέρας βίας που τους εμπόδισε να ασκήσουν εμπροθέσμως την έφεση τους, και αν ακόμα απεδεικνύετο, που δεν αποδείχθηκε, ήρθη, αν όχι από τον Οκτώβριο του 2008 (σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου) αναντίλεκτα από τον χρόνο σύνταξης του προαναφερομένου ανέκκλητου πληρεξουσίου, δηλαδή στις 5-2-2010. Σε κάθε περίπτωση επομένως, από του χρόνου αυτού (5-2-2010) μέχρι της ασκήσεως της ένδικης εφέσεως, (23-3-2010) παρήλθε το οριζόμενο στο νόμο χρονικό διάστημα των 30 ημερών, και ως εκ τούτου η κρινόμενη έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως της. Οι εκκαλούντες επικαλούνται την υπ' αριθμ. 2437/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων (Ε' Τριμελούς), με την οποία το ως άνω Δικαστήριο κρίνοντας αίτηση τους για ανάκληση της υπ' αριθμ. 1425/2005 αποφάσεως του με την οποία είχε ανασταλεί η εναντίον τους ποινική διαδικασία, ανεκάλεσε την ως άνω προηγούμενη απόφαση του και απέρριψε το αίτημα τους για άρση της υπ' αριθμ. 8/1999 διάταξη της 7ης Ανακρίτριας του Πρωτ. Αθηνών, δεχθέν ότι στις 9-5-2005 οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι για λόγους ανωτέρας βίας δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, συνιστώμενης στα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή (2437/7-5-2010) νοσήματα τα οποία τους εμπόδισαν να εμφανισθούν ή να εκπροσωπηθούν στο Δικαστήριο. Οι λόγοι για τους οποίους το ως άνω Δικαστήριο ανεκάλεσε την προαναφερόμενη απόφαση του (1425/2005), ανάγονται σαφώς σε διαφορετικό χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα στο έτος 2005, και σε καμμία περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν σε σχέση με την κρινόμενη έφεση και το χρονικό διάστημα που αφορά το εμπρόθεσμο της άσκησης της, κατά τα αναλυτικά προεκτιθέμενα.". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της έφεσης, ως εκπρόθεσμης, απόφασης είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ'αυτή τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή η χρονολογία επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης στους εκκαλούντες (6-2-2010) και η χρονολογία άσκησης της έφεσης (24-3-2010), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας άσκησής της. Εφόσον, επομένως οι εκκαλούντες, ήδη αναιρεσείοντες, δεν πρόβαλαν με την έφεση ότι είχαν καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που παράγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης τη διεύθυνση κατοικίας τους στο εξωτερικό στο Κρατικό Νοσοκομείο της Σόφιας Βουλγαρίας, νομίμως αναζητήθηκαν (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που οι ίδιοι είχαν δηλώσει ως τελευταία γνωστή κατοικία τους (οδός ...) και δεν είχε υποχρέωση το Πενταμελές Εφετείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτοί διέμεναν ή όχι, νοσηλευόμενοι, στο προδιαληφθέν Νοσοκομείο της Βουλγαρίας. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται και η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι οι λόγοι ανώτερης βίας (ασθένεια) στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων εξέλιπαν από τις 5-2-2010, τα δε νοσήματα από τα οποία έπασχαν οι αναιρεσείοντες, ως λόγοι ανώτερης βίας, που δέχτηκε η 2437/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία ανακλήθηκε η 1425/2010 απόφαση του τελευταίου, ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο από τις 5-2-2010 και συγκεκριμένα στο έτος 2005. Ενώ, με το να δεχτεί το Πενταμελές Εφετείο ότι η γενόμενη κατά τα παραπάνω επίδοση, ως άγνωστης διαμονής, της εκκαλούμενης απόφασης ήταν έγκυρη δεν υπερέβη την εξουσία του, αλλ' ούτε και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης είναι, όπως αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, αντίθετη, προς τα άρθρα 20 παρ.1, 28 παρ.1, 25 παρ.1 του Συντάγματος, 2 παρ.1 του 7 Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 14 παρ.5 του ΔΣΑΠΔ. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Η' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι αβάσιμοι. Εξάλλου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα τρίτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, επειδή απέρριψε σιγή τους δι' υπομνήματος υποβληθέντες στο Δικαστήριο της ουσίας αυτοτελείς ισχυρισμούς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αφορούν την ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη της έφεσης, ως εκπρόθεσμης, αλλ' αφορούν την ουσία της υπόθεσης, στην οποία το Πενταμελές Εφετείο δε μπορούσε να προχωρήσει, μετά την απόρριψη, ως εκπρόθεσμης, της έφεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι ν' απορριφθούν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις, από 22 Νοεμβρίου 2010, αιτήσεις και τους πρόσθετους αυτών λόγους των Κ. Μ. του Ν. και Δ. Β. του Κ., για αναίρεση της 2353/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση που απορρίπτει, ως εκπρόθεσμη την έφεση των κατηγορουμένων, οι οποίοι κλητεύθηκαν, ως άγνωστης διαμονής. Ανώτερη βία. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι. Απορρίπτει αιτήσεις και πρόσθετους επ’ αυτών λόγους.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1084/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Φ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βώβο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1822-1823/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Δ. Λ. του Ε..
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1094/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 216 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης αυτής και περαιτέρω σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο β της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.2β Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, απαιτείται επί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τέλεσης του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος, συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Κατ' επάγγελμα δε τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά, υποκειμενικούς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στη ψευδή δήλωση του περιστατικού. Κατά δε την παρ.2 του αυτού άρθρου αν υπάρχουν οι όροι του άρθρου 216 παρ.3, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ενώ η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενως στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος στους αναφερόμενους στο διατακτικό τόπου και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος κατά τους στο διατακτικό αναφερόμενους τόπους και χρόνου προέβη στη νόθευση τεσσάρων (4) διαβατηρίων (της Ζ. Κ., του Γ. Π., της Λ. Κ. και του Γ. Κ.) πράξη που τελέσθηκε απ' αυτόν κατά τον τρόπο που εξειδικεύεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης είναι δε άτομο που ενεργούσε κατ' επάγγελμα και συνήθεια διαπράττοντας παρόμοιες πράξεις, αντί τιμήματος 15.000 ευρώ για κάθε διαβατήριο, η ως άνω δε νόθευση των προαναφερομένων διαβατηρίων αποτελούσε εξακολουθηματική πράξη. Περαιτέρω, αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν εξ υποκειμένου και εξ αντικειμένου της αξιόποινες πράξεις α)της υφαρπαγής 4 ψευδών βεβαιώσεων όσον αφορά την έκδοση των διαβατηρίων των Δ. Κ., της Ζ. Σ., του Κ. Π. και του Α. Μ. πράξη, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κα φέρει εξακολουθητικό χαρακτήρα, β)της υποβολής για λογαριασμό τρίτων στην αρμόδια αρχή δικαιολογητικών έκδοσης ταξιδιωτικών εγγράφων με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθόσον αφορά τους Δ. Κ., Ζ. Σ., Κ. Π. και Α. Μ., πράξη, που φέρει εξακολουθητικό χαρακτήρα και γ)της απλής συνέργειας στην παροχή συνδρομής σ' αλλοδαπούς να εξέλθουν ή να επιχειρήσουν ν' εξέλθουν από την Ελλάδα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις την οποία συνδρομή παρείχε ή προσπάθησε να παράσχει σε μία γυναίκα κι έναν άνδρα αλλοδαπούς αγνώστων στοιχείων, στον Αλβανό υπήκοο O. M., στον Αλβανό υπήκοο J. M. καθώς και σε δύο ακόμη άγνωστους αλλοδαπούς έναν άνδρα και μία γυναίκα, αντιστοίχως, στους οποίους παρέδωσε τα ως άνω υφαρπαγέντα διαβατήρια των Δ. Κ., Ζ. Σ., Κ. Π., Α. Μ., Σ. Μ. και Γ. Κ., οι οποίες επί μέρους πράξεις φέρουν εξακολουθητικό χαρακτήρα. Ενόψει αυτών πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω πράξεων με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, όπως αυτό αναγνωρίσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένων ως αορίστων των λοιπών ελαφρυντικών περιστάσεων (ΑΠ 807/2007 Ποιν.Δικ.2007, 1235)". Στη συνέχεια, το προδιαληφθέν Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, μερικές από τις οποίες αποτελούν εξακολούθηση των ίδιων εγκλημάτων, ενεργώντας στη διάπραξη ορισμένων εξ αυτών τόσο από κοινού με άλλα άτομα όσο και μεμονωμένα, τέλεσε από πρόθεση περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με ποινές στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές, ήτοι : Ι) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας αφενός από κοινού με άλλα πρόσωπα και αφετέρου μεμονωμένα, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθούν σε δημόσια έγραφα αναληθώς περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος που απεκόμισε υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ. Συγκεκριμένα: α) Στη Θεσσαλονίκη στις 23-6-2003, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του Ε. Ν., ιδιοκτήτη του ταξιδιωτικού γραφείου με την επωνυμία "ΤRAVELLING ALL OVER", ...- ..., και Π. Γ., υπάλληλο του εν λόγω γραφείου, δηλαδή με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με αυτούς, αφού στις 19-6-2003 στον ίδιο τόπο, έλαβαν στην κατοχή τους από τον συγκατηγορούμενό τους Κ. Δ. το με αριθμό Ρ ... δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας που είχε εκδοθεί στις 7-8-1995 από το ΙΣΤ Τμήμα Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, φωτοαντίγραφο λογαριασμού ρεύματος και την από 19-6-2003 εξουσιοδότηση του, με την οποία εξουσιοδοτούσε τους ως άνω συνεργούς του να καταθέσουν στην αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση διαβατηρίων και δη στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, την σχετική αίτηση με τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα, προκειμένου να εκδοθεί διαβατήριο με τα δικά του ατομικά στοιχεία, το οποίο να παραλάβουν υπογράφοντας αντ' αυτού, αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του Ε. Ν. και Π. Γ., πέτυχαν εξαπατώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και δη υποβάλλοντας την από, 23-6-2003 αίτηση για έκδοση διαβατηρίου όπου ενώ αναγραφόταν τα ατομικά στοιχεία του Κ. Δ., είχαν επικολλήσει τη φωτογραφία αγνώστων στοιχείων αλλοδαπού προσώπου, να βεβαιωθεί αναληθώς στο Τ-Ν. .../23-6-2003 διαβατήριο που εκδόθηκε από την εν λόγω υπηρεσία, δηλαδή σε δημόσιο έγγραφο, γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δη ότι ο αγνώστων στοιχείων αλλοδαπός που εικονίζεται στη φωτογραφία είναι το πρόσωπο που εμφανίζεται με τα ατομικά στοιχεία Κ. Δ. του Γ. και Λ., που γεννήθηκε στις 23-7-1979 στη Θεσσαλονίκη, ενώ αυτό είναι αναληθές. Στη συνέχεια αφού παρέδωσε στον αγνώστων στοιχείων αλλοδαπό το υφαρπαγέν διαβατήριο ο οποίος, κατέβαλλε σε αυτόν και τους συνεργούς του Ε. Ν. και Π. Γ. για το λόγο αυτό το ποσό των 15.000 Ευρώ, αυτός (αλλοδαπός), στις 28-6-2003, κάνοντας χρήση αυτού του διαβατηρίου, στον αερολιμένα Αθηνών και δη εμφανιζόμενος στα αρμόδια για τον έλεγχο των ταξιδιωτών όργανα ότι είναι το πρόσωπο με τα προαναφερθέντα στοιχεία του Κ. Δ. ταξίδεψε από την Αθήνα στο Βανκούβερ Καναδά, μέσω Άμστερνταμ Ολλανδίας. Β) Στη Θεσσαλονίκη αφού κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2003 μέχρι την 12-9-2003, έλαβε στην κατοχή του από τη συγκατηγορούμενή του Σ. Ζ. το με αριθμό Ν. ... δελτίο της αστυνομικής της ταυτότητας καθώς και μία υπεύθυνη δήλωση - εξουσιοδότηση, τα στοιχεία της οποίας δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθούν, που απευθύνονταν προς τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να καταθέσει στην εν λόγω υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα και να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια χρειασθεί, προκειμένου να εκδοθεί διαβατήριο με τα δικά της ατομικά στοιχεία, αυτός στις 12-9-2003, πέτυχε εξαπατώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και δη υποβάλλοντας την από 12-9-2003 αίτηση για έκδοση διαβατηρίου όπου ενώ αναγράφονταν τα ατομικά στοιχεία της Σ. Ζ., είχε επικολλήσει τη φωτογραφία άγνωστων στοιχείων αλλοδαπής, να βεβαιωθεί αναληθώς στο Α-.../12-9-2003 διαβατήριο που εκδόθηκε από την εν λόγω υπηρεσία με ισχύ μέχρι την 11-9-2008, δηλαδή σε δημόσιο έγγραφο γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δη ότι η άγνωστων στοιχείων αλλοδαπή είναι το πρόσωπο που εμφανίζεται στο διαβατήριο με τα ατομικά στοιχεία Σ. Ζ. του Ε. και Γ., σύζυγος Μ. Σ. του Η. που γεννήθηκε στις 7-5-1963 στο Λοφίσκο Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια αφού παρέδωσε στην αγνώστων στοιχείων αλλοδαπή το υφαρπαγέν διαβατήριο η οποία του κατέβαλλε για το λόγο αυτό το ποσό των 15.000 Ευρώ, αυτή, στις 13-9-2003, κάνοντας χρήση αυτού του διαβατηρίου, στον αερολιμένα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" Θεσσαλονίκης και δη εμφανιζόμενη στα αρμόδια για τον έλεγχο των ταξιδιωτών όργανα ότι είναι το πρόσωπο με τα προαναφερθέντα στοιχεία της Σ. Ζ., ταξίδεψε, συνοδευόμενη από το συγκατηγορούμενό του Λ. Δ., από τη Θεσσαλονίκη στο Μόντρεαλ Καναδά, μέσω Άμστερνταμ Ολλανδίας, γ) Στη Θεσσαλονίκη στις 14-10-2003, αφού στις 17-9-2003 στη Θεσσαλονίκη έλαβε στην κατοχή του από το συγκατηγορούμενό του Π. Κ. το με αριθμό Ρ ... δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας που είχε εκδοθεί στις 20-1-1996 από το αστυνομικό τμήμα Νιγρίτας Σερρών, το από 2-6-2003 γραμμάτιο είσπραξης της Τράπεζας Εργασίας, το ειδικό φύλλο πορείας του Γενικού Επιτελείου και την ταυτόχρονης- ημερομηνίας (17-9-2003) υπεύθυνη δήλωση του Π., που απευθύνονταν προς τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να καταθέσει στην εν λόγω υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα και να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια χρειασθεί, προκειμένου να εκδοθεί διαβατήριο με τα δικά του ατομικά στοιχεία, αυτός πέτυχε εξαπατώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και δη υποβάλλοντας την από 14-10-2003 αίτηση για έκδοση διαβατηρίου, όπου ενώ αναγράφονταν τα ατομικά στοιχεία του Π. Κ., είχε επικολλήσει τη φωτογραφία του αλλοδαπού Μ. (επ) Ο. (ον) του Ρ., να βεβαιωθεί αναληθώς στο Α-.../14-10-2003 διαβατήριο που εκδόθηκε από την εν λόγω υπηρεσία, δηλαδή σε δημόσιο έγγραφο, γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δη ότι ο εν λόγω αλλοδαπός είναι το πρόσωπο που εμφανίζεται στο ως άνω διαβατήριο με τα ατομικά στοιχεία Κ. Π. του Ι. και Ε., που γεννήθηκε στις 9-9-1980 στις Σέρρες, ενώ αυτό είναι αναληθές αφού τα ατομικά στοιχεία αυτού είναι Μ. (επ) Ο. (ον) του Ρ. και της F., γεννηθείς στις 21-9-1986 στο ΡΟGRADEC Αλβανίας. Στη συνέχεια αφού παρέδωσε στον ως άνω αλλοδαπό το υφαρπαγέν διαβατήριο ο οποίος του κατέβαλλε για το λόγο αυτό το ποσό των 15.000 Ευρώ, αυτός, στις 24-10-2003, κάνοντας χρήση αυτού του διαβατηρίου, στον αερολιμένα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" Θεσσαλονίκης και δη εμφανιζόμενος στα αρμόδια για τον έλεγχο των ταξιδιωτών όργανα ότι είναι το πρόσωπο με τα προαναφερθέντα στοιχεία του Π. Κ., επιχείρησε να ταξιδέψει, συνοδευόμενος από το συγκατηγορούμενό του Λ. Δ., από τη Θεσσαλονίκη στο Μόντρεαλ Καναδά, μέσω Άμστερνταμ Ολλανδίας, πλην όμως αυτό δεν επετεύχθη διότι συνελήφθη, και δ) Στη Θεσσαλονίκη στις 24-10-2003, αφού την ίδια ημέρα και στον ίδιο τόπο έλαβε στην κατοχή του από τον συγκατηγορούμενό του Α. Μ. το με: αριθμό Ρ-... δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας που είχε εκδοθεί στις 30-4-1996 από το αστυνομικό τμήμα Ελευθερούπολης Καβάλας, φωτοαντίγραφο του εκκαθαριστικού του σημειώματος της ΔΟΥ Αμπελοκήπων Θεσ/νίκης που αφορά το οικονομικό έτος 2003 (χρήση του έτους 2002) και την ταυτόχρονης ημερομηνίας (24-10-2003) υπεύθυνη δήλωση του που απευθύνονταν προς τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να καταθέσει στην εν λόγω υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα και να υπογράψει όπου χρειασθεί, προκειμένου να εκδοθεί διαβατήριο με τα δικά του ατομικά στοιχεία, αυτός πέτυχε εξαπατώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και δη υποβάλλοντας την από 24-10-2003 αίτηση για έκδοση διαβατηρίου όπου ενώ αναγράφονταν -τα ατομικά στοιχεία του Μ. Α., είχε επικολλήσει τη φωτογραφία του Μ. (επ) J., να βεβαιωθεί αναληθώς στο AN-.../24-10-2003 διαβατήριο που εκδόθηκε από την εν λόγω υπηρεσία, δηλαδή σε δημόσιο έγγραφο, γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δη ότι ο εν λόγω αλλοδαπός είναι το πρόσωπο που εμφανίζεται στο ως άνω διαβατήριο με τα ατομικά στοιχεία Α. Μ. του Μ. και Φ., που γεννήθηκε στις 10-3-1980 στο Κοκκινοχώρι Καβάλας, ενώ αυτό είναι αναληθές αφού τα ατομικά στοιχεία αυτού είναι Μ. (επ) J. (ον) του G. και της S., γεννηθείς στις 6-6-1981 στην Κορυτσά Αλβανίας. Στη συνέχεια αφού παρέδωσε στον ως άνω αλλοδαπό το υφαρπαγέν διαβατήριο ο οποίος του κατέβαλλε για το λόγο αυτό το ποσό των 7.000 Ευρώ από το συνολικά συμφωνηθέν ποσό των 12.500 Ευρώ, αυτός, στις 24-10-2003, κάνοντας χρήση αυτού του διαβατηρίου, στον αερολιμένα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" Θεσσαλονίκης και δη εμφανιζόμενος στα αρμόδια για τον έλεγχο των ταξιδιωτών όργανα ότι είναι το πρόσωπο προαναφερθέντα στοιχεία του Μ. Α., επί να ταξιδέψει, συνοδευόμενος από το συγκατηγορούμενο του Λ. Δ., από τη Θεσσαλονίκη στο Μόντρεαλ Καναδά, μέσω Άμστερνταμ Ολλανδίας, πλην όμως αυτό δεν επετεύχθη διότι συνελήφθη. Ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που διαπράττει υφαρπαγές ψευδών βεβαιώσεων (διαβατηρίων) κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, υποδομή που καταδεικνύεται από το ότι συνεργαζόμενος με τα προαναφερόμενα πρόσωπα και δρώντας με τον τρόπο που περιγράφηκε, είχε οργανώσει κύκλωμα, απόκτησης πλαστών - υφαρπαγέντων διαβατηρίων τα οποία παρέδιδε σε αλλοδαπούς αντί αμοιβής του που κυμαίνονταν από 7.000 έως 15.000 Ευρώ και προωθούσε παράνομα αλλοδαπούς στο εξωτερικό, χωρίς δηλαδή αυτοί να έχουν τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα, προκύπτει αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Το συνολικό δε όφελος που πέτυχε από τις παραπάνω πράξεις του ανέρχεται σε 120.000 Ευρώ (15.000 Ευρώ για το καθένα από περιγραφόμενα ανωτέρω στις υπό στοιχείο α, β, γ πράξεις, διαβατήρια και 7.000 Ευρώ για το περιγραφόμενο ανωτέρω στην υπό στοιχείο δ πράξη, διαβατήριο).
II) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους για γεγονός που μπορεί να έχει νόμιμες συνέπειες, ενώ είναι πρόσωπο που διαπράττει νοθεύσεις (νόθευση εγγράφων) κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος που απεκόμισε υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ. Ειδικότερα: α) Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2001 μέχρι την 7-5-2001, σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε ειδικότερα, αφού η συγκατηγορούμενη του Κ. Ζ. του Π. του παρέδωσε το με αριθμό Μ … διαβατήριο της που είχε εκδοθεί από τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης στις 8-5-1996 και ίσχυε μέχρι 7-5-2001, αυτός νόθευσε αυτό και συγκεκριμένα αποκόλλησε τη φωτογραφία της ανωτέρω συγκατηγορούμενής του και έθεσε στη θέση αυτής τη φωτογραφία αγνώστων στοιχείων αλλοδαπής γυναίκας, έτσι ώστε να εμφανίζεται στις αρμόδιες αρχές και να παραπλανώνται αυτές ότι η τελευταία είναι πρόσωπο με τα ατομικά στοιχεία Κ. Ζ. του Π., που γεννήθηκε στις 3-7-1966 στη Βουλγαρία. Στη συνέχεια, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, παρέδωσε το πλαστό διαβατήριο στην αγνώστων στοιχείων αλλοδαπή γυναίκα που του κατέβαλλε για το λόγο αυτό το ποσό των 15.000 Ευρώ και αυτή κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, κάνοντας χρήση του νοθευθέντος διαβατηρίου ταξίδεψε προς αδιακρίβωτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το χώρο της οποίας δεν τίθεται πάνω στο διαβατήριο σχετική σφραγίδα εισόδου, β)Αφού στη Θεσσαλονίκη στις 2-9-1997 πέτυχε εξαπατώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και δη υποβάλλοντας την από 2-9-1997 αίτηση για διαβατήριο, όπου ενώ αναγράφονταν τα ατομικά στοιχεία Π. Γ. του Π., που γεννήθηκε στις 13-1-1965, στη Θεσσαλονίκη, είχε επικολλήσει τη δική του φωτογραφία, να βεβαιωθεί αναληθώς -οιο Μ.Ν .../2-9-1997 διαβατήριο που εκδόθηκε από την εν λόγω υπηρεσία με ισχύ μέχρι την 1-9-2002, δηλαδή σε δημόσιο έγγραφο, γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δη ότι αυτός είναι το πρόσωπο που εμφανίζεται στο διαβατήριο με τα ως άνω ατομικά στοιχεία, πράγμα αναληθές αφού τα δικά του ατομικά στοιχεία είναι Λ. Φ. του Λ., που γεννήθηκε στις 23-7-1963 στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου (για την εν λόγω πράξη δεν του αποδίδεται κατηγορία για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης αφού η πράξη αυτή τελέσθηκε με την υποβολή της σχετικής αίτησης στη Νομαρχία στις 2-9-1997 και ως εκ τούτου, λόγω του πλημμεληματικού της χαρακτήρα, έχει παραγραφεί), αυτός, στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2001 μέχρι την 1-9-2002, σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε ειδικότερα, έχοντας στην κατοχή του το προαναφερθέν με αριθμό Μ ... διαβατήριο με εμφανιζόμενα τα ανωτέρω στοιχεία Γ. Γ. του Π., που γεννήθηκε στις 13-1 -1965 στη Θεσσαλονίκη, νόθευσε αυτό και συγκεκριμένα αποκόλλησε τη φωτογραφία τη δική του που υπήρχε σε αυτό και έθεσε στη θέση αυτής τη φωτογραφία αγνώστων στοιχείων αλλοδαπού άντρα, έτσι ώστε να εμφανίζεται στις αρμόδιες αρχές και να παραπλανόνται αυτές ότι ο τελευταίος είναι πρόσωπο με τα ατομικά στοιχεία Γ. Γ. του Π., που γεννήθηκε στις 13-1-1965. Στη συνεχεία, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, παρέδωσε το πλαστό διαβατήριο στον αγνώστων στοιχείων αλλοδαπό άντρα που του κατέβαλλε για το λόγο αυτό το ποσό των 15.000 Ευρώ και αυτός κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, κάνοντας χρήση του νοθευθέντος διαβατηρίου ταξίδεψε προς αδιακρίβωτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το χώρο της οποίας δεν τίθεται πάνω στο διαβατήριο σχετική σφραγίδα εισόδου, γ) Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από την 21-12-2001 μέχρι την 11-11-2003, σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε ειδικότερα, αφού η συγκατηγορούμενή του Κ. Λ. του Δ. του παρέδωσε το με αριθμό Τ ... διαβατήριο της που είχε εκδοθεί από τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης στις 21-12-2001 και ίσχυε μέχρι 20-12-2006, αυτός νόθευσε το ως άνω διαβατήριο και συγκεκριμένα αποκόλλησε τη φωτογραφία της ανωτέρω συγκατηγορούμενής του και έθεσε στη θέση αυτής τη φωτογραφία αγνώστων στοιχείων αλλοδαπής γυναίκας, έτσι ώστε να εμφανίζεται στις αρμόδιες αρχές και να παραπλανόνται αυτές ότι η τελευταία είναι πρόσωπο με τα ατομικά στοιχεία Κ. Λ. του Δ., που γεννήθηκε στις 9-4-1950 στον Άγιο Βασίλειο Θεσσαλονίκης. Στη συνεχεία, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, παρέδωσε το πλαστό διαβατήριο στην αγνώστων στοιχείων αλλοδαπή γυναίκα που του κατέβαλλε για το λόγο αυτό το ποσό των 15.000 Ευρώ και αυτή κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, κάνοντας χρήση του νοθευθέντος διαβατηρίου ταξίδεψε προς αδιακρίβωτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το χώρο της οποίας δεν τίθεται πάνω στο διαβατήριο σχετική σφραγίδα εισόδου, και δ) Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από την 21-12-2001 μέχρι την 11-11-2003, σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε ειδικότερα, αφού ο συγκατηγορούμενός του Κ. Γ. του Θ. του παρέδωσε το με αριθμό Τ ... διαβατήριο του που είχε εκδοθεί από τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης στις 21-12-2001 και ίσχυε μέχρι 20-12-2006, αυτός νόθευσε, το ως άνω διαβατήριο και συγκεκριμένα αποκόλλησε τη φωτογραφία του ανωτέρω συγκατηγορούμενού του και έθεσε στη θέση αυτού τη φωτογραφία αγνώστων στοιχείων αλλοδαπού άντρα, έτσι ώστε να εμφανίζεται στις αρμόδιες αρχές και να παραπλανόνται αυτές ότι ο τελευταίος είναι πρόσωπο με τα ατομικά στοιχεία Κ. Γ. του Θ., που γεννήθηκε στις 20-10-1945 στη Θεσσαλονίκη. Στη συνεχεία, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, παρέδωσε το πλαστό διαβατήριο στον αγνώστων στοιχείων αλλοδαπό άντρα που του κατέβαλλε για το λόγο αυτό το ποσό των 15.000 Ευρώ και αυτός κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, κάνοντας χρήση του νοθευθέντος διαβατηρίου ταξίδεψε προς αδιακρίβωτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το χώρο της οποίας δεν τίθεται πάνω στο διαβατήριο σχετική σφραγίδα εισόδου. Ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που διαπράττει πλαστογραφίες (καταρτίσεις πλαστών και νοθεύσεις διαβατηρίων) κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, υποδομή που καταδεικνύεται από το ότι συνεργαζόμενος με τα προαναφερόμενα πρόσωπα και δρώντας με τον τρόπο που περιγράφηκε, είχε οργανώσει κύκλωμα κατάρτισης πλαστών και νόθευσης διαβατηρίων, τα οποία παρέδιδε σε άγνωστους αλλοδαπούς αντί αμοιβής του που ανέρχονταν σε 15.000 Ευρώ ανά αλλοδαπό και προωθούσε παράνομα αλλοδαπούς στο εξωτερικό, χωρίς δηλαδή αυτοί να έχουν τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα, προκύπτει αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Το συνολικό δε όφελος που πέτυχε από τις παραπάνω πράξεις του ανέρχεται σε 20.000 Ευρώ (15.000 Ευρώ για το καθένα από περιγραφόμενα οκτώ πλαστά και νοθευμένα διαβατήρια).
III) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας αφενός από κοινού με τους κάτωθι συγκατηγορούμενούς του, υπέβαλλε για λογαριασμό τρίτου στην αρμόδια αρχή δικαιολογητικά έκδοσης ταξιδιωτικού εγγράφου, με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα του προσώπου αυτού. Συγκεκριμένα: α)Στη Θεσσαλονίκη, στις 23-6-2003, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς Ε. Ν., ιδιοκτήτη του ταξιδιωτικού γραφείου με την επωνυμία "TRAVELLING ALL OVER", ...- ..., και Π. Γ., υπάλληλο του εν λόγω γραφείου, δηλαδή με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με αυτούς, υπέβαλε προς τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης αίτηση για την έκδοση διαβατηρίου στο όνομα του Κ. Δ. του Γ. και Λ., που γεννήθηκε στις 23-7-1979 στη Θεσσαλονίκη, υποβάλλοντας, ως δικαιολογητικά αντίγραφο του με αριθμό Ρ ... δελτίου αστυνομικής του ταυτότητας που είχε εκδοθεί στις 7-8-1965 από το ΙΣΤ Τμήμα Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, φωτοαντίγραφο λογαριασμού ρεύματος και την από 19-6-2003 εξουσιοδότηση του με την οποία εξουσιοδοτούσε τους ως άνω συνεργούς του, να καταθέσουν στην αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση διαβατηρίων και δη στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, την σχετική αίτηση με τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα, προκειμένου να εκδοθεί διαβατήριο με τα δικά του ατομικά στοιχεία το οποίο να παραλάβουν υπογράφοντας αντί αυτού, πλην όμως στην εν λόγω αίτηση είχαν επικολλήσει τη φωτογραφία αγνώστων στοιχείων αλλοδαπού, με αποτέλεσμα να υποβάλουν στην ως άνω αρμόδια αρχή (Νομαρχία Θεσσαλονίκης) δικαιολογητικά έκδοσης ταξιδιωτικού εγγράφου, με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα του αγνώστου αλλοδαπού αλλά αντίθετα παρουσίαζε αυτόν με τα στοιχεία του ημεδαπού Κ. Δ.. β) Στη Θεσσαλονίκη, στις 12-9-2003, υπέβαλε προς τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης αίτηση για την έκδοση διαβατηρίου στο όνομα της Σ. Ζ. του Ε. και Γ., σύζυγος Μ. Σ. του Η. που γεννήθηκε στις 7-5-1963 στο Λοφίσκο Θεσσαλονίκης, υποβάλλοντας ως δικαιολογητικά αντίγραφο του με αριθμό Ν ... δελτίο της αστυνομικής της ταυτότητας καθώς και μία υπεύθυνη δήλωση -εξουσιοδότηση, τα στοιχεία της οποίας δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθούν, που απευθύνονταν προς τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να καταθέσει στην εν λόγω υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα και να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια χρειασθεί, προκειμένου να εκδοθεί διαβατήριο με τα δικά της ατομικά στοιχεία, πλην όμως στην εν λόγω αίτηση είχε επικολλήσει τη φωτογραφία αγνώστων στοιχείων αλλοδαπής, με αποτέλεσμα να υποβάλλει στην ως άνω αρμόδια αρχή (Νομαρχία Θεσσαλονίκης) δικαιολογητικά έκδοσης ταξιδιωτικού εγγράφου, με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα της άγνωστης αλλοδαπής αλλά αντίθετα παρουσίαζε αυτήν με τα στοιχεία της ημεδαπή Σ. Ζ. γ) Στη Θεσσαλονίκη, στις 14-10-2003, υπέβαλλε προς τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης αίτηση για την έκδοση διαβατηρίου στο όνομα του Π. Κ. του Ι. και Ε., που γεννήθηκε στις 9-9-1980 στις Σέρρες, υποβάλλοντας ως δικαιολογητικά αντίγραφο του με αριθμό Ρ ... δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας που είχε εκδοθεί στις 20-1-1996 από το αστυνομικό τμήμα Νιγρίτας Σερρών, το από 2-6-2003 γραμμάτιο είσπραξης της Τράπεζας Εργασίας, το ειδικό φύλλο πορείας του Γενικού Επιτελείου και την ταυτόχρονης ημερομηνίας (17-9-2003) υπεύθυνη δήλωση του Π. που απευθύνονταν προς τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να καταθέσει στην εν λόγω υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα και να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια χρειασθεί, προκειμένου να εκδοθεί διαβατήριο με τα δικά του ατομικά στοιχεία, πλην όμως στην εν λόγω αίτηση είχε επικολλήσει τη φωτογραφία του αλβανού υπηκόου Μ. (επ) Ο. (ον) του Ρ. και της F., γεννηθείς στις 21-9-1986 στο ΡΟGRADEC Αλβανίας, με αποτέλεσμα να υποβάλλει στην ως άνω αρμόδια αρχή (Νομαρχία Θεσσαλονίκης) δικαιολογητικά έκδοσης ταξιδιωτικού εγγράφου, με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα του ως άνω αλλοδαπού αλλά αντίθετα παρουσίαζε αυτόν με τα στοιχεία του ημεδαπού Π. Κ.. και δ) Στη Θεσσαλονίκη, στις 24-10-2003, υπέβαλλε προς τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης αίτηση για την έκδοση διαβατηρίου στο όνομα του Α. Μ. του Μ. και Φ., που γεννήθηκε στις 10-3-1980 στο Κοκκινοχώρι Καβάλας, υποβάλλοντας ως δικαιολογητικά αντίγραφο του με αριθμό Ρ ... δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας που είχε εκδοθεί στις 30-4-1996 από το αστυνομικό τμήμα Ελευθερούπολης Καβάλας, φωτοαντίγραφο του εκκαθαριστικού του σημειώματος της ΔΟΥ Αμπελοκήπων Θεσ/νίκης που αφορά το οικονομικό έτος 2003 (χρήση του έτους 2002) και την ταυτόχρονης ημερομηνίας (24-10-2003) υπεύθυνη δήλωση του που απευθύνονταν προς τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να καταθέσει στην εν λόγω υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα και να υπογράψει όπου χρειασθεί, προκειμένου να εκδοθεί διαβατήριο με τα δικά του ατομικά στοιχεία, πλην όμως στην εν λόγω αίτηση είχε επικολλήσει τη φωτογραφία του αλβανού υπηκόου Μ. (επ) J. (ον) του G. και της S., γεννηθείς στις 6-6-1981 στην Κορυτσά Αλβανίας, με αποτέλεσμα να υποβάλλει στην ως άνω αρμόδια αρχή (Νομαρχία Θεσσαλονίκης) δικαιολογητικά έκδοσης ταξιδιωτικού εγγράφου, με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα του ως άνω αλλοδαπού αλλά αντίθετα παρουσίαζε αυτόν με τα στοιχεία του ημεδαπού Α..
IV) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, παρείχε με πρόθεση συνδρομή σε άλλους πριν την τέλεση της άδικης πράξης που αυτοί διέπραξαν και συγκεκριμένα, με τον τρόπο που κατωτέρω περιγράφεται, παρείχε με πρόθεση συνδρομή στους κάτωθι αναφερόμενους αλλοδαπούς εξέλθουν από την Ελλάδα, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις Ειδικότερα : α) Στη Θεσσαλονίκη, κατά το διάστημα, κατά το διάστημα από 23 μέχρι 28 Ιουνίου 2003, παρέδωσε σε αγνώστων στοιχείων αλλοδαπό άντρα το με αριθμό Τ 883410/23-6-2003 υφαρπαγέν διαβατήριο που αναφέρεται ανωτέρω στην υπό στοιχείο Ι α πράξη που είχε εκδοθεί στο όνομα του Κ. Δ. του Γ., το οποίο (διαβατήριο) χρησιμοποίησε ο άγνωστος αλλοδαπός και στις 28-6-2003, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις (αφού κατείχε και χρησιμοποίησε μη νόμιμο ταξιδιωτικό έγγραφο) εξήλθε από την Ελλάδα από τον αερολιμένα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" Θεσσαλονίκης με τελικό προορισμό το Βανκούβερ Καναδά, β) Στη Θεσσαλονίκη, κατά το διάστημα των ημερών 12 και 13 Σεπτεμβρίου 2003, παράδωσε σε αγνώστων στοιχείων αλλοδαπή γυναίκα το με αριθμό Α .../12-9-2003 υφαρπαγέν διαβατήριο που αναφέρεται ανωτέρω στην υπό στοιχείο Ι β πράξη που είχε εκδοθεί στο όνομα της Σ. Ζ. του Ε., το οποίο (διαβατήριο) χρησιμοποίησε η άγνωστη αλλοδαπή και στις 13-9-2003, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις (αφού κατείχε και χρησιμοποίησε μη νόμιμο ταξιδιωτικό έγγραφο) εξήλθε από την Ελλάδα από τον αερολιμένα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" Θεσσαλονίκης με τελικό προορισμό το Μόντρεαλ Καναδά, γ) Στη Θεσσαλονίκη, στις 24 Οκτωβρίου 2003, παρέδωσε στον Αλβανό υπήκοο Μ. (επ) Ο. (ον) του Ρ., το με αριθμό Α .../14-10-2003 υφαρπαγέν διαβατήριο που αναφέρεται ανωτέρω στην υπό στοιχείο Ιγ πράξη που είχε εκδοθεί με τα στοιχεία Π. Κ., το οποίο (διαβατήριο) χρησιμοποίησε ο ως άνω αλλοδαπός και στις 24-10-2003 επιχείρησε, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις (αφού κατείχε και χρησιμοποίησε μη νόμιμο ταξιδιωτικό έγγραφο) να εξέλθει από την Ελλάδα από τον αερολιμένα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" Θεσσαλονίκης με προορισμό το Μόντρεαλ Καναδά, πράγμα που δεν επετεύχθη γιατί συνελήφθη, δ) Στη Θεσσαλονίκη, στις 24 Οκτωβρίου 2003, παρέδωσε στον αλβανό υπήκοο Μ. (επ) J. (ον) του G., το με αριθμό A .../24-10-2003 υφαρπαγέν διαβατήριο που αναφέρεται ανωτέρω στην υπό στοιχείο 1δ πράξη που είχε εκδοθεί με τα στοιχεία Μ. Α., το οποίο (διαβατήριο) χρησιμοποίησε ο ως άνω αλλοδαπός και στις 24-10-2003 επιχείρησε, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις (αφού κατείχε και χρησιμοποίησε μη νόμιμο ταξιδιωτικό έγγραφο) να εξέλθει από την Ελλάδα από τον αερολιμένα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" Θεσσαλονίκης με προορισμό το Μόντρεαλ Καναδά, πράγμα που δεν επετεύχθη γιατί συνελήφθη, ε) Στη Θεσσαλονίκη, κατά το διάστημα από την 21-12-2001 μέχρι την 11-11-2003, παρέδωσε σε αγνώστων στοιχείων αλλοδαπή γυναίκα το νοθευθέν με αριθμό Τ ... διαβατήριο που αναφέρεται ανωτέρω στην υπό στοιχείο ΙΙζ πράξη με τα στοιχεία Κ. Λ., το οποίο (διαβατήριο) χρησιμοποίησε η άγνωστη αλλοδαπή και κατά το ίδιο διάστημα, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις (αφού κατείχε και χρησιμοποίησε μη νόμιμο ταξιδιωτικό έγγραφο) εξήλθε από την Ελλάδα με τελικό προορισμό αδιακρίβωτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και στ) Στη Θεσσαλονίκη, κατά το διάστημα από την 21-12-2001 μέχρι την 11-11-2003, παρέδωσε σε αγνώστων στοιχείων αλλοδαπό άνδρα το νοθευθέν με αριθμό Τ ... διαβατήριο που αναφέρεται ανωτέρω στην υπό στοιχείο II η πράξη με τα στοιχεία Κ. Γ., το οποίο (διαβατήριο) χρησιμοποίησε ο άγνωστος αλλοδαπός και κατά το ίδιο διάστημα, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις (αφού κατείχε και χρησιμοποίησε μη νόμιμο ταξιδιωτικό έγγραφο) εξήλθε από την Ελλάδα με τελικό προορισμό χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης". Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις 26 παρ.1, 27 παρ.1, 94, 98, 13 στοιχ. στ', 216 παρ.1, 3 εδ.β', 220 παρ.1,2 ΠΚ, 50 παρ.1 και 54 παρ.8 Ν. 2910/2001, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αξιόποινης πράξης της άμεσης συνδρομής στις παραβάσεις του άρθρου 54 παρ.1 του Ν. 2910/2001 δεν απαιτείτο η αναφορά των ονομάτων των παραληπτών των διαβατηρίων. Ενώ, εφόσον όπως διατυπώθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναγνώριση και των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.δ' και ε' ΠΚ, ήτοι "Επέδειξα συμπεριφορά απόλυτα αρμόζουσα στους νόμους και στα επιβαλλόμενα κοινωνικά ήθη. Δεν υπέπεσα σε ουδεμία παράνομη πράξη ούτε καταδικάστηκα σε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Μέχρι σήμερα εργάζομαι στο χώρο των ηλεκτρονικών υπολογιστών-πληροφορικής και παρέχω βάσει συμβολαίων τεχνολογική υποστήριξη στον προαναφερόμενο κλάδο σε διάφορες εταιρείες, έχοντας ιδρύσει κα ι δική μου εταιρεία". "Ήδη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ομολόγησα τη συμμετοχή μου στις πράξεις των υφαρπαγών ψευδών βεβαιώσεων, προσκόμισα στις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές όλα τα αρμόδια παραστατικά (εισιτήρια, αιτήσεις και λοιπά έγγραφα) που μου ζητήθηκαν, χωρίς να προσπαθήσω να αποκρύψω τίποτα. Επιπροσθέτως, έδωσα όλες τις αναγκαίες διευκρινήσεις και πληροφορίες, που μου ζητήθηκαν από την ανάκριση και από το Δικαστήριο. Τέλος δε, η μακρόχρονη καλή συμπεριφορά αποτελεί και πλήρη απόδειξη, πρόσθετη της μεταμέλειας μου και της πρόθεσης μου να απέχω από οποιαδήποτε παράνομη ή αντικοινωνική συμπεριφορά" είναι αόριστο και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, να αιτιολογήσει την περί τούτου απορριπτική κρίση του. Επίσης, εφόσον το υποβληθέν αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, που με την προσβαλλόμενη απορρίφθηκε σιγή, έχουν επί λέξει "να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις για διενέργεια περαιτέρω γραφολογικού ελέγχου" είναι προεχόντως αόριστο, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων αιτιάται, ν' απαντήσει. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναίρεσης για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών, πιο πάνω, διατάξεων ουσιαστικού ποινικού δικαίου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ενώ, κατά το μέρος, που με αυτούς, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης της επιβαλλόμενης, κατά τα παραπάνω, αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού ποινικού δικαίου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Τέλος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν άσκησε επί του προβληθέντος ισχυρισμού του περί φαινόμενης συρροής μεταξύ των πράξεων του άρθρου 220 και 225 παρ.2 ΠΚ είναι απαράδεκτος προεχόντως για έλλειψη εννόμου συμφέροντος δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 225 παρ.2.
Από το συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 ΚΠΔ προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ίδιου Κώδικα λόγω αναίρεσης, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη έγγραφο χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αποτελεί το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος για το οποίο δικάζεται ο κατηγορούμενος. Επομένως, ο περί απόλυτης ακυρότητας λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση τέσσερα διαβατήρια που ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε (νόθευσε), χωρίς να αναγνωσθούν είναι αβάσιμος διότι τα έγγραφα αυτά αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της πλαστογραφίας για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και η μη ανάγνωση αυτών δεν επιφέρει ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και ελλείψει άλλων λόγων αναίρεσης, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 7 Ιουλίου 2010, αίτηση του Φ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1822-1823/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και παράβαση του άρθρου 50 παρ. 1 και 54 παρ. 8 Ν. 2910/2001. Είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και απόλυτη ακυρότητα σχετικά με τη λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1083/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με την 197/28.12.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. ΒΤ1024/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με κατηγορούμενο τον Κ. Λ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιά ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 8/17-6-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πειραιά Μαρίας Μουργή, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 841/2010.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραγραφή του αδικήματος της μη καταβολής προς το Δημόσιο χρεών και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους (άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990) ρυθμιζόταν από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 7 του άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, κατά την οποία "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτηση ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004 ως εξής "Ι. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Π.Κ. Η νέα αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη και ως εκ τούτου έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 2 ΠΚ και για τα αδικήματα που τελέσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 2523/1997. Χρόνος δε έναρξης της ποινικής ευθύνης για κάθε χρέος προς το Δημόσιο, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κ.τ.λ. είναι ο καθοριζόμενος με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.1 Ν. 3220/2004 ήτοι παρέλευση προθεσμίας τεσσάρων μηνών από της βεβαιώσεως των χρεών από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα Τελωνεία. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξες. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του 1024/2010, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι το επίδικο χρέος του κατηγορούμενου προς το Δημόσιο βεβαιώθηκε στις 30.6.2003, κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στις 30.10.2003 και χρόνος τέλεσης του αδικήματος, μετά παρέλευση τεσσάρων μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 ν. 1882/1990, είναι η 30.10.2003. Περαιτέρω, δέχτηκε ότι η επίδοση προς τον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος για τη διωκόμενη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο είναι άκυρη και συνεπώς δεν έχει αρχίσει η κύρια διαδικασία και η αναστολή της παραγραφής της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης και κατά συνέπεια, εφόσον από το χρόνο τέλεσης αυτής (30.10.2003) έχει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (5.2.2010) παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και μέσα σ' αυτό δεν υφίσταται νόμιμη κλήτευση του κατηγορουμένου, ο οποίος πρωτοδίκως στις 10.9.2009 δικάστηκε ερήμην, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω εξάλειψης του αξιόποινου συνεπεία παραγραφής. Πράγματι, το εν λόγω αδίκημα καίτοι τελεσθέν υπό την ισχύ του ν. 2523/1997, ως μη εφαρμοζόμενης της παρ. 7 του άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως είχε πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 34 παρ. 2 ν. 3220/2004 περί παραγραφής του αδικήματος, αλλά των κοινών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα περί παραγραφής, ως ευμενέστερων για τον κατηγορούμενο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, λόγω της προαναφερθείσας, με το άρθρο 34 παρ. 2 ν. 3220/2004, κατάργησης του πρώτου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 25 ν. 1882/1990, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή. Άρα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που έτσι έκρινε και έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για το αποδιδόμενο σ' αυτόν πιο πάνω έγκλημα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 7 ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 34 παρ. 2 ν. 3220/2004 και εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1, 11, 112, 113 ΠΚ και, επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών, πιο πάνω, ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 17 Ιουνίου 2010, αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, για αναίρεση της 1024/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο (Ν.1882/1990 άρθρο 25 παρ.1). Παραγραφή του αξιόποινου της πράξης. Ο λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμος. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1082/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με την 56/21.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Γιωγιό, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 522/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Δ. Φ. του Α. και 2. Χ. Α. του Κ..
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 72/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 και 3, 476 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, όταν αυτή ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο ή εκπροσωπούμενο από πληρεξούσιο δικηγόρο αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, διότι τότε λαμβάνει ο ίδιος ή ο συνήγορός του γνώση της αποφάσεως και του περιεχομένου της και ως εκ τούτου μπορεί να ασκήσει κατ' αυτής το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Εξάλλου, ενόψει της αρχής ότι κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, δικαιούται ο ασκών ένδικο μέσο εκπροθέσμως, να επικαλεσθεί στην περί αυτού έκθεση (δήλωση), λόγους ανωτέρας βίας εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία, από την πιθανολόγηση των οποίων θα κριθεί το εμπρόθεσμο και επομένως το παραδεκτό του ένδικου μέσου. Στην περίπτωση προβολής λόγων ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως, θα πρέπει ο αναιρεσείων να διαλαμβάνει στην αίτησή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος που προβάλλει και συγχρόνως να επικαλείται στην ίδια έκθεση και να επισυνάπτει τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, αλλιώς ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, όταν το ένδικο μέσο (και η αναίρεση) ασκήθηκε αδικαιολόγητα εκπρόθεσμα απορρίπτεται από το αρμόδιο δικαστήριο ως απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων κατά την εκδίκαση εφέσεως κατά της 952/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας κατά τη δικάσιμο της 7.9.2010 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνιάδη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση 522/2010 δέχθηκε τυπικά την έφεση και δικάζοντας την υπόθεση κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο παραβάσεως του Α.Ν. 86/1967 και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι επτά (27) μηνών. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας στις 2 Δεκεμβρίου 2010, ενώ η αναίρεση κατ' αυτής ασκήθηκε με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 28 Δεκεμβρίου 2010, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει για τον αναιρεσείοντα από την επόμενη ημέρα της ως άνω καταχωρήσεως, εφόσον αυτός εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από δικηγόρο. Προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται στη σχετική δήλωσή του λόγους υγείας (οξεία εμπύρετη γαστρεντερίτιδα, με αφυδάτωση, με συνέπεια να μη μπορεί να επικοινωνήσει με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του), επικαλείται δε ως αποδεικτικό μέσο και προσκομίζει την από 21 Δεκεμβρίου 2010 βεβαίωση του ιατρού Ε. Κ., από την οποία προκύπτει ότι από 21 έως 24 Δεκεμβρίου αυτός ήταν κλινήρης. Όμως, ο ανωτέρω επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος δεν συνιστά ανώτερη βία, διότι η ασθένεια αυτή δεν ήταν τέτοια, που να παρακώλυε αυτόν να δώσει πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο του για την άσκηση αναιρέσεως, καλώντας στο σπίτι του συμβολαιογράφο ή αστυνομικό προκειμένου να βεβαιώσει το γνήσιο της υπογραφής του σε εξουσιοδότηση για άσκηση εμπρόθεσμης αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Κ. Μ. του Α. για αναίρεση της 522/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου, διότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση της εικοσαήμερης προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1081/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 56/21.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πολυχρονόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1645/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Κ. του Κ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραγεώργο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 192/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 310 του Ποινικού Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 του ίδιου Κώδικα είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών (παρ.1). Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του (παρ. 2). Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα, που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών (παρ.3). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει και τιμωρεί την απλή σωματική βλάβη, προκύπτει ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης είναι έγκλημα ευθύνης από το αποτέλεσμα και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται α) ο υπαίτιος να προξένησε με πρόθεση σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, β) να είχε αυτή ως επακόλουθο βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του άλλου, όπως ενδεικτικώς προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, γ) να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση και της βαριάς που επακολούθησε. Επί πλέον για την κακουργηματική μορφή της βαριάς σωματικής βλάβης απαιτείται ο δράστης να επεδίωκε το επακόλουθο αυτό, δηλαδή να είχε άμεσο δόλο ως προς την επέλευση του βαρύτερου αυτού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας υπάρχει, όχι μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά δεν υπήχθησαν ορθώς στη διάταξη αυτή, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, όπως όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία της ταυτότητας του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Εν προκειμένω, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 1645/2010 απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 640/2007 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκε αυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση της εναντίον του αναιρεσείοντος κατηγορίας για βαριά σωματική βλάβη και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Μικτού Ορκωτού δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, για να δικασθεί για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη. Προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του το Τριμελές Εφετείο Πατρών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στις 11.7.2005 και περί ώρα 21.30, ο Γ. Κ., βρισκόταν στη δημόσια οδό ... - ... του δήμου ... και στη θέση "..." και βάδιζε πεζός προς την οικία του. Όταν βρισκόταν πλησίον του νεκροταφείου σε ερημική περιοχή, όπου δεν υπάρχουν κατοικίες και επικρατούσε σκοτάδι, εμφανίστηκε αιφνίδια ο κατηγορούμενος οδηγώντας επιβατικό αυτοκίνητο, ο οποίος τον ανέμενε στην περιοχή και αφού τον προσπέρασε, σταμάτησε απότομα, κατέβηκε από το αυτοκίνητό του, επιτέθηκε στον εγκαλούντα και με τη χρήση θλώντος οργάνου (στειλιάρι από κασμά) επέφερε σε αυτόν αλλεπάλληλα κτυπήματα στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στο θώρακα, λέγοντάς του τη φράση "ήρθε η ώρα σου να πεθάνεις". Του κατάφερε πολλά κτυπήματα με σφοδρότητα, μέχρι τη στιγμή που ο παθών άρχισε να καταρρέει και να πέφτει στο έδαφος αιμόφυρτος. Ο παθών κατά το χρόνο που τον προσέγγισε ο κατηγορούμενος αιφνιδιάστηκε, κατέπεσε στο έδαφος μετά από κτυπήματα, όπου βρέθηκε ανίκανος να αντιδράσει προς αποφυγή των κτυπημάτων που συνέχιζε να δέχεται ακόμη και ενώ βρισκόταν στο έδαφος από τον κατηγορούμενο με σφοδρότητα, σε ευαίσθητα σημεία του σώματός του και δη στο κεφάλι και στο πρόσωπο. Από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ο παθών υπέστη πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα σπλαγχνικού κρανίου που αφορούν τον αριστερό οφθαλμικό κόγχο και λιγότερο το δεξιό, τις παραρρίνιες κοιλότητες, το ρινικό οστό και την πρόσθια μοίρα του ρινικού διαφράγματος, τις πρόσθιες ηθμοειδείς κυψέλες, κακώσεις στη δεξιά θωρακική χώρα, δεξιά κάτω έξω μηριαία χώρα, θλαστικά τραύματα στην αρ. βρεγματική χώρα, άνωθεν της αριστερής οφρύος και στην αριστερή έσω κογχική χώρα (βλ. ιδιαίτερα την από 27.8.2005 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Α. Γ. της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών). Μετά τον τραυματισμό του, ο εγκαλών σύρθηκε έως την οικία του, όπου με ασθενοφόρο μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών Αγ. Ανδρέας, όπου νοσηλεύθηκε έως 20.7.2005. ακολούθως χειρουργήθηκε για βαρύ τραύμα του αριστερού του οφθαλμού, αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ" και στο οφθαλμολογικό παράρτημα αυτού στο 409 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Νοσηλεύτηκε κατόπιν στο Γ.Ν.Α. "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ" στο οφθαλμολογικό τμήμα λόγω ανάπτυξης βαριάς μορφής αποκόλλησης. Νοσηλεύθηκε στο ανωτέρω νοσοκομείο από 5.11.2005 έως 9.11.2005, από 20.12.2005 έως 23.12.2005 και από 31.1.2006 έως 2.2.2006. Υποβλήθηκε σε επανειλημμένες μικροχειρουργικές επεμβάσεις τόσο στο πρόσθιο όσο και στο οπίσθιο ημιμόριο του τραυματισμένου του οφθαλμού και επιτεύχθηκε η επανακόλληση του αμφιβληστροειδούς. Η όρασή του δε στον εν λόγω οφθαλμό εξαιτίας του ανωτέρω τραυματισμού του είναι στο επίπεδο του 1/20. Η ως άνω σωματική βλάβη έτσι όπως περιγράφεται στα ιατρικά πιστοποιητικά και την κατάθεση του παθόντος έχει το χαρακτήρα της βαριάς σωματικής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 310 παρ. 2 Π.Κ., αφού είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική του πάθηση, δηλαδή τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του και τις αισθήσεις του και συγκεκριμένα την όραση, ο τραυματισμός του ήταν σοβαρός, παρουσιάζει σχεδόν ολική απώλεια οράσεως από τον αριστερό οφθαλμό, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Ο κατηγορούμενος ανέμενε τον παθόντα, ο οποίος μετέβαινε στο κοπάδι του από εκείνη τη διαδρομή, επιτέθηκε εναντίον του αιφνίδια με σφοδρότητα και βιαιότητα κτυπώντας τον στο κεφάλι, ενώ η εμμονή του να τον κτυπάει και κατά τη στιγμή που ο παθών βρισκόταν στο έδαφος, ανίκανος να αντιδράσει, σε εξαιρετικά ευαίσθητα σημεία του προσώπου του, καταδεικνύουν όχι μόνο την επιθετικότητα, τη βιαιότητα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου, αλλά και την προφανή πρόθεσή του να προκαλέσει στον παθόντα την ανωτέρω βαριά σωματική βλάβη. Ο κατηγορούμενος είχε δημιουργήσει και στο παρελθόν επεισόδιο σε βάρος του παθόντος, ο οποίος καθόταν στην πλατεία της ... και παρακολουθούσε μια εκδήλωση, όταν πέταξε αιφνίδια δύο μπουκάλια στο τραπέζι που καθόταν ο παθών με τα αδέλφια του και ο παθών αναγκάστηκε τότε να διαπληκτιστεί μαζί του και να φύγει, ενώ ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τον εξυβρίζει. Ο κατηγορούμενος ήθελε να λειτουργήσει τιμωρητικά προς το πρόσωπο του παθόντος και συγκεκριμένα να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη τέτοιας μορφής που θα τον εμπόδιζε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα και τις αισθήσεις του και συγκεκριμένα την όρασή του, αφού με πρόθεση του κατάφερε επανειλημμένα πλήγματα με ξύλινο στειλιάρι στο κεφάλι και συγκεκριμένα στον αριστερό οφθαλμικό κόγχο με τα ως άνω αποτελέσματα. Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, η πράξη του κατηγορουμένου συνιστά το έγκλημα (κακούργημα) της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης και συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι αναρμόδιο για την εκδίκαση της κακουργηματικής πράξης, που συνιστά η αχθείσα ενώπιόν του πράξη του κατηγορουμένου, η οποία υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (άρθρο 109 α' σε συνδ. με 309 εδ. ε' Κ.Π.Δ.). Ορθά κατά συνέπεια κηρύχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναρμόδιο για εκδίκαση της κακουργηματικής ανωτέρω πράξης που υπάγεται στην αρμοδιότητα του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (άρθρο 109 α' σε συνδ. με 309 εδ. ε' Κ.Π.Δ.) και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο για την πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης σε βάρος του παθόντος Γ. Κ., που είναι Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών. Οι πράξεις δε για τις οποίες παραπέμφθηκε να δικασθεί ο κατηγορούμενος, προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1. 12, 14, 18, 26 παρ. 1, 27, 51, 52, 60, 308 και 310 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ. Οπότε η έφεση του κατηγορουμένου κατά της ως άνω παραπεμπτικής απόφασης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
- Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, προσέτι αναφέρονται και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις αναφερόμενες παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, Ειδικότερα όπως προαναφέρεται στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται χωριστή και ειδική αναφορά και αξιολόγηση του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου, αφού αρκεί η λήψη υπόψην αυτών συνολικά και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήγαγε το Δικαστήριο από το καθένα, όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο συνεκτίμησε όλα, κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρέσεως είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, είναι σαφείς, πλήρεις και συμβατές οι παραδοχές της αποφάσεως α) ότι από τα πλήγματα, που επέφερε με το αναφερόμενο θλών όργανο (στειλιάρι από κασμά) ο αναιρεσείων στον παθόντα με πρόθεση, επήλθε ως επακόλουθο βαριά σωματική πάθηση του παθόντος, β) ότι ο αναιρεσείων επεδίωξε, δηλαδή είχε άμεσο δόλο ως προς την επέλευση του βαρύτερου αυτού αποτελέσματος, αναφέρονται δε στην απόφαση με πληρότητα όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν τον άμεσο αυτό δόλο και ειδικότερα αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είχε στήσει ενέδρα στον παθόντα τον οποίο κτυπούσε με αλλεπάλληλα κτυπήματα στο κεφάλι, στο πρόσωπο και στον θώρακα, λέγοντάς του τη φράση "ήρθε η ώρα σου να πεθάνεις". Επομένως οι μοναδικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 7/2.2.2011 αίτηση του Β. Π. του Θ., για αναίρεση της 1645/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια ευρώ (500 €).-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατ' αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - κατηγορουμένου κατά της επέχουσας θέση παραπεμπτικού βουλεύματος αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο προς εκδίκαση της κατηγορίας για βαριά σωματική βλάβη και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ΜΟΔ για να δικαστεί για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1080/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Γ. Λ. του Ζ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2139/2005 απόφαση Ε' ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1050/2010.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή με αριθμό 25/1-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1, 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, την από 21.7.2010 αίτηση του Γ. Λ. του Ζ., ελεύθερου επαγγελματία, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε και κατέστη αμετάκλητη (σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ και 546 παρ. 2 ΚΠΔ), με την υπ' αριθμ. 2139/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεσή του κατά της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός (1) έτους, που ανεστάλη επί τριετία, για το αδίκημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, από κοινού και κατ' εξακολούθηση (άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 98 και 386 παρ. 1 β' ΠΚ), και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ορισμένες, περιοριστικώς αναφερόμενες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος, ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ'εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (βλ. ΑΠ 1086/09, ΑΠ 1034/09, ΑΠ 746/09, ΑΠ 444/09, ΑΠ 230/05 Ποιν. Δνη 2005/771, Μπουρόπουλος Ερμηνεία ΚΠΔ άρθρο 535, σελίς 310).
Οι αποδείξεις ή τα γεγονότα πρέπει να αφορούν την πράξη για την οποία η καταδίκη, και όχι άλλη πράξη. (βλ. ΑΠ 938/1994 Π.Χρ. ΜΔ' Σελίς 654). Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο -εν Συμβούλιω- που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα -καλούμενο προς τούτο-. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση της με αριθμό 2139/2005 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεσή του κατά της προσβαλλομένης απόφασης, τυγχάνει νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περιπτ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, αρμοδίως εισάγεται στο Συμβούλιό Σας, και πρέπει μετά ταύτα να εξετασθεί από την άποψη της ουσιαστικής της βασιμότητας.
ΙΙΙ. Από τα έγγραφα της δικογραφίας, [απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό 1198/2004, και την υπ' αριθμ. 2139/2010 του Αρείου Πάγου] προκύπτει πως ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως σε φυλάκιση ενός (1) έτους που ανεστάλη επί τριετία, ως υπαίτιος του ότι: " α) Κατά μήνα Μάρτιο του έτους 1997 ο πρώτος κατηγορούμενος (ήδη και αναιρεσείων Γ. Λ.) με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών. Συγκεκριμένα κατά τον ως άνω χρόνο στην ... παρέστησε ψευδώς στον Γ. Μ. (εγκαλούντα), με τη σύζυγο του οποίου είχε συναλλαγές από το έτος 1995, ότι είναι φερέγγυος και έμπειρος χρηματιστής και ότι διατηρεί χρηματιστηριακό γραφείο στη Θεσσαλονίκη, οργανωμένο με υπαλληλικό προσωπικό και τεχνικά μέσα, ότι έχει μεγάλη περιουσία, μεγαλύτερη των δύο δισεκατομμυρίων δραχμών, ότι συνεργάζεται με γνωστό χρηματιστή ονόματι Ψ., ότι μπορεί επωφελώς γι' αυτόν να επενδύσει τα χρήματά του και ότι ο επωφελέστερος τρόπος επένδυσης είναι να του δανείσει τα χρήματά του και να παίρνει τόκο 24% μηνιαίως που θα του κατέβαλλε αυτός ανεξαρτήτως του κέρδους που ο ίδιος θα απεκόμιζε από την τοποθέτηση των χρημάτων του. Ο εγκαλών πείσθηκε στις ως άνω παραστάσεις και του κατέβαλε ως δάνειο το ποσό των 15.000.000 δραχμών, το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος δεν επένδυσε ούτε και απέδωσε, αλλά το ιδιοποιήθηκε και το ωφελήθηκε παράνομα με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, ο οποίος εάν εγνώριζε την πραγματική οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή αυτός ήταν απλός ασφαλιστής αυτοκινήτων, δεν είχε χρηματιστηριακό γραφείο οργανωμένο στη Θεσσαλονίκη, ούτε είχε καμία συνεργασία με τον Ψ., ούτε είχε περιουσία, δεν θα προέβαινε στην καταβολή σ' αυτόν του ανωτέρω ποσού. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό της πρόθεσης του κατηγορουμένου να ιδιοποιηθεί τα χρήματα του εγκαλούντος, ότι την ίδια ημέρα υπέγραψε συμφωνητικό λήψεως δανείου ποσού 40.000.000 δραχμών (15.000.000 που ο ίδιος έδωσε ανωτέρω και 25.000.000 που του είχε καταβάλει προηγουμένως η σύζυγος του) με υποχρέωση επιστροφής εντός 10 ημερών, γεγονός που δεν έλαβε χώραν. β) Τον Ιούνιο του έτους 1998, στην ..., παρέστησε επίσης ψευδώς στον εγκαλούντα ότι το χρηματικό ποσό των 40.000.000 δραχμών, που κατά τα άνω, συνεπεία των εν λόγω ψευδών διαβεβαιώσεων του είχε καταβληθεί, είχεν ήδη επενδυθεί με καλές προοπτικές και ήδη διαφαίνονταν κέρδη από αυτήν την επένδυση, παρουσιαζόμενος ψευδώς και πάλιν ως χρηματιστής με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και επιπλέον μετεβίβασε στον εγκαλούντα με οπισθογράφηση μια επιταγή με αριθμό ... της Τράπεζας Κρήτης, ποσού 40.000.000 δρχ., εκδόσεως του κατηγορουμένου (και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος) Ζ. Ο., ανεψιού του, λευκής ημεροχρονολογίας και τον διεβεβαίωσε ψευδώς ότι με αυτήν εξασφαλίζεται η ως άνω ισόποση απαίτηση του κατ' αυτού, πλην όμως οι διαβεβαιώσεις του αυτές ήσαν ψευδείς αφού η ως άνω επιταγή, εμφανισθείσα προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα την 15-1-1999 δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου, ενώ αν ο εγκαλών εγνώριζε την πραγματικότητα σχετικά με την ως άνω οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η επιταγή αυτή, που δόθηκε από τον έτερο κατηγορούμενο (Ζ. Ο.), ήταν στην πραγματικότητα ακάλυπτη, θα προσέφευγε αμέσως στα δικαστήρια για την επιδίωξη της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του να του καταβληθεί το ως άνω ποσό των 40.000.000 δρχ., κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία του και το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας".
ΙV. Στην κρινόμενη υπόθεση, ο αιτών επανέρχεται με την από 21.7.2010 αίτησή του και εκθέτει λεπτομερώς: " Ο Πρόεδρος του Ομίλου ΑΣΠΙΣ-ΠΡΟΝΟΙΑ, είχε πείσει όλους εμάς τους επενδυτικούς συμβούλους των επιχειρήσεών του, ότι αυτό είναι ένα νόμιμο και αποδοτικό πρόγραμμα, και ότι αυτός προσωπικά εγγυόταν για τις αποδόσεις των πελατών του. Το επενδυτικό αυτό πρόγραμμα συνίστατο εις το ότι ελάμβανε χρήματα από τους καταθέτες-επενδυτές και η ΑΣΠΙΣ έδινε τις μηνιαίες σταθερές αποδόσεις 20-30% του κεφαλαίου σε τόκους, τις οποίες εισέπρατταν οι πελάτες. Αυτό το επενδυτικό πρόγραμμα είχα παρουσιάσει εγώ στους μηνυτές, ύστερα από τα όσα ο Π. Ψ. είχε υποστηρίξει σε μένα. Αυτό γνώριζαν όλοι οι επενδυτές και αυτόν εμπιστευόντουσαν. Αυτόν εμπιστευόμασταν όλοι εμείς οι υπάλληλοί του. Ήδη, όμως, σήμερα αποκαλύφθηκε ότι μοναδικός υπαίτιος της πράξης της απάτης για την οποία καταδικάσθηκα είναι ο Π. Ψ.. Αποκαλύφθηκε ύστερα από τον έλεγχο της Δικαιοσύνης στις επιχειρήσεις του Ομίλου "ΑΣΠΙΣ", ότι ο Π. Ψ. εξαπάτησε τους υπαλλήλους του, τους επενδυτικούς συμβούλους του που εργάζονταν σ' αυτόν και τους επενδυτές που τον εμπιστεύτηκαν. Αυτός είχε πείσει εμάς να παρουσιάσουμε τα προγράμματα αυτά στους επενδυτές. Αυτός παρουσίασε σε μας τους επενδυτικούς συμβούλους ψευδή γεγονότα, δηλαδή ότι ο όμιλος ΑΣΠΙΣ και ο ίδιος προσωπικά εγγυάται την κατάθεση των μηνιαίων αποδόσεων, ότι τα χρήματά τους είναι εγγυημένα ως καταθέσεις στον όμιλο ΑΣΠΙΣ. Η μοναδική πράξη που βαρύνει εμένα είναι ότι εγώ μετέφερα στα πλαίσια των καθηκόντων μου και της εργασιακής μου σχέσης τα όσα ο Ψ. υποστήριζε στους πελάτες του ομίλου του. Παράλληλα έχει ήδη ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος, ύστερα από το με αριθμό 950/2010 παραπεμπτικό βούλευμα. Αυτό είναι το νέο γεγονός που αποδεικνύει την αθωότητά μου, το οποίο δεν γνώριζαν οι δικαστές που με δίκασαν, ενώ εάν το εγνώριζαν, θα οδηγούνταν σε διαφορετική, "αθωωτική" κρίση γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η αίτησή μου". Στην ως άνω αίτησή του ο αιτών, αρκείται μόνο στην αναφορά ενός παραπεμπτικού βουλεύματος, χωρίς να αναφέρει πραγματικά περιστατικά, με ποία ή ποίες πράξεις παραπέμπεται ο Ψ., αν αφορά την συγκεκριμένη ή άλλες πράξεις, ποίοι οι συγκατηγορούμενοι αν υπάρχουν. Αυτό όμως δεν συνιστά νέο γεγονός ή νέες αποδείξεις, διότι πρέπει να αφορά την ίδια ακριβώς πράξη και όχι άλλες, τους αυτούς παθόντες με τα ίδια αναφερόμενα ποσά της κρινόμενης υπόθεσης, την ίδια περίπτωση, ήτοι απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση (δύο περιπτώσεις α) τον Μάρτιο του 1997 και β) τον Ιούνιο 1998 ), με ζημία και όφελος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Κατηγορούμενοι ήσαν τρία πρόσωπα εξ' ων το ένα ( η Α. Μ. απαλλάχτηκε της κατηγορίας, οι λοιποί δύο εκρίθησαν ένοχοι, ο μεν πρώτος -(ο αιτών Λ.)- ως αυτουργός της απάτης, ο δε τρίτος, ως άμεσος συνεργός στην απάτη του πρώτου, που εξέδωκε την ακάλυπτη επιταγή των 40.000.000 δρχ. γνωρίζοντας και την απάτη του πρώτου και ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό της Τράπεζας (βλ. απόφαση). Στην υπόθεση αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης, ο αιτών είναι εκείνος που επισκέφθηκε τους παθόντες και παρέστησε σ' αυτούς ότι είναι χρηματιστής, ενώ ήτο ασφαλιστής, ότι είναι συνεταίρος με τον Ψ. της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, ενώ δεν ήτο, ότι είναι μεγάλος επιχειρηματίας, ότι έχει κάνει μεγάλη περιουσία, και ότι θα έχουν μεγάλα κέρδη αν του δώσουν τα χρήματά τους (40.000.000 δρχ.) να τα επενδύσει εκείνος, υποσχόμενος ότι θα τα επενδύσει σε σίγουρες μετοχές, θα έχουν μεγάλες αποδόσεις, και τα χρήματα θα είναι ασφαλή, γιατί θα καλύπτονταν από τον Ψ. και την ΑΣΠΙΣ. Όταν όμως ζήτησαν τα χρήματά τους, γιατί έπαυσε τον Μάιο του 1998 να τους αποδίδει τους συμφωνηθέντες τόκους, χρήματα δεν υπήρχαν, δεν αποδόθησαν, με αποτέλεσμα συνολική ζημία 40.000.000 δρχ. Ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος, και μόνος δράστης, είναι ο αιτών Γ. Λ.. Ο ίδιος ψευδώς παρέστησε ως αληθή, γεγονότα που δεν υφίσταντο, και παραπείθοντας τους παθόντες παρέδωσαν τα χρήματά τους τα οποία και απώλεσαν. Ουδεμία ανάμειξη είχε στην κρινόμενη υπόθεση ο Π. Ψ. ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, ίσως δεν έμαθε και ποτέ για την συναλλαγή αυτή. Αλλά κι αν ακόμη ο ιδιοκτήτης της ΑΣΠΙΣ-ΠΡΟΝΟΙΑ παραπέμπεται με βούλευμα για πράξεις που τέλεσε και εξειδικεύονται στο βούλευμα, αυτές δεν έχουν σχέση με την κρινόμενη υπόθεση, κατά τα πρόσωπα το ποσόν και την ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ τους, και οποιαδήποτε υπαιτιότητα του Ψ. σε άλλες υποθέσεις, δεν αναιρεί την ευθύνη του αιτούντος, που στην κρινόμενη υπόθεση είναι αποκλειστική και ολοκληρωτική. Αλλά και αληθώς υποτιθεμένου του ισχυρισμού του αιτούντος, "ότι αυτά μας είχε πει ο Ψ., και αυτά μεταφέραμε και μεις στους επενδυτές", πέραν του ότι μπορούσε να μην τα οικειοποιηθεί, αλλά να τα απεμπολήσει, πράγμα που δεν έπραξε, γιατί έτσι εργάζονταν οι χρηματιστές, οι χρηματιστηριακές και ο ίδιος, πάλιν υπέχει ευθύνη, ως φυσικός αυτουργός -δράστης- της απάτης και "ίσως" ηθικός αυτουργός στην απάτη του ο Ψ..
Συνεπώς, και πάλιν δεν αίρεται η ενοχή για την πράξη του, έχει υπαιτιότητα-δόλο, που προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης (βλ. αυτά). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω σκέψεων, το επικαλούμενο μεταγενέστερο της καταδίκης του παραπεμπτικό βούλευμα σε βάρος του Π. Ψ., μπορεί να είναι νέο γεγονός στην αλυσίδα των ατέρμονων διαδικασιών (ποινικών και πολιτικών) μετά την κατάρρευση της ΑΣΠΙΣ-ΠΡΟΝΟΙΑ, και άγνωστο βεβαίως στους δικάσαντες δικαστές την 1.4.2004 [αφού τούτο εκδόθηκε το 2010], πλην όμως, ως άσχετο και αλυσιτελές σε σχέση προς την συγκεκριμένη υπόθεση που αμετακλήτως εκρίθη, δεν φαίνεται τούτο (το βούλευμα) ικανό εκτιμώμενο είτε μόνο του, είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που προσκομίσθησαν στο δικαστήριο που εξέδωκε την καταδικαστική απόφαση, να καταστήσει φανερό, πως, ο αιτών που κατεδικάσθη, είναι αθώος, και πρέπει η αίτησή του να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αιτών στα έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Α.
Να απορριφθεί η από 21.7.2010 αίτηση του Γ. Λ. του Ζ., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθμ. 2139/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεσή του κατά της προσβαλλομένης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με αριθμό 1198/2004. Β. Να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος δικαστικά έξοδα (220) ευρώ. Αθήνα 25-10-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκα στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ’ όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ’ έκτακτη διαδικασία.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 1198/2004 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους, για την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση), στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν.
Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, Θ. Κ., καταδικάστηκε με την 1198/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 2139/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η κατηγορία συνίσταται στο ότι: "α) Κατά μήνα Μάρτιο του έτους 1997 ο πρώτος κατηγορούμενος (ήδη και αναιρεσείων Γ. Λ.) με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών. Συγκεκριμένα κατά τον ως άνω χρόνο στην ... παρέστησε ψευδώς στον Γ. Μ. (εγκαλούντα), με τη σύζυγο του οποίου είχε συναλλαγές από το έτος 1995, ότι είναι φερέγγυος και έμπειρος χρηματιστής και ότι διατηρεί χρηματιστηριακό γραφείο στη Θεσσαλονίκη, οργανωμένο με υπαλληλικό προσωπικό και τεχνικά μέσα, ότι έχει μεγάλη περιουσία, μεγαλύτερη των δύο δισεκατομμυρίων δραχμών, ότι συνεργάζεται με γνωστό χρηματιστή ονόματι Ψ., ότι μπορεί επωφελώς γι' αυτόν να επενδύσει τα χρήματά του και ότι ο επωφελέστερος τρόπος επένδυσης είναι να του δανείσει τα χρήματά του και να παίρνει τόκο 24% μηνιαίως που θα του κατέβαλλε αυτός ανεξαρτήτως του κέρδους που ο ίδιος θα απεκόμιζε από την τοποθέτηση των χρημάτων του. Ο εγκαλών πείσθηκε στις ως άνω παραστάσεις και του κατέβαλε ως δάνειο το ποσό των 15.000.000 δραχμών, το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος δεν επένδυσε ούτε και απέδωσε, αλλά το ιδιοποιήθηκε και το ωφελήθηκε παράνομα με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, ο οποίος εάν εγνώριζε την πραγματική οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή αυτός ήταν απλός ασφαλιστής αυτοκινήτων, δεν είχε χρηματιστηριακό γραφείο οργανωμένο στη Θεσσαλονίκη, ούτε είχε καμία συνεργασία με τον Ψ., ούτε είχε περιουσία, δεν θα προέβαινε στην καταβολή σ' αυτόν του ανωτέρω ποσού. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό της πρόθεσης του κατηγορουμένου να ιδιοποιηθεί τα χρήματα του εγκαλούντος, ότι την ίδια ημέρα υπέγραψε συμφωνητικό λήψεως δανείου ποσού 40.000.000 δραχμών (15.000.000 που ο ίδιος έδωσε ανωτέρω και 25.000.000 που του είχε καταβάλει προηγουμένως η σύζυγος του) με υποχρέωση επιστροφής εντός 10 ημερών, γεγονός που δεν έλαβε χώραν. β) Τον Ιούνιο του έτους 1998, στην ..., παρέστησε επίσης ψευδώς στον εγκαλούντα ότι το χρηματικό ποσό των 40.000.000 δραχμών, που κατά τα άνω, συνεπεία των εν λόγω ψευδών διαβεβαιώσεων του είχε καταβληθεί, είχεν ήδη επενδυθεί με καλές προοπτικές και ήδη διαφαίνονταν κέρδη από αυτήν την επένδυση, παρουσιαζόμενος ψευδώς και πάλιν ως χρηματιστής με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και επιπλέον μετεβίβασε στον εγκαλούντα με οπισθογράφηση μια επιταγή με αριθμό ... της Τράπεζας Κρήτης, ποσού 40.000.000 δρχ., εκδόσεως του κατηγορουμένου (και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος) Ζ. Ο., ανεψιού του, λευκής ημεροχρονολογίας και τον διεβεβαίωσε ψευδώς ότι με αυτήν εξασφαλίζεται η ως άνω ισόποση απαίτηση του κατ' αυτού, πλην όμως οι διαβεβαιώσεις του αυτές ήσαν ψευδείς αφού η ως άνω επιταγή, εμφανισθείσα προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα την 15-1-1999 δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου, ενώ αν ο εγκαλών εγνώριζε την πραγματικότητα σχετικά με την ως άνω οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η επιταγή αυτή, που δόθηκε από τον έτερο κατηγορούμενο (Ζ. Ο.), ήταν στην πραγματικότητα ακάλυπτη, θα προσέφευγε αμέσως στα δικαστήρια για την επιδίωξη της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του να του καταβληθεί το ως άνω ποσό των 40.000.000 δρχ., κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία του και το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας". Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση, ο αιτών δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει κάποιο νέο γεγονός ή αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο ήταν άγνωστο στους δικαστές που τον δίκασαν, από το οποίο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι είναι αθώος της ανωτέρω πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε, η ότι καταδικάσθηκε για βαρύτερο έγκλημα από αυτό, τα οποία εκείνος τέλεσε. Ειδικότερα ισχυρίζεται τα εξής: "Ο Πρόεδρος του Ομίλου ΑΣΠΙΣ-ΠΡΟΝΟΙΑ, είχε πείσει όλους εμάς τους επενδυτικούς συμβούλους των επιχειρήσεών του, ότι αυτό είναι ένα νόμιμο και αποδοτικό πρόγραμμα, και ότι αυτός προσωπικά εγγυόταν για τις αποδόσεις των πελατών του. Το επενδυτικό αυτό πρόγραμμα συνίστατο εις το ότι ελάμβανε χρήματα από τους καταθέτες-επενδυτές και η ΑΣΠΙΣ έδινε τις μηνιαίες σταθερές αποδόσεις 20-30% του κεφαλαίου σε τόκους, τις οποίες εισέπρατταν οι πελάτες. Αυτό το επενδυτικό πρόγραμμα είχα παρουσιάσει εγώ στους μηνυτές, ύστερα από τα όσα ο Π. Ψ. είχε υποστηρίξει σε μένα. Αυτό γνώριζαν όλοι οι επενδυτές και αυτόν εμπιστευόντουσαν. Αυτόν εμπιστευόμασταν όλοι εμείς οι υπάλληλοί του. Ήδη, όμως, σήμερα αποκαλύφθηκε ότι μοναδικός υπαίτιος της πράξης της απάτης για την οποία καταδικάσθηκα είναι ο Π. Ψ.. Αποκαλύφθηκε ύστερα από τον έλεγχο της Δικαιοσύνης στις επιχειρήσεις του Ομίλου "ΑΣΠΙΣ", ότι ο Π. Ψ. εξαπάτησε τους υπαλλήλους του, τους επενδυτικούς συμβούλους του που εργάζονταν σ' αυτόν και τους επενδυτές που τον εμπιστεύτηκαν. Αυτός είχε πείσει εμάς να παρουσιάσουμε τα προγράμματα αυτά στους επενδυτές. Αυτός παρουσίασε σε μας τους επενδυτικούς συμβούλους ψευδή γεγονότα, δηλαδή ότι ο όμιλος ΑΣΠΙΣ και ο ίδιος προσωπικά εγγυάται την κατάθεση των μηνιαίων αποδόσεων, ότι τα χρήματά τους είναι εγγυημένα ως καταθέσεις στον όμιλο ΑΣΠΙΣ. Η μοναδική πράξη που βαρύνει εμένα είναι ότι εγώ μετέφερα στα πλαίσια των καθηκόντων μου και της εργασιακής μου σχέσης τα όσα ο Ψ. υποστήριζε στους πελάτες του ομίλου του. Παράλληλα έχει ήδη ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος, ύστερα από το με αριθμό 950/2010 παραπεμπτικό βούλευμα. Αυτό είναι το νέο γεγονός που αποδεικνύει την αθωότητά μου, το οποίο δεν γνώριζαν οι δικαστές που με δίκασαν, ενώ εάν το εγνώριζαν, θα οδηγούνταν σε διαφορετική, "αθωωτική" κρίση γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η αίτησή μου". Όμως, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν αποτελούν παραδεκτό λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας αιτιάσεις, με τις οποίες επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό, που τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Ειδικότερα, ο αιτών αρκείται μόνο στην αναφορά ενός παραπεμπτικού βουλεύματος, χωρίς να αναφέρει πραγματικά περιστατικά, με ποια ή ποιες πράξεις παραπέμπεται ο Ψ., αν αφορά τη συγκεκριμένη ή άλλες πράξεις και ποιοι οι συγκατηγορούμενοί του εάν υπάρχουν. Αυτό όμως δεν συνιστά νέο γεγονός ή νέες αποδείξεις με την προαναφερόμενη έννοια. Στην πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αιτών δεν είχε καμία ανάμειξη ο Ψ., ο οποίος και αν ακόμη παραπέμπεται με βούλευμα για πράξεις που τέλεσε και εξειδικεύονται στο βούλευμα, αυτές δεν έχουν σχέση με την κρινόμενη υπόθεση και οποιαδήποτε υπαιτιότητα του Ψ. σε άλλες υποθέσεις δεν αναιρεί την ευθύνη του αιτούντος. Αλλά και αν υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι "αυτά μας είχε πει ο Ψ. και αυτά μεταφέραμε και μεις στους επενδυτές", πάλι υπέχει ευθύνη ως φυσικός αυτουργός - δράστης της απάτης.
Συνεπώς, δεν αίρεται η ενοχή για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε. Έτσι, λοιπόν, το επικαλούμενο μεταγενέστερο βούλευμα σε βάρος του Ψ., μπορεί να είναι νέο γεγονός στην αλυσίδα των διαδικασιών (ποινικών και πολιτικών) σχετικά με την εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" και άγνωστο βέβαια στους δικαστές που δίκασαν τον αιτούντα, πλην όμως είναι άσχετο προς τη συγκεκριμένη υπόθεση και δεν φαίνεται ικανό εκτιμώμενο είτε μόνο του είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο που εξέδωκε την καταδικαστική απόφαση, να καταστήσει φανερό ότι ο αιτών που καταδικάστηκε είναι αθώος.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 21.7.2010 αίτηση του Γ. Λ. του Ζ., για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 2139/2005 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου.
Απορρίπτει το συνεισαγόμενο αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται η αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι τα επικαλούμενα στοιχεία δεν είναι νέα και δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1079/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε ο ίδιος ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 217/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Κ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 21 Απριλίου 2011 πρόσθετους λόγους, η οποία (αίτηση) καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 194/2011.
Αφού άκουσε
Τον παραστάντα αυτοπροσώπως, ως δικηγόρο, αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και την Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 28-1-2011 αίτηση του Δ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 217/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Με την ως άνω αίτηση θα συνεξετασθούν και οι από 21-4-2011 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι που ασκήθηκαν παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφάντες δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει, η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίος ιδρύει τον οπό άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικό που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Επίσης, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 217/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν τακτικής αγωγής περί νομής, που άσκησε ο νυν κατηγορούμενος Δ. Λ. κατά του Θ. Δ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 416/2001 προδικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Ως πραγματογνώμονας διορίστηκε ο τοπογράφος μηχανικός Ν. Κ. (εγκαλών και ήδη πολιτικώς ενάγων), ο οποίος θα έπρεπε να γνωμοδοτήσει: α) εάν το επίδικο τμήμα, επιφάνειας 110 τ. μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού ... της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... και το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του νυν κατηγορουμένου και εκεί ενάγοντος Δ. Λ. αποτελούσε τμήμα ακινήτου ιδιοκτησίας του, περιλαμβάνεται μέσα στο μείζον ακίνητο αυτού ή αν τμήμα του ως άνω ακινήτου βρίσκεται μέσα στην ιδιοκτησία του (εκεί) εναγομένου Θ. Δ., β) πού βρίσκεται το όριο προς Βορρά της ιδιοκτησίας του εναγομένου, γ) αν τα ευρισκόμενα σε αυτήν κτίσματα (μανδρότοιχος και τμήμα της πισίνας) εισχωρούν στο συνεχόμενο προς Βορρά ακίνητο του ενάγοντος, δ) τι πλάτος έχει ο κοινοτικός δρόμος νότια του ακινήτου του εναγομένου και πού τοποθετείται αυτό σε σχέση με τον δρόμο αυτόν, όπως απεικονίζεται στο προσαρτώμενο στον τίτλο κτήσης του τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Σ. και ε) γενικά ό,τι κατά την κρίση του μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο στην επί της ουσίας κρίση του. Ο παραπάνω πραγματογνώμονας, αφού έδωσε τον όρκο του πραγματογνώμονα και έλαβε από τον ενάγοντα και νυν κατηγορούμενο καθώς και από τον δικηγόρο του εναγομένου τα έγγραφα της δικογραφίας, επισκέφθηκε το επίδικο και την γύρω περιοχή με διαδοχικές μεταβάσεις, παρουσία άλλοτε του ενάγοντος, άλλοτε του εναγομένου και άλλοτε του τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ. και συνέταξε την από 4-4-2002 πραγματογνωμοσύνη, την οποία κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου την 5-4-2002. Σε αυτή, αφού κάνει μνεία ότι ο οικισμός ... στερείται εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, προβαίνει σε παρατηρήσεις-σχόλια σχετικά με τα προσκομισθέντα σ' αυτόν από τους διαδίκους έγγραφα εκφράζοντας αμφιβολίες ως προς την ορθότητα των προσκομισθέντων και προσαρτώμενων στους τίτλους ιδιοκτησίας των διαδίκων τοπογραφικών διαγραμμάτων του πολ.μηχ. Θ. Σ., τις οποίες (αμφιβολίες του) αιτιολογεί διατυπώνοντας αναλυτικά τους προβληματισμούς του. Στο τέλος δε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο τμήμα δεν συμπεριλαμβάνεται μέσα στο μείζονος έκτασης ακίνητο του ενάγοντος, που απέκτησε από τη θεία του Β. θυγ. Γ. Λ., επιφάνειας 9.200 τ.μ., ότι το προς βορρά όριο της ιδιοκτησίας του εναγομένου δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα από τα δεδομένα των τοπογραφικών διαγραμμάτων που συνοδεύουν τα σχετικά συμβόλαια, ότι τα προς βορρά όρια των λοιπών ιδιοκτησιών της περιοχής είναι το φυσικό πρανές, ότι στην ιδιοκτησία του εναγομένου δεν υπάρχει φυσικό πρανές λόγω της απόθεσης σ' αυτό προϊόντων εκσκαφής και ότι τα κτίσματα του εναγομένου δεν εισχωρούν στο ακίνητο του ενάγοντος, διότι αυτό δεν είναι συνεχόμενο προς βορρά με το ακίνητο του εναγομένου. Την πραγματογνωμοσύνη του αυτή, η οποία ως αποδεικτικό μέσο εκτιμήθηκε ελεύθερα μαζί με τα λοιπά προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία, έλαβαν υπόψη τους τόσο το Ειρηνοδικείο Κορίνθου με την υπ' αριθμ. 482/2002 απόφασή του, όσο και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την υπ' αριθμ. 235/2003 απόφασή του, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του ενάγοντος Δ. Λ. (κατηγορουμένου) κατά του Θ. Δ. και αναγνώρισε αυτόν νομέα της εδαφικής λωρίδας, όπως επακριβώς ορίζεται αυτή με την ως άνω απόφαση κατά θέση, έκταση και όρια. Κατόπιν αυτού, ο κατηγορούμενος στις 26-2-2003 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την από 26-2-2003 (125/ΤΠ125/2003) αγωγή, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 12-11-2003. Με την αγωγή αυτή ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα, Ν. Κ. ενώπιον τρίτων ότι αυτός, παρακινούμενος από τον Θ. Δ. και έχοντας σκοπό να εξαπατήσει το Δικαστήριο και να ευνοήσει τον τελευταίο, συνέταξε εν γνώσει του ψευδή πραγματογνωμοσύνη και ότι είναι δράστης των αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας και της παράβασης καθήκοντος. Ζητούσε δε να υποχρεωθεί ο εγκαλών, εις ολόκληρον με τους λοιπούς στην αγωγή αυτή εναγομένους, να του καταβάλλει ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των 20.000 ευρώ, επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 932 και 59 ΑΚ. Τα συμπεράσματα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του εγκαλούντος Ν. Κ., όπως προεκτέθηκε, δεν έγιναν δεκτά από τα Δικαστήρια, τα οποία με τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις τους, αλλά και μεταγενέστερα με άλλες, δικαίωσαν τελικά τον κατηγορούμενο. Από κανένα όμως από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε ο εγκαλών Ν. Κ. ήταν ψευδής. Ειδικότερα, ο εν λόγω πραγματογνώμονας στην έκθεση που συνέταξε διατυπώνει την επιστημονική του κρίση με βάση τις ειδικές γνώσεις που διαθέτει και μετά από έρευνα και επεξεργασία των στοιχείων που είχε στη διάθεσή του αλλά και μετά από παρατηρήσεις και μετρήσεις στις οποίες ο ίδιος προέβη στο επίδικο ακίνητο. Στην κρίση του δε αυτή κατέληξε όχι αυθαίρετα και επιπόλαια αλλά αφού εξέθεσε αναλυτικά τις διαπιστώσεις που έκανε, καθώς και τους προβληματισμούς ή τις αμφιβολίες που του δημιουργήθηκαν, τα δε συμπεράσματα του αιτιολόγησε προσηκόντως, από δε τα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει ότι η διατύπωση της προαναφερόμενης επιστημονικής κρίσης του εγκαλούντος πραγματογνώμονα δεν ήταν σύμφωνη με την ενδόμυχη πεποίθησή του. Για τις πράξεις μάλιστα της ψευδορκίας πραγματογνώμονα και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τις οποίες κατηγορείτο μετά από σχετική έγκληση του νυν κατηγορουμένου, οι οποίες αναφέρονται στη συγκεκριμένη πραγματογνωμοσύνη, αθωώθηκε με την 112/ 2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κορίνθου. Πέραν όμως αυτών και ο τοπογράφος μηχανικός Ν. Κ., που συνέταξε το από 19-4-2000 τοπογραφικό διάγραμμα κατ' εντολή του κατηγορουμένου, το οποίο έλαβε υπόψη του ο πολιτικώς ενάγων κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης του, στην κατάθεση που έδωσε ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κορίνθου με κατηγορούμενο τον νυν πολ. ενάγοντα Ν. Κ., κατέθεσε ότι ο Δ. Λ. (κατηγορούμενος) του έδωσε λανθασμένα στοιχεία, διότι του είπε ότι ο οικισμός ... έχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, ενώ το σωστό ήταν ότι ο παραπάνω οικισμός στερείται εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, ότι το τοπογραφικό διάγραμμα το συνέταξε με βάση το μη εγκεκριμένο σχέδιο που του προσκόμισε ο κατηγορούμενος και το οποίο του εμφάνισε ως εγκεκριμένο, ότι οποιοσδήποτε μηχανικός θα έκανε τις ίδιες μετρήσεις με τον πολ. ενάγοντα εφόσον δεν υπήρχε τοπογραφικό ρυμοτομικό σχέδιο, ότι και αυτός θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ότι ο πραγματογνώμονας σωστά είπε ότι υπάρχει φυσικό όριο στο επίδικο καθώς και ότι δεν υπήρχε σταθερό σημείο για το επίδικο να μετρήσει κάποιος. Επίσης, ο πραγματογνώμονας Ε. Ο., διπλ. Αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός, που ορίστηκε πραγματογνώμονας από το ΤΕΕ, με την από 23-9-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του εγκαλούντος και όχι του κατηγορουμένου, γνωματεύοντας ότι μεταξύ των ακινήτων των τότε διαδίκων υπάρχει λωρίδα γης και επομένως δεν είναι συνεχόμενα εφαπτόμενα τμήματα. Βέβαια ο ως άνω πραγματογνώμονας Ε. Ο., σε μεταγενέστερο από 22-11-2004 έγγραφό του προς το ΤΕΕ, προέβη σε ορισμένες διευκρινίσεις - συμπληρώσεις της διενεργηθείσης από αυτόν ως άνω πραγματογνωμοσύνης ενόψει προηγηθείσης επιστολής του κατηγορουμένου Δ. Λ. προς το ΤΕΕ. Στο έγγραφό του αυτό, μεταξύ άλλων, δέχεται ότι οι απολήξεις των μανδρότοιχων της κατοικίας Δ. φεύγουν εκτός ορίων της ιδιοκτησίας του και η κολυμβητική δεξαμενή (πισίνα) του Δ. στο βόρειο τμήμα της είναι κατά ένα μέρος εκτός των ορίων της ιδιοκτησίας του, ότι σχετικά με τα ακίνητα που περιήλθαν στον Δ. Λ. από την Βασιλική Λ. υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στα κείμενα των συμβολαίων και τα διαγράμματα των πωλητηρίων συμβολαίων του μηχανικού Σ. που προσαρτώνται σε αυτά καθώς και ότι υπάρχουν αρκετά σφάλματα από πολλούς εμπλεκόμενους στην υπόθεση της αντιδικίας Δ. - Λ. στην ..., ενώ αναφερόμενος στην πραγματογνωμοσύνη Ν. Κ. δέχεται ότι άλλα ήθελε να πει και άλλα είπε με αποτέλεσμα να οδηγήσει σε δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες αγνόησαν παντελώς την άποψη που εκείνος ήθελε να εκφράσει, τουλάχιστον όπως την διατυπώνει εκ των υστέρων. Ακόμη, επίσης αναφέρει ότι εκτίμησή του είναι ότι από παραδρομή ή εσφαλμένη υπόδειξη ορίων προέκυψε η επίμαχη λωρίδα γης, η οποία δεν φαίνεται να ήταν στις προθέσεις των συμβαλλομένων να την δημιουργήσουν αλλά προέκυψε από τις διαστάσεις των ακινήτων που περιγράφονται στα συμβόλαια των μεταβιβάσεων και τα διαγράμματα Σ.. Από τις ως άνω διευκρινίσεις - συμπληρώσεις του πραγματογνώμονα Ε. Ο. καθίσταται φανερό ότι η απάντηση στα ερωτήματα που τέθηκαν από το Δικαστήριο στον πραγματογνώμονα Ν. Κ. δεν ήταν δεδομένη, λαμβανομένου ιδίως υπόψη της μη ύπαρξης εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και της ύπαρξης αντιφάσεων ανάμεσα στα κείμενα των συμβολαίων και τα διαγράμματα των πωλητηρίων συμβολαίων του μηχανικού Σ. που προσαρτώνται σε αυτά, τα οποία δικαιολογούν την διατύπωση διαφορετικής επιστημονικής άποψης. Εξ άλλου, πρέπει να λεχθεί ότι δεν πρέπει σε τέτοιου είδους πραγματογνωμοσύνες, οι οποίες, κατά κύριο λόγο, περιέχουν εκτιμήσεις με ειδικότερη μορφή τεχνικών κρίσεων και οι οποίες μπορεί πολλές φορές να είναι εσφαλμένες, να αποδίδεται στον πραγματογνώμονα ποινική κατηγορία, διότι τότε θα οδηγούμεθα στο άτοπο αποτέλεσμα, οι πραγματογνώμονες να διστάζουν να αποδέχονται το διορισμό σε υποθέσεις με ιδιαίτερα σημαντικό αντικείμενο και έντονη αντιδικία. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι ο εγκαλών πραγματογνώμονας κατέληξε στα ως άνω συμπεράσματα, που διατύπωσε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, παρακινούμενος από τον αντίδικο του κατηγορουμένου Θ. Δ. και ότι ενήργησε από δόλο και με σκοπό να βλάψει τον κατηγορούμενο και να ευνοήσει αντίστοιχα τον αντίδικο του τελευταίου ή ότι όταν στην με αρ. .../27-5-2003 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του συμβ/φου Κορίνθου Αντωνίου Ρομποκου επιβεβαίωσε ενόρκως τα συμπεράσματα της έκθεσής του, προβαίνοντας και σε ορισμένες διευκρινίσεις σχετικά με αυτή ενήργησε από δόλο, στοιχείο απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της ψευδορκίας και της παράβασης καθήκοντος. Επίσης, ουδεμία απολύτως ειδικότερη σχέση εξάρτησης, μεταξύ του εγκαλούντος Ν. Κ. και του Θ. Δ.(αντιδίκου του κατηγορουμένου) διαπιστώθηκε, ώστε να δημιουργηθεί υπόνοια έστω ότι ο κατηγορούμενος συνέταξε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του τελευταίου. Σχετικά με το θέμα αυτό και ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να δώσει κάποια λογική εξήγηση για το λόγο που θα μπορούσε να οδηγήσει τον εγκαλούντα να συντάξει ψευδή έκθεση πραγματογνωμοσύνης για να ωφελήσει τον αντίδικό του και κατ' επέκταση να βλάψει αυτόν (κατηγορούμενο). Επικαλέστηκε βέβαια οικονομικό όφελος του εγκαλούντος πραγματογνώμονα, στηριζόμενος στο γεγονός ότι ο τελευταίος εισέπραξε το ήμισυ της οφειλομένης για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αμοιβής του από τον αντίδικο του κατηγορουμένου Θ. Δ.. Το γεγονός όμως αυτό και μόνο, ότι δηλαδή, όπως αποδεικνύεται, ο εγκαλών από την οφειλόμενη σ' αυτόν για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αμοιβή, συνολικού ύψους 1.400 ευρώ, εισέπραξε ποσό 700 ευρώ από τον αντίδικο του κατηγορουμένου δεν μπορεί να δικαιολογήσει οποιαδήποτε σκοπιμότητα του εγκαλούντος ή παράβαση του καθήκοντός του να διενεργήσει ορθή πραγματογνωμοσύνη, δεδομένου ότι ο εν λόγω πραγματογνώμονας δεν εισέπραξε κάποιο ποσό πέραν του οφειλομένου σ' αυτόν για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, το δε ήμισυ της αμοιβής του για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης δέχθηκε να το λάβει από τον αντίδικο του κατηγορουμένου όταν κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος δεν προτίθετο να τον πληρώσει λόγω του ότι κατέληγε σε συμπεράσματα που δεν τον ευνοούσαν. Το ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέλαβε την αμοιβή του πραγματογνώμονα προκύπτει κυρίως από την ανωμοτί εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα αλλά και από τον μάρτυρα Α. Λ., υιό του κατηγορουμένου, ο οποίος την μη πληρωμή από τον πατέρα του της οφειλόμενης στον πραγματογνώμονα αμοιβής απέδιδε στο γεγονός ότι ο πραγματογνώμονας δεν δεχόταν να δώσει νόμιμη απόδειξη. Αυτό όμως αντικρούεται από τον εγκαλούντα, ο οποίος κατέθεσε ότι όπως εξήγησε ως δημόσιος υπάλληλος δεν έχει υποχρέωση να έχει μπλοκ αλλά την αμοιβή την δηλώνουν στη φορολογική δήλωση.
Συνεπώς τα ισχυριζόμενα από τον κατηγορούμενο ότι ο εγκαλών παρακινήθηκε από τον Θ. Δ. και συνέταξε εν γνώσει του ψευδή πραγματογνωμοσύνη με σκοπό να εξαπατήσει το Δικαστήριο και να ευνοήσει τον τελευταίο και ότι είναι δράστης των αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας και της παράβασης καθήκοντος ήταν ψευδή, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ως άτομο και ως επαγγελματία, διότι έθεταν εν αμφιβολία την τιμιότητά του και έπλητταν ευθέως το λειτούργημά του ως δικαστικού πραγματογνώμονα από τον πίνακα πραγματογνωμόνων που τηρείται στο Πρωτοδικείο Κορίνθου. Τα παραπάνω δε αποτελούν γεγονότα διότι: α) το ισχυριζόμενο από τον κατηγορούμενο ότι ο εγκαλών πραγματογνώμονας συνέταξε ψευδή πραγματογνωμοσύνη και ότι είναι δράστης των αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας και της παράβασης καθήκοντος αποτελεί μεν έκφραση γνώμης, στην οποία όμως υποκρύπτονται αμέσως συμβάντα (όπως έκθεση από τον πραγματογνώμονα ψεύτικων πραγματικών περιστατικών και εξαγωγή εσφαλμένων επιστημονικών συμπερασμάτων σχετικά με τα θέματα της ταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, διατύπωση από τον πραγματογνώμονα εγκαλούντα εν γνώσει της αναλήθειας των παραπάνω στοιχείων κρίσης αντίθετης προς την ενδόμυχη πεποίθησή του, επιβεβαίωση ενόρκως από αυτόν εν γνώσει της αναληθείας τους των παραπάνω και πρόθεση αυτού παράβασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος προς διενέργεια ορθής πραγματογνωμοσύνης με σκοπό να ωφελήσει τον εαυτό του οικονομικά και τον αντίδικο του κατηγορουμένου και να βλάψει τον κατηγορούμενο), τα οποία (συμβάντα) στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εγκαλούντος, όπως παραπάνω προεκτέθηκε και β) το ισχυριζόμενο ότι ο εγκαλών πραγματογνώμονας παρακινήθηκε από τον Θ. Δ. για τη σύνταξη ψευδούς πραγματογνωμοσύνης με σκοπό να εξαπατήσει το Δικαστήριο και να ευνοήσει τον τελευταίο αποτελεί συγκεκριμένο περιστατικό του, που ανάγεται στο παρελθόν, αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης. Των παραπάνω δε ισχυρισθέντων από τον κατηγορούμενο για τον εγκαλούντα έλαβαν γνώση τρίτα πρόσωπα, όπως συνάδελφοι του εγκαλούντος, διότι το δικόγραφο της αγωγής κοινοποιήθηκε στην υπηρεσία του (Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Κορίνθου), όπου αυτός υπηρετεί ως υπάλληλος, αλλά και οι γραμματείς, οι δικαστές κλπ. του Πρωτοδικείου Κορίνθου, που, ως εκ της θέσης τους, έλαβαν γνώση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής. Ο δε κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών διότι ουδένα στοιχείο είχε σε βάρος του εγκαλούντος που να δικαιολογεί την κατάθεση της αγωγής εναντίον του με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, τα ισχυρίστηκε δε για να πετύχει την ευδοκίμηση της αγωγής του, αφού γνώριζε ότι ο εγκαλών ενήργησε κατά συνείδηση στα πλαίσια των καθηκόντων του. Γνώριζε δε ότι με το να ισχυριστεί αυτά μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, δεδομένου ότι θα λάμβαναν γνώση και τρίτα πρόσωπα και είχε τη θέληση να ισχυρισθεί αυτό το βλαπτικό γεγονός". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στην ... στις 26-2-2003 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, ενώ γνώριζε ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν αληθινό. Ειδικότερα κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο με την από 26-2-2003 (125/ΤΠ125/2003) αγωγή, που κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 12-11-2003, διατύπωσε για τον εγκαλούντα, Ν. Κ., τους ψευδείς και πρόσφορους να βλάψουν τη θεμελιούμενη επί της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του παθόντος ισχυρισμούς, ότι δηλαδή, ενώ διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 416/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου επί αστικής διαφοράς (τακτική αγωγή νομής) μεταξύ του κατηγορουμένου και του Θ. Δ., συνέταξε εν γνώσει του ψευδή πραγματογνωμοσύνη παρακινούμενος από τον Θ. Δ., με σκοπό να εξαπατήσει το Δικαστήριο και να ευνοήσει τον τελευταίο και ότι είναι δράστης αξιοποίνων πράξεων και δη αυτών της ψευδορκίας και της παράβασης καθήκοντος, ενώ τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους. Τα ανωτέρω δε ψευδή γεγονότα μπορούσαν να προσβάλουν σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο τον εγκαλούντα, θέτοντας εν αμφιβολία την τιμιότητά του και πλήττοντας ευθέως το λειτούργημά του ως δικαστικού πραγματογνώμονα από τον πίνακα πραγματογνωμόνων που τηρείται στο Πρωτοδικείο Κορίνθου". Και του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για τ' οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 362, 363 και 368 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νομό, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης.
Περαιτέρω, κατ' άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ του ΠΚ οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον δεν αποτελούν άδικη πράξη. Ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός όμως που προβάλλεται από το δράση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφημήσεως δεν είναι νόμιμος σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου. Στην τελευταία περίπτωση εφόσον ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με την προεκτιθέμενη σκέψη ως προς την έλλειψη ή μη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που πρέπει να υπάρχει στην απόφαση και για την παραδοχή ή απόρριψη για κάθε αυτοτελή ισχυρισμό.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση που το δικάσαν Εφετείο απέρριψε σιωπηρά, χωρίς αιτιολογία τον από το άρθρο 367 παρ. 1 του ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που έγιναν για τη διαφύλαξη δικαιώματός του, αφού αυτός κρίθηκε ένοχος της συκοφαντικής δυσφημήσεως και η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης αποκλείεται από την παρ. 2 περ. γ του ίδιου ως άνω άρθρου, ορθά το νόμο εφάρμοσε και δεν έσφαλε μη διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική αιτιολογία για απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως και το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τόσο ως προς την περί ενοχής του (αναιρεσείοντος) κρίση αυτού όσο και ως προς τη σιωπηρή απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμούς του για άρση του αδίκου λόγω του ότι κινήθηκε από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του προς προστασία της ιδιοκτησίας του και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και πρόσθετο επ' αυτής λόγο πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Τέλος, το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απολύτως σύμφωνο με την καθιερούμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αρχή για δίκαιη δίκη, καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του όλα τα αποδεικτικά μέσα και έκρινε για όλους τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του παραστάντος αυτοπροσώπως ως δικηγόρου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ορθά εφάρμοσε το άρθρο 363 του ΠΚ, και συνεπώς οι συναφείς αιτιάσεις του τελευταίου για πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, κατά παράβαση της ως άνω αρχής για δίκαιη δίκη, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Στ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση(ή βούλευμα)που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β)ταυτότητα προσώπου και γ)ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ισχυρίζεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ότι στα έγγραφα που ανέγνωσε το Εφετείο περιέλαβε και το 96/07 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει εναντίον του κατηγορία για ψευδή καταμήνυση, ψευδή ανώμοτη κατάθεση και συκοφαντική δυσφήμιση, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε εναντίον του ίδιου παθόντος στην … στις 17-12-03 με παρόμοιους ισχυρισμούς γεγονότων που είχε διαλάβει τόσο στην από 17-12-03 ανώμοτι κατάθεσή του ενώπιον του διενεργούντος προκαταρκτική εξέταση Πταισματοδίκη Κορίνθου, όσο και με το από 17-12-03 υπόμνημά του που κατέθεσε ενώπιον του ίδιου Πταισματοδίκη. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, ανεξάρτητα του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέβαλε τέτοιον ισχυρισμό ενώπιον του δικάζοντος την σε βάρος του κατηγορία Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, οπότε το δικαστήριο τούτο δεν υποχρεούταν να αιτιολογήσει την απόρριψη ή την αποδοχή του, ουσιαστικά αυτός εξεταζόμενος κατ' άρθρο 511 του ΚΠΔ, δεν δημιουργεί κανένα δεδικασμένο γιατί δεν συντρέχει το αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση δεδικασμένου και δη το στοιχείο της ταυτότητας της πράξεως, αφού, όπως ισχυρίζεται πρόκειται για παρόμοιους και όχι τους ίδιους ισχυρισμούς του σε βάρος του παθόντος, οι οποίοι έλαβαν χώρα σε άλλο χρόνο [στις 17-12-03, ενώ στην ένδικη υπόθεση στις 26-2-03] και υπό διαφορετικές συνθήκες [με ανώμοτη κατάθεση και σε υπόμνημά του στον Πταισματοδίκη Κορίνθου, ενώ στην ένδικη υπόθεση στην από 26-2-03 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου]. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ του ΚΠΔ σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από όλα τα ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιανουαρίου 2011 αίτηση του Δ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., και τους από 21 Απριλίου 2011 πρόσθετους επ' αυτής λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 217/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος συκοφαντικής δυσφήμησης με κατηγορούμενο δικηγόρο. Καταδικαστική απόφαση (σε 2ο βαθμό) από Πενταμελές Εφετείο. Αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και για ένσταση δεδικασμένου. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων ως και της αιτίασης για παράβαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου στο σύνολό της.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1077/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, σύμφωνα με τη με αριθμό 39/28.02.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) - Εισηγήτρια, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πέππα, για αναίρεση της με αριθμό 457/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Χρήστο Καραντζάνη.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1496/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Aπό τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου κώδικα. Η κατ' αυτό δε τον τρόπο παρεχομένη εξουσιοδότηση συνάπτεται με συγκεκριμένη υπόθεση και όχι με συγκεκριμένη δικάσιμο (βλ. και ΑΠ 916/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και υπέρβαση εξουσίας που ιδρύουν τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Η του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, εκ του ότι το δικαστήριο δέχθηκε την εκπροσώπηση του αναιρεσείοντα με βάση εξουσιοδότηση που δεν αφορούσε τη συγκεκριμένη δικάσιμο της 11/11/2009, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά την αναβληθείσα της 2/7/2008 για την οποία και μόνο παρείχε την εξουσιοδότησή του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού α) το μεν από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση της από 1/7/2008 εξουσιοδότησης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο τελευταίος παρείχε με αυτή την εντολή και πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Παππά όπως τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 2/7/2008 και υποστηρίξει την έφεσή του κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 488, 488α/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και να ζητήσει την αναβολή για κώλυμα στο πρόσωπό του και σε περίπτωση απορρίψεως του αιτήματος αναβολής να παραστεί και να τον εκπροσωπήσει, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 του ΚΠΔ, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.
Συνεπώς δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε υπερέβη την εξουσία του το δικαστήριο, με το να επιτρέψει την εκπροσώπηση του αναιρεσείονα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πέππα με βάση την από 1/7/2008 εξουσιοδότηση, ενώ β) σε περίπτωση αναβολής, η κατά τις νόμιμες διατυπώσεις παρεχομένη εξουσιοδότηση δεν αφορά συγκεκριμένη δικάσιμο, αλλά συγκεκριμένη υπόθεση.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 66 παρ. 1, 68 παρ. 2 και 171 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν η πολιτική αγωγή του ζημιωθέντος από αξιόποινη πράξη εισήχθη στο πολιτικό δικαστήριο και αυτό εκδώσει οριστική απόφαση επ' αυτής, στη συνέχεια δε ο δικαιούχος της αξιώσεως παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για την ίδια απαίτηση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α του ΚΠΔ , αν το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί την παράσταση αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι προβλήθηκε αντίρρηση για το λόγο αυτό κατά της παράστασης ή ότι τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η παράσταση δεν είναι νόμιμη, άλλως το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει και λάβει υπόψη του στοιχεία που καθιστούν παράνομη τη παράσταση, εφόσον αυτά δεν προκύπτουν από τη διαδικασία. Εξάλλου, το Δημόσιο νομιμοποιείται σε παράσταση πολιτικής αγωγής, τόσο για την υλική ζημία, όσο και για την ηθική βλάβη που υπέστη από το αδίκημα , λόγω της μείωσης του κύρους των υπηρεσιών του και αν τούτο δεν δηλώνεται σαφώς, αλλά ζητείται απλώς η αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Μπορεί ακόμη, να παρασταθεί σωρρευτικώς και για τις δύο αξιώσεις, χωρίς να προσαπαιτείται και ο προσδιορισμός του ποσού της απαιτήσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του δικογράφου αναιρέσεως, o αναιρεσείων το μεν προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, το δε υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τους από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Α και Η λόγους αναιρέσεως, εκ του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένστασή του περί αποβολής της πολιτικής αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος που αφορούσε την επιδίκαση σ' αυτό χρηματικής αποζημίωσης, ύψους 52.786.829 δραχμών, καθόσον για το ποσό αυτό υπήρχε εκκρεμή δίκη στα καθ' ύλη αρμόδια Διοικητικά Δικαστήρια, κατόπιν ασκήσεως νομίμου και εμπροθέσμου προσφυγής του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης αν είχε εκδοθεί απόφαση από τα Διοικητικά Δικαστήρια. Σε κάθε πάντως περίπτωση και ορθά το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τη σχετική ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής με την αιτιολογία ότι δεν έχει επιδικασθεί από τα Διοικητικά Δικαστήρια χρηματική αποζημίωση. Επομένως, δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε το ως άνω Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να απορρίψει την ένσταση του αναιρεσείοντος περί αποβολής του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου και ακολούθως μετά την καταδίκη του να του επιδικάσει το παραπάνω ποσό για χρηματική αποζημίωση και είναι απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτής εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α 'του Ν. 1608/1950 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων για τους καταχραστές του Δημοσίου", όπως ισχύει μετά τον Ν. 1738/1987, "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του ποινικού κώδικα, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 386 για την απάτη, "εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α του ΠΚ (όπως ο αριθμός αυτός διορθώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1887/1990) και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, που μετά το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 2408/1996 αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμές (ήδη 150.000 ευρώ) επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απάτη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, λαμβάνει κακουργηματική μορφή με βάση είτε την αξία του οφέλους που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, είτε την αξία της ζημίας που προξενήθηκε ή απειλήθηκε σε βάρος του Δημοσίου, η οποία πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, ήδη 150.000 ευρώ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ του ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 457/2009 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό με το αιτιολογικό που αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Με το .../25-1-1994 συμβ/κό έγγραφο της συμβ/φου Αθηνών Ευαγγελίας Πιλάτου - Λαμπροπούλου, ο κατηγορούμενος Σ. Λ. και ο Π. Π. σύστησαν ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗ - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ -ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΛΥΤΙΜΩΝ ΜΕΤΑΛΛΩΝ - ΠΟΛΥΤΙΜΩΝ ΛΙΘΩΝ - ΧΡΥΣΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ - ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΛΛΙΩΝ ΙΝΤΕR GOLD ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ΙΝΤΕR GOLD S.A", με έδρα τον … και αντικείμενο την εισαγωγή, εξαγωγή, εμπορία και επεξεργασία πολυτίμων λίθων και μετάλλων. Ο κατηγορούμενος με βάση την από 26/5/1995 απόφαση της εταιρείας αυτής και το από 29/5/1995 πρακτικό του Δ.Σ. της που δημοσιεύθηκε στο Φ ΕΚ 4375/20-7-1995, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, κατέστη νόμιμος εκπρόσωπος, πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος. Η εταιρεία αυτή στις 9/5/1996 δια του νομίμου εκπροσώπου της, κατηγορουμένου, δήλωσε στη ΔΟΥ ΦΑΕ … με την εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ έτους 1995 ενδοκοινοτικές παραδόσεις, η αξία των οποίων ανήλθε σε 1.374.810.065 δρχ. Οι παραδόσεις αυτές αφορούσαν ειδικότερα εξαγωγές στο Βέλγιο 475,5 χλγρ. χρυσού και 675 χλγρ. αργύρου για τα έτη 1994 και 1995. Σε πέντε από τις περιπτώσεις αυτές οι εξαγωγές - συνολικού βάρους 118 χλγρ. χρυσού και συνολικής αξίας 338.552.812 δρχ. ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν και ουδέποτε εξήχθη ο χρυσός από την Ελλάδα με προορισμό και εισαγωγή στο Βέλγιο ή και σε οποιαδήποτε άλλη κοινοτική χώρα. Για τη μη πραγματοποίηση των τεσσάρων από τις πέντε αυτές εξαγωγές τελούσε σε γνώση ο κατηγορούμενος, ο οποίος με την παραπάνω ιδιότητα του και με σκοπό να αποκομίσει αυτός και η εταιρεία του παράνομο περιουσιακό όφελος, σε γνώση του παρέστησε ψευδώς προς τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΔΟΥ ΦΑΕ … ότι πραγματοποιήθηκαν τέσσερις πωλήσεις, εξαγωγές και παραδόσεις προς την Βελγική εταιρεία "ΙΝΤΕR GOLD BELGIUM", συνολικής αξίας 293.260.113 δρχ., όπως οι ειδικότερες περιπτώσεις κατά ποσά αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής. Ειδικότερα, στις 9/5/1996 στην προαναφερθείσα τελική εκκαθαριστική δήλωση της εταιρείας που εκπροσωπούσε (έτος 1995) περιέλαβε και τη διαβεβαίωση ότι πραγματοποιήθηκαν οι πωλήσεις, εξαγωγές και παραδόσεις χρυσού στο Βέλγιο, ενώ στην πραγματικότητα οι φερόμενες ως ενδοκοινοτικές αυτές συναλλαγές ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν, αφού οι αντίστοιχες ποσότητες χρυσού δεν εξήχθησαν από την Ελλάδα, ούτε παραδόθηκαν στην παραπάνω εταιρεία στο Βέλγιο. Με τον τρόπο αυτό ο κατηγ/νος έπεισε τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΔΟΥ ΦΑΕ … να εκπέσουν τον αναλογούντα στην αξία του χρυσού εκ δρχ. 293.260.113 ΦΠΑ ποσού 52.786.820 δρχ., αφού απαλλάσσεται από το φόρο αυτό η παράδοση αγαθών που αποστέλλονται σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον πωλητή σε άλλον που υπόκειται στο φόρο αυτό κατ' άρθρο 22Α παρ. 1 Ν. 1642/1980. Έτσι, το παριστάμενο ως πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ζημιώθηκε με το ποσό των 52.786.820 δρχ., αφού δεν το εισέπραξε. Για τα παραπάνω καταθέτουν με σαφήνεια οι μάρτυρες Ν. Κ. και Τ. Σ., υπάλληλος στη δίωξη οικονομικών εγκλημάτων ο πρώτος και τελωνειακός υπάλληλος ο δεύτερος, οι οποίοι συνέταξαν και την από 26/3/1998 πορισματική αναφορά. Ο κατηγορούμενος ήδη από την πρωτοβάθμια δίκη ισχυρίστηκε ότι η μεταφορά και εξαγωγή του χρυσού στις προαναφερόμενες τέσσερις περιπτώσεις έγινε με χειραποσκευές με άτομα που ταξίδεψαν από Αθήνα στις Βρυξέλλες με πτήσεις της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν έχει βασιμότητα διότι όπως προκύπτει ιδία από τις βεβαιώσεις της Ολυμπιακής της 17/12/1996 για την πρώτη περίπτωση, και τις με ημερομηνία 18/11/1996 για τις λοιπές τρεις περιπτώσεις, τα αντίστοιχα εισιτήρια από Αθήνα για Βρυξέλλες και αντιστρόφως δεν χρησιμοποιήθηκαν. Υπάρχουν βεβαίως και μεταγενέστερες βεβαιώσεις που εκδόθηκαν μετά τη σύνταξη του προαναφερόμενου πορίσματος, της 30/3/1999 και 17/5/1999, κατά τις οποίες, πλην μιας της 30/3/1999, τα εισιτήρια της διαδρομής Αθηνών - Βρυξελλών δε χρησιμοποιήθηκαν για τις πτήσεις των ημερομηνιών για τις οποίες εκδόθηκαν, αλλά για άλλες ημερομηνίες. Δε γίνεται όμως βεβαίωση ότι ταξίδεψαν στην πραγματικότητα οι αναγραφόμενοι στα εισιτήρια, αφού θα μπορούσε κανείς μετά τον έλεγχο και την έκδοση της κάρτας επιβίβασης να μην ταξιδέψει τελικά και στην περίπτωση που ερευνάται δεν ταξίδεψαν τελικά οι αναγραφόμενοι στα εισιτήρια. Αυτό ενισχύεται από τα παρακάτω: Κατά τα επισκοπούμενα χρονικά σημεία δεν ίσχυε στην Ελλάδα η Σένγκεν και καταχωρίζοντο στους υπολογιστές όσοι ταξίδευαν. Όπως δε προκύπτει από το με αρ. πρωτ. 1016/8/17-α/30-8-1996 έγγραφο του Τμήματος Ασφαλείας Αερολιμένα Αθηνών, σε απάντηση του υπ' αριθμ. 2443/28-8-1996 εγγράφου της Τελωνειακής Δ/νσης Ελέγχου Οικονομικού Εγκλήματος, τα στοιχεία των αναφερομένων στα εισιτήρια δεν πληκτρολογήθηκαν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του Τμήματος Ασφαλείας Αερολιμένα Αθηνών κατά τις χρονολογίες που αναγράφονται στα εισιτήρια. Κατά το ίδιο έγγραφο, που αναγνώσθηκε, του Τμήματος Ασφαλείας του Αεροδρομίου, τα στοιχεία όλων των ημεδαπών, όπως είναι και τα πρόσωπα που αναγράφοντο στα εισιτήρια και φέρονται ότι μετέφεραν (κατά τον κατηγορούμενο) το χρυσό, πληκτρολογούνται στους υπολογιστές της Υπηρεσίας αυτής, τόσο κατά την έξοδο τους από την Ελλάδα, όσο και κατά την είσοδο τους στη χώρα. Περαιτέρω, η μεταφορά με χειραποσκευή τόσο μεγάλου βάρους (40 και 35 χλγρμ.) από ένα άτομο θα ήταν εξαιρετικά δυσχερής, θα εντοπίζετο στο ηλεκτρονικό μηχάνημα ανίχνευσης μετάλλων, θα κινούσε τις υπόνοιες των χειριζόμενων το μηχάνημα αστυνομικών η πολύ μεγάλη αυτή ποσότητα χρυσού και είναι προφανές ότι δεν θα επέτρεπαν την μεταφορά του στο αεροπλάνο πριν να ακολουθείτο σχετική έρευνα από αυτούς ή την παραπομπή της υπόθεσης σε αρμοδιότερα τελωνειακά όργανα, πράγμα που με βεβαιότητα θα ακολουθείτο και προφανώς γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι ήταν σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε μια τέτοια μεγάλη ποσότητα χρυσού να εξαχθεί στο εξωτερικό χωρίς τους απαιτούμενους ενδελεχείς ελέγχους Εκείνο όμως το στοιχείο που προσδίδει ακόμα μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι τελικά τα αναγραφόμενα στα εισιτήρια πρόσωπα δεν ταξίδεψαν από Ελλάδα στο Βέλγιο είναι το έγγραφο 01.0 01, 314 - 315 - 316 της 19/12/1996 του Βελγικού Κεντρικού Γραφείου της Διοικητικής Συνεργασίας με τα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο διενήργησε σχετικό έλεγχο. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, λόγω του ότι δεν υπάρχουν έγγραφα μεταφοράς προς την Βελγική Εταιρεία των εμπορευμάτων που φέρονται ότι εξήχθησαν και του ότι δεν υπάρχουν πραγματικές πληρωμές, είναι αδύνατο να βεβαιωθεί ότι τα εμπορεύματα εισήλθαν πραγματικά στο Βέλγιο. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω αποδεικνυομένων, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία αυτού 52.786.820 δρχ. Πρέπει, δε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (αρθ. 84 παρ. 2 εδ.α' Π. Κ), όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού το δικαστήριο εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και δίχως λογικά κενά ή αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στην περιουσία του οποίου προξενήθηκε ζημία, υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 ευρώ, με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του αναιρεσείοντος ,για το οποίο αυτός κηρύχθηκε ένοχος , ενώ εκθέτει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά, καθώς και τους συλλογισμούς υπαγωγής τούτων στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 386 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρο 1 παρ. 1 περ. α του Ν. 1608/1950,τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "INTER GOLD S.A.", με σκοπό να αποκομίσει αυτός και η εταιρεία του παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους της ΦΑΕ … υποβάλλοντας σ' αυτή στην τελική εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ έτους 1995 ενδοκοινοτικές παραδόσεις, αξίας 1.374.820.065 δρχ., που αφορούσαν εξαγωγές στο Βέλγιο τις στο διατακτικό αναφερόμενες ποσότητες χρυσού, συνολικής αξίας 338.552.812 δρχ., ενώ δεν εξήχθησαν ποτέ στο Βέλγιο ποσότητες, με αποτέλεσμα να πεισθούν οι παραπάνω υπάλληλοι να εκπέσουν τον ΦΠΑ που αναλογούσε στην ως άνω συνολική αξία, περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ο σκοπός της αποκόμισης παρανόμου περιουσιακού οφέλους, β) η παράσταση σε τρίτο (υπαλλήλους της ΔΟΥ) του ψευδούς γεγονότος της εξαγωγής του χρυσού στο Βέλγιο, γ) η, σε αιτιώδη συνάφεια με την παράσταση του ως άνω ψεύδους, ενέργεια των υπαλλήλων να εκπέσουν τον αναλογούντα ΦΠΑ, ενώ με την παραδοχή ότι οι ανωτέρω ποσότητες χρυσού, που αναφερόταν στις ενδοκοινοτικές παραδόσεις, διοχετεύθησαν στην εγχώρια αγορά περιέχονται και η ζημία και το ύψος της ζημίας που επήλθε στο Δημόσιο ανερχόμενη στο ποσό στο οποίο ανερχόταν η απαλλαγή από τον αναλογούντα ΦΠΑ. Εν όψει των παραδοχών αυτών το έγκλημα της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δεν τελέσθηκε σε απόπειρα, αφού για τον χαρακτηρισμό ως τετελεσμένου του ως άνω εγκλήματος, αρκούσε η αναφορά ότι διοχετεύθησαν οι ως άνω ποσότητες χρυσού στην εσωτερική αγορά, χωρίς να χρειάζεται η αναφορά του πότε και σε ποιόν διατέθηκαν στην Ελληνική αγορά οι επίμαχες ποσότητες χρυσού.
Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο, όπως αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, και δη όχι μόνο στην αρχή του σκεπτικού, αλλά και σε άλλα σημεία αυτού, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της κρίσης του, πλην των άλλων αναγνωστέων εγγράφων και τα κάτωθι έγγραφα, τα οποία ρητώς εξαίρει, με τους εξής αύξοντες αριθμούς : α) 17, που αφορούσε τις από 17/12/1996 και 18/11/1996 δύο βεβαιώσεις της εταιρίας "Ολυμπιακή Αεροπορία", β) 18 που αφορούσε τις από 30/3/1999 τέσσερις βεβαιώσεις της Ολυμπιακής Αεροπορίας, γ) 20, που αφορούσε την από 17/5/1999 βεβαίωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας, δ) 26, που αφορούσε το υπ' αριθμ. Πρωτοκόλλου 1016/8/17-α /30/8/1996 έγγραφο του Τμήματος Ασφαλείας Αερολιμένα Αθηνών, σε απάντηση του υπ' αριθμ. Πρωτοκόλλου 2443/28/8/1996 εγγράφου της Τελωνειακής Διεύθυνσης Ελέγχου Οικονομικού Εγκλήματος, ε) 14, που αφορούσε το με στοιχεία CLO 1, 314-315-316 της 19/12/1996 έγγραφο του Κεντρικού Γραφείου του Βελγίου για τη διοικητική συνεργασία. Το γεγονός ότι το δικαστήριο εξαίρει τα έγγραφα αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε και τα υπόλοιπα, και δη το έγγραφο με αριθμό 41 στην στήλη των αναγνωστέων εγγράφων, με στοιχεία "ΦΟΡ 318/3985/19/7/2004 έγγραφο της Δημόσιας Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας του Κεντρικού Γραφείου CLO Βελγίου, Διοικητική Συνεργασία ανάμεσα στα κράτη- μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε θέματα ΦΠΑ", δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε να αιτιολογείται ειδικά ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσης του και γιατί και για ποιο λόγο έγινε πιστευτό ένα συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι ένα άλλο, αφού όλα τα παραπάνω ανάγονται σε εκτίμηση πραγμάτων. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά δε το μέρος που με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ελληνικού Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/11/2010 αίτηση του Σ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 457/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου εκ διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με τον Ν. 1608/1950. Λόγοι αναίρεσης: 1) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που ιδρύουν τους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Η ΚΠΔ λόγους, εκ του ότι το δικαστήριο δέχθηκε την εκπροσώπηση του αναιρεσείοντα με βάση εξουσιοδότησή του που δεν αφορούσε τη συγκεκριμένη δικάσιμο, αλλά την αναβληθείσα. Απορριπτέος ως αβάσιμος, πέραν του ότι η κατά τις νόμιμες διατυπώσεις παρεχομένη εξουσιοδότηση δεν αφορά συγκεκριμένη δικάσιμο, αλλά συγκεκριμένη υπόθεση, 2) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, λόγω παράνομης παράστασης του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος. Το Δημόσιο νομιμοποιείται σε παράσταση πολιτικής αγωγής, τόσο για υλική ζημία, όσο και για ηθική βλάβη. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος, 3) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης. Ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Απαλλάσσονται από το φόρο (άρθρο 22 Α παρ. 1 Ν. 1642/1980). Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1076/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 431/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου .... Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Β. του Π., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ..., με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 947/2010.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 τταρ.1 εδ.γ του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του Κ.Π.Δ. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 24 Νοεμβρίου 2010, αποδεικτικό επιδόσεως του ... αρχιφύλακα του ΑΤ ... και 28 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του ... επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, τόσο ο αναιρεσείων, όσο και ο αντίκλητος δικηγόρος του, Χαρίλαος Κοψαχείλης, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 4-2-2011. Η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ως άνω ορισθείσα αρχική δικάσιμο, κατόπιν σχετικού αιτήματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, Χρήστου Νάστου, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, δικάσιμο της 13-5-2011, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 178/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου.
Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Φεβρουαρίου 2011, αίτηση του Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 431/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου .... Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1075/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Β. Κ. του Χ., κατοίκου Τερψιθέας Λάρισας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 432/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 948/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του Κ.Π.Δ. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 24 Νοεμβρίου 2010, αποδεικτικό επιδόσεως του ... αρχιφύλακα του ΑΤ Λάρισας και 28 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του ... επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, τόσο ο αναιρεσείων, όσο και ο αντίκλητος δικηγόρος του, Χαρίλαος Κοψαχείλης, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 4-2-2011. Η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ως άνω ορισθείσα αρχική δικάσιμο, κατόπιν σχετικού αιτήματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, Χρήστου Νάστου, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, δικάσιμο της 13-5-2011, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 179/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου.
Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Φεβρουαρίου 2011, αίτηση του Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 432/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1077/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ - ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 2) Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ι. Α. του Ν., κατοίκου ..., 4) Χ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 5) Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., 6) Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., 7) Ε. Α. του Π., κατοίκου ..., 8) Ο. Α. του Ι., κατοίκου ..., 9) Β. Α. του Π., κατοίκου ..., 10) Ν. Α. του Χ., κατοίκου ..., 11) Ν. Α. του Λ., κατοίκου ..., 12) Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., 13) Ι. Α. του Χ., κατοίκου ..., 14) Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., 15) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 16) Ε. Α. του Θ., κατοίκου ..., 17) Σ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 18) Μ. - Π. Β. του Α., κατοίκου ..., 19) Π. Β. του Χ. - Μ., κατοίκου ..., 20) Π. Β. του Δ., κατοίκου ..., 21) Μ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 22) Σ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 23) Χ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 24) Γ. Β. του Π., κατοίκου ..., 25) Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 26) Α. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 27) Ν. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 28) Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 29) Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ... και 30) Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν η μεν 24η μετά, οι δε λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Στριμπέρη.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας Ιατρού - Νικητιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 294/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4498/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 19-12-2008 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε, αρχικώς, για την 8-12-2009 και, κατόπιν αναβολής, για την 23-11- 2010, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 24-11-2010 κλήση των αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη, Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών, που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντάγματος, 141 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ) και 288 ΑΚ, επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση, όταν προβαίνει για οποιοδήποτε λόγο σε οικειοθελή παροχή προς τους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί από αυτήν κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν με τα αυτά προσόντα την ίδια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται επαρκώς ως οφειλόμενη σε αντικειμενικές περιστάσεις (ΟλΑΠ 348/1985). Η ίση μεταχείριση προϋποθέτει, κατ' αρχήν, σύμβαση ενεργή. Εν τούτοις, η εν λόγω αρχή έχει εφαρμογή και όταν η χορήγηση της οικειοθελούς παροχής γίνεται μετά τη λύση της συμβάσεως εργασίας, αλλά με αναδρομική ενέργεια, αναγόμενη, είτε με απόφαση του εργοδότη είτε με συμφωνία μεταξύ αυτού και των εργαζόμενων, σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο η σύμβαση ήταν ενεργής, ως επιβράβευση των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν από το μισθωτό μέχρι τη λύση αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ήσαν υπάλληλοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, συνδεόμενοι με αυτήν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι η αναιρεσίβλητη, με την 184/13-9-2004 εγκύκλιο της διεύθυνσης προσωπικού της υπηρεσίας της, ενέκρινε την παροχή κινήτρων εθελουσίας αποχώρησης σε όσους εργαζόμενους είχαν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης μέχρι την 31-12-2004, με τις προϋποθέσεις που τάσσονταν σ' αυτή. Ότι οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν τις σχετικές δηλώσεις και αποχώρησαν από την υπηρεσία, κατά περίπτωση, από 1-11-2004 έως 31-12-2004. Ότι στη συνέχεια, με το 193/1-7-2005 έγγραφο, που είχε ως θέμα την καταβολή επιδόματος παραγωγικότητας ("bonus"), η αναιρεσίβλητη ανακοίνωσε στους εργαζόμενους ότι "σε αναγνώριση των μέχρι τότε προσπαθειών του προσωπικού της αποφάσισε να χορηγήσει στους υπαλλήλους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα ένα εφάπαξ ποσό ως έκτακτη οικειοθελή παροχή". Ότι το επίδομα αυτό, πράγματι, καταβλήθηκε την 15-7-2005, σε όλο το προσωπικό που εργαζόταν κατά την ημερομηνία αυτή, όχι, όμως, και στους αναιρεσείοντες, που είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί μέχρι το τέλος του προηγούμενου έτους. Ότι από το περιεχόμενο της απόφασης, με την οποία χορηγήθηκε το επίδομα, προκύπτει ότι αυτό, ως οικειοθελής παροχή, δόθηκε μόνο στους υπαλλήλους που εξακολουθούσαν να εργάζονται στην Τράπεζα, σε αναγνώριση όχι μόνο των μέχρι τότε προσπαθειών τους προς επίτευξη των στόχων της επιχείρησης, αλλά και προς τόνωση του ενδιαφέροντος και του ζήλου τους για την επίτευξη των μελλοντικών στόχων αυτής. Ότι, οι αναιρεσείοντες, που είχαν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης όταν αυτή αποφάσισε τη χορήγηση του επιδόματος, δεν επρόκειτο να έχουν στο μέλλον δυνατότητα συμβολής στην επίτευξη των επιχειρηματικών στόχων, στην οποία προεχόντως απέβλεπε η Τράπεζα. Ότι, τέλος, το γεγονός ότι κατά το προηγούμενο έτος 2004 η χορήγηση του επιδόματος είχε επεκταθεί αναλόγως και στους υπαλλήλους που είχαν αποχωρήσει κατά το έτος 2003, δεν ήταν δυνατό να ευνοήσει τους αναιρεσείοντες, διότι τότε η επέκταση είχε προβλεφθεί, ρητώς, με ειδικό όρο της από 24-12-2004 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, πράγμα το οποίο ούτε επαναλήφθηκε ούτε μπορούσε να συναχθεί σιωπηρώς από το περιεχόμενο της νέας απόφασης περί καταβολής του "bonus" κατά το έτος 2005. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι, υπό τις ως άνω περιστάσεις, η μη χορήγηση του επιδόματος παραγωγικότητας στους αναιρεσείοντες δεν προσκρούει στη συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών, διότι η δική τους περίπτωση είναι ουσιωδώς ανόμοια με εκείνη των εν ενεργεία υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και, κατόπιν αυτού, έκανε μεν δεκτή την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή για καταβολή της ως άνω οικειοθελούς παροχής σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά στη συνέχεια την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-12-2008 αίτηση περί αναιρέσεως της 4498/ 2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Ιουνίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
|
Σύμβαση εργασίας, αρχή ίσης μεταχειρίσεως των εργαζόμενων, εφαρμογή και επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη. Η μη χορήγηση επιδόματος παραγωγικότητας (bonus) σε υπαλλήλους που συνταξιοδοτήθηκαν δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, όταν η χορήγηση αποβλέπει προεχόντως στην τόνωση του ενδιαφέροντος των υπηρετούντων για την επίτευξη μελλοντικών στόχων. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1078/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28.2.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Ι. Μ. του Μ. και 2. Φ. Μ. συζ. Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 312/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Κ. συζ. Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 6/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, ως λόγος, για να αναιρεθεί η απόφαση, μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και τον Άρει Πάγο, προκαλείται και αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 64, 82-84 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία, εκείνος που δικαιούται ν' απαιτήσει αποζημίωση, ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβη ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα από το διωκόμενο έγκλημα ή υπέστη ηθική βλάβη από αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 312/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου, η Ε. Κ. δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις των κατηγορουμένων, με τις οποίες αποδίδουν σ' αυτή ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας.
Συνεπώς το Τριμελές Εφετείο το οποίο απέρριψε τις αντιρρήσεις κατά της παράστασης της ανωτέρω, που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι, ισχυριζόμενοι ότι παθούσα είναι η εταιρεία "Ε.Ν. Κ.", δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω περιορισμού του δικαιώματος υπεράσπισης των κατηγορουμένων (άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' και 333 ΚΠΔ) με τις ειδικότερες αιτιάσεις α) "Παράνομα (το Δικαστήριο) έθεσε χρονικό περιορισμό στην αγόρευση του πληρεξουσίου μας δικηγόρου με αποτέλεσμα να του στερήσουν τη δυνατότητα ολοκλήρωσης της αγόρευσης με όλες τις αρνητικές συνέπειες, και β) έθεσε και περιορισμό όσον αφορά τον αριθμό των ερωτήσεων που θα έκανε ο πληρεξούσιός μας προς τον μάρτυρα Ν. Κ.", είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου ουδόλως προκύπτει κάτι τέτοιο. Τέλος, απορριπτέος είναι ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα και επικαλεσθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι την 243/09 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, τις μηνύσεις τους βάσει των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της Ε. Κ. και του συζύγου της για απάτη σε βαθμό κακουργήματος και τα με αριθμό 187/2008 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και συγκεκριμένα την κατάθεση του Μηχανικού κ. Μ., αφού, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, τα προδιαληφθέντα έγγραφα δεν φέρονται ότι αναγνώστηκαν αλλά ούτε ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν ν' αναγνωστούν από την Πρόεδρο και στην άρνησή της προσέφυγαν οι αναιρεσείοντες στο Δικαστήριο.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 10 Νοεμβρίου 2010, αίτηση των Ι. Μ. του Μ. και Φ. Μ. του Α., κατοίκων ..., για αναίρεση της 312/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή ανωμοτί κατάθεση. Οι λόγοι αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο (παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής-περιορισμός υπερασπιστικών δικαιωμάτων) και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1080/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ - ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ε. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 3) Λ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Θ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 5) Τ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 6) Ι. Γ. του Π., κατοίκου ..., 7) Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 8) Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 9) Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., 10) Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 11) Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 12) Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 13) Β. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 14) Γ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 15) Μ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 16) Λ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 17) Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 18) Α. Δ. του Α., κατοίκου ..., 19) Π. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 20) Ε. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 21) Α. Δ. του Β., κατοίκου ..., 22) Ε. Δ. του Β., 2, 23) Ά. Δ. του Α., κατοίκου ..., 24) Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 25) Θ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 26) Σ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., 27) Φ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 28) Α. Δ. του Ν., κατοίκου ... και 29) Χ. Ε. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν η μεν 28η μετά, οι δε λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Στριμπέρη.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας Ιατρού - Νικητιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 295/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4497/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 19-12-2008 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε, αρχικώς, για την 8-12-2009 και, κατόπιν αναβολής, για την 23-11- 2010, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 24-11-2010 κλήση των αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη, Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών, που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντάγματος, 141 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ) και 288 ΑΚ, επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση, όταν προβαίνει για οποιοδήποτε λόγο σε οικειοθελή παροχή προς τους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί από αυτήν άλλους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν με τα αυτά προσόντα την ίδια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται επαρκώς ως οφειλόμενη σε αντικειμενικές περιστάσεις (ΟλΑΠ 348/1985). Η ίση μεταχείριση προϋποθέτει, κατ' αρχήν, σύμβαση ενεργή. Εν τούτοις, η εν λόγω αρχή έχει εφαρμογή και όταν η χορήγηση της οικειοθελούς παροχής γίνεται μεν μετά τη λύση της συμβάσεως εργασίας, ανάγεται, όμως, σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο η σύμβαση ήταν ενεργής, διότι εκδηλώνεται ως αναδρομική επιβράβευση των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν από το μισθωτό πριν από τη λύση αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες υπήρξαν υπάλληλοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, συνδεόμενοι με αυτήν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι η αναιρεσίβλητη, με την 184/13-9-2004 εγκύκλιο της διεύθυνσης προσωπικού της υπηρεσίας της, ενέκρινε την παροχή κινήτρων εθελούσιας αποχώρησης σε όσους εργαζόμενους είχαν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης μέχρι την 31-12-2004, με τις προϋποθέσεις που τάσσονταν σ' αυτήν. Ότι οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν τις σχετικές δηλώσεις και αποχώρησαν από την υπηρεσία, κατά περίπτωση, από 1-11-2004 έως 31-12-2004. Ότι στη συνέχεια, με το 193/1-7-2005 έγγραφο, που είχε ως θέμα την καταβολή επιδόματος παραγωγικότητας ("bonus"), η αναιρεσίβλητη ανακοίνωσε στους εργαζόμενους ότι σε αναγνώριση των μέχρι τότε προσπαθειών του προσωπικού της αποφάσισε να χορηγήσει στους υπαλλήλους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα ένα εφάπαξ ποσό, ως έκτακτη οικειοθελή παροχή. Ότι το επίδομα αυτό, πράγματι, καταβλήθηκε την 15-7-2005, σε όλο το προσωπικό που εργαζόταν κατά την ημερομηνία αυτή, όχι, όμως, και στους αναιρεσείοντες, που είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί μέχρι το τέλος του προηγούμενου έτους. Ότι από το περιεχόμενο της απόφασης, με την οποία χορηγήθηκε το επίδομα, προέκυπτε ότι αυτό δόθηκε στους υπαλλήλους που εξακολουθούσαν να εργάζονται στην Τράπεζα, όχι μόνο προς αναγνώριση των μέχρι τότε προσπαθειών τους για την επίτευξη των στόχων της επιχείρησης, αλλά, προεχόντως, προς τόνωση του ενδιαφέροντος και του ζήλου τους για την επίτευξη των μελλοντικών στόχων αυτής. Ότι, ως εκ τούτου, η χορήγηση του επιδόματος δεν καταλάμβανε αναδρομικά και τους αναιρεσείοντες, αφού αυτοί είχαν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης και δεν είχαν δυνατότητα μελλοντικής συμβολής στην επίτευξη των επιχειρηματικών στόχων. Ότι, τέλος, το γεγονός ότι κατά το προηγούμενο έτος 2004 η χορήγηση του επιδόματος είχε επεκταθεί αναλόγως και στους υπαλλήλους που είχαν αποχωρήσει κατά το έτος 2003, δεν ήταν δυνατό να ευνοήσει τους αναιρεσείοντες, διότι τότε η επέκταση είχε προβλεφθεί, ρητώς, με ειδικό όρο της από 24-12-2004 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, πράγμα το οποίο ούτε επαναλήφθηκε μετά τη λήξη της ισχύος αυτής ούτε μπορούσε να συναχθεί σιωπηρώς από το περιεχόμενο της νέας απόφασης περί καταβολής του "bonus" κατά το έτος 2005. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι, υπό τις ως άνω περιστάσεις, η μη χορήγηση του επιδόματος παραγωγικότητας, ως οικειοθελούς παροχής, στους αναιρεσείοντες δεν προσκρούει στη συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών, διότι η δική τους περίπτωση, ως συνταξιούχων, είναι ουσιωδώς ανόμοια με εκείνη των εν ενεργεία υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και, κατόπιν αυτού, έκανε μεν δεκτή την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή για καταβολή της ως άνω οικειοθελούς παροχής σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά στη συνέχεια την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-12-2008 αίτηση περί αναιρέσεως της 4497/ 2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Ιουνίου 2011. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
|
Σύμβαση εργασίας, αρχή ίσης μεταχειρίσεως των εργαζόμενων, εφαρμογή και επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη. Η μη χορήγηση επιδόματος παραγωγικότητας (bonus) σε υπαλλήλους που συνταξιοδοτήθηκαν δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, όταν η χορήγηση αποβλέπει προεχόντως στην τόνωση του ενδιαφέροντος των υπηρετούντων για την επίτευξη μελλοντικών στόχων. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1088/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τσαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Νικολακάκο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 10072/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Π. του Φ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 520/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για "κρείσσονες αποδείξεις" κατά το άρθρο 352 παρ.3 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 10072/09 απόφασή του, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, πλαστογραφίας μετά χρήσεως και απάτης και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, που μετατράπηκε προς δέκα (10) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Όπως δε προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφαση του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης κατά τα άνω κυρίας αποφάσεώς του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 352 παρ.3 ΚΠΔ, για νέες αποδείξεις, υποβληθέν από το συνήγορο του πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και συγκεκριμένα "αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης προκειμένου να προσέλθει ο μάρτυρας, Δ. Π., ο οποίος κατ' αυτού, είναι μάρτυρας ουσιαστικός". Το άνω Δικαστήριο, επιφυλάχθηκε στην αρχή να απαντήσει, για μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Στη συνέχεια, μετά την απορριπτική για το αίτημα αυτό πρόταση του εισαγγελέα και την επανυποβολή του αυτού αιτήματος από το συνήγορο του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε με την υπ' αριθμ. 99/2002 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας να καταβάλει τελεσιδίκως στον δανειστή του Δ. Π. το χρηματικό ποσό των 7.413 ευρώ λόγω αδικοπραξίας. Σε εξόφληση μέρους της οφειλής αυτής μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στις 23-3-2004 στον ως άνω Δ. Π. την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 997,57 ευρώ με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 3-5-2004, η οποία συρόταν επί του τηρουμένου στην τράπεζα PROBANK υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της εκδότριας αυτής ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. και Α. Α. Ο.Ε". Η εν λόγω επιταγή σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε, αλλά πάντως εντός του διαστήματος από 27-2-2004 μέχρι 10-3-2004 στην Κέρκυρα περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου και την δέχτηκε, ενώ ήταν προϊόν κλοπής, και εγνώριζε ότι προερχόταν από αξιόποινη πράξη. Την επιταγή αυτή, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα και τόπο νόθευσε αφού ανέγραψε χειρόγραφα στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου το ονοματεπώνυμό του και τον Α.Φ.Μ. του, ήτοι Σ. Π. - ... και κάτωθι αυτών έθεσε την υπογραφή του, χωρίς να έχει προς τούτο εντολή ή συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της λήπτριας της επιταγής εταιρείας. Στην πράξη αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τους μεταγενέστερους κομιστές της ότι είχε περιέλθει κατά νόμιμο τρόπο στην κατοχή του, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες σχετικά με την δημιουργία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την κυκλοφορία της, και όπως προαναφέρθηκε, κάνοντας χρήση αυτής την μεταβίβασε στις 23-3-2004 στον εγκαλούντα, παραστάνοντάς του στον ίδιο ανωτέρω τόπο και κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Μαρτίου 2004 ότι ήταν γνήσια και έγκυρη. Έτσι, πειθόμενος ο Δ. Π. την έλαβε στην κατοχή του σε εξόφληση μέρους της απαιτήσεώς του που του είχε επιδικασθεί τελεσίδικα. Ο εγκαλών δε ανέφερε στην κατάθεσή του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ενώπιόν του οπισθογράφησε την ως άνω επιταγή και του την παρέδωσε. Ο μάρτυρας Δ. Π. στην από 14-4-2006 προανακριτική του κατάθεση που αναγνώσθηκε, αναφέρει ότι είχε επαγγελματική συνεργασία με τον κατηγορούμενο και τον προμήθευε με τραπεζικές επιταγές για να τον διευκολύνει, ο ίδιος δε μάρτυρας δεν ενθυμείται αν είχε περιέλθει η επίμαχη επιταγή στην κατοχή του και αν την παρέδωσε στον κατηγορούμενο εκ των υστέρων δε και μετά την παρέλευση τόσων ετών με την αναγνωσθείσα από 26-11-2009 δήλωσή του, φέρεται να ενθυμείται ότι την εν λόγω επιταγή την παρέδωσε ο ίδιος στον κατηγορούμενο, έτσι ώστε να δημιουργούνται αμφιβολίες για την αξιοπιστία του και συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία η μαρτυρική κατάθεσή του, δεδομένου μάλιστα ότι από τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας δύναται να αχθεί σε ασφαλή κρίση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών εμφάνισε προς πληρωμή εμπρόθεσμα την άνω τραπεζική επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε, επειδή ήταν προϊόν κλοπής από άγνωστο άτομο με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγκαλών κατά το αναγραφόμενο σ' αυτή ποσόν.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, των πράξεων που του αποδίδονται, όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό". Μετά από αυτά, το άνω Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αναβολής και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και ειδικότερα, του ότι: "Α. Στην Κέρκυρα από 27-2-2004 μέχρι 10-3-2004. σε χρόνο μη επακριβώς εξακριβωθέντα κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, με πρόθεση δέχθηκε στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, δέχθηκε στην κατοχή του από άγνωστο στην προανάκριση δράστη την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 997.57 ευρώ με αναγραφομένη ημερομηνία εκδόσεως την 3-5-2004 που συρόταν επί του τηρουμένου στην ΡRΟΒΑΝΚ υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εκδότριας αυτής ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. και Α. Α. Ο .Ε" Β. Στην Κέρκυρα από 27-2-2004 μέχρι 10-3-2004, σε χρόνο μη επακριβώς εξακριβωθέντα κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια χρησιμοποίησε το έγγραφο αυτό. Ειδικότερα κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ανέγραψε χειρόγραφα στη θέση του δευτέρου οπισθογράφου της υπό στοιχ. Α επιταγής το ονοματεπώνυμο και το Α.Φ.Μ του ήτοι Σ. Π. - ... και κάτωθι αυτών έθεσε την υπογραφή του, χωρίς σχετική προς τούτο εντολή ή συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της λήπτριας της επιταγής εταιρείας με σκοπό να παραπλανήσει τους μεταγενεστέρους κομιστές της ότι είχε περιέλθει στην κατοχή του από νόμιμη αιτία, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες σχετικά με τη γέννηση δικαιωμάτων και αντιστοίχων υποχρεώσεων εκ της κυκλοφορίας της πιο πάνω πλαστής (νοθευμένης) επιταγής και στις 23-3-2004 τη μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στον εγκαλούντα Δ. Π. σε εξόφληση μέρους της επιδικασθείσας στον τελευταίο οφειλής του δυνάμει της υπ' αριθ. 99/2002 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία αυτός (κατηγορούμενος) υποχρεώθηκε τελεσίδικα να καταβάλει στον εγκαλούντα νομιμοτόκως το ποσό των 7.413 ευρώ ένεκα αδικοπραξίας. Γ. Στην Αθήνα κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Μαρτίου 2004 με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα Δ. Π. ότι η υπό στοιχ. Α επιταγή ήταν γνήσια και έγκυρη, και παρέπεισε αυτόν να τη δεχθεί σε εξόφληση μέρους της τελεσίδικα επιδικασθείσας στον τελευταίο οφειλής του δυνάμει της υπ' αριθ. 99/2002 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία αυτός (κατηγορούμενος) υποχρεώθηκε να καταβάλει νομιμοτόκως στον εγκαλούντα το ποσό των 7.413 ευρώ ένεκα αδικοπραξίας. Όπως όμως εκ των υστέρων αποδείχθηκε η εν λόγω επιταγή είχε κλαπεί από άγνωστο και στη συνέχεια πλαστογραφηθεί (νοθευτεί) από τον κατηγορούμενο, ως αναλυτικά ανωτέρω (υπό στοιχ. Β) περιγράφεται, με αποτέλεσμα να μην πληρωθεί στον τελευταίο κομιστή της - εγκαλούντα κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση της στην πληρώτρια Τράπεζα και έτσι να υποστεί ο εγκαλών ζημία ίση με το ποσό της". Η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται οι σκέψεις με τις οποίες δικαιολογείται η απορριπτική περί της αιτήσεως αναβολής κρίση του διαλαμβάνοντας ότι ο μάρτυς του οποίου ο κατηγορούμενος ζητά με το αίτημα που υπέβαλε να προσέλθει κρίνεται αναξιόπιστος. Κατά συνέπεια, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο περί συγγνωστής νομικής πλάνης ισχυρισμός πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Ειδικότερα όσον αφορά τον περί νομικής πλάνης ισχυρισμό: Από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ΠΚ προκύπτει ότι, για να μην καταλογισθεί η πράξη του κατηγορούμενου λόγω συγγνωστής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη του για το δικαίωμα του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης, ως τείνων στην άρση του καταλογισμού της πράξης στον κατηγορούμενο είναι αυτοτελής και η απόρριψη του πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς από το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά την ανωτέρω διάταξη του ΠΚ είναι απαραίτητα για την θεμελίωση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, επικαλείται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία που επιβάλλει το Σύνταγμα στους προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς, που υπέβαλλε αναφορικά με τα εγκλήματα που του καταλογίζονται α)για το έγκλημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, ότι αφ' ης στιγμής δεν ήταν σε θέση να τελεί σε γνώση ότι η επίδικη επιταγή ήταν κλεμμένη, αίρεται η όποια τυχόν μορφή δόλου εκ μέρους του και συνακόλουθα, ο καταλογισμός της πράξεως που του αποδίδεται. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι αρνητικός της κατηγορίας και ειδικότερα της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει ειδικά επ' αυτού και είναι απορριπτέος κατά το σκέλος αυτού ο σχετικός λόγος αναίρεσης ως απαράδεκτος διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας. β)για το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, τον ισχυρισμό για άρση του καταλογισμού λόγω τέλεσης της πράξεως αυτής υπό καθεστώς νομικής πλάνης συγγνωστής και συγκεκριμένα, ότι τελούσε σε νομική πλάνη, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ.2 ΠΚ, διότι θεώρησε ότι από τη στιγμή που λαμβάνει από τα χέρια του κομιστή την επίδικη επιταγή, η κίνησή του αυτή υπέχει θέση άτυπης σιωπηρής εξουσιοδοτήσεως προς το πρόσωπό του, πίστεψε δε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη αυτή και η άνω πλάνη του είναι συγγνωστή. Επί του σκέλους αυτού όπως δε προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, ο κατηγορούμενος τότε και ήδη αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την άνω πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Όμως, δεν ανέφερε για την πληρότητα του ισχυρισμού του ότι είχε άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της πράξεώς του, την οποία δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός του ως αυτοτελής περί κρίσεως του καταλογισμού του για την άνω πράξη και να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει αιτιολογημένα. Επομένως, ο ισχυρισμός του (λόγος) κατά το σκέλος αυτό, είναι αβάσιμος. γ)τέλος, με το τρίτο σκέλος για το έγκλημα της απάτης προβάλλει τον ισχυρισμό για άρση του καταλογισμού της τελέσεως της πράξεως αυτής, λόγω ανυπαρξίας πλήρωσης τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υποστάσεώς της. Ο ισχυρισμός ότι δεν στοιχειοθείται το αδίκημα, δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός αλλά νομικό επιχείρημα. Συγκεκριμένα και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει ειδικώς επ' αυτού.
Συνεπώς και κατά το σκέλος του αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας μ' αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, λόγω μη αξιολόγησης όλων των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, το δικάσαν Δικαστήριο κατά την αξιολογική κρίση των εγγράφων παρέλειψε να υπεισέλθει στην ουσία της από 26-11-2009 υπεύθυνης δηλώσεως του Π. Δ., παρά τους από εκείνον (κατηγορούμενο) ισχυρισμούς περί της καταλυτικής αξίας αυτής, αναφορικά με την κατάδειξη της αθωώτητάς του. Όμως, στην παρούσα υπόθεση, αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (σκεπτικού) ότι το Δικαστήριο για την κρίση του έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο τη χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος αυτό προσδιορισμός όλων των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζεται από ποια αποδεικτικά μέσα ειδικά αποδείχθηκαν οι παραδοχές της αποφάσεως. Παρά το παράπονο του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να υπεισέλθει στην ουσία της προαναφερόμενης υπεύθυνης δηλώσεως, από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το άνω έγγραφο όταν προβλήθηκε το αίτημα για αναβολή, συνέκρινε δε και αξιολόγησε αυτή ως προανακριτική κατάθεση. Επομένως και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Απριλίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2641/7-4-2010 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Π. Σ. του Χ., για αναίρεση της με αριθμό 10.072/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, πλαστογραφία μετά χρήσεως, απάτη, αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις (για να κληθεί και προσέλθει ο συγκεκριμένος μάρτυρας, η παρουσία του οποίου κρίνεται αναγκαία). Η παρεμπίπτουσα περί απορρίψεως του αιτήματος για αναβολή απόφαση είναι πλήρως και ειδικά αιτιολογημένη. Στους αρνητικούς ισχυρισμούς δεν υποχρεούται να απαντήσει το δικαστήριο. Όταν προβάλλεται ισχυρισμός για άρση του καταλογισμού λόγω νομικής πλάνης συγγνωστής για το ορισμένο του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, απαιτείται ο προτείνων να αναφέρει ότι είχε άγνοια του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, την οποία δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε επιμέλεια και να κατέβαλε. Αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1074/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του με αριθμό 2163/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Π. του Ι..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1515/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 101/8.4.2011 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 ΚΠΔ την με αριθμό 140/2010 αίτηση αναίρεσης του Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από τον Δικηγόρο Αθηνών Μυταλούλη Ιωάννη, δυνάμει του από 26-10-2010 νομίμου πληρεξουσίου που προσκομίζεται και προσαρτάται, κατά του υπ' αριθμ. 2163/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1144/2010 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων 1) Σ. Δ. του Γ. και 2) Π. Δ. του Α. Μ., συζύγων, αμφοτέρων κατοίκων ..., για την αξιόποινη πράξη της από κοινού απάτης, κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα, με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία, που υπερβαίνουν όχι μόνο τις 15.000 ευρώ (10.000.000 δρχ), αλλά και τις 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ), πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτούς από κοινού στην Αθήνα στο χρονικό διάστημα από 9-1-1996 μέχρι 25-4-2003 σε βάρος της εκκαλούσας Ε. Π.. Κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών 1144/2010 άσκησε έφεση (την υπ' αριθμ. 161/18-5-10) η πολιτικώς ενάγουσα, (εγκαλούσα), Ε. Π., ζητώντας τα εις αυτήν, και συγχρόνως αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, που υποβλήθηκε με τα από 3-6-2010 και 2-7-2010 (συμπληρωματικά) υπομνήματά της. Με το υπ' αριθμ. 2163/2010 βούλευμα του Συμβουλίου αυτού, α) απορρίφθηκε το αίτημα της εκκαλούσας Ε. Π. του Ι. για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο, β) αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος της Π. Δ. του Α. Μ. συζύγου του, για την πράξη της από κοινού τέλεσης της απάτης, κατ' εξακολούθηση στην κακουργηματική της μορφή. γ) Επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς την διάταξή του αυτή, δ) Μεταρρύθμισε την διάταξη του βουλεύματος του να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Σ. Δ. του Γ., για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, που τέλεσε κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα, και με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική περιουσιακή ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ, και τον παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου - Κακ/των - Αθηνών για να δικασθεί για την παραπάνω πράξη του, όπως παρατίθεται αυτή στο διατακτικό του βουλεύματος.
ΙΙ. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 22-10-2010, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του ..., δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, και στις 29-10-2010, εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης 10ήμερης προθεσμίας από την επίδοση (άρθρο 473§1 ΚΠΔ) άσκησε αναίρεση ενώπιον του γραμματέα του Τμήματος ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών, Διαμαντή Δημητρόπουλου, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μυταλούλη Ιωάννη, Δικηγόρου Αθηνών, δυνάμει της από 26-10-2010 νομίμου εξουσιοδότησης, που προσκομίστηκε και προσαρτάται. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης τυγχάνει εμπρόθεσμη και νομότυπη (άρθρα 473§1 και 474 και 482§1α' ΚΠΔ) και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, και περαιτέρω να εξετασθεί από την άποψη της ουσιαστικής της βασιμότητας.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386§1 ΠΚ, υπαίτιος του εγκλήματος της απάτης είναι όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, τιμωρούμενος με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, στη βασική του υπόσταση απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από την οποία ως παράγωγη αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και διαβεβαιώσεις (ΑΠ 29/01 ΠΧρ. ΝΑ.691, 2353/03 Ποιν.Δικ. 2003 σελ. 488, ΑΠ 405/2004 Ποιν.Δικ. 2004 σελ. 749, 1638/04 Ποιν.Δικ. 2005 σελ. 113). Κατά την παρ. 3 εδ. α και β του ίδιου άρθρου 386 Π.Κ., η πράξη της απάτης ανάγεται, μετά την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/99 (ισχύει από 3/6/99) σε κακούργημα, τιμωρούμενη με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημιά υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) όταν το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημιά υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με αρ. 1§1 Ν. 2408/96 κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει αν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Εξ άλλου από την διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. συνάγεται ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμιά από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεση απόφασης και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα (Α.Π. 190/05 Συμβ. Π.Χρ. 2005.920, 1650/02 Συμβ. Π.Χρ. ΝΤ.613). Περαιτέρω μετά την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/99 για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε αυτός ή η αντίστοιχη συνολική ζημιά που προκλήθηκε να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Η διάταξη αυτή (αρ. 14§4 Ν. 2721/99) είναι ευνοϊκότερη των προηγούμενων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής της.
Συνεπώς πράξεις απάτης που τελέσθηκαν προ της ισχύος του Ν. 2721/99 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 15.000 ευρώ διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν το αντικείμενο των μερικοτέρων πράξεων υπολείπεται του ανωτέρω ορίου με την προϋπόθεση βέβαια ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και συνήθεια τέλεσής τους (ΑΠ 5/08 Ολ ΠΧ ΝΗ Σελίς 508). Από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθησαν κατά τη διάρκεια της κυρίας Ανακρίσεως και της προηγηθείσης αυτής προκαταρκτικής εξέτασης και συγκεκριμένα τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις ένορκες βεβαιώσεις, τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και το περιεχόμενο της υπό κρίση εφέσεως και των συμπληρωματικών αυτής υπομνημάτων και των δι' αυτών προσκομιζομένων εγγράφων προέκυψαν τα εξής: Η εκκαλούσα Ε. Π. του Ι., κάτοικος ..., ηλικίας σήμερον 43 ετών, μόνιμη δημοτική υπάλληλος, υπηρετούσα σε υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων από το 1987, γνωρίσθηκε και συνδέθηκε φιλικά περί το έτος 1995 με τον πρώτο κατηγορούμενο Σ. Δ., ηλικίας σήμερα εξήντα ετών: Η αρχικά φιλική τους σχέση εξελίχθηκε στη συνέχεια σε ερωτική, αφού ο κατηγορούμενος προκειμένου να προσεγγίσει ερωτικά την εκκαλούσα τη διαβεβαίωσε ότι η μέχρι τότε υφιστάμενη με την δεύτερη κατηγορουμένη έγγαμη σχέση του ήταν ουσιαστικά νεκρή και ότι συμβίωνε τυπικά μ' αυτή προς κάλυψη της ανάγκης της παρουσίας του που είχαν τότε τα δύο ανήλικα παιδιά του, μελλοντικός του δε στόχος ήταν η έκδοση διαζυγίου με τη σύζυγό του, συγκατηγορουμένη, ώστε να μπορεί να συνάψει γάμο μαζί της στη συνέχεια. Η εκκαλούσα πείσθηκε από τις παραπάνω διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου και από το γεγονός ότι αυτός αμέσως γνωρίσθηκε με την οικογένειά της γνωστοποιώντας και στους οικείους της την πρόθεση του μελλοντικού γάμου του μ' αυτή και διαβεβαιώνοντας ότι τυπικά και μόνο για τις ανάγκες των ανήλικων παιδιών του διατηρούσε τον προηγούμενο με τη δεύτερη κατηγορουμένη γάμο του. Η πεποίθηση της εκκαλούσης ότι δεν υφίστατο πλέον ουσιαστική έγγαμη σχέση μεταξύ των κατηγορουμένων ενισχύετο και από το ότι ο κατηγορούμενος τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδος διανυκτέρευε στην ιδιόκτητη οικία της μαζί της, καθώς και από το ότι ο τελευταίος συμμετείχε σε οικογενειακές ή συγγενικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούντο από τους οικείους της εκκαλούσας, μη διστάζοντας να εμφανίζεται ως μελλοντικός γαμβρός σ' αυτούς. Μάλιστα δεν δίσταζε, κατά τις εκδηλώσεις αυτές να φωτογραφίζεται εν πλήρη ευτυχία στο πλάι ή εν περιπτύξει με την εκκαλούσα. Επίσης στα επαγγελματικά του ταξίδια ο κατηγορούμενος συνοδευόταν από την εκκαλούσα αδιαφορώντας που άνθρωποι του επαγγελματικού του χώρου είχαν αντιληφθεί την με την εκκαλούσα εξωσυζυγική του σχέση. Η εκκαλούσα εμφορούμενη από ερωτικό πάθος για τον κατηγορούμενο εμπιστεύθηκε απόλυτα αυτόν και τον θαύμαζε ως, κατά τις παραστάσεις του, άτομο απόλυτα ερωτευμένο μαζί της, επιτυχημένο ως επιχειρηματίας, συμμέτοχο κατά 50% σε ανώνυμη εταιρεία που είχε με τον αδελφό του Ν., σ' ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρολογικού εξοπλισμού στο ..., ως έχοντα τον εμπορικό τομέα της Α.Ε. εξαιτίας του οποίου ρόλου του έπρεπε να πραγματοποιεί ταξίδια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, προκειμένου να πωλεί τα προϊόντα της που τον τομέα παραγωγής είχε ο αδελφός του. Ακόμη προκειμένου να ελκύσει το θαυμασμό και την εμπιστοσύνη της εκκαλούσας ο κατηγορούμενος προέβαλε ότι "διέθετε οικονομική επιφάνεια" μεγάλη και συγκεκριμένα ότι είχε μεγάλη "ακίνητη περιουσία" στην κυριότητά του "περιλαμβάνουσα "πολυτελή κατοικία" στη ... και στην ... και ότι η επιχείρηση ηλεκτρολογικού υλικού που είχε στο ... διέθετε σημαντική ακίνητη περιουσία, και ότι η επιχείρηση ήταν κερδοφόρος". Η παραπάνω εικόνα που εμφάνιζε ο κατηγορούμενος έκαμψε ακόμη και τους αρχικούς δισταγμούς των γονέων της εκκαλούσας ως προς την ερωτική σχέση που είχε αναπτυχθεί μεταξύ της κόρης τους και του κατηγορουμένου, καθόσον οι συχνές του παρουσίες στην οικογενειακή τους οικία, το εκδηλούμενο προς την κόρη τους ενδιαφέρον εκ μέρους του και οι υποσχέσεις του για τον επικείμενο γάμο τους και την μελλοντική τους ευτυχία καθώς και το ότι αυτός παρουσιαζόταν ως μεγαλοεπιχειρηματίας και έδειχνε σοβαρό και ώριμο, λόγω και της ηλικίας του, άτομο σε συνδυασμό και με τον από την κόρη τους εκδηλούμενο τυφλό έρωτα προς αυτόν τους έπεισαν να αποδεχθούν τη σχέση αυτή. Διεισδύοντας στην προσωπική και οικογενειακή ζωή της εκκαλούσας ο κατηγορούμενος συγχρόνως έλαβε γνώση και της περιουσιακής κατάστασης τόσο της ίδιας όσο και της οικογένειάς της, η οποία ήταν αξιόλογη και σημαντική τόσο σε ακίνητα όσο και σε κινητά (χρηματικές καταθέσεις, μετοχές, έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, μισθόν εκ 1.500 ευρώ μηνιαίως από Υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων), περιουσιακά στοιχεία. Έτσι από το έτος 1996 ο κατηγορούμενος άρχισε να επικαλείται έκτακτες οικονομικές ανάγκες που για να τις καλύψει έπρεπε να δανεισθεί, ευαισθητοποιώντας στην αρχή και πιέζοντας στην συνέχεια την εκκαλούσα να τον δανείσει. Πράγματι αυτή διακατεχόμενη από αγωνία μήπως κινδυνεύσει εξαιτίας των οικονομικών χρεών του και της προσωρινής του αδυναμίας για την αντιμετώπισή τους ακόμη και η προσωπική του ελευθερία, αλλά και το μέλλον της σχέσης τους, σε περίπτωση καταδίκης του για μη καταβολή χρεών προς τρίτους, προέβη κατόπιν της πιεστικά επίμονης απαίτησης του κατηγορουμένου σε καταβολή διαφόρων χρηματικών ποσών που συνολικά ανέρχονται στο ποσό των 176.371 ευρώ κατά το διάστημα από το 1996 έως το 2001 και κυρίως από έτος 1999 έως το 2001 ως εξής: Στις 29/2/96 παρέδωσε στον κατηγορούμενο μια επιταγή της Τράπεζας Εργασίας ποσού 10.000.000 δραχμών, αφού στις 9/1/96 είχε λάβει από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος επιταγή ποσού 10.000.000 δρχ. επ' ονόματί της. Στις 3/9/97 κατέθεσε στην Εμπορική Τράπεζα στο λογαριασμό του κατηγορουμένου 1.000.000 δραχμές. Στις 14/5/98 κατέθεσε στην Εμπορική Τράπεζα στο λογαριασμό της κατηγορουμένης Π. Δ. το ποσό των 300.000 δραχμών. Στις 29/10/98 κατέθεσε στην Εμπορική Τράπεζα στο λογαριασμό του κατηγορουμένου το ποσό των 200.000 δραχμών. Στις 15/1/99 στην Εμπορική Τράπεζα στο λογαριασμό του Μ. Γ., αδελφού της κατηγορουμένης, το ποσό των 202.619 δραχμών. Στις 2/4/99 στην Τράπεζα Εργασίας προς τρίτους το ποσό των 975.000 δραχμών. Στις 23/6/99 στην Εμπορική Τράπεζα στο λογαριασμό του κατηγορουμένου το ποσό των 150.000 δρχ. Στις 19/8/99 στην Εμπορική Τράπεζα στο λογαριασμό του κατηγορουμένου το ποσό των 280.000 δραχμών. Στις 19/10/99 στην Εμπορική Τράπεζα το ποσό των 220.000 δραχμών στο λογαριασμό του κατηγορουμένου. Στις 17/2/2000 στην Τράπεζα Εργασίας στο λογαριασμό του κατηγορουμένου το ποσό των 20.000.000 δραχμών (15.000.000 δραχμές σε επιταγή και 5.000.000 σε μετρητά), αφού στις 16/2/00 ο πατέρας της εκκαλούσης με παρακλήσεις της είχε δώσει την εντολή ρευστοποίησης δύο ομολόγων ύψους 20.000.000 δραχμών. Στις 24/3/00 στην Εμπορική Τράπεζα στο λογαριασμό του κατηγορουμένου το ποσό των 400.000. Στις 24/4/00 στην Εμπορική Τράπεζα στο λογαριασμό του κατηγορουμένου το ποσό των 2.400.000 δραχμών. Στις 15/5/00 στην Τράπεζα Εργασίας στο λογαριασμό του κατηγορουμένου και του υιού του Γ. Δ. το ποσό των 500.000 δραχμών. Στις 18/5/00 στη Τράπεζα Εργασίας στο λογαριασμό των Σ. και Γ. Δ. το ποσό των 1.200.000 δραχμών. Στις 15/6/00 μετρητοίς στον κατηγορούμενο το ποσό των 800.000 δραχμών. Στις 21/7/00 στην Τράπεζα Εργασίας στο λογαριασμό των Σ. και Γ. Δ. το ποσό του 1.030.000 δραχμών. Στις 3/8/00 στην Εμπορική Τράπεζα στο λογαριασμό του κατηγορουμένου το ποσό των 4.000.000 δραχμών. Στις 15/1/03 κατ' εντολή του κατηγορουμένου στο λογαριασμό του Ε. Δ. στην Τράπεζα Εργασίας το ποσό των 5.000 ευρώ. Στις 16/1/03 κατ' εντολή του κατηγορουμένου στην ALFA BANK στο λογαριασμό του Σ. Λ. το ποσό των 500 ευρώ. Στις 25/4/03 μετρητοίς κατέβαλε στον κατηγορούμενο 9.000 ευρώ, ο οποίος της οπισθογράφησε και παρέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ALFA BANK ποσού 9.000 ευρώ με ημερομηνία 25/4/03 την οποία όμως αυτή ουδέποτε κατόρθωσε να εισπράξει.
IV. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρθρα 93§3 Συνταγμ. και 139 ΚΠΔ), χωρίς την οποία υπάρχει λόγος αναίρεσης του άρθρου 484§1 Δ' ΚΠΔ, όταν α) με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από την προδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, β) τα αποδεικτικά στοιχεία των πραγματικών αυτών περιστατικών, γ) οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με τα οποία το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε, και δ) οι επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση (βλεπ. 2253/2002, Π.Χρ. 2003, Σελίς 795). Εκθέτει στον πρώτο λόγο της αναίρεσής του, πως στο σκεπτικό του βουλεύματος, το οποίο και αποτελεί η Εισαγγελική πρόταση, αντιφατικά δεν αναφέρεται, ότι από τις ψευδείς παραστάσεις ότι ήταν φερέγγυος και είχε μεγάλη περιουσία, πείσθηκε η εγκαλούσα και του κατέβαλε τα διάφορα χρηματικά ποσά, αλλά ως αιτία αναφέρεται το γεγονός ότι επικαλέστηκε έκτακτες οικονομικές ανάγκες, και μάλιστα γίνεται παραδοχή πως αυτή κατέβαλε τα χρήματα όχι γιατί πείσθηκε από τους ισχυρισμούς του περί οικονομικής ανάγκης, αλλά διότι κινήθηκε συναισθηματικά εσωτερικά προς τούτο. Αυτό δεν είναι ακριβές, διότι πρώτα εμφανίσθηκε ως μελλοντικός σύζυγος σ' αυτήν και την οικογένειά της (ότι έχει νεκρό γάμο, θα πάρει διαζύγιο και θα γεράσουν μαζί), και εκμεταλλευόμενος τον παράφορο έρωτά της για κείνον αφ' ενός, ερευνώντας την περιουσιακή και οικονομική της κατάσταση και αφ' ετέρου εμφανιζόμενος ως πετυχημένος επιχειρηματίας ακμάζουσας Α.Ε., η οποία το 1996 ήτο κατάχρεη και το 1997 δεν του ανήκε, ότι είναι κάτοχος μεγάλης ακίνητης περιουσίας, με οικία στη ..., και ακίνητα στο ..., τα οποία απεκαλύφθη ότι δεν ήσαν δικά του (το σπίτι ήταν της συζύγου του και της αδελφής της κατά 50%, τα δε ακίνητα του ..., των γονέων του και της εταιρείας), έπεισε την εγκαλούσα να καταβάλλει τμηματικά χρήματα, από το 1996 έως το τέλος του 2000, συνολικού ποσού 170.000 € (βλ. ΑΠ 565/85 σε Συμβούλιο, Ποιν.Χρ. ΛΕ' Σελ. 825). Από τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και τις απατηλές υποσχέσεις περί γάμου παρεπείσθη και εξαπατηθείσα προέβη στις τμηματικές καταβολές, και όχι γιατί αυτός επικαλέστηκε έκτακτες οικονομικές του ανάγκες και εκείνη έσπευσε, άνευ ετέρας αιτίας, να τον σώσει. Επομένως ουδεμία ασάφεια και αντιφατικότητα, ως ισχυρίζεται, και έλλειψη αιτιολογίας, για τον λόγο ότι δεν αναφέρεται πουθενά στο σκεπτικό, πως οι ισχυρισμοί ήσαν ψευδείς και η εγκαλούσα πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις, ότι είναι φερέγγυος και με μεγάλη περιουσία. Διαψεύδεται απολύτως από το όλο πνεύμα του βουλεύματος, και ειδικότερα από τις σχετικές περικοπές στις: 2α σελίδα του 3ου φύλλου, 1η σελίδα του 4ου φύλλου, 2α σελίδα του 7ου φύλλου, 1η σελίδα του 9ου φύλλου, 2α σελίδα του 10ου φύλλου, και φύλλο 13ο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αβάσιμος κατ' ουσία τυγχάνει ο πρώτος λόγος αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί. Στον δεύτερο λόγο αναίρεσής του επικαλείται έλλειψη αιτιολογίας ως προς την τέλεση της απάτης μετά το τέλος του 2000, αφού αναφέρεται στο βούλευμα, ότι το τέλος του 2000 παρ' ότι διαπίστωσε η εγκαλούσα την αφερεγεγυότητα και την αδυναμία του να εξοφλήσει, αυτή συνέχιζε να καταβάλλει έως και τις 25-4-2003, θέλοντας να αποδείξει ότι οι καταβολές χρημάτων γίνονταν οικειοθελώς και όχι γιατί παραπείστηκε και εξαπατήθηκε, αφού και μετά την αποκάλυψη της αφερεγγυότητάς του, αυτή συνέχιζε να καταβάλλει έως το 2003. Τόσο στην ενσωματωμένη Εισαγγελική πρόταση (Σελίς 2α του 4ου φύλλου) όσο και στο βούλευμα αναφέρονται και αναλύονται οι καταβολές από 1996 έως 3-8-2000, ήτοι μέχρι τότε όπως αναφέρεται, και το μέχρι τότε σύνολο 161.871€ δηλαδή έως το τέλος του 2000 που απεκάλυψε την αφερεγγυότητά του (Βλ. σελίς 2α του 4ου φύλλου της Εισαγγελικής πρότασης και σελίς 1η του 14ου φύλλου του διατακτικού. Τούτο σημαίνει ότι ορθώς αιτιολογείται η απάτη έως το τέλος του 2000. Θεωρώ δε πως εκ παραδρομής, και παρασυρθέντες από την έγκληση, ανέγραψαν ακόμη τρεις περιπτώσεις καταβολών 5.000, 500 και 9.000 ευρώ μέσα στο 2003. Μα και ο ίδιος ο αναιρεσείων στην υπεύθυνη δήλωση που υπέγραψε αναγνωρίζοντας το χρέος, αναφέρει για καταβολές μέχρι το τέλος 2000, και για ποσό που συμφωνήθηκε στις 150.000 ευρώ. Επιπλέον δε εκτιμώ, πως ο λόγος αυτός είναι υπερασπιστικός ισχυρισμός και ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου Εφετών. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστά λόγο αναίρεσης του 484 κ 510§1 ΚΠΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω απαράδεκτος αποβαίνει ο λόγος αυτός και πρέπει να απορριφθεί. Με τον τρίτο εν συνεχεία λόγο του ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την πρόκληση βλάβης, και αναφέρει πως δεν αιτιολογείται η εξ 176.371 ευρώ βλάβη της εγκαλούσας, διότι δεν αναφέρεται πουθενά η αδυναμία είσπραξης του παραπάνω ποσού από την περιουσία του με δικαστικά μέσα, πχ. αναγκαστική εκτέλεση. Βλάβη είναι η παρά τον νόμο πρόκληση περιουσιακής ζημίας, είτε με μείωση του ενεργητικού ή επαύξηση του παθητικού της περιουσίας. Δεν είναι απαραίτητο να έχει επιδιωχθεί δικαστικά η ικανοποίηση του δικαιώματος, αρκεί ότι είναι αγώγιμος η αξίωση - απαίτηση. Ζημία δε επίσης λογίζεται κάθε δαπάνη που απαιτήθηκε για μακροχρόνια δικαστική διαμάχη. Δεν απαιτείται να αναφέρεται στο βούλευμα η αδυναμία είσπραξης της απαίτησης, αντιθέτως αναφέρεται λεπτομερώς κάθε μία καταβολή που έλαβε χώρα εξακολουθητικά, που στο σύνολό τους συνιστούν την συνολική βλάβη της παθούσας, με το αντίστοιχο επιτευχθέν παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αβάσιμος τυγχάνει ο λόγος αναίρεσης αυτός, και πρέπει να απορριφθεί. Με τον τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων αναφέρει έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις (της κατ' επάγγελμα) τέλεσης της απάτης: Αναφέρεται και αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της απάτης σε βαθμό κακ/τος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού δια του διατακτικού (βλεπ. ΑΠ 47/2010). Στο διατακτικό του βουλεύματος αναφέρεται επί λέξει: "Από την επανειλημμένη τέλεση της απάτης σε βάρος της εγκαλούσας, αλλά και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, δεδομένου ότι η απόσπαση των χρημάτων της εγκαλούσας δεν ήταν ευκαιριακή, αλλά αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδίου του, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος". Με την παραδοχή αυτή το πληττόμενο βούλευμα πλήρως αιτιολογεί την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της απάτης, και ανταποκρίνεται πλήρως στο πνεύμα και στο περιεχόμενο, της νομολογίας του Αρείου Πάγου (Βλεπ. AD HOC ΑΠ 1277/1998 και ΑΠ 1591/98).
Συνεπώς δεν συντρέχει έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίσταση της "κατ' επάγγελμα" τέλεσης της απάτης, και πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος 4ος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος στην ουσία του. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσής του ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα αναφέρει ότι "δεν λαμβάνει υπόψη (το βούλευμα) όλα τα αποδεικτικά μέσα, παρά μόνον ορισμένα, όπως τους μάρτυρες κατηγορίας Κ., Μ. και Ζ. Π., την υπεύθυνη δήλωσή του, χωρίς να συνεκτιμά και να συναξιολογεί αντίθετα αποδεικτικά μέσα, όπως τον μάρτυρα υπεράσπισής του και τα καταθετήρια έγγραφα σε Τραπεζικούς λογαριασμούς από τα οποία προκύπτει η οικονομική του ευρωστία το επίδικο διάστημα". Στο παραπεμπτικό βούλευμα ειδικά, πρέπει να προσδιορίζονται κατά το είδος τους ΟΛΑ τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν (ΑΠ 854/2006, και Α.Π. 1884/2005), χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και αναφορά για τα ποια περιστατικά προέκυψαν από το καθένα χωριστά (ΑΠ 1413/2006, και ΑΠ 74/2007). Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε ο προσδιορισμός της βαρύτητας καθενός στον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. (Βλ. ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 Π.Χρ. 2003, Σελίς 536, ΑΠ. 1011/2000 Π.Χρ. 2001, σελίς 244). Δεν απαιτείται επίσης να διευκρινίζεται για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη η απόφαση ή το βούλευμα, από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει η κάθε παραδοχή της απόφασης ή του βουλεύματος (βλ. ΑΠ. 1506/2008, ΑΠ 2062/2006, ΑΠ. 1413/2006 κ.α.), αφού τούτο ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων (αναιρετικά ανέλεγκτη). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του Συμβουλίου (βλ. ΑΠ 599/2003 αδημοσίευτη, ΑΠ 151/2002 Π.Χρ. ΝΒ' Σελίς 884).
Στην κρινόμενη περίπτωση αναφέρεται επί λέξει στο βούλευμα: "Αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν όπως, 1) μαρτυρικές καταθέσεις, (άρα μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης), 2) ένορκες βεβαιώσεις, 3) λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, 4) απολογία κατηγορουμένου, 5) το περιεχόμενο της εφέσεως - της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας - 6) τα συμπληρωματικά δύο υπομνήματα, και τα δι' αυτών προσκομιζόμενα έγγραφα, προέκυψαν τα εξής ... (βλ. Σελίδα 1η του 3ου φύλλου του Βουλεύματος).
Συνεπώς προκύπτει πως μνημονεύονται και ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Κατ' ακολουθία αυτών αβάσιμος τυγχάνει ο προβαλλόμενος 5ος λόγος αναίρεσης, και πρέπει να απορριφθεί. Στον έκτο (6ο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα, (άρθρο 484§1 Α' σε συνδ. 171§1δ ΚΠΔ, - υπεράσπιση κατηγορουμένου και άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχει ο νόμος), και δη ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και λήψη υπόψη υπομνημάτων της πολιτικώς ενάγουσας, ήτοι τα από 3-6-2010 και 2-7-2010, υπομνήματα, τις ένορκες βεβαιώσεις 3479/10 Κ. Φ., 3476/10 Ι. Π., 3480/10 Ζ. Π., ανάλυση λογαριασμού Ε. Π., αντίγραφα βιβλιαρίων καταθέσεων Ε. Π., και άλλα έγγραφα. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 309§2 εδάφιο έκτο ΚΠΔ, ως η παρ. 2 τίθεται όπως αντικ. από την παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3904/23-12-2010 "αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπολοίπους διαδίκους ή τους αντικλήτους, για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία, που την καθορίζει το ίδιο". Στην κρινόμενη περίπτωση, μετά το πέρας της κυρίας ανακρίσεως, που έλαβε χώρα και γνωστοποιήθηκε στους διαδίκους, στις 16-3-2010, κατ' άρθρο 308§4 ΚΠΔ, η πολιτικώς ενάγουσα κατέθεσε στο Συμβούλιο τα από 3-6-2010 και 2-7-2010 δύο υπομνήματά της και τα μετ' αυτά προσκομιζόμενα έγγραφα, ήτοι τρεις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμ. 3479/2010, 3476/2010 και 3480/2010, των Κ. Φ., Ι. Π., και Ζ. Π., αντίστοιχα, ανάλυση λογαριασμού Ε. Π., αντίγραφα βιβλιαρίων καταθέσεων Ε. Π., και λοιπά έγγραφα, τα οποία δεν προκύπτει ότι του εγνωστοποίησε ποτέ το Συμβούλιο, ώστε να λάβει γνώση και να τα αντικρούσει, κατά παραβίαση του άρθρου 171§1δ' ΚΠΔ σε συνδυασμό με 309§2 6ο εδάφιο ΚΠΔ και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που αφορούν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος (άρθρα 101, 106, 107 και 108 ΚΠΔ) (Βλεπ. ΑΠ 57/2008, ΑΠ. 491/2008, ΑΠ 2124/2008). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο λόγος αυτός τυγχάνει ΒΑΣΙΜΟΣ, και πρέπει να γίνει δεκτός, να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές από τους πρότερον συμμετέχοντες, για νέα κρίση.
Στον έβδομο και τελευταίο λόγο αναίρεσης εκθέτει ο αναιρεσείων ότι υπάρχει ευθεία παραβίαση του άρθρου 386, δηλών ότι, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης άρθρου 386 ΠΚ. Ειδικότερα, εκάστη μερικότερη πράξη προ του Ν. 2721/1999 είναι κατωτέρα του ορίου των 5.000.000 δρχ - 15.000 ευρώ - κατά συνέπεια έχουν πλημ/τικό χαρακτήρα και έπρεπε να παραγραφούν λόγω παρέλευσης οκταετίας.
Μετά την αντικατάσταση της §3 του άρθρου 386 ΠΚ, με το άρθρο 14§4 του Ν. 2721/1999, για την κακ/κή μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλ' απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε αυτός (ή και που πέτυχε), και η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ ή 15.000 ευρώ. Η διάταξη αυτή του άρθρου 14§4 του Ν. 2721/1999, είναι ευνοϊκότερη των προηγουμένων ρυθμίσεων, και ως τοιαύτη, κατ' άρθρο 2 ΠΚ, εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν προ της ισχύος του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ ή 15.000 ευρώ, διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω κι αν το αντικείμενο των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βέβαια ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσής τους (Βλεπ. Ολομέλεια ΑΠ 5/2008, Π.Χρ. ΝΗ', Σελ. 508 και στην Ποιν.Δνη 2008 τεύχος 5 - Σελίς 554). Στην προκείμενη περίπτωσή μας, οι προ της ισχύος του Ν. 2721/1999 έως 3-6-1999, μερικότερες πράξεις - καταβολές της εγκαλούσας προς τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα - έξι (6) τον αριθμό, ήτοι [ 1) 29-2-96 = 10.000.000 δρχ., 2) 3-9-97 = 100.000 δρχ, 3) 14-5-98 = 800.000 δρχ, 4) 29-10-98 = 200.000 δρχ., 5)15-1-99 = 202.619 δρχ., 6) 2-4-99 = 975.000 δρχ], Σύνολο 13.177.619 δρχ., όχι μόνο υπολείπονται του ανωτέρω ορίου των 5.000.000 δρχ αλλά και μόνο η πρώτη καταβολή το υπερβαίνει διπλασίως. Καθώς δε η τέλεση της απάτης συνίσταται υπό την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα διάπραξης, διατηρεί αυτή τον κακουργηματικό της χαρακτήρα, και κατά συνέπεια η άποψη της πλημ/κής μορφής της απάτης, και τα περί παραγραφής δεν έχουν πεδίο εφαρμογής, μετά την έκδοση της απόφασης της Ολομελείας του ΑΠ 5/2008. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο κρινόμενος έβδομος λόγος αναίρεσης αποβαίνει αβάσιμος στην ουσία του, και πρέπει να απορριφθεί.
V. Με το αυτό από 29-10-2010 δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ζητά: α) Να λάβει γνώση της πρότασης του Εισαγγελέα στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου επί της ως άνω αναιρέσεώς του, και β) να διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του. Το πρώτο αίτημά του είναι νόμιμο, κατ' άρθρο 308§2 ΚΠΔ, και παραδεκτό, θα ικανοποιηθεί δε από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, μέσω της γραμματείας, προς τον ίδιο ή τον αντίκλητό του. Ως προς το δεύτερο αίτημά του, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιό Σας, λεκτέα τα κάτωθι: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ, ως η παρ. 2 τίθεται όπως αντικ. από την παρ. 2 άρθρ. 18 του Ν. 3904/23-12-2010, "Το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση του συνηγόρου του ενώπιόν του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιτρέψει και την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος διαδίκου. Το συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Επί υποθέσεων σε βαθμό κακουργήματος, εάν ο αιτών δεν έχει συνήγορο διατάσσεται υποχρεωτικά η εμφάνισή του. Πάντοτε όμως, όταν διατάσσει την εμφάνιση ενός από τους διαδίκους ή του συνηγόρου του οφείλει να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους, αναλόγως". Περαιτέρω, κατ' άρθρο 485 παρ. 3 ΚΠΔ, για την αίτηση του κατηγορουμένου να εμφανισθεί προσωπικά και να ακουστεί από το Συμβούλιο της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, αποφαίνεται το Συμβούλιο το αργότερο μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την υποβολή της, ύστερα από έγγραφη πρόταση του οικείου Εισαγγελέα. Νομότυπα και παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου Σας το αίτημα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα, και πρέπει να εξετασθεί από την άποψη της ουσιαστικής της βασιμότητας, επάγομαι δε προς Εσάς τα ακόλουθα: Στην κρινόμενη περίπτωση ο αναιρεσείων ζητά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, όπως αυτό ζητείται στην από 29-10-2010 αίτηση αναίρεσής του. Σύμφωνα με την τελευταία αντικατάσταση της παρ. 2 του άρθρου 309 ΚΠΔ από την παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3904/23-12-2010, υποχρεωτική είναι η κλήση προς εμφάνιση του συνηγόρου του ενώπιον του Συμβουλίου. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιτρέψει και την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος διαδίκου. Εκτιμούμε πως δεν συντρέχει στην υπόθεση εξαιρετική περίπτωση ώστε το Συμβούλιο να επιτρέψει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος διαδίκου. Επειδή από την διατύπωση του αιτήματος ζητείται η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του διαδίκου, και ούτως ή άλλως είναι υποχρεωτική η εμφάνιση στο Συμβούλιο του συνηγόρου του, η κρινόμενη αίτηση του διαδίκου-αναιρεσείοντος πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει, και να απορριφθεί κατά το μέρος που ο ίδιος ζητά να εμφανισθεί στο Συμβούλιό Σας. 'Ητοι να απορριφθεί ως προς αυτόν, και να γίνει δεκτή η εμφάνιση του συνηγόρου του στο Συμβούλιό Σας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α. Προτείνω να απορριφθεί ως προς αυτόν το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο και να γίνει δεκτή η εμφάνιση του συνηγόρου του. Β. Να γίνει δεκτή εν μέρει, η υπ' αριθμ. 140/από 29-10-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 2163/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό. Γ. Να παραπεμφθεί η υπόθεση εις το αυτό Συμβούλιο Εφετών, για νέα κρίση, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 10 Μαρτίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπ' αριθμ. 140/29/10/2010 αίτηση αναίρεσης του Σ. Δ., κατά του 2163/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, για την αξιόποινη πράξη της απάτης, κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική περιουσιακή ζημία άνω των 73.000 ευρώ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 εδάφιο έκτο του ΚΠΔ, όπως η παρ. 2 αντικ. με το άρθρο 18 παρ. 2 του Ν. 3904/23/12/2010 " αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους ή αντικλήτους, για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία, που την καθορίζει το ίδιο". Η παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία κατά το άρθρο 316 παρ. 1 του ΚΠΔ εφαρμόζεται και στη διαδικασία του Συμβουλίου Εφετών, επάγεται για τον κατηγορούμενο απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 δ του ΚΠΔ, διότι του αποστερεί το υπερασπιστικό δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, μετά το πέρας της κυρίας ανακρίσεως, που έλαβε χώρα και γνωστοποιήθηκε στους διαδίκους στις 16/3/2010, κατ' άρθρο 308 παρ. 4 του ΚΠΔ, και ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε στα χέρια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως της από 18/5/2010 εφέσεως από την πολιτικώς ενάγουσα Ε. Π., κατά του υπ' αριθμ. 1144/2010 απαλλακτικού για τον αναιρεσείοντα (και την συγκατηγορουμένη του Π. Δ.) βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, για την ως άνω πράξη της κακουργηματικής απάτης, η πολιτικώς ενάγουσα υπέβαλε με τα από 3/6/2010 και 2/7/2010 υπομνήματα της που εγχείρησε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών τρείς ένορκες βεβαιώσεις, ήτοι τις υπ' αριθμ. 3479/2010, 3476/2010 και 3480/2010 των Κ. Φ., Ι. Π. και Ζ. Π. , αντίστοιχα, καθώς και ανάλυση λογαριασμού της Ε. Π., αντίγραφα βιβλιαρίων καταθέσεων της Ε. Π. και διάφορα άλλα έγγραφα. Όλα τα παραπάνω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2163/2010 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, όπως τούτο προκύπτει από την σχετική μνεία των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, αλλά και των λοιπών εγγράφων, τόσο στο οικείο μέρος που αναφέρονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την παραπεμπτική του κρίση , όσο και με αναφορά στο σκεπτικό του. Όμως, καίτοι άσκησαν τα εν λόγω έγγραφα ουσιώδη επιρροή για την παραπεμπτική του κρίση, το Συμβούλιο Εφετών δεν κάλεσε τον αναιρεσείοντα ή τον αντίκλητο του ώστε να λάβουν γνώση αυτών και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους. Έτσι δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα για τον αναιρεσείοντα και γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το μέρος του που παρέπεμψε στον αναιρεσείοντα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης, κατά το βάσιμο από το άρθρο 484 παρ. 1 α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που συμμετείχαν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ), ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, το δε αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου καθίσταται πλέον χωρίς αντικείμενο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθμ. 2163/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και συγκεκριμένα κατά την διάταξη του με την οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης (τελεσθείσας εξακολουθητικώς, κατ' επάγγελμα, άνω των 73.000 ευρώ).
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που συμμετείχαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για κακουργηματική απάτη (μετά από άσκηση εφέσεως από την πολιτικώς ενάγουσα κατά του πρωτόδικου απαλλακτικού). Αναιρείται για απόλυτη ακυρότητα (άρθρα 171 παρ. 1δ και 484 παρ. 1α ΚΠΔ), διότι μετά το πέρας της ανάκρισης και ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε σε δεύτερο βαθμό, υποβλήθηκαν από την πολιτικώς ενάγουσα έγγραφα που άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην παραπεμπτική κρίση του Συμβουλίου Εφετών και δεν κλήθηκε ο αναιρεσείων ή ο αντίκλητος του να λάβουν γνώση (άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ) Παραπέμπει για νέα κρίση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1072/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ιωαννίδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8308/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1387/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΠΚ που ορίζει ότι "με την ίδια ποινή της παραγράφου 1 τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του", προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, απαιτείται: 1) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α και 263 α του ΠΚ, 2) να έγινε από αυτόν νόθευση, καταστροφή, βλάβη ή υπεξαγωγή εγγράφου. Το έγγραφο λαμβάνεται με την έννοια του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ, μπορεί δε να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Ως νόθευση του εγγράφου, νοείται κάθε επενέργεια στο περιεχόμενο αυτού, μετά την έκδοσή του, εφόσον με αυτή αλλοιώνεται ή μεταβάλλεται το περιεχόμενο και η έννοιά του, μπορεί δε να γίνει με την προσθήκη στο αρχικό κείμενο λέξεων, ψηφίων ή αριθμών ή με σβήσιμο αυτών με οποιοδήποτε τρόπο και την αναγραφή στη θέση αυτών άλλων φράσεων, σημείων κτλ. Η νόθευση μπορεί να γίνει και από αυτόν τον εκδότη του εγγράφου-υπάλληλο, εφόσον τούτο έπραξε χωρίς δικαίωμα, σε χρόνο κατά τον οποίο το έγγραφο είχε τεθεί σε κυκλοφορία ή είχε λάβει δημοσιότητα και γενικά είχε λάβει, σύμφωνα με τον προορισμό του, τη θέση του έναντι της έννομης σχέσης ή κάποιος άλλος απέκτησε από αυτό δικαίωμα για τη διατήρηση του αρχικού του περιεχομένου. Είναι αδιάφορο αν το περιεχόμενο, όπως αλλοιώθηκε, ανταποκρίνεται προς την αλήθεια, 3) να ήταν το έγγραφο εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή να ήταν προσιτό σ' αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, και 4) δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος.
Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8308/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος νόθευσης δημοσίου εγγράφου και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, που ανεστάλη επί τριετία. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 7/11/2004 το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Ν. Γ., οδηγούμενο από τον ίδιο, συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Ν. Ε., οδηγούμενο από τον ίδιο, στη συμβολή της Λεωφόρου Αθηνών και της οδού Κύπρου, στο .... Ο κατηγορούμενος Ι. Δ., που υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Τμήμα Τροχαίας κινήσεως Αιγάλεω και ασκούσε καθήκοντα Οδηγού Ανακριτικού Οχήματος και ήταν αρμόδιος να επιλαμβάνεται σε τροχαία ατυχήματα με υλικές ζημίες, επιλήφθηκε του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος από το οποίο προκλήθηκαν υλικές ζημίες. Ο κατηγορούμενος που μετέβη αμέσως, μαζί με τον ανθυπαστυνόμο Α. Π., στον τόπο του ατυχήματος, προέβη στη σύνταξη του προβλεπόμενου Δελτίου Οδικού Ατυχήματος Υλικών Ζημιών (Δ.Ο.Τ.Α.), για το ως άνω τροχαίο ατύχημα, η σύνταξη του οποίου ολοκληρώθηκε με τις υπογραφές των προαναφερθέντων ιδιοκτητών και οδηγών των παραπάνω συγκρουσθέντων οχημάτων και του ιδίου (κατηγορουμένου). Στη συνέχεια το εν λόγω έγγραφο αρχειοθετήθηκε από τον κατηγορούμενο σε ειδικό ντοσιέ στη Γραμματεία της Υπηρεσίας του, προς περαιτέρω χορήγηση αντιγράφων στους έχοντες έννομο συμφέρον. Στις 8-11 -2004 ο παραπάνω Γ. Ν. μετέβη στην ως άνω Υπηρεσία και έλαβε φωτοαντίγραφο του ανωτέρω εγγράφου (Δ.Ο.Τ.Α.), το οποίο κατέθεσε στην ασφαλιστική εταιρεία που είχε ασφαλισμένο το αυτοκίνητό του. Την επομένη ημέρα (9-11-2004), πρωινές ώρες, ο κατηγορούμενος μετέβη στη Γραμματεία της Υπηρεσίας του και συμπλήρωσε στην ένδειξη 13 του παραπάνω Δ.Ο.Τ.Α., η οποία ήταν κενή, τη φράση "Ο Α' οδηγός (δηλ. ο Γ. Ν.) δήλωσε ότι έκανε αλλαγή λωρίδας" και έτσι με αυτή την προσθήκη νόθευσε το αρχικό περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Ο οδηγός του δεύτερου οχήματος Ε. Ν. την ίδια ημέρα (9-11-2004) μετέβη στο Τμήμα Τροχαίας Αιγάλεω και έλαβε ως αντίγραφο ΔΟΤΑ το νοθευμένο έντυπο, το οποίο και κατέθεσε στην ασφαλιστική εταιρεία που είχε ασφαλισμένο το αυτοκίνητό του. Σε αυτή την προσθήκη προέβη ο κατηγορούμενος αρχιφύλακας παράτυπα, γιατί θα έπρεπε να συντάξει δεύτερο συμπληρωματικό του πρώτου Δ.Ο.Τ.Α., ο ισχυρισμός του δε ότι δεν συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νόθευσης εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 163 παρ. 4 περιπτ. ε' και στ' του Π.Δ. 141/1991, όπως ισχύουν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλο, γνωρίζοντας και θέλοντας με αυτή του την ενέργεια να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νόθευσης αυτού του εγγράφου. Ο ισχυρισμός δε αυτού ότι δεν ενήργησε με δόλο. αλλά με σκοπό να αποδώσει την αλήθεια των πραγμάτων, δεν αληθεύει, αφού από την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Ν. προκύπτει άτι αυτός δεν είχε κάνει την ως άνω δήλωση που ο κατηγορούμενος ανέγραψε στο ΔΟΤΑ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι "Δεν γνώριζε, τι συνιστά ορθή βεβαίωση του άνω περιστατικού-γεγονότος, θεωρώντας, κατά τα εφαρμοζόμενα από την υπηρεσία, ότι είχε σχετικό υπηρεσιακό καθήκον να προβεί στην άνω ενέργεια συμπληρώσεως, αποδίδοντας με πληρότητα, όσα έλαβαν χώρα κατά το άνω ατύχημα ..., εάν γνώριζε ή καθ' οιονδήποτε τρόπο είχε συνειδητοποιήσει ότι σε αντίστοιχες περιπτώσεις, οφείλετο, από μέρους του, η σύνταξη συμπληρωματικού, του αρχικού συνταγέντος ΔΟΤΑ, θα ακολουθούσε την πρακτική αυτή", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο κατηγορούμενος ήταν αρχιφύλακας στο Τμήμα Τροχαίας κινήσεως Αιγάλεω, με εμπειρία και γνώριζε ότι όφειλε να συντάξει δεύτερο συμπληρωματικό του πρώτου Δ.Ο.Τ.Α. Έτσι, ο κατηγορούμενος με πρόθεση νόθευσε το ως άνω ΔΟΤΑ και πρέπει, απορριπτόμενων ως αβασίμων των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών του, αυτός να κηρυχτεί ένοχος για νόθευση δημοσίου εγγράφου, που του αποδίδεται. Όμως, θα του επιβληθεί μειωμένη ποινή, διότι μέχρι το χρόνο της πράξης του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρα 83 και 84 παρ. 2α ΠΚ).
Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νόθευσης δημοσίου εγγράφου για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στο σκεπτικό, με αντίστοιχη αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η νόθευση από τον αναιρεσείοντα, που ήταν Αρχιφύλακας στο Τμήμα Τροχαίας Κινήσεως Αιγάλεω, ήτοι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 γ και 263 α του ΠΚ, αρμόδιος να επιλαμβάνεται τροχαίων ατυχημάτων με υλικές ζημίες και να συντάσσει το οικείο Δελτίο Οδικού Ατυχήματος Υλικών Ζημιών (Δ.Ο.Τ.Α.), του αναφερόμενου Δελτίου Οδικού Ατυχήματος, που ο ίδιος είχε συντάξει προηγουμένως και το οποίο του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, με την προσθήκη στο αρχικό περιεχόμενο αυτού της φράσεως ότι "ο Α οδηγός (Γ. Ν.) δήλωσε ότι έκανε αλλαγή λωρίδας", ενώ τέτοια δήλωση δεν είχε κάνει ο ως άνω οδηγός.
Περαιτέρω, μεταξύ της διαλαμβανόμενης στο σκεπτικό παραδοχής "ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, που υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Τμήμα Τροχαίας Κινήσεως Αιγάλεω και ήταν αρμόδιος να επιλαμβάνεται τροχαίων ατυχημάτων με υλικές ζημίες, προέβη στη σύνταξη του επίμαχου Δελτίου Οδικού Ατυχήματος Υλικών Ζημιών, το οποίο ακολούθως αρχειοθετήθηκε από αυτόν σε ειδικό ντοσιέ της Γραμματείας της Υπηρεσίας του, προς περαιτέρω χορήγηση αντιγράφων στους έχοντες έννομο συμφέρον, και ότι την επόμενη ημέρα (9/11/2004) μετέβη στη γραμματεία της υπηρεσίας του και συμπλήρωσε στην ένδειξη 13 του παραπάνω εγγράφου που ήταν εκεί τη φράση "ο Α οδηγός (Γ. Ν.) δήλωσε ότι έκανε αλλαγή λωρίδας" και έτσι με την προσθήκη αυτή νόθευσε το αρχικό περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου" και της αναφοράς στο διατακτικό της απόφασης "ότι το προδιαληφθέν δημόσιο έγγραφο, που νόθευσε ο αναιρεσείων, του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του", ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται για το εάν το εν λόγω έγγραφο το είχαν εμπιστευθεί στον αναιρεσείοντα ή ήταν προσιτό σ' αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, αφού από τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό ως άνω περιστατικά, τα οποία παρατίθενται εν συνεχεία στο διατακτικό, προκύπτει ανενδοίαστα ότι, κατά τη χρονική στιγμή της νόθευσής του, το έγγραφο αυτό ήταν αρχειοθετημένο και ως εκ τούτου ήταν προσιτό στον αναιρεσείοντα, λόγω της υπηρεσίας του. Εξ άλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφορικά με την πράξη δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη αιτιολογία του δόλου του αναιρεσείοντος, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του αναιρεσείοντος και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν.
Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/10/2010 αίτηση του Ι. Δ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8308/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα(250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για νόθευση δημοσίου εγγράφου. Ο μοναδικός λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1070/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως Νικολάου Ζαΐρη) και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ασημακόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8498/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Τ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1553/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 α του ΠΚ "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", και κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου κώδικα "αν η πράξη του άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2 του ΠΚ), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή του 309 συνάγεται ότι η επικίνδυνη σωματική βλάβη αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 και για τη στοιχειοθέτησή της απαιτούνται τα εξής στοιχεία: 1) Σωματική βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 308, ακόμη και όλως ελαφρά ή και ασήμαντη, 2) η πράξη να τελέστηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη. Αρκεί αντικειμενικά (και όχι κατά την υποκειμενική αντίληψη των μερών) να προκύπτει κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, δεν αξιολογείται δηλαδή το επελθόν αποτέλεσμα, αλλά η δυνατότητα επέλευσης αυτού, που έγκειται κυρίως στον τρόπο ενέργειας, το ευπαθές ή μη του πληγέντος τμήματος του ανθρώπινου σώματος, την προσφορότητα του μέσου κτλ. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πρόκλησης σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας και των περιστάσεων, από τις οποίες αντικειμενικά προκύπτει κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη. Ενόψει δε της διαζευκτικής διατύπωσης του άρθρου 309 του ΠΚ, είναι απαραίτητο στη καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από το συνδυασμό των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8498/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από το προοίμιο του σκεπτικού του "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριό του, την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Από την αναφορά αυτή δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης Π. Κ. και Κ. Κ., συζύγου και θυγατέρας του αναιρεσείοντος. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά, αντίκρουση και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, ούτε να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε να αιτιολογείται ειδικά ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσης του. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο των πράξεων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας: "Οι οικογένειες του κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντος κατοικούν σε όμορες οικίες και μεταξύ τους υπήρχαν αντιδικίες, που προέκυπταν από διαφορές που είχαν σχέση με πολεοδομικές διατάξεις και οι σχέσεις τους ήταν σχεδόν εχθρικές. Ο πολιτικώς ενάγων συνήθιζε να σταθμεύει το αυτοκίνητό του εμπρός από την οικία του κατηγορουμένου, σε σημείο που αυτός ήθελε να υπάρχει ελεύθερος χώρος για να σταθμεύει το αυτοκίνητό του ο υιός του. Στις 26-8-2004 ο πολιτικώς ενάγων είχε και πάλι σταθμεύσει το αυτοκίνητό του στο χώρο αυτό, από όπου η κόρη του κατηγορουμένου του ζήτησε να το απομακρύνει, επικαλούμενη ως λόγο ότι ήθελε να καθαρίσει το μπαλκόνι της, πλην όμως εκείνος δεν το απομάκρυνε. Όταν ο πολιτικώς ενάγων την ίδια ημέρα απόγευμα πήγε να πάρει το αυτοκίνητό του για να πάει βόλτα με την οικογένειά του, διαπίστωσε ότι υπήρχαν χώματα στο αυτοκίνητο, τα οποία καθάρισε και απεχώρησε, ενώ η σύζυγος και η κόρη του κατηγορουμένου του φώναξαν να μην ξανασταθμεύσει στον χώρο αυτό. Ο πολιτικώς ενάγων όταν επέστρεψαν από την βόλτα που είχαν κάνει, είδε τον κατηγορούμενο, την κόρη του και την σύζυγό του να βρίσκονται έξω από το σπίτι τους και ενώ του είχε ζητηθεί να μη ξανασταθμεύσει στον ίδιο χώρο, στάθμευσε και πάλι το αυτοκίνητό του στον ίδιο χώρο. Ο κατηγορούμενος, η κόρη του και η σύζυγός του κινήθηκαν προς το αυτοκίνητο και ο πολιτικώς ενάγων ζήτησε από την σύζυγό του να απομακρυνθεί με τα παιδιά που ήταν στο αυτοκίνητο. Επακολούθησε φραστικό επεισόδιο μεταξύ της συζύγου του πολιτικώς ενάγοντος και της κόρης του κατηγορουμένου, Κ. Κ., το οποίο είχε ως αποτέλεσμα οι δύο γυναίκες να έλθουν στα χέρια. Παρενέβη η σύζυγος του κατηγορουμένου να βοηθήσει την κόρη της και ο πολιτικώς ενάγων κατευθύνθηκε προς τις γυναίκες, προς βοήθεια της συζύγου του. Τότε ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε στα χέρια του μία σιδερόβεργα την οποία έκρυβε κρατώντας την με τα χέρια του πίσω του, επιτέθηκε κατά του πολιτικώς ενάγοντος κτυπώντας τον με την σιδερόβεργα, που ήταν αντικείμενο πρόσφορο για άμυνα και επίθεση, στο αριστερό ημιθωράκιο και στο κεφάλι του. Από τα κτυπήματα που κατάφερε ο κατηγορούμενος στον πολιτικώς ενάγοντα προκλήθηκε σ' αυτόν εκδορά του αριστερού ωτός και εκδορά αριστεράς πλαγίας επιφανείας του αριστερού ημιθωρακίου. Ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος απολογούμενος ότι δεν κτύπησε τον εγκαλούντα ούτε με σιδερόβεργα ούτε με τα χέρια του. Ο ισχυρισμός αυτός ανατρέπεται από τις καταθέσεις του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος και της μάρτυρα συζύγου του, οι οποίες ενισχύονται από το ότι την ίδια αυτή ημέρα ο εγκαλών εξετάσθηκε στο νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας στο τμήμα επειγόντων περιστατικών και διαπιστώθηκαν οι προαναφερθείσες σωματικές βλάβες, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν από 1-9-04 πιστοποιητικό νοσηλείας του άνω νοσοκομείου. Μάλιστα στο πιστοποιητικό αυτό αναγράφεται και ο αναφερθείς τρόπος πρόκλησης των σωματικών βλαβών (αναφερόμενος ξυλοδαρμός προς μιας ώρας (πλήξη με λοστό)). Επίσης από το αναγνωσθέν από 26-8-04 αντίγραφο του δελτίου συμβάντων, όπου αναφέρεται ότι ο πολιτικώς ενάγων, Γ. Τ. και η σύζυγός του Κ. Ξ. παραπονέθηκαν ότι ο κατηγορούμενος Π. Κ. και η κόρη του Κ. Κ. τους προξένησαν σωματικές βλάβες. Μάλιστα όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν από 3-9-06 έγγραφο του ΑΤ ..., αλλά και από το προαναφερθέν δελτίο συμβάντων οι 4 προαναφερθέντες μεταξύ των οποίων ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων προσήχθησαν από την οδό ... στο ΑΤ από εποχούμενη περιπολία, οι τρεις από αυτούς με το περιπολικό και ο τέταρτος με δικό του μέσο και επιτήρηση των αστυνομικών οργάνων. Αν ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί στο ΑΥ ενδιαφερόμενος για την τύχη της κόρης του, δεν θα συμπεριλαμβανόταν στους προσαχθέντες στο ΑΤ. Το ότι ο πολιτικώς ενάγων κτυπήθηκε την ημέρα αυτή, συνάγεται και από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης υιού του, ο οποίος ναι μεν δεν ήταν παρών στο επεισόδιο, αλλά όπως κατέθεσε είχε ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε σχισμένο μπλουζάκι και σημάδια. Το ότι ο κατηγορούμενος έπασχε από κοίλη, για την οποία υποβλήθηκε στις 16-9-04 σε χειρουργική επέμβαση, δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσε γεγονός που να καθιστούσε αυτό ανίκανο να σηκώσει τη σιδερόβεργα και να καταφέρει τα κτυπήματα στον πολιτικώς ενάγοντα. Η πιο πάνω πράξη τελέσθηκε από τον κατηγορούμενο με πρόθεση και με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος, αφού ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε για να κτυπήσει τον παθόντα σιδερόβεργα και κτύπησε αυτόν και στο κεφάλι που αποτελεί ευαίσθητο σημείο του σώματος. Ο κατηγορούμενος κτυπώντας τον παθόντα με τον τρόπο που προεκτέθηκε γνώριζε ότι μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτόν κίνδυνο ζωής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η σιδερόβεργα την οποία χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος και κτύπησε τον παθόντα ήταν όπως προεκτέθηκε πρόσφορο μέσο για άμυνα και επίθεση και ως εκ τούτου όπλο κατά την έννοια του νόμου και έφερε αυτήν παρανόμως. Είχε δε ο κατηγορούμενος σιδερόβεργες στο χώρο της αυλής του, τις οποίες χρησιμοποιούσε είτε για να στηρίζουν φυτά είτε για να τις τοποθετεί στον φράκτη τους. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν με το διατακτικό της εκκαλουμένης πράξεων, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί μεταβολής της κατηγορίας από επικίνδυνη σε απλή σωματική βλάβη. Απορριπτομένου του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος και ο αυτοτελής ισχυρισμός του για οριστική παύση της ποινικής του δίωξης κατά το άρθρο 31 του Ν. 3346/2005, αφού προϋπόθεση εφαρμογής της επί πλημμελημάτων είναι να απειλείται ποινή φυλάκισης μέχρι 1 έτος ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, ενώ στην προκειμένη περίπτωση για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος, προβλέπεται ποινή φυλάκισης ανώτερη του έτους. Ανώτερη του έτους ποινή φυλάκισης προβλέπεται και για τις λοιπές πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 309, και άρθρα 1 παρ. 2 περ. γ, 10 παρ. 1, 13 β και 14 του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στο σκεπτικό, με αντίστοιχη αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το είδος της σωματικής βλάβης που προξένησε ο αναιρεσείων σε βάρος του μηνυτή, που είναι αυτό της επικίνδυνης, για την οποία καταδικάστηκε, κάνοντας χρήση σιδερένιας ράβδου, με την οποία κατάφερε πλήγματα στο κεφάλι του θύματος καθώς και στο αριστερό ημιθωράκιο. Δηλαδή χρησιμοποίησε μέσο η χρήση του οποίου, σε συνδυασμό και με τα σημεία που επλήγησαν, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο ζωής για τον παθόντα, είναι δε αδιάφορο αν η σωματική βλάβη που προκάλεσε τελικά σ' αυτόν ήταν ελαφρά ή και ασήμαντη. Επίσης προσδιορίζεται ο δόλος του αναιρεσείοντος που περιλάμβανε τη γνώση και τη θέληση προκλήσεως σωματικής κακώσεως υπό περιστάσεις από τις οποίες ήταν πιθανό να επέλθει κίνδυνος ζωής. Περαιτέρω, ο προβληθείς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί μετατροπής της κατηγορίας σε απλή ή ασήμαντη σωματική βλάβη, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, υπό την έννοια που εκτέθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, το δε δικαστήριο δεν υποχρεούτο να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψη αυτού, αφού αυτή εμπεριέχεται, από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Παρά ταύτα, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απάντησε αιτιολογημένα στον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, δεχθέν ότι το μέσο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, δηλαδή σιδερένια ράβδο, σε συνδυασμό με το σημείο του σώματος που τον χτύπησε, που ήταν το κεφάλι, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο ζωής για τον παθόντα, γνώριζε δε ο κατηγορούμενος και ήθελε να προκαλέσει σωματική βλάβη σ' αυτόν υπό περιστάσεις από τις οποίες μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για την ζωή του. Η καταδίκη δε του αναιρεσείοντος για επικίνδυνη σωματική βλάβη, δεν δημιουργεί καμία ασάφεια μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 309 του ΠΚ, και ως εκ τούτου η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ), και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 309 του ΠΚ (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, και συνακόλουθα να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Οι λοιπές αιτιάσεις, οι διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με τις οποίες υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22/11/2010 αίτηση του Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8498/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη , παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Λόγοι αναιρέσεως: 1) έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, ως προς την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και με την ειδικότερη αιτίαση ως προς την μνεία όλων των αποδεικτικών μέσων, και δη ότι δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης Α και Β. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, έχει πλήρη αιτιολογία, ενώ στο προοίμιο του σκεπτικού γίνεται ρητή αναφορά ότι έλαβε υπόψη του και τους μάρτυρες υπεράσπισης, β) ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό του της μεταβολής της κατηγορίας σε απλή σωματική βλάβη και την μετά ταύτα υποχρέωση του δικαστηρίου να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, κατ'αρθρο 31 του Ν. 3346/2005. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία, παρά ταύτα απάντησε αιτιολογημένα, δεχθέν την τέλεση επικίνδυνης σωματικής βλάβης, 2) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασής του) του 309 του ΠΚ, διότι η σωματική βλάβη που προκάλεσε ήταν ασήμαντη, ήτοι πταίσμα, και το δικαστήριο έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ο αναιρεσείων προκάλεσε επικίνδυνη σωματική βλάβη και γι' αυτή την πράξη καταδικάστηκε του άρθρου 309 ΠΚ, το οποίο εφάρμοσε ορθώς και δεν το παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή παραδοχές. Απορρίπτεται στο σύνολο της η αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1069/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Δ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 587/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 443/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 119/13-5-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "-Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, κατ' άρθ. 485 §1 ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 1/27-10-2010 αίτηση αναίρεσης της Ε. Δ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 587/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, εκθέτουμε τ' ακόλουθα:
-Το ανωτέρω Συμβούλιο με το 587/2010 βούλευμά του παρέπεμψε την προαναφερθείσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου προκειμένου να δικασθεί για το πλημμέλημα της απάτης (άρθρο 386§1ΠΚ).
-Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει μεν ασκηθεί νομοτύπως με δήλωση στην γραμματέα του συμβουλίου που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα (άρθρ. 474 § 1 ΚΠΔ) και εμπροθέσμως (άρθρ. 473 § 1 ΚΠΔ), στρέφεται όμως κατά βουλεύματος, την αναίρεση του οποίου δεν έχει το δικαίωμα να ζητήσει η κατηγορουμένη, αφού η αξιόποινη πράξη, για την οποία παραπέμπεται η αναιρεσείουσα, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρ. 482 § 1 εδ. α' ΚΠΔ).
- Κατά συνέπεια θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε τα - εκ διακοσίων είκοσι (220)€- δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (αρθ. 476§1 και 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης )
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθ. 1/27-10-2010 αίτηση αναίρεσης της Ε. Λ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 587/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου και 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος της ως άνω αναιρεσείουσας. Αθήνα 13-5-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 34 εδ. γ του Ν. 3904/23/12/2010, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά, και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα και στον κατηγορούμενο δεν δίδεται το δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για πλημμέλημα.
Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η από 27/10/2010 αίτηση αναιρέσεως της Ε. Δ., που ασκήθηκε νομοτύπως, στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 587/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Βόλου, δυνάμει του οποίου αυτή παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Βόλου για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της πλημ/κής απάτης, για την οποία ο νόμος δεν της δίνει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, και είναι ως εκ τούτου η αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη. Επομένως, πρέπει, και μετά την ειδοποίηση και μη εμφάνιση στο Συμβούλιο του αντικλήτου της αναιρεσείουσας (κατά την σχετική επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα), να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/10/2010 αίτηση της Ε. Δ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 587/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Βόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών για πλημμεληματική απάτη. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση, διότι ο νόμος δεν της χορηγεί το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά τέτοιου βουλεύματος (άρθρα 482 παρ. 1, 463 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1068/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 41/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας.
Το Συμβούλιο Εφετών Καλαμάτας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 245/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 109/2-5-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Κ.Π.Δ., η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση, αν και η οριστική απόφαση για την ουσία της υποθέσεως προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτοχρόνως με αυτή. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής και εκείνης του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι κατά της αποφάσεως που απέρριψε αίτηση εξαιρέσεως δικαστικών προσώπων, δεν επιτρέπεται στους διαδίκους ν' ασκήσουν, ανεξάρτητα από την οριστική απόφαση επί της ουσίας, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.
Επομένως η υπό κρίση από 14-2-2011 υπ' αριθμ. 2/2011 αίτηση αναιρέσεως του Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 41/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας, με την οποία απερρίφθη αίτηση αυτού για εξαίρεση όλων ανεξαιρέτως των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, συμπεριλαμβανομένων και των Ειρηνοδικών και του Πταισματοδίκη Καλαμάτας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (Σημείωση: Η εν Συμβουλίω απόφαση δεν είναι βούλευμα Α.Π. 1064/2002 Π.Χρ. ΝΓ. 352).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω Προτείνομεν α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτος η υπ' αριθμ. 2/14-2-2011 αίτηση αναιρέσεως του Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 41/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας, και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 34 εδ. γ του Ν. 3904/23/12/2010 καταργήθηκε, από την έναρξη της ισχύος του, το άρθρο 482 του ΚΠΔ, το οποίο ρύθμιζε το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 22 του ΚΠΔ "η απόφαση που δέχεται την εξαίρεση δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο. Η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση, αν και η οριστική για την ουσία της υπόθεσης απόφαση προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτόχρονα μ' αυτήν". Το άρθρο αυτό ρυθμίζει το επιτρεπτό ή μη των ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων ή βουλευμάτων. Έτσι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι το βούλευμα με το οποίο απορρίπτεται αίτηση εξαιρέσεως δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 22 επιτρέπεται μόνο έφεση και υπό την προϋπόθεση ότι αυτή χορηγείται κατά του βουλεύματος με το οποίο εκρίθη κατ' ουσίαν η υπόθεση, οπότε και πρέπει να προσβάλλεται ταυτόχρονα με αυτή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται..., το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση με το υπ' αριθμ. 41/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση του ήδη αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου για εξαίρεση όλων ανεξαιρέτως των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών του Εφετείου Καλαμάτας. Κατά του βουλεύματος αυτού ο ανωτέρω άσκησε την κρινόμενη υπ' αριθμ. 2/11-2-2011 αίτηση αναιρέσεως. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα το βούλευμα αυτό δεν υπόκειται σε αναίρεση και επομένως, εν όψει και του ότι ο αναιρεσείων ειδοποιήθηκε για να προσέλθει στο Συμβούλιο (βλ. σχετικώς σημείωση επί του φακέλου της δικογραφίας του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος), πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2/11-2-2011 αίτηση του Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 41/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση του κατηγορουμένου κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση του κατηγορουμένου για εξαίρεση όλων των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών του Εφετείου και της Εισαγγελίας (άρθρα 22, 482, 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1066/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 42/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας.
Το Συμβούλιο Εφετών Καλαμάτας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 244/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 110/2-5-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Κ.Π.Δ., η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση, αν και η οριστική απόφαση για την ουσία της υποθέσεως προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτοχρόνως με αυτή. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής και εκείνης του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι κατά της αποφάσεως που απέρριψε αίτηση εξαιρέσεως δικαστικών προσώπων, δεν επιτρέπεται στους διαδίκους ν' ασκήσουν, ανεξάρτητα από την οριστική απόφαση επί της ουσίας, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.
Επομένως η υπό κρίση από 11-2-2011 υπ' αριθμ. 1/2011 αίτηση αναιρέσεως του Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 42/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας, με την οποία απερρίφθη αίτηση αυτού για εξαίρεση όλων ανεξαιρέτως των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, συμπεριλαμβανομένων και των Ειρηνοδικών και του Πταισματοδίκη Καλαμάτας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (Σημείωση: Η εν Συμβουλίω απόφαση δεν είναι βούλευμα Α.Π. 1064/2002 Π.Χρ. ΝΓ. 352).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω Προτείνομεν α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτος η υπ' αριθμ. 1/11-2-2011 αίτηση αναιρέσεως του Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 42/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας, και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 34 εδ. γ του Ν. 3904/23/12/2010 καταργήθηκε, από την έναρξη της ισχύος του, το άρθρο 482 του ΚΠΔ, το οποίο ρύθμιζε το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 22 του ΚΠΔ "η απόφαση που δέχεται την εξαίρεση δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο. Η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση, αν και η οριστική για την ουσία της υπόθεσης απόφαση προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτόχρονα μ' αυτήν". Το άρθρο αυτό ρυθμίζει το επιτρεπτό ή μη των ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων ή βουλευμάτων. Έτσι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι το βούλευμα με το οποίο απορρίπτεται αίτηση εξαιρέσεως δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 22 επιτρέπεται μόνο έφεση και υπό την προϋπόθεση ότι αυτή χορηγείται κατά του βουλεύματος με το οποίο εκρίθη κατ' ουσίαν η υπόθεση, οπότε και πρέπει να προσβάλλεται ταυτόχρονα με αυτή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ..., το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση με το υπ' αριθμ. 42/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για εξαίρεση όλων ανεξαιρέτως των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, συμπεριλαμβανομένων και των Ειρηνοδικών και του Πταισματοδίκη Καλαμάτας. Κατά του βουλεύματος αυτού ο ανωτέρω άσκησε την κρινόμενη υπ' αριθμ. 1/11-2-2011 αίτηση αναιρέσεως. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα το βούλευμα αυτό δεν υπόκειται σε αναίρεση και επομένως, εν όψει και του ότι ο αναιρεσείων ειδοποιήθηκε για να προσέλθει στο Συμβούλιο (βλ. σχετικώς σημείωση επί του φακέλου της δικογραφίας του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος), πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1/11-2-2011 αίτηση του Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 42/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση του κατηγορουμένου κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση του κατηγορουμένου για εξαίρεση όλων των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας (άρθρα 22 , 482, 476 παρ. 1 ΚΠΔ)
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1065/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 1927/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1611/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 27-1-2011 και 19-1-2011 αποδεικτικά επίδοσης του Αστυφύλακα του Α.Τ. ..., ... και Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... προς τον αναιρεσείοντα και τον αντίκλητο δικηγόρο του, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 1ης-4-2011. Τότε αναβλήθηκε, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 576/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου.
Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-11-2010 αίτηση του Α. Κ. του Χ., για αναίρεση της 1927/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1063/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κω, περί αναιρέσεως της 2767/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Κω. Με κατηγορούμενους τους: 1) Β. Β. του Β. και 2) Χ. Β. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Το Μονομελές Πλημ/κείο Κω, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Κω ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με ημερομηνία 15 Δεκεμβρίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Κω Γεώργιου Παναγιώτου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 159/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 του Κ.Π.Δ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.1 περί. Δ του Κ.Π.Δ, αίτηση αναίρεσης μπορούν να ζητήσουν ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών για τις αποφάσεις του δικαστηρίου, όπου είναι τοποθετημένος και τις αποφάσεις των μονομελών πλημμελειοδικείων της περιφέρειας του ... .
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με αριθμό 2767/2010, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε τους κατηγορουμένους Χ. Β. του Β. και Β. Β. του Ν., ενόχους των πράξεων της παραβάσεως του άρθρου 96 του Ν. 2696/1999 τον πρώτο και της παραβάσεως του άρθρου 99 του Ν. 2696/1999 το δεύτερο, και ειδικότερα του ότι ο πρώτος κατελήφθη να οδηγεί δίκυκλο μοτοποδήλατο, χωρίς να είναι εφοδιασμένος με την κατάλληλη άδεια οδήγησης και ο δεύτερος του ότι παραχώρησε στον πρώτο την οδήγηση του μοτοποδηλάτου, χωρίς να είναι εφοδιασμένος ο πρώτος με τη σχετική άδεια οδήγησης και επέβαλε στον καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης ενός (1) μηνός. Επιπρόσθετα, κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους και της πράξεως του άρθρου 90 παρ.1, 4 του αυτού νόμου και ειδικότερα του ότι ο μεν πρώτος ως οδηγός και ο δεύτερος ως κάτοχος δικύκλου μοτοποδηλάτου, το έθεσαν σε κυκλοφορία, χωρίς να φέρει τις νόμιμες πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας, επέβαλε δε στον καθένα απ' αυτούς ποινή φυλάκισης ενός (1) μηνός και για τη δεύτερη πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης στον καθένα ενός(1) μηνός και 10 ημερών, την οποία μετέτρεψε για τον καθένα σε χρηματική προς 10 ευρώ ημερησίως. Όμως, η δεύτερη πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, της παραβάσεως δηλαδή του άρθρου 90 παρ.1, 4 του ν. 2696/1999, όπως αντικ. με το άρθρο 82 παρ.3 του ν. 3542/2007, είναι ανέγκλητη, αφού ο υπαίτιος αυτής τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για την πράξη αυτή. Μετά από αυτά, και εφόσον η δεύτερη αυτή πράξη για την οποία καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι, είναι ανέγκλητη, πρέπει κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 518 παρ.1 του Κ.Π.Δ, να κηρυχθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι της πράξεως του άρθρου 90 παρ.1, 4 του Ν. 2696/1999, όπως αντικ. με το άρθρο 82 του Ν. 3542/2007.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2767/9-12-2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κω κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Κηρύσσει αθώους τους κατηγορουμένους Χ. Β. του Β. και Β. Β. του Ν., του ότι στην Κω την 11-3-2006, ο πρώτος ως οδηγός και ο δεύτερος ως κάτοχος δικύκλου μοτοποδηλάτου, το έθεσαν σε κυκλοφορία, χωρίς να φέρει τις νόμιμες πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου (καταδίκη για παράβαση άρθρου 90 Ν. 2696/1999, ενώ η πράξη ήταν ανέγκλητη). Αναιρεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 518 ΚΠΔ, κηρύσσει αθώους τους κατηγορούμενους.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1061/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου S. H. του X., κατοίκου ... και νυν κρατούμενου στις φυλακές …, ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3135/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Σ. Τ. του Α..
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1261/2010.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 29 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης της Γραμματέα στο Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης …, ..., ο αναιρεσείων, κρατούμενος στο παραπάνω κατάστημα Κράτησης, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με παράδοση της κλήσης στα χέρια του, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 11-3-2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 445/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-9-2010 αίτηση του S. H. του X., για αναίρεση της 3135/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1059/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 129/29-12-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1598/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Eφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενη την Α. Κ.-Τ. του Α., κατοίκου ..., και πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Σ. του Γ., κατοίκου ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 39/29-9-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιο Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1256/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνής εισήγαγε προς κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Aναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 393/29.11.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες την κατά τις διατάξεις των άρθρων 483§3, 479§2 και 484§1 Κ.Π.Δ. ασκηθείσα υπ' αριθμ. 39/2010 αίτηση αναιρέσεώς μας, με την οποία ζητούμεν την εν μέρει αναίρεση του υπ' αριθμ. 1598/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτομεν τα εξής: Δια του προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ' ουσίαν η υπ' αριθμ. 165/2010 έφεση του Θ. Σ. του Γ. (πολιτικώς ενάγοντος), κατά του υπ' αριθμ. 1212/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο μεταξύ άλλων είχε αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατά της Α. Κ. - Τ., δικηγόρου Αθηνών, για υπεξαίρεση αντικειμένου, η αξία του οποίου υπερέβαινε τα 73.000 €. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ΠΚ, όπως η παρ. συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, η ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και, επιπλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των (25.000.000) δραχμών ή 73.000 ευρώ κατά το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, με το οποίο δόθηκε η επίσημη αντιστοιχία, υποκειμενικώς δε, δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή μερικά κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρ. 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή προκαταβλήθηκε, κατ' άρ. 721 ΑΚ, σ' αυτόν από τον εντολέα για την εκτέλεσή της ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που έλαβε ή προκαταβλήθηκαν σ' αυτόν για την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά λήφθηκαν σε μετρητά είτε με κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό του. Γι' αυτό, σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή προκαταβλήθηκαν σ' αυτόν και δεν διατέθηκαν προς τούτο διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρ. 375 ΠΚ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής (375 παρ. 2 ΠΚ) σε συνδυασμό με εκείνη του άρ. 713 ΑΚ προκύπτει ότι για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του εντολοδόχου, πρέπει μεταξύ του παθόντος και του δράστη της υπεξαίρεσης να έχει συναφθεί σύμβασης εντολής.
Περαιτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο απαλλακτικό βούλευμα, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρ. 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο έκρινε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτουν από αυτά σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών στοιχείων αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τους χωρίς ανάγκη ιδιαίτερης μνείας καθενός και τι προέκυψε από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να εκδώσει το απαλλακτικό βούλευμα. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρ. 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ συντρέχει όχι μόνο όταν δεν γίνεται ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στη διάταξη που εφαρμόζεται, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι είχαν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα που προκύπτει από το συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την περίπτωση μέρος, ότι από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Η κατηγορουμένη Α. Κ. - Τ. διατηρούσε με τον Γ. Σ., πατέρα του εκκαλούντος - εγκαλούντος Θ. Σ., επαγγελματικές σχέσεις, καθόσον υπήρξε δικηγόρος του έχοντας χειριστεί ποινικές του υποθέσεις, ενώ με την πάροδο του χρόνου αναπτύχθηκαν μεταξύ τους και φιλικές σχέσεις. Η μητέρα του εγκαλούντος Γ. Σ. ήταν κυρία ενός παραθαλάσσιου ακινήτου και συγκεκριμένα ενός αγροτεμαχίου, συνολικής εκτάσεως 1.473 τ.μ. μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας με υπόγειο, συνολικού εμβαδού 350 τ.μ. και πισίνα, που βρισκόταν στη θέση "..." ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ..., του Δήμου ... του νομού .... Το ακίνητο αυτό κατασχέθηκε αναγκαστικά από την Εμπορική Τράπεζα και εκτέθηκε την 4-10-2000 σε δημόσιο πλειστηριασμό. Η κατηγορουμένη λαμβάνοντας γνώση του πλειστηριασμού συμμετείχε σ' αυτόν, ως πλειοδότρια και υπερθεμάτισε με αποτέλεσμα να κατακυρωθεί το εν λόγω ακίνητο σ' αυτήν, να εκδοθεί στο όνομα της η υπ' αριθμ. .../2001 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Σταυρούλας Σκιά, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα και έτσι η κατηγορουμένη απέκτησε την κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου.Το πλειστηριασμό κατέβαλε η ίδια χρησιμοποιώντας εν μέρει χρήματα δικά της και εν μέρει χρήματα τα οποία δανείστηκε για λογαριασμό της από τρίτους. Πλήρωσε δε συνολικά με τους φόρους και τα έξοδα το χρηματικό ποσό των 52.000.000 δρχ. περίπου ή 152.604,55 ευρώ. Η κατηγορουμένη προέβη στην ενέργεια αυτή τόσο από λόγους συναισθηματικούς προκειμένου να μην αγορασθεί το ακίνητο της οικογένειας του εγκαλούντος από τρίτους, αλλά και από λόγους επενδυτικούς καθόσον εκείνη την εποχή αντιμετώπιζε προβλήματα διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης της. Ο πατέρας του εγκαλούντος, που τότε διωκόταν για φοροδιαφυγή και λαθρεμπορία από ποτοποιία που διατηρούσε, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα έχοντας απολέσει σημαντικά περιουσιακά του στοιχεία, όπως το ιδιόκτητο εργοστάσιο της "Castello" στην ..., και το σπίτι του στην οδό ... στη ... και δεν ήταν σε θέση να πλειοδοτήσει στον πλειστηριασμό. Ούτε όμως και η μητέρα του εγκαλούντος ήταν σε οικονομική θέση να διασώσει το ακίνητο της. Ομοίως, και ο εγκαλών δεν είχε την δυνατότητα οικονομικά να αποτρέψει τον πλειστηριασμό, ο οποίος και δεν ενημερώθηκε για την διενέργεια του, ούτε παρακολούθησε την εξέλιξη της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδονταν σε βάρος της μητέρας του. Ο εγκαλών ισχυρίζεται: α) Ότι ο πατέρας του ζήτησε από την κατηγορουμένη και στενή του φίλη την συνδρομή της για να σώσει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που του είχε πλέον απομείνει, ήτοι το πιο πάνω ακίνητο. Η κατηγορουμένη προσφέρθηκε να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό, και για τον σκοπό αυτό δανείστηκε χρήματα από γνωστούς και πελάτες της, συμφώνησε δε με τον πατέρα του εγκαλούντος ότι εφόσον το επίδικο ακίνητο κατακυρωνόταν σ' αυτή, θα το μεταβίβαζε ακολούθως σε υποδεικνυόμενο από τον πατέρα του πρόσωπο, ώστε το ακίνητο να περιέλθει και πάλι στον περιουσιακό έλεγχο της οικογενείας του, υπό την προϋπόθεση της τμηματικής καταβολής όλων των δαπανών της, ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 52.400.000 δρχ. ή 153.778,43 ευρώ, λόγω της οικονομικής τους αδυναμίας για την κάλυψη άμεσα του συνολικού ποσού του εκπλειστηριάσματος, β) Ότι η ανωτέρω συμφωνία έλαβε χώρα στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2000, στο επίδικο ακίνητο, παρουσία και του πρώην συζύγου της κατηγορουμένης και παρά το γεγονός ότι ο εγκαλών της κατέβαλε τμηματικά το ως άνω ποσό, εντός του συμφωνηθέντος για το σκοπό αυτό χρονικού διαστήματος, από τον Νοέμβριο του 2000 έως την 3-4-2002, αύτη δεν προσήλθε τον Απρίλιο του 2002 στη συμβολαιογράφο Χαλκίδας Σταυρούλα Νικολάκη-Σκιά για την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου στον εγκαλούντα, παρότι κλήθηκε γιο τον λόγο αυτό από τον πατέρα του, παρακρατώντας μέχρι σήμερα το καταβληθέν από μέρους του ποσό των 153.778,43 ευρώ, ιδιοποιούμενη αυτό παράνομα και γ) Ότι την 17-2-2004, κατά την εκδίκαση της από 8-9-2002 αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η κατηγορουμένη να του μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ως άνω ακίνητο, προς απόκρουση των ισχυρισμών του, ισχυρίσθηκε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας, ότι ήταν σε διάσταση με τον τότε σύζυγο της από τον Φεβρουάριο του έτους 1999 και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να παρίστατο εκείνος στην επίδικη αυτή συμφωνία και ότι τα χρήματα που της κατέβαλε ο εγκαλών ήταν προς εξόφληση εκείνων των χρημάτων που είχε δανείσει στον πατέρα αυτού για την αγορά "άνυδρου οινοπνεύματος", με αποτέλεσμα να πείσει τους δικαστές του πιο πάνω Δικαστηρίου, να απορρίψουν την αγωγή του και να εκδώσουν σε βάρος του την υπ' αριθμ. 3915/2004 απόφαση, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας αυτού, υπερβαίνον το ποσό των 73.000,00 ευρώ.
Σύμφωνα λοιπόν με την κατηγορία της υπεξαίρεσης, που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, φέρεται ότι αύτη ενήργησε ως εντολοδόχος του πατέρα του εγκαλούντος και συμμετείχε σε πλειστηριασμό στον οποίο εκπλειστηριαζόταν ακίνητο ιδιοκτησίας της μητέρας του και κατέστη υπερθεματιστής, αφού κατέβαλε με δικά της χρήματα το πλειστηριασμό και τα έξοδα του. Εφόσον, η κατηγορουμένη κατέστη υπερθεματιστής του ακινήτου, καταβάλλοντας εξ ολοκλήρου το πλειστηρίασμα, έχει καταστεί κυρία αυτού (άρθρο 1005 παρ.1 ΚΠολΔ), ώστε να μην είναι δυνατό να τελέσει υπεξαίρεση αυτού. Επιπλέον, το χρηματικό ποσό των 153.778,43 ευρώ, που φέρεται ότι της κατέβαλε ο εγκαλών, αφορούσε έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί η κατηγορουμένη για την εκτέλεση της εντολής, δηλαδή από την δική της περιουσία, ώστε τα χρήματα αυτά όφειλε να της τα επιστρέψει ο εντολοδόχος (άρθρο 722 ΑΚ). Επομένως, η κατηγορουμένη δεν έχει τελέσει υπεξαίρεση ούτε του ακινήτου, ούτε του χρηματικού ποσού που έλαβε, για το πλειστηρίασμα που κατέβαλε, αντίστοιχο του τιμήματος αγοράς ακινήτου σε σύμβαση πώλησης. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι δεν τελείται υπεξαίρεση της προκαταβολής για αγορά ακινήτου (ΑΠ 1353/2000 ΠΧρ. ΝΑ, σελ. 514). Η κατηγορουμένη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην έγκληση, υπέχει μόνο ενοχική υποχρέωση να μεταβιβάσει το ακίνητο στον εγκαλούντα, ή να επιστρέψει το ποσό που έλαβε με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, και συνεπώς δεν συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, είτε με την μορφή της απλής υπεξαίρεσης, όπως ασκήθηκε η ποινική δίωξη (άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ), είτε από εντολοδόχο (άρθρο 375 παρ.2 ΠΚ)".
Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, στέρησε το βούλευμα από την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, λόγω των κατωτέρω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεων, καθιστώντας, παραλλήλως, ανέφικτο τον έλεγχο αυτού από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ποινικών διατάξεων, ήτοι του άρθρου 375 παρ. 1, 3 Π.Κ., σε συνδυασμό προς αυτές του άρθρου 713 επ. του Αστ. Κωδικός.
Κατ' αρχήν πρέπει να υπογραμμισθεί, ότι κάθε ενδοιαστική αιτιολογία, ισοδυναμεί με έλλειψη αιτιολογίας (Α.Π. 924/1998). Ωστόσο, στις παραδοχές του Συμβουλίου αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη "φέρεται ότι ενήργησε ως εντολοδόχος" ή "ότι ο εγκαλών φέρεται ότι της κατέβαλε το χρηματικό ποσόν των 153.778,43 Ε". Δηλαδή, δεν αποσαφηνίζεται τι δέχεται το Συμβούλιο, δηλαδή, αν η κατηγορουμένη ενήργησε ως εντολοδόχος του πατέρα του εγκαλούντος και αν ο τελευταίος της κατέβαλε το χρηματικό ποσόν των 153.778,43 Ευρώ, στα πλαίσια της αρχικής εντολής του πατέρα του, σύμφωνα με την οποία αυτή θα συμμετείχε στον πλειστηριασμό με δικά της χρήματα, αν δε κατεκυρούτο σ' αυτή το ακίνητο, αυτός μέσα στο επόμενο συμφωνηθέν χρονικό διάστημα, θα της κατέβαλε το πλειστηρίασμα συν τους φόρους και τα έξοδα, για να του αναμεταβιβάσει στη συνέχεια εκείνη το εκπλειστηριασθέν ακίνητο της συζύγου του.
Περαιτέρω, στις παραδοχές του Συμβουλίου αναφέρεται ότι "το χρηματικό ποσό των 153.778,43 Ε που φέρεται ότι της κατέβαλε ο εγκαλών, αφορούσε έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί η κατηγορουμένη για την εκτέλεση της εντολής, δηλαδή από την δικής της περιουσία, ώστε τα χρήματα αυτά ώφειλε να της τα επιστρέψει ο εντολοδόχος", χωρίς να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να πιστοποιούν, ότι το προαναφερθέν χρηματικό ποσό αφορούσε έξοδα του πλειστηριασμού, τα οποία κατεβλήθησαν απ' αυτή. Με την παραδοχή, όμως, αυτή, αυτοαναιρείται το βούλευμα, καθόσον κατά τις αρχικές παραδοχές του, η κατηγορουμένη κατέβαλε με εν μέρει δικά της και εν μέρει δανεικά από τρίτους χρήματα, το συνολικό ποσόν των 152.604,55 €, στο οποίο συμπεριελαμβάνοντο το ποσόν του πλειστηριάσματος, οι φόροι και τα έξοδα. Συμπερασματικά, οι παραδοχές του βουλεύματος, δημιουργούν ασάφειες και αντιφάσεις, ως προς το εάν η κατηγορουμένη ενήργησε ως εντολοδόχος ή όχι του πατέρα του εγκαλούντος και εάν το ποσό των 153.778.43 € αφορούσε μόνο τα έξοδα του πλειστηριασμού ή σ' αυτό συμπεριελαμβάνετο και το ποσό του πλειστηριάσματος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι επισημανθείσες ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, στερούν το προσβαλλόμενο βούλευμα της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, επί πλέον, στερούν αυτό της νομίμου βάσεως, διότι καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, σε συνδυασμό προς το άρθρο 713 Αστ. Κώδικος.
Κατόπιν αυτών Προτείνομεν Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα εν μέρει, ως προς την απαλλακτική διάταξη του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 375 ΠΚ "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ) όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικά αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β' του Ν. 2721/1999. Ενώ, από τη διάταξη του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων το οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Για αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 του ΠΚ. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Επίσης, λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υφίσταται, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικά ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος, δέχτηκε, ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη Α. Κ. - Τ. διατηρούσε με τον Γ. Σ., πατέρα του εκκαλούντος - εγκαλούντος Θ. Σ., επαγγελματικές σχέσεις, καθόσον υπήρξε δικηγόρος του έχοντας χειριστεί ποινικές του υποθέσεις, ενώ με την πάροδο του χρόνου αναπτύχθηκαν μεταξύ τους και φιλικές σχέσεις. Η μητέρα του εγκαλούντος Γ. Σ. ήταν κυρία ενός παραθαλάσσιου ακινήτου και συγκεκριμένα ενός αγροτεμαχίου, συνολικής εκτάσεως 1.473 τ.μ. μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας με υπόγειο, συνολικού εμβαδού 350 τ.μ. και πισίνα, που βρισκόταν στη θέση "..." ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ..., του Δήμου ... του νομού .... Το ακίνητο αυτό κατασχέθηκε αναγκαστικά από την Εμπορική Τράπεζα και εκτέθηκε την 4-10-2000 σε δημόσιο πλειστηριασμό. Η κατηγορουμένη λαμβάνοντας γνώση του πλειστηριασμού συμμετείχε σ' αυτόν, ως πλειοδότρια και υπερθεμάτισε με αποτέλεσμα να κατακυρωθεί το εν λόγω ακίνητο σ' αυτήν, να εκδοθεί στο όνομά της η υπ' αριθμ. .../2001 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Σταυρούλας Σκιά, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα και έτσι η κατηγορουμένη απέκτησε την κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου. Το πλειστηρίασμα κατέβαλε η ίδια χρησιμοποιώντας εν μέρει χρήματα δικά της και εν μέρει χρήματα τα οποία δανείστηκε για λογαριασμό της από τρίτους. Πλήρωσε δε συνολικά με τους φόρους και τα έξοδα το χρηματικό ποσό των 52.000.000 δρχ. περίπου ή 152.604,55 ευρώ. Η κατηγορουμένη προέβη στην ενέργεια αυτή τόσο από λόγους συναισθηματικούς προκειμένου να μην αγορασθεί το ακίνητο της οικογένειας του εγκαλούντος από τρίτους, αλλά και από λόγους επενδυτικούς καθόσον εκείνη την εποχή αντιμετώπιζε προβλήματα διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσής της. Ο πατέρας του εγκαλούντος, που τότε διωκόταν για φοροδιαφυγή και λαθρεμπορία από ποτοποιία που διατηρούσε, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα έχοντας απολέσει σημαντικά περιουσιακά του στοιχεία, όπως το ιδιόκτητο εργοστάσιο της "Castello" στην ..., και το σπίτι του στην οδό ... στη ... και δεν ήταν σε θέση να πλειοδοτήσει στον πλειστηριασμό. Ούτε όμως και η μητέρα του εγκαλούντος ήταν σε οικονομική θέση να διασώσει το ακίνητό της. Ομοίως, και ο εγκαλών δεν είχε την δυνατότητα οικονομικά να αποτρέψει τον πλειστηριασμό, ο οποίος και δεν ενημερώθηκε για την διενέργειά του, ούτε παρακολούθησε την εξέλιξη της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδονταν σε βάρος της μητέρας του. Ο εγκαλών ισχυρίζεται: α) Ότι ο πατέρας του ζήτησε από την κατηγορουμένη και στενή του φίλη την συνδρομή της για να σώσει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που του είχε πλέον απομείνει, ήτοι το πιο πάνω ακίνητο. Η κατηγορουμένη προσφέρθηκε να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό, και για τον σκοπό αυτό δανείστηκε χρήματα από γνωστούς και πελάτες της, συμφώνησε δε με τον πατέρα του εγκαλούντος ότι εφόσον το επίδικο ακίνητο κατακυρωνόταν σ' αυτή, θα το μεταβίβαζε ακολούθως σε υποδεικνυόμενο από τον πατέρα του πρόσωπο, ώστε το ακίνητο να περιέλθει και πάλι στον περιουσιακό έλεγχο της οικογενείας του, υπό την προϋπόθεση της τμηματικής καταβολής όλων των δαπανών της, ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 52.400.000 δρχ. ή 153.778,43 ευρώ, λόγω της οικονομικής τους αδυναμίας για την κάλυψη άμεσα του συνολικού ποσού του εκπλειστηριάσματος, β) Ότι η ανωτέρω συμφωνία έλαβε χώρα στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2000, στο επίδικο ακίνητο, παρουσία και του πρώην συζύγου της κατηγορουμένης και παρά το γεγονός ότι ο εγκαλών της κατέβαλε τμηματικά το ως άνω ποσό, εντός του συμφωνηθέντος για το σκοπό αυτό χρονικού διαστήματος, από τον Νοέμβριο του 2000 έως την 3-4-2002, αύτη δεν προσήλθε τον Απρίλιο του 2002 στη συμβολαιογράφο Χαλκίδας Σταυρούλα Νικολάκη-Σκιά για την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου στον εγκαλούντα, παρότι κλήθηκε γιο τον λόγο αυτό από τον πατέρα του, παρακρατώντας μέχρι σήμερα το καταβληθέν από μέρους του ποσό των 153.778,43 ευρώ, ιδιοποιούμενη αυτό παράνομα και γ) Ότι την 17-2-2004, κατά την εκδίκαση της από 8-9-2002 αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η κατηγορουμένη να του μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ως άνω ακίνητο, προς απόκρουση των ισχυρισμών του, ισχυρίσθηκε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας, ότι ήταν σε διάσταση με τον τότε σύζυγο της από τον Φεβρουάριο του έτους 1999 και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να παρίστατο εκείνος στην επίδικη αυτή συμφωνία και ότι τα χρήματα που της κατέβαλε ο εγκαλών ήταν προς εξόφληση εκείνων των χρημάτων που είχε δανείσει στον πατέρα αυτού για την αγορά "άνυδρου οινοπνεύματος", με αποτέλεσμα να πείσει τους δικαστές του πιο πάνω Δικαστηρίου, να απορρίψουν την αγωγή του και να εκδώσουν σε βάρος του την υπ' αριθμ. 3915/2004 απόφαση, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας αυτού, υπερβαίνον το ποσό των 73.000,00 ευρώ. Σύμφωνα λοιπόν με την κατηγορία της υπεξαίρεσης, που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, φέρεται ότι αύτη ενήργησε ως εντολοδόχος του πατέρα του εγκαλούντος και συμμετείχε σε πλειστηριασμό στον οποίο εκπλειστηριαζόταν ακίνητο ιδιοκτησίας της μητέρας του και κατέστη υπερθεματιστής, αφού κατέβαλε με δικά της χρήματα το πλειστηρίασμα και τα έξοδά του. Εφόσον, η κατηγορουμένη κατέστη υπερθεματιστής του ακινήτου, καταβάλλοντος εξ ολοκλήρου το πλειστηρίασμα, έχει καταστεί κυρία αυτού (άρθρο 1005 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), ώστε να μην είναι δυνατό να τελέσει υπεξαίρεση αυτού. Επιπλέον, το χρηματικό ποσό των 153.778,43 ευρώ, που φέρεται ότι της κατέβαλε ο εγκαλών, αφορούσε έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί η κατηγορουμένη για την εκτέλεση της εντολής, δηλαδή από την δική της περιουσία, ώστε τα χρήματα αυτά όφειλε να της τα επιστρέψει ο εντολοδόχος (άρθρο 722 ΑΚ). Επομένως, η κατηγορουμένη δεν έχει τελέσει υπεξαίρεση ούτε του ακινήτου, ούτε του χρηματικού ποσού που έλαβε, για το πλειστηρίασμα που κατέβαλε, αντίστοιχο του τιμήματος αγοράς ακινήτου σε σύμβαση πώλησης. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι δεν τελείται υπεξαίρεση της προκαταβολής για αγορά ακινήτου (ΑΠ 1353/2000 ΠΧρ. ΝΑ, σελ. 514). Η κατηγορουμένη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην έγκληση, υπέχει μόνο ενοχική υποχρέωση να μεταβιβάσει το ακίνητο στον εγκαλούντα, ή να επιστρέψει το ποσό που έλαβε με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, και συνεπώς δεν συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, είτε με την μορφή της απλής υπεξαίρεσης, όπως ασκήθηκε η ποινική δίωξη (άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ), είτε από εντολοδόχο (άρθρο 375 παρ. 2 ΠΚ)". Με τις παραδοχές, όμως, αυτές που αντιφάσκουν μεταξύ τους, διότι αφενός μεν αναφέρεται ότι το παραπάνω ποσό των 153.778,43 ευρώ, που αποτελεί το αντικείμενο της υπεξαίρεσης κατά το κατηγορητήριο, ήταν χρήματα που ανήκαν στην κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, η οποία τα δανείστηκε, κατά ένα μέρος, από τρίτους, αφετέρου δε ότι αυτά της τα χορήγησε ο πατέρας του πολιτικώς ενάγοντος στα πλαίσια της δοθείσης σ' αυτή εντολής να συμμετάσχει στον πλειστηριασμό του ακινήτου, και αν κατακυρωνόταν σ' αυτή το ακίνητο να γίνει αναμεταβίβαση τούτου σε πρόσωπο υποδεικνυόμενο από εκείνον, ώστε το ακίνητο να περιέλθει και πάλι στον περιουσιακό έλεγχο της οικογένειας του πολιτικώς ενάγοντος, δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής ή ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 375 παρ. 1, 2 ΠΚ, αφού προϋπόθεση για στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου είναι η ενσωμάτωση στην περιουσία του υπαιτίου ξένου (εν όμως ή εν μέρει) κινητού πράγματος. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά του 1598/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά την αφορώσα το προδιαληφθέν έγκλημα διάταξή του, κατά τους βάσιμους από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ σχετικούς λόγους αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, η σύνθεση του οποίου από Δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως είναι εφικτή (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 1598/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά τη διάταξή του, που αφορά το έγκλημα της υπεξαίρεσης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο πιο πάνω Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαλλακτικό βούλευμα. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι δεκτοί, ως βάσιμοι. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1060/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 653/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1355/2010.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 17-11-2010 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γιαννιτσών ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με παράδοση της κλήσης στα χέρια του, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 18-2-2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 328Κ/2011 απόφαση του δικαστηρίου τούτου. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2010 αίτηση του Γ. Θ. του Γ., για αναίρεση της 653/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1067/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της 69471/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 49/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 100/8-4-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την από 30-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Κ. του Χ. και Γ., 55 ετών, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αθηνών Λάμπρου Νικ. Μακρυγιάννη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 6127) κατοίκου ομοίως Αθηνών, κατά της 69471/23.9.2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η υπ' αριθμ. 288/14.1.2010 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 16143/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 του Ν. 5960/1933), και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 3 και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως είναι δέκα (10) ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως όταν είναι παρών ο δικαιούμενος, εάν δε δεν είναι παρών η ως άνω προθεσμία είναι επίσης δέκα (10) ημέρες από της επιδόσεως, ενώ εάν είναι άγνωστη η διαμονή του ή διαμένει στην αλλοδαπή η προθεσμία είναι τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της αποφάσεως.
Σχετικά δε με την προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ από την καταχώρηση της καθαρογραμμένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τον γραμματέα του ποινικού δικαστηρίου, αλλά έχει γίνει δεκτό από την νομολογία ότι και πριν από την ως άνω καταχώρηση με αφετηρία την δημοσίευση μπορεί να ασκηθεί αναίρεση.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30 Νοεμβρίου 2010 σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ η εν λόγω προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 10.11.2010. Πλην όμως η εικοσαήμερη (20ήμερη) προθεσμία που προβλέπεται από την ως άνω διάταξη αφορά αποκλειστικά καταδικαστική απόφαση και όχι απόφαση που απορρίπτει έφεση ως εκπρόθεσμη ή ως ανυποστήρικτη ή που καθορίζει μόνο συνολική ποινή (ΑΠ 536/2003 Ποιν.Δ. 2003. 1014, ΑΠ 817/2002, ΑΠ 295/2001 Π.Χ. ΝΑ 975, ΑΠ 1118/2000 Π.Χ. 304, ΑΠ 1726/2006 Ποιν Δ 2007. 394, ΑΠ 754/2005 Π Χρ ΝΕ 1019, ΑΠ 437/99 Π. Χρ. Ν. 51, ΑΠ 896/1996 Π. Χρ. ΜΖ 683).
Ως εκ τούτου εφόσον η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, σε συνδ. με το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ και δεν επικαλείται λόγω του εκπροθέσμου λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ να κηρυχθεί απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ – Προτείνω 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη η από 30-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Κ. του Χ. και Γ., 55 ετών, κατοίκου ..., που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 69471/23.9.2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 9-3-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρο του αναιρεσείοντος
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 1 του ΚΠΔ "και στην αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 του ΚΠΔ". Κατά δε την παράγραφο 1 του τελευταίου αυτού άρθρου τα ένδικα μέσα ασκούνται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή στα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη. Κατ' εξαίρεση, το ένδικο μέσο της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο επιδίδεται μέσα σε 20 ημέρες από την έναρξη της προθεσμίας, αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική. Ως καταδικαστική απόφαση νοείται μόνον εκείνη η οποία κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει σ' αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή ή χρηματική ποινή. Τέτοια απόφαση δεν είναι εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του, το συμβούλιο ή το δικαστήριο ( σε συμβούλιο ) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο, διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 69471/23-9-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου - ήδη αναιρεσείοντα Γ. Κ., απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η από 14/1/2010 έφεσή του κατά της 16143/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ για κατ' εξακολούθηση έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Κατά της παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο την 10/11/2010, ο ως άνω καταδικασθείς άσκησε την από 29/11/2010 αίτηση αναίρεσης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, ήτοι με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 30/11/201. Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεσή του ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση αναίρεσης κατ' αυτής ανεπίτρεπτα ασκήθηκε με τον προαναφερθέντα τρόπο και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, δηλαδή με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και σύνταξη σχετικής έκθεσης και επομένως είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/11/2010 αίτηση του Κ. Γ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69471/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση, διότι στρέφεται κατά απόφασης μη καταδικαστικής (απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη) και ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ), ενώ έπρεπε να ασκηθεί κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ τρόπο.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1071/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ι. Β. του Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 4404/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Κ. Κ. του Α., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πρασιανάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 262/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 3-3-2011 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λάμπρου Χούμου, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ), και να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2011 αίτηση της Ι. Β. του Κ., για αναίρεση της 4404/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ τετρακοσίων ενενήντα (490) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1051/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Γ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τριανταφύλλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 81831/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1341/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αντικειμενικώς, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση των απαιτουμένων από το νόμο στοιχείων και τη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του εντύπου και αφετέρου έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, υποκειμενικώς δε γνώση του εκδότη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της ελλείψεως αυτής (ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων) και τη θέληση ή την αποδοχή πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ως άνω Ν. 5960/1933, σαφώς προκύπτει ότι η επιταγή είναι έγκυρη όταν περιέχει : 1) την ονομασία "επιταγή" μέσα στο κείμενο, 2) την εντολή περί πληρωμής ορισμένου ποσού, 3) το όνομα εκείνου που πρέπει να πληρώσει (πληρωτής), 4) τη σημείωση του τόπου πληρωμής, 5) τη σημείωση της χρονολογίας και του τόπου εκδόσεως της επιταγής και 6) την υπογραφή αυτού που την εκδίδει (εκδότης). Η επιταγή είναι αυστηρά τυπικό αξιόγραφο και, γι' αυτό, αν λείπει ένα από τα ως άνω τυπικά στοιχεία, το οποίο δεν είναι ένα από εκείνα που ο νόμος (άρθρο 2 του Ν. 5960/1933) καθορίζει ότι μπορούν να λείπουν (τόπος πληρωμής, περισσότεροι τόποι πληρωμής, τόπος εκδόσεως), δεν ισχύει ως επιταγή, δηλαδή η επιταγή είναι άκυρη. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά την υπογραφή του εκδότη, αυτή είναι απαραίτητο τυπικό στοιχείο για το κύρος της επιταγής, γιατί ολοκληρώνει τη δήλωση βουλήσεως του εκδότη και προσδιορίζει την επιταγή ως ιδιωτικό έγγραφο (άρθρα 160 παρ. 1 του ΑΚ και 433 του Κ.Πολ.Δικ.), που είναι απαραίτητο στοιχείο της έννοιας του αξιόγραφου, πρέπει δε να είναι χειρόγραφη και συνήθως να είναι ιδιόγραφη, το τελευταίο όμως δεν είναι απαραίτητο, γιατί η ανάληψη υποχρεώσεως μπορεί να γίνει και με εκπρόσωπο ( άρθρο 11 του Ν. 5960/1933), ο οποίος μπορεί να υπογράψει, είτε με το δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου (εκδότη), οπότε πρόκειται για έμμεση αντιπροσώπευση (άρθρο 6 εδ. β του Ν. 5960/1933), επί της οποίας υποκείμενο της δημιουργούμενης σχέσεως είναι αυτός ο ίδιος ο αντιπρόσωπος, είτε να υπογράψει και με το όνομα του αντιπροσωπευομένου μόνο ή με το δικό του όνομα και τη δήλωση ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου (εκδότη), οπότε πρόκειται για άμεση αντιπροσώπευση (άρθρο 10 και 11 του Ν. 5960/1933), επί της οποίας υποκείμενο της ιδρυόμενης σχέσεως δεν είναι ο δικαιοπρακτών αντιπρόσωπος, αλλά ο αντιπροσωπευόμενος. Η σχέση αυτή της άμεσης αντιπροσωπεύσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 11 του Ν. 5960/1933, στην περίπτωση εκδόσεως επιταγής στο όνομα άλλου, να προκύπτει από το ίδιο το έγγραφο της επιταγής, στο οποίο πρέπει να περιέχεται σχετική ρήτρα, αφού πρόκειται για δικαιοπραξία που υποβάλλεται σε έγγραφο συστατικό τύπο (τυπική δικαιοπραξία), η δε πληρεξουσιότητα για την αντιπροσώπευση του εκδότη να περιβάλλεται τον έγγραφο τύπο, αρκούντος και του ιδιωτικού εγγράφου (ΑΠ 397/2008).
Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα χωριστά. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο, καθώς και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 81831/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως που αναφέρει και προσδιορίζει κατά το είδος τους, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 30/9/2002 και 5/10/2002 εξέδωσε με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στο κομιστή τους, καθόσον δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή πληρωμής και συγκεκριμένα εξέδωσε τις επιταγές με αριθμούς 1) ..., 2) ... και 3) ... , ποσού, αντιστοίχως, 13.169 €, 11.738,81 €, 7.727,88 € εις διαταγήν "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΧΑΡΤΟΥ Α.Ε.", οι οποίες αφού εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στην πληρώτρια τράπεζα ALPHA BANK Α.Ε. αντιστοίχως στις 4-10-02, 4-10-02 και 7-10-02 δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως υπολοίπου, γεγονός που βεβαιώθηκε στο σώμα των επιταγών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την έκδοση των επιδίκων επιταγών ο κατ/νος ενήργησε κατόπιν εξουσιοδοτήσεως των εκπροσώπων της εκδότριας των επιταγών PROFIT PRESS AEE. Ισχυρίζεται ο κατ/νος ότι δυνάμει του από 9-5-02 πρακτικού διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας PROFIT PRESS ΑΕΕ, που δημοσιεύθηκε στις 29-11-2002 στο ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ με αριθμό 12025, ο ίδιος έπαυσε να εκπροσωπεί την ως άνω εταιρία, εκπρόσωπός της ήταν ο Ι. Τ.. Όμως, αποδείχθηκε ότι επί των επιταγών υφίσταται η υπογραφή του, ο ίδιος στους ισχυρισμούς που υπέβαλε εγγράφως αναφέρει ότι το αρνείται, πλην όμως μέχρι σήμερα δεν αναφέρει ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του, πολλώ δε μάλλον δεν έχει υποβάλλει μήνυση για πλαστογραφία. Άλλωστε η εταιρία PROFIT PRESS AEE ήταν συμφερόντων του και συνάγεται από όλα τα ανωτέρω ότι η έκδοση των επιταγών με την υπογραφή του κατ/νου ήταν με την σχετική εξουσιοδότηση του εκπροσωπούντος το νομικό πρόσωπο κατά το ΦΕΚ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρία PROFIT PRESS AEE κηρύχθηκε σε πτώχευση δυνάμει της υπ' αρ. 1590/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δημοσιεύθηκε στις 9-12-2002 και όρισε ημερομηνία παύσης πληρωμών την 31-1-2001. Με βάση αυτά και τον ισχυρισμό ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες ζητεί να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων για την έκδοση των επιταγών, που ανάγεται στην οικονομική δυσχέρεια της εταιρίας, ισχυρισμός που σημειώνεται ότι είναι αντιφατικός σε σχέση με τον ανωτέρω προβληθέντα περί μη εκδόσεως των επιδίκων επιταγών από αυτόν. Όμως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι επιταγές ήσαν μεταχρονολογημένες, η αόριστη αναφορά του μάρτυρα υπεράσπισης Κ. Γ. ότι ήσαν μεταχρονολογημένες, διόλου πειστική δεν κρίνεται, αφού δεν αναφέρει τον λόγο για τον οποίο εξεδόθησαν μεταχρονολογημένες, αλλά και τον ακριβή χρόνο εκδόσεως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατ/νου και σημειώνεται και προς το κεφάλαιο αυτό ότι είναι αντιφατικός σε σχέση με τον αρχικά προβληθέντα ισχυρισμό του περί μη εκδόσεως των επιταγών από αυτόν. Αντίθετα, πειστική κρίνεται η μάρτυρας κατηγορίας Β. Α., υπάλληλος της εγκαλούσας εταιρίας, η οποία ούτε για μεταχρονολογημένη έκδοση κάνει λόγο ούτε για έλλειψη γνώσης για τα διαθέσιμα κεφάλαια της εκδότριας εταιρίας, αντίθετα, καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος διαβεβαίωνε κατά την έκδοση των επιταγών ότι θα πληρωθούν άμα τη εμφανίσει τους και ακολούθως προέβαλε πλήθος δικαιολογιών. Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μετά την έκδοση των επιταγών η εταιρία κηρύχθηκε σε πτώχευση οδηγεί στη βεβαία κρίση ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την δεινή οικονομική κατάσταση της PROFIT PRESS AEE και παρ' όλα αυτά προέβη στην έκδοση των επιταγών και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέο το αίτημα αναγνώρισης της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 82 παρ. 2 περ. β ΠΚ, που αιτείται ο κατ/νος. Είναι λοιπόν απορριπτέοι όλοι οι προβαλλόμενοι από τον κατ/νο ισχυρισμοί και πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών, για την οποία κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 14, 26, 27 του ΠΚ και άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, από το σύνολο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενήργησε ως έμμεσος αντιπρόσωπος της εταιρίας "PROFIT PRESS ΑΕΕ" και συνεπώς αυτός είναι το ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αναιρεσείων υπέγραψε ως εκδότης των επίδικων επιταγών με το δικό του όνομα. Το γεγονός ότι κάτω από την υπογραφή του τέθηκε η σφραγίδα της ανωτέρω εταιρίας, δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι πρόκειται για άμεση αντιπροσώπευση, αφού από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των επίδικων επιταγών δεν υφίσταται επί του σώματος αυτών δήλωση του αναιρεσείοντα ότι ενεργεί στο όνομα της αντιπροσωπευόμενης από αυτόν εταιρίας, ούτε υπάρχει κάποια άλλη ρήτρα περί αυτού, ενώ ούτε και από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει η κατά τα ανωτέρω άμεση αντιπροσώπευση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/9/2010 αίτηση του Α. Γ. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 81831/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του νόμου περί επιταγών. Οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης , είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενήργησε ως έμμεσος αντιπρόσωπος της ΕΠΕ και συνεπώς αυτός είναι ενεργητικό υποκείμενο της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1050/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Κ. του Η., συζ. Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 82452/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Η. Μ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 109/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για την πληρότητα της αξιούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων, η γενική κατ' είδος αναφορά τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για φθορά ξένης ιδιοκτησίας και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από το προοίμιο του σκεπτικού του "το σύνολο των περιεχομένων στη δικογραφία και αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, την ανωμοτί εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος Η. Μ., τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Γ. Μ., Δ. Δ. και Κ. Τ., την απολογία της κατηγορουμένης και την εν γένει διαδικασία στο ακροατήριο". Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο και στα οποία στήριξε την κρίση του περί της ενοχής της για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρη αιτιολογία ως προς τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία και μνημονεύει γενικά κατ είδος και δεν απαιτείτο ειδικότερη αναφορά καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα των αναγνωσθέντων εγγράφων και του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ του ότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν η ταυτότητα των εγγράφων της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τα οποία, στη στήλη των αναγνωσθέντων εγγράφων με αύξοντα αριθμό 1, αναφέρονται απλώς με τη λέξη "σχετικά της πρωτοβάθμιας δίκης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο προκύπτει ότι δεν έχουν καταχωρηθεί σ' αυτά καθόλου έγγραφα που αναγνώσθηκαν και επομένως από την αναφορά στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έγινε "ανάγνωση πρακτικών και σχετικών της πρωτοβάθμιας δίκης", δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα, αφού η φράση "και σχετικών", τέθηκε προδήλως από παραδρομή και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται σε έγγραφα, αφού τέτοια δεν αναγνώσθηκαν, και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα δεν στερήθηκε των υπερασπιστικών της δικαιωμάτων από το άρθρο 358 του ΚΠΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/1/2011 αίτηση της Σ. Κ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 82452/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Λόγοι αναιρέσεως: α) για έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, και β) για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τα οποία αναφέρονται με τη λέξη «σχετικά». Απορρίπτεται ως αβάσιμος. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1049/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης X. A. του T., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Αρκούδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7431/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 6 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1133/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του όρθρου 565 εδ. α και γ του ΚΠΔ, "κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής, επιλύονται, από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση από τον εισαγγελέα και από τον καταδικασμένο". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι: 1) Ο όρος ποινή στο άρθρο αυτό χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και περιλαμβάνει και τις παρεπόμενες ποινές ή τα μέτρα ασφάλειας που έχουν στερητικό ή περιοριστικό της ελευθερίας χαρακτήρα, όπως είναι και η απέλαση του αλλοδαπού καταδικασμένου, 2) οι αντιρρήσεις του καταδικασμένου πρέπει να αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτελεστότητα της αποφάσεως και στο είδος ή τη διάρκεια της ποινής, υπό την προαναφερόμενη ευρεία έννοια αυτής, και 3) για να είναι οι αντιρρήσεις παραδεκτές και να εξετασθούν από το πλημμελειοδικείο "του τόπου έκτισης της ποινής", πρέπει οι αντιρρήσεις αυτές να αφορούν σε ποινή που βρίσκεται σε στάδιο έκτισης, δηλαδή να διαρκεί ακόμη η εκτέλεση της αποφάσεως. Έτσι, όταν η εκτέλεση της αποφάσεως έχει συντελεσθεί ολοκληρωτικά, το άρθρο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί, αφού δεν υπάρχει στάδιο εκτέλεσης.
Περαιτέρω, το άρθρο 74 παρ. 1,3 του ΠΚ, που ρυθμίζει το μέτρο ασφάλειας της απέλασης αλλοδαπού, ορίζει ότι: "το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των διατάξεων που περιλαμβάνονται στις διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη Χώρα. Οι αλλοδαποί που απελάθηκαν με αυτό τον τρόπο μπορούν να επιστρέψουν στη Χώρα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, αφού περάσει μία τριετία από την απέλαση ... Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δεσμεύεται από το χρονικό περιορισμό του προηγούμενου εδαφίου, σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο με Έλληνα υπήκοο για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και σε περίπτωση παλινοστούντος ελληνικής καταγωγής". Επίσης, στο άρθρο 99 παρ. 2, 3 και 4 του ίδιου κώδικα, ορίζονται, αντιστοίχως, ότι: "Αν αλλοδαπός στον οποίο δεν έχει χορηγηθεί πολιτικό άσυλο καταδικασθεί σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μέχρι πέντε ετών και διαταχθεί με την ίδια απόφαση η απέλασή του από τη Χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επ' αόριστο αναστολή της εκτέλεσης της ποινής κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου και των άρθρων 100 έως 102 του παρόντος Κώδικα, οπότε εκτελείται αμέσως η απέλαση ..., Ο απελαθείς αλλοδαπός, του οποίου έχει ανασταλεί η ποινή κατά τα ανωτέρω, μπορεί να επιστρέψει στη χώρα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αφού περάσει πενταετία από την απέλαση και για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δύναται να παρατείνεται. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δεσμεύεται από το χρονικό περιορισμό του προηγούμενου εδαφίου σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο με Έλληνα υπήκοο, καθώς και σε περίπτωση παλινοστούντος ελληνικής καταγωγής ... . Ο αλλοδαπός της προηγούμενης παραγράφου, που εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει παράνομα στη χώρα, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών, η οποία δεν αναστέλλεται με κανένα τρόπο και εκτελείται αθροιστικώς με την ανασταλείσα ποινή". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η απέλαση του αλλοδαπού, που διατάχθηκε με δικαστική απόφαση βάσει των άρθρων 74 παρ. 1 και 99 παρ. 2 του ΠΚ είναι μέτρο ασφάλειας και ισχύει δια βίου του απελαθέντος, ο οποίος, όμως, μπορεί να επανέλθει στη Χώρα αφού παρέλθει πενταετία από την απέλαση, μετά από απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και για ορισμένο μόνο διάστημα που μπορεί να παρατείνεται Η απόφαση του Υπουργού της Δικαιοσύνης λαμβάνεται μετά γνώμη ειδικού προβλεπόμενου συμβουλίου. Επίσης συνάγεται ότι η δικαστική απόφαση που διατάσσει απέλαση αλλοδαπού εξακολουθεί να ισχύει και μετά την σε εκτέλεση αυτής γενόμενη απέλαση του αλλοδαπού, διότι διαφορετικά η διαταχθείσα απέλαση θα καθίστατο άνευ αντικειμένου, αν δε ο απελαθείς αλλοδαπός επανέλθει στη χώρα παρανόμως, τιμωρείται με την από το άρθρο 99 παρ. 4 προβλεπόμενη ποινή και απελαύνεται και πάλι σε εκτέλεση της ίδιας δικαστικής αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 7431/2010 απόφασή του, απέρριψε τις από 10-5-2010 αντιρρήσεις της αναιρεσείουσας αλλοδαπής, που αφορούσαν στην περαιτέρω διάρκεια της απελάσεώς του, η οποία είχε διαταχθεί με την 12876/1995 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου ως μέτρο ασφαλείας κατά το άρθρο 74 παρ. 1 ΠΚ, εν συνεχεία της καταδίκης της με την ίδια αυτή απόφαση σε φυλάκιση είκοσι ημερών για κλοπή ευτελούς αξίας και της αναστολής της ποινής αυτής επ' αόριστον. Για να στηρίξει την απορριπτική του κρίση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα όσα η αντιλέγουσα κατέθεσε και απ' όλη γενικά τη διαδικασία προέκυψαν τα ακόλουθα: Η αιτούσα, Αλβανίδα υπήκοος, ευρισκομένη, εν έτει 1995, στην Ελλάδα, καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 12876/1995 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου σε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) ημερών και χρηματική ποινή 1500 δραχμών για κλοπή ευτελούς αξίας, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επ’ αόριστο και διατάχθηκε η απέλαση της από τη Χώρα. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής απελάθηκε, τον Νοέμβριο του έτους 1995, αλλά στη συνέχεια αυτοβούλως και παρανόμως αυτή επανήλθε στην χώρα. Έτσι η υπ’ αριθμ. 12876/1995 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, δεν απέβαλε την ισχύ της και η ήδη απελαθείσα μπορεί και πάλι να απελαθεί σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού περί παραγραφής που προέβαλε η αντιλέγουσα, διότι το άρθρο 75 ΠΚ προϋποθέτει να μην έχει αρχίσει η εκτέλεση του ασφαλιστικού μέτρου (προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω). Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση, που αρμοδίως εισήχθη στο παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 565 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Επομένως, οι αντιρρήσεις κατά της εκτελεστότητας απέλασης της που διατάχθηκε με την παραπάνω απόφαση απαράδεκτα προβάλλονται λαμβανομένου υπ' όψιν ότι η απόφαση απέλασης του εξακολουθεί να ισχύει, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί".
Το παραπάνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη 7431/2010 απόφασή του, σύμφωνα με την μείζονα νομική σκέψη, τα προεκτεθέντα και τις παραπάνω παραδοχές, δεχόμενη ανελέγκτως και λαμβάνοντας υπόψη: α) ότι η αντιλέγουσα είναι αλλοδαπή Αλβανή υπήκοος και η απέλαση αυτής, που διατάχθηκε με την 12876/1995 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, κατ'άρθρο 75 ΠΚ, ήταν μέτρο ασφαλείας, για το λόγο αυτόν άλλωστε ανεστάλη η εκτέλεση της ποινής φυλακίσεως που της επιβλήθηκε και εκτελέστηκε άμεσα η δικαστική της απέλαση, β) ότι, η δικαστική απόφαση που διατάσσει απέλαση αλλοδαπού εξακολουθεί να ισχύει και μετά την σε εκτέλεση αυτής απέλαση του αλλοδαπού, αν δε ο απελαθείς αλλοδαπός επανέλθει στη χώρα παρανόμως, τιμωρείται με την από το άρθρο 99 παρ. 4 ΠΚ προβλεπόμενη ποινή και απελαύνεται και πάλι σε εκτέλεση της ίδιας δικαστικής αποφάσεως, γ) ότι η αντιλέγουσα επανήλθε στη Χώρα παράνομα το 2010, με συνέπεια το ως άνω μέτρο ασφαλείας, αφού εκτελέστηκε άμεσα, να μην έχει ακόμη παραγραφεί (άρθρο 75 παρ. 1 του ΠΚ), με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 74,75 και 99 και ΠΚ, απέρριψε τις προβληθείσες αντιρρήσεις της αιτούσας, ενώ η επικαλούμενη ιδιότητα ομογενούς της αντιλέγουσας, μπορεί να δικαιολογήσει και μόνο την έκδοση αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης που να επιτρέπει την επιστροφή στην Ελλάδα της απελαθείσας αλλοδαπής Αλβανίδας υπηκόου, ως παλινοστούσας ελληνικής καταγωγής και όχι να εμποδίσει την εκτέλεση της παραπάνω δικαστικής αποφάσεως. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προπαρατεθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όσον αφορά τις αιτιάσεις (με τους προσθέτους λόγους), ότι η προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της καθαρογράφηκαν 35 ημέρες από τη συνεδρίαση επί των αντιρρήσεων και όχι μέσα σε οκτώ ημέρες, που ορίζει το άρθρο 142 παρ.2 και 144 παρ.1 του ΚΠΔ, στα δε πρακτικά δεν σημειώνεται το ονοματεπώνυμο του συνηγόρου της, κατά το άρθρο 140 εδ.γ του ΚΠΔ, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Ειδικότερα δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από τη μη αναφορά στα πρακτικά του ονοματεπωνύμου του παρασταθέντος συνηγόρου της αντιλέγουσας, η δε υπέρβαση του 8ήμερου που τάσσεται από τα παραπάνω άρθρα για την καθαρογραφή τους, δεν επιφέρει κάποια ακυρότητα ή απαράδεκτο ή άλλης μορφής κύρωση, πλην ενδεχομένως της πειθαρχικής ευθύνης του προέδρου του δικαστηρίου. Με τις λοιπές αιτιάσεις και ισχυρισμούς ότι δεν αναφέρεται στο αιτιολογικό η ιδιότητα αυτής ως ομογενούς από την Αλβανία και η κατοχή υπ' αυτής του .../2006 Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς και ότι έχει ήδη την Ελληνική ιθαγένεια, εγκατασταθείσα οικογενειακώς μόνιμα στην Ελλάδα αφορούν σε γεγονότα που απαραδέκτως προβάλλονται γιατί επήλθαν μετά την έκδοση της αποφάσεως που διατάσσει την απέλαση (1995) και πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 10/1-6-2010 αίτηση της X. A. του T., όπως διαμορφώθηκε με τους από 6 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους αυτής, περί αναιρέσεως της 7431/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αντιρρήσεις εκτελεστότητας απόφασης απέλασης αλλοδαπής. Ερμηνεία άρθρου 565 ΚΠΔ. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. 2) Η επικαλούμενη ιδιότητα ομογενούς της αντιλέγουσας, μπορεί να δικαιολογήσει μόνο την έκδοση αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης που να επιτρέπει την επιστροφή στην Ελλάδα της απελαθείσας αλλοδαπής Αλβανίδας υπηκόου, ως παλινοστούσας ελληνικής καταγωγής και όχι να εμποδίσει την εκτέλεση της παραπάνω δικαστικής αποφάσεως για απέλαση. 3) Η αιτίαση (με τους προσθέτους λόγους), ότι η προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της καθαρογράφηκαν 35 ημέρες από τη συνεδρίαση επί των αντιρρήσεων και όχι μέσα σε οκτώ ημέρες, που ορίζει το άρθρο 142 παρ.2 και 144 παρ.1 του ΚΠΔ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και δεν επήλθε καμία απόλυτη ακυρότητα, από τη μη καθαρογραφή των πρακτικών μέσα σε οκτώ ημέρες, διότι η υπέρβαση του δήμερου που τάσσεται από τα παραπάνω άρθρα για την καθαρογραφή τους, δεν επιφέρει κάποια ακυρότητα.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1048/2001
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Π. του Μ. - Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 22/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Ν. Γ. του Β., 2) Δ. Π. του Α., 3) Γ. Π. του Χ. και 4) Ι. Σ. του Κ..
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1465/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 40/11.02.2011 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 1/25-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Π. του Μ. - Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 22/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας με το προσβαλλόμενο βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Καλαμάτας τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Α. Π., προκειμένου να δικασθεί για άμεση συνέργεια στην πράξη της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του παραπάνω βουλεύματος στρέφεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 6-10-2010, η δε αίτηση ασκήθηκε την 25-10-2010, δηλαδή την ένατη ημέρα από τη λήξη της προθεσμίας εφέσεως και επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο ΚΠΔ, θεωρείται εμπρόθεσμη. Εξάλλου η εν λόγω αίτηση ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ενώπιον του Γραμματέα Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου (όπου ο τόπος της κατοικίας του), συνετάγη δε από εκείνον η υπ' αριθ. 1/25-10-2010 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και ειδικότερα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
2. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 2803/2000 "κύρωση της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των συναφών με αυτήν πρωτοκόλλων", ο οποίος ως προς τα άρθρα δεύτερο έως και δωδέκατο, άρχισε να ισχύει από 3-3-2000, όποιος με τη χρήση πλαστών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων ή με την απόκρυψη ή με την κατά παράβαση ειδικής υποχρεώσεως παρασιώπηση πληροφοριών ή με τη μη κατά προορισμό τους χρήση των πόρων που του χορηγήθηκαν ή των πλεονεκτημάτων που είχε νόμιμα αποκτήσει, αχρεωστήτως εισπράττει ή παρακρατεί ή παρανόμως ελαττώνει πόρους του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των προϋπολογισμών, των οποίων η διαχείριση ασκείται από τις Κοινότητες ή για λογαριασμό τους, τιμωρείται με φυλάκιση. Κατά την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, αν η κατά τις προηγούμενες διατάξεις βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και αν η βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, επιβάλλεται κάθειρξη. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τον τίτλο του άρθρου αυτού, που επιγράφεται ως "Απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων", συνάγεται ότι θεσπίσθηκε ιδιώνυμο έγκλημα απάτης εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που τελείται με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προαναφέρθηκαν, με παθόν το νομικό πρόσωπο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τιμωρείται ως πλημμέλημα ή κακούργημα κατά περίπτωση. Πριν από την ισχύ του νόμου αυτού, για την απάτη εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, είχαν εφαρμογή οι διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, που εφαρμόζονταν για την απάτη εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρ. 386 ΠΚ) και τούτο διότι με το άρθρο 209 Α' παρ. 1 της Συνθήκης ΕΕ (ήδη άρθρο 280 παρ. 3 Συνθ. Ε.Κ.) κατά το οποίο "τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ίδια μέτρα καταπολέμησης της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της κοινότητας με εκείνα που λαμβάνουν για την καταπολέμηση της απάτης κατά των ίδιων οικονομικών συμφερόντων", επιδιώχθηκε να εξομοιωθεί η προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με εκείνη κάθε κράτους - μέλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε απάτη εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι και απάτη εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, πράγμα που συμβαίνει μόνο όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει άμεση βλάβη και της περιουσίας του Δημοσίου, όχι δε όταν το Δημόσιο απλώς οφείλει να αποδώσει στην κοινότητα τα αχρεωστήτως καταβληθέντα κοινοτικά κεφάλαια, αφού στην περίπτωση αυτή η βλάβη του δεν αποτελεί το άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τη θέση του σε ισχύ, ως ειδικότερος έναντι του άρθρου 386 ΠΚ, δοθέντος ότι περιορίζει το πρόσωπο του παθόντα μόνο στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και, επί πλέον, περιέχει ειδικότερα χαρακτηριστικά, που προσδίδουν ελαφρότερη μορφή στην πράξη (ΑΠ 964/2008, ΑΠ 407/2008, ΑΠ 1824/2003). Χρόνος τελέσεως της πράξεως της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι εκείνος κατά τον οποίο λαμβάνει χώρα η αξιόποινη συμπεριφορά του υπαιτίου (πχ χρήση πλαστών ή ανακριβών εγγράφων) και όχι το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επέρχεται το συγκεκριμένο αποτέλεσμα (ΑΠ 1821/2002). Περαιτέρω κατά το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως. Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από το δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια της τελέσεως της κυρίας πράξεως και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε (ΑΠ 1648/2009). Προϋπόθεση βεβαίως για τη θεμελίωση της ευθύνης του αμέσου συνεργού είναι ο δόλος του, ο οποίος έγκειται στην παροχή ηθελημένης συνδρομής στον αυτουργό κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της άδικης πράξεως, καθώς και στη γνώση ότι η συνδρομή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξεως. Στην περίπτωση κατά την οποία για την πραγμάτωση της άδικης πράξεως απαιτείται και υπερχειλής δόλος, πρέπει και ο συνεργός τέτοιας πράξεως να πράττει με τον ίδιο δόλο (ΑΠ 1484/2009, ΑΠ 1192/2008). Χρόνος τελέσεως της άμεσης συνέργειας είναι πάντοτε ο χρόνος τελέσεως της κυρίας πράξεως και ουδέποτε προγενέστερος αυτής (ΑΠ 1339/2009).
3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 2 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του Συμβουλίου (ΑΠ 1406/2010, ΑΠ 1095/2007, ΑΠ 842/2007). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμα και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1359/2010, ΑΠ 1274/2010). Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την παραπομπή ή την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός, ο οποίος υφίσταται στα εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση καθώς και αν τίθεται ζήτημα ενδεχομένου δόλου (ΑΠ 1493/2009, ΑΠ 395/2008, ΑΠ 485/2006). Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχειά και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1276/2010, ΑΠ 1074/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 22/2010 βούλευμα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά την ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και ειδικότερα από "τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υποβληθέντα υπομνήματά τους" προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το 1990 η Ευρωπαϊκή και Οικονομική Κοινότητα εξέδωσε κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 866/90 του Συμβουλίου που τροποποιήθηκε στη συνέχεια από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 951/97 του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 1997, για τη βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων. Στο άρθρο 1 παρ. 2 του ΚΑΝ 451/1997 ορίζεται ότι: "1...(...) 2. Προκειμένου να ευνοηθεί η βελτίωση και ορθολογική οργάνωση της επεξεργασίας, της μεταποίησης ή της εμπορίας των γεωργικών προϊόντων, το Ταμείο μπορεί να συμμετέχει στη χρηματοδότηση επενδύσεων, οι οποίες ανταποκρίνονται σε ένα τουλάχιστον από τα ακόλουθα κριτήρια: (...)". Στο άρθρο 14 του ΚΑΝ 951/1997 ορίζεται ότι: "Μπορούν να επωφελούνται της συνδρομής του Ταμείου τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οι ενώσεις τους που φέρουν τη χρηματοδοτική επιβάρυνση των επενδύσεων" και στο άρθρο 16 παρ. 4. Η συμμετοχή των δικαιούχων πρέπει να ανέρχεται, σε σχέση με το επιλέξιμο κόστος των επενδύσεων, τουλάχιστον: α) στο 25% στις περιφέρειες των στόχων αριθ. 1 και 67 β) στο 45% στις λοιπές περιφέρειες. Οι επενδύσεις δε πρέπει να προσφέρουν επαρκή εγγύηση ως προς την αποδοτικότητά τους (άρθρο 12 παρ. 3 ΚΑΝ 951/1997). Σε υλοποίηση του άνω Κανονισμού εκδόθηκε η υπ' αριθ. 415312/6255/1994 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Γεωργίας Φ.Ε.Κ. Β' 765/1994 (σε αντικατάσταση της προηγούμενης 266770/16.100/1991 κοινής υπουργικής απόφασης) που καθορίζει τη διαδικασία υπαγωγής επενδυτικών σχεδίων στον ΚΑΝ (ΕΟΚ) 866/1990. Στην άνω υπουργική απόφαση επαναλαμβάνεται ότι η συμμετοχή των δικαιούχων δεν μπορεί να υπολείπεται του 25% των επιλέξιμων δαπανών (άρθρο 15 παρ. 4), συμμετοχή η οποία αναλύεται σε ιδίους πόρους (ή ίδια κεφάλαια) και σε δάνεια και η οποία θα αναλίσκεται κατά προτεραιότητα για την αντιμετώπιση των πρώτων δαπανών του έργου (άρθρο 16 παρ. 1 και 3). Η διάθεση της υποχρεωτικής συμμετοχής του δικαιούχου με ίδια κεφάλαια, στο στάδιο της πραγματοποίησης της επένδυσης, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εκταμίευση της χρηματοδότησης (άρθρο 16 παρ. 6). Επιπλέον, ορίζεται ότι η δυνατότητα συμμετοχής του δικαιούχου με ίδια κεφάλαια θα πρέπει να πιστοποιείται με αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται με τη σχετική αίτηση χρηματοδότησης (άρθρο 4 παρ. 2.11). Τέλος, στην ίδια υπουργική απόφαση αναφέρεται ότι μεταξύ των δικαιολογητικών που απαιτούνται για την καταβολή των οικονομικών ενισχύσεων είναι η υποβολή των νομίμων παραστατικών (π.χ. εξοφλημένα τιμολόγια) και αντίγραφο του συμβολαίου συνάψεως δανείου (που προβλέπεται ως συμμετοχή του κεφαλαίου) με τους ακριβείς όρους δανεισμού. Το 1999, ο συνεταιρισμός με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Ν. Φιγαλείας", με έδρα τη Ν. Φιγαλεία Ολυμπίας Ηλείας, αποτελούνταν από τους Γ. Ν. του Β., πρόεδρο, Π. Δ. του Α., αντιπρόεδρο, Γ. Π. του Χ., ταμία, Σ. Ι. του Κ., μέλος και Κ. Κ. Α. του Η., μέλος. Την ίδια χρονιά, ο συνεταιρισμός υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, στα πλαίσια του Καν. (ΕΟΚ) 866/90, αίτηση - τεχνικοοικονομική μελέτη για τον εκσυγχρονισμό του ελαιοτριβείου, με συνολικό επιλέξιμο προϋπολογισμό 498.899,00 ευρώ (170.000.000 δρχ.). Η αρμόδια Γνωμοδοτική Επιτροπή κατά τη συνεδρίασή της στις 28-7-1999 αποφάσισε καταρχάς την προέγκριση του παραπάνω επενδυτικού έργου με προϋπολογισμό 416.726,00 ευρώ (142.000.000 δρχ.) και το χρηματοδοτικό σχέδιο του έργου διαμορφώθηκε ως εξής: 1. Επιλέξιμος προϋπολογισμός 142.000.000 δρχ. (416.726 ευρώ) 2. Ενίσχυση ΕΓΤΠΕ (Προσαν.) 49.700.000 δρχ. (145.854 ευρώ) 3. Ενίσχυση ΠΔΕ (ΥΠ.ΓΕ.) 14.200.000 δρχ. (41.672 ευρώ) 4. Συμμετοχή δικαιούχου 78.100.000 δρχ. (229.200 ευρώ) 4.1. Ίδια κεφάλαια 35.500.000 δρχ. 4.2. Δανειακά κεφάλαια 42.600.000 δρχ. Το επενδυτικό έργο, δηλαδή, θα χρηματοδοτούνταν με 49.700.000 δρχ. (145.854 ευρώ) από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), με 14.200.000 δρχ. (41.672 ευρώ) από το εθνικό ταμείο ήτοι Υπουργείο Γεωργίας και το υπόλοιπο ποσό των 78.100.000 δρχ. (229.200 ευρώ) θα αποτελούσε ιδία συμμετοχή του συνεταιρισμού, αναλυόμενη σε 35.500.000 δρχ. (104.181,951 ευρώ) ως ίδια κεφάλαια και σε 42.600.000 δρχ. (125.018,34 ευρώ) ως δανειακά κεφάλαια. Γιατί, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 951/97 του Συμβουλίου η ίδια συνεισφορά του δικαιούχου αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για πρόσβαση στην επιδότηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Ο δικαιούχος Συνεταιρισμός προκειμένου να εκπληρώσει τον όρο για την καταβολή της ίδιας συμμετοχής στο ως άνω πρόγραμμα, όπως προέβλεπε ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 951/97 του Συμβουλίου, ζήτησε δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., αλλά η τελευταία αρνήθηκε να του χορηγήσει τα κονδύλια λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του αγροτικού συνεταιρισμού. Τότε, τα μέλη της διοίκησής του αποφάσισαν να προβούν σε αγορά αγαθών και δη μηχανημάτων επεξεργασίας ελαιολάδου έναντι ποσού που ισοδυναμεί με την ίδια οικονομική συμμετοχή εκδίδοντας στη …, σε διαταγή της προμηθεύτριας εταιρείας "Άλφα Λαβάλ Α.Ε.Β.Ε.", με έδρα το ..., τις υπ' αριθ. ..., ... και ... επιταγές, ποσού 36.000.000, 5.000.000 και 64.000.000 δρχ.. Αναλυτικότερα, στις 18-9-1999, ο συνεταιρισμός συμφώνησε με την εταιρία "Άλφα Λαβάλ Α.Ε.Β.Ε." την αγορά μηχανημάτων συνολικής αξίας 140.581.400 δρχ. συν ΦΠΑ ή 412.564,64 ευρώ. Από αυτά, στις 27-9-1999 κατέβαλε 15.000.000 δρχ., στις 16-11-1999, κατέβαλε 20.000.000 δρχ. (αξία συμψηφιστικής αγοράς παλαιού εξοπλισμού) και στις 30-11-1999 εξέδωσε στη …, τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, την υπ' αριθ. .../20-12-1999, .../20-3-2000 και ... της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., ποσού 36.000.000, 5.000.000 και 64.000.000 δρχ., αντίστοιχα, σε διαταγή "Άλφα Λαβάλ Α.Ε.Β.Ε.", συρόμενες από τον υπ' αριθ. ...-43 λογαριασμό του συνεταιρισμού στην τράπεζα αυτή. Από τότε και έως τον Απρίλιο του 2001, οι επιταγές επιστρέφονταν στο συνεταιρισμό, ο οποίος τις αντικαθιστούσε με νέες μεταχρονολογημένες επιταγές, ώσπου, τελικά, στις 30-4-2001, ο συνεταιρισμός εξέδωσε την υπ' αριθ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή, ύψους 49.800.000 δρχ. (περίπου 146.148 ευρώ). Η προμηθεύτρια εταιρία, όμως, εξέδωσε το Νο 76/2-121999 τιμολόγιο πώλησης ποσού 135.000.000 δρχ. (396.184,89 ευρώ), το Νο 84/16-12-1999 τιμολόγιο πώλησης ποσού 1.770.000 δρχ. (5.194,42 ευρώ), το Νο 85/16-12-1999 τιμολόγιο πώλησης ποσού 1.274.400 δρχ. (3.739,99 ευρώ) και το Νο 11/30-12-1999 τιμολόγιο πώλησης ποσού 2.537.000 δρχ. (7.445,34 ευρώ), σύνολο 140.581.400 ή 412.564,64 ευρώ, με τα οποία εμφάνιζε ότι η οφειλή είχε πλήρως εξοφληθεί και όχι ότι το τίμημα είχε εν μέρει πιστωθεί. Στο μεταξύ, ο συνεταιρισμός, σε συνέχεια της υπ' αριθ. 383214/5163/20-8-1999 απόφασης για την προέγκριση του παραπάνω επενδυτικού σχεδίου, υπέβαλε όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά (εγγυητική επιστολή, αναθεώρηση προϋπολογισμού, πίνακες) για την έκδοση της οριστικής απόφασης και μετά την παραλαβή τους από το υπουργείο Γεωργίας εκδόθηκε η υπ' αρθ. 408728/8272/2-12-1999 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας για την οριστική ένταξη του επενδυτικού σχεδίου. Την άνοιξη του 2000, μετά την ολοκλήρωση του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου της επένδυσης και τον έλεγχο των απαιτούμενων δικαιολογητικών τόσο από τη Δ/νση Γεωργίας Ηλείας όσο και από τη Δ/νση Προγραμματισμού και Γεωργικών Διαθρώσεων του υπουργείου Γεωργίας, καταβλήθηκε με την υπ' αριθ. 347553/2060/28-3-2000 απόφαση Υπουργού Γεωργίας στο φορέα κοινοτική ενίσχυση ποσού 49.700.000 δρχ. (145.854 ευρώ) και εθνική ενίσχυση ποσού 14.200.000 δρχ. (41.672 ευρώ) και το έργο ολοκληρώθηκε. Ακολούθως, το ποσό της υπ' αριθ. ... μεταχρονολογημένης επιταγής (περίπου 146.148 ευρώ) δεν εξοφλήθη. Η επιταγή εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, την 3-5-2001, στο κατάστημα ... της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. από την προμηθεύτρια εταιρία, νόμιμη κομίστρια, πλην όμως δεν πληρώθηκε για το λόγο ότι ο εκδότης δεν είχε διαθέσιμο επαρκές υπόλοιπο χρημάτων, όπως βεβαιώθηκε από την Τράπεζα στο σώμα της επιταγής. Μετά από αίτηση της προμηθεύτριας εταιρίας, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας η υπ' αριθ. 16/7-6-2001 Διαταγή πληρωμής για το ποσό της επιταγής και στις 20-6-2001 έγινε αναγκαστική κατάσχεση των μηχανημάτων. Ο συνεταιρισμός επεξεργάσθηκε ελαιόκαρπο για τις ελαιοκομικές περιόδους 2000-2001, 2003-2004 και 2004-2005, ενώ δεν λειτούργησε κατά τις ελαιοκομικές περιόδους 2001-2002 και 2002-2003. Τα μέλη της διοίκησης του ως άνω Συνεταιρισμού γνώριζαν εξ αρχής ότι δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσουν τον όρο της ιδίας συμμετοχής όταν υπέβαλαν την αίτηση χρηματοδότησης. Ομοίως όταν προέβησαν στην παραγγελία των μηχανημάτων επεξεργασίας ελαιολάδου εξέδωσαν επιταγές, οι οποίες εσύρετο σε λογαριασμό ο οποίος δεν είχε τα απαραίτητα κεφάλαια κάλυψης. Σύμφωνα με την τελική έκθεση ελεγχθείσας υπόθεσης εξωτερικής έρευνας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της απάτης (OLAF), ενόψει της εντολής αναγκαστικής εκτέλεσης του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας (απόφαση διαταγής πληρωμής αριθ. 16/2001) λόγω της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, η πληρωμή των συγχρηματοδοτούμενων μηχανημάτων δεν θεωρείται ολοκληρωμένη οικονομική συναλλαγή που συνεπάγεται πραγματική δαπάνη (η επιταγή δεν ήταν δυνατό να εξαργυρωθεί λόγω έλλειψης κεφαλαίων) και συνεπώς δεν συνιστά επιλέξιμη δαπάνη.
Συνεπώς, τα μέλη της διοίκησης του αγροτικού συνεταιρισμού, για την εκταμίευση της χρηματοδότησης, παρέστησαν ψευδώς στα αρμόδια εθνικά όργανα ότι τήρησαν τον απαραίτητο όρο της καταβολής της ιδίας συμμετοχής, υποβάλλοντας τα σχετικά τιμολόγια εξοφλημένα και πέτυχαν με τον τρόπο αυτό να λάβουν την αντίστοιχη κοινοτική (145.854 ευρώ) αλλά και εθνική (41.672 ευρώ) χρηματοδότηση που συνολικά ανέρχεται στο ποσό των 63.900.000 δραχμών (περίπου 187.526 ευρώ), με αντίστοιχη ζημία στο προϋπολογισμό της ΕΚ και το εθνικό ταμείο. Άμεση συνδρομή στην ενέργειά τους αυτή, είχαν από την προμηθεύτρια εταιρία "Άλφα Λαβάλ Α.Ε.Β.Ε.", με νόμιμο εκπρόσωπο τον Π. Α. του Μ.-Κ., η οποία εξέδωσε και παρέδωσε τα σχετικά τιμολόγια, ώστε να φαίνεται ότι ο συνεταιρισμός κατέβαλε την ιδία συμμετοχή του (78.100.000 δρχ. ή 229.200 ευρώ), ενώ στην πραγματικότητα το τίμημα των μηχανημάτων, εκτός του ποσού των 35.000.000 δρχ., πιστώθηκε με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, ως δόση αντί καταβολής. Από τα παραπάνω προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων 1) Γ. Ν. του Β., 2) Π. Δ. του Α., 3) Γ. Π. του Χ. και 4) Σ. Ι. του Κ., για την πράξη της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά συναυτουργία (άρθρα 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 45, 51, 52, 60, 63, 65, 79 ΠΚ σε συνδ. με άρθρο 4 παρ. 1 και 2 Ν 2803/2000, ως ισχύει) και βάρος του Π. Α. (αναιρεσείοντα) για άμεση συνέργεια στην ανωτέρω πράξη (46 παρ. 1β' ΠΚ) και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1 ε' και 313 ΚΠΔ, να παραπεμφθούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Καλαμάτας, γιατί αυτό είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 8, 111, 119, 122 παρ. 1, 130 ΚΠΔ, σε συνδ. με άρθρ. 11 Ν. 2803/2003. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Καλαμάτας, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της παραπάνω αξιόποινης πράξεως της άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε βαθμό κακουργήματος, η οποία συνίσταται στο ότι στη … την άνοιξη του 2000, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους δράστες οι οποίοι από κοινού, με την απόκρυψη πληροφοριών, αχρεωστήτως εισέπραξαν πόρους του γενικού προϋπολογισμού, των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η βλάβη υπερέβη το ποσό των 25.000.000 (73.367,57 ευρώ). Ειδικότερα, στη …, την άνοιξη του 2000, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Άλφα Λαβάλ Α.Ε.Β.Ε.", με έδρα το ..., παρέδωσε τα υπ' αριθ. υπ' αριθ. 76/2-12-99, 84/16-12-99, 85/16-12-99 και 11/30-12-99 εξοφλημένα τιμολόγια της εταιρείας "Άλφα Λαβάλ Α.Ε.Β.Ε.", στο Διοικητικό Συμβούλιο του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ν. Φιγαλείας, που αποτελούνταν από τους Γ. Ν. ως πρόεδρο, Π. Δ. ως αντιπρόεδρο, Γ. Π. ως ταμία, Σ. Ι. και Κ. Κ. ως μέλος, προκειμένου εκείνοι, κατά τη διαδικασία καταβολής οικονομικών ενισχύσεων, από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Προσανατολισμού, να τα υποβάλλουν μαζί με άλλα δικαιολογητικά στους αρμοδίους υπαλλήλους της Δ/νσης Γεωργίας του νομού Ηλείας, για να αποδείξουν ότι πληρούνταν οι χρηματοδοτικές προϋποθέσεις για τη λήψη κοινοτικής επιδότησης για τον εκσυγχρονισμό του ελαιοτριβείου του συνεταιρισμού, στα πλαίσια του Καν. (ΕΟΚ) 866/90. Ειδικότερα, ενώ η υποχρεωτική συμμετοχή του συνεταιρισμού στο πρόγραμμα, όπως καθορίστηκε από την Επιτροπή Έγκρισης Επενδυτικών Σχεδίων, ήταν 78.100.000 δραχμές (229.200 ευρώ), που αναλυόταν σε Α) ίδια κεφάλαια ύψους 35.500.000 δραχμών (104.181,951 ευρώ) και Β) δανειακά κεφάλαια 42.600.000 (125.018,34 ευρώ) και η συμμετοχή αυτή θα έπρεπε να αναλίσκεται κατά προτεραιότητα, παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν καλύψει ολόκληρο το ποσοστό της υποχρεωτικής συμμετοχής τους αποκλειστικά με ιδίους πόρους (ίδια κεφάλαια), προσκομίζοντας τα υπ' αριθ. 76/2-12-99, 84/16-12-99, 85/16-12-99 και 11/30-12-99 εξοφλημένα τιμολόγια της εταιρείας "Άλφα Λαβάλ Α.Ε.Β.Ε.", με έδρα το ..., από την οποία είχαν αγοράσει μηχανολογικό εξοπλισμό, συνολικής αξίας 140.581.400 δραχμών ή 412.564,64 ευρώ συν ΦΠΑ, ενώ στην πραγματικότητα είχαν καταβάλει μόνο 35.000.000 δραχμές ή 102.714,60 ευρώ και είχαν εκδώσει τρεις επιταγές ήτοι τις υπ' αριθ. .../20-12-1999, .../20-3-2000 και ... της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., ποσού 36.000.000, 5.000.000 και 64.000.000 δρχ., αντίστοιχα, σε διαταγή "Αλφα Λαβάλ Α.Ε.Β.Ε.", συρόμενες από τον υπ' αριθ. ...-43 λογαριασμό του συνεταιρισμού στην τράπεζα αυτή, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι το αίτημά τους για δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. είχε απορριφθεί. Το αποτέλεσμα ήταν να εκδοθεί η υπ' αριθ. 347553/2060/28-3-2000 απόφαση Υπουργού Γεωργίας που ενέκρινε να χορηγηθεί στο συνεταιρισμό κοινοτική ενίσχυση ποσού 49.700.000 δρχ. (145.854 ευρώ), πράγμα που έγινε και έτσι επήλθε αντίστοιχη ζημία στον προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας με αυτά που δέχθηκε, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα Α. Π., διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 46 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ και αρθρ. 4 παρ. 1 και 2 Ν. 2803/2000, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α) Από την αναφορά στο αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι το Συμβούλιο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υποβληθέντα υπομνήματά τους, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία συμπεριλαμβανομένων και των από 21-2-2010 και 21-4-2010 υπομνημάτων του, καθώς και των αναφερομένων σ' αυτά αποδεικτικών στοιχείων και όχι μόνο μερικά από αυτά, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. β) Σύμφωνα με τις ρητές παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, οι οποίες προκύπτουν από τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, η συμμετοχή του αναιρεσείοντα στην κύρια πράξη των συγκατηγορουμένων του έλαβε χώρα την άνοιξη του έτους 2000, όταν εκείνος παρέδωσε ως δήθεν εξοφλημένα τα αναφερόμενα στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος τιμολόγια στους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, οι οποίοι αμέσως τα υπέβαλαν, μαζί με άλλα δικαιολογητικά, στους αρμοδίους υπαλλήλους της Διευθύνσεως Γεωργίας Ηλείας, παριστάνοντας ψευδώς ότι δήθεν είχε καλύψει το ποσοστό υποχρεωτικής συμμετοχής του συνεταιρισμού αποκλειστικά με ίδιους πόρους (ίδια κεφάλαια). Επομένως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του, ότι η συμμετοχή του στην πράξη των συγκατηγορουμένων του εξαντλείται στον χρόνο εκδόσεως των ενδίκων τιμολογίων, ο οποίος είναι προγενέστερος των εγκληματικών ενεργειών εκείνων (συγκατηγορουμένων του), με αποτέλεσμα η πράξη του να μην φέρει τον χαρακτήρα της άμεσης συνέργειας. Από τις ανωτέρω δε παραδοχές προκύπτει επί πλέον ότι η ενέργεια αυτή του αναιρεσείοντα, η παράδοση δηλαδή των επιμάχων τιμολογίων στους συγκατηγορουμένους του, έγινε κατά τον χρόνο που οι τελευταίοι τελούσαν την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ήταν δε η εν λόγω ενέργειά του αποφασιστική, αφού, όπως ρητώς εκτίθεται στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε με βεβαιότητα να τελεσθεί η ανωτέρω κύρια πράξη της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτω από τις περιστάσεις που διαπράχθηκε. γ) Αιτιολογούνται οι παραδοχές που προσβαλλομένου βουλεύματος ότι εξαιτίας της έκνομης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων του, υπέστησαν βλάβη τα οικονομικά συμφέροντα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφού από την συμπεριφορά αυτή παραπλανήθηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Διευθύνσεως Γεωργίας του Νομού Ηλείας και κίνησαν τις σχετικές διαδικασίες, με τις οποίες οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες χορήγησαν στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ν. Φιγαλείας οικονομική ενίσχυση ποσού 49.700.000 δραχμών ή 145.854 ευρώ, κατά το οποίο υπέστησαν βλάβη οι Ευρωπαϊκές Οικονομικές Κοινότητες, δ) Όπως ήδη προαναφέρθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν υπήρχε ανάγκη παραθέσεως ιδιαίτερης αιτιολογίας για τον δόλο του αναιρεσείοντα, αφού αυτός ενυπάρχει στα εκτιθέμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωσή τους, ενώ ο νόμος δεν αξιώνει στην προκειμένη περίπτωση πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του. Πράγματι το έγκλημα της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διαφέρει από εκείνο της απάτης του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, αφού δεν απαιτεί την ύπαρξη στο πρόσωπο του δράστη (αυτουργού ή συμμετόχου) σκοπού προσπορισμού παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ούτε την ενσυνείδητη γνώση ότι τα γεγονότα που παριστάνει είναι ψευδή. Το γεγονός αυτό καθαρά προκύπτει από το άρθρο 1 της Συμβάσεως σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σύμφωνα με το οποίο απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων αυτών συνιστά, όσον αφορά τις δαπάνες, κάθε εκ προθέσεως πράξη ή παράλειψη σχετικά με τη (ι) χρήση ή την υποβολή πλαστών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων, με αποτέλεσμα την αχρεώστητη είσπραξη ή παρακράτηση πόρων που προέρχονται από τον γενικό προϋπολογισμό των Κοινοτήτων ... (ιι) την αποσιώπηση πληροφοριών κατά παράβαση ειδικής υποχρεώσεως, με τα αυτά αποτελέσματα και (ιιι) την μη κατά προορισμό χρήση αυτών των πόρων, για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους χορηγήθηκαν αρχικώς. Καθίσταται δηλαδή φανερό ότι ο νομοθέτης για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αρκείται στην ύπαρξη του απλού δόλου. Και ε) Όλες οι λοιπές στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, πλήττουν, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υφίσταται άλλος αναιρετικός λόγος που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 1/25-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Π. του Μ. - Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 22/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 20/12/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, παρά την με το άρθρο 34 εδ. γ' του Νόμου 3904/23.12.2010 κατάργηση του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που προέβλεπε την άσκηση ένδικων μέσων κατά βουλευμάτων που παρέπεμπαν για κακούργημα, αφού το άνω προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2010 και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 596 παρ. 1, 601 παρ. 1 β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 2 του Ποινικού Κώδικα, το επιτρεπτό των ένδικων μέσων κρίνεται κατά τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος.
Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του νόμου 2803/2000 "κύρωση της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των συναφών με αυτήν πρωτοκόλλων", ο οποίος, ως προς τα άρθρα δεύτερο έως και δωδέκατο άρχισε να ισχύει από τις 3 Μαρτίου 2000 "όποιος με τη χρήση πλαστών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων ή με την απόκρυψη ή με την κατά παράβαση ειδικής υποχρεώσεως παρασιώπηση πληροφοριών ή με τη μη κατά προορισμό τους χρήση των πόρων που του χορηγήθηκαν ή των πλεονεκτημάτων που είχε νόμιμα αποκτήσει, αχρεωστήτως εισπράττει ή παρακρατεί ή παρανόμως ελαττώνει πόρους του γενικού προϋπολογισμού των ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των προϋπολογισμών, των οποίων η διαχείριση ασκείται από τις Κοινότητες ή για λογαριασμό τους, τιμωρείται με φυλάκιση". Κατά τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου "αν η κατά τις προηγούμενες διατάξεις βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και αν η βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, επιβάλλεται κάθειρξη". Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τον τίτλο του άρθρου αυτού, που επιγράφεται ως "Απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων", συνάγεται ότι θεσπίσθηκε ιδιώνυμο έγκλημα απάτης εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που τελείται με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προαναφέρθηκαν, με παθόν το νομικό πρόσωπο των ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τιμωρείται ως πλημμέλημα ή κακούργημα κατά περίπτωση. Πριν από την ισχύ του νόμου αυτού, για την απάτη εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είχαν εφαρμογή οι διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, που εφαρμόζονταν για την απάτη εις βάρος του ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 386 Π.Κ.) και τούτο, διότι με το άρθρο 209 Α' παρ. 1 της Συνθήκης ΕΕ (ήδη άρθρο 280 παρ. 3 Συνθ. Ε.Κ.), κατά το οποίο "τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ίδια μέτρα καταπολέμησης της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας με εκείνα που λαμβάνουν για την καταπολέμηση της απάτης κατά των ίδιων οικονομικών συμφερόντων", επιδιώχθηκε να εξομοιωθεί η προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με εκείνη κάθε κράτους - μέλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε απάτη εις βάρος των ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι και απάτη εις βάρος του ελληνικού Δημοσίου, πράγμα που συμβαίνει μόνο όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει άμεση βλάβη και της περιουσίας του δημοσίου, όχι δε όταν το δημόσιο απλώς οφείλει να αποδώσει στην κοινότητα τα αχρεωστήτως καταβληθέντα κοινοτικά κεφάλαια, αφού στην περίπτωση αυτή, η βλάβη του δεν αποτελεί το άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από τη θέση του σε ισχύ, ως ειδικότερος έναντι του άρθρου 386 του Ποινικού Κωδικός, δοθέντος ότι περιορίζει το πρόσωπο του παθόντος μόνο στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και επί πλέον, περιέχει ειδικότερα χαρακτηριστικά, που προσδίδουν ελαφρότερη μορφή στην πράξη. Χρόνος τελέσεως της πράξεως της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι εκείνος, κατά τον οποίο λαμβάνει χώρα η αξιόποινη συμπεριφορά του υπαιτίου (π.χ. χρήση πλαστών ή ανακριβών εγγράφων) και όχι το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επέρχεται το συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Επειδή, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. β' του Ποινικού Κώδικα με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως. Από τη διάταξη αυτή, σαφώς προκύπτει ότι για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από τον δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια της τελέσεως της κυρίας πράξεως και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε. Προϋπόθεση βεβαίως για τη θεμελίωση της ευθύνης του άμεσου συνεργού είναι ο δόλος του, ο οποίος έγκειται στην παροχή ηθελημένης συνδρομής στον αυτουργό, κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της άδικης πράξεως, καθώς και στη γνώση ότι η συνδρομή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξεως. Στην περίπτωση κατά την οποία, για την πραγμάτωση της άδικης πράξεως απαιτείται και υπερχειλής δόλος, πρέπει και ο συνεργός τέτοιας πράξεως να πράττει με τον ίδιο δόλο. Χρόνος τελέσεως της άμεσης συνέργειας είναι πάντοτε ο χρόνος τελέσεως της κυρίας πράξεως και ουδέποτε προγενέστερος απ' αυτήν.
Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 2 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) αρκεί ο κατ1 είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως τω ν αποδεικτικών μέσων, διότι στις περιπτώσεις αυτές, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του συμβουλίου, β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού, και γ) είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την παραπομπή ή την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός, ο οποίος υφίσταται στα εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, καθώς και αν τίθεται ζήτημα ενδεχόμενου δόλου. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μεν είναι εφικτός ο έλεγχος τη ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Το 1990 Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα εξέδωσε κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 866/90 του Συμβουλίου που τροποποιήθηκε στη συνέχεια από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 951/97 του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 1997, για τη βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων. ΣΤΟ άρθρο 1 παρ. 2 του ΚΑΝ 451/1997 ορίζεται ότι: "1. ... (...) 2. Προκειμένου να ευνοηθεί η βελτίωση και ορθολογική οργάνωση της επεξεργασίας, της μεταποίησης ή της εμπορίας των γεωργικών προϊόντων, το ταμείο μπορεί να συμμετέχει στη χρηματοδότηση επενδύσεων, οι οποίες ανταποκρίνονται σε ένα τουλάχιστον από τα ακόλουθα κριτήρια: (...)". Στο άρθρο 14 του ΚΑΝ 951/1997 ορίζεται ότι: "Μπορούν να επωφελούνται της συνδρομής του Ταμείου τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οι ενώσεις τους που φέρουν τη χρηματοδοτική επιβάρυνση των επενδύσεων" και στο άρθρο 16 παρ. 4. Η συμμετοχή των δικαιούχων πρέπει να ανέρχεται, σε σχέση με το επιλέξιμο κόστος των επενδύσεων, τουλάχιστον: α) στο 25% στις περιφέρειες των στόχων αριθ. 1 και 67 β) στο 456% στις λοιπές περιφέρειες. Οι επενδύσεις δε πρέπει να προσφέρουν επαρκή εγγύηση ως προς την αποδοτικότητα τους (άρθρο 12 παρ. 3 ΚΑΝ 951/1997). Σε υλοποίηση του άνω Κανονισμού εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 415312/6255/1994 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Γεωργίας ΦΕΚ Β'765/1994 (σε αντικατάσταση της προηγούμενης 266770/16.100/1991 κοινής υπουργικής απόφασης) που καθορίζει τη διαδικασία υπαγωγής επενδυτικών σχεδίων στον ΚΑΝ (ΕΟΚ) 866/1990. Στην άνω υπουργική απόφαση επαναλαμβάνεται ότι η συμμετοχή των δικαιούχων δεν μπορεί να υπολείπεται του 25% των επιλέξιμων δαπανών (άρθρο 15 παρ. 4), συμμετοχή η οποία αναλύεται σε ιδίους πόρους (ή ίδια κεφάλαια) και σε δάνεια και η οποία θα αναλίσκεται κατά προτεραιότητα για την αντιμετώπιση των πρώτων δαπανών του έργου (άρθρο 16 παρ. 1 και 3). Η διάθεση της υποχρεωτικής συμμετοχής του δικαιούχου με ίδια κεφάλαια, στο στάδιο της πραγματοποίησης της επένδυσης, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εκταμίευση της χρηματοδότησης (άρθρο 16 παρ. 6). Επιπλέον, ορίζεται ότι η δυνατότητα συμμετοχής του δικαιούχου με ίδια κεφάλαια θα πρέπει να πιστοποιείται με αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίζονται με τη σχετική αίτηση χρηματοδότησης (άρθρο 4 παρ. 2.11). Τέλος, στην ίδια υπουργική απόφαση αναφέρεται ότι μεταξύ των δικαιολογητικών που απαιτούνται νια την καταβολή των οικονομικών ενισχύσεων είναι η υποβολή των νομίμων παραστατικών (π.χ. εξοφλημένα τιμολόγια) και αντίγραφο του συμβολαίου συνάψεως δανείου (που προβλέπεται ως συμμετοχή του κεφαλαίου) με τους ακριβείς όρους δανεισμού. Το 1999, ο συνεταιρισμός με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Ν. Φιγαλείας", με έδρα τη Ν. Φιγαλεία Ολυμπίας Ηλείας, αποτελούνταν από τους Γ. Ν. του Β., πρόεδρο, Π. Δ. του Α., αντιπρόεδρο, Γ. Π. του Χ., ταμία, Σ. Ι. του Κ., μέλος και Κ. Κ. Α. του Η., μέλος. Την ίδια χρονιά, ο συνεταιρισμός υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, στα πλαίσια του Καν. (ΕΟΚ) 866/90. αίτηση -τεχνικοοικονομική μελέτη για τον εκσυγχρονισμό του ελαιοτριβείου, με συνολικό επιλέξιμο προϋπολογισμό 498.899,00 ευρώ (170.000.000 δρχ.). Η αρμόδια Γνωμοδοτική Επιτροπή, κατά τη συνεδρίαση της στις 28.7.1999 αποφάσισε καταρχάς την προέγκριση του παραπάνω επενδυτικού έργου με προϋπολογισμό 416.726,00 ευρώ (142.000.000 δρχ.) και το χρηματοδοτικό σχέδιο του έργου διαμορφώθηκε ως εξής: 1) Επιλέξιμος προϋπολογισμός 142.000.000 δρχ. (416.7υ26 ευρώ) 2) Ενίσχυση ΕΓΤΠΕ (Προσαν.) 49.700.000 δρχ. (145.854 ευρώ) 3), Ενίσχυση ΠΔΕ (ΥΠ.ΓΕ) 14.200.000 δρχ. (41.672 ευρώ) 4) Συμμετοχή δικαιούχου 78.100.000 δρχ. (229.200 ευρώ). 4.1) Ίδια κεφάλαια 35.500.000 δρχ. 4.2) Δανειακά κεφάλαια 42.600.000 δρχ. Το επενδυτικό έργο θα χρηματοδοτούνταν με 49.700.000 δρχ. (145.854 ευρώ) από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο9 Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), με 14.200.000 δρχ. (41.672 ευρώ) από το εθνικό ταμείο ήτοι Υπουργείο Γεωργίας και το υπόλοιπο ποσό των 78.100.000 δρχ. (229.200 ευρώ) θα αποτελούσε ιδία συμμετοχή του συνεταιρισμού, αναλυόμενη σε 35.500.000 δρχ. (104.181,951 ευρώ) ως ίδια κεφάλαια και σε 42.600.000 δρχ. (125.018,34 ευρώ) ως δανειακά κεφάλαια. Γιατί, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 951/97 του Συμβουλίου η ίδια συνεισφορά του δικαιούχου αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για πρόσβαση στην επιδότηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Ο δικαιούχος Συνεταιρισμός, προκειμένου να εκπληρώσει τον όρο για την καταβολή της ίδιας συμμετοχής στο ως άνω πρόγραμμα, όπως προέβλεπε ο κανονισμός Ο(ΕΚ) αριθ. 951/97 του συμβουλίου, ζήτησε δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, αλλά η τελευταία αρνήθηκε να του χορηγήσει τα κονδύλια, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του αγροτικού συνεταιρισμού. Τότε, τα μέλη της διοίκησης του αποφάσισαν να προβούν σε αγορά αγαθών και δη μηχανημάτων επεξεργασίας ελαιολάδου έναντι ποσού που ισοδυναμεί με την ίδια οικονομική συμμετοχή, εκδίδοντας στη …, σε διαταγή της προμηθεύτριας εταιρείας "Άλφα Λαβάλ ΑΕΒΕ", με έδρα το ..., τις υπ' αριθ. ..., ... και ... επιταγές, ποσού 36.000.000, 5.000.000 και 64.000.000 δρχ. Αναλυτικότερα, στις 18.9.1999, ο συνεταιρισμός συμφώνησε με την εταιρία "Άλφα Λαβάλ ΑΕΒΕ" την αγορά μηχανημάτων συνολικής αξίας 140.581.400 δρχ. συν ΦΠΑ η 412.564,64 ευρώ. Από αυτά, στις 27.9.1999 κατέβαλε 15.000.000 δρχ. στις 16.11.1999, κατέβαλε 20.000.000 δρχ. (αξία συμψηφιστικής αγοράς παλαιού εξοπλισμού) και στις 30.11.1999 εξέδωσε στη …, τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, την υπ' αριθ. .../20.12.1999, .../20.3.2000 και ... της Αγροτικής Τράπεζας ΑΕ, ποσού 36.000.000, 5000.000 και 64.000.000 δρχ. αντίστοιχα, σε διαταγή "Άλφα Λαβάλ ΑΕΒΕ", συρόμενες από τον υπ' αριθ. ...-43 λογαριασμό του συνεταιρισμού στην τράπεζα αυτή. από τότε και έως τον Απρίλιο του 2001, οι επιταγές επιστρέφονταν στο συνεταιρισμό, ο οποίος τις αντικαθιστούσε με νέες μεταχρονολογημένες επιταγές, ώσπου, τελικά, στις 30.4.2001, ο συνεταιρισμός εξέδωσε την υπ' αριθ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή, ύψους 49.800.000 δρχ. (περίπου 146.148 ευρώ). Η προμηθεύτρια εταιρεία όμως εξέδωσε το Νο 76/2-121999 τιμολόγιο πώλησης ποσού 135.000.000 δρχ. (396.184,89 ευρώ), το Νο 84/16-12-1999 τιμολόγιο πώλησης ποσού 1.770.000 δρχ. (5.194,42 ευρώ), το Νο 85/16.12.1999 τιμολόγιο πώλησης ποσού 1.274.400 δρχ. (3.739,99 ευρώ) και το Νο 11/30.12.1999 τιμολόγιο πώλησης ποσού 2.537.000 δρχ. (7.445,34 ευρώ), σύνολο 140.581.400 ή 412.564,64 ευρώ, με τα οποία εμφάνιζε ότι η οφειλή είχε πλήρως εξοφληθεί και όχι ότι το τίμημα είχε εν μέρει πιστωθεί. Στο μεταξύ, ο συνεταιρισμός, σε συνέχεια της υπ' αριθ. 383214/5163/20.8.1999 απόφασης για την προέγκριση του παραπάνω επενδυτικού σχεδίου, υπέβαλε όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά (εγγυητική επιστολή, αναθεώρηση προϋπολογισμού, πίνακες) για την έκδοση της οριστικής απόφασης και μετά την παραλαβή τους από το Υπουργείο Γεωργίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 408728/8272/2.12.1999 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας για την οριστική ένταξη του επενδυτικού σχεδίου. Την άνοιξη του 2000, μετά την ολοκλήρωση του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου της επένδυσης και τον έλεγχο των απαιτούμενων δικαιολογητικών, τόσο από τη διεύθυνση Γεωργίας Ηλείας, όσο και από τη διεύθυνση Προγραμματισμού και Γεωργικών Διαρθρώσεων του Υπουργείου Γεωργίας, καταβλήθηκε με την υπ' αριθ. 347553/2060/28.3.2000 απόφαση Υπουργού Γεωργίας στο φορέα κοινοτική ενίσχυση ποσού 49.700.000 δρχ. (145.854 ευρώ) και εθνική ενίσχυση ποσού 14.200.000 δρχ. (41.672 ευρώ) και το έργο ολοκληρώθηκε. Ακολούθως, το ποσό της υπ' αριθ. ... μεταχρονολογημένης επιταγής (περίπου 146.148 ευρώ) δεν εξοφλήθη. Η επιταγή εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, την 3.5.2001, στο κατάστημα ... της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ από την προμηθεύτρια εταιρία, νόμιμη κομίστρια, πλην όμως δεν πληρώθηκε για το λόγο ότι ο εκδότης δεν είχε διαθέσιμο επαρκές υπόλοιπο χρημάτων, όπως βεβαιώθηκε από την Τράπεζα στο σώμα της επιταγής. Μετά από αίτηση της προμηθεύτριας εταιρίας, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας η υπ' αριθ. 16/7.6.2001 διαταγή πληρωμής για το ποσό της επιταγής και στις 20.6.2001 έγινε αναγκαστική κατάσχεση των μηχανημάτων. Ο συνεταιρισμός επεξεργάσθηκε ελαιόκαρπο για τις ελαιοκομικές περιόδους 2000-2001, 2003-2004 και 2004-2005, ενώ δεν λειτούργησε κατά τις ελαιοκομικές περιόδους 2001-2002 και 2002-2003. Τα μέλη της διοίκησης του ως άνω Συνεταιρισμού γνώριζαν εξ αρχής ότι δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσουν τον όρο της ιδίας συμμετοχής όταν υπέβαλαν την αίτηση χρηματοδότησης. Ομοίως, όταν προέβησαν στην παραγγελία των μηχανημάτων επεξεργασίας ελαιολάδου εξέδωσαν επιταγές, οι οποίες εσύρετο σε λογαριασμό, ο οποίος δεν είχε τα απαραίτητα κεφάλαια κάλυψης. Σύμφωνα με την τελική έκθεση ελεγχθείσας υπόθεσης εξωτερικής έρευνας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (ΟΙΑΡ), ενόψει της εντολής αναγκαστικής εκτέλεσης του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας (απόφαση διαταγής πληρωμής αριθ. 16/2001) λόγω της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, η πληρωμή των συγχρηματοδοτούμενων μηχανημάτων δεν θεωρείται ολοκληρωμένη οικονομική συναλλαγή, που συνεπάγεται πραγματική δαπάνη (η επιταγή δεν ήταν δυνατό να εξαργυρωθεί λόγω έλλειψης κεφαλαίων) και συνεπώς δεν συνιστά επιλέξιμη δαπάνη.
Συνεπώς, τα μέλη της διοίκησης του αγροτικού συνεταιρισμού, για την εκταμίευση της χρηματοδότησης, παρέστησαν ψευδώς στα αρμόδια εθνικά όργανα ότι τήρησαν τον απαραίτητο όρο της καταβολής της ιδίας συμμετοχής, υποβάλλοντας τα σχετικά τιμολόγια εξοφλημένα και πέτυχαν με τον τρόπο αυτό να λάβουν την αντίστοιχη κοινοτική (145.854 ευρώ) αλλά και εθνική (41.672 ευρώ) χρηματοδότηση που συνολικά ανέρχεται στο ποσό των 63.900.000 δραχμών (περίπου 187.526 ευρώ), με αντίστοιχη ζημία στον προϋπολογισμό της ΕΚ και το εθνικό ταμείο. Άμεση συνδρομή στην ενέργεια τους αυτή, είχαν από την προμηθεύτρια εταιρία "Άλφα Λαβάλ ΑΕΒΕ", με νόμιμο εκπρόσωπο τον Π. Α. του Μ. -Κ., η οποία εξέδωσε και παρέδωσε τα σχετικά τιμολόγια, ώστε να φαίνεται ότι ο συνεταιρισμός κατέβαλε την ίδια συμμετοχή του (78.100.000 δρχ. ή 229.200 ευρώ), ενώ στην πραγματικότητα το τίμημα των μηχανημάτων, εκτός του ποσού των 35.000.000 δρχ. πιστώθηκε με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, ως δόση αντί καταβολής. Από τα παραπάνω προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων 1) Γ. Ν. του Β., 2) Π. Δ. του Α., 3) Γ. Π. του Χ. και 4) Σ. Ι. του Κ. για την πράξη της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά συναυτουργία (άρθρα 1,12, 14, 16, 17, 18, 26, παρ. 1α', 27 παρ. 1, 45, 51, 52, 60, 63, 65, 79 Π.Κ. σε συνδ. με άρθρο 4 παρ. 1 και 2 Ν. 2803/2000, ως ισχύει) και βάρος του Π. Α. (αναιρεσείοντα) για άμεση συνεργεία στην ανωτέρω πράξη (46 παρ. 1β'ΠΚ) και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1ε' και 313 ΚΠΔ, να παραπεμφθούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Καλαμάτας, γιατί αυτό είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 8, 111, 119, 122 παρ. 1, 130 ΚΠΔ, σε συνδ,. με άρθρο 11 Ν. 2803/2003". Με βάση τα παραπάνω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας (για κακουργήματα), προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της παραπάνω αξιόποινης πράξεως της άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε βαθμό κακουργήματος, η οποία συνίσταται στο ότι "στη … τη άνοιξη του 2000, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους δράστες, οι οποίοι από κοινού, με την απόκρυψη πληροφοριών, αχρεωστήτως εισέπραξαν πόρους του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η βλάβη υπερέβη το ποσό των 25.000.000 (73.367,57 ευρώ). Ειδικότερα, στη …, την άνοιξη του 2000, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Άλφα Λαβάλ ΑΕΒΕ", με έδρα το ... παρέδωσε τα υπ' αριθ. 76/2.12.99, 84/16.12.99, 85/16.12.99 και 11/30.12.99 εξοφλημένα τιμολόγια της εταιρείας 'Άλφα Λαβάλ ΑΕΒΕ" στο διοικητικό συμβούλιο του Αγροτικού συμβουλίου Ν. Φιγαλείας, που αποτελούνταν από τους Γ. Ν., ως Πρόεδρο, Π. Δ. ως αντιπρόεδρο, Γ. Π. ως Ταμία, Σ. Ι. και Κ. Κ. ως μέλος, προκειμένου εκείνοι, κατά τη διαδικασία καταβολής οικονομικών ενισχύσεων από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Προσανατολισμού, να τα υποβάλλουν μαζί με άλλα δικαιολογητικά στους αρμοδίους υπαλλήλους της διεύθυνσης Γεωργίας του Νομού Ηλείας, για να αποδείξουν ότι πληρούνταν οι χρηματοδοτικές προϋποθέσεις για τη λήψη κοινοτικής επιδότησης για τον εκσυγχρονισμό του ελαιοτριβείου του συνεταιρισμού, στα πλαίσια του Καν. (ΡΟΚ) 866/90. ειδικότερα, ενώ η υποχρεωτική συμμετοχή του συνεταιρισμού στο πρόγραμμα, όπως καθορίστηκε από την Επιτροπή Έγκρισης Επενδυτικών σχεδίων, ήταν 78.00.000 δραχμές (229.200 ευρώ), που αναλυόταν σε Α) ίδια κεφάλαια ύψους 35.500.000 δραχμών (104.181,951 ευρώ) και Β) δανειακά κεφάλαια 42.600.000 (125.018,34 ευρώ) και η συμμετοχή αυτή θα έπρεπε να αναλίσκεται κατά προτεραιότητα, παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν καλύψει ολόκληρο το ποσοστό της υποχρεωτικής συμμετοχής τους αποκλειστικά με ιδίους πόρους (ίδια κεφάλαια), προσκομίζοντας τα υπ' αριθ. 76/2.12.99, 84/16.12.99, 85/16.12.99 και 11/30.12.99 εξοφλημένα τιμολόγια της εταιρείας "Άλφα Λαβάλ ΑΕΒΕ", με έδρα το ..., από την οποία είχαν αγοράσει μηχανολογικό εξοπλισμό, συνολικής αξίας 140.581.400 δραχμών ή 412.564,64 ευρώ συν ΦΠΑ, ενώ στην πραγματικότητα είχαν καταβάλει μόνο 35.000.000 δραχμές ή 102.714,60 ευρώ και είχαν εκδώσει τρεις επιταγές ήτοι τις υπ' αριθ. .../20.12.1999, .../20.3.2000 και ... της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, ποσού 36.000.000, 5.000.000 και 64.000.000 δρχ. αντίστοιχα, σε διαταγή "Άλφα Λαβάλ ΑΕΒΕ". συρόμενες από τον υπ' αριθ. ...-43 λογαριασμό του συνεταιρισμού στην τράπεζα αυτή, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι το αίτημα τους για δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ είχε απορριφθεί. Το αποτέλεσμα ήταν να εκδοθεί η υπ' αριθ. 347553/2060/28.3.2000 απόφαση Υπουργού Γεωργίας που ενέκρινε να χορηγηθεί στο συνεταιρισμό κοινοτική ενίσχυση ποσού 49.700.000 δρχ. (145.854 ευρώ), πράγμα που έγινε και έτσι επήλθε αντίστοιχη ζημία στον προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων". Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων στο ακροατήριο, μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή λογικά κενά και έτσι το βούλευμα δεν στερήθηκε νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) Από την αναφορά στο αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι το Συμβούλιο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υποβληθέντα υπομνήματα τους, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα από 21 Φεβρουαρίου 2010 και 21 Απριλίου 2010 υπομνήματα του, καθώς και τα αναφερόμενα σ' αυτά αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά από αυτά, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. β) Σύμφωνα με τις ρητές παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, οι οποίες προκύπτουν από τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, η συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην κύρια πράξη των συγκατηγορουμένων του έλαβε χώρα την άνοιξη του έτους 2000, όταν εκείνος παρέδωσε ως δήθεν εξοφλημένα τα αναφερόμενα στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος τιμολόγια στους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, οι οποίοι αμέσως τα υπέβαλαν μαζί με άλλα δικαιολογητικά, στους αρμόδιους υπαλλήλους της διευθύνσεως Γεωργίας Ηλείας, παριστάνοντας ψευδώς ότι δήθεν είχε καλύψει το ποσοστό υποχρεωτικής συμμετοχής του συνεταιρισμού αποκλειστικά με ίδιους πόρους (ίδια κεφάλαια)Επομένως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι η συμμετοχή του στην πράξη των συγκατηγορουμένων του εξαντλείται στον χρόνο εκδόσεως των ένδικων τιμολογίων, ο οποίος είναι προγενέστερος των εγκληματικών ενεργειών εκείνων (συγκατηγορουμένων του), με αποτέλεσμα η πράξη του να μη φέρει τον χαρακτηρισμό της άμεσης συνέργειας. Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει επιπλέον ότι η ενέργεια αυτή του αναιρεσείοντος, η παράδοση δηλαδή των επίμαχων τιμολογίων στους συγκατηγορουμένους του, έγινε κατά τον χρόνο που οι τελευταίοι τελούσαν την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ήταν δε η εν λόγω ενέργεια του αποφασιστική, αφού, όπως ρητώς εκτίθεται στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε με βεβαιότητα να τελεσθεί η ανωτέρω κύρια πράξη της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτω από τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, γ) Αιτιολογούνται οι παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι εξαιτίας της έκνομης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του υπέ3στησαν βλάβη τα οικονομικά συμφέροντα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφού από την συμπεριφορά αυτή παραπλανήθηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της διευθύνσεως Γεωργίας του Νομού Ηλείας και κίνησαν τις σχετικές διαδικασίες, με τις οποίες οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες χορήγησαν στον Αγροτικό συνεταιρισμό Ν. Φιγαλείας οικονομική ενίσχυση ποσού 49.700.000 δραχμών ή 145.854 ευρώ, κατά το οποίο υπέστησαν βλάβη οι Ευρωπαϊκές Οικονομικές Κοινότητες, δ) Όπως ήδη προαναφέρθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν υπήρχε ανάγκη παραθέσεως ιδιαίτερης αιτιολογίας για τον δόλο τού αναιρεσείοντος, αφού αυτός ενυπάρχει στα εκτιθέμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση τους, ενώ ο νόμος δεν αξιώνει στην προκειμένη περίπτωση πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του. Πράγματι, το έγκλημα της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διαφέρει από εκείνο της απάτης του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, αφού εν απαιτεί την ύπαρξη στο πρόσωπο του δράστη (αυτουργού ή συμμέτοχου) σκοπού προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους, ούτε την ενσυνείδητη γνώση ότι τα γεγονότα που παριστάνει είναι ψευδή. Το γεγονός αυτό καθαρά προκύπτει από το άρθρο 1 της συμβάσεως σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το οποίο απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων αυτών συνιστά, όσον αφορά στις δαπάνες, κάθε από πρόθεση πράξη ή παράλειψη σχετικά με τη (ι) χρήση ή την υποβολή πλαστών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων, με αποτέλεσμα την αχρεώστητη είσπραξη ή παρακράτηση πόρων που προέρχονται από τον γενικό προϋπολογισμό των Κοινοτήτων ... (ιι) την αποσιώπηση πληροφοριών κατά παράβαση ειδικής υποχρεώσεως, με τα αυτά αποτελέσματα και (ιιι) την μη κατά προορισμό χρήση αυτών των πόρων, για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους χορηγήθηκαν αρχικώς. Καθίσταται δηλαδή φανερό ότι ο νομοθέτης για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αρκείται στην ύπαρξη του απλού δόλου. Και ε) Όλες οι λοιπές στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Επειδή, ενόψει των ανωτέρω και του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 1/25.10.2010 αίτηση του κατηγορουμένου Α. Π. του Μ. - Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 22/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κυπαρισσίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250 €) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για άμεση συνέργεια σε απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε βαθμό κακουργήματος. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την έννοια της άμεσης συvέpγειας διότι οι πράξεις του αναιρεσείοντος δεν ήσαν σύγχρονες με εκείνες των συγκατηγορουμένων του. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1047/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Α. Π. του Ι., κατοίκου ... και 2)Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σπάχο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 443/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Ψ. του Β., κατοίκου ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Οκτωβρίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1428/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι από 3 Μαρτίου 2010 δύο δηλώσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τους κατηγορούμενους Α. Π. και Α. Π. αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά της 443/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη), το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο, καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαία, αφενός μεν τη γνώση του δράστη ότι το ισχυρισθέν ή διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές και ότι η τέτοια διάδοση μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Ως γεγονός, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν, ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και ανίκειται αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1, 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώση του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα και όχι κρίσεις και αφετέρου ο μάρτυρας να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, είναι δε αδιάφορος ο σκοπός που επεδίωκε ή αν θα μπορούσε να επέλθει βλάβη ή όφελος από την ψευδορκία αυτή.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ΠΚ, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδορκίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 443/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, ψευδορκίας μάρτυρα ο πρώτος Α. Π. και ηθικής αυτουργίας στην άνω ψευδορκία και συκοφαντικής δυσφημήσεως η δεύτερη Α. Π..
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής : "Η κατηγορούμενη Α. Π. στον Πειραιά στις 21-1-2004 ως διαχειρίστρια της εταιρείας "Α. Π. & ΣΙΑ Ε.Ε.", εμφανίστηκε στην δικάσιμο της 21-1-2004 στο Ειρηνοδικείο Πειραιά, που δικαζόταν η από 5-12-2003 αίτηση αναστολής εκτέλεσης της προαναφερόμενης εταιρείας κατά της εταιρείας SYSTEM 'S ΜΕΝTOR Ε.Π.Ε. και της 964/2003 Δ/γής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε με βάση τα Α00119/1-8-2003 και Α00129/290802003 τιμολόγια της καθής, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο Γ. Ψ. και ισχυρίσθηκε ότι οι φερόμενες υπογραφές στα δύο τιμολόγια στη θέση της παραλαβής είναι πλαστογραφημένες, κατανόμασε ως πλαστογράφο τον ίδιο, καταθέτοντας μεταξύ άλλων: "... Δεν τον είδα, αλλά δεν έχει υπογραφεί ούτε από εμένα ούτε από τον αδελφό μου που θα καταθέσει ως μάρτυρας, ούτε από κάποιον άλλο που είναι εκπρόσωπος ή μέλος της εταιρείας. Προτείνω μάρτυρα τον αδελφό μου Α. Π. και την κυρία Μ. Π.. Η Π. είναι υπάλληλος μου. Δεν επέγραψε η κυρία Π., μου το διαβεβαίωσε η ίδια ...", γνωρίζοντας όμως ότι αυτά ήσαν ψευδή αφού αλήθεια ήταν ότι ο εγκαλών ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας SYSTEM 'S ΜΕΝTOR Ε.Π.Ε. συμφώνησε με την κατηγορούμενη αυτή να παρέχει λογιστική εποπτεία και φοροτεχνική υποστήριξη του Λογιστηρίου της εταιρείας της, τα δε Α00119/1-8-2003 και Α00129/29-8-2003 τιμολόγια με βάση τα οποία εκδόθηκε η 964/2003 δ/γή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Πειραιά αφορούσαν την αμοιβή του για τους μήνες Ιούλιο-Αύγουστο του 2003, την δε υπογραφή στη θέση "παραλαβή", δεν την έθεσε ο εγκαλών αλλά η υπάλληλος της κατηγορουμένης Μ. Π.. Η κατ/νη επιθυμούσε να ισχυρισθεί τα ανωτέρω βλαπτικά αυτά ενώπιον τρίτων, καθόσον τα ως άνω περιήλθαν σε γνώση του Δικαστή που δίκασε την υπόθεση, του Γραμματέα της έδρας της και όλων όσων ασχολήθηκαν ή θα ασχοληθούν επ' ευκαιρία των καθηκόντων τους με την ως άνω υπόθεση και γνωρίζοντας ότι είναι ευκαιρία να βλάψουν την κοινωνική και ηθική αξία του εγκαλούντα ως ανθρώπου και ως επαγγελματία. Επίσης, η ίδια, με πρόθεση και ενεργώντας με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό της, Α. Π. την απόφαση να ψευδομαρτυρήσει. Πράγματι, κατ/νος Α. Π. στον ίδιο τόπο και χρόνο εμφανίσθηκε στην ως άνω δικάσιμο και κατέθεσε ενόρκως τα παρακάτω ψευδή γεγονότα, αν και γνώριζε το ψεύδος τους: "... Τον Αύγουστο η SYSTEM ήταν κλειστή λόγω διακοπών. Στις 3 Σεπτεμβρίου θεώρησαν τα τελευταία στοιχεία στην εταιρεία. Κάποια στιγμή έφερε και τα τιμολόγια τα οποία του επιδείχθηκαν και τα αναγνώρισε στο ακροατήριο. Τα πρωτότυπα τιμολόγια είναι ανυπόγραφα. Σφραγίζει ότι καταχωρήθηκαν. Τα τιμολόγια τα πήραμε το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου. Οι υπογραφές στις φωτοτυπίες δεν είναι της Π., μπορεί να μοιάζουν. Δεν είναι υπεύθυνη για να υπογράψει ...". Όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας από τους οποίους οι δύο πρώτοι είναι λογιστές και συνεταίροι στο λογιστικό τους γραφείο και οι οποίοι κατέθεσαν ότι ο Ψ. δεν είχε καμία ανάμειξη στην όλη υπόθεση των επίδικων τιμολογίων, αλλά ούτε και στην όλη διαδικασία. Δεν προχώρησαν δε περαιτέρω την υπόθεση λόγο του ύψους του χρηματικού ποσού που είναι 1.600 ευρώ και αφορούσε τις υπηρεσίες τους, προς τους κατηγορούμενους για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2003. Οι κατ/νοι μάλιστα, συνήθιζαν να τους καθυστερούν τις προς αυτούς υποχρεώσεις τους για τις υπηρεσίες τους προς αυτούς. Τα επίδικα τιμολόγια τα παρέδωσε η βοηθός μας Γ., στην γραμματέα των κατηγορουμένων που ονομάζεται Π. και αυτή ήταν που υπόγραψε τα επίδικα τιμολόγια. Οι κατηγορούμενοι απλώς ήθελαν να αποφύγουν την πληρωμή και την εξόφληση των επίδικων τιμολογίων από αυτούς. Τέλος, η τρίτη μάρτυρας κατηγορίας, Ε. Γ. που εργάζεται ως βοηθός λογιστού στο λογιστικό γραφείο του Ο. και Ψ., κατέθεσε με βεβαιότητα ότι η ίδια πήγε τα επίδικα τιμολόγια και μπροστά της τα υπόγραψε η Π. που είναι γραμματέας στην εταιρεία των κατηγορουμένων. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 46 παρ. 1 α και 224 παρ.2, 363, 362 του ΠΚ. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος των κατηγορουμένων και δη αναφέρεται η γνώση των κατηγορουμένων για τα ψευδή γεγονότα που ο πρώτος κατέθεσεν ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και η δεύτερη αδελφή του διέδωσεν ως διαχειρίστρια της ΕΠΕ σε δίκη της αιτούσας ΕΠΕ περί αναστολής εκτελέσεως διαταγής πληρωμής, για πλαστογράφηση δύο τιμολογίων από τον εγκαλούντα διαχειριστή της καθής η αίτηση αναστολής ΕΠΕ, τον οποίον και κατονόμασαν ως πλαστογράφο, αναφέρεται ποίο το αληθές, αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία η δεύτερη ηθική αυτουργός προκάλεσε στον πρώτο την απόφαση να προβεί στην ανωτέρω ψευδή κατάθεση (με πειθώ και φορτικότητα), β) αναφέρεται όπως συνάγεται από τις προεκτεθείσες παραδοχές, ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, από ιδία αντίληψη, ότι ο εγκαλών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΕΠΕ με την επωνυμία "SYSTEM'S MENTOR ΕΠΕ", είχε συμφωνήσει να παρέχει στην ΕΠΕ της δεύτερης κατηγορουμένης λογιστικές υπηρεσίες και ότι τα δύο τιμολόγια αφορούσαν την αμοιβή του, τη δε υπογραφή του στη θέση " παραλαβή", δεν την έθεσε ο εγκαλών, όπως ψευδώς κατέθεσαν και διέδωσαν αντίστοιχα, αλλά η Μ. Π., υπάλληλος της κατηγορουμένης Α. Π., γ) αναφέρεται ότι όλα τα παραπάνω αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, των οποίων γίνεται και ανάλυση στο αιτιολογικό, δ) Όσον αφορά την αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται ο λόγος που το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την τελεσίδικη κρίση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς που με την 152/2005 απόφασή του έκρινεν ότι τα επίδικα τιμολόγια δεν φέρουν την υπογραφή της δεύτερης κατηγορουμένης, αυτή είναι απορριπτέα καθόσον αφορά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, και καθό μέρος βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 13 Οκτωβρίου 2010 δηλώσεις των : 1. Α. Π. του Ι. και 2. Α. Π. του Ι., περί αναιρέσεως της 443/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμιση, Ψευδορκία, Ηθική Αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα (άρθρα 362-363 ΠΚ, 224 παρ.2, 46 παρ. 1, ΠΚ). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, των δύο ταυτόσημων αιτήσεων των δύο κατηγορουμένων αδελφών.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1046/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Μ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 59, 60, 61, 62/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Φ. Μ. του Χ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τάρτη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1057/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση .
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 8-10-2010 αποδεικτικό επίδοσης της διοικητικού υπαλλήλου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση της 1-3-2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-7-2010 με αριθμό πρωτ. 5392/6-7-2010 αίτηση του Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της 59, 60, 61,62/2010 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1045/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 785/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1452/2010.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε προς κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή, με αριθμό 420/13.12.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Ο Δ. Μ. καταδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 785/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών [που εκδόθηκε κατ' έφεση κατά της υπ' αριθμ. 9197/2006 -εξ ου και η αναφορά στην αίτηση και αυτής- αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών -λόγω της ιδιότητας αυτού ως δικηγόρου-] σε φυλάκιση 10 μηνών, που ανεστάλη επί 3ετία, για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση, ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε σε βάρος των Ρ. Μ., Μ. Φ., Ι. Μ. και Ι. Ζ. -υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών.
Η άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αφού απερρίφθη η κατ' αυτής αναίρεση με την υπ' αριθμ. 1271/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ο ανωτέρω υπέβαλε στις 10-11-2010 στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την από 10-11-2010 αίτηση επαναλήψεως της κατ' αυτού ανωτέρω διαδικασίας διότι προέκυψαν, κατ' αυτόν, νέα αποδεικτικά στοιχεία και δη οι αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου που ακύρωσαν τις αντίστοιχες αποφάσεις καταλογισμού προστίμου της ΔΟΥ -και προσάγει σχετική βεβαίωση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθμός πρωτ. 6064/1-2-2010) και την 1269/29-1-2010 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, διότι όλες είναι ίδιες -και που εκδόθησαν μετά την άνω καταδίκη του, και αποδεικνύουν ότι, το δικαστήριο τον καταδίκασε άδικα. 'Ετσι ζητάει να ακυρωθεί η καταδίκη του και διαταχθεί η επανάληψη της διαδικασίας και απαλλαγή του.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ - Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: "1) ..., 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν -νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε ...".
Πρόκειται περί της έκτακτης και εξαιρετικής διαδικασίας η οποία στρέφεται κατά αμετάκλητης καταδίκης και σκοπεί την άρση της εσφαλμένης κατά την ουσία της καταδίκης. Γι' αυτό απαιτείται όπως ναι μεν τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία -που δεν τέθηκαν υπόψη του καταδικάσαντος δικαστηρίου- πλην όμως αυτά είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα να καθιστούν πρόδηλο, ήτοι κατά τρόπο που να εγγίζει τη βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος [βλ. ΑΠ 57/2009, ΑΠ 446/2006, ΑΠ 124/2006, ΑΠ 1703/2005 κ.α.].
Επομένως πρέπει με το νέο στοιχείο ή τα νέα στοιχεία να αίρεται κάποιο στοιχείο του εγκλήματος για το οποίο χώρησε η καταδίκη -βλ. και Ανδρουλάκη -Θεμελιώδεις Έννοιες (2007), σελ.529 Νο 843, Δαλακούρα -Η Επανάληψη της διαδικασίας ... (2007) σελ. 242 επ. - πρβλ και ΑΠ 108/88, 1703/89, ΑΠ 11/85 κ.α., αφετέρου δε δεν συνιστά λόγο επανάληψης της διαδικασίας η φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των ήδη υπαρχόντων αποδεικτικών μέσων, δηλ. αυτών που ελήφθησαν υπόψη από το καταδικάσαν δικαστήριο [βλ. ΑΠ 1295/2003, ΑΠ 2284/2008, ΑΠ 383/2003 κ.α. ιδίως ΑΠ 56/85], ούτε η φερομένη εσφαλμένη ερμηνεία -εφαρμογή του νόμου [βλ. ΑΠ 1894/87, ΑΠ 607/86 κ.α.] και γενικώτερα όταν επιδιώκεται ο από νομικής και πραγματικής [ουσιαστικής] πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης [βλ. ΑΠ 1588/2005, ΑΠ 1240/2006, ΑΠ 1883/2007, ΑΠ 818/2007 κ.α.]. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 527 παρ. 3 ΚΠΔ "Η αίτηση [επανάληψης] πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη ..." -βλ. και ΑΠ 727/2002, ΑΠ 291/94 κ.α. - ιδίως ΑΠ 185/2000.
Έτσι και στη περίπτωση του εδ. 3 της παρ. 1 του άρθρου 525 ΚΠΔ -βλ. ΑΠ Ζησιάδη Ποινική Δικονομία τομ γ (1977) 387, ΑΠ 612/89 κ.α.
ΙΙΙ) Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, λόγω της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως Δικηγόρου, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις της κατ' εξακολούθηση ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της κατ' εξακολούθηση συκοφαντικής δυσφημίσεως: "Ότι ο τελευταίος 1) στις 7-5-2003 και 17-10-2003 τέλεσε εξακολουθητικά, σε βάρος των εγκαλούντων Μ., Φ., Μ. και Ζ. το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, ειδικότερα δε με τις από 5-5-2003 και 15-10-2003 μηνύσεις του σε βάρος των ως άνω τους καταμήνυσε (ψευδώς) ότι όντας υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, τέλεσαν σε βάρος του τα αδικήματα της παραβάσεως καθήκοντος, καταπιέσεως και ψευδούς καταμηνύσεως, όπως λεπτομερώς αναφέρονται στο κατηγορητήριο. 2) κατά τις ως άνω ημεροχρονολογίες υποβολής των δύο μηνύσεών του, κατέθεσε ενόρκως ότι τα αναφερόμενα και εντός πραγματικά περιστατικά είναι αληθή, ενώ εγνώριζε ότι είναι ψευδή, 3) με τα α) από 21-1-2003 έγγραφο υπόμνημά του προς την Δ/ση Επιθ/σεως του Υπουργείου Οικονομικών, β) από 4-12-2002 έγγραφη αναφορά του προς τον Υπουργό Οικονομικών, γ) από 17-10-2003 (προαναφερθείσα) μήνυσή του, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα ως αληθή, σε βάρος των πιο πάνω εγκαλούντων, τα οποία μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών και ειδικότερα ότι αυτοί διενήργησαν ελέγχους στα βιβλία του δικηγορικού του γραφείου με μεροληπτικό και εν γένει παράνομο τρόπο, εμποδίζοντας την φορολογική ρύθμιση των υποθέσεών του και συντάσσοντας κατασχετήριο έγγραφο, καταχρούμενοι την δημόσια εξουσία που έχουν.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω τριών πράξεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και, αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για κάθε μία πράξη και συνολική δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις του και με πρόθεση τέλεσε τα αξιόποινα αδικήματα που αναφέρονται πιο κάτω, τα οποία τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: α) Στις 7 Μαΐου 2003 και στις 17 Οκτωβρίου 2003,με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτές συγκεκριμένα, με τον παραπάνω σκοπό, κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τους ήδη εγκαλούντες Ρ. Μ. του Δ., Μ. Φ. του Α., Ι. Μ. του Γ. και Ι. Ζ. του Α., κατοίκους …, υποβάλλοντας εναντίον τους - και εναντίον άλλων - έξι (β) - τις από 5-5-2003 και 15-10-2003 έγγραφες μηνύσεις του, με τις οποίες κατήγγειλε ότι οι εγκαλούντες και οι άλλοι έξι (6) καταμηνυόμενοι υπάλληλοι όλοι του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και οι εγκαλούντες ειδικότερα, υπάλληλοι του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) τέλεσαν σε βάρος του (δήθεν) τα αξιόποινα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος της καταπίεσης και της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρα 229 παρ.1, 244 και 259 του ΠΚ) και πιο συγκεκριμένα, ότι η εγκαλούσα Μ. Φ. που διενήργησε έλεγχο στα βιβλία και τα στοιχεία του που είχαν παραλάβει και δεσμεύσει από τις 22 Οκτωβρίου 2001 άλλοι τρεις υπάλληλοι του ΣΔΟΕ από το δικηγορικό του γραφείο και διαπίστωσε (η ελέγχουσα Μ. Φ.) 162 τυπικές παραβάσεις του ΠΔ 186/1992 (του κώδικα βιβλίων και στοιχείων) συνέταξε την υπ' αριθμ. 13223/2002-007585/19-8-2002 έκθεση ελέγχου που συνυπέγραψαν και οι άλλοι τρεις εγκαλούντες και με βάση την έκθεση αυτή ελέγχου η Α' ΔΟΥ Αθηνών καταλόγισε σ' αυτόν με τις υπ' αριθμ. 368, 369, 370, 371, 372, 373, 374, 375 και 376 από 14-10-2002 αποφάσεις της πρόστιμο συνολικού ύψους 19.400.000 δραχμών (56.933,4 ευρώ), ότι οι εγκαλούντες και ο συνάδελφός τους, υπάλληλος του ΣΔΟΕ Λ. Δ. Π., επιχείρησαν να εμποδίσουν τη ρύθμιση της φορολογικής κατάστασης του κατηγορουμένου με τους ευνοϊκούς όρους των σχετικών αποφάσεων του Υπουργείου Οικονομικών, αν και αυτός είχε ζητήσει προφορικώς και εγγράφως από την παραπάνω ΔΟΥ τη ρύθμιση αυτή και ειδικότερα προέβησαν στη σύνταξη του κατασχετηρίου εγγράφου με αριθμό 00608/2002/5-7-2002, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι λόγοι επιβολής κατάσχεσης στα βιβλία του και έτσι, με την επιβολή της κατασχέσεως αυτής χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία τελέστηκε σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, ενώ με την επέκταση του φορολογικού ελέγχου και σε προηγούμενες οικονομικές χρήσεις και με τη διενέργεια προανακριτικής πράξεως της εξέτασης της μάρτυρος Α. Α.) τελέστηκε και πάλι παράβαση καθήκοντος και με την επιβολή του παραπάνω συνολικού προστίμου τελέστηκε σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της καταπίεσης και τέλος, οι δύο πρώτοι εγκαλούντες (Ρ. Μ. και Μ. Φ.) και οι δύο συνάδελφοι τους, υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, Δ. Λ. και Γ. Κ., τέλεσαν σε βάρος του το αξιόποινο αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης γιατί στις 5-11-2002 η Μ. Φ. και ο Γ. Κ. συνέταξαν την με την ίδια ημερομηνία έκθεση διαπίστωσης αδικήματος στην οποία βεβαίωναν ότι κατά τη διενέργεια σχετικού ελέγχου διαπίστωσαν ότι ο ήδη κατηγορούμενος, μολονότι προσκλήθηκε να προσκομίσει δύο μπλοκ αποδείξεων παροχής υπηρεσιών με αρίθμηση από τους αριθμούς 160 μέχρι 250 των χρήσεων 1991-1999 παραστατικά δαπανών των χρήσεων 1991-2001 δεν τα προσκόμισε και ότι η συμπεριφορά που συνιστούσε απείθεια (άρθρο 169 του ΠΚ) και την πράξη του αυτή κατεμήνυσαν οι παραπάνω (Φ., Μ., Λ. και Κ.) στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με το από 24-2-2003 έγγραφό τους και κατά την εκδοχή του κατηγορουμένου, η καταγγελία τους αυτή στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης. Για την υπόθεση αυτή όμως (με αφορμή τις από 5 Μαΐου 2003 και 15 Οκτωβρίου 2003 αναφερθείσες μηνύσεις του κατηγορουμένου, καθώς και τις από 31-10-2003 και 27-4-2004 μηνυτήριες αναφορές του εναντίον των παραπάνω υπαλλήλων του ΣΔΟΕ και της Α' ΔΟΥ Αθηνών) εκδόθηκε τελικά το βούλευμα με αριθμό 5090/2004 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον των παραπάνω καταμηνυθέντων (των εγκαλούντων και άλλων υπαλλήλων του ΣΔΟΕ και της Α' ΔΟΥ) γιατί οι ενέργειές τους ήσαν καθόλα νόμιμες και δεν στοιχειοθετούν τα αποδοθέντα σ' αυτούς αξιόποινα αδικήματα, όπως από την αρχή γνώριζε πολύ καλά ο κατηγορούμενος. β) Κατά τους παραπάνω χρόνους, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα συγκεκριμένα εγχειρίζοντας τις αναφερθείσες από 5-5-2003 και 15-10-2003 έγγραφες μηνύσεις του στον αρμόδιο κάθε φορά Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατέθεσε ενώπιον του τελευταίου ενόρκως ότι το περιεχόμενο τους είναι αληθινό μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι είναι ψευδές, γ) Κατά τους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με τον παρακάτω τρόπο ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιους άλλους γεγονότα ψευδή, ενώ γνώριζε την αναλήθειά τους, τα οποία μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους συγκεκριμένα, με τα αναφερόμενα πιο κάτω έγγραφα του ισχυρίσθηκε (ανακοίνωσε) ενώπιον τρίτων, δηλαδή εκείνων που κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους έχουν λάβει γνώση του περιεχομένου τους, τα παρακάτω δυσφημιστικά για τους εγκαλούντες γεγονότα, τα οποία ήσαν ψευδή και ο ίδιος γνώριζε την αναλήθειά τους ειδικότερα, με το από 21-1-2003 έγγραφο υπόμνημά του προς τη Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών αναφέρει ότι "η άδικος και μεροληπτική σε βάρος μου συμπεριφορά των καταγγελομένων υπαλλήλων", στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εγκαλούντες, μολονότι γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι οι τελευταίοι δεν ενήργησαν σε βάρος του μεροληπτικά και άδικα αλλά αντικειμενικά και σύννομα, όπως κρίθηκε και με το αναφερθέν απαλλακτικό βούλευμα, αλλά και τις πορισματικές εκθέσεις με αριθμούς 172/13-2-2003 και 1645/3-3-2003 των αρμοδίων επιθεωρητών της υπηρεσίας τους στις 4-12-2002 επέδωσε νόμιμα στον Υπουργό Οικονομικών έγγραφη αναφορά καταγγελία του, στην οποία εκθέτει ότι "... καθ' όλη την διάρκεια, συνεχώς πιεζόμουν από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ Φ. Μ. και Μ. Ρ., να "συμβιβαστώ" με τον καταγγέλλοντα πελάτη μου, με την καταβολή στην εφορία εξ ημισείας του προστίμου που θα επιβληθεί (δεν ξέρω μήπως, αν δεχόμουν τον συμβιβασμό, κανονιζόταν χαμηλότερα το ύφος του προστίμου) παραιτούμενος κάθε άλλης απαιτήσεώς μου εναντίον του καταγγέλλοντος (;) μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι ούτε οι παραπάνω δύο, ούτε οι άλλοι καταμηνυθέντες τον "πίεσαν" να "συμβιβασθεί" και να ενεργήσει με τον τρόπο που αναφέρει στην καταγγελία του στην από 7-5-2003 μνημονευθείσα μήνυσή του αναφέρει ότι η ενεργεία των μηνυμένων - στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εγκαλούντες - να προκαλέσουν τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου "της κλεισμένης φορολογικώς περιόδου για τα έτη 1993 έως και 2002, αποτελεί σκόπιμη και δολία σε βάρος του παράνομη ενέργεια για να τον βλάψουν ηθικά και υλικά και ότι ενήργησαν εν γνώσει τους και εκ δόλου για να τον βλάψουν και προς επίτευξη άλλων, μη νομίμων σκοπών και επιδιώξεων, μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι οι εγκαλούντες και οι άλλοι καταμηνυθέντες από αυτόν υπάλληλοι ενήργησαν νόμιμα, στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων στην από 17-10-2003 αναφερθείσα πιο πάνω μήνυσή του κατά του πρώτου εγκαλούντος Ρ. Μ., της δεύτερης εγκαλούσας Μ. Φ. και άλλων τριών υπαλλήλων αναφέρει ότι "... Η μανία των μηνυομένων να με εξοντώσουν, γιατί δεν υποτάχθηκα στις ορέξεις τους, όπως έχουν φαίνεται συνηθίσει, χρησιμοποιούντες την δημοσίαν εξουσίαν που τους εμπιστευθήκαμε εμείς οι πολίτες με τους "εκπροσώπους" μας στη βουλή. Καταχράστηκαν τη δύναμη της δημόσιας αυτής εξουσίας που "έχουν και την εμπιστοσύνη μας προς αυτούς", μολονότι γνώριζε ότι οι δυσφημιστικοί αυτοί για τους εγκαλούντες ισχυρισμοί του - που έχουν αφορμή την αναφορά τους εναντίον του για απείθεια - είναι εντελώς ψευδείς και η αναφορά των καταμηνυθέντων ήταν αληθής και στηριζόταν στο πραγματικό περιστατικό, ότι ο κατηγορούμενος προσκλήθηκε νόμιμα με τις από αριθμ. 607/11-4-2002 και 1564/1-10-2002 προσκλήσεις των αρμοδίων για τον έλεγχο των βιβλίων του, εκείνος δεν προσκόμισε τίποτε στην ίδια από 17-10-2003 μήνυσή του αναφέρει ότι οι καταμηνυθέντες υπάλληλοι παραβαίνοντες τα καθήκοντά τους, εν γνώσει των και ιδία η πρώτη (Μ. Φ.) ως βασική ελεγκτής της υποθέσεως, για να τον εκβιάσουν να δεχθεί επαχθή γι' αυτόν συμβιβασμό επί των απαιτήσεων του κατά του καταγγέλοντος πελάτη του για τις αμοιβές του, του δήλωσαν "να βγάλουν ένα μικρό πρόστιμο σε βάρος του" με τη συμφωνία να το πληρώσουν ο ίδιος και ο πελάτης του, εξ ημισείας ενεργώντας ως μεσάζοντες και ότι αυτές οι προτάσεις επαναλήφθηκαν και στο γραφείο του ήδη πρώτου εγκαλούντος Ρ. Μ., που ενεργούσε δήθεν καλοπροαιρέτως για την υπόθεση του κατηγορουμένου αλλά και τηλεφωνικώς από τον παραπάνω εγκαλούντα με κλήση στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου, εις επήκοον μάλιστα και τρίτων, μολονότι γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι τέτοιες προτάσεις ποτέ δεν του είχαν κάνει οι εγκαλούντες και οι άλλοι καταμηνυθέντες υπάλληλοι". Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών αναφέρει, όπως ελέχθη, ότι "οι άνω αποφάσεις (πανομοιότυπες στην αιτιολογία), εκδόθηκαν, επειδή, τάχα, συκοφάντησα τους άνω υπαλλήλους, όταν υπέβαλλα εναντίον αυτών αναφορές παραπόνων και καταγγελίες προς τις προϊστάμενες Αρχές, εξ αφορμής εκδόσεως εκ προθέσεως, παρανόμων πράξεων σε βάρος μου, αλλά και ότι, δήθεν, ψευδώς τους καταμήνυσα για τις πράξεις τους αυτές, όταν οι προϊστάμενοί των, με αγνόησαν και οι καταγγελλόμενοι, συνέχισαν ακάθεκτοι την παρανομία σε βάρος μου, σε σημείο εξοντώσεώς μου, άνευ αντικειμένου και νομίμου λόγου.
Τα δημόσια αυτά όργανα, εξέδωσαν σε βάρος μου, έκθεση ελέγχου, την υπ' αρ. 13223/2002 (προσάγεται), μετά από έλεγχο που διενήργησαν στο γραφείο μου, με "162 παραβάσεις" του Κ.Β.Σ., οι οποίες δεν υπήρχαν, αλλά κατασκευάστηκαν.
Βάσει αυτής της εκθέσεως, η Α' Δ.Ο.Υ Αθηνών, προέβη στην έκδοση εννέα αποφάσεων καταλογισμού προστίμου, 60.000 ευρώ!!! Ποσού όχι μόνο αδίκου, αλλά και εξοντωτικού για μένα! Οι εν λόγω αποφάσεις είναι οι ακόλουθες: 368/χρήσεως 1993, 369/χρήσεως 1994, 370/χρήσεως 1995, 371/χρήσεως 1996, 372/χρήσεως 1997, 373/χρήσεως 1998, 374/χρήσεως 1999, 375/χρήσεως 2000, 376/χρήσεως 2001. Προσάγονται, Πέραν αυτών εξέδωσαν και μία έκθεση για δήθεν απείθεια και υπέβαλλαν για το λόγο αυτό και δύο μηνύσεις εναντίον, ψευδείς.
Κατά των αποφάσεων αυτών υπέβαλλα αντίστοιχες προσφυγές, και οι προσβληθείσες αποφάσεις, ακυρώθηκαν με αποφάσεις του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Προσάγω την από 1/2/2010 υπ' αρ. πρωτ. 6064/10 Βεβαίωση. Προσάγεται.
Οι αποφάσεις αυτές είναι: 19153/09, 19150/09, 19152/09, 19468/09, 19469/09, 19469/09, 1947/10, 1268/10, 1270/2010.
Παρά την εκκρεμοδικία επί των άνω θεμάτων, με καταδίκασαν με τις άνω αποφάσεις τα ρηθέντα ποινικά δικαστήρια. Ενώ τους υπαλλήλους απήλλαξαν με βούλευμα! Του υπ' αρ. 5090/17-11-2004 προσαγομένου.
Με καταδίκασαν αφού απηλλάγησαν αυτοί με βούλευμα προηγουμένως -ως να προετοιμάζετο το έδαφος για την απαλλαγή τους! Με καταδίκασαν -με την χρήση, ψευδών βεβαιώσεων, ψευδομαρτυριών, πλαστών εγγράφων, αδικήματα τα οποία κατήγγειλα, με το από 8-6-2005 απολογητικό μου υπόμνημα το οποίο προσάγω." Από το κείμενο της άνω ακυρωτικής απόφασης [=1269/2010] -και των άλλων ομοίων, κατά τον αιτούντα- προκύπτει ότι η ακύρωση εχώρησε για τυπικόν και μόνο λόγο και δη διότι δεν εκλήθη προ της εκδόσεως των κρισίμων πράξεων ο προσφεύγων σε προηγούμενη ακρόαση.
Ενόψει όλων των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αίτηση το μεν είναι απαράδεκτη διότι δεν αναφέρει συγκεκριμένα τι σχέση έχει το φερόμενο νέο στοιχείο επί των εγκλημάτων για τα οποία χώρησε η καταδίκη κλπ., αφετέρου δε είναι και αβάσιμη αφού τα φερόμενα νέα στοιχεία δεν αναιρούν κανένα στοιχείο των εγκλημάτων αυτών -αφού δεν έχουν καμία σχέση με το περιεχόμενο αυτών- και συνεπώς δεν καθιστούν όχι φανερό αλλ' ούτε καν πιθανή την αθωότητα αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί η από 10-11-2010 αίτηση περί επαναλήψεως της κατ' αυτού διαδικασίας του Δ. Μ. που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 785/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, να καταδικαστεί δε ο άνω στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 6-12-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ’ αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ’ αυτούς, έστω και κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 10-11-2010 αίτηση, ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη με αριθμό 785/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, για ψευδή καταμήνυση κατ’ εξακολούθηση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμιση κατ’ εξακολούθηση, που τέλεσε σε βάρος υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών ( ΣΔΟΕ). Ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας, προβάλλει με την αίτηση, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι μετά την οριστική καταδίκη του, προέκυψαν νέα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα, οι αναφερόμενες σε αυτήν, αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου, οι οποίες ακύρωσαν τις αντίστοιχες αποφάσεις καταλογισμού προστίμου της Δ.Ο.Υ, το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος του, με βάση εκθέσεις ελέγχου των ως άνω υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, οι οποίες, (αποφάσεις), εκδόθηκαν μετά την ως άνω καταδίκη του, και αποδεικνύουν ότι, το Δικαστήριο τον καταδίκασε άδικα. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ.3, και 528 παρ.1 του Κ.Π.Δ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία. Όπως προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, λόγω της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως Δικηγόρου, εξέδωσε τη με αριθμό 785/2009 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης με τη με αριθμό 1271/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις της κατ' εξακολούθηση ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της κατ' εξακολούθηση συκοφαντικής δυσφημίσεως: "Ότι ο τελευταίος 1) στις 7-5-2003 και 17-10-2003 τέλεσε εξακολουθητικά, σε βάρος των εγκαλούντων Μ., Φ., Μ. και Ζ. το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, ειδικότερα δε με τις από 5-5-2003 και 15-10-2003 μηνύσεις του σε βάρος των ως άνω, τους καταμήνυσε (ψευδώς) ότι όντας υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, τέλεσαν σε βάρος του τα αδικήματα της παραβάσεως καθήκοντος, καταπιέσεως και ψευδούς καταμηνύσεως, όπως λεπτομερώς αναφέρονται στο κατηγορητήριο. 2) κατά τις ως άνω ημεροχρονολογίες υποβολής των δύο μηνύσεών του, κατέθεσε ενόρκως ότι τα αναφερόμενα και εντός πραγματικά περιστατικά είναι αληθή, ενώ εγνώριζε ότι είναι ψευδή, 3) με τα α) από 21-1-2003 έγγραφο υπόμνημά του προς την Δ/ση Επιθ/σεως του Υπουργείου Οικονομικών, β) από 4-12-2002 έγγραφη αναφορά του προς τον Υπουργό Οικονομικών, γ) από 17-10-2003 (προαναφερθείσα) μήνυσή του, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα ως αληθή, σε βάρος των πιο πάνω εγκαλούντων, τα οποία μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών και ειδικότερα ότι αυτοί διενήργησαν ελέγχους στα βιβλία του δικηγορικού του γραφείου με μεροληπτικό και εν γένει παράνομο τρόπο, εμποδίζοντας την φορολογική ρύθμιση των υποθέσεων του και συντάσσοντας κατασχετήριο έγγραφο, καταχρούμενοι την δημόσια εξουσία που έχουν.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω τριών πράξεων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και, αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για κάθε μία πράξη και συνολική δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις του και με πρόθεση τέλεσε τα αξιόποινα αδικήματα που αναφέρονται πιο κάτω, τα οποία τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: α) Στις 7 Μαΐου 2003 και στις 17 Οκτωβρίου 2003,με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτές συγκεκριμένα, με τον παραπάνω σκοπό, κατεμήνυσε εν γνώσει του, ψευδώς τους ήδη εγκαλούντες Ρ. Μ. του Δ., Μ. Φ. του Α., Ι. Μ. του Γ. και Ι. Ζ. του Α., κατοίκους …, υποβάλλοντας εναντίον τους - και εναντίον άλλων - έξι (β) - τις από 5-5-2003 και 15-10- 2003 έγγραφες μηνύσεις του, με τις οποίες κατήγγειλε ότι οι εγκαλούντες και οι άλλοι έξι (6) καταμηνυόμενοι υπάλληλοι όλοι του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και οι εγκαλούντες ειδικότερα, υπάλληλοι του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) τέλεσαν σε βάρος του (δήθεν) τα αξιόποινα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος της καταπίεσης και της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρα 229 παρ. 1, 244 και 259 του ΠΚ) και πιο συγκεκριμένα, ότι η εγκαλούσα Μ. Φ. που διενήργησε έλεγχο στα βιβλία και τα στοιχεία του που είχαν παραλάβει και δεσμεύσει από τις 22 Οκτωβρίου 2001 άλλοι τρεις υπάλληλοι του ΣΔΟΕ από το δικηγορικό του γραφείο και διαπίστωσε (η ελέγχουσα Μ. Φ.) 162 τυπικές παραβάσεις του ΠΔ 186/1992 (του κώδικα βιβλίων και στοιχείων) συνέταξε την υπ' αριθμ. 13223/ 2002-007585/19-8-2002 έκθεση ελέγχου που συνυπέγραψαν και οι άλλοι τρεις εγκαλούντες και με βάση την έκθεση αυτή ελέγχου η Α' ΔΟΥ Αθηνών καταλόγισε σ' αυτόν με τις υπ' αριθμ. 368, 369, 370, 371, 372, 373, 374, 375 και 376 από 14-10-2002 αποφάσεις της πρόστιμο συνολικού ύψους 19.400.000 δραχμών (56.933,4 ευρώ), ότι οι εγκαλούντες και ο συνάδελφος τους, υπάλληλος του ΣΔΟΕ Λ. Δ. Π., επιχείρησαν να εμποδίσουν τη ρύθμιση της φορολογικής κατάστασης του κατηγορουμένου με τους ευνοϊκούς όρους των σχετικών αποφάσεων του Υπουργείου Οικονομικών, αν και αυτός είχε ζητήσει προφορικώς και εγγράφως από την παραπάνω ΔΟΥ τη ρύθμιση αυτή και ειδικότερα προέβησαν στη σύνταξη του κατασχετηρίου εγγράφου με αριθμό 00608/2002/5-7-2002, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι λόγοι επιβολής κατάσχεσης στα βιβλία του και έτσι, με την επιβολή της κατασχέσεως αυτής χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία τελέστηκε σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, ενώ με την επέκταση του φορολογικού ελέγχου και σε προηγούμενες οικονομικές χρήσεις και με τη διενέργεια προανακριτικής πράξεως της εξέτασης της μάρτυρος Α. Α. τελέστηκε και πάλι παράβαση καθήκοντος και με την επιβολή του παραπάνω συνολικού προστίμου τελέστηκε σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της καταπίεσης και τέλος, οι δύο πρώτοι εγκαλούντες (Ρ. Μ. και Μ. Φ.) και οι δύο συνάδελφοι τους, υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, Δ. Λ. και Γ. Κ., τέλεσαν σε βάρος του το αξιόποινο αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης γιατί στις 5-11-2002 η Μ. Φ. και ο Γ. Κ. συνέταξαν την με την ίδια ημερομηνία έκθεση διαπίστωσης αδικήματος στην οποία βεβαίωναν ότι κατά τη διενέργεια σχετικού ελέγχου διαπίστωσαν ότι ο ήδη κατηγορούμενος, μολονότι προσκλήθηκε να προσκομίσει δύο μπλοκ αποδείξεων παροχής υπηρεσιών με αρίθμηση από τους αριθμούς 160 μέχρι 250 των χρήσεων 1991-1999 παραστατικά δαπανών των χρήσεων 1991-2001 δεν τα προσκόμισε και ότι η συμπεριφορά που συνιστούσε απείθεια (άρθρο 169 του ΠΚ) και την πράξη του αυτή κατεμήνυσαν οι παραπάνω (Φ., Μ., Λ. και Κ.) στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με το από 24-2-2003 έγγραφο τους και κατά την εκδοχή του κατηγορουμένου, η καταγγελία τους αυτή στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης. Για την υπόθεση αυτή όμως (με αφορμή τις από 5 Μαΐου 2003 και 15 Οκτωβρίου 2003 αναφερθείσες μηνύσεις του κατηγορουμένου, καθώς και τις από 31-10-2003 και 27-4- 2004 μηνυτήριες αναφορές του εναντίον των παραπάνω υπαλλήλων του ΣΔΟΕ και της Α' ΔΟΥ Αθηνών) εκδόθηκε τελικά το βούλευμα με αριθμό 5090/2004 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον των παραπάνω καταμηνυθέντων (των εγκαλούντων και άλλων υπαλλήλων του ΣΔΟΕ και της Α' ΔΟΥ) γιατί οι ενέργειες τους ήσαν καθόλα νόμιμες και δεν στοιχειοθετούν τα αποδοθέντα σ' αυτούς αξιόποινα αδικήματα, όπως από την αρχή γνώριζε πολύ καλά ο κατηγορούμενος, β) Κατά τους παραπάνω χρόνους, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα συγκεκριμένα εγχειρίζοντας τις αναφερθείσες από 5-5-2003 και 15-10-2003 έγγραφες μηνύσεις του στον αρμόδιο κάθε φορά Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατέθεσε ενώπιον του τελευταίου ενόρκως ότι το περιεχόμενο τους είναι αληθινό μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι είναι ψευδές, γ) Κατά τους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με τον παρακάτω τρόπο ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιους άλλους γεγονότα ψευδή, ενώ γνώριζε την αναλήθειά τους, τα οποία μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους συγκεκριμένα, με τα αναφερόμενα πιο κάτω έγγραφα του ισχυρίσθηκε (ανακοίνωσε) ενώπιον τρίτων, δηλαδή εκείνων που κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους έχουν λάβει γνώση του περιεχομένου τους, τα παρακάτω δυσφημιστικά για τους εγκαλούντες γεγονότα, τα οποία ήσαν ψευδή και ο ίδιος γνώριζε την αναλήθειά τους ειδικότερα, με το από 21-1-2003 έγγραφο υπόμνημά του προς τη Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών αναφέρει ότι "η άδικος και μεροληπτική σε βάρος μου συμπεριφορά των καταγγελλομένων υπαλλήλων", στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εγκαλούντες, μολονότι γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι οι τελευταίοι δεν ενήργησαν σε βάρος του μεροληπτικά και άδικα αλλά αντικειμενικά και σύννομα, όπως κρίθηκε και με το αναφερθέν απαλλακτικό βούλευμα, αλλά και τις πορισματικές εκθέσεις με αριθμούς 172/13-2- 2003 και 1645/3-3-2003 των αρμοδίων επιθεωρητών της υπηρεσίας τους, στις 4-12-2002 επέδωσε νόμιμα στον Υπουργό Οικονομικών έγγραφη αναφορά καταγγελία του, στην οποία εκθέτει ότι "... καθ' όλη την διάρκεια, συνεχώς πιεζόμουν από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ Φ. Μ. και Μ. Ρ., να "συμβιβαστώ" με τον καταγγέλλοντα πελάτη μου, με την καταβολή στην εφορία εξ ημισείας του προστίμου που θα επιβληθεί (δεν ξέρω μήπως, αν δεχόμουν τον συμβιβασμό, κανονιζόταν χαμηλότερα το ύψος του προστίμου) παραιτούμενος κάθε άλλης απαιτήσεως μου εναντίον του καταγγέλλοντος (;) μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι ούτε οι παραπάνω δύο, ούτε οι άλλοι καταμηνυθέντες τον "πίεσαν" να "συμβιβασθεί" και να ενεργήσει με τον τρόπο που αναφέρει στην καταγγελία του, στην από 7-5-2003 μνημονευθείσα μήνυσή του αναφέρει ότι η ενεργεία των μηνυμένων -στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εγκαλούντες- να προκαλέσουν τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου "της κλεισμένης φορολογικώς περιόδου για τα έτη 1993 έως και 2002, αποτελεί σκόπιμη και δολία σε βάρος του παράνομη ενέργεια για να τον βλάψουν ηθικά και υλικά και ότι ενήργησαν εν γνώσει τους και εκ δόλου για να τον βλάψουν και προς επίτευξη άλλων, μη νομίμων σκοπών και επιδιώξεων, μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι οι εγκαλούντες και οι άλλοι καταμηνυθέντες από αυτόν υπάλληλοι ενήργησαν νόμιμα, στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, στην από 17-10-2003 αναφερθείσα πιο πάνω μήνυσή του κατά του πρώτου εγκαλούντος Ρ. Μ., της δεύτερης εγκαλούσας Μ. Φ. και άλλων τριών υπαλλήλων αναφέρει ότι "Η μανία των μηνυομένων να με εξοντώσουν, γιατί δεν υποτάχθηκα στις ορέξεις τους, όπως έχουν φαίνεται συνηθίσει, χρησιμοποιούντες την δημοσίαν εξουσίαν που τους εμπιστευθήκαμε εμείς οι πολίτες με τους "εκπροσώπους" μας στη βουλή. Καταχράστηκαν τη δύναμη της δημόσιας αυτής εξουσίας που "έχουν και την εμπιστοσύνη μας προς αυτούς", μολονότι γνώριζε ότι οι δυσφημιστικοί αυτοί για τους εγκαλούντες ισχυρισμοί του - που έχουν αφορμή την αναφορά τους εναντίον του για απείθεια - είναι εντελώς ψευδείς και η αναφορά των καταμηνυθέντων ήταν αληθής και στηριζόταν στο πραγματικό περιστατικό, ότι ο κατηγορούμενος προσκλήθηκε νόμιμα με τις από αριθμ. 607/11-4-2002 και 1564/1-10-2002 προσκλήσεις των αρμοδίων για τον έλεγχο των βιβλίων του, εκείνος δεν προσκόμισε τίποτε, στην ίδια από 17-10-2003 μήνυσή του αναφέρει ότι οι καταμηνυθέντες υπάλληλοι παραβαίνοντες τα καθήκοντά τους, εν γνώσει των και ιδία η πρώτη (Μ. Φ.) ως βασική ελεγκτής της υποθέσεως, για να τον εκβιάσουν να δεχθεί επαχθή γι' αυτόν συμβιβασμό επί των απαιτήσεων του κατά του καταγγέλοντος πελάτη του για τις αμοιβές του, του δήλωσαν "να βγάλουν ένα μικρό πρόστιμο σε βάρος του" με τη συμφωνία να το πληρώσουν ο ίδιος και ο πελάτης του, εξ ημισείας ενεργώντας ως μεσάζοντες και ότι αυτές οι προτάσεις επαναλήφθηκαν και στο γραφείο του ήδη πρώτου εγκαλούντος Ρ. Μ., που ενεργούσε δήθεν καλοπροαιρέτως για την υπόθεση του κατηγορουμένου αλλά και τηλεφωνικώς από τον παραπάνω εγκαλούντα με κλήση στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου, εις επήκοον μάλιστα και τρίτων, μολονότι γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι τέτοιες προτάσεις ποτέ δεν του είχαν κάνει οι εγκαλούντες και οι άλλοι καταμηνυθέντες υπάλληλοι".
Ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία, από τα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, για τις πράξεις για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε άδικα, τα ακόλουθα: Ότι με τις με αριθμούς 19153/09, 19150/09, 19152/09, 19468/09, 19469/09, 1947/10, 1268/10, 1269/2010 και 1270/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ακυρώθηκαν, όπως προκύπτει από την από 1/2/2010 με αρ. πρωτ. 6064/10 Βεβαίωση, κατόπιν άσκησης Προσφυγών από μέρους του, οι εννέα πράξεις καταλογισμού προστίμου σε βάρος του, ύψους 60.000 Ευρώ και ειδικότερα, οι με αριθμούς 368/χρήσεως 1993, 369/χρήσεως 1994, 370/χρήσεως 1995, 371/χρήσεως 1996, 372/χρήσεως 1997, 373/χρήσεως 1998, 374/χρήσεως 1999, 375/χρήσεως 2000, 376/χρήσεως 2001, στις οποίες (πράξεις καταλογισμού προστίμου), είχε προβεί η Α' Δ.Ο.Υ Αθηνών, βάσει της έκθεσης ελέγχου, με αριθμό 13223/2002, που εξέδωσαν σε βάρος του τα προαναφερθέντα δημόσια όργανα, μετά από έλεγχο που διενήργησαν στο γραφείο του, με "162 παραβάσεις" του Κ.Β.Σ. Σε σχέση δε, με όσα παραπάνω στοιχεία, επικαλείται ο αιτών, πρέπει να σημειωθεί, ότι από το κείμενο της άνω ακυρωτικής απόφασης (1269/2010) -και των άλλων ομοίων, κατά τον αιτούντα- προκύπτει ότι η ακύρωση χώρισε για τυπικό και μόνο λόγο, και δη, διότι δεν εκλήθη, προ της εκδόσεως των κρισίμων πράξεων, ο προσφεύγων σε προηγούμενη ακρόαση. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν παραπάνω, καθίσταται σαφές, ότι η κρινόμενη αίτηση, είναι αβάσιμη, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν, αφού τα φερόμενα ως νέα στοιχεία δεν έχουν σχέση επί των εγκλημάτων για τα οποία χώρισε η καταδίκη του κατά τα άνω, - αφού δεν έχουν καμία σχέση με το περιεχόμενο αυτών - και συνεπώς δεν καθιστούν όχι φανερό αλλ' ούτε καν πιθανή την αθωότητα αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 10-11-2010, αίτηση του Δ. Μ. για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα, με τη με αριθμό 785/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Άρθρο 525 επ. ΚΠΔ. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης. Απαιτούνται νέα άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1043/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.10625/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Τ. Δ. και 2)Α. Σ..
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 30 Ιουνίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 584/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να γίνουν εν μέρει δεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες, από 24-3-2010, αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ. Λ. του Κ., καθώς και οι από 30-6-2010 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι του αυτού κατηγορουμένου κατά της 10.625/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήρια και να υποστηρίξει την έφεση του, λόγω σημαντικών αιτίων. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 51,0 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφαση του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης 10.625/2009 κυρίας αποφάσεως του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση του εμφανισθέντος αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ, για κρίσσονες αποδείξεις, υποβληθέν από το συνήγορό του και συγκεκριμένα, για να προσκομίσουν τα πρωτότυπα των διπλωμάτων που αναφέρονται στο διατακτικό, ώστε να αποδειχθεί ότι στα διπλώματα αυτά δεν αναφέρεται κανένα ψευδές περιστατικό.
Το Δικάσαν Εφετείο, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, του περιλαμβάνεται στο σκεπτικό του, απέρριψε το αίτημα αυτό του κατηγορουμένου αναφέροντας ότι "από τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς περιγράφει, μόρφωσε κατά τρόπο ασφαλή και βέβαιο πλήρη δικανική πεποίθηση για την υπό κρίση υπόθεση". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική συνδεόμενη άμεσα με τις σκέψεις και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει. Επομένως, ο από τα άρθρα 171 παρ.1δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Απορριπτέος είναι και ο 1ος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β ΚΠΔ, προβλεπόμενο λόγω της έλλειψης ακρόασης με τη σιγή απόρριψη του αιτήματος που προέβαλε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για επίδειξη και ανάγνωση των υπευθύνων δηλώσεων, και τούτο καθόσον το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν'απαντήσει επί του ανωτέρω αιτήματος το οποίο δεν ήταν νόμιμο, αφού οι ανωτέρω υπεύθυνες δηλώσεις αποτελούσε το υλικό αντικείμενο της αξιόποινης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης.
ΙΙ. Κατά το άρ. 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δυο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρ. 438 του ΚΠoλΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο νια εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιοδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, κατά το άρ. 46 παρ. 1β ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου, παρακολουθητικού χαρακτήρα της συμμετοχής, που καθιερώνει το άρ. 48 του ΠΚ, απαιτείται α) αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί τουλάχιστον να διαπράξει την άδικη πράξη, η οποία δεν καλύπτεται in concreto, από κάποιο λόγο που να αίρει το άδικο αυτής, δηλ. πράξη που συνιστά τέλεση ή απόπειρα τέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κύριας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο, ώστε, χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 10.625/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρέσειων μαζί με άλλους δύο (2) κατηγορουμένους, για άλλες όμως πράξεις, κατ' επιτρεπτή της κατηγορίας, κηρύχθηκε ένοχος, άμεσης συνέργειας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, Χ. Λ. στις 17-6-2003 στη … με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους δράστες της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και στην εκτέλεση αυτής της πράξης. Ειδικότερα στον, ως άνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος ως ιδιοκτήτης λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ Θηβών στις 17-6-2003 συνέταξε υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 την οποία υπέβαλε στο Τμήμα Μεταφορών Θηβών της Νομ/κης Αυτ/σης Βοιωτίας στην οποία εδήλωνε ότι ο υιός αυτού, Κ. Λ. είχε πραγματοποιήσει 120 ημερομίσθια ως οδηγός λεωφορείου επιτυγχάνοντας να αρθεί ο περιορισμός "114" επί της αδείας ικανότητας οδήγησης (επαγγελματικής) με εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω κρατικής υπηρεσίας, και έτσι να δύνανται ο προαναφερόμενος υιός του κατηγορουμένου να οδηγεί το λεωφορείο του ΚΤΕΛ σε ακτίνα υπερβαίνουσα τα 50 χιλιόμετρα από τη βάση του λεωφορείου. Παρά τα διαληφθέντα από τον κατηγορούμενο στην προμνημονευθείσα υπεύθυνη δήλωση του τα αληθή ήσαν ότι ο υιός του, Κ. Λ., εργαζόταν ως εισπράκτορας και μόνο από τον Ιούλιο του 2000 εργαζόταν ως οδηγός αστικού λεωφορείου. Τα ανωτέρω από τον κατηγορούμενο δηλούμενα με την προμνημονευθείσα υπεύθυνη δήλωσή του είναι ψευδή γεγονότα που αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της επίσημης συμβάσεως του ΚΤΕΛ Θηβών με τον υιό του κατηγορουμένου σύμφωνα με την οποία αυτός απασχολούντο με άλλες ειδικότητες και όχι με αυτήν, του οδηγού. Ταυτόχρονη απασχόληση σε δύο εργασίες (οδηγού και εισπράκτορα, σταθμάρχη ή εκδότη εισητηρίων) δεν μπορεί να συμβεί. Απασχόληση αυτού και δεύτερο οκτάωρο στο ίδιο 24ωρο ομοίως δεν μπορούσε να γίνει, πράγμα το οποίο αν συνέβαινε αντέβαινε στην εργατική νομοθεσία, κυρίως όμως εγκυμονεί σοβαρότατους κινδύουν για την ασφάλεια των χρησιμοποιούντων τα λεωφορεία αυτά επιβατών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο κατηγορούμενος ο οποίος κατά την τέλεση από τον Κ. Λ. της αξιόποινης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος με την αριθμ.910/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ήδη αμετάκλητη-παρέσχον σ' αυτόν άμεση συνδρομή, με τη σύνταξη των προαναφερομένων υπευθύνων δηλώσεων απευθυνομένων στο Τμήμα Μεταφορών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας, κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της άμεσης συνέργειας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης από κοινού κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης από κοινού, απορριπτομένου του αιτήματος της αποβολής της υπόθεσης για κρείσσονας αποδείξεις, καθόσον το Δικαστήριο, από τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα μόρφωσε κατά τρόπο ασφαλή και βέβαιο πλήρη δικανική πεποίθηση για την υπό κρίση υπόθεση. Στον κατηγορούμενο πρέπει να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ καθόσον στην πράξη τους αυτή δεν ωθήθηκε από ταπεινά αίτια".
Μετά από αυτά το άνω Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της πράξης και άμεσης συνέργειας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης από κοινού κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης από κοινού (κατά συναυτουργία) και ειδικότερα του ότι στη … στις 17-6-2003 παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης από κοινού με τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, 1)Τ. Δ. και 2)Α. Σ., κατά τη διάρκεια και κατά την εκτέλεση ως κύριας πράξης συντάσσοντας την από 17-6-2003 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 με την οποία ο δράστης της κυρίας πράξης, Κ. Λ., με εξαπάτηση επέτυχε να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, ο Κ. Λ. στις 17-6-2003 στον ως άνω τόπο και στον ως άνω ομοίως τόπο, προσκόμισε ψευδή κατά περιεχόμενο υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 του κατηγορούμενου, Χ. Λ. προς το Τμήμα Μεταφορών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας ότι δήθεν ο προαναφερόμενος υιός του Κ. Λ. είχε πραγματοποιήσει 120 ημερομίσθια ως οδηγός λεωφορείου. Δια τον τρόπον δε αυτόν (σύνταξη των υπευθύνων δηλώσεων και προσκόμιση αυτών στην αρμόδια κρατική αρχή) και δι' εξαπατήσεως των υπαλλήλων της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Βοιωτίας (Τμήμα Μεταφορών) επέτυχε να αρθεί ο περιορισμός "114" που υποδήλωνε επί της αδείας ικανότητας οδηγήσεως (επαγγέλματος) Κ. Λ. απαγόρευση κινήσεως λεωφορείων σε ακτίνα πέραν των 50 χιλιομέτρων από τη βάση του οχήματος. Ήτοι πέτυχε ο τελευταίος με την άμεση συνδρομή του κατηγορουμένου, συνισταμένης ως άνω αυτής (άμεσης συνδρομής) στην σύνταξη και παράδοση της προαναφερομένης υπεύθυνης δηλώσεως του Ν. 1599/1986 με το προεκτεθέν περιεχόμενο ... υιός του, Κ. Λ. και την προσκόμιση από τον τελευταίο στο Τμήμα Συγκοινωνιών (Μεταφορών) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας, να βεβαιωθεί στο εν λόγω δημόσιο έγγραφο αναληθώς το περιστατικό ότι ο ανωτέρω Κ. Λ., είχε το δικαίωμα να οδηγεί το όχημα και πέραν των 50 χιλιομέτρων". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1β, 84 παρ.β', 220 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Μ. Τ. και Α. Σ. Κ.. Ειδικότερα, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που στοιχειοθετούν το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης αντικειμενικά, δηλαδή, έγγραφο κατ' άρθρο 438 ΚΠολΔ, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία (άδεια οδήγησης λεωφορείου του ΚΤΕΛ), να επιφέρει το έγγραφο αυτό τη γένεση δικαιώματος (οδήγηση λεωφορείου σε ακτίνα μεγαλύτερη των 50 χιλιομέτρων) και η βεβαίωση του αναληθούς αυτού περιστατικού, που επετεύχθη με εξαπάτηση του άνω υπαλλήλου, με την υποβολή της αναληθούς υπεύθυνης δήλωσης, που αναφέρεται στο διατακτικό. Επίσης, αναφέρεται η πράξη που συνιστά τέλεση από τον αυτουργό της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, αφετέρου τέλεση από το συνεργό αναιρεσείοντα πράξης υποστηρικτικής της κύριας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο, ώστε χωρίς αυτή, δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος αυτού. Μάλιστα δε, η αθώωση του αυτουργού πρωτοδίκως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 910/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θηβών, για έλλειψη δόλου, δεν επηρεάζει την ευθύνη του συμμετόχου (ΠΚ 46 β') άμεσου συνεργού αναιρεσείοντος (σχ. ΑΠ 48 αρ.3 και 5). Εξάλλου δεν δημιουργεί καμία ασάφεια το αναφερόμενο στο σκεπτικό ότι στην ενέργειά του ο αναιρεσείων προέβη από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του (που δεν άσκησαν αναίρεση), οι οποίοι προέβησαν καθένας τους αυτοτελώς σε ανάλογη ενέργεια για τους συγκατηγορουμένους επίσης πρωτοδίκως γιούς τους. Τέλος δεν υπάρχει καμία αιτίαση στις παραδοχές των αποφάσεων από την αναφορά σ' αυτή ότι κηρύχθηκε ο αυτουργός γιός του, Κ. Λ., ένοχος με την 910/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών αντί του ορθού, Τριμελούς Πλημ/κείου Θηβών, αφού τούτο προφανώς οφείλεται σε παραδρομή, κηρύχθηκε μάλιστα αυτός με την άνω απόφαση αθώος της πράξεως που είχε κατηγορηθεί, χωρίς αυτό να επηρεάζει, κατά τα άνω εκτεθέντα, τη θέση (ποινική) του συμμετόχου αναιρεσείοντος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, καθώς και οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι, από το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Δηλαδή, προϋποτίθεται, αφενός η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφετέρου και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρείται και η αναφερόμενη με στοιχ. ε' δηλαδή, "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για την περίσταση αυτή, πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπο καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση, και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων παραπονείται ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε σιωπηρά το αίτημά του για αναγνώριση και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' ΠΚ ιδρύοντος έτσι τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠΔ λόγο αναίρεσης για σχετική ακυρότητα διαδικασίας στο ακροατήριο. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών προς έλεγχο αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας η αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2 περ. Ε' ΠΚ (καλής μετά την πράξη συμπεριφοράς), προβάλλοντας για το δεύτερο, κατά λέξη τα εξής: "από το χρόνο τέλεσης της πράξης που του αποδίδεται (Ιούνιος 2009) μέχρι σήμερα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών, εργάζονταν ως οδηγός του ΚΤΕΛ (λεωφορειούχος) μέχρι της συνταξιοδοτήσεώς του, ασχολείτο με κοινωνικές εκδηλώσεις και συμμετείχε ενεργά στην κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου κατοικίας και έκτοτε δεν απασχόλησε τις αρχές". Το Δικαστήριο, αναγνώρισε σε αυτόν το πρώτο ελαφρυντικό, ο δε εισαγγελέας ζήτησε την αναγνώριση μόνο του άνω ελαφρυντικού, χωρίς να διατυπώσει πρόταση για το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2ε' ΠΚ. Με τα παραπάνω, ο αναιρεσείων προέβαλε αορίστως στο ακροατήριο τον ισχυρισμό της αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' ΠΚ, χωρίς όμως την επίκληση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που τον συγκροτούν και ως εκ τούτου, το δικάσαν Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει τη σιωπηρή απόρριψή του. Κατά συνέπεια, ο πρώτος των προσθέτων λόγων για έλλειψη αιτιολογίας, σύμφωνα με το άρθρο 510, παρ.1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για την απόρριψη αυτή, καθώς και ο δεύτερος των αυτών λόγων, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, επειδή δεν δόθηκε σε αυτόν ο λόγος να προτείνει (ανεξάρτητα του ότι δεν έχει δικαίωμα ο κατηγορούμενος να προτείνει την έλλειψη αυτή), που ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' και 171 παρ.1β' και 1δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Τέλος απορριπτέος ως επ' εσφαλμένης προϋποθέσεως είναι και ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα από τον Πρόεδρο να προτείνει επί του αυτοτελούς ισχυρισμού του για αναγνώριση σ' αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2ε' ΠΚ, αφού όπως από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει μετά την κήρυξη του πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας και αφού οι ένοχοι μετά την απαγγελία της απόφασης περί ενοχής τους, ζήτησαν εκ νέου την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, ως και του ελαφρυντικού των μη αιτήσεων. Ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε την αναγνώριση μόνο του πρώτου ελαφρυντικού.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της καθώς και οι περιλαμβανόμενοι στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, λόγοι αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2529/31-3-2010) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του Χ. Λ. του Κ., καθώς και τους πρόσθετους λόγους με το από 30-6-2010 ανεξάρτητο δικόγραφο του αυτού αναιρεσείοντος για αναίρεση της με αριθμό 10.625/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άμεση συνέργεια σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Έννοια όρων υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Η αθώωση του αυτουργού για έλλειψη δόλου δεν αποκλείει κατ’ άρθρο 48 ΠΚ την ποινική ευθύνη του άμεσου συνεργού. Αυτοτελής ισχυρισμός για απόρριψη αιτήματος για χορήγηση ελαφρυντικού: πρέπει να είναι ορισμένος για να έχει υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα για την απόρριψη αυτή. Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη και σαφή αιτιολογία. Αβάσιμοι οι λόγοι για έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και μη ορθή του νόμου εφαρμογή. Απορρίπτει αίτηση και προσθέτους λόγους.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1042/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Γ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 153/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 63/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 83/23-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περιπτ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, την από 11.1.2011 αίτηση του Χ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 153/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 11 μηνών με τριετή αναστολή για τα αδικήματα, της α) ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, β) ψευδορκίας μάρτυρα και γ) συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή. Την ποινή αυτή ζήτησε βάσει του Νόμου 3727/18.12.2008 να μετατρέψει το Δικαστήριο προς 3 ευρώ ημερησίως, η οποία και έγινε δεκτή, με την υπ' αριθμ. 4075/2010 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ορισμένες, περιοριστικώς αναφερόμενες, περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη, κατά την οποία μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάση του ίδιου αποδεικτικού υλικού, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετακλήτου αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (βλ. ΑΠ 1086/2009, ΑΠ 1034/2009, ΑΠ 746/2009, ΑΠ 444/2009, Μπουρόπουλος Ερμ. Κ. Ποιν. Δικ. αρ. 535, σελίς 310). Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα, (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της με αριθμ. 1859/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από αυτόν αίτηση αναίρεσης κατά της 153/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, για τον λόγο ότι από τις νέες αποδείξεις που αναφέρονται στην αίτηση αυτή, και ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γίνεται φανερό, (όπως διατείνεται ο ίδιος), ότι ήταν αθώος των παραπάνω πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη, στηριζομένη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, και πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατ' ουσία.
ΙΙΙ. Από τα πρακτικά της απόφασης και τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών καταδικάστηκε με την 153/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης 11 μηνών, με τριετή αναστολή, [την ποινή αυτή αργότερα δυνάμει των ευεργετικών διατάξεων του Ν. 3727/2008-άρθρο 16- μετέτρεψε προς 3 ευρώ ημερησίως, βλεπ. απόφαση 4075/2010 Τριμ. Εφετ. Πλημ. Αθηνών], για τις πράξεις α) της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, β) ψευδορκίας μάρτυρα, και γ) συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή. Οι πράξεις αυτές ειδικότερα συνίστανται στο ότι: " 1) Εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλους ψευδώς ενώπιον της Αρχής, ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους γι' αυτές. Πλέον δε συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας την από 1-10-2001 μήνυσή του, στρεφομένη κατά των Λ. Π. του Δ. (Δικηγόρου Χαλκίδας), Ν. Κ. και Β. Χ. του Ε., νυν εγκαλούντων, καθώς και κατά των Ε. Μ. του Γ. και Β. Σ., Συμβ/φων Χαλκίδας, με την οποία κατεμήνυσε ψευδώς αυτούς, καταλογίζοντάς του συμμετοχικές αξιόποινες πράξεις στην δήθεν, ως προϊόντων πλαστογραφίας, σύνταξη των υπ' αριθμ. .../19-1-99 και .../1-4-99 δύο δημοσίων διαθηκών, ενώπιον των ως άνω Συμβολαιογράφων Χαλκίδας, υπό την παρουσία του ως άνω δικηγόρου Χαλκίδας, με δήλωση της τελευταίας βούλησης από τον δήθεν ως ανίκανο για λόγους υγείας διαθέτη πεθερό του εγκαλούντα Ν. Κ., και πατέρα της εγκαλούσας Β. Χ. και του κατηγορουμένου. Η αλήθεια όμως την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, είναι ότι οι δύο δημόσιες διαθήκες έγιναν κανονικά με δήλωση από διαθέτη ικανό στους χρόνους σύνταξής τους, προέβη δε στη πράξη του αυτή με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των ως άνω εγκαλούντων, πράγμα το οποίο πέτυχε. 2) Ενόρκως εξεταζόμενος, ως μάρτυς ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή γεγονότα αποκρύπτοντας τα αληθή και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της ψευδούς από 1.10.2001 υποβληθείσας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας μηνύσεώς του, το περιεχόμενο της οποίας εξετέθη στην υπό στοιχείο 1 πράξη, εν γνώσει του ότι αυτό ήτο ψευδές, αποκρύπτοντας την αλήθεια, η οποία επίσης εξετέθη στην υπό στοιχείο 1 πράξη. 3) Εν γνώσει της αναληθείας τελών, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιους άλλους γεγονότα ψευδή, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους, και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο με την υποβληθείσα ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας από 1.10.2001 μήνυσή του, το ψευδές περιεχόμενο της οποίας εξετέθη στην υπό στοιχείο 1 πράξη, και του οποίου περιεχομένου έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της Εισαγγελίας Χαλκίδας, αλλά και τρίτα άτομα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έβλαψε την τιμή και την υπόληψή των ως άνω εγκαλούντων, αφού τους ενεφάνιζε "ως πλαστογράφους". Με την υπ' αριθμ. 4746/20-11-2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας ο κατηγορούμενος-αιτών κατεδικάσθη. Άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης, και με την 153/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων (Μεταβατικό Χαλκίδας), κατεδικάσθη πάλι στην ποινή φυλάκισης 11 μηνών με τριετή αναστολή. Κατά τις παραδοχές της απόφασης "Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο πατέρας του, (ο διαθέτης), είχε λόγω της μεγάλης ηλικίας του προβλήματα υγείας, τα οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν τον εμπόδιζαν να προβεί στη σύνταξη δημόσιας διαθήκης. Επίσης, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι σχέσεις του ιδίου με τον διαθέτη πατέρα του δεν ήταν καλές, και συνεπώς η εκ μέρους του τελευταίου εγκατάσταση ως κληρονόμου της θυγατέρας του Β. Χ., καθώς και των τέκνων της και του συζύγου αυτής, αποτελούσε έκφραση των συναισθημάτων του διαθέτη προς τα παιδιά του, και όχι απαραιτήτως προϊόν πλαστογραφίας. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με δόλο τέλεσε τις αποδιδόμενες σ'αυτόν αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος...κλπ. κλπ. απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών του ότι τελούσε σε πλάνη, και ότι ενεργούσε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον κατ' άρθρ. 367 παρ. 1 ΠΚ, αφού η τελευταία αυτή διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν υπάρχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 367 παρ. 2 α ΠΚ). Τέλος η απόφαση κατέστη αμετάκλητος με την αίτηση αναίρεσης που υπέβαλε ο αναιρεσείων, και την απόφαση 1859/2009 του Αρείου Πάγου, Β' Ποινικό Τμήμα διακοπών, με την οποίαν απερρίφθησαν ως αβάσιμοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης κατά της εφετειακής απόφασης.
ΙV. Ο αιτών, με την υπό κρίση αίτησή του, επικαλείται ως νέα στοιχεία, υπέρ της αθωότητάς του: 1) Την υπ' αριθμ. 37/2010 αθωωτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), που ακολούθησε την από 7-9-2006 μήνυση της Β. Χ., σχετικά με το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. 248/2000 και 265/2001 αγωγών του αιτούντος Χ. Γ. του Ε., που αναφέρονται στα ίδια πραγματικά γεγονότα που αναφέρεται και η υπ' αριθμ. 153/2009 καταδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), στην οποία αναφέρεται: α) ότι είχε καλές σχέσεις με τον πατέρα του, τον φρόντιζε και τον μετέφερε αρκετές φορές στο νοσοκομείο λόγω των καρδιακών και αναπνευστικών του προβλημάτων, β) ότι ο Ε. Χ. (διαθέτης), από τον Ιανουάριο του 1999 εμφάνισε σοβαρή επιβάρυνση της υγείας του, (σοβαρά καρδιοαναπνευστικά προβλήματα, διαβήτη κλπ) και μεταφέρονταν συχνά στο Νοσοκομείο από τον ίδιο. γ) Κατάθεση Μ., που αναφέρει (σελίς 9 της 153/09), ότι συνάντησε τον πατέρα του στο σπίτι του, την ημέρα του Ευαγγελισμού, πριν μπει στο Νοσοκομείο όπου πέθανε, και τον βρήκε στο παιδικό δωμάτιο με μεταλλική φιάλη οξυγόνου για την υποστήριξη της αναπνοής του, που αποδεικνύει τις υγιείς σχέσεις πατέρα και γιού που τους συνέδεαν. 2) Μηνυτήρια αναφορά από 9-1-98, και από 15-7-98 ένορκη εξέταση εγκαλούντος-μηνυτή, και από 15-7-98 ένορκη εξέταση μάρτυρα, ήτοι έγγραφα που περιέχουν 4 γνήσιες υπογραφές του φερόμενου διαθέτη πατέρα του, Ε. Χ.. Οι γνήσιες αυτές υπογραφές της μήνυσης και της ένορκης εξέτασής του δεν είχαν γίνει αντικείμενο γραφολογικής έρευνας και δεν συγκρίθηκαν ποτέ με τις φερόμενες υπογραφές στην υπ' αριθμ. .../1.4.99 φερόμενη διαθήκη του. Αυτά τέθηκαν υπόψη του γραφολόγου Κ. Π. Διδάκτορος Δικαστικής γραφολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ζήτησε να συγκριθούν με τις υπογραφές που υπάρχουν στην .../1-4-1999 φερόμενη διαθήκη του, επίσης να σχετισθεί με την από 31.7.2003 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του ειδικού γραφολόγου Μ. Μ., και η από 16.2.2004 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων του Τεχνικού συμβούλου Δ. Θ., σε σχέση με την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσης πραγματογνώμονος Ε. Τ., επίσης η από 18.9.2003 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του ειδικού γραφολόγου Ι. Θ., η από 21.2.2004 συμπληρωματική έκθεση παρατηρήσεων του δικαστικού γραφολόγου Δ. Θ., επί της συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Ε. Τ. -"διάταξη 10/2004 της Α' Ανακρίτριας Χαλκίδας". Ο Ειδικός γραφολόγος Π. Κ. κατέληξε: "Με τα νεοπροσκομισθέντα στοιχεία και τις υπάρχουσες γραφολογικές εκθέσεις, "τα αυτόγραφα δείγματα Χ., δεν μπορούν να αποδοθούν στο ίδιο χέρι, και λαμβάνοντας υπόψη τις αναφερθείσες δεοντολογικές επιστημονικές επιφυλάξεις, "αναγκαστικά πιθανολογούμε βασιμότατα ότι οι υπογραφές στη δημόσια διαθήκη .../1.4.1999, δεν χαράχτηκαν από το χέρι του φερόμενου ως διαθέτη Ε. Χ.". Έτσι η προσωπική άποψη (Κ.) ταυτίζεται με αυτή του Μ. και Θ.. 3) Δεν ετέθη υπόψη του Εφετείου Αθηνών, (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), η από 8-3-99 υπεύθυνη δήλωση-βεβαίωση του πατέρα-διαθέτη, Ε. Χ., που βεβαιώνει, ότι "διαμένει μαζί του και συντηρείται από αυτόν." Το έγγραφο αυτό, σε συνδυασμό με την κατάθεση Γ. Μ., (που αναφέρει ότι τον συνήντησε διασωληνωμένο στο σπίτι του την ημέρα του Ευαγγελισμού κλπ κλπ), αποδεικνύει τις υγιείς σχέσεις πατέρα και γιού που τους συνέδεαν, και αποδεικνύει ότι κακώς καταδικάστηκε με την 153/2009 απόφαση του Εφετείου Πλημμ. Αθηνών. 4) Δεν ετέθη υπόψη του Εφετείου η υπ' αριθμ. 687/2003 πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία παραπέμπονται οι συμμετέχοντες στη σύνταξη της επίδικης διαθήκης για πλαστογραφία, πλην με βούλευμα απηλλάγησαν -Να μη γίνει κατηγορία.
V. Ως προς τα παραπάνω στοιχεία, που ο αιτών επικαλείται, ως νέα στοιχεία ή νέες αποδείξεις, πρέπει να εκτεθούν τα ακόλουθα: Α. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 153/2009 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών υπάρχει στα αναγνωστέα έγγραφα και η από 9-2-2004 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσης από την Ανακρίτρια, Τ., (Διάταξη 4-2004), με ανύπαρκτη συμπληρωματική, από 16-2-2004, που διετάχθη με την 10/2004 διάταξη της Ανακρίτριας, σύμφωνα με την οποία "οι υπογραφές είναι γνήσιες στην υπ' αριθμ. .../1.4.99 δημόσια διαθήκη του Ε. Χ.". 'Όμως, στις προσκομιζόμενες με επίκληση τρείς (3) νέες ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες που διενεργήθηκαν με επιμέλεια του αιτούντος, (γραφολογικές εκθέσεις Π. Κ. - Μ. - Δ. Θ.), που φέρονται και είναι "νέα απόδειξη", αναφέρεται: α) "πιθανολογούμε ότι η υπογραφή στην .../1-4-99 δημόσια διαθήκη είναι από άλλο χέρι και όχι από το χέρι του Ε. Χ." (βλ. έκθεση Κ.), β) "προκύπτει η πεποίθησή μου για την μη γνησιότητα της υπογραφής στην .../1-4-99 δημόσια διαθήκη" (βλ. έκθεση Μ.), γ) "Δεν χαράκτηκαν, κατά την γνώμη μου, υπό του διαθέτη, αλλά από άλλο γραφικό φορέα" (βλ. έκθεση Δ. Θ. - Σχετικό 21) και περαιτέρω, "Σφόδρα πιθανό οι υπογραφές της διαθήκης είναι της Β. Χ." (βλ. σχετικό 22, και παρατηρήσεις Δ. Θ. επί της γραφολογικής έκθεσης της Τ., όπου αναφέρεται, "Κατ'ανεπιτυχή απομίμηση, εις βαθμό λίαν σφοδράς πιθανότητας, αυτές εχαράχθησαν δια χειρός αυτής, της Β. Χ." (βλ. ΑΠ 1094/2006 Στ' Τμήμα, - Σε συμβούλιο, Ποιν. Δνη 2007, σελίς 40, Adhoc "νέες αποδείξεις" η νέα γραφολογική έκθεση, ή γραφ. πραγματογνωμοσύνη, που δεν είχε προσκομισθεί στο δικαστήριο, και δεν ήταν γνωστή στο Δικαστήριο που τον έκρινε). Πράγματι το ανωτέρω στοιχείο είναι "νέο" κατά την έννοια της αναφερόμενης διάταξης 525 ΚΠΔ, που πράγματι, κατά την έρευνα των πρακτικών, ήταν άγνωστο στους Δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Πλημ. Αθηνών, που εξέδωσε την απόφαση, το οποίο εκτιμώμενο από μόνο του ή σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα, καθιστούν φανερό, και (όχι απλώς πιθανόν), ότι ο αιτών είναι αθώος, και δεν έχει σημασία το ότι έχουμε ιδιωτικές ή εκ του δικαστηρίου, (εδώ από την ανακρίτρια), πραγματογνωμοσύνες. Σημασία έχει το κύρος της πραγματογνωμοσύνης. Β. Με την υπ' αριθμ. 37/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), ο κατηγορούμενος-αιτών αθωώθηκε της πράξης της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου, που φέρεται ότι τέλεσε στην Χαλκίδα στις 19.4.2002 με την κατάθεση της με αριθμό 265/2002 αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, κατά των εναγομένων, α) Ν. Κ., β) Β. Χ., γ) Κ. Κ., και δ) Φ.-Δ. Κ., με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας και της πλαστότητας της .../1.4.99 δημόσιας διαθήκης του Ε. Χ.. Δηλαδή, η ιστορική βάση της αγωγής ήταν ότι νόθευσαν οι εναγόμενοι την προσβαλλόμενη διαθήκη, αφού προηγούμενα είχαν εξασφαλίσει σε άγνωστο χρόνο την υπογραφή του πατέρα τους σε λευκό χαρτί, και σ' αυτό πρόσθεσαν το κείμενο της επίδικης διαθήκης, χωρίς να την υπαγορεύσει στους Συμβ/φους ... κλπ. κλπ., και ότι χρησιμοποίησε προς απόδειξη των αναληθών ισχυρισμών του την από 19.12.2003 ένορκη κατάθεση του α' κατηγορουμένου με σκοπό να δημιουργήσει πλάνη στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής ότι σε κάθε περίπτωση ο διαθέτης ήταν ανίκανος δικαιοπρακτικά, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του κατά τη βάση της αυτή, και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη διαθήκη και να επέλθη εξ αδιαθέτου διαδοχή, και ο κατηγορούμενος (υιός του) να γίνει συγκληρονόμος κατά το 1/2 εξ αδιαθέτου στα κληρονομούμενα κινητά και ακίνητα. Η υπόθεση αυτή είναι ακριβώς η ίδια με την καταδικαστική, αφού τόσο στην καταδικαστική, (153/2009), όσο και στη μεταγενέστερη (37/2010), ανεξαρτήτως αν εδόθη άλλος χαρακτηρισμός στη πράξη, (απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου), ο πυρήνας της κατηγορίας και η κεντρική καταφορά και στις δύο είναι πως είναι "πλαστογράφοι" και αυτοί "πλαστογράφησαν (νόθευσαν) την διαθήκη. Έτσι αν μετά την αμετάκλητη καταδικαστική ο κατηγορούμενος καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, πρέπει να πρόκειται για την ίδια πράξη, και όχι απλώς όμοια πράξη με άλλα περιστατικά (βλ. ΑΠ 1751 και 1906/2003 Π Χρ. ΝΔ Σελ. 635, 725, αντίστοιχα, ασχέτως του τυχόν γενομένου διαφορετικού νομικού χαρακτηρισμού της (βλ. ΑΠ 175/2003, Π. Χρ ΝΓ' σελ. 922). Επί δύο αποφάσεων αμετακλήτων, καταδικαστική και αθωωτική, α) αν προηγηθεί το αμετάκλητο της αθωωτικής, ακυρώνεται η μεταγενέστερη καταδικαστική, και διατηρείται η αθωωτική, β) αν όμως προηγηθεί η καταδικαστική και ακολουθήσει η αθωωτική, όπως στην κρινόμενη περίπτωσή μας, ακυρώνονται και οι δύο αποφάσεις (βλ. ΑΠ 1351/2003, Ποιν. Δνη 2004, Σελίς 106, και ΑΠ 1192/93, Π. Χρ. ΜΓ' Σελ. 880). Εάν εν τω μεταξύ η πράξη έχει παραγραφεί, το δικαστήριο δεχόμενο την αίτηση, δεν παραπέμπει, αλλά παύει οριστικά την ποινική δίωξη (βλ. ΑΠ 1906/2003 Π. Χρ. ΝΔ' σελ. 725, και ΑΠ 1351/2003, Ποιν. Δνη 2004, Σελίς 106). 'Ετσι επιτρέπεται επανάληψη της διαδικασίας, εφόσον το αθωωτικό δεδικασμένο, (από απόφαση ή βούλευμα), ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο που δίκασε, και είναι αδιάφορο εάν η αθωωτική απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη πριν ή μετά την αμετάκλητη καταδίκη, αλλά αρκεί ότι αυτή δεν είχε υποβληθεί στη κρίση του για οποιοδήποτε λόγο (βλ. ΑΠ 7/2003, Ποιν. Δνη 2003, Σελ. 690, και ΑΠ 1612/2002, Ποιν. Δνη 2003, Σελίς 231). Γ) Η από 8-3-89 υπεύθυνη δήλωση-βεβαίωση του πατέρα-διαθέτη, που βεβαιώνει, "ότι μένει και συντηρείται από τον Γ. Χ. (γιο-κατηγορούμενο-αιτούντα)", κι αν ακόμη γίνει δεκτό πως εδόθη για άλλη αιτία, (για μόρια αξιολόγησης ως καθηγητής), το ότι του εδόθη από τον διαθέτη, σημαίνει πώς δεν είχαν "τόσο κακές σχέσεις", και αυτό ανατρέπει την αντίληψη ή και την εκτίμηση πως δεν είχαν "καλές σχέσεις" και γι' αυτό το λόγο τον έθεσε εκτός διαθήκης. Και αυτό το έγγραφο είναι "νέο" στοιχείο, κατά την έννοια του άρθρου 525 ΚΠΔ, το οποίο δεν είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, διότι βρέθηκε μεταγενέστερα, και θα απεδείκνυε πως ετέθη εκτός διαθήκης όχι γιατί ήταν οι σχέσεις του κακές, αλλά γιατί κάτι άλλο συνέβη, και γι' αυτό η υποβολή της μήνυσης και η κατάθεση των αγωγών εναντίον των εγκαλούντων μηνυτών, θεωρώντας πώς είχε νόμιμο δικαίωμα - ενάσκηση δικαιώματος -άρθρο 20 ΠΚ- ή για την διαφύλαξη-προστασία-δικαιώματος, αφού πίστευε "πως η διαθήκη "πλαστογραφήθηκε", και εκείνος ήτο υιός του διαθέτη, δηλαδή κληρονόμος, αυτός και τα παιδιά του.
VI. Εν όψει αυτών οι επικαλούμενοι λόγοι επανάληψης της διαδικασίας, (άρθρο 525 παρ. 1 περιπτ. 2 και 4 ΚΠΔ), είναι βάσιμοι, και επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, και πρέπει να ακυρωθεί σύμφωνα με το 528 παρ. 1 ΚΠΔ, η προσβαλλόμενη απόφαση 153/2009 του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών-μεταβατική έδρα Χαλκίδας-. Όμως, δεν κρίνεται αναγκαία η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης αυτής στο ακροατήριο άλλου ομοιόβαθμου Δικαστηρίου, γιατί το αξιόποινο των πράξεων, που φέρεται ότι τελέστηκαν από τον αιτούντα στις 1-10-2002, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα έχει εξαλειφθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 1, 3, 112, 113 παρ. 2, 3 ΠΚ, αφού από το φερόμενο χρόνο τέλεσης των πράξεων και μέχρι σήμερα έχει συμπληρωθεί χρόνος μείζων της 8ετίας -χρόνος παραγραφής- στον οποίο υπολογίζεται και ο από 3ετή χρόνος αναστολής της παραγραφής. Κατά συνέπεια πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις του (άρθρο 370 περίπτ. β' ΚΠΔ).
VII. Συνυποβάλλεται με την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας και αίτημα αναστολής της ποινής, κατ' άρθρ. 529 ΚΠΔ. Το Συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, αποφαίνεται εντός τριών ημερών, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασθείς. (άρθρ. 529 ΚΠΔ). Προϋπόθεση της αναστολής, ποινή εκτιομένη. Αν έχει εκτιθεί ήδη δεν νοείται αναστολή εκτέλεσής της.
Στη προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος-αιτών είναι ελεύθερος, δεν κρατείται. Είναι ο ίδιος που εμφανίστηκε στις 11 Ιανουαρίου του 2010, ημέρα Τρίτη, και ώρα 12.10' μ.μ. ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Α.Π. Ν. Τσάγγα, και της γραμματέως της Εισαγγελίας του Α.Π. Δ. Δερμιτζόγλου και εγχείρισε την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας κατά της 153/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, μετά του σχετικού αιτήματος της αναστολής εκτέλεσης της ποινής (βλεπ. έκθεση εγχειρίσεως). Ο αιτών είχε καταδικασθεί σε συνολική φυλάκιση 11 μηνών [απόφαση 153/2009 Τριμ. Εφετ. Πλημ. Αθηνών] με τριετή αναστολή, και με την ευεργετική διάταξη του άρθρου 16 του Νόμου 3727/2008, μετέτρεψε την ως άνω ποινή σε χρηματική, προς 3 ευρώ ημερησίως. Γι' αυτή τη ποινή (τη χρηματική ποινή), που δεν πλήρωσε, ούτε εξέτισε, ζητεί άλλωστε την αναστολή εκτέλεσης. Επειδή όμως κατά τα ανωτέρω (άρθρο 529 ΚΠΔ), η ποινή πρέπει να εκτίεται κατά τον χρόνο της αιτήσεως αναστολής της ποινής, πρέπει το αίτημα αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ VIII. Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Α. Να γίνει δεκτή η από 11.1.2010 αίτηση του Γ. Ε. Χ., κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθμ. 153/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), Να ακυρωθεί η παραπάνω απόφαση, Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, κατά του αιτούντος Γ. Ε. Χ., για τις πράξεις της α) ψευδούς καταμήνυσης, β) ψευδορκίας μάρτυρα και γ) συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται ότι τέλεσε στη Χαλκίδα στις 1.10.2001 σε βάρος του Ν. Κ., Β. Χ. και Φ. Δ. Κ.. Β. Να απορριφθεί το αίτημά του για αναστολή εκτέλεσης της ποινής της 153/2009 απόφασης, ως απαράδεκτο.- Αθήνα 21-2-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Γ. Τζαγκουρνής"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισΑ. πρόταση και τον αυτοπροσώπως παραστάντα αιτούντα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, ή, παρόλο που είχαν υποβληθεί, δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528§1 εδ. α' και 527§3 του ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν, για πλημμελήματα, υπ' αριθ. 153/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα), για το λόγο ότι, από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που την καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 153/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα), αίτηση αναιρέσεως κατά της οποίας απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 1859/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως έντεκα (11) μηνών, ανασταλείσα, η οποία, κατόπιν αιτήσεως του, μετατράπηκε προς τρία (3) ευρώ ημερησίως με την υπ’ αριθ. 4075/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Καταδικάσθηκε, συγκεκριμένα, για το ότι αυτός στη Χαλκίδα, την 1 Νοεμβρίου 2001: "1. Υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας την από 1-10-01 μήνυσή του, στρεφόμενη κατά των Λ. Π. του Δ. (δικηγόρου Χαλκίδας), Ν. Κ. του Α. και Β. Χ. του Ε., νυν εγκαλούντων, καθώς και κατά των Ε. Μ. του Γ. και Β. Σ. συζ. Ε. (συμβολαιογράφων Χαλκίδας), με την οποία κατεμήνυσε ψευδώς αυτούς, καταλογίζοντάς τους συμμετοχικές αξιόποινες πράξεις στη δήθεν ως προϊόντων πλαστογραφίας σύνταξη των υπ' αριθ. .../19-1-99 και .../1-4-99 δύο δημοσίων διαθηκών, ενώπιον των ως άνω συμβολαιογράφων Χαλκίδας, υπό την παρουσία του ως άνω δικηγόρου Χαλκίδας, με δήλωση της τελευταίας του βούλησης από τον δήθεν ως ανίκανο για λόγους υγείας διαθέτη πεθερό του εγκαλούντος Ν. Κ. και πατέρα της εγκαλούσας Β. Χ. και του κατηγορουμένου. Η αλήθεια, όμως, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, είναι ότι οι δύο δημόσιες διαθήκες έγιναν κανονικά με δήλωση από διαθέτη ικανό στους χρόνους σύνταξής τους, προέβη δε στην πράξη του αυτή με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των ως άνω εγκαλούντων, πράγμα το οποίο πέτυχε. 2. Βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της ψευδούς από 1-10-01 υποβληθείσας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας μηνύσεώς του, το περιεχόμενο της οποίας εξετέθη στην υπό στοιχ. 1 πράξη, εν γνώσει του ότι αυτό ήταν ψευδές, αποκρύπτοντας την αλήθεια, η οποία επίσης εξετέθη στην υπό στοιχ. 1 πράξη. Και 3. με την υποβληθείσα ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας από 1-10-01 μήνυσή του, το ψευδές περιεχόμενο της οποίας εξετέθη στην υπό στοιχ. 1 πράξη και του οποίου περιεχομένου έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της Εισαγγελίας Χαλκίδας, αλλά και τρίτα άτομα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έβλαψε την τιμή και την υπόληψη των ως άνω εγκαλούντων, αφού τους εμφάνιζε ως πλαστογράφους". Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω υπ' αριθ. 153/2009 απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία: 1) Την υπ’ αριθ. 37/2010 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής Έδρας Χαλκίδας), η οποία εκδόθηκε επί της από 7-9-2006 μηνύσεως της Β. Χ., σχετικώς με το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 248/2000 και 265/2001 αγωγών του αιτούντος Χ. Γ. του Ε., που αναφέρονται στα ίδια πραγματικά γεγονότα που αναφέρεται και η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 153/2009 καταδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), στην οποία (υπ’ αριθ. 37/2010 απόφαση) αναφέρεται α) ότι ο αιτών είχε καλές σχέσεις με τον πατέρα του, τον φρόντιζε και τον μετέφερε αρκετές φορές στο νοσοκομείο λόγω των καρδιακών και αναπνευστικών του προβλημάτων και β) ότι ο Ε. Χ. (διαθέτης) από τον Ιανουάριο του 1999 εμφάνισε σοβαρή επιβάρυνση της υγείας του (σοβαρά καρδιοαναπνευστικά προβλήματα, διαβήτη κ.λπ.) και μεταφερόταν συχνά στο Νοσοκομείο από τον ίδιο. 2) Την από 21.4.2010 βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π. Γ. Κ., υπόψη του οποίου τέθηκαν η από 9-1-1998 μηνυτήρια αναφορά με αριθ. Ε98/5241, η από 15-7-1998 ένορκη εξέταση εγκαλούντος - μηνυτή και η από 15-7-1998 ένορκη εξέταση μάρτυρα, ήτοι έγγραφα που περιέχουν τέσσερις γνήσιες υπογραφές του φερόμενου διαθέτη πατέρα του αιτούντος Ε. Χ., οι οποίες δεν είχαν γίνει αντικείμενο γραφολογικής έρευνας και δεν συγκρίθηκαν ποτέ με τις φερόμενες υπογραφές στην υπ' αριθμ. .../1.4.1999 διαθήκη του. 3) Την από 8-3-1989 υπεύθυνη δήλωση - βεβαίωση του πατέρα - διαθέτη Ε. Χ., που βεβαιώνει ότι διέμενε με τον αιτούντα και συντηρείτο από αυτόν. Και 4) Την υπ’ αριθ. 687/2003 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία παραπέμφθηκαν οι συμμετασχόντες στη σύνταξη των επιδίκων διαθηκών για πλαστογραφία και άλλα αδικήματα. Από τα έγγραφα αυτά, όπως υποστηρίζει, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, γιατί αποδεικνύεται από αυτά ότι δεν είχε δόλο τελέσεως των ως άνω πράξεων.
Από τα ως άνω, φερόμενα ως νέα, έγγραφα, τα οποία, όπως υποστηρίζει ο αιτών, δεν είχαν τεθεί σε γνώση των δικαστών που εξέδωσαν την ως άνω υπ’ αριθ. 153/2009 απόφαση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας της ανωτέρω αποφάσεως, τα υπ’ αριθ. 3 και 4 είχαν προσκομισθεί και τότε. Περαιτέρω δε: α) Η από 8.3.1989 υπεύθυνη δήλωση του διαθέτη Ε. Χ., και αν είχε ζητηθεί η ανάγνωσή της (δεν αναφέρεται στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων), δεν θα ασκούσε καμιά επιρροή ως προς την κρίση για τις σχέσεις, κατά τον κρίσιμο χρόνο, μεταξύ του αιτούντος και του πατέρα του, αφού αυτή συντάχθηκε δέκα έτη πριν από το χρόνο συντάξεως των επίμαχων διαθηκών, ενώ δεν εξηγείται για ποιο λόγο συντάχθηκε αυτή. β) Η υπ’ αριθ. 687/2003 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η υπ’ αριθ. 39/13.10.2003 προσφυγή του αιτούντος - εγκαλούντος κατά της υπ’ αριθ. 100/30.8.2003 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδος και διατάχθηκε η άσκηση ποινικής διώξεως κατά των φερομένων ως πλαστογράφων των διαθηκών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αιτών, στην απολογία του, είχε κάνει μνεία αυτής (με τη φράση "ο Εισαγγελέας Εφετών έκρινε ότι πρέπει να παραπεμφθούν, όμως το βούλευμα δεν τους παραπέμπει"), οπωσδήποτε δε, και αν είχε ζητηθεί η ανάγνωσή της, δεν θα επηρέαζε ούτε κατ’ ελάχιστο την κρίση των Δικαστών ως προς την ενοχή του αιτούντος, αφού το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο, οι αποφάσεις του οποίου υπερισχύουν οποιασδήποτε αντίθετης εισαγγελικής προτάσεως, όπως αναφέρθηκε, αποφάνθηκε, αμετακλήτως, να μη γίνει κατ’ αυτών κατηγορία.
Από τις λοιπές νέες αποδείξεις (υπ’ αριθ. 1 και 2), εκτιμώμενες καθαυτές και σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω υπ' αριθ. 153/2009 απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Την 1.11.2001 ο αιτών κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας την από 1.10.2001 μήνυση, στην οποία ανέφερε ότι οι εγκαλούμενοι Λ. Π., Β. Χ. (αδελφή του) και Ν. Κ. (γαμβρός του), καθώς και οι συμβολαιογράφοι Χαλκίδας Ε. Μ. και Β. Σ. συνέταξαν δύο πλαστές διαθήκες του αποβιώσαντος την 10.4.1999 πατέρα του Ε. Χ. και συγκεκριμένα τις με αριθμούς .../19.1.1999 και .../1.4.2009 δημόσιες διαθήκες ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ε. Μ.. Ειδικότερα, ο αιτών ανέφερε στη μήνυσή του ότι οι μηνυτές συμμετείχαν στην κατάρτιση των πλαστών διαθηκών, αφού ο πατέρας του για λόγους υγείας δεν ήταν σε θέση να δηλώσει την τελευταία του βούληση. Επί της μηνύσεώς του, μετά τη διενέργεια κυρίας ανακρίσεως, εκδόθηκε το υπ’ αριθ. 76/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του Ν. Κ. λόγω θανάτου, ενώ αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των λοιπών κατηγορουμένων - καταμηνυθέντων από τον αιτούντα. Ο τελευταίος άσκησε έφεση κατά του άνω βουλεύματος, η οποία απορρίφθηκε με το υπ’ αριθ. 1769/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ενώ και οι αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων απορρίφθηκαν με το υπ’ αριθ. 2336/2005 βούλευμα του Αρείου Πάγου. Όλα όσα, όμως, ανέφερε ο αιτών στη μήνυσή του για τους μηνυόμενους ήταν ψευδή και αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών. Συγκεκριμένα, ο αιτών καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τους ανωτέρω και εν γνώσει του κατέθεσε ως μάρτυρας κατά την υποβολή της μηνύσεώς του ότι τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν περιστατικά ήταν αληθινά και, ακόμη, εν γνώσει του ισχυρίσθηκε γι’ αυτούς ότι ήταν πλαστογράφοι και κατήρτισαν τις πιο πάνω πλαστές δημόσιες διαθήκες, βλάπτοντας, έτσι, την τιμή και την υπόληψή τους. Η γνώση του αναιρεσείοντος ότι τα περιστατικά που ανέφερε στη μήνυσή του ήταν ψευδή αποδεικνύεται από το γεγονός ότι γνώριζε την υπογραφή του πατέρα του και, συνεπώς, γνώριζε ότι ο ίδιος ο πατέρας του και όχι άλλος τρίτος είχε υπογράψει τις παραπάνω δημόσιες διαθήκες. Ο αναιρεσείων, μετά από επιμελή εξέταση των δύο διαθηκών, μπορούσε να διακριβώσει και πράγματι διακρίβωσε ότι ο πατέρας του και όχι άλλος τρίτος είχε υπογράψει τις εν λόγω διαθήκες, ότι δηλαδή η υπογραφή του πατέρα του ήταν γνήσια. Ακόμη, ο αναιρεσείων γνώριζε ότι ο πατέρας του, λόγω της ηλικίας του, είχε μεν προβλήματα υγείας (καρδιοαναπνευστικά προβλήματα, κ.λπ.), τα οποία, όμως, σε καμία περίπτωση δεν τον εμπόδιζαν να προβεί στη σύνταξη δημόσιας διαθήκης. Για τη διαπίστωση ή μη της γνησιότητας των διαθηκών, η Α' Ανακρίτρια Χαλκίδος διέταξε πραγματογνωμοσύνη και διόρισε ως πραγματογνώμονα την ειδική δικαστική γραφολόγο Ε. Τ., η οποία συνέταξε την από Ιανουαρίου 2004 έκθεσή της και την από Φεβρουαρίου 2004 συμπληρωματική τοιαύτη και αποφάνθηκε ότι οι υπογραφές στις διαθήκες είχαν τεθεί από τον ίδιο το διαθέτη και δεν ήταν πλαστές. Ο αιτών είχε αναθέσει το γραφολογικό έλεγχο των διαθηκών στους ειδικούς δικαστικούς γραφολόγους Μ. Μ. και Δ. Θ., οι οποίοι συνέταξαν τις από 31.7.2003 ο πρώτος και 18.9.2003 και 16.2.2004 ο δεύτερος εκθέσεις τους, με τις οποίες αποφαίνονται α) ο πρώτος ότι οι υπογραφές στην υπ’ αριθ. .../1999 διαθήκη δεν ήταν γνήσιες, ενώ, όσον αφορά την υπ’ αριθ. .../1999 τοιαύτη, οι υπογραφές έχουν ομοιότητα με τις γνήσιες του διαθέτη, αλλά "η άρνηση της συμβολαιογράφου Ε. Μ. να του επιτρέψει τον έλεγχο από το πρωτότυπο και η ύπαρξη των σημείων του σταυρού προς τα αριστερά αυτών που δεν παρατηρούνται στις γνήσιες υπογραφές των άλλων δειγμάτων εγγράφων" γεννά αμφιβολίες για τη γνησιότητα αυτών και β) ο δεύτερος ότι οι υπογραφές στην υπ’ αριθ. .../1999 διαθήκη δεν είχαν τεθεί από το διαθέτη, ενώ, όσον αφορά την υπ’ αριθ. .../1999 τοιαύτη πρέπει να ήταν γνήσιες, πλην "η ύπαρξη του σταυρού προ του σώματος των υπογραφών της δευτέρας και τετάρτης σελίδας υποδηλώνει υπόδειξη της θέσεως της υπογραφής σε ορισμένο σημείο για κάποια σοβαρή αιτία, δημιουργεί δε βάσιμα αμφισβήτηση περί του χρόνου, του τόπου και των συνθηκών της χαράξεως των γνησίων τούτων υπογραφών του Ε. Χ.". Οι ως άνω πραγματογνωμοσύνη και ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις είχαν τεθεί υπόψη των Δικαστών που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεκτιμήθηκαν από αυτούς. Εν τω μεταξύ, ο αιτών είχε ασκήσει, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, κατά των κληρονόμων του Ε. Χ. την υπ’ αριθ. κατ. 265/19.4.2002 αγωγή, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της υπ’ αριθ. .../11.4.1999 δημόσιας διαθήκης και η οποία συζητήθηκε στις 19.4.2004, πλην, με την υπ’ αριθ. 152/2004 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, αναβλήθηκε η έκδοση αποφάσεως μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη που είχε ανοιγεί. Στη δίκη είχε προσκομίσει ο αιτών την υπ’ αριθ. 662/19.12.2003 ένορκη βεβαίωση, την οποία έδωσε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας ο πεθερός του αιτούντος Π. Σ., στην οποία ανέφερε αυτός, μεταξύ άλλων, ότι "η νύφη του Β. Χ. (διαθέτη) Α. φρόντιζε τον πεθερό της...όλο το βάρος των επισκέψεων στα νοσοκομεία και της συντήρησης του Ε. και της Α. Χ. είχε ο γιος τους Γ. και η νύφη του Α. ...". Αυτά, όμως, ήταν ψευδή, γιατί ναι μεν και τα δυο παιδιά του φρόντιζαν τον πατέρα τους, πλην την κύρια φροντίδα του είχε η κόρη του, η οποία και είχε τιμηθεί με τις διαθήκες. Κατόπιν δε μηνύσεως της τελευταίας και των από αυτήν εκπροσωπούμενων (και συγκληρονόμων με βάση τις διαθήκες) ανηλίκων τέκνων της Φ. - Δ. και Κ. Κ. του Ν., ασκήθηκε κατά των ανωτέρω ποινική δίωξη και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1191/2009 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος, κατόπιν δε ασκήσεως εφέσεων από αυτούς, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 37/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα), με την οποία α) καταδικάσθηκε ο Π. Σ. για ψευδορκία μάρτυρα, όσον αφορά το ως άνω μέρος της ένορκης βεβαιώσεώς του και β) κρίθηκε ότι ο αιτών τέλεσε μεν, με την προσκόμιση στις 19.4.2004 της ως άνω ψευδούς ένορκης βεβαιώσεως, απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο, πλην η πράξη αυτή είχε ήδη παραγραφεί λόγω παρόδου πενταετίας από την τέλεσή της, για τον οποίο λόγο και δεν διατάχθηκε η διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στον αρμόδιο Εισαγγελέα, κατ’ άρθρο 38 του ΚΠοινΔ, ενώ για το χρονικό διάστημα από την κατάθεση της αγωγής (19.4.2002) μέχρι τη δόση της ένορκης βεβαιώσεως (19.12.2003), που είχε καταδικασθεί αυτός πρωτοδίκως, κηρύχθηκε αθώος, γιατί, χωρίς την ταυτόχρονη προσκόμιση του αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαιώσεως, δεν στοιχειοθετείτο η απάτη ούτε ως απόπειρα. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι η απόφαση αυτή, στην οποία δεν αναφέρεται τίποτε για την υποτιθέμενη πλαστότητα των διαθηκών, δεν προσφέρει απολύτως τίποτε στην κρινόμενη υπόθεση και δεν θα μπορούσε, συνδυαζόμενη με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση. Οι σχέσεις μεταξύ αιτούντος και διαθέτη, ήτοι αν δεν ήταν αυτές καλές, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ή αν ήταν καλές, με την έννοια ότι και ο αιτών φρόντιζε τον πατέρα του και τον μετέφερε αρετές φορές στο νοσοκομείο, όπως έγινε δεκτό με την ανωτέρω υπ’ αριθ. 37/2010 τοιαύτη, δεν είναι το κρίσιμο στοιχείο για την κρίση περί της πλαστότητας ή όχι των διαθηκών, δεδομένου ότι σ’ αυτές αναφέρεται ρητά ότι "η χειρονομία αυτή αποτελεί πράξη αγάπης και ευγνωμοσύνης προς την κόρη μου και την οικογένειά της για τις υπηρεσίες που προσέφεραν σε μένα και τη θανούσα σύζυγό μου στα δύσκολα χρόνια της ασθένειάς μας", σε κανένα δε σημείο δεν αναφέρεται κάτι μειωτικό για τον αιτούντα, ότι, δηλαδή, ο πατέρας του τον αποκλήρωνε για κάποια αιτία. Ο ίδιος δεν ισχυρίζεται ότι άσκησε κάποια αγωγή ως προς τη νόμιμη μοίρα, την οποία εδικαιούτο. Γνώριζε, λοιπόν, ο αιτών ότι η από μέρους του πατέρα του εγκατάσταση ως κληρονόμων της κόρης του και της οικογενείας της αποτελούσε έκφραση των συναισθημάτων του προς αυτούς και δεν ήταν προϊόν πλαστογραφίας. Ο αιτών ισχυρίζεται ότι ανευρέθηκαν (χωρίς να καθορίζει πότε, πού και πώς, ούτε το περιεχόμενό τους) η από 9-1-1998 μηνυτήρια αναφορά με αριθ. Ε98/5241, η από 15-7-1998 ένορκη εξέταση εγκαλούντος - μηνυτή και η από 15-7-1998 ένορκη εξέταση μάρτυρα, ήτοι έγγραφα που περιέχουν τέσσερις γνήσιες υπογραφές του φερόμενου διαθέτη πατέρα του αιτούντος Ε. Χ., έδωσε δε εντολή στον ειδικό δικαστικό γραφολόγο Π. Κ. να διερευνήσει τις υπογραφές στις επίμαχες διαθήκες σε συνδυασμό και με τα έγγραφα αυτά, τα οποία έφεραν γνήσιες υπογραφές του διαθέτη. Ο εν λόγω γραφολόγος συνέταξε την από 21.4.2010 έκθεσή του, στην οποία καταλήγει ότι α) τα υπό σύγκριση δείγματα της υπ’ αριθ. ... διαθήκης και τα αυτόγραφα δείγματα του Ε. Χ. θα πρέπει να αποδοθούν στο ίδιο χέρι και β) τα υπό σύγκριση δείγματα της υπ’ αριθ. ... διαθήκης και τα αυτόγραφα δείγματα του Ε. Χ. δεν μπορούν να αποδοθούν στο ίδιο χέρι, με δεδομένη, όμως, την εξέταση των εγγράφων από φωτοτυπία πιθανολογεί βασιμότατα ότι οι υπογραφές στη διαθήκη αυτή δεν χαράχθηκαν από το χέρι του Ε. Χ.. Πλην, και η έκθεση αυτή δεν προσθέτει τίποτε το νέο σε σχέση με όσα δέχθηκαν οι γραφολόγοι Μ. και Θ. και, αν είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτό θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, αφού στην κρίση του θα βάρυνε η πλέον σαφής έκθεση της πραγματογνώμονος που διόρισε η ανακρίτρια. Από όλα τα ανωτέρω, το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ). Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε, κατά το άρθρο 529 ΚΠοινΔ, αφού η ικανοποίηση αυτής προϋποθέτει αφενός να είναι βάσιμη η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και αφετέρου να εκτίεται η επιβληθείσα ποινή, που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11 Ιανουαρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 194/2011) αίτηση του Γ. Χ. του Ε., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης υπ' αριθ. 153/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα), καθώς και την αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Άσκηση για νέα στοιχεία άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη απόφαση. Ποια θεωρούνται νέα στοιχεία. Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που καταδίκασε τον αιτούντα για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, γιατί τα επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία που ως νέα προσκόμισε ο αιτών δεν είναι από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ικανά να οδηγήσουν με βεβαιότητα στο ότι ο καταδικασθείς ήταν αθώος.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1041/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1.Χ. Τ. του Ν., κατοίκου ... και 2.Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μυλωνόπουλο, περί αναιρέσεως της 9306/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Ιανουαρίου 2011 δυο αιτήσεις τους, καθώς και στο από 20 Απριλίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων του δεύτερου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 153/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και το δικόγραφο των επ' αυτών πρόσθετων λόγων,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 8.1.2011 (με αριθ. πρωτ. 171 και 172/2011) αιτήσεις των Χ. Τ. του Ν. και Ι. Σ. του Γ., αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 9306/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 29§1 εδ. α του ν. 2971/2001 "αιγιαλός, παραλία", "όποιος χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής ή με άδεια που εκδίδεται κατά παράβαση του νόμου αυτού επιφέρει στον αιγιαλό, την παραλία, τη θάλασσα, τον πυθμένα, τη ζώνη λιμένα, τη μεγάλη λίμνη, πλεύσιμο ποταμό, όχθη ή παρόχθια ζώνη μεγάλης λίμνης ή πλεύσιμου ποταμού οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή, τροποποίηση ή καταστροφή έργων ή του εδάφους ή του πυθμένα με τη λήψη χώματος, λίθων ή άμμου ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτόν επήλθε ζημιά σε οποιονδήποτε, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με τα πρόστιμα που επιβάλλονται διοικητικά σύμφωνα με την παράγραφο 23 του άρθρου 3 του Ν. 2242/1994, που εφαρμόζεται κατά τα λοιπά". "Αιγιαλός" δε, κατά διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, "είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της". Εξάλλου, ο καθορισμός των ορίων του αιγιαλού, γίνεται μεν από την Επιτροπή που ορίζει η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου, κατά τις αναφερόμενες στις επόμενες διατάξεις του αυτού νόμου διατυπώσεις, πλην, για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της μεταβολής του αιγιαλού, δεν απαιτείται, ως αναγκαία προϋπόθεση, ο προηγούμενος καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού από την Επιτροπή αυτή, καθόσον, όταν δεν έχει γίνει τέτοιος καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει παρεμπιπτόντως στον καθορισμό των ορίων του στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα στοιχεία που προσδιορίζουν την έννοια του αιγιαλού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 23§1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου 1 του α.ν. 263/1968, "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχήν του Δημοσίου, τιμωρείται, διωκόμενος αυτεπαγγέλτως, διά φυλακίσεως τουλάχιστον εξ (6) μηνών, ης δεν συγχωρείται η μετατροπή, και διά χρηματικής ποινής, τουλάχιστον, εκατόν χιλιάδων (100.000) δραχμών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την πραγμάτωση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται α) αυθαίρετη κατάληψη δημόσιου κτήματος, β) το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου και γ) η κατάληψη να έγινε εν γνώσει του δράστη, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου, ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα και ότι ανήκει στην αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 17§8 εδ. α του ν. 1337/1983 "επέκταση σχεδίου, οικιστικά, ζώνες", "οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες αυθαίρετης μεταβολής αιγιαλού κατ' εξακολούθηση, καταλήψεως δημοσίου κτήματος κατ' εξακολούθηση και κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος κατ' εξακολούθηση και τους καταδίκασε τον καθένα σε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και δύο (2) μηνών, ανασταλείσα ως προς τον Χ. Τ. και μετατραπείσα σε χρηματική ως προς τον Ι. Σ., και σε χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι στη θέση "..." ή "..." ..., οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες και μάλιστα ο πρώτος από αυτούς Ι. Σ. του Γ. ως ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και ως νόμιμος εκπρόσωπος του άλλου ομορρύθμου μέλους της ίδιας εταιρείας και μάλιστα της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ Ο.Ε.", ο δε δεύτερος κατηγορούμενος Χ. Τ. του Ν., ως μηχανικός της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας: Α) Στους κατωτέρω χρόνους επέφεραν μεταβολή του αιγιαλού με κατασκευή έργου, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής καθώς: α) Στις 19.11.2003 προέβησαν εντός του αιγιαλού σε κατασκευή ξύλινης προβλήτας με σιδερένια σκάλα, που στηρίζεται πάνω σε κοιλοδοκούς πακτωμένες μέσα στη θάλασσα με βάση από σκυρόδεμα συνολικού εμβαδού 3 τ.μ. και β) στις 28.7.2004 προέβησαν στην πλακόστρωση του εδάφους σε συνολική έκταση 12,87 τ.μ., επιφέροντας μεταβολή του αιγιαλού, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής. Β) Στους ίδιους ως άνω χρόνους κατέλαβαν αυθαίρετα κτήμα, που βρισκόταν αναμφισβήτητα στην κατοχή του Δημοσίου, καθώς: α) Στις 19.11.2003 κατέλαβαν αυθαίρετα και παράνομα τμήμα του αιγιαλού, εμβαδού 8 τ.μ., προβαίνοντας στις υπό στοιχ. Α περ. α περιγραφόμενες κατασκευές και β) στις 28.7.2004 κατέλαβαν αυθαίρετα και παράνομα τμήμα αιγιαλού εμβαδού 12,87 τ.μ., προβαίνοντας στις υπό στοιχ. Α περ. β περιγραφόμενες κατασκευές. Και Γ) στους ίδιους πιο πάνω χρόνους προέβησαν στην κατασκευή κτίσματος και σε οικοδομικές εργασίες, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και μάλιστα στις 19.11.2003 προέβησαν στις υπό στοιχ. Α περ. α περιγραφόμενες κατασκευές. Για τα ανωτέρω σαφή και πειστικά κρίνονται όσα κατέθεσαν, εξεταζόμενοι στο ακροατήριο, η Μ. Σ., τότε Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου και ο Α. Π., ΠΕ/Β' Τοπογράφος - Μηχανικός αφού και οι δύο επιβεβαίωσαν όλες τις περιστάσεις τέλεσης των επίμαχων πράξεων, ενώ στο ίδιο συμπέρασμα κατατείνουν ιδιαιτέρως, μεταξύ όλων των άλλων αποδεικτικών μέσων και οι από 19.11.2003 και 28.7.2004 εκθέσεις ελέγχου, στις οποίες με σαφήνεια περιγράφονται οι ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι κατηγορούμενοι. Οι εκκαλούντες αρνούνται τις κατηγορίες ισχυριζόμενοι ότι δεν υπήρχε από μέρους τους οποιαδήποτε πρόθεση μεταβολής του αιγιαλού και αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτήματος ή κατασκευής κτίσματος χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν δεν κρίνονται βάσιμοι. Ειδικότερα, η πρόθεση των κατηγορουμένων περί τέλεσης των παραπάνω πράξεων προκύπτει εμμέσως και από την ίδια τη φύση των ενεργειών τους δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι, συμπεριφερόμενοι σε όλες τις περιπτώσεις αυθαιρέτως, προέβησαν σε κατασκευές σταθερές και δημιούργησαν εν γένει δύσκολα αναστρέψιμες συνέπειες. Με την επικαλούμενη έλλειψη πρόθεσης, άλλωστε, δεν συνάδει, ούτε βέβαια και με οποιονδήποτε τρόπο δικαιολογείται, η κατασκευή ξύλινης προβλήτας με σιδερένια σκάλα, που στηρίζεται πάνω σε κοιλοδοκούς πακτωμένους μέσα στη θάλασσα με βάση το σκυρόδεμα. Πρέπει να σημειωθεί, ότι όλες οι επίμαχες ενέργειες των κατηγορουμένων έλαβαν χώρα στα πλαίσια διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου παρακείμενης ιδιοκτησίας της ως άνω εταιρείας. Επομένως για τις παραπάνω πράξεις ... οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αυθαίρετης μεταβολής αιγιαλού κατ’ εξακολούθηση, καταλήψεως δημοσίου κτήματος κατ’ εξακολούθηση και κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος κατ’ εξακολούθηση, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 29§1 εδ. α του ν. 2971/2001, 23§1 του α.ν. 1539/1938 και 17§8 εδ. α του ν. 1337/1983, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού: α) Κατά τη σαφή πιο πάνω διάταξη του άρθρου 29 παρ.1 του ν. 2971/2001, αποτελεί αξιόποινη πράξη, τιμωρούμενη με τις στη διάταξη αυτή ποινές, πλην άλλων, και η χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής μεταβολή του αιγιαλού με οποιονδήποτε τρόπο, όπως είναι και η κατασκευή προβλήτας και πλακοστρώσεως, αρκεί, κατ' αυτόν τον τρόπο, να επήλθε μεταβολή αυτού, όπως αιτιολογημένα δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση με τις πιο άνω παραδοχές της ότι επήλθε με τις περιγραφόμενες σε αυτή κατασκευές. β) Αιτιολογείται αρκούντως η ιδιότητα του χώρου, επί του οποίου επέφεραν οι αναιρεσείοντες τη μεταβολή, ως αιγιαλού (και όχι ως παραλίας), η οριοθέτηση του οποίου έγινε από το δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, με βάση τα αποδειχθέντα περιστατικά, και δη τουλάχιστον κατά το χώρο που κατέλαβε το εκτός θαλάσσης τμήμα της προβλήτας και της πλακοστρώσεως που κατασκευάσθηκαν (3 τ.μ. και 12,87 τ.μ. αντιστοίχως), δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται πρόσθετα στοιχεία. γ) Αιτιολογείται ότι το κτήμα που κατέλαβαν οι αναιρεσείοντες βρισκόταν υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου και ότι γνώριζαν αυτό οι αναιρεσείοντες, με την παραδοχή ότι επρόκειτο για "αιγιαλό". δ) Η γνώση των αναιρεσειόντων περί της κατοχής του Δημοσίου αιτιολογείται και με την παραδοχή ότι η πρόθεσή τους προκύπτει εμμέσως και από την ίδια τη φύση των ενεργειών τους, δεδομένου ότι αυτοί, συμπεριφερόμενοι σε όλες τις περιπτώσεις αυθαιρέτως, προέβησαν σε κατασκευές σταθερές και δημιούργησαν εν γένει δύσκολα αναστρέψιμες συνέπειες. ε) Οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν ως αυτουργοί των ως άνω πράξεων και όχι ως συναυτουργοί. στ) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, όλες οι ενέργειες των κατηγορουμένων έλαβαν χώρα στα πλαίσια διαμορφώσεως του περιβάλλοντος χώρου παρακείμενης ιδιοκτησίας της ως άνω εταιρίας, νόμιμος εκπρόσωπος του μέλους της οποίας "ΕΥΡΩΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΕ" ήταν ο αναιρεσείων Ι. Σ. και μηχανικός της οποίας ήταν ο αναιρεσείων Χ. Τ.. Δέχεται, δηλαδή, το Δικαστήριο εμμέσως πλην σαφώς ότι οι αναιρεσείοντες προέβησαν στις αυθαίρετες κατασκευές ο Ι. Σ. ως νόμιμος εκπρόσωπος και κατ’ εντολήν της ιδιοκτήτριας εταιρίας και ο Χ. Τ. ως μηχανικός - κατασκευαστής. Πρέπει, επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος μέχρι έβδομος λόγοι των αιτήσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, καθώς και για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Η συναφής με τα ανωτέρω αιτίαση, η οποία προβάλλεται με τον όγδοο (τελευταίο) λόγο των αιτήσεων, ότι το Δικαστήριο, ενόψει των επικαλουμένων σφαλμάτων και πλημμελειών, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. για δίκαιη δίκη, είναι απαράδεκτη, γιατί η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, τους οποίους, όμως, δεν ιδρύουν οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προαναφέρθηκαν, αφού, όπως αναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη και το Τριμελές Εφετείο δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια. Η αιτίαση δε, η οποία προτείνεται με τον ίδιο λόγο, για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων (μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων) είναι, επίσης, απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση, μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Ι. Σ.ς, με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 20.4.2011) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, γιατί, όπως ισχυρίζεται και με τον ως άνω όγδοο λόγο της αιτήσεώς του, το Τριμελές Εφετείο παραβίασε τις αρχές της δίκαιης δίκης, που ορίζονται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, επειδή η εκτίμηση των αποδείξεων δεν εμφανίζει λογική συνοχή, αλλ’ αντιθέτως εμφανίζει λογικά κενά, αφού το Δικαστήριο έδωσε διαφορετικό περιεχόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων από το ορθό. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, για τον αυτό λόγο που αναφέρεται στη σκέψη για την απόρριψη του ογδόου λόγου των αιτήσεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι της δεύτερης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 8.1.2011 (με αριθ. πρωτ. 171 και 172/2011) αιτήσεις των Χ. Τ. του Ν. και Ι. Σ. του Γ., αντιστοίχως, μετά των από 20.4.2011 προσθέτων λόγων της δεύτερης, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 9306/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για αυθαίρετη μεταβολή αιγιαλού (άρθρο 29§1 Ν. 2971/2001), κατάληψη δημοσίου κτήματος (άρθρο 23§ 1 α.ν. 1539/1938) και κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος (άρθρο 17§8 Ν. 1337/1983) κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία εγκλημάτων. Όταν δεν έχει γίνει καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει παρεμπιπτόντως στον καθορισμό των ορίων του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω. λόγους. Η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων είναι απαράδεκτη. Απόρριψη αιτήσεων και προσθέτων λόγων.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1044/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Θ. Β. του Κ., κατοίκου ..., και 2. Ν. Κ. - Β. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1102/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Ιανουαρίου 2011 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 163/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Θ. Β. και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της Ν. Κ.-Β.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 18-1-2011 δύο αιτήσεις των 1) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Θ. Β. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1102/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ ορίζεται ότι "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του προαναφερόμενου εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απαιτείται στην μεν πρώτη περίπτωση η επίτευξη της αναληθούς βεβαιώσεως σε δημόσιο έγγραφο, δι' εξαπατήσεως του συντάκτη του, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος, στη δε δεύτερη περίπτωση η χρησιμοποίηση της βεβαιώσεως αυτής. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και θέληση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και δύναται να έχει έννομες συνέπειες για οποιονδήποτε τρίτο. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, που είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων που συνέχονται μεταξύ τους λόγω τη ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του εγκλήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια ποινής του οικείου εγκλήματος (Ολ.ΑΠ 5/2002). Εξάλλου, κατά το άρθρο 254 ΠΚ, υπάλληλος για τον οποίο υπάρχει νόμιμος λόγος να εξαιρεθεί σε κάποια υπόθεση και που εν γνώσει του αποσιωπά το περιστατικό αυτό και ενεργεί σ' αυτήν την υπόθεση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν η αποσιώπηση έγινε με σκοπό την αθέμιτη ωφέλεια του ίδιου ή άλλου ή τη βλάβη άλλου. Από τη διάταξη αυτή, με την οποία διαμορφώνεται στο νόμο ένα έγκλημα γνήσιο παραλείψεως, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται απλώς και μόνο σε αποθετική συμπεριφορά, δηλαδή σε αποχή από ορισμένη ενέργεια, προκύπτει, αφενός μεν ότι δράστης του προβλεπομένου και τιμωρουμένου από τη διάταξη αυτή εγκλήματος της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης είναι υπάλληλος με την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ιδίου Κώδικα, δηλαδή εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αφετέρου δε, ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτούνται α) διάταξη νόμου που να ιδρύει για τον υπάλληλο λόγο εξαίρεσης στην υπόθεση που ενεργεί, β) η από τον υπάλληλο με γνώση αποσιώπηση του περιστατικού αυτού και γ) η αποσιώπηση να έγινε με σκοπό αθέμιτης ωφέλειας του δράστη ή κάποιου άλλου ή προς βλάβη άλλου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις): "Τα διοικητικά όργανα, μονομελή ή συλλογικά, πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους (παρ. 1). Τα μονομελή όργανα, καθώς και τα μέλη των συλλογικών οργάνων, οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή πρότασης εφόσον, α) ... β) είναι σύζυγοι ... με κάποιον από τους ενδιαφερόμενους ή γ) έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερόμενους (παρ. 2). Το όργανο ή το μέλος του συλλογικού οργάνου, εφόσον κρίνει ότι συντρέχει στο πρόσωπό του λόγος που επιβάλλει την αποχή του, οφείλει να το δηλώσει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή ή στον προεδρεύοντα του συλλογικού οργάνου, αντιστοίχως, και να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια. Στις περιπτώσεις αυτές, η προϊσταμένη αρχή, ή το συλλογικό όργανο αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν (παρ. 3)". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο δημόσιος υπάλληλος διαπράττει το από το άρθρο 254 του ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης, όταν, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, συμμετέχει ως μέλος σε συλλογικό όργανο, και ενεργώντας από πρόθεση δεν αναφέρει ότι μεταξύ των ενδιαφερομένων για την κατάληψη κάποιας θέσης είναι και η σύζυγός του και μεροληπτεί υπέρ αυτής, στην περίπτωση μόνο που το συλλογικό αυτό όργανο λαμβάνει απόφαση ή διατυπώνει γνώμη, ή προτείνει κατ' ελεύθερη και δεσμευτική κρίση για την προϊσταμένη αρχή του, που έχει το δικαίωμα επιλογής μετά την τελική αξιολογική κατάταξη των ενδιαφερομένων. Κατά το άρθρο 259 ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει, το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Η καταδικαστική δε απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1102/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 21502 Φ.300.16/8-5-2003 απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος ανακοινώθηκε η διαδικασία πρόσληψης στο Πυροσβεστικό Σώμα 5.500 ιδιωτών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ως Πυροσβεστών Εποχικής Απασχόλησης, μεταξύ δε των δικαιολογητικών που όφειλαν να υποβάλουν οι υποψήφιοι για τις παραπάνω θέσεις, ήταν, και βεβαίωση του οικείου Δήμου ή Κοινότητας ότι είναι μόνιμοι κάτοικοι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 5 του ν. 2647/1998 (Α'237), κατά το οποίο, "Η ιδιότητα μόνιμου κατοίκου, όπου αυτή απαιτείται, βεβαιώνεται από τον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας. Η οικεία βεβαίωση χορηγείται εφόσον προκύπτει πραγματική εγκατάσταση στο δήμο ή στην κοινότητα, που αποδεικνύεται με την υποβολή από τον ενδιαφερόμενο απόδειξης λογαριασμού ΔΕΚΟ ή αντιγράφου εκκαθαριστικού της οικείας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ...". Η πρώτη κατηγορουμένη Ν. Κ. προκειμένου να συμμετάσχει στην διαδικασία πρόσληψης στο Πυροσβεστικό Σώμα, πυροφυλάκων εποχικής απασχόλησης και μάλιστα για τη μοναδική προκηρυχθείσα θέση Πυροφύλακα στο πυροφυλάκιο του Δ.Δ. ... του Δήμου ..., υπέβαλε αρμοδίως, ως απαραίτητο δικαιολογητικό για την απόδειξη της εντοπιότητάς της τις υπ' αριθμ. πρωτ. 11/20-5-2003 και 1251/21-5-2003 βεβαιώσεις του Προέδρου του Τοπικού Συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος ... και του Δημάρχου ..., αντιστοίχως, δυνάμει των οποίων βεβαιώθηκε ότι είναι μόνιμη κάτοικος του δημοτικού διαμερίσματος ..., περιστατικό όμως το οποίο ήταν αναληθές, διότι η πραγματική εγκατάστασή της είναι στην ..., τα παραπάνω δε δύο δημόσια έγγραφα πέτυχε να εκδοθούν με εξαπάτηση των ως άνω δύο υπαλλήλων που τα εξέδωσαν. Συγκεκριμένα, α) Στο δημοτικό διαμέρισμα ..., στις 20-5-2003 υπέβαλε στον Πρόεδρο του Τοπικού Συμβουλίου του ως άνω δ.δ. αίτηση για την έκδοση βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας για κάθε νόμιμη χρήση, την οποία συνόδευε με την από 2-5-2003 απόδειξη είσπραξης της ΔΕΗ και την από 2-5-2003 βεβαίωση μεταβολής ατομικών στοιχείων φυσικού προσώπου ΔΟΥ ..., έγγραφα στα οποία αναγραφόταν ως διεύθυνση κατοικίας της το δημοτικό διαμέρισμα ..., με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί ο παραπάνω υπάλληλος και να εκδώσει την προαναφερθείσα 11/20-5-2003 βεβαίωση περί του ότι αυτή (κατηγορουμένη) είναι μόνιμη κάτοικος ..., β) Στον Δήμο ... στις 21-5-2003 υπέβαλε στον Δήμαρχο αίτηση για την έκδοση βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας για κάθε νόμιμη χρήση, την οποία συνόδευε με την υπ' αριθμ. πρωτ. 11/20-5-2003 προαναφερθείσα βεβαίωση του Προέδρου του Τοπικού Συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος ..., την από 2-5-2003 απόδειξη είσπραξης της ΔΕΗ και την από 2-5-2003 βεβαίωση μεταβολής ατομικών στοιχείων φυσικού προσώπου ΔΟΥ ..., έγγραφα στα οποία αναγραφόταν ως διεύθυνση κατοικίας της το δημοτικό διαμέρισμα ..., με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί ο παραπάνω υπάλληλος (Δήμαρχος) και να εκδώσει την προαναφερθείσα 1251/21-5-2003 βεβαίωση περί του ότι αυτή (κατηγορουμένη) είναι μόνιμη κάτοικος .... Όμως η κατηγορουμένη, η οποία είναι σύζυγος του δευτέρου κατηγορουμένου και μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων, μαθητών Δημοτικού Σχολείου, διαμένει μονίμως στην ... σε ιδιόκτητη κατοικία στην οδό ..., μαζί με τον σύζυγό της και τα τέκνα τους και ουδέποτε υπήρξε μόνιμη κάτοικος ... . Στον ... βρίσκεται η πατρική της οικία την οποία χρησιμοποιούν οι γονείς της ως εξοχικό, η ίδια δε σπανίως μετέβαινε εκεί ιδίως κατά τους θερινούς μήνες. Κατά τα τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου 2003 πληροφορήθηκε, προφανώς, από τον σύζυγό της (δεύτερο κατηγορούμενο), ο οποίος είναι αξιωματικός (υποπυραγός) της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ότι επίκειται η δημοσίευση προεδρικού διατάγματος σχετικού με την πρόσληψη στο Πυροσβεστικό Σώμα ιδιωτών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως πυροσβεστών εποχικής απασχόλησης. Έτσι πριν δημοσιευθεί στις 8-5-2003 (ΦΕΚ 108 τεύχος Α') το σχετικό ΠΔ 124/2003 και αναρτηθεί στις 10-5-2003 η δυνάμει αυτού εκδοθείσα υπ' αριθμ. 21502 Φ.300.16/8-5-2003 απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος περί πρόσληψης στο Πυροσβεστικό Σώμα 5.500 Πυροσβεστών Εποχικής Απασχόλησης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η κατηγορουμένη φρόντισε να κατασκευάσει εγκαίρως την προϋπόθεση που (εκτός άλλων) απαιτούνταν να συντρέχει στο πρόσωπό της, δηλαδή να εμφανιστεί ως μόνιμη κάτοικος του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., όπου προβλεπόταν η πλήρωση μιας θέσεως πυροφύλακα ενός πυροφυλακίου από την Π.Υ. .... Γι' αυτό, στις 2-5-2003 υπέβαλε προς την ΔΟΥ ..., την 418/2-5-2003 δήλωση μεταβολής ατομικών στοιχείων που αφορούσε ειδικώς την διεύθυνση κατοικίας της, σύμφωνα με την οποία, η διεύθυνση κατοικίας και αλληλογραφίας της ήταν ο ... . Επίσης την ίδια ημερομηνία (2-5-2003) ζήτησε από την ΔΕΗ, ο εκάστοτε εκδιδόμενος λογαριασμός κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος στην πατρική της οικία στον ..., που μέχρι τότε εκδιδόταν επ' ονόματι της μητέρας της, να εκδίδεται επ' ονόματί της, όπως και έγινε. Σημειώνεται δε ότι η κατανάλωση ρεύματος από την προηγούμενη μέτρηση μέχρι την 2-5-2003 ήταν μηδενική, ενώ από 2-5-2003 έως 22-9-2003, δηλαδή για 4 μήνες και 20 ημέρες, η κατηγορουμένη κατέβαλε συνολικά για την εξόφληση λογαριασμών ρεύματος 57 ευρώ, σύμφωνα με την Φ.911/371/6-5-2007 βεβαίωση της ΔΕΗ, από την οποία όμως (βεβαίωση) δεν προκύπτει επακριβώς η αξία κατανάλωσης ρεύματος, δεδομένου ότι ως γνωστόν μέσω των λογαριασμών ΔΕΗ εισπράττονται και δικαιώματα τρίτων (ΕΡΤ, Δήμος). Στην πραγματικότητα, η κατηγορουμένη ουδέποτε άφησε την ιδιόκτητη κατοικία της στη ... όπου διέμενε με τα παιδιά της που φοιτούσαν στο Δημοτικό σχολείο για να κατοικήσει μόνιμα στον ..., όπως άλλωστε καταθέτουν και οι μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι ... και γι' αυτό γνωρίζουν ποιοι κατοικούν μονίμως εκεί, εν αντιθέσει με τους μάρτυρες υπεράσπισης που κατοικούν εκτός ... και ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν την μόνιμη κατοικία της κατηγορουμένης. Εξάλλου οι καταθέσεις των πρώτων επιρρωνύονται από την παραπάνω απόδειξη της ΔΕΗ που είχε μηδενική κατανάλωση ρεύματος, καταρρίπτοντας έτσι τον ισχυρισμό της ότι διέμενε στον ... από τον Οκτώβριο 2002, αφότου δηλαδή ο σύζυγός της μετατέθηκε στην ... . Την ως άνω μεταβολή των ατομικών της στοιχείων την έκανε λίγες ημέρες πριν τα υποβάλλει στους αρμοδίους υπαλλήλους (Πρόεδρο Τοπικού Συμβουλίου δημοτικού διαμερίσματος ... και Δήμαρχο ...) προκειμένου να λάβει βεβαίωση περί της μονίμου κατοικίας της στον ..., με πρόθεση να τους εξαπατήσει, πράγμα που πέτυχε, αφού τα υπέβαλε σ' αυτούς στις 20 και 21-5-2003, αντιστοίχως και με βάση αυτά, παραπλανηθέντες, εξέδωσαν αυθημερόν τις προαναφερθείσες βεβαιώσεις, αφού γνώριζε ότι το βεβαιούμενο ως άνω περιστατικό ήταν αναληθές και μπορούσε να έχει νόμιμες συνέπειες, καθώς τις ως άνω βεβαιώσεις χρησιμοποίησε ως απαραίτητο δικαιολογητικό για την απόδειξη της εντοπιότητάς της κατά τη διαδικασία πρόσληψης στο Πυροσβεστικό Σώμα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως για την οποία κατηγορείται, ήτοι της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση...
Εν προκειμένω και όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο αποδείχθηκε ότι είναι σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης και αξιωματικός της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, κατά τον κρίσιμο δε, για την παρούσα υπόθεση, χρόνο της 26-5-2003, υπηρετούσε με τον βαθμό του Υποπυραγού, στην Πυροσβεστική Υπηρεσία ... . Ως εκ τούτου, αυτός ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α σε συνδυασμό με 263α Π.Κ. Ο τελευταίος, στις 26-5-2003 στο ..., συμμετείχε υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ως μέλος, στην Τριμελή Επιτροπή Πρόσληψης Πυροσβεστών Εποχικής Απασχόλησης του νομού Αιτωλοακαρνανίας, έργο της οποίας ήταν η σύνταξη των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων με βάση την βαθμολογία των αντικειμενικών κριτηρίων, (όπως είναι και η εντοπιότητα), η πρόσληψη των οποίων γίνεται με απόφαση του διοικητή της προσλαμβάνουσας υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1, 2 και 6 του Π.Δ. 124/2003. Δηλαδή ο κατηγορούμενος συμμετείχε σε διαδικασία που, κατ' άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2690/1999, συνιστά "διατύπωση πρότασης", αφού με βάση τους πίνακες κατάταξης που συντάσσονται από την παραπάνω επιτροπή, αποφασίζεται η πρόσληψη των υποψηφίων από τον Διοικητή της προσλαμβάνουσας Υπηρεσίας. Και ενώ η σύζυγός του (πρώτη κατηγορουμένη), Ν. Κ. του Σ., συμμετείχε, όπως αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω, στην διαδικασία πρόσληψης πυροφύλακα στην μοναδική θέση που είχε προκηρυχθεί για το πυροφυλάκιο του δημοτικού διαμερίσματος ... και για το λόγο αυτό όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1, 2 περ. β' του ν. 2690/1999, να απέχει από την παραπάνω επιτροπή κατά την κρίση της για την βαθμολόγηση και κατάταξη της συζύγου του Ν. Κ., αυτός αποσιώπησε τούτο και δεν δήλωσε την εξαίρεσή του, αλλά συμμετείχε στην ως άνω επιτροπή κατά την αξιολόγηση των αντικειμενικών κριτηρίων και την κατάταξη των πέντε (5) υποψηφίων (μεταξύ των οποίων ήταν και η σύζυγός του), για μία θέση πυροφύλακα στο πυροφυλάκιο ..., κατά την οποία (αξιολόγηση) η σύζυγός του κατέλαβε, σύμφωνα με τον από 26-5-2003 συνταχθέντα πίνακα κατάταξης την πρώτη (και μοναδική) θέση για το ως άνω πυροφυλάκιο, όπου και εν τέλει προσλήφθηκε. Σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να ωφελήσει αυτήν, διότι γνώριζε πολύ καλά ότι στο πρόσωπό της δεν συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την πρόσληψή της και συγκεκριμένα ότι η πραγματική μόνιμη κατοικία της ήταν στην συζυγική τους οικία και ιδιόκτητη κατοικία της πρώτης κατηγορουμένης στην οδό ..., στην ... και όχι στον ..., προσέτι δε ότι τα δικαιολογητικά που χρησιμοποίησε αυτή (προαναφερθείσες 11/20-5-2003 και 1251/21-5-2003 βεβαιώσεις περί της μόνιμης κατοικίας της) ήσαν αναληθή. Εξάλλου ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος απευθύνθηκε αρμοδίως στην Υπηρεσία του, ενημερώνοντας σχετικά για τον λόγο εξαιρέσεως που συνέτρεχε στο πρόσωπό του ως συζύγου υποψήφιας και ότι έλαβε αρνητική απάντηση επί του θέματος αυτού και ότι τελικώς έλαβε μέρος στην παραπάνω επιτροπή, παραπλανηθείς, κατόπιν διαβεβαιώσεως αρμοδίως ότι δεν υπήρχε λόγος εξαιρέσεως στο πρόσωπό του. Το υπ' αριθμ. 20371 Οικ.Φ.109.1/18-5-2007 έγγραφο του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, το οποίο γνωματεύει περί του εν λόγω θέματος υπέρ των θέσεων του κατηγορουμένου, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω, αφού έχει ημεροχρονολογία μεταγενέστερη του κρισίμου χρόνου της 26ης Μαΐου 2003. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο ... στις 26-5-2003 συμμετείχε υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, δηλαδή ως υπάλληλος και δη Υποπυραγός της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, ως μέλος στην τριμελή επιτροπή πρόσληψης πυροσβεστών εποχικής απασχόλησης του νομού Αιτωλοακαρνανίας, έργο της οποίας ήταν ο έλεγχος των δικαιολογητικών (εκτός άλλων) και των πέντε υποψηφίων για την θέση ενός πυροφύλακα στο πυροφυλάκιο ..., η βαθμολογία αυτών με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια, (όπως είναι και η εντοπιότητα) και η σύνταξη των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων. Και ενώ στην διαδικασία για την πρόσληψη στην ως άνω θέση συμμετείχε και η σύζυγός του, για την οποία γνώριζε ότι η πραγματική μόνιμη κατοικία αυτής δεν ήταν η αναφερόμενη στα δικαιολογητικά (υπ' αριθμ. 11/20-5-2003 και 1251/21-5-2003 βεβαιώσεις μόνιμης κατοικίας) που προσκόμισε αυτή στην επιτροπή και χρησιμοποίησε προκειμένου να αποδείξει την εντοπιότητά της στο δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ..., απέκρυψε το γεγονός αυτό από τα άλλα δύο μέλη της επιτροπής με σκοπό να ωφελήσει παράνομα την σύζυγό του, η οποία έτσι κατατάχθηκε πρώτη λόγω εντοπιότητας. Η ως άνω συμπεριφορά του δεύτερου κατηγορουμένου θεμελιώνει την υποκειμενική και την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, εφόσον, ενώ, όπως αναφέρθηκε, ήταν υπάλληλος, παρέβη τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και συγκεκριμένα απέκρυψε από τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής ότι για την υποψήφια και σύζυγό του Ν. Κ. δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου για να περιληφθεί στον πίνακα κατάταξης υποψηφίων πυροφυλάκων για το πυροφυλάκιο ..., αφού πολύ καλά γνώριζε ότι η πραγματική μόνιμη κατοικία της τελευταίας δεν ήταν η αναφερόμενη στα δικαιολογητικά που προσκόμισε στην επιτροπή (βεβαιώσεις περί μόνιμης κατοικίας της στον ...), αλλά η ... . Με την παράλειψή του αυτή, σκόπευε να προσπορίσει στην σύζυγό του παράνομο όφελος, το οποίο συνίστατο στο ότι αυτή κατατάχθηκε πρώτη λόγω εντοπιότητας και να βλάψει τους υπόλοιπους συνυποψηφίους της για την εν λόγω θέση, καθώς τρεις από αυτούς που συμμετείχαν υπερείχαν στο σύνολο της βαθμολογίας έναντι της συζύγου του. Μετά από τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης και παράβασης καθήκοντος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του α) περί νομικής πλάνης όσον αφορά τον λόγο εξαιρέσεώς του, καθόσον όπως αναφέρθηκε παραπάνω ουδόλως αποδείχθηκε κάτι τέτοιο β) και περί μη στοιχειοθετήσεως (αντικειμενικώς) του αδικήματος της αποσιώπησης λόγου εξαιρέσεως και της παράβασης καθήκοντος λόγω επικουρικότητας της διάταξης αυτής σε σχέση με το άρθρο 259 ΠΚ., αφού αφ' ενός μεν τα περιστατικά που εκτέθηκαν παραπάνω στοιχειοθετούν πλήρως το αδίκημα της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης, αφ' ετέρου δε, ανεξαρτήτως της επικουρικότητας της διάταξης του άρθρου 259 ΠΚ, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει αληθινή συρροή με την διάταξη του άρθρου 254 ΠΚ, αφού τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των κρινόμενων δύο εγκλημάτων είναι στην προκειμένη περίπτωση διαφορετικά και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος διέπραξε α) το αδίκημα της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης, με την παράλειψή του να δηλώσει την εξαίρεσή του, ως σύζυγος της κρινόμενης υποψήφιας (πρώτης κατηγορουμένης) και συμμετείχε στην τριμελή επιτροπή και β) το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος αποκρύπτοντας από την επιτροπή στην οποία συμμετείχε, ότι η συγκεκριμένη υποψήφια δεν είχε πραγματική εγκατάσταση την αναφερόμενη στα δικαιολογητικά της". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντς για τις αποδιδόμενες στον καθένα αξιόποινες πράξεις (υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης και παράβασης καθήκοντος) και επέβαλε ποινή φυλάκισης στην μεν αναιρεσείουσα Ν. Κ. έξι (6) μηνών, στο δε αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, των οποίων ανέστειλε την εκτέλεσή τους για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, όσο αφορά μόνο τα εγκλήματα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της παράβασης καθήκοντος, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω δύο εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκαν αντίστοιχα οι δύο αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 220 παρ. 1, 259 και 263 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου Θ. Β.), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση όσο αφορά για τα δύο ως άνω αποδιδόμενα στους αναιρεσείοντες εγκλήματα, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα η αιτίαση της αναιρεσείουσας περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων ως προς το καταδικαστικό της προσβαλλόμενης απόφασης μετά μάλιστα τη συμπληρωματική απολογία του συγκατηγορουμένου της Θ. Β., είναι απαράδεκτη, αφού αυτή δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, ως πλήττουσα την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως της Ν. Κ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια η υπαλληλική ιδιότητα του αναιρεσείοντος Θ. Β. (Υποπυραγού της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας), το υπηρεσιακό καθήκον που ενυπήρχε στη φύση και στην ιδιότητα της υπηρεσίας του και ειδικότερα ως μέλους της Τριμελούς Επιτροπής Πρόσληψης Πυροσβεστών Εποχικής Απασχόλησης του νομού Αιτωλοακαρνανίας, που είχε ως έργο τη σύνταξη πινάκων κατάταξης των υποψηφίων με βάση την βαθμολογία των αντικειμενικών κριτηρίων, όπως είναι η εντοπιότητα, ενώ πρόσληψη των εν λόγω πυροσβεστών έγινε με απόφαση του διοικητή της προσλαμβάνουσας υπηρεσίας, η παράβαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος με την απόκρυψη από τα υπόλοιπα μέλη της ανωτέρω επιτροπής, καίτοι συμμετείχε σ' αυτήν, ότι για την υποψήφια και σύζυγό του Ν. Κ. δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου για να περιληφθεί στον πίνακα κατάταξης υποψηφίων πυροφυλάκων για το πυροφυλάκιο ..., γνωρίζοντας ότι αυτή έχει μόνιμη κατοικία στη ... και όχι στον ..., όπως αναφερόταν στις ψευδείς βεβαιώσεις που είχε υφαρπάσει η ανωτέρω αναιρεσείουσα, και ο σκοπός του που ήταν να προσπορίσει στην τότε σύζυγό του παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίστατο στο ότι αυτή κατατάχθηκε πρώτη λόγω εντοπιότητας και να βλάψει τους υπολοίπους συνυποψηφίους της για την εν λόγω θέση, καθώς τρεις απ' αυτούς που συμμετείχαν υπερείχαν στο σύνολο της βαθμολογίας έναντι της συζύγου του. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ έκτος και έβδομος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης του Θ. Β. όσο αφορά την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 259 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Αντίθετα όμως και όσο αφορά το έγκλημα της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης (άρθρο 254 του ΠΚ), για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός της παράβασης καθήκοντος (με την παραδοχή ότι υπήρχε πραγματική συρροή μεταξύ των δύο αυτών εγκλημάτων) με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αυτά δεν συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, καθόσον η Τριμελής Επιτροπή της οποίας ήταν μέλος ο αναιρεσείων, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε αρμοδιότητα να συγκεντρώσει τις αιτήσεις των υποψηφίων Πυροφυλάκων Εποχικής Απασχόλησης με τα δικαιολογητικά τους και να ετοιμάσει τον κατάλογο κατάταξης αυτών με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια που προέκυπταν από τα δικαιολογητικά τους (εντοπιότητα κλπ), σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ/τος 124/2003 "πρόσληψη προσωπικού ιδιωτικού δικαίου στο Πυροσβεστικό Σώμα", και δεν είχε αρμοδιότητα να λάβει τη σχετική απόφαση πρόσληψης του επιλεγόμενου πυροφύλακα, να διατυπώσει ευνοϊκή ή δυσμενή γνώμη ή να προτείνει κυρίαρχα και δεσμευτικά στον Διοικητή της προσλαμβάνουσας Υπηρεσίας, ο οποίος και θα αποφάσιζε την πρόσληψη των υποψηφίων(παρ. 6 του ίδιου ως άνω άρθρου και π. δ/τος). Επομένως από τη συμμετοχή και μόνο του αναιρεσείοντος Θ. Β. στην ως άνω Τριμελή Επιτροπή που υπέβαλαν οι ενδιαφερόμενοι για τη μία θέση του Πυροφύλακα ... Αιτωλοακαρνανίας τις αιτήσεις τους με τα δικαιολογητικά αυτών, στην οποία και υπέβαλε αίτηση και η τότε σύζυγός του ανωτέρω αναιρεσείοντος και ήδη αναιρεσείουσα Ν. Κ., δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης, αφού δεν υπήρχε νόμιμος λόγος να ζητήσει την εξαίρεση και να εξαιρεθεί από την ως άνω Τριμελή Επιτροπή, ενόψει των τυπικών μόνο αρμοδιοτήτων της.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος και ειδικότερα ως προς το μέρος που κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων Θ. Β. για την αξιόποινη πράξη της αποσιώπησης λόγους εξαίρεσης, κατά το βάσιμο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ σχετικό λόγο αναιρέσεως (στον οποίο εμπίπτουν οι υπ' αρ. 3, 4 και 5 λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Θ. Β.) και περαιτέρω πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 518 ΚΠΔ, εφόσον από τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά δεν υφίσταται η ως άνω αξιόποινη πράξη του άρθρου 254 του ΠΚ, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων να κηρυχθεί αθώος αυτής, απαλειφθούν δε από την εν μέρει αναιρούμενη απόφαση οι ποινή φυλάκισης των πέντε (5) μηνών που επιβλήθηκε για την ανωτέρω πράξη και η προελθούσα με την επιμέτρηση και αυτής συνολική ποινή των επτά (7) μηνών, ώστε να διατηρηθεί μόνο η ποινή των πέντε (5) μηνών που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, μη συντρεχούσης μετά ταύτα περιπτώσεως παραπομπής της υπόθεσης κατά το περί ποινής κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, προς επιβολή νέας ποινής από το δικαστήριο που την εξέδωσε. Μετά τα προεκτιθέμενα παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως του αναιρεσείοντος Θ. Β. περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του περί νομικής πλάνης του (άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ), αφού προϋποθέτει την τέλεση απ' αυτόν της αξιόποινης πράξης του άρθρου 254 ΠΚ, ενώ τοιαύτη πράξη δεν στοιχειοθετείται με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 παρ. 2 και 3, 333 και 369 ΚΠΔ, σαφώς συνάγεται ότι ο διευθύνων τη συζήτηση πρέπει να δίνει αυτεπαγγέλτως το λόγο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και αν δεν ζητήθηκε απ' αυτούς, έτσι ώστε να είναι πάντοτε ο τελευταίος ομιλών, επερχομένης αλλιώς απολύτου ακυρότητας, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ και ιδρυομένου εντεύθεν του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ιδίου Κώδικα λόγου αναίρεσης. Σε περίπτωση όμως κατά την οποία ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στους διαδίκους οσάκις το ζητήσουν, όπως προβούν σε δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις επί παντός θέματος αφορούντος την συζητούμενη υπόθεση, δεν υποχρεούται όπως στο ζητήσαντα και λαβόντα τον λόγο κατηγορούμενο δώσει εξ επαγγέλματος, τον λόγο τελευταία, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε και πάλι το λόγο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως της Ν. Κ. και ο όγδοος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως του Θ. Β., με τους οποίους προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού δεν δόθηκε πάλι ο λόγος στους δύο αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους ή τους συνηγόρους του, όταν μετά την περάτωση της διαδικασίας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, ο κατηγορούμενος Θ. Β., αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, είπε τα ακόλουθα: "Συμπληρώνοντας την απολογία μου θα ήθελα να πω ότι λόγω διένεξης με τη σύζυγό μου, αυτή πήγε και έμεινε στο χωριό. Τελικά χωρίσαμε πέρυσι στις 26-5-2009", καθόσον όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες δεν ζήτησαν μετά την άνω δήλωση του αναιρεσείοντος Θ. Β. και πάλι το λόγο, ούτε και ο Εισαγγελέας της έδρας, εκτός του ότι την έλλειψη ακροάσεως του τελευταίου δεν μπορούν να την προτείνουν οι κατηγορούμενοι ως παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματός τους, ως αβάσιμα υποστηρίζεται απ' αυτούς με τους ίδιους ως άνω λόγους τους.
Μετά απ' όλα τα προεκτιθέμενα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει: 1) να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της Ν. Κ. ως αβάσιμη και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), 2) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση όσο αφορά τον αναιρεσείοντα Θ. Β. κατά τα ανωτέρω και απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 18-1-2011 αιτήσεως των: 1) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Θ. Β. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1102/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση της Ν. Κ. του Σ..
Καταδικάζει αυτήν στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Αναιρεί εν μέρει την προαναφερόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και μόνο ως προς την στο σκεπτικό αναφερόμενη και στον αναιρεσείοντα Θ. Β. αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης.
Κηρύσσει αθώο τον ανωτέρω αναιρεσείοντα του ότι στο ..., την 26-5-2003, παρότι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α' του ΠΚ, και δη Υποπυραγός, μέλος της Τριμελούς Επιτροπής Πρόσληψης Πυροσβεστών Εποχικής Απασχόλησης Νομού Αιτωλοακαρνανίας, για τον οποίο υπήρχε νόμιμος λόγος να εξαιρεθεί σε κάποια υπόθεση, εν γνώσει του αποσιώπησε το περιστατικό αυτό και ενήργησε σ' αυτήν την υπόθεση με σκοπό την αθέμιτη ωφέλεια του ίδιου ή άλλου ή τη βλάβη άλλου. Ειδικότερα, ενώ είναι σύζυγος της πρώτης κατηγορούμενης Ν. Κ. του Σ., η οποία συμμετείχε, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα ανωτέρω υπό στοιχείο Α του διατακτικού της ως άνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, στη διαδικασία πρόσληψης μίας θέσης πυροφύλακα για το Πυροφυλάκιο του δημοτικού διαμερίσματος ... και για το λόγο αυτόν δεν επιτρεπόταν, ως μέλος του άνω συλλογικού οργάνου, να συμπράξει στην έκδοση πράξεων, αφού είχε πρόδηλο συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης της συζύγου του, εν γνώσει του αποσιώπησε το περιστατικό αυτό μετέχοντας στην άνω Επιτροπή και δεν δήλωσε την εξαίρεσή του, με σκοπό να ωφελήσει αυτήν, διότι γνώριζε ότι η σύζυγός του έχει πραγματική εγκατάσταση στο τόπο όπου ευρίσκεται η συζυγική οικία τους, ήτοι στο Δήμο ... και άρα ότι τα χρησιμοποιούμενα από αυτήν δικαιολογητικά - Βεβαιώσεις μόνιμης κατοικίας αναληθώς βεβαίωναν ότι είναι μόνιμη κάτοικος του δημοτικού διαμερίσματος ....
Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση την ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών που επιβλήθηκε στον ανωτέρω αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για το έγκλημα της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης και την επιμέτρηση της συνολικής ποινής των επτά (7) μηνών, ώστε να παραμείνει μόνο η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των πέντε (5) μηνών που αφορά το άλλο συρρέον και για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων έγκλημα της παράβασης καθήκοντος. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 18-1-2011 αίτηση του για αναίρεση της ως άνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης και παράβασης καθήκοντος. Ειδικότερα πότε συντρέχει νόμιμος λόγος εξαίρεσης υπαλλήλου συμμετέχοντος ως μέλους σε επιτροπή που συγκεντρώνει μόνο τις αιτήσεις με τα δικαιολογητικά των υποψηφίων και συντάσσει τον πίνακα κατάταξης των υποψηφίων ενδιαφερομένων για κάποια θέση, στην περίπτωση που μεταξύ των ενδιαφερομένων είναι και η σύζυγος αυτού. Αιτήσεις αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης από τους συγκατηγορουμένους συζύγους για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Παραδοχή του τελευταίου αναιρετικού λόγου για τον ένα των αναιρεσειόντων. Αναίρεση εν μέρει της προσβαλλόμενης απόφασης. Κήρυξη αθώου του αναιρεσείοντος, χωρίς παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απάλειψη ποινής για το έγκλημα της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης και την επιμέτρηση συνολικής ποινής. Απόρριψη κατά τα λοιπά της αίτησης αυτής και απόρριψη της αίτησης της αναιρεσείουσας για το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση στο σύνολό της ως αβάσιμης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1040/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειώντων - κατηγορουμένων 1. Β. Σ. του Κ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καπερνάρο και 2. Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 3060/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Ι. Σ. του Ν. και 2. Α. Δ. του Θ..
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Οκτωβρίου 2010 μετά των από 21 Φεβρουαρίου 2011 πρόσθετων λόγων και 11 Οκτωβρίου 2010 δυο χωριστών αιτήσεων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1430/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η από 12.10.2010 (με αριθ. πρωτ. 8443/2010) του Β. Σ. του Κ. μετά των από 12.2.2011 προσθέτων αυτής λόγων, οι οποίοι κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 21.2.2011) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), και 2) η από 11.10.2010 (με αριθ. πρωτ. 8465/2010) του Γ. Μ. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3060/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Α) Επί της αιτήσεως του Β. Σ. και των προσθέτων αυτής λόγων
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί. Η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, για συγκρότηση εγκληματικής οργανώσεως με σκοπό τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 385 του ΠΚ και ένταξη σ’ αυτήν ως μέλους, σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών, μετά την εξέταση της μάρτυρος Α. Ν., ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, είπε ότι θεωρεί ότι η κατάθεση της μάρτυρος δεν είναι αληθής, ότι ψευδόρκησε και ότι το Δικαστήριο πρέπει να της ασκήσει, σύμφωνα με το άρθρο 38, ποινική δίωξη. Η υπεράσπιση του 1ου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) είπε ότι η πρόταση του Εισαγγελέα δεν ήταν αιτιολογημένη και ζήτησε την απόρριψή της, κατ’ άρθρο 32§4 του ΚΠοινΔ. Ο Εισαγγελέας απήντησε ότι δικαιούται να ασκήσει τον σχολιασμό της καταθέσεως της μάρτυρος και δεν μπορούσε η υπεράσπιση να δευτερολογήσει. Η υπεράσπιση του 1ου κατηγορουμένου είπε ότι δεν κρίνει την αγόρευση του Εισαγγελέα και ζήτησε να αναφέρει ο Εισαγγελέας τα σημεία που ψευδόρκησε η μάρτυρας. Οι λοιποί συνήγοροι της υπερασπίσεως είπαν ότι είναι ειλικρινή και αληθή όσα κατέθεσε η μάρτυρας, ότι πράγματι απέδωσε αυτή μια πραγματικότητα και ζήτησαν να αιτιολογήσει ο Εισαγγελέας την πρότασή του. Ο αναιρεσείων, με τον μοναδικό, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, η οποία συνίσταται στο ότι, μετά τα ως άνω συμβάντα, κατέθεσε, δια του συνηγόρου του, στο Δικαστήριο έγγραφο υπόμνημα με τίτλο "παρατηρήσεις στις αποδείξεις που ενεργήθηκαν, κατ’ άρθρο 358 εδ. β ΚΠΔ - Δήλωση προς καταχώριση στα πρακτικά, κατ’ άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ", περιεχόμενο το διαλαμβανόμενο στην αίτηση και αίτημα "να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο το γεγονός ότι η Α. Ν., ως μάρτυρας κατηγορίας, κατέθεσε ότι γνωρίζει πλέον ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν είχε καμιά συμμετοχή στην εις βάρος αυτής και του Κ. Π. επίθεση στις 26.05.2002", ζήτησε την ανάγνωση του υπομνήματος αυτού και το Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί στην ανάγνωσή του και, κατ’ επέκταση, στην αξιολόγηση και συνεκτίμησή του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του ζήτησε την καταχώρηση στα πρακτικά και την ανάγνωση του ως άνω υπομνήματος ούτε ότι ζητήθηκε η διόρθωση των πρακτικών ούτε ότι προσβλήθηκαν αυτά για πλαστότητα, ανεξαρτήτως του ότι το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε, σιωπηρώς, την ως άνω εισαγγελική πρόταση.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Αν δε, παρά το ότι το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε παραδεκτώς, το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επ’ αυτού, ιδρύεται και ο από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, πριν από την κατάθεση της ως άνω μάρτυρος Α. Ν., είχε υποβάλει αίτημα διακοπής της δίκης για να κληθούν οι μάρτυρες Ε. Κ., Σ. Κ. και Σ. Σ.. Μετά δε τα συμβάντα που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη και ενώ δεν είχε περατωθεί η εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, υπέβαλε το αίτημα αυτό και εγγράφως, ως εξής: "Στα πλαίσια της, ενώπιον του Υμετέρου Δικαστηρίου, διεξαγομένης δίκης, αιτούμαι - βασιζόμενος στην θεμελιώδη αρχή του Ποινικού Δικονομικού μας Δικαίου, ήτοι την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας - όπως κλητευθούν οι, χρήσιμοι για την διακρίβωση της αλήθειας, κάτωθι μάρτυρες: 1) Σ. Σ.,..., 2)Σ. Κ.,...και 3) Ε. Κ., κάτοικος ...". Το αίτημα αυτό επανέλαβαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων μετά την εξέταση του μάρτυρα Κ. Π. και πριν από την ανάγνωση των εγγράφων και, συγκεκριμένα, ζήτησαν να προσέλθουν οι ως άνω μάρτυρες "για να διαψεύσουν τον μάρτυρα Π.". Το Δικαστήριο πράγματι, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει το αίτημα αυτό και διέταξε την κλήτευση των μαρτύρων Σ. Σ. και Σ. Κ., όχι, όμως, και του Ε. Κ.. Πλην, το αίτημα διακοπής για κλήτευση μαρτύρων, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και εκ τούτου απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε για ποιους συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία η μαρτυρία των παραπάνω μαρτύρων, αορίστως δε αναφέρεται σε διάψευση του μάρτυρα Π.. Επομένως, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του περί μη κλητεύσεως και του μάρτυρα Ε. Κ.. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. και Β και Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη, σιωπηρή, απόρριψη του αιτήματος για την κλήτευση και του μάρτυρα Ε. Κ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, μετά την έκδοση της αποφάσεως επί της ενοχής, ζήτησε, δια του συνηγόρου του, να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του "τα ελαφρυντικά του άρθρου 84§2 περ. α' και ε' του ΠΚ". Έτσι, όμως, όπως διατυπώθηκε ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός ήταν εντελώς αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται καθόλου στοιχεία προς θεμελίωσή τους. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Το γεγονός δε ότι απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο, δεν αναιρεί το ότι αυτός, στην πραγματικότητα, είχε προβληθεί αορίστως. Κατά συνέπειαν, ο τρίτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος να του αναγνωρισθούν τα παραπάνω ελαφρυντικά, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Β) Επί της αιτήσεως του Γ. Μ.
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 187 του ΠΚ, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα ... 385 (εκβίαση) ... του ΠΚ. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. Από τις διατάξεις αυτές, όπως ισχύουν από τις 27.6.2001 μετά την αντικατάστασή τους με το Ν. 2928/2001 και από την Αιτ. Έκθ. του τελευταίου, προκύπτει, ότι, η εγκληματική ομάδα της παρ. 1 διαστέλλεται από αυτή της παρ. 3 με βάση τρία κριτήρια, ένα ποιοτικό (δομημένη ομάδα), ένα ποσοτικό (τρία ή περισσότερα πρόσωπα) και ένα χρονικό (διάρκεια δράσης). Συγκρότηση της εγκληματικής οργάνωσης είναι η καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της. Μέλος της οργάνωσης αυτής είναι εκείνος, που υποτάσσει τη βούλησή του στην οργάνωση χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του στις κατ' ιδίαν πράξεις της οργάνωσης. Δομημένη ομάδα είναι εκείνη που δεν σχηματίζεται περιστασιακά για τη διάπραξη ενός εγκλήματος, αλλά συγκροτείται για να έχει διαρκή δράση, ενώ υποκειμενικώς απαιτείται δόλος κάθε μέλους να θέλει την ένταξή του στην εγκληματική οργάνωση, ήτοι απαιτείται κάθε μέλος να έχει ως σκοπό τη διάπραξη περισσοτέρων από ένα κακουργημάτων, που αναφέρονται στη διάταξη της παρ. 1 (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως), ο ειδικός δε αυτός δόλος νοείται συνολικός (ενιαίος), δηλ. τα μέλη να έχουν προαποφασίσει ήδη κατά την ίδρυση της οργάνωσης ότι η δράση τους θα εκδηλωθεί σε βάθος χρόνου με την τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων και χωρίς να έχουν καταστρωθεί οι λεπτομέρειες κ.λπ. των εγκλημάτων τούτων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο (και) τον άνω αναιρεσείοντα συγκροτήσεως εγκληματικής οργανώσεως με σκοπό τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 385 του ΠΚ και εντάξεως σ’ αυτήν ως μέλους, πράξη που τέλεσε με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... απεδείχθησαν τα εξής: Οι Β. Σ. (πρώτος αναιρεσείων, η αίτηση του οποίου κρίθηκε παραπάνω), Α. Λ. (ήδη θανών), Ι. Σ., Ι. Γ. (ήδη θανών), Σ. Χ. (φυγόδικος), Σ. Π., Γ. Μ. (αναιρεσείων), Α. Δ. (...) και A. K. (φυγόδικος) είχαν συγκροτήσει από το έτος 1997 και συμμετείχαν σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα που επεδίωκε τη διάπραξη περισσοτέρων πράξεων της εκβίασης στην τέλεση της οποίας προέβαιναν κατ’ επάγγελμα αφού είχαν σκοπό τον πορισμό εισοδήματος ενώ από την επανειλημμένη διάπραξη αυτής προκύπτει σταθερή ροπή αυτών προς τέλεση των πράξεων αυτών. Στον αρχηγικό πυρήνα της ομάδας αυτής ήταν ο Θ. Π. (μέχρι το θάνατό του), Β. Σ., Α. Λ. (μέχρι το θάνατό του) και Ι. Σ. και μέλη της οι λοιποί οι οποίοι εκτελούσαν χρέη εισπράκτορος και προέβαιναν πλην του Γ. Μ. σε βάρος ιδιοκτητών καταστημάτων στις περιοχές ... - ... - ... για την καταβολή χρηματικών ποσών και σε απειλές κατά της ζωής τους και πρόκλησης βλάβης στις επιχειρήσεις τους σε περίπτωση που αρνούνταν να καταβάλουν τα χρηματικά ποσά που ανέρχονταν εβδομαδιαίως από 30.000 έως 50.000 δραχμές τα οποία απαιτούσε η εγκληματική αυτή οργάνωση, η δράση της οποίας διήρκεσε μέχρι το τέλος Ιουνίου 2002. Επικεφαλής των ομάδων που ήλεγχε τα καταστήματα των περιοχών ... και ... ήταν αντίστοιχα οι Α. Λ. και Ι. Σ.. Το σχέδιο δράσης ενός εκάστου των μελών υποδείκνυε ο Β. Σ. στα χέρια του οποίου κατέληγε και το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων. Οι παράνομες ενέργειες της συγκροτημένης ως άνω εγκληματικής οργάνωσης αποδεικνύεται πλήρως και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Ν., Α. Π., Σ. Μ. και Κ. Π.. Ειδικότερα: Πρώτον, η μάρτυς Α. Ν. συνδέθηκε ερωτικά με τον Β. Σ. κατά το διάστημα από το 1997 μέχρι τον Αύγουστο του 2000 όταν και χώρισαν. Λόγω των στενών σχέσεων που είχε αναπτύξει με τον πρώτο κατηγορούμενο, επίσης και με τον δεύτερο λόγω και της συγγενικής σχέσης που είχαν αλλά και των φιλικών σχέσεων με τους λοιπούς, είχε παραβρεθεί σε συζητήσεις που αφορούσαν την δραστηριότητά τους σε εκβιάσεις καταστημάτων. Η ομάδα που αποτελείτο από τα παραπάνω άτομα ακολουθούσε τις υποδείξεις και οδηγίες του πρώτου κατηγορουμένου ο οποίος ήταν αρχηγός. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι στην ομάδα αυτή υπήρχε ιεραρχία. Πρώτος ήταν ο Σ., μετά ο Σ. και τα λοιπά μέλη της ομάδας τα οποία εισέπρατταν χρήματα από τους καταστηματάρχες διότι φοβόντουσαν και σέβονταν τον Σ.. Επίσης αναφέρει ότι ο Σ. σαν αρχηγός έλεγχε τα πάντα και ότι μπορεί ο ίδιος να μην πήγαινε στα καταστήματα να πάρει χρήματα αλλά γνώριζε και κατηύθυνε την ομάδα για να διαπράξει τους εκβιασμούς και ότι πάντα τις εντολές τις έδινε ο Σ.. Ακόμα αναφέρει ότι η ομάδα αυτή τρομοκρατούσε τον κόσμο και εισέπραττε χρήματα και ότι στη μάνδρα που διατηρούσε ο Σ. στον … γίνονταν συζητήσεις για εκβιασμούς. Η άνω μάρτυς καταθέτει και ότι εκβίαζαν σχεδόν όλη την … με απειλές για την σωματική ακεραιότητα των καταστηματαρχών και των οικογενειών τους, αναφέρεται δε και σε συγκεκριμένα καταστήματα που οι καταστηματάρχες εκβιάστηκαν και κατέβαλαν χρήματα, όπως του Π. ("Φρεντς"), του Δ. ("Άμμος"), το "Κάργκο", το "Κάστρο" του Α. (εστιατόριο). Δεύτερον, ο μάρτυς Ι. Π. ήταν φίλος με τον Β. Σ. πολλά χρόνια και είχαν και οικογενειακές καλές σχέσεις. Ένα διάστημα από τα μέσα του 2002 μέχρι αρχές του 2003 ο Σ. φιλοξενείτο στην οικία του επειδή φυγοδικούσε. Στην κατοικία αυτή τον φιλοξενούμενο Σ. τον επισκέπτονταν αρκετά άτομα μεταξύ των οποίων ήταν ο Σ. Π. και ο Μ. (αναιρεσείων). Αναφέρει δε ότι στην οικία του (μάρτυρος) ο Σ. την είχε κάνει στρατηγείο των μπράβων αφού εκεί γίνονταν συζητήσεις - συνεδριάσεις για παράνομες δραστηριότητες όπως ήταν και οι εκβιασμοί μαγαζιών και περιπτέρων. Επίσης αναφέρει ότι ο Σ. έκανε "νταβατζιλίκια" ήταν αρχηγός της ομάδας και σαν αφεντικό έστελνε τα λοιπά μέλη, όπως τον Μ., Π., απαιτώντας χρήματα από τους καταστηματάρχες για να τους προστατεύσουν, ότι η ομάδα αυτή έγινε το 2000 και μέλη της ήταν Σ., Γ., Λ., Π., Μ. και Σ. και ότι η ομάδα αυτή εκτός από τσιγάρα, λαθραία πετρέλαια έκανε και εκβιασμούς. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι το ταμείο ήταν του Σ. και ότι το έτος 2002 η δραστηριότητα της ομάδας πήγαινε προς το καλύτερο και ότι ο Σ. έπαιρνε τα πολλά και όχι τα ψίχουλα, απαιτώντας μάλιστα να δίνουν μεροκάματα και τα περίπτερα σ’ όλη την παραλία. Συγκεκριμένα αναφέρει ένα κατάστημα του Π., βενζινάδικο της ΕΚΟ, όπου οι μισθωτές αυτού επειδή αρνήθηκαν να καταβάλουν χρήματα ο Σ. Π. τους χτύπησε και όταν ο τελευταίος γύρισε είπε χαρακτηριστικά στον Σ. "η εντολή" εκτελέστηκε. Επίσης αναφέρει ότι και ο επιχειρηματίας Μ. ο οποίος είχε προστάτη τον Σ. Π. έλεγε ο πρώτος στον δεύτερο μπροστά στον άνω μάρτυρα "μας παίρνεις πολλά κάνε λίγο σκόντο" και ο Μ. τον φοβόταν και τούδινε τα λεφτά. Ακόμα αναφέρει και τον επιχειρηματία Π. που είχε μπαράκι στην ... ότι του σπάσανε το κεφάλι γιατί δεν έδινε τα χρήματα που απαιτούσαν. Όσον δε αφορά τον τέταρτο κατηγορούμενο Γ. Μ. (αναιρεσείοντα) καταθέτει ότι αυτός (Μ.) είχε ενεργό ρόλο στην ομάδα και ήταν και αυτός στα υψηλά πρόσωπα, ότι ήταν συνεργάτης του Σ. και μάλιστα ότι έφερνε χρήματα στο σπίτι του (μάρτυρα) και στο γραφείο του Σ. ("πάρκινγκ"). Τρίτον, η μάρτυς Σ. Μ., σύζυγος του άνω μάρτυρος, επιβεβαίωσε την φιλοξενία του πρώτου κατηγορουμένου στην οικία τους, την επίσκεψη διαφόρων ατόμων σ’ αυτή μεταξύ των οποίων ήταν οι Σ., Μ., Σ. Π., Κ., Μ., πράγμα το οποίο γινόταν και παλαιότερα δηλαδή από το έτος 1997. Ακόμα αναφέρει ότι ο Μ. έφερε στο σπίτι τους γιατί εκεί ήταν ο Σ. δύο - τρεις φορές χρήματα σε σακούλα πλαστική την περίοδο 1998 με 1999 και του τα έδωσε χωρίς να αποκλείει ότι τα χρήματα μπορεί να ήταν από εκβιασμούς. Καταθέτει επίσης ότι τα άτομα που έρχονταν στην κατοικία τους τα θεωρούσε επικίνδυνα και όταν συγκεντρώνονταν η ίδια καθ’ υπόδειξη του συζύγου της και κατά απαίτηση του Σ. απομακρυνόταν και πήγαινε στην πεθερά της. μετά δε τις καταθέσεις τους (ίδιας και συζύγου της) άρχισαν απειλές εναντίον τους και ότι τελευταία έγιναν δύο βομβιστικές επιθέσεις πίσω από το σπίτι τους. Τέταρτον, ο μάρτυς Κ. Π., το έτος 2001 μέσω του Γ. Π. αρχικά γνώρισε τον Ι. Σ. και στη συνέχεια τους Β. Σ., Α. Λ., Σ. Χ. με τους οποίους πολλές φορές επισκέπτονταν διάφορα κέντρα διασκέδασης χωρίς να πληρώνουν πράγμα το οποίο ου έκανε εντύπωση. Ο Λ. δε του εκμυστηρεύτηκε παρουσία του Χ. και Γ. ότι είναι ομάδα και μπράβοι και πάνε για προστασία στα μαγαζιά, του πρότεινε δε εάν θέλει να πάει μαζί τους και να του δίνουν χρήματα. Επίσης καταθέτει ότι οι επιχειρηματίες των κέντρων "Άμμος" και "Κάστρο" του είχαν πει ότι έδιναν χρήματα στην ομάδα....Ύστερα από αυτά...πρέπει οι κατηγορούμενοι α) Β. Σ., β)... γ)... και δ) Γ. Μ. να κηρυχθούν ένοχοι του ότι από πρόθεση ενεργώντας κατά το χρονικό διάστημα από αρχές του έτους 1999 μέχρι και τέλος Ιουνίου 2002 συγκρότησαν και εντάχθηκαν ως μέλη σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα στην οποία συμμετείχαν εκτός αυτών και οι θανόντες ..., ο Σ. Π. καθώς και οι φυγόδικοι ... . Η ομάδα αυτή επεδίωκε την διάπραξη περισσοτέρων κακουργηματικών πράξεων της εκβίασης στην τέλεση της οποίας προέβαιναν κατ’ επάγγελμα αφού είχαν σκοπό τον πορισμό εισοδήματος ενώ, από την επανειλημμένη διάπραξη αυτής προκύπτει σταθερή ροπή αυτών προς τέλεση των πράξεων αυτών. Συγκεκριμένα εκβίαζαν ιδιοκτήτες καταστημάτων στις περιοχές ... - ... - ... για την καταβολή χρηματικών ποσών σε τακτά χρονικά διαστήματα το οποίο και επετύγχαναν χρησιμοποιώντας απειλές κατά της ζωής των επιχειρηματιών και των μελών της οικογενείας τους καθώς και με την απειλή πρόκλησης βαρειών σωματικών βλαβών στα άνω πρόσωπα ενώ, προέβαιναν και σε απειλές πρόκλησης βλάβης στις επιχειρήσεις τους σε περίπτωση που αρνούνταν να καταβάλουν τα χρηματικά ποσά τα οποία απαιτούσαν. Η εγκληματική αυτή οργάνωση και η δράση της διήρκεσε μέχρι το τέλος Ιουνίου 2002 οπότε και διεκόπη λόγω της αποκάλυψης των παράνομων ενεργειών των κατηγορουμένων ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συγκροτήσεως και εντάξεως ως μέλους σε εγκληματική οργάνωση που επεδίωκε τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργηματικών πράξεων της εκβιάσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε (και) ο ανωτέρω αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 187§1 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση α) ότι και ο αναιρεσείων Γ. Μ., μαζί με όσους αναφέρθηκαν παραπάνω (Β. Σ., Ι. Σ. κ.λπ.), συγκρότησε ομάδα με διαρκή δράση, η οποία απετελείτο από πρόσωπα περισσότερα από τρία, στην οποία και εντάχθηκε, ότι η ομάδα αυτή ήταν δομημένη, είχε, δηλαδή, αρχηγικό πυρήνα (τους Β. Σ. και Ι. Σ., καθώς και τον Α. Λ. μέχρι το θάνατό του) και μέλη, στα οποία ανήκε και ο αναιρεσείων, με ιεραρχική δομή και κατανομή καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, ότι σκοπός της ομάδας ήταν η τέλεση αορίστου αριθμού κακουργηματικών εκβιάσεων, ήτοι εκβιάσεων καταστηματαρχών για την καταβολή στην ομάδα χρηματικών ποσών, με απειλές κατά της ζωής των ιδίων και των μελών της οικογενείας τους ή προκλήσεως στα πρόσωπα αυτά βαριών σωματικών βλαβών, καθώς και με απειλές προκλήσεως βλάβης στις επιχειρήσεις τους, στις οποίες (εκβιάσεις) πρόβαινε κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, αιτιολογείται δε πλήρως και η συνδρομή των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων, οι οποίες προσδίδουν στην πράξη της εκβιάσεως, ακόμη και αν αυτή τελείται με απειλές προκλήσεως βλάβης σε επιχείρηση, κακουργηματικό χαρακτήρα (άρθρο 385§1 περ. β του ΠΚ). Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - (τέταρτος) κατηγορούμενος πρόβαλε, ούτε επικουρικά, τον ισχυρισμό να μετατραπεί η κατηγορία, από συγκρότηση και ένταξη ως μέλους σε εγκληματική οργάνωση, σε συμμορία (άρθρο 187§3 του ΠΚ), άλλως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι δεν τέλεσε κάποιο από τα εγκλήματα της παρ. 1 (άρθρο 187§4 εδ. β του ΠΚ).
Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να ερευνήσει τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Παρά ταύτα, έκρινε, αιτιολογημένα, ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής τους, με τις παραδοχές ότι και ο αναιρεσείων αυτός ήταν μέλος της εγκληματικής οργανώσεως, είχε ενεργό ρόλο σ’ αυτήν και μετείχε και αυτός στην είσπραξη χρημάτων από τους καταστηματάρχες που εκβιάζονταν, ανεξαρτήτως αν ο ίδιος δεν πρόβαινε σε απειλές. Η αναγνώριση δε του ελαφρυντικού της παρ. 4 εδ. β του άρθρου 187 του ΠΚ προϋποθέτει ότι το μέλος της εγκληματικής οργανώσεως δεν έχει οποιαδήποτε συμμετοχή σε κάποια από τις πράξεις που αναφέρονται στην παρ. 1 και όχι μόνο όταν αυτός δεν είναι αυτουργός της πράξεως, ενώ έχει παράσχει στους αυτουργούς άμεση ή απλή συνέργεια. β) Η παραδοχή ότι "... και μέλη της οι λοιποί οι οποίοι εκτελούσαν χρέη εισπράκτορος και προέβαιναν πλην του Γ. Μ. σε βάρος ιδιοκτητών καταστημάτων ... για την καταβολή χρηματικών ποσών και σε απειλές ... σε περίπτωση που αρνούνταν να καταβάλουν ..." δεν ενέχει αντίφαση, καθόσον το Δικαστήριο, με τη φράση "πλην του Γ. Μ.", δέχεται ότι ο αναιρεσείων δεν απειλούσε και ο ίδιος τους καταστηματάρχες, εισέπραττε, όμως, και αυτός από τους τελευταίους τα διάφορα χρηματικά ποσά, κατά τις εντολές που λάμβανε από τους αρχηγούς και ιδίως από τον Β. Σ.. γ) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείτο αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 187 του ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο αιτιάται ότι το Πενταμελές Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε τα διάφορα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, απολογία κατηγορουμένου κ.λπ.), είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Το άρθρο 524 του ΚΠοινΔ όριζε στην παρ. 1 ότι: "Με εξαίρεση την περίπτωση του άρθρου 520, η συζήτηση στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα άρθρα 518 παρ. 2 και 519 γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κώδικα επίσης εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 135. Τα πρακτικά της απόφασης που έχει αναιρεθεί, τα οποία περιέχουν τις μαρτυρίες από την πρώτη συζήτηση, επιτρέπεται να διαβαστούν μόνο αν υπάρχει περίπτωση του άρθρου 365". Μετά δε την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής με το άρθρο 51 του ν. 3160/2003, ορίζει ότι: "Η συζήτηση στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα άρθρα 518 παρ. 2 και 519 γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα επίσης εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 135". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 364§2 του ίδιου Κώδικα, "Διαβάζονται επίσης τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Επίσης τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι η ανάγνωση των πρακτικών της δίκης που αναιρέθηκε δεν επάγεται καμιά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και, συνεπώς, δεν καθιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, δεδομένου και του ότι η απαγόρευση της αναγνώσεώς τους (πλην της περιπτώσεως που ήταν αδύνατη η εμφάνιση μάρτυρα, του οποίου η κατάθεση περιεχόταν σ’ αυτά) καταργήθηκε με το άρθρο 51§1 του ν. 3160/2003, με το οποίο αντικαταστάθηκε, κατά τα ανωτέρω, η παρ. 1 του άρθρου 524 του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν περιλαμβάνεται, με αύξ. αριθ. 2, η με αριθμούς 1364,1411 και 1645/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και τα πρακτικά αυτής, η οποία αναιρέθηκε με την υπ’ αριθ. 1265/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Στην απόφαση που αναιρέθηκε περιλαμβάνονταν και οι καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών Β. Κ., Μ. Χ. και Ε. Τ., ένσταση κατά της εξετάσεως των οποίων απορρίφθηκε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για τον οποίο λόγο και αναιρέθηκε. Κατά της αναγνώσεως αυτής, όμως, ούτε ο αναιρεσείων ούτε κανένας άλλος από τους συγκατηγορουμένους του πρόβαλε αντιρρήσεις. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ανάγνωση της ως άνω αποφάσεως και των πρακτικών της δεν επάγεται καμιά ακυρότητα και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνο ή περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2207/1994, "Αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφαση του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία έτη και ανώτερο από πέντε έτη. Η αναστολή της εκτέλεσης μπορεί να χορηγηθεί αν το δικαστήριο από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και ιδίως των αιτίων της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Στην κρίση του αυτή το δικαστήριο πρέπει ακόμη να λαμβάνει υπόψη και τη διαγωγή του υπαιτίου μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που έδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του". Εξάλλου, αν υποβληθεί αίτημα αναστολής της επιβληθείσας ποινής, που είναι μεγαλύτερη από δύο και δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό και, σε περίπτωση που το κρίνει απορριπτέο, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα τη σχετική απόφασή του, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που δεν απάντησε καθόλου, και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, στην περίπτωση που το απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία. Πρέπει, όμως, το ως άνω αίτημα να έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που το προβλέπει ή ο χαρακτηρισμός με τον οποίο είναι γνωστό στη νομική ορολογία. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτό. Περαιτέρω, η παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του καταδικασθέντος κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 84 παρ. 2 α και ε του ΠΚ, προκειμένου να λειτουργήσουν ως λόγοι μειώσεως της ποινής του, δεν δημιουργεί αντίφαση σε σχέση με άλλη παραδοχή του στην ίδια απόφαση, σύμφωνα με την οποία δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και 100 του αυτού Κώδικα, προκειμένου να διαταχθεί η αναστολή εκτελέσεως της ποινής, αφού οι τελευταίες διατάξεις αξιώνουν για την επίκλησή τους προϋποθέσεις που δεν αποτελούν όρους εφαρμογής της πρώτης (84 παρ. 2 περ. α και ε), όπως είναι η μετάνοια που πρέπει να έδειξε ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξεως και η προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, προϋποθέσεις που δεν τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 84.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, μετά την περί ποινής απόφαση του Δικαστηρίου, ζήτησαν "να ανασταλεί επί τριετία η ποινή του". Το αίτημα αυτό, όπως υποβλήθηκε, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι η εκτέλεση της ποινής φυλακίσεως τριών ετών, η οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, δεν ήταν αναγκαία για την αποτροπή του από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, ήταν αόριστο και το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του. Από το ότι δε του αναγνώρισε το ελαφρυντικό που προβλέπει το άρθρο 84§2 περ. ε του ΠΚ δεν δημιουργείται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σχέση, καμιά αντίφαση σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος για την αναστολή. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για την αναστολή της ποινής και συγκεκριμένα γιατί το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε το αίτημα με την τυπική αιτιολογία ότι "ενόψει των περιστάσεων, του τρόπου και της διάρκειας τέλεσης της άνω αξιόποινης πράξης είναι αναγκαία η εκτέλεση της επιβληθείσης ποινής για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων", παρά το ότι του είχε αναγνωρίσει, αμέσως προηγουμένως, το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 περ. ε του ΠΚ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 79 του ΠΚ, "στην απόφαση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ.1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά και άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 84§1 του ΠΚ, όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, η ποινή μειώνεται κατά το στο άρθρο 83 οριζόμενο μέτρο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 85 του ίδιου Κώδικα, "όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84), εφαρμόζεται μόνο μία φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83. Στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις". Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνδυαζόμενη με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 79 του ΠΚ, προκύπτει ότι όταν αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο δύο ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, η ποινή θα μειωθεί μια μόνο φορά, το ύψος δε αυτής ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, κατά την επιμέτρηση της ποινής θα λάβει υπόψη του τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ (βαρύτητα του εγκλήματος, προσωπικότητα του κατηγορουμένου), χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του για την επιβολή της ποινής ειδικότερη αιτιολογία ούτε είναι αναγκαία η μνεία στην απόφαση και του άρθρου 85 του ΠΚ. Στην προκειμένη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στον αναιρεσείοντα αναγνωρίσθηκαν, όπως αναφέρθηκε, οι ελαφρυντικές περιστάσεις ότι έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (και, επομένως, η προβλεπόμενη για την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε, ποινή μειώνεται στο μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ μια μόνο φορά). Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο, αφού με ειδική σκέψη εφάρμοσε όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ και έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα της πράξεως και την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς το Πενταμελές Εφετείο εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 83 και 85 του ΠΚ, και επέβαλε στον αναιρεσείοντα την ως άνω ποινή, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του αυτή και άλλη ειδικότερη αιτιολογία ούτε να μνημονεύσει και το άρθρο 85 του ΠΚ. Ούτε γεννάται αντίφαση από το ότι το Δικαστήριο στο συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Α. Δ., στον οποίο αναγνώρισε μόνο μια ελαφρυντική περίσταση (του άρθρου 84§2 περ. ε του ΠΚ), επέβαλε την αυτή ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, εφόσον η υπόθεση κάθε καταδικασθέντος έχει την αυτοτέλειά της και τα κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ ερευνώνται χωριστά για τον καθένα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 85 του ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.10.2010 (με αριθ. πρωτ. 8443/2010) αίτηση του Β. Σ. του Κ. μετά των από 12/21.2.2011 προσθέτων αυτής λόγων και την από 11.10.2010 (με αριθ. πρωτ. 8465/2010) τοιαύτη του Γ. Μ. του Ι., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3060/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης προς διάπραξη κακουργημάτων εκβίασης και ένταξη σ αυτήν. Στοιχεία εγκλήματος. Η μη ανάγνωση εγγράφου δημιουργεί λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως αν έχει υποβληθεί σαφές και ορισμένο σχετικό αίτημα. Επιτρεπτή η ανάγνωση από το δικαστήριο της παραπομπής της αποφάσεως που αναιρέθηκε, εφόσον δεν προβλήθηκε αντίρρηση. Το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση για αιτήματα κλητεύσεως μάρτυρος, αναγνώριση ελαφρυντικών, αναστολής ποινής φυλακίσεως τριών ετών, γιατί αυτά είχαν υποβληθεί αορίστως. Για τη μείωση της ποινής από την αναγνώριση δύο ελαφρυντικών το δικαστήριο δεν υποχρεούται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία, πλην των στοιχείων του άρθρου 79 ΠΚ, ούτε να μνημονεύσει το άρθρο 85 ΠΚ. Απόρριψη αιτήσεων και προσθέτων λόγων.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1036/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνστνατίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Αμπατζή, για αναίρεση της υπ'αριθ.2759/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1344/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 366 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση στο ακροατήριο καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο σε απολογία, είτε αυτός το ζητήσει είτε όχι. Διαφορετικά δημιουργείται, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ'του ίδιου Κώδικα, ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Α'του ΚΠοινΔ. Αυτό, όμως, προϋποθέτει αυτοπρόσωπη του κατηγορούμενου παράσταση στο ακροατήριο. Όταν αυτός δεν παρίσταται στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπείται στη δίκη από συνήγορο, ο συνήγορος του δεν μπορεί να απολογηθεί για λογαριασμό του κατηγορούμενου, ούτε καλείται σε απολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.2759/2010 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική, και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 κατ'εξακολούθηση. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων δεν παρέστη αυτοπροσώπως στο άνω Δικαστήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε αυτός από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Αναγνώστου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα με την ειδικότερη αιτίαση ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κήρυξε το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένως να απολογηθεί ο αναιρεσείων δια της ανωτέρω πληρεξουσίας δικηγόρου του, είναι απορριπτέος, αφού αυτή δεν μπορούσε να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα τους ήδη αναιρεσείοντος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ.35/2010 αίτηση του Α. Σ. του Γ. περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.2759/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 5360/1933 «περί επιταγής». Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα εκ της απολογίας του πληρεξουσίου δικηγόρου που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1034/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αλεξάκο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 75143/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Ζ. του Γ., κάτοικο Αθηνών, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1602/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 31 παρ.1 του Ν. 3904/23-12-2010 "Όλες οι σε βαθμό πλημμελήματος αξιόποινες πράξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας ... τιμωρούνται με κράτηση μέχρι έξι (6) μηνών και πρόστιμο μέχρι τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, εκτός από τις πράξεις των άρθρων 34 παρ.1,2, 43 παρ.2 περιπτώσεις α, β και 4, 85 παρ.5 και 98 παρ.2 οι οποίες εξακολουθούν να τιμωρούνται ως πλημμελήματα, με τις αναφερόμενες στις οικείες διατάξεις ποινές".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 75143/8-10-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για το πλημμέλημα της παράβασης του άρθρου 43 παρ.1α, γ, 3 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) με χρόνο τελέσεως την 30-4-2004. Όμως, ο νόμος βάσει του οποίου καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατέστη επιεικέστερος αφού η άνω πράξη φέρει, πλέον, χαρακτήρα πταίσματος. Επομένως, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, αφού η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, πρέπει, κατ' άρθρο 2 του ΠΚ, να εφαρμόσει τον επιεικέστερο νόμο και να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' άρθρα 511, 518 παρ.1 του ΚΠοινΔ.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία προκειμένου για πταίσματα είναι ενός έτους και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από ένα χρόνο για τα πταίσματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β', 370 εδ.β' και 511 εδ.β' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή.
Στην προκειμένη περίπτωση αφού η ανωτέρω παράβαση του άρθρου 43 παρ.1α, γ 3 του ΚΟΚ, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατέστη πλέον πταίσμα και από του χρόνου τελέσεως της μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (11-5-2011) παρήλθε χρόνος πέραν της διετίας, πρέπει, ενόψει του ότι αναιρείται, κατά τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω εφαρμογής του παραπάνω επιεικέστερου νόμου, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 75143/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Κ. Σ. του Ι. για το ότι στην Αθήνα στις 30-3-2004 οδηγός τυγχάνων του υπ' αριθ. ... ΕΙΧ αυτοκινήτου, εμπλακείς σε τροχαίο ατύχημα, δεν στάθμευσε αμέσως στον τόπο του ατυχήματος, ούτε έδωσε τα στοιχεία ταυτότητας του στον άλλο οδηγό.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 43 παρ.1α, γ3 ΚΟΚ. Εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου (άρθρο 31 παρ.1 Ν. 3904/2010) που ισχύει με την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αναιρεί και παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1028/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κώστα Λαμπράκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 71616/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1606/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 40 παρ.1 Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του αυτού άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υπόστασης και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 του ίδιου νόμου, "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ίσχυε, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείτο άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 του ν. 2523/1997). Με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004 "για την αντικειμενικοποίηση του φορολογικού ελέγχου κ.λ.π.", μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, "προστέθηκε διάταξη κατά την οποία "ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ". Η ρύθμιση όμως αυτή είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο της προηγούμενης και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. Και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από την προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία, όμως, αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και, επομένως, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής (όχι πότε και πώς λαμβάνεται αυτή υπόψη από το Δικαστήριο), είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2954/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη, ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η1 της παρ 1 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα", δεν έχει (ανάλογη) εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με το χρόνο έναρξης της παραγραφής και δεν τίθεται θέμα παραγραφής τους, προς της ισχύος του νόμου.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκηση της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκηση της, προϋποθέσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 71616/2010 απόφασή του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι με πρόθεση στην Αθήνα στις 26-10-2004, τέλεσε τη πράξη που περιγράφεται στο διατακτικό ήτοι εξέδωσε τα εκεί αναφερόμενα εικονικά φορολογικά στοιχεία, που δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικές συναλλαγές". Ακολούθως το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και ειδικότερα του ότι: "Στην Αθήνα την 26-10-2004, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 21-10-2004 έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος, τον έλεγχο ΣΔΟΕ Αττικής και που αποτελεί την έναρξή της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ’ άρθρο 2 παρ. 8,9 Ν. 2954/01, διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα με την ιδιότητα του ως ασκούντα ατομική επιχείρηση, εξέδωσε προς διάφορες επιχειρήσεις τα αναφερόμενα αναλυτικά πιο κάτω φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, προκειμένου να διευκολυνθούν οι αποδεχθείσες αυτά επιχειρήσεις, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα εξέδωσε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω:
Επέβαλε δε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το προδιαληφθέν Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.α', 27 παρ.1, 98 ΠΚ, 19, 21 Ν. 2523/1997, 2 παρ.8 Ν. 2954/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και δε στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου υπό την οποία τέλεσε την παραπάνω αξιόποινη πράξη με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τα εικονικά φορολογικά στοιχεία με την ιδιότητα του ασκούντος ατομική επιχείρηση. Ενώ, ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του προδιαληφθέντος εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο οποίος διαλαμβάνει και τον ενδεχόμενο, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην απόφαση ούτε απαιτείται σκοπός του δράστη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης, όπως προαναφέρθηκε, ως πρόσθετο στοιχείο για την υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος και, συνεπώς, δεν ήταν απαραίτητη η αιτιολόγηση του στοιχείου τούτου. Άρα, ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με την παραδοχή της απόφασης ότι χρόνος τέλεσης του πιο πάνω εγκλήματος είναι η 26-10-2004, δηλαδή η ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος ελέγχου από τον Προϊστάμενο του ΣΔΟΕ, που διενήργησε τον έλεγχο, και κατά συνέπεια η παραγραφή τούτου άρχιζε από την προδιαλειφθείσα ημερομηνία, και όχι ο χρόνος έκδοσης των εικονικών φορολογικών στοιχείων, δηλαδή το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2002, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων και κατ' αυτόν έδει να παύσει οριστικά η κατ' αυτού για το προδιαληφθέν έγκλημα ασκηθείσα ποινική δίωξη, δοθέντος ότι το κλητήριο θέσπισμα του επιδόθηκε στις 7-3-2008, δηλαδή μετά παρέλευση πενταετίας από της τέλεσης της τελευταίας μερικότερας πράξης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.8 Ν. 2954/2001 και δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, ελλείψει άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, ν'απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 17 Νοεμβρίου 2010, αίτηση του Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 71616/2010 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1028/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Π. Κ. και Σια ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Βασιλακάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "DUMECO LIVESTOCK", που εδρεύει στην Ολλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Δαρούσου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αυλωναρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 126/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας λόγω αρμοδιότητας και 30/2008 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-9-2008 αίτησή της και τους από 1-2-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 26-4-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 558 εδ. α' του ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, κατά δε το άρθρο 569 § 2 του ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση? αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους (...). Τέλος, κατά το άρθρο 577 του ίδιου ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης (§ 1), αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (§ 2), αν δε ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (§ 3). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδίδεται ως ανωτέρω, πρέπει να απευθύνεται, όπως και η αναίρεση, κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, είναι δε διάδικοι κατά την έννοια των διατάξεων αυτών εκείνοι που από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάστηκαν με αυτήν (Ολομ.ΑΠ 11/1992) και ήταν αντίδικοι του αναιρεσείοντος. Εάν το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων δεν απευθύνεται κατά διαδίκου, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά απευθύνεται κατά άλλου προσώπου, μη διαδίκου, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, χωρίς να είναι απαραίτητο να προτείνεται το απαράδεκτο αυτό με προτάσεις που κατατίθενται εντός της προθεσμίας του άρθρου 570 § 1 του ΚΠολΔ, το ίδιο δε ισχύει και όταν δεν επιδόθηκε ή δεν επιδόθηκε εμπρόθεσμα αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στον αναιρεσίβλητο (ΑΠ 990/2002, 572/2010).
Εν προκειμένω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 30/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών / Μεταβατική έδρα Χαλκίδας απευθύνεται κατά της εταιρείας με την επωνυμία "DUMECO LIVESTOCK" που εδρεύει στην Ολλανδία και η οποία, ως εφεσίβλητη, ήταν διάδικος και αντίδικος της αναιρεσείουσας - εκκαλούσης στην ενώπιον του Εφετείου δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, όπως τούτο προκύπτει από την τελευταία αυτή απόφαση. Όμως το από 1-2-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1-2-2010 (υπ' αριθμ. 29/2010 έκθεση καταθέσεως της αρμόδιας γραμματέως κάτω από το δικόγραφο αυτό), απευθύνεται όχι κατά της ανωτέρω διαδίκου - αναιρεσίβλητης εταιρείας, αλλά κατά της εταιρείας με την επωνυμία "DUMECO FARMING B.V.", που επίσης εδρεύει στην Ολλανδία, χωρίς η αναιρεσείουσα να αποδεικνύει ότι πρόκειται για την ίδια ως άνω διάδικο εταιρεία, αφού δεν επικαλείται (η αναιρεσείουσα) και δεν αποδεικνύει τυχόν τροποποίηση του καταστατικού της αναιρεσίβλητης ως προς την κατά τα ανωτέρω επωνυμία της, με αποτέλεσμα η καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως εταιρεία να είναι τρίτο (νομικό) πρόσωπο - μη διάδικο στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει τούτου και του γεγονότος ακόμη ότι αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων δεν έχει επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, αφού τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα σχετικά έγγραφα επιδόσεως αφορούν όχι την αναιρεσίβλητη αλλά την ως άνω καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι μη διάδικο εταιρεία, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι και αυτεπαγγέλτως, αφού το απαράδεκτο αυτό προκύπτει από τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα και χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι προτάσεις της αναιρεσίβλητης με τις οποίες προτείνεται η σχετική ένσταση δεν έχουν κατατεθεί εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 570 § 1 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 της 22-12-2000 του Συμβουλίου, ο οποίος αντικατέστησε από 1-3-2002 τη Σύμβαση των Βρυξελλών της 27-9-1968 που κυρώθηκε με τον ν. 1814/1988 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, "πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1. α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή? β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων (...), γ) το στοιχείο α' εφαρμόζεται εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β'. 2. ... 3). Ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι Α) για τις διαφορές από τη σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων μεταξύ προσώπων - κατοίκων των χωρών που έχουν προσχωρήσει στην ανωτέρω Σύμβαση των Βρυξελλών (ήδη Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου), όπως η Ολλανδία και η Ελλάδα, ιδρύεται δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων εφόσον η παράδοση των εμπορευμάτων κατά τη σύμβαση έγινε ή έπρεπε να γίνει στην Ελλάδα και δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, και ότι Β) για τις ενοχές από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία ιδρύεται δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων εφόσον στην Ελλάδα συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, υπό την έννοια της απ' ευθείας παραγωγής στην Ελλάδα των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του γεγονότος αυτού εις βάρος του αμέσως ζημιωθέντος, και όχι της τυχόν περαιτέρω ζημίας, ως συνέπειας της αρχικώς επελθούσης στο άλλο συμβαλλόμενο κράτος, που υπέστη ο ενάγων στην Ελλάδα (ΑΠ 18/2006, 1865/2009).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ένδικη από 2-2-2004 αγωγή της αναιρεσείουσας, η τελευταία εξέθετε σ' αυτήν ότι με σύμβαση πωλήσεως που κατήρτισε προφορικά την 24-1-1999 με την αναιρεσίβλητη - εναγομένη εταιρεία που εδρεύει στην Ολλανδία, αγόρασε από αυτήν τριάντα έξι (36) αγελάδες, με τα αναφερόμενα στην αγωγή χαρακτηριστικά, αντί συνολικού τιμήματος 20.880.000 δραχμών, ότι τα ζώα αυτά μεταφέρθηκαν και παραδόθηκαν την 2-3-1999 στην κτηνοτροφική μονάδα της αναιρεσείουσας, στο ..., που είχε συμφωνηθεί ως τόπος παραδόσεώς τους, ότι μετά την πάροδο λίγων ημερών από την άφιξη των ζώων στην ανωτέρω μονάδα μερικά από αυτά εμφάνισαν τα προβλήματα υγείας που αναφέρονται στην αγωγή, ότι από τις σχετικές κτηνιατρικές εξετάσεις προέκυψε ότι σε δείγματα αίματος ζώων που είχαν ληφθεί την 16-3-1999, 14-4-1999 και 12-5-1999 διαπιστώθηκε ότι τα ζώα αυτά είχαν προσβληθεί από τον ιό BVD (ιογενής διάρροια βοοειδών), ότι η ενάγουσα ενημέρωσε αμέσως την εναγομένη για την ανωτέρω ασθένεια των αγορασθέντων ζώων και συνέχισε τις μικροβιολογικές τους εξετάσεις, ότι από τις εξετάσεις αυτές προέκυψε ότι ένα από τα πωληθέντα ζώα ήταν ήδη από τον κατά τα ανωτέρω χρόνο παραδόσεώς τους φορέας του ειρημένου ιού BVD, τον οποίο μετέδωσε σε όλα τα ζώα της μονάδας, ήτοι τόσον στα πωληθέντα από την αναιρεσίβλητη όσον και στα λοιπά που προϋπήρχαν της πωλήσεως, ότι από τον ιό αυτόν απέθαναν εν συνόλω 144 αγελάδες της αναιρεσείουσας, μεταξύ των οποίων και οι ανωτέρω 36 αγορασθείσες, και 121 μοσχάρια, και ότι η αναιρεσίβλητη είναι υπαίτια για την πρόκληση της ζημίας αυτής στην αναιρεσείουσα, διότι κατά παράβαση της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών παρέλειψε να υποβάλει τα προς αποστολήν ζώα (πωληθέντα) σε έλεγχο για την ύπαρξη του θανατηφόρου ιού BVD. Και βάσει του ιστορικού αυτού ζήτησε η αναιρεσείουσα - ενάγουσα να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη - εναγομένη να καταβάλει σ' αυτήν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά και συνολικά το ποσό των 2.722.337 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική (διαφυγόν κέρδος) ζημία την οποία υπέστη από τον κατά τα ανωτέρω θάνατο των ειρημένων ζώων και την οποία προσδιορίζει ειδικότερα στην αγωγή, καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνισταμένης στη μείωση της επιχειρηματικής αξιοπιστίας της από την ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και τις ειρημένες συνέπειές της. Ενόψει του περιεχομένου αυτού της ένδικης αγωγής και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη ιδρύεται εν προκειμένω δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της αγωγής αυτής και δη και ως προς τις δύο βάσεις της, δηλαδή και ως προς τη βάση της συμβάσεως πωλήσεως και ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, που κατά τις παραδοχές τής αναιρεσιβαλλομένης περιέχονται στην αγωγή, αφού, και αντιστοίχως, α) κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ως τόπος παραδόσεως των πωληθέντων ζώων είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων η κτηνοτροφική μονάδα της αναιρεσείουσας στο ..., όπου και πράγματι παραδόθηκαν τα ζώα, και β) στο ίδιο αυτό μέρος συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, ήτοι η εμφάνιση του θανατηφόρου ιού στην προσβεβλημένη αγελάδα που παρήγαγε απ' ευθείας τα ειρημένα ζημιογόνα αποτελέσματα, την εξάπλωση δηλαδή της ασθένειας σε όλη τη μονάδα της αναιρεσείουσας και τον εντεύθεν θάνατο των προαναφερθέντων ζώων της τελευταίας. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα αντίθετα, ότι δηλαδή δεν υφίσταται εν προκειμένω δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της αγωγής, και ως προς τις δύο ως άνω βάσεις της, και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 126/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, αφ' ενός μεν παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον αγωγικό ισχυρισμό ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων τόπος παραδόσεως των πωληθέντων ζώων ήταν η κτηνιατρική μονάδα της αναιρεσείουσας στο ..., όπου και παραδόθηκαν τα πωληθέντα ζώα στην αγοράστρια αναιρεσείουσα, η συμφωνία δε αυτή ιδρύει, κατά τα προεκτεθέντα, δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της εκ της συμβάσεως πωλήσεως βάσεως της αγωγής, αφ' ετέρου δε παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ως προς τις δύο βάσεις της αγωγής, με το να επικυρώσει ως ανωτέρω την πρωτόδικη απόφαση που την είχε απορρίψει ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, και υπέπεσε έτσι (το Εφετείο) στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, κατά τους βάσιμους περί τούτου, από τις διατάξεις αυτές, πρώτου, δεύτερου και τρίτου, αντιστοίχως (ως προς τις βάσεις της αγωγής), λόγους του αναιρετηρίου.
Κατ' ακολουθίαν και κατά παραδοχήν των προβαλλόμενων αυτών λόγων αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 30/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ) της τελευταίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτους τους από 1-2-2010 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 30/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών / Μεταβατική Έδρα Χαλκίδος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση. Πρόσθετοι λόγοι. Πρέπει να απευθύνονται, όπως και η αναίρεση, κατά των διαδίκων- αντιδίκων του αναιρεσείοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να επιδίδονται εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, αλλιώς απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. Διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων κατά τη Σύμβαση των Βρυξελών της 27-9-1968 (ήδη κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου). Πότε ιδρύεται για τις διαφορές από σύμβαση και τις ενοχές από αδικοπραξία 9 αναιρεί την υπ’ αριθμ. 30/2008 απόφαση του Εφετείο Αθηνών/Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1025/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Μ. συζ. Θ. Κ., το γένος Σ. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μιχαηλίδη.
Του αναιρεσιβλήτου-καθού ή κλήση: Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Συμιακό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5011/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 525/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2007 αίτησή της. Εκδόθηκε η 830/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-9-2009 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 9-2-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 1493 παρ.1 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά τον ν. 1329/1983, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης ως λόγο διαζυγίου, προκύπτει ότι η αγωγή διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει τα κλονιστικά περιστατικά που αφορούν το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο συζύγων, την επίκληση του ισχυρού κλονισμού, ως συνέπειας των περιστατικών αυτών, και το βάσιμα αφόρητο της εξακολούθησης της έγγαμης σχέσης για τον ενάγοντα. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι ο κλονισμός οφείλεται αποκλειστικά στον ενάγοντα συνιστούν άρνηση της αγωγής και μπορούν να αποδειχθούν ανταποδεικτικώς, χωρίς να ταχθεί εις βάρος του εναγομένου ιδιαίτερο θέμα αποδείξεως (ΑΠ 1865/2005 ΕλλΔ 47.457). Εξάλλου η νομική αοριστία αγωγής ή ενστάσεως, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ένστασης, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε ολιγότερα, ενώ η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τον νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής διαζυγίου, ο αναιρεσίβλητος - ενάγων εξέθεσε σ'αυτήν ότι τέλεσε με την αναιρεσείουσα - εναγομένη νόμιμο γάμο την 29.11.1971 και ότι εξαιτίας των κλονιστικών περιστατικών που αναφέρονται στην αγωγή και τα οποία αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο της εναγομένης συζύγου του οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη γι'αυτόν (ενάγοντα), βάσει δε του ιστορικού αυτού ζήτησε τη λύση του γάμου των διαδίκων λόγω του κατά τα ανωτέρω επικαλουμένου ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αυτή αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα κατά νόμον (προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1439 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ως άνω απαιτούμενα για το ορισμένο της αγωγής στοιχεία, κατά συνέπειαν δε το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι ορισμένη και απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης - εκκαλούσης με τον οποίο η τελευταία είχε παραπονεθεί για τη μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που τα ειρημένα άρθρα 1493 παρ. 1 του ΑΚ και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ απαιτούν για τη θεμελίωση της αγωγής αυτής και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 του ΚΠολΔ την οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατ' ορθήν εκτίμησή του από το δικαστήριο. Επομένως, ο πρώτος αυτός λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 (όχι και 10, 12, 19 που αναφέρει η αναιρεσείουσα) του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Εξάλλου, ο ισχυρισμός (ένσταση) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρο 281 του ΑΚ) δεν αφορά τη δημόσια τάξη, και κατά συνέπειαν για να είναι παραδεκτός ο στηριζόμενος στον ισχυρισμό αυτό λόγος αναιρέσεως πρέπει ο εν λόγω ισχυρισμός να έχει προταθεί παραδεκτώς και νομίμως, στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε στο αναιρετήριο το γεγονός της προβολής του ισχυρισμού αυτού στο ουσιαστικό δικαστήριο (ΑΠ 295/2010).
Εν προκειμένω με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 8 (και όχι 1) του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής διαζυγίου, την οποία είχε προβάλει, κατά τους ισχυρισμούς της, η αναιρεσείουσα - εναγομένη τόσον στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσον και στο Εφετείο. Από τις προτάσεις όμως της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή δεν προέβαλε περιστατικά που θεμελιώνουν (συνιστούν) καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και δεν ζήτησε την απόρριψη της αγωγής γι' αυτόν τον λόγο, από δε το εφετήριο προκύπτει σαφώς ότι η ένσταση αυτή δεν έχει αχθεί στην έκκλητη δίκη με λόγο εφέσεως. Επομένως και αφού δεν συντρέχει άλλη περίπτωση εξαιρέσεως από τον προρρηθέντα κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.10.2007 αίτηση της Μ. συζ. Θ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 525/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διαζύγιο για ισχυρό κλονισμό. Στοιχεία σχετικής αγωγής. Αναιρετικός έλεγχος αοριστίας αγωγής. Αναίρεση. Απαράδεκτος λόγος που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος κατ’ αρθρ. 281 του ΑΚ.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1026/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Χ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Ε. συζ. Π. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παναγουλόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2005 αγωγή τη ς ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6750/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6123/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-12-2007 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1931/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Ήδη την υπόθεση επαναφέρει με κλήση η αναιρεσίβλητη-καλούσα με την από 19-10-2009 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94§1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 § 1 του ίδιου ΚΠολΔ η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. Εξάλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι εάν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, παριστάμενος δια δηλώσεως κατά το άρθρο 242§2 του ΚΠολΔ δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, η οποία απαιτείται για τη συζήτηση στο ακροατήριο και την ύπαρξη ή μη της οποίας αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, θεωρείται ο εν λόγω διάδικος δικονομικώς απών και κηρύσσονται άκυρες οι προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις βάσει των οποίων φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση (βλ.ΟλομΑΠ 9/2002, 13/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 260 §1 του ΚΠολΔ που έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται.
Εν προκειμένω, με την από 19-10-2009 κλήση της αναιρεσίβλητης Ε. συζ. Π. Β., την οποία υπογράφει ως πληρεξούσιος δικηγόρος της ο δικηγόρος Αθηνών Γιάννης Παναγουλόπουλος, φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6123/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1931/2009 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε λάβει χώραν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27-4-2009. Όπως δε προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου τούτου δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, στη σειρά της, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, η οποία ορίστηκε επί της ανωτέρω κλήσεως της αναιρεσίβλητης, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, ο οποίος ούτε δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242§2 του ΚΠολΔ έχει καταθέσει. Η αναιρεσίβλητη, που επίσης δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, έχει καταθέσει δήλωση κατά το άρθρο 242§2 του ΚΠολΔ, την οποία υπογράφει ο ειρημένος δικηγόρος, που φέρεται ως πληρεξούσιός της. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ύπαρξη πληρεξουσιότητας του τελευταίου αυτού δικηγόρου για τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, η έλλειψη δε αυτή, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, έχει ως συνέπεια να θεωρείται η αναιρεσίβλητη δικονομικώς απούσα και να είναι άκυρες οι προπαρασκευαστικές πράξεις και η ανωτέρω κλήση της αναιρεσίβλητης, βάσει των οποίων φέρεται ότι αυτή επισπεύδει τη συζήτηση. Επομένως και αφού όπως προαναφέρθηκε δεν εμφανίστηκε και ο αναιρεσείων κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 260§1 του ΚΠολΔ, να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 10-12-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6123/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011, και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πληρεξουσιότητα. Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αυτεπάγγελτη έρευνα και συνέπειες ελλείψεως πληρεξουσιότητας για τη συζήτηση. Απουσία αναιρεσείοντος και παράσταση με δήλωση (αρθρ. 242§2 ΚΠολΔ) του φερομένου ως πληρεξουσίου του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση και του οποίου δεν (αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα. Ο αναιρεσίβλητος θεωρείται δικονομικώς απών και κηρύσσεται ματαιωμένη η συζήτηση κατά το άρθρο 260§1 του ΚΠολΔ.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1027/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Π. του Α., κάτοικο ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με πολιτικώς ενάγουσα την Χριστίνα Μητροτάσιου του Βασιλείου.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1568/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε προς κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 73/11-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' αρ. 485§1 Κ.Π.Δ., μαζί με τη σχετική δικογραφία την υπ' αρ. 8/10 αίτηση αναίρεσης του κατ/νου Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., κατά του 259/2010 βουλεύματος, του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο έγινε δεκτή εν μέρει στην ουσία η υπ' αριθμ. 5/2010 έφεση του ιδίου, κατά του υπ' αρ. 75/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Λάρισας το οποίο παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Λάρισας, να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εμπιστευμένου σ' αυτόν λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου (άρθρ. 375§§1 και 2 Π.Κ.). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά του 259/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στην ουσία, διότι πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως (βλ. συνημμένα αποδεικτικά επίδοσης στο κατ/νο και τον αντίκλητο δικηγόρο του Ιωάννη Πούλιο, με ημερομηνίες 11/11/2010 και 29/11/10 αντίστοιχα) κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (αρ. 473, 474, 482§1-3 Κ.Π.Δ.) και με προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης (α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και (β) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη νόμιμης βάσης (βλ. αναλυτικά την 8/2010 έκθεση αναίρεσης και τα άρθρα 93§3 Συντ., 139, 484§1β' και δ' Κ.Π.Δ.).
Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό, τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει τη νομική ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλομένους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ.Κ.Ποιν. Δ. τομ. β', σελ.95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση ή το βούλευμα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά (βλ. ΑΠ 580/79) τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 και Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977), σελ. 289). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ή σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001).
Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84).
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.α.) - πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό - ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006).
Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93§3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς - σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσεις (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.α.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατό να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από αυτή που έχει και όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (ΑΠ 732/06, ΑΠ 1269/06 κ.α.). Η εκτίμηση όμως των αποδεικτικών μέσων - έστω η εσφαλμένη - δεν συνιστά λόγον αναίρεσης (ΑΠ 1880/05, ΑΠ 111/04, ΑΠ 591/01 κ.α.).
Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά (ΑΠ 1494/05, ΑΠ 2464/05, ΑΠ 1151/06) και υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ Εισαγγελέα δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής :
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 375 ΠΚ για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης απαιτείται η παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, το οποίο έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου με οποιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα θεωρείται ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, εν σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως η έννοια αυτή διαμορφώνεται στον Αστικό Κώδικα. Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος υπάρχει όταν ο δράστης ενσωματώνει αυτό στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του κυρίου του πράγματος ή χωρίς άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τόσο τη γνώση του υπαιτίου ότι το πράγμα είναι ξένο ως προς αυτόν, όσο και τη θέληση αυτού να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, η οποία (θέληση) εκδηλώνεται με την παρακράτηση του πράγματος ή την άρνηση αποδόσεως του πράγματος στον ιδιοκτήμονα (ΑΠ 633/00 Π.Χρ. ΝΑ 73, ΑΠ 2383/04 ΠΧρ ΝΕ 816). Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 375 ΠΚ η πράξη της υπεξαίρεσης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο ανωτέρω άρθρο καταστάσεις ή ιδιότητες, μεταξύ των οποίων είναι και η ιδιότητα του δράστη ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής τέτοιας περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής κατάστασης. Με την έννοια αυτή αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Ο εντολοδόχος δεν αποκτά κυριότητα επί των πραγμάτων που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε κατά την εκτέλεση αυτής, έχει δε υποχρέωση να αποδώσει τα πράγματα αυτά στον εντολέα, οποτεδήποτε ζητηθούν. Ως χρόνος δε τέλεσης της πράξης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεση να ιδιοποιηθεί τα πράγματα αυτά. Ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου ως ιδιαίτερα μεγάλης αποτελεί ζήτημα πραγματικό και σχετίζεται με τις συνθήκες της αγοράς και τις αντικειμενικές συναλλακτικές σχέσεις κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον η αξία του αντικειμένου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, το γεγονός αυτό αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της πράξης (ΑΠ 1371/07 Π.Χρ. ΝΗ 412, ΑΠ 1425/07 Π.Χρ. ΝΗ 424, ΑΠ 34/08 Π.Χρ. ΝΗ 834, ΑΠ 130/07 Π.Χρ. ΝΖ. 1000, ΑΠ 1167/07 Π.Χρ. ΝΖ 428).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας που σχηματίσθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα προσκομισθέντα έγγραφα και τους απολογητικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατ/νος Ν. Π. είναι οικονομολόγος και με την ιδιότητά του αυτή ασχολείτο ως σύμβουλος χρηματοοικονομικών και χρηματιστηριακών επενδύσεων και στέλεχος - υπάλληλος της χρηματιστηριακής εταιρίας "NEXUS - EUROLINK A.X.E.Π.Ε.Υ.". Κατά το χρονικό διάστημα 2003 - 2004 είχε έλθει σε συμφωνία με την Μ. Π. και ανέλαβε με την ως άνω ιδιότητά του να επενδύσει διάφορα χρηματικά ποσά της τελευταίας σε ανάλογα επενδυτικά προγράμματα. Σημειωτέον ότι η Μ. Π., καθώς και ο Α. Ν. ήταν συγκατηγορούμενοι του εκκαλούντος στην παρούσα υπόθεση για την ίδια ως άνω πράξη, για τους οποίους όμως με το εκκαλούμενο βούλευμα κρίθηκε να μη γίνει κατηγορία για την πράξη αυτή. Στις αρχές του 2004 η Μ. Π., η οποία ήταν στενή συγγενής (θεία εξ αγχιστείας) της εγκαλούσας Χ. Μ., πρότεινε με φορτικότητα στην εγκαλούσα όπως αυτή παραχωρήσει διάφορα χρηματικά ποσά στην ίδια (Π.), προκειμένου η τελευταία να τα επενδύσει, μέσω γνωριμιών και επαφών που είχε με διάφορους χρηματιστές, στο όνομά της (Π.) και ακολούθως να αποδίδει στην εγκαλούσα ως κέρδος ανά μήνα ποσοστό 20% επί του κεφαλαίου. Μετά από αρκετές και επίμονες συζητήσεις η εγκαλούσα δέχτηκε και παρέδωσε στην Π. την 10-2-04 το ποσό των 60.000 ευρώ και την 2-3-04 επιπλέον ποσό 60.000 ευρώ, με την επιπρόσθετη συμφωνία όπως επιστραφεί όλο το κεφάλαιο προσαυξημένο κατά 20% μέχρι τέλος Απριλίου 2004. Τα χρήματα αυτά η Π. τα παρέδωσε ως δικά της χρήματα στον Ν. Π. για να επενδυθούν στο όνομα της σύμφωνα με τη μεταξύ τους ειδικότερη συμφωνία και συνεργασία. Μετά την παρέλευση του ανωτέρου χρονικού διαστήματος και τις συνεχείς οχλήσεις της εγκαλούσας προς την Π. για επιστροφή του ανωτέρου ποσού, η τελευταία προέβαλε τη δικαιολογία ότι λόγω γραφειοκρατικών δυσχερειών θα καθυστερούσε για κάποιο διάστημα να της επιστρέψει τα χρήματα. Τελικώς περί τα μέσα Μαΐου 2004 και εν όψει των συνεχιζόμενων οχλήσεων της εγκαλούσας, η Π. γνωστοποίησε σ'αυτή ότι είχε επενδύσει τα χρήματα της κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, μάλιστα δε έφερε για πρώτη φορά σε προσωπική επαφή την εγκαλούσα με τον κατ/νο Ν. Π. στα γραφεία της ως άνω εταιρίας στη … . Κατά τη συνάντηση αυτή ο εκκαλών κατ/νος επιβεβαίωσε ότι είχε λάβει και επενδύσει κατά τον προαναφερθέντα τρόπο το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ και ότι θα καθυστερούσε η επιστροφή των χρημάτων λόγω αντικειμενικών δυσχερειών, μάλιστα δε παρέδωσε στην εγκαλούσα την από 9-6-04 επιταγή της Ε.Τ.Ε. ποσού 20.000 ευρώ, που εισπράχθηκε από την εγκαλούσα κατά τη λήξη της. Στη συνέχεια την 15-7-04 και εξ αιτίας του ότι εξακολουθούσε να καθυστερεί η επιστροφή του ανωτέρου χρηματικού ποσού, η εγκαλούσα επισκέφτηκε εκ νέου τον εκκαλούντα στο γραφείο του, οπότε αυτός την καθησύχασε για άλλη μια φορά λέγοντας ότι υφίσταται κάποια εμπλοκή με την τράπεζα της Ελλάδας που θα ξεκαθαρίσει εντός των επομένων ημερών. Συγχρόνως κατά τη συνάντηση αυτή ο εκκαλών ανέφερε στην εγκαλούσα ότι υπήρχε σε εξέλιξη ένα παρόμοιο επενδυτικό πρόγραμμα, στο οποίο μπορούσε να συμμετάσχει η εγκαλούσα με την καταβολή κεφαλαίου ύψους τουλάχιστον 60.000 ευρώ και το οποίο αποτελούσε χρυσή ευκαιρία και είχε εξασφαλισμένη επένδυση, δεδομένου ότι κατά δήλωση του θα απέφερε σε ένα μήνα κέρδη κατ' ελάχιστον 30%. Πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις αυτές η εγκαλούσα συγκέντρωσε το συνολικό ποσό των 55.000 ευρώ, το οποίο παρέδωσε αυθημερόν στον εκκαλούντα προκειμένου ο τελευταίος με την προαναφερθείσα ιδιότητα του να το επενδύσει για λογαριασμό της στο συγκεκριμένο οικονομικό πρόγραμμα, αφού προηγουμένως συμπλήρωνε και ο ίδιος το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ και ακολούθως να της επιστρέψει σε ένα μήνα το κεφάλαιο με το ως άνω ποσοστό κέρδους. Παρελθούσης όμως και της προθεσμίας αυτής ο εκκαλών δεν επέστρεψε στην εγκαλούσα το ως άνω ποσό των 55.000 ευρώ με το συμφωνηθέν ποσοστό κέρδους, παρά τις συνεχείς οχλήσεις αυτής, προβάλλοντας προς τούτο διάφορες δικαιολογίες. Μάλιστα για να δικαιολογήσει την ως άνω καθυστέρηση και να διασκεδάσει ενδεχόμενη αμφιβολία της εγκαλούσας για μελλοντική απώλεια των χρημάτων της, αποφεύγοντας περαιτέρω οχλήσεις αυτής, ο εκκαλών έπεισε την εγκαλούσα να καταρτίσει με την ως άνω εταιρία, της οποίας ο ίδιος ήταν στέλεχος, μια σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με βάση την οποία φερόταν ότι οι όποιες χρηματοοικονομικές ή επενδυτικές δραστηριότητες της εγκαλούσας στο μέλλον θα υλοποιούνται δια μέσου της εταιρίας αυτής. Με τη σύμβαση αυτή που υπογράφηκε την 27-7-2004 η εγκαλούσα πίστευε ότι δημιουργείτο μια πρόσθετη διασφάλιση των χρημάτων της και ιδιαίτερα του ποσού των 55.000 ευρώ που είχε προηγουμένως δώσει στον εκκαλούντα με την εντολή να το διαχειρισθεί για λογαριασμό της. Επίσης προέκυψε ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και μέχρι του χρόνου υποβολής της έγκλησης (18-4-08) ο εκκαλών κατ/νος επέστρεψε στην εγκαλούσα είτε δια επιταγών που εισπράχθηκαν, είτε δια μετρητών, διάφορα χρηματικά ποσά που όμως δεν υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ, που προφανώς αντιστοιχεί, στο αρχικό ποσό (60.000+ 60.000 ευρώ) που είχε δώσει η εγκαλούσα στην Μ. Π. και η τελευταία επένδυσε στο όνομα της κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Αντίθετα για το ποσό των 55.000 ευρώ που παρέλαβε ο εκκαλών (κατ/νος) δεν προκύπτει ότι αυτός το επένδυσε για λογαριασμό της εγκαλούσας, όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά το ιδιοποιήθηκε χωρίς να δικαιούται, αρνούμενος να το επιστρέψει σ' αυτή παρά τη σχετική όχληση αυτής τουλάχιστον περί τα μέσα Αυγούστου 2004. Απολογούμενος ο κατ/νος αρνήθηκε την κατηγορία που του αποδίδεται και ισχυρίσθηκε ότι για το ποσό των 120.000 ευρώ, εκτός του ότι επέστρεψε αυτό, δεν είχε καμία επαφή ή συμφωνία, κατά τη λήψη του ποσού αυτού, με την εγκαλούσα, ούτε γνώριζε ότι αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο αυτής, δεδομένου ότι η συνεργασία του ήταν αυστηρά προσωπική με την Μ. Π., ενώ για τις επιμέρους πράξεις υπεξαίρεσης ποσών 20.000 και 55.000 ευρώ ανέφερε ότι ουδέποτε παρέλαβε τα ποσά αυτά για να τα επενδύσει για λογαριασμό της. Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς αυτούς πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Κατά πρώτον προέκυψε ότι η εγκαλούσα, ενώ επιβεβαιώνει ότι της έχουν επιστραφεί εκ μέρους του εκκαλούντος και της Μ. Π. διαδοχικά διάφορα χρηματικά ποσά, δεν προσδιορίζει με σαφήνεια το ακριβές ύψος των επιστραφέντων χρημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ στην έγκληση της αναφέρει για επιστροφή συνολικού ποσού 105.000 ευρώ, αντίθετα στην μαρτυρική κατάθεση της προσδιορίζει το ποσό σε 120.000 ευρώ, ποσό στο οποίο συμφωνεί και ο σύζυγος της κατά τη μαρτυρική κατάθεση του. Ανεξαρτήτως όμως τούτου και με δεδομένο ότι ο εκκαλών συνομολογεί επιστροφή ποσού 120.000 ευρώ, γεγονός το οποίο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο εξάλειψη του αξιοποίνου (άρθρο 379 ΠΚ ), πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως προαναφέρθηκε, για την παράδοση και επένδυση του αρχικού κεφαλαίου των 120.000 ευρώ, δεν υπήρξε κάποια συνάντηση, συζήτηση ή συμφωνία μεταξύ εγκαλούσης και εκκαλούντος ως προς τον τρόπο και τις συνθήκες επένδυσης του ποσού αυτού από τον εκκαλούντα, ο οποίος αρχικά δεν γνώριζε για την ύπαρξη και τις όποιες ενέργειες ή προθέσεις της εγκαλούσας. Αντίθετα η όποια συμφωνία για επένδυση του ποσού αυτού από τον εκκαλούντα υπήρξε μεταξύ εκκαλούντος και Μ. Π., η οποία εμφάνισε τα χρήματα ως δικά της και ζήτησε να επενδυθούν για λογαριασμό της, όπως είχε κάνει σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν. Εκτός αυτού τόσον η εγκαλούσα όσον και ο σύζυγος της (Ζ. Μ.) κατέθεσαν ότι είχαν συμφωνήσει με τη Μ. Π. να επενδύσει η ίδια τα χρήματα αυτά στο όνομα της και να τους αποδώσει το συμφωνηθέν ποσοστό κέρδους, αυτή δε (Π.) ουδέποτε είχε αναφέρει για την ύπαρξη του κατ/νου Ν. Π. ή για ενδεχόμενη διαμεσολάβηση αυτού στον τρόπο επένδυσης του ανωτέρου ποσού. Για πρώτη φορά αναφέρθηκε το όνομα του εκκαλούντος στην εγκαλούσα, καθώς και ο τρόπος που ενήργησε η Μ. Π., περί τα μέσα Μαΐου 2004, πλέον η εγκαλούσα διαμαρτύρονταν στην Μ. Π. για την καθυστέρηση επιστροφής των χρημάτων. Προκύπτει λοιπόν ότι τουλάχιστον για την επένδυση του ποσού των 120.000 ευρώ δεν υπήρξε καμία σχέση του εκκαλούντος με την εγκαλούσα, πολύ δε περισσότερο ουδέποτε ο εκκαλών συμφώνησε ή ενήργησε ως εντολοδόχος της εγκαλούσας. Το γεγονός δε της επιστροφής του ανωτέρου χρηματικού ποσού υπό τον εκκαλούντα προς την εγκαλούσα είναι προφανές ότι οφείλεται στο ότι εκ των υστέρων η Μ. Π. αποκάλυψε την αληθή προέλευση των χρημάτων και συνήνεσε στην επιστροφή του ποσού αυτού απ' ευθείας προς την εγκαλούσα, χωρίς όμως τούτο να σημαίνει ότι ο εκκαλών ενήργησε ως εντολοδόχος ή για λογαριασμό της εγκαλούσας, με επακόλουθο να μη στοιχειοθετείται για, το ποσό αυτό η πράξη της υπεξαίρεσης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Επίσης για την επιμέρους πράξη της υπεξαίρεσης ποσού 20.000 ευρώ, για την οποία απαγγέλθηκε κατηγορία και παραπέμπεται με το εκκαλούμενο βούλευμα, που φέρεται ότι τελέσθηκε την 15-7-04,πρέπει να σημειωθεί ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι ο κατ/νος εισέπραξε από την εγκαλούσα το ποσό αυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εγκαλούσα εξεταζόμενη ανέφερε ότι σε κάποια από τις συναντήσεις της στο γραφείο του εκκαλούντος κατ/νου, όπου ζητούσε την επιστροφή του αρχικού κεφαλαίου, ο τελευταίος ζήτησε από αυτή να του καταβάλει το ποσό των 20.000 €, ως έξοδα αποδέσμευσης του κεφαλαίου, πλην όμως από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε και η ίδια (εγκαλούσα) διευκρινίζει, εάν πράγματι έδωσε το ποσό αυτό στον κατ/νο, γεγονός για το οποίο ούτε και ο σύζυγος της κατέθεσε κάτι σχετικό. Ενισχυτικό της άποψης περί μη παράδοσης στον κατ/νο του ποσού των 20.000 ευρώ είναι το γεγονός ότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της έγκλησης, η εγκαλούσα όχι μόνο δεν κάνει αναφορά για παράδοση του ποσού αυτού, αλλά αντίθετα κατά τον υπολογισμό των επιμέρους ποσών που φέρεται ότι εισέπραξε ο κατ/νος και εκείνων που της επέστρεψε, ανέφερε ως ποσά που έδωσε στον κατ/νο εκείνα των 120.000 και 55.000 ευρώ, χωρίς να κάνει μνεία για παράδοση ποσού 20.000 ευρώ (βλ. 10η σελίδα έγκλησης). Αντίθετα για το ποσό των 55.000 ευρώ προέκυψε ότι πράγματι η εγκαλούσα παρέδωσε αυτό στον εκκαλούντα με την προαναφερθείσα ιδιότητα του και με τη συμφωνία και εντολή να επενδυθεί από τον τελευταίο για λογαριασμό της εγκαλούσας στο συμφωνηθέν πρόγραμμα, πλην όμως ο κατ/νος όχι μόνο δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, αλλά ούτε επέστρεψε στην εγκαλούσα το ποσό αυτό παρά τη σχετική όχληση. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τις σαφείς και κατηγορηματικές περί τούτου καταθέσεις της εγκαλούσας και του συζύγου της και δεν αναιρείται από κάποιο άλλο στοιχείο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εγκαλούσα περιγράφει με λεπτομέρεια τις ειδικότερες συνθήκες συγκέντρωσης του ποσού των 55.000 ευρώ, που παρέδωσε στον κατ/νο, διευκρινίζοντας μάλιστα ότι ο τελευταίος δήλωσε σ' αυτή ότι δεσμευόταν να καταβάλει ο ίδιος το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ, προκειμένου να συμπληρωθεί το ελάχιστο ποσό συμμετοχής στο επενδυτικό πρόγραμμα (60.000), όπως ο ίδιος είχε αναφέρει. Το ανωτέρω ποσό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περιήλθε δε στην κατοχή του κατ/νου λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου και για την εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η κατάρτιση της προαναφερθείσης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δεν αναιρεί την ως άνω ιδιότητα και ευθύνη του κατηγορουμένου ως εντολοδόχου, δεδομένου ότι ο τελευταίος έλαβε στην κατοχή του το ανωτέρω ποσό πριν την κατάρτιση της σύμβασης και στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εντολής και της προσωπικής συμφωνίας που έκανε ο ίδιος με τη εγκαλούσα, ενώ η κατάρτιση της σύμβασης έγινε με σκοπό να καθησυχάσει η εγκαλούσα και να αποτραπεί από την εκδήλωση περαιτέρω διαμαρτυριών για την επιστροφή των χρημάτων της, χωρίς όμως ουδέποτε να ενεργοποιηθεί η σύμβαση. Προκύπτει λοιπόν ότι ως προς το σκέλος αυτό της κατηγορίας υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατ/νου για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, χωρίς όμως την επιβαρυντική περίσταση της υπέρβασης της αξίας του πράγματος τα 73.000 ευρώ. Κατ' ακολουθία πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή στην ουσία η κρινόμενη έφεση και να τροποποιηθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, αποφαινομένου του συμβουλίου σας να μη γίνει κατηγορία εναντίον του εκκαλούντος για τις ως άνω επιμέρους πράξεις της υπεξαίρεσης ποσών 120.000 και 20.000 ευρώ και να παραπεμφθεί αυτός ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Λάρισας, που είναι αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο, για να δικασθεί για την ως άνω επιμέρους πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, που αφορά το ποσό των 55.000 ευρώ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα, χωρίς εξαίρεση, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων - κατ/νος παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26§1, 27§1, 72, 375§1-2 Π.Κ. ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484§1 β' και δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ'επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Α) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 8/22-11-2010 αίτηση του Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 28/2/2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 β' εδ. τελευταίο του ν. 2721/1999 "1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ήδη των (73.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι εν όλω ή εν μέρει ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς να συντρέχει άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων εκείνη που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης να έχει ιδιαιτέρως μεγάλη αξία. Υποκειμενικά για την στοιχειοθέτηση της πράξης, απαιτείται δολία προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, και ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα, κατ' άρθρο 719 του ΑΚ, παν ό,τι έλαβε, καθώς και ό,τι κατ' άρθρο 721 του ίδιου Κώδικα προκαταβλήθηκε σ' αυτόν από τον εντολέα προς εκτέλεση της εντολής και δεν διατέθηκε προς τούτο, καθόσον δεν καθίσταται κύριος των προς εκτέλεση της εντολής δοθέντων σ' αυτόν. Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους χωρίς να γίνεται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης στο μέτρο που με αυτούς πλήττεται η ανέλεγκτη δικαστική κρίση του Συμβουλίου, αφού αυτοί δε διαλαμβάνονται μεταξύ των λόγων αναίρεσης κατά βουλευμάτων, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, ανελέγκτως, ότι προέκυψαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατ/νος Ν. Π. είναι οικονομολόγος και με την ιδιότητά του αυτή ασχολείτο ως σύμβουλος χρηματοοικονομικών και χρηματιστηριακών επενδύσεων και στέλεχος - υπάλληλος της χρηματιστηριακής εταιρίας "NEXUS-EUROLINK Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.". Στις 15-4-04 και εξαιτίας του ότι εξακολουθούσε να καθυστερεί η επιστροφή του ποσού των 120.000 ευρώ που η εγκαλούσα είχε καταβάλει μέσω της Μ. Π., συγγενούς της, στον κατηγορούμενο, για να τα επενδύσει σε επενδυτικά προγράμματα, για λογαριασμό της, που όμως δεν επένδυσε, η εγκαλούσα επισκέφτηκε εκ νέου τον εκκαλούντα στο γραφείο του, οπότε αυτός την καθησύχασε για άλλη μια φορά λέγοντας ότι υφίσταται κάποια εμπλοκή με την τράπεζα της Ελλάδας που θα ξεκαθαρίσει εντός των επομένων ημερών. Συγχρόνως κατά τη συνάντηση αυτή ο εκκαλών ανέφερε στην εγκαλούσα ότι υπήρχε σε εξέλιξη ένα παρόμοιο επενδυτικό πρόγραμμα, στο οποίο μπορούσε να συμμετάσχει η εγκαλούσα με την καταβολή κεφαλαίου ύψους τουλάχιστον 60.000 ευρώ και το οποίο αποτελούσε χρυσή ευκαιρία και είχε εξασφαλισμένη επένδυση, δεδομένου ότι κατά δήλωσή του θα απέφερε σε ένα μήνα κέρδη κατ' ελάχιστον 30%. Πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις αυτές η εγκαλούσα συγκέντρωσε το συνολικό ποσό των 55.000 ευρώ, το οποίο παρέδωσε αυθημερόν στον εκκαλούντα προκειμένου ο τελευταίος με την προαναφερθείσα ιδιότητά του να το επενδύσει για λογαριασμό της στο συγκεκριμένο οικονομικό πρόγραμμα, αφού προηγουμένως συμπλήρωνε και ο ίδιος το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ και ακολούθως να της επιστρέψει σε ένα μήνα το κεφάλαιο με το ως άνω ποσοστό κέρδους. Παρελθούσης όμως και της προθεσμίας αυτής ο εκκαλών δεν επέστρεψε στην εγκαλούσα το ως άνω ποσό των 55.000 ευρώ με το συμφωνηθέν ποσοστό κέρδους, παρά τις συνεχείς οχλήσεις αυτής, προβάλλοντας προς τούτο διάφορες δικαιολογίες. Μάλιστα για να δικαιολογήσει την ως άνω καθυστέρηση και να διασκεδάσει ενδεχόμενη αμφιβολία της εγκαλούσας για μελλοντική απώλεια των χρημάτων της, αποφεύγοντας περαιτέρω οχλήσεις αυτής, ο εκκαλών έπεισε την εγκαλούσα να καταρτίσει με την ως άνω εταιρία, της οποίας ο ίδιος ήταν στέλεχος, μια σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με βάση την οποία φερόταν ότι οι όποιες χρηματοοικονομικές ή επενδυτικές δραστηριότητες της εγκαλούσας στο μέλλον θα υλοποιούνται δια μέσου της εταιρίας αυτής. Με τη σύμβαση αυτή που υπογράφηκε την 27-7-2004 η εγκαλούσα πίστευε ότι δημιουργείτο μια πρόσθετη διασφάλιση των χρημάτων της και ιδιαίτερα του ποσού των 55.000 ευρώ που είχε προηγουμένως δώσει στον εκκαλούντα με την εντολή να το διαχειρισθεί για λογαριασμό της. Επίσης προέκυψε ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και μέχρι του χρόνου υποβολής της έγκλησης (18-4-08) ο εκκαλών κατ/νος επέστρεψε στην εγκαλούσα είτε δια επιταγών που εισπράχθηκαν, είτε δια μετρητών, διάφορα χρηματικά ποσά που όμως δεν υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ, που προφανώς αντιστοιχεί, στο αρχικό ποσό (60.000+ 60.000 ευρώ) που είχε δώσει η εγκαλούσα στην Μ. Π. και η τελευταία επένδυσε στο όνομά της κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Αντίθετα για το ποσό των 55.000 ευρώ που παρέλαβε ο εκκαλών (κατ/νος) δεν προκύπτει ότι αυτός το επένδυσε για λογαριασμό της εγκαλούσας, όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά το ιδιοποιήθηκε χωρίς να δικαιούται, αρνούμενος να το επιστρέψει σ' αυτή παρά τη σχετική όχληση αυτής τουλάχιστον περί τα μέσα Αυγούστου 2004. Απολογούμενος ο κατ/νος αρνήθηκε την κατηγορία που του αποδίδεται και ισχυρίσθηκε ότι για το ποσό των 120.000 ευρώ, εκτός του ότι επέστρεψε αυτό, δεν είχε καμία επαφή ή συμφωνία, κατά τη λήψη του ποσού αυτού, με την εγκαλούσα, ούτε γνώριζε ότι αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο αυτής, δεδομένου ότι η συνεργασία του ήταν αυστηρά προσωπική με την Μ. Π., ενώ για τις επιμέρους πράξεις υπεξαίρεσης ποσών 20.000 και 55.000 ευρώ ανέφερε ότι ουδέποτε παρέλαβε τα ποσά αυτά για να τα επενδύσει για λογαριασμό της (εγκαλούσας). Όμως για το ποσό των 55.000 ευρώ προέκυψε ότι πράγματι η εγκαλούσα παρέδωσε αυτό στον εκκαλούντα με την προαναφερθείσα ιδιότητά του και με τη συμφωνία και εντολή να επενδυθεί από τον τελευταίο για λογαριασμό της εγκαλούσας στο συμφωνηθέν πρόγραμμα, πλην όμως ο κατ/νος όχι μόνο δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, αλλά ούτε επέστρεψε στην εγκαλούσα το ποσό αυτό παρά τη σχετική όχληση. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τις σαφείς και κατηγορηματικές περί τούτου καταθέσεις της εγκαλούσας και του συζύγου της και δεν αναιρείται από κάποιο άλλο στοιχείο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εγκαλούσα περιγράφει με λεπτομέρεια τις ειδικότερες συνθήκες συγκέντρωσης του ποσού των 55.000 ευρώ, που παρέδωσε στον κατ/νο, διευκρινίζοντας μάλιστα ότι ο τελευταίος δήλωσε σ' αυτή ότι δεσμευόταν να καταβάλει ο ίδιος το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ, προκειμένου να συμπληρωθεί το ελάχιστο ποσό συμμετοχής στο επενδυτικό πρόγραμμα (60.000), όπως ο ίδιος είχε αναφέρει. Το ανωτέρω ποσό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περιήλθε δε στην κατοχή του κατ/νου λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και για την εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η κατάρτιση της προαναφερθείσης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δεν αναιρεί την ως άνω ιδιότητα και ευθύνη του κατηγορουμένου ως εντολοδόχου, δεδομένου ότι ο τελευταίος έλαβε στην κατοχή του το ανωτέρω ποσό πριν την κατάρτιση της σύμβασης και στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εντολής και της προσωπικής συμφωνίας που έκανε ο ίδιος με τη εγκαλούσα, ενώ η κατάρτιση της σύμβασης έγινε με σκοπό να καθησυχάσει η εγκαλούσα και να αποτραπεί από την εκδήλωση περαιτέρω διαμαρτυριών για την επιστροφή των χρημάτων της, χωρίς όμως ουδέποτε να ενεργοποιηθεί η σύμβαση". Ενόψει τούτων, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, για να δικαστεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου σ' αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, ως ουσία βάσιμη, εν μέρει, την έφεση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, μεταρρύθμισε το πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας 75/2010 και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας μη υπερβαίνουσα τις 73.000 ευρώ, εμπιστευμένου σ' αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, διέλαβε σ' αυτό την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εμπιστευμένου σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27 παρ. 1, 375 παρ. 1, 2 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι το βούλευμά του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην κρίση του ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά, όπως προαναφέρθηκε, καθώς το ξένο ολικά κινητό πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ο τρόπος με τον οποίο αυτό περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου, ως και η παράνομη ιδιοποίηση τούτου από εκείνον. Ενώ αιτιολογούνται πλήρως οι παραδοχές της ιδιότητας του αναιρεσείοντος, ως εντολοδόχου, καθώς και ο χρόνος της παράνομης ιδιοποίησης από τον αναιρεσείοντα του χρηματικού ποσού των -55.000- ευρώ. Άρα οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος του, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ενώ, ο δεύτερος πιο πάνω λόγος, που, κατά το μέρος του οποίου, υπό την επίκληση, κατ' επίφαση, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές τούτου και δε συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 22 Νοεμβρίου 2010, αίτηση του Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση του 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απαράδεκτος, όμως, και απορριπτέος ο λόγος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, κατά το σκέλος του, που πλήττεται η αναιρετικώς περί τα πράγματα και τις αποδείξεις ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1027/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Π. Κ. και Σια ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Βασιλακάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Aλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "DUMECO LIVESTOCK", που εδρεύει στην Ολλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Βασιλοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αυλωναρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 125/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας λόγω αρμοδιότητας και 31/2008 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-9-2008 αίτησή της και τους από 1-2-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 26-4-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 558 εδ. α' του ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, κατά δε το άρθρο 569 § 2 του ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους (...). Τέλος, κατά το άρθρο 577 του ίδιου ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης (§ 1), αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (§ 2), αν δε ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (§ 3). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδίδεται ως ανωτέρω, πρέπει να απευθύνεται, όπως και η αναίρεση, κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, είναι δε διάδικοι κατά την έννοια των διατάξεων αυτών εκείνοι που από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάστηκαν με αυτήν (Ολομ.ΑΠ 11/1992) και ήταν αντίδικοι του αναιρεσείοντος. Εάν το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων δεν απευθύνεται κατά διαδίκου, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά απευθύνεται κατά άλλου προσώπου, μη διαδίκου, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, χωρίς να είναι απαραίτητο να προτείνεται το απαράδεκτο αυτό με προτάσεις που κατατίθενται εντός της προθεσμίας του άρθρου 570§1 του ΚΠολΔ, το ίδιο δε ισχύει και όταν δεν επιδόθηκε ή δεν επιδόθηκε εμπρόθεσμα αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στον αναιρεσίβλητο (ΑΠ 990/2002, 572/2010).
Εν προκειμένω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 31/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών / Μεταβατική έδρα Χαλκίδας απευθύνεται κατά της εταιρείας με την επωνυμία "DUMECO LIVESTOCK" που εδρεύει στην Ολλανδία και η οποία, ως εφεσίβλητη, ήταν διάδικος και αντίδικος της αναιρεσείουσας - εκκαλούσης στην ενώπιον του Εφετείου δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, όπως τούτο προκύπτει από την τελευταία αυτή απόφαση. Όμως το από 1-2-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1-2-2010 (υπ' αριθμ. 30/2010 έκθεση καταθέσεως της αρμόδιας γραμματέως κάτω από το δικόγραφο αυτό), απευθύνεται όχι κατά της ανωτέρω διαδίκου - αναιρεσίβλητης εταιρείας, αλλά κατά της εταιρείας με την επωνυμία "DUMECO FARMING B.V.", που επίσης εδρεύει στην Ολλανδία, χωρίς η αναιρεσείουσα να αποδεικνύει ότι πρόκειται για την ίδια ως άνω διάδικο εταιρεία, αφού δεν επικαλείται (η αναιρεσείουσα) και δεν αποδεικνύει τυχόν τροποποίηση του καταστατικού της αναιρεσίβλητης ως προς την κατά τα ανωτέρω επωνυμία της, με αποτέλεσμα η καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως εταιρεία να είναι τρίτο (νομικό) πρόσωπο - μη διάδικο στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει τούτου και του γεγονότος ακόμη ότι αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων δεν έχει επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, αφού τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα σχετικά έγγραφα επιδόσεως αφορούν όχι την αναιρεσίβλητη αλλά την ως άνω καθ'ης οι πρόσθετοι λόγοι μη διάδικο εταιρεία, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι και αυτεπαγγέλτως, αφού το απαράδεκτο αυτό προκύπτει από τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα και χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι προτάσεις της αναιρεσίβλητης με τις οποίες προτείνεται η σχετική ένσταση δεν έχουν κατατεθεί εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 570 § 1 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 της 22-12-2000 του Συμβουλίου, ο οποίος αντικατέστησε από 1-3-2002 τη Σύμβαση των Βρυξελλών της 27-9-1968 που κυρώθηκε με τον ν. 1814/1988 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, "πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1. α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή? β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων (...), γ) το στοιχείο α' εφαρμόζεται εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β'. 2. ... 3). Ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι Α) για τις διαφορές από τη σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων μεταξύ προσώπων - κατοίκων των χωρών που έχουν προσχωρήσει στην ανωτέρω Σύμβαση των Βρυξελλών (ήδη Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου), όπως η Ολλανδία και η Ελλάδα, ιδρύεται δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων εφόσον η παράδοση των εμπορευμάτων κατά τη σύμβαση έγινε ή έπρεπε να γίνει στην Ελλάδα και δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, και ότι Β) για τις ενοχές από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία ιδρύεται δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων εφόσον στην Ελλάδα συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, υπό την έννοια της απ' ευθείας παραγωγής στην Ελλάδα των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του γεγονότος αυτού εις βάρος του αμέσως ζημιωθέντος, και όχι της τυχόν περαιτέρω ζημίας, ως συνέπειας της αρχικώς επελθούσης στο άλλο συμβαλλόμενο κράτος, που υπέστη ο ενάγων στην Ελλάδα (ΑΠ 18/2006, 1865/2009).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ένδικη από 2-2-2004 αγωγή της αναιρεσείουσας, η τελευταία εξέθετε σ' αυτήν ότι με σύμβαση πωλήσεως που κατήρτισε προφορικά την 24-1-1999 με την αναιρεσίβλητη - εναγομένη εταιρεία που εδρεύει στην Ολλανδία, αγόρασε από αυτήν είκοσι επτά (27) αγελάδες, με τα αναφερόμενα στην αγωγή χαρακτηριστικά, αντί συνολικού τιμήματος 15.660.000 δραχμών, ότι τα ζώα αυτά μεταφέρθηκαν και παραδόθηκαν την 2-3-1999 στην κτηνοτροφική μονάδα της αναιρεσείουσας, στο ..., που είχε συμφωνηθεί ως τόπος παραδόσεώς τους, ότι μετά την πάροδο λίγων ημερών από την άφιξη των ζώων στην ανωτέρω μονάδα μερικά από αυτά εμφάνισαν τα προβλήματα υγείας που αναφέρονται στην αγωγή, ότι από τις σχετικές κτηνιατρικές εξετάσεις προέκυψε ότι σε δείγματα αίματος ζώων που είχαν ληφθεί την 16-3-1999, 14-4-1999 και 12-5-1999 διαπιστώθηκε ότι τα ζώα αυτά είχαν προσβληθεί από τον ιό BVD (ιογενής διάρροια βοοειδών), ότι η ενάγουσα ενημέρωσε αμέσως την εναγομένη για την ανωτέρω ασθένεια των αγορασθέντων ζώων και συνέχισε τις μικροβιολογικές τους εξετάσεις, ότι από τις εξετάσεις αυτές προέκυψε ότι ένα από τα πωληθέντα ζώα ήταν ήδη από τον κατά τα ανωτέρω χρόνο παραδόσεώς τους φορέας του ειρημένου ιού BVD, τον οποίο μετέδωσε σε όλα τα ζώα της μονάδας, ήτοι τόσον στα πωληθέντα από την αναιρεσίβλητη όσον και στα λοιπά που προϋπήρχαν της πωλήσεως, ότι από τον ιό αυτόν απέθαναν εν συνόλω 168 αγελάδες της αναιρεσείουσας, μεταξύ των οποίων και οι ανωτέρω 27 αγορασθείσες, και 97 μοσχάρια, και ότι η αναιρεσίβλητη είναι υπαίτια για την πρόκληση της ζημίας αυτής στην αναιρεσείουσα, διότι κατά παράβαση της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών παρέλειψε να υποβάλει τα προς αποστολήν ζώα (πωληθέντα) σε έλεγχο για την ύπαρξη του θανατηφόρου ιού BVD. Και βάσει του ιστορικού αυτού ζήτησε η αναιρεσείουσα - ενάγουσα να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη - εναγομένη να καταβάλει σ' αυτήν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά και συνολικά το ποσό των 2.292.127 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική (διαφυγόν κέρδος) ζημία την οποία υπέστη από τον κατά τα ανωτέρω θάνατο των ειρημένων ζώων και την οποία προσδιορίζει ειδικότερα στην αγωγή, καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνισταμένης στη μείωση της επιχειρηματικής αξιοπιστίας της από την ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και τις ειρημένες συνέπειές της. Ενόψει του περιεχομένου αυτού της ένδικης αγωγής και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη ιδρύεται εν προκειμένω δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της αγωγής αυτής και δη και ως προς τις δύο βάσεις της, δηλαδή και ως προς τη βάση της συμβάσεως πωλήσεως και ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, που κατά τις παραδοχές τής αναιρεσιβαλλομένης περιέχονται στην αγωγή, αφού, και αντιστοίχως, α) κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ως τόπος παραδόσεως των πωληθέντων ζώων είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων η κτηνοτροφική μονάδα της αναιρεσείουσας στο ..., όπου και πράγματι παραδόθηκαν τα ζώα, και β) στο ίδιο αυτό μέρος συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, ήτοι η εμφάνιση του θανατηφόρου ιού στην προσβεβλημένη αγελάδα που παρήγαγε απ' ευθείας τα ειρημένα ζημιογόνα αποτελέσματα, την εξάπλωση δηλαδή της ασθένειας σε όλη τη μονάδα της αναιρεσείουσας και τον εντεύθεν θάνατο των προαναφερθέντων ζώων της τελευταίας. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα αντίθετα, ότι δηλαδή δεν υφίσταται εν προκειμένω δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της αγωγής, και ως προς τις δύο ως άνω βάσεις της, και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 125/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, αφ' ενός μεν παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον αγωγικό ισχυρισμό ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων τόπος παραδόσεως των πωληθέντων ζώων ήταν η κτηνιατρική μονάδα της αναιρεσείουσας στο ..., όπου και παραδόθηκαν τα πωληθέντα ζώα στην αγοράστρια αναιρεσείουσα, η συμφωνία δε αυτή ιδρύει, κατά τα προεκτεθέντα, δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της εκ της συμβάσεως πωλήσεως βάσεως της αγωγής, αφ' ετέρου δε παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ως προς τις δύο βάσεις της αγωγής, με το να επικυρώσει ως ανωτέρω την πρωτόδικη απόφαση που την είχε απορρίψει ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, και υπέπεσε έτσι (το Εφετείο) στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, κατά τους βάσιμους περί τούτου, από τις διατάξεις αυτές, πρώτου, δεύτερου και τρίτου, αντιστοίχως (ως προς τις βάσεις της αγωγής), λόγους του αναιρετηρίου.
Κατ' ακολουθίαν και κατά παραδοχήν των προβαλλόμενων αυτών λόγων αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 31/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ) της τελευταίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτους τους από 1-2-2010 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 31/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών / Μεταβατική Έδρα Χαλκίδος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση. Πρόσθετοι λόγοι. Πρέπει να απευθύνονται όπως και η αναίρεση, κατά των διαδίκων- αντιδίκων του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να επιδίδονται εμπροθέσμως στο στον αναιρεσίβλητο. Αλλιώς απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων κατά τη Σύμβαση των Βρυξελών της 27-9-1968 (ήδη κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου. Πότε ιδρύεται για τις διαφορές από σύμβαση και τις ενοχές από αδικοπραξία (αναιρεί την υπ’ αριθμ. 31/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών Μεταβατκή έδρα Χαλκίδας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1038/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ.-Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λάμπρου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 87693/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 104/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ.5 του Ν, 1882/1990, με την παροχή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής του χρέους κατά τις κείμενες διατάξεις, αναστέλλεται η ποινική δίωξη, για όσο χρόνο διαρκεί η ρύθμιση και ο οφειλέτης είναι συνεπής με τους όρους της ρύθμισης και τελικά εξαλείφεται το αξιόποινο σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης 87693/2009 αποφάσεως που τον καταδίκασε για μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, διότι ενώ στο αιτιολογικό της δέχθηκε ότι είχε ανασταλεί η ποινική διαδικασία λόγω ρύθμισης των χρεών, στη συνέχεια προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, χωρίς να αναφέρει βάσει ποίας διατάξεως νόμου είχε ανασταλεί η ποινική διαδικασία λόγω ρύθμισης, εάν τηρούντο οι όροι ρύθμισης και εάν υπήρξε καθυστέρηση εξόφλησης των δόσεων, ώστε να διαπιστωθεί η εφαρμογή ή μη της διάταξης του άρθρου 25 παρ.5 του Ν. 1882/1990. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δεν εκθέτει αν πράγματι και με ποία απόφαση είχε γίνει ρύθμιση των βεβαιωμένων χρεών του σε δόσεις και αν αυτός κατά το χρόνο εκδικάσεως της εφέσεως του ήταν συνεπής με τους ταχθέντες όρους της ρύθμισης, ώστε να ισχύει η κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.5 του Ν. 1882/1990, καθιερούμενη αναστολή της ποινικής δίωξης, ούτε δε ότι προβλήθηκε από αυτόν με αυτοτελή ισχυρισμό η παραπάνω ρύθμιση του χρέους και ισχύς της αναστολής και δεν απαντήθηκε από το Δικαστήριο, η δε αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην αρχή προ της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι "το παρόν δικαστήριο θα προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, αφού με προηγούμενες αποφάσεις έχει ανασταλεί η ποινική διαδικασία λόγω ρύθμισης, δηλαδή το δικαστήριο έχει μπει στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης", γίνεται για να δικαιολογήσει το Δικαστήριο τη μη απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, λόγω της απουσίας του εκκαλούντος κατηγορουμένου και όχι για να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό αναστολής της ποινικής δίωξης, που ουδέποτε προβλήθηκε.
Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους όταν αυτό είναι καταβλητέο σε δόσεις η ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) ..., γ) ... . Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου (ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη και διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση, ανάλογα με το ύψος του χρέους.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 87693/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ερήμην, σε δεύτερο βαθμό, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και του επιβλήθηκε μία ποινή φυλακίσεως ένδεκα μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Δικαστήριο ότι, από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο για τα χρέη που αφορούν το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2001 έως 30/3/2002. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατ/νος στην Αθήνα στους κατωτέρω χρόνους καθυστέρησε την καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών προς τη ΔΟΥ Ι' Αθηνών, ως εξής: α)στις 1/1/2002 δεν κατέβαλε ποσό 1.490,50 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΦΠΑ με αρ.βεβ. 5856/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο εφάπαξ β)στις 1-2-2002 δεν κατέβαλε ποσό 204,88 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ με αρ.βεβ. 5857/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο σε 2 μηνιαίες δόσεις. γ)στις 1-4-2002 δεν κατέβαλε ποσό 413,02 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ με αρ.βεβ. 5857/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο σε 2 μηνιαίες δόσεις δ)στις 1/2/2002 δεν κατέβαλε ποσό 192,21 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ με αρ.βεβ. 5857/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο σε 2 μηνιαίες δόσεις ε)στις 1/12/2001 δεν κατέβαλε ποσό 7.488,64 ευρώ που αφορά εισόδημα 2001 με αρ.βεβ. 5862/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο σε 7 μηνιαίες δόσεις στ)στις 1/12/2001 δεν κατέβαλε ποσό 5.919,12 ευρώ που αφορά εισόδημα 2001 με αρ.βεβ. 5862/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο σε 7 μηνιαίες δόσεις ζ)στις 1/12/2001 δεν κατέβαλε ποσό 1.971,16 ευρώ που αφορά έκτακτη εισφορά 2001 με αρ.βεβ. 5863/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο σε 7 μηνιαίες δόσεις η)στις 1/3/2002 δεν κατέβαλε ποσό 462,26 ευρώ που αφορά εισόδημα Ν.Π. 2001 με αρ.βεβ. 7991/21/11/2001 που ήταν πληρωτέο εφάπαξ θ)στις 30/3/2002 δεν κατέβαλε ποσό 784,31 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ με αρ.βεβ. 106/9/1/2002 που ήταν πληρωτέο σε 6 μηνιαίες δόσεις ι)στις 30-3-2002 δεν κατέβαλε ποσό 784,31 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ 1999 με αρ.βεβ. 106/9-1-2002 που ήταν πληρωτέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, συνολικά δηλαδή δεν κατέβαλε ποσό 13.407,73 ευρώ, που αφορά επιρριπτόμενους ή παρακρατούμενους φόρους και ποσό 6.305,65 ευρώ που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2001 έως 30/3/2002 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής χρεών που ήταν βεβαιωμένα και η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή 3 συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των 2 μηνών προκειμένου περί χρεών καταβλητέων εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής υπερβαίνει για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά τα 6.000 ευρώ ενώ για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους το ποσό των 3.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ Ι' Αθηνών διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται (με αυξ. αριθμούς 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30) στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ.ειδ.βιβλίου 18/2002) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 6-6-2002 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 6.305,65 ευρώ που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, καθώς και ποσό 13.407,73 ευρώ που αφορά επιρριπτόμενους ή παρακρατούμενους φόρους". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, α) ως προς τις υπό στοιχεία ε' και στ' δύο επί μέρους πράξεις (του αιτιολογικού) του πιο πάνω εγκλήματος, με χρόνο τελέσεως το 2001 και ποσά χρέους 7.488,67 και 5.919,12 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος Ν. 1882/1990, όπως τροπ. με Ν. 2523/1997, λόγω ποσών, μη συναθροιζομένων σε συνολικό ποσό, αλλά υπερβαινόντων, χωριστά υπολογιζόμενων, το κατώτερο όριο του προβλεπόμενου τότε ως παραπάνω ορίου αξιοποίνου (1.000.000 δραχμών), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,27 ΠΚ, 25 παρ 1,7, 8 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στο αιτιολογικό, η αρμόδια φορολογική Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, το είδος των χρεών κατά περίπτωση (εισόδημα, έκτακτη εισφορά 2001, πρόστιμα ΦΠΑ), και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, σε δόσεις, που προσδιορίζονται κατά ποσά και αριθμούς δόσεων, αναφέρεται ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο και δεν είχαν καταβληθεί μέχρι της εκδικάσεως της υποθέσεως και συνολικά υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 ευρώ. Επίσης δεν υπάρχει καμία ασάφεια και αναφέρεται τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό ότι στον κατηγορούμενο βεβαιώθηκαν τα παραπάνω χρέη ατομικά και πουθενά δε γίνεται λόγος ότι τα χρέη αυτά οφείλονται από αυτόν ως εκ της ιδιότητας του ως μέλους οφειλέτριας προς το Δημόσιο εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, ώστε να απαιτείται αιτιολόγηση περί του αν αυτός ήταν ταυτόχρονα και διαχειριστής της εταιρείας αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 περ.β του Ν. 1882/1990, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ως προς τις ως άνω επί μέρους πράξεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
β) Όμως, όσον αφορά τις με τα στοιχεία α, β, γ, δ, ζ, η, θ και ι ως άνω αναφερόμενες στο αιτιολογικό επί μέρους πράξεις του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με χρόνο τελέσεως τα έτη 2001 και 2002 ήτοι, υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος Ν. 2523/1997, λόγω επί μέρους ποσών μικρότερων του ποσού του 1.000.000 δραχμών, δηλαδή ποσών μικρότερων εκείνων, των οποίων η μη καταβολή ορίζεται κατά τα προεκτεθέντα ως αξιόποινη με τον άνω νόμο, το δικάσαν Δικαστήριο, το οποίο, εφήρμοσε τις δυσμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1, 2 το Ν. 3220/2004, λαμβάνοντας υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του όλου χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους για το προ της 1-1-2004 χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του ΠΚ, επιεικέστερες αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, εσφαλμένα εφήρμοσε τις ουσιαστικές αυτές ποινικές διατάξεις, και συνεπώς, είναι βάσιμος ο κατά τούτο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί αθώος, κατ' άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠοινΔ ο κατηγορούμενος για τις επί μέρους πράξεις αυτές, λόγω ανεγκλήτου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για τις ανωτέρω και στο διατακτικό αναφερόμενες πράξεις, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τις εσφαλμένα επιβληθείσες δύο ποινές φυλακίσεως( 8+8=11 μήνες) αντί της επιβλητέας μίας ποινής του ενός και μόνον κατά τις παραδοχές τελεσθέντος εγκλήματος, κατ' εξακολούθηση, αφού μάλιστα για τον καθορισμό της ποινής αυτής, λήφθηκαν υπόψη και οι άνω μερικότερες πράξεις για τις οποίες αθωώνεται ο αναίρεσείων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση και τον καθορισμό της εκτιτέας ποινής, στο ίδιο Δικαστήριο, ενόψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα στο σκεπτικό, τη με αριθμ. 87693/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο Δ. - Α. Τ. του Γ., κάτοικο ..., για το ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτεμβρίου 2001 έως 30-3-2002, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής χρεών του προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα και η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων, προκειμένου περί χρεών σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών προκειμένου περί χρεών καταβλητέων εφάπαξ, και συγκεκριμένα των εξής επί μέρους ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο τα οποία ήταν βεβαιωμένα στη ΔΟΥ Ι' Αθηνών, ήτοι ηθελημένα δεν κατέβαλε τα παρακάτω χρέη που αφορούν το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2001 έως 30/3/2002. Ειδικότερα, στην Αθήνα στους κατωτέρω χρόνους καθυστέρησε την καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών προς τη ΔΟΥ Ι' Αθηνών, ως εξής: α)στις 1/1/2002 δεν κατέβαλε ποσό 1.490,50 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΦΠΑ με αρ.βεβ. 5856/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο εφάπαξ, β)στις 1-2-2002 δεν κατέβαλε ποσό 204,88 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ με αρ.βεβ. 5857/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο σε 2 μηνιαίες δόσεις, γ)στις 1-4-2002 δεν κατέβαλε ποσό 413,02 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ με αρ.βεβ. 5857/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο σε 2 μηνιαίες δόσεις, δ)στις 1/2/2002 δεν κατέβαλε ποσό 192,21 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ με αρ.βεβ. 5857/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο σε 2 μηνιαίες δόσεις, ζ)στις 1/12/2001 δεν κατέβαλε ποσό 1.971,16 ευρώ που αφορά έκτακτη εισφορά 2001 με αρ.βεβ. 5863/23-8-2001 που ήταν πληρωτέο σε 7 μηνιαίες δόσεις, η)στις 1/3/2002 δεν κατέβαλε ποσό 462,26 ευρώ που αφορά εισόδημα Ν.Π. 2001 με αρ.βεβ. 7991/21/11/2001 που ήταν πληρωτέο εφάπαξ, θ)στις 30/3/2002 δεν κατέβαλε ποσό 784,31 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ με αρ.βεβ. 106/9/1/2002 που ήταν πληρωτέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, ι)στις 30-3-2002 δεν κατέβαλε ποσό 784,31 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ 1999 με αρ.βεβ. 106/9-1-2002 που ήταν πληρωτέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, συνολικά δηλαδή δεν κατέβαλε ποσό 13.407,73 ευρώ, που αφορά επιρριπτόμενους ή παρακρατούμενους φόρους και ποσό 6.305,65 ευρώ που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, για νέα επιμέτρηση της ποινής στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, όσον αφορά την ιδία μία πράξη, που κηρύχθηκε ως άνω ένοχος, για μη καταβολή των λοιπών επί μέρους δύο χρεών του προς το Δημόσιο, για τα οποία δεν αναιρείται η απόφαση, αναφερόμενα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπό στοιχεία, (ε) για χρέος ποσού 7.488,61 ευρώ και (στ) για χρέος ποσού 5.919,12 ευρώ, συνολικού ποσού υπερβαίνοντος τα 10.000 ευρώ.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 27 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση -δήλωση του Δ.-Α. Τ. του Γ., περί αναιρέσεως της 87693/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ.1 Ν. 3220/2004. 1) Δέχεται ως βάσιμο τον από 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης για τα προ της 1-1-2004 επί μέρους χρέη, που είναι κατά ποσό κατώτερα του κατωτάτου ορίου του αξιοποίνου, όπως ορίζεται στον εφαρμοστέο επιεικέστερο κατά τούτο Ν. 3220/2004, 34 παρ. 1 και κηρύσσει λόγω ανεγκλήτου αθώο τον κατηγορούμενο για αυτά τα χρέη. 2) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για τα λοιπά χρέη. Παραπέμπει μόνο για νέα ποινή.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1037/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Αμπατζή, για αναίρεση της υπ'αριθ.2757/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΑΓΡΙΝΙΟΥ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1345/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 366 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση στο ακροατήριο καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο σε απολογία, είτε αυτός το ζητήσει είτε όχι. Διαφορετικά δημιουργείται, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ'του ίδιου Κώδικα, ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Α'του ΚΠοινΔ. Αυτό, όμως, προϋποθέτει αυτοπρόσωπη του κατηγορούμενου παράσταση στο ακροατήριο. Όταν αυτός δεν παρίσταται στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπείται στη δίκη από συνήγορο, ο συνήγορος του δεν μπορεί να απολογηθεί για λογαριασμό του κατηγορούμενου, ούτε καλείται σε απολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.2757/2010 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών μετατραπείσα σε χρηματική και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 κατ'εξακολούθηση. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων δεν παρέστη αυτοπροσώπως στο άνω Δικαστήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Αναγνώστου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα με την ειδικότερη αιτίαση ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κήρυξε το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένως να απολογηθεί ο αναιρεσείων δια της ανωτέρω πληρεξουσίας δικηγόρου του, είναι απορριπτέος, αφού αυτή δεν μπορούσε να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα τους ήδη αναιρεσείοντος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ.34/2010 αίτηση του Α. Σ. του Γ., περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.2757/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 «περί επιταγής». Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα εκ της απολογίας του πληρεξουσίου δικηγόρου που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο.
| null | null | 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.